Κυριακή 21 Μαρτίου 2021

Ο μύθος του «κρυφού σχολειού» και η εκπαίδευση στα χρόνια της τουρκοκρατίας

Ο παρών κατάλογος των σχολείων, όπου την σήμερον σώζονται
εις το ημέτερον Γένος, θέλει βεβαιώσει τα ρηθέντα
και θέλει ελέγξει ως ψευδομένους τους τα ενάντια λέγοντας
«Το Εικοσιένα. Έχουμε ως την ώρα
την ιστορία του; Φοβάμαι πως όχι.
Την μυθολογία του; Φοβάμαι πως ναι
».
Κωστής Παλαμάς ( Άπαντα 10,17)

Η κοινή ιστορική μνήμη αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα γνωρίσματα των σύγχρονων εθνών. Στους προνεωτερικούς λαούς η μνήμη συντηρούνταν από τους μύθους, που λειτουργούσαν συνεκτικά για την ζωή της κοινότητας, ενώ στα σύγχρονα έθνη τον ρόλο αυτόν έχει αναλάβει η επιστήμη της ιστορίας. Αυτό δεν σημαίνει, όμως, ότι οι μύθοι έχουν χάσει την δύναμη επιρροής που ασκούν στους ανθρώπους. Απλοί στην διατύπωση και νοηματικά εύληπτοι, ακόμη και από αγράμματους, συνεχίζουν να επιδρούν στην κοσμοαντίληψη ολόκληρων εθνών, άλλοτε ευεργετικά και άλλοτε αλλοτριωτικά διαιωνίζοντας ελπίδες, πόθους, μαθήματα ζωής αλλά πολλές φορές και ψεύδη, προκαταλήψεις ή στερεότυπα. Πολλοί μύθοι στον πυρήνα τους μπορεί να έχουν ένα ιστορικό γεγονός, αλλά το πρόβλημα δημιουργείται όταν ο μύθος συγχέεται με την ιστορία καθαυτή. Η περίπτωση του «κρυφού σχολειού» αποτελεί χαρακτηριστική περίπτωση μύθου που σκόπιμα συγχέεται με την ιστορική πραγματικότητα θολώνοντας έτσι την ιστορική αντίληψη των Ελλήνων.

Η βασική εκδοχή του εν λόγω μύθου είναι η εξής: οι Οθωμανοί με την κατάκτηση της Πόλης υποδούλωσαν τους Έλληνες απαγορεύοντας κάθε εκδήλωση της ελληνικότητας τους με πρώτο «θύμα» την εκπαίδευση τους, αφήνοντας τους για χρόνια στο σκοτάδι της αμάθειας. Στην προσπάθεια τους να διατηρήσουν τα εθνικά χαρακτηριστικά τους οι Έλληνες συνέχισαν να προσπαθούν να μορφωθούν στα κρυφά, αφού οι Οθωμανοί απαγόρευαν και κατέστρεφαν τα σχολεία τους. Ο ρόλος δε της εκκλησίας ήταν να υποθάλπει τα «κρυφά σχολειά» στους ναούς και τα μοναστήρια. Ξεχνώντας την ρήση του ποιητή ότι: «το έθνος πρέπει να θεωρεί εθνικό ό,τι είναι αληθές», γενιές και γενιές Ελλήνων έχουν μεγαλώσει με την πίστη σε ένα ιστορικά ατεκμηρίωτο μύθευμα, που στόχο έχει περισσότερο να ενσταλάξει στους νεότερους έναν κακώς εννοούμενο εθνικισμό παρά τον υγιή πατριωτισμό. Αλλά ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή…

Με την κατάκτηση της Πόλης ο Μωάμεθ Β΄ εξέδωσε διάταγμα που έδινε συγκεκριμένα προνόμια στους χριστιανούς, μεταξύ των οποίων ήταν και η εκπαιδευτική αυτονομία τους. Οργανωμένο εκπαιδευτικό σύστημα, βεβαίως, τότε δεν υπήρχε, όπως δεν υπήρχε και την εποχή του Βυζαντίου. Κάθε πόλη και χωριό προσπαθούσε με ίδιες δυνάμεις να συντηρεί κάποιον δάσκαλο που δίδασκε τα παιδιά γραφή, ανάγνωση και βασική αριθμητική. Σε πιο απομακρυσμένες περιοχές το ρόλο του δασκάλου αναλάμβανε ο ιερέας της κοινότητας, ως ο μόνος πολλές φορές που γνώριζε στοιχειωδώς γραφή και ανάγνωση, διδάσκοντας στα παιδιά τα λεγόμενα «κολλυβογράμματα». Τα βασικά βιβλία διδασκαλίας, ειδικά μέχρι και τον 18ο αιώνα, ήταν τα εκκλησιαστικά. Γράφει ο Θ. Κολοκοτρώνης για την δική του εκπαίδευση: «Εις τον καιρό της νεότητας όπου ημπορούσα να μάθω κάτι τι, σχολεία, ακαδημίαι δεν υπήρχαν μόλις ήσαν μερικά σχολεία, εις τα οποία εμάθαιναν να γράφουν και να διαβάζουν, το μεγαλείτερο μέρος των Αρχιερέων δεν ήξευραν παρά εκκλησιαστικά κατά πράξιν, κανένας όμως δεν είχε μάθησι. Το ψαλτήρι, το κτωήχι, ο μηναίος και προφητείαι, ήσαν τα βιβλία όπου ανέγνωσα».

Όσοι ήταν πλούσιοι είχαν την δυνατότητα να στέλνουν τα παιδιά τους για σπουδές στο εξωτερικό ή στις μεγάλες πόλεις της αυτοκρατορίας όπου λειτουργούσαν οργανωμένα σχολεία και ακαδημίες. Ήδη από το 1454 ξεκινά την λειτουργία της στην Πόλη η Πατριαρχική Ακαδημία. Ο κύριος στόχος αυτών των εκπαιδευτικών ιδρυμάτων ήταν η στελέχωση των εκκλησιαστικών υπηρεσιών του Πατριαρχείου. Παράλληλα, οι απόφοιτοι βρίσκουν πεδίο δόξης λαμπρό στις διοικητικές υπηρεσίες των Οθωμανών. Γράφει χαρακτηριστικά ο Ματθαίος Παρανίκας: «οι κρατούντες απ’ αυτής έτι της αλώσεως παρελάμβανον εις την υπηρεσίαν των χριστιανούς λογίους, Γραμματείς ή Γραμματικούς, καθότι η μεν στρατιωτική διοίκησις ήν βεβαίως εις τας χείρας των, η διοικητική όμως και αι μετά των ξένων διπλωματικαί διαπραγματεύσεις διεξήγοντο υπό Χριστιανών μείζω περί τα τοιαύτα πείραν εχόντων και δεξιότητα, έτι δε και της Ελληνικής γλώσσης επιτηδειοτέρας ούσης προς δήλωσιν των τύπων και εκφράσεων των διεθνών σχέσεων˙ διό επί μακρόν άπαντα της εξωτερικής αυτών υπηρεσίας τα έγγραφα ελληνιστί συνετάσσοντο».

Η λειτουργία, λοιπόν, των σχολείων με την οθωμανική κατάκτηση δεν διακόπηκε ολοκληρωτικά. Σημειώνεται, βέβαια, μια κάμψη της εκπαιδευτικής διαδικασίας, κυρίως λόγω της φυγής πολλών Βυζαντινών λογίων στην Δύση, αλλά όσα σχολεία καταφέρνουν να βρουν δασκάλους συνεχίζουν την λειτουργία τους απρόσκοπτα. Μάλιστα, ο πατριάρχης Ιερεμίας Β΄ ο Τρανός στα 1593 συμβουλεύει τους μητροπολίτες να προσπαθούν να ιδρύουν σχολεία στις έδρες τους. Από τις αρχές, όμως, του 17ου αιώνα ξεκινά σταδιακά η ίδρυση «κοινών σχολείων» και ακαδημιών σε όσα μέρη υπάρχουν ελληνικοί πληθυσμοί. Κύριοι φορείς αυτών των προσπαθειών είναι οι εύποροι Έλληνες έμποροι και η εκκλησία. Ειδικά οι πρώτοι με την παγίωση της «pax ottomana» σε μια τεράστια περιοχή, που κάλυπτε όλη την λεκάνη της ανατολικής Μεσογείου, των Βαλκανίων και της Μικράς Ασίας, γίνονται κύριοι αμύθητου πλούτου, μεγάλο μέρος του οποίου διοχετεύεται στην ίδρυση και συντήρηση ελληνικών σχολείων. Ο σκοπός λειτουργίας των σχολείων διευρύνεται και εκτός από την στελέχωση με εγγράμματο προσωπικό του Πατριαρχείου και των υπηρεσιών του οθωμανικού κράτους, συμπεριλαμβάνει πλέον και τις εμπορικές επιχειρήσεις των Ελλήνων που χρειάζονται νέους και καταρτισμένους υπαλλήλους για τα εμπορικά καταστήματα που ιδρύουν είτε εντός οθωμανικής αυτοκρατορίας, είτε στο εξωτερικό. Γράφει σχετικά ο Ματθ. Παρανίκας: «Και οι μεν κάτοικοι των παραλίων πόλεων ναυτίλοι ή έμποροι μετέβαινον δια των πλοίων των εις Σμύρνην και Αίγυπτον, τινές δε βαθμηδόν εις Ενετίαν, Γερμανίαν και Ρωσσίαν εμπορίας χάριν˙ διό παρ’ αυτοίς λίαν ενωρίς η ανάγκη των γραμμάτων εγένετο επαισθητή Ούτω δε βαθμηδόν και κατ’ ολίγον της υλικής ευημερίας προαγομένης δια του εμπορίου, της μικράς βιομηχανίας και της ναυτιλίας κατεφαίνετο απαραιτήτως των γραμμάτων η ανάγκη εις το φιλομαθές και ευφυές Έθνος, ανάγκη ισχυρά, ήτις βοηθουμένη και υπό ετέρων ευνοϊκών περιστάσεων παρήγαγε βαθμηδόν την αύξησιν και τον πολλαπλασιασμόν των εκπαιδευτηρίων». Και ο Κ. Παπαρηγόπουλος συμπληρώνει: «Αλλά από τον 17οαιώνα τα πράγματα άλλαξαν όψη με τη βαθμιαία σύσταση και ανάπτυξη πολλών Ελληνικών σχολών σ’ όλα τα μέρη της ελληνικής ηπείρου».

Ο αιώνας, όμως, που παρατηρήθηκε πραγματική έκρηξη στην ίδρυση ελληνικών σχολείων είναι ο 18ος. Από την περίοδο αυτή και έπειτα αρχίζει σταδιακά να διαμορφώνεται πιο συγκροτημένα η ελληνική αστική τάξη. Οι πλούσιοι Έλληνες έμποροι πολλαπλασιάζονται, οι εμπορικές σχέσεις με το εξωτερικό απογειώνονται και οι νέοι πλέον ονειρεύονται μια καλύτερη ζωή. Ο Αδ. Κοραής γράφει σχετικά: «τας ψυχάς των νέων κατέλαβε παραχρήμα πόθος του διδάσκεσθαι και του αποδημείν τούτον δε τον πόθον επί μάλλον επηύξησεν ως εικός η υπό του μεγάλου πλούτου εμπνεομένη επιθυμία του τε επεκτείναι το εμπόριον δια καταστημάτων εν τη αλλοδαπή και του πολλαπλασιάσαι εν αυτή τη πατρίδι τα της παιδείας μέσα, ειμή χάριν εαυτών τουλάχιστον προς όφελος των ίδιων τέκνων». Την ίδια περίοδο θα εμφανιστούν και οι πρώτοι εκατομμυριούχοι Έλληνες, με πιο γνωστούς τον Ι. Βαρβάκη, τους αδερφούς Ζωσιμά, τον Ι. Πρίγκο, τα αδέρφια Καπλάνη, τους Κουντουριώτηδες, την οικογένεια Σίνα και αρκετούς ακόμη. Ο Απ. Βακαλόπουλος αναφέρει σωστά ότι: «Η οικονομική άνοδος ευνοεί την εθνική και πνευματική αναγέννηση των Ελλήνων. Τα σχολεία ιδρύονται με έξοδα των κοινοτήτων ή πλούσιων αστών». Η φιλεκπαιδευτική δράση των αστών εμπόρων θα οδηγήσει τον Αδ. Κοραή να γράψει ότι: «Ενταύθα αληθώς άρχεται η των Ελλήνων αφύπνησις πάντα δε ταύτα ενεργούνται ήρεμα και βραδέως αλλά συνεχώς και αδιαλείπτως».

Στα εμπορικά κέντρα της οθωμανικής αυτοκρατορίας παρατηρείται ένας πρωτόγνωρος εκπαιδευτικός οργασμός. Στην Κοζάνη το 1740 ανοίγει σχολείο, στο οποίο θα διδάξει ο Ευγ. Βούλγαρης, στα 1759 στο Μέτσοβο, στα 1764 στην Δημητσάνα. Στην Θεσσαλονίκη ήδη από το 1721 λειτουργούσε η «Ελληνική Σχολή», ενώ στα 1757 προστίθενται δυο ακόμη σχολεία και στα 1787 ένα «Ελληνομουσείον». Στον Άθω ακμάζει την ίδια περίοδο η «Αθωνιάδα Ακαδημία». Σε Βέροια, Νάουσα και Βοδενά αναφέρονται σχολεία που λειτουργούν απρόσκοπτα από το 1658 και η λειτουργία τους αναβαθμίζεται τον 18ο αιώνα. Στις Σέρρες και στην Καστοριά οι έμποροι θα συνδράμουν στην ίδρυση σχολείων. Σιάτιστα, Γρεβενά, Κλεισούρα θα δουν τα σχολεία τους να μορφώνουν πλήθος Ελλήνων, αλλά κέντρο της εκπαιδευτικής κίνησης όλης της Ηπείρου θα καταστούν τα Γιάννενα. Στα 1742 θα ξεκινήσει την λειτουργία της η «Μαρουτσαία Σχολή» από τους αδερφούς Σίμωνα και Λάμπρο Μαρούτση, ενώ στα 1797 ο έμπορος από την Ρωσία Ζώης Καπλάνης θα χρηματοδοτήσει την «Καπλάνειον Σχολή». Οι αδερφοί Ζωσιμά, με εμπορική δραστηριότητα στην Ιταλία και την Ρωσία θα προικίσουν τα Γιάννενα εκτός από σχολείο με πτωχοκομείο και ορφανοτροφείο. Η εμβέλεια των σχολών των Ιωαννίνων είναι τεράστια, αφού στα θρανία τους θα καθίσουν και Αλβανοί και Οθωμανοί. Ο Δανός περιηγητής Peter Oluf Brøndsted σε ταξίδι του στα Γιάννενα στα 1812 γράφει σχετικά: «Κάθε χριστιανός Αλβανός που έμαθε μερικά γράμματα καταλαβαίνει τη νέα ελληνική γλώσσα, συχνά καλύτερα και από την γενέθλια γλώσσα του. Όλες οι λογοτεχνικές γνώσεις, στις ιερατικές και στις άλλες σχολές, μεταδίδονται μέσω της νέας ελληνικής γλώσσας. Διότι οι Έλληνες παραμένουν ακόμα οι δάσκαλοί τους για κάθε τι που έχει σχέση με τον πολιτισμό ή με τα μέσα, χωρίς αμφιβολία ισχνά και πενιχρά, για την πνευματική ανάπτυξη αυτής της χώρας». Σχολεία πλέον διαθέτουν όλες οι πόλεις και οι κωμοπόλεις της Ηπείρου όπως, το Ζαγόρι, η Κόνιτσα, οι Καλαρρύτες, το Συράκο, η Άρτα, η Πρέβεζα, η Παραμυθιά και η Πάργα.

Στην Θεσσαλία τα Αμπελάκια θα αναδειχτούν σε σημαντικό μορφωτικό κέντρο καθώς η τοπική βιοτεχνία και το εμπόριο θα πλουτίσουν υπέρμετρα την πόλη. Εκεί, στο περίφημο «Ελληνομουσείον» θα σπουδάσει για μερικά χρόνια και ο Ρήγας Βελεστινλής, ενώ στη σχολή, αναφέρει ο Σουηδός περιηγητής Bjornstael, διδασκόταν ακόμη και ο Αριστοφάνης. Η Ζαγορά διαθέτει σχολείο στα 1713 καθώς και οι Μηλιές από το 1745. Ακολουθούν η Μακρυνίτσα, που συντηρεί σχολή από το 1750 και η Πορταριά, της οποίας η σχολή λειτουργεί μέχρι και την προσάρτηση της Θεσσαλίας στην Ελλάδα στα 1881. Τα 24 χωριά του Πηλίου θα γνωρίσουν πρωτόγνωρη ανάπτυξη και ο Άνθ. Γαζής, που γεννήθηκε στις Μηλιές, αναφέρει χαρακτηριστικά ότι στα 1807: «όλαι αι κωμοπόλεις έχουσι σχολεία ελληνικά, όπου και μικραί τινες βιβλιοθήκαι ευρίσκονται. Διοικούνται κατά μεν τα πνευματικά από τον ίδιον αυτών μητροπολίτην, τον Δημητριάδος και Ζαγοράς επονομαζόμενον, κατά δε τα πολιτικά διοικούνται δημοκρατικώς με πατριωτισμόν, εξηρτημένοι αμέσως από την Κων/πολη, εκλέγοντες κατ’ έτος γέροντας, οίτινες έχουσιν όλη την φροντίδα της πατρίδος των». Οι Καστανιές, κοντά στην Καλαμπάκα, διαθέτουν σχολείο από το 1705. Η Λάρισα, αν και εκεί πλειοψηφούν οι Οθωμανοί κάτοικοι, δεν έμεινε πίσω όσον αφορά στην ίδρυση σχολείων. Στον Τύρναβο υπάρχει σχολή από το 1655 στην οποία δίδαξαν πολλοί άξιοι δάσκαλοι και η οποία αναβαθμίστηκε στα 1701 από τον μητροπολίτη Λάρισας Παρθένιο. Στα Τρίκαλα σχολείο λειτουργεί ανεμπόδιστα από τα μέσα του 16ου αιώνα για να ανασυσταθεί στα 1774.

Στην Αθήνα, που την εποχή αυτή δεν είναι παρά μια μικρή και ασήμαντη κωμόπολη, στα 1715 ο Γρηγόριος Σωτηριανός θα ιδρύσει το «Φροντιστήριον Ελληνικών μαθημάτων» το οποίο θα προικίσει και με βιβλιοθήκη. Ο Άγγλος περιηγητής R.Chandler αναφέρει για τα σχολεία της πόλης: «Στην Αθήνα λειτουργούσαν το 1765 δυο σχολεία. Το ένα είχε μια μικρή βιβλιοθήκη καθώς και ετήσια επιχορήγηση από κάποιον Αθηναίο έμπορο της Βενετίας». Πρόκειται για τον Αθηναίο Ι. Ντέκα που είχε κληροδοτήσει και σημαντικό ποσό για την συντήρηση και λειτουργία της σχολής του. Αντίστοιχα, στα 1768, θα βρεθεί στην Αθήνα ο Γερμανός περιηγητής Johann Hermann von Riedesel ο οποίος γράφει για τα σχολεία της: «Κάπου κάπου, από τα πυκνά σύννεφα του δεσποτισμού και της βαρβαρότητας προβάλλει ένα αμυδρό φέγγος αρετής και φιλοπατρίας. Λειτουργούν λ.χ. δύο δημόσια σχολεία που ιδρύθηκαν από ιδιώτες. Το ένα τώρα τελευταία από τον Αθηναίο έμπορο Ντέκα. Έχει δώδεκα τροφίμους που διδάσκονται ελληνικά γράμματα». Στην υπόλοιπη Στερεά Ελλάδα το Αιτωλικό, τα Βρανιανά στα Άγραφα, το Κεράσοβο διαθέτουν σχολές ήδη από τον 17ο αιώνα και όλες τους ανασυσταίνονται με χρήματα κυρίως εμπόρων, του Πατριαρχείου ή με την οικονομική ενίσχυση των ίδιων των κοινοτήτων. Στο Μεσολόγγι ο Παν. Παλαμάς θα ιδρύσει στα 1760 την «Παλαμαία σχολή» που θα αποκτήσει μεγάλη φήμη. Στον Άγιο Κωνσταντίνο ο πλούσιος έμπορος Νικ. Λογοθέτης θα ιδρύσει σχολείο στα 1720, ενώ και οι πλούσιοι κάτοικοι του Γαλαξιδίου θα συστήσουν σχολή στα 1780.

Στην Πελοπόννησο παρατηρείται η ίδια εκπαιδευτική κίνηση. Στο Ναύπλιο αμέσως μετά την κατάληψη της πόλης από τους Οθωμανούς στα 1715, ιδρύεται σχολείο που λειτουργεί ανεμπόδιστα μέχρι και το 1821. Στην Τρίπολη μνημονεύεται σχολείο από το 1760, ενώ και στο Άργος στην μονή της «Παναγιάς της Κατακεκρυμμένης» λειτουργεί σχολείο μετά το 1790. Στην Κόρινθο και τα Καλάβρυτα βρίσκουμε σχολεία από το 1783 και 1760 αντίστοιχα. Μονεμβασιά, Γαστούνη, Αίγιο, Μυστράς και Στεμνίτσα διαθέτουν σχολεία τα οποία και αναβαθμίζονται με νέους δασκάλους. Στην Πάτρα ο πλούσιος έμπορος Ανδρ. Κατσής προσπάθησε να χρηματοδοτήσει σχολείο που λειτουργούσε μέχρι το 1757, αλλά διαφωνίες του με τον τότε μητροπολίτη Χριστόφορο τον απέτρεψαν, οπότε χρηματοδότησε σχολείο στην Αθήνα και στην Πάτμο.

Από τα νησιά του Αιγαίου, η Πάτμος ήταν από τα πρώτα νησιά που κατακτήθηκαν από τους Οθωμανούς στα 1454, αλλά αυτό δεν φαίνεται να εμπόδισε τους εύπορους κατοίκους του νησιού να ιδρύσουν σχολείο στα 1580, το οποίο και λειτουργούσε απρόσκοπτα σε όλη τη διάρκεια της οθωμανικής κατοχής. Στην Σάμο ξεκινά την λειτουργία του σχολείο στα 1757, αυτό που αργότερα εξελίχθηκε στο «Πυθαγόρειον Γυμνάσιον». Σύμη, Ρόδος, Σίφνος, Σέριφος, Ύδρα, Άνδρος και συνολικά τα νησιά του Αιγαίου θα γνωρίσουν, ιδιαίτερα μετά και την συνθήκη του Κιουτσούκ Καϊναρτζή στα 1774, πρωτόγνωρο πλούτο, μεγάλο μέρος του οποίου θα διοχετευτεί στην ανάπτυξη της παιδείας. Η Χίος ειδικά, που αποτελούσε και νησί προστατευόμενο της μητέρας του εκάστοτε Σουλτάνου, συντηρούσε σχολεία από τον 16ο αιώνα. Στα 1819 οι μαθητές διδάσκονταν λατινικά, τουρκικά, γαλλικά, άλγεβρα, γεωγραφία, μηχανική, οπτική και χημεία. Σωστά η Joelle Dalegre τονίζει ότι: «Βρισκόμαστε ήδη πολύ μακριά από την αποκλειστική προσήλωση στην Αγία Γραφή και τον Αριστοτέλη». Αλλά και στην υπόλοιπη οθωμανική αυτοκρατορία οι πόλεις με σημαντικό ελληνικό πληθυσμό συντηρούν πλήθος σχολείων και εκπαιδευτηρίων. Αντίστοιχα και οι παράλιες πόλεις της Μικράς Ασίας, όπως η Σμύρνη, οι Κυδωνίες, η Τραπεζούντα θα καταστούν εκπαιδευτικά κέντρα με τεράστια εμβέλεια.

Και είναι τέτοιο το κύμα ίδρυσης νέων σχολείων που πλέον κάθε πόλη και κωμόπολη με ισχυρή ελληνική παρουσία διαθέτει τουλάχιστον ένα κοινό σχολείο. Ο William Martin Leake στα 1814 σημειώνει: «Δεν υπάρχει σήμερα ελληνική κοινότητα έστω και με περιορισμένες οικονομικές δυνατότητες, τόσο μέσα στην Ελλάδα όσο και στις περιοχές της Τουρκίας ή σ’ αυτές που είναι υπό αυστριακή ή ρωσική κυριαρχία, που να μην έχει ένα σχολείο για την εκμάθηση της αρχαίας γλώσσας και, σε πολλές περιπτώσεις, των άλλων κλάδων της εκπαίδευσης». Ο Κ. Παπαρηγόπουλος επιβεβαιώνει τον Άγγλο περιηγητή: «Από τότε λοιπόν ή ιδρύθηκαν ή τελειοποιήθηκαν πολλές άλλες σχολές στην Πελοπόννησο, στη Στερεά, στη Θεσσαλία, στη Μακεδονία, στην Κωνσταντινούπολη, στο Ιάσιο, στο Βουκουρέστι. Δάσκαλοι ονομαστοί αντήχησαν σ’ όλη αυτή την περίοδο της αναβίωσης του Ελληνισμού από τη μια ως την άλλη άκρη της ελληνικής Ανατολής». Σε πολλές περιοχές τα εκπαιδευτικά ιδρύματα παίρνουν διάφορα ονόματα όπως «φροντιστήριον», «μουσείον», «ακαδημία» κ.λπ. Η περίοδος έχει χαρακτηριστεί, όχι άδικα, ως «νεοελληνικός διαφωτισμός». Πράγματι, οι ιδέες του ευρωπαϊκού διαφωτισμού αρχίζουν να κάνουν, δειλά-δειλά είναι αλήθεια, την εμφάνισή τους στον ελληνικό κόσμο. Διάφοροι λόγιοι, έχοντας σπουδάσει στο εξωτερικό μεταλαμπαδεύουν στην Ανατολή τις νέες ιδέες του φιλελευθερισμού, του εθνικισμού και της λογικής. Στα σχολεία παρατηρείται μια στροφή προς την εκκοσμικευμένη παιδεία, με την εισαγωγή νέων μαθημάτων, όπως της βιολογίας, των μαθηματικών, της αστρονομίας, της φυσικής και της χημείας. Νέες εκδόσεις και μεταφράσεις στα ελληνικά θα δώσουν στους νέους την δυνατότητα να εντρυφήσουν στις ιδέες των Ευρωπαίων φιλοσόφων κάνοντας την παραδοσιακή θεοκρατία να κλονίζεται από την νεωτερική αιτιοκρατία. Ο Ν. Σβορώνος σημειώνει χαρακτηριστικά: «Η μελέτη των μαθηματικών, της φυσικής, της χημείας κ.λπ. βρίσκονται στη βάση του νέου πνευματικού προσανατολισμού˙ αλλ’ η εξάπλωση των εφαρμοσμένων επιστημών δεν έχει πια σαν μοναδικό σκοπό τον εμπλουτισμό των πρακτικών γνώσεων, αλλά και συνεισφέρει στην ανανέωση της θεωρητικής σκέψης και στη δημιουργία μιας νέας αντίληψης για τη ζωή, φέρνοντας τους Έλληνες διανοούμενους σ’ επαφή με την ορθολογιστική σκέψη της εποχής».

Το γεγονός αυτό δημιούργησε και τις πρώτες αντιδράσεις του Πατριαρχείου, που είδε την πρωτοκαθεδρία που απολάμβανε στην εκπαίδευση του λαού να κλονίζεται. Ο Γ. Κορδάτος σημειώνει σωστά: «Η καινούργια ιδεολογία που άρχισε να διαμορφώνεται, σαν αντικαθρέφτισμα των νέων παραγωγικών δυνάμεων και που ανταποκρίνονταν στα συμφέροντα της καινούργιας τάξης, που ολοένα ανέβαινε και αποχτούσε οικονομική και πολιτικοκοινωνική δύναμη, ήρθε σε αντίθεση και σε σύγκρουση με τα «πάτρια», δηλαδή με την παλιά παράδοση, που στο επίπεδο της ιδεολογίας την εκπροσωπούσε η εκκλησιαστική φιλολογία». Λόγιοι όπως ο Μεθ. Ανθρακίτης, ο Ιωσηπ. Μοισιόδακας, ο Αθ. Ψαλίδας και πολλοί ακόμη αφορίστηκαν λόγω των διδασκαλιών τους. Ο Αδ. Κοραήςστηλιτεύει την στάση του Πατριαρχείου ως εξής: «Πατριάρχαι προέτρεπον του χριστιανούς να μη απασχολούνται εις την ελληνικήν παιδείαν και εις την των Ευρωπαίων μωροσοφίαν, ως εναντίαν της χριστιανικής πολιτείας, αλλά μόνον εις την γραμματικήν, στηριζομένην εις την εξήγησιν των εκκλησιαστικών πατέρων. Οι Πλάτωνες και οι Αριστοτέλαι, οι Νεύτωνες και οι Καρτέσιοι, τα τρίγωνα και οι λογάριθμοι, φέρνουν κατά το λέγειν των παπάδων αδιαφορίαν εις τα θεία». Το Πατριαρχείο ουσιαστικά έχανε το έλεγχο πάνω στο νου των ραγιάδων. Σε μια προσπάθεια να ανατρέψει το κοπερνίκειο σύστημα, εξέδωσε βιβλίο με τίτλο «Τρόπαιον» προσπαθώντας να αναιρέσει τις απόψεις του Πολωνού αστρονόμου. Χαρακτηριστικό είναι και το γεγονός ότι απαγόρευσε ακόμη και την ονοματοδοσία των τέκνων των χριστιανών με αρχαιοελληνικά ονόματα… Λάβρος κατά των νέων εκπαιδευτικών προγραμμάτων ο Ναθαναήλ Νεοκαισάρειος θα γράψει στα 1802 έναν καταγγελτικό λόγο ενάντια στις «άθεες» διδασκαλίες προειδοποιώντας τους πιστούς χριστιανούς: «Αποφεύγετε την Ευρώπη όσο είναι δυνατόν και μην αποφεύγετε λιγότερο όσους σας έρχονται απ’ την Ευρώπη μην τείνετε το ους στα στόματα αυτών των Αντί- Χριστων, σ’ αυτά τα φαρμακερά στόματα που επιφέρουν το θάνατο». Μάταια προσπαθούσε και ο Αθ. Πάριος να επιτεθεί στους λόγιους που έρχονταν από την Ευρώπη γράφοντας την «Αντιφώνησιν προς τον παράλογον ζήλον των από Ευρώπης ερχομένων φιλολόγων». Σωστά σημειώνει και ο Ν. Σβορώνος ότι: «Αρχικά η εκκλησία, ανήσυχη μπροστά στις νέες φιλοσοφικές τάσεις γίνεται συντηρητική ως την αντίδραση. Καταδικάζει τις νέες προσπάθειες μόλις εμφανίζονται».

Γίνεται λοιπόν φανερό ότι «κρυφό σχολειό» ουδέποτε υπήρξε. Οι Οθωμανοί δεν είχαν κανέναν απολύτως λόγο να φοβούνται την ίδρυση σχολείων από τους ραγιάδες. Σε πολλά μέρη, μάλιστα, έστελναν και οι ίδιοι τα παιδιά τους στα ελληνικά εκπαιδευτήρια. Η επάνδρωση του οθωμανικού διοικητικού μηχανισμού απαιτούσε ανθρώπους με μόρφωση και γνώση ξένων γλωσσών, εφόδια που παρείχαν τα Ελληνικά σχολεία. Τις μεγαλύτερες αντιδράσεις για το εκπαιδευτικό πρόγραμμα στα νέα σχολεία δημιούργησε, μάλλον, το Πατριαρχείο παρά οι Οθωμανοί. Ο Ν. Βάμβας δήλωνε ξεκάθαρα στα 1820 ότι: «Είτε από αδιαφορία, είτε, ως αρχή, η Υψηλή Πύλη δεν αντιτάχθηκε καθόλου στην πνευματική αναγέννηση της Ελλάδας. Οι πραγματικοί εχθροί σε αυτήν την ευτυχισμένη παλιγγενεσία βρίσκονται στους κόλπους μας˙ και αν οι προσπάθειες μας κατορθώσουν να δαμάσουν τις προλήψεις ή την αδιαφορία αυτού του ισχυρού κλήρου που είναι σήμερα ο πρώτος κορμός του ελληνικού έθνους, λίγα θα απομείνουν να κάνουμε απέναντι στους Τούρκους». Όσο η εκκλησία ήταν υπεύθυνη για το περιεχόμενο των σπουδών, αυτές περιορίζονταν στην μελέτη αρχαίων ελληνικών, λατινικών και θεολογίας. Η έλευση των νέων ιδεών συγκλόνισε την χριστιανική θεοκρατία και δημιούργησε ρήγματα στην πνευματική της πρωτοκαθεδρία. Τα μαθηματικά και η φιλοσοφία άνοιξαν ένα «γενναίο νέο κόσμο» που ήταν άγνωστος στους ραγιάδες πριν. Οι λόγιοι, πολλοί από αυτούς πρώην ιερωμένοι, σπουδάζοντας στο εξωτερικό ένιωσαν την ανάγκη να συνδράμουν στην αναγέννηση του έθνους με το να το βγάλουν από τον σκοταδισμό και την αμάθεια. Αντί άλλης απαντήσεως εισέπρατταν αφορισμούς και κατάρες από τον μονίμως αντιδραστικό κλήρο. Ο μύθος του «κρυφού σχολειού», που διαδόθηκε ιδιαίτερα τον 19ο αιώνα με τη συμβολή ενός ρομαντικού ρεύματος στην λογοτεχνία, υπηρέτησε τον Ελληνικό εθνικισμό της περιόδου συνδράμοντας στην δαιμονοποίηση των Τούρκων.

Από τους Έλληνες ιστορικούς της περιόδου κανείς δεν αναφέρεται στο «κρυφό σχολειό» ως ιστορική πραγματικότητα. Αν όντως υπήρχε, δεν συνέτρεχε κανένας λόγος να μην αναφέρεται. Ο Γ. Βλαχογιάννης είναι σαφής για το ζήτημα: «Κρυφό σκολειό πουθενά δε στάθηκε σε χωριά ή χώρες. Οι Τούρκοι ποτέ δεν απαγόρεψαν τα σκολειά». Πράγματι, τα σχολεία φαίνεται ότι καθ’ όλη την διάρκεια της τουρκοκρατίας λειτουργούσαν ελεύθερα και ανεξάρτητα από τον κατακτητή. Ειδικά στις περιοχές των Βαλκανίων που οι Οθωμανοί ήταν μειοψηφία και οι ελληνικές κοινότητες αυτόνομες δεν είχαν κανέναν λόγο να εμποδίσουν την λειτουργία των σχολείων. Αντίστοιχα και ο Μαν. Γεδεών, Μέγας Χαρτοφύλακας του Οικουμενικού Πατριαρχείου, βεβαιώνει ότι: «Μέχρι σήμερον ουδαμού ανέγνων εν ομαλή καταστάσει πραγμάτων βεζίρην ή αγιάνην ή σουλτάνον εμποδίσαντα σχολείου σύστασιν, ή οικοδομήν, τουθ’ όπερ ηδύνατο να συμβή κατόπιν καταγγελίας Χριστιανού τινός, απεριτμήτου Τούρκου, καθώς ωνόμαζον αυτούς η τουρκική κυβέρνησις, ανεχομένη την Χριστιανικήν θρησκείαν, εγίγνωσκεν, ότι εις τους ναούς αναγιγνώσκουσι και ψάλλουσιν οι παππάδες και οι ψάλται, και ότι τα αναγινωσκόμενα και ψαλλόμενα, έπρεπε να διδαχθώσιν εγκαίρως˙ και συνεπώς ουδέποτε εν ομαλή καταστάσει πραγμάτων εμπόδισε την εν νάρθηξι και κελίοις διδασκαλίαν».
----------------------------
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
  • Άλκης Αγγέλου, «Το κρυφό σχολειό, χρονικό ενός μύθου», εκδ. Εστία.
  • Ματθ. Παρανίκα, «Σχεδίασμα περί της εν τω ελληνικώ έθνει καταστάσεως των γραμμάτων από αλώσεως Κωνσταντινουπόλεως μέχρι των αρχών της ενεστώσης (ΙΘ΄) εκατονταετηρίδος», εκδ. Α. Κορομηλά.
  • Τρ. Ευαγγελίδης, «Η παιδεία επί τουρκοκρατίας», εκδ. Α.Π. Χαλκιόπουλου.
  • Π. Καρολίδης, «Τα ελληνικά γράμματα κατά τους χρόνους του χριστιανικού ελληνισμού».
  • Ε. Βουραζέλη, «Ο βίος του ελληνικού λαού κατά την τουρκοκρατίαν».
  • Αν. Γούδα, «Βίοι παράλληλοι», τομ. Β΄, εκδ. Χ.Ν. Φιλαδελφέως.
  • Γ. Κορδάτου, «Μεγάλη Ιστορία της Ελλάδας», εκδ. 20ος αιώνας και «Ο Ρήγας Φεραίος και η βαλκανική ομοσπονδία», εκδ. Επικαιρότητα.
  • Κ. Παπαρηγόπουλος, «Ιστορία του ελλ. έθνους», εκδ. Αλέξανδρος.
  • Απ. Βακαλόπουλος, «Νέα ελληνική ιστορία», εκδ. Βάνιας.
  • Ν. Σβορώνος, «Επισκόπηση της νεοελληνικής ιστορίας», εκδ. Θεμέλιο.
  • Ζ. Νταλέγκρ, «Έλληνες και Οθωμανοί», εκδ. Σ.Ι. Ζαχαρόπουλος.
  • J.L.S. Bartholdy, «Ταξιδιωτικές εντυπώσεις από την Ελλάδα», εκδ. Εκάτη. «Ο Αλή Πασάς όπως τον γνώρισα, οι μαρτυρίες δυο ταξιδιωτών», εκδ. Ισνάφι.
  • Κ. Σιμόπουλος, «Ξένοι ταξιδιώτες στην Ελλάδα», εκδ. Πιρόγα.

Η σκεπτομορφή του θανάτου

Εἴπαμε ὅτι, γιά τίς ψυχές πού ἐπανενσαρκώνονται ἀπό τό κάτω νοητικό, δέν προβλέπεται συγκεκριμένος τρόπος θανάτου ἐκ τοῦ σχεδίου των.

Εἶναι ὅμως πολύ σημαντικό νά θυμᾶσθε τοῦτο: Κατά τήν διάρκεια τῆς βιώσεως, κάθε μία ἀπ’ αὐτές τίς ψυχές διαμορφώνει τόν θάνατό της. (Ὑπάρχουν παραδόσεις λαῶν πού μιλοῦν ἀκριβῶς γι’ αὐτό τό ζήτημα, ἀναφέροντας ὅτι: «κάθε ἄνθρωπος κουβαλάει τόν θάνατό του»).

Τό ὅτι κάθε ἄνθρωπος «δημιουργεῖ τόν θάνατό του» ὀφείλεται σ’ ἕναν ἰδιαίτερο μηχανισμό τοῦ ὑποσυνειδήτου, ἐνσωματωμένο στό συλ­λογικό ὑποσυνείδητο καί ὁριζόμενο τόσο ἀπό τά περιεχόμενα τοῦ ἀσυνειδήτου τῆς Ἀνθρωπότητος, ὅσο καί ἀπό τά ἰδιαίτερα περιεχόμενα τοῦ συλλογικοῦ ὑποσυνειδήτου κάθε κοινωνίας.

Τοῦτα ὅμως δέν εἶναι τοῦ παρόντος.

Ὁ τρόπος ζωῆς, οἱ συνήθεις ἀπορροές καί οἱ περί ψυχῆς, μετά θάνατον ζωῆς καί περί θανάτου πεποιθήσεις τοῦ ἀνθρώπου διαμορφώ­νουν, κατασκευάζουν, συνήθως σιγά­ σιγά, μία μορφή ­σκέψη πού ἰσχυροποιεῖται λαμβάνοντας τροφή ἀπό τά σχετικά συναισθήματα.

Γιά τούς ἀνθρώπους αὐτῆς τῆς ὁμάδος (νεαρῆς ἐξελίξεως στόν παρόντα κύκλο Ἐξελίξεως τῆς Ψυχῆς), ἡ σκεπτομορφή τοῦ θανάτου ἀρχίζει νά διαμορφώνεται σέ κάποια στιγμή τοῦ βίου καθενός, ὅταν συμβεῖ νά ἔλθει ἀντιμέτωπος γιά πρώτη φορά μέ τόν θάνατο ἤ τήν ἀπώλεια.

Ἴσως εἶναι ὁ θάνατος οἰκείου ἤ ξένου ἀνθρώπου πού ὑποκινεῖ αὐτήν τήν διαδικασία, ἴσως εἶναι ὁ θάνατος ἤ ἡ ἀπομάκρυνση ἑνός ζώου, ἐάν βιώνεται (ἡ ἀπομάκρυνση) ὡς ἀπώλεια, κάποτε ὁ θάνατος ἑνός δέν­δρου ἤ ἡ ἀπώλεια ἑνός φορτισμένου μέ συναισθηματική ἀξία ἀντικειμέ­νου.

Συμβαίνει λοιπόν σέ διαφορετική φυσική ἡλικία γιά κάθε ἄνθρω­πο καί ἐξαρτᾶται ἀπό τίς ἰδιαίτερες, συνολικές του συνθῆκες, ἐξωτερικές καί ἐσωτερικές.

Στίς ἐσωτερικές συνθῆκες, περιλαμβάνονται συνήθως οἱ ἐγγραφές ­ἀποτυπώσεις (οἱ ἐξ ὑποσυνειδήτου μνῆμες) τοῦ τρόπου καί τῶν συνθηκῶν θανάτου προηγουμένων βιώσεων, οἱ ὁποῖες, πολλές φορές «εὐθύνονται» γιά τόν ἐκδηλωνόμενο ἐνωρίς καί ἐντόνως «φόβο θανά­του».

Ἄρα εἶναι πάντοτε ζήτημα ἐξατομικευμένης διερευνήσεως τό ἄν ἤδη ὑφίσταται ἡ σκεπτομορφή, ἄν εἶναι ἤδη διαμορφωμένη καί σέ ποῖον βαθμό παγιωμένη.

Ὅμως: ἀκόμη καί ἄν πρόκειται γιά μία «ἰσχυρή συγκρότηση παγιω­μένη ἀπό χρόνια», δέν παύει νά ἀποτελεῖ ἁπλῶς σκεπτομορφή. Καί εἶναι σαφές ὅτι μία ἰσχυρή ἐκπομπή ὑψηλοτέρας δονήσεως, ἀπό τόν ἴδιο τόν φέροντα ἤ ἀπό ἄλλον ἄνθρωπο (ἔνσαρκο) βοηθό ­ ἐξυπηρετητή ­ συμπα­ραστάτη ­ ἀγαπημένο, δύναται νά διαφοροποιήσει ἀκόμη καί νά ὑποσκε­λίσει ἤ νά διαλύσει τήν συγκεκριμένη σκεπτομορφή, ἀντικαθιστῶντάς την ἐν μέρει ἤ ἐξ ὁλοκλήρου.

Πέγκυ Χριστοφή, Για το πέρασμα που λέμε θάνατο

ΕΠΙΚΟΥΡΟΣ

Τα ονόματα «Επίκουρος» και «Επικούρειος» δεν ηχούν και τόσο ευχάριστα στ’ αυτιά μας. Πρωτοακούστηκαν στην Αθήνα πριν από δύο χιλιάδες τριακόσια χρόνια, και έκτοτε, στην πορεία τους μέσα από τους αιώνες, ποτέ δεν έπαψαν να φορτίζονται με ποικίλες σημασίες. Ο άνθρωπος από τον οποίο πήρε το όνομά της η επικούρεια φιλοσοφία έζησε από το 341 ως το 270 π.Χ., δηλαδή σε μία εποχή όπου η ανεπάρκεια -αν όχι η αβασιμότητα- της καθιερωμένης θρησκείας γινόταν φανερή στους ευφυείς ανθρώπους, και όπου με την εγκαθίδρυση των νέων ισχυρών βασιλείων, η ανεξαρτησία των ελληνικών πόλεων-κρατών έχει αμετάκλητα χαθεί. Ο κόσμος ένιωθε όπως ίσως θα ένιωθαν πολλοί σημερινοί Ευρωπαίοι αν ο χριστιανισμός καταρριπτόταν ολοκληρωτικά ως μύθος και η χώρα τους υποδουλωνόταν στις ΗΠΑ. Η πολιτική κι η θρησκεία είχαν εξαπατήσει τους ανθρώπους· το έδαφος, στην κυριολεξία, είχε φύγει κάτω από τα πόδια τους. Αυτοί οι άνθρωποι υποχρεωθήκαν να αναρωτήσουν αν άξιζε να κάνεις, και αν ναι, πώς. Η εποχή έδωσε τρεις πασίγνωστες και πολύ διαφορετικές απαντήσεις σ' αυτό το πρακτικό πρόβλημα. Το κεφάλαιο τούτο ασχολείται με μία απ’ αυτές, τη φιλοσοφία του Επίκουρου. Είναι βασικό να θυμόμαστε αυτήν την πρακτική προέλευση της Επικούρειας, της Κυνικής και της Στωικής φιλοσοφίας. Για μας η φιλοσοφία είναι κάτι που μελετάται στα πανεπιστήμια, ένα αντικείμενο σπουδών με τη βιβλιογραφία και τους ειδικούς του. Όμως τούτες οι φιλοσοφίες λειτουργούσαν εντελώς διαφορετικά. Ήταν πεποιθήσεις που βοηθούσαν τους ταλαιπωρημένους από τη ζωή ανθρώπους να βρουν μία διέξοδο, να λυτρωθούν από τους πόνους και τη σύγχυση. Ας πούμε ότι ένας άντρας έβλεπε την πόλη του να ρημάζεται, την καταστροφή στο κατώφλι του, τη γυναίκα και τα παιδιά του να πεθαίνουν. Ή, ακόμη κι αν δεν είχε υποφέρει ο ίδιος, άκουγε για φρικαλεότητες και πολέμους και δεν ήξερε πότε θα τους έβρισκε στο δρόμο του. Ένιωθε τη γη να χάνεται κάτω από τα πόδια του και έψαχνε για σταθερό έδαφος στην κινούμενη άμμο. Αυτοί ήταν οι λόγοι για τους οποίους τούτες οι φιλοσοφίες γεννήθηκαν, απέκτησαν αμέτρητους οπαδούς και άντεξαν για εκατοντάδες χρόνια. Υπόσχονταν ασφάλεια σε ανθρώπους που καταποντίζονταν και εκείνοι πίστευαν ότι όντως τους παρείχαν ασφάλεια. Μπορούμε να τις καταλάβουμε μόνον αν αναλογιστούμε, απέναντι σε ποια δεινά πρόσφεραν άσυλο· μπορούμε να τις κρίνουμε μόνον αν μελετήσουμε το άσυλο που προσέφεραν.

Ο Επίκουρος ήταν αθηναϊκής καταγωγής, γιος δασκάλου, γεννημένος στη Σάμο. Όμως το σκηνικό στο οποίο θα πρέπει να τον φανταστούμε είναι ένα σπίτι με κήπο στην Αθήνα, όπου έζησε από τα 35 του ως το θάνατό του στα 71 του χρόνια, περιτριγυρισμένος από φίλους και μαθητές, μεταξύ των οποίων και οι τρεις αδελφοί του, μερικοί δούλοι και κάποιες γυναίκες. Από τις τριακόσιες πραγματείες του για θέματα τόσο διαφορετικά όσο ο Έρωτας, η Μοναρχία, η Μουσική και οι Αρρώστιες, λιγοστά αποσπάσματα διασώζονται. Υπάρχει ακόμη η διαθήκη με την οποία άφηνε το σπίτι και τον κήπο του σε διαχειριστές με σκοπό να διασφαλιστεί η χρήση τους από τους οπαδούς ζητούσε δε να συγκαλούνται συγκεντρώσεις στη μνήμη την ημέρα των γενεθλίων του και κάθε είκοσι του μηνός. Τα δόγματά του αναπτύσσονται σε τρεις επιστολές, που διέσωσε ο Διογένης Λαέρτιος το 2ο μ.Χ. αιώνα. Το περίφημο διδακτικό ποίημα του Λουκρήτιου «Περί της Φύσεως των Πραγμάτων» (De rerum natura), είναι η εκτενέστερη προπαγάνδα του επικουρισμού βέβαια, ο χαρακτήρας της επικούρειας διδασκαλίας, και παντός το ύφος, διαθλώνται περνώντας μέσα από την ιδιοσυγκρασία του Ρωμαίου ποιητή.

Μία σκιαγράφηση του χαρακτήρα του Επίκουρου από τον Διογένη Λαέρτιο (Δ.Λ. XII).

Για τον άνθρωπο αυτόν υπάρχουν άφθονοι μάρτυρες της ανυπέρβλητης καλωσύνης του προς τους πάντες: η ίδια η πατρίδα του που τον τίμησε με αγάλματα ορειχάλκινα, αλλά κι οι φίλοι του που ’ναι τόσοι πολλοί σ’ όλες τις πόλεις ώστε είναι αδύνατο να μετρηθούν· κι όλοι οι μαθητές του, που γοητεύτηκα από τη χάρη της διδασκαλίας του· η ίδια η Σχολή, που ενώ ι σχεδόν οι άλλες έχουν εξαφανιστεί, συνεχίζει ες αεί... Η ευσυνειδησία του προς τους γονείς του, η ευγένεια προς τ αδέρφια, η ανθρωπιά προς τους δούλους του, όπως αποδείχτηκε από τη ί θήκη του και από το ότι ήσαν κι εκείνοι μέλη της Σχολής του· γενικά, η αγάπη του προς τους πάντες.

Ο Διοκλής λέει γι’ αυτούς, ότι ζούσαν μια πολύ απλή ζωή. «Αρκούνταν σ’ ένα ποτήρι κρασί. Κατά τα άλλα ήταν λάτρεις του νερού.» Ακόμα ότι ο Επίκουρος στα γράμματά του λέει πως του φτάνει σκέτο ψωμί με νερό. “Στείλε μου”, γράφει, “ ένα μικρό δοχείο τυρί, ώστε όταν θέλω, να μπορώ να το ρίχνω στην πολυτέλεια.” Τέτοιος ήταν ο άνθρωπος που καθόρισε ότι σκοπός της ζωής είναι η ηδονή... (Δ.Λ. X 11).

Δύο επιστολές του Επίκουρου

α. Σ' ένα παιδί

Φτάσαμε καλά στη Λάμψακο, εγώ, ο Πυθοκλής, ο Έρμαρχος κι ο Κτήσιππος, και βρήκαμε τη Θεμίστα και τους άλλους φίλους, κι είναι όλοι μια χαρά. Αν είστε καλά στην υγειά σας εσύ και η μαμά, κι αν ακούς σε όλα τον μπαμπά και τον Μάτρωνα, όπως μέχρι τώρα, τότε όλα είναι εντάξει. Το ξέρεις δα ότι κι εγώ κι όλοι οι άλλοι σ’ αγαπούμε πολύ επειδή είσαι υπάκουος στο κάθε τι...

β. Στον Ιδομενέα

Τούτη την ευτυχισμένη μέρα, την τελευταία της ζωής μου, σου γράφω το παρακάτω γράμμα. Οι συνεχείς πόνοι από την δυσεντερία και την στραγγουρία έχουν ξεπεράσει κάθε προηγούμενο. Όμως όλα αυτά τ’ αντιμετωπίζω με τη χαρά που νιώθει η ψυχή μου καθώς αναθυμούμαι τις συζητήσεις που ’χουμε κάνει. Να φανείς άξιος της στάσης που από νεαρός κράτησες απέ­ναντι στη φιλοσοφία και σε μένα και να φροντίσεις εσύ τα παιδιά του Μητρόδωρου. (Δ.Λ. χ 22).

Μία αθώα, ελκυστική προσωπικότητα: τελείως διαφορετική απ’ ότι ίσως υποβάλλουν οι λέξεις «Επικούρειος» και «Επίκουρος». Όμως τ τους βγήκε το κακό όνομα; Και πώς τούτος ο άκακος, αγαθός άνθρωπος έφτασε να γίνει ο πιο μισητός Έλληνας φιλόσοφος, αυτός που ’χει υποστεί τη χειρότερη μεταχείριση: Για να το καταλάβουμε, πρέπει να εξετάσουμε τις πεποιθήσεις του. Με το συνετό και καθάριο τρόπο, χαρακτηριστικό των Ελλήνων, ο Επίκουρος αναρωτιέται: Ποια είναι η φύση του σύμπαντος; Τι είναι πραγματικό; Ποια φώτα πρέπει να ακολουθήσει άνθρωπος για να περάσει με επιτυχία από τον κόσμο; Σ’ αυτά τα ερωτήματα απαντά ως εξής: Δεν υπάρχει τίποτα στο σύμπαν εξόν από άτομα και κενό. Τα πάντα είναι ύλη. Ο θεός και οι ψυχές μας είναι α ύλη, ακριβώς όπως το χώμα και τα σώματά μας· από διαφορετικά άτομα, παρ’ όλα αυτά άτομα. Ένας αδιάλλακτος, απόλυτος και πολύ απλός υλισμός. Κάθε μυστήριο εξαφανίζεται· τα πάντα μπορούν να αν αναχθούν σε άτομα και να εξηγηθούν. Αυτό το μέρος της φυσικής φιλοσοφίας του ο Επίκουρος το έχει δανειστεί από έναν προγενέστερο στοχαστή τον Δημόκριτο. Το πρωτότυπο κομμάτι της φιλοσοφίας του αφορά στη· θεωρία του για τη ζωή και την ηθική.

Πώς, ρωτάτε, θα ζήσουμε ικανοποιώντας τους εαυτούς μας σε τούτον τον κόσμο των ατόμων; Ένα μόνο πράγμα είναι αναμφισβήτητο σ’ αυτόν: οι αισθήσεις μας. Μπορούμε να αρνηθούμε την ύπαρξη του καλού της δικαιοσύνης, της αρετής, αλλά δεν μπορούμε να αρνηθούμε ότι έχουμε αίσθηση, ούτε το γεγονός πως ορισμένα αισθήματα είναι ευχάριστα, πως τα ευχάριστα πράγματα είναι επιθυμητά και όλοι οι άνθρωποι τα θέλουν. Συνεπώς, η ηδονή είναι το αγαθό.

Η παρακάτω επιστολή περιέχει την καλύτερη σύνοψη της ηθικής το φιλοσοφίας και δείχνει ξεκάθαρα τι εννοεί με τη λέξη «ηδονή». Οι φλεγματικές φράσεις αποκαλύπτουν μία φιλοσοφία που έμελλε να σημαδέψει την πλειονότητα των ανθρώπων που έμπαιναν στον κόπο ν’ ασχοληθούν με τη φιλοσοφία. Ιδιαίτερα προσέξτε πόσο λίγο ο επικούρειος ορισμό για την ηδονή δικαιολογεί την κακή του φήμη· και πώς μπορούμε να μιλήσουμε για το νηφάλιο μεγαλείο της ήρεμης και γλυκιάς επικούρειας ζωής.

Μια σύνοψη της επικούρειας φιλοσοφίας· η «Επιστολή στον Μενοικέα»:

Πρέπει να ’χουμε κατά νου ότι από τις επιθυμίες, άλλες είναι φυσικές και άλλες μάταιες. Από τις φυσικές, πάλι, άλλες είναι αναγκαίες κι άλλες απλώς φυσικές. Τέλος, ορισμένες από τις αναγκαίες επιθυμίες μας είναι δεμένες με την ευδαιμονία μας, άλλες με την ευεξία του σώματός μας κι άλλες με την ίδια μας την επιβίωση. Αν τα μελετήσουμε αυτά χωρίς ψευδαισθήσεις, θα είμαστε σε θέση να ανάγουμε κάθε επιλογή και κάθε αποφυγή μας στην υγεία του σώματος και στην γαλήνη της ψυχής, μιας και αυτά είναι ό, τι έχει να σου προσφέρει μια ευτυχισμένη ζωή. Γιατί όλα γι' αυτό τα κάνουμε: για να μην πονούμε και για να μη μας ταράζει τίποτα. Άπαξ και το εξασφαλίσουμε αυτό, κοπάζει η φουρτούνα της ψυχής, αφού το έμψυχο ον δεν έχει λόγο να περιπλανηθεί αναζητώντας κάτι άλλο, αναγκαίο για να συμπληρώσει την ευεξία της ψυχής και του σώματος. Γιατί τότε μόνο έχουμε ανάγκη από την ηδονή, όταν η απουσία της μας κάνει να υποφέρουμε. Ενώ όταν τίποτα δεν ζορίζει την ψυχή μας, δεν έχουμε ανάγκη να την επιδιώξουμε.

Και γι’ αυτό λέω πως η ηδονή είναι αρχή και σκοπός του μακαρίως ζην: γιατί αναγνώρισα ότι είναι το πρωταρχικό και συγγενικό με τη φύση μας αγαθό και ότι αυτή είναι η αφετηρία για κάθε επιλογή και για κάθε αποφυγή μας, και ότι σ’ αυτήν καταλήγουμε πάλι, όταν αποτιμάμε το κάθε αγαθό, έχοντας ως κριτήριο το τι αισθανόμαστε. Κι ακριβώς επειδή είναι το πρωταρχικό και σύμφυτο μ’ εμάς αγαθό, για τούτο δεν επιλέγουμε αδιακρίτως κάθε ηδονή, αλλά συμβαίνει ορισμένες φορές να γυρίζουμε την πλάτη μας σε πολλές ηδονές, όταν τα προβλήματα που προκαλούν αυτές οι ηδονές είναι για μας μεγαλύτερα· και υπάρχουν, από την άλλη, πολλοί πόνοι που τους θεωρούμε προτιμότερους από τις ηδονές, εφόσον η ηδονή που θα ακολουθήσει άμα τους υπομείνουμε για κάμποσο, θα είναι για μας μεγαλύτερη. Κάθε ηδονή λοιπόν, ακριβώς επειδή η φύση της μας είναι συγγενική, είναι καλό πράγμα' δεν συμβαίνει όμως να επιλέγουμε αδιακρίτως κάθε ηδονή' ακριβώς όπως κάθε πόνος είναι κακό πράγμα κι ωστόσο δεν είναι όλοι οι πόνοι τέτοιοι που να μπορούμε να τους αποφεύγουμε.

Είναι καθήκον μας, εντούτοις, να τα κρίνουμε όλα αυτά παραβάλλοντας και συγκρίνοντας το ένα με το άλλο και εξετάζοντας προσεκτικά τι συμφέρει και τι όχι. Γιατί ορισμένες φορές μεταχειριζόμαστε το αγαθό ως κακό και αντιστρόφως.

Το να αρκείται κανείς σ' αυτά που έχει, το θεωρώ πολύ σπουδαίο αγαθό: όχι για να περιοριζόμαστε σώνει και καλά στα λίγα, αλλά για να αρκούμαστε στα λίγα όταν μας λείπουν τα πολλά-με τη γνήσια πεποίθηση ότι την πολυτέλεια την απολαμβάνουν πολύ καλύτερα οι άνθρωποι που δεν την έχουν και τόσο ανάγκη, και ότι τα φυσικά πράγματα, όλα, μπορεί εύκολα να τα αποκτά κανείς, ενώ το περιττό το αποκτάς δύσκολα' ότι μια σκέτη σούπα θα σου δώσει ίση ευχαρίστηση με ένα πολυτελές γεύμα, όταν έχει φύγει όλο το δυσάρεστο αίσθημα από την έλλειψη τροφής, και ότι το ψωμί και το νερό δίνουν τη μεγαλύτερη ηδονή όταν προσφέρονται σε κάποιον που τα έχει ανάγκη.

Το να συνηθίζει λοιπόν κανείς στον απλό τρόπο ζωής κι όχι στην πολυτέλεια, δεν βοηθά μόνο την υγεία αλλά κάνει επίσης τον άνθρωπο ικανό να αντεπεξέρχεται με αποφασιστικότητα στις αναγκαίες ενασχολήσεις της ζωής· μας κάνει να το ευχαριστιόμαστε περισσότερο όταν, αραιά και πού, παίρνουμε μέρος σε πολυτελή γεύματα, και μας προετοιμάζει να σταθούμε άφοβοι μπρος στα παιχνίδια της τύχης.

Όταν λοιπόν υποστηρίζουμε ότι σκοπός είναι η ηδονή, δεν εννοούμε τις ηδονές των ασώτων και των αισθησιακών απολαύσεων, όπως νομίζουν κάποιοι -από άγνοια κι επειδή διαφωνούν μαζί μας ή παίρνουν στραβά τα λόγια μας-, αλλά εννοούμε το να μην υποφέρει κανείς σωματικούς πόνους και το να μην είναι η ψυχή του ταραγμένη. Γιατί τη γλυκιά ζωή δε μας την προσφέρουν τα φαγοπότια κι οι διασκεδάσεις, ούτε οι απολαύσεις με αγόρια και γυναίκες, ούτε τα ψάρια και τ’ άλλα εδέσματα που προσφέρει ένα πολυτελές τραπέζι, αλλά ο νηφάλιος στοχασμός, αυτός που ερευνά τα αίτια κάθε προτίμησής μας ή κάθε αποφυγής μας, και αποδιώχνει τις δοξασίες που με τόση σύγχυση γεμίζουν την ψυχή μας.

Αφετηρία για όλα αυτά, και μέγιστο αγαθό συνάμα, είναι η φρόνηση. Γι' αυτό και είναι πολυτιμότερη η φρόνηση κι από τη φιλοσοφία ακόμα, γιατί απ’ αυτήν απορρέουν όλες οι αρετές: η φρόνηση που μας διδάσκει ότι δεν είναι δυνατόν να ζει κανείς χαρούμενα αν η ζωή του δεν έχει γνώση, ομορφιά και δικαιοσύνη, κι ούτε πάλι μπορεί να ’χει η ζωή του γνώση, ομορφιά και δικαιοσύνη αν δεν έχει και χαρά. Γιατί οι αρετές αυτές είναι σύμφυτες με το να ζει κανείς ευτυχισμένα, κι η ευτυχισμένη ζωή είναι αξεχώριστη από τις αρετές.

Ποιον άραγε θεωρείς καλύτερο από εκείνον που έχει αγνή και καθάρια γνώμη για τους θεούς και που ’χει ξεπεράσει τελείως το φόβο του θανάτου; Που έχει αναλογιστεί το σκοπό που έθεσε η φύση, που έχει αντιληφθεί πόσο εύκολα αγγίζει κανείς και κατακτά το όριο των καλών πραγμάτων και πόσο μικρή είναι η διάρκεια ή η ένταση των κακών. Που κοροϊδεύει την Αναγκαιότητα - που κάποιοι την παρουσιάζουν ως την απόλυτη εξουσιάστρια των πάντων-, και βεβαιώνει ότι άλλα πράγματα συμβαίνουν αναγκαστικά, άλλα οφείλονται στην τύχη, άλλα όμως περνούν από το χέρι μας· γιατί το βλέπει ότι η αναγκαιότητα δεν φέρει ουδεμία ευθύνη κι η τύχη είναι άστατη, όμως εκείνο που εξαρτάται από εμάς (τό δε παρ’ ημάς άδέσποτον), είναι ελεύθερο και φυσι­κά επιδέχεται τη μομφή όσο και τον έπαινο. Οπότε, καλύτερα να πιστέψουμε στους μύθους περί θεών παρά να υποδουλωθούμε στην Αναγκαιότητα (την ειμαρμένη) των φυσικών φιλοσόφων: οι μύθοι αφήνουν κάποιαν ελπίδα να εξευμενίσει κανείς τους θεούς μέσω της λατρείας τους, ενώ αντίθετα η Αναγκαιότητα δεν κάμπτεται με τις δεήσεις.

Αλλά και την Τύχη, ένας τέτοιος άνθρωπος δεν τη θεωρεί θεά όπως κάνουν οι πολλοί -αφού από ένα θεό τίποτα δεν γίνεται άτακτα. Ούτε την θεωρεί ως αστάθμητη αιτία όλων των πραγμάτων· γιατί δεν πιστεύει ότι από την τύχη δίνεται στους ανθρώπους το καλό ή το κακό ως προς την ευτυχία τους. Πιστεύει ότι η τύχη είναι απλώς μια αφετηρία για μεγάλα καλά ή μεγάλα δεινά. Πιστεύει πως είναι καλύτερα να ατυχήσει μετά από σωστή σκέψη παρά να σταθεί τυχερός όντας παράλογος. Γιατί στις ανθρώπινες πράξεις καλύτερα να πάει στραβά κάτι το οποίο βασίστηκε σε σωστή κρίση παρά να πετύχει ένας σκοπός που δεν τέθηκε με σωστή κρίση.

Αυτά λοιπόν, κι όσα σχετίζονται μαζί τους, να τα στοχάζεσαι μέρα και νύχτα, μόνος σου ή με κάποιον σαν και σένα, και ποτέ σου δεν πρόκειται να ταραχτείς, είτε στον ύπνο σου είτε στον ξύπνιο σου· και θα ζήσεις σαν θεός ανάμεσα σε ανθρώπους. Γιατί δεν μοιάζει με θνητό ζώο ο άνθρωπος που ζει μέσα σε αθάνατα αγαθά. (Επίκουρος, Επιστολή προς Μενοικέα - απόσπ.).

ΩΣ ΕΝΔΕΙΞΗ ΤΟΥ ΟΤΙ Η ΗΔΟΝΗ ΑΠΟΤΕΛΕΙ το σκοπό της ζωής, ο Επίκουρος προβάλλει και το γεγονός ότι όλα τα ζωντανά πλάσματα την επιδιώκουν και την απολαμβάνουν απ’ τη στιγμή που Οα γεννηθούν, ενώ προς τον πόνο εκδηλώνουν μια φυσική αποστροφή.

Αν αυτά που προκαλούν τις ηδονές των ασώτων, μπορούσαν επίσης να διαλύσουν τους φόβους απέναντι στα ουράνια και στο θάνατο και τους πόνους, και αν επιπλέον ήσαν ικανά να διδάξουν ποια είναι τα όρια της επιθυμίας και του πόνου, τότε δεν θα μπορούσαμε να κατηγορήσουμε τους ανθρώπους αυτούς, που από παντού θα αντλούσαν ηδονές και δεν θα ‘ξέραν τι θα πει λύπη και πόνος - αυτά δηλαδή που συνιστούν το κακό. (Κ.Δ. 10).

Καμιά ηδονή δεν είναι από μόνη της κακό πράγμα. Όμως αυτά που μας οδηγούν σε κάποιες ηδονές, επιφέρουν προβλήματα πολύ μεγαλύτερα από τις ηδονές. (Κ.Δ. 12).

Άλλες επιθυμίες είναι φυσικές και αναγκαίες, άλλες είναι φυσικές μα όχι και αναγκαίες, και άλλες δεν είναι ούτε φυσικές ούτε αναγκαίες αλλά γεννιούνται από την κενοδοξία. Στην πρώτη κατηγορία ανήκουν οι επιθυμίες εκείνες που θέτουν τέλος στον πόνο - όπως λ.χ. το νερό παύει τη δίψα· στη δεύτερη ανήκουν εκείνες που διαφοροποιούν την ηδονή χωρίς να εξουδετερώνουν κάποιον πόνο -όπως λ.χ. τα πολυτελή εδέσματα’ μη φυσικές και μη αναγκαίες επιθυμίες είναι, ας πούμε, η δόξα, οι ανδριάντες και τα στεφάνια. (Κ.Δ. 24).

Για κάθε επιθυμία που θα σου ’ρχεται, πρέπει να ρωτάς: τι θα γίνει με μένα αν πραγματοποιηθεί αυτό που ζητάω; και τι αν δεν πραγματοποιηθεί; (Επικ. Προσφ. 71)·

ΤΟΥΤΗ II ΠΕΡΙΓΡΑΦΗ ΤΗΣ ΕΠΙΚΟΥΡΕΙΑΣ αντίληψης για την ηδονή θα ήταν ελλιπής χωρίς μία αναφορά σε αυτό που ο δάσκαλος θεωρούσε σημαντικότατο της στοιχείο. Η φιλία ήταν μέρος της φιλοσοφίας, όπως και της ζωής του Επίκουρου, και καθιερώθηκε ως μία από τις θεμελιώδεις παραδόσεις της σχολής:

Ανάμεσα σε κείνα με τα οποία σε προετοιμάζει η σοφία για την ευτυχία σ’ όλη τη διάρκεια της ζωής σου, το σημαντικότερο απ’ όλα είναι η απόκτηση φίλων. (Κ.Δ. 27).

Η φιλία χορεύει ολόγυρα από την οικουμένη καλώντας μας να ξυπνήσουμε για χάρη της ευτυχίας. (Επικ. Προσφ. 52).

Δεν είναι τόσο η βοήθεια των φίλων αυτό που χρειαζόμαστε, όσο η εμπιστοσύνη στη βοήθειά τους. (Επικ. Προσφ. 34)·

Είναι γλυκιά η ανάμνηση ενός πεθαμένου φίλου. (Απ. 50).

Μην κάνεις τίποτα για το οποίο θα φοβάσαι μη μαθευτεί από τον πλησίον σου. (Επικ. Προσφ. 70).

Ο ευγενής άνθρωπος νοιάζεται πολύ για την σοφία και την φιλία· το πρώτο είναι θνητό αγαθό ενώ το δεύτερο είναι αθάνατο.» (Επικ. Προσφ. 78).

Η στάση απέναντι στο θεό

Ο ΕΠΙΚΟΥΡΟΣ ΠΑΡΟΤΡΥΝΕ ΤΟΥΣ ΑΝΘΡΩΠΟΥΣ να βρουν την ευτυχία στις ηδονές, αλλά στις ηδονές εκείνες που δεν αφήνουν πικρή γεύση. Ωστόσο, όποια ευτυχία και να βρει ο άνθρωπος στην αναζήτηση της ηδονής, τρεις μέγιστοι φόβοι εξακολουθούν να τον κατατρέχουν: ο φόβος του θανάτου, ο φόβος του θεού, ο φόβος του άλλου κόσμου. Μ’ αυτές τις απειλές μόνιμα παρούσες, πώς μπορούν οι άνθρωποι να απολαύσουν αβασάνιστα την ηδονή; Ο θάνατος ήταν κάτι το βέβαιο. Η παραδοσιακή θρησκεία μιλούσε για ένα πλήθος ισχυρών και παρορμητικών θεοτήτων που επενέβαιναν αυθαίρετα στη ζωή των θνητών. Όσο για τη μετά θάνατο ζωή, οι ποιητές περιέγραφαν έναν κάτω κόσμο όπου οι νεκροί ήταν καταδικασμένοι να περιφέρονται αιώνια, φαντάσματα δίχως αίμα και δύναμη' έναν κάτω κόσμο όπου oι Ερινύες με βουτηγμένα στο αίμα μαστίγια, φίδια με πενήντα κεφάλια, το τερατώδες σκυλί του Άδη και άλλες χίλιες μορφές του φόβου, περίμεναν να τιμωρήσουν τις εσκεμμένες ή αθέλητες αμαρτίες. Πώς μπορούσε ένας άνθρωπος να είναι ευτυχής με τούτα τα σπαθιά να κρέμονται πάνω από το κεφάλι του;

Ας δούμε πώς ο Επίκουρος ήλπιζε να τους παρηγορήσει και να τους υπερασπιστεί από τη βίαιη εισβολή του φόβου. Το απόσπασμα που α­κολουθεί δείχνει την αντίληψή του για το θεό:

Πρώτα-πρώτα, το θεό να τον θεωρείς ως ένα ον άφθαρτο και μακάριο, όπως μας τον παρουσιάζει η κοινή σε όλους τους ανθρώπους παράστασή του. Μην του προσάπτεις τίποτα το άσχετο με την αφθαρσία και αταίριαστο με τη μακαριότητά του. Πίστευε, αντίθετα, σε ο,τιδήποτε μπορεί να διαφυλάξει τη μακαριότητα και την αφθαρσία του. Οι θεοί υπάρχουν, μιας και η γνώση που έχουμε γι’ αυτούς είναι ολοκάθαρη. Δεν είναι όμως τέτοιοι όπως τους φαντάζεται ο πολύς ο κόσμος. Γιατί ο κόσμος δεν κρατά ακέραιη την αρχική παράσταση των θεών.

Ασεβής δεν είναι αυτός που βγάζει από τη μέση τους θεούς στους οποίους πιστεύει ο πολύς κόσμος· ασεβής είναι αυτός που φορτώνει στους θεούς τις δοξασίες των πολλών. Ό, τι πιστεύει ο κόσμος για το θεό δεν είναι γνώση αλλά ψευδής δοξασία. Από δω και η αντίληψη ότι οι θεοί προκαλούν στους κακούς τα μεγαλύτερα δεινά και ότι ευεργετούν τους καλούς. Διότι οι άνθρωποι είναι εξοικειωμένοι με τις δικές τους αρετές και αποδέχονται τους ομοίους τους ενώ το διαφορετικό το θεωρούν ξένο και εχθρικό. (Επιστολή προς Μενοικέα).

Το μακάριο και άφθαρτο ον ούτε το ίδιο έχει προβλήματα ούτε και σε άλλους προκαλεί, έτσι δεν οργίζεται με κανέναν και δεν χαρίζεται σε κανέναν. Γιατί όλα αυτά είναι γνωρίσματα των αδύναμων όντων. (κ.δ. Ι).

Απέναντι στο θάνατο

Ο ΘΕΟΣ ΥΠΑΡΧΕΙ, λοιπόν, αλλά η ευλογημένη και αδιάφθορη ύπαρξή του βρίσκεται υπεράνω οργής, υπεράνω κάθε ενδιαφέροντος για τα ανθρώπινα. Δεν χρειάζεται να φοβόμαστε ούτε Εκείνον ούτε τις τιμωρίες και τα μαρτύρια μιας κόλασης που οι λογοτέχνες επινόησαν και που είναι εντελώς ανακόλουθη με την αληθινή αντίληψη για το θείο. Όμως ο φόβος του θανάτου παραμένει. Να πώς τον αντιμετωπίζει ο Επίκουρος:

ΚΟΙΤΑ να συνηθίσεις στην ιδέα ότι ο θάνατος για μας είναι ένα τίποτα. Κάθε καλό και κάθε κακό βρίσκεται στην αίσθησή μας' όμως θάνατος σημαίνει στέρηση της αίσθησης. Γι’ αυτό η σωστή εκτίμηση ότι ο θάνατος δεν σημαίνει τίποτα για μας, μας βοηθά να χαρούμε τη θνητότητα του βίου, όχι επειδή μας φορτώνει αμέτρητα χρόνια αλλά επειδή μας απαλλάσσει από τον πόθο της αθανασίας. Δεν υπάρχει, βλέπεις, τίποτα το φοβερό στη ζωή του ανθρώπου που ’χει αληθινά συνειδητοποιήσει ότι δεν υπάρχει τίποτα το φοβερό στο να μη ζεις. Άρα είναι ανόητος αυτός που λέει ότι φοβάται το θάνατο, όχι γιατί θα τον κάνει να υποφέρει όταν έρθει αλλά επειδή υποφέρει με την προσδοκία του θανάτου. Γιατί ό, τι δεν σε στεναχωρεί όταν είναι παρόν, δεν υπάρχει λόγος να σε στεναχωρεί όταν το προσδοκείς. Το πιο ανατριχιαστικό, λοιπόν, από τα κακά. ο θάνατος, είναι ένα τίποτα για μας. ακριβώς επειδή όταν υπάρχουμε εμείς αυτός είναι ανύπαρκτος, κι όταν έρχεται αυτός είμαστε ανύπαρκτοι εμείς. Ο θάνατος λοιπόν δεν έχει να κάνει ούτε με τους ζωντανούς ούτε με τους πεθαμένους, αφού για τους ζωντανούς δεν υπάρχει, ενώ οι τελευταίοι δεν υπάρχουν πια. Βέβαια, οι πολλοί άλλοτε πασχίζουν ν’ αποφύγουν το θάνατο σαν να ’ναι η πιο μεγάλη συμφορά, κι άλλοτε τον αποζητούν για ν’ αναπαυθούν από τα δεινά της ζωής. Απεναντίας ο σοφός ούτε τη ζωή απαρνιέται ούτε την ανυπαρξία φοβάται. Γιατί δεν του είναι δυσάρεστη η ζωή, αλλά ούτε και θεωρεί κακό το να μη ζει. Κι όπως με το φαγητό δεν προτιμά σε κάθε περίπτωση το πιο πολύ μα το πιο νόστιμο, έ­τσι και με τη ζωή: δεν απολαμβάνει τη διαρκέστερη μα την ευτυχέστερη. (Επιστολή προς Μενοικέα - απόσπ).

ΕΤΣΙ ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΖΕΙ Ο ΕΠΙΚΟΥΡΟΣ ΤΟ ΦΟΒΟ ΤΟΥ ΘΕΟΥ, του θανάτου και της μέλλουσας ζωής. Όμως προσπαθεί επίσης να προστατέψει τον άνθρωπο και από άλλους κινδύνους. Αντιμετωπίζει και -κατ’ εξαίρεση, όχι με απόλυτη ευθύτητα- τον πόνο ως εξής:

Ο σωματικός πόνος δεν παραμένει μόνιμα. Ο οξύτατος πόνος διαρκεί πολύ λίγο' ενώ κάθε πόνος που απλώς είναι υπέρτερος από τη σωματική ηδονή, δε βαστά πολλές μέρες. Και στις μακροχρόνιες αρρώστιες, στο σώμα υπερτερεί η ηδονή παρά ο πόνος. (κ.δ. 4).

ΑΥΤΟ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΚΑΙ ΤΟΣΟ ΠΕΙΣΤΙΚΟ· και για να είμαστε ειλικρινείς, ο Επίκουρος αντιμετωπίζει τις φυσικές αλλαγές και τις ατυχείς συγκυ­ρίες της ζωής αποφεύγοντας ή ελαχιστοποιώντας τες. Παρακινεί τους οπαδούς του να εκτίθενται όσο το δυνατό λιγότερο, να διάγουν βίους προστατευμένους όπως έκαναν ο ίδιος και οι μαθητές του στον ήσυχο αθηναϊκό τους κήπο. Υποστήριζε ότι έπρεπε να κρατιέται κανείς μα­κριά από την πολιτική, να καταπνίγει τη φιλοδοξία, να περιφρονεί τις τιμές που προσφέρει η πολιτεία και ο στρατός. Για να γίνουμε μεγάλοι ηγεμόνες ή δημόσιοι άντρες πρέπει να ξεχάσουμε ότι γεννηθήκαμε για την ηδονή κι όχι για τη φήμη ή την εξουσία. Έτσι οι δύο λέξεις- κλειδιά της διδασκαλίας του είναι αυτάρκεια και ελευθερία από ψυχική ταραχή (αταραξία)· η δε πρωτοτυπία και δύναμή της έγκειται τόσο σ’ αυτές όσο και στο δόγμα του περί ηδονής.

Μέγιστος καρπός της αυτάρκειας είναι η ελευθερία. (Ε. Π. 77).

Πολυτιμότερος καρπός της δικαιοσύνης είναι η αταραξία.

Ζήσε στην αφάνεια.(Απ. 86).

Τίποτα δεν είναι αρκετό για όποιον το αρκετό τού είναι λίγο. (Απ. 7°)·

ΜΕΤΑ ΑΠΟ ΑΥΤΗ ΤΗ ΜΑΤΙΑ στις κατευθυντήριες αρχές του Επίκουρου, ας δούμε την άποψή του και για ορισμένα άλλα ιδεώδη του ανθρώπινου γένους.

α. Πλούτος

Τα αμέτρητα πλούτη σημαίνουν μεγάλη φτώχεια, αν εκτιμηθούν σύμφωνα με το φυσικό σκοπό της ζωής. (Ε.Π. 25).

Αν ζεις σύμφωνα με τη φύση, δεν θα ’σαι ποτέ φτωχός. Αν ζεις σύμφωνα με ό, τι πιστεύουν οι πολλοί, δεν θα ’σαι ποτέ πλούσιος. (Σενέκας, Επιστ. 16.7).

Τον πλούτο τον απολαμβάνει αληθινά αυτός που τον έχει λιγότερο ανάγκη. (Σενέκας, Επιστ. 4.10).

Η εύθυμη φτώχεια είναι αξιότιμη. (Σενέκας, Επιστ. 14.17).

Πολλοί, σαν πλούτισαν δεν βρήκαν στον πλούτο καταφύγιο απ’ το κακό, παρά μια νέα, χειρότερη μορφή του κακού. (Απ. 72).

Κανέναν δεν πρέπει να φθονούμε: τους καλούς ανθρώπους δεν τους αξίζει ο φθόνος' κι όσο για τους κακούς, ετούτοι όσο καλύτερα τα πάνε τόσο περισσότερο αυτοκαταστρέφονται. (Ε.Π. 53)·

Αν θες να κάνεις πλούσιο τον Πυθοκλή, μη του δίνεις άλλα χρήματα· αφαίρεσέ του την επιθυμία να πλουτίσει. (Απ. 28).

β. Εξουσία

Την ευτυχία και τη μακαριότητα δεν τις φέρνουν τα μεγάλα πλούτη ούτε η πληθωρική δραστηριότητα ούτε οι εξουσίες ούτε η ισχύς, αλλά η αλυπία, η πραότης των συναισθημάτων κι η ψυχική διάθεση που αναγνωρίζει τα όρια που έχει θέσει η φύση. (Απ. 85).

Η εξουσία κι η βασιλεία είναι φυσικά αγαθά, εφ’ όσον μπορούν πραγματικά να σε εξασφαλίσουν απέναντι στους άλλους ανθρώπους. (Κ.Δ. 6).

γ. Επιστήμη

ΑΝ ΚΑΙ ΤΟ ΣΥΣΤΗΜΑ του Επίκουρου βασίζεται στην επιστήμη, ο ίδιος δεν πιστεύει στη γνώση ως αυτοσκοπό. Τη θεωρεί υποταγμένη στον απώτατο σκοπό που είναι η αταραξία και η ηδονή' πέραν τούτου, δεν της δίνει περισσότερη αξία.

Οι άνθρωποι δεν θα μπορούσαν να απαλλαγούν από το φόβο πάνω στα πιο σημαντικά ζητήματα, αν παρέμεναν θύματα της μυθολογίας και δεν είχαν ιδέα για τη φύση του σύμπαντος. Χωρίς τη φυσική επιστήμη, λοιπόν, δεν μπορούμε να απολαύσουμε γνήσια τη ζωή.

ΑΝ δεν μας βασάνιζαν οι αμφιβολίες για τα ουράνια κι οι υποψίες μήπως ο θάνατος σημαίνει κάτι για μας, κι ακόμα, αν δεν μας ταλαιπωρούσε το ότι δεν ξέρουμε ποια είναι τα όρια των πόνων και των επιθυμιών, τότε δεν θα είχαμε ανάγκη από την φυσική επιστήμη. (Κ.Δ. 11).

Δεν πρέπει να μελετάμε τη φύση με κενές υποθέσεις και αυθαίρετους νόμους, αλλά όπως απαιτούν τα φαινόμενα. Γιατί στη ζωή δεν έχουμε ανάγκη από υποκειμενισμούς (ιδιολογίας) και κούφιες δοξασίες, αλλά από αταραξία ψυχής. (Προς Πυθοκλή, 86).

δ. Αρετή

Η ΤΟΛΜΗ και η συνέπεια της σκέψης του Επίκουρου, ζωγραφίζονται στον τρόπο που πραγματεύεται τη σπουδαιότερη αρετή, το δίκαιο, υποβιβάζοντας την σε απλή σκοπιμότητα:

Το φυσικό δίκαιο δεν είναι παρά σύμβαση συμφέροντος, καθώς αποβλέπει στο να μη βλάπτουν και να μη βλάπτονται μεταξύ τους οι άνθρωποι. (Κ.Δ. 31).

Δικαιοσύνη αυτή καθαυτή δεν υπήρξε ποτέ. Συνθήκη ήταν πάντα, που κατά τόπους γεννιόταν μέσα από τις αμοιβαίες συναναστροφές των ανθρώπων. (Κ.Δ. 33)·

Δεν υπάρχει η έννοια του δικαίου ή της αδικίας για τα πλάσματα εκείνα που δεν μπόρεσαν να συμφωνήσουν να μη βλάπτονται μεταξύ τους. Το ίδιο ισχύει και για τους λαούς εκείνους που δεν μπόρεσαν ή δεν θέλησαν να συνάψουν συνθήκες ώστε οι άνθρωποι να μη βλάπτουν και να μη βλάπτονται. (Κ.Δ. 32).

Η αδικία από μόνη της δεν αποτελεί κακό. Είναι κακό ως προς τον φόβο που ελλοχεύει στο μυαλό αυτού που την δια- πράττει, ότι δεν θα ξεφύγει από εκείνους που έχουν οριστεί ως τιμωροί αδίκων πράξεων. (Κ.Δ. 34)·

Κανένας απ’ αυτούς που κρυφά καταπατούν τα όσα συμφώνησαν μεταξύ τους οι άνθρωποι ώστε να μη βλάπτουν και να μη βλάπτονται, δεν είναι δυνατό να πιστεύει πως θα μένει απαρατήρητος, έστω κι αν μέχρι τώρα έχει ξεφύγει χιλιάδες φορές· γιατί δεν είναι βέβαιο πως θα ξεφεύγει μέχρι το τέλος. (Κ.Δ. 35)·

Από γενική σκοπιά, το δίκαιο είναι για όλους το ίδιο, μιας και είναι προς το συμφέρον των ανθρώπινων σχέσεων. Όμως λόγω της ιδιαιτερότητας μιας χώρας ή για τις όποιες άλλες αιτίες, το δίκαιο καταλήγει να μην είναι το ίδιο για όλους. (Κ.Δ. 36).

Από τα όσα θεωρούνται δίκαια σύμφωνα με το νόμο, θέση στο χώρο της δικαιοσύνης έχει εκείνο που αποδεδειγμένα ωφελεί όσον αφορά στις ανάγκες των κοινωνικών σχέσεων - είτε αποβαίνει το ίδιο για όλους είτε όχι. Αν όμως κάποιος θεσπίσει ένα νόμο που δεν αποβαίνει προς όφελος της κοινωνικής ζωής, ο νόμος τούτος δεν έχει το φυσικό χαρακτήρα του δικαίου. Αυτό που κατά το νόμο είναι ωφέλιμο, έστω κι αν κάποτε διαφοροποιείται, για ορισμένο χρονικό διάστημα βρίσκεται εναρμονισμένο με την έννοια του δικαίου· και δεν παύει, για εκείνο ακριβώς το διάστημα, να θεωρείται δίκαιο από όσους δεν ταράζονται από κούφια λόγια και δεν χάνουν από το βλέμμα τους την πραγματικότητα. (Κ.Δ. 37)·

Ο δίκαιος είναι ο πιο ατάραχος άνθρωπος' ενώ ο άδικος ζει γεμάτος ταραχή. (Κ.Δ. 17)

Μερικές ρήσεις

Ποτέ δεν θέλησα να γίνω αρεστός στους πολλούς. Αφ’ ενός, δεν κάθισα να μάθω τι αρέσει στους πολλούς· και αφ’ ετέρου, τα όσα γνώριζα βρίσκονταν μακριά από τη δική τους αντίληψη. (Απ. 43)·

Στη θεωρητική συζήτηση κερδισμένος βγαίνει ο ηττημένος, εφ’ όσον κάτι έμαθε παραπάνω. (Ε.Π. 74)·

Οι νόμοι υπάρχουν για χάρη των σοφών· για να τους προφυλάξουν, όχι απ’ το να κάνουν αδικίες αλλά από το να υφίστανται αδικίες. (Απ. 8ι).

Ο περισσότερος κόσμος όταν ησυχάζει είναι σαν ναρκωμένος κι όταν δραστηριοποιείται είναι σαν τρελαμένος. (Ε.Π. 74)

Ακούω να μου λες πως οι ανησυχίες της σάρκας σ’ έχουν κάνει επιρρεπή στις σεξουαλικές ηδονές. Εφ’ όσον δεν παραβαίνεις κανένα νόμο και δεν μετακινείς τα ήθη τα καλώς κείμενα, εφ’ όσον δεν προκαλείς στενοχώρια σε κανέναν άνθρωπο γύρω σου, εφ’ όσον δεν επιβαρύνεις το σώμα σου και δεν κατασπαταλάς ό, τι σου είναι αναγκαίο, τότε χρησιμοποίησε όπως θέλεις αυτή σου την κλίση. Δε γίνεται όμως να μη σε εμποδίσει κάποιο από τα παραπάνω. Το σεξ δεν ωφέλησε ποτέ' ας είμαστε ευχαριστημένοι αν δεν μας βλάψει κιόλας. (Ε.Π. 51).

Κακό πράγμα η ανάγκη' δεν είναι όμως διόλου αναγκαίο να ζει κανείς υπό καθεστώς ανάγκης. (Ε.Π. 9).

Όποιος έχει λιγότερο την ανάγκη του αύριο, αυτός θα πάει να συναντήσει το αύριο με τη μεγαλύτερη χαρά. (Απ. 78)·

Για τη φιλοσοφία

Μάταιος είναι ο φιλοσοφικός λόγος που δεν θεραπεύει κανένα ανθρώπινο πάθος· ακριβώς όπως η ιατρική δεν ωφελεί παρά μόνο σαν θεραπεύει τις αρρώστιες του σώματος, έτσι και η φιλοσοφία δεν προσφέρει τίποτε αν δεν απαλλάσσει την ψυχή από τα πάθη της. (Απ. 54)·

Όσο είναι κανείς νέος, ας μην αναβάλλει για το μέλλον τη φιλοσοφία, μα κι όταν γεράσει, ας μη βαριέται να φιλοσοφεί. Γιατί για κανένα δεν είναι ποτέ νωρίς και ποτέ αργά για ό, τι έχει να κάνει με την υγεία της ψυχής του. Κι όποιος λέει πως δεν ήρθε ακόμα η ώρα για φιλοσοφία ή ότι πέρασε πια ο καιρός, μοιάζει με άνθρωπο που λέει πως δεν είναι ώρα τώρα για την ευτυχία ή πως δεν έμεινε πια καιρός γι' αυτήν. Πρέπει, λοιπόν, να φιλοσοφεί και ο γέρος και ο νέος: ο ένας ώστε καθώς γερνά, να νιώθει νέος μες στα αγαθά που του προσφέρει η χάρη των περασμένων· ενώ ο άλλος, αν και νέος, να είναι συνάμα και ώριμος, αφού δεν θα ’χει αγωνία για το αύριο. Χρειάζεται, λοιπόν, να στοχαζόμαστε τα όσα φέρνουν την ευδαιμονία, αφού όταν την έχουμε, έχουμε τα πάντα, κι όταν τη στερούμαστε κάνουμε τα πάντα για να την αποκτήσουμε.

Να πράττεις και να μελετάς αυτά που συνεχώς σου παράγγελνα, θεωρώντας τα ως βασικές αρχές του καλώς ζην.» (Επιστ. Προς Μενοικέα - απόσπ.).

Η διδασκαλία της Φύσης

Η φύση μάς διδάσκει να θεωρούμε μικρά τα όσα μας φέρνει η τύχη· μας διδάσκει, όταν είμαστε τυχεροί να μην αγνοούμε την ατυχία, αλλά κι όταν δυστυχούμε να μην υπερεκτιμούμε την καλοτυχία' και να δεχόμαστε ατάραχοι τα καλά που μας φέρνει η τύχη αλλά και να είμαστε προετοιμασμένοι να αντιταχθούμε σε όσα μας φαίνονται κακά· μας διδάσκει πως όλα όσα οι πολλοί θεωρούν καλά και κακά είναι εφήμερα και πως η σοφία δεν έχει απολύτως τίποτα κοινό με την τύχη. (Απ. 77)·

Ας ευγνωμονούμε την ευλογημένη φύση, που όλα τα αναγκαία τα έκανε ευκολοαπόκτητα και τα μη αναγκαία δύσκολοαπόκτητα. (Απ. βγ).

Δύο απόψεις για τον επικουρισμό

Ο ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ Λακτάντιος σχολιάζει: «Στους ανίδεους λέει ότι δεν χρειάζεται να μελετούν λογοτεχνία' απαλλάσσει τους φιλάργυρους από το καθήκον της ευεργεσίας’ αποτρέπει τον αργόσχολο από την υπηρεσία προς το κράτος, τον τεμπέλη από τη δουλειά και τον δειλό από τη μάχη. Οι άθεοι μαθαίνουν ότι οι θεοί είναι αδιάφοροι' οι εγωιστές δέχονται την εντολή να μη δίνουν τίποτα σε κανένα, γιατί ο σοφός ό, τι κάνει το κάνει για τον εαυτό του· ο μοναχικός ακούει να υμνείται η μοναξιά, ο φιλάργυρος μαθαίνει ότι μπορεί να ζήσει μόνο με ψωμί και τραχανά· εκείνος που μισεί τη γυναίκα του ακούει για την ευλογημένη ζωή των εργένηδων· ο γονιός ενός άχρηστου παιδιού ακούει για τα αγαθά της ατεκνίας· τα παιδιά των ασεβών μαθαίνουν ότι δεν έχουν καμία υποχρέωση προς τους γονείς· στους αδύναμους και τρυφηλούς υπενθυμίζεται ότι ο πόνος είναι το χειρότερο των κακών.» (Div Inst. III 17).

Ο Λουκιανός μιλώντας για τον Επίκουρο λέει:

«Εκείνος ο άγιος και θεσπέσιος άνθρωπος, ο μόνος που με όπλο την αλήθεια ξεχώρισε τα καλά και τα μετέδωσε στον κόσμο κι απελευθέρωσε το πνεύμα όσων μαθήτευσαν κοντά του.»

«Πόσα καλά προσφέρει το βιβλίο εκείνο (Κύριες δόξες) σε όσους το διαβάζουν, πόση γαλήνη, αταραξία και ελευθερία γεννά μέσα τους, γλυτώνοντάς τους από τους φόβους, τα φαντάσματα και τα τέρατα, κι από μάταιες ελπίδες και περιττές επιθυμίες, αφού ενσταλάζει φρόνηση και αλήθεια και εξαγνίζει πραγματικά τη σκέψη τους κι όχι με δάδες και κρεμμύδια κι άλλες τέτοιες χαζομάρες, αλλά με ορθό λόγο, αλήθεια και παρρησία.» (Λουκ. Αλέξανδρος η φευδομάντης, 61, 47)·

ΕΙΝΑΙ ΑΔΥΝΑΤΟΝ ΝΑ ΜΗ ΘΑΥΜΑΣΟΥΜΕ ΤΗΝ ΤΟΛΜΗ αυτού του εγχειρήματος, να ανεγερθεί ένα απαραβίαστο τείχος μες στο οποίο το ανθρώπινο πνεύμα θα μπορεί να προφυλαχτεί από τους κινδύνους του κόσμου τούτου και του επόμενου. Κανένα φιλοσοφικό σύστημα δεν υπήρξε ποτέ τόσο δημοφιλές. Είναι σαφές και εύλογο. Σ’ αυτούς που δεν ζητούν παρά μία άνετη διαβίωση με την ελάχιστη δυνατή προσπάθεια, άγχος, κίνδυνο και ταλαιπωρία, ο Επίκουρος προσφέρει μία θεωρία που εξηγεί τις παρορμήσεις τους, δικαιολογώντας και ενισχύοντας παράλληλα τις συν­ήθειές τους. Και υπάρχει κάτι το ευγενές σε μία φιλοσοφία που εκθέτει καθαρά τον παραλογισμό της ανηθικότητας, της απληστίας και της δεισιδαιμονίας, εγκωμιάζοντας τα πλεονεκτήματα της απλής ζωής. Ιδίως τον παραλογισμό της δεισιδαιμονίας, που πάντα στάθηκε μία από τις μεγαλύτερες πληγές της ανθρωπότητας.

Ωστόσο, κανένα φιλοσοφικό σύστημα δεν έχει ποτέ κατηγορηθεί και δεν έχει γίνει τόσο απεχθές όσο αυτό. Συναινεί στις καταχρήσεις, υπογράμμιζε ο Λακτάντιος. Και αν εκφράζει τις συνειδητές ή υποσυνείδητες επιθυμίες των δύο τρίτων της ανθρωπότητας, αηδιάζει και εξοργίζει την υπόλοιπη, μιας και ο επικουρισμός ψαλιδίζει τα φτερά όλων εκείνων των υψηλοφρόνων επιδιώξεων, οραμάτων και προσπαθειών μέσω των οποίων ο άνθρωπος «τείνει» να ανυψωθεί στα ουράνια' ο αετός γίνεται όρνιθα που βρίσκει την ευτυχία στο καλαμπόκι, μες στις κοπριές. Πάει η θρησκεία. Πάει η επιστήμη: η χρησιμότητά της εξαντλείται από τη στιγμή που ελευθερώνει τους ανθρώπους από τη δεισιδαιμονία. Η γνώση δεν είναι αυτοσκοπός για εκείνους που έχουν θέσει την ηδονή ως απώτερο σκοπό της ζωής τους. Πάει η λογοτεχνία. Ο Επίκουρος έβλεπε την ποίηση ως «σαματά των ποιητών», μιλούσε για «ανοησίες του Ομήρου» και συμβούλευε τους οπαδούς του «ν’ ανοίξουν πανιά και ν’ απομακρυνθούν από κάθε λογής παιδεία». Πάει η πολιτική: γιατί μας εκθέτει στο άγχος και στον κίνδυνο και μας αποσπά από το αληθινό αγαθό. Μένουν τα ιδεώδη της επικούρειας φιλοσοφίας, εκείνα της αυτάρκειας και αταραξίας - ένας εγωισμός ελάχιστα χυδαίος ή απωθητικός, ίσως ο πιο συμπαθής και φωτισμένος, όμως παρ’ όλα αυτά εγωισμός που ίσως αψηφά τη ρήση: «Ο άνθρωπος οφείλει να επιδιώκει τη γαλήνη, μόνο στο βαθμό που δεν καταστρέφει τη μεγαλοφροσύνη.

Δεν υπάρχει κακός άνθρωπος, υπάρχει πληγωμένος άνθρωπος που αντιδρά με κακό τρόπο

Αρκετές φορές παρατηρούμε στο περιβάλλον μας ανθρώπους που με μια λέξη θα τους χαρακτηρίζαμε αρνητικούς. Ανθρώπους που με την συμπεριφορά τους απαξιώνουν την ίδια τους την ζωή αλλά και τους ανθρώπους που τους περιβάλουν.

Είναι οι ίδιοι που ξεχνάνε ότι οι άνθρωποι γύρω τους αλλά και η ζωή τους όπως διαμορφώθηκε είναι η δική τους επιλογή. Παραμένουν στην εξωτερική εικόνα ενός ανθρώπου, βρίσκοντας πάντα κάτι μεμπτό , κάτι λάθος ώστε συγκρίνοντας τον εαυτό τους να νιώσουν ότι υπερέχουν έναντι των άλλων.

Αυτοί οι άνθρωποι ως κοινό χαρακτηριστικό έχουν την αρνητικότητα, την κριτική και την απαξίωση .Δεν συνδέονται επί της ουσίας με κανέναν, φαινομενικά δείχνουν ότι μπορούν να συνδεθούν, είναι όμως επιφανειακό και προσωρινό.

Συνήθως είναι μοναχικοί και απομονωμένοι με βασική πεποίθηση ότι η ζωή είναι άδικη μ αυτούς και δίνει απλόχερα σε κάποιους λιγότερο έξυπνους ή άξιους . Με τον μοναδικό τους τρόπο προκαλούν φόβο με την παρουσία τους , αλλά ουσιαστικά αυτό που προκαλεί τον φόβο στους άλλους ,είναι ο σκοτεινός τρόπος που βλέπουν τα πάντα γύρω τους, όμως τα βλέπουν ακριβώς όπως τον εαυτό τους.

Παρουσιάζουν μια εντελώς διαφορετική εικόνα απ ότι στην ουσία νιώθουν για τον εαυτό τους. Φαίνονται αλλά δεν είναι.

Είναι παρεμβατικοί και ελεγκτικοί στις ζωές των άλλων ,αναλύουν την κάθε σκέψη τους και πάντα βρίσκουν αποδείξεις και τεκμήρια για να πιστοποιήσουν το δίκιο τους.

Στην πραγματικότητα όμως είναι άνθρωποι που δεν αγαπηθήκαν επαρκώς ή τουλάχιστον έτσι όπως θα ήθελαν.

Είναι άνθρωποι που πάγωσαν το συναίσθημα τους γιατί κανείς δεν τους πλησίασε αρκετά για να τους το ζεστάνει. Βαθιά και υποσυνείδητα πιστεύουν ότι είναι ανάξιοι για να αγαπηθούν.

Φοβούνται την οικειότητα με τους άλλους γιατί ουσιαστικά φοβούνται την απόρριψη. Είναι καλύτερο να απαξιώνουν παρά να απαξιωθούν.

Αληθινά αν μπορέσεις να αποφύγεις την πρώτη εντύπωση που σου δίνει ένας τέτοιος άνθρωπος που είναι συνήθως η αρνητικότητα και δεις λίγο πιο βαθιά, θα τον συμπονέσεις γιατί υποφέρει. Θα δεις απλά ότι ο επικριτικός του λόγος κρύβει φόβο και νιώθει έλλειψη αγάπης.

Το σκοτάδι που απλώνεται και το νιώθεις στην αύρα του δεν είναι παρά ο φόβος του για την μοναξιά και την εγκατάλειψη.

Οποιοσδήποτε ή οτιδήποτε τον φέρει σε επαφή με αυτό τον φόβο μπορεί να τον κάνει να γίνει κακός, πολύ κακός.

Ο αρνητικός άνθρωπος είναι εκείνο το παιδί που δεν αγκαλιάστηκε αρκετά , δεν ακούστηκε και δεν του δόθηκε ίσως η ανάλογη προσοχή. Το στερημένο παιδί που έγινε ένας μίζερος αρνητικός ενήλικας.

Η αλήθεια είναι ότι δεν υπάρχει κακός άνθρωπος , υπάρχει όμως πληγωμένος άνθρωπος που αντιδρά με κακό τρόπο.

Σε οποιοδήποτε όμως σκοτεινό, αρνητικό και επικριτικό άνθρωπο υπάρχουν και σημεία πολύ φωτεινά που ενδεχόμενος αυτός δεν τα βλέπει καθώς βυθίζεται στα σκοτάδια του.

Η αλχημεία συμβαίνει όταν ένας θετικός άνθρωπος μπορεί να εστιάσει στα θετικά ενός τέτοιου ανθρώπου κι όχι μόνο στα αρνητικά.

Για να κρίνουμε έναν άνθρωπο αντικειμενικά χρειάζεται να συμπεριλάβουμε και να αποδεχτούμε τα αρνητικά και τα θετικά του.

Αυτή την διαδικασία όμως πρέπει πρώτα να την αναπτύξουμε στον εαυτό μας.

Η αποδοχή και η αγάπη προς τον εαυτό μας είναι η πιο σημαντική εργασία μας στην ζωή μας, γιατί πολύ απλά αυτή η εργασία θα καθρεφτιστεί και στο περιβάλλον μας και στην κοινωνία όπου ζούμε.

Με τα μάτια που βλέπουμε τον εαυτό μας, με τα ίδια μάτια θα δούμε και τους άλλους.

Η επιλογή είναι δική μας.

Δεν αρκεί να φαίνεσαι αλλά και να είσαι .Δεν αρκεί να λέγεσαι θετικός αλλά και να είσαι.

Γιατί η συνειδητότητα και η πνευματικότητα ενός ανθρώπου φαίνεται και διακρίνεται στην ζωή από τις ίδιες του τις πράξεις, την ίδια του την στάση στην ζωή.

Όταν μπορεί να είναι παράδειγμα μέσα σε ένα ολόκληρο σύστημα γεμάτο από παλιές πεποιθήσεις που διαιωνίζονται με τον χρόνο και ψεύτικα εγώ που θέλουν να αυτοαποκαλούνται ανώτεροι άνθρωποι.

Ανωτερότητα είναι να μπορείς να είσαι συνδεδεμένος με ότι υπάρχει στην ζωή, με κάθε πλάσμα και μπορείς να νιώθεις αλλά και να βλέπεις την ομορφιά του!

Γιατί οι ψυχές είναι όμορφες, η προσωπικότητα που αναπτύσσουμε κρύβει την ομορφιά της ψυχής.

Γιατί η μονάδα μπορεί να δημιουργήσει μια ομάδα , πολλές ομάδες ένα σύστημα και μια ολόκληρη κοινωνία αλλά και έναν ομορφότερο κόσμο, με περισσότερη συνειδητότητα!

Ανεκπλήρωτος έρωτας είναι η φάκα που πιάστηκες με τη θέλησή σου

Από τότε που ο φτερωτός θεός αποφάσισε να δείξει τη δύναμή του, τίναξε τα βέλη του και ξεκίνησε να γεννιέται το πιο δυνατό συναίσθημα. Αυτό το συναίσθημα άρχισε να συγκλονίζει την ανθρώπινη ύπαρξη, να τρελαίνει τα εγκεφαλικά κύτταρα και να καθηλώνει τον κάθε θνητό στο πέρασμά του. Το ονόμασαν έρωτα κι από τότε αυτή η λέξη απέκτησε τέτοια υπόσταση, που αιχμαλώτισε την ανθρώπινη ψυχή και της δημιούργησε ακλόνητες επιθυμίες και φλογερά πάθη.

Ο έρωτας επιβιώνει μέσα από τα μάτια κι αδυνατεί να εκλογικεύσει το συναίσθημα, υποτιμώντας το ρεαλισμό και μεταμορφώνοντας τους ανθρώπους στην πιο όμορφή τους εκδοχή. Ο έρωτας εμφανίζεται συνήθως σε δύο μορφές. Η μία είναι η αμοιβαιότητα. Όταν ερωτεύεσαι και είναι αμοιβαίο, η σχέση που δημιουργείται ανάμεσα στους δύο ανθρώπους φαντάζει τόσο μοναδική αλλά και ταυτόχρονα τόσο παρανοϊκή, γιατί όλα τα αισθάνεσαι στα άκρα. Ο έρωτας με την παράνοια μοιράζονται τον ίδιο θρόνο στο βασίλειο των συναισθημάτων και συνεργάζονται πολλές φορές για να οδηγηθούν στον παράφορο έρωτα. Στον αμοιβαίο έρωτα, σώμα και ψυχή παραδίδονται σε ασυγκράτητες έλξεις ανυπέρβλητης αξίας, δημιουργώντας έτσι μια γιγαντώδη συναισθηματική έκρηξη που παράγει ευφορία.

Η άλλη μορφή του έρωτα είναι ο ανεκπλήρωτος. Αυτός ο πλατωνικός έρωτας που γεννήθηκε με τόση ένταση και δεν κατάφερε ποτέ να βρει ανταπόκριση στο άλλο σώμα. Έμεινε να περιπλανιέται και να τρέφεται από την πλάνη του ιδανικού έρωτα. Γιατί ο ανεκπλήρωτος έρωτας δεν μπορεί να απομυθοποιηθεί. Είναι καλυμμένος πίσω από ένα αδιαφανές πέπλο μιας παραδεισένιας placebo ευτυχίας, δε γνώρισε ποτέ την πραγματικότητα και γι’ αυτό είναι τόσο απροσπέλαστος. Βρίσκεται σε ένα παράλληλο σύμπαν και μοιάζει με έναν αγώνα μετ’ εμποδίων. Τρέχεις διαρκώς να προλάβεις την πρώτη θέση στον αγώνα της διεκδίκησης, αλλά διαρκώς έρχεσαι δεύτερος. Δεν υπάρχει θέση για σένα.

Ο ανεκπλήρωτος έρωτας δεν τιθασεύεται. Είναι η καταιγίδα που δεν πρόλαβες να αποφύγεις και να κρυφτείς. Η φωτιά που άναψες κι αντί να ρίξεις νερό να τη σβήσεις, γέμισες εγκαύματα. Είναι η φάκα που πιάστηκες. Ανεκπλήρωτος έρωτας είναι η σκέψη σου να μοιάζει με γόρδιο δεσμό, τον οποίο αδυνατείς να λύσεις, όμως δε θες και να τον κόψεις. Νιώθεις να σε συνδέει μαζί του ένα αόρατο νήμα, που σε σφίγγει σφιχτά στο λαιμό σου και κοντεύεις να πνιγείς. Είναι το αλώβητο αίσθημα του απόλυτου παραλογισμού. Είναι σαν να σου έκοψε τα φτερά αυτός που σου έμαθε να πετάς. Η ελπίδα σου παραμονεύει στη γωνία, γιατί ζεις πάντα με αυτήν.

Ανεκπλήρωτος έρωτας είναι η Ιθάκη που έφτιαξες στο μυαλό σου. Μοιάζει με το Campari, γλυκό στη αρχή, όμως πικρό στο τελείωμά του. Ο ανεκπλήρωτος έρωτας είναι η μισή πρόβα που έκανες πριν την πρεμιέρα της ζωής σου, η οποία τελικά κατέληξε να έχει εσένα κομπάρσο στη ζωή του έρωτά σου και ο πρωταγωνιστικός ρόλος να είναι πάντα μοιρασμένος αλλού. Είναι να περιμένεις τον σπόρο σου να γίνει μια όμορφη αμυγδαλιά σε άγονο έδαφος, γιατί είναι ο σπόρος που φρόντισες με τόση αγάπη και τρυφερότητα, αλλά οι νόμοι της φύσης δεν του επέτρεψαν να φυτρώσει.

Είναι η πηγή που έφτασες και δε γεύτηκες το νερό, μένοντας διψασμένος, με τη λαχτάρα. Είναι η υποτίμηση του εγώ και η καθημερινή πάλη με τις ενδόμυχες σκέψεις σου. Είναι να ψάχνεις την εξιλέωση της ψυχής σου, σα να περπατάτε συνέχεια σε παράλληλους δρόμους. Δε θα συναντηθείτε ποτέ και το ξέρεις. Αλλά συνεχίζεις ορμητικά, μήπως κάποιος μετεωρίτης τύχει να πέσει και να αλλάξει την πορεία των δρόμων σας.

Ανεκπλήρωτος έρωτας είναι να ζεις μες στη δική σου ισόβια φυλακή, που κάποιος αδέκαστος δικηγόρος από λάθος σε έχωσε μέσα. Ποιο ήταν άραγε αυτό το λάθος; Ακούει στο όνομα του έρωτά σου. Έτσι γίνεται. Το πλήρωσες με τη ζωή σου τελικά.

O μύθος της 25ης Μαρτίου 1821 και της Αγίας Λαύρας

ΟΘΩΝ
ΕΛΕΩ ΘΕΟΥ ΒΑΣΙΛΕΥΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ

«Θεωρήσαντες ότι η ημέρα της 25 Μαρτίου, λαμπρά καθ’ εαυτήν εις πάντα Έλληνα διά την εν εαυτή τελουμένην εορτήν του Ευαγγελισμού της Υπεραγίας Θεοτόκου, είναι προσέτι λαμπρά και χαρμόσυνος διά την κατ’ αυτήν την ημέραν έναρξιν του υπέρ της ανεξαρτησίας αγώνος του Ελληνικού Εθνους, καθιερούμεν την ημέραν ταύτην εις το διηνεκές ως ημέραν ΕΘΝΙΚΗΣ ΕΟΡΤΗΣ».

Εν Αθήναις τη 15η Μαρτίου 1838
ΟΘΩΝ

Ο επί των εκκλησιαστικών κ.τ.λ.
Γραμματεύς της Επικρατείας
Γ. ΓΛΑΡΑΚΗΣ

Ο θρύλος της Αγίας Λαύρας

Το οθωνικό διάταγμα, με το οποίο ορίστηκε αυθαίρετα η έναρξη της Ελληνικής Επανάστασης του Εικοσιένα στις 25 Μαρτίου, αργότερα, μετά από χρόνια, το συμπλήρωσαν τόσο η κληρική παράδοση, όσο και η λόγια παράδοση των προκρίτων και ολοκλήρωσαν έτσι την πλαστογράφηση του Εικοσιένα. Αυτές τοποθέτησαν την επανάσταση στη μονή της Αγίας Λαύρας των Καλαβρύτων και επέλεξαν τον επίσκοπο Παλαιών Πατρών Γερμανό να υψώνει τη σημαία της Επανάστασης στη μονή αυτή, στις 25 Μαρτίου. Αυτό είναι ένα ιστορικό ψέμα, που έγινε θρύλος. Γιατί είναι ιστορικά εξακριβωμένο ότι η Επανάσταση άρχισε πριν τις 25 Μαρτίου και ότι ο Π. Π. Γερμανός δε σήκωσε τη σημαία της Επανάστασης στη μονή της Αγίας Λαύρας στις 25 Μαρτίου, γιατί την ημέρα αυτή δε βρισκόταν στην Αγία Λαύρα, αλλά στα Νεζερά (Αίγιο) της Αχαΐας, όπως ο ίδιος γράφει στα απομνημονεύματά του. Αλλά και τα τεκμήρια που υπάρχουν διαψεύδουν το θρύλο αυτό, καθώς και οι ιστορικοί της εποχής εκείνης Σ. Τρικούπης, Ι. Φιλήμων, G. Finlay στους οποίους θα αναφερθούμε παρακάτω.

Το πλάσιμο του θρύλου αυτού έχει την αφορμή του στο εορτασμό της Εθνικής Γιορτής στις 25 Μαρτίου, που αυθαίρετα ορίστηκε από το οθωνικό διάταγμα στις 15.3.1838. Κατά τους ιστορικούς της εποχής εκείνης έχει την αφετηρία του στη μετάβαση των δύο Επισκόπων Παλιών Πατρών Γερμανού και Κερνίτσης Προκόπιου μαζί με τους προεστούς της Αχαΐας, από τα Καλάβρυτα στη Μονή της Αγίας Λαύρας στις 10.3.1821, που έγινε αποκλειστικά και μόνο για την ασφάλειά τους, να κρυφτούν για να μη συλληφθούν από τους Τούρκους.

Ο Π. Πατρών Γερμανός μάλιστα, στη σύσκεψη του Aιγίου, διαφώνησε με την επαναστατική στρατηγική των Φιλικών. Όταν στις 21 Μαρτίου δίνονταν οι μάχες στους δρόμους της Πάτρας με αρχηγό τον τσαγκάρη Παναγιωτάκη Kαρατζά, ο Γερμανός λούφαζε με τους προεστούς στη μονή Ομπλού. Εκεί δολοφόνησαν τον Καρατζά, λίγους μήνες μετά στις 4 Σεπτέμβρη, οι Kουμανιωταίοι, άνθρωποι δικοί του (Βλ. N. Bαρδιάμπαση, Π. Kαρατζάς: ο τσαγκάρης που ξεκίνησε την Eπανάσταση του 1821, «Eλευθεροτυπία», 3-7-1993).

Όμως, ύστερα από 19 χρόνια, πρόκριτοι και αρχιερείς διαστρέβλωσαν τους πραγματικούς λόγους της μετάβασης αυτής και παραποίησαν την αλήθειά τους. Απέδωσαν την άφιξη του Γερμανού και των άλλων, στις 10.3.1821, στο μοναστήρι της Αγίας Λαύρας, στην κήρυξη της Επανάστασης και έπλασαν το μύθο της ύψωσης της σημαίας της Επανάστασης στη μονή της Αγίας Λαύρας από τον Π.Π. Γερμανό στις 25 Μαρτίου. Κίνητρο του μύθου αυτού ήταν να περιβληθούν αυτές οι κοινωνικές ομάδες, οι προεστοί και το ανώτερο ιερατείο, με την τιμή ότι αυτές είχαν αρχίσει τον Αγώνα και είχαν πρωτοστατήσει σ’ αυτόν, και να μοιραστούν έτσι τη δόξα από τους πραγματικούς αγωνιστές και δημιουργούς του Εικοσιένα και της Εθνικής Παλιγγενεσίας, ενώ αυτές οι ομάδες ήταν απούσες από την Επανάσταση και αντέδρασαν έντονα και επικίνδυνα στην προετοιμασία της Επανάστασης και την κήρυξή της. Έτσι ολοκλήρωσαν την πλαστογράφηση της Επανάστασης του Εικοσιένα, καλύπτοντάς την, για πολιτική και κοινωνική σκοπιμότητα, με θρησκευτικό μανδύα. Ιερή η ημέρα της 25ης Μαρτίου που ξεκίνησε η Επανάσταση, η εορτή του Ευαγγελισμού της Υπεραγίας Θεοτόκου. Ιερός ο τόπος από τον οποίο ξεκίνησε, η μονή της Αγίας Λαύρας. Και ιερό το χέρι που ύψωσε τη σημαία της Επανάστασης, αυτό του επισκόπου Παλαιών Πατρών Γερμανού.

Ο μύθος του Ελληνοχριστιανισμού και του «Θεού της Ελλάδος» απαιτούσε για την Επανάσταση, μια ιερή ημερομηνία όπως αυτή του Ευαγγελισμού, ένα μοναστήρι και έναν επίσκοπο και τα στρίμωξε όλα αυτά σε ένα παραμύθι που μπάζει από παντού. Είναι γνωστό, πως σε προγενέστερες ημερομηνίες είχαν ξεσηκωθεί τα Καλάβρυτα, η Βοστίτσα, η Καρύταινα, η Καλαμάτα, το Γύθειο, τα Σάλωνα και ο Πραστός.

O ίδιος ο Π. Πατρών Γερμανός δεν αναφέρει στα απομνημονεύματά του, που έγραψε στα τελευταία του και πρωτοκυκλοφόρησαν το 1837, λέξη για την υποτιθέμενη συγκλονιστικότερη στιγμή της ζωής του. (Η επίμαχη εξιστορούμενη περίοδος, βρίσκεται στις σελίδες 27-30, απ’ όπου προκύπτει, ότι εκείνες τις ημέρες ο Γερμανός «λούφαζε» στα Νεζερά, ενώ την 25η Μαρτίου βρισκόταν στην Πάτρα).

Η προφανούς σκοπιμότητας επινόηση της ημερομηνίας αυτής, που τίποτα δεν δικαιολογεί την συμπερίληψή της στις δέλτους της Ιστορίας, προήλθε το 1835 από τον Κωλέττη και υλοποιήθηκε το 1838 (Β. Σφυρόερα, “Η επέτειος της Εθνεγερσίας“, “Καθημερινή-Επτά Ημέρες”, 1-3-2001).

Ο Σπυρίδων Τρικούπης είχε το θάρρος να παραδεχθεί:

Ψευδής είναι η εν Ελλάδι επικρατούσα ιδέα, ότι εν τη μονή της Αγ. Λαύρας ανυψώθη κατά το πρώτον η σημαία της Ελληνικής Επαναστάσεως…
(“Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως”, τ. Α΄, σ.312, εκδ. Β΄)

Ο Ι. Φιλήμων αποκαλεί τον μύθο της Λαύρας “ψεύδος παχυλόν” (”Δοκίμιον Ιστορικόν περί της Φιλικής Εταιρείας”, τ.Γ΄, σ.22-1834). Ο καθηγητής Απ. Β. Δασκαλάκης ομολογεί:

…ουδέν επαναστατικόν γεγονός εσημειώθη εν τη Μονή της Αγίας Λαύρας. Κατά την 25ην Μαρτίου ουδείς ευρίσκετο εν Λαύρα…
(“Πως εκηρύχθη η Επανάστασις εις την Πελοπόννησον”, “Πελοποννησιακή Πρωτοχρονιά”, 1962″)

Όσοι αναζητούν την παντιέρα του Γερμανού, βρίσκουν σανίδα σωτηρίας στον Γάλλο Φρανσουά Πουκεβίλ, ο οποίος, καίτοι απών, περιγράφει την τελετή μελοδραματικά αλλά χωρίς ημερομηνία στην “Ιστορία της αναγεννήσεως της Ελλάδος” (1824).

Σε σχετικό δημοσίευμα στην γαλλική εφημερίδα «Le Constitutionnel», στις 6 Ιουνίου 1821, το οποίο έγινε με την φροντίδα του Πουκεβίλ και του αδελφού του, ο οποίος ήταν πρόξενος στην Πάτρα και φέρει τον τίτλο «Ομιλία του Γερμανικού (Γερμανού), έξαρχου της πρώτης Αχαΐας, αρχιεπίσκοπου Πατρών, προς τον κλήρο και τους πιστούς της Πελοποννήσου, που εκφωνήθηκε στο μοναστήρι των Αδελφών της Λαύρας του όρους Βελέν (Βελιά), την 8η (20ή) Μαρτίου 1821».

Η εγκυρότητα της μαρτυρίας του Πουκεβίλ, βυθίζεται στα νερά του Ευρώτα μαζί με τους κύκνους και τα ποταμόπλοια που ο ευφάνταστος Γάλλος είδε χωρίς να έχει ταξιδέψει ακόμη στη Λακωνία, αφού έγραψε αιχμάλωτος στην Τριπολιτσά το “Voyage en Moree…”(1805). Ο κληρικόφρων Πουκεβίλ φαντασιωνόταν πως οι Άγγλοι, Γερμανοί και Ελβετοί ιερωμένοι ξεσήκωσαν τους φιλέλληνες συμπατριώτες τους στέλνοντάς τους να πολεμήσουν στην Ελλάδα!

Απάντηση σ’ αυτή του την πλάνη πήρε από τον δρα Albert Schott («Erlauternder Nachtrag zu Pouqueville’s ‘Geschichte der Wiedergeburt Griechenlands’»-τ. 4ος, Χαϊδελβέργη 1825), πρόεδρο του φιλελληνικού κομιτάτου Στουτγκάρδης που υποστήριξε τον κοσμικό χαρακτήρα του φιλλεληνισμού, υπογραμμίζοντας πως κανένα χριστιανικό κράτος ως κράτος δεν βοήθησε την Επανάσταση πριν το Ναυαρίνο.

Την ωμή πραγματικότητα παρουσίασε ο Τάκης Σταματόπουλος («Ο Παλαιών Πατρών Γερμανός χωρίς θρύλο»- 1958), γράφοντας πως στη Λαύρα, όχι μόνο δεν σηκώθηκε καμμιά σημαία αλλά εκεί, όπως το περιγράφει κι ο Φωτάκος, εκδηλώθηκε ο φόβος των κοτζαμπάσηδων, που ψάχνανε που θα κρυφτούνε, και η προσπάθειά τους για ματαίωση της Επανάστασης. Μάλιστα είχανε φροντίσει παλιότερα να κλείσουνε τον Παπαφλέσσα που υποδαύλιζε την ιδέα, στην μονή Σιδηρόπορτας (το αναφέρει ο Κ.Δεληγιάννης), απ’ όπου βγήκε στις 22 Μαρτίου. Είναι μάλιστα γνωστό, πως ο Γερμανός ενοχλήθηκε από την επαναστατική ορμή του Παπαφλέσσα και τον αποκάλεσε (στα «Απομνημονεύματά» του): «Άνθρωπο απατεώνα και εξωλέστατο» που φρόντιζε «να ερεθίση την ταραχήν του έθνους»

Για να μην αδικηθεί ο δεσπότης, πρέπει να επισημανθεί πως όντως ο ιδιωτικός βίος του αρχιμανδρίτη ήταν έκλυτος.

Διάδοση και χάλκευση του θρύλου

Ο θρύλος της μονής της Αγίας Λαύρας δεν πρέπει να είχε κυκλοφορήσει πριν από την έκδοση του οθωνικού διατάγματος στις 15.3.1838. Και αυτό γιατί οι αδίστακτοι συντάκτες του θα τολμούσαν να θεωρήσουν στο διάταγμά τους το θρύλο αυτό ως ιστορικό γεγονός, όπως τόλμησαν και πλαστογράφησαν την ημέρα έναρξης της Επανάστασης του Εικοσιένα.

Σύνταγμα, κατά την οθωνική τυραννία, δεν υπήρχε, που θα εγγυόταν τις ελευθερίες του ελληνικού λαού. Κι αυτοί, με την αλαζονεία της δύναμής τους, ήταν ασύδοτοι και κυνικοί στη λήψη των αυταρχικών αποφάσεών τους με έκδοση βασιλικών διαταγμάτων. Οι αγωνιστές του Εικοσιένα ήταν σε εξοντωτικό διωγμό. Ποιοι και σε ποιον να διαμαρτυρηθούν για το ανοσιούργημα της πλαστογράφησης του Εικοσιένα με την οθωνική τρομοκρατία;

To 1840 ο θρύλος αυτός κυκλοφόρησε, αλλά δεν είχε ελεγχθεί, κατά τον ιστορικό Ι. Φιλήμονα. Η διάδοση του θρύλου αυτού βοηθήθηκε από τη ζωγραφική του Θ. Βρυζάκη (1814 – 1878) «Υψωσις της σημαίας της Επαναστάσεως εις την Αγίαν Λαύραν», που είναι φανταστική και φιλοτεχνήθηκε το 1851. Ο θρύλος διαδόθηκε πλατιά ύστερα από το 1854.

Ακόμη και μερικοί ιστορικοί, που δε στάθηκαν στο ύψος του τίτλου του ιστορικού, που το αίτημά του είναι η αναζήτηση της ιστορικής αλήθειας, με το χρέος να την αποκαλύψουν και να την προβάλουν, μπήκαν στο λούκι της οργανωμένης, με ευρύ δίκτυο, παραχάραξης του Εικοσιένα. Αυτοί αποσιώπησαν ή παραποίησαν τις υπάρχουσες ιστορικές πηγές, που διαψεύδουν το θρύλο της Αγ. Λαύρας και τον παρουσίασαν σε σχολικά βιβλία, σε ιστορίες, εγκυκλοπαίδειες και άρθρα τους, ως αλήθεια ιστορική. Ενώ το χρέος τους προς την ιστορική αλήθεια, εάν ήταν άξιοι του τίτλου του ιστορικού, είναι να φέρουν στο φως τις ιστορικές πηγές, που διαψεύδουν τεκμηριωμένα το θρύλο αυτό και να πρωτοστατήσουν για την αποβολή του από την ιστορία. Προέχει η ιστορική αλήθεια και όχι τα συμφέροντα των κοινωνικοπολιτικών δυνάμεων που διακινούν και συντηρούν το θρύλο αυτό, ούτε και αν θιγεί το κύρος της εκκλησίας με την αποβολή του θρύλου αυτού από την ιστορία. Γιατί, η ιστορική αλήθεια συμβάλλει στην καλλιέργεια της ιστορικής συνείδησης, της ορθής αντίληψης για την κοινωνική πραγματικότητα και της ορθής κρίσης για τα πολιτικά πράγματα που συμβαίνουν και εξελίσσονται γύρω μας και τα οποία βιώνουμε, ώστε η ορθότητα της κρίσης αυτών να διαμορφώνει σωστά τις πολιτικές μας και κοινωνικές μας πεποιθήσεις, για την ωφέλεια όλου του λαού και του έθνους.

Τέλος ακόμα και στην περίπτωση που δεχτούμε την άποψη ότι, ο Αλέξανδρος Υψηλάντης είχε προαποφασίσει το 1820, ως επίσημη ημερομηνίας κήρυξης της ελληνικής επανάστασης την 25η Μαρτίου, ή ότι ο Π. Π. Γερμανός ευλόγησε την επανάσταση με την κουμπούρα στο κεφάλι, το γεγονός αυτό δεν αλλάζει την τελική διαστρέβλωση της ιστορικής αλήθειας.

Κυριακή της Ορθοδοξίας – Οι κατάρες της Εκκλησίας κατά των Ελλήνων και του ελληνικού πνεύματος!

Κύριο θέμα του εορτασμού της Κυριακής της Ορθοδοξίας είναι η νίκη των εικονολατρών επί των εικονομάχων και ταυτόχρονα ο αναθεματισμός των Ελλήνων.

Οι αναθεματισμοί αυτοί ψέλνονται από το 788 μέχρι σήμερα τόσο από τους ιερείς της ορθοδοξίας όσο και από τους παριστάμενους, την Α΄ Κυριακή της Σαρακοστής.

Συντάχθηκαν κατά την Ζ” Οικουμενική Σύνοδο που έγινε στη Νίκαια της Βιθυνίας κατά την οποία προέδρευσε ο Κωνσταντίνος ο ΣΤ” και η μάνα του Ειρήνη η Αθηναία, το 787, στην οποία παρευρέθηκαν 367 συνοδικοί επίσκοποι. Η οριστική αναστήλωση των εικόνων έγινε από την αυτοκράτειρα Θεοδώρα (το 842).

Το τραγελαφικό της υπόθεσης είναι, ότι η νίκη των εικονολατρών, θεωρήθηκε κι ως νίκη έναντι των Ελλήνων που κατηγορούνταν ως…ειδωλολάτρες, ασχέτως αν οι πραγματικοί ειδωλολάτρες ήταν και είναι αυτοί που λατρεύουν άψυχες εικόνες, στις οποίες αποδίδουν μάλιστα και…θαυματουργικές ιδιότητες (ο τσαρλατανισμός σ” όλο του το μεγαλείο).

Βεβαίως η σημερινή Εκκλησία, κρατάει και μια «πισινή» για τις…θαυματουργικές ιδιότητες των εικόνων, γιατί πλέον τα «πρόβατα» άρχισαν να πονηρεύονται. Έτσι μας λένε, ότι μπορεί και να είναι θαυματουργές, αλλά αυτό δεν είναι και απόλυτο, καθώς εξαρτάται κι απ” τον βαθμό…πίστης (τύφλα να “χει η Πυθία). Αλλά οι θαυματουργικές ιδιότητες των εικόνων, ίσως ωχριά μπροστά στις δυνατότητες των «αγίων», οι οποίοι σύμφωνα με την Εκκλησία, θαυματουργούσαν ακόμα και με την σκιά τους(!!!).

Απολαύστε τους λοιπόν και θαυμάστε την αγάπη του εβραιοχριστιανισμού προς τον ΕΛΛΗΝΑ και το ΑΡΧΑΙΟ ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΠΝΕΥΜΑ.
 
ΠΡΩΤΟΣ ΑΝΑΘΕΜΑΤΙΣΜΟΣ:
«Τοις ευσεβείς μεν επαγγελλομένοις τα των Ελλήνων δε δυσσεβή δόγματα τη ορθοδόξω και καθολική εκκλησία περί τε ψυχών ανθρωπίνων, και ουρανού και γης, και των άλλων κτισμάτων αναιδώς ή μάλλον ασεβώς επεισάγουσιν ανάθεμα (γ’)».
Μετάφραση:
Σε όσους παριστάνουν τους ευσεβείς, ενώ, την ίδια στιγμή, εισάγουν με θράσος ή πολύ περισσότερο με ασέβεια στην Ορθόδοξη και Καθολική Εκκλησία τις ασεβείς δοξασίες των ΕΛΛΗΝΩΝ και για τις ανθρώπινες ψυχές και για τον ουρανό και τη γη και για τα άλλα κτίσματα, ΑΝΑΘΕΜΑ! ΑΝΑΘΕΜΑ! ΑΝΑΘΕΜΑ!
Τρεις φορές Ανάθεμα δηλαδή στους Ορφέα, Θαλή, Αναξίμανδρο, Αναξιμένη, Πυθαγόρα, Ξενοφάνη, Παρμενίδη, Ζήνωνα, Εμπεδοκλή, Ηράκλειτο, Αναξαγόρα, Δημόκριτο, Σωκράτη, Πλάτωνα κ.α.
ΔΕΥΤΕΡΟΣ ΑΝΑΘΕΜΑΤΙΣΜΟΣ:
«Tοις την μωράν των έξωθεν (=Ελλήνων) φιλοσόφων λεγομένην σοφίαν προτιμώσι, και τοις καθηγηταίς αυτών επομένοις, και τας τε με­τεμψυχώσεις των ανθρωπίνων ψυχών, η και ομοίως τοις αλόγοις ζώοις ταύ­τας απόλλυσθαι, και εις το μηδέν χωρείν δεχομένοις και δια τούτο ανάστασιν, και κρίσιν, και την τελευταίαν των βεβιωμένων ανταπόδοσιν αθετούσιν ανάθεμα (γ’)».
Μετάφραση:
Σε όσους προτιμούν τη λεγόμενη σοφία των εκτός χριστιανισμού ΕΛΛΗΝΩΝ την ανόητη και ακολουθούν τους δασκάλους τους και δέχονται ότι υπάρχει μετεμψύχωση ή ότι οι ανθρώπινες ψυχές χάνονται όπως τα άλογα ζώα και ξεπέφτουν στην ανυπαρξία και εξαιτίας αυτών των ιδεών τους αθετούν την ανάσταση, την κρίση [κατά τη δευτέρα παρουσία] και την τελική ανταπόδοση σύμφωνα με όσα έπραξε στη ζωή του ο καθένας, ΑΝΑΘΕΜΑ! ΑΝΑΘΕΜΑ! ΑΝΑΘΕΜΑ!
ΤΡΙΤΟΣ ΑΝΑΘΕΜΑΤΙΣΜΟΣ:
«Τοις λέγουσιν ότι οι των Ελλήνων σοφοί και πρώτοι των αιρεσιαρχών, οι παρά των επτά αγίων και καθολικών συνόδων, και παρά πάντων των εν Ορθοδοξία λαμψάντων πατέρων αναθέματι καθυποβληθέντας, ως αλλό­τριοι της καθολικής εκκλησίας δια την εν λόγοις αυτών κίβδηλον και ρυπαράν περιουσίαν κρείττονες εισι κατά πολύ, και ενταύθα και εν τη μελλούση κρίσει, και των ευσεβών μεν και ορθοδόξων ανδρών, άλλως δε κατά πά­θος ανθρώπινον ή αγνόημα πλημμελησάντων ανάθεμα (α’)».
Μετάφραση:
Σε όσους λένε ότι είναι καλύτεροι κατά πολύ οι σοφοί των ΕΛΛΗΝΩΝ και οι πρωτοστάτες στις αιρέσεις, στους οποίους οι επτά άγιες και Καθολικές Σύνοδοι και όλοι οι Πατέρες που έλαμψαν μέσα στην Ορθοδοξία τους επέβαλαν ανάθεμα, ως ξένους στην Καθολική Εκκλησία, καθώς πλεόνασαν τα ψεύτικα και βρόμικα λόγια τους και εδώ και στη μέλλουσα κρίση, και σε κείνους που είναι ευσεβείς και ορθόδοξοι αλλά αμάρτησαν από ανθρώπινο πάθος ή από άγνοια, ΑΝΑΘΕΜΑ!
ΤΕΤΑΡΤΟΣ ΑΝΑΘΕΜΑΤΙΣΜΟΣ:
«Τοις τα ελληνικά διεξιούσι μαθήματα, και μη δια παίδευσιν μόνον ταύτα παιδευομένοις, αλλά και ταις δόξαις αυτών ταις ματαίαις επομένοις, και ως αληθέσι πιστεύουσι και ούτως αυταίς ως το βέβαιον εχούσαις εγκειμένοις, ώστε έτερους ποτέ μεν λάθρα, ποτέ δε φανερώς ενάγειν αυταϊς και διδάσκειν ανενδοιάστως ανάθεμα (α’)».
Μετάφραση:
Σε όσους αποδέχονται τις διδασκαλίες των Ελλήνων και δεν τις σπουδάζουν μόνο για μόρφωση, αλλά ακολουθούν και τις ιδέες τους τις μάταιες και τις πιστεύουν ως αληθινές, και μάλιστα ωσάν αυτές να περιέχουν τη βεβαιότητα, και επιμένουν να παρασύρουν σ” αυτές άλλοτε κρυφά και άλλοτε φανερά και να τις διδάσκουν χωρίς κανέναν ενδοιασμό, ΑΝΑΘΕΜΑ!
ΠΕΜΠΤΟΣ ΑΝΑΘΕΜΑΤΙΣΜΟΣ:
«Τοις μετά των άλλων μυθικών πλασμάτων, αφ” εαυτών και την καθ” ημάς κλίσιν μεταπλάττουσι, και τάς πλατωνικάς ιδέας ως αληθείς δεχομένοις και ως αυθυπόστατο την ύλην παρά των ιδίων μορφούσθαι λέγουσι, και προφανώς διαβάλλουσι το αυτεξούσιον τον Δημιουργού, τον από του μη όντος εις το είναι παραγαγόντος τα πάντα, και ως ποιητού πάσιν αρχήν και τέλος επιτιθέντος εξ-ουσιαστικώς και δεσποτικώς ανάθεμα (α’)».
Μετάφραση:
Σε όσους με δική τους πρωτοβουλία, μαζί με τα άλλα μυθικά πλάσματα, διαστρεβλώνουν τα της δημιουργίας του ανθρώπου και δέχονται ως αληθινές τις ΠΛΑΤΩΝΙΚΕΣ ιδέες και ισχυρίζονται ότι οι ίδιοι από μόνοι τους διαμορφώνουν άποψη και προφανώς αμφισβητούν την απόλυτη εξουσία του Δημιουργού, ο οποίος από την ανυπαρξία έφερε στην ύπαρξη τα πάντα και ως Ποιητής έθεσε σε όλα αρχή και τέλος με τη δύναμη του εξουσιαστή και δεσπότη, ΑΝΑΘΕΜΑ!
ΕΚΤΟΣ ΑΝΑΘΕΜΑΤΙΣΜΟΣ:
«Τοις δεχομένοις, και παραδίδουσι τα μάταια και ελληνικά ρήματα., ότι τε προύπαρξις εστί των ψυχών, και ουκ εκ τον μη όντος τα πάντα εγένετο, και παρήχθησαν, οτι τέλος εστί της κολάσεως η αποκατάστασις αύθις της κτίσεως, και των ανθρωπίνων πραγμάτων, και διά των τοιούτων λόγων την βασιλείαν των ουρανών λυομένην πάντως, και παράγουσαν εισάγουσιν, ην αιωνίαν και ακατάλυτον αυτός τε ό Χριστός και Θεός ημών εδίδαξε, και παρέδοτο και διά πάσης της Παλαιάς και Νέας Γραφής ημείς παρελάβομεν οτι και η κόλασις ατελεύτητος και ή βασιλεία αΐδιος, διά δε των τοιούτων λό­γων εαυτούς τε απολλύουσι, και ετέροις αιωνίας καταδίκης προξένοις γινομένοις ανάθεμα (γ’)».
Μετάφραση:
Σε όσους δέχονται και διαδίδουν τις μάταιες αντιλήψεις των ΕΛΛΗΝΩΝ, και ότι οι ψυχές προϋπήρχαν και ότι δεν προήλθαν ούτε προέκυψαν από την ανυπαρξία τα πάντα και ότι ήρθε το τέλος της κολάσεως από τη στιγμή που δημιουργήθηκε και η κτίση και το ανθρώπινο είδος, και διαδίδουν με τέτοια λόγια ότι η Βασιλεία των Ουρανών έχει τελείως καταργηθεί και εκλείψει, την οποία και ο ίδιος ο Χριστός και Θεός μας δίδαξε ως αιώνια και ακατάλυτη, παρέδωσε και εμείς από την Παλαιά και Καινή Διαθήκη παραλάβαμε ότι και η Κόλαση είναι ατέλειωτη και η Βασιλεία παντοτινή, καταστρέφουν με τέτοια λόγια και τους εαυτούς τους και προξενούν σε άλλους αιώνια καταδίκη, ΑΝΑΘΕΜΑ! ΑΝΑΘΕΜΑ! ΑΝΑΘΕΜΑ!
ΕΒΔΟΜΟΣ ΑΝΑΘΕΜΑΤΙΣΜΟΣ:
«Έτι, τοις φρονούσι και λέγουσι κτιστήν είναι πάσαν φυσικήν δύναμιν και ενέργειαν της τρισυπόστατου θεότητος, ως κτιστήν εκ τούτου πάντως και αυτήν την θείαν ονσίαν αναγκαξομένοις δοξάζειν. Κτιστή γαρ κατά τους Αγίους ενέργεια, κτιστήν δηλώσει και φύσιν άκτιστον δέ, άκτιστον χαρακτηρίζει ουσίαν. Καντεύθεν ήδη κινδυνεύουσι εις θείαν παντελή περιπίπτειν, και την ελληνικήν μυθολογίαν και την των κτισμάτων λατρείαν, τη καθαρά και αμώμω των χριστιανών πίστει προστριβομένοις, μη ομολογοϋσι δε κατά τας αγίας θεοπνεύστους θεολογίας, και το της Εκκλησίας ευσεβές φρόνημα, άκτιστον είναι πάσαν φυσικήν δύναμιν και ενέργειαν της τρισυ­πόστατου θεότητος ανάθεμα (γ’)».
Μετάφραση:
Σε όσους ακόμη φρονούν και λένε ότι κάθε φυσική δύναμη και ενέργεια της τρισυπόστατης Θεότητας είναι εκ των υστέρων δημιουργημένη, αναγκάζονται ως εκ τούτου να δεχτούν ότι θεία ουσία είναι χωρίς άλλο εκ των υστέρων δημιουργημένη· γιατί αν εκ των υστέρων δημιουργημένη ενέργεια κατά τους Αγίους, θα φανερώσει ότι είναι εκ των υστέρων δημιουργημένη και η φύση. Αυτή όμως είναι άκτιστη, θα τη χαρακτηρίσει κανείς άκτιστη ουσία και εξ αυτού του λόγου και όσοι ζουν με την καθαρή και αμόλυντη χριστιανική πίστη κινδυνεύουν να περιπέσουν σε πλήρη αθεΐα και να δεχτούν την ελληνική μυθολογία και τη λατρεία των δημιουργημάτων.
Σε όσους άρα δεν ομολογούν, σύμφωνα με τις θεόπνευστες θεολογικές ερμηνείες των Αγίων και το ευσεβές φρόνημα της Εκκλησίας, ότι είναι άκτιστη κάθε φυσική δύναμη και ενέργεια της τρισυπόστατης Θεότητας, ΑΝΑΘΕΜΑ! ΑΝΑΘΕΜΑ! ΑΝΑΘΕΜΑ!

Από την «Παρακλητική» λαμβάνεται επίσης ένα ανθελληνικό τροπάριο και ένας μακαρισμός.

Το τροπάριο: «Ναούς ειδώλων (=ελληνικούς) καθείλετε αθλούντες, και εαυτούς της Τριά­δος θείους ναούς εδομήσασθε, αθλοφόροι κυρίου αγγέλων συνόμιλοι».

Ο μακαρισμός: «Οι καλάμω του Σταυρού, εκ του βυθού της αγνωσίας τους λαούς αναγαγόντες Απόστολοι, την των Ελλήνων πλάνην απεμειώσατε από της γης, απλα­νείς σωτήρες γενόμενοι των πιστών, αληθώς όθεν μακαρίζεσθε».

Το ελληνικό έθνος προϋπήρξε ιστορικά και πολιτιστικά του Χριστιανισμού. Ή σημερινή κρίση της ελληνικής ταυτότητας αντικατοπτρίζεται στην πάλη μεταξύ του Έλληνα και του Χριστιανισμού.

Οι εξ Ανατολών ψευτοηθικολόγοι είναι αυτοί, πού επέβαλαν δια ροπάλου στους Έλληνες τον ψυχοπνευματικό ακρωτηριασμό και την εξουσιαστική μανία τους. Το φάρμακο αντιστροφής της πορείας είναι ή γνώση της ιστορίας.

Ο Ελληνισμός βογγάει κάτω από την ταφόπλακα των 1.700 χρόνων. Είναι τραγικό το φαινόμενο της σημερινής ελλαδικής εξουσίας με τους τρόπους ελέγχου των απόψεων και σκέψεων των Ρωμιών, Γραικύλων, Ραγιάδων και Γκιαούρηδων. Δυστυχώς αυτοί έχασαν την ικανότητα να νιώσουν την αλή­θεια, διότι τα μέσα μαζικής αποβλάκωσης ρίχνουν χωρίς διακοπές στην αγορά ιδεών τα νεφελώδη τους προϊόντα.

Η Ορθοδοξία, όπως και οι άλλες ιουδαϊκής προέλευσης θρησκείες, μιλούν για μετά θάνατον ζωή και αφήνουν την παρούσα ζωή σε άθλια χέρια, εδραι­ώνοντας έτσι την υποδούλωση.

Δυστυχώς ψάλλονται σε κάθε χριστιανικό ναό στη χώρα μας και όχι μόνο.

Τι νόημα έχει να υπάρχουν ακόμη αυτές οι αναφορές;
Σε τι εξυπηρετούν και ποιούς;
Είναι αλήθεια ότι στο επίσημο βιβλίο οδηγιών, προς τους ιερείς, μεταξύ άλλων υπάρχει και η προτροπή «κάθε ελληνικό να μισείται»;
Υφίστανται ακόμη, οι Έλληνες και οι Ρωμιοί για την ελληνική Εκκλησία;

Από τα «Μηναία» της Εκκλησίας...

«Θεολόγω σου στόματι, θεολόγε Γρηγόριε... εξήρανας την μωρίαν Ελλήνων και το ψεύδος» (Μικρός Εσπερινός, σελ. 203, διαβάζεται 25 Ιανουρίου, του Αγίου Γρηγορίου).

«Εξέστησαν δαίμονες και Έλληνες οι άθεοι» (Κανόνας, Ωδή ε΄, σελ. 65).

«Μανίας ελληνικής το φρύαγμα κατεπατήσατε» (Κανόνας, Ωδή α΄, σελ. 91).

«Σοφία κρείττονι καλλωπιζόμενος, τους σοφούς των Ελλήνων, θεαρχικώ σθένει απεμώρανας» (Κανόνας, Ωδή δ΄, σελ. 84, 22 Μαρτίου).

«Μάρτυρες Χριστού πανεύφημοι κατακρατούσης ποτέ της Ελλήνων σκαιότητας και ωθούσης άπαντας προς αθέμιτα βάραθρα» (Εσπερινός, σελ. 111, 28 Απριλίου).

«Θείου Πνεύματος τη φωταυγία, σκότος έλυσας πολυθεΐας και κατήργησας Ελλήνων μυθεύματα» (Ορθρος, σελ. 42, 10 Μαΐου).

«Σταθηράν επιδεικνύμενος την ένστασιν, Μάρτυς Ευτύχιε, τους των Ελλήνων σοφούς ανδρείως κατήσχυνας» (Κανόνας, Ωδή ζ΄, σελ. 104)

«Σοφία Θεού, Ιουστίνος ο σοφός, κεκοσμημένος, την των Ελλήνων απεμώρανεν φιλοσοφίαν εν χάριτι» (Κανόνας, Ωδή ζ΄, σελ. 8, 1 Ιουνίου).

«Των τυράννων ήλεγξας τας πονηράς επινοίας και Ελλήνων ήσχυνας την αθεώτατην πλάνην» (Κοντάκιο κανόνα, σελ. 69, 18 Ιουνίου).

«Ανδρικώ φρονήματι ηυτομόλησας και των Ελλήνων σεβάσματα ως κόνιν ελέπτυνας» (Αίνοι, σελ. 94, διαβάζεται στις 17 Ιουλίου, της Αγίας Μαρίνας).

«Έρρει των Ελλήνων τα σαθρά πλάνης σεβάσματα και σεσιγήκασι της ματαιότητος άπασαι αι διπλόαι και το ψεύδος αυτών» (Κανών, ωδή η΄, σελ. 122, διαβάζεται στις 23 Ιουλίου, του Φωκά του ιερομάρτυρος).

«...και θεούς εξηφάνισας των Ελλήνων δυνάμει του πνεύματος» (Κανόνας σελ. 126, 23 Αυγούστου).

«Σοφίαν ευράμενος, την ενυπόστατον απεμώρανας Ελλήνων την σοφίαν» (Κανών, ωδή α΄, σελ. 134).

«Οι των Ελλήνων σοφοί ηττηθέντες τοις σοφοίς δόγμασιν» (Κανόνας, Ωδή ε, σελ. 137, 22 Σεπτεμβρίου).

«Σοφώτατα της Ελληνικής κατεφρόνησας σοφία, ένδοξε» (Ωδή η΄, σελ. 15, 2 Οκτωβρίου).

«Καταπτύσας των στωικών φιλοσόφων, των απορρήτων μυστηρίων γνώστης εγένετο» (Δοξαστικό εσπερινού, σελ. 16, 3 Οκτωβρίου).

«...ότι πάσαν Ελλήνων απετέφρωσεν μανίαν» (Οίκος, σελ. 82, 14 Οκτωβρίου, Ναζαρίου και Γεβρασίου, μαρτύρων).

«Πάσαν πλάνην των Ελλήνων έλεγξας» (Εξαποστειλάριον, σελ. 88, 15 Οκτωβρίου).

«Όθεν προ των Ελλήνων μανία, πάλιν δε μετά πότμον, της αιρέσεως ζάλην ελάσαντες» (Κάθισμα, σελ.122, 22 Οκτωβρίου).

«Αίγλην φωτιζόμενος σοφέ, της τρισηλίου λάμψεως, σκότος διέλυσας Ελλήνων δυσφημίας» (Κανόνας, ωδή α, σελ. 182, 30 Οκτωβρίου).

«Μονάδα τρισάριθμον ομολογήσαντες, άγιοι, των Ελλήνων ελύσατε πολύθεον φρόνημα και μωράν σοφίαν» (Εσπερινός, σελ. 106, 15 Νοεμβρίου).

«...των γαρ αλιέων ζηλώσας την παρρησίαν και την σκηνορράφων θεολογίαν, την Πλάτωνος μυθολογίαν και την στωικήν φλυαρίαν λόγοις και έργοις κατέρραξε» (Δοξαστικό Εσπερινού, σελ. 122, 18 Νοεμβρίου).

«Των Ελλήνων λιπών άπασαν την ματαιότητα» (Οίκος, σελ. 124, 18 Νοεμβρίου).

«Ευστράτιος, ο της Ελλήνων μυθοπλασίας στηλιτευτής και της χριστιανών θεοσοφίας κήρυξ» (Αίνοι, σελ. 98, 13 Δεκεμβρίου).

Και το κερασάκι στην τούρτα;

«Χαίρε, Σιών, αγία μήτηρ των εκκλησιών, θεού κατοικητήριον»!
ΑΜΗΝ
 
Η αρχή του χριστιανικού αναθέματος στην Βίβλο

Τα επίσημα αναθέματα της Ορθοδοξίας κατά της Ελληνικής σκέψης

Η αρχή του χριστιανικού αναθέματος στην Βίβλο 

Το «ανάθεμα» είναι γνωστό ήδη από την Βίβλο. Η διαφορετική θρησκευτική αντίληψη αναθεματίζεται μαζί με τον φορέα της. Μάλιστα, η «θεϊκή» εντολή αναφέρει σαφέστατα ότι οι πιστοί έχουν το δικαίωμα στην ισοπέδωση μιας ολόκληρης πόλης αλλά και στην φυσική εξόντωση των κατοίκων της, όταν συμβεί να «αποστατήσουν» σταματώντας να πιστεύουν, να υπακούουν και να λατρεύουν τον Γιαχβέ.
εαν δε ακουσης εν μια των πολεων σου ων κυριος ο θεος σου διδωσιν σοι κατοικειν σε εκει λεγοντων· εξηλθοσαν ανδρες παρανομοι εξ υμων και απεστησαν παντας τους κατοικουντας την πολιν αυτων λεγοντες πορευθωμεν και λατρευσωμεν θεοις ετεροις ους ουκ ηδειτε και ερωτησεις και εραυνησεις σφοδρα και ιδου αληθης σαφως ο λογος γεγενηται το βδελυγμα τουτο εν υμιν αναιρων ανελεις παντας τους κατοικουντας εν τη πολει εκεινη εν φονω μαχαιρας αναθεματι αναθεματιειτε αυτην και παντα τα εν αυτή, και παντα τα σκυλα αυτης συναξεις εις τας διοδους αυτης και εμπρησεις την πολιν εν πυρι και παντα τα σκυλα αυτης πανδημει εναντιον κυριου του θεου σου και εσται αοικητος εις τον αιωνα ουκ ανοικοδομηθησεται ετι.
(Δευτερονόμιο, 13:13-17)
Η γη της «επαγγελίας» δόθηκε στον Ισραήλ μετά από εντολή αναθεματισμού των «εχθρών», με ότι αυτό συνεπάγει. Επτά έθνη που κατοικούσαν στην γη Χαναάν, έπρεπε να υποκλιθούν στις ορέξεις της πολιτικοθρησκευτικής ηγεσίας του «περιούσιου» λαού.
«ιδου δε απο των πολεων των εθνων τουτων ων Κυριος ο θεος σου διδωσιν σοι κληρονομειν την γην αυτων ου ζωγρησετε απ’ αυτων παν εμπνεον, αλλ’ η αναθεματι αναθεματιειτε αυτους τον Χετταιον και Αμορραιον και Χαναναιον και Φερεζαιον και Ευαιον και Ιεβουσαιον και Γεργεσαιον ον τροπον ενετειλατο σοι Κυριος ο θεος σου.
(Δευτερονόμιο, 20:16-17)
Οτιδήποτε αναθεματίζεται, πρέπει να κρατηθεί μακριά από τον λαό. Είναι καταραμένο, έστω και αν είναι άψυχο. Ο Άχαρ, από την φυλή του Ιούδα, έκανε το λάθος να κρατήσει από το ανάθεμα. Το αποτέλεσμα ήταν η οργή του θεού να πέσει στον λαό και να κτυπηθούν από τους κατοίκους της Γαι (οι οποίοι ήταν αμυνόμενοι και υπεράσπιζαν την προγονική γη τους). Ο Ιησούς του Ναυή διαμαρτυρήθηκε στον λαό και ζήτησε από τον Θεό να του «φανερώσει» τι φταίει. Τότε ο Θεός υποτίθεται ότι είπε στον Ιησού να μαζέψει τον λαό, γιατί αν δεν τιμωρούνταν ο ένοχος, ο Θεός δεν θα ήταν μαζί με τον Ισραήλ στις μάχες του. Ο «θεός» ξεχώρισε αρχικά την φυλή από όπου προήλθε το κακό, έπειτα τον δήμο, έπειτα την οικογένεια, και έπειτα τον συγκεκριμένο άνδρα. Ο άνδρας, αν και κατάλαβε το λάθος του (που ήταν να πάρει μία… βαβυλωνιακή στολή και ορισμένα χρήματα τα οποία έκρυψε στην σκηνή του), αν και έδειξε την μεταμέλειά του ομολογώντας το σφάλμα του ενώπιον όλων, παρ’ όλα αυτά λιθοβολήθηκε ανηλεώς. Τότε, με τον θάνατο αυτού του ανθρώπου, έπαυσε η οργή του Κυρίου (Ιησούς του Ναυή, κεφάλαιο 7). Ο άνθρωπος έγινε παράδειγμα προς αποφυγή για όλους τους επίδοξους καταφρονητές της ιερατικής εξουσίας.

Συγκεκριμένη, επίσης, είναι η «θεϊκή» εντολή για την εξολόθρευση ολόκληρου του λαού Αμαλίκ, ανδρών, γυναικών, νηπίων και θηλαζόντων. Μέχρι και των ζώων τους. Ο Σαμούηλ, ο εκλεκτός του «θεού», που συχνά «μιλούσε» με τον ύψιστο, προστάζει τον λαό…
και νυν πορευου και παταξεις τον Αμαληκ και Ιεριμ και παντα τα αυτου και ου περιποιηση εξ αυτου και εξολεθρευσεις αυτον και αναθεματιεις αυτον και παντα τα αυτου και ου φειση απ’ αυτου και αποκτενεις απο ανδρος και εως γυναικος και απο νηπιου εως θηλαζοντος και απο μοσχου εως προβατου και απο καμηλου εως ονου.
(Α΄ Σαμουήλ, 15:3)
Οι δικαιολογίες της ίδιας της Βίβλου, τις οποίες επαναλαμβάνουν συχνά οι απολογητές, ήταν ότι «αυτά τα έθνη έκαναν αίσχη» και αυτό τους το πάθημα ήταν στην ουσία η τιμωρία της ανηθικότητάς τους. Όμως, πάλι μέσα από την Βίβλο παρατηρούμε ότι «τιμωρούνται» μόνο τα συγκεκριμένα έθνη, που τυγχάνει είτε να κατοικούν στην γη που αργότερα θα ελάμβαναν οι Ισραηλίτες, είτε που βρίσκονται ως «εμπόδια» μέσα στην κατακτητική πορεία του Ισραήλ. Αν ο Θεός όντως τιμωρούσε την παραβατικότητά τους –αναφέρεται ότι μέχρι και ανθρωποθυσίες των παιδιών τους έκαναν- τότε θα έπρεπε να τιμωρήσει την παραβατικότητα όλων των «ειδωλολατρικών» λαών και εθνών, και όχι μόνο τα συγκεκριμένα. Από την άλλη μεριά, γιατί δεν σταμάτησε το κακό εξ αρχής, αποκαλύπτοντας την δόξα του και πείθοντας τους ανθρώπους να αφήσουν το κακό και να καταγίνουν με το καλό; Αλλά και γενικότερα, γιατί το «θεϊκό» σχέδιο να περιλαμβάνει αρχικά και επί αιώνες μόνο έναν λαό από τις χιλιάδες που υπήρχαν;

Αλλά και στο βιβλίο του «Έσδρα», αναθεματίζονται όσοι δεν υπακούουν στις προσταγές της θρησκευτικής εξουσίας, τύπος και προεικόνιση της «Ιεράς Εξετάσεως». Σύμφωνα με την βιβλική διήγηση, κάποτε όλος ο λαός κλήθηκε στην Ιερουσαλήμ, διότι πολλοί είχαν πάρει γυναίκες «αλλότριες», δηλαδή μη Εβραίες, σε αντίθεση με τον Νόμο. Ωστόσο, το ανάθεμα δεν πάει μόνο σε αυτούς, αλλά και σε όσους δεν υπακούσουν και δεν πάνε στην Ιερουσαλήμ, είτε είναι παραβάτες είτε όχι. Αναθεματίζεται ακόμα και η «ύπαρξή» τους, όπου «ύπαρξη» σημαίνει και την ίδια τους την υπόσταση και την περιουσία τους.
παρηνεγκαν φωνην εν Ιουδα και εν Ιερουσαλημ πασιν τοις υιοις της αποικιας του συναθροισθηναι εις Ιερουσαλημ και πας ος αν μη ελθη εις τρεις ημερας ως η βουλη των αρχοντων και των πρεσβυτερων αναθεματισθησεται πασα η υπαρξις αυτου και αυτος διασταλησεται απο εκκλησιας της αποικιας.
(Β΄ Έσδρα, 10:7-8)
Αλλά και στην Καινή Διαθήκη, υπάρχει η έννοια του αναθέματος. Ο Παύλος αναθεματίζει όσους δεν αγαπούν τον Ιησού (Α΄ Κορινθίους 16:22), όσους διδάσκουν διαφορετική διδασκαλία από την δική του (Προς Γαλάτας, 8-9), ακόμα και αν είναι «άγγελοι από τον ουρανό», όπως χαρακτηριστικά γράφει.

Όπου δεν υπάρχει λόγος και πειθώ, υπάρχει ανάθεμα και τιμωρία. Αυτά τα… «ωραία» θα μιμηθεί με τρόπο επιτυχημένο και η χριστιανική Εκκλησία.

Η εκκλησιαστική θεολογική σημασία της λέξης «ανάθεμα»

Η λέξη «ανάθεμα», σύμφωνα με το «Πηδάλιο» του Νικόδημου του Αγιορείτη, έχει διττή σημασία. Σημαίνει το οτιδήποτε ξεχωρίζεται από τους ανθρώπους και αφιερώνεται στον Θεό, το οποίο λέγεται και «ανάθημα». Σημαίνει όμως και «εκείνο όπου χωρισθή από τον Θεόν και από την Εκκλησίαν των Χριστιανών και αφιερωθή εις τον Διάβολον». Και συνεχίζει, ότι «όπου χωρισθή από τον θεόν και από την Εκκλησίαν, και γένη ανάθεμα εις τον Διάβολον, κανένας δεν τολμά να συναναστραφή και να συγκοινωνήση, αλλ’ οι πιστοί χωρίζονται απ’ αυτόν». Έτσι, «το μεν ένα αφιερούται εις τον Θεόν, το δε άλλο αφιερούται εις τον Διάβολον». Σύμφωνα με τον εκκλησιαστικό «πατέρα» Ταράσιο, «Δεινόν είναι το ανάθεμα, επειδή μακράν του Θεού ποιεί τον άνθρωπον, και από την βασιλείαν των ουρανών εκδιώκει, και πέμπει αυτόν εις το σκότος το εξώτερον» (σ. 322-323). Έχουμε δηλαδή, αιώνιες επιπτώσεις.

Φυσικά, τα αναθέματα που διαβάζονται «την Κυριακή της Ορθοδοξίας», όπου αναθεματίζεται κάθε διαφορετική αντίληψη θρησκευτική ή φιλοσοφική, έχουν την αρνητική σημασία.

Το συμπέρασμα που προκύπτει αβίαστα από τα παραπάνω, είναι ότι αυτό που αναθεματίζεται (και ο φορέας του βέβαια), είναι:

α) αφιερωμένο σε μια… ανύπαρκτη «οντότητα», τον Διάβολο,

β) περιθωριοποιείται, και

γ) πέμπεται στο σκότος το εξώτερο, για να μην εμποδίζει -προφανώς- το «φως» του Χριστιανισμού.

Ας δούμε τώρα τι αναφέρεται στα λεξικά…

Στο λεξικό του Δημητράκου, στον τόμο Α΄, αναφέρεται ότι είναι «πράγμα κατηραμένον, αφωρισμένον, εις αφανιαμόν καταδικασμένο» (σ. 387).

Στο λεξικό του Σταματάκου, αναφέρεται ότι «αναθεματίζω», σημαίνει «παραδίδω τι εις το ανάθεμα, καταρώμαι, βλασφημώ» (σ. 91).

Σπουδαία και ξεκάθαρη η παραδοχή του λόγιου αρχιμανδρίτη Επιφάνειου Θεοδωρόπουλου για την στάση της Εκκλησίας προς την αρχαία πνευματική κληρονομιά μας, αλλά και όσον αφορά το ψευδές δόγμα του «Ελληνοχριστιανισμού».

Σε άρθρο του στους «Τρεις Ιεράρχες», φύλλο Απριλίου του 1961, γράφει τα εξής αποστομωτικά για τους θιασώτες του κίβδηλου «ελληνοχριστιανικού» δόγματος…
Ολόκληρος Οικουμενική Σύνοδος, αυθεντικώς δια την Ορθόδοξον Εκκλησίαν αποφαινομένη και το εν προκειμένω φρόνημα των προ αυτής Πατέρων και Διδασκάλων εκφράζουσα άμα και επικυρούσα, διεκήρυξε τα εξής σαφή και απερίστροφα, άτινα κλείουσι στεγανώς την θύραν προς πάσαν απόπειραν «Ελληνοχριστιανικών συνθέσεων»:

«Τοις ευσεβείν μεν επαγγελομένοις, τα των Ελλήνων δε δυσσεβή δόγματα τη Ορθοδόξω και Καθολική Εκκλησία, περί τε ψυχών ανθρωπίνων και ουρανού και γης και των άλλων κτισμάτων, αναιδώς ή μάλλον ασεβώς επεισάγουσιν, ανάθεμα.Τοις την μωράν των έξωθεν φιλοσόφων λεγομένην σοφίαν προτιμώσι και τοις καθηγηταίς αυτών επομένοις… (και πιστεύουσι μετεμψυχώσεις ή μη δεχομένοις ανάστασιν και ανταπόδοσιν), ανάθεμα.Τοις τα Ελληνικά διεξιούσι μαθήματα και μη δια παίδευσιν μόνον ταύτα παιδευομένοις, αλλά και ταις δόξαις αυτών ταις ματαίαις επομένοις και ως αληθέσι πιστεύουσι και ούτως αυταίς ως το βέβαιον εχούσαις εγκειμένοις, ώστε και ετέρους ποτέ μεν λάθρα ποτέ δε φανερώς ενάγειν αυταίς και διδάσκειν ανενδοιάστως, ανάθεμα.Τοις μετά των άλλων μυθικών πλασμάτων, αφεαυτών και την καθ’ ημάς πλάσιν μεταπλάττουσι και τας Πλατωνικάς ιδέας ως αληθείς δεχομένοις, ανάθεμα. Τοις δεχομένοις και παραδιδούσι τα μάταια και Ελληνικά ρήματα… (περί προϋπάρξεως ψυχών, αϊδιότητος του κόσμου κ.τ.λ. ), δια δε των τοιούτων λόγων εαυτούς τε απολλύουσι και ετέροις αιωνίας καταδίκης προξένους γινομένοις, ανάθεμα» («Συνοδικόν» της Αγίας Ζ’ Οικ. Συνόδου).

Κατόπιν πάντων τούτων είναι δυνατόν να ομιλώμεν περί «Ελληνοχριστιανικών συνθέσεων», δημιουργηθεισών μάλιστα υπό των Πατέρων της Εκκλησίας;
(Βιβλίο, «Άρθρα, μελέται, επιστολαί», τόμος Α΄)
Τα αναθέματα της ορθοδοξίας, κατά της ελληνικής κοσμοαντίληψης

Και ενώ σε όλα τα πανεπιστήμια του κόσμου αναλύεται η ελληνική κοσμοαντίληψη και βιοθεωρία από σπουδαίους καθηγητές και γράφονται βιβλία επί βιβλίων όπου αναλύεται η αρχαία σκέψη μέσα από ό,τι έχει περισωθεί, η χριστιανική Εκκλησία με θράσος αναθεματίζει, καταριέται, περιθωριοποιεί, και βλασφημεί όλα εκείνα τα στοιχεία που απέρριψε. Όσα κατέκλεψε βέβαια, τα ονόμασε «ευαγγελική προπαρασκευή».

Ας δούμε τα επίσημα αναθέματα, που αφορούν την ελληνική ιδέα, και ας κάνουμε μερικά σχόλια.

Ορισμένα από αυτά βρίσκονται στα «Κεφάλαια κατά του Ιωάννου Ιταλού», και άλλα στο βρίσκονται στο «Τριώδιο», τα οποία περιέχονται στο Συνοδικό της Ορθοδοξίας της Ζ΄ «οικουμενικής» συνόδου.

Όπως θα δούμε, η Εκκλησία αντί να πείσει, τρομοκρατεί. Και μάλιστα, τρομοκρατεί τα ίδια τα λόγια μέλη της, όσα από αυτά τόλμησαν να ασχοληθούν με την ελληνική φιλοσοφία. Ακριβώς επειδή αυτοί είχαν κοινωνικό κύρος, φοβήθηκαν οι εκκλησιαστικοί μη τυχών παρασυρθούν μέλη της προς την «πλάνη». Για αυτό προσπαθεί να αναχαιτίσει την «απειλή» του γίγαντα ελληνισμού, χρησιμοποιώντας «το ανάθεμα» (που εξηγήσαμε παραπάνω τι σημαίνει θεολογικά), καταδικάζοντας όσα από την ελληνική σοφία δεν της ταίριαζαν.

Μην ξεχνάμε, ότι με βάση το ίδιο το ευαγγέλιο, πάντα κατά την θεολογία της Εκκλησίας, ο Ιησούς έδωσε στους αποστόλους του την εξουσία «να δεσμεύουν και να λύνουν». Αυτή η εξουσία, μεταβιβάζεται στους διαδόχους τους δια της χειροτονίας. Ό,τι θα είναι δεμένο στην γη, θα είναι και στον ουρανό. Κατά τον ίδιο τρόπο, ότι είναι «αφορισμένο» και «αναθεματισμένο» στην γη, θα είναι και στον ουρανό, στην μετά θάνατο ζωή. Βέβαια, δεν μπορεί μεμονωμένα κανένας να αναθεματίσει. Μόνο συνοδικώς. Για αυτό και τα αναθέματα και οι αφορισμοί έχουν πάντα επίσημο χαρακτήρα.
Τοῖς εὐσεβεῖν μὲν ἐπαγγελλομένοις, τὰ τῶν Ἑλλήνων δὲ δυσσεβῆ δόγματα τῇ ὀρθοδόξῳ καὶ καθολικῇ ἐκκλησίᾳ περί τε ψυχῶν ἀνθρωπίνων καὶ οὐρανοῦ καὶ γῆς καὶ τῶν ἄλλων κτισμάτων ἀναιδῶς ἢ μᾶλλον ἀσεβῶς ἐπεισάγουσιν, ἀνάθεμα (γ΄).
Δηλαδή, σε όσους επαγγέλλονται θεοσέβεια, αλλά εισάγουν χωρίς ντροπή στην Εκκλησία τα ασεβή ελληνικά δόγματα που αφορούν την ανθρώπινη ψυχή, τον ουρανό, την γη και τα άλλα κτίσματα, ανάθεμα τρις φορές. Η Εκκλησία έχει το δικαίωμα να οριοθετεί την διδασκαλία της μεν, αλλά δεν έχει το δικαίωμα να αποκαλεί τις γνώσεις των άλλων «δυσσεβή δόγματα». Αυτό όμως το κάνει, διότι θεωρεί ότι κατέχοντας την «απόλυτη» αλήθεια, όποιοι διαφωνούν, βρίσκονται στο ψεύδος και στην ασέβεια προς τον Θεό.

Από την άλλη μεριά, είναι άξιο απορίας, πως γίνεται χριστιανοί όπως ο Ιταλός, ασχολούμενοι με την ελληνική κοσμοαντίληψη, να σαγηνεύονται από αυτήν και να μην πείθονται στον Χριστιανισμό. Και δεν ήταν μόνο ο Ιταλός…
Τοῖς τὴν μωρὰν τῶν ἔξωθεν φιλοσόφων λεγομένην σοφίαν προτιμῶσι καὶ τοῖς καθηγηταῖς αὐτῶν ἑπομένοις καὶ τάς τε μετεμψυχώσεις τῶν ἀνθρωπίνων ψυχῶν ἢ καὶ ὁμοίως τοῖς ἀλόγοις ζῴοις ταύτας ἀπόλλυσθαι καὶ εἰς τὸ μηδὲν χωρεῖν δεχομένοις, καὶ διὰ τούτων ἀνάστασιν καὶ κρίσιν καὶ τὴν τελευταίαν τῶν βεβιωμένων ἀνταπόδοσιν ἀθετοῦσιν, ἀνάθεμα (γ΄).
Τρις φορές αναθεματίζονται όσοι από τους χριστιανούς προτιμούν την σοφία των φιλοσόφων και δεν πείθονται στα χριστιανικά δόγματα περί της ψυχής, και της σωματικής ανάστασης. Μάλιστα, η φιλοσοφία χαρακτηρίζεται «μωρή», δηλαδή ανόητη, και «έξωθεν».
Τοῖς τὴν ὕλην ἄναρχον καὶ τὰς ἰδέας ἢ συνάναρχον τῷ δημιουργῷ πάντων καὶ Θεῷ δογματίζουσι, καὶ ὅτι περ οὐρανὸς καὶ γῆ καὶ τὰ λοιπὰ τῶν κτισμάτων ἀίδιά τε εἰσὶ καὶ ἄναρχα καὶ διαμένουσιν ἀναλλοίωτα, καὶ ἀντινομοθετοῦσι τῷ εἰπόντι· «ὁ οὐρανὸς καὶ ἡ γῆ παρελεύσονται, οἱ δὲ λόγοι μου οὐ μὴ παρέλθωσι», καὶ ἀπὸ γῆς κενοφωνοῦσι καὶ τὴν θείαν ἀρὰν ἐπὶ τὰς ἑαυτῶν ἄγουσι κεφαλάς, ἀνάθεμα (γ΄).
Ενώ τα προηγούμενα αναθέματα είχαν να κάνουν με συγκεκριμένες φιλοσοφικές απόψεις -κυρίως των πλατωνικών και των νεοπλατωνικών- εδώ έχουμε σαφώς και πλατωνικές απόψεις, αλλά το πράγμα διευρύνεται με την πρόταση «τοις την ύλην άναρχον». Το ότι η ύλη είναι άναρχη, είναι αρχή όχι μόνο του υλισμού, αλλά και όλων των φιλοσοφικών σχολών και όλη της φιλοσοφίας αλλά και της μυθολογίας. Στην αρχαία σκέψη δεν υπάρχει δημιουργία «εκ του μηδενός».
Τοῖς λέγουσιν ὅτι οἱ τῶν Ἑλλήνων σοφοὶ καὶ πρῶτοι τῶν αἱρεσιαρχῶν, οἱ παρὰ τῶν ἑπτὰ ἁγίων καὶ καθολικῶν συνόδων καὶ παρὰ πάντων τῶν ὀρθοδοξίᾳ λαμψάντων πατέρων ἀναθέματι καθυποβληθέντες ὡς ἀλλότριοι τῆς καθολικῆς ἐκκλησίας, διὰ τὴν ἐν λόγοις αὐτῶν κίβδηλον καὶ ῥυπαρὰν περιουσίαν, κρείττονες εἰσὶ κατὰ πολὺ καὶ ἐνταῦθα καὶ ἐν τῇ μελλούσῃ κρίσει τῶν εὐσεβῶν μὲν καὶ ὀρθοδόξων ἀνδρῶν, ἄλλως δὲ κατὰ πάθος ἀνθρώπινον ἢ ἀγνόημα πλημμελησάντων, ἀνάθεμα (α΄).
Παρατηρούμε ότι η λέξη «Έλληνες» χρησιμοποιείται με την εθνική σημασία της. Διότι, λέει «οι των Ελλήνων σοφοί», δηλαδή «οι σοφοί των Ελλήνων». Επίσης, αναφέρεται και στους «αιρεσιάρχες» που καταδίκασαν οι επτά «οικουμενικές». Την σύνδεση μεταξύ Ελλήνων φιλοσόφων και «αιρεσιαρχών» την βρίσκουμε και στο σύγγραμμα του Ιππολύτου «Κατά πασών αιρέσεων έλεγχος», όπου αναφέρεται ότι οι διδάσκαλοι των «αιρεσιαρχών», ήταν οι αρχαίοι Έλληνες φιλόσοφοι, οι οποίοι και κατονομάζονται. Όσοι λοιπόν τους θεωρούν μεγαλύτερους από τους χριστιανούς δασκάλους και «πατέρες», αναθεματίζονται.
Τοῖς τὰ ἑλληνικὰ διεξιοῦσι μαθήματα καὶ μὴ διὰ παίδευσιν μόνον ταῦτα παιδευομένοις, ἀλλὰ καὶ ταῖς δόξαις αὐτῶν ταῖς ματαίαις ἑπομένοις καὶ ὡς ἀληθέσι πιστεύουσι, καὶ οὕτως αὐταῖς ὡς τὸ βέβαιον ἐχούσαις ἐγκειμένοις, ὥστε καὶ ἑτέρους ποτὲ μὲν λάθρᾳ ποτὲ δὲ φανερῶς ἐνάγειν αὐταῖς καὶ διδάσκειν ἀνενδοιάστως, ἀνάθεμα (α΄).
Τα ελληνικά μαθήματα χαρακτηρίζονται «μάταιες γνώμες». Όσοι εκπαιδεύονται σε αυτά όχι απλά για γνώση αλλά τα πιστεύουν ως αλήθεια, και τα διδάσκουν και σε άλλους, αναθεματίζονται επίσης.
Τοῖς μετὰ τῶν ἄλλων μυθικῶν πλασμάτων ἀφ’ ἑαυτῶν καὶ τὴν καθ’ ἡμᾶς πλάσιν μεταπλάττουσι καὶ τὰς πλατωνικὰς ἰδέας ὡς ἀληθεῖς δεχομένοις καὶ ὡς αὐθυπόστατον τὴν ὕλην παρὰ τῶν ἰδίων μορφοῦσθαι λέγουσι καὶ προφανῶς διαβάλλουσι τὸ αὐτεξούσιον τοῦ δημιουργοῦ τοῦ ἀπὸ τοῦ μὴ ὄντος εἰς τὸ εἶναι παραγαγόντος τὰ πάντα καὶ ὡς ποιητοῦ πᾶσιν ἀρχὴν καὶ τέλος ἐπιτιθέντος ἐξουσιαστικῶς καὶ δεσποτικῶς, ἀνάθεμα (α΄).
Εδώ, κατακρίνονται οι πλατωνικές ιδέες και όσοι δέχονται ότι η ύλη έχει ως αίτιο της υπόστασή της τον ίδιο της τον εαυτό. Επομένως, καταδικάζεται και ο υλοζωισμός. Και ενώ η πρώτη θέση υιοθετείται από τους πλατωνικούς και νεοπλατωνικούς, η δεύτερη είναι μία γενικότερη θέση της φιλοσοφίας που έρχεται σε ευθεία αντίθεση με την ιδέα περί της εκ του μηδενός δημιουργίας. Αν και δεν είναι ξεκάθαρο από το βιβλίο της Γενέσεως αν πράγματι γίνεται αναφορά στην εκ του μηδενός δημιουργία ή στην διαμόρφωση και σχηματισμό των όντων από ήδη προϋπάρχουσα ύλη, εντούτοις το δόγμα αυτό διατυπώνεται σαφέστατα ήδη στο πρώτο άρθρο του συμβόλου της Πίστεως· «Πιστεύω εις έναν θεό, Πατέρα παντοκράτορα, ποιητήν ουρανού και γης, ορατών τε πάντων και αοράτων...». Όπως αναφέρει και το ίδιο το ανάθεμα, ο «δημιουργός» διαβάλλεται, διότι έτσι καταλύεται η εικόνα του Θεού ως ποιητή που θέτει αρχή και τέλος με τρόπο εξουσιαστικό και δεσποτικό.
Τοῖς δεχομένοις καὶ παραδιδοῦσι τὰ μάταια καὶ ἑλληνικὰ ῥήματα· ὅτι τε προΰπαρξις ἐστὶ τῶν ψυχῶν καὶ οὐκ ἐκ τοῦ μὴ ὄντος τὰ πάντα ἐγένετο καὶ παρήχθη, καὶ ὅτι τέλος ἐστὶ τῆς κολάσεως ἢ ἀποκατάστασις αὖθις τῆς κτίσεως καὶ τῶν ἀνθρωπίνων πραγμάτων, καὶ διὰ τῶν τοιούτων λόγων τὴν βασιλείαν τῶν οὐρανῶν λυομένην πάντως καὶ παράγουσαν εἰσάγουσιν, ἣν αἰωνίαν καὶ ἀκατάλυτον αὐτός τε ὁ Χριστὸς καὶ Θεὸς ἡμῶν ἐδίδαξε καὶ παρέδοτο, καὶ διὰ πάσης τῆς παλαιᾶς καὶ νέας γραφῆς ἡμεῖς παρελάβομεν, ὅτι καὶ ἡ κόλασις ἀτελεύτητος καὶ ἡ βασιλεία ἀίδιος, διὰ δὲ τῶν τοιούτων λόγων ἑαυτούς τε ἀπολλύουσι καὶ ἑτέροις αἰωνίας καταδίκης προξένοις γενομένοις, ἀνάθεμα (γ΄).
Εδώ, καταδικάζονται όσοι χριστιανοί δέχονται τους «μάταιους ελληνικούς λόγους», και βάσει αυτών απορρίπτουν χριστιανικά δόγματα όπως την εκ του μη όντος δημιουργία, την αιωνιότητα της κόλασης, την αιωνιότητα της ουράνιας βασιλείας. Αυτό δείχνει την αντίθεση μεταξύ ελληνικής σκέψης και Χριστιανισμού.
«Επί τοίς φρονούσι και λέγουσι κτιστήν είναι πάσαν φυσικήν δύναμιν και ενάργειαν της τρισυποστάτου θεότητος, ως κτιστήν εκ τούτου πάντως και αυτήν την θείαν ουσίαν αναγκαζομένοις δοξάζειν. Κτιστή γάρ κατά τους Αγίους ενέργεια, κτιστήν δηλώσει και φύσιν άκτιστον δε, άκτιστον χαρακτηρίζει ουσίαν. Καντεύθεν ήδη κινδυνεύουσι εις θείαν παντελή περιπίπτειν, και την ελληνικήν μυθολογίαν και την των κτισμάτων λατρείαν, τη καθαρά και αμώμω των χριστιανών πίστει προστριβομένοις. Μή ομολογούσι δε κατά τας αγίας θεοπνεύστους θεολογίας και το της Εκκλησίας ευσεβές φρόνημα, άκτιστον είναι πάσαν φυσικήν δύναμιν και ενέργειαν της τρισυποστάτου θεότητος ανάθεμα τρίς.
Αναθεματίζονται όσοι χριστιανοί φρονούν ότι είναι κτιστή και φυσική η ενέργεια της θεότητας. Για να γίνει κάπως πιο κατανοητή η θέση αυτή, πρέπει να πούμε ότι σύμφωνα με την χριστιανική θεολογία, η θεία ενέργεια δεν ταυτίζεται με την θεία ουσία, αλλά είναι το επόμενο της θείας ουσίας. Η θεία ουσία όμως είναι άκτιστη, καθώς ο Θεός δεν είναι ενδοσυμπαντικός αλλά υπερβατικός. Επόμενο είναι ότι και η θεία ενέργεια είναι άκτιστη. Κτιστή ενέργεια θα σήμαινε και κτιστή ουσία. Συνεπώς, όσοι δέχονται κτιστή ενέργεια στην θεότητα, πέφτουν στην λατρεία των κτισμάτων, στην ειδωλολατρία. Εδώ κατανοούμε το σκεπτικό με το οποίο οι χριστιανοί κατηγορούν τον εθνικό κόσμο ως «ειδωλολατρικό». Θεωρούν ότι εφόσον υπάρχει υπερβατικός Θεός, οι αντανακλάσεις του υπάρχουν στην κτίση, χωρίς όμως να είναι αυτές «θεός». Για παράδειγμα, οι χριστιανοί δέχονται τον υπερβατικό θεό ως πάνσοφο. Αυτή η ιδιότητα (η σοφία) αντανακλάται στην φύση, και την κατανοούμε ως την λειτουργία των φυσικών νόμων. Οι αρχαίοι όμως την ιδέα της σοφίας την θεοποίησαν και της έδωσαν υπόσταση (π.χ. θεά Αθηνά). Λάτρευσαν την ιδέα της Σοφίας. Αυτό για τους χριστιανούς θεωρείται «ειδωλολατρία», διότι θεωρούν ότι η λατρεία δεν πρέπει να πηγαίνει στην ιδέα αλλά στην υπερβατική θεότητα.

Κατά συνέπεια, όσοι λατρεύουν την φύση ή τις δυνάμεις της φύσης ή θεοποιούν τις έννοιες, δεν λατρεύουν το υπερβατικό θείο, αλλά τις αντανακλάσεις του, τα είδωλά του. Βέβαια, όλα αυτά προϋποθέτουν ότι υπάρχει υπερβατικός θεός. Ειδάλλως, ακυρώνεται πάραυτα όλη η χριστιανική επιχειρηματολογία περί «ειδωλολατρικού» κόσμου. Διότι άνευ υπερβατικού εξωκοσμικού θεού, δεν υπάρχουν θείες αντανακλάσεις στον κόσμο, άρα δεν υπάρχουν είδωλα και φυσικά ούτε λατρεία ειδώλων. Όμως, κατά την θεολογία δεν αποδεικνύεται η ύπαρξη του θεού δια των λογικών ανθρώπινων κτιστών συλλογισμών και νοημάτων, για αυτό μιλούν περί εμπειρικής θεολογίας και εισάγουν την αποφατική θεολογία, αντιγραφή και αυτό από μέρους της ελληνικής σκέψης.

Άρα, είναι αντιφατικό να κατηγορούν για ειδωλολατρία και να ισχυρίζονται παράλληλα ότι η ύπαρξη του Θεού δεν αποδεικνύεται λογικώς.

Συνοψίζοντας, έχουμε τα εξής:

1. Η Εκκλησία με επίσημο τρόπο, καταδικάζει όσους χριστιανούς τολμούν να πιστεύουν σε ελληνικά δόγματα που είναι αντίθετα προς την «Ορθοδοξία».

2. Η Εκκλησία, πέρα από την καταδίκη, προειδοποιεί έμμεσα και τους λοιπούς των λογίων χριστιανών που θα επιχειρήσουν παρόμοια πράγματα με τους καταδικασθέντας.

3. Η Εκκλησία αφού καταδικάζει τα ίδια της τα μέλη, επόμενο είναι ότι καταδικάζει και τις αρχικές ιδέες και τους φορείς τους που είναι οι Έλληνες αρχαίοι φιλόσοφοι.

4. Οι διδασκαλίες που καταδικάζονται είναι οι εξής:

α) η γενική αποδοχή από τους αρχαίους Έλληνες φιλόσοφους (ιδεαλιστές και υλιστές, δυιστές και μονιστές) ότι η ύλη είναι αυθύπαρκτος, διότι αντιτάσσεται στην εκ του μη όντος δημιουργία,

β) η όχι γενική αποδοχή περί της προΰπαρξης των ψυχών και της μετενσωματώσεως, διότι έτσι αθετείται η ανάσταση, η κρίση, η αιωνιότητα της κόλασης και της ουράνιας βασιλείας,

γ) η αποδοχή των πλατωνικών και νεοπλατωνικών θεωριών περί ύπαρξης ενός κόσμου σταθερού και αιώνιου όπου υπάρχουν οι «ιδέες». Εδώ να διευκρινίσουμε ότι οι χριστιανοί μυστικοί και νηπτικοί «πατέρες», δέχονται ότι οι «λόγοι των όντων» (δηλαδή τα αίτια της ύπαρξης του αισθητού και του νοητού κόσμου- του κτιστού) υπάρχουν στην θεία βουλή. Η θεία βουλή όμως δεν ανήκει στην θεία ουσία (που θεολογικά είναι ακατάληπτη και αμέθεκτη), αλλά στην θεία ενέργεια (που είναι –κατά χάρη- μεθεκτή και ως ένα βαθμό καταληπτή μέσω του φωτισμού). Συνεπώς, με αυτόν τον τρόπο δεν ταυτίζουν το άκτιστο (το θείο) με το κτιστό (τον νοητό και αισθητό κόσμο).

Με ανήθικα και χυδαία μέσα, ζήτησε η Εκκλησία να σβήσει τα φώτα της σκέψης. Όπως αναφέρει και ο χριστιανός χρονογράφος Ι. Μαλάλας, «Εν αυτώ δε τω χρόνω διωγμός γέγονεν Ελλήνων μέγας, και πολλοί εδημεύθησαν, εν οις ετελεύτησαν Μακεδόνιος, Ασκληπιόδοτος, Φωκάς ο Κρατερού, και Θωμάς ο Κοιαίστωρ· και εκ τούτου πολύς φόβος γέγονε. Εθέσπισε δε ο αυτός βασιλεύς ώστε μη πολιτεύεσθαι τους ελληνίζοντας, τους δε των άλλων αιρέσεων όντας αφανείς γενέσθαι της Ρωμαϊκής πολιτείας, προθεσμίαν τριών μηνών λαβόντας εις το γενέσθαι αυτούς κοινωνούς της ορθοδόξου πίστεως».

Σήμερα, όλοι όσοι ασχολούμαστε με τον αρχαίο κόσμο, με την φιλοσοφία, με την εναλλακτική αναζήτηση, όσοι γενικότερα φρονούμε διαφορετικά, είμαστε «αφορισμένοι» και με την βούλα της εκκλησίας. Επίσης, και πολλά μέλη της ίδιας της εκκλησίας, μη γνωρίζοντας…