Κυριακή 28 Μαρτίου 2021

Hermann Hesse: Μόνο για «τρελούς»

Αχ, είναι δύσκολο να βρεις αυτό το θεϊκό μονοπάτι μέσα σ' αυτή τη ζωή που κάνουμε, σε τούτη δω την αποβλακωμένη και ανούσια εποχή με την πνευματική της στειρότητα, την αρχιτεκτονική της, τις επιχειρήσεις της, την πολιτική της, τους ανθρώπους της!

Πως θα μπορούσα να μην καταντήσω ένας μοναχικός λύκος, ένας άξεστος ερημίτης, αφού δεν συμμερίζομαι τους στόχους της και τις αξίες της και δεν καταλαβαίνω καμιά από τις απολαύσεις της;

Δεν μπορώ να μείνω για πολλή ώρα ούτε στο θέατρο ούτε στον κινηματογράφο.

Σπάνια διαβάζω εφημερίδα κι ακόμα πιο σπάνια κάποιο μοντέρνο βιβλίο.

Δεν μπορώ να καταλάβω ποιά ευχαρίστηση και ποιά χαρά βρίσκουν οι άνθρωποι με το να συνωστίζονται στα ξενοδοχεία και στους σιδηροδρόμους, στα κέντρα με την αποπνιχτική ατμόσφαιρα και την απαίσια μουσική, στα μπαρ και στα βαριετέ, στις διεθνείς εκθέσεις και στον ιππόδρομο...

Από την άλλη μεριά, όσα μου συμβαίνουν στις σπάνιες ώρες τις χαράς μου, όσα για μένα είναι ζωή, ευδαιμονία, έκσταση και πνευματική ανάταση, οι άνθρωποι, γενικά, τα αναζητούν μόνο στην φαντασία.

Στην πραγματική ζωή τα βρίσκουν παράλογα και απίθανα.

Κι έτσι, αν οι άνθρωποι έχουν δίκιο, αν αυτή η μουσική των νυχτερινών κέντρων είναι απόλαυση, αν αυτή η μαζική διασκέδαση δίνει χαρά κι αν αυτό το αμερικανοποιημένο πλήθος που ευχαριστιέται με το τίποτα έχει δίκιο, τότε εγώ έχω άδικο, είμαι τρελός.

Είμαι στ' αλήθεια ο Λύκος της Στέπας, όπως συχνά αποκαλώ τον εαυτό μου, αυτό το ξεστρατισμένο αγρίμι, που δε βρίσκει ούτε σπιτικό, ούτε χαρά, ούτε ελπίδα σ' ένα κόσμο παράξενο και ακατανόητο....

Έρμαν Έσσε, Ο Λύκος της Στέπας

Αναγκαιότητα και τυχαίο

Εγείρονται δικαιολογημένα αντιδράσεις όταν δεν γίνεται κατανοητή η σχέση τυχαίου, αναγκαιότητας και τυχαίου αιτιoκρατημένου γεγονότος. Ανάμεσα σε αυτά υπάρχει μια διαλεκτική σχέση που είναι πολύ βασική προκειμένου να κατανοηθούν επιστημονικά όλα εκείνα τα γεγονότα που μας φέρνουν πολλές φορές αντιμέτωπους σε μεταφυσικά ζητήματα ακόμα και εκεί που θα έπρεπε να λέμε τα ίδια ακριβώς.

Στην μυθολογία και στα ιρασιοναλιστικά φιλοσοφικά συστήματα η τύχη είναι η τυφλή και απρόσωπη δικαιοσύνη (μοίρα). Η πίστη στην τύχη συνδέεται με την αστρολογία ενώ οι θρησκείες κάθε τι που δεν μπορούν να εξηγήσουν το αποδίδουν όχι σε ένα τυχαίο γεγονός, αλλά σε ένα θείο σκοπό, στην θεία παρέμβαση. Όμως κανένα γεγονός δεν μπορεί να λεχθεί τυχαίο, αφού για κάθε τι υπάρχει μια αιτία. Όταν όμως οι αιτίες είναι πολλές αδυνατούμε να ακολουθήσουμε τη σειρά των γεγονότων που με τη σειρά τους γίνονται αιτίες για άλλα γεγονότα και ούτω καθεξής! Τότε το αποτέλεσμα λέμε είναι τυχαίο (π.χ. τα μπαλάκια του λόττο). Αν μπορούσαμε να ακολουθήσουμε τις συγκρούσεις, τις συνιστάμενες αυτών που θα προκαλέσουν νέα αποτελέσματα και αυτά σαν αιτίες νέων συγκρούσεων θα μπορούσαμε να φτάσουμε στο τελικό αποτέλεσμα. Όμως αυτό είναι ακατόρθωτο. Γι' αυτό λέμε ότι το αποτέλεσμα είναι τυχαίο.

Αναγκαιότητα είναι αυτό που πρόκειται να προκύψει κάτω από συγκεκριμένες συνθήκες. Τυχαίο είναι αυτό που έχει σαν βάση του όχι την ουσία, αλλά την επίδραση άλλων φαινομένων πάνω του. Εκείνων που μπορούν να επιδράσουν ή κάποιων άλλων που δεν περιμέναμε και όμως επιδρούν. Γι' αυτό πρέπει να ξεχωρίζουμε πάντα τις ουσιώδεις (αναγκαίες) ιδιότητες από τις επουσιώδεις που τυχαία βρίσκονται μπροστά τους.

Να πώς ο διαλεκτικός υλισμός έδωσε την επιστημονική αντίληψη της ουσίας και των αμοιβαίων σχέσεων της αναγκαιότητας και του τυχαίου. Το «Σύντομο Κοινωνικοπολιτικό Λεξικό» λέει ότι «το τυχαίο έχει θεμέλιό του την αναγκαιότητα, είναι μορφή εκδήλωσής της. Πάντα πίσω από το τυχαίο κρύβεται η αναγκαιότητα που καθορίζει την πορεία εξέλιξης στην φύση και στην κοινωνία». Αυτή η αλληλουχία, σύμφωνα με το λεξικό, συντελεί στην «αποκάλυψη της αιτιακής νομοτελειακής αλυσίδας των φαινομένων, βοηθάει την επιστήμη μέσα από τις συμπτωματικές σχέσεις των φαινομένων να ανακαλύπτει την αναγκαία βάση τους».

Όπως έλεγε και ο Μάρξ «η επιστήμη σταματά εκεί που χάνει την ισχύ της η αναγκαία σχέση».

Για να γίνουν όλα αυτά κατανοητά πρέπει να αντιληφθούμε επίσης ότι άλλο πράγμα είναι η αναγκαιότητα και άλλο η αιτιότητα. Ο Μπιτσάκης λέει «Ένα γεγονός που πραγματοποιείται σύμφωνα με την εσωτερική του νομοτέλεια είναι ένα γεγονός αναγκαίο. Αλλά το αναγκαίο πραγματώνεται συχνά μέσα από τυχαία γεγονότα. Το τυχαίο αντίστροφα δεν είναι άρνηση της αιτιότητας. Είναι η διαλεκτική άρνηση της αναγκαιότητας. Ωστόσο, και το τυχαίο πραγματώνεται σαν το συνολικό αποτέλεσμα δυναμικών, άρα αναγκαίων διαδικασιών. Το τυχαίο υπακούει σε νόμους. Οι νόμοι του έχουν την αυστηρότητα των μαθηματικών νόμων. Οι δυναμικοί και οι στατιστικοί νόμοι είναι αντίστοιχα η έκφραση του αναγκαίου και του τυχαίου.

Τώρα και το κερασάκι στην τούρτα για να εμπεδωθεί μία και καλά η άποψη της διαλεκτικής σχέσης αναγκαιότητα και τύχης: Όσοι αδυνατούν να αντιληφθούν την σχέση αυτή δεν μπορούν να κατανοήσουν την βασική θέση της εξέλιξης των ειδών του Δαρβίνου, όταν τόνιζε ότι η ζωή προήλθε από τυχαίες μεταλλάξεις που σαν αναγκαιότητα δημιούργησαν τις προϋποθέσεις όχι μόνο της εμφάνισης της ζωής αλλά και της εξέλιξής της. Ο Ντώκινς συχνά καταπιάνεται με το ζήτημα αυτό που σαν βιολόγος κατανοεί την αναγκαιότητα της τύχης, όμως αδυνατεί να την εξηγήσει φιλοσοφικά. Πιστεύω να έχετε ακούσει την θεωρία του μπόϊνγκ που κάποιοι αντιδραστικοί «δημιουργιστές» προβάλουν στις απόψεις αυτές για να αντικρούσουν την τύχη στην εμφάνιση της ζωής.

Τέλος, να το κάνω ακόμα πιο λιανά ακόμα και για εκείνους που βαλτωμένοι στον εγωισμό τους αδυνατούν να συλλάβουν την αμοιβαία σχέση μεταξύ αναγκαιότητας και τύχης. Όταν φυσά ο αέρας και παίρνει το σπόρο μακριά, δυο τινά μπορούν να συμβούν. Ή ο σπόρος να πέσει σε πέτρες και να χαθεί αν δεν τον φάει κανένα πτηνό ή θα πέσει σε γόνιμο έδαφος και θα φυτρώσει. Το πού θα πέσει είναι θέμα της τύχης (πολλοί οι παράμετροι εδώ: βάρος σπόρου, δύναμη και κατεύθυνση αέρα και άλλοι) και φυσικά η νομοτελειακή αναγκαιότητα όπου ο σπόρος στο γόνιμο έδαφος αναγκαστικά φυτρώνει. Ποια σχέση λοιπόν κρύβεται πίσω από την διαιώνιση του δέντρου; Πιο πάνω είπαμε ότι στο τυχαίο κρύβεται η αναγκαιότητα που καθορίζει την πορεία εξέλιξης της φύσης, όχι μόνο για την εμφάνιση της ζωής, αλλά και στην κοινωνία, όπου πίσω από τις άπειρες δραστηριότητες των ανθρώπων καθορίζεται η αναγκαία πορεία της εξέλιξης σε όλα τα επίπεδά της!

Τώρα πιστεύω να αντιληφθήκατε γιατί η αναγκαιότητα δρα μέσα από ένα απέραντο πλήθος τυχαίων γεγονότων ενώ η ίδια η τύχη εκδηλώνεται τελικά σαν αποτέλεσμα. Γιατί, άλλο είναι το ουσιώδες και άλλο το επουσιώδες. Όμως στο αποτέλεσμα οφείλουμε να το ξεκαθαρίσουμε, εξάγοντας τους νόμους απαλλαγμένους από κάθε παράγοντα που τον διαφοροποιεί.

Αν κάναμε αυτό με συνέπεια δεν έπρεπε ποτέ να μιλήσουμε για θαύμα, αλλά για τύχη που μόνο ουσιώδης δεν είναι στην πρόκληση καθαρά φυσικών και αιτιοκρατημένων φαινομένων!

Πρώτη Συνάντηση

Η μεγαλύτερη ίσως ανάγκη για τον άνθρωπο είναι να έρθει σε ουσιαστική επαφή με τους άλλους. Μου έρχεται στο μυαλό η φράση «it takes two to tango«. Σαν να βρίσκεσαι σ' ένα στενό, περιορισμένο χώρο και αφήνεις το σώμα σου να ακουμπήσει στο σώμα του άλλου, να το αισθανθεί, να το ταξιδέψει, να το αφουγκραστεί και να το μεταπλάσει.

Με άλλα λόγια επιθυμείς να μετακινηθείς από το πεδίο του «εγώ» και να εισχωρήσεις στο πεδίο του «εσύ». Πόσο απλή είναι όμως μια τέτοια προσέγγιση;

Καθώς στεκόμαστε αντικριστά απέναντι στον άλλο, παρατηρώντας τον, το βλέμμα του, τη στάση του κορμιού του, την έκφρασή του, αισθανόμαστε μέσα μας μια επιτακτική ανάγκη να τον πλησιάσουμε, να τον προσκαλέσουμε να χορέψει μαζί μας έναν «αλλιώτικο» χορό...

Πολλές φορές όμως, κάτι αλλόκοτο συμβαίνει ανάμεσά μας. Σαν μια αόρατη φιγούρα να επεμβαίνει με θράσος και να μας ακινητοποιεί, να μας εμποδίζει να κάνουμε τα απαραίτητα βήματα, να παρεμβάλλεται και να μας απομακρύνει. Ποια να είναι άραγε η σχέση μας με τη φιγούρα αυτή που μας επηρεάζει τόσο και ποια είναι η πραγματική μας βούληση; Είναι αυτή που διψά να "χορέψει" ή μήπως είναι αυτή που γεμίζει με εμπόδια το δρόμο προς τον άλλο;

Η εικόνα που έχουμε για τον εαυτό μας, ως επί το πλείστον, είναι δημιουργημένη όχι από εμάς τους ίδιους, αλλά από τους γύρω μας. Στην προσπάθεια να έχουμε την αποδοχή και τη θετική αναγνώριση από τους τελευταίους, είτε διαστρεβλώνουμε είτε αρνιόμαστε σχεδόν εξ ολοκλήρου την εσωτερική μας υπόσταση.

Ο άνθρωπος δεν μαθαίνει να ακούει τον εαυτό του για να δει τι έχει ανάγκη από το περιβάλλον και από τους άλλους, αλλά δέχεται αυτό που τού «εμφυτεύεται» ως αίσθηση ή άποψη απ' έξω. Με αυτόν τον τρόπο αποκόπτεται η οποιαδήποτε επαφή με την εσωτερική μας ύπαρξη, παύουμε πλέον να ακούμε το σώμα μας και την σπλαχνική μας εμπειρία. Είναι τόσο επιτακτική η ανάγκη για θετική αναγνώριση και αποδοχή που υπερνικά και αλλοιώνει την οποιαδήποτε δική μας εσωτερική αίσθηση. Κάποιες στιγμές όμως σαν από μαυσωλείο ξεχασμένων εαυτών, επιθυμιών και αναγκών, τα παραμελημένα κομμάτια του εαυτού μας έρχονται ξανά στην επιφάνεια να μας υπενθυμίσουν με παράπονο πως κυκλοφορούν πάντα μέσα μας.

Αργά ή γρήγορα, οι άνθρωποι κουράζονται να παίζουν συμβατικούς και υπό όρους ρόλους. Αρχίζουν να συνειδητοποιούν την ασυμβατότητα ανάμεσα σε αυτό που νιώθουν και σε αυτό που υποχρεώθηκαν να δείχνουν ότι νιώθουν. Αυτή η διαπίστωση θα οδηγήσει σιγά-σιγά στην αποκάλυψη ότι για να έρθουμε σε ουσιαστική επαφή με τον άλλο πρέπει πρώτα να βρούμε επαφή με εμάς τους ίδιους. Αυτή η διαδικασία φαντάζει στα μάτια μου σαν ένα ολόκληρο ταξίδι. ΄Ενα ταξίδι που ξεκινάει απ' το σημείο που με αντίκρισα στο «τώρα» με την μορφή του «τότε». Από τη στιγμή δηλαδή που υπήρξα αυθεντικός με τον εαυτό μου.

Τι σημαίνει όμως αυθεντικός με τον εαυτό μου;

Ο Carl Rogers (2006) ορίζει καταρχάς την αυθεντικότητα ως την ανάγκη του ανθρώπου να έρθει σε επαφή με τον άλλον ως «πρόσωπο» κι όχι ως «προσωπείο». Αυτό το ξεγύμνωμα αρχίζει όταν ο άνθρωπος έρχεται ισότιμα και με ειλικρίνεια να συναντήσει τα κομμάτια του και να επεξεργαστεί αυτό που βλέπει και ακούει από αυτά. Όταν τα συναισθήματα ή η στάση που έχω βιώσει αναγνωρίζονται από αυτόν που είμαι σήμερα, τότε σίγουρα θα γίνω ό, τι είμαι, επιτρέποντας σε αυτό που ήμουν να αναζητήσει την αλήθεια μέσα μου. Να 'ανοίξω' δηλαδή και να δω τη δική μου εμπειρία. Δεν απειλούμαι πλέον από παρεμβαλλόμενες «παρουσίες», δεν φοβάμαι ότι θα χάσω τον εαυτό μου. Έτσι μόνο θα εδραιωθεί η εμπιστοσύνη ανάμεσα σε μένα και τον άλλο. Όταν μου επιτρέπω να είμαι «ανοιχτός» σε όλες τις εμπειρίες μου, τούτο σημαίνει πως «ανοίγω» κι απέναντι στα ευάλωτα σημεία μου και όταν αναγνωρίσω τα μέχρι τώρα παραμελημένα μου κομμάτια, τότε θα μπορώ να επιτρέψω και στον άλλον να είναι όπως είναι, χωρίς να προσπαθώ να τον διαφοροποιήσω και να αλλοιώσω την αίσθησή του για την πραγματικότητά του. Άλλωστε, ο άνθρωπος που επιτρέπει στον εαυτό του να «τσαλακωθεί» μαθαίνει ταυτόχρονα ότι μπορεί να μένει και ακέραιος.

Είναι όμως η αυθεντικότητα αρκετή; Μπορεί. ΄Ισως όμως και να χρειάζεται κάποιο συνοδοιπόρο και πολλές φορές έχω παρατηρήσει πως αυτός είναι η αυτοαποδοχή. Μέσω της αυτοαποδοχής κατορθώνει ο άνθρωπος να επαναπροσδιορίσει τους αξιακούς όρους, που τον έχουν ταλαιπωρήσει και τον έχουν αποπροσανατολίσει από τη βαθύτερη, εσωτερική του συνοχή. Λέγοντας αυτοαποδοχή δεν εννοώ έγκριση ή συμφωνία με τις επιτακτικές ανάγκες του παρελθόντος. Εννοώ να δημιουργήσω ένα περιβάλλον εμπιστοσύνης ανάμεσα στα κομμάτια μου κι εμένα για να εξερευνήσω, ασφαλής πλέον, ολοένα και περισσότερες πτυχές του εαυτού μου δίχως να έχω την ανάγκη να αμυνθώ. Αυτό οδηγεί τον άνθρωπο στο να γνωρίσει και σταδιακά να αγκαλιάσει, να αποδεχτεί και να ενσωματώσει όλες τις εμπειρίες του στην εικόνα που έχει για τον εαυτό του σήμερα. Άλλωστε, η αποδοχή για τον άλλον ξεκινάει ή πηγάζει από την άνευ όρων αποδοχή για μας. Μέσα από την αυθεντικότητα και την αυτοαποδοχή, μέσα δηλαδή από τη γνώση για τις δικές μου προκαταλήψεις και αξίες γίνομαι δεκτικός ως προς τα δικά μου κομμάτια. Έτσι δεν κινδυνεύω να χαθώ και να μπερδευτώ όταν βρεθώ μπροστά σε συμπεριφορές που αποκαλύπτουν τις δικές μου «αδυναμίες» ή που διαφοροποιούνται από το δικό μου μοτίβο ζωής.

Η αυτοαποδοχή εμπλουτίζει τη στάση μου απέναντι σ' εμένα. Με κάνει να μπορώ να παραμένω «ανοιχτός» στο να βλέπω και να ακούω όλα όσα συμβαίνουν μέσα μου. Με άλλα λόγια, με κάνει να μπορώ να εμπιστεύομαι τον εαυτό μου και να μην προσπαθώ να τον πάω εκεί που εγώ νομίζω πως θα είναι καλύτερα γι' αυτόν. Ούτε να κρίνω τη συμπεριφορά του καταδικάζοντάς τον σε αυτά που του έμαθαν οι άλλοι, αλλά να τον αφήνω, σαν σύνολο, να ακούγεται και να ρέει μέσα στη ζωή μου. Όταν αποδέχομαι τα κομμάτια μου, δείχνω εμπιστοσύνη στις δυνατότητες που έχει ο εαυτός μου να εξελιχθεί, να προοδεύσει και να πορευτεί προς την ολοκλήρωσή του ως πρόσωπο.

Μέσω της αυθεντικότητας και της αποδοχής όλων των πτυχών του εαυτού μου μπορώ πλέον να αφήσω το παρελθόν μου να φωλιάσει με ασφάλεια μέσα μου και για πρώτη φορά να αναγνωρίσω πού βρίσκομαι εγώ και πού ο άλλος με τον οποίο επιθυμώ να έρθω σε επαφή. Να στέκομαι ολοκληρωμένος στα πόδια μου για να μπορέσω να καταλάβω τί μου λέει, να λειτουργώ δηλαδή με ενσυναίσθηση απέναντί του. Γιατί μόνο όταν ο άνθρωπος ξέρει να στέκεται μέσα στα 'παπούτσια' του μπορεί να ταξιδέψει μέσα στα συναισθήματα, τις σκέψεις και τις εμπειρίες του άλλου.

Κάπως έτσι, αντιλαμβάνομαι, πως «πρώτη συνάντηση» για μένα είναι όταν σκύβω προσεκτικά και με κατανόηση πάνω σε ό, τι ξεδιπλώνεται μέσα μου. Όταν εκλαμβάνω τον εαυτό μου σαν μία 'γεμάτη' εμπειρία που προϋποθέτει να είμαι παρών και διαθέσιμος στο να κατανοήσω τα συναισθήματα μου. Το να λειτουργώ με ενσυναίσθηση είναι για μένα μία ποιότητα μοναδική, η οποία κάθε φορά επαναπροσδιορίζεται πρώτα από τη δική μου ιδιοσυγκρασία και στη συνέχεια από την επαφή μου με τον άλλο. Έτσι μόνο μπορώ να ακολουθήσω την ροή της ζωής γεμάτος εμπιστοσύνη στις ικανότητες του εαυτού μου. Να στέκομαι δίπλα του ως μία αξιόπιστη συντροφιά που βοηθάει λεπτό προς λεπτό στην κατανόηση των εμπειριών του. Και εκείνες τις φορές, που αγκαλιάζω με αυθεντικότητα, αποδοχή, ενσυναίσθηση και φροντίδα τα κομμάτια μου, είναι και οι φορές που μπορώ να αγκαλιάζομαι κι εγώ από τους άλλους.

Η κατάθλιψη δεν είναι τίποτε άλλο από την τιμωρία του εαυτού σου

Όποτε σας ρωτώ στο Ιnstagram για τα θέματα που θα θέλατε να αναπτύξω στο blog μου, οι περισσότεροι μου ζητάτε να μιλήσω σχετικά με την κατάθλιψη. Με θλίβει που διαβάζω ότι η κατάθλιψη παρουσιάζει 80% αύξηση στην Ελλάδα τα τελευταία δυο χρόνια, με τις γυναίκες να υπερτερούν σε σχέση με τους άντρες.

Ξέρω, είναι Χριστούγεννα και οι περισσότεροι είστε σε μια διαφορετική διάθεση από το να διαβάζετε για την κατάθλιψη. Κι όμως, κάτι συμβαίνει τα Χριστούγεννα και οι ημέρες των γιορτών μπορεί να ενισχύσουν τα αρνητικά συναισθήματα, όπως το άγχος και η μελαγχολία.

Η μελαγχολία είναι ένα φυσιολογικό και ανθρώπινο συναίσθημα, όπως όλα τα συναισθήματα. Η κατάθλιψη ωστόσο, είναι μια ύπουλη διαταραχή που παρουσιάζεται με πολλά πρόσωπα.

Μια ύπουλη μορφή της κατάθλιψης είναι η «διπλή κατάθλιψη», της οποίας τα συμπτώματα έχουν ηπιότερη ένταση αλλά μεγαλύτερη διάρκεια.

Πολύ συχνή είναι η επιλόχεια κατάθλιψη, που εμφανίζεται λίγες ημέρες μετά τον τοκετό και μπορεί να είναι ήπια ή σοβαρή.

Άλλη μορφή είναι η εποχιακή κατάθλιψη που συνδυάζεται με τις εναλλαγές των ενοχών και εμφανίζεται κυρίως στην αρχή του χειμώνα.

Φυσικά υπάρχει και η χρόνια κατάθλιψη αλλά και η υποτροπιάζουσα, που εμφανίζεται δύο ή περισσότερες φορές στη ζωή του ατόμου.

Όταν προσπαθούσα να καταλάβω πιο βαθιά την τόσο συνηθισμένη αυτή διαταραχή, κατάλαβα ότι τα άτομα που περνάνε κατάθλιψη έχουν κάποια κοινά χαρακτηριστικά.

Το πιο κοινό συναίσθημα είναι η ενοχή.

Αυτό το συναίσθημα είναι αρκετά γενικευμένο και συχνά το άτομο δεν ξέρει για πιο λόγο νιώθει ένοχος. Κάποιες φορές, η ενοχή είναι ένα συναίσθημα τόσο βαθύ και καθοριστικό που ίσως να μη μπορεί να το συνειδητοποιήσει.

Η ενοχή αυτή δημιουργείται από την παιδική ηλικία, όπου το παιδί νιώθει ότι κάτι κάνει λάθος ή κάτι δεν καταφέρνει.

Για παράδειγμα, ένα παιδί που έχει μια μητέρα με κατάθλιψη, ίσως νιώθει ανίκανο να τη βοηθήσει και μεγαλώνει με αυτό το βάρος την ανικανότητας ή της ενοχής και της μειονεξίας. Έτσι, η κατάθλιψη είναι η αυτοτιμωρία του σε αυτό που νιώθει αποτυχία.

Ίσως κάποιο άλλο παιδί μεγαλώνει με την αίσθηση ότι δεν κάνει τίποτα σωστά.

Ότι δεν τα καταφέρνει όσο καλά περιμένουν οι άλλοι. Ίσως νιώθει ότι τους απογοητεύει. Οι γονείς του δεν ικανοποιούνται ποτέ. Πάντα υπάρχει και κάτι καλύτερο. Έτσι, η δική του τιμωρία, είναι και για εκείνο η κατάθλιψη, η οποία ίσως να κρύβεται πίσω από το προσωπείο της υπερ-ικανότητας.

Τα άτομα αυτά, μπορεί να είναι πολύ επιτυχημένα επαγγελματικά και καταπιάνονται πολλά ταυτόχρονα. Μέσα τους όμως υπάρχει ένα μόνιμο κενό.

Η ενοχή αυτή μπορεί να δημιουργείται και επειδή το παιδί νιώθει ένοχο που ξεπέρασε τους γονείς του.

Για παράδειγμα, το αγόρι που ένιωθε ότι υπερτερεί σε σχέση με τον μπαμπά του, ένιωθε λύπη για εκείνον, μπορεί να κουβαλάει μια ενοχή την οποία ποτέ δεν έχει συνειδητοποιήσει. Έτσι, περνά φάσεις κατάθλιψης, και ισορροπεί το αρχικό του συναίσθημα.

Δεν ξέρω αν πρέπει η ευτυχία να γίνεται αυτοσκοπός.

Ίσως κι αυτό από μόνο του είναι ένα άγχος. Ίσως γι’ αυτό τα Χριστούγεννα, σε πολύ κόσμο δημιουργούν αίσθημα πίεσης και θλίψης. Ίσως γιατί νιώθουν ότι δεν μπορούν να ανταποκριθούν σε αυτό το ιδανικό πρότυπο που προβάλλεται από όλα τα μέσα.

Ας δώσει ο καθένας μας τον δικό του προσωπικό χαρακτήρα σε αυτά τα Χριστούγεννα. Βγάλε τις εικόνες των περιοδικών ή των social media και φτιάξε τις δικές σου μαγικές εικόνες με τις όποιες τέλειες ατέλειες προκύψουν.

Είναι δικές σου και είναι μαγικές!

Η ΗΔΟΝΗ, ΑΡΧΗ ΒΑΣΙΚΗ ΣΤΗ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΤΟΥ ΕΠΙΚΟΥΡΟΥ ΠΟΥ ΓΙΝΕΤΑΙ ΟΠΛΟ ΣΤΑ ΧΕΡΙΑ ΤΩΝ ΕΧΘΡΩΝ ΤΟΥ

Α. Η Ηδονή ως λέξη και ως έννοια

Η λέξη ηδονή είναι παράγωγη από το ρήμα ήδομαι , ένα ρήμα από αυτά που κοσμούν το αρχαίο Ελληνικό λεξιλόγιο, με το εύηχο της λέξης και την ουσία του νοήματός του. Είναι ταυτόσημο, το ρήμα αυτό, ή συνώνυμο με μια σειρά ρημάτων, που όλα συνάδουν στη θετική όψη της ζωής, όπως: χαίρομαι, ευχαριστούμαι, ευφραίνομαι, ευαρεστούμαι, αγάλλομαι, τέρπομαι, απολαμβάνω. Ακόμα, οι φράσεις “ηδέως έχω” και “ηδέως διάγω” και “ηδέως ζην” με το επίρρημα ηδέως, επίσης παράγωγο από το ρήμα ήδομαι, είναι ενδεικτικές της ευρείας χρήσεως του στην καθημερινή ζωή των προγόνων μας.

Ηδονή λοιπόν σημαίνει αντίστοιχα την χαρά, την ευχαρίστηση, την ευφροσύνη, την ευαρέσκεια - σωματική και ψυχική - την αγαλλίαση, την τέρψη, την απόλαυση. Μια πλούσια γκάμα σημασιών καλύπτει η λέξη ηδονή, που ξεκινάει από την πιο χυδαία αισθησιακή απόλαυση, την ηδυπάθεια και την φιληδονία, που από μόνες τους παραπέμπουν σε παθογένεια καί νοσηρότητα. Και φθάνει ως την ανώτατη ψυχο-πνευματική κατάσταση: την αγαλλίαση, τη μακαριότητα και τον “γαληνισμό” της ψυχής για τον οποίο μας μιλάει ο Επίκουρος, τελειώνοντας την προς Ηρόδοτο, επιστολή του. Στο Λουκρήτιο επίσης η λέξη “voluptas” έχει εύρος σημασιολογικό: από τη φυσική απόλαυση μέχρι την πιο εκστατική ενατένιση του θείου.

Αυτή ακριβώς η μεγάλη διάσταση σημασιών, κατέστησε την ηδονή την πιο παρεξηγημένη κι ενοχοποιημένη λέξη της γλώσσας μας. Και μαζί και τη φιλοσοφία του Επίκουρου, που ορίζει την ηδονή “ΑΡΧΗ ΚΑΙ ΤΕΛΟΣ ΤΟΥ ΜΑΚΑΡΙΩΣ ΖΗΝ”. Προϋπόθεση, δηλαδή και σκοπό της ευτυχισμένης ζωής.

Β. Η ηδονή στη φιλοσοφία

Ως ψυχοσωματική ευεξία η λέξη ηδονή, απαντά για πρώτη φορά στον ποιητή-επιγραμματοποιό Σιμωνίδη. Ίσως ήταν και ο δημιουργός της. Ένας νεολογισμός της εποχής. Πιθανόν, γι' αυτό και η ποιητική της χροιά...

Ως αγαθό όμως, πρωταρχικό και σύμφυτο όλων των έμβιων όντων, την θεώρησε πρώτος ο Εύδοξος, ο περίφημος αστρονόμος και μαθηματικός και ιατρός, συνεργάτης του Πλάτωνα στην Ακαδημία αλλά και αποστάτης αργότερα από αυτήν, λόγω ακριβώς των ιδεών του. Και ο Πλάτωνας και ο Αριστοτέλης θεωρούν την ηδονή απαραίτητο συστατικό της ευδαιμονίας, έστω ένα μικρό μέρος της. Στον πλατωνικό διάλογο “Φίληβος” ή “ περί ηδονής” που πραγματεύεται το θέμα, αν το απόλυτο αγαθό για τον άνθρωπο ταυτίζεται με την ηδονή ή τη φρόνηση, αναφέρεται ότι ο Εύδοξος προτείνει ένα φυσιοκρατικό και χονδροκομμένο ηδονισμό. Ο Αρίστιππος, που ανήκε κι αυτός στο Σωκρατικό-πλατωνικό κύκλο, από τον Εύδοξο σίγουρα εμπνεύσθηκε την περί ηδονής φιλοσοφία του. Η επιρροή του Εύδοξου είναι φανερή και στον Αριστοτέλη, παρά τους μύδρους που εξαπολύει εναντίον του. Το συμπέρασμα ,τελικά, στο “Φίληβο” είναι ότι ούτε η φρόνηση ούτε η ηδονή αποτελούν, μεμονωμένα, το απόλυτο αγαθό για την ανθρώπινη ζωή, εφόσον δεν έχουν αυτάρκεια και τελειότητα. Η ανάμειξη αυτών των δύο, με γνώμονα το μέτρο, την αλήθεια και το κάλλος οδηγεί στον “Αριστο βίο” τον “ενάρετο βίο” που είναι και ο τελικός σκοπός του ανθρώπου: ένας αυτοσκοπός που απαξιεί τη γήινη ευτυχία του ανθρώπου, καθώς τα μάτια της ψυχής είναι εστραμμένα στον κόσμο των Ιδεών και στη μεταθανάτια ανταμοιβή. Ο Πλάτωνας αποδίδει στον άνθρωπο, μόνο τις κινητικές ηδονές, σωματικές και πνευματικές, ενώ την καταστηματική τη φυλάει για τους θεούς, γιατί κατά τη γνώμη του, μόνο σ' αυτούς προσιδιάζει. Ο Αριστοτέλης αντίθετα, απορρίπτοντας τις κινητικές ηδονές, δέχεται την αξία της καταστηματικής ηδονής, στην οποία οδηγεί μόνο ο θεωρητικός βίος του ανθρώπου, δηλ. η ενασχόληση με την πνευματική του ανέλιξη κι όχι ο πρακτικός, καθημερινός βίος. “ΚΑΙ ΗΔΟΝΗ ΜΑΛΛΟΝ ΕΝ ΗΡΕΜΙΑ ΕΣΤΙΝ Η ΕΝ ΚΙΝΗΣΕΙ” Γιατί όπως λέει στα ηθικά Νικομάχειά του, η ηδονή δεν είναι κίνηση ή γένεση αλλά ολότητα.

Γ. Η ηδονή του Επίκουρου και η σύγκρισή της με την Αριστίππεια ηδονή

Ο Επίκουρος δεν έχει ως μέλημά του την διάκριση ούτε την πρωτοτυπία στη σύλληψη και σύνθεση της δικής του ηδονικής θεωρίας. Σταχυολόγησε, αφού απομάκρυνε κάθε μεταφυσικό στοιχείο, ό,τι θετικό και ουσιαστικό βρήκε στους προκατόχους του:

Από τον Πλάτωνα τις κινητικές ηδονές, ως μέρος της ευδαιμονίας. Από το Σωκράτη τον “μη ανεξέταστο βίο”. Από τον Αριστοτέλη την καταστηματική ηδονή και την ευδαιμονία, ακολουθώντας όμως διαφορετικό δρόμο προς απόκτησή της. Από τον Εύδοξο την θέση ότι η ηδονή είναι το πρωταρχικό και σύμφυτο αγαθό. Από το σοφιστή Αντιφώντα, μαθητή του Γοργία εμπνεύσθηκε τη θεωρία της “αταραξίας” καθότι ο Αντιφών φέρεται να έχει γράψει έργο “Αλυπίας τέχνη”.

Η λογοκρατούμενη όμως φύση του Επίκουρου, καθώς και ο ανθρωπισμός του, τον ώθησαν στην ουσία των πραγμάτων και στην καρδιά του προβλήματος της εποχής του, το οποίο μόνος αυτός επισήμανε , ή καλύτερα, μόνο αυτός επέδειξε τη βούληση να το λύσει. Και αυτό ήταν η δυστυχία που έβλεπε να κυριαρχεί γύρω του. Τα έργα του που σώθηκαν, έστω σπαράγματα αυτών που έγραψε, μιλούν από μόνα τους. Και κραυγάζουν, εντοπίζοντας το πρόβλημα της δυστυχίας των ανθρώπων, στον τρόπο που οι ίδιοι εκλαμβάνουν τα πράγματα. Η ηθική του, όπως λέει ο Antony Long, είναι ένα σύστημα εκπαίδευσης στα μέσα, τα οποία οι άνθρωποι χρησιμοποιώντας τα, θα μπορούσαν να εξασφαλίσουν μια ζωή όπου η ηδονική εμπειρία θα υπερισχύει του πόνου. Η μελέτη και υιοθέτηση της επικούρειας φιλοσοφίας που αποβλέπει στην απελευθέρωση από τον σωματικό πόνο και την ψυχική ταραχή, είναι στην ουσία “μια μαθητεία ελευθερίας”.

Το αντίδοτο στη δυστυχία, λογικά και πρακτικά, βρίσκεται στην επιδίωξη της ευτυχίας σκέφθηκε ο Επίκουρος. Και η ευτυχία του ανθρώπου είναι παράγωγο αφενός της γνώσης κι αφετέρου του “φύσει ζην” δηλαδή της υιοθέτησης ενός τρόπου ζωής, σύμφωνα με αυτό που ορίζει η φύση ότι είναι “οικείον” σε κάθε έμβιο ον. Και το οικείον είναι η ηδονή, γιατί η φύση η ίδια επιζητεί την ηδονή και όχι η λογική. Γι' αυτό και το “παράδειγμα του λίκνου” όπως το αναφέρει ο επικούρειος Λούκιος Τορκουάτος, στο έργο του Κικέρωνα “de finibus bonorum et malorum”. “Τα μωρά παιδιά, λέει, αλλά και τα άλλα έμβια (έλλογα) όντα, μόλις γεννηθούν και πριν ακόμη αναπτύξουν την λογική, επιδιώκουν την ηδονή ως κάτι οικείο και αποστρέφονται τον πόνο ως κάτι ξένο”.

Η φύση είναι σε θέση να κρίνει , γιατί βιώνει στην κυριολεξία την ηδονή και τον πόνο' και ξέρει πως σ' αυτές τις δυο δυνάμεις οφείλει την ίδια την ύπαρξή της. “Ηδονή και πόνος είναι το δίπολο, που κινεί την ίδια τη ζωή”. 

Συμφωνώντας λοιπόν ο Επίκουρος με τον Εύδοξο, σημειώνει ,στην προς Mενοικέα επιστολή του, για την ηδονή: “αγαθόν πρώτον και συγγενικόν” και “πρώτον αγαθόν και σύμφυτον”. Πρωταρχικό λοιπόν Αγαθό η Αρετή, και έμφυτο. Συμφωνεί και με τον Αρίστιππο λέγοντας μαζί με αυτόν: “πάσα ηδονή, δια το φύσιν έχειν οικείαν, αγαθόν” και “ουδεμία ηδονή καθ' εαυτήν κακόν”.

Όμως μέχρις εκεί συμφωνεί μαζί του. Ναι, καθ' εαυτήν, από μόνη της η ηδονή, μιας και είναι κάτι οικείο σε μας και εφόσον δεν έχει συσχετισθεί με αίτια και συνέπειες δηλαδή με παρελθόν και μέλλον, δεν μπορεί να είναι κάτι κακό. Όμως, αυτό τον συσχετισμό θα πρέπει να τον κάνουμε πριν από κάθε μας πράξη ή όχι; Ο Επίκουρος απαντά: ναι, οπωσδήποτε πρέπει. Διαφωνεί λοιπόν μαζί του και εκεί ακριβώς διακρίνεται η υπεροχή της ηδονικής θεωρίας του Επίκουρου έναντι της Αριστίππειας. Είναι το σημείο όπου ο Αρίστιππος λέει: “Μόνον ημέτερον, έστιν το παρόν” όπως μας διασώζει ο Αιλιανός στην “ποικίλη ιστορία “του. Ο Αρίστιππος μιλάει μόνο για τις κινητικές ηδονές, τις ηδονές του παρόντος. Η ικανοποίηση τους, όπως λέει, αποτελεί και το σκοπό της ζωής του ανθρώπου, μάλλον τους σκοπούς του. Γιατί κάθε ηδονή και ένας σκοπός χωρίς καμμιά αναφορά στο χρόνο, στο πριν και το μετά, ή σε κάποια αποτίμηση ποιοτική. Μόνο ποσοτική. Ούτε και σε κάποια συνολική ευδαιμονία. Οι δε διάδοχοί του Αρίστιππου, Ηγησίας ο Πεισιθάνατος και ο Αννίκερις προχωρώντας πιο πέρα, είπαν ότι ο τελικός σκοπός διαφέρει πολύ από την ευδαιμονία. Τελικός σκοπός είναι η επί μέρους ηδονή. Γιατί αυτή, από μόνη της είναι αγαθό επιθυμητό και μη αμφισβητήσιμο.

Αντίθετα, η ευδαιμονία δεν υφίσταται καν από μόνη της αλλά μόνο μέσω των επί μέρους ηδονών. Ο Επίκουρος όμως ενδιαφέρεται για “την του όλου βίου μακαριότητα” όπως λέει στην επιστολή του προς τον Μενοικέα. Εισάγει επομένως ως απαραίτητους όρους στη βιοθεωρία του, αφενός τη μακαριότητα, το ανώτατο δηλ. στάδιο ευτυχίας του ανθρώπου και αφετέρου το χρόνο: Ο όλος βίος σημαίνει παρελθόν, παρόν, μέλλον. Η Ιδέα του μέλλοντος, ιδιαίτερα, είναι αυτή που θα δώσει μια άλλη διάσταση στην ηδονική θεωρία του Επίκουρου και θα την διαφοροποιήσει από αυτήν του Αρίστιππου.

Η εισαγωγή του χρόνου επιτρέπει την ενότητα των ηδονών, που μία προς μία επιλέχθηκαν στον όλο βίο και επιτρέπει και την επανάληψή τους, μέσω της μνήμης. Ένας παρών πόνος μπορεί να αντισταθμιστεί με την ανάμνηση ηδονής του παρελθόντος ή με την προσμονή μέλλουσας ηδονής. Αυτή η άνεση μετακίνησης μέσα στο χρόνο και η μη προσκόλληση στο παρόν του Αρίστιππου, χαρίζει στον άνθρωπο μια αίσθηση ελευθερίας: ότι μπορεί αυτόνομα, να κάνει τις επιλογές και τις παρεκκλίσεις του, όπως περίπου τις κάνει το άτομο της φυσικής, κινούμενο “ΕΝ ΚΕΝΩΙ”.

Κάθε ηδονή αποτιμάται με το αποτέλεσμα και τις συνέπειες που θα έχει στο μέλλον. Γι' αυτό, ναι μεν “ΠΑΣΑ ΗΔΟΝΗ ΔΙΑ ΤΟ ΦΥΣΙΝ ΕΧΕΙΝ ΟΙΚΕΙΑΝ, ΑΓΑΘΟΝ” αλλά “ΟΥ ΠΑΣΑ ΜΕΝΤΟΙ ΑΙΡΕΤΗ” γράφει ο Επίκουρος στο Μενοικέα. Δεν ακολουθούμε αδιακρίτως κάθε ηδονή του λέει. Την διάκριση και την επιλογή των ηδονών θα την αναλάβει η φρόνηση που θα κάνει “ΒΛΕΨΙΝ” και “ΣΥΜΜΕΤΡΗΣΙΝ” ΤΩΝ ΣΥΜΦΕΡΟΝΤΩΝ ΚΑΙ ΤΩΝ ΑΣΥΜΦΟΡΩΝ” δηλ. εξέταση προσεκτική και σύγκριση και συνυπολογισμό των ηδονών και των πόνων και ανάλογα με την “ωφέλεια” και την χρησιμότητα της, θα γίνει η επιλογή της κάθε ηδονής.

Εισάγει έτσι ο Επίκουρος, πρώτος, μετά την ιδέα του χρόνου και την ιδέα της ωφέλειας και ρίχνει τον σπόρο για μια σημαντική θεωρία που θα ευδοκιμήσει πολύ αργότερα, τον δέκατο όγδοο αιώνα με τον σπουδαίο Άγγλο φιλόσοφο και κοινωνιολόγο τον Τζέρεμυ Μπένθαμ. Είναι η θεωρία του ωφελιμισμού, που αποβλέπει στην εξασφάλιση μιας όσο το δυνατόν μεγαλύτερης ευτυχίας στον άνθρωπο και σε όσο το δυνατόν περισσότερους ανθρώπους.

Όπως βλέπουμε, ο ωφελιμισμός, δεν έχει να κάνει με την τρέχουσα σημασία του όρου ,που σημαίνει την επιδίωξη του ιδίου συμφέροντος, εις βάρος των άλλων. Αντίθετα, έχει να κάνει με αυτό που εννοεί ο Επίκουρος στην 29 κύρια δόξα: “Διότι εγώ θα προτιμούσα μελετώντας την φύση να ανακοινώσω με παρρησία αυτά που είναι ωφέλιμα σε όλους τους ανθρώπους παρά να καρπώνομαι τον έπαινο των πολλών...” Έχει να κάνει και με αυτά που έγραψε ο Διογένης ο Οινοανδέας στην πέτρινη επιγραφή του, αποβλέποντας στο να ωφελήσει όσο το δυνατόν περισσότερους ανθρώπους: “αφού είναι δίκαιο να βοηθήσω και αυτούς που θα ζήσουν μετά από μένα, γιατί κι αυτοί δικοί μου άνθρωποι είναι, κι ας μην γεννήθηκαν ακόμη' αλλά και τους ξένους που έρχονται στην πόλη μας...

Για την μεγάλη σχέση του Επίκουρου με την θεωρία του ωφελιμισμού μιλάει με θέρμη ο Γάλλος φιλόσοφος Ζαν-Μαρί Γκυγιώ του οποίου είχαμε την τύχη φέτος να αποκτήσουμε και να διαβάσουμε τις επικούρειες σελίδες, με την εξαιρετική μετάφραση που μας χάρισε ο αγαπητός μας φίλος, ο Λεωνίδας ο Αλεξανδρίδης.

Επιβεβαιώθηκε έτσι ο Χ. Θεοδωρίδης που από τις αρχές του 20ού αι. προέτρεπε τους αναγνώστες του να διαβάσουν τον Γκυγιώ, όσοι αγαπούν τον Επίκουρο... Πραγματικά, τον αγαπήσαμε περισσότερο μέσα από τα κείμενά του Γκυγιώ, που είναι ανεκτίμητα: ένας θησαυρός όχι μόνο για μας τους επικούρειους, αλλά για όλο τον κόσμο, μια και μιλάμε για ωφελιμισμό.

Η ρήση του Μπένθαμ ότι “η φύση έθεσε δύο αφεντάδες- δυνάστες στην ζωή του ανθρώπου, την ευχαρίστηση και τον πόνο “δείχνει πόσο η θεωρία του έχει επικούρειες ρίζες. Δυνάστης λοιπόν και η ηδονή όταν επιδιώκεται αφρόνως και χωρίς μέτρο. Δεν αρκεί λοιπόν το “ΦΥΣΕΙ ΖΗΝ” απαραίτητο είναι και το “ ΛΟΓΩ ΖΗΝ “ Με την “συμμέτρησιν“ κάποιες ηδονές θα αποφευχθούν, άλλες θα μετατεθούν στο χρόνο και κάποιοι πόνοι θα προτιμηθούν στο παρόν, στο όνομα της μεγαλύτερης ηδονής που θα προκύψει στο μέλλον. Χρησιμοποιούμε μερικές φορές, συμβουλεύει ο Επίκουρος τον Μενοικέα, το αγαθό ως κακό ή αντίθετα το κακό ως αγαθό.

[ΧΡΩΜΕΘΑ ΤΩΙ ΜΕΝ ΑΓΑΘΩΙ ΚΑΤΑ ΤΙΝΑΣ ΧΡΟΝΟΥΣ ΩΣ ΚΑΚΩΙ, ΤΩ ΔΕ ΚΑΚΩΙ ΤΟΥΜΠΑΛΙΝ ΩΣ ΑΓΑΘΩΙ]. Κι αυτό γιατί αποβλέπουμε σε μια συνολική ηδονή καθαρή και αμιγή, απαλλαγμένη δηλ. από κάθε ίχνος πόνου. Μια κατάσταση, όπου “ΜΗΤΕ ΑΛΓΕΙΝ ΚΑΤΑ ΣΩΜΑ ΜΗΤΕ ΤΑΡΑΤΤΕΣΘΑΙ ΚΑΤΑ ΨΥΧΗΝ” συνεχίζει ο Επίκουρος στην επιστολή του. Απουσία σωματικού πόνου λοιπόν, και ψυχικής ταραχής. Συνύπαρξη σωματικής ευεξίας και ψυχικής πληρότητας και γαλήνης, για να το πούμε με θετική έκφραση κι όχι αρνητική. Αυτή, λοιπόν, είναι η καταστηματική ηδονή – ευδαιμονία, που αποτελεί το άθροισμα των κινητικών ηδονών, ή καλύτερα την ενότητα των ηδονών, των επιλεγμένων ανάμεσα από πολλές απατηλές ηδονές. Και όπως συμβαίνει σε κάθε ένωση στην φύση, που, σύμφωνα με την αρχή της ανάδυσης, παρουσιάζει καινούριες ιδιότητες από αυτές των στοιχείων που την αποτελούν, το ίδιο συμβαίνει και με τις ηδονές, που ως ψυχικά φαινόμενα και κατ' επέκταση υλικά, ακολουθούν τους φυσικούς νόμους. Έτσι η καταστηματική ηδονή εμφανίζει ιδιαίτερες ιδιότητες έναντι των κινητικών ηδονών: την αταραξία, την καθαρότητα, αφού δεν υπάρχει ανάμειξη πόνου σωματικού ή ψυχικού, την σταθερότητα , την μονιμότητα και την πληρότητα. Η διαφορά τους οφείλεται στο ότι οι μεν κινητικές ηδονές προκαλούνται από αίτια εξωτερικά, ενώ η καταστηματική είναι υπόθεση εσωτερικής διεργασίας. Είναι επομένως διανοητική: μια κατάσταση συνειδητότητας του ανθρώπου και προσωπικής επίγνωσης της φυσικής και ψυχικής του υγείας – ευδαιμονίας. Η κατάσταση αυτή απορρέει από την βούληση και την λογική διάθεση του ατόμου να βάζει τάξη, ομορφιά και ποιότητα στην ζωή του.

Η ιεράρχηση λοιπόν, η τακτοποίηση και συστηματοποίηση και η έλλογη διαχείρηση των ηδονών του παρόντος, θα οδηγήσει στην ποθητή μελλοντική, καταστασιακή ηδονή. Και λέγοντας μελλοντική, δεν έπεται ότι τοποθετείται στο απώτερο μέλλον. Αντίθετα μπορεί ο άνθρωπος να την βιώνει καθημερινά, την κάθε στιγμή, αδιάκοπα, παράλληλα με τις παροδικές κινητικές ηδονές, αρκεί να τις επιλέγει σωστά και να τις κατευθύνει σε μια ενότητα, απαλλαγμένη από κάθε ξένο στοιχείο. Είναι υπέροχη η εικόνα, που χρησιμοποιεί ο Γκυγιώ, σε μετάφραση του Λεωνίδα Αλεξανδρίδη, θέλοντας να περιγράψει ακριβώς αυτή την διαδικασία: “Η ζωή γίνεται ένα είδος πίνακα, με ακαθόριστα περιγράμματα, στον οποίο ο σοφός αυτός “καλλιτέχνης της ευτυχίας” (Επίκουρος) ομαδοποιεί τις αναμενόμενες συγκινήσεις του΄ Τοποθετεί τις μεν σε δεύτερο πλάνο, τις δε σε πρώτο πλάνο, φέρνει στο φως αυτές εδώ, ρίχνει τις άλλες στην λήθη και στο σκοτάδι. Ατενίζει και θαυμάζει το έργο, που είναι συγχρόνως τόσο όμορφο και τόσο ορθολογικό, που δεν έχει καθόλου, όπως τόσα άλλα, τον σκοπό του έξω από αυτό το ίδιο αλλά που αντίθετα είναι ο ίδιος του ο σκοπός και το ίδιο του το αγαθό”. Και προσθέτει ο Γκυγιώ, εντός εισαγωγικών, τα λόγια του Επίκουρου: “Λίγα είναι τα πράγματα που τα φέρνει η τύχη στον σοφό. Η λογική του σκέψη έχει διευθύνει τα μεγαλύτερα και τα πιο σημαντικά “θέλοντας προφανώς να δείξει ότι η ευδαιμονία – μακαριότητα είναι αποτέλεσμα λογικής διεργασίας και παράγωγο προσωπικής προσπάθειας του ανθρώπου.

Ο συστηματικός Επίκουρος που οργάνωσε την ζωή του με τέτοιο τρόπο, ώστε να μας μιλά για ευδαιμονία και στις πιο δύσκολες στιγμές του, μας συμβουλεύει να τον ακολουθήσουμε εφοδιασμένοι με τον ίδιο εξοπλισμό και τα ίδια εργαλεία που εκείνος χρησιμοποίησε: την γνώση -επιστήμη για την εξάλειψη οποιουδήποτε φόβου και την φρόνηση που είναι από τη μία “ΝΗΦΩΝ ΛΟΓΙΣΜΟΣ”, δηλ. η ξεκάθαρη λογική, εξασκημένη με τον κανόνα, και από την άλλη ΑΡΕΤΗ περιλαμβάνουσα τις υπόλοιπες παραδοσιακές αρετές: σωφροσύνη, εγκράτεια, ανδρεία, δικαιοσύνη. Δεν είναι δυνατόν να ζει κανείς ευχάριστα, χωρίς να ζει με σύνεση, ομορφιά και δικαιοσύνη και το αντίθετο. “ΟΥΚ ΕΣΤΙΝ ΗΔΕΩΣ ΖΗΝ ΑΝΕΥ ΤΟΥ ΦΡΟΝΙΜΩΣ ΚΑΙ ΚΑΛΩΣ ΚΑΙ ΔΙΚΑΙΩΣ ΟΥΔΕ ΦΡΟΝΙΜΩΣ ΚΑΙ ΚΑΛΩΣ ΚΑΙ ΔΙΚΑΙΩΣ ΑΝΕΥ ΤΟΥ ΗΔΕΩΣ ΖΗΝ” λέει ο Επίκουρος στον Μενοικέα και στην 5η Κύρια Δόξα. Και συνεχίζει: ΣΥΜΠΕΦΥΚΑΣΙ ΓΑΡ ΑΙ ΑΡΕΤΑΙ ΤΩ ΖΗΝ ΗΔΕΩΣ, ΚΑΙ ΤΟ ΖΗΝ ΗΔΕΩΣ ΤΟΥΤΩΝ ΕΣΤΙΝ ΑΧΩΡΙΣΤΟΝ. Γεννήθηκαν μαζί, λέει, οι αρετές με την ευχαρίστηση και δεν μπορούν να υπάρξουν χωριστά: Ηδονή και Αρετή γίνονται ένα πράγμα, το ένα προυπόθεση και συμπλήρωμα του άλλου.

Αν προσθέσουμε εδώ την φιλία και την φιλοσοφία θα έχουμε πλήρη τον επικούρειο εξοπλισμό. Η φιλία, απαραίτητος όρος της ευδαιμονίας. Γι' αυτό ο κήπος την καλλιέργησε τόσο πολύ, αναγάγοντάς την σε υπέρτατη αρετή. Και η φιλοσοφία είναι κατά τον Επίκουρο: “ΕΝΕΡΓΕΙΑ, ΛΟΓΟΙΣ ΚΑΙ ΔΙΑΛΟΓΙΣΜΟΙΣ ΤΟΝ ΕΥΔΑΙΜΟΝΑ ΒΙΟΝ ΠΕΡΙΠΟΙΟΥΣΑ” είναι δηλαδή ενέργεια του ανθρώπου που με λογικές σκέψεις και συλλογισμούς, στοχεύει στην ευτυχισμένη ζωή.

Αν η ιδέα του χρόνου και η ιδέα της ωφέλειας- ευτυχίας έχουν προσδώσει στην επικούρεια ηδονή μια ξεχωριστή ποιότητα έναντι των άλλων ηδονικών θεωριών, η ιδέα της στενής σύνδεσης Ηδονής- Αρετής την ανεβάζει στο επίπεδο των μακαρίων Θεών. Γι' αυτό και το” ΜΑΚΑΡΙΩΣ ΖΗΝ” που επαναλαμβάνει ο Επίκουρος.

Το αδιάκριτο και αδιαχώριστο της Αρετής – μέσου και της Ηδονής-σκοπού συντελεί στην δημιουργία εσωτερικής γαλήνης και αρμονίας, απαραίτητης για την ευδαιμονία και μακαριότητα του ανθρώπου. Η αρετή π.χ. της δικαιοσύνης, “πραγματοποιεί, όχι μόνο απ' έξω, αλλά μέσα στο ίδιο το άτομο, ένα είδος αρμονίας και εσωτερικής δικαιοσύνης” μας είπε στην ομιλία του “περί δικαιοσύνης” ο Λεωνίδας Αλεξανδρίδης. Αρετή και αρμονία πάνε μαζί. (είναι και από την ίδια ρίζα -αρ- και ρήμα αραρίσκω που σημαίνει συναρμολογώ, ταιριάζω καλά, συνδέω, εξού και οι λέξεις αρμός, αρμονία, αράχνη =αυτή που συνδέει τον ιστό της, Αρετή=κάτι έξοχο, τέλεια συναρμολογημένο(είναι μία από τις πιθανές ετυμολογίες της λέξεως Αρετή).

Στον Επίκουρο ανήκει η τιμή ότι ανέβασε την ηδονή, παίρνοντάς την από το κατώτατο σκαλί όπου βρίσκεται “η της γαστρός ηδονή“ και φθάνοντάς την σε τέτοια ύψη. Ο Αθήναιος στο έργο του “δειπνοσοφιστές” βάζει στο στόμα του Επίκουρου την φράση: “Αρχή και ρίζα παντός αγαθού η της γαστρός ηδονή“ Σίγουρα ο Επίκουρος δεν εννοούσε ότι η ευχαρίστηση από την τροφή χαρίζει την ευδαιμονία και την μακαριότητα. Ήθελε μόνο να τονίσει την αναγκαιότητα και την προτεραιότητα της σωματικής ηδονής και μάλιστα αυτής της θρέψης, αφού αφορά στην επιβίωση του ανθρώπου. Χωρίς αυτή την ηδονή ως “αρχή” και “ξεκίνημα” δεν θα φθάσει κανείς ποτέ στο επίπεδο της καταστηματικής ηδονής. Αποτέλεσε όμως η φράση αυτή, ένα καλό επιχείρημα και όπλο στα χέρια των εχθρών του.

Δ. Η πολεμική στον Επίκουρο

Ήταν αποκάλυψη για μένα, όταν για πρώτη φορά διαβάζοντας την προς Μενοικέα επιστολή του Επίκουρου, γραμμένη από το ίδιο του το χέρι, στάθηκα στην περίφημη δήλωσή του: “Όταν λέμε ότι σκοπός μας είναι η ηδονή, δεν εννοούμε τις ηδονές των ασώτων ή εκείνες των σαρκικών απολαύσεων, όπως νομίζουν μερικοί, που αγνοούν ή διαφωνούν μαζί μας ή είναι κακώς πληροφορημένοι, αλλά το να μην έχουμε σωματικούς πόνους και να μην ταράζεται η ψυχή μας” Και αμέσως μετά: “Την ευχάριστη ζωή δημιουργεί η νηφάλια σκέψη”. Το αρχαίο κείμενο ξεκάθαρο και πολύ κατανοητό: “ΟΤΑΝ ΟΥΝ ΛΕΓΩΜΕΝ ΗΔΟΝΗΝ ΤΕΛΟΣ ΥΠΑΡΧΕΙΝ, ΟΥ ΤΑΣ ΤΩΝ ΑΣΩΤΩΝ ΗΔΟΝΑΣ ΚΑΙ ΤΑΣ ΕΝ ΑΠΟΛΑΥΣΕΙ ΚΕΙΜΕΝΑΣ ΛΕΓΟΜΕΝ, ΩΣ ΤΙΝΕΣ ΑΓΝΟΟΥΝΤΕΣ ΚΑΙ ΟΥΧ ΟΜΟΛΟΓΟΥΝΤΕΣ Ή ΚΑΚΩΣ ΕΚΔΕΧΟΜΕΝΟΙ ΝΟΜΙΖΟΥΣΙΝ, ΑΛΛΑ ΤΟ ΜΗΤΕ ΑΛΓΕΙΝ ΚΑΤΑ ΣΩΜΑ ΜΗΤΕ ΤΑΡΑΖΕΣΘΑΙ ΚΑΤΑ ΨΥΧΗΝ.“ “ΤΟΝ ΗΔΥΝ ΒΙΟΝ ΓΕΝΝΑ Ο ΝΗΦΩΝ ΛΟΓΙΣΜΟΣ“

Ήξερα ότι ήταν και είναι ο πιο παρεξηγημένος φιλόσοφος της αρχαιότητας, ότι το όνομά του είχε συνδεθεί με κάθε ακολασία και γαστριμαργία και τρυφηλότητα. Δεν είχα όμως ιδέα, μέχρι τότε, ότι υπήρχε η αφοπλιστική αυτή ομολογία του και ακόμα ότι ήταν γνώστης αυτής της παρεξήγησης, πράγμα που δείχνει ότι η κατακραυγή εναντίον του, είχε αρχίσει πολύ νωρίς.

Ξέρουμε ότι σ' αυτό συνετέλεσε τα μέγιστα ο πρώην τρόφιμος του κήπου Τιμοκράτης, ο οποίος για προσωπικούς λόγους τον είχε κατασυκοφαντήσει. Όμως, αυτοί που πίστεψαν τον Τιμοκράτη, αν είχαν διαβάσει, προσεκτικά, τα κείμενά του Επίκουρου ιδιαίτερα στην αρχαιότητα που υπήρχαν πολλά, θα άλλαζαν, λογικά, αμέσως γνώμη. Επομένως, για να μη γίνει αυτό, σημαίνει ότι τον πίστεψαν, εννοώ τον Τιμοκράτη, αυτοί που ήθελαν να τον πιστέψουν.

Τι έφταιγε σ' αυτό λοιπόν; το ότι αναγνώρισε την ηδονή με παρρησία και χωρίς περιστροφές ως “αρχήν και τέλος του μακαρίως ζην” και υποκαθιστούσε έτσι το “Αγαθόν” του Πλάτωνα και του Αριστοτέλη;

Και η λέξη ηδονή ήταν και τότε τόσο αρνητικά φορτισμένη και ενοχοποιημένη, όσο είναι και σήμερα που ο χριστιανικός καθωσπρεπισμός μας δεν μας επιτρέπει να εκφέρουμε δυνατά την λέξη ηδονή;

Εάν όμως λάβουμε υπόψη μας το γεγονός ότι η Αριστίππεια ηδονή μιλούσε απερίφραστα και μόνο για τις αισθησιακές, κινητικές ηδονές, δημιουργείται εύλογα το ερώτημα: Γιατί τόση εμμονή και τέτοια κατακραυγή και εμπάθεια και δυστυχώς από ανθρώπους καταξιωμένους για την πνευματική τους προσφορά όπως ο Πλούταρχος, ο Κικέρωνας, ο Ποσειδώνιος, ο Επίκτητος, για να αναφερθώ μόνο σε παλαιότερους. Γιατί η επίθεση δεν σταμάτησε εκεί, καθόσον ο χριστιανισμός έθρεψε σφοδρούς πολέμιους της επικούρειας φιλοσοφίας.

Διαβάζοντας τον Πούταρχο, στο έργο του “ΟΤΙ ΟΥΔΕ ΗΔΕΩΣ ΖΗΝ ΕΣΤΙΝ ΚΑΤ ΕΠΙΚΟΥΡΟΝ”, που σημαίνει “δεν είναι δυνατόν να ζει κανείς ευτυχισμένος ακολουθώντας τον Επίκουρο” και συναντώντας το επικριτικό και απαξιωτικό ύφος, την υβριστική φρασεολογία, τη μικροπρεπή επίθεση και την ειρωνική και σαρκαστική διάθεση, χάνεις κάθε εκτίμηση για τον “αρχιερέα του Απόλλωνα”, αξίωμα το οποίο έφερε ο Πλούταρχος, εκτός των άλλων αξιωμάτων και διακρίσεων.

Σταχυολογώ από το έργο του, ενδεικτικά, μόνο δύο σημεία: το πρώτο λέει: “αποκαλούν τους εαυτούς τους ίσους με τους θεούς και φθάνουν με τα υπερβολικά και ακραία αγαθά σε ένθεη μανία, που τους κάνει να τρέμουν σύγκορμοι και να ουρλιάζουν από ηδονή, επειδή περιφρονώντας όλα τα άλλα, ανακάλυψαν μόνοι αυτοί το θείο αγαθό, του να μην έχουν κανένα πόνο. Επομένως ούτε από χοίρους ούτε από πρόβατα υπολείπονται σε ευδαιμονία. Και η ευδαιμονία τους σημαίνει το να πηγαίνουν τα πράγματα καλά στην σάρκα, και στην ψυχή που ασχολείται με την σάρκα...”.

Το δεύτερο σημείο είναι ακόμη πιο μικρόψυχο και αναξιοπρεπές: “Οι άνθρωποι που διαθέτουν μυαλό δεν υποφέρουν από στραγγουρίες, δυσεντερίες, εξάντληση και υδρωπικίες από τις οποίες υπέφερε ο Επίκουρος και ο Πολύαινος ή και πέθαναν όπως ο Νεοκλής και ο Αγαθόβουλος... Τόση εμπάθεια...

Ίδια γεύση και στον Κικέρωνα. Ειρωνευόμενος τη θέση του Επίκουρου, ότι οι αρετές είναι εργαλεία και μέσα για την απόκτηση της καταστηματικής ηδονής, γράφει: “Η φρόνηση, θεραπαινίδα της ηδονής κατά τον Επίκουρο... Τι φλογερούς έρωτες θα ξεσήκωνε η φρόνηση εάν ήταν ορατή...”

Αναφερόμενος επίσης στη ρήση του Επίκουρου ότι “τα λιτά εδέσματα δίνουν ευδαιμονία, αν τα έχεις όταν τα χρειάζεσαι” ειρωνεύεται λέγοντας ότι, “Ο Επίκουρος, δεν φτάνει που δεν έχει κρίση αλλά δεν έχει και γούστο...”.

Και συμφωνώντας απόλυτα με τον Πλούταρχο αναφωνεί: “Επίκουρε μας, από χοιροστάσιο μάλλον βγήκες παρά από σχολή... “παραφράζοντας και οι δύο, ως λάτρεις του Πλάτωνα, την φράση “ΥΩΝ ΠΟΛΙΣ” που σημαίνει “πόλη των χοίρων”, που τη χρησιμοποιεί στο “Συμπόσιο του ο Πλάτωνας, για να χαρακτηρίσει το πρώτο στάδιο κοινωνίας ανθρώπων, υποανάπτυκτων και χορτοφάγων...

Διαπιστώνεις μια τέτοια παραποιημένη εικόνα της επικούρειας σκέψης, που πραγματικά σαστίζεις. Και προβληματίζεσαι, για το τι είναι τελικά αυτό που συντελεί στο να υπάρχουν τόσο μεγάλες ιδεολογικές διαφορές στους ανθρώπους...

Την ίδια περίπου απορία εκφράζει ,στο έργο του Κικέρωνα “De natura Deorum“ ο Κόττα, ο ακαδημεικός, στον επικούρειο Βελλήιο: Λυπούμαι ειλικρινά, του λέει, που ένας ευφυής άνθρωπος, όπως εσύ, έχεις ασπαστεί μια τόσο ποταπή φιλοσοφία...

Την απάντηση στη δική μου απορία την πήρα, εν μέρει, διαβάζοντας Θεοδωρίδη: Για να βρεις, λέει, το μαγικό κλειδί της κάθε φιλοσοφίας, από το Βούδα και το Θαλή ίσαμε το Νίτσε, το Ηusserl ή το Sartre, πρέπει να εξακριβώσεις πρώτα την κοινωνική του θέση -για να το πω πιο χειροπιαστά, να μάθεις ποιον ψηφίζει- Δεν ψηφίζουμε, γιατί έχουμε αυτή ή εκείνη την ιδέα για τον κόσμο, για θεό, πατρίδα, υποχρεώσεις. Αντίθετα, τις ιδέες μας για τον κόσμο, θεό, πατρίδα, υποχρεώσεις, τις αρμονίζουμε με την πολιτική μας στάση...

Και αυτήν όμως από πού; αναρωτιέμαι. Ίσως θα πρέπει να δεχθούμε ότι υπάρχουν (εκ φύσεως;) δύο μεγάλες κατηγορίες ανθρώπων: Η μία πιστεύει ότι κάποιος ή κάποιοι πρέπει να εξουσιάζουν και οι υπόλοιποι να υπακούουν σ' αυτούς, ως πειθήνια όργανα. Η άλλη κατηγορία είναι αυτή που πιστεύει ότι το κάθε άτομο είναι αυτόνομο κι ελεύθερο να οικοδομήσει την δική του ζωή και όχι να είναι δέσμιο σε ανεξέλεγκτες εξουσιαστικές δυνάμεις. Στην πρώτη ανήκουν σε γενικές γραμμές, οι ιδεαλιστές, οι πυθαγόρειοι, οι στωϊκοί. Στην δεύτερη ανήκουν αυτοί που ακολουθούν τον τρόπο σκέψης του Επίκουρου, του οποίου “το αδέσποτον” του χαρακτήρα του και της φιλοσοφίας του και η παρρησία του να το εκφράζει, είναι που κίνησαν τόσο πόλεμο εναντίον του. Η ηδονή, ίσως, ήταν μόνο το πρόσχημα.

Ε. Συμπέρασμα

“Για να αγαπήσει κανείς τον Επίκουρο πρέπει να διαθέτει ανθρωπισμό” μας λέει κάπου ο Θεοδωρίδης. Γι' αυτό τον αγάπησε ένας Τζέφερσον, ένας Γκυγιώ, ένας Τζων Στιούαρτ Μιλλ, ο ίδιος ο Θεοδωρίδης και παλαιότερaα ένας Διογένης Οινοανδέας κι ένας Λουκρήτιος. Γιατί αυτοί κατανόησαν, ότι ο Επίκουρος ήταν πάνω απ' όλα ανθρωπιστής, ότι κύριο μέλημά του ήταν το ανθρώπινο άτομο, η ζωή του, η δράση του, η αξιοπρέπειά του και τελικά η ευτυχία του.

Και την ευτυχία του ανθρώπου ο Επίκουρος την συνέδεε άμεσα με την ελευθερία του. Μόνο με την ελεύθερη βούληση του ο άνθρωπος κι όχι από ανάγκη θα κάνει τις σωστές επιλογές, συνυπολογίζοντας τα φυσικά του όρια και μην υπερβαίνοντας το μέτρο, την παραδοσιακή αρχή της μεσότητας. Κι αυτές πάλι οι σωστές επιλογές θα οδηγήσουν στην απελευθέρωση από κάθε σωματικό πόνο ή ψυχική ταραχή.

Αυτή η κατάσταση συνιστά την υπέρτατη ηδονή: να μην έχεις ανάγκη ούτε περισσότερη σωματική ευεξία απ' αυτήν που νιώθεις, ούτε περισσότερη αταραξία απ' αυτήν που βιώνεις. Εσωτερικό βίωμα επομένως η επικούρεια αταραξία κι' όχι η απάθεια των στωϊκών.

Αυτό ήταν το “επικούρειο όραμα”. Να απελευθερώσει τους συνανθρώπους του από τον πόνο και συγχρόνως να τους εξασφαλίσει την αταραξία, δηλ. την υπέρτατη ευτυχία. Ένα όραμα απαλλαγμένο από κάθε ιδεαλιστική χροιά, χωρίς καμμία μεταφυσική, σωτηριολογική παρέμβαση.

Πολλοί οι εχθροί και οι επικριτές του Επίκουρου, αλλά εξ ίσου πολλοί και οι οπαδοί του. Ο βιογράφος του, Διογένης Λαέρτιος, μας λέει ότι οι φίλοι του ήταν τόσοι πολλοί στον αριθμό, ώστε δύσκολα μπορούσαν να μετρηθούν απ' όλες τις πόλεις:

“ΟΙ ΤΕ ΦΙΛΟΙ ΤΟΣΟΥΤΟΙ ΤΟ ΠΛΗΘΟΣ ΩΣ ΜΗΔ' ΑΝ ΠΟΛΕΣΙΝ ΟΛΑΙΣ ΜΕΤΡΕΙΣΘΑΙ ΔΥΝΑΣΘΑΙ.” 

Ο Μένανδρος, ο γνωστός και μεγάλος κωμωδιογράφος της αρχαιότητας, μετά τον Αριστοφάνη, ήταν σύγχρονος του Επίκουρου, συμπολίτης του και λέγεται ότι ήταν και φίλος του. Δεν ξέρω γιατί είμαι σίγουρος, ότι τον υπέροχο εκείνο στίχο του: “ΩΣ ΧΑΡΙΕΝ Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΟΤΑΝ ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΗΙ” που σημαίνει “τι εξαίσιο πλάσμα ο άνθρωπος, όταν είναι άνθρωπος”, τον έγραψε για τον Επίκουρο.

Ορθοδοξία - Φασισμός - Μοναρχία: Η συνειδητοποίηση του τι σημαίνει για την χώρα μας η επικράτηση της Εκκλησίας

Πρόλογος

Το κείμενο αυτό είναι μια συνοπτική προσπάθεια κατανόησης της πολιτικής ιδεολογίας του Χριστιανισμού και ειδικότερα της Ορθοδοξίας, τόσο από τα κείμενα όσο και από την ιστορία της, με σκοπό να προβληματίσει τον αναγνώστη για την παντελή έλλειψη δημοκρατίας, δημοκρατικών θεσμών και νοοτροπίας στους πολίτες αυτής της έρμης χώρας σήμερα. Μια χώρας επηρεασμένης τόσο από το καταστρεπτικό της χριστιανικό παρελθόν όσο και από την Εκκλησία, τον πιο δυνατό και πλούσιο οργανισμό του κράτους που επηρεάστηκε μάλιστα ελάχιστα από την κρίση που μας ταλανίζει, ενώ ταυτόχρονα έχει τις πιο αδιάντροπες απαιτήσεις

Πολιτεύματα

Από τότε που εμφανίστηκε ο πολιτικός στοχασμός, τα πολιτεύματα έχουν διακριθεί σε αξιοσημείωτες κατηγορίες, και έχουν αναλυθεί σε αρκετό βάθος. Ας δούμε πως ξεκίνησαν οι βασικοί τους ορισμοί και τι αντιπροσώπευαν.

Δημοκρατία

Ο όρος προέρχεται από την αρχαία δημοκρατία της Αθήνας και άλλων ιονικών κυρίως πόλεων. Είναι η πολιτεία εκείνη στην οποία οι πολίτες έχοντας ενεργό μέρος στην άμυνα της κοινωνίας τους, και παίρνουν μέρος και στις γενικές αποφάσεις που κρίνουν την ίδια την κοινωνία και τον μέλλον της.
Χαρακτηριστικά της δημοκρατίας αυτής είναι:
-Συμμετοχή των πολιτών στα κοινά σε κάθε πολιτική ή κοινωνική εκδήλωση. Δηλαδή η ίδια η κοινωνία είναι δημοκρατική και ενδιαφέρεται και συμμετέχει στα κοινά. Η δημοκρατία δεν επιβάλλεται από πάνω ή απ' έξω, αλλά από την ίδια την συνείδηση των ανθρώπων που περιλαμβάνουν τους πολίτες και καταλαβαίνουν ότι έχουν ευθύνη για την πορεία και εξέλιξη της πόλης τους· η δημιουργία της είναι αποτέλεσμα αργής διαδικασίας και συγκεκριμένων παρεμβάσεων.
-Η διάκριση των εξουσιών, όπως περίπου έγραψε ο Αριστοτέλης. Ξεχωριστή Δικαιοσύνη από την Διοίκηση και από την Νομοθετική Εξουσία, που εξισορροπεί καταστάσεις και κάνει δυσκολότερο τον ολοκληρωτικό έλεγχο της πόλης από μια φατρία.
-Η ισονομία-Δικαιοσύνη. Όλοι οι πολίτες είναι ίσοι απέναντι στον νόμο. Δικαιοσύνη με πολυπληθή λαϊκά δικαστήρια, που μπορεί να μην ήταν τέλεια, αλλά εξέφραζε την μέση αίσθηση δικαιοσύνης εκείνης της κοινωνίας, σήμερα υπάρχει κάτι αντίστοιχο στις ΗΠΑ με τους ενόρκους που είναι αρκετοί σε αριθμό ώστε να αντιπροσωπεύουν σε κάποιο βαθμό το μέσο αίσθημα δικαιοσύνης.
-Η ισηγορία. Η δυνατότητα του κάθε πολίτη, αν έχει την ικανότητα του λέγειν, να πει την γνώμη του και να προσπαθήσει να πείσει τους συμπολίτες του. Σήμερα κάτι σχετικό αλλά μακρινό από αυτό, είναι η ελευθερία Τύπου και Μέσων Ενημέρωσης.
-Η ελεύθερη διακίνηση προσώπων, αγαθών και ιδεών που απορρέει από την ισονομία και την ισηγορία.
-Εκτός ελαχίστων βασικών θέσεων όπως του αρχιστράτηγου, τα περισσότερα αξιώματα δίνονται στους ίδιους τους πολίτες με κλήρωση και όχι με ψηφοφορία. (Αυτό φυσικά δούλεψε σχετικά καλά σε μια πόλη, αλλά δεν ξέρω αν μπορεί να δουλέψει σήμερα σε επίπεδο χώρας). Φυσικά αυτό έρχεται σε συνεργασία με το επόμενο:
-Λογοδοσία των αρχόντων μετά την απαλλαγή τους από τα καθήκοντα που ήταν ετήσια.
-Δυσκολία στην λήψη αποφάσεων. Οι αποφάσεις βγαίνουν με βάση διαδικασίες που μπορεί να είναι χρονοβόρες ή κατόπιν εορτής.
-Τέλος ένα βασικό συστατικό για την ύπαρξη της δημοκρατίας είναι η ύπαρξη ισχυρής μεσαίας τάξης όπως ανέλυσε ο Αριστοτέλης. Αυτή απαλύνει τις εντάσεις και τις ακραίες απαιτήσεις μεταξύ πλούσιων και φτωχών.

Αποτέλεσμα. Η ελεύθερη ανάπτυξη του πολιτισμού και της επιστήμης, η ανάγκη αυτοσυνειδησίας και καλύτερης μόρφωσης και κατανόησης όλων των θεμάτων. Ο Ελληνικός Πολιτισμός είναι στην ουσία το αποτέλεσμα της δράσης αυτών των ενεργών πολιτών. Η δημιουργία της επιστήμης, του θεάτρου, της πολιτικής σκέψης, της φιλοσοφίας, της τέχνης, της ιστορικής καταγραφής, του αθλητικού ιδεώδους, ξεκίνησαν ή άνθησαν αυτή ακριβώς την περίοδο, σαν αποτέλεσμα της δράσης των ενεργών πολιτών, αυτής της δράσης και της κοινωνίας που γέννησε και την δημοκρατία.
Το βασικό συστατικό αλλά και ίσως μειονέκτημα της δημοκρατίας πέρα από το χρονοβόρο των διαδικασιών, είναι το πως ορίζεται ο πολίτης. Δηλαδή όσοι προσφέρουν έχουν τα ίδια δικαιώματα με αυτούς που δεν προσφέρουν, ο γνώστης, ο ειδικός, ο άσχετος, ο αδιάφορος και ο ευκολόπιστος που θα δεχτεί οτιδήποτε, έχουν τις ίδιες ακριβώς δυνατότητες ή όχι και ποιος θα το ορίσει αυτό.
Στην Αθήνα αυτό καθοριζόταν αρχικά από την στράτευση και την κατοχή γης και τελικά από την φορολογία. Με την εκτίναξη της ναυτικής της δύναμης και την στράτευση ακόμα και των πενήτων στα πλοία της επί Περικλή, όλες οι τάξεις της πλέον είχαν λόγο στην άμυνα και δικαιωματικά μετείχαν του δήμου αν και αυτό έφερε έντονη κριτική από τους διανοητές της εποχής, λόγω του χαμηλού μορφωτικού τους επιπέδου και της εμφάνισης και της επικράτησης κατά καιρούς λαοπλάνων που μπορούσαν να παρασύρουν τους έχοντες χαμηλά εισοδήματα, πιο εύκολα στον όλεθρο όπως έγινε και με την Σικελική εκστρατεία.
Άλλο ένα πρόβλημα που μπορεί να εμφανιστεί όχι μόνο στην δημοκρατία, είναι η τήρηση και η διαχρονικότητα του νόμου. Η νομοθεσία είναι προϊόν ειδικών κυρίως δύσκολων καταστάσεων και ειδικών νομοθετών. Η περιστασιακή πλειοψηφία της στιγμής μπορεί να αλλάξει έναν νόμο κάτι που μπορεί να αποβεί σε βάρος της πόλης ή να είναι σε αντίθεση με την κείμενη νομοθεσία δημιουργώντας σύγχυση ή παράλογες καταστάσεις. Οι Αθηναίοι που αντιμετώπισαν το πρόβλημα συχνά, δημιούργησαν τον θεσμό της “γραφής παραπόνων” στην οποία αν κάποιος εισηγείτο στην εκκλησία για ψήφιση παράνομο νόμο, να είχε παραδειγματική τιμωρία.
Στις σύγχρονες πολιτείες αυτό αντιμετωπίστηκε με την ύπαρξη του Συντάγματος (είναι και η σύγχρονη διαφορά του ονόματος Democracy –η απόλυτη δύναμη της πλειοψηφίας- και Republic -συνταγματική πλειοψηφία). Στο Σύνταγμα καταγράφονται οι βασικές αρχές που θα διαφυλάξουν πιθανές μειοψηφίες από καταχρηστικούς νόμους που θα βλάπτουν τα Δικαιώματα του Ανθρώπου όπως η ισότητα, η ανεξιθρησκεία, ή ελευθερία της έκφρασης, το απαραβίαστο του οίκου, ο σεβασμός της προσωπικότητας, ο σεβασμός της περιουσίας κ.α.
Αν οι νόμοι είναι λίγοι, ξεκάθαροι και τηρούνται, η δημοκρατία γενικά προοδεύει, αν οι νόμοι δεν τηρούνται ή είναι πολλοί δυσνόητοι, με πολλές και άσχετες προσθήκες ή αντιφατικοί, τότε η δημοκρατία εκπίπτει σε αναρχία με κίνδυνο για την εμφάνιση τυράννων. Φυσικά κριτήριο για την πρόοδο της δημοκρατίας είναι η ποιότητα και η μόρφωση των πολιτών της και η παιδεία είναι βασικό συστατικό για την ενδυνάμωση της.
Σήμερα δεν έχουμε τέτοια μορφής δημοκρατίας λόγω μεγέθους της σύγχρονης πολιτείας, αλλά υβρίδια δημοκρατίας ή μικτά πολιτεύματα. Φυσικά πάντα υπάρχει η ελπίδα ότι η σύγχρονη τεχνολογία μπορεί να φέρει πάλι την άμεση δημοκρατία και αυτό είναι κάτι που θα δείξει το μέλλον. Μπορούμε όμως να κρίνουμε την δημοκρατικότητά των σύγχρονων κρατών από το πόσα από τα χαρακτηριστικά αυτά υπάρχουν ή έστω από τα αποτελέσματα της στην κοινωνία.

Αριστοκρατία

Η κυβέρνηση των αρίστων. Ανάλογα με την εποχή ή την κοινωνία ή το έργο της, συγχέεται άλλοτε με την δημοκρατία άλλοτε με την απολυταρχία.
Από την πλευρά της δημοκρατίας πατάει στο πως ορίζει κανείς τον Δήμο. Αν δήμος είναι ένα αξιοσημείωτα μικρό υποσύνολο του λαού, που ορίζεται ανάλογα με την προσφορά (φορολογία) ή την στράτευση ή κάποιο άλλο σφικτό κριτήριο, μάλλον τείνει στην αριστοκρατία παρά στην δημοκρατία μολονότι της μοιάζει πολύ.
Αν οι άριστοι είναι αυτόκλητοι ή αποτέλεσμα κληρονομικής ευγένειας ή πλούτου, το πολίτευμα τείνει στην ολιγαρχία. Γενικά υπάρχει συντηρητισμός και συνήθως διακρίσεις με βάση το εισόδημα ή την καταγωγή. Η διαφορά αριστοκρατίας και χούντας είναι ότι στην αριστοκρατία η ηγετική ομάδα που έχει την εξουσία είναι (θεωρητικά) ανοικτή σε όποιον συγκεντρώσει τα κριτήρια που χρειάζονται.

Μικτά πολιτεύματα

Το πλέον χαρακτηριστικό ήταν το πολίτευμα της Σπάρτης.
Έχει λίγο από όλα, όπως την Απέλλα την συνέλευση των πολιτών (δημοκρατικός θεσμός), τους 2 κληρονομικούς βασιλείς (αρχιστρατήγους) (βασιλικός θεσμός), και την γηραιοτάτη “γερουσία” (αριστοκρατία). Από ένα σημείο και μετά εμφανίζονται με εκλογή οι ετήσιοι έφοροι για τον έλεγχο των βασιλέων (δημοκρατικός θεσμός).
Σύγχρονο αντίστοιχο θεωρείται το πολίτευμα των Η.Π.Α.

Απολυταρχία - Μοναρχία - Χούντα

Ο πλήρης έλεγχος μιας πολιτείας από ένα άτομο η κλειστή ομάδα ατόμων και είναι αποτέλεσμα βίας, συνωμοσίας, ανάγκης, δόλου, ή κληρονομικής διαδοχής, ή τέλος επιλογή μέρους ή του συνόλου μιας κοινωνίας, που δεν μπορεί ή δεν φαντάζεται την δεδομένη στιγμή να κυβερνηθεί διαφορετικά.
Χαρακτηριστικά: Συγκέντρωση και αυστηρή ιεραρχία εξουσιών, που οδηγεί στην:
-Ευκολία στην λήψη αποφάσεων
-Αυλή – κόλακες (φυσικά αυτό υπάρχει σε όλα τα πολιτεύματα και στους σημαίνοντες κάθε πολιτεύματος και είναι και ένδειξη δημοκρατικότητας ή όχι).
-Πρόβλημα στην διαδοχή. Μόνιμος φόβος εξέγερσης ή ανατροπής.
-Απαγόρευση, δυσκολία ή και άρνηση ύπαρξης άλλης γνώμης με ό,τι κακό σημαίνει αυτό.
-Πλήρης έλεγχος της δραστηριότητας των πολιτών για την αποτροπή ανατροπής.
Παράδειγμα η αρχαία τυραννία. Ο τύραννος με σύμμαχο τον λαό καρατομεί τους αριστοκράτες που μπορούν να επιβουλευτούν την εξουσία του και κτίζει ένα απολυταρχικό καθεστώς με την αρχική συναίνεση του λαού, που απλά μετά βρίσκονται εγκλωβισμένος σε έναν νέο δυνάστη.

Φασισμός - Κομμουνισμός

Οι δύο αυτές ακραίες μορφές Σοσιαλισμού, ταλαιπώρησαν την Ευρώπη τον προηγούμενο αιώνα και δείχνουν ακόμα ενεργές κυρίως στην χώρα μας. Σήμερα σαν φασισμό, ονομάζουμε κάθε τάση ομογενοποίησης μιας κοινωνίας σε μία δεδομένη κατεύθυνση, με κριτήρια συνήθως εθνικιστικά ή ρατσιστικά ή οποιοδήποτε άλλο θέλει κάποιος να επιβάλλει σε όλη την κοινωνία σαν το μοναδικό πρέπον.
Ο πραγματικός φασισμός στην Ιταλία και Γερμανία ήταν μία μορφής χούντας από συγκεκριμένο χώρο (το φασιστικό ή ναζιστικό κόμμα) και με κριτήρια βασικά εθνικιστικά αλλά με την επίφαση της υποστήριξης της μικροαστικής τάξης ως σιωπηλής πλειοψηφίας που επιβάλλει τις θέσεις της (δηλαδή του συγκεκριμένου κόμματος και του ηγέτη) παντού. Το εντυπωσιακό είναι ότι και στις δύο χώρες ανέβηκαν στην εξουσία δημοκρατικά, αλλά έφυγαν μετά από αιματηρό πόλεμο.
Σαν κομμουνισμό έχουμε αντίστοιχο είδος εθνικοσοσιαλισμού μόνο που είναι λαϊκοσοσιαλισμός δηλαδή τα κριτήρια είναι λαϊκά με την έννοια ενός λαϊκού-εργατικού κινήματος που τελικά ελέγχεται από ένα κόμμα το Κ.Κ., με κριτήρια βασικά λαϊκά αλλά στην ουσία μια μορφής χούντας που προέρχεται από το συγκεκριμένο κόμμα με επίφαση την λαϊκή υποστήριξη. Απευθύνεται στην εργατική τάξη, άλλωστε επιβλήθηκε και σε αντίστοιχες χώρες που δεν υπήρχε σπουδαία μεσαία τάξη και όπου υπήρξε ήταν ανάξια λόγου και την εξαφάνισε. “Συμπτωματικά”, οι περισσότερες χώρες που επιβλήθηκε στην Ευρώπη, ήταν ορθόδοξες χριστιανικά. Ο Κομμουνισμός σε αντίθεση με τον Φασισμό δεν επιβλήθηκε δημοκρατικά αλλά με επανάσταση μάλιστα κατά μιας νεότευκτης δημοκρατίας λίγων μηνών, ενώ έφυγε μόνος του (στην Ρωσία) όταν φάνηκε το αδιέξοδο συνέχισης του.
Και στις δύο περιπτώσεις όμως έχουμε συγκεντρωτική ιεραρχία που καταλήγει πάντα σε κομματικούς μηχανισμούς που ελέγχονται ή είναι αναπόσπαστο κομμάτι του καθεστώτος που περιλαμβάνει συμπτωματικά ένα μόνο κόμμα. Συνήθως ακολουθείται και από σχετική προσωπολατρία (Μουσολίνι, Χίτλερ, Στάλιν, Μάο, Κάστρο, Κιμ Γιονγκ-Ιλ, Κιμ Γιονγκ Ουν κ.λπ., με αντίστοιχες ονομασίες, φύρερ, ηγέτης, πατερούλης κλπ). Αν και σήμερα θεωρούνται οι μεν ακροαριστεροί οι δε ακροδεξιοί, στην ουσία και οι δύο μορφές (Κομμουνισμός και Φασισμός) ξεκίνησαν σαν σοσιαλιστικά κινήματα από λαϊκά στρώματα και συνδικάτα και στην ουσία τους είναι διαστρέβλωση της αριστεράς. Αρχικά στην Γερμανία υπήρχε αντιπαλότητα και (πραγματικές μάχες μεταξύ τους), αλλά με με την σύμπραξη Χίτλερ-Μολότωφ, έγιναν πάλι αδέρφια, μέχρι την επίθεση του Χίτλερ στην Ρωσία, οπότε έκτοτε να φαίνεται να κατέλαβαν ξαφνικά τα δύο άκρα της πολιτικής σκηνής.
Η διαφορά της μοναρχίας από τα φασιστικά συστήματα, είναι η συμμετοχή ενός τμήματος του λαού στην διακυβέρνηση ή έστω στο όραμα που υποτίθεται ενσαρκώνει δηλαδή μια εθνική ή μια λαϊκή ιδέα. Ο λαός οφείλει να ομογενοποιηθεί με βάση αυτή την ιδέα, η συμμετοχή του κάθε ενός στα όργανα του κόμματος, μπορεί να τον βάλει σε κάποιο κομμάτι της εξουσίας, φτάνει να ακολουθεί σωστά και να συμμορφώνεται προς τις σχετικές υποδείξεις. Κάθε άλλη άποψη θεωρείται αντεθνική ή αντιλαϊκή αντίστοιχα και πατάσσετε με βία. Όποια, εν τω μεταξύ, άλλη τάση εμφανιστεί μέσα στους κόλπους του κυβερνώντος και μοναδικού κόμματος, μπορεί στην αρχή να συζητηθεί (“δημοκρατικά”), αλλά μετά οφείλει να εξαφανιστεί ή με το καλό ή με το άγριο. Το καλό είναι, αυτολογοκρισία και απόλυτη δήλωση υποταγής στην κυρίαρχη άποψη, το άγριο, κατηγορία για αντεθνική ή αντιλαϊκή δράση και ότι αυτό συνεπάγεται.
Υπάρχει μια κοινή συνιστώσα στα φασιστοκομμουνιστικά καθεστώτα και στα απολυταρχικά, και αυτή είναι ότι τα στοιχεία που καθορίζουν και απορρέουν από την δημοκρατία απουσιάζουν μερικώς ή ολικώς. Άλλωστε και σε ένα απολυταρχικό καθεστώς πάντα υπάρχει μια λογική για να δικαιολογεί την εξουσία, όπως η θεοκρατία, η πεφωτισμένη δεσποτεία, η συσπείρωση για λόγους άμυνας ή επιβολής σε ένα πρόσωπο, η αντιμετώπιση της αναρχίας κλπ κλπ. Η δημιουργία δηλαδή κάποιας ιδεολογίας είναι δεδομένη, που μέσα από αυτήν το κάθε καθεστώς επιβάλλεται στον λαό του ή ο λαός “δέχεται” να του επιβάλλεται αυτή η εξουσία.
Ας έρθουμε τώρα στην διαφαινόμενη ιδεολογία του χριστιανισμού να δούμε την σχέση του με τα πολιτικά μορφώματα και φυσικά να δούμε αντίστοιχα και την σχετική ιστορική του δράση.

Χριστιανική ιδεολογία

Μονοθεϊσμός - Μοναδική και υποχρεωτική αλήθεια

Ο Χριστιανισμός ξεκίνησε σαν ιουδαϊκή αίρεση, και αποδέχεται πλήρως την ιδεολογία της ιουδαϊκής θρησκείας μέχρι την εποχή που θεωρείται ότι ήρθε ο Χριστός, με κάποιες έστω επιφυλάξεις που ο ίδιος διατύπωσε στους υποτιθέμενους λόγους του. Οι εποχές αυτές είναι εποχές βασιλείας για τον λαό του Ισραήλ ή των κατακτητών του, Ασσυρίων, Περσών, Ελλήνων και Ρωμαίων.
Και φυσικά ισχύει ο ζηλότυπος μονοθεϊσμός ("οὐκ ἔσονται θεοί ἕτεροι πλήν ἐμοῦ").
Μια από τις συνεχείς προσπάθειες που προσπαθεί το εβραϊκό ιερατείο να κάνει όπως φαίνεται από την Παλαιά Διαθήκη είναι η αποδοχή από τον λαό του Ισραήλ αυτής της άποψης και πάταξη κάθε άλλης. Οι ειδωλολάτρες, όπως λέγονταν όσοι δεχόντουσαν άλλους θεούς, πέρασαν από μαχαίρι ή κτυπήθηκαν από την οργή του ζηλιάρη Ιεχωβά τους όπως θέλουν να μας πουν στα “ιερά” τους κείμενα. Οι ξένοι “ειδωλολάτρες”, οι άποικοι δηλαδή των Κρητών – Μινωϊτών, οι Φιλισταίοι, και οι υπόλοιποι λαοί της περιοχής ήταν το αντίπαλο δέος και ο κακός ο λύκος –οι βάρβαροι δηλαδή (γκοήμ=κτήνη) για να θυμίζουν το χρέος των Εβραίων βασιλέων στον μοναδικό θεό τους. Αντίθετα οι βασιλείς του Βόρειου Ισραήλ (Βασίλειο του Ιούδα) που λοξοκοίταζαν προς τους ειδωλολάτρες, τιμωρήθηκαν (ή έτσι θέλει να λέει το ιερατείο στην Παλαιά Διαθήκη) από τον Ιεχωβά.

Αγία Τριάδα

Η εμφάνιση του πολυαναμενόμενου από τους Εβραίους Μεσσία, όπως θεωρούν τουλάχιστον οι χριστιανοί, δηλαδή του Ιησού, έμπλεξε λίγο τα πράγματα. Δύο θεοί δεν μπορούν να υπάρχουν στον ίδιο κόσμο ακόμα και αν ο ένας είναι -υποτίθεται- γιος του άλλου. Ο δυισμός καραδοκεί και δεν θα μπορούν να δικαιολογήσουν την καλοσύνη και των δύο μαζί σε έναν τόσο κακό και αντιφατικό κόσμο. Αν τελικά είναι το ίδιο γιατί να είναι δύο και όχι ένας. Αν δεν είναι ένας αλλά δύο, σύντομα θα έρθουν σε σύγκρουση, ο ένας θα αντιπροσωπεύει το καλό και ο άλλος το κακό. Έτσι τον 4ο αι. προκρίθηκε η τριάδα και όχι ο δυισμός. Δεν είναι λοιπόν δύο, αλλά τρεις και δεν είναι θεοί αλλά πρόσωπα ισχυρίζονται οι χριστιανοί πατέρες, με την προσθήκη ενός “πνεύματος” που είναι και αυτό πρόσωπο (ότι και να σημαίνει αυτό) κάνει πολλά και τίποτα. Έτσι έχουμε τρία σε ένα. Τρία πρόσωπα αλλά μία φύση και κοινή θέληση. Δεν θα σχολιαστεί εδώ η διανοητική αυτή ακροβασία αλλά θα δούμε παρακάτω τι σοβαρές επιπτώσεις έχει στην πολιτική ιδεολογία του Χριστιανισμού και της Εκκλησίας, γιατί αυτή η “κοινή θέληση” του υποτιθέμενου θεού είναι τελικά υποχρεωτική και στους ανθρώπους όπως ακριβώς και στα πρόσωπα της Τριάδας.

Εξουσία – Θρησκεία

Άλλη μια ενδιαφέρουσα ρήση, που ευτυχώς διαστέλλει κάπως τον χριστιανικό από τον μουσουλμανικό κόσμο και έστω και μετά χίλια χρόνια βοήθησε στον να υπάρχει παράθυρο απαλλαγής από τη θρησκεία (στις πολιτισμένες χώρες τουλάχιστον, όχι εδώ), είναι η φράση που φέρεται να είπε ο Χριστός όταν του έθεσαν το θέμα αν πρέπει ή όχι να πληρώσουν οι Εβραίοι την φορολογία στον Καίσαρα, “ἀπόδοτε οὖν τὰ Καίσαρος Καίσαρι καὶ τὰ τοῦ Θεοῦ τῷ Θεῷ”.
Αυτό φυσικά έχει και δύο αξιοσημείωτες αναγνώσεις, και είναι και μια πρώτη ένδειξη των διπλών και αντιφατικών μηνυμάτων της χριστιανικής θρησκείας. Η μία “δεν μας αφορά η εξουσία αφού μας ενδιαφέρει μόνο ο θεός”, ή άλλη “μας αφορά και συνδράμομε την κάθε εξουσία σε αυτό που θέλει αφού ο θεός φρόντισε να είναι αυτή”. Φυσικά και κάθε σχετική παραλλαγή όπως αυτή που λέει “συνδράμομε την εξουσία που είναι αρεστή στον θεό μας δηλαδή στην θρησκεία μας, δηλαδή στην Εκκλησία μας και φροντίζουμε ώστε να είναι πάντα έτσι”. Τρανό παράδειγμα είναι το πόσο εύκολα η Εκκλησία πούλησε το Βυζάντιο στον αλλόδοξο Σουλτάνο (όταν αυτό λοξοκοίταζε στη Δύση) για να μην έχει σχέση με τον ομόδοξό της πάπα.

Δούλοι - Ελεύθεροι - Αφέντες

Το θέμα της δουλείας δεν υφίστατο στην αρχαία εποχή, γιατί ήταν ένα θέμα δεδομένο και παγκόσμιο. Αν οι πολίτες δεν φρόντιζαν για την άμυνά της πόλης, θα ερχόντουσαν οι γείτονες, θα τους έσφαζαν ή θα τους πουλούσαν σαν δούλους και θα εξανδραπόδιζαν τα γυναικόπαιδα. Το θέμα της κατάργησης της δουλείας, προήλθε από τον Διαφωτισμό και από την διακήρυξη των ατομικών δικαιωμάτων του ανθρώπου, άρα είναι σύγχρονη οπτική μολονότι και στην αρχαία εποχή υπήρχαν προτάσεις για κατάργηση έστω και μόνο μεταξύ των Ελληνικών συγκρούσεων (Σωκράτης, Πολιτεία).
Το ότι ο Χριστιανισμός δεν άλλαξε τίποτα στο θέμα της δουλείας όσο και αν έχουν ακουστεί διάφορες χαζομάρες σχετικές είναι γνωστό. Μερικοί λένε την ρήση του Παύλου: “ουκ ενι Έλλην και “Ιουδαίος, περιτομή και άκροβυστία, βάρβαρος, Σκύθης, δούλος, ελεύθερος, αλλά τα πάντα και εν πάσιν Χριστος” (Κολοσσαείς, 3: 11) σαν απόδειξη της άρνησης της δουλείας αλλά το ίδιο κείμενο υπάρχει και ως εξής: "ουκ ενι Ιουδαίος ουδέ Έλλην, ουκ ενι δούλος ουδέ ελεύθερος, ούκ ενι άρσεν και θήλυ· πάντες γάρ υμείς εις εστε εν Χριστώ Ιησού”. (Γαλατ. 3: 28). Η αναφορά λοιπόν είναι στα του Θεού μόνο, δεν υπάρχουν διακρίσεις όπως άνδρας και γυναίκα, αλλά στην πραγματική ζωή όπως λέμε “στα του Καίσαρος” δεν τον απασχολεί η διάκριση στο συγκεκριμένο χωρίο και σαν επιχείρημα ως κατά της δουλείας είναι ατυχές.
Υπάρχουν όμως άλλα χωρία που τον απασχολούν (τον Παύλο ή και τον θεό του) και μάλιστα υπερθεματίζει όχι μόνο υποταγή στην δουλεία αλλά πλήρης υποταγή στον κάθε αφέντη. “Οἱ δοῦλοι ὑπακούετε τοῖς κυρίοις κατὰ σάρκα μετὰ φόβου καὶ τρόμου ἐν ἁπλότητι τῆς καρδίας ὑμῶν ὡς τῷ Χριστῷ, μὴ κατ' ὀφθαλμοδουλίαν ὡς ἀνθρωπάρεσκοι, ἀλλ' ὡς δοῦλοι τοῦ Χριστοῦ, ποιοῦντες τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ ἐκ ψυχῆς, μετ' εὐνοίας δουλεύοντες ὡς τῷ Κυρίῳ καὶ οὐκ ἀνθρώποις, εἰδότες ὅτι ὃ ἐάν τι ἕκαστος ποιήσῃ ἀγαθόν, τοῦτο κομιεῖται παρὰ τοῦ Κυρίου, εἴτε δοῦλος εἴτε ἐλεύθερος” (Εφεσ. 6: 5-8). Δηλαδή όχι μόνο δεν είναι κακό που είναι δούλοι αλλά η δουλεία στον θεό, είναι ένα καλό παράδειγμα για το θεάρεστο έργο της ανθρώπινης δουλείας.
Δεν υπάρχει φυσικά στην χριστιανική γραμματεία κάτι που να δηλώνει καταδίκη ή κατάργηση της δουλείας, εκτός ίσως από κάποιες σποραδικές φράσεις κατά της δουλείας χριστιανών από χριστιανούς, αργότερα στο Βυζάντιο.
Άλλωστε είναι γνωστό ότι η διάδοση του χριστιανισμού βοηθήθηκε πολύ από τους δούλους και της γυναίκες της Ανατολής, που αφού κάποιος θεός τους βλέπει ίσους με τους άντρες και τους αφέντες όπως νόμιζαν, άξιζε της δουλοφροσύνης τους. Αυτό έχει σχέση και με το επόμενο.

Σχέση με τον πλούτο

Εδώ έχουμε μια επιπλέον ένδειξη των διπλών μηνυμάτων που στέλνει διαχρονικά αυτή η θρησκεία. Θα έλεγε κανείς σε επίπεδο μηνυμάτων αρνητική, στην πράξη όμως;
Τα σχετικά εδάφια είναι στον Μάρκο (10: 21) και Λουκά (18: 22) αλλά η Εκκλησία προτιμά το Ματθαίο (19: 21). Θα δούμε γιατί.
Λέει ο Χριστός: “...ἔτι ἕν σοι λείπει· πάντα ὅσα ἔχεις πώλησον καὶ διάδος πτωχοῖς, καὶ ἕξεις θησαυρὸν ἐν οὐρανῷ, καὶ δεῦρο ἀκολούθει μοι" (Κατά Λουκάν, 18: 22).
Που έρχεται και σε σύνδεση με το “ἰδὼν δὲ αὐτὸν ὁ ᾿Ιησοῦς περίλυπον γενόμενον εἶπε· πῶς δυσκόλως οἱ τὰ χρήματα ἔχοντες εἰσελεύσονται εἰς τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ! εὐκοπώτερον γάρ ἐστι κάμηλον διὰ τρυμαλιᾶς ραφίδος εἰσελθεῖν ἢ πλούσιον εἰς τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ εἰσελθεῖν” που ακολουθεί (Κατά Λουκάν, 18: 24-25). Αυτό σημαίνει ότι το πρώτο “target group” των χριστιανών ήταν οι απόκληροι της κοινωνίας, οι φτωχοί, οι δούλοι και αυτοί που δεν έβλεπαν να είχαν καμιά δυνατότητα εξέλιξης σε μια ατομοκρατική κοινωνία όπως μετασχηματιζόταν η πολυεθνική ρωμαϊκή αυτοκρατορία ειδικά στην Ανατολή.
Μόνο που, όταν ο Χριστιανισμός επικράτησε και η αριστοκρατία και ο πλούτος της εποχής ήταν πλέον χρήσιμος, αναφέρουν και αναλύουν μόνο το κομμάτι από τον Ματθαίο που περιλαμβάνει και το αν θέλεις να είσαι τέλειος που δίνει δυνατότητες διαφυγής για τον πλούσιο: “εἰ θέλεις τέλειος εἶναι, ὕπαγε πώλησόν σου τὰ ὑπάρχοντα καὶ δὸς πτωχοῖς, καὶ ἕξεις θησαυρὸν ἐν οὐρανῷ, καὶ δεῦρο ἀκολούθει μοι” (Κατά Ματθαίον, 19: 21).
Έτσι, αν και υποτίθεται ο Χριστός τους λέει ξεκάθαρα να δώσουν τα υπάρχοντά τους και να μην θησαυρίζουν, μπορεί να μπει πολύ νερό στο κρασί με την αμφίβολη αναζήτηση της “τελειότητας” που πλέον εξαγοράζετε και με χρήματα. Άλλωστε σήμερα ξέρουμε καλά ότι και η Εκκλησία και οι μονές ασχολούνται ιδιαίτερα με το θέμα του θησαυρισμού τους και του πως θα αυξήσουν την εξουσία τους (πάντα φυσικά για να κάνουν αγαθοεργίες, μόνο που και αυτές γίνονται με ξένα κόλλυβα).
Τελικά όσο και να λένε στους άλλους ότι φτωχοί και πλούσιοι είναι ίδιοι (αυτή είναι άλλη άποψη από τα φερόμενα λόγια του Χριστού), τελικά η ίδια η Εκκλησία σαν σύνολο, θεσμός, οργανισμός, ίδρυμα και ταγούς, κυνηγάνε το χρήμα σαν τρελοί. Δεν υπάρχει κάτι πιο επιδεικτικό η πιο πολυτελές από τον τρόπο ζωής αυτών των ανθρώπων, των ταγών της Εκκλησίας και η μόνιμη επιδίωξή τους είναι η συνέχιση αυτής της ευμάρειας που στηρίζεται στην αφέλεια των “φτωχών τω πνεύματι” που τους στηρίζουν, νομίζοντας ότι έχουν την “χάρη του θεού”, μια ενδιαφέρουσα θεωρία που έχουν καταφέρει να περάσουν σαν αλήθεια σε ανεγκέφαλους, που δυστυχώς είναι μεγάλο ποσοστό της κοινωνίας μας.
Θα μου πείτε, δεν υπάρχουν εξαιρέσεις; Ναι, αλλά αυτές επιβεβαιώνουν τον κανόνα. Κάποιοι ελάχιστοι (και είναι ένα θέμα αυτό δηλαδή το πόσο ελάχιστοι είναι), παίρνουν στα σοβαρά αυτά που πλασάρουν στο ποίμνιο. Είναι συνήθως αγαθοί άνθρωποι που ξεκίνησαν με ηθικά κριτήρια. Φυσικά στον βαθμό που δεν επιβουλεύονται ούτε κρίνουν την ηγεσία της Εκκλησίας είναι καλοδεχούμενοι από αυτήν για να τους φέρνουν σαν παράδειγμα στο πόσο ταπεινοί και καλοί γίνονται οι χριστιανοί λόγω ακριβώς των ελαχίστων εξαιρέσεων που μετά θάνατον τους αγιοποιούν και πλάθουν και ένα ωραίο μύθο για να κάνουν την δράση τους ποιο θαυματουργή. Είναι το βούτυρο στο ψωμί της εξουσίας τους. ΔΕΣΠως απέκτησαν περιουσία η Εκκλησία και τα μοναστήρια

Ρατσισμός

Δεν υπάρχει θεωρητικά σχέση του Χριστιανισμού με τον εθνοτικό ρατσισμό, με την έννοια ότι σαν διεθνιστικό κίνημα ενδιαφέρεται για όλους τους λαούς και όλες τις φυλές. Για τον λόγο αυτό και είναι η μοναδική θρησκεία που κάνει θεσμικά και οργανωμένα ιεραποστολές αν και δεν θέλουν με τίποτα ξένες ιεραποστολές (άλλων δογμάτων) στα δικά τους μέρη. Φυσικά στον βαθμό που οι σύγχρονες εθνικές εκκλησίες εμπλέκονται με “εθνικισμούς” (για λαϊκή κατανάλωση φυσικά) αυτό αλλάζει, προσέξτε τα κηρύγματα του Άνθιμου, και άλλων ιεραρχών καθώς και την εμπλοκή ιεραρχών με την “Χρυσή Αυγή”.
Υπάρχει όμως ένας έντονος ρατσισμός ως προς το φύλο των ανθρώπων. Φαίνεται από την απουσία θηλυκού στοιχείου στην θεότητα, από την απουσία θηλυκού στοιχείου στην ιεραρχία, από την απαγόρευση επαφής με το θήλυ των ιεραρχών και αρχιμανδριτών, και φυσικά από τα κηρύγματα και την γραμματεία τους στο πώς ξεχωρίζουν τις εντολές και προτροπές προς τις γυναίκες.
Αυτό θεμελιώθηκε με τα κηρύγματα του Παύλου καθώς και άλλων πατέρων όπως του Χρυσόστομου. Η απαγόρευση που οι περισσότεροι αποδέχονται, ώστε ο μισός πληθυσμός δηλαδή των γυναικών, να μην πατήσει ποτέ σε ένα πανέμορφο κομμάτι της ελληνικής γης στην χερσόνησο του Άθω, είναι σαφώς φαινόμενο ρατσισμού και γυναικοφοβίας που προέρχεται από τον πυρήνα της χριστιανικής θεώρησης, και μαθηματικά οδηγεί σε φαινόμενα ομοφυλοφιλίας αλλά και άλλων εκτρόπων.

Η άλλη άποψη

Η άλλη άποψη δεν ήταν ποτέ αρεστή στους χριστιανούς. Στο άρθρο «Η Ορθοδοξία και η άλλη άποψη έως την Άλωση», αναφέρουμε πλήθος ιστορικών αποδείξεων του τρόπου επιβολής του Χριστιανισμού και του τρόπου αντίδρασης σε κάθε τι το διαφορετικό. Δεν είναι τυχαίο που με την πλήρη επικράτηση του Χριστιανισμού επικράτησε αυτό που λέμε «Σκοτεινοί Αιώνες» ή ακόμα καλύτερα «Μεσαίωνας».
Για τους χριστιανούς μία είναι η αλήθεια, δηλαδή το Ευαγγέλιο και φυσικά ο συγκεκριμένος τρόπος ερμηνείας του. Οτιδήποτε δεν ταυτίζεται με αυτή την θεώρηση είναι αιρετικό ή αλλόδοξο και πρέπει να παταχθεί. Πως θα γίνει αυτό; Μα με έναν απλό και απόλυτο τρόπο. Πείθεται η εκάστοτε εξουσία ή η κοινωνία ότι ο άλλος τρόπος βλάπτει την ίδια την εξουσία ή την κοινωνία, δηλαδή ότι ή άλλη άποψη που ενοχλεί την συγκεκριμένη θρησκεία τελικά βλάπτει την ίδια την κοινωνία, έτσι η ίδια η κοινωνία τη συνδρομή της Εκκλησίας την πατάσσει. Αυτό δίνει και την δυνατότητα μελλοντικής διαφυγής της Εκκλησίας από το πρόβλημα, λέγοντας αφελώς ότι δεν ήταν απόφαση της Εκκλησιάς αυτή η δολοφονία ή γενοκτονία αλλά του κράτους ή του αυτοκράτορα.

Θεωρία συνωμοσίας

Αν υπάρχουν συνωμοσίες, η επικράτηση και διαιώνιση του Χριστιανισμού είναι σίγουρα το καλύτερο παράδειγμα. Ο τρόπος διαπλοκής του στην κοινωνία και την κρατική μηχανή έχει όλα τα χαρακτηριστικά της συνωμοσίας που όλοι ξέρουν αλλά κανείς δεν παραδέχεται.
Αυτό γίνεται ταυτόχρονα σε τρία τουλάχιστον επίπεδα που είναι απόλυτα συντονισμένα και εναρμονισμένα.
Σε επίσημο επίπεδο αυτό γίνεται από την ηγεσία της Εκκλησίας και τους μητροπολίτες με ανακοινώσεις και προτροπές προς το ποίμνιο και την κυβέρνηση. Οι προτροπές αυτές είναι σχεδόν πάντα “πολιτικά ορθές” με την έννοια ότι επειδή είναι οι μόνες επίσημες και καταγεγραμμένες και αποφεύγουν τις ακρότητες. Υπάρχει όμως και άλλο ένα επίπεδο που περιλαμβάνει τις παραθρησκευτικές οργανώσεις σήμερα ή της μονές και τους περιδιαβαίνοντας καλόγερους άλλοτε, που φανατίζουν τον κόσμο και προσπαθούν να επιβάλλουν τις απόψεις τους ή τον εκμηδενισμό των αντιπάλων της (ένα παράδειγμα τελευταίο ήταν η παράλληλη δράση χρυσαυγιτών και παραθρησκευτικών οργανώσεων για να σταματήσει η θεατρική παράσταση Corpus Christi, στο θέατρο “Χυτήριο” τον Οκτώβριο του 2012).
Φυσικά υπάρχει και ένα πλέον υποχθόνιο επίπεδο από την ίδια την Εκκλησία που μυστικά διαπραγματεύεται συνέχεια με την εξουσία για τα συμφέροντά της και αυτό φάνηκε με την διαπλοκή Εκκλησίας, Δικαιοσύνης και Πολιτικών την τελευταία δεκαετία που οι αποκαλύψεις για την σάπια διακυβέρνησή μας έπεφταν βροχή. Η επιμονή του Χριστόδουλου και η άρνηση του Σημίτη για “κατ' ιδίαν” συνάντηση στο θέμα των ταυτοτήτων, δείχνει ξεκάθαρα ότι η Εκκλησία έχει τον τρόπο της να εκβιάζει σοβαρά την εξουσία ακόμα και με τρόπο που δεν θέλει να είναι φανερός.
Πέρα από τα φαινόμενα λοιπόν υπάρχει και μια κρυφή ατζέντα για τους εκκλησιαστικούς με βάση την οποία πιέζουν κυβερνήσεις, ΜΜΕ, και κοινωνία για να περνούν τις απόψεις τους, να προβατοποιούν τον κόσμο, και τελικά να αυξάνουν και να διαιωνίζουν την εξουσία τους.

Οι αιρέσεις

Οι αιρέσεις έχουν σχέση με το προηγούμενο ακριβώς. Όταν ο Χριστιανισμός επιβλήθηκε σχεδόν παντού, με οικονομικά κίνητρα, με πειθώ, με τους νόμους ή με τα όπλα του Βυζαντίου, στο διάστημα 4ου με 10ο αιώνα, δεν υπήρχαν πλέον αξιοσημείωτοι αλλόθρησκοι, αλλά μόνο αιρετικοί. Φυσικά, όλοι σχεδόν οι αλλόθρησκοι και αιρετικοί πατάχθηκαν με ακραίο και μερικές φορές ανατριχιαστικό τρόπο, ή οδηγήθηκαν από τους ίδιους στην παρανομία. Η απόδειξη του ακραίου τρόπου δράσης και σκέψης πίσω από την πάταξη αυτή, είναι η διαχρονική συνήθεια της Εκκλησίας να καίει όλα τα αντίγραφα των βιβλίων ή των συγγραμμάτων από την οποιαδήποτε άλλη άποψη που την θεωρεί αντίθετη. Αυτό έγινε τόσο με την εικονομαχική φιλολογία, όσο και με όλες σχεδόν τις αιρέσεις, με αποτέλεσμα ό,τι ξέρουμε για αυτές να είναι μόνο αυτά που πλασάρει η επίσημη Εκκλησία που τονίζει φυσικά και τον αντικρατικό ρόλο τους, στον οποίο φυσικά η ίδια τους έσπρωξε, ταυτίζοντας την ύπαρξή της με το κράτος του Βυζαντίου.

Συνωμοτικός μηχανισμός

Ο πνευματικός έλεγχος των πιστών γίνεται με τις τελετουργίες αλλά και τις θαυματουργίες και τα χιλιάδες λείψανα που πείθουν τους αφελείς για την αγιότητά τους. Με την επαφή αυτή, αφού η λογική επεξεργασία έχει χαθεί για τα πρόβατα, περνούν και τα μηνύματά τους που είναι όχι μόνο για αυτούς που έρχονται σε επαφή αλλά για όλη την κοινωνία. Πέρα από αυτό όμως έχουν και άλλη δράση.
Από την εποχή της Εικονομαχίας φάνηκε η δυνατότητα της Εκκλησίας σε ιδιαίτερη συνωμοτική τακτική, με την χρήση ενός τεράστιου δικτύου μονών και εκκλησιών που υπάρχουν διεσπαρμένες παντού μέσα στην κοινωνία που θέλει να ελέγχει αλλά και εκτός αυτής. Γιατί ακόμα και με αποκεφαλισμένη την επίσημη Εκκλησία από την Διοίκηση, το δίκτυο αυτό μπορεί να δρα ανεξάρτητα και να πιέζει, να εξάπτει τον κόσμο παντού ή σε συγκεκριμένες περιοχές, να φυγαδεύει με ασφάλεια φυγόδικους παπάδες, καλόγερους ή και λαϊκούς και γενικά να βοηθάει με ένα τεράστιο δίκτυο πληροφοριών την Εκκλησία, ώστε να είναι πάντα ενημερωμένη και δυνατή.
Το δίκτυο αυτό ήταν ένας από τους σημαντικότερους παράγοντες στην νίκη των εικονολατρών. Η δράση του δικτύου αυτού έπαιξε επίσης χαρακτηριστικά καθοριστικό ρόλο στην αντιδυτική φρενίτιδα της υστεροβυζαντινής εποχής που οδήγησε με ακρίβεια το Βυζάντιο στα χέρια του Σουλτάνου*.
[* Όλοι οι αναλυτές προσπαθούν να καταλάβουν με την λογική για ποιον λόγο υπήρχε τόσο μένος των ορθοδόξων κατά των Λατίνων και το ρίχνουν με μεγάλη ευκολία στην Δ' Σταυροφορία και την πρώτη Άλωση της Κωνσταντινούπολης. Στην πραγματικότητα όπως φάνηκε και στο κεφάλαιο “Πως η Εκκλησία τελικά προτίμησε και έφερε τους Οθωμανούς” στο άρθρο “Η Ορθοδοξία και ή άλλη άποψη”, το μεν θέμα του σχίσματος ήταν βασικά πολιτικό και θεμελιώθηκε σε θεολογικές αρλούμπες, αλλά η δυσπιστία και οι διαμάχες ξεκίνησαν πριν από την Α' Σταυροφορία. Χαρακτηριστικό σημείο είναι η σφαγή από τον Ανδρόνικο τον Α' των Φράγκων-Βενετών που βρισκόντουσαν στην Πόλη για να φανατίσει τον (ήδη υποδαυλισμένο από τους καλόγερους και παπάδες) λαό κατά του Μανουήλ Α' που έδειχνε φιλοδυτική πολιτική, με σκοπό τελικά τον σφετερισμό της εξουσίας. Μια πράξη που έφερε τους Νορμανδούς να κάνουν επιδρομή και να φθάσουν μέχρι την Κωνσταντινούπολη, μέχρι τελικά να καταλάβουν οι ίδιοι οι Βυζαντινοί τι φίδι είχαν εκθρέψει και να λιντσάρουν τελικά τον Ανδρόνικο ο ίδιος ο όχλος που τον ανέβασε.]
Το δίκτυο αυτό επί τουρκοκρατίας ήταν βασικό συστατικό της οργάνωσης της Εκκλησίας αφού η ίδια στα πλαίσια της νέας θέσης που είχε στο πολυφυλετικό Ισλάμ, ανέλαβε διοικητικές, φορολογικές και αστυνομικές δραστηριότητες, που το συγκεκριμένο δίκτυο υποστήριζε. Η απαλλαγή επί πλέον των μονών από την φορολογία και οι δωρεές του σουλτάνου με σχετικά φιρμάνια, αύξησαν δραματικά την περιουσία τους και την δύναμή τους.
Στον αγώνα για την ελληνική ανεξαρτησία ο κατώτερος κλήρος και οι μοναχοί που ήταν στις εξεγερμένες περιοχές, βρέθηκαν σε δίλημμα. Οι περισσότεροι ακολούθησαν το επαναστατικό ρεύμα που παρέσυρε το ποίμνιό τους, ενώ οι υπόλοιποι τάχτηκαν με την επίσημη Εκκλησία που θεράπαινε τον Σουλτάνο και την εξουσία του. Για την δράση των μονών στην εξέγερση υπάρχουν θετικές και αρνητικές καταστάσεις. Μια χαρακτηριστικά αρνητική από πλευράς εθνικής (που δεν υπήρχε τότε -έστω ομόδοξης) δράσης, η δολοφονία του Ιωάννη Κολοκοτρώνη (μικρότερος αδερφός του Θεόδωρου) μαζί με πέντε παλικάρια από προδοσία των καλόγερων της Μονής «Παναγίας των Αιγυαλών» εις την οποίαν είχαν πάει οι ήρωες γυρεύοντας καταφύγιο από τους Τούρκους, μερικά χρόνια πριν τον ξεσηκωμό.
Ο ηρωικός Κατσαντώνης μαζί με τους συντρόφους του επίσης προδόθηκε από καλόγερους.
Ο Εμμανουήλ Παππάς επαναστάτης στην Μακεδονία, αφού έφαγε την προσωπική του περιουσία για τον αγώνα (μικρή αλλά αξιοσημείωτη υποσημείωση, κατά κανόνα, τα περισσότερα παλικάρια του απελευθερωτικού αγώνα μας πληρωνόντουσαν σε χρήμα ή σε αγαθά για να συνδράμουν, να μην ξεχνάμε ότι ακόμα δεν είχε δημιουργηθεί αυτό που λέμε εθνική συνείδηση αλλά αυτές ήταν και οι πρώτες προσπάθειες δημιουργίας της), ζήτησε υποστήριξη από τις πάμπλουτες μονές στον Άθω που φυσικά την αρνήθηκαν, μάλιστα όταν οι Τούρκοι εκκαθάρισαν την περιοχή, οι μονές παρέδωσαν όσους είχαν ζητήσει εκεί άσυλο και όλα τα όπλα των επαναστατών που βρισκόντουσαν εκεί.
Μετά την απελευθέρωση ο Καποδίστριας και αργότερα ο Όθωνας κατάλαβαν ότι δεν υπήρχε περίπτωση το ελληνικό ποίμνιο να ποιμενόταν από πράκτορες του Οθωμανού πατριάρχη. Έτσι προέκυψε τελικά η σχισματική θα λέγαμε αρχικά (αργότερα το Πατριαρχείο την δέχτηκε), αυτοκέφαλη Ελληνική Εκκλησία.
Με την πάροδο του χρόνου το δίκτυο αυτό επαναλειτούργησε, μια ενδιαφέρουσα περίπτωση του τρόπου που πλέον δουλεύει είναι η κατανόηση της δράσης των παραθρησκευτικών οργανώσεων, για όσες δηλαδή έχουμε ικανές πληροφορίες, όπως και η δράση των Απόστολου Βαβύλη, ή Ιάκωβου Γιοσάκη, ή το γνωστό παραδικαστικό κύκλωμα και η διαπλοκή Εκκλησίας, Δικαιοσύνης, Πολιτικών σε πασίγνωστες υποθέσεις που ταλανίζουν ακόμα το πανελλήνιο. Η δράση τους εκτός από τις μονές γίνεται μέσα από δήθεν “επιστημονικούς” συλλόγους ή συλλόγους γονέων, ή άλλες “κοινωφελείς” ομάδες.
Όταν βλέπετε προτροπές όπως, “Ἔχουμε χρέος ν’ ἀντιμετωπίσουμε οὐσιαστικά τά φαινόμενα τῶν αἰρέσεων καί τῆς παραθρησκείας, τά ὁποία στίς μέρες μας λαμβάνουν ἀνησυχητικές διαστάσεις", δεν είναι τίποτα άλλο παρά συνεχείς εντολές στο δίκτυο, που από ένα σημείο και μετά δουλεύουν υποσυνείδητα, για την καταγραφή και παρακολούθηση κάθε μη ορθόδοξης δραστηριότητας με σκοπό να “ενημερώσουν” την κοινωνία, προσθέτοντας ότι κατηγορίες περισσότερες μπορούν, ώστε να μην μπορούν οι ανταγωνιστές και οι αντίπαλοι να σταθούν σε χλωρό κλαρί.

Η ταύτιση κράτους και Εκκλησίας

Η ρήση “τα Καίσαρος τω Καίσαρι”, όπως είδαμε έχει αρκετές αξιοσημείωτες αναγνώσεις και η Εκκλησία διαχρονικά προτιμά τις συνιστώσες που την βολεύουν. Όπως είδαμε ήδη η κύρια προσπάθεια είναι να πείσει την κοινωνία ή την άρχουσα τάξη ότι τα συμφέροντά της ταυτίζονται με την Εκκλησία, στην χώρα μας όμως έχουμε ακόμα πλήρη εμπλοκή και ταύτιση κράτους και Εκκλησίας. Η ορθόδοξη χριστιανική θρησκεία είναι καταγεγραμμένη στο Σύνταγμα του ελληνικού κράτους σαν η επικρατούσα θρησκεία, επίσης το ίδιο το Σύνταγμα (αν είναι δυνατόν) σε αντιδιαστολή της ισότητας που διακηρύσσει αρχικά, περιλαμβάνει ένα σωρό άρθρα για να διασφαλίσει την περιουσία και τα συμφέροντα σειράς εκκλησιαστικών μονών και καθιδρυμάτων ακόμα και ξένων από τη χώρας μας. Η ύπαρξη υπουργείου που δεν είναι υπουργείο Παιδείας, αλλά Παιδείας και Θρησκευμάτων μαζί και ισότιμα, δείχνει ακόμα περισσότερο σε τι κατάσταση βρίσκεται αυτή η χώρα. Προχθές ακόμα, η εκκλησιατική Ιεραρχία απαίτησε από το υπουργείο να περιλαμβάνονται και εκκλησιαστικοί στις επιτροπές έκδοσης όλων των σχολικών βιβλίων!
Η ελληνική κοινωνία, είτε πιστεύει στην Ορθοδοξία είτε όχι, χρηματοδοτεί θέλοντας και μη, υποχρεωτικά, τόσο τους παπάδες, όσο και τους χρυσοποίκιλτα ντυμένους επισκόπους, γύρω στους 11 χιλιάδες συνολικά αργόμισθους δημόσιους υπαλλήλους, οι οποίοι τη συνδρομή όλων των κομμάτων, γλύτωσαν από την “κινητικότητα” και την μείωση των μισθών τους. Αφήνει την περιουσία της Εκκλησίας και τις δωρεές σε αυτήν αφορολόγητες, οι όποιες υποχρεώσεις προς το κράτος (ποσοστό από το παγκάρι) αποκρύβονται με διπλά βιβλία. Η ίδια η Εκκλησία επιβάλλει τις θελήσεις της στην κοινωνία με τα μέσα που είδαμε και θα δούμε παρακάτω.
Εδώ φυσικά είναι και το τραγελαφικό του γεγονότος που οδηγεί σε πλήρη νοητική σύγχυση, πιστούς και ποίμνιο, δηλαδή τα πολλαπλά μηνύματα που λέγαμε. Η Εκκλησία είναι εξ' ορισμού διεθνιστική (αυτοί την λένε οικουμενική), στην προσπάθεια της όμως να συμπλεύσει με τις νέες κρατικές διαδικασίες εκδημοκρατισμού από τα τέλη του 19ου αι. και μετά, πλασάρει έναν ακραίο εθνικό χαρακτήρα που έρχεται σε αντίφαση με τον διεθνιστικό της ρόλο αλλά και φυσικά με το κήρυγμα της κάθε Κυριακή. Η εξαιρετική σχέση αρκετών μοναχών - παπάδων με την Χρυσή Αυγή όσο και το ΚΚΕ είναι αποτέλεσμα αυτής της σχιζοφρένειας. Δέστε και ένα σχετικό άρθρο: «Η ευθύνη της Εκκλησίας στην κρίση» και «Φανατισμός με σταυρό και σημαία», του Σταύρου Γιαγκάζογλου. Την σχιζοφρένεια αυτή εκφράζει από την μια μεριά ο Άνθιμος Θεσσαλονίκης, το “αγιορείτικο βήμα”, ο Αμβρόσιος Καλαβρύτων και φυσικά και άλλοι πολλοί, από την άλλη, την διεθνιστική καλύτερο παράδειγμα είναι ο Αναστάσιος Αλβανίας και φυσικά ο εκάστοτε Οικουμενικός πατριάρχης, οι εδώ πράκτορες τους είναι πιο χλιαροί στα διεθνιστικά τους.
Η εθνικιστική αυτή Εκκλησία, όπως και το γνωστό Σχίσμα Ανατολής Δύσης και το αμοιβαίο μίσος έκτοτε των χριστιανών, δείχνουν ξεκάθαρα ότι το πρόβλημα είναι απλά η καρέκλα και η εξουσία και τίποτα άλλο. Αλίμονο σε αυτούς που τους θεωρούν πνευματικούς τους ηγέτες.

Η μόνιμη επέμβαση σε θέματα κοινωνίας

Αυτό θα φανεί και στην ιστορική δράση. Είναι απόρροια και όχι μόνο του προηγούμενου.
Αρχικά, η ιδέα είναι ότι ο Χριστιανισμός πρέπει να διδαχθεί παντού, όλοι να μάθουν για τον Χριστό, γιατί αν γίνει αυτό, τότε θα προχωρήσει και το σχέδιο του θεού στη γη όπως φυσικά το ξέρουν οι χριστιανοί από τις προφητείες που φέρεται να είπε ο Ιησούς ή άλλοι.
Φυσικά αυτό δεν ήταν δυνατόν, η θρησκεία αυτή έφθασε σε κάποια όρια και από εκεί υπάρχει συρρίκνωση. Εσχάτως βρέθηκε νέο παρθένο κοινό στην Αφρική και εκεί υπάρχει οργασμός ιεραποστολών για να βουτήξουν ότι μπορούν από τους μουσουλμάνους που είναι επίσης αρκετά δραστήριοι. Το θέμα είναι ότι ο Χριστιανισμός αυτή τη στιγμή παγκοσμίως είναι σε συρρίκνωση.
Η προσπάθεια ότι πρέπει να διαδοθεί παντού η πίστη αυτή φαίνεται και από τον υποχρεωτικό νηπιοβαπτισμό. Ο νηπιοβαπτισμός είναι ο μοναδικός τρόπος να διαδίδεται επ' άπειρον μια θρησκεία χωρίς να υπάρχουν λογικές αντιστάσεις, αφού όταν αναπτυχθεί το λογικό στον άνθρωπο, θα είναι ήδη χρωματισμένο, άρα δυσκολότερη η απόφαση να αλλάξει στρατόπεδο και παντελώς αδύνατο να ξεκινήσει από το μηδέν. Ήδη οι σκεπτομορφές του θα είναι χρωματισμένες και επηρεασμένες από ότι έχει μάθει εξ απαλών ονύχων. Αυτό πρωτοέγινε σαν ένα απόλυτο φασιστικό μέσο την εποχή του Ιουστινιανού για να εξαφανίσουν τις άλλες θρησκείες με νομική κάλυψη. Είναι και αυτό που φοβούνται για το μέλλον οι χριστιανοί, ότι θα έρθει ο “αντίχριστος” και θα τους κάνει το ίδιο που έκαναν αυτοί στους προγενέστερους πολιτισμούς, δηλαδή θα τους σφραγίσει με το σήμα του.
Επειδή λοιπόν ο χριστιανός νομίζει ότι ξέρει την “μοναδική αλήθεια” στην πραγματικότητα μπορεί να επικοινωνεί μόνο με άλλους που επίσης την ξέρουν. Φυσικά σε ομοιογενείς κοινωνίες πάντα υπήρχε μια διάκριση για τους ξένους, δεν ξέρω αν είναι αυτό που λέμε σήμερα ρατσισμός, με την εμπλοκή όμως της θρησκείας, ο ρατσισμός απέκτησε σίγουρα την σημερινή του έννοια. Ο χριστιανός δεν μπορεί να βλέπει αλλόδοξους να δείχνουν την θρησκεία τους ή τις ιεροπραξίες τους γιατί...σκανδαλίζεται. Αντίθετα αυτός πρέπει να επιδεικνύει τις δικές του συνέχεια. Φυσικά πρέπει να φέρει πάνω του τα σύμβολα της θρησκείας όπως σταυρούς κ.λπ. και γενικά πρέπει να δηλώνει παντού ότι είναι χριστιανός ακόμα και στην ταυτότητά του. Η έννοια της σεμνότητας λοιπόν ως προς την θρησκεία του δεν υπάρχει, το αντίθετο. Ο Χριστιανισμός ως προς την προβολή του είναι ιδιαίτερα εξωστρεφής.
Πώς μπορεί ένας τέτοιος άνθρωπος, μια τέτοια θρησκεία, μια Εκκλησία να μην εμπλέκεται με την κοινωνία, πώς μπορεί αυτό να μην έχει τα χαρακτηριστικά συνωμοσίας; Η μοναδική της προσπάθεια είναι αυτή η συνεχής εμπλοκή με την κοινωνία ώστε να την ελέγχει. Να την πείθει ότι η εχθροί της Εκκλησίας είναι και εχθροί της κοινωνίας. Μόνο έτσι έχει καταφέρει να επιβιώσει και να έχει τόση δύναμη. Αυτή η ομογενοποίηση της κοινωνίας που προσπαθεί, θάβοντας συστηματικά την άλλη άποψη, είναι ο φασισμός που προβάλει και η αγία Τριάδα, δηλαδή πολλά πρόσωπα κοινή θέληση. ΔΕΣΠοιό είναι το πρόβλημα με την Εκκλησία

Η ηθική προσωπικότητα του Θεού

Στο άρθρο “Το Σύμβολο της Πίστεως”, γίνεται μια ανάλυση της ηθικής προσωπικότητας του Θεού, όπως τον φαντάζονται και πλασάρουν στα κείμενά τους οι χριστιανοί -διαβάστε το, δεν θα σας αρέσει καθόλου. Η ηθική του και η αγάπη του είναι χειρότερη από του χειρότερου γήινου δικτάτορα ή του παρανοϊκότερου επιστήμονα.

Η ιστορική δράση της Εκκλησίας και η πολιτική στην χώρα μας (κυρίως)

Μοναρχία, απολυταρχία

Η Εκκλησία δημιουργήθηκε την αυτοκρατορική εποχή, και αυτήν ακριβώς συνέδραμε. Το σχέδιο “ένας θεός στον ουρανό, ένας βασιλιάς στην Γη” βοήθησε την σύμπραξή της αυτοκρατορικής εξουσίας, και την ανέδειξε σε υπ' αριθμόν ένα θεσμό μέσα στην αυτοκρατορία. Μετά από αυτή τη σύμπραξη η Εκκλησία δεν διαχωρίζεται από τον Καίσαρα ως ίσως όφειλε (αν έχει δηλαδή κάποια ισχύ κάτι από αυτά που διδάσκουν), είναι το δεξί χέρι του Καίσαρα μέχρι που η δύναμή της θα μεγαλώσει περισσότερο από του Καίσαρα, δίνοντάς της πλέον την δυνατότητα να θάψει τον Καίσαρα και να προσεταιριστεί τον Σουλτάνο, τον νέο ισχυρό μονάρχη.
Για την Εκκλησία δεν υπάρχει δημοκρατία, είναι ένα πολίτευμα με το οποίο δεν είχε έρθει ποτέ σε επαφή, αναφερόταν μόνο στα έργα των μιαρών και άθεων Ελλήνων, και φυσικά ήταν κάτι το εξοβελιστέο. Γεννήθηκε λοιπόν σε μοναρχία έζησε και ανδρώθηκε για 17-19 αιώνες σε αυτό το καθεστώς και φυσικά το καθεστώς αυτό ταιριάζει απόλυτα στο πνεύμα και το γράμμα των βιβλικών ή αποστολικών κειμένων της ή της χριστιανικής γραμματείας. Είναι προφανές ότι τον 19ο αιώνα (τέλη 18ου τουλάχιστον), κάθε διασάλευση της λογικής αυτής ήταν εκτός Εκκλησίας και επέσυρε την μήνη της. Η Αναγέννηση, ο Διαφωτισμός, η Γαλλική Επανάσταση ήταν όλα τάσεις για διασάλευση του θεϊκού σχεδίου και οδηγούσαν στην αθεΐα κάτι που η Εκκλησία δεν μπορούσε να δεχθεί. Όλες οι πατριαρχικές επιστολές αναφέρονται σε αυτό ακριβώς. Από παντού φαίνεται ότι η Οθωμανική αυτοκρατορία φτάνει στο τέλος της, αλλά εδώ η Εκκλησία δεν έχει “plan b” όπως είχε στο Βυζάντιο, δεν υπάρχει άλλη συντηρητικότερη λύση για να στραφούν σε αυτήν (η μοναδική προσπάθεια στα Ορλοφικά, που θα έφερνε το ομόδοξο ξανθό γένος ήταν τραγικό -για τους Μοραΐτες ειδικά- φιάσκο). Έτσι για πρώτη φορά η Εκκλησία βρέθηκε σε δύσκολη κατάσταση και για αυτό πολύ από αυτούς θεωρούν την Ελληνική Επανάσταση μεγάλη καταστροφή και το λένε ευθαρσώς ακόμα και στα ελληνικά ΜΜΕ, ακόμη και σήμερα. Όπως είδαμε, μετά την Επανάσταση δημιουργήθηκε σχίσμα μεταξύ ελληνικής Εκκλησίας και του Πατριαρχείου, που αργότερα όταν είδαν ότι δεν υπήρχε επιστροφή στην προτεραία κατάσταση, το αποδέχτηκαν και τώρα υποτίθεται υπάρχει αμοιβαία ανοχή και “αγάπη”. Για την δράση της Ορθοδοξίας και της Εκκλησίας στο Βυζάντιο, το άρθρο που προαναφέρθηκε “Η Ορθοδοξία και η άλλη άποψη”, έχει αρκετά χρονολογικά τοποθετημένα στοιχεία για την εγκληματική και συνωμοτική σε αρκετές περιπτώσεις δράση της Εκκλησίας αλλά και της ιδεολογίας της.

Φασισμός, Ναζισμός, δικτατορίες

Η δράση των δύο αυτών θεωριών ήταν τόσο λίγη αλλά δυνατή και η περίοδος τόσο (ευτυχώς) μικρή. Μόνο που παρά την υιοθέτηση από την πλευρά του δεύτερου τουλάχιστον κάποιων συμβολιστικών και καμπαλιστικών τακτικών, η σχέση τους με την Εκκλησία ήταν άριστη. Μάλιστα όταν φάνηκε η ελπίδα ότι κάποιο “καλό χέρι του θεού” θα εξαφάνιζε τους “μιερούς” Εβραίους, αυτούς που υποτίθεται ότι σταύρωσαν τον Ιησού, μεγάλο κομμάτι της Εκκλησίας (στην Δύση) βοήθησε και συνέδραμε στην ανεύρεσή τους και τον “εκτοπισμό” τους δηλαδή την γενοκτονία τους.
Στην Ελλάδα η δικτατορία του Μεταξά αν και υιοθέτησε αρκετά από τα φασιστικά στοιχεία της διπλανής Ιταλίας, δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ακριβώς Φασισμός αλλά κακέκτυπη αντιγραφή (αν εξαιρέσουμε τις κοινωνικές ασφαλίσεις) κυρίως στοιχείων και συμβολισμών. Η σχέση με την Εκκλησία φυσικά όπως και να θεωρήσουμε το καθεστώς εκείνο ήταν άριστη, επέβαλε τον αρχιεπίσκοπο που ήθελε, η Εκκλησία δεν αντέδρασε (γιατί άλλωστε;). Παρόμοια και χειρότερη ήταν η κατάσταση με την Επταετία, την γνωστή και σαν Χούντα των συνταγματαρχών. Εδώ υπήρξε συγκεκριμένο σύνθημα του καθεστώτος “Ελλάς Ελλήνων Χριστιανών” και του “Πατρίς Θρησκεία Οικογένεια” που δίνει ξεκάθαρα και το στίγμα της νέας ιδεολογίας που έχει η εθνική Εκκλησία. Η Εκκλησία μπορεί να είναι θεωρητικά οικουμενική, αλλά τώρα λέμε αστεία, οι Σέρβοι και οι Βούλγαροι αν και ομόδοξοι είναι εχθροί μας (τότε). Η Εκκλησία λοιπόν γίνεται σταδιακά θεματοφύλακας της έννοιας του Έθνους όπως το φαντάζονταν οι αυτόκλητοι διατηρητές του. Το ίδιο έγινε σε όλον τον κόσμο. Η Εκκλησία, κατά κανόνα, στήριζε και στηριζόταν από μοναρχικές ή απολυταρχικές εξουσίες.

Κομμουνισμός

Ο Κομμουνισμός από την αρχή είχε αντίθεση με την θρησκεία και οι θεωρητικοί του ήταν έντονα υλιστές. Η δουλική δράση του Μητροπολίτη Μόσχας και η αλληλεξάρτησή του με τον Τσάρο, η ύπαρξη ενός άλλου δικτύου όπως είδαμε που θα κυοφορούσε σταδιακά αντίδραση στο νέο καθεστώς της Ρωσίας, ήταν ασύμβατα με την προσδοκώμενη “λαϊκή κυριαρχία”. Η ίδια η δράση του κόμματος ήταν ανταγωνιστική και έτεινε σε θρησκεία, οπότε η δράση άλλης θρησκείας ανταγωνίστριας θα ήταν ανεπιθύμητη. Έτσι η Εκκλησία έχει δομική αντίθεση με το καθεστώς αυτό, πλήρους άρνησης της αρχικά, αλλά ανοχής στο τέλος. Βέβαια στην Ελλάδα έχουμε μια ιδιαίτερη πρωτοτυπία. Υπάρχει μια ενδιαφέρουσα σύζευξη (όχι φυσικά επίσημη) θρησκείας και ΚΚΕ με ηχηρές παρουσίες (Κανέλλη, Ζουράρις, νεοορθόδοξοι κ.λπ.). Γενικά υπάρχει μια αμοιβαία έλξη και ανοχή όσο και αν αυτό φαίνεται παράδοξο. Φυσικά μετά από αυτό δεν είναι παράδοξο ότι σε αυτήν την χώρα έχουμε ακόμα το μοναδικό πλέον, τελευταίο σταλινικό ΚΚ από όλον τον κόσμο που δείχνει και αρκετά ακμαίο για το μέγεθός του.

Δημοκρατία ή ό,τι τέλος πάντων μοιάζει σε αυτήν (ή το πως φθάσαμε ως εδώ)

Είδαμε λοιπόν ότι σταδιακά η Εκκλησία ήρθε σε επαφή από τον 19ο αιώνα, σταδιακά με την ιδέα της δημοκρατίας και επίσης σταδιακά την αποδέχεται στον βαθμό που η κοινωνία γίνεται πιο δημοκρατική. Εδώ υπάρχουν κάποια προβλήματα για την Εκκλησία. Μέχρι τώρα επέβαλε την γνώμη της παντού και μάλιστα με τον προσεταιρισμό του “ελέω Θεού μονάρχη”, ή αργότερα στην Ευρώπη της “φωτισμένης δεσποτείας” και δεν είχε ιδιαίτερους ανταγωνιστές. Όπως είδαμε κάθε άλλη άποψη θάβετε κατάλληλα μέσω των μηχανισμών της αλλά κυρίως τον ίδιο τον μηχανισμό της μοναρχίας που δεν σηκώνει και πολλές αντιρρήσεις και που θέλει την Εκκλησία να βοηθάει στον έλεγχο των πιστών. Μην ξεχνάμε ότι ένα καλός δούλος του θεού είναι και καλός δούλος του όποιου μονάρχη.
Στην Ευρώπη τα πράγματα λύθηκαν σχετικά εύκολα με αρχή την Γαλλική Επανάσταση. Μετά την αποβολή της θρησκείας από το γαλλικό κράτος, και την αποδοχή ότι στην Γερμανία υπάρχουν διαφορετικές εκφάνσεις έστω της ίδιας θρησκείας, όλες σταδιακά οι προτεσταντικές χώρες που είχαν ταλαιπωρηθεί από την αντεθνική (για αυτούς) δράση της Καθολικής Εκκλησίας, προχωρούσαν σταδιακά στον εκδημοκρατισμό και στην αποθρησκειοποίησή τους, τουλάχιστον σε κρατικό επίπεδο. Στις καθολικές χώρες του Νότου και στην Ιρλανδία του Βορρά, ναι μεν η Εκκλησία ήταν δυνατή και ελεγχόμενη από τον πάπα αλλά ο επηρεασμός από τις άλλες γειτονικές χώρες ήταν σημαντικός και φυσικά στον βαθμό που δεν ταλαιπωρήθηκαν με φασισμούς όπως η Ισπανία (στην Ιταλία τα πράγματα ήταν πιο γρήγορα), η κατάσταση βελτιώθηκε κατά τι. Μπορεί να μην υπάρχει σε αυτές πλήρης διαχωρισμός όπως στις αντίστοιχες προτεσταντικές, πάντως η κατάσταση τους είναι σαφώς βελτιωμένη σε σχέση με την ορθόδοξη Ελλαδίτσα.
Στην Ελλάδα φυσικά τα πράγματα όπως πάντα είναι διαφορετικά και δύσκολα. Η Εκκλησία όχι μόνο εμπλέκεται τελείως με το κράτος και την κοινωνία, αλλά η εμπλοκή είναι τόσο περίπλοκη, ώστε κάθε προσπάθεια επίλυσης του προβλήματος φαίνεται αδύνατη.
Όπως είδαμε μετά την Επανάσταση η Εκκλησία ήταν στην ουσία αποδιοργανωμένη, με κακό όνομα, άλλωστε εκείνη την εποχή της στροφής στην αρχαιότητα, το Βυζάντιο είχε κακή φήμη και ταυτιζόταν (ορθώς φυσικά σε μεγάλο βαθμό) με τους Οθωμανούς.
Η Εκκλησία δεν ολιγώρησε ούτε έχασε σχεδόν καμιά ευκαιρία. Η βασική διαφορετικότητα του Ρωμιού από τον Οθωμανό ήταν η θρησκεία, και το νέο κράτος δεν μπορούσε να το αγνοήσει. Έγιναν λοιπόν αμοιβαίες προσπάθειες κράτους εκκλησίας αλλά και παραεκκλησιαστικών διανοητών ώστε η διάσταση να κλείσει. Τον καιρό εκείνο αρχίζει πάλι να φανατίζεται ο λαός με την εμφάνιση περιδιαβαινόντων καλογήρων όπως ο γραφικός κρεοπώλης Παπουλάκος κατά των αιρετικών μοναρχών (Όθωνα και Αμαλίας), όπως φυσικά και κατά των φρακοφορεμένων γιατί θα μας άλλαζαν την...πίστη. Εμφανίστηκε επίσης η συνωμοσία της “Φιλορθόδοξης Εταιρείας” (μυστική οργάνωση για ανατροπή του Όθωνα από τους Ναπαίους –δηλ. το φιλορωσικό κόμμα). Φυσικά έγιναν χιλιάδες περιστατικά που δείχνουν τον τρόπο δράσης και επηρεασμού της Εκκλησίας στην νέα ελληνική κοινωνία. Άρχισαν να δομούνται νέα ιδεολογήματα όπως αυτά του “ελληνοχριστιανικού” πολιτισμού, της ελληνικότητας του Βυζαντίου, και της δήθεν ελληνικής (χριστιανικής) θρησκείας, να δομούνται νέοι εθνικοί μύθοι όπως το λάβαρο της Αγίας Λαύρας, το κρυφό σχολειό, η “εθνική” δράση της Εκκλησίας, οι δήθεν προστάτες της ελληνικής παιδείας τρεις ιεράρχες, η διάσωση (από ποιους;) στο Βυζάντιο από τους καλόγερους της ελληνικής γραμματείας. Και γενικά μια μετάλλαξη της Εκκλησίας που ενώ μέχρι τώρα ήταν πολυφυλετική και οικουμενική, εμφανίζεται πλέον σαν...εθνική, μάλιστα ο ελληνικός είναι ο νέος περιούσιος λαός (σαν συνέχεια όπως φαντάζονται των Βυζαντινών) και όλοι οι δυτικοί απεργάζονται το κακό μας. Από τότε υπάρχουν τα σχετικά σενάρια συνωμοσιολογίας που θέλουν να δείξουν τι σπουδαίοι που είναι οι Νεοέλληνες, που από την μια είναι ο νέος περιούσιος λαός από την άλλοι όλοι οι άλλοι μας μισούν και νυχθημερόν απεργάζονται τρόπους να μας διαλύσουν. Γιατί; Μα φυσικά για την ιδιαιτερότητά μας, δηλαδή το ένδοξο παρελθόν και την ορθοδοξία, αργότερα κάποιοι αφελείς πρόσθεσαν και το DNA.
Ας δούμε εν συντομία και άλλα συμβάντα. Η αποπομπή του φιλέλληνα αλλά αλλόθρησκου ιεραποστόλου Jonas King, ο αναθεματισμός και δίωξη του διαφωτιστή, πρώην κληρικού και λόγιου Θεόφιλου Καΐρη επειδή έβλεπε τον θεό ή την θρησκεία λίγο διαφορετικά από τον ορθόδοξο τρόπο. Αναθεματισμοί κατά άλλων ανθρώπων του πνεύματος όπως ο Ανδρέας Λασκαράτος, ο Καζαντζάκης, το έντονο παρασκήνιο για να μην πάει το Νόμπελ στον Καζαντζάκη. Δημιουργία αναταραχής και εκτρόπων όπως για την προσπάθεια της βασίλισσας να κάνει πιο κατανοητά στον κόσμο τα κείμενα της “Αγίας Γραφής” δηλαδή στην δημοτική.
Φυσικά και αντίστοιχα, ξεκάθαρη εμπλοκή στην πολιτική όπως ο αναθεματισμός του Ελευθέριου Βενιζέλου, ή πλήρης ταύτιση Εκκλησίας - Βασιλείας, η προτροπή του Χριστόδουλου για την “δεξιά του Κυρίου”, οι λαοσυνάξεις για τις ταυτότητες, αναταραχή σε κάθε εμφάνιση οτιδήποτε θεωρούν ότι θίγει την πίστη των χριστιανών, όπως το αντιρατσιστικό νομοσχέδιο, η παράσταση “Corpus Cristi” στο θέατρο Χυτήριο με την συνδρομή και συνεργασία της φασιστικής “Χρυσής Αυγής”, η παράσταση “ο Χριστός ξανασταυρώνεται”, το βιβλίο “Μ εις την ν”, εκθέσεις με έργα τέχνης (έκθεση Outlook 2003, έργο του Thierry de Cordier, “Asperges Me” που κατέβηκε με τσαμπουκά και την συνδρομή του ακροδεξιού -τότε- ΛΑΟΣ) που θεωρούνται προσβλητικά, η συνοπτική ανεύρεση και το κλείσιμο σατυρικού blogger επειδή σατίριζε τον γέροντα Παστίτσιο και αναμετέδωσαν άκριτα, δηλαδή έγιναν καταγέλαστοι, τα υποτιθέμενα θαύματα του ...Παστίτσιου. Η με συνοπτικές διαδικασίες (διά χειρός του Πατερμαλή) λογοκρισία του video του Γαβρά για τις καταστροφές από χριστιανούς στα αρχαία μας μνημεία και ειδικά του Παρθενώνα. Η συνδρομή ιεραρχών στην Χρυσή Αυγή οικονομικά (Ιωάννινα) ή και με ψήφους γηροκομείων (Λακωνία) και χιλιάδες άλλα παραδείγματα που θα ήθελαν τόμους για να αναφερθούν.
Η μεγάλη καθυστέρηση σε καθαρά κοινωνικά θέματα που η Εκκλησία είχε απόλυτο λόγο όπως στο να λύνονται επιτέλους οι νεκροί γάμοι σχετικά εύκολα (πριν από όχι πολλά χρόνια το να πάρεις διαζύγιο ήταν υπόθεση αδύνατη, κάποια στιγμή έγινε το “αυτόματο” διαζύγιο για να τερματιστούν όλες οι παλιές υποθέσεις δεκαετιών, αλλά επανήλθαμε σε ένα διαδικαστικό καθεστώς που αν δεν υπήρχε συναίνεση κρατούσε από 4-12 χρόνια η διαδικασία). Τέλος πάλι φυσικά τελευταίοι και καταϊδρωμένοι ως Ευρωπαίοι αποδεχτήκαμε τον πολιτικό γάμο, κηδεία και ξεχώρισε πλήρως η ονοματοδοσία από την χριστιανική βάπτιση, καταντώντας την πλέον περιττή.
Μην νομίζετε ότι τελειώσαμε, από την πίεση της Εκκλησίας το σύμφωνο συμβίωσης δεν περιλαμβάνει ζευγάρια που, κατά τον θανόντα από ηπατίτιδα Β' Χριστόδουλο, έχουν το “κουσούρι”. Φυσικά η Εκκλησία έχει από ότι φαίνεται και τον μοναδικό λόγο για το πως θα φύγουμε από την ζωή και τον επιβάλει. Αν και νομικά μετά από πολλές αντινομίες και αντιδράσεις επιτράπηκε με νόμο η καύση των νεκρών όπως σε όλες τις πολιτισμένες χώρες, πρακτικά για να καεί κάποιος πρέπει να πάει στην...Βουλγαρία, γιατί η Εκκλησία δεν το βάζει κάτω, στέλνει με τις παραεκκλησιαστικές της ομάδες, πλήθος ηλιθίων και “αγανακτισμένων” πιστών στα δημοτικά συμβούλια όσων δήμων τόλμησαν να το σκεφτούν, πιέζοντας να μην πάρουν τέτοια “αντιχριστιανική” απόφαση, απειλώντας τους δηλαδή και είδαμε τι δύναμη έχει η Εκκλησία. Ο ίδιος ο μητροπολίτης Μεσογαίας έστειλε επιστολή στο δημοτικό συμβούλιο στο Μαρκόπουλο να μην τολμήσουν, και όταν αυτοί τόλμησαν τότε έστειλαν τους Ταλιμπάν και φυσικά ο ταλιμπανισμός δούλεψε πάνω από τις δημοκρατικές διαδικασίες.
Είναι επίσης προφανές ότι η καθυστέρηση της επέκτασης του Κτηματολογίου έχει να κάνει με την προσπάθεια της Εκκλησίας να κρύψει για μελλοντική διεκδίκηση αμφισβητούμενα κομμάτια γης και φυσικά να αποφύγει την όποια φορολόγηση που τελικά ούτε και αυτή γίνεται.
Η ιστορία λοιπόν της Εκκλησίας, η θεολογική ιδεολογία της, ο τρόπος δράσης της και εμπλοκής με την κοινωνία, οι προτιμήσεις σε πολιτεύματα και πολιτικούς δείχνει μια καθαρά φασιστική όσο και χαμαιλεοντική νοοτροπία που προσαρμόζεται όπου δεν γίνεται αλλιώς, αλλά ταυτόχρονα οδηγεί πάντα στην συντήρηση. Συνδρομητής κάθε μοναρχίας και κάθε φασιστικής λογικής με την εξαίρεση του Κομμουνισμού, μπορεί στην Ελλάδα να δρα στο, ας πούμε, δημοκρατικό καθεστώς που θέλουμε να έχουμε, προωθώντας τα του οίκους της και αντιδρώντας σε οτιδήποτε βοηθάει στην σωστή Παιδεία, στον ορθολογισμό και στην επιβολή ενός σωστού κράτους δικαίου.

Ας δούμε μερικά από τα τσιτάτα που επώνυμοι αλλά και το υπόγειο δίκτυο της Εκκλησίας πλασάρει κατά καιρούς στην κοινωνία...
Πριν την εμπλοκή με την εξουσία: “Ρώμη η πόρνη Βαβυλών”.
Μετά την εμπλ0κή και την συμπόρευση με την εξουσία: “Ρώμη η Βασιλεία του θεού στην Γη”.
Βυζάντιο και μετά Οθωμανοκρατία: “Ένας βασιλιάς στον ουρανό ένας βασιλιάς στην Γη”.
“Οι μιαρές συνήθειες και γνώσεις των Ελλήνων”.
“Οι αιρετικοί Λατίνοι είναι τρισκατάρατοι και θα πάνε στην Κόλαση”.
“Καλλίτερο σαρίκι τούρκικο παρά λατινικό φακιόλι”.
Κοσμάς ο Αιτωλός: “Ο θεός έστειλε τον Σουλτάνο για να μας φυλάει από τους αιρετικούς, με λίγα γρόσια τον κανονίζεις και είναι πλέον σαν πιστός σκύλος”.
Οικουμενικός πατριάρχης σε έναν από τους χιλιάδες αφορισμούς του για την διαφαινόμενη Επανάσταση: “Μην τολμήσει κανείς να αμφισβητήσει την εξουσία του πολυχρονεμένου μας Σουλτάνου που έστειλε ο Θεός σαν προστάτη. Όλοι οι επαναστάτες και οι βολτεριστές πρέπει να απομονωθούν γιατί τα κηρύγματα τους είναι αντιχριστανικά”.
“Οι Έλληνες επαναστάτησαν για του Χριστού την πίστη την αγία και της πατρίδος την Ελευθερία”.
Σύνθημα της Χούντας: “Ελλάς Ελλήνων Χριστιανών - Θρησκεία, πατρίδα, οικογένεια”.
Η σύγχρονη καραμέλα των εκκλησιαστικών: “Διατηρείτε και φροντίζετε τις παραδόσεις μας”.
Η σύγχρονη λοιπόν ιδεολογία είναι ότι για να είναι κάποιος Έλληνας πρέπει να είναι χριστιανός γιατί αυτή είναι η παράδοσή μας. Φυσικά κανείς δεν κάνει τον κόπο να ρωτήσει τι σημαίνει παράδοση και πόσο μια παράδοση είναι παράδοση όταν επιβληθεί πάνω σε άλλη παράδοση με το ζόρι.
Το συμπέρασμα είναι η άμεση σχέση του χριστιανικού δόγματος και της πρακτικής της Εκκλησίας με φασιστικές λογικές αλλά και πράξεις, και την ταύτιση και πλήρη στήριξη της μοναρχίας και κάθε συντηρητικής άποψης τόσο πολιτικά όσο και κοινωνικά. Το χειρότερο όλων όμως είναι ότι ο Νεοέλληνας ζει χωρίς στοιχειώδη ορθολογισμό, δεν μπορεί να συνειδητοποιήσει εύκολα την αλήθεια και την πραγματικότητα και ζει με μύθους και ελπίδες που πλασάρουν οι διάφοροι πολιτικάντηδες για να διατηρήσουν ή να ανατρέψουν την εξουσία, και σε αυτό η χριστιανική μας παιδεία έχει τεράστιο ποσοστό ευθύνης. Η έλλειψη λοιπόν δημοκρατικότητας στην κοινωνία μας δεν πρέπει να μας προβληματίζει, όσο το πως θα αντιστρέψουμε τους όρους που αυτοί την δημιούργησαν.