Με την επικράτηση του χριστιανισμού και την εμφάνιση του λεγόμενου "Βυζαντίου" (Ανατολική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία), η έννοια της ελληνικότητας μεταβλήθηκε. Ο πολιτισμός των Ελλήνων αφανίστηκε και η ελληνική ταυτότητα μεταλλάχτηκε πλήρως, καθώς η επιβληθείσα θρησκεία (χριστιανισμός) δημιούργησε ένα νέο πλαίσιο αξιών και πρακτικών, το οποίο ήταν αντίθετο προς τις προχριστιανικές ελληνικές παραδόσεις ή αλλοτριωμένο από κάθε άποψη. Οι ελληνικές έννοιες και αξίες θεωρήθηκαν «ειδωλολατρικές», και η πολιτισμική συνέχεια διακόπηκε και υπέστη θεμελιώδεις παραμορφώσεις.
Τόσο κατά την βυζαντινή περίοδο όσο και κατά την Οθωμανική κατοχή, ο ελληνόφωνος πληθυσμός αυτοπροσδιορίζεται ως «Ρωμαίος» («Ρωμιός»). Η επιτυχής Επανάσταση του 1821 επέτρεψε μια ιστορική ευκαιρία επαναπροσδιορισμού της ταυτότητας: επισήμως, οι επαναστάτες, κυρίως με την συμβολή Ελλήνων Διαφωτιστών (Φεραίος, Κοραής κ.α.), επέλεξαν να επαναφέρουν τον όρο «Έλληνας». Παρόλα αυτά, η βαθιά επιρροή της Ορθόδοξης Εκκλησίας και της χριστιανικής παράδοσης κράτησε την νέα αυτή ταυτότητα σε ένα χριστιανικό πλαίσιο που δεν εφάπτεται πουθενά με την κλασική ελληνική.
Η έννοια αυτή δεν έχει να κάνει με DNA ή φυλετική καταγωγή, αλλά με πολιτισμική συνέχεια: η καθημερινή ζωή, οι θεσμοί, η εκπαίδευση και τα ήθη του νεοελληνικού κράτους και της κοινωνίας παραμένουν επηρεασμένα από μια θρησκευτική κουλτούρα που διαφέρει ριζικά από την κλασική ελληνική.
Η ελληνική γλώσσα παρέμεινε το μέσο έκφρασης, αλλά η ιστορική εξέλιξή της παρουσιάζει σημαντικές αλλαγές: η μετατροπή της από τη λόγια στην καθομιλουμένη, η επιρροή από αραβικά, τουρκικά και βαλκανικά στοιχεία, και η απλοποίηση γραμματικών και συντακτικών δομών, όλα συνέβαλαν στη δημιουργία μιας γλώσσας που, ενώ διατηρεί ελληνικές ρίζες, λειτουργεί πλέον ως φορέας μιας πολιτισμικά διαφορετικής ταυτότητας.
Η γλώσσα, λοιπόν, από μόνη της δεν αρκεί για να καθορίσει την «ελληνικότητα» με την αυστηρή έννοια της πολιτισμικής συνέχειας.
Ο σημερινός ελληνόφωνος Ρωμιός επομένως δεν είναι επουδενί συνεχιστής του αρχαίου ελληνικού πολιτισμού με την πλήρη έννοια του όρου. Η ελληνικότητα του DNA δεν ταυτίζεται με την ελληνικότητα του πολιτισμού: η συνέχεια που θα επιθυμούσαν οι πρόγονοι όπως ο Αριστοτέλης ή ο Περικλής διακόπηκε, και η επικρατούσα θρησκεία και οι κοινωνικές μεταβολές δημιούργησαν μια διαφορετική πολιτισμική πραγματικότητα.
Ο νεοελληνικός πολιτισμός είναι προϊόν μετάλλαξης και παραμόρφωσης της αρχαίας ελληνικής παράδοσης, επηρεασμένος από χριστιανικές, βαλκανικές και ανατολικές επιρροές. Το να το αναγνωρίσουμε δεν μειώνει την ταυτότητα των ανθρώπων, αλλά επιτρέπει να κατανοήσουμε την ιστορική και πολιτισμική πραγματικότητα με μεγαλύτερη σαφήνεια.
Ο Ηρόδοτος (Η΄, 144) ορίζει το ελληνικό «ἔθνος» με τέσσερα στοιχεία: (ὅμαιμόν τε καὶ ὁμόγλωσσον, καὶ θεῶν ἱδρύματά τε κοινὰ καὶ θυσίαι ἤθεά τε ὁμότροπα).
Αυτό σημαίνει ότι για τον ίδιο, το αίμα (ὁμαίμον), η γλώσσα (ὁμόγλωσσον), η κοινή λατρεία, και ο κοινός τρόπος ζωής (ὁμότροπον) συνιστούν σωρευτικό σύνολο, όχι διαζευκτικές και εναλλακτικές μορφές του έθνους.
1. Το «ὅμαιμόν» δεν είναι απλώς βιολογικός όρος. Ο Ηρόδοτος δεν μιλά για DNA με τη σύγχρονη έννοια. Το «ὁμαίμον» σημαίνει: κοινή καταγωγική αφήγηση, κοινή μνήμη προγόνων, συμμετοχή σε μια ιστορική συνέχεια. Αυτό εξηγεί γιατί Έλληνες θεωρούνται και αποικίες αιώνες μακριά από τον ελλαδικό χώρο, ενώ εξελληνισμένοι βάρβαροι δεν θεωρούνται αυτομάτως Έλληνες. Το αίμα λειτουργεί ως πολιτισμικός δεσμός, όχι φυλετικός ρατσισμός.
2. Το «ὁμόγλωσσον» είναι αναγκαίο αλλά όχι επαρκές. Η γλώσσα είναι βασικό κριτήριο, όχι όμως από μόνη της ταυτότητα. Ο ίδιος ο Ηρόδοτος γνωρίζει λαούς που μιλούν ελληνικά αλλά δεν συμμερίζονται τα ίδια ήθη, δεν έχουν τα ίδια ιερά, δεν ζουν κατά τον ίδιο τρόπο.
Άρα η γλώσσα χωρίς το ομότροπον δεν αρκεί.
3. Το «ὁμότροπον» είναι το κλειδί. Εδώ βρίσκεται το κρίσιμο σημείο. Το «ὁμότροπον» σημαίνει: κοινή κοσμοαντίληψη, κοινή στάση απέναντι στη φύση, στον θάνατο, στον άνθρωπο, κοινή αντίληψη για την πόλη, τον λόγο, το μέτρο, την ελευθερία.
Ο χριστιανισμός (και ειδικά ο βυζαντινός/ορθόδοξος τύπος του) ανέτρεψε το ελληνικό ομότροπον, αντικατέστησε τον «Λόγο» με την «Αποκάλυψη», το μέτρο με την ασκητικότητα, την τραγικότητα με τη σωτηριολογία, την πόλη με την εκκλησιαστική κοινότητα. Άρα, με ηροδότεια κριτήρια, έχουμε ρήξη του ομότροπου και αυτό είναι καθοριστικό.
Όταν λέμε λοιπόν πως η έννοια του Έλληνα δεν περιοριζόταν στο αίμα ή τη γλώσσα δεν αναιρούμε τον Ηρόδοτο. Το αντίθετο, λέμε ότι αίμα και γλώσσα από μόνα τους δεν αρκούν, και ότι χωρίς κοινά ιερά ελληνικά (τουλάχιστον για εκείνη την εποχή που επιβλήθηκε ο χριστιανισμός) και χωρίς ελληνικό ομότροπο, η ταυτότητα καταρρέει. Με άλλα λόγια, αν χαθεί το ομότροπον, τα υπόλοιπα καταντούν κενά.
Άρα, η θέση ότι οι σημερινοί ελληνόφωνοι παραμένουν πολιτισμικά ορθόδοξοι Ρωμιοί και όχι Έλληνες δεν είναι αυθαίρετη· ανταποκρίνεται σε βασικά ταυτοτικά κριτήρια του ελληνικού πολιτισμού. Ισχύει αυτό που έλεγαν ρητά και χωρίς να αφήνουν αμφιβολίες οι χριστιανοί ιεράρχες και θεολόγοι: «είμαι χριστιανός, άρα δεν δύναμαι να είμαι Έλληνας».
Θουκυδίδης και Αριστοτέλης επιβεβαιώνουν απολύτως το ηροδότειο αξιωμα. Ο Θουκυδίδης δεν ορίζει ποτέ τον Έλληνα φυλετικά. Τον ορίζει πολιτειακά και πρακτικά.
α) Η πόλις δεν είναι χώρος, είναι τρόπος ζωής
«ἄνδρες γὰρ πόλις, καὶ οὐ τείχη οὐδὲ νῆες ἀνδρῶν κεναί» (Ζ΄, 77)
Η πόλη υπάρχει μόνο όσο υπάρχουν πολίτες με συγκεκριμένο ήθος: συμμετοχή, ευθύνη, αυτοκυβέρνηση, δημόσιος λόγος.
Ο χριστιανικός κόσμος (και ιδίως ο «βυζαντινός») αποπολιτικοποιεί τον άνθρωπο, μεταφέρει το νόημα από την πόλη στη «σωτηρία» της πίστης, αντικαθιστά τον πολίτη με τον πιστό. Αυτό αποτελεί θεμελιώδη ρήξη με τον θουκυδίδειο Έλληνα άνθρωπο.
Ο χριστιανισμός δεν εξαφάνισε το πολιτικό στοιχείο, αλλά το αναδόμησε με τρόπο ασύμβατο με τον ελληνικό ορισμό της πόλεως.
β) Ο λόγος ως πράξη
Στον Θουκυδίδη ο λόγος δεν είναι κήρυγμα, είναι εργαλείο κρίσης, σύγκρουσης, απόφασης. Ο Επιτάφιος του Περικλή δεν είναι ύμνος• είναι πολιτική διακήρυξη για τα επιτεύγματα μιας πόλης με ελευθερία σκέψης, κριτική, συμμετοχή στον πολιτικό βίο, ανάληψη κινδύνου και ευθύνης χωρίς θεϊκή εγγύηση. Ο χριστιανικός λόγος δεν αποσκοπεί στην λήψη αποφάσεων για την πόλη και τον πολίτη, αλλά στη συμμόρφωση με «αποκαλυφθείσα αλήθεια». Άρα έχουμε θεμελιώδη ρήξη του Λόγου, όχι απλή εξέλιξη.
Ο Αριστοτέλης δίνει τον πιο αυστηρό ορισμό του Έλληνα ανθρώπου.
α) Ὁ ἄνθρωπος φύσει πολιτικὸν ζῷον
Ο άνθρωπος δεν σώζεται, αλλά ολοκληρώνεται-πραγματώνεται μέσα στην πόλη. Και μάλιστα: «ὁ μὴ δυνάμενος κοινωνεῖν ἢ μηδὲν δεόμενος… ἢ θηρίον ἢ θεός». Ο χριστιανισμός αποσπά τον άνθρωπο από την πόλη, τον στρέφει προς υπερβατική τελείωση, τον μετατρέπει σε προσκυνητή, όχι σε πολίτη. Αυτό δεν είναι λεπτομέρεια• είναι ανθρωπολογική ανατροπή.
β) ἦθος ενάντια στην ηθικολογία
Το αριστοτελικό ήθος δεν είναι εντολές, είναι έξις που καλλιεργείται με πράξη και κρίση. Αρετή = μεσότης, όχι υπακοή, όχι άρνηση του σώματος, όχι φόβος κόλασης. Η χριστιανική ηθική είναι ετερόνομη, βασίζεται στην υπακοή, μεταθέτει την κρίση έξω από τον άνθρωπο. Άρα έχουμε διαφορετικό ήθος και διαφορετικό είδος ανθρώπου.
Η αναφορά σε Ηρόδοτο – Θουκυδίδη – Αριστοτέλη είναι ενδεικτική αλλά καθοριστική. Θα μπορούσαμε να αναφέρουμε περισσότερα παραδείγματα. Όλα ωστόσο συγκλίνουν σε έναν σαφή τύπο ανθρώπου: ορθολογικό, πολιτικό, τραγικό, αυτόνομο, χωρίς θεϊκές εγγυήσεις, δηλ. ο άνθρωπος δεν στηρίζεται σε καμία υπερβατική υπόσχεση τελικής δικαίωσης, σωτηρίας ή αποκατάστασης από κάποιον θεό, αλλά η ευθύνη του λόγου, της πράξης και των συνεπειών τους ανήκει αποκλειστικά στον ίδιο και στην πόλη.
Ο τύπος αυτός δεν επιβιώνει στον χριστιανικό κόσμο. Όχι επειδή «χάθηκε», αλλά επειδή αντικαταστάθηκε με τον χριστιανικό τύπο.
Το σύνηθες χριστιανικό επιχείρημα περί «παρακμής» των Ελλήνων και της «πόλεως» είναι παρελκυστικό και αδιάφορο. Ακόμα κι αν δεχθούμε (για χάρη συζήτησης) ότι η ελληνική «πόλις» είχε ήδη αποδυναμωθεί, ότι οι θεσμοί της δεν λειτουργούσαν όπως πριν κατά τα ύστερα ελληνιστικά και τα ρωμαϊκά χρόνια, αυτό δεν συνεπάγεται ότι έπαψε να είναι το κανονιστικό πρότυπο του ελληνικού ανθρώπου, ή ότι έπρεπε να αντικατασταθεί από κάτι αντίθετο. Αυτό το επιχείρημα παραβλέπει ότι οι Έλληνες ήταν υποταγμένοι στην Ρώμη και έπρεπε να ακολουθούν την διοικητική δομή του ρωμαϊκού κράτους.
Η παρακμή ενός θεσμού δεν νομιμοποιεί την κατάργηση του νοήματός του. Ούτε στην ελληνική σκέψη, ούτε σε καμία σοβαρή ιστορική ανάλυση. Είναι άλλο το ότι τα πράγματα δεν λειτουργούσαν όπως παλιά ή υπολειτουργούσαν, και άλλο το ότι απαξιώθηκαν πλήρως από τον χριστιανισμό. Για τον ελληνικό κόσμο η «πόλις» είναι και παραμένει τελολογικό πρότυπο, όχι στατιστικό δεδομένο. Ο Αριστοτέλης δεν λέει «η πόλις υπάρχει όταν ευημερεί». Λέει ο άνθρωπος φύσει ολοκληρώνεται μέσα σε αυτήν. Άρα, ακόμη και σε περιόδους κρίσης ή ξένης κατοχής, η πόλις παραμένει το μέτρο, όχι κάτι προς εγκατάλειψη, αλλά προς αποκατάσταση.
Το χριστιανικό αφήγημα κάνει κάτι ριζικά διαφορετικό: δεν προσπαθεί να ανανεώσει την πόλη, αλλά αποσύρει τον άνθρωπο από αυτήν. Αυτό δεν είναι απάντηση στην παρακμή. Είναι αλλαγή ανθρωπολογικού άξονα.
Και τίθεται το ερώτημα: αν η πόλις «είχε πεθάνει», γιατί έπρεπε να πολεμηθεί; Αυτό είναι το πιο πειστικό σημείο. Αν η ελληνική πόλις ήταν απλώς ένα ιστορικό «απολίθωμα», γιατί να απαγορευτούν οι θεσμοί της; Γιατί να κλείσουν τα ιερά της; Γιατί να διωχθούν οι φιλόσοφοι; Γιατί να στιγματιστεί το όνομα «Έλλην»;
Κανείς δεν πολεμά κάτι που έχει ήδη πεθάνει. Η ένταση της χριστιανικής σύγκρουσης με την ελληνική φιλοσοφία, τη δημόσια λατρεία των ελληνικών θεών, την παιδεία, το θέατρο, τους ολυμπιακούς αγώνες κλπ, δείχνει ότι το ελληνικό πρόταγμα παρέμενε ζωντανό και ανταγωνιστικό. Τα συνεχή αυτοκρατορικά διατάγματα, από την εποχή του Κωνσταντίνου μέχρι τον Ιουστινιανό, που επαναλάμβαναν τις ίδιες απαγορεύσεις, αποδεικνύουν ότι οι Έλληνες αντιστέκονταν σθεναρά στην αλλοτρίωσή τους μέχρι που τελικά επικράτησε ο χριστιανισμός με το σπαθί.
Η «παρακμή» ήταν ρωμαϊκή και πολιτική, όχι ελληνική και ανθρωπολογική. Η αποδυνάμωση της πόλεως αφορά κυρίως την απώλεια πολιτικής αυτονομίας υπό τη Ρώμη, όχι την εγκατάλειψη του ελληνικού τρόπου σκέψης. Γι’ αυτό η φιλοσοφία ακμάζει στην ελληνιστική και ρωμαϊκή περίοδο, οι σχολές λειτουργούν, ο λόγος παραμένει δημόσιος και κριτικός.
Το ελληνικό ομότροπο επιβιώνει χωρίς κυρίαρχη πόλη-κράτος. Αυτό καταρρίπτει το επιχείρημα ότι η παρακμή της πόλης ισοδυναμούσε με πολιτισμικό τέλος.
Ο χριστιανισμός δεν «κληρονόμησε ερείπια» αλλά τα δημιούργησε. Επέβαλε νέο κέντρο βάρους. Αντί για πολίτη ήθελε πιστό, αντί για λόγο πρόβαλε την «αποκάλυψη», αντί για πόλη ίδρυσε την εκκλησιαστική κοινότητα, αντί για ολοκλήρωση του ατόμου εντός αυτού του κόσμου κήρυξε την «σωτηρία εκτός κόσμου».
Αυτό δεν είναι φυσική εξέλιξη. Είναι ασύμμετρη τομή και διακοπή.
Επομένως ο όρος «Ρωμιός» είναι προσβολή για έναν Έλληνα. Δεν είναι προσβολή μόνον για έναν χριστιανό επειδή μέσα από αυτόν τον όρο επιβλήθηκε και επικράτησε ο χριστιανισμός. Είναι λοιπόν ακριβής και περιγραφικός όρος. Σημαίνει υπήκοος της Ρωμαϊκής (έπειτα Ανατολικής, «Βυζαντινής») αυτοκρατορίας, μέλος εκκλησιαστικής κοινότητας, άνθρωπος που ορίζεται από πίστη, όχι από πόλη. Ο Ρωμιός δεν είναι πολίτης, είναι πιστός, δεν κρίνει αλλά υπακούει, δεν πραγματώνεται σε αυτόν τον κόσμο αλλά σώζεται μετά τον θάνατο δια της πίστης.
Αυτός ο τύπος επιβιώνει στην Οθωμανική περίοδο, περνά στο νεοελληνικό κράτος ακέραιος, και απλώς μετονομάζεται αυθαίρετα σε «Έλληνα». Αυθαίρετα γιατί δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις της ελληνικότητας. Υπάρχουν ενδογενή κωλύματα και αντιφάσεις.
Το επιχείρημα του «ελληνοχριστιανικού» αφηγήματος, ότι υπήρχε συνέχεια μέσω «Βυζαντίου», άρα οι Νεοέλληνες είναι Έλληνες και όχι ελληνόφωνοι Ρωμιοί δεν διευκρινίζει τι είδους συνέχεια υπήρξε.
Για τον ελληνικό κόσμο, συνέχεια δεν είναι η επιβίωση ονομάτων ή λέξεων, αλλά συνέχεια ήθους, συνέχεια λόγου, συνέχεια πολιτικής πράξης, συνέχεια πολιτισμικών αναφορών και παράδοσης. Αν χαθούν αυτά, η συνέχεια γίνεται τυπική, όχι ουσιαστική.
Στο «Βυζάντιο» συνεχίζεται η γλώσσα. Ναι, η ελληνική γλώσσα επιβιώνει. Αλλά χρησιμοποιείται κυρίως ως διοικητικό και θεολογικό εργαλείο, όχι ως φορέας ελεύθερης φιλοσοφικής έρευνας ή πολιτικού λόγου. Η γλώσσα αποσυνδέεται από την πόλη και συνδέεται με τη γραφειοκρατία, το δόγμα, την ερμηνεία χριστιανικών δοξασιών.
Στην παιδεία το «Βυζάντιο» καταστρέφει τα αρχαία κείμενα που θεωρεί ακατάλληλα, «παγανιστικά» ή αντιχριστιανικά, και διατηρεί μόνο συγκεκριμένα κείμενα, αλλά και αυτά τα φιλτράρει θεολογικά, τα υποτάσσει στην χριστιανική απολογητική. Η φιλοσοφία γίνεται θεολογία και δεν παράγει νέο λόγο, και λειτουργεί ως υπηρέτης της χριστιανικής θεολογίας. Το θέατρο καταδικάζεται μαζί με τις άλλες τέχνες και εκφάνσεις του ελληνικού πολιτισμού.
Η «πόλις» καταργείται ως πολιτικό κύτταρο, και αντικαθίσταται πλήρως από αυτοκρατορική και εκκλησιαστική ιεραρχία. Ο άνθρωπος δεν είναι πολίτης, είναι υπήκοος και πιστός. Εδώ όχι μόνο δεν έχουμε εξέλιξη• έχουμε αντίστροφη εξέλιξη.
Το κρίσιμο ερώτημα: παραμένει, υπήρχε ελληνικό ομότροπον στο Βυζάντιο; Η απάντηση είναι κατηγορηματικά όχι. Το βυζαντινό ομότροπο είναι σωτηριολογικό, ασκητικό, εσχατολογικό, αντι-τραγικό. Το ελληνικό ομότροπο είναι τραγικό, ενδοκοσμικό, βασισμένο στην ευθύνη χωρίς θεϊκή εγγύηση, και θεμελιωμένο στον λόγο. Αυτά τα δύο δεν συνυπάρχουν. Το ένα αναιρεί το άλλο.
Πολλοί λένε επίσης, «μα υπήρχαν λόγιοι που αγαπούσαν την αρχαιότητα»! Σωστό. Αλλά πρόκειται για εξαιρέσεις, όχι για κοινωνικό πρότυπο. Πολλοί προσπάθησαν να επαναφέρουν τα ελληνικά πρότυπα όπως ο Πλήθων. Συνάντησαν την αντίδραση της Εκκλησίας και απέτυχαν. Αυτές οι εξαιρέσεις λοιπόν δεν όριζαν την χριστιανική κοινωνία, κινούνταν στα όρια της αποδοχής, συχνά κατηγορούνταν ή φιμώνονταν.
Η «συνέχεια μέσω Βυζαντίου» είναι λογικό σφάλμα. Το επιχείρημα συγχέει την ιστορική επιβίωση με την πολιτισμική ταυτότητα. Είναι σαν να λέμε: «Υπάρχει συνέχεια της αρχαίας τραγωδίας επειδή σώθηκαν τα κείμενα». Όχι. Υπάρχει συνέχεια μόνο αν γράφονται νέα παρόμοια έργα ανάλογα με το πλαίσιο, μέσα στο ίδιο πνεύμα, από την ίδια κοσμοαντίληψη. Αυτό δεν συνέβη.
Το Βυζάντιο διέσωσε ελάχιστο υλικό (κείμενα, γλώσσα) με συγκεκριμένη σκοπιμότητα, αλλά διέκοψε το ελληνικό πρόταγμα. Αυτό που συνέχισε ήταν μια ελληνοφωνία χωρίς ελληνικότητα, ένας χριστιανικός πολιτισμός με ελληνικά εργαλεία αλλά χωρίς ελληνικό σκοπό. Αντίθετα, ο σκοπός τους ήταν καθαρά και απερίφραστα ανθελληνικός.
Η ταύτιση του όρου Έλληνας με εκείνον του «ειδωλολάτρη» δεν ήταν τυχαία ούτε ουδέτερη. Από τον 4ο αιώνα και εξής, στον χριστιανικό λόγο ο όρος «Έλλην» παύει να είναι εθνωνύμιο, και γίνεται θρησκευτικός χαρακτηρισμός. Στους «Πατέρες της Εκκλησίας» και στα Ευαγγέλια «Ἕλλην» σημαίνει ειδωλολάτρης, και ο όρος «Χριστιανός» είναι ο μόνος θεμιτός αυτοπροσδιορισμός.
Αυτό σημαίνει κάτι πολύ συγκεκριμένο: το να δηλώνεις Έλληνας καθίσταται ασύμβατο με το να είσαι χριστιανός. Δεν πρόκειται για απλή γλωσσική μετατόπιση, αλλά για κανονιστική και νομική απαγόρευση ταυτότητας.
Για τον προχριστιανικό ελληνικό κόσμο, το όνομα δεν είναι μια ετικέτα. Είναι φορέας μνήμης, δήλωση τρόπου ζωής, σύνδεση με ήθος και πρότυπα ολόκληρου του πολιτισμού. Ο Έλληνας δεν μετονομάζεται αλλάζοντας ουσία, ούτε αποδέχεται αδιαμαρτύρητα να τον αποκαλούν με ένα όνομα που αναιρεί την ταυτότητά του ούτε υιοθετεί άκριτα την μυθολογία ενός άλλου λαού ως δική του παράδοση (στην περίπτωση του χριστιανισμού, την εβραϊκή).
Η επιβολή και αποδοχή του όρου «Ρωμιός» δεν είναι απλή προσαρμογή, είναι συμβολική αποκήρυξη του ελληνικού ονόματος. Και αυτό, για κάθε προηγούμενη ελληνική περίοδο (αρχαϊκή, κλασική, ελληνιστική), θα ήταν αδιανόητο.
Επομένως με τον χριστιανισμό δεν αλλοιώθηκε μόνο η ουσία, αλλά και ο τύπος – το ίδιο το όνομα. Αυτό έχει τεράστια σημασία, διότι όταν αλλάζει και το περιεχόμενο και το όνομα, δεν μιλάμε πια για συνέχεια με μετασχηματισμό, αλλά για αντικατάσταση ταυτότητας. Είναι μια πολιτισμική γενοκτονία.
Το γεγονός ότι το όνομα «Έλληνας» θεωρήθηκε πνευματικά απαράδεκτο, και μάλιστα επί αιώνες, δείχνει ότι ο χριστιανικός κόσμος συνειδητά και ενεργά πολέμησε, απαξίωσε και αποστασιοποιήθηκε από την ελληνικότητα.
Αν υπήρχε ουσιαστική ελληνική συνέχεια το όνομα θα διατηρούνταν, ή έστω δεν θα στιγματιζόταν. Στην ιστορία, όταν ένα όνομα ποινικοποιείται πολιτισμικά, δαιμονοποιείται θεολογικά, διαγράφεται βίαια από την αυτοσυνείδηση των ανθρώπων, αυτό είναι σαφής ένδειξη ρήξης, όχι συνέχειας.
Η υποτιθέμενη «συνέχεια του Ελληνισμού μέσω Βυζαντίου» αναιρείται όχι μόνο σε επίπεδο ήθους, λόγου και πολιτικής πράξης, αλλά και στο ίδιο το επίπεδο της ονομασίας.
Ο χριστιανισμός ταύτισε το όνομα «Έλληνας» με την κατά τους χριστιανούς αποκαλούμενη ειδωλολατρία και το κατέστησε απαγορευτικό για τον χριστιανό πιστό, επιβάλλοντας έναν νέο αυτοπροσδιορισμό ασύμβατο με την ελληνική παράδοση. Η εγκατάλειψη του ονόματος δεν υπήρξε τυπική λεπτομέρεια, αλλά συνειδητή πολιτισμική αποκήρυξη, κάτι απολύτως ξένο και απαράδεκτο για την ελληνική αντίληψη κάθε προχριστιανικής περιόδου. Όταν απορρίπτεται το όνομα, έχει ήδη χαθεί και η συνολική ταυτότητα που αυτό φέρει
Δεν υπάρχουν σχόλια :
Δημοσίευση σχολίου