Κυριακή 5 Μαΐου 2024

Πάσχα Ελλήνων ιερό: Ένα μεταλλαγμένο εβραΐκό έθιμο, «πασπαλισμένο» με αρχαιοελληνικές (και όχι μόνο) τελετουργίες

Το χριστιανικό Πάσχα ή κοινώς «Πασχαλιά», ή ελληνοπρεπώς «Λαμπρή», είναι η μεγαλύτερη εορτή του Ορθόδοξων Χριστιανών (αντίστοιχα, στους Καθολικούς είναι τα Χριστούγεννα). Εορτάζεται την πρώτη Κυριακή μετά την πανσέληνο που ακολουθεί την εαρινή ισημερία της 21ης Μαρτίου μη συμπεριλαμβανομένης, κατά το Ιουλιανό ημερολόγιο στην Ορθόδοξη εκκλησία και κατά το Γρηγοριανό στην Ρωμαιοκαθολική. Εορτάζεται η ανάσταση του Ιησού Χριστού που πιστεύεται ότι έγινε το 33 μ.Χ. Με τον όρο Πάσχα αναφερόμαστε είτε στην εβδομάδα του Πάσχα μέχρι το Σάββατο της Διακαινησίμου, είτε στην περίοδο των 50 ημερών που ακολουθούν το Πάσχα, μέχρι την εορτή της πεντηκοστής ημέρας από του Πάσχα λεγόμενη (αριθμητικά) Πεντηκοστή.


Η ονομασία του Πάσχα προέρχεται από την εβραϊκή γιορτή Pesah (=διάβαση), την μεγαλύτερη εορτή του Ιουδαϊσμού, κατά την οποία γιορτάζουν την απελευθέρωση των Ιουδαίων από τους Αιγυπτίους («είπεν δε Μωυσής προς τον λαόν μνημονεύετε την ημέραν ταύτην εν η εξήλθατε εκ γης Αιγύπτου εξ οίκου δουλείας εν γαρ χειρί κραταιά εξήγαγεν υμάς κύριος» Έξ. 13:3). O όρος Πάσχα προέρχεται από το αραμαϊκό pasha και το εβραϊκό pesah. Για κάποιους, η προέλευση του εβραϊκού όρου είναι ένα θέμα που συζητείται καθώς του αποδίδουν ξένη ετυμολογία, ασσυριακή (pasahu, πραύνω) ή αιγυπτιακή (pash, η ανάμνηση, pesah, το πλήγμα). Πάντως, η Βίβλος συσχετίζει το pesah με το ρήμα pasah πού σημαίνει είτε χωλαίνω, είτε εκτελώ τελετουργικό χορό γύρω από τη θυσία (Γ’ Βασ. 18:21,26), είτε, μεταφορικά, «εκφεύγω», «διέρχομαι», «απαλλάσσω». Το Πάσχα, είναι η διέλευση του Θεού πάνω από τις οικίες των Ισραηλιτών, η οποία έπληττε τις οικίες των Αιγυπτίων (Έξ. 12:13,23,27 / βλ. Ησ. 31:5). Όπως αφηγείται η «Έξοδος», ο Γιαχβέ, τη νύχτα κατά την οποία θα περνούσε και θα εξολόθρευε τα πρωτότοκα των ανθρώπων και των ζώων των Αιγυπτίων, θα προσπερνούσε και θα προστάτευε τα σπίτια των Εβραίων, οι θύρες των οποίων είχαν σημαδευτεί με το αίμα του αρνιού που είχαν θυσιάσει (Έξ. 11:5, 12:12). Αυτό θα ήταν στο εξής το νόημα του Πάσχα και η νέα του διάσταση. Το Πάσχα προϋπήρχε ως έθιμο στην αρχαία Αίγυπτο, όπου γιόρταζαν την άνοιξη το Πισάχ, δηλ. τη διάβαση του Ήλιου από τον ισημερινό (με άλλα λόγια την εαρινή ισημερία). Από τους Αιγύπτιους πήραν εθιμικά στοιχεία οι Εβραίοι και μαζί το έθιμο του Πάσχα.

Στοιχεία για το γιορτασμό του Πάσχα από τους Ιουδαίους υπάρχουν στο Δευτερονόμιο, όπου ερμηνεύεται η αιτία του τρόπου του γιορτασμού τους.

Η εαρινή ισημερία για τους Εβραίους είναι η 1η Νισάν (αρχικά ονομάζονταν Αβίβ και μετονομάστηκε σε Νισάν μετά την Βαβυλωνιακή εξορία). Σύμφωνα με την Έξοδο κάθε αρχηγός οικογένειας έπαιρνε στις 10 Νισάν ένα μονοετές αρσενικό ζώο, το οποίο θυσίαζε στις 14 Νισάν στο ναό των Ιεροσολύμων, για να ευλογηθεί από το Θεό όλο το ποίμνιο. Το σφάγιο ήταν αμνός ή ερίφιο, αρσενικό καί αρτιμελές (Εξ. 12:3-6), δεν έπρεπε να σπάσει κανένα οστό του (Έξ. 12:46, Αρ. 9:12) ενώ το αίμα του ως ένδειξη προστασίας, το τοποθετούσαν στην είσοδο κάθε οικίας (Εξ. 12:7,22). Οι μετέχοντες στο δείπνο ήταν ενδεδυμένοι, έτοιμοι για ταξίδι (Έξ. 12:8-11). Όσοι έμεναν έξω από την πόλη, στην επαρχία, δεν ήταν υποχρεωμένοι να εφαρμόσουν αυτό το έθιμο της θυσίας του αρνιού και μπορούσαν να το αντικαταστήσουν με άλλα φαγητά. Το αρνί που θυσιαζόταν, το έψηναν αργότερα με τον όρο να το φάνε όλο το ίδιο βράδυ. Απαγορευόταν να περισσέψει από το ψημένο αρνί για την επόμενη ημέρα.

Κατά τη γιορτή, το βράδυ, οι Εβραίοι άπλωναν στο τραπέζι όλα τα φαγητά, δηλαδή το αρνί, τις πικρίδες (είδος πικρών χόρτων), τα άζυμα και το βάμμα. Από όλα αυτά έτρωγαν πρώτα τις πικρίδες και προσεύχονταν. Στη συνέχεια, οι πιο γέροι της οικογένειας διηγούνταν όλη την ιστορία της δουλείας και της απελευθέρωσης από την αιγυπτιακή σκλαβιά και εξηγούσαν το συμβολισμό κάθε είδους φαγητού που βρισκόταν στο τραπέζι. Έτσι, τα άζυμα συμβόλιζαν τη βιαστική φυγή των Εβραίων, τόσο βιαστική ώστε δεν πρόλαβαν να ζυμώσουν. Επίσης οι πικρίδες συμβόλιζαν την πικρία της σκλαβιάς. Σε όλη τη διάρκεια του γιορτασμού υπήρχε ρητή απαγόρευση να φάνε ζυμωμένο ψωμί για εφτά μέρες, ενώ όλοι οι Εβραίοι φορούσαν παπούτσια οδοιπορίας, θέλοντας να συμβολίσουν τη φυγή. Εκτός από την απελευθέρωση από την αιγυπτιακή σκλαβιά και το πέρασμα της Ερυθράς Θάλασσας, οι Εβραίοι γιόρταζαν με το Πάσχα την ανοιξιάτικη συγκομιδή. Γι’ αυτό όλοι οι αρχηγοί των οικογενειών έφερναν ως τάμα στο ναό των Ιεροσολύμων και ένα δεμάτι κριθαριού. Έτσι κήρυσσαν και τη γιορτή της συγκομιδής και τότε μόνον επιτρεπόταν να φάνε ζυμωμένο ψωμί. Κατά το Πάσχα, επίσης, έδιναν χάρη σε έναν κατάδικο, συνήθεια που μάλλον εισήγαγαν οι Ρωμαίοι. Το ιουδαϊκό Πάσχα γιορτάζεται σήμερα κατά την πανσέληνο της εαρινής ισημερίας, δηλαδή μεταξύ 30 Μαρτίου και 27 Απριλίου. Παλιότερα το ιουδαϊκό Πάσχα (γνωστό ως Νομικό Πάσχα) γιορταζόταν σύμφωνα με το Μωσαϊκό νόμο μεταξύ 3ης Απριλίου και 1ης Μαΐου.


ΔΕΣΟι πληγές του Φαραώ, "Πάσχα" και… τα άζυμα της σωτηρίας.

Μετά τον θάνατο του Ιησού, παράλαβε την εορτή και ο Χριστιανισμός, γεγονός που προκάλεσε αμφισβητήσεις, κυρίως σε ό,τι αφορούσε το χαρακτήρα του, γιατί ορισμένοι θεωρούσαν την εορτή ως αναμνηστική της σταύρωσης του Μεσσία, του νέου Αμνού, που θυσιάστηκε για τη σωτηρία της ανθρωπότητας (το όνομα Πάσχα θεωρούνταν εσφαλμένα ότι προέρχεται από το ελληνικό ρήμα «πάσχειν»), ενώ άλλοι, που τη συνέδεαν με την ευχαριστία, γιόρταζαν το Πάσχα σε ανάμνηση της Ανάστασης του Μεσσία, που είχε γίνει τρεις ημέρες μετά το θάνατο του, δηλαδή την Κυριακή. Εξάλλου θέτονταν το πρόβλημα αν το Πάσχα έπρεπε να γιορτάζεται την Παρασκευή, σε ανάμνηση του θανάτου ή την επομένη Κυριακή. Οι Ανατολικοί ακολούθησαν το εβραϊκό έθιμο να το γιορτάσουν στις 14 του Νισάν γι’ αυτό και ονομάστηκε Τεσσαρεσκαιδεκαδίτες, ενώ στη Δύση επικράτησε η συνήθεια της Ρώμης και της Αλεξάνδρειας, όπου γιορτάζονταν την Κυριακή. Ύστερα από μακρές δογματικές διενέξεις, ο επίσκοπος Ρώμης Βίκτωρ, στο τέλος του 2ου αι, αφόρισε τις κοινότητες της Ασίας, που δεν ήθελαν να συμμορφωθούν με το δυτικό έθιμο. Ένας γενικός κανόνας καθορισμού του Πάσχα, που έγινε έτσι κινητή γιορτή, διατυπώθηκε στη Σύνοδο της Νίκαιας(325): το Πάσχα έπρεπε να πέφτει την πρώτη Κυριακή μετά τις 14 του Νισάν, δηλαδή του μήνα στον οποίο η 14η συμπίπτει με την εαρινή ισημερία (21 Μαρτίου) ή είναι η αμέσως επόμενη. Στην περίπτωση που η 14η του Νισάν αντιστοιχούσε σε Κυριακή, ο εορτασμός έπρεπε να μετατεθεί για την επόμενη Κυριακή. Σύμφωνα με το γρηγοριανό ημερολόγιο, το Πάσχα γιορτάζεται την Κυριακή που ακολουθεί τη μετά την εαρινή ισημερία (21 Μαρτίου) πανσέληνο. Οι Ορθόδοξες Εκκλησίες όμως, στην περίπτωση του Πάσχα, δεν ακολούθησαν το γρηγοριανό ημερολόγιο κι έτσι υπάρχουν δυο Πάσχα στο εκκλησιαστικό έτος. Οι πρώτοι Χριστιανοί, οι οποίοι ήταν στην πλειοψηφία τους Ιουδαϊκής καταγωγής μεγάλωσαν με την Εβραϊκή παράδοση και καθιέρωσαν το Πάσχα ως τη γιορτή για την ανάληψη του Χριστού, όπως δήθεν είχαν προβλέψει οι προφήτες.

Η Μεγάλη Εβδομάδα αποτελεί διασκευή της εβραϊκής γιορτής «Άζυμα», που διαρκούσε επτά ημέρες και ήταν μάλλον αγροτική γιορτή. Στηρίζονταν στην πίστη πως, όταν αρχίσει να χρησιμοποιείται η νέα σοδειά δεν πρέπει να υπάρχει κίνδυνος μόλυνσης από την παλιά ζύμη. Για τη βεβαιότητα πως θα υπάρξει πλήρης διακοπή, η πράξη αυτή διαρκούσε 7 ημέρες, όσες δηλαδή γιορτάζουμε μέχρι σήμερα το Πάσχα.

Το ελληνικό έθιμο του σουβλίσματος του πασχαλινού αρνιού (οβελίας), με το οποίο συμβολίζεται η θυσία του «αμνού» του Θεού (δηλ. του Χριστού), πιθανότατα προέρχεται από το εβραϊκό τελετουργικό που προαναφέρθηκε ως ανάμνηση της εξόδου από την δουλεία της Αιγύπτου υπό την ηγεσία του Μωυσή μέσω θεϊκής παρέμβασης. Μια άλλη επιστημονική άποψη σχετικά με την προέλευση της γιορτής του Πάσχα είναι πως τα περί του αμνού ανήκαν αρχικά σε ποιμενική γιορτή, που λάμβανε χώρα την πανσέληνο που ήταν πιο κοντά στην εαρινή ισημερία. Επρόκειτο μάλλον για θυσία ενός αρνιού έτσι ώστε ο θεός των ποιμνίων (της γονιμότητας) να πάρει το μερίδιό του για να εξασφαλίσει τη γονιμότητα του ποιμνίου. Το αρνί τρωγόταν σε ένδειξη κοινωνίας με το θεό προστάτη.

Ένα άλλο έθιμο των ημερών είναι τα πασχαλινά κόκκινα αυγά, τα οποία συμβολίζουν το αίμα του Iησού Xριστού που έσταξε όταν τον λόγχισε ο Pωμαίος στρατιώτης (όταν βρισκόταν στον σταυρό). Σύμφωνα όμως με τον Kοραή τα κόκκινα αυγών συμβολίζουν το αίμα των προβάτων με το οποίο οι Iουδαίοι έβαψαν τις οικείες τους, για να αποφύγουν την «υπό εξολοθρευτικού Aγγέλου φθοράν». Οι αρχαίοι Αιγύπτιοι και οι Γαλάτες πρόσφεραν βαμμένα αβγά για να γιορτάσουν την άνοιξη. Όπως αναφέρει ο Γ. Α. Μέγας, χρωματιστά, κυρίως κόκκινα, αυγά μνημονεύονται στην Κίνα, για γιορταστικούς σκοπούς ήδη τον 5ο αι. και στην Αίγυπτο τον 10ο αι. Τον 17ο αι. τα βρίσκουμε στους Χριστιανούς και τους Μωαμεθανούς, π.χ. στη Μεσοποταμία και τη Συρία, έπειτα στην Περσία και τη Χερσόνησο του Αίμου. Έτσι μερικοί υποθέτουν ότι τα κόκκινα αυγά του Πάσχα διαδόθηκαν, με κάποιο αρχαίο έθιμο των Καλανδών, σε όλη την Ευρώπη και την Ασία, έως την Κίνα και συνδέθηκαν με ντόπια έθιμα του κάθε λαού, αρχική κοιτίδα τους θεωρείται η Αίγυπτος.

Tο τσούγκρισμα των πασχαλινών αυγών, συμβολίζει την Aνάσταση του Xριστού, καθώς το αυγό συμβολίζει τη ζωή και τη δημιουργία που κλείνει μέσα του τη ζωή. Όταν το κέλυφος του αυγού σπάσει με το τσούγκρισμα, γεννιέται μια ζωή, έτσι και το πασχαλινό αυγό συμβολίζει το σπάσιμο του τάφου του Xριστού και την Aνάστασή Tου. Το αυγό βέβαια σε όλες σχεδόν τις αρχαίες κοσμογονίες συμβόλιζε την γέννηση του σύμπαντος και της ζωής. Χαρακτηριστικό παράδειγμα το σύμβολο των ορφικών Μυστηρίων πού ήταν ένα φίδι τυλιγμένο γύρω από ένα αυγό, που συμβόλιζε τον κόσμο που περιβάλλεται από το Δημιουργικό πνεύμα. Στο επίπεδο της μύησης και της φιλοσοφίας, συμβόλιζε τον νεόφυτο που την στιγμή της μύησης έσπαγε το κέλυφος του αβγού και ένας καινούργιος πνευματικός άνθρωπος γεννιόταν.

Τα σοκολατένια πασχαλινά κουνελάκια, αποτελούν ίσως τη μεγαλύτερη χαρά των παιδιών, στην εορτή του Πάσχα. Αρχικά, το πασχαλινό κουνελάκι ήταν λαγός. Για τους Σάξονες ο λαγός ήταν το έμβλημα της θεάς Eastre, την οποία τιμούσαν την άνοιξη. Από αυτήν άλλωστε προέρχεται η λέξη Easter, που σημαίνει Πάσχα στα αγγλικά. Για τους Κέλτες και τους Σκανδιναβούς ο λαγός αποτελούσε επίσης το σύμβολο της θεάς της μητρότητας και της ανοιξιάτικης γονιμότητας. Το παραδοσιακό κουνελάκι που φέρνει αβγά στα παιδιά είναι γερμανικής προελεύσεως. Μια φτωχή γυναίκα, ανίκανη να προσφέρει γλυκίσματα στα παιδιά της, τα στέλνει στον κήπο όπου έχει κρύψει αβγά. Τα παιδιά βρίσκουν ένα κουνέλι και θα αποφασίσουν ότι αυτό το ζωάκι τούς έφερε τα πασχαλινά αβγά που είχε νωρίτερα διακοσμήσει η μητέρα τους.

Η επίδραση όμως των τελετουργιών της αρχαίας Ελλάδος στην Ορθοδοξία φαίνεται ότι είναι μεγαλύτερη από όσο οι περισσότεροι γνωρίζουμε. Για παράδειγμα στο αντίστοιχο Χριστιανικό Πάσχα στην Αρχαία Ελλάδα γιόρταζαν τα «Αδώνια», κατά τα οποία γινόταν αναπαράσταση του θανάτου του Άδωνι. Οι γυναίκες στόλιζαν το νεκρικό κρεβάτι με λουλούδια και καρπούς τραγουδούσαν μοιρολόγια.Ακολουθούσε επιτάφιος πομπή, ενώ την επομένη ημέρα ακολουθούσε η ανάσταση του Άδωνι που συμβόλιζε την καρποφορία της φύσης.

Αλλά και η μετάληψη με το «θείο» σώμα και αίμα ήταν μέρος των τελετουργιών τόσο των Κορυβαντικών, όσο και των Ορφικών μυστηρίων. Στην μετάληψη των Ορφικών οι πιστοί, επιδίδονταν σε ωμοφαγία ταύρου και οινοποσία, που συμβόλιζε το σώμα και το αίμα του Ζαγρέα. Πίστευαν ότι με αυτόν τον τρόπο κατέρχονταν σε αυτούς η θεότητα και γέμιζε τι ς ψυχές τους. Στα Κρητικά μυστήρια, η προσφορά του Ζαγρέα Διόνυσου και η θυσία του Μινώταυρου, ήταν η θεία Δωρεά, κάθοδος της πνευματικής δύναμης, του συμβολικού ταυρείου αίματος, που αφού πέρασε από διάφορα στάδια και στα άλλα ελληνικά Μυστήρια των ιστορικών χρόνων, όπως και στα Μιθραϊκά των Περσών κ.λ.π. πέρασε και στα Χριστιανικά στους μετέπειτα αιώνες…

Η χριστιανική Ανάσταση και Ανάληψη

Στο παρόν άρθρο, θα ασχοληθούμε με τα γεγονότα των Ευαγγελίων που αναφέρονται μετά την ταφή του Ιησού, στην οποία είχαμε ασχοληθεί την καλούμενη και Μεγάλη Παρασκευή με την εμφάνιση του Ιωσήφ από την Αριμαθαία. Θα δούμε τι ακριβώς λένε τα Ευαγγέλια για το θέμα αυτό και θα κάνουμε τις απαραίτητες συγκρίσεις και σκέψεις.

Η διαπίστωση του άδειου τάφου, δηλαδή η... Ανάσταση

Ας δούμε το Ευαγγέλιο του Μάρκου,  ο οποίος, αν και δεν ήταν ο ίδιος μαθητής, θεωρείται το παλαιότερο.

“1 Καὶ διαγενομένου τοῦ σαββάτου Μαρία ἡ Μαγδαληνὴ καὶ Μαρία ἡ τοῦ Ἰακώβου καὶ Σαλώμη ἠγόρασαν ἀρώματα ἵνα ἐλθοῦσαι ἀλείψωσιν αὐτόν. 2 καὶ λίαν πρωῒ τς μιᾶς σαββάτων ἔρχονται ἐπὶ τὸ μνημεῖον, ἀνατείλαντος τοῦ ἡλίου. 3 καὶ ἔλεγον πρὸς ἑαυτάς· Τίς ἀποκυλίσει ἡμῖν τὸν λίθον ἐκ τῆς θύρας τοῦ μνημείου; 4 καὶ ἀναβλέψασαι θεωροῦσιν ὅτι ἀποκεκύλισται ὁ λίθος· ἦν γὰρ μέγας σφόδρα. 5 καὶ εἰσελθοῦσαι εἰς τὸ μνημεῖον εἶδον νεανίσκον καθήμενον ἐν τοῖς δεξιοῖς, περιβεβλημένον στολὴν λευκήν, καὶ ἐξεθαμβήθησαν. 6 ὁ δὲ λέγει αὐταῖς· Μὴ ἐκθαμβεῖσθε· Ἰησοῦν ζητεῖτε τὸν Ναζαρηνὸν τὸν ἐσταυρωμένον· ἠγέρθη, οὐκ ἔστιν ὧδε· ἴδε ὁ τόπος ὅπου ἔθηκαν αὐτόν. 7 ἀλλ' ὑπάγετε εἴπατε τοῖς μαθηταῖς αὐτοῦ καὶ τῷ Πέτρῳ ὅτι προάγει ὑμᾶς εἰς τὴν Γαλιλαίαν· ἐκεῖ αὐτὸν ὄψεσθε, καθὼς εἶπεν ὑμῖν. 8 καὶ ἐξελθοῦσαι ἔφυγον ἀπὸ τοῦ μνημείου· εἶχε δὲ αὐτὰς τρόμος καὶ ἔκστασις, καὶ οὐδενὶ οὐδὲν εἶπον· ἐφοβοῦντο γάρ.” (Κατά Μάρκον, 16: 1-8).

Αν ψάξετε στην Αγία Γραφή, θα διαπιστώσετε ότι το κείμενο έχει και συνέχεια, που μιλάει ξεκάθαρα για Ανάσταση, εμφανίσεις στους μαθητές και την Ανάληψη. Μόνο που υπάρχει ένα πρόβλημα: Η συνέχεια αυτή είναι πλαστογραφία, δηλαδή αποδεδειγμένη προσθήκη που μπήκε τον 4ο αι. από κάποιον χριστιανό αντιγραφέα και αυτό φαίνεται από τους αρχαιότερους κώδικες που έχουμε (Σιναϊτικό και Βατικανού) στους οποίους απουσιάζει, προφανώς για να μην μείνει το κείμενο ανολοκλήρωτο με τις νεώτερες δοξασίες του αρχικού και ραγδαία μεταβαλλόμενου Χριστιανισμού -διαβάστε και εδώ. Έτσι, δεν θα ασχοληθώ με το τι γράφει αυτό από εκεί και πέρα.

Έχουμε λοιπόν τρεις επώνυμες γυναίκες, που κατά την ανατολή του Σαββάτου (που ήταν και ημέρα του Πάσχα των Εβραίων), φθάνουν στον λαξεμένο τάφο και βλέπουν τον λίθο μετακινημένο και έναν λευκοντυμένο νέο καθισμένο δεξιά. Τους λέει λοιπόν, ότι ο Ιησούς ο Ναζαρηνός που είχε σταυρωθεί, σηκώθηκε και δεν είναι εκεί, χωρίς να μας εξηγεί πως σηκώθηκε. Αυτό που τους λέει πάντως, είναι να πάνε στον Πέτρο και τους άλλους μαθητές και να οδηγηθούν στην Γαλιλαία και εκεί θα τους δει, αλλά αυτές φοβήθηκαν και δεν είπαν σε κανένα τίποτα. Το πως το μάθαμε φυσικά είναι ένα άλλο θέμα.

Πάμε τώρα στον Ματθαίο που ήταν -υποτίθεται- και μαθητής του Ιησού:

“1 Ὀψὲ δὲ σαββάτων, τῇ ἐπιφωσκούσῃ εἰς μίαν σαββάτων, ἦλθεν μαρία ἡ μαγδαληνὴ καὶ ἡ ἄλλη μαρία θεωρῆσαι τὸν τάφον. 2 καὶ ἰδοὺ σεισμὸς ἐγένετο μέγας· ἄγγελος γὰρ κυρίου καταβὰς ἐξ οὐρανοῦ καὶ προσελθὼν ἀπεκύλισεν τὸν λίθον καὶ ἐκάθητο ἐπάνω αὐτοῦ. 3 ἦν δὲ ἡ εἰδέα αὐτοῦ ὡς ἀστραπὴ καὶ τὸ ἔνδυμα αὐτοῦ λευκὸν ὡς χιών. 4 ἀπὸ δὲ τοῦ φόβου αὐτοῦ ἐσείσθησαν οἱ τηροῦντες καὶ ἐγενήθησαν ὡς νεκροί. 5 ἀποκριθεὶς δὲ ὁ ἄγγελος εἶπεν ταῖς γυναιξίν, μὴ φοβεῖσθε ὑμεῖς, οἶδα γὰρ ὅτι Ἰησοῦν τὸν ἐσταυρωμένον ζητεῖτε· 6 οὐκ ἔστιν ὧδε, ἠγέρθη γὰρ καθὼς εἶπεν· δεῦτε ἴδετε τὸν τόπον ὅπου ἔκειτο. 7 καὶ ταχὺ πορευθεῖσαι εἴπατε τοῖς μαθηταῖς αὐτοῦ ὅτι Ἠγέρθη ἀπὸ τῶν νεκρῶν, καὶ ἰδοὺ προάγει ὑμᾶς εἰς τὴν Γαλιλαίαν, ἐκεῖ αὐτὸν ὄψεσθε· ἰδοὺ εἶπον ὑμῖν. 8 καὶ ἀπελθοῦσαι ταχὺ ἀπὸ τοῦ μνημείου μετὰ φόβου καὶ χαρᾶς μεγάλης ἔδραμον ἀπαγγεῖλαι τοῖς μαθηταῖς αὐτοῦ. 9 καὶ ἰδοὺ Ἰησοῦς ὑπήντησεν αὐταῖς λέγων, Χαίρετε. αἱ δὲ προσελθοῦσαι ἐκράτησαν αὐτοῦ τοὺς πόδας καὶ προσεκύνησαν αὐτῷ. 10 τότε λέγει αὐταῖς ὁ Ἰησοῦς, μὴ φοβεῖσθε· ὑπάγετε ἀπαγγείλατε τοῖς ἀδελφοῖς μου ἵνα ἀπέλθωσιν εἰς τὴν Γαλιλαίαν, κἀκεῖ με ὄψονται.” (Κατά Ματθαίον, 28: 1-10).

Εδώ, έχουμε την ίδια ημέρα και ώρα, αλλά είναι μόνο 2 γυναίκες επισκέπτριες του τάφου (αν θεωρήσουμε ότι η άλλη είναι του Ιακώβου, μας λείπει η Σαλώμη, ίσως ο Ματθαίος αν και μαθητής να την ξέχασε). Εδώ όμως, σε αντίθεση με τον Μάρκο, έχουμε και μεγάλο σεισμό για τον οποίο προφανώς ο Μάρκος και οι άλλοι δεν άκουσαν τίποτα, γιατί θα δούμε παρακάτω, ότι ούτε οι άλλοι μιλάνε για σεισμό. Ο τάφος είναι κλειστός και ένας άγγελος που κατέβηκε από τον ουρανό, μετακίνησε τον βράχο (προφανώς αυτόν που κάλυπτε τον λαξεμένο τάφο) και κάθισε πάνω στον βράχο και όχι μέσα, όπως ο νέος στον Μάρκο. Τους λέει λοιπόν και αυτός, να πουν στους μαθητές του, ότι ο Ιησούς σηκώθηκε από τους νεκρούς και θα τους δει στην Γαλιλαία. Σε αυτό το εντυπωσιακό σενάριο, οι γυναίκες έφυγαν με φόβο αλλά και χαρά για να τα πουν στους μαθητές, αλλά στον δρόμο συναντούν τον αναστημένο Ιησού και αφού τον προσκύνησαν του κράτησαν τα πόδια. Τέλος, ο Ιησούς τους ξαναλέει αυτά που τους είπε ήδη ο άγγελος, δηλαδή να πάνε στους μαθητές, ένας από τους οποίους υποτίθεται είναι και ο συγγραφέας και να τους ενημερώσουν ότι θα τους δει στην Γαλιλαία.

Το ενδιαφέρον εδώ είναι ότι σε αντίθεση με τον Μάρκο (αλλά και τους άλλους δύο) λίγο νωρίτερα μας ενημερώνει ότι:

65 ἔφη αὐτοῖς ὁ Πιλᾶτος, Ἔχετε κουστωδίαν· ὑπάγετε ἀσφαλίσασθε ὡς οἴδατε. 66 οἱ δὲ πορευθέντες ἠσφαλίσαντο τὸν τάφον σφραγίσαντες τὸν λίθον μετὰ τῆς κουστωδίας.” (Κατά Ματθαίον, 27: 65-66).

Μόνο που, στην συνέχεια του σεναρίου αυτού, η κουστωδία των στρατιωτών είναι εξαφανισμένη. Αλλά ξαναεμφανίζεται μαγικά χωρίς να αλληλεπιδράσει με τις γυναίκες...

11 Πορευομένων δὲ αὐτῶν ἰδού τινες τῆς κουστωδίας ἐλθόντες εἰς τὴν πόλιν ἀπήγγειλαν τοῖς ἀρχιερεῦσιν ἅπαντα τὰ γενόμενα. 12 καὶ συναχθέντες μετὰ τῶν πρεσβυτέρων συμβούλιόν τε λαβόντες ἀργύρια ἱκανὰ ἔδωκαν τοῖς στρατιώταις 13 λέγοντες, Εἴπατε ὅτι Οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ νυκτὸς ἐλθόντες ἔκλεψαν αὐτὸν ἡμῶν κοιμωμένων. 14 καὶ ἐὰν ἀκουσθῇ τοῦτο ἐπὶ τοῦ ἡγεμόνος, ἡμεῖς πείσομεν αὐτὸν καὶ ὑμᾶς ἀμερίμνους ποιήσομεν. 15 οἱ δὲ λαβόντες τὰ ἀργύρια ἐποίησαν ὡς ἐδιδάχθησαν. Καὶ διεφημίσθη ὁ λόγος οὗτος παρὰ Ἰουδαίοις μέχρι τῆς σήμερον [ἡμέρας].

Τώρα, πως συνέβη να μην δουν οι μεν τους δε, να μην τους απαγορεύσουν οι στρατιώτες να πλησιάσουν, να μην σχολιάσουν οι γυναίκες κάτι από την αντίδραση των στρατιωτών στον σεισμό και το θαυμαστό αυτό συμβάν, είναι ένα θέμα. Άλλο ένα σημαντικό θέμα είναι ότι οι αρχιερείς πίστεψαν τους στρατιώτες και τους επιβράβευσαν αντί να τους τιμωρήσουν, ή να ζητήσουν από τον Πιλάτο την τιμωρία τους, που κάποιοι έκλεψαν το σώμα, όπως θα ήταν το λογικό να πουν, θεωρώντας τα υπόλοιπα δικαιολογίες χρηματισμού ή χαζομάρες. Η δικαιολογία που θα έλεγαν δήθεν στους άλλους, από ποιόν σήμερα ή τότε θα ήταν πιστευτή χωρίς να τιμωρηθούν;

Πάμε τώρα στον Λουκά, που στην εισαγωγή του φιλοδοξεί να μας δώσει όλη την αλήθεια:

55 Κατακολουθήσασαι δὲ αἱ γυναῖκες, αἵτινες ἦσαν συνεληλυθυῖαι αὐτῷ ἐκ τῆς Γαλιλαίας, ἐθεάσαντο τὸ μνημεῖον καὶ ὡς ἐτέθη τὸ σῶμα αὐτοῦ, 56 ὑποστρέψασαι δὲ ἡτοίμασαν ἀρώματα καὶ μύρα. καὶ τὸ μὲν σάββατον ἡσύχασαν κατὰ τὴν ἐντολήν.

Τῇ δὲ μιᾷ τῶν σαββάτων ὄρθρου βαθέως ἦλθον ἐπὶ τὸ μνῆμα φέρουσαι ἃ ἡτοίμασαν ἀρώματα, καὶ τινες σὺν αὐταῖς. 2 εὗρον δὲ τὸν λίθον ἀποκεκυλισμένον ἀπὸ τοῦ μνημείου, 3 καὶ εἰσελθοῦσαι οὐχ εὗρον τὸ σῶμα τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ. 4 καὶ ἐγένετο ἐν τῷ διαπορεῖσθαι αὐτὰς περὶ τούτου καὶ ἰδοὺ ἄνδρες δύο ἐπέστησαν αὐταῖς ἐν ἐσθήτεσιν ἀστραπτούσαις. 5 ἐμφόβων δὲ γενομένων καὶ κλινουσῶν τὸ πρόσωπον εἰς τὴν γῆν εἶπον πρὸς αὐτάς· Τί ζητεῖτε τὸν ζῶντα μετὰ τῶν νεκρῶν; 6 οὐκ ἔστιν ὧδε, ἀλλ' ἠγέρθη· μνήσθητε ὡς ἐλάλησεν ὑμῖν ἔτι ὢν ἐν τῇ Γαλιλαίᾳ, 7 λέγων ὅτι δεῖ τὸν υἱὸν τοῦ ἀνθρώπου παραδοθῆναι εἰς χεῖρας ἀνθρώπων ἁμαρτωλῶν καὶ σταυρωθῆναι, καὶ τῇ τρίτῃ ἡμέρᾳ ἀναστῆναι. 8 καὶ ἐμνήσθησαν τῶν ῥημάτων αὐτοῦ, 9 καὶ ὑποστρέψασαι ἀπὸ τοῦ μνημείου ἀπήγγειλαν ταῦτα πάντα τοῖς ἕνδεκα καὶ πᾶσι τοῖς λοιποῖς. 10 ἦσαν δὲ ἡ Μαγδαληνὴ Μαρία καὶ Ἰωάννα καὶ Μαρία Ἰακώβου καὶ αἱ λοιπαὶ σὺν αὐταῖς, αἳ ἔλεγον πρὸς τοὺς ἀποστόλους ταῦτα. 11 καὶ ἐφάνησαν ἐνώπιον αὐτῶν ὡσεὶ λῆρος τὰ ῥήματα αὐτῶν, καὶ ἠπίστουν αὐταῖς. 12 ὁ δὲ Πέτρος ἀναστὰς ἔδραμεν ἐπὶ τὸ μνημεῖον, καὶ παρακύψας βλέπει τὰ ὀθόνια κείμενα μόνα, καὶ ἀπῆλθε πρὸς ἑαυτὸν θαυμάζων τὸ γεγονός” (Κατά Λουκάν, 23: 55 έως 24: 12).

Εδώ οι γυναίκες είναι πολλές. Δεν αναφέρεται η Σαλώμη, αλλά κάποια Ιωάννα και άλλες μαζί με αυτές. Στο σενάριο αυτό δεν έχουμε ένα νέο, ή έναν άγγελο όπως στους προηγούμενους, ούτε σεισμό όπως στον Ματθαίο. Ο τάφος ήταν ήδη ανοικτός, όπως στο σενάριο του Μάρκου και μπαίνουν μέσα και ενώ αναρωτιούνται τι έγινε το σώμα του Ιησού. Εμφανίζονται δύο άνδρες με αστραφτερά ενδύματα, που τις ενημερώνουν ότι ο Ιησούς όπως είχε προαναγγείλει, αναστήθηκε την τρίτη ημέρα και αφού αυτές θυμήθηκαν την σχετική προφητεία, φεύγουν από τον τάφο αλλά δεν συναντούν τον Ιησού όπως μας λέει ο Ματθαίος (που σημειωτέον ήταν και μαθητής), αλλά πάνε στους 11 μαθητές και τους υπόλοιπους για να αναγγείλουν τα συμβάντα, μόνο που αυτά που είπαν, φάνηκαν ανοησίες (σε αντίθεση με την κουστωδία του Μάρκου), και ο Πέτρος πήγε στον τάφο να επιβεβαιώσει, όπου βρήκε μόνο το σάβανο και θαύμασε το γεγονός. Να σημειωθεί ότι εδώ δεν αναφέρονται στρατιώτες.

Πάμε τώρα στον Ιωάννη που ήταν επίσης μαθητής:

Τῇ δὲ μιᾷ τῶν σαββάτων Μαρία ἡ Μαγδαληνὴ ἔρχεται πρωῒ σκοτίας ἔτι οὔσης εἰς τὸ μνημεῖον, καὶ βλέπει τὸν λίθον ἠρμένον ἐκ τοῦ μνημείου. 2 τρέχει οὖν καὶ ἔρχεται πρὸς Σίμωνα Πέτρον καὶ πρὸς τὸν ἄλλον μαθητὴν ὃν ἐφίλει ὁ Ἰησοῦς, καὶ λέγει αὐτοῖς· Ἦραν τὸν Κύριον ἐκ τοῦ μνημείου, καὶ οὐκ οἴδαμεν ποῦ ἔθηκαν αὐτόν. 3 ἐξῆλθεν οὖν ὁ Πέτρος καὶ ὁ ἄλλος μαθητής καὶ ἤρχοντο εἰς τὸ μνημεῖον. 4 ἔτρεχον δὲ οἱ δύο ὁμοῦ· καὶ ὁ ἄλλος μαθητὴς προέδραμε τάχιον τοῦ Πέτρου καὶ ἦλθε πρῶτος εἰς τὸ μνημεῖον, 5 καὶ παρακύψας βλέπει κείμενα τὰ ὀθόνια, οὐ μέντοι εἰσῆλθεν. 6 ἔρχεται οὖν Σίμων Πέτρος ἀκολουθῶν αὐτῷ, καὶ εἰσῆλθεν εἰς τὸ μνημεῖον καὶ θεωρεῖ τὰ ὀθόνια κείμενα, 7 καὶ τὸ σουδάριον, ὃ ἦν ἐπὶ τῆς κεφαλῆς αὐτοῦ, οὐ μετὰ τῶν ὀθονίων κείμενον, ἀλλὰ χωρὶς ἐντετυλιγμένον εἰς ἕνα τόπον. 8 τότε οὖν εἰσῆλθε καὶ ὁ ἄλλος μαθητὴς ὁ ἐλθὼν πρῶτος εἰς τὸ μνημεῖον, καὶ εἶδε καὶ ἐπίστευσεν· 9 οὐδέπω γὰρ ᾔδεισαν τὴν γραφὴν ὅτι δεῖ αὐτὸν ἐκ νεκρῶν ἀναστῆναι. 10 ἀπῆλθον οὖν πάλιν πρὸς ἑαυτοὺς οἱ μαθηταί. 11 Μαρία δὲ εἱστήκει πρὸς τῷ μνημείῳ κλαίουσα ἔξω. 12 ὡς οὖν ἔκλαιε, παρέκυψεν εἰς τὸ μνημεῖον καὶ θεωρεῖ δύο ἀγγέλους ἐν λευκοῖς καθεζομένους ἕνα πρὸς τῇ κεφαλῇ καὶ ἕνα πρὸς τοῖς ποσίν, ὅπου ἔκειτο τὸ σῶμα τοῦ Ἰησοῦ. 13 καὶ λέγουσιν αὐτῇ ἐκεῖνοι· Γύναι, τί κλαίεις; λέγει αὐτοῖς· Ὅτι ἦραν τὸν Κύριόν μου, καὶ οὐκ οἶδα ποῦ ἔθηκαν αὐτόν. 14 καὶ ταῦτα εἰποῦσα ἐστράφη εἰς τὰ ὀπίσω, καὶ θεωρεῖ τὸν Ἰησοῦν ἑστῶτα, καὶ οὐκ ᾔδει ὅτι Ἰησοῦς ἐστι. 15 λέγει αὐτῇ ὁ Ἰησοῦς· Γύναι, τί κλαίεις; τίνα ζητεῖς; ἐκείνη δοκοῦσα ὅτι ὁ κηπουρός ἐστι, λέγει αὐτῷ· Κύριε, εἰ σὺ ἐβάστασας αὐτόν, εἰπέ μοι ποῦ ἔθηκας αὐτόν, κἀγὼ αὐτὸν ἀρῶ. 16 λέγει αὐτῇ ὁ Ἰησοῦς· Μαρία. στραφεῖσα ἐκείνη λέγει αὐτῷ· Ραββουνί, ὃ λέγεται, διδάσκαλε. 17 λέγει αὐτῇ ὁ Ἰησοῦς· Μή μου ἅπτου· οὔπω γὰρ ἀναβέβηκα πρὸς τὸν πατέρα μου· πορεύου δὲ πρὸς τοὺς ἀδελφούς μου καὶ εἰπὲ αὐτοῖς· ἀναβαίνω πρὸς τὸν πατέρα μου καὶ πατέρα ὑμῶν, καὶ Θεόν μου καὶ Θεὸν ὑμῶν. 18 ἔρχεται Μαρία ἡ Μαγδαληνὴ ἀπαγγέλλουσα τοῖς μαθηταῖς ὅτι ἑώρακε τὸν Κύριον, καὶ ταῦτα εἶπεν αὐτῇ.” (Κατά Ιωάννην, 20: 1-18).

Εδώ δεν έχουμε δυο ή τρεις γυναίκες, αλλά μόνο μία, την Μαρία την Μαγδαληνή που πάει στον τάφο, τον βλέπει ανοικτό αλλά δεν μπαίνει μέσα, ούτε συναντά κανέναν, αλλά πηγαίνει και το λέει σε δύο μαθητές, τον Πέτρο και τον άλλο. Ο “άλλος” αναφέρεται ως “ὃν ἐφίλει ὁ Ἰησοῦς” και θέλει να μας πει ότι είναι ο ίδιος ο συγγραφέας δηλαδή ο Ιωάννης. Αφού και αυτοί είδαν τον τάφο άδειο έφυγαν. Να αγνοήσουμε το γεγονός ότι οι δύο άντρες πήγαν στα σπίτια τους και παράτησαν την Μαρία μόνη στον τάφο να κλαίει. Η Μαρία όμως είχε και συνάντηση με δυο αγγέλους στα λευκά, αλλά και με τον ίδιο τον Ιησού, που αρχικά νόμισε ότι ήταν ο κηπουρός μέσα στον τάφο. Το ενδιαφέρον εδώ είναι ότι ο Ιησούς δεν θέλησε να τον αγγίξει η Μαρία, με την αιτιολογία ότι δεν ανέβηκε ακόμα στον πατέρα του (σε αντίθεση με τον Ματθαίο που οι δυο γυναίκες του σεναρίου του πιάνουν τα πόδια του Ιησού καθώς τον προσκυνούν). Επίσης δεν υπάρχει καμία εντολή προς τους μαθητές ότι θα τον δουν στην Γαλιλαία, σε αντίθεση με τους Μάρκο και Ματθαίο, ούτε αναφέρονται τα περί στρατιωτικής κουστωδίας.

Αυτά υποτίθεται είναι τα γεγονότα που μας δείχνουν άμεσα ή έμμεσα την Ανάσταση του σταυρωθέντος Ιησού σύμφωνα με τα Ευαγγέλια.

Προς την Ανάληψη.

Αγνοώντας το παραχαραγμένο κείμενο του Μάρκου, προχωράμε στον Ματθαίο:

“16 Οἱ δὲ ἕνδεκα μαθηταὶ ἐπορεύθησαν εἰς τὴν Γαλιλαίαν εἰς τὸ ὄρος οὗ ἐτάξατο αὐτοῖς ὁ Ἰησοῦς, 17 καὶ ἰδόντες αὐτὸν προσεκύνησαν, οἱ δὲ ἐδίστασαν. 18 καὶ προσελθὼν ὁ Ἰησοῦς ἐλάλησεν αὐτοῖς λέγων, Ἐδόθη μοι πᾶσα ἐξουσία ἐν οὐρανῷ καὶ ἐπὶ γῆς. 19 πορευθέντες οὖν μαθητεύσατε πάντα τὰ ἔθνη, βαπτίζοντες αὐτοὺς εἰς τὸ ὄνομα τοῦ πατρὸς καὶ τοῦ υἱοῦ καὶ τοῦ ἁγίου πνεύματος, 20 διδάσκοντες αὐτοὺς τηρεῖν πάντα ὅσα ἐνετειλάμην ὑμῖν· καὶ ἰδοὺ ἐγὼ μεθ’ ὑμῶν εἰμι πάσας τὰς ἡμέρας ἕως τῆς συντελείας τοῦ αἰῶνος.” (Κατά Ματθαίον, 28: 16-20).

Οι 11 μαθητές περπάτησαν μέχρι ένα βουνό της Γαλιλαίας, στο οποίο τους είχε πει ο Ιησούς και μόλις τον είδαν, άλλοι τον προσκύνησαν και άλλοι δίστασαν. Και ο Ιησούς τους λέει ότι του έχει δοθεί κάθε εξουσία στον ουρανό και την γη (που νωρίτερα δεν είχε;) και τους δίνει εντολή να μαθητεύσουν πάντα τα έθνη, βαπτίζοντάς τους στο όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος, αφού τους διδάξουν να τηρούν τις εντολές του και ότι αυτός θα είναι κάθε μέρα μαζί τους μέχρι την συντέλεια του αιώνος. Ο Μάρκος δεν αναφέρει τίποτα άλλο περί Ανάληψης, ή τι έγινε ο Ιησούς μετά και εδώ τελειώνει το Ευαγγέλιο του.

Πάμε στον Λουκά:

“13 Καὶ ἰδοὺ δύο ἐξ αὐτῶν ἦσαν πορευόμενοι ἐν αὐτῇ τῇ ἡμέρᾳ εἰς κώμην ἀπέχουσαν σταδίους ἑξήκοντα ἀπὸ Ἱερουσαλήμ, ᾗ ὄνομα Ἐμμαοῦς. 14 καὶ αὐτοὶ ὡμίλουν πρὸς ἀλλήλους περὶ πάντων τῶν συμβεβηκότων τούτων. 15 καὶ ἐγένετο ἐν τῷ ὁμιλεῖν αὐτοὺς καὶ συζητεῖν καὶ αὐτὸς ὁ Ἰησοῦς ἐγγίσας συνεπορεύετο αὐτοῖς· 16 οἱ δὲ ὀφθαλμοὶ αὐτῶν ἐκρατοῦντο τοῦ μὴ ἐπιγνῶναι αὐτόν. 17 εἶπε δὲ πρὸς αὐτούς· Τίνες οἱ λόγοι οὗτοι οὓς ἀντιβάλλετε πρὸς ἀλλήλους περιπατοῦντες καί ἐστε σκυθρωποί; 18 ἀποκριθεὶς δὲ ὁ εἷς, ᾧ ὄνομα Κλεόπας, εἶπε πρὸς αὐτόν· Σὺ μόνος παροικεῖς ἐν Ἱερουσαλὴμ καὶ οὐκ ἔγνως τὰ γενόμενα ἐν αὐτῇ ἐν ταῖς ἡμέραις ταύταις; 19 καὶ εἶπεν αὐτοῖς· Ποῖα; οἱ δὲ εἶπον αὐτῷ· Τὰ περὶ Ἰησοῦ τοῦ Ναζωραίου, ὃς ἐγένετο ἀνὴρ προφήτης δυνατὸς ἐν ἔργῳ καὶ λόγῳ ἐναντίον τοῦ Θεοῦ καὶ παντὸς τοῦ λαοῦ, 20 ὅπως τε παρέδωκαν αὐτὸν οἱ ἀρχιερεῖς καὶ οἱ ἄρχοντες ἡμῶν εἰς κρίμα θανάτου καὶ ἐσταύρωσαν αὐτόν. 21 ἡμεῖς δὲ ἠλπίζομεν ὅτι αὐτός ἐστιν ὁ μέλλων λυτροῦσθαι τὸν Ἰσραήλ·... 25 καὶ αὐτὸς εἶπε πρὸς αὐτούς· Ὦ ἀνόητοι καὶ βραδεῖς τῇ καρδίᾳ τοῦ πιστεύειν ἐπὶ πᾶσιν οἷς ἐλάλησαν οἱ προφῆται! 26 οὐχὶ ταῦτα ἔδει παθεῖν τὸν Χριστὸν καὶ εἰσελθεῖν εἰς τὴν δόξαν αὐτοῦ; 27 καὶ ἀρξάμενος ἀπὸ Μωϋσέως καὶ ἀπὸ πάντων τῶν προφητῶν διερμήνευσεν αὐτοῖς ἐν πάσαις ταῖς γραφαῖς τὰ περὶ ἑαυτοῦ. 28 Καὶ ἤγγισαν εἰς τὴν κώμην οὗ ἐπορεύοντο, καὶ αὐτὸς προσεποιεῖτο πορρωτέρω πορεύεσθαι· 29 καὶ παρεβιάσαντο αὐτὸν λέγοντες· Μεῖνον μεθ' ἡμῶν, ὅτι πρὸς ἑσπέραν ἐστὶ καὶ κέκλικεν ἡ ἡμέρα. καὶ εἰσῆλθε τοῦ μεῖναι σὺν αὐτοῖς. 30 καὶ ἐγένετο ἐν τῷ κατακλιθῆναι αὐτὸν μετ' αὐτῶν λαβὼν τὸν ἄρτον εὐλόγησε, καὶ κλάσας ἐπεδίδου αὐτοῖς. 31 αὐτῶν δὲ διηνοίχθησαν οἱ ὀφθαλμοὶ, καὶ ἐπέγνωσαν αὐτόν· καὶ αὐτὸς ἄφαντος ἐγένετο ἀπ' αὐτῶν. 32 καὶ εἶπον πρὸς ἀλλήλους· Οὐχὶ ἡ καρδία ἡμῶν καιομένη ἦν ἐν ἡμῖν, ὡς ἐλάλει ἡμῖν ἐν τῇ ὁδῷ καὶ ὡς διήνοιγεν ἡμῖν τὰς γραφάς;(Κατά Λουκάν, 24 :13-31).

Εδώ, σε σχέση με την μία και μοναδική συνάντηση στην Γαλιλαία του Ματθαίου, έχουμε την εμφάνιση σε δύο δευτερεύοντες μαθητές, από τους οποίους ο ένας λέγεται Κλεόπας, όπως κατευθύνονται προς Εμμαούς. Εδώ, μάλλον υπάρχει ένα μικρό πρόβλημα, γιατί η πόλη αυτή είναι σε απόσταση 32 χλμ. από την Ιερουσαλήμ και όχι 12 χλμ. (160 στάδια), αλλά τα προβλήματα γεωγραφίας των Ευαγγελίων, ούτως ή άλλως, δεν είναι λίγα. Το ενδιαφέρον είναι, ότι οι δύο μαθητές συναντούν ένα συνταξιδιώτη, συνομιλούν μαζί του, αναφέρουν τον Ιησού ως προφήτη, τον καλούν στο σπίτι τους και μόνο αφού έκοψε το ψωμί με τα χέρια και τους το έδωσε, κατάλαβαν ότι ήταν ο Ιησούς, ο οποίος όμως ξαφνικά και μαγικά εξαφανίστηκε. Ας δούμε την συνέχεια:

“33 Καὶ ἀναστάντες αὐτῇ τῇ ὥρᾳ ὑπέστρεψαν εἰς Ἱερουσαλήμ, καὶ εὗρον συνηθροισμένους τοὺς ἕνδεκα καὶ τοὺς σὺν αὐτοῖς, 34 λέγοντας ὅτι ἠγέρθη ὁ Κύριος ὄντως καὶ ὤφθη Σίμωνι. 35 καὶ αὐτοὶ ἐξηγοῦντο τὰ ἐν τῇ ὁδῷ καὶ ὡς ἐγνώσθη αὐτοῖς ἐν τῇ κλάσει τοῦ ἄρτου. 36 Ταῦτα δὲ αὐτῶν λαλούντων αὐτὸς ὁ Ἰησοῦς ἔστη ἐν μέσῳ αὐτῶν καὶ λέγει αὐτοῖς· Εἰρήνη ὑμῖν. 37 πτοηθέντες δὲ καὶ ἔμφοβοι γενόμενοι ἐδόκουν πνεῦμα θεωρεῖν. 38 καὶ εἶπεν αὐτοῖς· Τί τεταραγμένοι ἐστέ, καὶ διατί διαλογισμοὶ ἀναβαίνουσιν ἐν ταῖς καρδίαις ὑμῶν; 39 ἴδετε τὰς χεῖράς μου καὶ τοὺς πόδας μου, ὅτι αὐτὸς ἐγώ εἰμι· ψηλαφήσατέ με καὶ ἴδετε, ὅτι πνεῦμα σάρκα καὶ ὀστέα οὐκ ἔχει καθὼς ἐμὲ θεωρεῖτε ἔχοντα. 40 καὶ τοῦτο εἰπὼν ἐπέδειξεν αὐτοῖς τὰς χεῖρας καὶ τοὺς πόδας. 41 ἔτι δὲ ἀπιστούντων αὐτῶν ἀπὸ τῆς χαρᾶς καὶ θαυμαζόντων εἶπεν αὐτοῖς· Ἔχετέ τι βρώσιμον ἐνθάδε; 42 οἱ δὲ ἐπέδωκαν αὐτῷ ἰχθύος ὀπτοῦ μέρος καὶ ἀπὸ μελισσίου κηρίου, 43 καὶ λαβὼν ἐνώπιον αὐτῶν ἔφαγεν. 44 εἶπε δὲ αὐτοῖς· Οὗτοι οἱ λόγοι οὓς ἐλάλησα πρὸς ὑμᾶς ἔτι ὢν σὺν ὑμῖν, ὅτι δεῖ πληρωθῆναι πάντα τὰ γεγραμμένα ἐν τῷ νόμῳ Μωϋσέως καὶ προφήταις καὶ ψαλμοῖς περὶ ἐμοῦ. 45 τότε διήνοιξεν αὐτῶν τὸν νοῦν τοῦ συνιέναι τὰς γραφάς, 46 καὶ εἶπεν αὐτοῖς ὅτι Οὕτω γέγραπται καὶ οὕτως ἔδει παθεῖν τὸν Χριστὸν καὶ ἀναστῆναι ἐκ νεκρῶν τῇ τρίτῃ ἡμέρᾳ, 47 καὶ κηρυχθῆναι ἐπὶ τῷ ὀνόματι αὐτοῦ μετάνοιαν καὶ ἄφεσιν ἁμαρτιῶν εἰς πάντα τὰ ἔθνη, ἀρξάμενον ἀπὸ Ἱερουσαλήμ. 48 ὑμεῖς δέ ἐστε μάρτυρες τούτων. 49 καὶ ἰδοὺ ἐγὼ ἀποστέλλω τὴν ἐπαγγελίαν τοῦ πατρός μου ἐφ' ὑμᾶς· ὑμεῖς δὲ καθίσατε ἐν τῇ πόλει Ἱερουσαλήμ ἕως οὗ ἐνδύσησθε δύναμιν ἐξ ὕψους.” (Κατά Λουκάν, 24: 13-49).

Εδώ, έχουμε την επιστροφή των 2 μαθητών στην Ιερουσαλήμ για να πουν την εμπειρία τους και την νέα μαγική επανεμφάνιση του Ιησού στην ομήγυρη όλων, με τους οποίους συνέφαγε. Το ενδιαφέρον είναι, ότι τους φαινόταν σαν πνεύμα. Τους λέει και εδώ την γνωστή εντολή, να κηρύξουν μετάνοια και άφεση αμαρτιών σε όλα τα έθνη, αλλά τους λέει επιπλέον να ξεκινήσουν από την Ιερουσαλήμ (στην οποία ο ίδιος μάλλον ατύχησε). Τονίζει ότι αυτοί είναι οι μάρτυρες του συμβάντος και τους δίνει εντολή του πατέρα του και επιπλέον να καθίσουν στην Ιερουσαλήμ μέχρι να πάρουν δύναμη “από ψηλά”.

Πάμε τέλος στον Ιωάννη:

“19 Οὔσης οὖν ὀψίας τῇ ἡμέρᾳ ἐκείνῃ τῇ μιᾷ σαββάτων, καὶ τῶν θυρῶν κεκλεισμένων ὅπου ἦσαν οἱ μαθηταὶ συνηγμένοι διὰ τὸν φόβον τῶν Ἰουδαίων, ἦλθεν ὁ Ἰησοῦς καὶ ἔστη εἰς τὸ μέσον, καὶ λέγει αὐτοῖς· Εἰρήνη ὑμῖν. 20 καὶ τοῦτο εἰπὼν ἔδειξεν αὐτοῖς τὰς χεῖρας καὶ τὴν πλευρὰν αὐτοῦ. ἐχάρησαν οὖν οἱ μαθηταὶ ἰδόντες τὸν Κύριον. 21 εἶπεν οὖν αὐτοῖς ὁ Ἰησοῦς πάλιν· Εἰρήνη ὑμῖν. καθὼς ἀπέσταλκέ με ὁ πατήρ, κἀγὼ πέμπω ὑμᾶς. 22 καὶ τοῦτο εἰπὼν ἐνεφύσησε καὶ λέγει αὐτοῖς· Λάβετε Πνεῦμα ἅγιον· 23 ἄν τινων ἀφῆτε τὰς ἁμαρτίας, ἀφίενται αὐτοῖς, ἄν τινων κρατῆτε, κεκράτηνται. 24 Θωμᾶς δὲ εἷς ἐκ τῶν δώδεκα ὁ λεγόμενος Δίδυμος, οὐκ ἦν μετ' αὐτῶν ὅτε ἦλθεν ὁ Ἰησοῦς. 25 ἔλεγον οὖν αὐτῷ οἱ ἄλλοι μαθηταί· Ἑωράκαμεν τὸν Κύριον. ὁ δὲ εἶπεν αὐτοῖς· Ἐὰν μὴ ἴδω ἐν ταῖς χερσὶν αὐτοῦ τὸν τύπον τῶν ἥλων, καὶ βάλω τὸν δάκτυλόν μου εἰς τὸν τύπον τῶν ἥλων, καὶ βάλω τὴν χεῖρά μου εἰς τὴν πλευρὰν αὐτοῦ, οὐ μὴ πιστεύσω. 26 Καὶ μεθ' ἡμέρας ὀκτὼ πάλιν ἦσαν ἔσω οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ καὶ Θωμᾶς μετ' αὐτῶν. ἔρχεται ὁ Ἰησοῦς τῶν θυρῶν κεκλεισμένων, καὶ ἔστη εἰς τὸ μέσον καὶ εἶπεν· Εἰρήνη ὑμῖν. 27 εἶτα λέγει τῷ Θωμᾷ· Φέρε τὸν δάκτυλόν σου ὧδε καὶ ἴδε τὰς χεῖράς μου, καὶ φέρε τὴν χεῖρά σου καὶ βάλε εἰς τὴν πλευράν μου, καὶ μὴ γίνου ἄπιστος, ἀλλὰ πιστός. 28 καὶ ἀπεκρίθη Θωμᾶς καὶ εἶπεν αὐτῷ· Ὁ Κύριός μου καὶ ὁ Θεός μου. 29 λέγει αὐτῷ ὁ Ἰησοῦς· Ὅτι ἑώρακάς με, πεπίστευκας· μακάριοι οἱ μὴ ἰδόντες καὶ πιστεύσαντες. 30 Πολλὰ μὲν οὖν καὶ ἄλλα σημεῖα ἐποίησεν ὁ Ἰησοῦς ἐνώπιον τῶν μαθητῶν αὐτοῦ, ἃ οὐκ ἔστι γεγραμμένα ἐν τῷ βιβλίῳ τούτῳ· 31 ταῦτα δὲ γέγραπται ἵνα πιστεύσητε ὅτι Ἰησοῦς ἐστιν ὁ Χριστὸς ὁ υἱὸς τοῦ Θεοῦ, καὶ ἵνα πιστεύοντες ζωὴν ἔχητε ἐν τῷ ὀνόματι αὐτοῦ.” (Κατά Ιωάννην, 20: 19-31).

Ούτε εδώ δεν έχουμε εντολή να πάνε στην Γαλιλαία, αλλά το συμβάν γίνεται στην Ιερουσαλήμ, όπου όλοι οι μαθητές είναι κλεισμένοι μέσα, γιατί φοβούνται τους ιουδαίους και ο Ιησούς εμφανίζεται μαγικά και ξαναεμφανίζεται σε 8 μέρες, γιατί στην πρώτη συνάντηση έλειπε ο Θωμάς. Στην δεύτερη συνάντηση έχουμε τον Ιησού να προτείνει στον άπιστο Θωμά να αγγίξει τις πληγές του για να πεισθεί. Στο σημείο αυτό και στον επίλογο, γίνεται προσπάθεια να μας πει ότι πόσο σημαντικό πράγμα είναι η πίστη για αυτούς που θα τα ακούσουν και δεν θα τα δουν. Και εδώ δείχνει φυσιολογικά να κλείνει το κείμενο, λέγοντας μας ότι ο Ιησούς έκανε και άλλα πολλά θαύματα, που το κείμενο δεν μπορεί να περιλάβει. Παρόλα αυτά υπάρχει και άλλο ένα κεφάλαιο σαν συνέχεια, που μάλλον είναι προσθήκη το κεφ. 21, ακολουθήστε τον σύνδεσμο και διαβάστε το μόνοι σας, εδώ (αν και στον Λουκά έχουμε την ρητή εντολή να παραμείνουν στην Ιερουσαλήμ) έχουμε μια τρίτη επανεμφάνιση του Ιησού σύμφωνα με τον Ιωάννη, στην λίμνη της Τιβεριάδας, που ενώ οι μαθητές ψαράδες δεν έπιαναν πάλι (αν θυμάστε από τα προηγούμενα θαύματα θα πρέπει να ήταν πολύ καντέμηδες ως ψαράδες) κανένα ψάρι, με μαγικό τρόπο γέμισε το δίχτυ τους με 153 μεγάλα ψάρια και ταυτόχρονα...ψωμιά. Δεν μας εξήγησε αν τα ψωμιά τα έφαγαν μουλιασμένα ή αν βγήκαν από την λίμνη στεγνά. Ακολουθεί μια συνομιλία μεταξύ Ιησού Πέτρου και Ιωάννη και εκεί κλείνει οριστικά και το πρόσθετο μέρος του Ιωάννη, φυσικά και ο Ιωάννης αν και μαθητής, αγνοεί την Ανάληψη όπως και ο άλλος μαθητής ο Ματθαίος.

Η Ανάληψη από όλα τα Ευαγγέλια αναφέρεται μόνο στον Λουκά. Ας δούμε πως κλείνει το Ευαγγέλιό του:

“50 Ἐξήγαγε δὲ αὐτοὺς ἔξω ἕως εἰς Βηθανίαν, καὶ ἐπάρας τὰς χεῖρας αὐτοῦ εὐλόγησεν αὐτούς. 51 καὶ ἐγένετο ἐν τῷ εὐλογεῖν αὐτὸν αὐτοὺς διέστη ἀπ' αὐτῶν καὶ ἀνεφέρετο εἰς τὸν οὐρανόν. 52 καὶ αὐτοὶ προσκυνήσαντες αὐτὸν ὑπέστρεψαν εἰς Ἱερουσαλὴμ μετὰ χαρᾶς μεγάλης, 53 καὶ ἦσαν διὰ παντὸς ἐν τῷ ἱερῷ αἰνοῦντες καὶ εὐλογοῦντες τὸν Θεόν. Ἀμήν.” (Κατά Λουκάν, 24: 49-53).

Να ξανασημειώσω, με το “αυτούς” αναφέρεται τουλάχιστον στους 11 μαθητές άρα και στον Ματθαίο και τον Ιωάννη που την αγνοούν. Εδώ, για πρώτη φορά βλέπουμε την Ανάληψη και πως έγινε. Αφού τους έβγαλε στην Βηθανία και ενώ τους ευλογούσε, άρχισε να αιωρείται (προφανώς) και να ανεβαίνει στον ουρανό.

Έχουμε όμως ένα άλλο κείμενο που μιλάει για την Ανάληψη και είναι οι Πράξεις, που ξεκινούν με το θέμα αυτό ακριβώς:

“2 ἄχρι ἧς ἡμέρας ἐντειλάμενος τοῖς ἀποστόλοις διὰ Πνεύματος ἁγίου οὓς ἐξελέξατο ἀνελήφθη· 3 οἷς καὶ παρέστησεν ἑαυτὸν ζῶντα μετὰ τὸ παθεῖν αὐτὸν ἐν πολλοῖς τεκμηρίοις, δι' ἡμερῶν τεσσαράκοντα ὀπτανόμενος αὐτοῖς καὶ λέγων τὰ περὶ τῆς βασιλείας τοῦ Θεοῦ. 4 καὶ συναλιζόμενος παρήγγειλεν αὐτοῖς ἀπὸ Ἱεροσολύμων μὴ χωρίζεσθαι, ἀλλὰ περιμένειν τὴν ἐπαγγελίαν τοῦ πατρὸς ἣν ἠκούσατέ μου· 5 ὅτι Ἰωάννης μὲν ἐβάπτισεν ὕδατι, ὑμεῖς δὲ βαπτισθήσεσθε ἐν Πνεύματι ἁγίῳ οὐ μετὰ πολλὰς ταύτας ἡμέρας. 6 οἱ μὲν οὖν συνελθόντες ἐπηρώτων αὐτὸν λέγοντες· Κύριε, εἰ ἐν τῷ χρόνῳ τούτῳ ἀποκαθιστάνεις τὴν βασιλείαν τῷ Ἰσραήλ; 7 εἶπε δὲ πρὸς αὐτούς· Οὐχ ὑμῶν ἐστι γνῶναι χρόνους ἢ καιροὺς οὓς ὁ πατὴρ ἔθετο ἐν τῇ ἰδίᾳ ἐξουσίᾳ, 8 ἀλλὰ λήψεσθε δύναμιν ἐπελθόντος τοῦ ἁγίου Πνεύματος ἐφ' ὑμᾶς, καὶ ἔσεσθέ μου μάρτυρες ἔν τε Ἱερουσαλὴμ καὶ ἐν πάσῃ τῇ Ἰουδαίᾳ καὶ Σαμαρείᾳ καὶ ἕως ἐσχάτου τῆς γῆς. 9 καὶ ταῦτα εἰπὼν βλεπόντων αὐτῶν ἐπήρθη, καὶ νεφέλη ὑπέλαβεν αὐτὸν ἀπὸ τῶν ὀφθαλμῶν αὐτῶν. 10 καὶ ὡς ἀτενίζοντες ἦσαν εἰς τὸν οὐρανὸν πορευομένου αὐτοῦ, καὶ ἰδοὺ ἄνδρες δύο παρειστήκεισαν αὐτοῖς ἐν ἐσθῆτι λευκῇ, 11 οἳ καὶ εἶπον· Ἄνδρες Γαλιλαῖοι, τί ἑστήκατε ἐμβλέποντες εἰς τὸν οὐρανόν; οὗτος ὁ Ἰησοῦς ὁ ἀναληφθεὶς ἀφ'ὑμῶν εἰς τὸν οὐρανὸν, οὕτως ἐλεύσεται, ὃν τρόπον ἐθεάσασθε αὐτὸν πορευόμενον εἰς τὸν οὐρανόν. 12 Τότε ὑπέστρεψαν εἰς Ἱερουσαλὴμ ἀπὸ ὄρους τοῦ καλουμένου ἐλαιῶνος, ὅ ἐστιν ἐγγὺς Ἱερουσαλὴμ, σαββάτου ἔχον ὁδόν” (Πράξεις, 1: 2-12).

Εδώ, ας αγνοήσουμε για τώρα την αγωνιώδη ερώτηση των μαθητών προφανώς και του συγγραφέα, για την αποκατάσταση της “βασιλείας του Ισραήλ” που κάτι περίεργο μας δείχνει, και ας προσέξουμε ότι μας λέει κάτι καινούργιο που δεν δείχνει να συμβαδίζει με τον Λουκά. Η ανάληψη έγινε σε 40 μέρες. Αλλά δεν έχουμε διακριτές εμφανίσεις όπως στα Ευαγγέλια, επί 40 μέρες τον έβλεπαν συνέχεια. Επίσης σε αντίθεση με του Λουκά (να αγνοήσουμε ότι υποτίθεται τις Πράξεις τις έγραψε ο ίδιος ο Λουκάς) μετά την εξαφάνιση του Ιησού στον Ουρανό, έχουμε δυο άνδρες με λευκά ρούχα που λένε ότι με τον τρόπο που έφυγε με τον ίδιο τρόπο θα επανέλθει. Ο τρόπος επίσης είναι διαφορετικός, στον Λουκά ανυψώθηκε μόνος του στον ουρανό, εδώ στις Πράξεις τον βοήθησε ένα σύννεφο που τον περιέλαβε και τον ανέβασε στον ουρανό. Οι δύο τόποι, η Βηθανία και το όρος του Ελαιώνος, είναι σαν να λέμε Γλυφάδα και Υμηττός, είναι δηλαδή στις υπώρειες του βουνού αλλά δεν είναι στο βουνό όταν το καλούμε με το όνομά του ή λέμε ότι θα πάμε εκεί.

Ας δούμε πάλι τις διαφορές συνοπτικά:

Κουστωδία στρατιωτών στον τάφο:
Υπήρχε μόνο στον Ματθαίο, όλοι οι άλλοι την αγνοούν.
 
Ο λίθος κυλίστηκε και έγινε σεισμός:
Μόνο στον Ματθαίο.
 
Στον τάφο πηγαίνουν:
Τρεις γυναίκες στον Μάρκο.
Δυο γυναίκες στον Ματθαίο.
Πολλές στον Λουκά.
Μία μόνο στον Ιωάννη.
 
Συναντούν:
Έναν νέο στον Μάρκο.
Έναν άγγελο στον Ματθαίο.
Δυο άνδρες στον Λουκά.
Κανέναν στον Ιωάννη.
 
Μαθητές πάνε στον τάφο μετά από τις γυναίκες:
Κανένας στον Μάρκο.
Μόνο ο Πέτρος στον Λουκά.
Ο Πέτρος και ο άλλος (Ιωάννης) στον Ιωάννη.
 
Παίρνουν εντολή από τον Ιησού μέσω των γυναικών:
Να πάνε στην Γαλιλαία όπου θα δουν τον Ιησού στον Μάρκο και τον Ματθαίο.
Τίποτα στον Λουκά.
Ότι θα ανέβει στον πατέρα του στον Ιωάννη.
 
Στην επιστροφή:
Οι γυναίκες συναντούν τον Ιησού μόνο στον Ματθαίο και τον πιάνουν.
Η Μαρία βλέπει τον Ιησού στον Ιωάννη αφού φύγουν οι μαθητές από τον τάφο και δεν την αφήνει να τον πιάσει.
 
ο Ιησούς εμφανίζεται:
Μια φορά στον Ματθαίο.
Δυο φορές στον Λουκά.
Τρεις φορές στον Ιωάννη.
Συνέχεια, για 40 μέρες, στις Πράξεις.
 
Οι μαθητές όταν εμφανίζεται ο Ιησούς βρίσκονται:
Στην Γαλιλαία στον Ματθαίο.
Στην πορεία προς Εμμαούς και στα Ιεροσόλυμα στον Λουκά.
Στα Ιεροσόλυμα 2 φορές και στην λίμνη Τιβεριάδας με τα ψάρια στον Ιωάννη.
Στα Ιεροσόλυμα για 40 μέρες στις Πράξεις.
 
Η ανάληψη γίνεται:
Αμέσως μετά την εμφάνιση του Ιησού στα Ιεροσόλυμα, στην Βηθανία στον Λουκά με ανύψωση του Ιησού.
Σε 40 μέρες στο όρος του Ελαιώνος στις Πράξεις με ανύψωση μέσα σε ένα σύννεφο.

ΔΕΣ: ΤΟ ΚΟΥΙΖ ΤΟΥ ΠΑΣΧΑ!
 
Πέρα από τις αντιφάσεις που είδαμε, στον Μάρκο το σενάριο σταματάει με την επιστροφή των γυναικών και δεν αναφέρει τίποτα άλλο στα παλαιώτερα αντίγραφα που έχουμε (είπαμε, τα νεώτερα πλαστογραφήθηκαν).

Του Ματθαίου μοιάζει σε κάποια σημεία με του Μάρκου, αλλά περιλαμβάνει και προσθήκες, η πλέον ενδιαφέρουσα, η κουστωδία που δεν αναφέρεται και σε κανέναν άλλο.

Στον Λουκά έχουμε την μοναδική στα Ευαγγέλια αναφορά στην Ανάληψη, που όλοι οι υπόλοιποι αγνοούν (ακόμα και οι δύο μαθητές Ματθαίος και Ιωάννης). Όλη η αναφορά στον Λουκά περιλαμβάνει έναν άλλο Ιησού που εμφανίζεται και εξαφανίζεται ή πετάει μαγικά.

Στον Ιωάννη εντύπωση προκαλεί, η άρνηση του Ιησού να τον αγγίξει αμέσως μετά την Ανάσταση η Μαρία, ενώ μερικές ώρες αργότερα προκαλεί τον Θωμά να αγγίξει τις πληγές του. Είναι θέμα διάκρισης ανδρών και γυναικών, ή κάτι άλλο, όπως η περίεργη δικαιολογία ότι δεν έχει ακόμα ανέβει στον πατέρα του; Δεν θα ήταν ίδιος πριν και μετά;

Η διαφορά στις αφηγήσεις των υποτιθέμενων δύο μαθητών του Ματθαίου και του Ιωάννη είναι ενδεικτική της μυθοπλασίας που περιλαμβάνει τα κείμενα αυτά και κατά πόσον οι συντάκτες τους όποιοι και να ήσαν ήταν τελικά ή όχι θεόπνευστοι.

Υπάρχει βέβαια και η πλαστογραφημένη προσθήκη του Μάρκου που δεν την λάβαμε υπόψη μας. Αξίζει όμως να την διαβάσετε και μετά να δείτε στην σχετική σελίδα της ΟΟΔΕ, ότι αν και η Εκκλησία παραδέχεται την παραχάραξη, θεωρεί το κείμενο σωστό και ευαγγελικό! Αν λοιπόν, το τονίζω, αν δεχθούμε την απαίτηση αυτή της Εκκλησίας, τότε η ιστορία αυτή τονίζει τις αντιφάσεις, γιατί εκεί θα διαπιστώσετε ότι η Μαγδαληνή παρ' όλο που νωρίτερα έγραφε ότι δεν είπαν οι γυναίκες τίποτα, πήγε και το είπε στους μαθητές και δεν την πίστεψαν, αμέσως μετά δύο (;) είδαν τον Ιησού στον αγρό το είπαν στους μαθητές και ούτε αυτούς πίστεψαν, αμέσως μετά εμφανίσθηκε ο Ιησούς στους 11 και τους κατηγόρησε ως άπιστους και είπε τα ίδια περίπου που είπε και στον Ματθαίο, η μόνη διάκριση ότι προσθέτει το “ὁ πιστεύσας καὶ βαπτισθεὶς σωθήσεται, ὁ δὲ ἀπιστήσας κατακριθήσεται·” που έχει ενδιαφέρον στο από ποιους θα κατακριθεί ο μη πιστός. Αμέσως μετά γίνεται η Ανάληψη αλλά εδώ μας λέει ότι “ἐκάθισεν ἐκ δεξιῶν τοῦ Θεοῦ”. Προφανώς θα το είδε πως αλλιώς; Όπως και να έχει, συμφωνεί με τον Λουκά ότι η Ανάληψη έγινε την ίδια μέρα και διαφωνεί με τις Πράξεις που αναφέρει σαράντα μέρες, μόνο που εδώ δείχνει μάλλον να γίνεται στην Γαλιλαία.

Αλήθεια, ποιό από όλα αυτά τα σενάρια μπορεί να είναι αληθινό; Γιατί το να είναι όλα αληθινά είναι αδύνατο. Το μεγαλύτερο θαύμα, το μεγαλύτερο γεγονός της χριστιανοσύνης, την Ανάσταση του Ιησού, δεν την είδε κανείς ακόμα και στα ίδια τα Ευαγγέλια. Υπάρχουν αντικρουόμενες αναφορές στο ποιες ή πόσες γυναίκες ήταν αυτές που διαπίστωσαν τον άδειο τάφο και εμμέσως από αυτές πληροφορούμαστε το συμβάν. Τα συμβάντα που ακολουθούν είναι επίσης αντικρουόμενα ακόμα και από τους δύο μαθητές Ευαγγελιστές που υποτίθεται ήταν παρόντες στα συμβάντα αυτά. Συμβαίνουν ένας σωρός περίεργα και μη φυσιολογικά συμβάντα, όπως η μόνο στη μία αφήγηση κουστωδία των στρατιωτών, αντί να τιμωρηθεί που δεν έκανε σωστά τη δουλειά της επιβραβεύεται. Αξίζει να αναρωτηθείτε για την αλήθεια των επεισοδίων αυτών ως πραγματικά, ή για μυθικές διηγήσεις του προηγούμενου αιώνα από αυτόν που ίσως γράφτηκαν.

Το γεγονός ότι δεν υπάρχει αντίστοιχη ιστορική μαρτυρία της εποχής για να επιβεβαιώσει κάτι από τα φανταστικά αυτά γεγονότα, που σύμφωνα με τα Ευαγγέλια είχαν ταράξει την Ιερουσαλήμ, την Γαλιλαία, αλλά και όλη την περιοχή, ούτε καν ιστορικά στοιχεία της έστω ύπαρξης κάποιου από όλους αυτούς, μας δείχνει το μέγεθος της παραπλάνησης που έχει πάθει ένα μεγάλο μέρος της ανθρωπότητας ακόμα και σήμερα.

ΔΕΣ: Γιατί είναι παραπλανητική η εναρμόνιση των ευαγγελικών διηγήσεων

Ο Μύθος της Ανάστασης

Από τα πιστά πρόβατα του χριστιανισμού η «Νεκρανάσταση του Ναζωραίου» θεωρείται ως η μεγαλύτερη απόδειξη για την Θεϊκή φύση του Θεού τους. Η αλήθεια, όμως, είναι εντελώς διαφορετική αφού από τα αρχαία κείμενα μαθαίνουμε, ότι στο σύνολο τους οι αρχαίες θρησκείες πίστευαν σε Θεούς που είχαν πεθάνει και στη συνέχεια αναστηθεί· άρα ακόμη κι αυτό κλέμενο το ‘χουν τα χριστιανικά ζωντανά.

Ο Πλούταρχος, αναφέρει: «Οι Φρύγες, επίσης, που πίστευαν ότι ο Θεός κοιμάται τον χειμώνα, ενώ το καλοκαίρι είναι ξυπνητός, έκαναν βακχικές τελετές προς τιμήν του, τον χειμώνα τους κατευνασμούς και το καλοκαίρι τις ανεγέρσεις. Οι Παφλαγόνες, τέλος, πιστεύουν ότι τον χειμώνα είναι ο Θεός δεμένος και φυλακισμένος, ενώ την άνοιξη κινείται κι ελευθερώνεται» (Πλούταρχος, Ηθικά, «Περί Ίσιδος και Οσίριδος», 378E).

«Είτε είμαστε άνθρωποι είτε είμαστε αστρική σκόνη, όλοι μαζί χορεύουμε στη μελωδία ενός αόρατου ερμηνευτή» -Νιλς Μπορ

Η ανάσταση των Θεών στην Αρχαιότητα

Στην αρχαία Ελλάδα, γράφει ο Μ. Τιβέριος, όπως και σε πολλές θρησκείες του αρχαίου κόσμου, απαντώνται παραδόσεις σύμφωνα με τις οποίες Θεοί γνώρισαν τον θάνατο και στη συνέχεια την ανάσταση. Ο Διόνυσος είναι ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα Θεού που πέθαινε και ανασταινόταν κάθε χρόνο. Ο Απρίλης είναι ο μήνας στη διάρκεια του οποίου γιορτάζουν την γιορτή των χριστιανών, που είναι τα πάθη και η ανάσταση του Ναζωραίου.

Που οφειλόταν, άραγε αυτή η πανάρχαια πεποίθηση ότι κάποιος (όποιος) Θεός αναγεννιέται την Άνοιξη; Ο Πλούταρχος, το αποδίδει στην ίδια την φύση της εποχής:

«Η ίδια η εποχή υποβάλλει τη σκέψη πως η κατήφεια οφείλεται στην εξαφάνιση των καρπών, τους οποίους οι παλιοί δεν θεωρούσαν βέβαια Θεούς, αλλά δώρα των Θεών αναγκαία και μεγάλα για να μη ζούμε σαν τα άγρια θηρία. Την εποχή, λοιπόν, που έβλεπαν από τη μια τους καρπούς να εξαφανίζονται εντελώς από τα δέντρα και να λείπουν, ενώ, από την άλλη, οι ίδιοι τους φύτευαν με πολλή δυσκολία και μεγάλα προβλήματα ξύνοντας τη γη με τα χέρια και με τα χέρια καλύπτοντάς τους πάλι, βάζοντας τους εκεί, χωρίς να ξέρουν, αν θα εμφανιστούν ξανά, έκαναν πράγματα παρόμοια με εκείνα που κάνουν όσοι θάβουν τους νεκρούς και τους πενθούν. Έπειτα, όπως εμείς λέμε γι’ αυτόν που αγοράζει τα βιβλία του Πλάτωνα ότι αγοράζει Πλάτωνα και όποιον παρουσιάζει τα ποιήματα του Μενάνδρου ότι παίζει Μένανδρο, έτσι κι εκείνοι δεν δίσταζαν να ονομάσουν τα δώρα και τα έργα των Θεών με τα ονόματα των Θεών, τιμώντας τα, επειδή τους ήταν αναγκαία, και λατρεύοντάς τα.

Οι επόμενοι όμως, απαίδευτοι κι αμαθείς, τα παραλάμβαναν, κατ’ αντιστροφή απέδιδαν τα παθήματα των καρπών στους Θεούς και δεν αποκαλούσαν μόνον, αλλά και πίστευαν, την εμφάνιση και την εξαφάνιση των αναγκαίων καρπών ως γέννηση και θάνατο των Θεών, γεμίζοντας έτσι το μυαλό τους με άτοπες, αυθαίρετες και συγκεχυμένες δοξασίες, μολονότι έβλεπαν καθαρά το άτοπο και τον παραλογισμό.

Ο Ξενοφάνης, λοιπόν, ο Κολοφώνιος έθεσε ως αρχή στους Αιγυπτίους, αν τους θεωρούν Θεούς, να μην τους θρηνούν και, αν πάλι τους θρηνούν, να μην τους πιστεύουν για Θεούς, αλλά ότι είναι γελοίο να τους θρηνούν και συνάμα να προσεύχονται στους καρπούς (σαν σε Θεούς) να ξαναφανούν πάλι και να ωριμάσουν για χάρη τους, ώστε να τους καταναλώσουν πάλι και να τους θρηνούν. Τα πράγματα όμως δεν είναι έτσι, αλλά θρηνούν τους καρπούς και προσεύχονται στους Θεούς, που τους γεννούν και τους δωρίζουν, να δημιουργήσουν πάλι άλλους καινούριους και να τους κάνουν να φυτρώσουν στη θέση εκείνων που χάθηκαν. Για τούτο πολύ σωστά λένε οι φιλόσοφοι πως όσοι δεν ασκούνται να καταλάβουν σωστά τις λέξεις, χρησιμοποιούν λανθασμένα τα πράγματα» (Πλούταρχος, Ηθικά, «Περί Ίσιδος και Οσίριδος» 379A έως C)

Ο Πλούταρχος, αναφέρει, ότι η ανάσταση του (όποιου) Θεού συμβολίζει την αναγέννηση της φύσης ύστερα από τον χειμερινό της λήθαργο. Σε πολλές θρησκείες του αρχαίου κόσμου και στην αρχαία Ελλάδα απαντώνται παραδόσεις σύμφωνα με τις οποίες Θεοί γνώρισαν τον θάνατο και στη συνέχεια την ανάσταση, όπως π.χ. ο Φοινικικός Άδωνις ή ο Ελληνικός Διόνυσος. Επειδή μάλιστα συχνά οι τεθνεώτες και αναστάντες αυτοί Θεοί συμβαίνει να είναι Θεοί της γονιμότητας, είναι ολοφάνερο, ότι η ιδέα αυτή του θανάτου και της ανάστασης εκ νεκρών είναι παρμένη από την ετήσια εναλλαγή των εποχών, όπου το νέκρωμα της φύσης κατά τη διάρκεια του παγερού χειμώνα το διαδέχεται το ξαναζωντάνεμά της κατά τη διάρκεια της ζωοδότρας άνοιξης. Επομένως με τα πάθη αυτά των Θεών συμβολίζονται οι λειτουργίες της ίδιας της φύσης κι όπως είναι γνωστό, η πίστη 9και η ηλιθιότητα) εκφράζεται με συμβολισμούς.

Γύρω από τον ετήσιο αυτό αγώνα ανάμεσα στην ακαρπία και την ευφορία της γης υφάνθηκε και ο ιστός αρκετών αρχαίων μυστηριακών τελετών, γι’ αυτό ακριβώς και η συνήθης εποχή διεξαγωγής τους ήταν το τέλος του καλοκαιριού ή η αρχή του φθινοπώρου, με τα πρώτα πρωτοβρόχια. Τα μυστήρια, που γνώρισαν ιδιαίτερη άνθηση κατά τους χρόνους της ύστερης αρχαιότητας, υπόσχονταν στους μυημένους σ’ αυτά μόνιμη σωτηρία και μια ευτυχισμένη μετά θάνατον ζωή. Ετσι, σε δημόσιες αλλά κυρίως σε απόκρυφες τελετουργίες, οι πιστοί-πρόβατα σκηνοθετούσαν τις διάφορες φάσεις αυτού του αγώνα, αναπαριστώντας τις ποικίλες περιπέτειες του πάσχοντος Θεού τους.

Ο θάνατος και η ανάσταση

Όπως παρατηρεί ο Πλάτων, καθώς ο άνθρωπος πλησιάζει προς τον θάνατο αρχίζει να σκέπτεται για πράγματα που πριν δεν τον απασχολούσαν καθόλου, ενώ συγχρόνως αρχίζει να δίνει πίστη και σε δοξασίες υπερφυσικές. Έτσι και στην αρχαιότητα, πολλοί πίστευαν ότι με τις μυήσεις αυτές θα βοηθηθούν να κερδίσουν την πολυπόθητη αθανασία και ακόμη θα αποκτήσουν τη δυνατότητα και μετά θάνατον «να διασκεδάζουν και να χορεύουν» σε καταπράσινους λειμώνες στον καθαρό αέρα.

Ορισμένοι θρησκειολόγοι έχουν υποστηρίξει ότι η κεντρική ιδέα όλων αυτών των μυστηριακών θρησκειών ήταν ο θάνατος και η ανάσταση και έχουν συνδέσει τους σχετικούς μυστηριακούς μύθους με τα πάθη κάποιου Θεού. Έτσι έχουμε τον θάνατο του Διονύσου, του Αττεως, του Οσίριδος. Στα μυστήρια που σχετίζονται με τους Θεούς αυτούς συναντούμε ακολουθίες πένθους που στη συνέχεια τις διαδέχονται τελετουργίες χαράς και αγαλλίασης.

Το αβάστακτο πένθος της Ισιδος για τον φόνο του αγαπημένου της αδελφού και συντρόφου, του Οσίριδος, που τον είχε κατακρεουργήσει ο θεός της σκιάς Σετ (ή Σεθ), σταματά όταν βρίσκει και συναρμολογεί όλα τα διαμελισμένα κομμάτια του, δίνοντάς του ξανά τη ζωή. Το ίδιο συμβαίνει και με τους πιστούς της. Μιμούμενοι τη Θεά τους, αναζητούν τον Οσιρι, κτυπώντας με αλαλαγμούς τα στήθη τους. Μόλις ξαναντικρίζουν τον Θεό, τότε τον θρήνο τον διαδέχεται ανείπωτη χαρά. Ο Πλούταρχος προτρέπει τα βάσανα της Ισιδας, όπως αναπαριστάνονται στις σχετικές τελετές, να γίνονται μαθήματα ευσέβειας και παρηγοριάς για όλους τους θνητούς που τους βρίσκουν τέτοια κακά.

Ο Ιούλιος Φίρμικος Ματερνός, πολιτικός και συγγραφέας του 4ου αι. μ.κ.ε., που αλλαξοπίστησε κι έγινε χριστιανός, μας παραδίδει ενδιαφέρουσες λεπτομέρειες σχετικές με παγανιστικές μυστηριακές τελετές. Ετσι ανάμεσα σε άλλα μας περιγράφει και μια σκηνή κατά την οποία μπροστά σε ένα ομοίωμα κάποιου Θεού, που κείτονταν νεκρός πάνω σε ένα φορείο, εξελίσσονταν σκηνές οδυρμού και θρήνου.

Ο Διόνυσος, χωρίς αμφιβολία, ήταν κι αυτός ένας Θεός της βλάστησης και σαν τέτοιος ήταν ένας πάσχων Θεός, που πέθαινε και ανασταινόταν κάθε χρόνο. Ωστόσο τα επεισόδια που σχετίζονται με τον θάνατό του, ο οποίος προκαλούσε τον μαρασμό της φύσης, μπορούμε να πούμε ότι δεν αποτελούσαν σημαντικό μέρος της όλης διήγησης. Εκτός από αναφορές στον βίαιο θάνατό του και τον διαμελισμό του υπήρχαν και παραδόσεις που έκαναν λόγο και για μια ομαλή κατάβασή του στον Αδη, προκειμένου να φέρει στον πάνω κόσμο, στον κόσμο των ζωντανών, τη μάνα του τη Σεμέλη.

Η κάθοδός του αυτή έγινε από την Αλκυονία λίμνη στη Λέρνα της Αργολίδας, για την οποία υπήρχε παράδοση ότι ήταν απύθμενη. Ετσι κανένας στην αρχαιότητα, ούτε και ο ίδιος ο αυτοκράτορας Νέρων, δεν είχε μπορέσει να μετρήσει το βάθος της. Στους Δελφούς, μέσα στο άδυτο του ναού του Απόλλωνος, «παρά το χρηστήριον», έδειχναν τον τάφο του Θεού. Ο Διονύσιος ο Αλικαρνασσεύς, που έζησε προς τα τέλη του 1ου αι. π.κ.ε., μιλά για θρήνους κατά τη διάρκεια «των διονυσιακών παθών».

Αλλά για τις τελετουργίες τις σχετικές με τον θάνατό του, όπως άλλωστε και γι’ αυτές που σχετίζονται με την ανάστασή του, ξέρουμε λιγοστά πράγματα. Κύρια αιτία ήταν η ευσέβεια των αρχαίων συγγραφέων που δεν ήθελαν να κοινοποιήσουν τίποτε «περί ων ου θέμις τοις αμυήτοις ιστορείν». Ενα χαρακτηριστικό στοιχείο των τελετουργιών που συνδέονται με την ανάσταση του Θεού ήταν και το κάλεσμά του, η «επίκλησις», απ’ τους πιστούς του, που τον καλούσαν, ακόμη και με μικρές σάλπιγγες, να ανέβει και να παρουσιαστεί σ’ αυτούς. Στον κόσμο των Ιώνων η «επιφάνεια» του Θεού γινόταν κατά τη διάρκεια των Ανθεστηρίων.

Ενα σημαντικό δρώμενο της γιορτής αυτής, που είναι πολύ χαρακτηριστικό ότι γιορταζόταν και αυτή κατά τη διάρκεια της άνοιξης, ήταν ο ερχομός του Θεού πάνω σ’ ένα τροχοφόρο πλοίο. Το ότι ο Διόνυσος ερχόταν με ένα πλεούμενο πιθανόν να οφειλόταν στο ότι ο Θεός είχε κατεβεί στον Κάτω Κόσμο μέσα από μια λίμνη, την Αλκυονία. Αλλά και ο Αριστοφάνης στους «Βατράχους» του βάζει τον Διόνυσο να κατεβαίνει στον Κάτω Κόσμο από μια περιοχή της Αθήνας, που την έλεγαν Λίμναι, και της οποίας το όνομα σαφώς υποδηλώνει και πάλι κάποια λίμνη ή έστω ένα βαλτότοπο.

Με τη θριαμβευτική επανεμφάνιση του Θεού οι πιστοί του ξεσπούσαν σε ουρανομήκεις φωνές και χαρούμενα τραγούδια και ξεφάντωναν με χορούς και πανηγύρια κι εκτός από πάσχοντες Θεούς στην αρχαία μυθολογία υπάρχουν και ήρωες που είχαν κατορθώσει να νικήσουν τον θάνατο, όπως ο Ηρακλής, ο Ορφέας, ο Καπανέας κ.ά.

Θάνατος και Ανάσταση του Διονύσου

Στην Αρχαία Ελλάδα όμως εορταζόταν ο θάνατος και η Ανάσταση του Διονύσου με δύο διαφορετικούς τρόπους. Ο πρώτος δεν είναι ευρέως γνωστός αλλά υπήρχε. Ο Διόνυσος σχετίζεται και αυτός με την φύση, την γονιμοποίηση και την καρποφορία της. Χάρισε στους ανθρώπους την καλλιέργεια του αμπελιού. Σύμφωνα με τον μύθο ο Διόνυσος κατέβηκε στον Άδη για να φέρει πίσω στην ζωή την μητέρα του Σεμέλη.

Η κάθοδό τους έγινε από μία λίμνη στην Αργολίδα που λεγόταν «Αλκυονία». Ο Αριστοφάνης στους βατράχους τον τοποθετεί να κατεβαίνει στον κάτω κόσμο από μία λίμνη των Αθηνών, που ονομαζόταν «Λίμναι». Τότε οι άνθρωποι θρηνούσαν τον αναχώρηση του Διονύσου. Δηλαδή τον θάνατο του Διονύσου. Κι ενώ η φύση ήταν ήδη ανθισμένη, τα άνθη μαραίνονταν. Αυτό συνέβαινε περίπου την εαρινή ισημερία, όπου ναι μεν η φύση ανθίζει αλλά σε λίγο τα άνθη μαραίνονται για να μετατραπούν σε καρπούς.

Τον θρήνο αυτόν συνόδευαν διάφορες επικλήσεις προς τον Θεό, με συνοδεία σάλπιγγας, με τις οποίες τον παρακαλούσαν να επιστρέψει στον επάνω κόσμο. Η «επιφάνεια», η επάνοδος, η Ανάσταση του Διονύσου εορταζόταν την θερινή τροπή του ήλιου (θερινό ηλιοστάσιο) όπου και τοποθετείται η γενέθλιος ημερομηνία του Θεού. Ενα χαρακτηριστικό του εορτασμού αυτού ήταν ότι ο Διόνυσος επέστρεφε στον επάνω κόσμο με ένα πλοίο. Τότε οι Αρχαίοι Έλληνες εόρταζαν την επάνοδο του Θεού και συγχρόνως την καρποφορία της γης.

Ο δεύτερος εορτασμός του Διονύσου είναι εκείνος όπου κατασπαράζεται από τους Τιτάνες

Συγκεκριμένα στα Ορφικά μυστήρια κατά την εαρινή ισημερία ο Διόνυσος ο Ζαγρέας (τιτανική φύση) πεθαίνει με οδυνηρό θάνατο αφού κατασπαράζεται από τους Τιτάνες. Η Θεά Αθηνά όμως σώζει την καρδιά του, την πηγαίνει στον Δία και εκείνος μεταμορφώνει τον Διόνυσο τον Άνθιο – Ελευθερέα – Λυσία, ο οποίος επιστρέφει στην γη για να διδάξει στους ανθρώπους πώς να απελευθερώσουν την ψυχή τους από τα δεσμά της ύλης. Ο Διόνυσος σε διάφορες απεικονίσεις απεικονίζεται από τα αρχαία χρόνια με ένα φωτοστέφανο στο κεφάλι.

Τόσο στα Ορφικά όσο και στα Κορυβαντικά μυστήρια συμπλήρωναν τον εορτασμό με την ωμοφαγία και την οινοποσία, όπου έτσι μεταλάμβαναν το «σώμα και το αίμα» του Θεού Διονύσου. Ο συμβολισμός του συγκεκριμένου εορτασμού ήταν η αναγέννηση του πνευματικού ανθρώπου. Κατόπιν οι Ορφικοί την θερινή τροπή του ήλιου (θερινό ηλιοστάσιο) εόρταζαν την Ανάσταση του Διονύσου ως Διόνυσος ο Ελευθερέας.

Τον θάνατο και την Ανάσταση στην Αρχαία Ελλάδα συμβόλιζαν και τα Ελευσίνια μυστήρια με την επάνοδο της Περσεφόνης από τον Άδη, την Άνοιξη. Αλλά και οι Μύστες των Δελφών στο διάστημα από την εαρινή ισημερία έως το θερινό ηλιοστάσιο τελούσαν μυστήρια σχετικά με την επάνοδο του Απόλλωνα Φοίβου. Στην Φωκίδα κατά την εποχή του Δευκαλίωνα μετά τον κατακλυσμό υπήρχε η πόλη Πανοπεύς. Οι Πανοπείς κατάγονται από τους Μινύες την φυλή των Αργοναυτών και ήταν μέτοικοι από τον Ορχομενό.

Όταν λοιπόν ήταν βασιλιάς ο Πανοπέας, τον οποίο ο Όμηρος τον αποκαλεί «καλλίχορον», τότε κάθε δύο χρόνια, την Άνοιξη, τελούσαν εορτές προς τιμή του Διονύσου. Από την Αττική και την Βοιωτία ερχόντουσαν οι Θυιάδες και μαζί με τους Βοιωτείς και τους Πανοπείς ανέβαιναν στο Κωρύκειο Άντρο του Παρνασσού. Εκεί τελούσαν την περιφορά του Λικνίτη, του νεκρού Διονύσου και μετά εόρταζαν με μεγαλοπρέπεια την Ανάσταση του θεού. Όπως διαπιστώνουμε λοιπόν όλα τα μεταγενέστερα έθιμα έχουν την ρίζα τους στην Αρχαία Ελλάδα.

Ο Ζωροάστρης πέθανε και αναστήθηκε

«Ο Πλάτωνας αναφέρει ότι αυτός ο Ζωροάστρης, δώδεκα μέρες μετά τον θάνατο του, όταν είχε ήδη τοποθετηθεί πάνω στην πυρά, ξαναγύρισε στην ζωή» (Κλήμης, «Στρωματείς», Βιβλίο Πέμπτο, σελ 711).

Ο Μανίλιος αναφέρει, ότι τα άστρα που θεωρούνταν και θεοί, όταν έδυαν και χάνονταν για μεγάλο χρονικό διάστημα έκαναν τους απλούς ανθρώπους να πιστεύουν, ότι ο Θεός (άστρο) ήταν νεκρός. Κατά την επιτολή του άστρου, έλεγαν, ότι ο Θεός με τον οποίον ταυτιζόταν είχε αναστηθεί ή είχε γεννηθεί. «Οι άνθρωποι κοίταζαν την εξωτερική εμφάνιση της δημιουργίας δίχως να την καταλαβαίνουν, με κατάπληξη έβλεπαν το καινούργιο φως του σύμπαντος. Μερικές φορές θρηνούσαν επειδή πίστευαν πως το είχαν χάσει, ύστερα πάλι χαίρονταν επειδή τα άστρα έμοιαζαν να ξαναγεννιούνται» (Μανίλιος, «Αστρονομικόν», 1.25-112).

Οι αρχαίοι Έλληνες θεωρούσαν, ότι κάθε άνθρωπος αποτελείται από το Νοητό (Θεϊκό στοιχείο) και από την Ύλη. Το πρώτο, έπρεπε να αφυπνισθεί. Η διαδικασία αυτή, αφύπνισης του εσωτερικού Θείου, συμβολιζόταν μέσα από τα μυστήρια και τις τελετές της ανάστασης. Η αναγέννηση του Θείου, ήταν πρωτίστως μία εσωτερική νίκη του ανθρώπου η οποία εξελισσόταν στην οδό που στο τέλος τον ένωνε με το Θείον. Ο κοσμικός άνθρωπος για να το πετύχει αυτό, πρέπει να εναρμονιστεί (Νοητό – Ύλη) με τρόπο ανάλογο του σύμπαντος.

Ο Πλάτων, λέει σχετικά: «Η σωστή φροντίδα για όλα τα πράγματα είναι μία και μοναδική, να προσφέρεις στο καθένα τις οικείες τροφές και κινήσεις. Οικείες όμως και συγγενείς κινήσεις για το θεϊκό στοιχείο που υπάρχει μέσα μας είναι οι σκέψεις και οι περιφορές του σύμπαντος. Αυτές πρέπει να ακολουθούμε όλοι και τους δικούς μας κύκλους, που διαστρεβλώθηκαν κατά την γέννηση μας, πρέπει να τους επαναφέρουμε στην ορθή τροχιά μαθαίνοντας την αρμονία και την ομαλή περιφορά του σύμπαντος. Έτσι θα εξομοιώσουμε τη νόηση μας με το αντικείμενο της – ομοιότητα σύμφωνη με την πρωταρχική της φύση. Με την εξομοίωση αυτή θα κατακτήσουμε την προδιαγεγραμμένη άριστη ζωή, (άριστος σημαίνει πολεμιστής, άριστη ζωή ζει μονάχα ο πολεμιστής) έχοντας εκπληρώσει τον σκοπό που έθεσαν και θα συνεχίσουν να θέτουν πάντα στους ανθρώπους οι Θεοί» (Πλάτων «Τίμαιος» 90c).

Τα Αδώνεια

Σε ανάμνηση του θανάτου και της αναστάσεως του θεού ετελούντο κάθε χρόνο τα Αδώνεια. Σε άλλες περιοχές η γιορτή γινόταν στα μέσα του μηνός Βοηδρομίωνος (Αύγουστος – Σεπτέμβριος ) κι αλλού, στην κυρίως Ελλάδα την Ανοιξη κατά την πρώτη πανσέληνο μετά την εαρινή ισημερία. Η πρώτη ημέρα των «Αδωνείων», που λεγόταν «Αφανισμός» ήταν ημέρα πένθους για το θάνατο του θεού, που απεικονίσεις του τον παρουσιάζουν εστεμμένο με ταινίες που τις διακοσμούν ισοσκελείς σταυροί , με το στόλισμα των λεγόμενων «Κήπων του Αδώνιδος» (που τους φύτευαν και τους προετοίμαζαν οι γυναίκες οκτώ ημέρες πριν) καθώς και με μοιρολόγια και λυπητερές μουσικές από πένθιμο αυλό την λεγόμενη «γίγγρα». Η δεύτερη ημέρα των εορτασμών η Εύρεσις (Ανάστασις) ήταν ημέρα χαράς για την Ανάσταση του Θεού εκ νεκρών και την ανάληψή του δίπλα στη θεά Αφροδίτη για το μισό χρόνο.

Οι κήποι του Αδώνιδος ήσαν πανέρια η γλάστρες γεμάτες χώμα μέσα στις οποίες έσπερναν και καλλιεργούσαν ειδικά για τα Αδώνεια, πολύτριχο και αλλά φυτά ταχέως αυξανόμενα, καθώς και σιτάρι, κριθάρι, μαρούλι, μάραθο και διάφορα είδη λουλουδιών που τα περιποιούντο επί 8 ημέρες, κατά κύριο λόγο η αποκλειστικά, οι γυναίκες. Τη ημέρα του «Αφανισμού» οι λατρευτές κυρίως γυναίκες με λυμμένα τα μαλλιά τους, ξυπόλητες και γυμνόστηθες, περιέφεραν με θρήνους και οδυρμούς τα ομοιώματα του Θεού και τους «Κήπους» στους δρόμους των πόλεων και κατόπιν τα οδηγούσαν στη θάλασσα (ή σε πηγές και ποτάμια σε άλλες πόλεις), τα έριχναν στα νερά και παρακαλούσαν να επιστρέψει ο Θεός από τον κάτω κόσμο.

Στα «Αδώνεια» προσφερόταν ως θυμίαμα μύρα, ενώ ψάλλονταν και ειδικά άσματα, τα λεγόμενα «Αδωνίδια», από τα οποία έχει διασωθεί ένα πολύ αξιόλογο δείγμα. Πρόκειται για τον «Επιτάφιον Αδώνιδος» του Βίωνος. Σε κάποια από τα ανά τόπους «Αδώνεια» γίνονταν και μυήσεις σε Μυστήρια του Θεού (Ο Λουκιανός διασώζει ότι οι μύστες θυσίαζαν πρόβατο και έπαιρναν μετάληψη).

Πολλοί λαοί πολλοί Θεοί, πολλοί θάνατοι κι αναστάσεις

Ο Κρίσνα, το δεύτερο πρόσωπο της Ινδικής τριάδας αντίστοιχο της χριστιανικής τριάδας, ο οποίος ονομάζεται και «Υιός Θεού», σταυρώθηκε όπως κι ο εβραϊκός Ναζωραίος. Πρόκειται για την ενσάρκωση του Βισνού. Οι ουρανοί σκοτείνιασαν την ώρα του θανάτου. Ο Κρίσνα κατέβηκε στον άλλο κόσμο, και αναστήθηκε την τρίτη μέρα, και ανελήφθη στους ουρανούς. Ο Κρίσνα, θεωρείται επίσης «άνθρωπος και Θεός» καταρρίπτοντας το χριστιανικό επιχείρημα πως ο Ιησούς ήταν ο πρώτος άνθρωπος-Θεός που νίκησε τον θάνατο.

Ο Πέρσης Θεός Μίθρα αποκαλούνταν «ο καλός ποιμένας» και σταυρώθηκε τουλάχιστον μια χιλιετία πριν τον Ναζωραίο, για να λυτρώσει την ανθρωπότητα.

Ο Ασσυροβαβυλώνιος Ταμμούζ (Damuzu) σταυρώθηκε και αναστήθηκε από την Αστάρτη.

Ο Άττις, αποκαλούμενος «ο αμνός του Θεού» περνάει το μαρτύριο της σταύρωσης και ανασταίνεται.

Ο Μεξικανός Κετσατκοάτλ θανατώθηκε με σταύρωση και αναστήθηκε την τρίτη μέρα.

Ο Όσιρης σκοτώνεται από τον Σεθ, και ανασταίνεται από την Ίσιδα, ενώ ο γιος τους Ώρος σταυρώνεται μεταξύ δύο κλεφτών.

Ο Όντιν σταυρώθηκε στο δέντρο της ζωής, ενώ ο γιος του Μπάλντερ σκοτώνεται από τον πανούργο Λόκι με γκυ. Αμφότεροι ανασταίνονται.

Οι Θεοί Ιαω και Χέσους σταυρώθηκαν και αναστήθηκαν για να σώσουν την ανθρωπότητα χιλιάδες χρόνια πριν την εμφάνιση του Ναζωραίου.

Ο Ίντρα αναπαριστάται με οπές από καρφιά.

Ο Χαλδαίος Κριτε και ο Ασιάτης Μπαλού αναφέρονται στα αντίστοιχα ιερά τους κείμενα ως «εσταυρωμένοι λυτρωτές».

Ο Αιγύπτιος Θούλις πέθανε στο σταυρό, θάφτηκε, αναστήθηκε και ανήλθε στους ουρανούς.

Ο μύθος της αρπαγής της Περσεφόνης (Αξιόκερσα κατά τα Καβείρια) περιέχει την κάθοδο στον Άδη, την παραμονή εκεί για ένα χρονικό διάστημα και την επιστροφή στη ζωή.

Ο μύθος της Ευρυδίκης.

Ο Ρωμαίος ήρωας Κουιρίνους, σταυρώθηκε και η γη σκοτείνιασε.

Η ανάσταση νεκρών και η νίκη επάνω στο θάνατο, δεν είναι μια ιδέα που γεννήθηκε στον χριστιανισμό. Στις αρχαίες θρησκείες υπήρξε πληθώρα Θεών κι Ανθρώπων που είτε θυσιάστηκαν και ξαναγύρισαν στη ζωή, ή ήρθαν σε συμφωνία με τις Θεότητες του Άδη να μοιράζουν τη ζωή τους ανάμεσα σε δύο κόσμους. Η ιδέα της ανάστασης πιθανολογείται πως προήλθε από την παρατήρηση της «νεκρανάστασης» της φύσης.

Οι εμπνευστές της χριστιανικής θρησκείας παρέλαβαν τους αρχαίους μύθους, τους άλλαξαν ελαφρώς και τους παρουσίασαν ως δική τους αποκάλυψη. Κανένας χριστιανός ιερέας δεν έχει την ικανότητα να απαντήσει (εκτός από ασυναρτησίες) στο ερώτημα, σε τι ακριβώς διαφέρει η σταύρωση κι η ανάσταση του Θεού σας από τις αντίστοιχες των προαναφερθέντων Θεών; Τα βασικά συστατικά του μύθου της νεκρανάστασης, εμφανίζονται στις παραδόσεις όλων των λαών της Μέσης Ανατολής αλλά και της Ασίας και του Βορρά. Απλά μια επανάληψη βιώνουμε των ίδιων και των ίδιων, τίποτε πρότυπο ή έστω διαφορετικό και σίγουρα τίποτε άξιο λόγου.

Όπως διαπιστώνουμε λοιπόν όλα τα έθιμα περί του Ναζωραίου, έχουν την ρίζα τους στην Αρχαιότητα. Στην ουσία των πραγμάτων οι συμβολισμοί είναι οι ίδιοι με την μόνη διαφορά ότι στην αρχαιότητα τίποτα δεν σου επιβαλλόταν βιαίως, ενώ τα μεταγενέστερα δόγματα επέβαλλαν με βία κι αίμα. Τόσο ήταν η βίαιη καταστολή και αποκοπή από τις αρχέτυπες ρίζες που το σοκ που υπέστησαν οι άνθρωποι τους έριξε ένα πέπλο μπροστά στα μάτια και δεν αναγνώριζαν ότι αυτά που τους επιβλήθηκαν με βία και φόβο ήταν ακριβώς τα ίδια με αυτά που ήδη γνώριζαν. Με μία ακόμα σημαντική διαφορά. Τα νέα δόγματα υποστήριξαν ότι εάν δεν τα έκανες έτσι όπως τα επέβαλλαν τότε θα πήγαινες στην κόλαση. Ενώ στην Αρχαιότητα δεν υπήρχε αυτός ο δογματισμός, είχες μια κάποια ψευδαίσθηση ελευθερίας επιλογής.

… ΑΝΕΣΤΗ (βάλε όποιον Θεό κάνεις κέφι ν’ αναστηθεί ή φτιάξε έναν νέο δικό σου, κανείς δεν θα καταλάβει την διαφορά, γιατί απλούστατα δεν υπάρχει καμία διαφορά)
------------------------
Άνοιξη: Σπάνια λέξη της αρχαίας ελληνικής (ἡ ἄνοιξις, -εως). Ετυμολογείται από το ρήμα ἀνοίγνυμι ή ἀνοίγω. Αρχικά λοιπόν σήμαινε το άνοιγμα. Η σημερινή σημασία είναι μεσαιωνική: Ὦ μυρισμένη μου ἄνοιξις, τοῦ χρόνου ἀρχή καί νιότης (Μιχαήλ Σουμμάκης, Παστώρ φίδος, ἤγουν Ποιμήν πιστός, Βενετία 1638). Τότε, υποκατέστησε στη δημώδη Βυζαντινή την αρχαία λέξη ἔαρ (που σήμερα επιβιώνει στο παράγωγο επίθετο εαρινός, δηλ. ανοιξιάτικος: εαρινή ισημερία), προφανώς για να δηλώσει εκφραστικότερα το «άνοιγμα» του καιρού μετά το χειμώνα. Διαβάζουμε στο Λεξικόν τῆς καθ’ ἡμᾶς Ἑλληνικῆς Διαλέκτου του Σκαρλάτου Δ. τοῦ Βυζαντίου: ἄνοιξις, ὄχι διότι τότε ἀνοίγει πρός πλοῦν ἡ θάλασσα, ἀλλά διότι τότε ἀνοίγουν τά ἄνθη. Παροιμιώδης φράση: Ένας κού(κ)κος / ένα χελιδόνι δε φέρνει την άνοιξη: οι μεμονωμένες προσπάθειες δεν αρκούν για την πραγματοποίηση σημαντικών αλλαγών.

Η ΗΘΙΚΗ ΩΣ ΚΛΑΔΟΣ ΤΗΣ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑΣ

"ἦθος ἀνθρώπῳ δαίμων" -Ηράκλειτος

Η ηθική, που συνιστά το δεύτερο μεγάλο κλάδο της φιλοσοφίας, αποσκοπεί στον προσδιορισμό τού ηθικού τρόπου διαβίωσης των ανθρώπων, το αν μπορεί να υπάρξει ένας κοινός κώδικας ηθικής συμπεριφοράς, μια οικουμενική μορφή ηθικής ζωής όλων των ανθρώπων• το αν το κριτήριο των ηθικών επιλογών μας πρέπει να είναι η προοπτική της κάρπωσης κάποιας ηδονής ή, γενικότερα, η ευδαιμονία• το αν η ηθική αξία της ζωής μας υπαγορεύεται από μια έμφυτη ορμή μας, όπως το ένστικτό μας για τη διατήρηση της ύπαρξής μας, ή εξαρτάται από τη λογική ικανότητά μας• το αν εκείνο που οφείλουμε να πράττουμε πρέπει να καθορίζεται από τα αποτελέσματα των πράξεών μας ή από τις προθέσεις μας, το τι πρέπει να εννοούμε, όταν αρθρώνουμε ηθικούς όρους, όπως «πρέπει», «αγαθό», «καλό» ή «ηθικά σωστό». Αυτά είναι ορισμένα από τα ερωτήματα στα οποία οι φιλόσοφοι με τις ηθικές θεωρίες τους επιχείρησαν να απαντήσουν και εξακολουθούν να εκδηλώνουν το ερευνητικό ενδιαφέρον τους.

Η συστηματική έρευνα της ηθικής συμπεριφοράς των ανθρώπων απασχόλησε τους φιλοσόφους σε μια φάση μεταγενέστερη εκείνης κατά την οποία αυτοί καταγίνονταν σε ζητήματα ερμηνείας της φυσικής πραγματικότητας που τους περιέβαλλε.

H μετατόπιση αυτή του ενδιαφέροντος των φιλοσόφων από τον εξωτερικό στον εσωτερικό κόσμο, όπου αναφέρονται τα προβλήματα της ηθικής συμπεριφοράς, αποτελεί μια λογική εξέλιξη όχι μόνο γενικά στην ιστορία του πολιτισμού, αλλά και ειδικότερα στην πνευματική ζωή του καθενός μας. Πρώτα κάποιος - καθώς η φυσική ροπή του ματιού μας είναι να βλέπουμε προς τα έξω - απορεί για πράγματα, πρόσωπα ή γεγονότα που βρίσκονται ή εκδηλώνονται γύρω του και προσπαθεί να τα εξηγήσει και να τα γνωρίσει. Αργότερα στρέφεται μέσα του και, εγκύπτοντας στον εαυτό του, επιχειρεί να καταλάβει ποιος πραγματικά είναι και πώς οφείλει να τον διαμορφώσει. Στην εφηβεία του για πρώτη φορά ο καθένας μας βρίσκεται αντιμέτωπος με τα μεγάλα ζητήματα της ζωής, αφού εν τω μεταξύ, στα χρόνια που προηγήθηκαν, έχει εξοικειωθεί με το περιβάλλον του - με τους ανθρώπους, τα αντικείμενα και τα γεγονότα γύρω του.

Ανθολόγιο Αττικής Πεζογραφίας

ΠΛΑΤΩΝ, ΣΥΜΠΟΣΙΟΝ

ΠΛ Συμπ 215a–216c

Ο Αλκιβιάδης εγκωμιάζει τον Σωκράτη

Μετά την είσοδο του Αλκιβιάδη στον χώρο του συμποσίου (βλ. ΠΛ Συμπ 212c–213e), οι συμποσιαστές τον κάλεσαν να εκφωνήσει το δικό του εγκώμιο στον Έρωτα, αυτός όμως εκφωνεί το εγκώμιο του Σωκράτη.


Σωκράτη δ’ ἐγὼ ἐπαινεῖν, ὦ ἄνδρες, οὕτως ἐπιχειρήσω,
δι’ εἰκόνων. οὗτος μὲν οὖν ἴσως οἰήσεται ἐπὶ τὰ γελοιότερα,
ἔσται δ’ ἡ εἰκὼν τοῦ ἀληθοῦς ἕνεκα, οὐ τοῦ γελοίου. φημὶ
γὰρ δὴ ὁμοιότατον αὐτὸν εἶναι τοῖς σιληνοῖς τούτοις τοῖς
[215b] ἐν τοῖς ἑρμογλυφείοις καθημένοις, οὕστινας ἐργάζονται οἱ
δημιουργοὶ σύριγγας ἢ αὐλοὺς ἔχοντας, οἳ διχάδε διοιχθέντες
φαίνονται ἔνδοθεν ἀγάλματα ἔχοντες θεῶν. καὶ φημὶ αὖ
ἐοικέναι αὐτὸν τῷ σατύρῳ τῷ Μαρσύᾳ. ὅτι μὲν οὖν τό γε
εἶδος ὅμοιος εἶ τούτοις, ὦ Σώκρατες, οὐδ’ αὐτὸς ἄν που
ἀμφισβητήσαις· ὡς δὲ καὶ τἆλλα ἔοικας, μετὰ τοῦτο ἄκουε.
ὑβριστὴς εἶ· ἢ οὔ; ἐὰν γὰρ μὴ ὁμολογῇς, μάρτυρας παρ-
έξομαι. ἀλλ’ οὐκ αὐλητής; πολύ γε θαυμασιώτερος ἐκείνου.
[215c] ὁ μέν γε δι’ ὀργάνων ἐκήλει τοὺς ἀνθρώπους τῇ ἀπὸ τοῦ
στόματος δυνάμει, καὶ ἔτι νυνὶ ὃς ἂν τὰ ἐκείνου αὐλῇ ―ἃ γὰρ
Ὄλυμπος ηὔλει, Μαρσύου λέγω, τούτου διδάξαντος― τὰ οὖν
ἐκείνου ἐάντε ἀγαθὸς αὐλητὴς αὐλῇ ἐάντε φαύλη αὐλητρίς,
μόνα κατέχεσθαι ποιεῖ καὶ δηλοῖ τοὺς τῶν θεῶν τε καὶ
τελετῶν δεομένους διὰ τὸ θεῖα εἶναι. σὺ δ’ ἐκείνου τοσοῦτον
μόνον διαφέρεις, ὅτι ἄνευ ὀργάνων ψιλοῖς λόγοις ταὐτὸν
[215d] τοῦτο ποιεῖς. ἡμεῖς γοῦν ὅταν μέν του ἄλλου ἀκούωμεν
λέγοντος καὶ πάνυ ἀγαθοῦ ῥήτορος ἄλλους λόγους, οὐδὲν
μέλει ὡς ἔπος εἰπεῖν οὐδενί· ἐπειδὰν δὲ σοῦ τις ἀκούῃ ἢ τῶν
σῶν λόγων ἄλλου λέγοντος, κἂν πάνυ φαῦλος ᾖ ὁ λέγων,
ἐάντε γυνὴ ἀκούῃ ἐάντε ἀνὴρ ἐάντε μειράκιον, ἐκπεπληγ-
μένοι ἐσμὲν καὶ κατεχόμεθα. ἐγὼ γοῦν, ὦ ἄνδρες, εἰ μὴ
ἔμελλον κομιδῇ δόξειν μεθύειν, εἶπον ὀμόσας ἂν ὑμῖν οἷα δὴ
πέπονθα αὐτὸς ὑπὸ τῶν τούτου λόγων καὶ πάσχω ἔτι καὶ
[215e] νυνί. ὅταν γὰρ ἀκούω, πολύ μοι μᾶλλον ἢ τῶν κορυβαν-
τιώντων ἥ τε καρδία πηδᾷ καὶ δάκρυα ἐκχεῖται ὑπὸ τῶν
λόγων τῶν τούτου, ὁρῶ δὲ καὶ ἄλλους παμπόλλους τὰ
αὐτὰ πάσχοντας· Περικλέους δὲ ἀκούων καὶ ἄλλων ἀγαθῶν
ῥητόρων εὖ μὲν ἡγούμην λέγειν, τοιοῦτον δ’ οὐδὲν ἔπασχον,
οὐδ’ ἐτεθορύβητό μου ἡ ψυχὴ οὐδ’ ἠγανάκτει ὡς ἀνδραποδω-
δῶς διακειμένου, ἀλλ’ ὑπὸ τουτουῒ τοῦ Μαρσύου πολλάκις δὴ
[216a] οὕτω διετέθην ὥστε μοι δόξαι μὴ βιωτὸν εἶναι ἔχοντι ὡς
ἔχω. καὶ ταῦτα, ὦ Σώκρατες, οὐκ ἐρεῖς ὡς οὐκ ἀληθῆ. καὶ
ἔτι γε νῦν σύνοιδ’ ἐμαυτῷ ὅτι εἰ ἐθέλοιμι παρέχειν τὰ ὦτα,
οὐκ ἂν καρτερήσαιμι ἀλλὰ ταὐτὰ ἂν πάσχοιμι. ἀναγκάζει
γάρ με ὁμολογεῖν ὅτι πολλοῦ ἐνδεὴς ὢν αὐτὸς ἔτι ἐμαυτοῦ
μὲν ἀμελῶ, τὰ δ’ Ἀθηναίων πράττω. βίᾳ οὖν ὥσπερ ἀπὸ
τῶν Σειρήνων ἐπισχόμενος τὰ ὦτα οἴχομαι φεύγων, ἵνα μὴ
αὐτοῦ καθήμενος παρὰ τούτῳ καταγηράσω. πέπονθα δὲ
[216b] πρὸς τοῦτον μόνον ἀνθρώπων, ὃ οὐκ ἄν τις οἴοιτο ἐν ἐμοὶ
ἐνεῖναι, τὸ αἰσχύνεσθαι ὁντινοῦν· ἐγὼ δὲ τοῦτον μόνον
αἰσχύνομαι. σύνοιδα γὰρ ἐμαυτῷ ἀντιλέγειν μὲν οὐ δυνα-
μένῳ ὡς οὐ δεῖ ποιεῖν ἃ οὗτος κελεύει, ἐπειδὰν δὲ ἀπέλθω,
ἡττημένῳ τῆς τιμῆς τῆς ὑπὸ τῶν πολλῶν. δραπετεύω οὖν
αὐτὸν καὶ φεύγω, καὶ ὅταν ἴδω, αἰσχύνομαι τὰ ὡμολογημένα.
[216c] καὶ πολλάκις μὲν ἡδέως ἂν ἴδοιμι αὐτὸν μὴ ὄντα ἐν ἀνθρώποις·
εἰ δ’ αὖ τοῦτο γένοιτο, εὖ οἶδα ὅτι πολὺ μεῖζον ἂν ἀχθοίμην,
ὥστε οὐκ ἔχω ὅτι χρήσωμαι τούτῳ τῷ ἀνθρώπῳ.

***
Του Σωκράτους το εγκώμιον, κύριοι, θα προσπαθήσω να το κάμω έτσι, με παρομοιώσεις. Αυτός βέβαια θα πιστεύση, προς γελοιοποίησιν· και όμως η παρομοίωσις θα γίνη χάριν ακριβείας, όχι προς διακωμώδησιν. Ισχυρίζομαι λοιπόν, ότι ομοιάζει εξαιρετικά μ' αυτούς τους Σιληνούς των μαρμαρογλυφείων, που κατασκευάζουν οι καλλιτέχναι καθισμένους να κρατούν σύριγγα ή αυλούς· αv τους ανοίξης εις δύο, αποκαλύπτονται πως κλείουν μέσα θεών αγάλματα. Και πάλιν ισχυρίζομαι πως είναι όμοιος με τον Μαρσύαν τον Σάτυρον. Και όσον μεν αφορά την εξωτερικήν εμφάνισιν, ούτε συ, υποθέτω, Σωκράτη, δεν θ' αμφισβητούσες, ότι τους ομοιάζεις. Ότι όμως και εις τα άλλα είσαι παρόμοιος, άκουσε. Εισ' ένας αλαζονικός σκώπτης. Ή όχι; Αν το αρνείσαι, θα παρουσιάσω μάρτυρας. Αλλά μήπως αυλητής δεν είσαι; Και πολύ περισσότερον θαυμαστός παρ' όσον εκείνος. Εκείνος εχρειάζετο όργανα μουσικά, δια να σαγηνεύη τους ανθρώπους με την δύναμιν που είχεν εις το στόμα, και τους σαγηνεύει ακόμη και τώρα οποιοσδήποτε παίζει εις τον αυλόν τους σκοπούς του. Διότι τ' αυλήματα του Ολύμπου εις τον Μαρσύαν τ' αποδίδω· εκείνος του τα εδίδαξε. Λοιπόν οι σκοποί εκείνου, είτε καλλιτέχνης αυλητής ειν' εκείνος που τους παίζει εις τον αυλόν, είτε μία κοινή αυλητρίς, και μόνοι των έχουν την δύναμιν να φέρουν τους ανθρώπους εις έκστασιν και ν' αποκαλύπτουν, επειδή έχουν θείαν την προέλευσιν, πόσοι έχουν μέσα των τον πόθον της θεότητος και της μυσταγωγίας. Ενώ συ εις τούτο μόνον διαφέρεις απ' εκείνον: ότι χωρίς όργανα, με γυμνάς τας λέξεις προκαλείς το ίδιον ακριβώς αποτέλεσμα. Ημείς έξαφνα, οσάκις ακούομεν έναν άλλον ν' αναπτύσση λόγους άλλους, και ας είναι πολύ καλός ομιλητής, μας αφήνει σχεδόν όλους αδιαφόρους. Αντιθέτως, όταν ακούη κανείς συ να ομιλής ή τας ομιλίας σου να διηγήται ένας άλλος, και ας είναι τελείως ασήμαντος, είτε γυναίκα είναι που τ' ακούει είτε άνδρας είτε έφηβος, όλοι μένομεν εκστατικοί και αιχμαλωτισμένοι.

Εγώ π.χ., κύριοι, αν δεν εκινδύνευα να θεωρηθώ υπερβολικά μεθυσμένος, θα σας διηγούμην με όρκους, τι συγκινήσεις έχω δοκιμάσει ο ίδιος από τα λόγια του και δοκιμάζω ακόμη και σήμερα. Οσάκις τον ακούω, χοροπηδά η καρδιά μου ζωηρότερα πολύ παρά εκείνων που χορεύουν τον παράφορον χορόν των Κορυβάντων, και δάκρυα μου έρχονται από την επίδρασιν της ομιλίας του· παρατηρώ δε, πως και άλλοι πάρα πολλοί παθαίνουν τα ίδια. Τον Περικλέα οσάκις ήκουα και τους άλλους δεινούς ρήτορας, εύρισκα πως ομιλούν ωραία, αλλά δεν είχα αισθανθή ποτέ ανάλογον συγκίνησιν, ούτε είχε συνταραχθή η ψυχή μου τόσον, ούτε κατελαμβάνετο από αγανάκτησιν με την σκέψιν πως ευρισκόμην εις ανδραπόδου κατάστασιν. Ενώ υπό την επίδρασιν αυτού του Μαρσύου επανειλημμένως εδοκίμασα αισθήματα παρόμοια, ώστε να πιστεύσω, πως δεν ήξιζε να ζω εις την θέσιν που είμαι. Και αυτά, Σωκράτη, δεν θ' αρνηθής πως ειν' αληθινά. Να και τώρα ακόμη αισθάνομαι, πως αν απεφάσιζα να δώσω ακρόασιν, δεν θα ημπορούσα ν' ανθέξω· τα ίδια θα επάθαινα. Μ' εξαναγκάζει πράγματι να παραδεχθώ, ότι ενώ προσωπικώς έχω πολλάς ακόμη ελλείψεις, δεν φροντίζω δια τον εαυτόν μου, αλλ' ασχολούμαι με των Αθηναίων τας υποθέσεις. Βιαίως λοιπόν, σαν να ήσαν αι Σειρήνες, φράσσω τ' αυτιά μου και απομακρύνομαι· ει δε μη, ολόκληρον την ζωήν μου θα εδαπανούσα εις το πλευρόν του καθισμένος, ως που να γηράσω. Εξ άλλου ενώπιον αυτού (και είναι ο μόνος άνθρωπος) έχω δοκιμάσει το αίσθημα, που δεν θα επίστευε κανείς πως υπάρχει μέσα μου: το να εντρέπωμαι οιονδήποτε. Και όμως αυτόν και μόνον τον εντρέπομαι. Διότι έχω την επίγνωσιν, πως δεν έχω την δύναμιν να διαφωνήσω, ότι δεν είναι καθήκον μου να πράξω ό,τι αυτός μου συνιστά. Και όμως, μόλις απομακρυνθώ, υποκύπτω εις την μάζαν και τας τιμάς της. Δραπετεύω λοιπόν και εγώ από κοντά του και τον αποφεύγω, και οσάκις τον συναντήσω, καταλαμβάνομαι από εντροπήν δι' όσα είχα παραδεχθή. Είναι περιστάσεις, που θα ήμην ευχαριστημένος να μην τον έβλεπα εις τους ζωντανούς· και εντούτοις, αν τυχόν εγίνετο αυτό, θα ήμην (το ξέρω καλά) πολύ περισσότερον δυστυχής. Έτσι δεν ξέρω και εγώ τι να κάμω μ' αυτόν τον άνθρωπον.

Σάββατο 4 Μαΐου 2024

Η χήρα της Εφέσου

Η ιστορία που θα διαβάσετε γράφτηκε το 100 π.Χ. απ’ τον Αριστείδη τον Μιλήσιο. Ο Αριστείδης είναι -απ’ όσο γνωρίζουμε- ο πρώτος άνθρωπος που έγραψε διηγήματα. Ως διήγημα εννοούμε μικρά κείμενα μυθοπλασίας, όχι μύθους, χωρίς ημίθεους, χωρίς Ατρείδες.

Εκείνη την εποχή, καθώς οι Ρωμαίοι κατακτούν ολόκληρο τον γνωστό κόσμο, αυτού του είδους οι ιστορίες αποκαλούνταν «μιλήσια». Κι όπως θα διαπιστώσετε η θεματολογία τους και ο τρόπος ανάπτυξης των χαρακτήρων θυμίζει σύγχρονα διηγήματα.

Το συγκεκριμένο, Η Χήρα της Εφέσου, μεταγράφτηκε από πολλούς. Τον Πετρώνιο στη Ρώμη, τον Salisbury τον 12ο αιώνα, τον La Fontaine τον 17ο αιώνα, τον Βολταίρο τον 18ο αιώνα, τον Fry στον 20ο αιώνα. Κι έτσι έφτασε μέχρι την εποχή μας.

Ο Νίκος Γκάτσος γνώριζε την ιστορία, όπως φαίνεται απ’ τον στίχο «Μια χήρα από την Έφεσο δεν ήμουνα ποτές δεν είχα στρατιώτες για εραστές».

Την ξαναγράφω, 2120 χρόνια μετά -και πιθανότατα για πρώτη φορά στο διαδίκτυο.

Η Μαριάνθη ήταν κορίτσι από καλή οικογένεια της Εφέσου, με τα λατινικά της και τη λύρα της. Ήταν δεκαεφτά χρονών όταν γνώρισε τον Φειδία.

Εκείνος ήταν πλούσιος απ’ τα γεννοφάσκια του. Ο πατέρας του ήταν έμπορος μαρμάρου. Έφερνε στην Έφεσο τα καλύτερα μάρμαρα απ’ τις Κυκλάδες, για να χτίζουν τους ναούς και τα μέγαρα.

Όμορφος και νέος ο Φειδίας, πεντάμορφη η Μαριάνθη, ερωτευτήκανε σφόδρα. Ο γάμος τους ήταν σπουδαίο κοινωνικό γεγονός της πόλης, και παρευρέθηκαν στρατηγοί, φιλόσοφοι και ποιητές, απ’ όλη την Ιωνία, την Ελλάδα και τη Ρώμη.

Όμως η ευτυχία τους κράτησε πολύ λίγο. Πριν καλά καλά τελειώσει ο μήνας του μέλιτος ο Φειδίας αρρώστησε. Όσο και να προσπάθησαν με αφαιμάξεις και βεντούζες, με ομοιοπαθητικά του Ιπποκράτη και θυσίες στους θεούς, ο νέος ξεψύχησε μια μέρα του Απρίλη, που όπως λέει ο ποιητής είναι ο πιο σκληρός μήνας.

Τον σαβάνωσαν, τον έκλαψαν και τον έβαλαν σ’ έναν υπέργειο τάφο, λίγο έξω απ’ τα προάστια της Εφέσου.

Σαν τέλειωσε η τελετή όλοι ξεκίνησαν να γυρίσουν στα σπίτια τους, θλιμμένοι σίγουρα, μα χαρούμενοι απ’ την άλλη που ήταν ακόμα ζωντανοί.

Μα η Μαριάνθη δεν μπορούσε να φύγει. Έμεινε μέσα στο τάφο, δίπλα στο πτώμα του νεαρού της συζύγου μοιρολογώντας. Οι γονείς της προσπάθησαν να την πάρουν, αλλά εκείνη δεν ήθελε. Αφού κουράστηκαν να την τραβολογούν άφησαν μια υπηρέτρια να την προσέχει κι έφυγαν κι εκείνοι.

Πέρασε η πρώτη μέρα κι η Μαριάνθη δεν σταμάτησε τις οιμωγές. Φαΐ δεν ήθελε να βάλει στο στόμα της, ούτε νερό ούτε να πλαγιάσει να ξεκουραστεί.

«Θα πεθάνω εδώ μαζί σου», φώναζε στο πτώμα.

Τη δεύτερη μέρα οι γονείς της προσπάθησαν να την πάρουν με τη βία. Αλλά βρέθηκαν αντιμέτωποι με μια μαινάδα, που επιτέθηκε ακόμα και στην ίδια της τη μάνα. Και αφού την άφησαν συνέχισε να κλαίει.

Στην Έφεσο όλοι έμαθαν για την αφοσίωση και το δράμα της χήρας. Οι πεθερές έλεγαν στους γιους της πώς θα ‘θελαν να 'μοιαζε η νύφη τους με τη Μαριάνθη. Κι οι ανύπαντροι ονειρεύονταν να έβρισκαν κι εκείνοι μια τέτοια γυναίκα, πιστή μέχρι θανάτου.

Την τρίτη μέρα σταύρωσαν σ’ ένα χωράφι παρακείμενο στον τάφο του Φειδία τρεις αντάρτες. Ο Ρωμαίος τοποτηρητής έβαλε και εικοσιτετράωρη σκοπιά, για να μην πάνε οι συγγενείς των ληστών να κλέψουν τα πτώματα, και πουν μετά ότι αναστήθηκαν.

Το πρώτο βράδυ είχε βάρδια στους σταυρούς ένας νέος λεγεωνάριος, με καταγωγή απ’ τη Σικελία, ο Φάμπιους. Εκείνος ήταν φτωχικής καταγωγής, με άλλα δώδεκα αδέλφια στην οικογένεια. Είχε καταταγεί για να γλιτώσει απ’ το φάσμα της φτώχειας, αλλά και για να γνωρίσει τον κόσμο, που τότε οι Ρωμαίοι τον είχαν κατακτήσει ολόκληρο.

Όπως στεκόταν κάτω απ’ τους σταυρούς ο Φάμπιους άκουσε κλάματα και θρήνους. Πήγε προς το μέρος όπου ακούγονταν κι είδε φως να τρεμοπαίζει σ’ έναν μισάνοιχτο τάφο. Μπήκε μέσα και βρήκε τη Μαριάνθη να οδύρεται, ενώ η υπηρέτρια προσπαθούσε να την ηρεμήσει -μπας και καταφέρει να φύγει από κει.

Σαν είδε την Μαριάνθη ο Φάμπιους τυφλώθηκε. Η χήρα είχε σκίσει λίγο το ένδυμα της και το αριστερό της βυζί ξεπρόβαλε όλο ζωή και σφρίγος. Και το πρόσωπό της, παρά τη θλίψη και το κλάμα, ήταν όμορφο σαν της Αφροδίτης. Άλλωστε η θλίψη των γυναικών πάντα κάνει τους άντρες να συγκινούνται, ειδικά αν συνδυάζεται μ’ ένα γυμνό στήθος.

Ο Φάμπιους έμαθε την ιστορία της χήρας απ’ την υπηρέτρια. Καθώς κι ότι είχαν τρεις μέρες να φάνε και να πιουν. Έφυγε τρέχοντας στη σκοπιά κι έφερε το φαγητό του κι ένα ασκί με κρασί μπρούσκο.

Το πρότεινε στη χήρα, μιλώντας όσο καλύτερα μπορούσε τα ελληνικά (που ήταν παγκόσμια γλώσσα εκείνα τα χρόνια).

«Σταμάτα, κυρά μου, να θρηνείς», της είπε.

«Θα θρηνώ μέχρι να πεθάνω», απάντησε η Μαριάνθη.

«Μα ο άντρας σου δεν θα ήθελε κάτι τέτοιο. Θα ήθελε να ζήσεις όσα εκείνος έχασε.»

«Ο άντρας μου!» έκανε η Μαριάνθη. «Ο Φειδίας μου!»

Κι άρχισε να κλαίει ξανά και να σχίζει τα ιμάτια της.

Ο Φάμπιους έμεινε μήπως κι έβγαινε και τίποτα άλλο στη φόρα. Έπιασε την κουβέντα με την υπηρέτρια, της πρότεινε κι εκείνης να φάει και να πιει. Η υπηρέτρια, που καημό άλλο δεν είχε απ’ το να γυρίσει σπίτι και να φάει, ξεκίνησε να κατεβάζει το μπρούσκο με το παστό, χωρίς δεύτερη σκέψη.

Σαν την είδε να τρώει και να πίνει, η Μαριάνθη πείνασε κι εκείνη. Πήρε δειλά και κλαίγοντας μια μπουκιά πίτα στην αρχή, μετά λίγο κρέας. Τρώγοντας ανοίγει η όρεξη. Ξεκίνησε να τρώει και να πίνει -κι ήταν σαν να έτρωγε πρώτη φορά στη ζωή της.

Σαν τη ζάλισε λιγάκι το κρασί, που ήταν νεμεώτικο κοκκινέλι, πρόσεξε καλύτερα τον Φάμπιους. Τον είδε που ήταν όμορφος και νέος, της θύμισε τον μακαρίτη τον άντρα της. Είχε και καλούς τρόπους, ευγενικός, Ρωμαίος, στρατιώτης. Είχε μαύρα μάτια κάρβουνα, σισελιάνικα, κι ωραίες μπούκλες. Κι όπως είχε βγάλει τον θώρακα για να φάει έβλεπε να διαγράφονται οι μυς.

Ήπιε λίγο ακόμα η Μαριάνθη, κι όπως ήταν άμαθη με το ποτό, μέθυσε. Πήγε λίγο πιο κοντά στον Φάμπιους, ακούμπησε στο στήθος του για να την παρηγορήσει. Ένιωσε τον χτύπο της καρδιάς της και το δυνατό του χέρι στην πλάτη της. Κι όταν εκείνος της είπε ένα ρητό του Επίκουρου για της ζωή (κάτι που έμοιαζε με You only live once, yolo), δεν βαστήθηκε και ξεκίνησε να τον φιλάει.

Ξάπλωσαν οι δυο τους δίπλα στο πτώμα του μακαρίτη κι έκαναν όσα κάνουν οι άνθρωποι και τα ζώα. (Για την υπηρέτρια ο Αριστείδης δεν αναφέρει τι έκανε, αν πήρε μέρος στην ερωτική συνεύρεση ή αν μόνο κρατούσε -κυριολεκτικά- το φανάρι.)

Σαν χόρτασαν έρωτα σηκώθηκε ο Φάμπιους και πήγε στη σκοπιά του να φέρει κι άλλο φαΐ. Κι εκεί αντιλήφθηκε έντρομος ότι κατά την απουσία του κάποιοι είχαν πάει κι είχαν κλέψει έναν σταυρωμένο.

Γύρισε στον τάφο του Φειδία συντετριμένος. Αυτή η κλοπή σήμαινε την καθαίρεση του απ’ τη λεγεώνα, την ατίμωση του. Είπε στη Μαριάνθη ότι την αγαπάει κι έβγαλε το ξίφος. Δεν υπήρχε άλλος δρόμος απ’ την αυτοκτονία.

Η Μαριάνθη του έπιασε το χέρι και του είπε λάγνα: «Απ’ το να πεθάνει ένας ζωντανός προτιμώ να σταυρωθεί ένας πεθαμένος.»

Δεν χρειάστηκε να πει κάτι άλλο. Κι οι τρεις τους έπιασαν να ξεντύνουν τον σαβανωμένο. Πήραν το πτώμα του Φειδία και το σταύρωσαν στη θέση του κλεμμένου ληστή. Σφράγισαν τον τάφο για να μπει κανείς ποτέ ξανά.

Έτσι η ζωή κι ο έρωτας θριάμβευσαν. Έκαναν έρωτα μερικές φορές ακόμα, αλλά μετά χώρισαν οι δρόμοι τους. Η Μαριάνθη είχε πολλούς εραστές και πέθανε χαμογελώντας, σε βαθιά γεράματα. Ο Φάμπιους κατάφερε να γίνει εκατόνταρχος.

Όσο για την υπηρέτρια… Εκείνη διηγήθηκε αυτή την ιστορία σε μένα, στον Αριστείδη τον Μιλήσιο.