Κυριακή 8 Δεκεμβρίου 2024

ΑΠΕΛΛΗΣ - Ο ΔΙΑΣΗΜΟΤΕΡΟΣ ΖΩΓΡΑΦΟΣ ΤΗΣ ΑΡΧΑΙΟΤΗΤΑ

Σύμφωνα με τον Πλίνιο, ο Απελλής άκμασε κατά την περίοδο της 112ης Ολυμπιάδος δηλαδή μεταξύ του -332 και του -329. Η συνεργασία του με τον Πτολεμαίο Α’ της Αιγύπτου υποδηλώνει πως υπήρξε ενεργός τουλάχιστον μέχρι το -305, όταν ο Πτολεμαίος ανακηρύχθηκε βασιλιάς. Εκτιμάται ότι έζησε από το -352 έως το -300 περίπου. Καταγόταν από την ιωνική πόλη Κολοφώνα βόρεια της Εφέσου.

Ο Απελλής υπήρξε αρχικά μαθητής του Εφόρου του Εφέσιου. Καθιερωμένος ήδη ζωγράφος έρχεται στη Σικυώνα.

Σπουδάζει για 12 έτη στη Σικυώνια Σχολή Ζωγραφικής με δάσκαλο τον Πάμφιλο στον οποίο έδινε ένα τάλαντο το χρόνο. Λέγεται ότι μαθήτευσε και πλησίον του ζωγράφου Αμφιπολίτη. Στη διάρκεια της παραμονής του στη Σικυώνα, συνεργάζεται με τον ζωγράφο Μελάνθιο για την κατασκευή της εικόνας του τύραννου Αρίστρατου. Την πληροφορία αυτή μας τη δίνει ο περιηγητής Πολέμων (αποσπάσματα: Πλούταρχος, Βίος Αράτου, παρ. 13 και Πλίνιος, Φυσική Ιστορία, βιβλίο 35, παρ. 123). Στη Σικυώνα τον βρήκε ο Μέγας Αλέξανδρος και μαζί με τον Λύσιππο τους πήρε στη μακεδονική αυλή.

Ο Απελλής εργάστηκε σαν ζωγράφος στο περιβάλλον του Φιλίππου Β’ και του Μεγάλου Αλεξάνδρου, φιλοτεχνώντας αρκετές προσωπογραφίες τους. Όπως αναφέρει ο Πλίνιος, ο Μέγας Αλέξανδρος εκτιμούσε ιδιαίτερα τις ικανότητές του. Για το λόγο αυτό, ο Μέγας Αλέξανδρος είχε απαγορεύσει να τον ζωγραφίζει άλλος εκτός από τον Απελλή (Πλίνιος, Φυσική Ιστορία, βιβλίο 35, παρ. 85). Σημειώνεται ότι ο Απελλής ακολούθησε τον Μέγα Αλέξανδρο στην εκστρατεία του στην Ασία μέχρι την Έφεσο.

Η Καμπάσπη. Όταν ήταν στη μακεδονική αυλή ζωγράφισε την ερωμένη του Αλεξάνδρου Καμπάσπη την οποία ο Απελλής ερωτεύθηκε. Ο πίνακας εντυπωσίασε τόσο τον Μέγα Αλέξανδρο ώστε αργότερα παραχώρησε την Καμπάσπη στον Απελλή.

Άλλα σπουδαία έργα του Απελλή είναι:

«Αλέξανδρος Κεραυνοφόρος» στον ναό της Αρτέμιδος στην Έφεσο για τον οποίο αμείφθηκε με το υπέρογκο ποσό των 20 χρυσών ταλάντων (Πλίνιος, βιβλίο 35, παρ. 92). Ο Πλούταρχος στο “Περί Αλεξάνδρου Τύχης ή Αρετής”, λέγει πως “εκ των Αλεξάνδρων ο μεν του Φιλίππου υπήρξεν ανίκητος, ο δε του Απελλού αμίμητος”. Ο ίδιος συγγραφέας λέγει, επίσης, για τον ίδιο πίνακα, ότι έδωσε το χρώμα του δέρματος του Αλεξάνδρου φαιότερο, ενώ το πρόσωπο και το στήθος είχαν μια καταπληκτική ερυθρωπή λευκότητα.

Για την «Αναδυόμενη Αφροδίτη» ο Απελλής να χρησιμοποίησε σαν μοντέλο την πανέμορφη εταίρα της Αθήνας και ερωμένη του Πραξιτέλη Φρύνη. Ο Στράβων γράφει ότι ο Απελλής εμπνεύσθηκε το θέμα του πίνακα όταν είδε την περίφημη εταίρα Φρύνη να λούζεται στην Ελευσίνα. Ο πίνακας αφιερώθηκε στο Ναό του Ασκληπιού στην Κω.

«Η Συκοφαντία». Ιδιαίτερη μνεία πρέπει να γίνει για τον πίνακα του Απελλή «Η Συκοφαντία» που σώζεται σε αντίγραφο από τον Σάντρο Μποτιτσέλι ο οποίος το ζωγράφισε βασισμένος σε περιγραφή του Λουκιανού για τον πίνακα του Απελλή στην πραγματεία του «Περὶ τοῦ μὴ ῥᾳδίως πιστεύειν διαβολῆ» δηλαδή πως δεν θα πιστεύετε εύκολα τη συκοφαντία. Η ιστορία αναφέρεται στον ζωγράφο Αντίφιλο που ενοχλείτο γιατί ο Μακεδόνας βασιλιάς της Αιγύπτου Πτολεμαίος Α’ ο Λάγου έδειχνε ιδιαίτερη εκτίμηση στον Απελλή παρά σε αυτόν. Για το λόγο αυτό, ο Αντίφιλος συκοφάντησε τον Απελλή στον Πτολεμαίο ότι δήθεν συμμετείχε στη συνωμοσία του έπαρχου της Τύρου Θεοδότα εναντίον του Πτολεμαίου. Ο Πτολεμαίος εξοργίσθηκε κατά του Απελλή αλλά όταν αργότερα έμαθε την αλήθεια ντράπηκε και α) δώρισε στον Απελλή 100 τάλαντα και β) του έδωσε τον Αντίφιλο σαν δούλο. Αντιδρώντας ο Απελλής στη συκοφαντία, εξ αιτίας της οποίας κινδύνευσε, ζωγράφισε τον περίφημο πίνακα «Διαβολή» δηλαδή συκοφαντία.

Να πως περιγράφει τον πίνακα ο Λουκιανός:

«Στα δεξιά κάθεται κάποιος άνδρας με πολύ μεγάλα αυτιά, σχεδόν όμοια με αυτά του Μίδα, προτείνοντας το χέρι στη Συκοφαντία ενώ ακόμα στέκεται μακριά της. Γύρω του στέκονται δύο γυναίκες, η Άγνοια, νομίζω, και η Δοξασία. Από την άλλη μεριά πλησιάζει η Συκοφαντία, γυναίκα υπερβολικά όμορφη, γεμάτη θέρμη και ερεθισμό, σαν να δείχνει τη λύσσα και την οργή, κρατώντας στο αριστερό χέρι αναμμένη δάδα και με το άλλο χέρι σέρνοντας από τα μαλλιά ένα νεαρό που τεντώνει τα χέρια στον ουρανό και καλεί για μάρτυρες τους θεούς. Προηγείται άνδρας κάτωχρος και άσχημος, με διαπεραστική ματιά, που μοιάζει να έχει γίνει σκελετός από μακρόχρονη ασθένεια. Θα μπορούσε κάποιος να νομίσει ότι αυτός είναι ο Φθόνος (ζήλια). Επιπρόσθετα, τη Συκοφαντία ακολουθούν και άλλες δύο γυναίκες που την ενθαρρύνουν τη ντύνουν και τη στολίζουν. Όπως μου είπε ο ξεναγός, η μία είναι η Επιβουλή και η άλλη η Απάτη. Μετά ακολουθούσε κάποια γυναίκα με εμφάνιση εντελώς πένθιμη, ντυμένη στα μαύρα αληθινά ράκος. Αυτή λεγόταν, νομίζω, Μετάνοια. Αυτή, λοιπόν, στρεφόταν προς τα πίσω με δάκρυα και γεμάτη ντροπή έριχνε λοξές ματιές στην Αλήθεια που πλησίαζε».

Ο Απελλής έγινε διάσημος για τον πλούτο των χρωμάτων του. Είχε ανακαλύψει μεθόδους παρασκευής χρωμάτων από ποικιλία διαφόρων ουσιών που ακόμα και σήμερα μας είναι άγνωστες. Χρησιμοποιούσε ένα τρόπο βαφής που κανείς άλλος δεν μπόρεσε να τον μιμηθεί. Επαινείται δε από όλους η ειλικρίνεια του καλλιτέχνη, ο οποίος έλεγε ότι υπολείπεται του Μελανθίου κατά τη διάταξη, του δε Ασκληπιόδωρου κατά τη συμμετρία και το μέτρο, για το οποίο τον θαύμαζε. Αναφέρεται επίσης σαν καινοτόμος στον τομέα της τεχνικής, έχοντας επινοήσει μία ειδική μέθοδο προετοιμασίας της μίξης των ουσιών των χρωμάτων από ελεφαντόδοντο (Πλίνιος, βιβλίο 35, παρ. 25). Η χρήση του βοηθούσε στη διατήρηση και προστασία των έργων ενώ παράλληλα επιδρούσε πιθανά και στην άμβλυνση των χρωμάτων.

Το κύριο χαρακτηριστικό της τέχνης του Απελλή ήταν η λεπτότητα των χαρακτηριστικών γραμμών του, η αληθοφάνεια των χρωμάτων του, η άμετρη χάρη, καλλονή, εκφραστικότητα των μορφών του και η αποφυγή κάθε υπερβολής και στο σχέδιο και στα χρώματα. Εκτιμάται ότι πρώτος ο Απελλής ζωγράφισε αλληγορικές εικόνες και προσωποποιήσεις ιδεών όπως η βροντή, η άγνοια, η υπόληψη, ο φθόνος, η διαβολή, η αλήθεια. Ο Πίνδαρος έγραφε πως ο Απελλής «μείλιχα» εργάζεται για τους θνητούς και αυτό το απέδιδε στην παιδική αριστοκρατική του αγωγή, τη βαθιά μουσική του παιδεία, την έμφυτη ευγένεια και τη χάρη που είναι δώρο των θεών. Ο Πλίνιος (Φυσική Ιστορία, βιβλίο 35, παρ. 88) υποστήριξε πως ο Απελλής υπήρξε ανώτερος από τους ζωγράφους που διαδέχτηκε και από εκείνους που υπήρξαν συνεχιστές του. Ανέφερε χαρακτηριστικά πως οι προσωπογραφίες του ήταν τόσο αληθοφανείς, ώστε ένας μετωποσκόπος μπορούσε να προβλέψει την ηλικία του εικονιζόμενου προσώπου, καθώς και να πραγματοποιήσει προβλέψεις για το μέλλον του.

ΑΠΟΣΠΑΣΜΑΤΑ ΑΠΟ ΜΕΛΕΤΕΣ ΓΙΑ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΑ ΤΗΣ ΠΛΑΤΩΝΙΚΗΣ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑΣ

Η πολιτεία των φιλοσόφων


Την παραβολή της σπηλιάς μπορούμε να τη διαβάσουμε στον πλατωνικό διάλογο Πολιτεία. Στο διάλογο αυτό, ο Πλάτωνας περιγράφει την ιδανική πο­λιτεία∙ φαντάζεται, δηλαδή, μια ιδανική πολιτεία — αυτό, δηλαδή, που εμείς α­ποκαλούμε «κοινωνία της ουτοπίας». Με λίγα λόγια, ο Πλάτωνας θεωρούσε ό­τι στην ιδανική πολιτεία θα έπρεπε να κυβερνούν οι φιλόσοφοι. Και για να αι­τιολογήσει την άποψη του, χρησιμοποίησε το σώμα του ανθρώπου.

Σύμφωνα με τον Πλάτωνα, το ανθρώπινο σώμα αποτελείται από τρία μέ­ρη, το κεφάλι, το στήθος και το υπογάστριο. Σε καθένα απ' αυτά τα μέρη α­ντιστοιχεί μια ιδιότητα. Στο κεφάλι αντιστοιχεί η λογική. Στο στήθος, η φιλη­δονία. Σε καθεμιά απ' αυτές τις ιδιότητες αντιστοιχεί, με τη σειρά του, κι από ένα ιδανικό ή, όπως το λέει ο Πλάτωνας, μια αρετή. Η λογική επιδιώκει τη σοφία, η θέληση πρέπει να δείχνει θάρρος και ο πόθος πρέπει να δαμάζεται, για να μπορεί ο άνθρωπος να έχει μέτρο. Μόνο όταν τα τρία μέρη του ανθρώπινου κορμιού λειτουργούν ως αδιάσπαστη ενότητα, μόνο τότε έχουμε έναν άνθρωπο ολοκληρωμένο και σωστό. Στο σχολείο, τα παιδιά μαθαίνουν πρώτα να χαλι­ναγωγούν τις επιθυμίες τους και στη συνέχεια να καταπολεμούν τους φόβους τους και να δείχνουν θάρρος και, τέλος, μαθαίνουν να χρησιμοποιούν τη λογική τους και να επιδιώκουν τη σοφία.

Ο Πλάτωνας, τώρα, φαντάζεται μια πολιτεία, δομημένη ακριβώς όπως και το ανθρώπινο σώμα. Όπως και το κορμί μας έχει «κεφάλι», «στήθος» και «υπογάστριο», έχει και η πολιτεία κυρίαρχους, φυλακές (ή στρατιώτες) και την τάξη των εμπόρων (στην οποία, εκτός από τους εμπόρους αυτούς καθ' αυτούς, ανήκουν και οι τεχνίτες και οι αγρότες). Εδώ φαίνεται καθαρά ότι ο Πλάτωνας χρησιμοποιεί ως υπόδειγμα την ιατρική επιστήμη της επο­χής του. Όπως ο υγιής και γερός άνθρωπος πρέπει να έχει αρμονία και μέ­τρο στη ζωή του, έτσι και στη δίκαιη πολιτεία, καθένας ξέρει ποια ακριβώς είναι η θέση του.

Όπως ολόκληρη η φιλοσοφία του Πλάτωνα, στο σύνολο της, έτσι και οι ι­δέες του για την ιδανική πολιτεία δείχνουν καθαρά το ρασιοναλισμό του. Το κυριότερο χαρακτηριστικό μιας σωστής και δίκαιης πολιτείας είναι η διακυ­βέρνηση με τη βοήθεια της λογικής. Κι όπως το κεφάλι κυβερνά το σώμα, έ­τσι και οι φιλόσοφοι πρέπει να κυβερνούν την κοινωνία.

Ας δοκιμάσουμε να φτιάξουμε ένα απλό σχεδιάγραμμα των σχέσεων ανά­μεσα στα τρία μέρη του ανθρώπινου σώματος και της ανθρώπινης κοινωνίας:

Σώμα                 Ψυχή             Αρετή             Πολιτεία

Κεφάλι              Λογική           Σοφία           Κυβερνήτης

Στήθος             Θέληση         Θάρρος            Φύλακας

Υπογάστριο     Επιθυμία         Μέτρο          Τάξη εμπόρων

Κριτική για τους φιλοσόφους κυβερνήτες

Δύο γενικά προβλήματα προκύπτουν, αν αντιμετωπίσουμε τον Πλάτω­να από την άποψη των συγχρόνων ιδεών. Το πρώτον είναι: υπάρχει πράγμα­τι αυτό που αποκαλούμε "σοφία"; Το δεύτερον είναι: αν υποθέσουμε ότι υ­πάρχει, μπορεί να επινοηθή ένα πολίτευμα που θα της αναγνώριζε πολιτική εξουσία;

Η "σοφία", κατά την έννοια που εξυπονοεί ο όρος, δεν είναι καμιά εξειδι­κευμένη ικανότητα, όπως αυτή που διαθέτει ο παπουτσής, ή ο γιατρός ή ο στρατιωτικός. Πρέπει να είναι κάτι πιο γενικό, μιας και βοηθάει τον άνθρω­πο, όταν την έχει, να κυβερνά συνετά. Νομίζω ότι ο Πλάτων θα μπορούσε να πη ότι συνίσταται στη γνώση του καλού, και θα μπορούσε να συμπλήρω­ση τον ορισμό του με το σωκρατικό δόγμα ότι κανένας δεν αμαρτανει εν επι-γνώσει, απ’ όπου συνέπεται ότι όποιος ξέρει τι είναι καλό κάνει και το σω­στό. Σε μας η άποψη αυτή φαίνεται εντελώς ανεδαφική, θα ήταν περισσότερο φυσικό να ειπούμε ότι υπάρχουν αντίρροπα συμφέροντα και ότι ο πολιτι­κός πρέπει να προσπαθεί να επιτυχή τον καλύτερο δυνατό συμβιβασμό μετα­ξύ τους. Τα μέλη μιας τάξεως ή ενός έθνους μπορεί να έχουν κοινό συμφέρον, συνήθως όμως το συμφέρον τούτο θα έρχεται σε σύγκρουση με τα συμφέρο­ντα άλλων τάξεων ή εθνών. Υπάρχουν, αναντίρρητα, μερικά συμφέροντα κοι­νά σ’ όλη την ανθρωπότητα σαν σύνολο, αλλά δεν εξαρκούν για να καθορί­σουν μια πολιτική δράση. Ίσως να επιτευχθή τούτο κάποτε, στο μέλλον, αλλ' ασφαλώς όχι εφ’ όσον θα υπάρχουν πολλά κυρίαρχα κράτη. Αλλά και τότε ακόμη το δυσκολότερο πρόβλημα στην επιδίωξη του γενικού συμφέρο­ντος, θα συνίσταται στην επίτευξη συμβιβασμού των συνάλληλα εχθρικών ειδικών συμφερόντων.

Αλλά κι αν ακόμη υποθέσουμε πως υπάρχει αυτό που λέγεται «σοφία», υ­πάρχει μήπως μορφή πολιτεύματος που να μπορεί να παραδώση την κυβέρνη­ση στον σοφό; Είναι φανερό πως οι πλειοψηφίες, όπως και αϊ γενικαί σύνοδοι, μπορούν να πλανώνται, και πράγματι αυτό συνέβη συχνά. Οι αριστοκρατίες δεν είναι πάντοτε σοφές· οι βασιλιάδες συχνά είναι επιπόλαιοι· οι Πάπαι, παρά το αλάθητο τους, διέπραξαν σοβαρότατα σφάλματα. Και θα βρεθή κανείς να προτείνη την ανάθεση της εξουσίας στους πτυχιούχους των Πανεπιστημίων ή στους καθηγητές της θεολογίας; Ή σε ανθρώπους που γεννήθηκαν φτωχοί και επέτυχαν να κάνουν μεγάλες περιουσίες; Είναι φανερό πως καμμιά νομι­κώς καθορισμένη επιλογή πολιτών δεν θα ήταν στην πράξη σοφότερη από το σύνολο.

Θα μπορούσε να υποστήριξη κανείς ότι οι άνθρωποι θα ήσαν ικανοί ν' απο­κτήσουν πολιτική σοφία με κατάλληλη προπαιδεία. Αλλά θα προέκυπτε τότε το πρόβλημα: ποια είναι η κατάλληλη προπαιδεία; Κι αυτό θα κατέληγε πάλιν σε κομματικό ζήτημα.

Έτσι, το πρόβλημα της επιλογής "σοφών" ανδρών και της αναθέσεως της κυβερνήσεως σ' αυτούς, παραμένει άλυτο. Και αυτό αποτελεί και το τελικό ε­πιχείρημα υπέρ της δημοκρατίας.

Ο Πλατωνικός Μύθος του Σπηλαίου – Ιδεαλισμός

Η Εμπειρική Πραγματικότητα ως Είδωλο της Πραγματικότητας των Ιδεών


Ο Πλάτων (περ. 427-347 π.Χ.) δεν θεωρούσε τον κόσμο μας τον καλύτερο δυνατό, κάθε άλλο: Είναι ένα είδος φυλακής, γράφει, μέσα στην οποία είμαστε κλεισμένοι, δεμένοι και βυθισμένοι στο σκοτάδι. Αλλά έξω από αυτή τη φυλακή απλώνεται ένας φωτεινός και ελπιδοφόρος κόσμος αληθειών, τις οποίες ονόμασε ιδέες ή ιδεατά - εξ ου και ο χαρακτηρισμός του δόγματος ως «ιδεαλισμού».

Ο Πλάτων αναπτύσσει την ιδεαλιστικές του απόψεις κατά τρόπον ιδιαιτέρως α­ξιομνημόνευτο στην Πολιτεία, όπου εκπρόσωπος του, όπως συνήθως, είναι ο μέντο­ρας του Σωκράτης. (Σε ποιο βαθμό ο Σωκράτης πρέσβευε όντως τις απόψεις που του αποδίδει ο Πλάτων είναι άγνωστο). Ο Σωκράτης συγκρίνει τον καθημερινό κό­σμο με «υπόγειο καταφύγιο» ή σπήλαιο, όπου είμαστε αλυσσοδεμένοι επί τόπου. Μπροστά μας υψώνεται ένας τοίχος και πίσω μας υπάρχει μια φωτιά· ανίκανοι να στρέψουμε το κεφάλι μας, βλέπουμε μόνο τις σκιές που προβάλλει η φωτιά επάνω στον τοίχο. Οπότε μοιραίως εκλαμβάνουμε τις σκιές αυτές ως «πραγματικότητα».

Εάν όμως μπορούσαμε να ελευθερωθούμε από τα δεσμά μας, ή, έστω να στρέψουμε το βλέμμα μας προς το στόμιο της σπηλιάς, θα συνειδητοποιούσαμε τελικά το σφάλμα μας. Κατ' αρχάς, το ξαφνικό φως θα ήταν επώδυνο και α­ποπροσανατολιστικό. Αλλά, σύντομα, θα προσαρμοζόμασταν και θ' αρχίζαμε να αντιλαμβανόμαστε τα πραγματικά πρόσωπα και αντικείμενα, που κάποτε γνω­ρίζαμε μόνο ως σκιές. Κι όμως· ακόμη και τότε, θα προσκολλούμεθα από συ­νήθεια στις σκιές, συνεχίζοντας να θεωρούμε μόνο αυτές πραγματικές και τις πηγές τους απλές παραισθήσεις. Εάν, όμως, μας τραβούσαν έξω από τη σπη­λιά και προς το φως, τότε αργά ή γρήγορα θα αντιλαμβανόμασταν την ορθή ει­κόνα των πραγμάτων και θα οικτίραμε την προηγούμενη άγνοια μας.

Ο παραλληλισμός του Πλάτωνος ισοδυναμεί με ριζική αμφισβήτηση του τρό­που λειτουργίας της ανθρώπινης σκέψης. Έχουμε συνηθίσει, λέγει, να θεωρούμε τα απτά αντικείμενα που μας περιβάλλουν ως πραγματικά ενώ δεν είναι. Ή μάλλον ενώ αυτά είναι απλώς «έκτυπα» και «είδωλα» -δηλαδή κακέκτυπα και λιγότερο πραγματικά ομοιώματα των αμετάβλητων και αιώνιων «ιδεών». Αυτές οι ιδέες, όπως τις ορίζει ο Πλάτων, είναι οι μόνιμες για μας πραγματικότητες, α­πό τις οποίες κατασκευάζονται (με κάποιον τρόπο) ατελή και φθαρτά απτά α­ντίγραφα. Για παράδειγμα, κάθε καρέκλα, στον οικείο για μας κόσμο των αντι­κειμένων, είναι απλώς απομίμηση ή «σκιά» της ιδεατής καρέκλας. Κάθε γρα­φείο είναι αντίγραφο του ιδεατού γραφείου, το οποίο ποτέ δεν αλλάζει, υπάρχει στην αιωνιότητα και πάνω στο οποίο δεν μπορούμε ποτέ να χύσουμε καφέ.

Αυτές οι ιδεατές καρέκλες και αυτά τα ιδεατά γραφεία δεν αποτελούν για τον Πλάτωνα σχήμα λόγου, αλλά αντικείμενα περισσότερο "πραγματικά" από τις εγκόσμιες απομιμήσεις τους, αφού είναι και τελειότερα και καθολικά. Επειδή όμως οι ατελείς αισθήσεις μας είναι «ἐκ παίδων» παγιδευμένες στον κόσμο των ειδώλων, είμαστε τυφλοί ως προς τον κόσμο των ιδεών. Το πνεύμα μας είναι δέσμιο των απομιμήσεων, τις οποίες έτσι εκλαμβάνουμε ως πραγμα­τικότητα. Είμαστε φυλακισμένοι σε ένα σπήλαιο ειδώλων.

Εν τούτοις, δεν έχουν χαθεί τα πάντα, γιατί, μολονότι ο άνθρωπος είναι αλυσοδε­μένος, η φιλοσοφία μπορεί να τον ελευθερώσει. Αρκεί μόνο να της το επιτρέψουμε και αυτή θα αναλάβει να μας τραβήξει έξω από την σπηλιά του ζόφου και της άγνοιας, προς το φως της αληθινής ύπαρξης. Προς στιγμήν μπορεί να αποδοκιμάσουμε εκείνο που τότε θα δούμε, όντας προσκολλημένοι στην "πραγματικότητα" των αισθητών πραγμάτων και αρνούμενοι την αλήθεια των φιλοσοφικών ιδεατών. Αλλά, αργά ή γρήγορα, θα αρχίσουμε να βλέπουμε καθαρά και μάλιστα να προσεγγίζουμε την υ­πέρτατη ιδέα των ιδεών, η οποία είναι η ιδέα του αγαθού (αρετής). Φυσικά, ο Πλά­των, ως φιλόσοφος, ορίζει το αγαθό ως γνώση.

Για τη θεωρία των Ιδεών

Σε σύγκριση με τις επιστημονικές έννοιες το πεδίο των Ιδεών είναι ό,τι και τα πράγματα που αντιλαμβανόμαστε μέσα στο αισθητό σύμπαν σε σύγκριση με την αντανάκλαση τους πάνω στο νερό και στο κάτοπτρο. Πιο γενικά, στην ίδια σχέση βρίσκεται η ιδεατή πραγματικότητα στο σύνολο της με το αι­σθητό εν γένει. Έτσι η Ιδέα έχει διπλή σύσταση: αρχικά είναι το ένα πρότυπο που μιμείται την "επιστημονική" τάξη στο επίπεδο του λόγου· μήπως όμως, γενικότερα, η Ιδέα αποτελεί το παράδειγμα που αντιγράφεται από το φαινόμε­νο δεδομένο; Για την ακρίβεια, η Ιδέα είναι αυτό για το οποίο μιλάει ο λόγος της ορθής φιλοσοφίας (όπως το αισθητό δεδομένο είναι εκείνο για το οποίο μι­λάει η γνώμη).

Τα χαρακτηριστικά της Ιδέας είναι λοιπόν ακριβώς αντίθετα από εκείνα του αισθητού πράγματος. Το τελευταίο είναι μεταβλητό, η Ιδέα όμως είναι αμετα­κίνητη και ξεφεύγει από την αποσύνθεση που συνεπιφέρει το γίγνεσθαι" το αι­σθητό πράγμα είναι συγκεχυμένο, ενώ η Ιδέα είναι διακεκριμένη και ταυτόχρο­να μπορούμε να της δώσουμε έναν αυστηρό ορισμό" το αισθητό πράγμα είναι θαμπό, η Ιδέα είναι διάφανη· το αισθητό πράγμα διαφοροποιείται σε πολλαπλά περιεχόμενα, η Ιδέα έχει μορφική καθαρότητα· το πράγμα που γίνεται αντιλη­πτό εξαρτάται από την κατάσταση εκείνου που το αντιλαμβάνεται, η Ιδέα είναι καθ' εαυτή· το αισθητό πράγμα αντιτάσσει στη γνώση τις ασάφειες του, ενώ η Ιδέα προσφέρει στο ελευθερωμένο Πνεύμα την πλήρη διαφάνεια του νοητού της χαρακτήρα· το αισθητό πράγμα είναι χάος, η Ιδέα είναι διάταξη· οι σχέσεις α­νάμεσα στα πράγματα είναι σκοτεινές και αβέβαιες, ενώ οι Ιδέες σχηματίζουν ένα σύστημα, το οποίο ανακαλύπτει η διαλεκτική και το αντανακλά η φιλοσο­φική γνώση.

Η αρχή αυτού του συστήματος, μας λέει ο Πλάτων, είναι το Αγαθό" εί­ναι ο παράγοντας που εξασφαλίζει την ενότητα ετούτης της διατεταγμένης ποικιλίας. Στο τέλος του έκτου βιβλίου της Πολιτείας, το Αγαθό συγκρίνε­ται με τον ήλιο: όπως εδώ κάτω ο ήλιος φωτίζει και ζωογονεί τα φυσικά ό­ντα, έτσι και στο νοητό σύμπαν το Αγαθό οργανώνει και βοηθά να γνωρίσου­με τις Ιδέες...

Η αλληγορία του σπηλαίου

Για την διαμόρφωση της θεωρίας των ιδεών είναι σημαντικά σ' αυτό το μέρος κυρίως τρία απανωτά κεφάλαια. Προς το τέλος του 6. βιβλίου ο Πλά­τωνας την ιδέα του αγαθού σαν πηγή της πνευματικής ύπαρξης, που δίνει στα νοητά αντικείμενα την αλήθεια, και στον άνθρωπο που βρίσκεται στον δρόμο της γνώσης την δυνατότητα να τα συλλαβή, την συγκρίνει με τον ήλιο, που ε­πιτρέπει στα πράγματα να γεννιούνται μέσα στον ορατό κόσμο, μας δημιουργεί όμως χάρη στο φως την προϋπόθεση με την οποία τα βλέπουμε. Έτσι η ιδέα του αγαθού είναι ανώτερη από πόλες τις άλλες ιδέες και τοποθετείται πάνω α­πό τον κόσμο των ιδεών, επειδή θεωρείται η πραγματική αιτία της ύπαρξης. Ο νεοπλατωνισμός προπαρασκευάζεται εδώ σ' ένα ουσιαστικό του σημείο, και δεν είναι μεγάλη η απόσταση για την ταύτιση της ιδέας του αγαθού με τον θεό. Με αυτό συνάπτεται η αισθητοποίηση των αναβαθμών της γνώσης χάρη σε μιαν γραμμή, που χωρισμένη σε δυο τμήματα συμβολίζει το βασίλειο του ο­ρατού και το βασίλειο του πνευματικού. Κάθε μέρος υποδιαιρείται ξανά σε δυο μέρη, κι έτσι τώρα διαγράφονται τέσσερις αναβαθμοί: ή δοξασία, με βάση τις εικόνες του καθρέφτη ή του ίσκιου (εικασία), η εμπιστοσύνη στην άμεση αισθησική αντίληψη (πίστις), οι ενέργειες του λογικού που στηρίζονται σε ορα­τές μορφές (διάνοια, παράδειγμα η γεωμετρία), και τελευταία βαθμίδα η κα­τανόηση του κόσμου του απόλυτου, η οποία αποκτήθηκε με την διαλεκτική (νόησις). Στην αρχή του 7. βιβλίου ακολουθεί σαν επιβλητική εικόνα για τον δρόμο του ανθρώπου ο οποίος προχωρεί για να γνωρίση την αλήθεια της ύπαρ­ξης, η παρομοίωση της σπηλιάς, που δημιούργησε μιαν τεράστια επίδραση στην αρχαιότητα και ύστερ’ απ’ αυτήν. Διακρίνονται πέντε βαθμίδες, που απ' αυτές οι τέσσερις πρώτες είναι φανερά παράλληλες με τους αναβαθμούς της γνώσης, που αναφέραμε τωραδά. Αυτοί που είναι δεμένοι μέσα στην σπηλιά, με την πλάτη προς την έξοδο της, βλέπουν μπροστά τους να προβάλλωνται μόνο οι σκιές των αντικειμένων που κινούνται πίσω τους, κι αυτοί είναι όσοι βρίσκονται στην περιοχή της φαντασίας (δόξα). Αν ελευθερώνονταν από τα δε­σμά τους, θα μπορούσαν να δουν τα ίδια τα πράγματα στην λάμψη της τεχνη­τής φωτιάς, και την ίδια την φωτιά. Αν βγουν από την σπηλιά, τότε βρίσκονται μέσα στην φωτεινή μέρα και βλέπουν τα πράγματα στο φως του ήλιου. Ύστερ' απ' αυτόν τον τρίτο αναβαθμό ακολουθεί με κόπον ο τέταρτος με την θέαση του ίδιου του φωτός, που σαν σύμβολο του πιο υψηλού σημαίνει την ιδέα του αγαθού. Στον πέμπτο αναβαθμό ξαναγυρνούν φωτισμένοι πίσω στην σπη­λιά, για να επιδράσουν επάνω σε άλλους χάρη στην γνώση τους. Αυτή η επι­στροφή αποτελεί σκληρό καθήκον κι αντιστοιχεί στην ηθική αναγκαιότητα, που αναγκάζει τον φιλόσοφο να πέραση από την ευτυχία του θεωρητικού βίου (vita contemplative) στον ενεργητικό βίο (vita activa) της πολιτειακής ζωής. Οι δυο έννοιες, που είναι αυστηρά χωρισμένες στην διανόηση του τέλους του 5. αι., εμφανίζονται στον Πλάτωνα σε μιαν καινούργια ιδιότυπη σύνδεση.

«Διάνοια και Νόηση»

Σύμφωνα με το γενικό ηθικό νόμο του αγαθού διαμορφώνονται οι σχέσεις όλων των άλλων ιδεών τόσο ανάμεσα τους όσο και με το αγαθό, αξιολογούνται και ιεραρχούνται οι γνώσεις, αναλύεται η γνωστική-μυητική λειτουργία της διαλεκτικής.

Στην κατανόηση αυτών των αξιολογικών σχέσεων βοηθάει το σχήμα με το οποίο ο Πλάτωνας δίνει την πορεία της γνώσης από τα "ορώμενα" ως τα "νοού­μενα": μία ευθεία χωρισμένη σε δύο άνισα τμήματα παριστάνει τον κόσμο των ορωμένων (το μικρότερο τμήμα της ευθείας) και τον κόσμο των νοουμένων (το μεγαλύτερο τμήμα). Το κομμάτι που αντιστοιχεί στον κόσμο των ορωμένων χω­ρίζεται επίσης σε δύο άνισα τμήματα - στις "εικόνες" και στα "ορατά". Το κομ­μάτι που αντιστοιχεί στα νοούμενα, χωρισμένο κι αυτό σε δύο άνισα μέρη, περι­λαμβάνει τις γενικές έννοιες που δεν έχουν φθάσει ακόμη στον καθαρό λόγο, και τον καθαρό λόγο με κορυφή την ιδέα του αγαθού. Σε κάθε τμήμα αντιστοιχεί και μια βαθμίδα της γνώσης - εικασία, πίστη, διάνοια, επιστήμη. Οι δυο πρώτες βαθμίδες αποτελούν την "δόξαν" οι δυο ανώτερες την "νόησιν":

-Νοούμενα

Ιδέα του αγαθού 

Νόησις ή επιστήμη

Νόησις

Καθαρός λόγος

Γενικές έννοιες που δεν έχουν απαλλαγεί από τα ορατά

Διάνοια

-Ορώμενα

Ορατά 

Πίστις

Δόξα

Εικόνες 

Εικασία

Η πρώτη βαθμίδα της γνώσης («εικασία») αντιστοιχεί στις «εικόνες» στις σκιές που βλέπουν οι δεσμώτες στην αλληγορία του σπηλαίου (Πολιτεία, 514 α - 517 ά). Ό,τι βλέπουν δεν είναι παρά οι σκιές των ομοιωμάτων που περνούν μπροστά από τη λάμψη μιας φωτιάς, κι αυτές τις σκιές θεωρούν σαν πραγμα­τικές υπάρξεις. Οι δεσμώτες είναι οι «όμοιοι με μας», οι γνώσεις τους βρίσκο­νται στο κατώτατο σκαλοπάτι, στηρίζονται στα απλά δεδομένα των αισθήσεων, η γνώση τους είναι στο στάδιο της δόξας, ανάμεσα στην άγνοια - μη ον και στη νόηση - ον.

Η δεύτερη βαθμίδα («πίστις») αντιστοιχεί στη γνώση των ίδιων των αισθη­τών κι όχι της σκιάς τους, στη γνώση «των γύρω μας ζώων κι όσων παράγει η φύση και κατασκευάζει ο άνθρωπος».

Στην τρίτη βαθμίδα («διάνοια») η γνώση περνάει στο νοητό κόσμο, αλλά δεν έχει απαλλαγεί ακόμη από τον ορατό. Σε σχέση με την τέταρτη βαθμίδα, τη νόηση, είναι, ό,τι η εικασία σε σχέση με την πίστη. Στην τρίτη βαθμίδα α­νήκουν τα μαθηματικά που τοποθετούνται από τον Πλάτωνα στη θέση του μέσου - ανάμεσα στη «δόξα» και στη «νόηση».

Για τον μύθο του Ηρός

Κατά τους χρόνους που παρεμβάλλονται ανάμεσα στον Όμηρο και τον Πλάτωνα υπήρξε, καθώς φαίνεται, μια σειρά λογοτεχνήματα που αφηγούνταν μεταβάσεις στον Κάτω Κόσμο" ορισμένα συνδέονται με το όνομα του Ορφέα, ορισμένα άλλα με το όνομα του Πυθαγόρα. Κεντρίσματα από τέτοια έργα δέ­χθηκε ο Πλάτωνας, έπειτα ο Αριστοτέλης και άλλοι πολλοί. Γίνεται λόγος για ένα δικαστήριο των νεκρών. Οι ψυχές πηγαίνουν σε διαφορετικό τόπο διαμονής ανάλογα με την επίγεια ζωή τους. Μερικές παραμένουν μόνο για λίγο χρόνο σ' έναν τέτοιον τόπο και μπορούν έπειτα να ενσωματωθούν ξανά, μερικές άλλες είναι τόσο καθαρές, ώστε δεν χρειάζεται να εγκαταλείψουν πια τον τόπο της μακαριότητας, ή πάλι τόσο αθεράπευτα μιαρές, ώστε δεν μπορούν να φύγουν ποτέ πια από τον τόπο του κολασμού τους.

Από φιλοσοφική άποψη όλα αυτά είναι συγκεχυμένα. Καμιά φορά επιχειρή­θηκε να θεμελιωθούν και επιστημονικά τέτοιες εικόνες για τον Άλλον Κόσμο. Προσπαθούσαν να τον εντοπίσουν όχι πια κάτω από τη γη, όπου δεν είναι δυ­νατόν να βρίσκεται, αλλά στο εσωτερικό της, σε τεράστιες σπηλιές, ή σε νησιά πέρα στη Δύση, στο άκρο της οικουμένης. Αποκτά ιδιαίτερη σπουδαιότητα το φαινόμενο της νεκροφάνειας· γιατί κατ' αυτό η ψυχή αφήνει το σώμα, ξαναγυ­ρίζει σ' αυτό ύστερα από ένα χρονικό διάστημα και μπορεί ίσως τότε να αφη­γηθεί τι βίωσε στη διάρκεια της απουσίας της. Η περίπτωση του πολεμιστή από την Παμφυλία, για την οποία μιλάει ο Πλάτων στην Πολιτεία, είναι μία μόνο ανάμεσα σε μια ολόκληρη ομάδα από άτομα που ξαναγύρισαν τάχα από το Επέκεινα. Αλλά αυτά τα εν μέρει ρεαλιστικά γνωρίσματα των περιγραφών δεν αίρουν τον κατά βάση φανταστικό και ανεξέλεγκτο χαρακτήρα τους. Πα­ραμένει επίσης ασαφές πώς πρέπει να φανταστούμε την ψυχή, που εξακολου­θεί να υπάρχει κατ' αυτό τον τρόπο. Πρέπει, φαίνεται, να είναι αθάνατη, αφού μπορεί να υφίσταται μιαν αιώνια καταδίκη ή να έχει μερτικό σε μιαν αιώνια χαρά. Πρέπει ακόμη να είναι δεκτική στον πόνο και στη χαρά. Αν όμως δεν είναι δυνατό να αισθάνονται οι θεοί οργή, μίσος, αγάπη ή συμπόνια, διότι έτσι θα διακυβευόταν κατανάγκη η αθανασία τους, το αυτό πρέπει να ισχύει και για την ανθρώπινη ψυχή. Η αθανασία και η ικανότητα να πάσχεις είναι δυο ιδιότητες, οι οποίες (τουλάχιστον όπως τίθενται τα πράγματα στην κλασική ελ­ληνική φιλοσοφία) αποκλείουν εντελώς η μια την άλλη. Έτσι όλα αυτά παρα­μένουν συγκεχυμένα, και δεν μας ξαφνιάζει το ότι κατά τους ελληνιστικούς χρόνους οι φανταστικές παραστάσεις του Πλάτωνα και των οπαδών του για τον Άλλον Κόσμο και την κρίση των νεκρών ψυχών αντιμετωπίζονταν άλλοτε με συγκρατημένη και άλλοτε με λιγότερο συγκρατημένη ειρωνεία.

Η εσχατολογία του Πλάτωνα

Σχεδόν ομοία είναι και η εσχατολογία της Πολιτείας με μίαν μόνον διαφο-ράν. Εκ των τριών τάξεων των ψυχών που διακρίνονται εδώ, δηλαδή των α­νιάτων, των ιάσιμων και των δικαίων μόνον οι ιασίμως αμαρτόντες και οι δί­καιοι ημπορούν να εκλέξουν νέαν ζωήν και να μεταβάλουν την μοίραν οι ανία­τοι τιμωρούνται αιωνίως, ενώ εις τον Φαίδρον δεν γίνεται αυτή η διάκρισις· δί­καιοι και άδικοι ημπορούν να αλλάξουν την τύχη των δια μιας νέας εκλογής. Κατά τον εσχατολογικόν μύθον λοιπόν της Πολιτείας τίθενται ενώπιον των ψυχών δείγματα ζωής πολύ περισσότερα από τον αριθμόν των ψυχών τα δείγ­ματα αυτά περιλαμβάνουν τρόπους διαβιώσεως και των ανθρώπων και των ζώων. Κάθε δείγμα περιέχει καλά και κακά στοιχεία∙ πρέπει δια τούτο αι ψυχαί να σταθμίσουν τα υπέρ και τα κατά και να ακολουθήσουν την μεσότητα. Προ της εκλογής κάποιος προφήτης διακηρύσσει ότι η εκλογή είναι απολύτως ελευθέρα, ώστε να μη αιτιάται κανείς μετέπειτα τον θεόν· «Οὐχί ὑμᾶς δαίμων λήξεται, ἀλλ' ὑμεῖς δαίμονα αἱρήσεσθε... ἀρετὴ δ' ἀδέσποτον, ἥν τιμῶν καὶ ἀτιμαζων πλέον καὶ ἔλαττον αὐτῆς ἕκαστος ἕξει. Αἰτία ἑλομένου· θεὸς ἀναί­τιος.

Εδώ ακριβώς έγκειται η σπουδαιότης της παιδείας. Πρέπει να εγκατά­λειψη κανείς όλα τα άλλα και να επιδίωξη να απόκτηση δια της μαθήσεως την ικανότητα να διακρίνη και να προτιμά τον κατά το δυνατόν καλύτερον τρόπον ζωής. Την γηίνην του ανθρώπου ύπαρξιν καταξιώνει όχι μόνον η μάθησις δια της παιδείας του καλού και του κακού, αλλά και η αποκτώμενη εκ της εν τω κακώ διαβιώσεως πείρα. Ο αφηγηθείς όσα εν τω Άδη είδε Ηρ, υιός του Αρμε­νίου από το γένος των Παμφύλων, παρετήρησεν ότι εις την εκλογήν απετύγ-χανον αρκετοί εκ των εκ του ουρανού ερχομένων, διότι δεν είχον γυμνασθή δια των πόνων της γήινης ζωής, ενώ όσοι ήρχοντο από την γην λόγω του ότι και οι ίδιοι είχον πονέσει και άλλους είδον να υποφέρουν προέβαινον εις την εκλογήν με μεγαλυτέραν περίσκεψιν.

Βάσει του Φαίδρου λοιπόν και της Πολιτείας δυνάμεθα να συνοψίσωμεν ως εξής τα στοιχεία της πλατωνικής εσχατολογίας:

1. Η επίγειος ύπαρξις είναι αποτέλεσμα μεταφυσικής εκλογής, η οποία ε­παναλαμβάνεται περιοδικώς.

2. Υπάρχει και μετά θάνατον χώρος εκδηλώσεως της ελευθερίας της βου­λήσεως και μεταβολής της πνευματικής καταστάσεως.

3. Δεν υπάρχει αναγκαστική εξάρτησις μεταξύ ατομικής και γενικής κρί­σεως· το αποτέλεσμα δηλαδή της ατομικής κρίσεως δεν παγιούται αιωνίως δια της γενικής, αλλ' είναι δυνατόν να ανατραπή, εάν μέχρι της ώρας εκείνης έχει παιδευθή επαρκώς η ψυχή. Εις την Πολιτείαν εξαιρούνται της δυνατότητας ε­κλογής μόνον οι ανιάτως αμαρτήσαντες.

Η εσχατολογία δύο άλλων διαλόγων δεν συμφωνεί προς τα ἐν τῷ Φαίδρῳ καί τῇ Πολιτείᾳ ἐν μέρει λεγόμενα. Οι διάλογοι αυτοί είναι ο Γοργίας και ο Φαίδων, οι οποίοι εκθέτουν την σχετικήν διδασκαλίαν δι’ εσχατολογικών μύθων.»

Για τον λόγο της Λάχεσης

Την απάντηση του στο ζήτημα: «προορισμός ή ελευθερία της βούλησης;» ο Πλάτων την έδωκε με τη μορφή ενός μύθου στο Χ βιβλίο της Πολιτείας. Κάθε ψυχή, πριν μπει στη γήινη ύπαρξη, διαλέγει με κλήρο τον επί γης βίο της. Αυτά εδώ τα λέγει η Λάχεση, η παρθένος, της Ανάγκης η θυγατέρα. Ψυχές εφήμερες, τώρα αρχίζει άλλη περίοδος ζωής για το θνητό γένος με απόληξη πάλι το θάνατο. Δεν θα σας διαλέξει ο δαίμονας, αλλά σεις θα διαλέξετε το δαίμονα σας. Ο πρώτος που θα τον υποδείξει ο κλήρος, θα εκλέξει πρώτος το βίο του που θα ζήσει κατ' α­νάγκη. Η αρετή είναι κτήμα αδέσποτο, και καθένας θα πάρει απ' αυτήν το μερδι­κό του ανάλογα με την τιμή ή την περιφρόνηση που θα της έχει. Ο καθένας είναι υπεύθυνος για την εκλογή του· ο θεός ανεύθυνος' (617 ά ε). Με αυτή τη λύση ο Πλάτων αρνιέται αποφασιστικά ότι κάποιο "θεϊκό κεντρί" (κέντρον Θείον Σοφοκλής, Φιλοκτ. 1039) κεντάει την ανθρώπινη βούληση και τη σπρώχνει προς την κακή πράξη. "Αρετή άδέσποτον' (βλ. επίσης Πολιτ. Χ 618 Ι)) και κάθε άνθρω­πος μπορεί να την πάρει στην κατοχή του εάν έχει δυνατή θέληση και φρόνηση. Δεν καθορίζονται από την παρέμβαση του θεού, αλλά ελεύθεροι και αυτοτελείς εί­ναι οι άνθρωποι στις αποφάσεις τους ('άφήκε τοις βουλήσεσιν ημών τάς αιτίας' Νομ. Χ 904 ο)· για τούτο η ευθύνη για το ηθικό τους φρόνημα βρίσκεται καθο-λοκληρίαν απάνω στους δικούς των ώμους.

Κριτική στον Πλάτωνα

Το 1937, ο Richard Crossman, που επρόκειτο να γίνει αργότερα υπουργός στην κυβέρνηση των Εργατικών και στην συνέχεια υφηγητής στην Οξφόρδη, δημοσίευσε μία σειρά από ομιλίες του στο ραδιόφωνο του BBC με τον τίτλο Plato Today (Ο Πλάτων σήμερα). Ο Crossman επιτίθεται στον Πλάτωνα, τον οποίο θεωρεί ως τον μεγαλύτερο εχθρό των φιλελεύθερων ιδεών και εμπνευστή του φα­σισμού. Ο Arnold Toynbee εξέφρασε παρόμοια αισθήματα και το ίδιο ισχύει και για τον Μπέρτραντ Ράσσελ, ο οποίος περιέγραψε τον Λένιν και τον Χίτλερ ως τους σπουδαιότερους μαθητές του Πλάτωνος. Η σκληρότερη επίθεση κατά του Πλάτωνος ήρθε αργότερα, το 1945, από τον Καρλ Πόππερ, που εγκατέλειψε την πατρίδα του, την Αυστρία, όταν ήταν περίπου τριάντα χρονών, και μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο εγκαταστάθηκε στο Λονδίνο, όπου δίδαξε στην London School Economics. Ο πρώτος τόμος του έργου του Η Ανοιχτή Κοι­νωνία και οι Εχθροί της (The Open Society and its Enemies) επιτίθεται κατά του Πλάτωνος, ενώ ο δεύτερος έχει στόχο τον Έγελο και τον Μαρξ. Το κεντρι­κό επιχείρημα του Πόππερ είναι πως στην πολιτική -όπως και στην επιστήμη-η ερώτηση 'πώς μπορούμε να είμαστε σίγουροι;5 και 'πώς μπορούμε να εξασφα­λίσουμε τους τέλειους ηγέτες;' αποτελεί θεμελιώδες λάθος. Η ερώτηση που πρέπει να θέτουμε είναι: 'πώς μπορούμε να διακρίνουμε και να θεραπεύσουμε τα λάθη μας όσο πιο γρήγορα γίνεται;5 και 'πώς μπορούμε να μειώσουμε στο ελά­χιστο την ζημιά που κάνουν οι ηγέτες μας;'. Είναι πράγματι περίεργο που δεν βρίσκουμε την παραμικρή μνεία στον Ποππερ, ούτε κανενός είδους άμυνα απέναντι στην κάθε άλλο παρά ελα­φριά επίθεση του. Στην πραγματικότητα, δεν θίγει καθόλου το θέμα της Σπάρτης ή του θαυμασμού που έτρεφε ο Πλάτων γι' αυτό το απρόσωπα πατριωτικό καθεστώς. Το γεγονός ότι ο Πλάτων μπορεί, εν έτει 1987, να προ­τείνεται ως υπέρμαχος της αμερικανικής δημοκρατίας αποτελεί πάντως μία προβληματική και τρομακτική ίσως παραποίηση του Ελληνικού Πυρός. Πότε μία δημοκρατία μετατρέπεται σε αιρετή δικτατορία;»

Αντίκρουση των αντιπλατωνιστών της εποχής μας

Οφείλουμε να αναφέρουμε εδώ και την άδικη βιασύνη με την οποία τον τε­λευταίο καιρό παραλλήλισαν τα πολιτειακά σχέδια του Πλάτωνα ούτε λίγο ούτε πολύ με την ανάπτυξη αυταρχικών συστημάτων και τα καταδίκασαν στο όνομα μιας αδικαιολόγητης διάθεσης για επικαιρότητα. Το να ισχυρισθούμε μαζί με τον W. Fire ότι τα σχέδια του Πλάτωνα ξεφύτρωσαν από την ιδεολογία μιας «αργό­σχολης τάξης» (leisure class), που μισούσε τον λαό, αποτελεί ανεύθυνην αδικία. Δεν υπάρχει ούτε μια γραμμή σε ολόκληρον τον Πλάτωνα, που να λέη ότι αξίζει τον κόπο να κυνηγά κανείς τη δύναμη για το ατομικό ή το ταξικό συμφέρον, αλλ' απεναντίας μια τέτοια προσπάθεια για δύναμη αποδοκιμάζεται ριζικά στην εικόνα του τυράννου. Ο Πλάτωνας μάλιστα εφρόντισε με το παραπάνω, ώστε να μη μείνη καμιά αμφιβολία για τον σκοπό του ιδανικού του κράτους, την καθοδή­γηση δηλ. των ανθρώπων στην ζωή που τους ταιριάζει και μαζί στην ευτυχία, χάρη στην ένταξη τους σ' έναν κόσμο που στηρίζεται στην ηθική και στην λογι­κή. Άλλο τόσο φανερό είναι ότι οι τρεις τάξεις δεν αποτελούν κάστες με αυστηρά σύνορα, αλλά δηλώνουν την θέση στην οποία τοποθετείται ο καθένας χάρη στις ικανότητες του. Ο F. Μ. Cornford παρατήρησε σωστά ότι ο Σωκράτης άρχισε με την ηθική αναμόρφωση του ατόμου, κι επομένως μπορούμε να φαντασθούμε σαν τελικόν σκοπό μιαν κοινωνία από τέτοιου είδους μεταμορφωμένους ανθρώ­πους. Ο Πλάτωνας αντίθετα παίρνει σαν δεδομένο τις ατομικές ικανότητες και τις χρησιμοποιεί με τον καλύτερο τρόπο, εντάσσοντας τες σε ένα μόνιμο σύστη­μα. Ένα πράγμα ασφαλώς είναι σωστό, μπορούμε όμως μόνο να το υποδηλώ­σουμε εδώ: το ιδανικό κράτος του Πλάτωνα, που το διαπερνά ως τα ακρότατα σημεία η ιδέα του αγαθού και που υπάρχει για χάρη της αληθινής ευτυχίας των πολιτών και ζητά τις πιο βαριές θυσίες από τους άρχοντες για το καλό των άλ­λων, είναι σχεδιασμένο για την ανάπτυξη ανθρώπινων αξιών στο καθένα από τα μέλη του· μολαταύτα αυτό το ίδιο δεν μπορεί στην θεωρία να πετύχη τον υψηλό του σκοπό, χωρίς να ξεπεράση σε διάφορες θέσεις εκείνα τα σύνορα, που χωρί­ζουν το υγιεινό φάρμακο από τον στραγγαλιστικό καταναγκασμό. Εδώ η ιδιοτυ­πία του κράτους εμφανίζεται σαν ένα φρικτό κομμάτι πραγματικότητας της ζω­ής, κι ο Πλάτωνας το έχει νιώσει καλά, όταν επιμένει να τονίζη ξανά και ξανά την παιδεία και την πειθώ, για ν’ αποφύγη τον αλύγιστο καταναγκασμό. Μαζί μ’ αυτά που είπαμε, συνάπτεται μια άλλη δυσκολία, που το ιδανικό πολίτευμα του Πλάτωνα τόσο λίγο μπορεί να την ξεφύγη, όσο και οποιοδήποτε άλλο. Αυτό που χτίζεται εδώ πρόκειται να είναι κάτι οριστικό, που θα επιμένη να είναι ανάλλαχτο. Ένα τέτοιο όμως δεν μπορεί προκαταβολικά να διαρκέση μπροστά στον δυναμισμό της ακατάπαυτης ροής της ζωής και πρέπει ήδη εξαιτίας του αιτή­ματος του για διάρκεια, να μένη ουτοπικό. Απέναντι όμως σε όλες τις επικρίσεις αυτού του είδους το συμπέρασμα του €οτηΐοτά, στο ερμηνευτικό έργο του, δια­τηρεί το κύρος του: η ανάλυση του Πλάτωνα απόδειξε μια για πάντα ότι μια πο­λιτική που έχει στόχον την αύξηση και την επέκταση της δύναμης, είναι ασυμβίβαστη μ' εκείνην που αποβλέπει σε υψηλούς σκοπούς. Ίσως η φράση που τόσο πολύ υποστηρίχθηκε, ότι η πολιτική δεν μπορεί ποτέ να είναι παστρικη δουλειά, είναι αληθινά πιο άσχετη προς την πραγματικότητα, από όλα όσα έγραψε ο Πλάτωνας στην Πολιτεία. Φυσικά, άλλο πρόβλημα είναι το τι θεωρεί κανείς πραγματικό.

Αντίκρουση των επιχειρημάτων που κατηγορεί τον Πλάτωνα ως κήρυκα του ολοκληρωτισμού

Ο καταλογισμός ολοκληρωτισμού στην «ορθή πολιτεία» (ιδέ κατ’ εξοχήν Popper, The open society and its enemies, I, 1945, σ. 72 κ. επ.) εξηγείται ί­σως από την απατηλή εντύπωση, που εύκολα προκαλούν κάποιες διατυπώσεις του κειμένου της Πολιτείας σε αναγνώστες όχι εξοικειωμένους με τη γλώσσα, το ύφος και την πρόθεση του βιβλίου. Ιδιαίτερα παραπλανητική είναι η αγνόη­ση, ότι θέμα κύριο του βιβλίου είναι η ανάπτυξη του τρόπου σχηματισμού του οργάνου της πολιτικής εξουσίας, και όχι τυχόν η ανάπτυξη του τρόπου ζωής γενικά των ανθρώπων, δηλαδή και της ιδιωτικής ζωής, στην «ορθή πολιτεία» (κάτι, που σχολιάζεται με διάθεση επικριτική από τον Αριστοτέλη, Πολιτικά 1264 α), κάτι εξ άλλου, που εξηγείται όχι μόνο από την απόδοση μοναδικής σπουδαιότητας και εμπιστοσύνης στη διάπλαση και στη δράση του οργάνου της πολιτικής εξουσίας, αλλά και στην άκρα δυσπιστία και αντιπάθεια προς την πολυνομία, και μάλιστα προς τον λεπτομερειακό με τους νόμους προκαθο­ρισμό του τρόπου ζωής των πολιτών. Η ανάπτυξη λοιπόν αυτή, που κά­ποτε δημιουργεί την απατηλή εντύπωση ολοκληρωτισμού, αφορά στη διάπλα­ση και την εξασφάλιση του πολιτειακού οργανισμού, άρα εύλογα έχει την πρα­κτική οπτική όχι του ατόμου όπως άλλωστε και στο πιο φιλελεύθερο κράτος του δέκατου ένατου αιώνα η οργάνωση π.χ. του στρατού έχει την πρακτική ο­πτική όχι του ατόμου, αλλά του υπερατομικού οργανισμού, του στρατού, και έτσι αναγκαία είναι ολοκληρωτική, χωρίς όμως από το λόγο αυτό να είναι ολο­κληρωτικό το φιλελεύθερο κράτος.

Αντί να υπάρξει μια σύγκλιση ανάμεσα στην πραγματικότητα της ζωής και των θεολογικών διδασκαλιών και αναλύσεων, υπάρχει μια πιο ολοκληρωμένη και γενικευμένη απόκλιση

Οι ορθόδοξοι θεολόγοι της γενιάς του '60 θέλοντας να είναι πιο προοδευτικοί, χωρίς πολλές κουβέντες απαγκιστρώθηκαν από την κυριολεκτική κατανόηση της Γένεσης, κυρίως όσον αφορά το θέμα της «Εξέλιξης των Ειδών» και τον Δαρβινισμό.

Ήταν πολύ περήφανοι που μπορούσαν να βρουν κάποια χωρία σε πατερικά κείμενα που ευνοούσαν μια εξελικτική κατανόηση της δημιουργίας (και να τα παντρέψουν). Ήταν τόσο σημαντικό γι' αυτούς να παρουσιάζονται σύγχρονοι, ώστε αυτό από μόνο του τους αρκούσε και ποτέ δεν προβληματίστηκαν αν αυτό δημιουργούσε παράπλευρα θεολογικά προβλήματα.

Μάλλον κανένας από αυτούς δεν ασχολήθηκε σοβαρά με την εξέλιξη και τη φανταζόταν σαν μια χαρωπή διαδικασία, στην οποία ξεδιπλωνόταν το μεγαλόπνοο σχέδιο του Θεού, ο οποίος εποίησε τα πάντα εν σοφία.

Κανένας από αυτούς δεν θέλησε -και πιστεύω ότι σκοπίμως δεν θέλησε- να δει την καταστροφικότητα, τη βαρβαρότητα και βιαιότητα αυτής της διαδικασίας, που αν την αποδώσει κάποιος στο Θεό, τότε συνομολογεί δημοσίως ότι πιστεύει σ ένα τερατώδη Θεό.

Και αυτό τη στιγμή, κατά την οποία πλείστα θεολογικά πατερικά κείμενα περιγράφουν γλαφυρά ότι ο Θεός δεν κάνει ατελή όντα και ότι τον εμπνέει η αγαθότητα και η σοφία, μια αγαθότητα και μια σοφία που καταπατούνται με τον πλέον βίαιο τρόπο από τις διαδικασίες της εξέλιξης.

Μια διαδικασία η οποία διατηρεί τη σκληρότητα της μέχρι σήμερα. Σήμερα όμως κατά τους θεολόγους αυτή η σκληρότητα δικαιολογείται καθότι είναι... μεταπτωτική.

Και ο αγαθός Θεός των θεολόγων κάθεται αφ’ υψηλού και την παρατηρεί απαθώς, καθότι δεν φταίει Αυτός, αλλά ο Αδάμ και η ελευθερία του (sic).

Νομίζω όπως έχω ξαναπεί ότι, δεν βάζουν απλά το κεφάλι στην άμμο, αλλά ρίχνουν και τσιμέντο γύρω γύρω για να μην ακούν, να μη βλέπουν και να μην καταλαβαίνουν· δεν είναι υπερβολή.

Αντί να υπάρξει μια σύγκλιση ανάμεσα στην πραγματικότητα της ζωής και των θεολογικών διδασκαλιών και αναλύσεων, υπάρχει μια πιο ολοκληρωμένη και γενικευμένη απόκλιση.


Ο λόγος που αυτός ο διαχωρισμός είναι δημοφιλής, είναι εύλογος. Μπορεί κανείς να λέει εντυπωσιακά λόγια, λόγια εύηχα, περί αγάπης, ελευθερίας, σχέσης και άλλων συναφών χωρίς να κινδυνεύει να τον ελέγξει κάποιος, γιατί, βέβαια, στον χώρο της φαντασίας μπορεί να δώσει στις λέξεις ό,τι νόημα θέλει, αλλά και να το αλλάζει κατά βούληση. Ταυτόχρονα, έχει έτοιμη την απάντηση για οποιαδήποτε κριτική προκύψει σχετικά με την ιστορική ύπαρξη της Εκκλησίας. Αν πρόκειται για σκάνδαλα, η απάντηση είναι ότι οι κακοί χριστιανοί δεν εφαρμόζουν την καλή χριστιανική διδασκαλία. Αν πάλι πρόκειται για απόψεις που διατυπώνουν άνθρωποι της πραγματικής - ιστορικής Εκκλησίας και είναι εξόφθαλμα παράλογες, η απάντηση είναι ότι αυτοί δεν είναι η όντως πραγματική Εκκλησία.

Σύμφωνα λοιπόν με τον τρόπο που αντιμετωπίζουν την Εκκλησία οι απολογητές, αυτή αποτελείται από δύο τμήματα: ένα υλικό, ορατό, ψηλαφητό και απίστευτα κακό· και ένα άλλο, το οποίο έχει όλα τα χαρακτηριστικά του άυλου, δεν φαίνεται, δεν πιάνεται, δεν μετριέται, κανείς δεν ξέρει πού βρίσκεται και ταυτόχρονα είναι η πραγματοποίηση, η υλοποίηση της χριστιανικής τελειότητας. Αυτή η τελευταία βέβαια νοείται σύμφωνα με τις προτιμήσεις του εκάστοτε απολογητή· άλλοτε ως μη μεταφυσική αλλά ως εμπειρική πραγματικότητα, άλλοτε ως χώρος σχέσης, άλλοτε ως χώρος θεοφάνειας και ούτω καθεξής. Αυτός ο δυαλισμός όμως δεν θα πρέπει να νομισθεί ότι άπτεται μόνο του ηθικού χώρου. Όχι, άπτεται και της διδασκαλίας. Για πολλούς απολογητές οι δύο Εκκλησίες δεν διαφέρουν μόνον ηθικά, αλλά και ως προς τα πιστεύω τους.

Η διδασκαλία της κακιάς Εκκλησίας είναι νομικιστική, ηθικιστική, πλατωνίζουσα, εκκοσμικευμένη και ό,τι άλλο, ενώ η καλή Εκκλησία είναι πιστή στην αληθινή διδασκαλία. Ποια είναι αυτή η αληθινή διδασκαλία; Για χρόνια ήταν η πατερική διδασκαλία.

Τώρα που οι Πατέρες φαίνεται ότι παρεξήγησαν την αλήθεια και ότι θεολόγησαν με τη δημιουργική φαντασία τους, την αληθινή διδασκαλία την εκφράζει πια μόνον ο Χριστός, και τα Ευαγγέλια. Πάντα όμως μένω με την απορία: Έχουν άραγε το θάρρος και την ειλικρίνεια να πούνε ότι ένα μεγάλο μέρος της μεσαιωνικής θεολογικής παραγωγής είναι προϊόν φαντασίας και χρήζει δραστικής αναθεώρησης; Όχι, αυτό το κρίσιμο ερώτημα το θάβουν άλλοτε εντέχνως και άλλοτε ατέχνως, γιατί βέβαια δεν μπορούν να διαχειρισθούν το άλλο ερώτημα που ακολουθεί: Αυτοί με τίνος τη φαντασία θεολογούν;

Αυτός ο δυαλισμός προσφέρει πολλά πλεονεκτήματα στους απολογητές. Τους δίνει έναν σάκο του μποξ, στον οποίο μπορούν να εκτονώσουν την απογοήτευση και τον προβληματισμό που προκαλεί η εκκλησιαστική πραγματικότητα, ικανοποιώντας τόσο τον δικό τους ψυχισμό όσο και των ακροατών τους. Ταυτόχρονα τους ενδύει με τον μανδύα της ειλικρίνειας και της γνησιότητας, γιατί εκφράζουν με αυθεντικό τρόπο το δημόσιο αίσθημα. Αλλά, όπως ξέρουμε και από την ψυχολογία, τέτοιες δημόσιες αυτοκριτικές συνήθως χρησιμεύουν για να σκεπάζουν τα πραγματικά προβλήματα. Στρέφουν την προσοχή στις συνέπειες, με σκοπό να αφήσουν στο σκοτάδι τις αιτίες που παράγουν τα προβλήματα.

Το Χριστιανικό δόγμα έχει πολυθεϊστικό συγκαλυμμένο βάθρο

Καθήκον του καθενός σ' αυτήν τη ζωή (θρησκευόμενου ή άθρησκου) να αναζητεί καθημερινά την ΑΛΗΘΕΙΑ, και να επιλέγει ΕΛΕΥΘΕΡΟΣ το ΚΑΛΟ αντιμαχόμενος το ΚΑΚΟ.

Η αλήθεια, όπως και τόσες άλλες ηθικές αξίες είναι υποκειμενική όπως απέδειξαν οι αρχαίοι Έλληνες «Σκεπτικοί» φιλόσοφοι (δες Πρωταγόρας, Παρμενίδης κτλ), αλλά και ο Σωκράτης, που αναφέρει ότι η διαπαιδαγώγηση των νέων επηρεάζεται από το περιβάλλον μέσα στο οποίο ζουν, επομένως αν κάποιος νέος ζήσει μέσα σε ένα μιλιταριστικό ή θεοκρατικό καθεστώς, δεν πρόκειται ποτέ να γίνει φιλόσοφος ή άθεος. Ενας που γεννήθηκε στην Ινδία είναι σχεδόν αδύνατο να ασπασθεί τον Χριστιανισμό αφού ο Ινδουισμός-Βραχμανισμός και Ισλάμ κυριαρχούν στην ζωή του από νεαρή ηλικία. Εδώ στο θεοκρατικό Ελλαδιστάν πόσες είναι οι πιθανότητες αλήθεια να γίνει κάποιος «Αγνωστικιστής» με τόση πλύση εγκεφάλου από νεαρής ηλικίας στα σχολεία;

Η "φύση" από τη μια σε μαγεύει-από την άλλη σε τρομοκρατεί και σ' εξοντώνει!

Ολα τα όντα έχουν φτάσει σε αυτόν τον βαθμό «τελειότητας» μέσα από αυτή την συνεχή διαδικασία της εξάλειψης του αδύναμου και επικράτησης του δυνατού και πιο ανθεκτικού. Τώρα αν αυτό μας φαίνεται εμάς τους ανθρώπους σαν «τρομοκρατία», είναι επειδή δεν έχουμε συνηθίσει και αποδεχτεί αυτήν την ιδέα.

Αλλωστε, όπως είπαν και οι αρχαίοι Έλληνες (Πλούταρχος, Σόλωνας κτλ) «δικαιοσύνη είναι η επικράτηση του ισχυρότερου» και «Ο ισχυρός προχωρά όσο η δύναμή του το επιτρέπει και ο αδύναμος υποχωρεί όσο η αδυναμία του, το επιτρέπει», ή «η δικαιοσύνη είναι σαν τον ιστό της αράχνης, τα αδύναμα έντομα παγιδεύονται σε αυτήν, ενώ τα δυνατότερα ξεφεύγουν».

Η Επικούρεια «Αταραξία» είναι αυτή που μπορεί να μας εναρμονίσει με την «τρομοκρατία» της φύσης και να αποδεχτούμε κάποιες «αλήθειες».

Όσο για τον Ιησού που το αληθινό του όνομα ήταν το Εβραϊκό Γιεχόσουα που από «ντροπή και κόμπλεξ» του δώσανε ένα Ελληνικό παρατσούκλι, άσε γιατί είναι μια αμαρτωλή ιστορία όπως παραδέχτηκε και ο πάπας Λέων ο 10ος (Πλουτίσαμε όλοι με τον μύθο του Χριστού), δεν δίδαξε τίποτα άλλο παρά τον Μωσαϊκό νόμο καθώς ήταν Εβραίος και αυτός ήταν ο λόγος που δεν έγραψε τίποτα αφού υπήρχε ήδη γραμμένος. Κάποιοι μάλιστα ανεγκέφαλοι Έλληνες συγγραφείς, τον κάνανε και Έλληνα, τρομάρα τους. Η Βίβλος σήμερα δεν είναι τίποτα από ένα συνονθύλευμα από πολλές αρχαίες φιλοσοφίες και λατρείες κατασκευασμένη από την Ρωμαϊκή Εκκλησία και παίρνοντας έναν επιληπτικό ψευτο-απόστολο (τον Παύλο) [ΔΕΣΤί πληροφορίες έχουμε από τον Παύλο , Απόστολος Παύλος: Ο «πατέρας» του Χριστιανισμού - Ο μεγαλύτερος ψευταπόστολος όλων των εθνών , Κριτική στον απόστολο Παύλο.] του φορτώσανε την νέα αίρεση του Εβραιο-Χριστιανισμού (Παυλικού Χριστιανισμού), ενώ οι πρώτοι ακόλουθοι του Γιεχόσουα, οι «Εβιονίτες», ή «Η Οδός» εξοστρακίστηκαν σαν αιρετικοί. Αν συγκρίνει κανείς τα ευαγγέλια όλα ανεξαιρέτως, ακόμα και τα απόκρυφα, Γνωστικά και τα προσφάτως ανακαλυφθέντα (Μαγδαληνής, Ιούδα κτλ), θα διαπιστώσει κανείς τις τεράστιες αντιθέσεις και αλληλο-διαψεύσεις μεταξύ τους, τον πολυθεϊσμό και παγανισμό. Το ένα Ευαγγέλιο αναιρεί το άλλο, ή θαύματα «αγνοούνται», ή δεν αναφέρονται καθόλου σε άλλα από αυτά, σαν να μην έγιναν, ή σαν να «προστέθηκαν» αργότερα σε ένα από αυτά. Ειδικά το Ευαγέλιο του Ιούδα απορρίπτει τον μύθο του προδότη, γιατί πως ένας κρεμασμένος αλήθεια μπορεί να έγραψε ένα Ευαγγέλιο, ή κάποιος άγνωστος συγγραφέας να αφιέρωσε ένα Ευαγγέλιο σε κάποιον υποτιθέμενο "προδότη"; Αυτό δεν έχει λογική. Ολα είναι κατασκευάσματα κάποιας νοσηρής φαντασίας συγγραφέα που στερούνται παντελούς συνέπειας, αληθοφάνειας και λογικής.

Η Εβραϊκή θρησκεία, όπως αναμφισβήτητα έχει αποδειχτεί από αρχαιολογικά ευρήματα αλλά και από τις παλαιο-Εβραϊκές γραφές, ήταν μια φαλλοκρατική λατρεία του θεού ήλιου. Ο θεός ήλιος με το άρμα του λατρευόταν στον ναό του Σολομώντα μαζί με άλλες παγανιστικές θεότητες με την «ιερή πορνεία» να βασιλεύει (αρσενική και θηλυκή) προς χάριν της θεάς Ασερά γυναίκας του Ιεχωβά όπως αναφέρει η ΠΔ αλλά και η μετάφραση των 70οντα, πλαστογραφημένη σήμερα φυσικά από το ιερατείο (δες Δευτερονόμιο 23:2-3 ‘» …και στα δεξιά του, η δική του Ασερά», καθώς και οι επιγραφές της Kuntillet Ajrud δες internet.).

Και ενώ στις εθνικές θρησκείες έχουμε ιερά άλση αφιερωμένα σε θεούς, όπως φυτά και ζώα, στον Ιουδαίο-χριστιανισμό τίποτα.

Οι Ισραηλίτες ήταν ανέκαθεν πολυθεϊστές με την Ασερά Μητέρα όλων των θεών, να είναι η πρωταρχική θηλυκή θεότητα σε μια κοινωνία μητριαρχική και κατόπιν με το πάνθεο του Χαναναίου Ασύριου και Χαλδαϊκού θεού Ελ, όπου η πρώτη έγινε σύζυγός του και με τον οποίο αργότερα ταυτίστηκε ο Ιεχωβάς έχοντας την Ασερά ως σύζυγο, όπως αποδεικνύεται από πλήθος αρχαιολογικών ευρημάτων αλλά και από την μετάφραση των Ο' (Δευτερονόμιο 23,2-3 (πλαστογραφημένο σήμερα). Εκτός των 72 θεοτήτων του Ελ, οι Ισραηλινοί είχαν για κάθε αντικείμενο έναν θεό, όπως και για τους πλανήτες και τους αστερισμούς, τα ποτάμια, τα ψάρια κτλ. Αρχαίες Εβραϊκές συναγωγές έχουν βρεθεί με τον ζωδιακό κύκλο στο πάτωμα σε ψηφιδωτά με τον ήλιο στην μέση, ο οποίος μάλιστα λατρευόταν και στον ναό της Ιερουσαλήμ με το άρμα του και τα άλογά του.

Άλλωστε η ΠΔ ρητά αναφέρει ότι ήταν πολυθεϊστές-ενοθεϊστές (δες, θεϊκό συμβούλιο με τον "Most High (El)") να προεδρεύει και να μοιράζει τα κράτη στους άλλους θεούς, με το Ιεχωβά (υποδεέστερο θεό) να παίρνει την φυλή του Ιακώβ σαν μερίδιο. Στα Γνωστικά ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΑ ΕΥΑΓΓΕΛΙΑ, ο Ιεχωβάς είναι ένας υποδεέστερος θεός ανάμεσα στους ΑΡΧΟΝΤΕΣ ή ΜΑΥΡΟΥΣ ΑΓΓΕΛΟΥΣ του Ιαλνταμπαόθ, γιός της θεάς Σοφίας που τον γέννησε εν αγνοία του συζύγου της και γυναίκας του Δημιουργού οι οποίοι δημιούργησαν τον ορατό κόσμο, ενώ ο "Δημιουργός" (εδώ ο Most High), δημιούργησε τον αόρατο κόσμο

Το Χριστιανικό δόγμα έχει πολυθεϊστικό συγκαλυμμένο βάθρο, όσο και αν το αρνούνται σήμερα οι «πατέρες» καθώς ρητά αναφέρεται στην μετάφραση των Ο' ότι η γυναίκα του Ιεχωβά είναι η Ασερά με τους γιούς τους να συνευρίσκονται με τις ωραίες γυναίκες στην γη οι οποίες γέννησαν του γίγαντες Νέφιλιμ (Γένεσις 6.4) και οι οποίοι έγινα η αιτία του κατακλυσμού του Νοε, όπως αναφέρεται ρητά στο βιβλίο του Ενώχ και όχι λόγω των αμαρτιών των ανθρώπων όπως διαστρεβλώθηκε στην ΠΔ ώστε να δημιουργηθεί ο μύθος του «Σωτήρα Χριστού» και να ταιριάξει με την νέα αίρεση του Χριστιανισμού. Αυτός ήταν και ο λόγος που το βιβλίο του Ενώχ δεν έγινε μέρος του κανόνα (ενώ αναγνωρίστηκε από την Εκκλησία της Αιθιοπίας), παρόλο του ότι αναφέρεται τόσο από τον Γιεχόσουα, (ή Γιαχσουα Yahshua το πρωταρχικό όνομα του Χριστού), όσο και από τους αποστόλους στα υποτιθέμενα κηρύγματά τους. Οι Ισραηλινοί παραδέχονται ότι ήταν πολυθεϊστές και ειδικά ο θεός της Γένεσις και Εξόδου, ήταν ο θεός Ελ με το πάνθεό του. Άλλωστε, ερείπια ναού στο νησί Ελεφαντίν του Νείλου ενός αρχαίου Ισραηλινού καταυλισμού με έναν ναό αφιερωμένο στον Γιαχού (Ιεχωβά) και Γιαχού-Ανάτ (Αστάρτη του Ιεχωβά) αποδεικνύει περίτρανα τον μεταγενέστερο πολυθεϊσμό τον μετά Ελ εποχής των Ισραηλινών στην Αίγυπτο. Ο υποτιθέμενος Μωυσής ασπάστηκε τον Ιαχβισμό όταν παντρεύτηκε την κόρη του Μιδιανίτη αρχιερέα του Ιεχωβά, έναν παγανιστικό θεό της ερήμου, των ορέων του καιρού και των σκορπιών που λατρευόταν από του Μιδιανίτες, Αμωρίτες και Άραβες Βεδουίνους της περιοχής Σάσου. Οι Ισραηλίτες είναι σαφείς στα γραπτά του για αυτό καθώς αναφέρουν “el eloheka yisrael asel he’elka meres misraym” (=Ελ ο θεός του Ισραήλ που μας έβγαλε από την χώρα της Αιγύπτου).

Ο Εζρα κατά την Βαβυλωνιακή αιχμαλωσία (5-4 αιώνα πχ) συνέταξε το Τανακ και μετέτρεψε τον Εβραϊκό πολυθεϊσμό σε ενοθεϊσμό επηρεασμένος από τον Μονοθεϊστικό Ζωροαστρισμό (και με τις ευλογίες και υποστήριξη του βασιλιά Κύρου που ανακηρύχθηκε από τους Ισραηλίτες ως Μεσσίας), καθώς η μετάφραση των Ο' (2ος αιώνας πχ) αναφέρει ακόμα την Ασερά σαν σύζυγό του και έως τον 3ο αιώνα (μχ) ο Ιεχωβάς λατρευόταν στην Παλαιστίνη σαν Jupiter Hellenious και μάλιστα είχε ταυτιστεί και με τον Διόνυσο. ΔΕΣ: Οι Φονικοί Μονοθεϊσμοί

Η ΠΔ άλλωστε ρητά αναφέρει ότι: «υπάρχουν και άλλοι θεοί», αλλά για τους Εβραιο-Χριστιανούς ένας είναι ο θεός, ο Ιεχωβάς. (Eξοδος 20.3 & 23.13 Δευτερονόμιο 5.7 & 13.18 & 6.14 & 11.28 & 13.2-6 & 28.14, 1 Βασιλέων 11.10, Ψαλμοί 81.1 κτλ.), καθώς και στην Αποκάλυψη.

Περί της μεταφράσεως των Ο΄ (Septuaginta)

Πρέπει να παραδεχθούμε ότι την βιβλική θρησκεία, ως ένα έντεχνο κολοσσιαίο ψέμα και την Βίβλο, σαν τη μεγαλύτερη γραπτή σκευωρία όλων των εποχών.

Βέβαια, δικαιολογημένα στο μυαλό του προβληματισμένου αναγνώστη, επανέρχεται συνεχώς το ερώτημα: αφού οι Εβραίοι συγγραφείς της Βίβλου, μόνο αφελείς δεν ήταν, πώς εξηγείται ότι παρέμειναν στην αρχική αφήγηση, όλες αυτές οι παράξενες λεπτομέρειες, γύρω απ’ τις πατριαρχικές "ιστορίες", ώστε με ανεπίτρεπτη θα λέγαμε ευχέρεια, να μπορούμε εμείς σήμερα, να ανασυνθέτουμε έκπληκτοι το σκανδαλώδες μαγικο-μαγ­γανικό τους περιεχόμενο;

Με μεγάλη ικανοποίηση σας παραθέτω την απάντηση, στο κεφαλαιώδες αυτό ερώτημα, όπως άθελά τους μας την εκμυστηρεύονται ο διάσημος μυθολόγος Ρόμπερτ Γκρέιβς (Robert Graves) και ο Εβραίος συνεργάτης του, Dr. Raphael Patai, στο βιβλίο τους, «Οι Εβραϊκοί μύθοι»:

«Αποτελούσε κοινή πεποίθηση των Εβραίων, ότι η χειρότερη μέρα της ιστορίας του Ισραήλ, δεν ήταν η αιχμαλωσία... απ’ τον Σενναχερίμ, ούτε η καταστροφή του ναού του Σολομώντος απ’ τον Ναβουχοδονόσορα, αλλά η μέρα όπου οι Εβδομήκοντα (Ο΄) μετέφρασαν στα Ελληνικά την Βίβλο ύστερα από απαίτηση του Πτολεμαίου Β΄ (285-246 π.Χ). Πίστευαν (οι Εβραίοι) ότι οι Γραφές τους, που περιείχαν εξιστορήσεις των κακών πράξεων των προγόνων τους... δεν έπρεπε ποτέ ν’ αποκαλυφθούν στους εχθρούς του Ισραήλ».[1]

Οι ίδιοι οι Εβραίοι λοιπόν, παραδέχονται εδώ, την μεγάλη τραγωδία της ανεπίτρεπτης κοινοποίησης του περιεχομένου της ιερατικής τους Βίβλου, που συνέβη με την αναπάντεχη μετάφρασή της στα Ελληνικά! Παράλληλα όμως, ομολογείται εδώ, ότι αφορμή της μετάφρασης των Ο΄, υπήρξε η «απαίτηση» του Βασιλιά Πτολεμαίου ΙΙ, και όχι όπως θέλει η άλλη, η γνωστότερη αλλά κατασκευασμένη εβραϊκή εκδοχή (της πλαστής επιστολής του Αρισταίου), που θέλει η μετάφραση αυτή να ξεκινάει δήθεν, μετά από επίμονες παρακλήσεις προς το Πτολεμαίο Β΄, των ίδιων των Εβραίων!

Την ιστορική αυτή παραχάραξη, ξεκίνησε ο ιστορικός Φλάβιος Ιώσηπος, ο οποίος, Ραββίνος ών, είχε κάθε λόγο να την επιδιώκει. Σύμφωνα λοιπόν με τον Ιώσηπο, (Antiq. Jud.12.17), κάποιος Ιουδαίος ονόματι Αριστέας, υπηρετώντας στην αυλή του Πτολεμαίου Β΄ και γνωρίζοντας την αγάπη του βασιλιά για τα βιβλία, ζήτησε για αντάλλαγμα της μετάφρασης της εβραϊκής Βίβλου, την απελευθέρωση 120.000 Ιεροσολυμιτών σκλάβων!

Η εξιστόρηση αυτή, παρουσιάζει τον πανίσχυρο Πτολεμαίο, να συμμορφώνεται με κάθε όρο και ιουδαϊκή υπόδειξη, και όχι μόνο να ελευθερώνει τους σκλάβους, αλλά να τους αποζημιώνει με υπέρογκα ποσά κι αυτούς και τους κυρίους τους. Βέβαια, η αξιοπιστία αυτής της εξιστόρησης, εύκολα ελέγχεται από το σύνολο των ερευνητών, ως κατασκεύασμα του Ιώσηπου, (που άλλωστε δεν χαρακτηρίζεται ιδιαίτερα για την έλλειψη σκοπιμοτήτων στα συγγράμματά του), και σ’ αυτό συμφωνούν ακόμα και μεγαλόσχημοι, σύγχρονοι ιερείς της Ορθοδοξίας.[2]

Το γεγονός άλλωστε, ότι η μετάφραση αυτή, έγινε τελικά από απλούς γλωσσομαθείς (λόγιους) Εβραίους, και όχι από υποψιασμένους Εβραίους ιερείς, που θα μπορούσαν να αποφύγουν τα καυτά αποκαλυπτικά σημεία της Βίβλου, αποδεικνύει ότι η πραγματική αφορμή της μετάφρασης, ήταν πράγματι η μεθοδευμένη απαίτηση του βιβλιόφιλου Έλληνα βασιλιά Πτολεμαίου Β΄, στην Ελληνοκρατούμενη τότε Αίγυπτο.

«Ο Πτολεμαίος ο βασιλεύς της Αιγύπτου, βιβλιοθήκη κατασκεύασε στην Αλεξάνδρεια και γι’ αυτήν πανταχόθεν συνέλεγε βιβλία... μαθαίνοντας ότι γραμμένες αρχαίες ιστορίες των Εβραίων υπάρχουν... εβδομήκοντα (Εβραίους) σοφούς άνδρες πρόσταξε, των Εβραίων τις Βίβλους (στα Ελληνικά) να μεταφράσουν... πρόσταξε δε αυτούς, όχι στην πόλη αλλά (απομονωμένοι) στην νήσο Φάρο, κατ’ ιδίαν, και σε οικίσκους διαφορετικούς την ερμηνεία (μετάφραση) να δώσουν. Πρόσταξε δε και τους εποπτεύοντες, να παρέχουν κάθε υποστήριξη, απαγορεύοντας όμως τις μεταξύ τους ομιλίες, για να αποφύγει τις μεταξύ τους συνεννοήσεις, ώστε να αποσπάσει το ακριβές της ερμηνείας». Pseudo-Justinus Martyr 2.13.D.

Ο Εβραίος Επίσκοπος Κύπρου Επιφάνιος (310-404 μ.Χ.) ομολογεί: «Για να μην συνδιαλλάσσονται μεταξύ τους, αλλά ανόθευτη να δώσουν την ερμηνεία, ο Πτολεμαίος ο Β΄, τριάκοντα εξ οικίσκους κατασκεύασε. Σ' Αυτούς δε (τους μεταφραστές) δυο-δυο έκλεισε (στους οικίσκους), και σε δούλους ανέθεσε την φροντίδα τους... αλλά στους οικίσκους εκείνους, ούτε θυρίδες, (παράθυρα), δεν κατασκεύασε και μόνο φεγγίτες προς φωτισμό άνωθεν των δωματίων άνοιξε. Οι δε (Εβδομήκοντα), έτσι διάγοντες, κλειδωμένοι από πρωίας έως εσπέρας έδωσαν την μετάφραση». Epiphanius Eccl. De mensuris et Ponderibus 77.

Ο Πτολεμαίος ο δεύτερος, σαφώς δεν είχε απολύτως καμιά ανάγκη να ζητήσει μεταφραστές από την Ιερουσαλήμ, όπως ισχυρίζεται η επιστολή του Αριστέα, αφού τους πλέον άριστους ελληνομαθείς Εβραίους τους είχε μπροστά του, στην ίδια του την πόλη, την Αλεξάνδρεια. Εβδομήντα (Ο΄) λοιπόν περίπου Αλεξανδρινοί[3] λόγιοι, (τελικά λέγεται ότι ήταν 72), δηλαδή απλοί γλωσσομαθείς Εβραίοι και όχι Ραβίνοι, φρουρούμενοι, κατά κάποιον τρόπο "φυλακισμένοι", υπέκυψαν στις πιέσεις του Πτολεμαίου Β΄ πάνω στην μικρή νήσο Φάρο της Αλεξάνδρειας. Μάλιστα, χωρισμένοι και απομονωμένοι σε ανεξάρτητες μικρές ομάδες, αναγκάσθηκαν να παραδώσουν με την μεγαλύτερη δυνατή ακρίβεια, μεταφρασμένη στα ελληνικά, την πατριαρχική τους ιστορία.

Η μετάφραση αυτή, που ήταν ένα τεράστιο ιστορικό λάθος των εβδομήντα δυο αυτών Εβραίων λογίων της Αλεξάνδρειας, "πάγωσε" τη βιβλική αφήγηση, όπως ακριβώς ήταν γραμμένη στην δεδομένη χρονική στιγμή της μετάφρασης!

Έκτοτε η μετάφραση των Ο΄ ήταν η ακάλυπτη αχίλλειος πτέρνα των εβραϊκών γραφών. Σήμερα, «η Ο΄ αποτελεί την επίσημη Βίβλο της Ορθοδόξου Εκκλησίας... και είναι αξιοπιστοτέρα όλων των άλλων συμπεριλαμβανόμενων και των εβραϊκών (εννοεί μασσοριτικών) που έχουν αλλοιωθεί».[4] Παρ’ όλα αυτά και με την σιωπηρή συγκατάθεση και της Ορθοδοξίας, η Ο΄ τείνει παγκοσμίως να εξαφανιστεί από την δημόσια χρήση. Ο λόγος γι’ αυτό, είναι μόνο ένας: Η μετάφραση αυτή, έγινε από ανθρώπους που δεν γνώριζαν ότι μεταφράζοντας σωστά τις εβραϊκές γραφές, παρέδιδαν στους ελληνόφωνους της εποχής τους "ξεσκέπαστα", τα καταγεγραμμένα σ’ αυτήν τρομερά μυστικά του ιερατικού αυτού βιβλίου! Έκτοτε, μέγα πένθος και σοβαρότατες ανησυχίες υπήρχαν απ’ την πλευρά των Ραββίνων, για τα κοινοποιημένα μυστικά της εβραιο-ιερατικής ιστορίας, που η μετάφραση των Ο΄ παρέδιδε στους ελληνόφωνους αλλοεθνείς: «Οι Ραββίνοι χαρακτήρισαν σαν αποφράδα (κακότυχη, δυσοίωνη), και απαίσια για τον ιουδαϊκό λαό την ημέρα που κυκλοφόρησε η μετάφραση των Ο΄ στα Ελληνικά. Οι αντιπρόσωποι του ιουδαϊκού Ιερατείου, άρχισαν συστηματικό πόλεμο ενάντια στο κύρος της μετάφρασης των Ο΄.

Εκτός από την μετάφραση των Ο΄, που αποκηρύχτηκε από τι ιουδαϊκό Ιερατείο, στους πρώτους μεταχριστιανικούς χρόνους, ανέθεσαν σε πολλούς να φτιάξουν νέες μεταφράσεις στα Ελληνικά… κάποιες παρέμειναν ανώνυμες άλλες όμως απέκτησαν κύρος, όπως του Ακύλα του Θεοδοτίονα και του Σύμμαχου, που έγιναν για να αχρηστέψουν το κείμενο της μετάφρασης των Ο΄». Γ. Κορδάτος, «Η Παλαιά Διαθήκη στο φως της κριτικής», σελ.: 314.

Ο Ωριγένης που βάλθηκε να ξεκαθαρίσει τον κυκεώνα των μεταφραστικών παραλλαγών ομολόγησε: «Πολλή γέγονεν η των αντιγράφων διαφορά, είτε από ραθυμίας τινών γραφέων, είτε από τόλμης τινών μοχθηράς, είτε από αμελούντων της διορθώσεως των γραφομένων, είτε και από των τα εαυτοίς δοκούντα εν τη διορθώσει ή προστιθέντων ή αφαιρούντων». Origenes Theol., Commentarium in evangelium Matthaei15.14.89.

Τα βιβλικά κείμενα, φεύγοντας από τα χέρια των Εβραίων, τρεις περίπου αιώνες π.Χ., (επί Πτολεμαίου του δεύτερου), με την μορφή της μετάφρασης των Ο΄, δεν μπορούσαν πια να αλλοιωθούν και να προσαρμοσθούν στις μεταβαλλόμενες συνθήκες της ιστορίας! Για επτά περίπου αιώνες, παρέμειναν φυλαγμένα και αναλλοίωτα στα ράφια της αλεξανδρινής βιβλιοθήκης.

Η βιβλική μετάφραση των Ο΄, ήταν πια ένας διεθνοποιημένος, αλλά και αποκαλυπτικός ιερατικός κώδικας συμπεριφοράς, που στα χέρια τρίτων, θα μπορούσε με την πλέον απλή επεξεργασία και ανάλυση των δεδομένων του, και με την φυσικότερη προέκταση των περιγραφών του, να γίνει ένα μνημείο αποκάλυψης της χαλδαιικής πανουργίας! Η κατανόηση και η επεξεργασία των μεθοδεύσεων και οι κραυγαλέες θρησκευτικές δολοπλοκίες της Βίβλου, θα μπορούσαν να αποτελέσουν άριστο υλικό μελέτης και κατανόησης του χαλδαϊκού επεκτατισμού, προειδοποιώντας αποτελεσματικά τους λαούς, για τις σοβαρές κατασχετικές προθέσεις του αβρααμικού Ιερατείου!

Η μετάφραση των Ο΄ λοιπόν, δυόμισι και πλέον αιώνες προ Χριστού, ουσιαστικά αφαίρεσε ολοσχερώς, κάθε δυνατότητα περαιτέρω συγκάλυψης της αληθινής, καταγεγραμμένης πατριαρχικής συμπεριφοράς. Έτσι, αυτή ακριβώς η μετάφραση, φαίνεται πως είναι και η σημαντικότερη αιτία, που τα παλαιοδιαθηκικά βιβλικά κείμενα, έφτασαν μέχρι τις μέρες μας σχεδόν "ξεσκέπαστα", φορτωμένα με όλες αυτές τις "αξιοθαύμαστες" λεπτομέρειες, που τόσο μας διευκόλυναν στην ανασύνταξη της ανεπανάληπτης χαλδαιο-πατριαρχικής, ιερατικής μαγγανείας! Δυστυχώς, ποτέ μέχρι σήμερα το ανεπανάληπτο αυτό δώρο του Πτολεμαίου Β΄ δεν αξιοποιήθηκε σωστά. Οι ραββίνοι μάλιστα, δι’ άλλης οδού, επέβαλλαν σταδιακά τον συγκαλυπτικό εκείνο τύπο ερμη­νείας, την αλληγορική, (μεταφορική, συμβολική), που όλοι μας γνωρίσαμε. Διεκδικώντας ασταμάτητα το προνόμιο της ηπιότερης, αλληγορικής ερμηνείας για τα κείμενα τους, κατάφεραν να σκεπάσουν με ροδοπέταλα ονειρικών ερμηνειών και τις πλέον δύσοσμες και αρνητικές βιβλικές αφηγήσεις! Εξαφάνισαν τις ανατριχιαστικότερες περιγραφές, μέσα σε ένα κλίμα σύγχυσης και δαιδαλώδους θρησκευτικής παραδοξολογίας.

Μέσα στον λαβύρινθο των πολλαπλών εξηγήσεων, των πιθανών και απίθανων ερμηνειών, πέτυχαν να εξαφανίσουν την οφθαλμοφανή ερμηνεία των βιβλικών αφηγήσεων, και με όπλο τους την ιερή απεραντολογία, παραπλάνησαν αποτελεσματικά και εξοστράκισαν κάθε τύπο ερώτησης και ενοχλητικής υποψίας.

Επιβεβαιώνοντας τους παραπάνω συλλογισμούς μας, ο Charles Dupuis γράφει: «Αυτοί οι ίδιοι Εβραίοι διδάσκαλοι, όπως και οι Χριστιανοί διδάσκαλοι, συμφωνούν στο ότι τα στον Μωυσή αποδιδόμενα βιβλία (πεντάτευχος, αλλά και λοιπά βιβλικά κείμενα), γράφτηκαν με αλληγορικό τρόπο, κλείνοντας συχνά μέσα τους έννοιες πολύ διαφορετικές από εκείνες που δείχνουν ότι γράφουν». Dupuis Charles: «Ερμηνεία του μύθου του ήλιου που λατρεύτηκε με το όνομα του Χριστού», σελ. 25-28.

Μάλιστα με πολύ σαφήνεια, ο αρχιραββίνος Μαϊμωνίδης[5] ευθέως μας προτρέπει απειλητικά να μην τολμήσουμε να κοιτάξουμε κάτω απ’ το δήθεν «αλληγορικό πέπλο», τις φοβερές αλήθειες της Βίβλου. Να τι λέει ο Μαϊμωνίδης, ο σοφότερος των ραββίνων: «Δεν πρέπει κανείς να ακούει, ούτε να παίρνει κατά γράμμα ό,τι είναι γραμμένο στα βιβλία της Δημιουργίας, ούτε και να έχει (ερμηνευτικές) ιδέες σαν κι αυτές που έχει το κοινό, αλλιώς οι αρχαίοι σοφοί μας, δεν θα μας συμβούλευαν με τόση φροντίδα να κρύβουμε το νόημά τους και να μην σηκώνουμε καθόλου το αλληγορικό πέπλο που κρύβει τις αλήθειες που περιέχει... Οποιοσδήποτε όμως μαντέψει την αληθινή έννοια, (των βιβλικών λεγομένων) πρέπει να αποφύγει να την κοινολογήσει». Σιέτος Γ.: «Τα Μωσαϊκά μυστήρια», σελ.: 131.

Για ανάλογες αποτρεπτικές "κατάρες", διαβάζουμε και στον Ιώσηπο: «κανείς δεν έχει διακινδυνέψει να διερμηνεύσει τους νόμους αυτούς, εξαιτίας της θεϊκής και τρομερής τους φύσης. Μερικοί που το επιχείρησαν τιμωρήθηκαν απ’ τον (εβραϊκό) θεό. Κάποιος που θέλησε να εξιστορήσει (ελέγξει) ορισμένους απ’ αυτούς (τους βιβλικούς νόμους), διαταράχθηκε το μυαλό του για περισσότερες από τριάντα ημέρες. Όταν είχε διαύγεια πνεύματος, προσπαθούσε να κατευνάσει τον θεό, υποπτευόμενος ότι η τρέλα του προερχόταν απ’ αυτόν... (μήπως σας θυμίζει τις κατάρες του Δευτερονομίου;). Τούτη η δυστυχία τον βρήκε επειδή υπήρξε πολύ περίεργος (!) σχετικά με τα θεία και θέλησε να τα αποκαλύψει στους απλούς ανθρώπους, έτσι εγκατέλειψε το σχέδιο του και ξαναβρήκε τα λογικά του». Antiq. Jud. 12.111-113.

Δεν έχουμε τίποτε ιδιαίτερο να προσθέσουμε στις αποκαλυπτικές συμβουλές του Μαϊμωνίδη, και στις απειλητικές δεισιδαιμονίες του Ιώσηπου. Απαντούμε μόνο, πως: Όχι μόνο παραπλάνησαν, παγίδεψαν και αχρήστευσαν την ευγενική φιλοθεΐα μας, και με τα ασταμάτητα εγκεφαλικά τους απόβλητα σκουπιδοποίησαν τις κοινωνίες μας, αλλά με την ολοφάνερη θεολογική τους τρομοκρατία, μας ζητούν ανοιχτά, να παραμείνουμε σιωπηροί συνεργάτες, στην αιώνια πνευματική υποδούλωση των λαών μας!

Δυστυχώς, με την αποκαλυπτικότατη Ελληνική μετάφραση των Ο΄ διαθέσιμη, πέρασαν ήδη μέχρι σήμερα, είκοσι δύο και πλέον αιώνες "από­λυ­της" απομυθοποιητικής απραξίας! Δυστυχώς, ούτε και οι ικανότεροι των εθνών, δεν καταδέχθηκαν να ρίξουν μια πιο μεθοδική και επίμονη απομυθοποιητική ματιά, στο δήθεν θρησκευτικό αυτό βιβλίο, που με τόσο πάθος μας παρέδωσαν απολύτως θεοποιημένο!

Δυστυχώς, με την απύθμενη αφέλειά μας, και τις αβασάνιστες παραδοχές μας, είμαστε εμείς οι ίδιοι, αυτοί που με πείσμα και ατέλειωτη φαντα­σιοπληξία, μετατρέψαμε τον χαλδαιικό αυτόν κατάλογο μαγ­γανιστικών άθλων, σε φωτισμένο βιβλίο θρησκείας, και δυο φορές δυστυχείς, γιατί με ακόμα εγκληματικότερη αφέλεια, το παραδίδουμε ως τέτοιο, στους τρυφερούς και ανυποψίαστους απογόνους μας!

Η καταγγελία αυτού του βιβλίου, ίσως φανεί σε πολλούς οριακή και δυσβά­σταχτη. Ζούμε όμως δυστυχώς σε καιρούς οριακούς, χωρίς να έχουμε πια την πολυτέλεια να αοριστολογούμε, να κρύβουμε και να αναβάλλουμε επ’ αόριστο τις κραυγαλέες υποψίες μας, για την αληθινή καταγωγή των παθών μας.

Ο φιλόξενος Κόσμος γύρω μας θρυμματίζεται, γιατί εμείς κυνηγώντας τους κάθε λογής θρησκευτικούς ανέμους, καθυστερήσαμε οριακά και επικίνδυνα την αναγκαία εναρμόνισή μας, με τις αληθινές θεϊκές προτροπές της γενναιόδωρης Μητέρας Φύσης. Σήμερα, αντιμετωπίζουμε τις βαρύτατες συνέπειες, αυτής της σοβαρό­τατης απρέπειάς μας, γιατί όχι μόνο δεν αναπτύξαμε σε ιδεώδη επίπεδα, ως οφείλαμε, την αρωγή και την περιποιητική ευσέβειά μας, προς την ιερή μητέρα, αδελφή και φίλη "Γη", αλλά εξακολουθούμε σαν τα ανεγκέφαλα τρωκτικά, να κατασπαράζουμε τα δώρα της, και να καταρρακώνουμε την πολύτιμη νοημοσύνη μας, καταναλίσκοντας μέχρι μέθης και αναισθησίας, τους ατέλειωτους, γλυκόπιοτους δόλους των μάγων και των υποτιθέμενων θεών τους.
-------------------------
[1] Robert Graves & Dr. Raphael Patai,«Hebrew Myths The Book of Genesis», 48.1. (1963). Ο Ιώσηπος ομολογεί ότι: «η νομοθεσία αυτή (η Βίβλος) είναι ιερή και δεν πρέπει να αποκαλύπτεται από βέβηλα (αλλοφύλων) στόματα». Ιώσηπος, Ιουδαϊκή Αρχαιολογια 12.39.

[2] Ο Μεθόδιος Φούγιας, ο ορθόδοξος Μητροπολίτης Πισιδίας και Μ. Βρετανίας (Metropolitan Methodios of Pisidia Formerly Archbishop of Thyateira and Great Britain), στο βιβλίο του «Ελληνισμός και Ιουδαϊσμός», (Hellenism and Judaism) στον υπότιτλό του: «Η επιστολή του Αριστέα» χαρακτηρίζει την επιστολή «ψευδεπίγραφη» και «τέχνασμα», (βλ σελ. 111, 114 και 123), και παραθέτει τα ονόματα πολλών ακόμα έγκριτων Βρετανών και άλλων μελετητών, που έχουν την ίδια μ’ αυτόν άποψη.

[3] Την άποψη ότι: «οι μεταφραστές δεν προήρχοντο από την Παλαιστίνη, αλλά ήταν (επιστρατεύθηκαν) από την ίδια την Αλεξάνδρεια», υιοθετεί και ο Μεθόδιος Φούγιας στο βιβλίο του: Η ελληνιστική Ιουδαϊκή παράδοση σελ. 61, 65. Ο J. A. Fizmyer στο βιβλίο του The laguage of Palestine ih the first Century (1972) επισημαίνει λογικά ότι: «την περίοδο αυτή η γνώση της Ελληνικής γλώσσας στους Ιουδαίους της Παλαιστίνης ήταν περιορισμένη. Τούτο συνάγεται από τις δίγλωσσες επιγραφές αυτής της περιόδου». Την ίδια λογική εξήγηση, ακολουθούν και οι: RobertH. Pfeiffer (History of New Testament Times), Feldmanand Hengel (Judaismand Hellenism), Gunther Zuntz (Aristeas on the translations of the Torah) και Sidney Jellicoe (The Septuaginta and Modern Study Oxford 1968, σελ.59-63).

[4] Αυτά τα αποκαλυπτικά παραδέχεται στο επίσημο καταστατικό της η Ορθόδοξος Εκκλησία δηλαδή στο «Ιερόν Πηδάλιο», Εκδ. Αστήρ, σελ.: 116, 614.

[5] Ραββί Μωυσής Μπεν Μαϊμόν. Ο σημαντικότερος Ραββίνος του μεσαίωνα, (1135-1204).

Η ψυχολογίας της μειονεξίας & η παράλογη ενοχή

Είναι αρκετοί οι άνθρωποι που, από παιδιά, νιώθουν να τους κατακλύζει η αίσθηση μιας παράλογης, άδικης ενοχής, κι ένα επακόλουθο συναίσθημα μειονεκτικότητας.

Αισθάνονται δηλαδή ένοχοι όχι για τις βλαπτικές πράξεις ή παραλείψεις τους, γιατί απλά η ενοχή που νιώθουν δεν προκύπτει ως αποτέλεσμα ενός γεγονότος, μιας συνθήκης που συνέβη στο παρελθόν, στην οποία εκείνοι έκαναν πραγματικά κάποιο λάθος.

Το άτομο που έχει κακοποιηθεί λεκτικά, ψυχικά, ή σωματικά, του οποίου δηλαδή η αθωότητα έχει καίρια τραυματισθεί, συχνά νιώθει μια παράλογη ενοχή.

Νιώθε πως φταίει σε κάτι. Χωρίς όμως να μπορεί να εντοπίσει τι είναι αυτό.

Η άδικη ενοχή είναι στην πραγματικότητα ένας αμυντικός μηχανισμός ενάντια στον πόνο που βίωσε όταν βλάφτηκε ή αδικήθηκε από κάποιον άλλον.

Και μάλιστα, καθώς ήταν ευάλωτος ή αδύναμος να διαχειριστεί την αδικία σε βάρος του.

Όταν κανείς σκέφτεται: «τι λάθος έκανα; Ποιο κακό προκάλεσα; Γιατί δεν είμαι αρκετά καλός σε κάτι ή σε τίποτα;...», τότε ο πόνος που ο ίδιος νιώθει επειδή τον τραυμάτισε ο άλλος με την συμπεριφορά του, αν και δεν εξαφανίζεται, κατά κάποιον τρόπο αμβλύνεται.

Ο πόνος μειώνεται επειδή ο εαυτός αποφεύγει την άμεση επαφή του με το τραύμα και την μοναξιά που η τραυματική συνθήκη συνήθως προκαλεί στην ψυχή.

Η παράλογη ενοχή στοχεύει στο να χωρίσει τον εαυτό από τα επώδυνα συναισθήματα του πόνου και του θυμού.

Αυτός που έγινε αντικείμενο εκμετάλλευσης σε μια σχέση, και βαθιά τραυματίσθηκε η αίσθηση ελέγχου στην ζωή του, μέσα από το βίωμα της παράλογης ενοχής αντιστρέφει τους όρους του παιχνιδιού:

«Αν μπορέσω να ανακαλύψω ποιο είναι το λάθος με μένα, και το διορθώσω, τότε η σημαντική μου σχέση με τον άλλον δεν θα χρειαστεί να χαλάσει, ή να τελειώσει, κι έτσι θα αποφύγω τον πόνο της απώλειας & της μοναξιάς» σκέφτεται ο παθών.

Η άδικη ενοχή δίνει στον τραυματισμένο μια ψευδαίσθηση ελέγχου, από την οποία προκύπτει συχνά μια καταναγκαστική συμπεριφορά τελειομανίας.

Όσο περισσότερο κάποιος χρησιμοποιεί ασυνείδητα τον μηχανισμό της παράλογης ενοχής για να καταστείλει μέσα του τον πόνο, τόσο πιο πολύ έχει την ανάγκη να πιστεύει ότι, καθώς γίνεται ολοένα και περισσότερο «τέλειος», πιο συνεπής και, ως αποτέλεσμα, περισσότερο απαλλαγμένος από ενοχές, θα είναι σε θέση να αποφεύγει κάθε μελλοντικό πόνο. Να ελέγχει απόλυτα την ζωή του.

Βέβαια συμβαίνει ακριβώς το αντίθετο.

Όσο κανείς επενδύει την ψυχική του ενέργεια στο παραπάνω μηχανισμό, ως αποφευκτικό σχήμα του πόνου, επειδή ακριβώς δεν υπήρξε ποτέ αδικοπραξία που με την ομολογία της αποκαθίσταται αυτόματα η ενοχή, το αίσθημα της αναμενόμενης κι επιδιωκόμενης ανακούφισης δεν έρχεται ποτέ.

Καθώς το υποκείμενο συνεχώς αναβάλλει κι αποφεύγει τον πόνο, όλο και περισσότερο πόνος συσσωρεύεται στον ήδη πρωταρχικό και προϋπάρχοντα.

Η παρουσία του πόνου κινητοποιεί με την σειρά της όλο και πιο εντατικά το σχήμα της παράλογης ενοχής.

Και το αρχικό τραύμα όλο και περισσότερο επιβαρύνεται και βαθαίνει.

Ο Κένταυρος Χείρων ο μυθολογικός θεραπευτής

H ανθρωπολογία της μαγείας στην Αρχαία Ελλάδα

Η μαγεία στον Ελληνικό μύθο είναι πανταχού παρούσα. Διαπέρασε τις πεποιθήσεις της ελληνικής ζωής σε όλα τα στρώματα της κοινωνίας, υποδεικνύοντας σε μεγάλο βαθμό τη θρησκευτική ομοιογένεια της αρχαιοελληνικής κοινωνίας.

Η μαγεία εξυπηρετούσε, μεταξύ άλλων ως θεμέλιο για την ανθρώπινη γνώση και ήταν μέσο ελέγχου του άμεσου περιβάλλοντος, των δυνάμεων της φύσης, της ζωής και του θανάτου, καθώς και άλλων περιοχών της γνώσης, που τελούν σήμερα υπό την αιγίδα της τεχνολογίας.

Όπως το θέτει μια σύγχρονη αυθεντία στο πεδίο της σύγχρονης ανθρωπολογίας:

«Η πρακτική της μαγείας ήταν πανταχού παρούσα στην κλασική αρχαιότητα. Οι σύγχρονοι του Πλάτωνα και του Σωκράτη τοποθετούσαν ειδώλια στους τάφους και τα κατώφλια. Ο Κικέρων χαμογέλασε με κάποιον που ισχυρίστηκε ότι είχε χάσει τη μνήμη του υπό την επιρροή κάποιας γοητείας και ο Πλίνιος ο Πρεσβύτερος ισχυριζόταν πως όλοι φοβούνταν μήπως πέσουν θύματα της μαγείας.

Οι πολίτες της Τέω καταριούνταν εκείνον που θα επιτίθετο στην πόλη, ενώ στη Δωδεκάδελτο υπήρχαν νόμοι ενάντια στη μαγική μεταφορά της συγκομιδής από το ένα χωράφι στο άλλο. Οι αυτοκρατορικοί νομικοί κώδικες περιείχαν εκτεταμένες αναφορές ενάντια σε όλα τα είδη της μαγείας –εκτός από την ερωτική και τη μετεωρολογική. Οι μαγικές τελετουργίες οδήγησαν σταδιακά σε μια ανώτερη πνευματικότητα, ανοίγοντας εν τέλει το δρόμο στην υπέρτατη θεότητα».

Δεδομένου ότι τα περισσότερα μέλη της αρχαιοελληνικής κοινωνίας ακολούθησαν το ίδιο βασικό σύνολο πεποιθήσεων σχετικά με την κλίμακα των μαγικών δυνατοτήτων, σε ό,τι αφορά στους θεούς και τις δυνατότητές τους, με τοπικές παραλλαγές βέβαια, το μυθολογικό σύστημα κατείχε αφεαυτού ενότητα και μια δομή στην οποία λίγο-πολύ μπορούσε να προβλεφθεί η προσθήκη των νέων χαρακτήρων, ή η απόδοση κάποιων ιδιοτήτων με αρκετή ακρίβεια.

Η αντανάκλαση αυτών των πεποιθήσεων στον κλασικό μύθο δεν ήταν κάποια άσκηση της φαντασίας με τον ίδιο τρόπο που γίνεται πιθανώς σήμερα. Ενώ οι αντιλήψεις και οι παρουσιάσεις των ιστορικών/μυθολογικών μορφών στο μύθο και η πλοκή των ενεργειών τους απαιτούσε μια ορισμένη δημιουργικότητα και ποιητική άδεια εκ μέρους του αφηγητή, η δομή του μαγικού κόσμου ήταν τμήμα ενός καλά εγκαθιδρυμένου πλαισίου από τα βάθη των προϊστορικών χρόνων.

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο κατέχει σημαντική θέση ο ρόλος των κενταύρων, τόσο πρακτικά όσο και συμβολικά. Στην ιστορία και την τέχνη οι κένταυροι απεικονίζονται με ανθρώπινο το άνω τμήμα του κορμού και ζωικό το κάτω. Ως ιδιοσυγκρασίες, όμως, φαίνεται πως δεν ήταν αρκετά ισορροπημένοι και παρουσιάζονται ως είδη πρωτόγονα που όφειλαν περισσότερα στη ζωική φύση τους παρά στην ανθρώπινη κληρονομιά τους.

Ο μύθος τους τοποθετεί στη Θεσσαλία, στην κατεξοχήν μαγική γη της Ελληνικής επικράτειας με τις φημισμένες μάγισσες, στις οποίες θα αφιερώσουμε μια ξεχωριστή σπουδή.

Η παρουσία τους στη θεσσαλική γη αποδόθηκε σε έναν γηγενή βασιλιά των Λαπίθων. Στα ελληνικά έργα τέχνης η τυπική απεικόνιση των Κενταύρων είναι εκείνη που τους δείχνει να επιτίθενται στους Λαπίθες, εμπλεκόμενοι σε πράξεις βιασμού και λεηλασίας, όπως και στην γαμήλια τελετή του Πειρίθου. Γενικά, θα μπορούσαμε να πούμε ότι η παρουσία τους ήταν συμβολική των απεριόριστων και απρόβλεπτων ιδιοτήτων του φυσικού κόσμου.

Κατά τον ίδιο τρόπο η λογοτεχνική παρουσία τους στο μύθο είναι συχνά συμβολική της πολιτισμικής ανάγκης να καθιερωθεί -να επανακαθιερωθεί μάλλον- η κυριαρχία σε αυτό που οι Έλληνες της αρχαιότητας αντιλαμβάνονταν ως δική τους σφαίρα επιρροής.

Οι ελληνικοί ήρωες έπρεπε για να καθιερώσουν την παρουσία του πολιτισμού τους σε έναν ευρύτερο κόσμο και αυτό το κατόρθωναν τυπικά δαμάζοντας μυθικά ή υπερφυσικά πλάσματα. Όμως, μη ανθρώπινα τέρατα όπως ήταν η Σκύλλα, η Χάρυβδις, η Χίμαιρα ή η Σφίγγα απεικόνιζαν τη μάχη ανάμεσα στον πολιτισμό και τον ευρύτερο κόσμο.

Υβριδικά ημιανθρώπινα πλάσματα τέτοια όπως ήταν οι κένταυροι αντιπροσώπευαν συχνότερα τις εισβολές αρνητικών όψεων εκείνου του μεγαλύτερου κόσμου στον κόσμο της δικαιοδοσίας των Ελλήνων

Σε ένα ευρύτερο ψυχολογικό πλαίσιο πρόκειται για την εισβολή του ασυνείδητου κόσμου στις επικράτειες της καθημερινής συνείδησης, η αρχική σύγκρουση ανάμεσα στις απειλητικές μορφές ενός άγνωστου και σκοτεινού κόσμου και τον τακτοποιημένο κόσμο της λογικής συνείδησης. Τούτη η πρωτογενής σύγκρουση είναι η ίδια -αν και με διαφορετική μορφή- με τη σύγκρουση ανάμεσα στο διονυσιακό και το απολλώνειο στοιχείο.

Η παρουσία του Χείρωνα, αντιθετική στο είδος του, κατείχε μια πλήρως διαφορετική έννοια. Με έναν πολύ πραγματικό τρόπο, ο Χείρων θα μπορούσε να θεωρηθεί η εξαίρεση που επιβεβαιώνει τον κανόνα σε ό,τι αφορά στο συμβολισμό του κένταυρου στον ελληνικό κόσμο.

Εκεί που οι άλλοι αντιπροσώπευαν την κτηνωδία και τον κίνδυνο του φυσικού κόσμου, ο Χείρων αντιπροσωπεύει την αφθονία και την ευλογία του, όπως φαίνεται από το γεγονός ότι δίδαξε σε διάφορους ήρωες τις εν δυνάμει αγαθοεργές δυνάμεις του φυσικού κόσμου –τις τέχνες της αστρολογίας, της βοτανικής, της θεραπείας, του κυνηγιού, της πολεμικής τέχνης, και της άσκησης των δικών τους εσωτερικών, φυσικών χαρισμάτων, δώρα των θεών μέσω κληρονομικής διαδοχής ή προστασίας.

Είναι σημαντικό ίσως να σημειώσουμε εδώ ότι, όπως τα υπερφυσικά χαρίσματα έπρεπε να παραχωρηθούν από τους θεούς, έτσι επίσης χρειαζόταν και μια τυπική εισαγωγή στη μαθητεία, προκειμένου να προσφερθούν τα οφέλη της σοφίας του. Τους μαθητές του Χείρωνα τους έφερναν είτε ή θεοί ή προηγούμενοι μαθητές του, που γνώριζαν τη διδασκαλία του και είχαν φθάσει ως εκεί με θεϊκή παρέμβαση.

Η πρωιμότερη αναφορά στον Χείρωνα ίσως είναι αυτή που απαντάται στις τελευταίες γραμμές της ησιόδειας Κοσμογονίας. Το όνομα του κένταυρου συνδέεται με ένα παιδί που γεννήθηκε από τον ήρωα Ιάσονα και τη μάγισσα Μήδεια: [Κι αυτή στην εξουσία μπαίνοντας του Ιάσονα του βασιλιά, εγέννησε το Μήδειο, το γιο της, που τον ανάθρεψε στα βουνά ο Χείρων, ο γιος της Φιλύρας -και του μεγάλου Δία το σχέδιο γινόταν]

Η ακριβής φύση αυτών των γραμμών είναι αρκετά ενδιαφέρουσα, αν λάβουμε υπ’ όψιν μας την επερχόμενη μοίρα του συγκεκριμένου απογόνου -ένα παιδί προδιαγεγραμμένο να θανατωθεί στη νιότη του, παρά να εκτελέσει τα δικά του κατορθώματα.

Εδώ θα τολμούσαμε να πούμε πως ο Ησίοδος με τη ρήση «και του μεγάλου Δία το σχέδιο γινόταν» δεν αναφέρεται στον Μήδειο αλλά στον Χείρωνα. Ο σκοπός του Δία είναι ο ρόλος που εκπληρώνει ο Χείρων στη σφαίρα του Ελληνικού μύθου: να διδάξει τη μαγεία του στις μελλοντικές γενεές.

Λαμβάνοντας υπ’ όψιν την αγάπη και την προσκόλληση που έδειχναν οι πρόγονοί μας στη γραμμή καταγωγής τους (μητρογραμμική ή πατρογραμμική), και του ρόλου που έπαιζε στον καθορισμό της κοινωνικής θέσης, έχει ενδιαφέρον να δούμε την καταγωγή του Χείρωνα. Αντίθετα από τους άλλους κένταυρους, ο Χείρων δεν κατάγεται από τους Λαπίθες. Κατάγεται από τον Κρόνο και τη νύμφη Φιλύρα. Όπως και άλλοι ολύμπιοι, ο Χείρων είναι παιδί του Κρόνου.

Ωστόσο, δεν κατέχει κάποιο ιδιαίτερο βασίλειο όπως οι άλλοι θεοί. Δεν δρα μέσα σε ένα προαποφασισμένο εννοιολογικό πλαίσιο. Μοιάζει περισσότερο να είναι απλά ένα τμήμα –ένα ουσιαστικό τμήμα- του κόσμου, που μπορεί να ενώσει κάποια ρήγματα στις λογικές αλληλουχίες της εικόνας που έχουμε για τη δημιουργία.

Αυτή φαίνεται να είναι και η πλέον ενδιαφέρουσα από τις σύγχρονες απόψεις για τη λειτουργία της μαγείας, όπως την ανέπτυξε ο ιταλός ανθρωπολόγος de Μartino, που ερμηνεύει σε μεγάλο βαθμό την ανάγκη των αρχαίων λαών να διαμορφώνουν και να ερμηνεύουν τις λογικές ανακολουθίες του περιβάλλοντος κόσμου με τρόπο μαγικό.

Ο Χείρων κατέχει μια εγγενή γνώση του φυσικού κόσμου, που συμβολίζεται εξωτερικά με την κτηνώδη φύση του αλόγου. Ο δίμορφος Χείρων τον περιγράφει ο Απολλόδωρος, μια αναφορά που εκ πρώτης όψεως φαίνεται περιττή. Άλλωστε, κάθε κένταυρος κατείχε μια διπλή ανθρώπινη και ζωική μορφή.

Εντούτοις, όλοι οι άλλοι κένταυροι λειτουργούν μόνο σε έναν κόσμο, αυτόν της αγριότητας και των ενστίκτων. Ο Χείρων μόνος του γεφυρώνει το χάσμα μεταξύ της φύσης και του πολιτισμού, λειτουργώντας ως αγωγός διαβίβασης εκείνων των ιδιοτήτων του φυσικού κόσμου που πιθανώς θα ωφελήσουν τον πολιτισμό με τις διδασκαλίες του. Η εγγενής γνώση του για τη μαγεία του φυσικού κόσμου μεταφέρθηκε στους διάσημους ήρωες-θεραπευτές μαθητές του, και μέσω αυτών, στον υπόλοιπο κόσμο.

Φαίνεται πως οι μύθοι για τη μαγεία του Χείρωνα αυξήθηκαν σημαντικά με την πάροδο του χρόνου. Διατηρούμε μόνον κάποιους υπαινιγμούς για την προέλευσή του και ακόμα λιγότερες πληροφορίες για τους συγκεκριμένους τρόπους με τους οποίους να εκπλήρωσε το σκοπό του –δηλαδή τις μαγικο-θεραπευτικές δεξιότητες που δίδασκε στους μαθητές του, και τους τρόπους με τους οποίους εξελίχθηκαν οι δεξιότητες.

Έχει υποτεθεί στο παρελθόν και σε ένα βαθμό είναι αποδεκτό ότι καθώς μεταβάλλονταν οι ιδέες περί εκπαίδευσης, αναπτύσσονταν και οι ιδέες για τη σοφία του Χείρωνα όπως και οι απόψεις για τον τρόπο με τον οποίο εκπαίδευε τους μαθητές του, ιδέες που υποστήριξε ο Πίνδαρος:

«Αλλά ο ξανθός Αχιλλέας, μένοντας στο σπίτι της Φιλύρας σαν παιδί, έκανε έργα μεγάλα, συχνά κραδαίνοντας στα χέρια του ένα ακόντιο με μια κοντή λεπίδα (βραχυσίδαρον άκοντα), γοργός σαν τον άνεμο, έφερε το θάνατο στα άγρια λιοντάρια στη μάχη, σκότωσε κάπρους άγριους κι τα ασθμαίνοντα κουφάρια τους στον Κένταυρο, τον γιο του Κρόνου, στην αρχή σαν ήταν εξι χρόνων, και κατόπιν όλο το χρόνο που ‘μεινε εκεί, ένα παιδί που το παιχνίδι ήταν άθλοι δυνατοί. Τον θαύμαζε η Άρτεμις και η θαραλλέα Αθηνά, γιατί τα ελάφια τα σκότωνε δίχως σκυλιά και δόλιες παγίδες. Γιατί εκείνος υπερείχε στα πόδια. Όλα αυτά που αφηγούμαι έπος των προγόνων είναι»

Η αρχαιότητα των ιδεών που αφορούν στον Χείρωνα πιστοποιείται από τη φανερή ανάγκη του Πίνδαρου να ξεκαθαρίσει ότι δεν είναι επινόηση δική του το γεγονός ότι ο Αχιλλέας διδάχθηκε να κυνηγά με αυτόν τον τρόπο, ούτε κάποιες πολιτισμικές εξελίξεις. Είναι ένα γνωστό γεγονός που έμαθε από παλαιότερες ιστορίες. Στην εποχή του οι άνθρωποι ανέπτυξαν άλλες ιδέες για τη γνώση και τις διδασκαλίες του Χείρωνα, τις οποίες επιχειρεί να περιγράψει λεπτομερειακά:

«Ο Χείρων με τη βαθιά του γνώση τον Ιάσονα δίδαξε στη λίθινη κατοικία του και τον Ασκληπιό μετά από αυτόν και του δίδαξε την τέχνη τη θεραπευτική με χέρια ευγενικά. Συν τω χρόνω γάμο κανόνισε για την αγλαόκολπη κόρη του Νηρέα, δίδαξε τον γιο της τον ευγενή τρέφοντας το πνεύμα του με τα πρέποντα. Κι όταν οι άνεμοι τον έσπρωξαν στην Τροία, στάθηκε ανάμεσα στις λόγχες και τις κραυγές της μάχης»

Γνωρίζουμε από την Ιλιάδα ότι ένα τουλάχιστον από αυτά τα «πρέποντα» ήταν η θεραπεία, καθώς υπάρχουν δύο τουλάχιστον αναφορές για τις διδασκαλίες του Χείρωνα στο συγκεκριμένο έπος. Η πρώτη συνδέεται με τον Μενέλαο, που πληγώθηκε από τρωικό βέλος. Ένας γιατρός από τις τάξεις των Αχαιών ο Μαχάων, που συνέβαινε να είναι γιος του Ασκληπιού, κλήθηκε να «ρουφήξει το δηλητήριο από την πληγή και επιδέξια να επιθέσει πάνω της φάρμακα, που ο Χείρων έδωσε πριν από καιρό στον πατέρα του» Η δεύτερη αναφορά σχετίζεται έμμεσα με τον Αχιλλέα.

Ο Ευρύπυλος ζήτησε από το σύντροφό του στη μάχη Πάτροκλο να τον βοηθήσει. «Σώσε με τουλάχιστον τώρα κόψε το βέλος από το μηρό μου, ξέπλυνε το μαύρο αίμα με ζεστό νερό και βάλε πάνω του καλά γιατρικά, από αυτά που λένε ότι σου είπε ο Αχιλλέας, αφού ο Χείρων, ο δικαιότερος του μίλησε γι’ αυτά». Όντας ο ίδιος ο Μαχάων πληγωμένος, η επόμενη καλύτερη επιλογή ήταν ένας μαθητής του Χείρωνα, ακόμα κι αν αυτός ο μαθητής δεν ήταν εκπαιδευμένος ως θεραπευτής. Τέτοια ήταν η πίστη στη σοφία του Κένταυρου.

Από τέτοιες σκόρπιες αναφορές, φαίνεται ξεκάθαρο ότι η πρόσθεση της θεραπείας, της αστρονομίας, της μαγείας και της φιλοσοφίας στο ρεπερτόριο των δεξιοτήτων που δίδασκε ο Χείρων συνδέεται άμεσα με τον αυξανόμενο πλούτο της γνώσης των αρχαίων Ελλήνων. Το σημαντικό στην προκειμένη περίπτωση είναι το γεγονός ότι σε αυτή τη γνώση θεμελιακή θέση κατέχει η μαγεία.

Ένας πλούσιος σπόρος από τον οποίο ξεπηδά η συγκεκριμένη γνώση με μια γοργή διαδικασία ανάπτυξης της ανθρώπινης διάνοιας Κατά τον ίδιο τρόπο οι απεικονίσεις του Χείρωνα στην τέχνη υποδεικνύουν την ίδια αλλαγή ιδεών, όχι μόνο στη μορφή αλλά και την ουσία της εκπαίδευσης:

«Ο Χείρων δε φαίνεται μόνος στις αγγειογραφίες. Στις αρχαιότερες απεικονίσεις φαίνεται να δέχεται τον Αχιλλέα ως μαθητή του ή να παίρνει τον Αχιλλέα σαν παιδί από τα χέρια του Πηλέα, του πατέρα του. Ο ρόλος του Χείρωνα είναι συνδυασμός θετού πατέρα και διδάσκαλου. Αυτή είναι άλλωστε και η αρχαιότερη παράδοση. Ο Πηλέας, η Θέτις ή και οι δύο μαζί αποδίδουν το παιδί στην προστασία του διδάσκαλου για καθοδήγηση, μια καινοτομία που ώθησε την καλλιτεχνική φαντασία σε συγκεκριμένες απεικονίσεις κατά τα τέλη του 6ου αι. Π.Κ.Ε.»

Ανεξάρτητα από τις αλλαγές στις λεπτομέρειες της εκπαίδευσης, ο πυρήνας της σχέσης μεταξύ του Χείρωνα και των μαθητών του παρέμεινε ο ίδιος. Ανεξάρτητα από την ηλικία κατά την οποία τους εμπιστεύονταν σε εκείνον, και ανεξάρτητα από το επίπεδο γνώσης που κατόρθωναν -είτε επρόκειτο να ζήσουν στην ερημιά, να αποβάλλουν τον ανθρώπινο μανδύα και να αναλάβουν μια θέση στον κόσμο σαν κυνηγοί, όπως ο Αχιλλέας ή ο Ακταίων, είτε να χρησιμοποιήσουν τα άφθονα δώρα του φυσικού κόσμου ως θεραπευτές, ή να διαβάσουν το μέλλον στα άστρα ή με άλλα μέσα όπως ο Αρισταίος- ανεξάρτητα από όλα αυτά, φαινόταν ως μαγεία, ισόμετρη με το επίπεδο δεξιοτήτων των ατόμων που απάρτιζαν τον περιβάλλοντα κοινωνικό ιστό.

Ο Χείρων ήταν πλέον ένα είδος αρχετύπου που ενοποιούσε και αιτιολογούσε τούτη τη μαγική γνώση. Μια γνώση που ήλθε από τους θεούς, αφού ήταν γιος του Κρόνου, και χρησιμοποιήθηκε από τον Ηρακλή για την ολοκλήρωση των άθλων του ή από τον Προμηθέα για τη διεύρυνση της ανθρώπινης γνώσης.

Η σχέση εμποτιζόταν επίσης με τη μαγεία για έναν ακόμα απλό λόγο -την κοινωνική πεποίθηση των Ελλήνων στο προκαθορισμένο και τη μοίρα. Εκείνοι που εκτελούσαν μεγάλους άθλους, ήταν προκαθορισμένο να το κάνουν. Γεννούνταν από θεότητες, που τους περνούσαν τις μαγικές τους ικανότητες. Αυτές οι ικανότητες ενδυναμώνονταν με την εκπαίδευση που λάμβαναν, και τους επέτρεπε να εκμεταλλεύονται πλήρως τα χαρίσματά τους.

Τούτη η εκπαίδευση ήταν δυνατή εξαιτίας της «μαγικής» τους σύνδεσης με τη θεότητα, εκπαίδευση που αποκαθιστούσε τις σιωπηλές «μαγικές» δυνατότητες πάνω τους μέσω της γνώσης, επιτρέποντάς τους να αποκτήσουν φυσικές δυνάμεις ανεξήγητες και θαυμαστές. Αυτή είναι άλλωστε και η ουσία της μαγείας στο εννοιολογικό της πλαίσιο. Η βαθύτερη γνώση, που προωθείται βαθιά μέσα στο μέλλον, έως ότου γίνει αποδεκτή από το σύνολο της ανθρώπινης διάνοιας.

Η εκπαίδευση του Χείρωνα ήταν κατάλληλη, γιατί ήταν αποκλειστική -και παρεχόταν μόνο σε εκείνους που αποδεικνύονταν άξιοί της εξαιτίας των προγόνων τους. Ήταν επίσης κατάλληλη, γιατί ήταν αποτελεσματική. Τούτο το παρατήρησε ο Νικολό Μακιαβέλι περίπου δύο χιλιάδες χρόνια αργότερα, όταν είπε:

«Υπάρχουν δύο τρόποι να μάχεσαι, μέσω του νόμου και μέσω της δύναμης. Ο πρώτος τρόπος ταιριάζει στον άνθρωπο και ο δεύτερος στα θηρία. Αφού, όμως, ο πρώτος τρόπος είναι ανεπαρκής, πολύ συχνά γίνεται αναγκαίο να καταφύγει κανείς στον δεύτερο. Για αυτό ο πρίγκηπας χρειάζεται να γνωρίζει να χρησιμοποιεί και τους δύο τρόπους και τον ανθρώπινο και τον θηριώδη.

Οι συγγραφείς της αρχαιότητας δίδασκαν τούτο το μάθημα αλληγορικά, όταν αφηγούνταν πώς ο Αχιλλέας και πολλοί άλλοι αρχαίοι πρίγκηπες στέλνονταν για διδασκαλία στον Χείρωνα τον κένταυρο. Έχοντας για δάσκαλο ένα πλάσμα μισό ανθρώπινο και μισό θηρίο σημαίνει ότι μαθαίνει κανείς πώς να χρησιμοποιεί τη μία και την άλλη φύση, και ότι η μία δίχως την άλλη δεν μπορεί να διαρκέσει»

Και, τελικά, ήταν κατάλληλη εξαιτίας του ανθεκτικού στο χρόνο συμβολισμό του Χείρωνα –η αξία της γνώσης για χάρη της γνώσης, ακόμα και αν μπορούσε να μεταδοθεί μόνο στους λιγοστούς που επέβαλε ο αριστοκρατικός χαρακτήρας της αρχαιοελληνικής κοινωνίας. Τούτος ο συμβολισμός φαίνεται με σαφήνεια στο θάνατο του Χείρωνα.

Ο θάνατος του αθάνατου Χείρωνα προήλθε από τη σύγκρουση αυτών των δύο κόσμων του φυσικού και του πολιτισμένου, το αποτέλεσμα μιας σύγκρουσης μεταξύ του είδους του, των άλλων κενταύρων, και του τελευταίου μαθητή του, του Ηρακλή.

Κατά τη διάρκεια της μάχης, όταν πρόστρεξαν στην προστασία του οι άλλοι κένταυροι για να αποφύγουν την οργή του Ηρακλή, ο Χείρων χτυπήθηκε από ένα βέλος του μαθητή του, βέλος εμποτισμένο στο αίμα της Ύδρας. Κατά σύμπτωση το ίδιο αίμα θα προκαλέσει και το θάνατο του ίδιου του Ηρακλή μέχρι να ολοκληρωθεί ο κύκλος του αίματος στο πρόσωπο του Προμηθέα

Ο Χείρων δεν μπορούσε να θεραπευτεί μόνος του από την αγωνία του δηλητήριου της ύδρας και την ίδια στιγμή ήταν ανίκανος να πεθάνει με φυσικό τρόπο, όντας αθάνατος. Ζήτησε από τον Δία να τον απαλλάξει από την αθανασία του, αλλά ακόμα και ο θάνατός του υπηρέτησε ένα σκοπό στην υπηρεσία της γνώσης.

Με το θάνατό του απελευθέρωσε ένα άλλο σύμβολο της γνώσης από τα δεσμά του -τον Προμηθέα, τον Τιτάνα που έδωσε στους ανθρώπους τη φωτιά. Ο Προμηθέας καταδικάστηκε σε αιώνια φυλάκιση και αιώνιο βασανιστήριο «έως ότου κάποιος θεός να γίνει διάδοχός του, να αναλάβει τους βασάνους του Προμηθέα και να κατέβει στον σκοτεινό Άδη και τις σκιές του Τάρταρου»

Τούτη η ακολουθία γεγονότων ενδυνάμωσε τον συμβολικό τριπλό δεσμό του Ηρακλή προς τον Χείρωνα, του Χείρωνα προς τον Προμηθέα και τελικά του Προμηθέα προς τον Ηρακλή και το κλείσιμο του κύκλου.

Τούτος ο δεσμός απεικονίζει αρχικά την αγριότητα του ανθρώπου της φύσης, κατόπιν τη γέφυρα ανάμεσα στον άνθρωπο και τη γνώση της φύσης και τέλος την απελευθέρωση του ανθρώπου μέσω του συμβόλου της μελλοντικής γνώσης. Ο θάνατος του Χείρωνα απομάκρυνε την ανάγκη μιας εξωτερικής διαμεσότητας ανάμεσα στη φυσική και την πνευματική ύπαρξη.

Από αυτό το σημείο και μετά τούτο τον ρόλο τον παίζει η ανθρώπινη ψυχή. Ακόμα και στο θάνατό του ο σοφός κένταυρος άφησε πίσω μια τεράστια κληρονομία για την ανθρωπότητα. Την κληρονομιά της αυτογνωσίας και των θυσιών που απαιτεί η επίτευξή της.

Χαλίλ Γκιμπράν: Έτσι γίνηκα τρελός

Με ρωτάς πως γίνηκα τρελός.

Να το πως: Μια μέρα, καιρό πριν γεννηθούν πολλοί θεοί, ξύπνησα από βαθύ έναν ύπνο κι ανακάλυψα πως όλες μου οι μάσκες είχαν κλεφτεί -κι οι εφτά μάσκες που είχα φτιάξει και που είχα φθείρει μες σ’ εφτά ζωές.

Τότες έτρεξ’ αμασκοφόρετος μες’ από τους ανθρωπόβριθους δρόμους κραυγάζοντας: «Κλέφτες, κλέφτες τρισκατάρατοι κλέφτες!».

Άντρες, γυναίκες με περιγέλασαν και κάποιοι τρέξανε στα σπίτια τους, σκαγμένοι από μένα.

Κι όταν έφτασα στην αγορά, ένας νιος σκαρφαλωμένος σε μία στέγη φώναξε: «Είναι τρελός».

Σήκωσα τα μάτια να τον αντικρίσω.

Ο ήλιος φίλησε το γυμνό μου πρόσωπο για πρώτη φορά. Για πρώτη φορά ο ήλιος φίλησε το γυμνό μου πρόσωπο κι η ψυχή μου φλογίστηκε από αγάπη για τον ήλιο, και δεν ήθελα τις μάσκες μου πια τώρα.

Και σάμπως σε έκσταση, φώναξα: «Ευλογημένοι, ευλογημένοι οι κλέφτες που ‘κλεψαν τις μάσκες μου».

Έτσι γίνηκα τρελός.

Και βρήκα και τα δυο τους: Λεφτεριά και σιγουριά, μέσα στην τρέλα μου.

Τη λεφτεριά της μοναξιάς, τη σιγουριά της ακαταληψίας, γιατί όποιοι μας καταλαβαίνουν σκλαβώνουν κάτι μέσα μας.

Μα, ας μην είμαι και τόσο υπερφίαλος για τη σιγουριά μου.

Ακόμη κι ένας κλέφτης φυλακωμένος, είναι ασφαλισμένος από έναν άλλο κλέφτη.

Χαλίλ Γκιμπράν, Ο τρελός

Η επανάσταση του συναισθήματος

Πριν από την τρέχουσα άνθηση στην έρευνα για τα συναισθήματα, οι περισσότεροι επιστήμονες προσλάμβαναν τα συναισθήματα σε ένα πλαίσιο που φτάνει πίσω στις θεωρίες του Κάρολου Δαρβίνου.

Η παραδοσιακή θεωρία του συναισθήματος ασπάζεται κάποιες αρχές που διαισθητικά φαντάζουν εύλογες: ότι υπάρχει ένα μικρό σύνολο βασικών συναισθημάτων –φόβος, θυμός, λύπη, αποστροφή, ευτυχία και έκπληξη– που είναι οικουμενικά σε όλες τις κουλτούρες και δεν έχουν λειτουργική αλληλεπικάλυψη· ότι κάθε συναίσθημα ενεργοποιείται από συγκεκριμένα ερεθίσματα στον εξωτερικό κόσμο· ότι κάθε συναίσθημα προκαλεί πάγιες και συγκεκριμένες συμπεριφορές· και ότι κάθε συναίσθημα δημιουργείται σε συγκεκριμένες αποκλειστικές δομές του εγκεφάλου.

Αυτή η θεωρία συμπεριελάμβανε επίσης μια διχοτομική άποψη για τον εγκέφαλο, η οποία ανάγεται τουλάχιστον στους αρχαίους Έλληνες: ότι ο εγκέφαλος αποτελείται από δύο ανταγωνιστικές δυνάμεις, η μια «ψυχρή», λογική και ορθολογική, και η άλλη «καυτή», παθιασμένη και παρορμητική. Επί χιλιετίες, αυτές οι ιδέες χαρακτήριζαν τη σκέψη σε πολλούς τομείς, από τη θεολογία ως τη φιλοσοφία και τις νευροεπιστήμες. Ο Φρόιντ ενσωμάτωσε την παραδοσιακή θεωρία στο έργο του. Η θεωρία της «συναισθηματικής νοημοσύνης» των Τζον Μάγιερ και Πίτερ Σάλοβι, που την εκλαΐκευσε το ομώνυμο βιβλίο του 1995 του Ντάνιελ Γκόλμαν, βασίζεται εν μέρει σε αυτές. Και είναι το πλαίσιο για τα περισσότερα απ’ όσα σκεφτόμαστε σχετικά με τα συναισθήματά μας. Αλλά είναι λάθος.

Όπως οι νόμοι της κίνησης του Νεύτωνος ξεπεράστηκαν από την κβαντική θεωρία όταν η επιστήμη ανέπτυξε τα εργαλεία που αποκάλυψαν τον ατομικό κόσμο, έτσι και η παλιά θεωρία του συναισθήματος τώρα δίνει τη θέση της σε μια καινούργια θεώρηση, χάρη κυρίως στις εκπληκτικές προόδους της νευροαπεικόνισης και άλλων τεχνολογιών που επέτρεψαν στους επιστήμονες να κοιτάξουν μέσα στον εγκέφαλο και να πειραματιστούν.

Μια σειρά τεχνικών που αναπτύχθηκαν τα λίγα τελευταία χρόνια επιτρέπει στους επιστήμονες να ανιχνεύσουν τις συνδέσεις μεταξύ νευρώνων, προχωρώντας σε ένα είδος χαρτογράφησης κυκλωμάτων του εγκεφάλου που ονομάζεται «συνδέσμωμα» [connectome]. Ο χάρτης του συνδεσμώματος επιτρέπει στους επιστήμονες να ανιχνεύσουν τον εγκέφαλο με τρόπο που ποτέ άλλοτε δεν ήταν δυνατός. Μπορούν να συγκρίνουν βασικά κυκλώματα, να «εισχωρήσουν» σε συγκεκριμένες περιοχές του εγκεφάλου για να μελετήσουν τα κύτταρα που τις αποτελούν, και να αποκρυπτογραφήσουν τα ηλεκτρικά σήματα που δημιουργούν τις σκέψεις, τα συναισθήματα και τις συμπεριφορές μας.

Ένα ακόμη βήμα προόδου, η οπτογενετική, επιτρέπει στους επιστήμονες να αναλάβουν τον έλεγχο ξεχωριστών νευρώνων στον εγκέφαλο ενός ζώου. Διεγείροντάς τους επιλεκτικά, οι επιστήμονες κατάφεραν να αποκαλύψουν τα μικρομοτίβα της εγκεφαλικής δραστηριότητας που προκαλούν συγκεκριμένες ψυχικές καταστάσεις, όπως τον φόβο, το άγχος, και την κατάθλιψη. Μια τρίτη τεχνολογία, η διακρανιακή διέγερση, χρησιμοποιεί ηλεκτρομαγνητικά πεδία ή ρεύμα για να διεγείρει ή να παρεμποδίσει τη νευρωνική δραστηριότητα σε πολύ συγκεκριμένες τοποθεσίες του ανθρώπινου εγκεφάλου χωρίς μόνιμα αποτελέσματα για το πειραματικό υποκείμενο, κάτι που βοηθά τους επιστήμονες να διακριβώσουν τη λειτουργία αυτών των δομών. Αυτές και άλλες τεχνικές και τεχνολογίες έχουν παράσχει τόση εμβάθυνση και τόσο πολύ καινούργιο έργο, ώστε έχει προκύψει ένας ολόκληρος τομέας της ψυχολογίας που λέγεται «συναισθηματική νευροεπιστήμη».

Η συναισθηματική νευροεπιστήμη βασίζεται στην εφαρμογή σύγχρονων εργαλείων στην πανάρχαια μελέτη των ανθρώπινων συναισθημάτων και έχει μεταμορφώσει τον τρόπο που βλέπουν οι επιστήμονες τα συναισθήματα. Έχουν βρει ότι, παρόλο που η παλιά θεώρηση πρόσφερε φαινομενικά πειστικές απαντήσεις στα βασικά ερωτήματα περί συναισθημάτων, δεν αντιπροσώπευε με ακρίβεια τον τρόπο που λειτουργεί ο ανθρώπινος εγκέφαλος. Για παράδειγμα, κάθε «βασικό» συναίσθημα δεν είναι ακριβώς ένα ξεχωριστό συναίσθημα, αλλά στην πραγματικότητα είναι ένας γενικός όρος για ένα φάσμα ή μια κατηγορία συναισθημάτων, και αυτές οι κατηγορίες δεν είναι κατ’ ανάγκην διακριτές μεταξύ τους. Ο φόβος, για παράδειγμα, έχει διάφορες πτυχές, και σε κάποιες περιπτώσεις δύσκολα μπορεί να διακριθεί από το άγχος.

Επιπλέον, η αμυγδαλή, που επί χρόνια θεωρείτο το κέντρο του «φόβου» μας, στην πραγματικότητα διαδραματίζει κεντρικό ρόλο σε αρκετά συναισθήματα, και, αντιθέτως, δεν είναι αναγκαία σε όλους τους τύπους φόβου. Οι επιστήμονες σήμερα έχουν διευρύνει το κέντρο της προσοχής τους πέρα από τα πέντε ή έξι «βασικά» συναισθήματα, έτσι ώστε να συμπεριλάβουν και δεκάδες άλλα, όπως η αμηχανία, η υπερηφάνεια και άλλα λεγόμενα κοινωνικά συναισθήματα, ακόμα και συναισθήματα που κάποτε θεωρούνταν ορμές ή ένστικτα, όπως η πείνα και η σεξουαλική επιθυμία.

Στην επικράτεια της συναισθηματικής υγείας, η συναισθηματική νευροεπιστήμη μάς δίδαξε ότι η κατάθλιψη δεν αποτελεί ξεχωριστή διαταραχή αλλά μάλλον ένα σύνδρομο που το συνιστούν τέσσερα διαφορετικά υποείδη, είναι ευάλωτο σε διαφορετικές θεραπείες και έχει διαφορετικές νευρωνικές υπογραφές. Οι ερευνητές χρησιμοποίησαν τις νέες αποκαλύψεις για να αναπτύξουν μια εφαρμογή τηλεφώνου που μπορεί να βοηθήσει για να ανακουφιστεί η κατάθλιψη στο ένα τέταρτο των ασθενών που υποφέρουν. Και, μάλιστα, τώρα οι επιστήμονες μπορούν μερικές φορές να προσδιορίσουν εκ των προτέρων, μέσω τομογραφίας του εγκεφάλου, αν ένα άτομο με κατάθλιψη θα ωφεληθεί από την ψυχοθεραπεία αντί να χρειαστεί φάρμακα. Επίσης μελετούνται πιθανές καινούργιες θεραπείες για παθήσεις που σχετίζονται με τα συναισθήματα, από την παχυσαρκία ως την ανορεξία και τον εθισμό στο κάπνισμα.

Όλοι αυτοί οι επιστημονικοί θρίαμβοι έδωσαν ώθηση στη συναισθηματική νοημοσύνη, η οποία πλέον είναι από τους πιο συναρπαστικούς τομείς της ακαδημαϊκής έρευνας. Κατέχει προεξάρχουσα θέση στους ερευνητικούς στόχους του Εθνικού Ινστιτούτου Ψυχικής Υγείας και σε πολλά ιδρύματα που συνήθως δεν θεωρούμε ότι επικεντρώνονται στον εγκέφαλο, όπως το Εθνικό Ινστιτούτο Καρκίνου των ΗΠΑ. Ακόμα και ιδρύματα που δεν έχουν μεγάλη σχέση με την ψυχολογία και την ιατρική, όπως κέντρα επιστήμης υπολογιστών, εταιρείες μάρκετινγκ, σχολές διοίκησης επιχειρήσεων, καθώς και η Σχολή Διακυβέρνησης Κένεντι στο Χάρβαρντ, τώρα αφιερώνουν πόρους και θέσεις εργασίας σε αυτή την καινούργια επιστήμη.

Η συναισθηματική νευροεπιστήμη μπορεί να μας μάθει σημαντικά πράγματα για τη θέση των συναισθημάτων στην καθημερινή ζωή μας και στην ανθρώπινη εμπειρία. Ένας κορυφαίος επιστήμονας έχει πει: «Οι παραδοσιακές “γνώσεις” μας για τα συναισθήματα αμφισβητούνται εκ βάθρων».

Μια άλλη ηγετική φυσιογνωμία του χώρου είπε: «Αν μοιάζετε με τους περισσότερους ανθρώπους, νιώθετε πεπεισμένοι ότι επειδή έχετε συναισθήματα ξέρετε πολλά για το τι είναι τα συναισθήματα, πώς λειτουργούν σχεδόν σίγουρα κάνετε λάθος».

Σύμφωνα και με κάποιον τρίτο, βρισκόμαστε «εν μέσω μιας επανάστασης στις γνώσεις μας για τα συναισθήματα, τη νόηση, και τον εγκέφαλο – μια επανάσταση που ίσως μας αναγκάσει να επανεξετάσουμε βασικά δόγματα της κοινωνίας μας, όπως το πώς αντιμετωπίζουμε τις ψυχικές και τις σωματικές ασθένειες, τις γνώσεις μας για τις προσωπικές σχέσεις, τις προσεγγίσεις μας στην ανατροφή των παιδιών, και τελικά τον τρόπο που βλέπουμε τον εαυτό μας».

Το σημαντικότερο είναι ότι εκεί όπου κάποτε πιστεύαμε πως το συναίσθημα είναι επιζήμιο για την ουσιαστική σκέψη και τις αποφάσεις, τώρα ξέρουμε ότι δεν μπορούμε να πάρουμε αποφάσεις, ούτε καν να σκεφτούμε, χωρίς να επηρεαζόμαστε από τα συναισθήματά μας. Και παρόλο που –στις σύγχρονες κοινωνίες οι οποίες διαφέρουν τόσο από το περιβάλλον στο οποίο εξελιχθήκαμε– τα συναισθήματά μας μερικές φορές είναι αντιπαραγωγικά, πολύ πιο συχνά μας οδηγούν στη σωστή κατεύθυνση. Και μάλιστα θα δούμε ότι χωρίς αυτά θα δυσκολευόμασταν να κινηθούμε προς οποιαδήποτε κατεύθυνση.