Κυριακή 27 Σεπτεμβρίου 2026

Η «ειρηνική εξάπλωση» και η κρατική επιβολή: η διπλή αφήγηση των ελληνικών σχολικών βιβλίων για την επικράτηση του Χριστιανισμού

Στα Ελληνικά σχολικά βιβλία συναντά κανείς μια αξιοπρόσεκτη αντίφαση στον τρόπο με τον οποίο παρουσιάζεται η επικράτηση του Χριστιανισμού στον ελληνικό κόσμο. Από τη μία πλευρά, τα ίδια τα σχολικά εγχειρίδια αναφέρονται σε απαγορεύσεις, διώξεις, καταστροφές ναών και αγαλμάτων, κλείσιμο ιερών, κατάργηση αρχαίων θεσμών και ακόμη και σε «κύμα βίας» εναντίον των ακολούθων της αρχαίας θρησκείας. Από την άλλη, η τελική επικράτηση του Χριστιανισμού παρουσιάζεται σε ορισμένα βιβλία ως αποτέλεσμα της διδασκαλίας, της αγάπης, του έργου των Πατέρων της Εκκλησίας και της ειρηνικής εξάπλωσης της νέας θρησκείας.

Η αντίφαση αυτή δεν είναι αναγκαστικά λογική αν εξετάσουμε δύο διαφορετικά ιστορικά φαινόμενα: άλλο είναι η αρχική διάδοση μιας θρησκείας και άλλο η μετατροπή της σε κυρίαρχο και τελικά κρατικά επιβεβλημένο θρησκευτικό σύστημα. Μια θρησκεία μπορεί πράγματι να εξαπλωθεί επί αιώνες μέσω διδασκαλίας, προσηλυτισμού, κοινοτήτων και προσωπικών μεταστροφών, ενώ ταυτόχρονα, όταν αποκτήσει την υποστήριξη της κρατικής εξουσίας, να ακολουθήσει μια εντελώς διαφορετική φάση, κατά την οποία οι ανταγωνιστικές θρησκευτικές παραδόσεις περιορίζονται ή απαγορεύονται από τον νόμο. Το πρόβλημα επομένως δεν βρίσκεται στο ότι τα δύο αυτά φαινόμενα συνυπήρξαν, αλλά στο ότι η σχολική αφήγηση συχνά δεν τα συνδέει με την απαιτούμενη σαφήνεια.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί το βιβλίο Ιστορίας της Β΄ Γυμνασίου, το οποίο, αναφερόμενο στην αντιπαράθεση της νέας θρησκείας με την αρχαία θρησκευτική παράδοση, κάνει λόγο για «κύμα βίας» εναντίον μνημείων του αρχαίου κόσμου και των οπαδών της αρχαίας θρησκείας. Αναφέρεται στην καταστροφή ή μετατροπή ναών και στην καταστροφή αγαλμάτων, ενώ παρατίθεται και η μαρτυρία του Λιβανίου για μοναχούς που επιτίθεντο σε ιερά με ξύλα, πέτρες και σιδερένια εργαλεία. Πρόκειται, επομένως, για ένα στοιχείο που δεν προέρχεται από κάποιον σύγχρονο επικριτή του Χριστιανισμού, αλλά από το ίδιο το σχολικό υλικό.

Παράλληλα, σε άλλο σχολικό εγχειρίδιο αναφέρεται ότι ο Θεοδόσιος Α΄ κατέστησε τον Χριστιανισμό επίσημη θρησκεία της αυτοκρατορίας και ότι οι παραδοσιακές θρησκευτικές πρακτικές τέθηκαν εκτός νόμου. Γίνεται λόγος για την αφαίρεση της περιουσίας των ελληνικών ναών, την κατάργηση των Ολυμπιακών Αγώνων και τα μέτρα εναντίον των υπολειμμάτων της αρχαίας θρησκείας. Για την εποχή του Ιουστινιανού, μάλιστα, χρησιμοποιείται η χαρακτηριστική διατύπωση ότι «επιβλήθηκε μια θρησκεία και ένα δόγμα», ενώ γίνεται αναφορά και στο κλείσιμο της νεοπλατωνικής σχολής των Αθηνών το 529.

Ακόμη πιο χαρακτηριστική είναι η διατύπωση που συναντάται σε σχολικό βιβλίο του Δημοτικού: αφού προηγηθεί αναφορά στις απαγορεύσεις και στις καταστροφές, αναφέρεται ότι «ο χριστιανισμός όμως τελικά επιβλήθηκε με τη διδασκαλία του και το έργο των πατέρων της εκκλησίας». Εδώ ακριβώς δημιουργείται το βασικό πρόβλημα της διατύπωσης. Η λέξη «επιβλήθηκε» δηλώνει κανονικά κάποια μορφή επιβολής, ενώ η «διδασκαλία» παραπέμπει στην πειθώ και στη διάδοση ιδεών. Οι δύο έννοιες δεν είναι ταυτόσημες και χρειάζονται ιστορική διάκριση.

Η ακριβέστερη ιστορική διατύπωση θα ήταν ότι ο Χριστιανισμός γνώρισε μια μακρά περίοδο διάδοσης μέσω της διδασκαλίας, της δράσης των κοινοτήτων και των προσωπικών μεταστροφών, αλλά η μετάβασή του από μία θρησκεία μεταξύ άλλων σε κυρίαρχη θρησκεία της αυτοκρατορίας συνδέθηκε με την αυτοκρατορική νομοθεσία, τα προνόμια προς την Εκκλησία, τις απαγορεύσεις των παραδοσιακών λατρειών, το κλείσιμο ή την αλλαγή χρήσης ιερών χώρων και, σε αρκετές περιπτώσεις, με επεισόδια βίας. Η κρατική καταστολή σημαίνει όμως ότι η πολιτεία έπαψε να αντιμετωπίζει τις δύο θρησκευτικές παραδόσεις ως ισότιμες.

Αυτό είναι ιδιαίτερα σημαντικό, επειδή η μετάβαση δεν υπήρξε απλώς μια αλλαγή προσωπικών πεποιθήσεων. Όταν απαγορεύονται οι θυσίες, κλείνουν τα ιερά, περιορίζονται οι δημόσιες τελετουργίες, αφαιρούνται περιουσίες από ναούς και η παλαιά θρησκευτική πρακτική αποκτά νομικές κυρώσεις, η κοινωνική θέση της αρχαίας θρησκείας μεταβάλλεται ριζικά. Και αυτό όπως καταδεικνύει η επανάληψη της νομοθεσίας επί αιώνες σημαίνει ότι οι Έλληνες επέμεναν να ακολουθούν την αρχαία παράδοση και γι’ αυτό το κράτος λάμβανε συνεχώς μέτρα για εξαλείψει την «ειδωλολατρία» όπως την ονόμασαν. Δεν χρειάζεται να υποθέσουμε ότι κάθε άνθρωπος απειλήθηκε προσωπικά για να κατανοήσουμε τη δύναμη ενός τέτοιου μηχανισμού. Η απαγόρευση μιας θρησκευτικής πρακτικής, η απώλεια των θεσμών που τη στηρίζουν και η θεσμική προνομιοδότηση μιας άλλης θρησκείας μπορούν να οδηγήσουν σε βαθμιαία περιθωριοποίηση χωρίς να απαιτείται καθολικός φυσικός εξαναγκασμός.

Το ζήτημα γίνεται ακόμη πιο ενδιαφέρον όταν εξετάσουμε τον τρόπο με τον οποίο διδάσκεται η ιστορία των διωγμών των πρώτων Χριστιανών. Στα σχολικά βιβλία των Θρησκευτικών οι πρώτοι Χριστιανοί παρουσιάζονται συχνά ως μάρτυρες, αγωνιστές και φορείς μιας νέας ηθικής. Χρησιμοποιούνται εκφράσεις όπως «ποτάμι αίματος των μαρτύρων», «ηρωισμός», «αυτοθυσία» και «αγωνιστική μορφή», ενώ οι διωγμοί παρουσιάζονται ως σημαντικό στοιχείο της χριστιανικής ιστορικής ταυτότητας. Σε αρκετές περιπτώσεις η αφήγηση προχωρεί από το μαρτύριο στην ηθική ανωτερότητα, από την ηθική ανωτερότητα στην εντύπωση που προκαλούσαν οι Χριστιανοί στους «εθνικούς» και από εκεί στη μεταστροφή και στην εξάπλωση του Χριστιανισμού.

Εδώ χρειάζεται να διαχωριστεί η ιστορική περιγραφή από την απολογητική αφήγηση. Το γεγονός ότι Χριστιανοί διώχθηκαν από ρωμαϊκές αρχές σε ορισμένες περιόδους είναι ιστορικά τεκμηριωμένο. Δεν ήταν όμως οι διωγμοί συνεχείς, αδιάκοποι και ομοιόμορφοι σε ολόκληρη την αυτοκρατορία επί τρεις αιώνες. Υπήρχαν περίοδοι σχετικής ανοχής, τοπικές διώξεις, διαφορετικές αυτοκρατορικές πολιτικές και ορισμένες μεγάλες αυτοκρατορικές διώξεις. Η εικόνα μιας αδιάλειπτης και παντού ίδιας δίωξης χρειάζεται επομένως ιστορική αποσαφήνιση. Αν υπήρχε συνεχής δίωξη τότε ο χριστιανισμός θα είχε εξαλειφθεί όπως ο ίδιος στην πορεία εξάλειψε την ελληνική θρησκεία.

Το ίδιο ισχύει και για τις χριστιανικές αφηγήσεις περί μαρτύρων. Δεν σημαίνει ότι κάθε αφήγηση είναι ψευδής. Σημαίνει ότι κάθε πηγή πρέπει να εξετάζεται σύμφωνα με τη χρονολογία της, τον συγγραφέα της, το είδος της, την απόσταση από τα γεγονότα και τον σκοπό για τον οποίο γράφτηκε. Ιδίως οι μεταγενέστερες αγιολογικές διηγήσεις μπορούν να περιέχουν στοιχεία θεολογικής οικοδόμησης, θαυματουργικών επεμβάσεων ή δραματοποιημένων βασανιστηρίων, τα οποία δεν μπορούν να αντιμετωπίζονται αυτομάτως ως ανεξάρτητα ιστορικά τεκμήρια.

Και εδώ εμφανίζεται μία ακόμη σημαντική πλευρά της σχολικής αφήγησης: η χρήση του υπερφυσικού. Σε εκκλησιαστικές και αγιολογικές παραδόσεις η καταστροφή ενός αρχαίου ιερού μπορεί να αποδίδεται στην προσευχή ενός αγίου, στη θεϊκή δύναμη ή σε κάποιο θαύμα. Για έναν πιστό τέτοιες αφηγήσεις αποτελούν μέρος της θρησκευτικής του παράδοσης. Στο μάθημα όμως της ιστορίας υπάρχει ουσιώδης διαφορά ανάμεσα στο να πούμε «η χριστιανική παράδοση αποδίδει την καταστροφή του ιερού στην προσευχή του αγίου» και στο να παρουσιάσουμε την προσευχή ως ιστορικά αποδεδειγμένη αιτία της καταστροφής. Η πρώτη είναι ιστορική περιγραφή μιας πεποίθησης και μιας πηγής· η δεύτερη μετατρέπει μια θεολογική ερμηνεία σε ιστορικό γεγονός.

Το ίδιο κριτήριο πρέπει να εφαρμόζεται και στις διώξεις των Χριστιανών. Η ύπαρξη πραγματικών διωγμών δεν σημαίνει ότι κάθε μεταγενέστερη χριστιανική αφήγηση, κάθε αριθμός μαρτύρων ή κάθε δραματική περιγραφή βασανιστηρίου πρέπει να γίνεται δεκτή χωρίς έλεγχο. Η ιστορική μέθοδος δεν απαιτεί να αρνηθούμε τους διωγμούς· απαιτεί να εξετάσουμε ποιο μέρος τους τεκμηριώνεται και ποιο προέρχεται από μεταγενέστερη παράδοση.

Η ανάγκη αυτή γίνεται ακόμη μεγαλύτερη όταν παρατηρούμε ότι η μνήμη των διωγμών χρησιμοποιήθηκε και ως ερμηνευτικό πλαίσιο για τη μεταγενέστερη σύγκρουση με τις αρχαίες θρησκευτικές παραδόσεις. Η λογική «μας δίωξαν, επομένως δικαιούμαστε να διώξουμε» δεν αποτελεί ιστορικό επιχείρημα ούτε μπορεί να λειτουργήσει ως ηθική δικαιολόγηση. Ακόμη και αν δεχθούμε πλήρως την ιστορική έκταση των διωγμών κατά των Χριστιανών, αυτό δεν μετατρέπει αυτομάτως σε δίκαιη πράξη τις μεταγενέστερες απαγορεύσεις και διώξεις εναντίον άλλων θρησκευτικών κοινοτήτων.

Η ιστορία οφείλει να εξετάζει και τις δύο πλευρές με τα ίδια μέτρα. Αν ο Χριστιανός μάρτυρας παρουσιάζεται ως πρόσωπο που υπέστη βία για την πίστη του, τότε και ο άνθρωπος που έχασε το ιερό του, ο ναός του οποίου καταστράφηκε ή η θρησκευτική τελετουργία του οποίου απαγορεύθηκε αποτελεί αντικείμενο ιστορικής εξέτασης. Δεν μπορεί η βία να θεωρείται σημαντική όταν ασκείται εναντίον της μίας πλευράς και να εξαφανίζεται από την αφήγηση όταν ασκείται από την άλλη.

Ας μην ξεχνάμε βέβαια ότι η επικρατούσα ιστορία που γνωρίζουμε είναι το προϊόν της καταγραφής από την πλευρά του νικητή, δηλαδή του χριστιανισμού, και σίγουρα δεν είναι απαλλαγμένη από προκατάληψη, ενώ μπορούμε να πούμε περισσεύει η θρησκευτική υπερβολή που επηρέασε την αντίληψη για τα γεγονότα της εποχής εκείνης με την καλλιέργεια μιας φιλοχριστιανικής νοοτροπίας επί αιώνες.

Εδώ ακριβώς τίθεται και το ζήτημα της εκπαίδευσης. Είναι δύσκολο να αγνοηθεί ότι στην Ελλάδα το μάθημα των Θρησκευτικών έχει ιστορικά αναπτυχθεί μέσα σε έντονα ορθόδοξο και ομολογιακό πλαίσιο και ότι επίσημο εκπαιδευτικό υλικό έχει χρησιμοποιήσει κατεξοχήν εκκλησιαστική ορολογία και θεολογικές ερμηνείες.

Στα σχετικά σχολικά κείμενα δεν περιοριζόμαστε πάντοτε σε μια ουδέτερη περιγραφή της ιστορίας. Οι Χριστιανοί χαρακτηρίζονται «μάρτυρες», «αγωνιστές» και «θεοφόροι», η αυτοθυσία τους αξιολογείται θετικά και η πίστη τους παρουσιάζεται ως δύναμη που μεταμόρφωσε την κοινωνία. Οι αρχαίοι θρησκευόμενοι, αντίθετα, εμφανίζονται συχνά μέσα από όρους που προέρχονται από τη χριστιανική οπτική, όπως «ειδωλολάτρες» ή «εθνικοί». Οι όροι αυτοί έχουν βεβαίως ιστορική σημασία, αλλά δεν είναι ουδέτερες περιγραφές. Αποτελούν μέρος της γλώσσας με την οποία η νέα θρησκεία περιέγραψε τους θρησκευτικούς της αντιπάλους.

Αυτό είναι ιδιαίτερα εμφανές στην ιστορία της ίδιας της λέξης «Έλλην». Κατά τους πρώτους χριστιανικούς αιώνες η λέξη δεν εξαφανίστηκε από τη γλώσσα, αλλά σε χριστιανικά συμφραζόμενα απέκτησε συχνά θρησκευτική σημασία και χρησιμοποιήθηκε για να δηλώσει τον μη Χριστιανό, τον «εθνικό» ή τον «ειδωλολάτρη». Η εξέλιξη αυτή είναι σημαντική, διότι δείχνει ότι η σύγκρουση δεν αφορούσε μόνο θεολογικά δόγματα αλλά και την ίδια τη σημασία των λέξεων με τις οποίες οι άνθρωποι προσδιόριζαν τον εαυτό τους και τους άλλους.

Η θρησκευτική αυτή σημασία του «Έλληνα» δεν εξαφανίστηκε αμέσως. Σε υλικό που αναφέρεται στην περίοδο πριν από την Ελληνική Επανάσταση επισημαίνεται ότι μέχρι και τις παραμονές της Επανάστασης η λέξη «Έλληνας» εξακολουθούσε να φέρει θρησκευτικό βάρος και μπορούσε να σημαίνει «εθνικός», δηλαδή μη Χριστιανός. Για τον λόγο αυτό ορισμένοι λόγιοι προτιμούσαν ακόμη τον όρο «Γραικός». Η ιστορία αυτή δείχνει πόσο βαθιά είχε συνδεθεί επί αιώνες η ελληνικότητα με μια χριστιανική ερμηνεία, μέσα στην οποία ο «Έλλην» μπορούσε να σημαίνει όχι απλώς τον άνθρωπο ελληνικής γλώσσας και πολιτισμικής παράδοσης, αλλά τον οπαδό της αρχαίας θρησκείας.

Και εδώ εμφανίζεται ένα από τα μεγαλύτερα παράδοξα της ιστορικής πορείας του Χριστιανισμού στον ελληνικό κόσμο. Η Εκκλησία αντιτάχθηκε στη θρησκεία των αρχαίων Ελλήνων, αλλά ταυτόχρονα χρησιμοποίησε σε τεράστιο βαθμό την ελληνική γλώσσα, την ελληνική παιδεία και μεγάλο μέρος της ελληνικής φιλοσοφικής και ρητορικής παράδοσης. Η αντίφαση αυτή δεν πρέπει να συγχέεται με απλή πολιτισμική συνέχεια. Άλλο είναι η συνέχεια της γλώσσας και της παιδείας και άλλο η συνέχεια της αρχαίας θρησκείας.

Ο Χριστιανισμός δεν διατήρησε την αρχαία ελληνική θρησκεία επειδή χρησιμοποίησε την ελληνική γλώσσα. Αντιθέτως, η αρχαία θρησκευτική παράδοση αποτέλεσε αντικείμενο κριτικής, πολεμικής και τελικά νομικού περιορισμού. Η ελληνική φιλοσοφία, η ρητορική, η γραμματεία και η γλώσσα μπορούσαν να αξιοποιηθούν, να ερμηνευθούν εκ νέου και να ενσωματωθούν σε ένα διαφορετικό θρησκευτικό πλαίσιο. Πρόκειται επομένως περισσότερο για επιλεκτική οικειοποίηση της ελληνικής παιδείας παρά για απλή και αδιάσπαστη συνέχεια της αρχαίας ελληνικής κοσμοαντίληψης.

Αυτό δεν σημαίνει ότι πρέπει να αρνηθούμε τη συνέχεια του ελληνικού λαού, αλλά σίγουρα μιλάμε για μετατροπή του πολιτισμού και της εθνικής ταυτότητας και την δημιουργία ενός νέου κόσμου που εναντιώθηκε σε ό,τι χαρακτήριζε πριν τον ελληνικό. Σημαίνει ότι πρέπει να ρωτήσουμε: ποια στοιχεία συνεχίστηκαν και ποια διακόπηκαν; Η γλώσσα συνέχισε να εξελίσσεται. Η γραμματεία διασώθηκε σε έναν βαθμό, μέχρι εκεί που εξυπηρετούσε την Εκκλησία. Η ελληνική φιλοσοφική ορολογία χρησιμοποιήθηκε ακόμη και για τη διατύπωση χριστιανικών δογμάτων. Η ελληνική παιδεία όμως δεν διδασκόταν στον λαό. Τα ελληνικά βιβλία έμεναν κρυμμένα για να μην επηρεάζουν τον λαό ο οποίος έπρεπε να «μορφώνεται» και να «εκπαιδεύεται» αποκλειστικά χριστιανικά!

Η αρχαία θρησκευτική ζωή, οι δημόσιες θυσίες, τα ιερά, οι αρχαίες τελετουργίες και η κοσμοθεωρία που τις περιέβαλλε λοιπόν δεν συνέχισαν με τον ίδιο τρόπο. Η ελληνόφωνη συνέχεια ενός ριζικά μεταλλαγμένου συστήματος επομένως δεν σημαίνει πολιτισμική συνέχεια. Είναι πιθανό ωστόσο να υπήρχαν ακόμη Έλληνες που στα κρυφά παρέμεναν πιστοί στην αρχαία παράδοση και να ήταν εκείνοι που διέσωσαν όσα κείμενα τελικά μπόρεσαν μέσα στο χριστιανικό πλαίσιο.

Το πρόβλημα της σχολικής αφήγησης δεν είναι ότι αναγνωρίζει την προσφορά του Χριστιανισμού στην ελληνική ιστορία ούτε ότι διδάσκει τη χριστιανική παράδοση. Το πρόβλημα εμφανίζεται όταν η θεολογική ερμηνεία και η ιστορική περιγραφή δεν διαχωρίζονται. Όταν ένα θαύμα παρουσιάζεται ως αιτία ιστορικού γεγονότος, όταν μια αγιολογική αφήγηση παρουσιάζεται χωρίς την απαραίτητη κριτική απόσταση, όταν οι Χριστιανοί παρουσιάζονται κυρίως ως μάρτυρες και οι αντίπαλοί τους κυρίως ως διώκτες ή «ειδωλολάτρες», τότε η σχολική διδασκαλία παύει να λειτουργεί αποκλειστικά ως ιστορική ανάλυση και εισέρχεται στον χώρο της απολογητικής.

Οι χριστιανικές πηγές πρέπει να μελετώνται, αλλά ως πηγές. Οι αγιολογικές αφηγήσεις πρέπει να διδάσκονται, αλλά ως αγιολογικές αφηγήσεις. Οι νόμοι των αυτοκρατόρων πρέπει να εξετάζονται ως νόμοι. Οι μαρτυρίες του Λιβανίου και άλλων συγγραφέων πρέπει να αξιολογούνται σύμφωνα με το ιστορικό τους πλαίσιο. Και οι καταστροφές των αρχαίων ιερών πρέπει να εξετάζονται χωρίς να μετατρέπονται σε χριστιανικά θαύματα.

Το ίδιο ισχύει και για τους διωγμούς. Δεν πρέπει να δεχθούμε άκριτα κάθε χριστιανική αφήγηση γι’ αυτούς. Η ιστορική έρευνα μπορεί να αναγνωρίζει την πραγματικότητα των διωγμών, ενώ ταυτόχρονα να απορρίπτει την υπερβολή, τη δραματοποίηση ή την άκριτη αποδοχή μεταγενέστερων παραδόσεων. Μπορεί επίσης να αναγνωρίζει την πραγματικότητα των μεταγενέστερων διώξεων εναντίον των αρχαίων θρησκευτικών παραδόσεων χωρίς να τις δικαιολογεί με βάση τα προηγούμενα εγκλήματα της ρωμαϊκής πολιτείας εναντίον των Χριστιανών.

Η ουσιαστική ερώτηση επομένως δεν είναι αν ο Χριστιανισμός «εξαπλώθηκε ειρηνικά» ή «επιβλήθηκε με τη βία», σαν να πρέπει να επιλέξουμε υποχρεωτικά μία από τις δύο φράσεις. Η ιστορική πραγματικότητα ήταν πολύ πιο σύνθετη. Η θρησκεία εξαπλώθηκε επί αιώνες με ποικίλους τρόπους, αλλά η θεσμική της επικράτηση συνδέθηκε με την αλλαγή της κρατικής πολιτικής, την αυτοκρατορική νομοθεσία, την κατάργηση ή τον περιορισμό των παραδοσιακών λατρειών και, σε αρκετές περιοχές και περιπτώσεις, με πραγματική βία. Εκείνο που αποσιωπάται είναι ότι ο χριστιανισμός μπορεί να ήταν πιο διαδεδομένος στις ανατολικές επαρχίες, αλλά στον ελλαδικό χώρο επιβλήθηκε με το βίαιο ξερίζωμα της «ειδωλολατρίας» που ήταν μια διαδικασία που διήρκησε αιώνες.

Ακριβώς γι’ αυτό η φράση «ο Χριστιανισμός τελικά επιβλήθηκε με τη διδασκαλία του» είναι ανεπαρκής όταν απομονώνεται από το υπόλοιπο ιστορικό πλαίσιο. Η διδασκαλία εξηγεί ένα μέρος της διάδοσης. Δεν εξηγεί από μόνη της την αλλαγή του νομικού και πολιτικού καθεστώτος της αυτοκρατορίας. Για να κατανοήσουμε την επικράτηση του Χριστιανισμού πρέπει να συνυπολογίσουμε και την πειθώ και την πολιτική εξουσία, και την προσωπική μεταστροφή και τη νομοθετική απαγόρευση, και την εθελοντική πίστη και την κοινωνική πίεση, και τη θεολογική επιχειρηματολογία και τη σύγκρουση στους δρόμους και στα ιερά.

Το σχολείο δεν χρειάζεται να φοβάται αυτή την πολυπλοκότητα. Αντίθετα, αυτή είναι ακριβώς η ιστορία που πρέπει να διδάσκεται. Ούτε αγιογραφία ούτε αντιστροφή της αγιογραφίας. Ούτε απόρριψη των χριστιανικών πηγών ούτε άκριτη αποδοχή τους. Αυτό που χρειάζεται είναι διάκριση ανάμεσα στην πίστη και στην ιστορική τεκμηρίωση, ανάμεσα στην παράδοση και στην πηγή, ανάμεσα στο θαύμα και στην ιστορική αιτιότητα, ανάμεσα στη θρησκευτική μνήμη και στο γεγονός.

Γιατί η ιστορία δεν γίνεται πιο αντικειμενική όταν απλώς επαναλαμβάνει την αφήγηση του νικητή. Γίνεται αντικειμενικότερη όταν εξετάζει και τον νικητή και τον ηττημένο με τα ίδια κριτήρια. Και στην περίπτωση της μετάβασης από την αρχαία ελληνική παράδοση στον Χριστιανισμό, αυτό σημαίνει ότι πρέπει να μπορούμε να μιλήσουμε ταυτόχρονα για την πραγματικότητα των διωγμών των πρώτων Χριστιανών, για την πραγματικότητα της χριστιανικής διάδοσης μέσω διδασκαλίας και κοινοτήτων, αλλά και για την κρατική υποστήριξη του Χριστιανισμού, τις απαγορεύσεις των παραδοσιακών λατρειών, την καταστροφή ή μετατροπή ιερών, την περιθωριοποίηση των παλαιών θρησκευτικών πρακτικών και τα επεισόδια βίας που συνόδευσαν τη διαδικασία.

Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου