Κυριακή 8 Νοεμβρίου 2026

Αρχαίοι Έλληνες Φιλόσοφοι

10.4. Όπου επλεόνασεν ο φθόνος, υπερεπερίσσευσε η επιτυχία

Την επιτυχία δεν του τη συγχώρεσαν. Η αντίδραση των αντιπάλων του Επίκουρου ήταν έντονη και κράτησε αρκετούς αιώνες· τόσο μεγάλη και διαρκής ήταν η επιτυχία του. Ειδικά κατά την Ελληνιστική εποχή στη φιλοσοφία κυριάρχησαν ο Κήπος και η Στοά - όχι το αριστοτελικό Λύκειο και η πλατωνική Ακαδημία.

Με πρώτο κέντρο την Αθήνα η επικούρεια σκέψη διαδόθηκε παντού από ενθουσιώδεις «ιεραποστόλους» οπαδούς της. Καθώς δεν παρουσιαζόταν ως κάτι στενά ακαδημαϊκό αλλά ως τέχνη ζωής, ο επικουρισμός προσηλύτισε χιλιάδες άνδρες και γυναίκες, ελεύθερους και δούλους, πλούσιους και φτωχούς. Ως τον 3ο αιώνα μ.Χ. δημιουργήθηκαν και άνθισαν πολυάριθμες φιλοσοφικές κοινότητες, διασπαρμένες σ᾽ ολόκληρο τον ελληνορωμαϊκό κόσμο, στην Ασία, στην Αίγυπτο, στην Ιταλία και, βέβαια, στην Ελλάδα. Ήταν καλά οργανωμένες, είχαν κοινό και απαρέγκλιτο σημείο αναφοράς τη διδασκαλία του ιδρυτή της σχολής, του Επίκουρου, και επικοινωνούσαν μεταξύ τους με επιστολές.

Οι αντίπαλοι του Επίκουρου δεν δίστασαν να χρησιμοποιήσουν κάθε μέσο προκειμένου να τον βλάψουν. Ως συνήθως, η συκοφαντία ήταν το πιο αποτελεσματικό τους όπλο. Είπαν τόσα πολλά, που κάτι έμεινε μέχρι σήμερα: ότι η οικογένειά του ήταν παρακατιανή, ότι ήταν κοιλιόδουλος, κόλακας και ανήθικος, ότι η διδασκαλία του αντιγράφει άλλες. Το όνομα του Επίκουρου ταυτίστηκε με εκείνου που επιζητεί μόνο την ευχαρίστηση των αισθήσεων, του ηδονιστή.

Αλλά και ο ίδιος αντιδρούσε με πάθος, και απέναντι στους ομοτέχνους του δεν χαριζόταν. Εξάλλου, ας μην υπερβάλλουμε: οι ύβρεις που αντάλλαξαν μεταξύ τους μπορεί να διασώθηκαν ως σήμερα ίσως επειδή η χαμηλού επιπέδου πολεμική πάντοτε τραβάει το ενδιαφέρον των πολλών. Αυτό που έχει σημασία είναι ότι από την εποχή του Επίκουρου οι Επικούρειοι, οι Στωικοί και οι Σκεπτικοί συζητούσαν έντονα τις φιλοσοφικές διαφορές που είχαν μεταξύ τους και με τους προγενέστερους φιλοσόφους.

Άκουσε πολλά ο Επίκουρος για τις ελλιπέστατες, όπως διέδιδαν ορισμένοι, σπουδές του. Εννοούσαν μάλλον ότι δεν σπούδασε στην Αθήνα και δεν εντάχθηκε στους κύκλους της πρωτεύουσας. Τον κατηγόρησαν άνθρωποι που είχαν την τύχη να σπουδάσουν εκεί, αλλά έμειναν γνωστοί μόνο για τις συκοφαντίες τους εναντίον του Επίκουρου. Γιατί ο Επίκουρος ίσως δεν είχε τα τυπικά προσόντα που ήταν αναγκαία για καριέρα σε κάποια σχολή, κατόρθωσε όμως να ιδρύσει μια νέα σχολή που άλλαξε τα φιλοσοφικά πράγματα για αιώνες.

Αντιδρώντας σε αυτό το κλίμα, ο Επίκουρος αναγνώριζε την οφειλή του στον Δημόκριτο (καταδικασμένο στη σιωπή από τον Πλάτωνα) και διατυμπάνιζε ότι είναι αυτοδίδακτος και αυτοδημιούργητος στη φιλοσοφία. Μήπως και ο Σωκράτης το ίδιο δεν έκανε, μόνο που ανέφερε ως οδηγό του τον δελφικό Απόλλωνα; Ο Επίκουρος στη δική του σχολή παραμέρισε την εγκύκλιο παιδεία, την πολυμάθεια και κάθε είδους γνώση που πίστευε ότι δεν συμβάλλει στην επίτευξη της μακαριότητας, τον ύψιστο στόχο της φιλοσοφίας.

O θεσμός της προξενίας στην Αρχαία Ελλάδα

Ο θεσμός της προξενίας, με τον οποίο μια πόλη συνάπτει ένα είδος σχέσης με κάποιο άτομο σε άλλη πόλη στη βάση του αντίστοιχου προτύπου της ξενίας στην ιδιωτική σφαίρα ζωής, φαίνεται ότι θεσμοποιήθηκε στις Ελληνικές πόλεις ήδη από τον 7ο αιώνα π.Χ. ως κρατική πολιτική εκδοχή της παραδοσιακής ξενίας, αφού στην αρχαιότητα δεν υπήρχαν τακτικές διπλωματικές υπηρεσίες, ούτε μόνιμες πρεσβείες στο εξωτερικό.

Είναι χαρακτηριστικό ότι την ίδια μετάβαση από την ιδιωτική στη δημόσια σφαίρα που παρατηρούμε στη σχέση μεταξύ ξενίας και προξενίας μπορούμε να την παρατηρήσουμε και στην περίπτωση των πρέσβεων, κηρύκων και αγγελιαφόρων, οι οποίοι δεν αποτελούν πια ιδιωτικά πρόσωπα, αλλά ορίζονται από τη συνέλευση (Βουλή ή Εκκλησία), συνήθως με εκλογή, και εκπροσωπούν την πόλη. Γενικά ο πρόξενος προσέφερε σε επίσημο επίπεδο τις υπηρεσίες που ένας ιδιώτης θα περίμενε από έναν ξένο. Ο πρόξενος αναλάμβανε να μιλήσει για λογαριασμό των ξένων στη συνέλευση του λαού ή στη Βουλή και ήταν επίσης υποχρεωμένος να δέχεται και να φιλοξενεί στο σπίτι του τους πρέσβεις ή γενικά εκπροσώπους της πόλης, της οποίας ήταν πρόξενος. Έτσι λ.χ. οι πρέσβεις της Σπάρτης που ήρθαν στην Αθήνα το 378 π.Χ. φιλοξενήθηκαν στο σπίτι του Καλλία, προξένου της Σπάρτης στην Αθήνα (Ξενοφ., Ελλ. 5.4.22).
 
Τα καθήκοντα του προξένου απέναντι στην πόλη που εκπροσωπούσε περιλάμβαναν ακόμη και τις θρησκευτικές λειτουργίες που ένας ξένος εκτελούσε για λογαριασμό του φιλοξενούμενού του σε σχέση με την τοπική λατρεία. Δύο επιγραφές από την Ολυμπία της αρχαϊκής περιόδου (IvO 10 και 13) παρουσιάζουν τους προξένους να είναι υποχρεωμένοι να απομακρύνουν από το βωμό διάφορους παραβάτες των ιερών κανόνων και συμφωνιών. Οι πρόξενοι αυτού του τύπου ήταν υπεύθυνοι για την τέλεση θυσιών για λογαριασμό των ξένων επισκεπτών, προκειμένου να αποφευχθεί κάποια ιεροσυλία. Ας σημειωθεί εδώ ο ιδιαίτερος χαρακτήρας της σπαρτιατικής προξενίας, όπου οι πρόξενοι των ξένων πόλεων στη Σπάρτη ορίζονταν από το ίδιο το κράτος της Σπάρτης (Ηρόδ. 6.57.2). Η ιδιομορφία αυτή φαίνεται να είναι αποτέλεσμα της προσπάθειας της Σπάρτης να ελέγχει τις επαφές με τους ξένους.

Η σύναψη συμμαχιών συμπεριλαμβάνεται γενικά στο ρόλο που είχαν οι πρόξενοι ως μεσολαβητές μεταξύ κρατών. Έτσι ο Θουκυδίδης (2.29.1) αναφέρει ότι οι Αθηναίοι έκαναν πρόξενό τους το Νυμφόδωρο από τα Άβδηρα, την αδερφή του οποίου είχε ως σύζυγο ο Σιτάλκης, με την ελπίδα να κλείσουν με τη μεσολάβησή του συμμαχία με το Θράκα βασιλιά. O Βρασίδας, για να διευκολύνει τις διαπραγματεύσεις με τους Χαλκιδείς, πήρε μαζί του τον πρόξενό τους στα Φάρσαλα Στρόφακο (Θουκ. 4.78.1).

Οι διασυνδέσεις με το εξωτερικό, όπως εκφράζονται από την προξενία, αποτελούσαν ένα μέσο για την αύξηση της δημοτικότητας του πολιτικού και της επιρροής του στο εσωτερικό της χώρας του. Αυτό φανερώνει τη μεγάλη πολιτική σημασία του θεσμού, αλλά και εξηγεί για ποιο λόγο η προξενία δέχεται συχνά τις επιθέσεις αντίπαλων πολιτικών. Ο πολιτικός απευθυνόταν στο λαό επισημαίνοντας τις προσωπικές του σχέσεις με κράτη και με σημαντικούς ανθρώπους στο εξωτερικό, υπαινισσόμενος έτσι τις πιθανές ωφέλειες που θα μπορούσε ο ίδιος να φέρει στη χώρα του. Οι αντίπαλοί του, αντίθετα, προσπαθούσαν να μειώσουν τις θετικές εντυπώσεις που δημιουργούνταν μ’ αυτόν τον τρόπο[1] αναδεικνύοντας την πιθανώς ύποπτη φύση αυτών των διασυνδέσεων[2] και τονίζοντας ότι τα συμφέροντα του ξένου κράτους τίθενται σε ανώτερη μοίρα από τον πρόξενο σε σχέση με τα συμφέροντα της ίδιας του της πατρίδας.[3]
 
Πάντως η κατηγορία αυτή δεν ήταν και εντελώς άδικη. Υπήρξαν πολλά παραδείγματα προξένων που προτίμησαν τα συμφέροντα της ξένης πόλης σε βάρος των συμφερόντων της πατρίδας τους. Έτσι λ.χ. οι πρόξενοι της Αθήνας στη Μυτιλήνη ειδοποιούν την Αθήνα για επικείμενη εξέγερση το 428 π.Χ. (Θουκ. 3.2.3, Αριστοτ, Αθ. πολ. 5). Στη διάρκεια του 5ου αιώνα η κατηγορία ότι ένας πολιτικός, επηρεασμένος από τις σχέσεις τους με ξένους, πρόδωσε την πατρίδα του αποτελεί μια από τις βασικές αιτίες οστρακισμού μετά το 487. Είναι επίσης γνωστό ότι ο Πεισίστρατος χρησιμοποίησε τους ξένους φίλους του για να γίνει τύραννος στην Αθήνα, οι Αλκμεωνίδες έκαναν το ίδιο για να διώξουν τους Πεισιστρατίδες και οι αντίπαλοι του Κλεισθένη, για να εμποδίσουν τις μεταρρυθμίσεις του. Έτσι ο αθηναϊκός λαός ήταν καχύποπτος απέναντι στις διασυνδέσεις των πολιτικών με ξένους.

Το πώς το δημοκρατικό κράτος κατόρθωσε τον 5ο αιώνα να υπερκεράσει και να θέσει υπό έλεγχο τις αριστοκρατικές διεθνείς διασυνδέσεις φαίνεται στην αγωνία του Περικλή (Θουκ. 2.13.1, Πλούτ., Περ. 33.3) μήπως και ο φίλος του από ξενία Αρχίδαμος δεν καταστρέψει και τα δικά του χωράφια λεηλατώντας την Αττική.
 
Ο φόβος του ήταν μήπως οι Αθηναίοι υποψιαστούν ότι η φιλία του με τον Αρχίδαμο φανεί ανώτερη από τη σχέση του με την πόλη. Τέλος, πρέπει να σημειωθεί ότι η προξενία αποκάλυπτε πολλά για τις διασυνδέσεις ενός πολιτικού, την ιδεολογία και την εξωτερική πολιτική του. Έτσι ο Κίμων, απολογούμενος στο δικαστήριο για τις κατηγορίες που του απηύθυνε ο Περικλής μετά την πολιορκία της Θάσου, τονίζει ότι η προξενική του σχέση με τη Σπάρτη αποτελεί δείγμα και του ιδεολογικού και πολιτικού του προσανατολισμού σε αντίθεση με άλλους που είναι πρόξενοι των Ιώνων ή των Θεσσαλών, επειδή έχουν στο νου το κέρδος (Πλούτ.,Κίμ. 14.4). Ο υπαινιγμός του Κίμωνα μπορεί να στοχεύει αναδρομικά και στο Θεμιστοκλή, ο οποίος προωθούσε την ιδέα της συμμαχίας Αθηναίων και Ιώνων ήδη από τη δεκαετία 500-490, αλλά και ενάντια στους δημοκρατικούς που προωθούσαν εκείνη την εποχή την ιδέα της συμμαχίας με τη Θεσσαλία (Θουκ. 1.102.4).

Η σχέση του Κίμωνα και του κύκλου του [4] με τη Σπάρτη είναι γνωστή: έδωσε σε έναν από τους γιους του το όνομα Λακεδαιμόνιος (Πλούτ., Κίμ. 16.1-3)[5] και το πολιτικό του πρόγραμμα βασιζόταν στην κοινή ηγεμονία Αθήνας και Σπάρτης στην Ελλάδα (Πλούτ., Κίμ.16.8-10), ενώ οι Σπαρτιάτες προσπαθούσαν να ενισχύσουν ή να προωθήσουν την επιρροή του στην Αθήνα.
 
Το ίδιο ισχύει και για τις περιπτώσεις του Αλκιβιάδη και του Ξενοφώντα: οι συντηρητικές απόψεις τους για την εσωτερική πολιτική στην Αθήνα ταίριαζαν με την ιδιότητά τους ως προξένων της Σπάρτης. Από την άλλη μεριά οι ηγέτες των δημοκρατικών παρατάξεων στις πόλεις της αθηναϊκής συμμαχίας συχνά ήταν πρόξενοι των Αθηναίων στις πόλεις τους. Έτσι λ.χ. ο Αλκιβιάδης, αφού ανακατέλαβε τη Σηλυβρία, με ψήφισμα στην Αθήνα κατέστησε προξένους της πόλης του στη Σηλυβρία τους ηγέτες τις φιλοαθηναϊκής παράταξης.
 
Η απόδοση προξενίας σε Αθηναίους στρατηγούς ή κυβερνήτες εγκατεστημένους σε συμμαχικές πόλεις αποτελεί πράξη αποδοχής, αναμφίβολα κάτω από αθηναϊκή πίεση, της αθηναϊκής ηγεμονίας, ενώ ταυτόχρονα χρησίμευε ως αποδεικτικό στοιχείο για τον πολιτικό ενώπιον του ίδιου του αθηναϊκού λαού. Η δυναμική, λοιπόν, της προξενίας έγκειται κυρίως στη σημασία της ως διπλωματικής και πολιτικής πράξης που εκφράζει την επιρροή, την επέκταση και τις συμμαχίες στη διεθνή ελληνική πολιτική σκηνή.
 
Οι πρόξενοι ήταν κατά κανόνα εξέχοντες πολίτες στο κράτος τους. Ήταν γνωστοί πολιτικοί και έπαιζαν ενεργητικό ρόλο στα εσωτερικά πολιτικά πράγματα. Το γεγονός ότι ένας πολιτικός αναλαμβάνει από μόνος του μια προξενία αποτελεί απόδειξη της σημασίας του θεσμού. Βλ. λ.χ. την περίπτωση του Πειθία που αναφέρει ο Θουκυδίδης, 3.70.3-4: καὶ -ἦν γὰρ Πειθίας ἐθελοπρόξενός τε τῶν Ἀθηναίων καὶ τοῦ δήμου προειστήκει- ὑπάγουσιν αὐτὸν οὗτοι οἱ ἄνδρες ἐς δίκην͵ λέγοντες Ἀθηναίοις τὴν Κέρκυραν καταδουλοῦν.[6]
 
Ο όρος εθελοπρόξενος στο παραπάνω χωρίο μπορεί να είναι επίσημος, να ανταποκρίνεται δηλαδή σε κάποιο επίσημο κρατικό θεσμό, και να δηλώνει αντίθεση προς την κληρονομική προξενία.
----------------------------
[1] Έτσι ο Δημοσθένης (18.50-52) προσπαθεί να μειώσει τη σημασία της δήλωσης του Αισχίνη ότι συνδεόταν μέσω ξενίας με το Φίλιππο και τον Αλέξανδρο. Πβ. Αισχ. 3.66. Πβ. επίσης Λυσ. 6.48, Ανδοκ. 1.145, 2.11. Όταν το κράτος ήταν βασίλειο, ο ξένος του βασιλιά μπορούσε να γίνει και πρόξενος του κράτους. Βλ. Παυσ. 3.8.4.

[2] Βλ. λ.χ. Δείναρχ., Κ. Δημοσθ. 42-45, Υπερ., Κ. Δημοσθ. 25, Λυσ. 13.72, Δημοσθ. 20.132-133. Πβ. Πλούτ., Κίμ. 14.4

[3] Βλ. λ.χ. Αισχίν. 2.141, Δημοσθ. 18.82. Στο λόγο του Περί της των Ροδίων ελευθερίας (15.15) ο Δημοσθένης προσπαθεί να ενισχύσει την επιχειρηματολογία του, τονίζοντας το γεγονός ότι δεν είναι πρόξενος των Ροδίων. Πβ. επίσης Πλάτ. 642Β (για τον πρόξενο η πόλη, την οποία αντιπροσωπεύει, είναι σαν δεύτερη πατρίδα).

[4] Για τα φιλοσπαρτιατικά αισθήματα του γαμπρού του Καλλία βλ. Ξενοφών, Ελλ. 6.3.4. Πβ. 5.4.22 για τον Καλλία, τον εγγονό του πρώτου. Η προξενία σε τέτοιες περιπτώσεις ήταν πολλές φορές κληρονομική.

[5] Πβ. το όνομα Αθηνίων που είχε ο πρόξενος της Αθήνας στις Θεσπιές (IG i2 36) και το όνομα Λάκων που έφερε ο πρόξενος των Σπαρτιατών στις Πλαταιές (Θουκ. 3.52.5).

[6] Πβ. επίσης Αισχ. 3.42, 3.33 και τα σχόλια.

Πλούταρχος: Η ανάπαυση είναι το καρύκευμα της εργασίας

Πιέζοντας τα παιδιά τους να είναι όσο το δυνατόν γρηγορότερα πρώτα σε όλα, τα φορτώνουν με δυσβάσταχτες υποχρεώσεις και κουρασμένα από όλα αυτά γονατίζουν και κάτω και από άλλες αφόρητες πιέσεις δε δέχονται με ηρεμία τη μάθηση...

Γιατί, όπως ακριβώς τα φυτά με λογικό νερό ποτίζονται ενώ με υπερβολικό πνίγονται, με τον ίδιο τρόπο η ψυχή ανατρέφεται με ελεγχόμενους κόπους ενώ καταποντίζεται με τις αβάσταχτες υποχρεώσεις μόρφωσης.
 
Πρέπει, λοιπόν, να προσφέρουμε στα παιδιά διάλειμμα στις απανωτές προσπάθειες τους, λαμβάνοντας υπόψη ότι όλη η ζωή μας είναι μοιρασμένη σε ξεκούραση και εργασία.
 
Γι' αυτόν ακριβώς το λόγο επικράτησε η εγρήγορση και ο ύπνος, όχι μόνο ο πόλεμος αλλά και η ειρήνη, όχι μόνο ο χειμώνας αλλά και το καλοκαίρι, όχι μόνο μέρες κούρασης αλλά και γιορτές αργίας.

Γενικότερα, η ανάπαυση είναι το καρύκευμα της εργασίας.
 
Και θα μπορούσε να διαπιστώσει κανείς ότι αυτό γίνεται όχι μόνο στους ζώντες οργανισμούς αλλά και στα άψυχα. Γιατί, και τα δοξάρια και τις λύρες τις αφήνουμε, για να μπορούμε να τα τεντώσουμε. Και γενικά το σώμα διασώζεται με την εναλλαγή αδειάσματος -γεμίσματος (του στομαχιού) και η ψυχή με την χαλάρωση και την ένταση.

Πλούταρχος, Περί παίδων αγωγής, 9b-9c

Οι άξιοι άνθρωποι δεν επιδιώκουν την εξουσία

Σωκράτης: Γι' αυτόν λοιπόν, τον λόγο, είπα εγώ, οι άξιοι άνθρωποι δεν επιδιώκουν την εξουσία ούτε για τα χρήματα ούτε για τη δόξα· γιατί ούτε πληρωμένοι θέλουν να χαρακτηριστούν, εισπράττοντας φανερά μισθό για το αξίωμά τους, ούτε...

κλέφτες, αποκομίζοντας κρυφά κέρδος από αυτό. 

Ούτε πάλι για τη δόξα· γιατί δεν είναι φιλόδοξοι. Πρέπει λοιπόν να υπάρχει κάποιος αναγκασμός γι' αυτούς και κάποια τιμωρία προκειμένου να θελήσουν να ασκήσουν εξουσία – έτσι που σχεδόν να θεωρείται ντροπή να αναλάβει κανείς με τη θέλησή του κυβερνητικό αξίωμα προτού να εξαναγκαστεί να το πράξει – κι η πιο μεγάλη τιμωρία εδώ είναι να τον εξουσιάζει κάποιος χειρότερός του, αφού ο ίδιος δε θα έχει τη διάθεση να κυβερνά. 

Από φόβο γι' αυτήν ακριβώς την τιμωρία δέχονται κατά τη γνώμη μου να ασκήσουν εξουσία οι άξιοι άνθρωποι, όταν καμιά φορά συμβεί να πάρουν εξουσία στα χέρια τους, και αναλαμβάνουν τότε να κυβερνήσουν όχι με την ιδέα ότι τους περιμένει εκεί κάτι καλό ή ότι θα καλοπεράσουν αλλά σαν να προχωρούν σε κάτι που είναι ανάγκη να το πράξουν και που δεν έχουν κάποιους καλύτερούς τους ή έστω όμοιούς τους για να τους το αναθέσουν."

Πλάτων, Πολιτεία, Α, 347 b-d

Όλοι τους θα᾽χουνε για σε να λένε

O Θέογνις ο Μεγαρεύς ήταν Έλληνας ελεγειακός ποιητής των αρχαίων χρόνων από τα Μέγαρα της Αττικής. Γόνος αριστοκρατικής οικογένειας, με το όνομά του να σημαίνει «απόγονος θεών».Οι ελεγείες του Θέογνι συχνά είναι παραινέσεις και συμβουλές που απευθύνονται στον Κύρνο και εκφράζουν την παραδοσιακή αριστοκρατική ηθική.

Το περιεχόμενό τους είναι συχνά πολιτικό, υπάρχουν όμως επίσης στίχοι με ηθικολογικό, ερωτικό ή άλλο περιεχόμενο.

Στο απόσπασμα που ακολουθεί ο ποιητής διαβεβαιώνει τον Κύρνο, για τον οποίο πρέπει προηγουμένως να έχει γράψει ήδη ελεγείες, ότι χάρη στην ποίησή του του έχει εξασφαλίσει την αθανασία.

Κύρνε, σου χάρισα φτερά ανάλαφρα
να σε σηκώσουν πάνω από την απέραντη θάλασσα και ολάκερη
την οικουμένη.
Παντού σε όλα τα συμπόσια και τις γιορτές θα βρίσκεσαι και συ,
όλοι τους θα ᾽χουνε για σε να λένε.
Παίζοντας μικρούς γλυκόλαλους αυλούς
άντρες ερωτικοί θα τραγουδούν για σένα
ωραία και τρυφερά τραγούδια.
Κι όταν στα σπλάχνα
της μαύρης γης θα κατεβείς,
όταν θα φτάσεις στο πολυστέναχτο παλάτι του Άδη,
ούτε και τότε, αν και νεκρός, θα ξεχαστείς.
Όλοι θα σε θυμούνται,
αθάνατο θα ᾽ναι στους ανθρώπους το όνομά σου.
Κύρνε, στη γη της Ελλάδας θα τριγυρνάς και στα νησιά,
πάνω από την άκαρπη θάλασσα, όπου ζουν τα ψάρια,
θα περνοδιαβαίνεις.
Δεν θα ᾽σαι σε άλογα καβάλα,
τα λαμπρά δώρα των Μουσών, που έχουν
στεφάνια από μενεξέδες στα μαλλιά,
αυτά θα σε ταξιδεύουν.
Θα ᾽σαι στη συντροφιά όσων και τώρα και στους αιώνες που ᾽ρχονται
αγαπούνε το τραγούδι -ώσπου θα στέκει η γη και ο ήλιος θα φωτίζει.
Μα ούτε τόσο δα δεν με προσέχεις,
και σαν μικρό παιδί με υποσχέσεις ανεκπλήρωτες με ξεγελάς.

***
Σοὶ μὲν ἐγὼ πτέρ᾽ ἔδωκα, σὺν οἷς ἐπ᾽ ἀπείρονα πόντον
πωτήσῃ καὶ γῆν πᾶσαν ἀειρόμενος
ῥηϊδίως· θοίνῃς δὲ καὶ εἰλαπίνῃσι παρέσσῃ
ἐν πάσαις, πολλῶν κείμενος ἐν στόμασιν,
καί σε σὺν αὐλίσκοισι λιγυφθόγγοις νέοι ἄνδρες
εὐκόσμως ἐρατοὶ καλά τε καὶ λιγέα
ᾄσονται. καὶ ὅταν δνοφερῆς ὑπὸ κεύθεσι γαίης
βῇς πολυκωκύτους εἰς Ἀΐδαο δόμους,
οὐδέποτ᾽ οὐδὲ θανὼν ἀπολεῖς κλέος, ἀλλὰ μελήσεις
ἄφθιτον ἀνθρώποις αἰὲν ἔχων ὄνομα
Κύρνε, καθ᾽ Ἑλλάδα γῆν στρωφώμενος ἠδ᾽ ἀνὰ νήσους
ἰχθυόεντα περῶν πόντον ἐπ᾽ ἀτρύγετον,
οὐχ ἵππων νώτοισιν ἐφήμενος, ἀλλά σε πέμψει
ἀγλαὰ Μουσάων δῶρα ἰοστεφάνων·
πᾶσι δ᾽ ὅσοισι μέμηλε καὶ ἐσσομένοισιν ἀοιδὴ
ἔσσῃ ὁμῶς, ὄφρ᾽ ἂν γῆ τε καὶ ἠέλιος·
αὐτὰρ ἐγὼν ὀλίγης παρὰ σεῦ οὐ τυγχάνω αἰδοῦς,
ἀλλ᾽ ὥσπερ μικρὸν παῖδα λόγοις μ᾽ ἀπατᾷς.

Το Όνειρο του Αφυπνισμένου Ανθρώπου

Δεν Απομένει Κανείς για να Αφυπνιστεί

Η Πραγμάτωση Χωρίς Κάτοχο

Η Τελευταία Ταυτότητα: Ο Αφυπνισμένος ως Μορφή Σκέψης

Όταν η Μακαριότητα Γίνεται Βιογραφία

Η Εμπειρία Παρέρχεται, η Πραγμάτωση Παραμένει Χωρίς Κάτοχο

1 — Η Μορφή που Όλοι Γνωρίζουν

Σχεδόν όλοι κουβαλούν μια εικόνα του αφυπνισμένου ανθρώπου, ακόμα και όσοι δεν έχουν δώσει ποτέ ούτε μια στιγμή σκέψης στο θέμα. Η εικόνα σπάνια είναι λεπτομερής. Είναι πιο κοντά σε μια ατμόσφαιρα παρά σε πρόσωπο: μια ακινησία που τίποτα δεν ταράζει, μια διαύγεια που δεν έχει ανάγκη να αναζητά, ένα βλέμμα που αναπαύεται χωρίς να επιθυμεί. Αυτή η μορφή δεν βιάζεται. Δεν αμφιβάλλει. Έχει τελειώσει με τη μακρά υπόθεση του γίγνεσθαι και τώρα απλώς είναι αυτό που οι υπόλοιποι προσπαθούμε να γίνουμε.

Συναντάμε την εικόνα σε ιστορίες σοφών και αγίων, στη σιωπή ορισμένων φωτογραφιών, στον τρόπο που χαμηλώνει η φωνή όταν κάποιος μιλάει για έναν δάσκαλο που συνάντησε κάποτε. Ακόμα και άνθρωποι που δυσπιστούν απέναντι στην πνευματικότητα φαίνεται να γνωρίζουν ακριβώς τι εννοείται, όπως γνωρίζει κανείς το σχήμα μιας λέξης σε μια γλώσσα που δεν έχει ποτέ σπουδάσει. Και η μορφή είναι σχεδόν πάντα ένας άνθρωπος: κάποιος, κάπου, που έφτασε εκεί.

Ας αφήσουμε τώρα την εικόνα να σταθεί για μια στιγμή, ήρεμη και ολοκληρωμένη, και ας ρωτήσουμε πού πραγματικά κατοικεί. Δεν βρίσκεται στο δωμάτιο. Δεν βρίσκεται, αυστηρά μιλώντας, στον κόσμο. Κατοικεί εκεί όπου κατοικούν όλες οι εικόνες, πίσω από τα μάτια όποιου την φαντάζεται.

Η ταχύτητα με την οποία σχηματίζεται αξίζει να παρατηρηθεί. Μια διδασκαλία λέει ότι η αίσθηση του ξεχωριστού εαυτού είναι μια παρεξήγηση, και μέσα σε μια ανάσα ο νους έχει μεταφράσει αυτό σε κάτι που μπορεί να κρατήσει: έναν καλύτερο εαυτό, έναν καθαρισμένο, έναν εαυτό που επιτέλους έχει φτάσει. Αυτό δεν είναι το σφάλμα ενός ανόητου νου. Είναι η συνήθεια ενός νου που σκέφτεται με πρόσωπα. Η δικαιοσύνη αποκτά ένα επίδεσμο στα μάτια, η σοφία ένα ηλικιωμένο πρόσωπο, και η αφύπνιση μια στάση γαλήνιας βεβαιότητας. Το ιδανικό παίρνει σώμα για να μπορεί να θαυμαστεί και, πιο ήσυχα, για να μπορεί να προσεγγιστεί.

Έπειτα η εικόνα κάνει κάτι που ποτέ δεν της ζητήθηκε να κάνει. Δημιουργεί μια ιεραρχία. Αν υπάρχει ένας αφυπνισμένος, πρέπει να υπάρχουν και οι μη ακόμη αφυπνισμένοι, και το πρόσωπο που κρατά την εικόνα γνωρίζει πολύ καλά σε ποια πλευρά της γραμμής στέκεται. Η αφύπνιση γίνεται ιδιότητα, όπως η υπομονή ή η νοημοσύνη, μόνο υπέρτατη και κατεχόμενη από λίγους εκλεκτούς. Η σχέση του αναζητητή μαζί της είναι σχέση απόστασης και φιλοδοξίας.

Η γοητεία αυτής της εικόνας είναι πραγματική, και αυτό που υπόσχεται είναι αποκαλυπτικό. Υπόσχεται ασφάλεια: ιδού, επιτέλους, κάποιος που δεν φοβάται. Υπόσχεται ολοκλήρωση: ιδού το τέλος της έλλειψης που κινεί κάθε άλλη επιδίωξη. Πάνω απ’ όλα υπόσχεται το τέλος της αναζήτησης, που είναι αυτό που ο αναζητητής περισσότερο επιθυμεί και ίσως περισσότερο φοβάται να χάσει. Ένας άνθρωπος εξαντλημένος από τη δική του ανησυχία θα αγαπήσει φυσικά μια εικόνα ανάπαυσης.

Κι όμως κάτι παράξενο ακολουθεί αν η διδασκαλία παρθεί στα σοβαρά. Αν αυτό στο οποίο δείχνει βρίσκεται πέρα από τον ξεχωριστό εαυτό, τότε μια καλύτερη εκδοχή του ξεχωριστού εαυτού είναι ακριβώς αυτό που δεν μπορεί να είναι. Ο νους έχει πάρει μια δήλωση για τη διάλυση του χωρισμού και την έχει μετατρέψει σε έναν πιο εκλεπτυσμένο χωρισμό: μια διάσημη κατηγορία ύπαρξης, που στέκεται χωριστά από όλους τους άλλους. Ο χωρισμός δεν έχει ξεπεραστεί. Έχει μετακομίσει σε ανώτερο όροφο.

Από μέσα, η διαφορά ανάμεσα στο να ακούει κανείς μια διδασκαλία και στο να τη μετατρέπει σε αυτοπροσωπογραφία είναι σχεδόν αδύνατο να γίνει αισθητή. Και τα δύο νιώθουν σαν κατανόηση. Και τα δύο νιώθουν σαν πρόοδος. Το ένα είναι ένα κοίταγμα και το άλλο είναι μια ζωγραφιά.

Αυτό δεν καθιστά την εικόνα άχρηστη. Μια εικόνα μπορεί να δείξει, και το δείξιμο μπορεί να ξεκινήσει μια έρευνα που διαφορετικά δεν θα είχε ποτέ αρχίσει. Αλλά η ίδια εικόνα μπορεί να λειτουργήσει ως δείκτης ή ως προορισμός, και μπορεί να κινητοποιήσει την αναζήτηση ενώ ήσυχα χτίζει τη δομή που η αναζήτηση θα χρειαζόταν να αμφισβητήσει. Ο πόθος για αφύπνιση μπορεί να είναι η πιο εκλεπτυσμένη στρατηγική επιβίωσης του ξεχωριστού εαυτού, αφού είναι η μοναδική φιλοδοξία που μπορεί να παρουσιάσει τη συνέχισή της ως το τέλος της.

Εδώ είναι δυνατή μια απλή περισυλλογή. Ας αφήσουμε την εικόνα ενός αφυπνισμένου ανθρώπου να αναδυθεί και ας δούμε τι υπάρχει μέσα της: τη στάση, τη γαλήνη, τη βεβαιότητα, ίσως ένα φως. Έπειτα ας παρατηρήσουμε κάτι πιο εύκολο να παραβλεφθεί. Κάποιος κρατά την εικόνα. Κάποιος την κοιτάζει, μετρά την απόσταση μέχρι αυτήν, αναρωτιέται αν είναι πιο κοντά ή πιο μακριά από χθες. Το πορτρέτο δεν είναι το μόνο πράγμα που είναι παρόν. Υπάρχει επίσης εκείνος που στέκεται μπροστά του.

2 — Όταν η Εμπειρία Γίνεται Απόδειξη

Ορισμένες εμπειρίες αξίζει να παίρνονται στα σοβαρά. Ένα ξαφνικό άνοιγμα φωτός πίσω από κλειστά μάτια. Μια μακαριότητα που φαίνεται να μην χρειάζεται αιτία. Ένα μαλάκωμα των ορίων του σώματος, μια ενότητα στην οποία το συνηθισμένο χάσμα ανάμεσα στον παρατηρητή και τον κόσμο δεν μπορεί να βρεθεί, μια σιωπή τόσο πλήρης που η σκέψη φαίνεται να έχει σταματήσει από μόνη της. Ή απλώς μια διαύγεια στην οποία τα πάντα είναι καθαρά και τίποτα δεν χρειάζεται ερμηνεία. Οι άνθρωποι που αναφέρουν τέτοια πράγματα σπάνια ψεύδονται, και οι αναφορές είναι συχνά συγκινητικές στην απλότητά τους. Τίποτα εδώ δεν χρειάζεται να απορριφθεί.

Η δυσκολία βρίσκεται σε αυτό που συμβαίνει μια στιγμή αργότερα.

Σκεφτείτε το διάστημα, τόσο σύντομο που είναι σχεδόν αόρατο, ανάμεσα στο τέλος της εμπειρίας και στην αρχή της ιστορίας γι’ αυτήν. Ενώ συμβαίνει μπορεί να μην υπάρχει καθόλου σχολιασμός. Έπειτα υποχωρεί, και σχεδόν αμέσως εμφανίζεται μια φωνή: αυτό ήταν κάτι. Αυτό ήταν πραγματικό. Δεν το είχα νιώσει ποτέ πριν. Είναι μια συνηθισμένη φωνή, και δύσκολο να αντισταθεί κανείς, γιατί φαίνεται μόνο να αναφέρει. Αλλά κοιτάξτε τι προϋποθέτει η αναφορά. Προϋποθέτει κάποιον που ήταν εκεί, που τώρα έχει επιστρέψει, και που κουβαλά την εμπειρία σπίτι όπως ένας ταξιδιώτης κουβαλά ένα σουβενίρ.

«Βίωσα φώτιση» δεν είναι περιγραφή ενός γεγονότος. Είναι ισχυρισμός για ένα πρόσωπο. Λέει ότι υπάρχει ένας ιδιοκτήτης, και ότι ο ιδιοκτήτης τώρα κατέχει ένα διαπιστευτήριο. Η εμπειρία, όσο γνήσια κι αν είναι, έχει πάρει μια νέα δουλειά: να επιβεβαιώνει την ταυτότητα εκείνου που την είχε. Αυτό που ήταν γεγονός έχει γίνει απόδειξη.

Η μνήμη καθιστά αυτό δυνατό. Μια εμπειρία είναι από τη φύση της περαστική και δεν μπορεί να κρατηθεί. Μια ανάμνησή της μπορεί να κρατηθεί, και η ανάμνηση εύκολα συγχέεται με το ίδιο το πράγμα. Μόλις βρεθεί στο χέρι, μπορεί να ξαναεπισκεφθεί, να συγκριθεί, να γυαλιστεί και να επιδειχθεί σε ένα εσωτερικό ακροατήριο. Μπορεί να μετρηθεί σε σχέση με άλλες εμπειρίες, βαθύτερες ή πιο ρηχές, μεγαλύτερες ή πιο σύντομες. Η μέτρηση είναι η αρχή της ιεραρχίας, και η ιεραρχία τρέφει την όρεξη του πνευματικού εγώ για επιβεβαίωση. Ο εαυτός που απουσίαζε για λίγο από την εμπειρία επιστρέφει ως βιογράφος της.

Κάτω από όλα αυτά υπάρχει μια ερώτηση που αξίζει να μείνει ανοιχτή. Μήπως μια εμπειρία ανήκει ποτέ σε κάποιον όσο συμβαίνει; Ή μήπως η ιδιοκτησία προστίθεται εκ των υστέρων, μια σφραγίδα που εφαρμόζεται μόλις τελειώσει το γεγονός; Όταν υπάρχει μόνο το φως, ή μόνο η σιωπή, υπάρχει κανείς στον οποίο να ανήκει; Η ερώτηση δεν μπορεί να λυθεί με θεωρία. Μπορεί μόνο να κοιταχτεί.

Υπάρχει ένας κίνδυνος σε αυτή τη γραμμή σκέψης. Το να δυσπιστεί κανείς στην οικειοποίηση της εμπειρίας δεν σημαίνει ότι δυσπιστεί στην εμπειρία. Μια διδασκαλία που θα γεννούσε περιφρόνηση για τις έκτακτες καταστάσεις θα είχε απλώς εφεύρει μια άλλη πνευματική υπερηφάνεια, την υπερηφάνεια εκείνου που βρίσκεται πάνω από τέτοια πράγματα. Οι εμπειρίες δεν είναι ούτε άχρηστες ούτε αποφασιστικές. Συμβαίνουν, και κάτι μπορεί να φανεί μέσα τους, αλλά αυτό που φαίνεται δεν είναι πιστοποιητικό.

Η συνηθισμένη εκδοχή είναι διαθέσιμη σε οποιονδήποτε. Μετά από κάτι συγκινητικό, ένα κομμάτι μουσικής, μια έκταση ησυχίας το βράδυ, μια ξαφνική και απροσδόκητη ομορφιά, παρακολουθήστε τι ακολουθεί. Παρακολουθήστε πόσο γρήγορα συναρμολογείται το «εγώ το είχα αυτό» ή «αυτό ήταν δικό μου», και πώς η φρεσκάδα κρυώνει σε κατοχή. Δεν υπάρχει ανάγκη να το κρίνετε. Η ταχύτητά του είναι το μάθημα.

3 — Ποιος Θα Μπορούσε να Κατέχει Αυτό που Δεν Έχει Ιδιοκτήτη;

Εδώ η έρευνα φτάνει στο κέντρο της, και η αντίφαση μπορεί να διατυπωθεί καθαρά.

Ένας ισχυρισμός λέει ότι η αφύπνιση είναι κάτι που ένας άνθρωπος αποκτά. Ένας άλλος λέει ότι η αφύπνιση είναι η διαπέραση του ξεχωριστού εαυτού. Και οι δύο επαναλαμβάνονται με αυτοπεποίθηση, συχνά από τον ίδιο ομιλητή στην ίδια ανάσα. Περιγράφουν αντίθετες κινήσεις. Ο ένας προσθέτει έναν ιδιοκτήτη στην κατάσταση. Ο άλλος αφαιρεί τον ιδιοκτήτη από αυτήν.

Η κατοχή κάνει το πρόβλημα ορατό. Για να κατέχει κανείς οτιδήποτε απαιτείται ένας κάτοχος, ένα κατεχόμενο πράγμα και ένα χάσμα κατά μήκος του οποίου συμβαίνει το κράτημα. Ένα χέρι κρατά ένα φλιτζάνι επειδή χέρι και φλιτζάνι δεν είναι το ίδιο. Αφαιρέστε το χάσμα και δεν υπάρχει κράτημα, μόνο μια αδιαίρετη κατάσταση. Αν η αίσθηση ενός ξεχωριστού κάποιου διαπεραστεί, τότε εκείνος στον οποίο υποτίθεται ότι ανήκε η αφύπνιση δεν είναι εκεί για να την δεχτεί.

Αυτό αφήνει τη φράση «αφυπνισμένος άνθρωπος» σε μια άβολη θέση. Μπορεί να είναι μια βολική ετικέτα, μια συμβατική χειρονομία προς κάποιον του οποίου η ζωή δεν δείχνει πλέον ένα ορισμένο είδος αρπαγής, οπότε τίποτα δεν στέκεται πίσω της. Ή μπορεί να είναι ένας σοβαρός ισχυρισμός για ένα άτομο που κατέχει μια κατάσταση, οπότε αντιφάσκει με αυτό που ισχυρίζεται ότι περιγράφει. Ο πειρασμός είναι να περάσει κανείς βιαστικά πάνω από την ενόχληση με έναν συμβιβασμό: έναν καθαρισμένο εαυτό, έναν μεταμορφωμένο εαυτό, έναν εαυτό που είναι κατά κάποιον τρόπο και παρών και απών. Ο συμβιβασμός ακούγεται λογικός και δεν εξηγεί τίποτα.

Έχει σημασία τι αμφισβητείται και τι όχι. Έκτακτες καταστάσεις συμβαίνουν· αυτό δεν αμφισβητείται. Το ερώτημα είναι αν εγκαθιδρύουν έναν μόνιμο ιδιοκτήτη. Σκεφτείτε τι θα έπρεπε να είναι ένας τέτοιος ιδιοκτήτης. Για να είναι μόνιμος θα έπρεπε να παραμένει αμετάβλητος μέσα από κάθε κατάσταση. Αλλά το φως, η μακαριότητα και η σιωπή έρχονται και φεύγουν. Τι μένει μέσα από αυτές, διαθέσιμο να κρατήσει την ιδιότητα μετά; Όταν προσπαθούμε να το ονομάσουμε, φαίνεται να βρίσκουμε μόνο άλλη μια σκέψη, άλλη μια εικόνα, άλλη μια ανάμνηση.

Ούτε ένας καλύτερος υποψήφιος το λύνει. Αν ο ιδιοκτήτης είναι το σώμα, το σώμα αλλάζει. Αν είναι ο νους, ο νους αλλάζει πιο γρήγορα. Αν είναι εκείνος που παρατηρεί τον νου, έχουμε απλώς κάνει ένα βήμα πίσω και έχουμε δώσει στην ίδια ερώτηση νέα διεύθυνση. Κάθε υποψήφιος, εξεταζόμενος, αποδεικνύεται ένα ακόμη πράγμα που εμφανίζεται. Η απαίτηση για ιδιοκτήτη μπορεί να μην είναι ένα κενό που περιμένει το σωστό κομμάτι. Η ίδια η απαίτηση μπορεί να είναι η δυσκολία.

Η γλώσσα εργάζεται εναντίον μας εδώ. Λέμε «συνειδητοποίησα», «είναι αφυπνισμένη», «το έχει δει», και κάθε πρόταση προϋποθέτει ένα υποκείμενο που κρατά το πράγμα. Αυτό το κείμενο δεν αποτελεί εξαίρεση. Πρέπει να χρησιμοποιεί τη συνηθισμένη γραμματική των εαυτών για να μιλήσει καθόλου, ενώ δείχνει προς κάτι που η γραμματική δεν μπορεί ακριβώς να κρατήσει. Ο αναγνώστης καλείται να διαβάζει γύρω από τις προτάσεις, όπως διαβάζει κανείς γύρω από τις άκρες ενός χάρτη.

Έτσι η ερώτηση μπορεί να στραφεί προς τα μέσα, εκεί όπου ανήκει. Πάρτε οποιαδήποτε εμπειρία όπως είναι. Τώρα κοιτάξτε απευθείας για τον ιδιοκτήτη της. Όχι για τη σκέψη «αυτό είναι δικό μου», που είναι εύκολο να βρεθεί, αλλά για εκείνον στον οποίο αναφέρεται η σκέψη. Τι βρίσκεται πραγματικά όταν κοιτάζει κανείς;

Αν δεν βρεθεί τίποτα σταθερό, αυτό δεν χρειάζεται να είναι ήττα. Η αντίφαση που φαινόταν εμπόδιο μπορεί να είναι μια πόρτα, και η μόνη δυσκολία είναι ότι οι πόρτες δεν μοιάζουν με προορισμούς. Μοιάζουν με το μέρος όπου έχει σταματήσει το μονοπάτι.

4 — Τι Περνά και Τι Βλέπεται

Αν κανένας ιδιοκτήτης δεν μπορεί να εγκαθιδρυθεί, χρειάζεται κάποια διάκριση ανάμεσα σε αυτό που πραγματικά συμβαίνει και σε αυτό που ισχυρίζεται ψευδώς. Είναι η διάκριση ανάμεσα σε εμπειρία και συνειδητοποίηση, και πρέπει να τραβηχτεί με προσοχή, γιατί εύκολα μετατρέπεται σε νέα φιλοδοξία.

Μια εμπειρία εμφανίζεται. Έχει αρχή, μέση και τέλος, και διαμορφώνεται από συνθήκες: από τον ύπνο, από τη διάθεση, από την ησυχία ενός πρωινού ή τον θόρυβο μιας εβδομάδας. Όσο βαθιά κι αν είναι, παίρνει τη θέση της ανάμεσα σε πράγματα που αναδύονται και περνούν. Αυτό δεν είναι κριτική. Είναι αυτό που είναι η εμπειρία. Μια κατάσταση φωτεινής διαύγειας είναι εξίσου επισκέπτης όσο και μια κατάσταση κόπωσης. Και οι δύο έρχονται και φεύγουν, και καμία δεν μπορεί να είναι το έδαφος για μια ταυτότητα, γιατί ένα θεμέλιο που αναχωρεί δεν είναι θεμέλιο.

Η συνειδητοποίηση, όπως δείχνεται εδώ, δεν είναι άλλο ένα στοιχείο σε εκείνη την ακολουθία. Δεν είναι μια ανώτερη εμπειρία που τελικά ξεπερνά τις υπόλοιπες. Αν ήταν, ολόκληρη η δομή θα παρέμενε ανέπαφη: ένας αναζητητής που κινείται μέσα από καταστάσεις προς μια καλύτερη, και ένας εαυτός που περιμένει στο τέλος του δρόμου. Το να ονομάσει κανείς τον τρόπο άνοδο σημαίνει να πει ότι δεν υπάρχει δρόμος με αυτή την έννοια, καμία διαδρομή που οδηγεί εκεί, κανένα στάδιο για μέτρηση, και κανένας που ταξιδεύει.

Αυτό είναι δύσκολο να ειπωθεί χωρίς να το βλάψει. Τη στιγμή που λέγεται ότι η συνειδητοποίηση δεν είναι εμπειρία, το λεγόμενο γίνεται ιδέα για να κρατηθεί. Ο νους παίρνει το «καμία εμπειρία» και το μετατρέπει στην πιο νέα εμπειρία για να επιδιωχθεί: μια ειδική κενότητα, ένα προηγμένο είδος τίποτα. Η παγίδα είναι λεπτή γιατί μοιάζει με ταπεινότητα. Είναι μία ακόμη απόκτηση με απλά ρούχα.

Ίσως λοιπόν είναι καλύτερα να πούμε τι δεν είναι η συνειδητοποίηση, και να αφήσουμε αυτό που μένει να μείνει ανώνυμο. Δεν είναι προσθήκη στη σειρά των καταστάσεων. Είναι πιο κοντά σε μια ερώτηση, σε μια διαπέραση της ώθησης που απαιτεί κάθε γεγονός να είναι για κάποιον. Αυτό που εξετάζεται δεν είναι η εμπειρία αλλά η επιμονή ότι κάποιος πρέπει να την αποκτήσει. Αυτή η επιμονή δεν μπορεί να αποκτηθεί μακριά, γιατί η ιδέα της απόκτησης εξαρτάται από την ίδια τη δομή που τίθεται υπό ερώτηση. Δεν μπορεί κανείς να κερδίσει τον δρόμο του έξω από τη συνήθεια του κερδίσματος.

Παραμένει ένα παράδοξο, και πρέπει να αφεθεί να σταθεί. Η αναγνώριση δεν μπορεί να κατέχεται, κι όμως κάτι αναγνωρίζεται. Δεν ανήκει στον χρόνο, κι όμως μιλιέται μέσα στον χρόνο. Δεν είναι κατάσταση, κι όμως οι άνθρωποι την περιγράφουν σαν να έκανε διαφορά. Το να το λύσει κανείς πολύ καθαρά θα κατασκεύαζε ακριβώς αυτό που η έρευνα προσπαθεί να δει γύρω του.

Ωστόσο, κάτι μπορεί απλώς να παρατηρηθεί, και η παρατήρηση δεν είναι τεχνική. Παρακολουθήστε τον καιρό της εσωτερικής ζωής: η διάθεση που ανεβαίνει, η διαύγεια που έρχεται και φεύγει, η ησυχία που δίνει τη θέση της στην ανησυχία και πίσω ξανά. Όλα αυτά βλέπονται. Έπειτα κοιτάξτε ό,τι βλέπει, και παρατηρήστε αν φαίνεται να γίνεται πιο ήρεμο από την ησυχία ή πιο σκοτεινό από την ανησυχία. Μπορεί να μην γίνεται. Αυτό δεν χρειάζεται να γίνει πρακτική ή τόπος για να σταθεί κανείς. Είναι μια παρατήρηση, και οι παρατηρήσεις μπορούν να αφεθούν χωρίς απώλεια.

5 — Όταν η Εικόνα Δεν Χρειάζεται Πια

Η εικόνα του αφυπνισμένου ανθρώπου έχει συντηρηθεί από κάτι, και δεν είναι γεγονός. Κανένας τέτοιος άνθρωπος δεν έχει εντοπιστεί, κανένας ιδιοκτήτης δεν έχει βρεθεί, καμία μόνιμη ιδιότητα δεν έχει εγκαθιδρυθεί. Αυτό που συντηρεί την εικόνα είναι η ανάγκη: η ανάγκη να φτάσει κανείς, να είναι διακριτός, να έχει τελειώσει. Η εικόνα διαρκεί όσο διαρκεί η επιθυμία που την κρατά.

Γι’ αυτό το να πολεμά κανείς την εικόνα δεν λειτουργεί. Το να την επιτεθεί, να την συντρίψει, να διακηρύξει ότι βρίσκεται πέρα από τέτοιες εικόνες, είναι μόνο να εγκαταστήσει μια νέα: την εικόνα του ανθρώπου που δεν έχει εικόνες. Η εικόνα τρέφεται εξίσου από αφοσίωση και από εξέγερση, γιατί και οι δύο την αντιμετωπίζουν ως πραγματική. Αυτό που την χαλαρώνει είναι πιο ήσυχο. Είναι η απλή θέαση ότι δεν απαιτείται.

Το να αφήσει κανείς μια εικόνα και το να δει ότι δεν χρειάζεται ακούγονται όμοια, αλλά διαφέρουν. Το άφημα είναι μια πράξη, που εκτελείται από κάποιον, που γίνεται καλά ή άσχημα, που τελειώνει ή μένει μισοτελειωμένη. Το να δει ότι η εικόνα δεν χρειάζεται δεν είναι πράξη. Συμβαίνει όπως συμβαίνει μια αναγνώριση, και μετά δεν υπάρχει κανείς που την έκανε. Η εικόνα δεν φεύγει θριαμβευτικά. Παύει να κρατιέται, όπως μια στάση χαλαρώνει όταν παρατηρεί κανείς ότι δεν ήταν ποτέ απαραίτητη.

Καθώς αυτό συμβαίνει, η πολικότητα που εξαρτιόταν από την εικόνα αρχίζει να χάνει τη δύναμή της. Το συνηθισμένο και το έκτακτο σήμαιναν κάτι μόνο το ένα ενάντια στο άλλο. Κάποιος μπορούσε να είναι έκτακτος μόνο αν άλλοι ήταν συνηθισμένοι, και συνηθισμένος μόνο στη σκιά της λάμψης κάποιου. Όταν η ανάγκη να είναι κανείς ξεχωριστός φεύγει, φεύγει μαζί της και η ανάγκη να είναι ασυνήθιστος. Η σύγκριση, η μέτρηση και η ιεραρχία, που δομούσαν ολόκληρη την πνευματική αναζήτηση, δεν έχουν πια τίποτα να μετρήσουν. Η σκάλα εξακολουθεί να περιγράφεται στα βιβλία, αλλά κανείς δεν την ανεβαίνει.

Αυτό που μένει είναι δύσκολο να μιληθεί γιατί είναι ανεπίσημο. Δεν είναι νέα κατάσταση, και δεν είναι απώλεια. Θα μπορούσε να ονομαστεί μια απλούστερη απουσία: η απουσία της απαίτησης ότι η ζωή πρέπει να δικαιολογείται από έναν προορισμό. Η συνηθισμένη ζωή συνεχίζεται όπως πριν. Υπάρχουν ακόμα πρωινά και δουλειές, καιρός και κόπωση, η περιστασιακή ομορφιά που φτάνει χωρίς προειδοποίηση. Αυτό που έχει πέσει μακριά είναι το σχέδιο, ο ήσυχος υπόβαθρος σχολιασμός που επιμένει ότι κάθε στιγμή πρέπει να χτίζει προς το γίγνεσθαι κάποιου.

Ενέχει κίνδυνο ακόμα και το να ειπωθούν αυτά. Το να περιγράψει το τέλος της εικόνας είναι να προσκαλέσει μια νέα: τον άνθρωπο που ζει χωρίς εικόνες, γαλήνιο και ξεβαρυμένο, μια πιο εκλεπτυσμένη μορφή από πριν. Η έρευνα δεν πρέπει να τελειώσει ζωγραφίζοντας αυτό το πορτρέτο. Είναι καλύτερα να πει λιγότερα, και να μείνει λίγο αβέβαιη αν έχει ειπωθεί καθόλου κάτι.

Αυτό στο οποίο δείχνεται είναι μια ελευθερία που δεν ανήκει σε κανέναν. Μια ελευθερία που κάποιος κατείχε θα ήταν κατοχή, και μια κατοχή μπορεί να χαθεί, να καυχηθεί ή να υπερασπιστεί. Αυτό είναι πιο κοντά στην αφαίρεση ενός βάρους που δεν ήταν ποτέ πραγματικά εκεί, τόσο απλό που δεν μπορεί να γίνει ταυτότητα, και τόσο συνηθισμένο που δεν προσφέρει τίποτα για επίδειξη.

Η αρχική εικόνα μπορεί τώρα να επιστρέψει. Η γαλήνια μορφή, η διαύγεια, η οριστικότητα είναι όλες ακόμα εκεί για όποιον επιλέγει να τις φανταστεί. Αλλά η μορφή βλέπεται διαφορετικά, ως εικόνα ζωγραφισμένη από ένα χέρι που ήθελε κάτι, και το χέρι μπορεί να μην απλώνεται πια.

Έτσι η πρώτη ερώτηση, αν κάποιος μπορεί να γίνει αφυπνισμένος, μπορεί να έχει αλλάξει σε άλλη. Όταν η εικόνα του αφυπνισμένου ανθρώπου δεν κρατιέται, τι υπάρχει εδώ; Χρειάζεται να προστεθεί κάτι; Και τι είναι παρόν όταν κανείς δεν χρειάζεται να έχει φτάσει;

Πέρα από την Κοινή Αντίληψη

Για το να βλέπεις πριν αρχίσει η ονομασία

Ι. Το Ταξινομητικό Μυαλό

Πριν ακόμα αρχίσει σωστά το πρωί, το μυαλό είναι ήδη στη δουλειά. Ένα σχήμα στο παράθυρο γίνεται δέντρο. Μια βαριά αίσθηση στο στήθος γίνεται λύπη. Το γκρίζο φως στον τοίχο γίνεται Τρίτη. Τίποτα από όλα αυτά δεν μοιάζει με πράξη. Μοιάζει με το να βλέπεις. Ζούμε μέσα σε ένα τεράστιο σύστημα αρχειοθέτησης και παίρνουμε την αρχειοθέτηση για τον κόσμο.

Το σύστημα είναι χρήσιμο, και κανείς δεν θα ήθελε να το αποβάλει. Ωστόσο, κάτι χάνεται κάθε φορά που ένα ζωντανό πράγμα ονομάζεται και μπαίνει στο συρτάρι του. Το δέντρο, που ποτέ δεν ήταν ακριβώς το ίδιο από τη μια ανάσα στην άλλη, γίνεται ένα δέντρο, δηλαδή ένα πράγμα ήδη γνωστό. Το γνέφουμε και προχωράμε. Η δροσιά στα φύλλα του μένει αθέατη, γιατί και η δροσιά είναι μια κατηγορία.

Παρατήρησε ένα παιδί να κοιτάζει μια λακκούβα και θα δεις το σύστημα που δεν έχει ακόμη εγκατασταθεί. Υπάρχει μόνο η λάμψη, ο κυματισμός, το κρύο, και κανείς να πει σε τι χρησιμεύει.

Αφορισμός
Το να ονομάζεις είναι το να σταματάς να κοιτάζεις. Ο κόσμος περιμένει, υπομονετικός, πίσω από τις ετικέτες του.

ΙΙ. Όταν οι Ετικέτες Πέφτουν

Πού και πού το σύστημα αρχειοθέτησης αποτυγχάνει. Μια φράση μουσικής φτάνει σε μια ορισμένη νότα, και για λίγα δευτερόλεπτα δεν υπάρχει κανείς που να ακούει, μόνο το άκουσμα. Ή η ομίχλη σηκώνεται από μια κοιλάδα και τα χρώματα από κάτω φτάνουν όλα μαζί, πριν προλάβει κανείς να τα ονομάσει οτιδήποτε. Και η θλίψη μπορεί να το κάνει, ξεκολλώντας τις ετικέτες με χέρι που δεν είναι απαλό. Η σιωπή το κάνει χωρίς καμία σκληρότητα.

Αυτό που μένει είναι δύσκολο να αναφερθεί. Η εμπειρία συναντιέται πιο άμεσα, σαν να έχει αφαιρεθεί ένα τζάμι που κανείς δεν ήξερε ότι υπήρχε. Το φως είναι απλώς φως, ζεστό στο πρόσωπο. Η παρούσα στιγμή, που τόσο συχνά είναι μόνο μια φράση, μετατρέπεται σε έναν τόπο όπου στέκεσαι.

Δεν διαρκεί, και δεν αφήνει πίσω της κανένα επιχείρημα. Επιστρέφεις στο βραστήρα, στα εισερχόμενα, στο όνομα της ημέρας. Αυτό που μένει είναι η ανάμνηση του να έχεις υπάρξει για λίγο χωρίς φίλτρα, και του ουρανού που ήταν μεγαλύτερος από την περιγραφή του.

Το παράξενο είναι πόσο λίγα συμβαίνουν. Καμία φωνή, καμία όραση, κανένα γεγονός που θα μπορούσε να ειπωθεί στο δείπνο. Μόνο μια ξαφνική απουσία απόστασης ανάμεσα σε αυτόν που βλέπει και στο πράγμα που βλέπεται, και μια ησυχία που δεν έχει καμία σχέση με την ένταση του δωματίου.

Αφορισμός
Κάτω από το όνομα, το ίδιο το πράγμα εξακολουθεί να φτάνει.

ΙΙΙ. Αυτό που Δεν Μπορεί να Εξαναγκαστεί

Όσοι ακούνε γι’ αυτό πειράζονται να το κυνηγήσουν. Κάθονται και προσπαθούν να φιμώσουν το μυαλό, και το μυαλό, όντας αυτό που είναι, απαντά με περισσότερο θόρυβο. Η προσπάθεια είναι ένα είδος θορύβου. Το να διατάζεις τη σκέψη να σταματήσει είναι ήδη το να σκέφτεσαι το σταμάτημα.

Τα ανοίγματα φαίνεται να έρχονται από άλλη πόρτα. Φτάνουν μέσα στην πλήρη προσοχή, όταν κάτι μας έχει ήδη καταλάβει πριν προλάβουμε να το ζητήσουμε: η απορρόφηση ενός μεγάλου κομματιού μουσικής, μια ομορφιά που κανείς δεν περίμενε, μια απώλεια, μια βαθιά ησυχία. Η προσοχή που δίνεται ελεύθερα, χωρίς κανένα στόχο μέσα της, κάνει αυτό που η θέληση δεν μπορεί. Ένα πουλί ξυπνά πριν την ανατολή και απλώς ακούς. Η ανάσα μπαίνει και βγαίνει χωρίς διαχείριση. Η ευγνωμοσύνη, αν έρθει, έρχεται μετά.

Ίσως γι’ αυτό οι στιγμές αυτές δεν μπορούν να προγραμματιστούν. Ανήκουν στην ησυχία μετά τη χορωδία της αυγής, στο μακρύ λεπτό στο παράθυρο όταν τίποτα δεν ζητιέται από το φως.

Έτσι η παλιά οδηγία, αν υπάρχει κάποια, είναι να είσαι εκεί που ήδη βρίσκεσαι, με τις αισθήσεις ανοιχτές και το χέρι που αρπάζει χαλαρωμένο. Η ομίχλη σηκώνεται όταν σηκώνεται.

Αφορισμός
Αυτό που αρπάζεται γλιστράει μακριά. Αυτό στο οποίο δίνεις προσοχή μένει κοντά.

ΙV. Η Κουζίνα, η Μετακίνηση

Υπάρχει μια επίμονη ιδέα ότι το μυστικό ζει αλλού, σε σπηλιές βουνών ή σε άλλους κόσμους, σε ασφαλή απόσταση από τα πιάτα. Δεν είναι έτσι. Μια κουζίνα στις έξι το πρωί, ατμός να ανεβαίνει από ένα φλιτζάνι, ο πρώτος ήλιος να απλώνεται πάνω στο τραπέζι: ένας άνθρωπος μπορεί να είναι πιο ξύπνιος εκεί παρά σε οποιονδήποτε καθεδρικό. Το ίδιο ισχύει για τη μετακίνηση, και για τη συνομιλία που ξεφεύγει από το σενάριό της και γίνεται, για ένα λεπτό, αληθινή.

Οι περιστάσεις σχεδόν δεν μετράνε. Ο δρόμος είναι ο ίδιος δρόμος. Αυτό που έχει αλλάξει είναι η ποιότητα του βλέμματος, ή ίσως κανείς πια δεν βλέπει ακριβώς και ο δρόμος είναι απλώς εκεί, ήσυχος κάτω από τον θόρυβό του.

Κάποιος που πλένει ένα φλιτζάνι αισθάνεται τη ζεστασιά του νερού, το βάρος της πορσελάνης, τον μικρό ήχο που κάνει στον νεροχύτη. Τίποτα δεν συμβαίνει. Τα πάντα είναι εκεί.

Γι’ αυτό η παρεξήγηση κάνει τόσο πολύ κακό. Στέλνει τους ανθρώπους να ψάχνουν μακριά γι’ αυτό που στεκόταν πίσω τους στην κουζίνα, σιγοτραγουδώντας, περιμένοντας το τοστ.

Αφορισμός
Το συνηθισμένο ποτέ δεν ήταν εμπόδιο. Μόνο η συνήθεια να μην το βλέπεις.

V. Μία Μετατόπιση, Πολλά Πρόσωπα

Οι σελίδες που ακολουθούν θα γυρίσουν αυτή τη μοναδική αλλαγή στην αντίληψη όπως γυρίζει κανείς μια πέτρα στο χέρι, για να βρει τις διάφορες όψεις της. Μια ενότητα με την ύπαρξη. Η αισθητή παρουσία του Θείου. Η διάλυση του χωρισμού. Μια ελευθερία χωρίς τοίχους μέσα της. Μια γνώση που φτάνει χωρίς συλλογισμό.

Μπορεί να ακούγονται σαν πέντε ξεχωριστά ζητήματα. Πιθανότατα είναι ένα, ιδωμένο από πέντε παράθυρα του ίδιου σπιτιού ενώ ανατέλλει ο ήλιος: η αντίληψη που δεν φιλτράρεται πια μέσα από όλα όσα μια ζωή έχει μάθει να περιμένει.

Το καθένα θα έχει το δικό του κεφάλαιο και τον δικό του καιρό. Ωστόσο κανένα από αυτά δεν ζητά μια διαφορετική ζωή. Ζητούν έναν διαφορετικό τρόπο να φτάνεις σε αυτήν εδώ.

Σκέψου την αυγή που φτάνει σε ένα σπίτι. Το φως δεν μπαίνει από ένα μόνο παράθυρο, και δεν μειώνεται επειδή μπαίνει από πολλά. Κάθε δωμάτιο δέχεται το ίδιο πρωί, και το καθένα το περιγράφει διαφορετικά.

Αφορισμός
Ένα φως, πολλά παράθυρα. Άνοιξε το παντζούρι και τα δωμάτια γεμίζουν.

Η Κατάρρευση του Εσωτερικού Κινηματογράφου

Όταν ο Προβολέας Σταματά να Λειτουργεί

Ι. Το Δωμάτιο Πίσω από τα Μάτια

Κάθισε ακίνητος για δέκα λεπτά και ρώτησε πού βρίσκεσαι. Πιθανότατα όχι εδώ. Η τσαγιέρα είναι στη φωτιά, κι όμως εσύ στέκεσαι σε μια κουζίνα πριν από είκοσι χρόνια, ή μέσα σε μια συζήτηση που δεν έχει γίνει ακόμη. Ένα πρόσωπο αναδύεται. Μια φράση επαναλαμβάνεται. Μια παραλία εμφανίζεται και χάνεται.

Κάτω από τους ήχους του δρόμου τρέχει ένας πιο ήσυχος ήχος, και οι περισσότεροι από εμάς τον παίρνουμε για τον εαυτό μας. Η επιστήμη ονομάζει το μηχανισμό του δίκτυο προεπιλεγμένης λειτουργίας, τον αδρανές βόμβο του νου. Το όνομα μετράει λιγότερο από τη συνήθεια. Έχουμε ζήσει μέσα στην προσομοίωση τόσο πολύ, που το πάτωμα κάτω από τα πόδια και η ζεστασιά του φλιτζανιού στην παλάμη μοιάζουν με φήμες.

Ούτε είναι δυσάρεστος ο κινηματογράφος. Είναι άνετος. Έχει παρέα μέσα του, και πλοκές, και έναν ήρωα που είναι πάντα, βολικά, ο εαυτός μας. Να τον αφήσεις, έστω και για μια στιγμή, είναι σαν να στέκεσαι σε ένα ήσυχο λιβάδι χωρίς να ξέρεις τι να κάνεις με τα χέρια.

Αφορισμός
Η ταινία έτρεξε τόσο πολύ που την πήραμε για το δωμάτιο.

ΙΙ. Να Κοιτάζεις Χωρίς να Μπαίνεις

Κάθισε δίπλα σε ένα ανοιχτό παράθυρο. Έρχεται μια εικόνα: ένας διάδρομος στο σπίτι της μητέρας σου, το φως ένα συγκεκριμένο κίτρινο. Άφησέ την να έρθει. Μην μπεις μέσα.

Κοίταξέ την όπως θα κοίταζες ένα σύννεφο πάνω από τον μακρινό λόφο. Έχει σχήμα, άκρη, μια αργή χαλάρωση. Τη στιγμή που μπαίνεις μέσα και γίνεσαι αυτός που αδικήθηκε, ή επαινέθηκε, ή εγκαταλείφθηκε, το σύννεφο μετατρέπεται σε καιρό και εσύ στέκεσαι μέσα του.

Η δεξιότητα είναι μικρή και εύκολα παραβλέπεται. Να βλέπεις μια σκέψη χωρίς να τη σκέφτεσαι. Να συναντάς μια ανάμνηση χωρίς να τη ζεις ξανά. Ο νους θα γλιστράει κάθε λίγες ανάσες, και αυτό επιτρέπεται. Γύρνα πίσω στην ανάσα στα ρουθούνια, στο βάρος των χεριών στην αγκαλιά, και ξεκίνα ξανά χωρίς λέξη μομφής.

Δεν υπάρχει βιασύνη σε αυτό. Ένα βότσαλο βυθίζεται σε ακίνητο νερό χωρίς να του πουν πώς. Με τον καιρό το κενό ανάμεσα στην εικόνα και σε αυτόν που τη βλέπει πλαταίνει κατά μια τρίχα, μετά κατά το πλάτος ενός δαχτύλου, και σε εκείνο το κενό υπάρχει χώρος για να αναπνεύσεις.

Εδώ η παλιά ερώτηση για το ποιος κοιτάζει χαλαρώνει τη λαβή της. Η παρατήρηση απλώς συνεχίζεται, όπως μια λάμπα φωτίζει ένα τραπέζι χωρίς να ρωτάει τίνος είναι το τραπέζι.

Αφορισμός
Μια σκέψη που βλέπεται είναι σύννεφο. Μια σκέψη στην οποία μπαίνεις είναι καταιγίδα.

ΙΙΙ. Ομίχλη και Πρωινός Ήλιος

Κάποιοι θα προσπαθήσουν να διώξουν τις εικόνες με τη βία. Το σαγόνι σφίγγεται, μια ελαφριά πίεση εγκαθίσταται πίσω από τα μάτια, και οι εικόνες επιστρέφουν αργότερα, πιο πεινασμένες από πριν. Η καταπίεση είναι σαν να ακουμπάς όλο σου το βάρος σε μια πόρτα ενώ ο άνεμος σπρώχνει από την άλλη πλευρά.

Όποιος το έχει δοκιμάσει ξέρει την κούραση που ακολουθεί, και το παράξενο γεγονός ότι όσο πιο σταθερά απαγορεύεται μια εικόνα, τόσο πιο λαμπερά καίει.

Η διασκόρπιση είναι άλλο πράγμα. Σκέψου μια κοιλάδα την αυγή, γεμάτη λευκή ομίχλη. Κανείς δεν την κυνηγάει. Ο ήλιος ξεπερνά την κορυφογραμμή, το λευκό αραιώνει, και τα πρώτα πεύκα δείχνουν τις σκοτεινές άκρες τους. Τίποτα δεν έγινε. Κανείς δεν το έκανε.

Παρατήρησε πώς το φως αλλάζει την πλαγιά, και κανείς δεν πιστώνεται με την αλλαγή.

Έτσι συμβαίνει και με τις εσωτερικές εικόνες όταν η καθιστή στάση είναι αρκετά βαθιά. Φεύγουν όπως η ανάσα φεύγει από ένα κρύο τζάμι.

Χρειάζεται μόνο λίγη υπομονή, και η διάθεση να αφήσεις τα χέρια ανοιχτά. Ό,τι αναδύεται δέχεται την ίδια ευγένεια με τον άνεμο στα πεύκα: περνάει μέσα τους, και τα πεύκα παραμένουν όρθια.

Σταδιακά ο νους ξεχνάει να φυλάει σκοπιά, και η λήθη είναι ένα είδος ανάπαυσης.

Αφορισμός
Τίποτα δεν διώχνεται. Ο ήλιος ανατέλλει, και η ομίχλη έχει φύγει.

ΙV. Η Οθόνη Χωρίς Ταινία

Σε ένα ορισμένο βάθος ο ίδιος ο προβολέας σταματά. Ούτε καν ένα τρεμόπαιγμα στις άκρες, κανένα αμυδρό φάντασμα προσώπου. Πώς είναι αυτό;

Στην αρχή μπορεί να φαίνεται ότι κάτι έχει αφαιρεθεί. Όταν ένα ρολόι σταματά να χτυπά, το δωμάτιο μοιάζει παράξενα δυνατό, και ο νους ψάχνει για αυτό που λείπει. Περιμένει ανία, ένα γκρίζο και άδειο απόγευμα. Η ανία δεν έρχεται ποτέ.

Αντίθετα υπάρχει μια ακινησία που είναι ζωηρή. Η υφή του ξύλινου τραπεζιού. Ένας σκύλος που γαβγίζει μακριά στην κοιλάδα. Κρύος αέρας που μπαίνει στη μύτη. Τα πάντα στέκονται λίγο πιο καθαρά, επειδή τίποτα δεν παίζεται από πάνω τους. Ένας λευκός τοίχος το μεσημέρι δεν χρειάζεται εικόνα για να είναι πλήρως τοίχος, και γεμάτος φως.

Αυτή είναι η έκπληξη που συναντούν ξανά και ξανά οι αναγνώστες. Περίμεναν ένα σκοτεινό δωμάτιο και βρήκαν ένα φωτισμένο. Περίμεναν να βαρεθούν και βρήκαν την ώρα να περνάει σαν μια μοναδική μακριά ανάσα, χωρίς τίποτα να λείπει από αυτήν καθόλου.

Αφορισμός
Μια καθαρή οθόνη δεν περιμένει ταινία.

V. Η Δεύτερη Εκκένωση

Η πρώτη εκκένωση δίδαξε ότι ο εξωτερικός κόσμος μπορεί να υποχωρήσει, οι ήχοι και οι εικόνες και η έλξη του σώματος, και ότι κάποιος παραμένει. Αυτή είναι η δεύτερη, πιο λεπτή, και ακολουθεί την ίδια λογική. Το περιεχόμενο φεύγει. Η επίγνωση δεν χάνει ούτε έναν κόκκο του εαυτού της.

Σκέψου τον ουρανό αφού έχει περάσει το τελευταίο πουλί. Ο ουρανός δεν είναι φτωχότερος. Δεν ήταν ποτέ τα πουλιά.

Ομοίως η λίμνη είναι η λίμνη, με ή χωρίς τις αντανακλάσεις που την πέρασαν το μεσημέρι.

Αυτό που κερδίζεται δεν μπορεί να κρατηθεί ή να δειχτεί σε κανέναν, κάτι που ίσως εξηγεί γιατί εύκολα εκλαμβάνεται ως απώλεια. Απλώς κάθεσαι, ξύπνιος, χωρίς τίποτα να παίζει, και διαπιστώνεις ότι τίποτα δεν χρειαζόταν.

Μια τσαγιέρα αρχίζει να σφυρίζει στο διπλανό δωμάτιο. Ένα πουλί κάθεται στο περβάζι. Καθένα είναι εντελώς ο εαυτός του, και αυτός που τα ακούει είναι εντελώς σε ειρήνη, χωρίς ταινία να ακολουθήσει και χωρίς πουθενά αλλού να είναι.

Αφορισμός
Τα πάντα μπορεί να φύγουν. Αυτό που βλέπει δεν μειώνεται.

Πρακτικές Έκστασης και ο Σύγχρονος Σκεπτικισμός απέναντι στον Εαυτό

(Η Έκσταση και οι Δυσφορίες της: Τι Συμβαίνει Όταν το Εγώ Διαλύεται)

Η Έκσταση και οι Αντιφάσεις της: Τι Συμβαίνει όταν ο Εαυτός Διαλύεται

Τεχνολογίες Διάλυσης: Πώς η Αναπνοή, ο Ρυθμός και η Περιστροφή Αποδομούν τον Εαυτό

Πιο Άμεσα από τον Λόγο: Τι Συμβαίνει όταν η Γλώσσα Καταρρέει

Θεσμοθετημένη Έκσταση: Ποιος Ερμηνεύει αυτό που δεν Μπορεί να Επαληθευτεί

Γιατί η Έκσταση Φέρνει σε Δύσκολη Θέση τη Θρησκεία

Άδεια να Εγκαταλείψεις τον Εαυτό σου: Έκσταση (Trance), Κατάληψη και Τελετουργία σε Διαφορετικές Παραδόσεις

1 — Το Αρχειοθέσιο της Νεωτερικότητας

Ένας άνθρωπος στέκεται σε μια αίθουσα με την δεξιά παλάμη στραμμένη προς τον ουρανό και την αριστερή προς τη γη, και αρχίζει να γυρίζει. Στην αρχή είναι απλώς ένα σώμα που περιστρέφεται, ένας άνθρωπος που κάνει κάτι ασυνήθιστο και δύσκολο. Η φούστα ανοίγει. Τα μάτια μαλακώνουν και παύουν να κοιτάζουν κάτι συγκεκριμένο. Μετά από μερικά λεπτά, αυτός που γυρίζει δεν είναι πλέον ξεκάθαρα εκεί. Κάτι γυρίζει, και το ερώτημα ποιος το κάνει έχει γίνει παράξενα δύσκολο να απαντηθεί, ίσως ακόμη και να τεθεί.

Όποιος το παρακολουθεί έχει μια αντίδραση πριν έχει μια σκέψη. Μπορεί να είναι γοητεία, ή αμηχανία, ή η αμυδρή υπεροχή κάποιου που ξέρει πώς λειτουργούν τέτοια πράγματα. Έρχεται γρήγορα και κουβαλά μέσα της ένα συμπέρασμα: αυτό είναι ψυχολογία, ή παράσταση, ή θέαμα.

Αυτές οι τρεις λέξεις σχηματίζουν το σύστημα αρχειοθέτησης με το οποίο ο σύγχρονος πολιτισμός ταξινομεί τις εκστατικές καταστάσεις: έκσταση, αρπαγή, πνευματική κατοχή, ο χορός που συνεχίζεται μέχρι ο χορευτής να μην τον διευθύνει πλέον. Κάθε κατηγορία ακούγεται περιγραφική, αλλά καθεμιά είναι μια ετυμηγορία. Το να αποκαλέσεις μια κατάσταση ψυχολογική σημαίνει να πεις ότι τίποτα δεν συναντήθηκε, μόνο κάτι παρήχθη. Το να την αποκαλέσεις παράσταση σημαίνει να αμφισβητήσεις την ειλικρίνεια του ατόμου που την βιώνει. Το να την αποκαλέσεις θέαμα σημαίνει να τοποθετήσεις όλο το ζήτημα έξω, ως κάτι που παρακολουθείται και ποτέ δεν εισέρχεται κανείς σε αυτό. Κάθε ετικέτα αρνείται εκ των προτέρων ότι μπορεί να συνέβη το ένα πράγμα που ισχυρίζονται οι ασκούμενοι. Η αρχειοθέτηση ολοκληρώνεται πριν αρχίσει οποιαδήποτε εξέταση.

Η κλίμακα αυτού που αρχειοθετείται καθιστά αυτό πιο παράξενο. Η εκστατική πρακτική δεν είναι ένα εκκεντρικό απόσπασμα της θρησκευτικής ιστορίας. Με τη μία ή την άλλη μορφή εμφανίζεται σχεδόν σε κάθε παράδοση που έχει καταγραφεί, ανάμεσα σε λαούς χωρίς επαφή μεταξύ τους και με θεολογίες που συμφωνούν σχεδόν σε τίποτα. Όταν κάτι επαναλαμβάνεται τόσο ευρέως, περιμένει κανείς περιέργεια. Η πιο συνηθισμένη αντίδραση είναι η υποψία, και η υποψία χρειάζεται εξήγηση όσο και η ίδια η πρακτική. Αν σχεδόν κάθε ανθρώπινος πολιτισμός έχει βρει τον δρόμο του προς αυτές τις καταστάσεις, ίσως είναι το σύστημα αρχειοθέτησης, και όχι το φαινόμενο, που αποτελεί την ανωμαλία.

Η υποψία στηρίζεται σε μια εικόνα του εαυτού: ένα σταθερό, παρατηρούν, ορθολογικό μυαλό, το όργανο μέσω του οποίου πρέπει να περάσει οτιδήποτε αληθινό. Η διαύγεια είναι το σημάδι ενός αξιόπιστου γνωρίζοντος. Ακολουθεί ότι οποιαδήποτε κατάσταση στην οποία αυτό το μυαλό υποχωρεί μπορεί να είναι μόνο δυσλειτουργία, μια προσωρινή απώλεια της ικανότητας που καθιστά δυνατή τη γνώση. Σύμφωνα με αυτή την άποψη, η «γνήσια συνάντηση» είναι μια κατηγορία που μόλις και μετά βίας μπορεί να τεθεί, γιατί μια συνάντηση που συμβαίνει ενώ ο παρατηρητής είναι μειωμένος δεν έχει κανέναν παρόντα να την πιστοποιήσει.

Κοίτα τι κάνει αυτό. Η σκεπτικιστική στάση απέναντι στην έκσταση φαίνεται να είναι ένα συμπέρασμα που προκύπτει από στοιχεία, ενώ στην πραγματικότητα είναι πιο κοντά σε συνέπεια μιας υπόθεσης για το τι είναι ο εαυτός και για τι χρησιμεύει. Και η υπόθεση δεν είναι ουδέτερη. Το να υποστηρίζεις ότι η διαύγεια είναι ο μόνος αξιόπιστος τρόπος γνώσης είναι το ίδιο μια θέση, με τις δικές της δεσμεύσεις σχετικά με το μυαλό και τις πηγές της αλήθειας. Η υποψία είναι μια στάση, και μπορεί να εξεταστεί όπως οποιαδήποτε άλλη.

Έπειτα υπάρχει το άβολο γεγονός ότι κάθε αξιολόγηση απαιτεί κάποιον να την κάνει. Δεν μπορούμε να εξετάσουμε αυτές τις καταστάσεις χωρίς έναν εαυτό που εξετάζει, και οι καταστάσεις ορίζονται από τη χαλάρωση αυτού του εαυτού. Ο κριτής είναι το ίδιο το πράγμα που δικάζεται, ή αλλιώς το ίδιο το πράγμα που απουσιάζει από τη σκηνή που κρίνεται.

Έτσι το έργο εδώ δεν είναι να αποδείξουμε ότι η έκσταση είναι «πραγματική». Αυτή η απαίτηση κουβαλά την ετυμηγορία της μέσα της. Το έργο είναι να παρατηρήσουμε τι προϋποθέτουμε όταν την αποκαλούμε μη πραγματική, και να ρωτήσουμε αν ο εαυτός που εμπιστευόμαστε να αποφασίσει είναι ένα όργανο μέσω του οποίου πρέπει να περάσει η αλήθεια, ή ένα εμπόδιο που η αλήθεια πρέπει μερικές φορές να παρακάμψει.

Θα μπορούσε κανείς να ξεκινήσει με την ίδια την αντίδραση του αναγνώστη. Φαντάσου, χωρίς μεγάλη σοβαρότητα, να χάνεις τον έλεγχο του εαυτού σου μέσα σε ένα πλήθος, σε ρυθμό και θόρυβο, με το όνομά σου και τις σκέψεις σου να πέφτουν μακριά. Είναι η αντίδραση φόβος, λαχτάρα, περιφρόνηση, ή κάποιο ανήσυχο μείγμα; Αυτή η αντίδραση είναι το πρώτο κομμάτι δεδομένων, που συλλέχθηκε πριν αρχίσει οποιοδήποτε επιχείρημα. Αλλά πριν μπορέσουμε να πούμε τι περιέχει το αρχειοθέσιο, πρέπει να κοιτάξουμε τι πραγματικά αρχειοθετείται. Τι κάνουν αυτές οι πρακτικές;

2 — Οι Τεχνολογίες της Απελευθέρωσης

Οι πρακτικές οι ίδιες είναι συγκεκριμένες. Δεν είναι, κατά πρώτο λόγο, πεποιθήσεις. Είναι πράγματα που γίνονται με το σώμα.

Στο Μεβλεβί σεμά, το στροβίλισμα είναι μια πειθαρχία, που διδάσκεται και εξασκείται επί χρόνια. Ο στρόβιλος σταθεροποιεί το βλέμμα, κυβερνά την αναπνοή και διατηρεί μια σταθερή περιστροφή που το σώμα τελικά μαθαίνει να συντηρεί με λίγη συνειδητή προσπάθεια. Η περιστροφή γίνεται μέθοδος για τη χαλάρωση της συνηθισμένης αυτοσυνείδησης, του αδιάκοπου παρασκηνιακού σχολιασμού με τον οποίο ένας άνθρωπος παρακολουθεί τον εαυτό του να είναι άνθρωπος.

Στη πεντηκοστιανή και χαρισματική λατρεία, το ρήγμα έρχεται στη γλώσσα. Η ομιλία, το συνηθισμένο μέσο του σκεπτόμενου εαυτού, διαλύεται σε ήχους που δεν φέρουν καμία λεξιλογική σημασία. Όσοι την ασκούν συχνά περιγράφουν το αποτέλεσμα ως πιο άμεσο από την ομιλία, σαν να έχει αφαιρεθεί ένας ενδιάμεσος.

Στην σαμανική πρακτική, που βρίσκεται σε αμέτρητες ιθαγενείς παραδόσεις, η συνηθισμένη ταυτότητα του ασκούμενου μετατοπίζεται, αν και δεν καταστρέφεται, για να δημιουργήσει χώρο για επαφή με άλλες πραγματικότητες. Το άτομο αναμένεται ακόμη να επιστρέψει, και να φέρει κάτι πίσω.

Τοποθετημένες δίπλα-δίπλα, αυτές οι πρακτικές μοιράζονται μια δομή. Η αναπνοή αλλοιώνεται, επιβραδύνεται ή επιταχύνεται ή κρατιέται σε μοτίβο. Κάποιος ρυθμός επαναλαμβάνεται, στο τύμπανο, τη ψαλμωδία, τον χτύπο των ποδιών. Το σώμα ωθείται σε παρατεταμένη προσπάθεια μέχρι οι συνηθισμένες συνήθειες του μυαλού να υποχωρήσουν. Και όλα αυτά συμβαίνουν μέσα σε ένα κοινωνικό και τελετουργικό πλαίσιο που λέει: εδώ, τώρα, αυτό επιτρέπεται.

Κάθε στοιχείο δρα στην προσοχή με τον δικό του τρόπο. Η αναπνοή δένει το μυαλό με την αρχαιότερη λειτουργία του σώματος. Ο ρυθμός δίνει στην προσοχή κάτι να ιππεύσει, ώστε να σταματήσει να κυνηγά. Η προσπάθεια εξαντλεί τις ικανότητες που κρατούν τον σχολιασμό σε λειτουργία. Ακόμη και ένας άνθρωπος που δεν έχει βρεθεί ποτέ σε έκσταση γνωρίζει κάτι από αυτό. Όποιος έχει περπατήσει μέχρι οι σκέψεις του να ησυχάσουν, ή έχει επαναλάβει μια φράση μέχρι να χάσει τη σημασία της, ή έχει καθίσει με έναν χτύπο τυμπάνου αρκετά ώστε ο χρόνος να χαλαρώσει, έχει αγγίξει την άκρη της επικράτειας.

Η άδεια είναι ο παράγοντας που παραβλέπεται πιο εύκολα. Τείνουμε να φανταζόμαστε ότι ο εαυτός αφήνεται μέσω κάποιου εσωτερικού γεγονότος, μιας παράδοσης ή μιας συντριπτικής δύναμης. Οι πρακτικές υποδηλώνουν κάτι πιο ταπεινό: ο εαυτός αφήνεται όταν του επιτρέπεται. Ένα πλήθος που το περιμένει, ένας ηγέτης που το επικυρώνει, μια τελετουργία που το πλαισιώνει ως ασφαλές, όλα καθιστούν δυνατό αυτό που η μοναχική προσπάθεια σπάνια επιτυγχάνει. Ο εαυτός δεν διαλύεται απλώς από πεποίθηση. Απελευθερώνεται από συνθήκες, και αυτές οι συνθήκες είναι σε μεγάλο βαθμό σωματικές και κοινοτικές.

Αυτό είναι ένας ήσυχος αλλά μεγάλος ισχυρισμός. Αν η διάλυση μπορεί να ασκηθεί, να επαναληφθεί και να διδαχθεί, τότε είναι δεξιότητα μάλλον παρά ατύχημα, και ο συνηθισμένος εαυτός είναι κάτι που πρέπει να κρατιέται ενωμένο. Τι είναι αυτό το κράτημα; Ποια σταθερή προσπάθεια κρατά έναν άνθρωπο συνεκτικό από τη μία στιγμή στην άλλη, τόσο σταθερή που περνά απαρατήρητη μέχρι οι πρακτικές να τη διακόψουν;

Εδώ εμφανίζεται μια ένταση. Οι παραδόσεις συνήθως περιγράφουν αυτές τις καταστάσεις ως ληφθείσες: ως χάρη, ως επίσκεψη, ως κάτι που έρχεται πάνω σε έναν άνθρωπο. Ωστόσο οι καταστάσεις παράγονται αξιόπιστα με τεχνική. Δεν μπορεί κανείς εύκολα να πει ότι είναι αυθόρμητες και ταυτόχρονα ότι ένας επιδέξιος δάσκαλος μπορεί να φέρει έναν αρχάριο σε αυτές σε λίγες ώρες τυμπάνων. Ίσως και οι δύο περιγραφές είναι αληθινές σε διαφορετικά επίπεδα: η τεχνική προετοιμάζει, και κάτι άλλο φτάνει. Ή ίσως η γλώσσα του «ληφθέντος» είναι ένας τρόπος να μιλήσει κανείς για αυτό που η τεχνική δεν μπορεί να εξηγήσει από μέσα. Το ερώτημα παραμένει ανοιχτό.

Αυτό που μας δίνει η κοινόχρηστη δομή είναι ένα πώς. Δεν μας δίνει ένα τι. Τώρα ξέρουμε κάτι για τις προϋποθέσεις αυτών των καταστάσεων, τη σωματική και κοινωνική σκαλωσιά από την οποία εξαρτάται ο συνηθισμένος εαυτός. Δεν ξέρουμε τι συμβαίνει όταν αυτή η σκαλωσιά αφαιρείται, ή τι, αν κάτι, συναντιέται. Και παραμένει ένα περαιτέρω αίνιγμα. Αν η μέθοδος είναι κοινή σε όλες αυτές τις παραδόσεις, γιατί δεν είναι και η ερμηνεία; Ο δερβίσης, ο πεντηκοστιανός και ο σαμάνος κάνουν περίπου τα ίδια πράγματα και τα εξηγούν με τρόπους που δεν μπορούν όλοι να είναι αληθινοί μαζί.

3 — Μία Επικράτεια, Ασύμβατοι Χάρτες

Ο Σούφι μιλά για αφανισμό στον Θεό. Ο πεντηκοστιανός μιλά για γέμισμα με το Άγιο Πνεύμα. Ο σαμάνος μιλά για ένα πνεύμα που εισέρχεται, ή για την ψυχή που ταξιδεύει έξω σε άλλους κόσμους. Αυτές δεν είναι τρεις διατυπώσεις ενός δόγματος. Υποθέτουν διαφορετικούς θεούς ή κανέναν, διαφορετικές δομές πραγματικότητας, διαφορετικές απαντήσεις στο ερώτημα ποιος ενεργεί και ποιος δέχεται την ενέργεια. Και όμως η προετοιμασία είναι παρόμοια, και οι περιγραφές της εμπειρίας, σε διάκριση από την ερμηνεία της, είναι κατά καιρούς παράξενα κοντινές: απώλεια του συνηθισμένου ορίου, αίσθηση ότι κινείται κανείς μάλλον παρά ότι κινεί, αίσθημα επαφής που δεν χωρά σε συνηθισμένες λέξεις.

Υπάρχουν τρεις τρόποι να το διαβάσει κανείς αυτό.

Ο πρώτος υποστηρίζει ότι η εμπειρία είναι μόνο εγκέφαλος και σώμα. Οι καταστάσεις είναι πραγματικά γεγονότα στο νευρικό σύστημα, οι θεολογίες είναι προβολές που τοποθετούνται πάνω τους, και η απόκλιση των θεολογιών είναι ακριβώς αυτό που θα περίμενε κανείς αν τίποτα άλλο παρά φυσιολογία βρισκόταν από κάτω. Ο δεύτερος υποστηρίζει ότι μία παράδοση έχει δίκιο και οι υπόλοιπες λάθος, μια θέση που κάθε παράδοση τείνει να κρατά για τον εαυτό της, και που δεν μπορεί να κριθεί από έξω. Ο τρίτος υποστηρίζει ότι η εμπειρία προηγείται της ερμηνείας, ότι κάθε θεολογία είναι ένας χάρτης που σχεδιάζεται μετά το γεγονός μιας επικράτειας που υπερβαίνει κάθε χάρτη, και ότι η ασυμβατότητα των χαρτών αντανακλά τα όρια της χαρτογράφησης και όχι απαραίτητα την απουσία εδάφους.

Η τρίτη ανάγνωση μου φαίνεται η πιο ειλικρινής, αν και δεν μπορεί να διεκδικηθεί ως αποδεδειγμένη. Αυτό που μπορεί να δειχθεί αφορά τον πρώτο. Ο ισχυρισμός ότι «είναι μόνο ψυχολογία» δεν είναι η απουσία χάρτη. Είναι χάρτης. Λέει τι είναι η επικράτεια, δηλαδή ένα σύνολο διαδικασιών σε έναν εγκέφαλο, και το λέει με μια αυτοπεποίθηση που υπερβαίνει αυτό που οι ίδιες οι διαδικασίες αποκαλύπτουν. Μια περιγραφή του μηχανισμού, του τι κάνουν η αναπνοή και ο ρυθμός και η νευροχημεία, είναι πραγματική συμβολή. Αλλά απαντά σε διαφορετικό ερώτημα από αυτό που θέτει ο ασκούμενος. Μπορεί κανείς να πει πολλά για το πώς προκύπτει μια κατάσταση και να παραμείνει σιωπηλός για το τι, αν κάτι, είναι η κατάσταση. Το να περάσει κανείς από το πρώτο στο δεύτερο σημαίνει να περάσει από την ψυχολογία στη μεταφυσική, και η μετάβαση χρειάζεται επιχείρημα, όχι υπόθεση.

Έτσι οι ερμηνείες είναι όλες αναδρομικές. Το ακατέργαστο γεγονός έρχεται πρώτο, και η γλώσσα έρχεται μετά. Εδώ η γλωσσολαλιά είναι ένα απροσδόκητο στοιχείο. Σε αυτήν, η γλώσσα αποτυγχάνει ορατά. Ο ομιλητής δεν προσφέρει ερμηνεία· η ερμηνεία σπάει στο επίπεδο των λέξεων, και αυτό που μένει είναι ήχος χωρίς πρόταση. Αν η εμπειρία αντιστέκεται ακόμη και στο να ειπωθεί, τότε κάθε αφήγησή της, ευσεβής ή σκεπτικιστική, εργάζεται με κάτι που χάθηκε στην αφήγηση.

Αυτό ανοίγει ένα πιο παράξενο ερώτημα. Τι ήταν ο εαυτός που διαλύθηκε; Και τι παρατηρεί τη διάλυση; Παράδοση μετά από παράδοση αναφέρει ότι η απώλεια δεν είναι ολική, ότι κάτι παραμένει ενήμερο γι’ αυτήν. Ο Σούφι μιλά για αφανισμό που ακολουθείται από επιβίωση. Ο σαμάνος επιστρέφει με μια αφήγηση. Ακόμη και εκείνοι που φαίνονται εντελώς χαμένοι επιστρέφουν με τη μνήμη ότι υπήρξαν χαμένοι. Είναι ο εαυτός μετατοπισμένος, όπως ένας ένοικος μετατοπίζεται από ένα σπίτι; Είναι διαλυμένος, όπως το αλάτι διαλύεται στο νερό; Ή αποκαλύπτεται ως κάτι άλλο από αυτό που υπέθετε, με τον τρόπο που μια μάσκα, μόλις αφαιρεθεί, δείχνει ότι ήταν μάσκα; Αυτοί είναι διαφορετικοί ισχυρισμοί, και η εμπειρία μόνη της δεν αποφασίζει ανάμεσά τους.

Πίσω τους βρίσκεται ένα ακόμη παλαιότερο ερώτημα: αν ο εαυτός είναι το υποκείμενο της εμπειρίας ή απλώς ένα αντικείμενο μέσα σε αυτήν. Αν μπορώ να χάσω τον εαυτό μου και ακόμη να είμαι ενήμερος για την απώλεια, τότε ίσως αυτό που αποκαλούσα εαυτό μου ήταν πάντα κάτι που εμφανιζόταν στην επίγνωση, όχι η ίδια η επίγνωση.

Οποιοσδήποτε μπορεί να βρει μια αμυδρή εκδοχή αυτού. Υπάρχει μια στιγμή, πριν μια σκέψη σχηματιστεί σε λέξεις, όταν κάτι έχει συλληφθεί και δεν έχει ακόμη ονομαστεί. Αυτή η στιγμή είναι προεννοιακή και σύντομη, και όλοι την γνωρίζουμε. Αλλά η εμπειρία δεν μπορεί να αναφερθεί χωρίς ερμηνεία, και η ερμηνεία αλλοιώνει αυτό που αναφέρει. Μας μένει μια επικράτεια που βιώνεται πριν ειπωθεί, και μια αφήγηση που δεν είναι ποτέ αρκετά η επικράτεια.

Αυτό αφήνει ένα κοινοτικό πρόβλημα. Αν οι χάρτες διαφέρουν και η επικράτεια δεν μπορεί να ελεγχθεί, ποιος αποφασίζει ποιος χάρτης μπορεί να χρησιμοποιηθεί μέσα σε μια κοινότητα;

4 — Ποιος Κρατά τα Κλειδιά

Κάθε παράδοση που έχει κάνει χώρο για την έκσταση έχει επίσης, σε κάποιο σημείο, ανησυχήσει γι’ αυτήν.

Ανάμεσα στους Μεταρρυθμισμένους Προτεστάντες, η επιφυλακτικότητα απέναντι στη χαρισματική λατρεία υπήρξε μακρά και συνεπής: μια υποψία απέναντι στον ενθουσιασμό, απέναντι στον ισχυρισμό ότι το Πνεύμα κινεί έναν άνθρωπο χωριστά από τη Γραφή και την τακτοποιημένη ζωή της εκκλησίας. Μέσα στον Σουφισμό, μια παράλληλη διαίρεση διατρέχει τους αιώνες ανάμεσα στις νηφάλιες, νομικά προσανατολισμένες σχολές, που υποστηρίζουν ότι ο δρόμος του μυστικιστή πρέπει να παραμένει εντός των ορίων του νόμου, και τις εκστατικές, των οποίων οι ασκούμενοι κατά καιρούς φάνηκαν να αφήνουν αυτά τα όρια πίσω. Αυτές είναι άσχετες παραδόσεις με άσχετες ιστορίες, και αναπαράγουν σχεδόν την ίδια διαμάχη.

Θα ήταν εύκολο να την αποκαλέσουμε διοικητικό ζήτημα, ζήτημα πειθαρχίας και τάξης. Αλλά μου φαίνεται ότι εκφράζει κάτι βαθύτερο: δύο ασύμβατες πεποιθήσεις για το πού κατοικεί η αλήθεια. Στη μία, η αλήθεια κατοικεί στο κείμενο, στον νόμο, σε μια κοινόχρηστη δομή που επιβιώνει κάθε ατόμου. Στην άλλη, κατοικεί στην άμεση συνάντηση, σε μια άμεση παρουσία που κανένα κείμενο δεν μπορεί πλήρως να κρατήσει.

Κάθε πλευρά προστατεύει κάτι πραγματικό. Η κειμενοκεντρική επιφυλακτικότητα προστατεύει από την αυταπάτη, από τη χειραγώγηση από χαρισματικές μορφές, από το χάος που ακολουθεί όταν κάθε ιδιωτική βεβαιότητα διεκδικεί θεϊκή εξουσία. Η ιστορία της θρησκείας δίνει άφθονους λόγους για αυτή την προσοχή. Το εκστατικό ρεύμα προστατεύει από τον αντίθετο κίνδυνο: μια πίστη που έχει γίνει μόνο σύστημα, σωστή σε κάθε λεπτομέρεια και άδεια στο κέντρο της. Καμία δεν μπορεί να εξαλείψει την άλλη χωρίς να χάσει κάτι ουσιώδες.

Αυτό που τελικά αμφισβητείται είναι η εξουσία. Όποιος ερμηνεύει την εμπειρία ελέγχει το νόημά της. Αν ένας άνθρωπος πει ότι κάτι του συνέβη σε έκσταση, κάποιος πρέπει να αποφασίσει αν ήταν θεϊκό, δαιμονικό, παθολογικό ή δόλιο, και αυτή η απόφαση διαμορφώνει όλα όσα ακολουθούν. Η άδεια που εντοπίστηκε στην Ενότητα 2 επιστρέφει εδώ σε σκληρότερη μορφή: το ίδιο κοινωνικό πλαίσιο που καθιστά δυνατή την έκσταση την πειθαρχεί επίσης. Η κοινότητα που επικυρώνει την κατάσταση αποφασίζει επίσης ποιες καταστάσεις μετράνε.

Υπάρχει εδώ μια ένταση που δεν μπορεί να διαλυθεί. Μια εμπειρία που ισχυρίζεται ότι υπερβαίνει τη συνηθισμένη εξουσία κρίνεται από αυτή την ίδια εξουσία. Ο μυστικιστής λέει: Έχω συναντήσει αυτό που βρίσκεται πέρα από τις κατηγορίες σας. Ο θεσμός απαντά: τότε θα το εξετάσουμε με τις κατηγορίες μας. Και οι δύο αντιδράσεις είναι κατανοητές, και καμία δεν ικανοποιεί.

Τι, λοιπόν, προστατεύεται; Η κοινότητα, ή η αλήθεια που η κοινότητα υπάρχει για να υπηρετεί; Η επαναλαμβανόμενη σύγκρουση υποδηλώνει ότι μια ζωντανή παράδοση χρειάζεται και ένα κέντρο που κινείται και μια δομή που κρατά, και ότι όταν οποιοδήποτε από τα δύο κερδίζει οριστικά, κάτι χάνεται. Μια παράδοση που κυβερνάται εξ ολοκλήρου από τον νόμο μπορεί να διατηρήσει τον εαυτό της ενώ ξεχνά για τι υπήρχε. Μια παράδοση που κυβερνάται εξ ολοκλήρου από την έκσταση μπορεί να αισθάνεται ζωντανή ενώ χάνει τον δρόμο της.

Και το άτομο στέκεται στη μέση, ίσως πιο συχνά από όσο παρατηρούμε: βέβαιο για αυτό που βιώθηκε, αμφισβητούμενο από εκείνους των οποίων την κρίση σέβεται. Πώς είναι να κρατάς μια εσωτερική πεποίθηση που δεν μπορεί να δειχθεί, μπροστά σε μια κοινότητα που δεν μπορεί να την παραχωρήσει; Και οι δύο πλευρές επιχειρηματολογούν από μέσα από τις δικές τους δεσμεύσεις. Υπάρχει κάποια στάση που μπορεί να κοιτάξει όλη την κατάσταση χωρίς να πάρει πλευρά;

5 — Παραμένοντας με Αυτό που Δεν Μπορεί να Επιλυθεί

Ορισμένοι σύγχρονοι ανθρωπολόγοι προσπάθησαν να πάρουν μια τέτοια στάση. Μπήκαν σε αυτές τις κοινότητες, έμαθαν τις πρακτικές, κάθισαν τις νύχτες των τυμπάνων και της προσευχής, και σε ορισμένες περιπτώσεις ένιωσαν την άκρη των ίδιων των καταστάσεων. Και επέστρεψαν ούτε ως απομυθοποιητές ούτε ως προσηλυτισμένοι.

Αυτό είναι πιο δύσκολο από όσο ακούγεται. Η απομυθοποίηση και ο ρομαντισμός είναι κατοπτρικά λάθη. Ο απομυθοποιητής αποφασίζει εκ των προτέρων ότι η εμπειρία δεν είναι τίποτα άλλο παρά ψυχολογία ή κοινωνική παράσταση. Ο ρομαντικός αποφασίζει εκ των προτέρων ότι είναι μια πύλη σε μια βαθύτερη πραγματικότητα. Και οι δύο τερματίζουν την έρευνα νωρίς. Και οι δύο επιλύουν τι είναι η εμπειρία πριν παραμείνουν αρκετά για να μάθουν αν μπορεί να επιλυθεί. Είναι δύο τρόποι να αρνηθούν να παραμείνουν.

Η ανθρωπολογική στάση είναι διαφορετική: συμμετοχή, προσοχή, και μια ανασταλμένη ετυμηγορία. Η συμμετοχική παρατήρηση είναι μια μορφή κινδύνου, γιατί οι ίδιες οι κατηγορίες του ερευνητή δοκιμάζονται, και μερικές φορές αποτυγχάνουν. Το να καθίσει κανείς μέσα στον ρυθμό και να παρατηρήσει τι συμβαίνει στη δική του αυτοκυριαρχία σημαίνει να βρει ότι ο παρατηρητής δεν είναι τόσο σταθερός όσο υπέθετε η μέθοδος. Η αναστολή της κρίσης εδώ είναι μορφή σεβασμού και αυστηρότητας, όχι υπεκφυγής. Λέει ότι το ζήτημα δεν έχει ακόμη κατανοηθεί, και ότι το να προσποιηθεί κανείς το αντίθετο θα το παραποιούσε.

Η ειλικρινής άγνοια μπορεί να αισθάνεται σαν δειλία, μια άρνηση να δεσμευτεί. Υπάρχει κάτι σωστό σε αυτή την υποψία, αφού η μη-γνώση μπορεί να είναι τρόπος αποφυγής δύσκολων ερωτημάτων. Αλλά οποιαδήποτε σταθερή απάντηση εδώ θα πρόδιδε το φαινόμενο, γιατί το φαινόμενο είναι αυτό που αντιστέκεται στις σταθερές απαντήσεις. Η πειθαρχία βρίσκεται στο να διακρίνει κανείς τα δύο: τη μη-γνώση που είναι οκνηρή από τη μη-γνώση που έχει κερδηθεί.

Εδώ ο ερευνητής και ο δερβίσης πλησιάζουν ο ένας τον άλλον. Ο ασκούμενος χαλαρώνει τη λαβή του συνηθισμένου εαυτού μέσω αναπνοής, ρυθμού και εξάντλησης. Ο ειλικρινής ερευνητής χαλαρώνει τη λαβή του βέβαιου εαυτού μέσω προσοχής και υπομονής. Καθένας, με τον δικό του τρόπο, κάνει ένα βήμα πίσω από τη συνήθεια να επιλύει την εμπειρία πριν την προσέξει. Ο εαυτός που διαλύεται στην έκσταση και ο εαυτός του οποίου οι βεβαιότητες μαλακώνουν στην ειλικρινή έρευνα αποδεικνύονται στενοί συγγενείς.

Επέστρεψε, λοιπόν, στο γυριστό σώμα. Ο άνθρωπος στην αίθουσα και ο παρατηρητής στην άκρη του δωματίου μοιάζουν με αντίθετα, ο ένας χαμένος και ο άλλος να παρακολουθεί. Ίσως είναι δύο τρόποι ενός ερωτήματος, ο καθένας ρωτώντας με διαφορετικά μέσα τι μένει όταν η συνηθισμένη δομή του εαυτού παραμερίζεται. Υποψία, τεχνική, ερμηνεία και εξουσία, οι τέσσερις κλωστές αυτής της έρευνας, είναι διακριτά στρώματα που εύκολα συγχέονται μεταξύ τους και με την εμπειρία από κάτω τους. Η τεχνική μας λέει πώς. Η ερμηνεία μας λέει τι είπε μια παράδοση ότι ήταν. Η εξουσία μας λέει ποιος επιτρέπεται να πει. Καμία από αυτές δεν μας λέει τι υπήρχε εκεί.

Μπορεί η πραγματική έκσταση να είναι λιγότερο δραματική από το στροβίλισμα. Μπορεί να είναι η προθυμία να αφήσει κανείς ένα ερώτημα να παραμείνει ανοιχτό, μια καθημερινή χαλάρωση του εαυτού που δεν απαιτεί τύμπανο ούτε έκσταση. Οποιοσδήποτε μπορεί να την επιχειρήσει. Την επόμενη φορά που θα προκύψει ένα ερώτημα που δεν μπορείς να απαντήσεις, παρατήρησε πόσο γρήγορα το μυαλό φτάνει για μια ετυμηγορία. Παρατήρησε τη μικρή δυσφορία της αβεβαιότητας, και το αντανακλαστικό που θέλει να την κλείσει. Έπειτα παρατήρησε πώς αισθάνεται η προσοχή όταν σταματά να φτάνει.

Τι μένει ενήμερο όταν η βεβαιότητα του εαυτού χαλαρώνει; Και μπορεί αυτή η χαλάρωση να ασκηθεί χωρίς στροβίλισμα, χωρίς ομιλία σε γλώσσες, χωρίς είσοδο σε έκσταση;

VII — Ο ΘΑΝΑΤΟΣ ΠΟΥ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ

I — Η Αρχαιότερη Αλυσίδα

Πριν υψωθεί ο πρώτος ναός, πριν σχηματιστεί η πρώτη προσευχή από τρεμάμενα χείλη, υπήρχε ήδη ο φόβος. Είναι παλαιότερος από τους θεούς που έχτισαν οι άνθρωποι για να τον καταπραΰνουν, παλαιότερος από τις πόλεις που οχυρώθηκαν εναντίον του, παλαιότερος ακόμη και από την ομιλία — ένα σκοτάδι που αναδεύεται μέσα στο πλάσμα τη στιγμή που συνειδητοποιεί ότι είναι συνειδητό, και καταλαβαίνει, στην ίδια ανάσα, ότι αυτή η συνείδηση θα του αφαιρεθεί μια μέρα. Κάθε άλλος τρόμος είναι κλάδος· αυτός είναι η ρίζα. Ο τρόμος της φτώχειας, ο τρόμος της απώλειας, ο τρόμος της κρίσης του ξένου, ο μακρύς πυρετός της φιλοδοξίας — αν ακολουθήσεις οποιονδήποτε από αυτούς αρκετά βαθιά, βρίσκεις, κουλουριασμένη στο σκοτεινό χώμα από κάτω, την ίδια ανείπωτη γνώση: Θα πάψω να υπάρχω.

Εναντίον αυτής της ρίζας έστρεψε ο αρχαίος δάσκαλος τη σιωπηλή του φωτιά. Δεν ήρθε για να παρηγορήσει τους ανθρώπους με υποσχέσεις, ούτε να τους τρομάξει με τιμωρίες, όπως έκαναν οι ιερείς της εποχής του, πουλώντας στους φοβισμένους τις ίδιες τις αλυσίδες που φορούσαν. Ήρθε, αντίθετα, ως γιατρός της ψυχής που έχει βρει την αιτία της αρρώστιας και, αφού την βρήκε, δεν φοβάται πια να την ονομάσει. Γιατί είχε δει ότι ο άνθρωπος που φοβάται τον θάνατο δεν μπορεί πραγματικά να απολαύσει τη ζωή· ότι κάθε ηδονή γεύεται με το ένα μάτι στραμμένο στην πόρτα που κλείνει· ότι ολόκληρη η ανήσυχη αρχιτεκτονική της ανθρώπινης προσπάθειας είναι χτισμένη, πέτρα πάνω σε πέτρα, για να κρυφτεί από το ένα πράγμα από το οποίο δεν μπορεί κανείς να κρυφτεί.

Το να απελευθερώσεις μια ψυχή από αυτή την αλυσίδα, κατάλαβε, σημαίνει να την απελευθερώσεις σχεδόν από όλες τις άλλες. Και έτσι ο Κήπος — εκείνο το μικρό, πράσινο, αφύλαχτο καταφύγιο έξω από τα τείχη της Αθήνας — ήταν στην βαθύτερή του έννοια σχολή ξεμάθησης: ένας τόπος όπου οι φίλοι συγκεντρώνονταν όχι για να αποκτήσουν μια νέα πίστη για τον θάνατο, αλλά για να χάσουν, αργά και απαλά, μια παλιά και τρομερή.

Αφορισμός
Κάθε φόβος είναι κλάδος· ο φόβος του θανάτου είναι η ρίζα — και η ρίζα, όταν ιδωθεί καθαρά, αποδεικνύεται ότι δεν κρατά τίποτα απολύτως.

II — Η Πόρτα που Ανοίγει στο Τίποτα

Το επιχείρημα που πρόσφερε ήταν τόσο απλό, που έκτοτε οι άνθρωποι έχουν πειραστεί να το απορρίψουν ως τέχνασμα. Ο θάνατος, είπε, δεν είναι τίποτα για μας. Κάθε καλό και κάθε κακό βρίσκεται στην αίσθηση, και ο θάνατος είναι το τέλος της αίσθησης. Όσο υπάρχουμε εμείς, ο θάνατος δεν υπάρχει· όταν υπάρχει ο θάνατος, εμείς δεν υπάρχουμε. Ανάμεσα στα δύο δεν υπάρχει συνάντηση — καμία ώρα στην οποία ο ζωντανός άνθρωπος θα μπορούσε να σταθεί πρόσωπο με πρόσωπο με το τέλος του και να βλαφτεί από αυτό.

Ωστόσο, το να ακούσεις αυτά τα λόγια μόνο ως λογική σημαίνει να τα ακούσεις με το αυτί και όχι με την καρδιά. Είναι λιγότερο απόδειξη και περισσότερο φανάρι υψωμένο σε σκοτεινό δωμάτιο, ώστε αυτό που οι άνθρωποι πήραν για τέρας να φανεί ότι είναι ένας μανδύας κρεμασμένος σε μια πόρτα. Ο φόβος του θανάτου, εξεταζόμενος από κοντά, δεν είναι ποτέ φόβος μιας εμπειρίας· κανείς δεν έχει ζήσει τον θάνατο και επιστρέψει για να περιγράψει τον πόνο του. Είναι ο φόβος μιας φανταστικής εμπειρίας — ο άνθρωπος φαντάζεται τον εαυτό του στο σκοτάδι, κρύο και μόνο, να παρακολουθεί τον κόσμο να συνεχίζει χωρίς αυτόν, και ξεχνά ότι εκείνος που παρακολουθεί είναι ο ίδιος μια μυθοπλασία, ένα φάντασμα λαθραία μεταφερμένο από τη χώρα των ζωντανών στη χώρα των νεκρών.

Αυτή είναι η ήσυχη μεγαλοφυΐα της διδασκαλίας: δεν ζητά από την ψυχή να είναι γενναία μπροστά στον θάνατο, αλλά να παρατηρήσει ότι δεν υπάρχει τίποτα μπροστά στο οποίο χρειάζεται γενναιότητα. Η πόρτα που φοβούνται οι άνθρωποι δεν έχει κατώφλι. Δεν περνάς μέσα από αυτήν· απλώς παύεις να είσαι το είδος του όντος για το οποίο υπάρχουν πόρτες. Ιδωμένη έτσι, η φρίκη διαλύεται όχι επειδή ηττήθηκε, αλλά επειδή αποδείχθηκε ότι δεν υπήρξε ποτέ — όπως ο τρόμος του παιδιού για τη σκιά στη γωνία περνά τη στιγμή που υψώνεται το λυχνάρι, και το παιδί, γελώντας λίγο με τον εαυτό του, βλέπει μόνο τον διπλωμένο μανδύα.

Και ακολουθεί μια παράξενη ελαφρότητα. Γιατί όταν ο θάνατος δεν είναι πλέον εχθρός που περιμένει στο τέλος του δρόμου, ο ίδιος ο δρόμος αλλάζει. Κάθε μέρα παύει να είναι νόμισμα που ξοδεύεται από ένα συρρικνούμενο πουγγί, και γίνεται αυτό που πάντα μυστικά ήταν: ένας ολόκληρος και επαρκής κόσμος.

Αφορισμός
Ο θάνατος δεν είναι πόρτα από την οποία περνούν οι ζωντανοί· είναι μόνο το όνομα που δίνουμε στον τοίχο που φανταστήκαμε στο τέλος του κήπου.

III — Το Ξετύλιγμα

Πίσω από το επιχείρημα στεκόταν η όραση του Όλου, και εδώ η διδασκαλία αποκτά το βάθος της. Το σώμα, όπως γνώριζαν οι παλαιοί δάσκαλοι, είναι ένα σπίτι από πηλό στο οποίο έχουν καταλύσει τα λεπτότερα ρεύματα της ψυχής — η ζεστασιά, ο άνεμος, η αερώδης ησυχία· και ό,τι υφάνθηκε πρέπει, με τον καιρό, να ξετυλιχτεί. Όταν ο γάμος της σάρκας και της πνοής φτάνει στο τέλος του, τα νήματα χαλαρώνουν, ο κόμπος λύεται, και αυτό που είχε μαζευτεί για μια εποχή σε ένα τρεμάμενο εγώ επιστρέφει στο μεγάλο πεδίο από το οποίο προήλθε.

Στο φοβισμένο μυαλό αυτό ακούγεται σαν καταστροφή. Στο μυαλό που έχει μάθει να βλέπει το Ένα πίσω από τα Πολλά, ακούγεται σχεδόν σαν επιστροφή στο σπίτι. Τα σπέρματα από τα οποία είμαστε φτιαγμένοι — εκείνα τα μικρά και λαμπερά μόρια που περιπλανώνται και παρεκκλίνουν μέσα στην απεραντοσύνη — δεν υπήρξαν ποτέ δικά μας εξαρχής. Μας δόθηκαν δανεικά. Για εβδομήντα χρόνια ή για επτά χόρεψαν τη μορφή που ονομάζουμε άνθρωπο· έπειτα παίρνουν άλλους χορούς, σε άλλα σώματα, στο χορτάρι, στο σύννεφο, στο παιδί που δεν έχει ακόμη γεννηθεί. Τίποτα δεν χάνεται· τίποτα δεν προστίθεται· η θάλασσα δεν θρηνεί το κύμα που υψώνεται από αυτήν και υποχωρεί.

Αυτή δεν είναι ψυχρή παρηγοριά, αν και ψυχρές φωνές την έχουν συχνά επαναλάβει έτσι. Το κύμα, όσο είναι κύμα, δεν χρειάζεται να προσποιείται ότι είναι ο ωκεανός· ούτε χρειάζεται να φοβάται την υποχώρησή του, γιατί η υποχώρηση είναι μόνο η επιστροφή του κύματος σε αυτό που πάντα ήταν. Η διάλυση των στοιχείων είναι ο αρχαιότερος και πιο ήπιος νόμος του κόσμου, και ο σοφός μαθαίνει να κοιτάζει τη δική του διασπορά όπως κοιτάζει ένας άνθρωπος ένα ένδυμα που φόρεσε με ευγνωμοσύνη και πρέπει τώρα να το επιστρέψει στα χέρια που του το δάνεισαν.

Ο καπνός δεν θρηνεί τη φωτιά που έχει ξεχάσει. Η ομίχλη δεν κλαίει για το πρωινό που κάποτε ήταν.

Αφορισμός
Ό,τι δόθηκε δανεικό επιστρέφεται χωρίς απώλεια· η θάλασσα δεν θρηνεί το κύμα, ούτε το κύμα τη θάλασσα.

IV — Η Ακτή πριν από την Ακτή

Υπάρχει ένα μάθημα κρυμμένο στο σκοτάδι πίσω μας, ένα που οι μεταγενέστεροι μαθητές του δασκάλου θα εξέφραζαν ανοιχτά. Σκέψου τις ατέλειωτες εποχές πριν από τη γέννησή σου. Πέρασαν αιώνες — αυτοκρατορίες υψώθηκαν, βουνά ανυψώθηκαν, αστέρια κάηκαν και κρύωσαν — και εσύ δεν ήσουν εκεί. Υπέφερες σε εκείνη την απέραντη απουσία; Στεκόσουν κλαίγοντας στην ακτή των αγέννητων, θρηνώντας τους αιώνες που δεν θα έβλεπες ποτέ; Όχι· ούτε καν το πρόσεξες.

Η ίδια αδιάσπαστη ησυχία περιμένει από την άλλη πλευρά, και είναι ακριβώς η ίδια ησυχία. Η φύση κρατά μπροστά μας, στον χρόνο που προηγήθηκε από εμάς, έναν καθρέφτη στον οποίο μπορούμε να δούμε τον χρόνο που θα ακολουθήσει — και το πρόσωπο που αντανακλάται εκεί είναι ήρεμο. Αν η μία δεν μας πλήγωσε ποτέ, η άλλη δεν μπορεί. Γιατί, λοιπόν, οι άνθρωποι κλαίνε για τη δεύτερη σιωπή και ποτέ για την πρώτη; Μόνο επειδή η καρδιά, δεμένη στη δική της μικρή ώρα, δεν μπορεί να φανταστεί τον εαυτό της χωρίς κοινό· φαντάζεται την απουσία ως εξορία από τον κόσμο, αντί για αυτό που είναι — ο κόσμος να συνεχίζει σε τέλεια ειρήνη χωρίς να χρειάζεται να παρακολουθείται.

Αλλά ο μυστικιστής ακούει κάτι παραπέρα σε αυτή τη συμμετρία. Αν το πριν και το μετά είναι μία και η αυτή σιωπή, τότε το σύντομο και λαμπρό διάστημα ανάμεσά τους δεν είναι ένα απομονωμένο νησί σε εχθρικό σκοτάδι· είναι ένα φωτισμένο παράθυρο σε ένα σπίτι του οποίου κάθε άλλο δωμάτιο είναι σε ειρήνη. Δεν βγαίνουμε από έναν εφιάλτη για να μπούμε σε άλλον. Αναδυόμαστε από μια ησυχία και, με τον καιρό, επιστρέφουμε σε αυτήν — και το διάστημα του φωτός, κρατημένο ανάμεσα σε δύο σιωπές, είναι για αυτόν ακριβώς τον λόγο πολύτιμο πέρα από κάθε μέτρο: όχι επειδή είναι σπάνιο, αλλά επειδή είναι ένα ξέφωτο στο δάσος της ησυχίας όπου το Όλο, για μια στιγμή, κοιτάζει τον εαυτό του μέσα από ανθρώπινα μάτια.

Αφορισμός
Η νύχτα πριν από τη γέννηση και η νύχτα μετά τον θάνατο είναι μία νύχτα· μόνο το λυχνάρι ανάμεσά τους είναι δικό μας.

V — Η Φλόγα πίσω από τη Φλόγα

Και όμως ο προσεκτικός αναγνώστης θα παρατηρήσει ότι η διδασκαλία που λεγόταν στην αγορά λέει ένα πράγμα, ενώ η διδασκαλία που ζούσε στον Κήπο φαίνεται να ψιθυρίζει άλλο. Στο φως της ημέρας του επιχειρήματος ο δάσκαλος μιλούσε για διασπορά και τίποτα περισσότερο: η ψυχή, όντας λεπτό σώμα, διασκορπίζεται όταν σπάσει το αγγείο της. Αλλά στην ησυχία ανάμεσα στα λόγια του, εκείνοι που κάθονταν πιο κοντά του διέκριναν μια στάχτη που ποτέ δεν αποκάλυψε πλήρως.

Θυμήσου τα τέσσερα ρεύματα που υφάνθηκαν στο σώμα κατά τη δημιουργία του: τη ζεστασιά που φουντώνει ως σκέψη, τον άνεμο που κινείται ως ζωτική δύναμη, την αερώδη ησυχία που κατακάθεται ως ανάπαυση — και κάτω από αυτά το ανώνυμο τέταρτο, που δεν έχει όνομα επειδή είναι ο ονομάζων, η ικανότητα να αισθάνεται κανείς ότι αισθάνεται, η φλόγα πίσω από τη φλόγα. Τα τρία πρώτα ανήκουν στον γάμο του σώματος· γεννιούνται μαζί του και πεθαίνουν μαζί του, όπως η μουσική μιας λύρας παύει όταν χαλαρώσουν οι χορδές. Αλλά το τέταρτο είναι άλλου είδους. Ποτέ δεν γνέστηκε από πηλό. Παρακολουθεί τη ζεστασιά να φουντώνει και τον άνεμο να περνά και την ησυχία να κατακάθεται, και παρακολουθώντας, δεν είναι κανένα από αυτά. Πώς, λοιπόν, θα μπορούσε η διάλυση αυτού που παρακολουθεί να διαλύσει τον παρατηρητή;

Ο δάσκαλος δεν θα ορκιζόταν σε αυτό. Είχε δει πάρα πολλούς ανθρώπους να χτίζουν ναούς πάνω σε μια απλή επιθυμία, και φύλαγε την καθαρότητα της διδασκαλίας του από κάθε άνετο ψέμα. Αλλά ο τρόπος με τον οποίο δεν ορκιζόταν είναι ο ίδιος διδακτικός. Ένας άνθρωπος που πραγματικά πιστεύει ότι τίποτα δεν περιμένει πέρα από το ξετύλιγμα του σώματος δεν φέρεται όπως εκείνος. Δεν συναντά την αγωνία με γαλήνη, ούτε μιλά για το επερχόμενο τέλος του όπως μιλά ένας ταξιδιώτης για έναν πολυαναμενόμενο δρόμο. Κάτι μέσα του γνώριζε την απέναντι ακτή, ακόμη κι αν καμία λέξη που κατείχε δεν ήταν κατάλληλη να την περιγράψει.

Ίσως αυτή είναι η βαθύτερη σημασία του ρητού ότι ο θάνατος δεν είναι τίποτα για μας. Είναι τίποτα — όχι επειδή υπάρχει μόνο κενό πέρα από αυτόν, αλλά επειδή αυτό που πραγματικά είμαστε εμείς οι ίδιοι δεν υπήρξε ποτέ μέσα στην εμβέλειά του. Το ξετύλιγμα αγγίζει το υφασμένο· η φλόγα πίσω από τη φλόγα στέκεται ανέγγιχτη.

Αφορισμός
Αυτό που παρακολουθεί το ξετύλιγμα δεν ξετυλίγεται το ίδιο.

VI — Η Τελευταία Μέρα στον Κήπο

Η παράδοση θυμάται ότι την τελευταία μέρα της ζωής του, ταλαιπωρημένος από πόνο που οι γιατροί συγκαταλέγουν στους πιο σκληρούς που μπορεί να αντέξει το σώμα, ο δάσκαλος κάθισε και έγραψε μια επιστολή σε έναν φίλο. Μιλούσε για την αγωνία ως μεγάλη πέρα από κάθε μέτρο· και στην ίδια ανάσα έγραφε ότι εναντίον της στεκόταν η χαρά της ψυχής του, η ανάμνηση των συνομιλιών που είχαν μοιραστεί. Ζητούσε από τον φίλο να φροντίσει τα παιδιά ενός αγαπημένου συντρόφου, όπως πάντα έκανε. Έπειτα, λέγεται, ζήτησε ένα ζεστό λουτρό και ένα κύπελλο ανέρωτου κρασιού, και παρήγγειλε σε εκείνους που ήταν γύρω του να θυμούνται τις διδασκαλίες του.

Δεν υπάρχει επιχείρημα σε αυτή τη σκηνή. Υπάρχει μόνο ένας άνθρωπος. Κι όμως πουθενά στη μακρά καταγραφή της φιλοσοφίας ένας θάνατος δεν μιλά πιο εύγλωττα από αυτόν. Εδώ δεν υπάρχει στωικό σφίξιμο της σιαγόνας ενάντια στην καταιγίδα, ούτε ευσεβές σφίξιμο υποσχέσεων· εδώ υπάρχει ένα ον εντελώς σαν στο σπίτι του στην ώρα του ξετυλίγματός του, περιτριγυρισμένο από τη ζεστασιά των φίλων, αφήνοντας τα τελευταία νήματα να χαλαρώσουν στην ησυχία του ζεστού νερού — όπως κάποιος αφήνει κάτω τον μόχθο μιας μακράς ημέρας και αναπαύεται.

Σκέψου τι σημαίνει αυτό. Ο πόνος ήταν πραγματικός· δεν τον αρνήθηκε, ούτε τον ονόμασε ψευδαίσθηση. Το σώμα κατέρρεε· δεν προσποιήθηκε το αντίθετο. Κι όμως, κάτω από τον πόνο και την κατάρρευση, η θάλασσα δεν κινήθηκε. Αυτή είναι η γαλήνη στην πληρέστερή της σημασία: όχι η απουσία καταιγίδας, αλλά η παρουσία μιας ησυχίας τόσο βαθιάς που η καταιγίδα, όσο βίαιη κι αν είναι, παραμένει επιφανειακό γεγονός. Εδώ η αταραξία δεν είναι πλέον δόγμα αλλά πράξη. Η διδασκαλία του Κήπου περνά τη μόνη δοκιμασία που μετράει, τη δοκιμασία της τελευταίας ώρας, και την περνά όχι με περιφρόνηση αλλά με ευγνωμοσύνη.

Εκείνοι που στέκονταν γύρω από το κρεβάτι πρέπει να ένιωσαν αυτό που νιώθουν οι ταξιδιώτες όταν παρακολουθούν ένα πλοίο να λύνει τους κάβους του σε ήρεμο καιρό: όχι τη φρίκη της απώλειας, αλλά το παράξενο, ήσυχο σοκ της ομορφιάς.

Αφορισμός
Ένας θάνατος που βιώθηκε με ειρήνη είναι η τελευταία και πιο καθαρή πρόταση μιας διδασκαλίας που τα λόγια μπορούσαν μόνο να αρχίσουν.

VII — Το Να Πεθαίνεις πριν Πεθάνεις

Για εκείνον που έχει βαδίσει το τετραπλό μονοπάτι, το ζήτημα του θανάτου αλλάζει εντελώς φύση. Δεν είναι πλέον θέμα του τι θα συμβεί στο τέλος, αλλά του πώς ζει κανείς στο μεταξύ. Γιατί ο φόβος του θανάτου δεν ήταν ποτέ φόβος της τελευταίας στιγμής· ήταν φόβος που απλωνόταν προς τα πίσω μέσα από κάθε στιγμή, βάφοντας καθεμία με τον τρόμο του δικού της τέλους. Αφαίρεσε τον φόβο, και το βάψιμο παύει. Τα χρόνια δεν μακραίνουν — ο δάσκαλος δεν ήταν ποτέ τόσο ανόητος ώστε να το υποσχεθεί — αλλά πλαταίνουν.

Υπάρχει μια αρχαία ενόραση, που βρίσκεται σε πολλές παραδόσεις και σίγουρα δεν ήταν άγνωστη στον Κήπο, ότι ο σοφός πεθαίνει πριν πεθάνει: ότι αφήνει κάτω, όσο είναι ακόμη ζωντανός, το προσκολλημένο εγώ που ο θάνατος ούτως ή άλλως θα του πάρει. Η Φρόνηση έχει ζυγίσει· η Εγκράτεια έχει συντονίσει· το Θάρρος έχει βαδίσει μέσα από τη σκιά· η Δικαιοσύνη έχει συμφιλιώσει το εγώ με το Όλο. Αυτό που απομένει, όταν ανεβούν αυτά τα τέσσερα σκαλοπάτια, είναι μια ψυχή που έχει ήδη, σε κάποιο μέτρο, αφήσει. Κρατά τις κτήσεις της ελαφρά, τις γνώμες ελαφρύτερα, το ίδιο της το όνομα ελαφρύτερα από όλα. Όταν φτάσει ο θάνατος, βρίσκει σχεδόν τίποτα να πάρει.

Αυτός είναι ο λόγος που ο σοφός μπορεί να μιλά για τον θάνατο με εύκολο χαμόγελο και να κάθεται δίπλα στους ετοιμοθάνατους χωρίς να τρεμοπαίζει. Έχει ήδη κάνει τη διάβαση στην καρδιά του. Ένας άνθρωπος που έχει αφήσει τις αποσκευές του στο σύνορο δεν παλεύει στην πύλη. Και έτσι, πολύ φυσικά, είναι ικανός για μια χαρά που οι φοβισμένοι δεν γνωρίζουν ποτέ — μια χαρά που δεν αρπάζει, γιατί δεν φοβάται να χάσει· μια αγάπη για τους φίλους που δεν πνίγει, γιατί γνωρίζει τη γλύκα αυτού που περνά· μια απόλαυση στο απλό ψωμί και το νερό του Κήπου πιο φωτεινή από οποιοδήποτε συμπόσιο, γιατί γεύεται χωρίς τη σκιά του ρολογιού.

Η θνητότητα, σωστά ιδωμένη, δεν είναι εχθρός του νοήματος αλλά η πηγή του. Είναι η πεπερασμένη ακτή του νησιού που δίνει στο νησί το σχήμα του.

Αφορισμός
Εκείνος που έχει αφήσει κάτω τον φόβο του τέλους έχει ήδη αρχίσει να ζει χωρίς τέλος.

VIII — Η Σιωπή που Κρατήθηκε

Και έτσι επιστρέφουμε στη σιωπή με την οποία ο δάσκαλος έκλεισε τα χείλη του. Πουθενά στα σωζόμενα λόγια του δεν περιγράφει την απέναντι ακτή. Μιλά για διασπορά· μιλά για ειρήνη· μιλά για το τίποτα του θανάτου για εκείνον που πεθαίνει. Αλλά για τη φλόγα πίσω από τη φλόγα, και για το τι κάνει όταν το σπίτι από πηλό είναι σκοτεινό, δεν λέει τίποτα.

Αυτό δεν είναι υπεκφυγή. Είναι πιστότητα. Ένας δάσκαλος που αγαπά τους ζωντανούς περισσότερο από ό,τι αγαπά μια όμορφη ιστορία δεν θα ζωγραφίσει το αόρατο γι’ αυτούς, γιατί γνωρίζει πόσο γρήγορα το ζωγραφισμένο πράγμα σκληραίνει σε δόγμα, και πόσο γρήγορα το δόγμα γίνεται νέα αλυσίδα, και η αλυσίδα νέος φόβος. Οι παλιές θρησκείες είχαν γεμίσει τη μακρινή χώρα με δικαστές και Ερινύες και ποτάμια φωτιάς, και με αυτόν τον τρόπο την είχαν κάνει φυλακή από την οποία κανένας θνητός δεν μπορούσε να ελευθερωθεί. Το να γυμνώσεις τη χώρα από αυτές τις εφευρέσεις — να την αφήσεις, αν χρειαστεί, κενή — ήταν ήδη πράξη απελευθέρωσης. Το να αρνηθείς να γεμίσεις ξανά το κενό με νέες εφευρέσεις, όσο ήπιες κι αν είναι, ήταν πράξη σεβασμού.

Ας τιμήσουμε αυτόν τον σεβασμό. Ας μην βιαστούμε, όπως έχουν κάνει κατώτεροι μαθητές, να χαράξουμε πάνω στη σιωπή τα ονόματα των δικών μας ελπίδων. Είτε η αθάνατη φλόγα επιστρέφει στο Όλο όπως το κύμα στη θάλασσα, είτε περνά σε κάποια μεσοκοσμική χώρα όπου οι θεοί κατοικούν στην ηρεμία τους, είτε απλώς είναι, ανώνυμη και απεριόριστη, με τρόπο που καμία γλώσσα των ζωντανών δεν μπορεί να κρατήσει — αυτά παραμένουν, όπως τα άφησε εκείνος, μια ανοιχτή πόρτα. Αυτό που μετράει είναι ο τρόπος της προσέγγισης: χωρίς τρόμο, χωρίς παζάρια, με τα σταθερά χέρια εκείνου που έχει μάθει ότι αυτό που φοβόταν δεν ήταν ποτέ αυτό που νόμιζε.

Ο θάνατος, λοιπόν, δεν είναι ο εχθρός στην πύλη του κήπου. Είναι η ησυχία στο τέλος του τραγουδιού — η σιωπή που δίνει στη μουσική το σχήμα της, και προς την οποία η μουσική, στις τελευταίες της νότες, πάντα μυστικά έγερνε. Ας πάει η ψυχή να τον συναντήσει όπως η θάλασσα συναντά την ακτή: αβίαστα, άφοβα και ολόκληρη.

Αφορισμός
Η σιωπή πέρα δεν είναι ετυμηγορία αλλά πρόσκληση· και οι σοφοί είναι εκείνοι που έχουν μάθει να βαδίζουν προς αυτήν όπως βαδίζει κανείς προς έναν φίλο.

Οι σωστές στιγμές στον έρωτα

Ένα πρόβλημα όσον αφορά το σεξ είναι ότι οι άνθρωποι κάνουν έρωτα πάρα πολύ. Η ερωτική πράξη έχει γίνει σχεδόν ρουτίνα. Ιατρικοί κύκλοι διέδωσαν την ιδέα ότι το σεξ είναι πολύ υγιεινό. Πρέπει να κάνεις έρωτα κάθε μέρα.

Κι όμως! Δεν θα έπρεπε να είναι καθημερινό φαγητό, άλλα κάτι σπάνιο. Να είναι γλέντι, όχι ρουτίνα. Θα 'πρεπε να γίνεται σ' εκείνες τις σπάνιες στιγμές που πραγματικά ξεχειλίζεις από ενέργεια. Θα 'πρεπε να είναι σαν δώρο για σπάνιες στιγμές αλλιώς η ζωή γίνεται πολύ βαρετή. Ακριβώς όπως τρως κάθε μέρα και πίνεις καφέ και κάνεις μπάνιο, έτσι κάνεις και σεξ. Τότε είναι βαρετό.

Κάνε έρωτα μόνο όταν υπάρχει τρομακτική επιθυμία και πάθος. Αλλιώς, απλά πες, ¨Συγγνώμη αλλά η επιθυμία και το πάθος δεν είναι εδώ, γιατί λοιπόν να το κάνουμε¨;

To να προσποιείσαι δεν είναι σωστό. Κι αν σταματήσεις να προσποιείσαι, θα βρεις πως το βάθος της ερωτικής πράξης έχει μεγαλώσει πάρα πολύ.

Παρατηρώ πως όποτε το ζευγάρι καυγαδίζει, μετά κάνουν έρωτα. Πρώτα θυμώνουν, ύστερα τσακώνονται κι έπειτα αρχίζουν να νιώθουν ενοχές επειδή το κάνουν αυτό ο ένας στον άλλον. Ύστερα αρχίζουν να σιχαίνονται τον εαυτό τους που δεν συμπεριφέρθηκαν σωστά και μόνο και μόνο για αντιστάθμισμα κάνουν έρωτα. Αυτό είναι σχεδόν ρουτίνα. Τα ζευγάρια τσακώνονται και μετά κάνουν έρωτα. Δεν μπορείς να βρεις πιο λάθος στιγμή για να κάνεις έρωτα!

Περίμενε για τις σωστές στιγμές. Υπάρχουν κάποιες στιγμές, που έρχονται χωρίς να τις επιδιώκεις, που είναι θεϊκά δώρα. Μια μέρα ξαφνικά αισθάνεσαι πως κυλάς, όχι πάνω στη γη, αλλά πετάς. Δεν έχεις καθόλου βάρος. Νιώθεις τόσο ανοιχτός που θα ήθελες να δώσεις το καθετί που μπορείς στη γυναίκα σου. Αυτή είναι η σωστή στιγμή. Διαλογίσου, χόρεψε, τραγούδα και άφησε την αγάπη να συμβεί στη μέση του χορού, του τραγουδιού, του διαλογισμού, της προσευχής. Τότε θα έχει διαφορετική ποιότητα: την ποιότητα του θεϊκού. Κι εγώ σου διδάσκω ακριβώς αυτό

Οι άνθρωποι επαναλαμβάνουν πάρα πολύ αυτό που αποκαλούν ερωτική πράξη, επειδή ποτέ δεν μένουν ικανοποιημένοι. Στην Ινδία, τα αρχαιότερα κείμενα για το σεξ, Το " Κάμα σούτρα" του Βατσιαγιάνα, λέει πως το να κάνεις πραγματικά αχαλίνωτο έρωτα μια φορά το χρόνο είναι αρκετό! Ακούγεται σχεδόν απίθανο για τον σύγχρονο άνθρωπο.

Ο άνθρωπος που υπολογίζει το χρόνο, θα βιάζεται ακόμα και στην σεξουαλική πράξη, σαν να χαραμίζεται ο χρόνος. Γι' αυτό ζητάμε στιγμιαίο καφέ και στιγμιαίο σεξ. Με τον καφέ είναι εντάξει, στο σεξ όμως είναι σκέτη βλακεία. Δεν μπορεί να υπάρξει στιγμιαίο σεξ. Δεν πρόκειται για δουλειά και δεν σηκώνει βιασύνη. Με τη βιασύνη θα το καταστρέψεις, θα σου φύγει η ουσία του ζητήματος

Απόλαυσε το, για να πάρεις μια γεύση από την αιωνιότητα.
Αν βιάζεσαι, τότε δεν μπορείς να νιώσεις την αιωνιότητα μερικές φορές συμβαίνει να μη σε διεγείρει η ενέργεια του άλλου. Τώρα εκείνος δεν μπορεί να κάνει τίποτα γι' αυτό και εσύ δεν μπορείς να κάνεις τίποτα γι' αυτό. Απλά δεν συμβαίνει

Μερικές φορές αν προσπαθήσεις να επιβάλλεις μια στύση, αυτή η επιβολή θα είναι το εμπόδιο. Δεν μπορείς να το επιβάλλεις με τη θέληση. Είναι κάτι πέρα από τη θέλησή σου. Και δεν υπάρχει η ανάγκη να το επιβάλλεις με τη θέληση. Αν είναι εκεί, εντάξει, αν δεν είναι πολύ καλά. Αυτό απλά σημαίνει πως το σώμα δεν έχει διάθεση εκείνη τη στιγμή. Το σώμα λέει όχι, αυτό είναι όλο.

Απλά άκου το σώμα! Ακολούθα το σώμα Και περίμενε για τις σωστές στιγμές.! Άφησε το σεξ να είναι κάτι εξαιρετικό. Είναι εξαιρετικό.