Ο άνθρωπος που αναζητά το ευ ζην με πνευματικό προσανατολισμό δεν αρκείται στο να ζει καλά, επιθυμεί να ζει αληθινά. ανακαλύπτει εκείνη την εσωτερική αρμονία μέσα από την οποία κάθε σκέψη, κάθε λόγος και κάθε πράξη αποκτούν ουσιαστικό νόημα. Αντιλαμβάνεται ότι η πληρότητα είναι στην εσωτερική συμφιλίωση με την ίδια την ύπαρξη και στην αναγνώριση της θείας αρχής ως θεμελίου κάθε ζωής. Διότι εκείνος που αναζητά το Άπειρο μέσα στα πεπερασμένα παραμένει πάντοτε ανικανοποίητος, ενώ εκείνος που στρέφεται προς την Πηγή αρχίζει να αντιλαμβάνεται ότι η αληθινή πληρότητα δεν είναι κάτι που έχεις η κάτι που σου ανήκει, αλλά κάτι που αποκαλύπτεται όταν η ψυχή ελευθερώνεται από τα πέπλα της πλάνης.
Σε αυτήν τη μυστική διαδρομή, ο διαλογισμός αποτελεί μία από τις σημαντικότερες πύλες της πνευματικής εξέλιξης. Είναι μια συνειδητή πράξη εσωτερικής επιστροφής. Είναι η στιγμή κατά την οποία ο άνθρωπος αποσύρει την προσοχή του από τον αδιάκοπο θόρυβο των εξωτερικών εντυπώσεων και εισέρχεται στον ιερό χώρο της σιωπής. Εκεί, μέσα στην ακινησία του νου, αρχίζει να παρατηρεί τις σκέψεις του χωρίς να ταυτίζεται μαζί τους, να αναγνωρίζει τις επιθυμίες του χωρίς να υποδουλώνεται σε αυτές και να διακρίνει τους φόβους του χωρίς να τους επιτρέπει να καθορίζουν την πορεία της ψυχής του.
Η σιωπή του διαλογισμού δεν είναι απουσία ζωής, αλλά αποκάλυψη μιας βαθύτερης μορφής ζωής. Είναι το άνοιγμα προς μια συνείδηση που δεν χρειάζεται να κυριαρχεί, να αποδεικνύει ή να διεκδικεί, επειδή αρχίζει να αναγνωρίζει την αξία της ίδιας της ύπαρξης. Όσο περισσότερο ο άνθρωπος καλλιεργεί αυτήν την εσωτερική σιωπή, τόσο περισσότερο αντιλαμβάνεται ότι ο νους, όταν παραμένει αιχμάλωτος της αδιάκοπης επιθυμίας, δημιουργεί έναν κόσμο διαρκούς ανησυχίας. Αντιθέτως, όταν εξασκείται στην παρατήρηση, στη συγκέντρωση και στην εσωτερική εγρήγορση, γίνεται καθαρότερος, διαυγέστερος και ικανότερος να διακρίνει το ουσιώδες από το πρόσκαιρο. Ο διαλογισμός, επομένως, γίνεται ένα είδος εσωτερικής κάθαρσης, μέσα από την οποία η ψυχή μαθαίνει να αποδεσμεύεται από την τυραννία του εγώ και να προσεγγίζει την πνευματική της φύση.
Ωστόσο, η πνευματική εξέλιξη δεν μετριέται από τη διάρκεια του διαλογισμού, από τις ασυνήθιστες εμπειρίες ή από την αίσθηση ότι κάποιος έχει αποκτήσει ιδιαίτερες γνώσεις. Η βαθύτερη μεταμόρφωση αποκαλύπτεται στον τρόπο με τον οποίο ο άνθρωπος στέκεται απέναντι στη ζωή. Εάν η εσωτερική άσκηση δεν γεννά περισσότερη αγάπη, περισσότερη κατανόηση, περισσότερη δικαιοσύνη και μεγαλύτερη ευαισθησία απέναντι στον πόνο των άλλων, τότε η γνώση κινδυνεύει να παραμείνει ένα νοητικό οικοδόμημα χωρίς πνευματική καρποφορία.
Η αληθινή μύηση δεν βρίσκεται στην επίδειξη της γνώσης, αλλά στην αθόρυβη μεταμόρφωση του χαρακτήρα. Δεν αποδεικνύεται από όσα ισχυρίζεται κανείς ότι γνωρίζει, αλλά από όσα έχει πλέον πάψει να χρειάζεται να αποδείξει.
Εδώ αναδύεται η ύψιστη σημασία της ταπεινοφροσύνης, η οποία αποτελεί έναν από τους βαθύτερους πυλώνες του ευ ζην. Η ταπεινοφροσύνη δεν είναι αυτοϋποτίμηση, ούτε άρνηση της ανθρώπινης αξίας, ούτε παραίτηση από την εσωτερική δύναμη. Είναι η διαυγής αναγνώριση των ορίων της ανθρώπινης γνώσης μπροστά στο Άπειρο. Είναι η συνειδητοποίηση ότι ο άνθρωπος, όσο κι αν εξελιχθεί πνευματικά, δεν μπορεί να περικλείσει με τον νου του το μυστήριο του Θεού. Μπορεί να το προσεγγίσει με την αγάπη, να το αισθανθεί με την προσευχή, να το αναζητήσει με τον διαλογισμό και να το τιμήσει με την ενάρετη ζωή, αλλά δεν μπορεί να το ιδιοποιηθεί.
Η ταπεινή ψυχή δεν θεωρεί τον εαυτό της ανώτερο από τους άλλους επειδή διαλογίζεται, προσεύχεται ή μελετά τις ιερές και εσωτερικές διδασκαλίες. Αντιθέτως, όσο περισσότερο βαθαίνει η πνευματική της αντίληψη, τόσο περισσότερο συνειδητοποιεί την απεραντοσύνη εκείνου που υπερβαίνει την ανθρώπινη κατανόηση. Κατανοεί ότι κάθε άνθρωπος αποτελεί μια μοναδική έκφραση της ζωής και ότι η αληθινή σοφία δεν επιδιώκει να εξουσιάζει, αλλά να υπηρετεί. Δεν αναζητά την αναγνώριση, αλλά την εσωτερική καθαρότητα. Δεν επιθυμεί να φαίνεται φωτισμένη, αλλά να γίνεται περισσότερο αληθινή. Και μέσα από αυτήν την ταπεινή στάση, η ψυχή απελευθερώνεται από τη λεπτή μορφή πνευματικής υπερηφάνειας, εκείνη που συχνά μεταμφιέζει το εγώ σε γνώση και την επιθυμία για ανωτερότητα σε δήθεν πνευματική υπεροχή.
Μαζί με την ταπεινοφροσύνη βαδίζει η ευσέβεια, όχι ως τυπική θρησκευτική συμμόρφωση, αλλά ως βαθιά εσωτερική ευλάβεια απέναντι στο θείο μυστήριο. Η ευσεβής ψυχή αντιλαμβάνεται ότι η ζωή δεν είναι ένα τυχαίο πεδίο ιδιοτελών επιδιώξεων, αλλά ένα ιερό δώρο που καλείται να τιμήσει. Βλέπει την ύπαρξη με σεβασμό, αντιμετωπίζει τον συνάνθρωπο με αξιοπρέπεια και προσεγγίζει τη φύση ως έκφραση μιας ευρύτερης αρμονίας. Η ευσέβεια δεν περιορίζεται στον χώρο της προσευχής ή της λατρείας· εκδηλώνεται στον τρόπο με τον οποίο ο άνθρωπος εργάζεται, μιλά, αγαπά, συγχωρεί, δημιουργεί και αναλαμβάνει την ευθύνη των πράξεών του. Είναι η διαρκής επίγνωση ότι ακόμη και η πιο απλή ανθρώπινη πράξη μπορεί να αποκτήσει ιερό χαρακτήρα όταν πραγματοποιείται με καθαρή πρόθεση, αγάπη και συνείδηση.
Στην ερμητική θεώρηση, το Ένα συμβολίζει την υπέρτατη αρχή, την αδιαίρετη πηγή από την οποία νοείται η ενότητα της ύπαρξης. Είναι εκείνο που βρίσκεται πέρα από τη διάκριση, χωρίς να ακυρώνει την πολλαπλότητα των εκδηλώσεών της. Ο κόσμος εμφανίζεται ως ένα απέραντο πεδίο μορφών, μεταβολών και αντιθέσεων, όμως πίσω από την εξωτερική διαφοροποίηση μπορεί να αναζητηθεί μια βαθύτερη ενότητα. Η ψυχή, όταν απομακρύνεται από την αποκλειστική ταύτισή της με το υλικό και το εφήμερο, αρχίζει να αναγνωρίζει αυτήν την ενότητα ως πνευματικό ορίζοντα της ύπαρξής της.
Δεν χρειάζεται να απορρίψει τον κόσμο για να στραφεί προς τον Θεό, χρειάζεται να μάθει να ζει μέσα στον κόσμο χωρίς να χάνει την επαφή με το θείο νόημα της ζωής.
Έτσι, η πληρότητα του Ενός Θεού δεν σημαίνει ότι ο άνθρωπος γίνεται Θεός με την έννοια της απόκτησης θεϊκής εξουσίας ή παντογνωσίας. Σημαίνει ότι η ζωή του αρχίζει να προσανατολίζεται προς την αγάπη, την αλήθεια, τη σοφία και την ενότητα. Το εγώ παύει σταδιακά να αποτελεί το αποκλειστικό κέντρο αναφοράς του και η ύπαρξη αποκτά μια ευρύτερη διάσταση. Ο άνθρωπος δεν αναρωτιέται πλέον μόνο τι μπορεί να αποκομίσει από τη ζωή, αλλά τι μπορεί να προσφέρει σε αυτήν. Δεν επιδιώκει να επιβληθεί στη ροή των πραγμάτων, αλλά να εναρμονίσει τις πράξεις του με τις βαθύτερες αρχές της συνείδησης και της αγάπης.
Αυτή η εσωτερική μεταμόρφωση απαιτεί πειθαρχία, υπομονή και καθημερινή εγρήγορση. Η πνευματική πορεία δεν είναι μια ευθύγραμμη άνοδος χωρίς δυσκολίες, ούτε μια διαρκής κατάσταση ευφορίας. Υπάρχουν περίοδοι αμφιβολίας, εσωτερικής σύγχυσης, δοκιμασίας και σιωπής. Υπάρχουν στιγμές κατά τις οποίες ο άνθρωπος αισθάνεται ότι απομακρύνθηκε από τον σκοπό του ή ότι οι παλαιές του αδυναμίες επανέρχονται. Όμως ακόμη και αυτές οι εμπειρίες μπορούν να γίνουν αφορμές βαθύτερης αυτογνωσίας. Κάθε δοκιμασία προσφέρει τη δυνατότητα να αναγνωριστούν οι προσκολλήσεις, να καλλιεργηθεί η υπομονή και να ενισχυθεί η εμπιστοσύνη στο θείο. Η ψυχή δεν ωριμάζει επειδή δεν συναντά σκοτάδι, αλλά επειδή μαθαίνει να διατηρεί μέσα της την αναζήτηση του φωτός ακόμη και όταν οι εξωτερικές συνθήκες δεν ευνοούν τη γαλήνη.
Το ευ ζην, επομένως, δεν είναι η απουσία του πόνου, αλλά η παρουσία ενός βαθύτερου νοήματος που επιτρέπει στον άνθρωπο να αντιμετωπίζει ακόμη και τον πόνο χωρίς να χάνει την ανθρωπιά του. Είναι η ικανότητα να παραμένει ευγνώμων χωρίς να θεωρεί τη ζωή δεδομένη, να συγχωρεί χωρίς να εγκαταλείπει τη διάκριση, να αγαπά χωρίς να απαιτεί την κατοχή και να προσφέρει χωρίς να περιμένει ανταπόδοση. Είναι η τέχνη της εσωτερικής ισορροπίας, όπου η δύναμη συνυπάρχει με την πραότητα, η γνώση με την ταπεινοφροσύνη και η ελευθερία με την ευθύνη.
Και ίσως το βαθύτερο μυστήριο αυτής της πορείας να βρίσκεται στην ανακάλυψη ότι η πληρότητα δεν κατακτάται μέσα από την αδιάκοπη προσπάθεια του εγώ να γίνει κάτι περισσότερο, αλλά αποκαλύπτεται όταν ο άνθρωπος μαθαίνει να αφαιρεί από τον εαυτό του ό,τι τον απομακρύνει από την αλήθεια. Να αφαιρεί την υπερηφάνεια, την απληστία, τον φθόνο, τη μνησικακία, την ανάγκη επιβολής και την ψευδαίσθηση της αυτάρκειας. Να αφήνει χώρο στην αγάπη, στη σοφία, στην ευσπλαχνία και στην εσωτερική σιωπή. Διότι η ψυχή που παύει να αγωνίζεται για να αναγνωριστεί από τον κόσμο αρχίζει να αναζητά τη βαθύτερη αναγνώριση που γεννιέται από τη συμφιλίωσή της με το θείο.
Το αληθινό ευ ζην είναι, τελικά, η μυστική συμφιλίωση της ανθρώπινης ψυχής με την πληρότητα του Ενός Θεού. Είναι η κατάσταση κατά την οποία ο άνθρωπος ζει με επίγνωση ότι δεν αποτελεί το κέντρο του σύμπαντος, αλλά ένα ταπεινό και πολύτιμο μέρος μιας απέραντης δημιουργίας. Είναι η πνευματική ωρίμανση εκείνης της ψυχής που δεν επιδιώκει να υψωθεί πάνω από τους άλλους, αλλά να γίνει περισσότερο ικανή να αγαπά, που δεν επιδιώκει να κατέχει τη σοφία, αλλά να υπηρετεί την αλήθεια, που δεν αναζητά τη δύναμη για να κυριαρχεί, αλλά τη δύναμη για να παραμένει ενάρετη.
Οσο περισσότερο πλησιάζει ο άνθρωπος το μυστήριο του Ενός, τόσο λιγότερο αισθάνεται την ανάγκη να διακηρύξει την πνευματική του αξία. Γίνεται σιωπηλότερος στην υπερηφάνεια, πλουσιότερος στην αγάπη, γενναιότερος στη συγχώρεση και βαθύτερος στην κατανόηση.
Και τότε, μέσα στη σιωπή της καρδιάς, αποκαλύπτεται το βαθύτερο νόημα του ευ ζην: να ζεις μέσα στον κόσμο με την ψυχή στραμμένη προς το Αιώνιο, να αναπνέεις με ευγνωμοσύνη, να πράττεις με αγάπη, να γνωρίζεις με ταπεινοφροσύνη και να προσκυνάς το Άπειρο όχι μόνο με τα χείλη, αλλά με ολόκληρη την ύπαρξή σου.
Διότι η ψυχή που αναγνωρίζει την πληρότητα του Ενός Θεού δεν επιδιώκει πλέον να γίνει το φως. Μαθαίνει να μην εμποδίζει το φως να περάσει μέσα από αυτήν.

Δεν υπάρχουν σχόλια :
Δημοσίευση σχολίου