Παρασκευή 23 Αυγούστου 2024

Η ΜΑΧΗ ΣΤΟ ΣΤΑΛΙΝΓΚΡΑΝΤ (ΜΕΡΟΣ Α')

Η ΜΑΧΗ ΣΤΟ ΣΤΑΛΙΝΓΚΡΑΝΤ ΜΕΡΟΣ Α'

1. ΓΕΝΙΚΑ

Με τον όρο Μάχη του Στάλινγκραντ (Сталинградская битва,ή Schlacht von Stalingrad) εννοούμε τις στρατιωτικές επιχειρήσεις της Βέρμαχτ και του Κόκκινου Στρατού στην περιοχή του Στάλινγκραντ, από τις 17 Ιουλίου 1942 μέχρι τις 2 Φεβρουαρίου 1943.

Αρχικά, ο Αδόλφος Χίτλερ διέταξε τις δυνάμεις που είχε στη Νότια Ρωσία (Ομάδα Στρατιών «Νότος») να επιτεθούν στον Καύκασο, με σκοπό να καταλάβουν τις μεγάλες ποσότητες πετρελαίου της περιοχής, οι οποίες θα επέτρεπαν στους Γερμανούς να συνεχίσουν τον πόλεμο. Ωστόσο, ο Χίτλερ αποφάσισε να χωρίσει την Ομάδα Στρατιών «Νότος» σε δύο ομάδες: Ομάδα Στρατιών «Α» και Ομάδα Στρατιών «Β»...

Σύμφωνα με το σχέδιο της Επιχείρησης «Κυανό» (ή «Μπλε»), η Ομάδα Στρατιών «Α», υπό τις διαταγές του Στρατάρχη Βίλχελμ Λίστ, ανέλαβε την επιχείρηση στον Καύκασο, ενώ η Ομάδα Στρατιών «Β», υπό τις διαταγές του Στρατάρχη Μαξιμίλιαν φον Βάιχς, ανέλαβε την επίθεση στο Στάλινγκραντ. Η Ομάδα Στρατιών «Β» αποτελούνταν από την 6η Στρατιά του φον Πάουλους και την 4η Στρατιά Τεθωρακισμένων του Χέρμαν Χοτ, καθώς και από συμμαχικές μονάδες.


Ο Χίτλερ ήθελε να καταλάβει το Στάλινγκραντ, καθώς ήταν βιομηχανικό κέντρο στην περιοχή του ποταμού Βόλγα, ενώ επίσης άνοιγε τον δρόμο στις πετρελαιοφόρες πηγές του Καυκάσου. Η επίθεση των Γερμανών στην πόλη είχε και προπαγανδιστικό χαρακτήρα - η πόλη έφερε το όνομα του ηγέτη της Σοβιετικής Ένωσης, Ιωσήφ Στάλιν. Γι' αυτό τον λόγο, εξάλλου, οι δύο ηγέτες διέταξαν τις δυνάμεις τους να κρατήσουν τις θέσεις τους «πάση θυσία».

Η πρώτη φάση της μάχης (γερμανική επίθεση) ξεκινήσε στις 17 Ιουλίου 1942. Η 6η Στρατιά απώθησε τις σοβιετικές δυνάμεις στον ποταμό Ντον. Γι' αυτό τον λόγο, ο Χίτλερ αποφάσισε να αποσύρει την 4η Στρατιά Τεθωρακισμένων από το μέτωπο του Στάλινγκραντ. Το χτύπημα της 6ης Στρατιάς δέχθηκε η 62η Στρατιά του Βασίλι Τσουϊκόφ. Στα τέλη Αυγούστου, η Λουφτβάφε μετέτρεψε σε ερείπια το 80% της πόλης.


Τον Νοέμβριο, το μεγαλύτερο μέρος της πόλης βρισκόταν υπό γερμανική κατοχή. Ωστόσο, στις 19 Νοεμβρίου, οι Σοβιετικοί αντεπιτέθηκαν (Επιχείρηση «Ουρανός») και περικύκλωσαν 250.000 στρατιώτες της 6ης Στρατιάς. Ο Κόκκινος Στρατός πρότεινε στον φον Πάουλους να παραδοθεί, αλλά, ο Χίτλερ απαγόρευσε στον αρχηγό της 6ης Στρατιάς να παραδοθεί. Στα μέσα Δεκεμβρίου 1942, οι Σοβιετικοί προσπάθησαν να περικυκλώσουν την Ομάδα Στρατιών «Α» (Επιχείρηση «Κρόνος»), ωστόσο, η αντίσταση της 6ης Στρατιάς καθήλωσε τους Σοβιετικούς και έδωσε την ευκαιρία στον φον Κλάιστ να υποχωρήσει.

Γι' αυτό τον λόγο, ο φον Πάουλους έλαβε τον βαθμό του Στρατάρχη. Ωστόσο, στα τέλη Ιανουαρίου (ή στις αρχές Φεβρουαρίου), ο φον Πάουλους αναγκάστηκε να παραδοθεί στον Κόκκινο Στρατό. Μαζί του παραδόθηκαν 22 στρατηγοί και 91.000 στρατιώτες της 6ης Στρατιάς. Η μάχη του Στάλινγκραντ έληξε στις 2 Φεβρουαρίου 1943 με νίκη των Σοβιετικών. Η μάχη έδωσε την υπεροχή στον Κόκκινο Στρατό, ο οποίος την κράτησε μέχρι το τέλος του πολέμου.

2. ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΥΠΟΒΑΘΡΟ

Στις 23 Αυγούστου 1939, η Σοβιετική Ένωση και η Ναζιστική Γερμανία υπέγραψαν το σύμφωνο Μόλοτοφ-Ρίμπεντροπ (γνωστό ως «Σύμφωνο μη Επίθεσης»). Το σύμφωνο υποχρέωνε τις δύο χώρες να μην επιτεθούν η μια στην άλλη. Ωστόσο, στις 22 Ιουνίου 1941, οι δυνάμεις του Τρίτου Ράιχ εισέβαλαν στη Σοβιετική Ένωση, παραβιάζοντας τους όρους της συμφωνίας.

Οι Γερμανοί κατέλαβαν την Πολωνία, την Ουκρανία και τη Λευκορωσία μέσα σε λίγους μήνες. Ενώ η Ομάδα Στρατιών «Βορράς» πολιορκούσε το Λένινγκραντ, η Ομάδα Στρατιών «Κέντρο» επιτέθηκε στη Μόσχα. Οι Γερμανοί απέτυχαν να καταλάβουν τη σοβιετική πρωτεύουσα και υπέστησαν σοβαρές απώλειες - όπως και οι Σοβιετικοί.

 

Εξαιτίας της γερμανικής ήττας στη Μόσχα, η τακτική του κεραυνοβόλου πόλεμου υπέστη καταστροφή. Παράλληλα, η Ιαπωνία επιτέθηκε στο Περλ Χάρμπορ - οι ΗΠΑ και η Αγγλία κήρυξαν τον πόλεμο στην Ιαπωνία. Η ήττα στη Μόσχα ανάγκασε τη γερμανική διοίκηση να αναθεωρήσει τα σχέδια για τη συνέχιση του πολέμου στη Σοβιετική Ένωση. Την περίοδο Δεκεμβρίου 1941 - Ιανουαρίου 1942, οι Γερμανοί έχασαν 3.000 άρματα μάχης και τους απέμειναν μόνο 4.000 άρματα μάχης.

Το 1942, η γερμανική πολεμική βιομηχανία αύξησε την παραγωγή αεροσκαφών, αρμάτων μάχης και άλλων ειδών όπλων και με αυτό τον τρόπο κατάφερε να καλύψει, σε μεγάλο μέρος αλλά όχι απόλυτα, τις απώλειες που υπέστη στο Ανατολικό Μέτωπο. Στον παρακάτω πίνακα φαίνεται η παραγωγή όπλων τα έτη 1941 και 1942.

Στρατιωτικός εξοπλισμός
1941
1942
Μαχητικά αεροσκάφη
9540
11408
Άρματα μάχης, αυτοκινούμενα πυροβόλα και πολιορκητικά όπλα
3806
6189
Όπλα διαμετρήματος 75 mm και άνω
7092
14316

3. ΕΝ ΟΨΕΙ ΤΗΣ ΜΑΧΗΣ 

Στρατηγική 

Γερμανοί


Στις 5 Απριλίου 1942, ο Αδόλφος Χίτλερ υπέγραψε την «Οδηγία 41», σύμφωνα με την οποία, οι γερμανικές δυνάμεις έπρεπε να επιτύχουν τους πάρακάτω στόχους:

· Να διαλύσουν τις σοβιετικές δυνάμεις στα νότια της χώρας.

· Να καταλάβουν τις πετρελαιοπηγές του Καυκάσου.

· Να καταλάβουν τις πλούσιες αγροτικές περιοχές του Ντον και του Κουμπάν.

· Να καταστρέψουν τις σοβιετικές γραμμές επικοινωνίας και να δημιουργήσουν συνθήκες που θα επέτρεπαν στους Γερμανούς να νικήσουν στον πόλεμο.


Οι Γερμανοί κατέστρωσαν ένα σχέδιο, το οποίο χώρισαν σε τρία μέρη. Κατά την εκτέλεση του πρώτου μέρους, οι γερμανικές δυνάμεις στην Κριμαία και στο Χάρκοβο θα λάμβαναν πολεμοφόδια και θα ίσιωναν τη γραμμή του μετώπου - αυτό θα επέτρεπε στη Βέρμαχτ να στείλει περισσότερες δυνάμεις για την εκτέλεση του κύριου μέρους της επιχείρησης «Κυανό» (γερ. Blau).

Αργότερα, οι Γερμανοί θα επιτίθονταν στο Βορόνεζ και θα έστελναν ένα μέρος των στρατιωτών στον νότο, με σκοπό να περικυκλώσουν τις σοβιετικές δυνάμεις στον Ντον. Μετά τη διάλυση των Σοβιετικών στον Ντον, οι Γερμανοί είχαν σκοπό να καταλάβουν το Στάλινγκραντ, τον Νότιο Βόλγα και τον Καύκασο και να στείλουν ενισχύσεις στην Ομάδα Στρατιών «Βορράς» που πολιορκούσε το Λένινγκραντ.

Σοβιετικοί

Τον Μάρτιο του 1942, το Γενικό Επιτελείο της Σοβιετικής Ένωσης θεωρούσε ότι η Βέρμαχτ θα επιχειρούσε ένα νέο χτύπημα στο γερμανοσοβιετικό μέτωπο. Η πολεμική κατασκοπία ανέφερε ότι οι Γερμανοί ετοιμάζονταν για μια επίθεση στα νότια της ΕΣΣΔ. Ωστόσο, οι αναφορές της κατασκοπίας δεν ήταν πλήρεις, γι' αυτό και το Γενικό Επιτελείο της ΕΣΣΔ θεωρούσε ότι η Βέρμαχτ θα κρατούσε τις κύριες δυνάμεις στην κεντρική κατεύθυνση (Μόσχα) .


Γι' αυτό τον λόγο, ο Κόκκινος Στρατός συγκέντρωσε τις στρατηγικές εφεδρείες του στις περιοχές Καλίνιν, Τούλα, Ταμπόφ, Μπορισογκλέμπσκ, Γκόρκι, Στάλινγκραντ και Σαράτοφ - το Γενικό Επιτελείο θεωρούσε ότι μπορούσε να τις χρησιμοποιήσει στη νοτιοδυτική και δυτική κατεύθυνση του μετώπου. Στις 8 Απριλίου 1942, ο Αρχιστράτηγος των Σοβιετικών Ενόπλων Δυνάμεων, Ιωσήφ Στάλιν, διέταξε τους διοικητές μερικών μετώπων να επιτεθούν και να αναγκάσουν τη Βέρμαχτ να χρησιμοποιήσει όλες τις εφεδρείες της.

Μ' αυτό τον τρόπο, ο Στάλιν ήθελε να εξασφαλίσει νίκη της ΕΣΣΔ στον πόλεμο το 1942. Αργότερα, ωστόσο, η εκτέλεση αυτού του σχεδίου φάνηκε αδύνατη. Ο Κόκκινος Στρατός είχε μεγάλα προβλήματα, όπως η έλλειψη έμπειρων διοικητών στα σώματα και η δυσκολία διαμόρφωσης σωμάτων - η διαμόρφωση των σωμάτων μειωνόταν εξαιτίας του επιπέδου κατασκευής νέων ειδών οπλισμού.

Επιχειρήσεις των αντιπάλων πριν τη σύγκρουση

Για να θέσει σε εφαρμογή το σχέδιο της, η Βέρμαχτ έπρεπε να εξασφαλίσει την ασφάλεια της νότιας πτέρυγας, η οποία θα βοηθούσε κατά τη διάρκεια της επίθεσης στο Στάλινγκραντ. Επίσης, όπως αναφέρει ο ακαδημαϊκός Αλεξάντερ Σαμσόνοφ, η Βέρμαχτ χρειαζόταν και τη συμμετοχή της 11ης Στρατιάς του στρατηγού Έριχ φον Μάνσταϊν, η οποία σταμάτησε την πορεία της εξαιτίας της σοβιετικής αντίστασης στην Κριμαία. Για να πετύχει τον σκοπό της, η Βέρμαχτ έπρεπε να καταλάβει πάσει θυσία τη Σεβαστούπολη και τη Χερσόνησο Κερτς.

Στις 26 Δεκεμβρίου 1941, ο Κόκκινος Στρατός κατέλαβε το Κερτς, ενώ στις 30 Δεκεμβρίου, οι Σοβιετικοί εισήλθαν στη Θεοδοσία. Ωστόσο, οι δυνάμεις του Κριμαϊκού Μετώπου δεν κατάφεραν να καταλάβουν τη Χερσόνησο της Κριμαίας. Οι Γερμανοί εκμεταλλεύτηκαν την αποτυχία του Κόκκινου Στρατού. Στις 15 Ιανουαρίου 1942, οι Γερμανοί αντεπιτέθηκαν και ανακατέλαβαν τη Θεοδοσία. Επίσης, ανάγκασαν τους Σοβιετικούς να υποχωρήσουν στον Ισθμό Ακ-Μονάισκ, ο οποίος ήταν το πιο στενό σημείο της Χερσονήσου του Κερτς.


Ο Κόκκινος Στρατός μετέφερε αρκετές δυνάμεις στη Χερσόνησο του Κερτς, αλλά δεν κατάφερε να την ανακτήσει. Η αποτυχία αυτή είχε ως αποτέλεσμα την αποδυνάμωση των δυνάμεων του Κριμαϊκού Μετώπου. Παράλληλα, στις 7 Ιανουαρίου ξεκίνησε η μάχη του Ντεμιάνσκ (περιφέρεια Νόβγκοροντ). Στις 25 Φεβρουαρίου, οι δυνάμεις του Βορειο-Δυτικού Μετώπου, υπό την καθοδήγηση του στρατηγού Π. Α. Κούροτσκιν, κατάφεραν να περικυκλώσουν έξι γερμανικές μεραρχίες, οι οποίες διέθεταν 100.000 στρατιώτες.

Ωστόσο, οι Γερμανοί συνέχισαν την αντίσταση στο Ντεμιάνσκ χάρη στη βοήθεια της αεροπορίας, η οποία εφοδίαζε τακτικά τις περικυκλωμένες μεραρχίες. Στις 23 Απριλίου, η 16η Στρατιά του στρατηγού Μπους επιτέθηκε «απ' έξω», απώθησε τους Σοβιετικούς και έφτασε στο Ντεμιάνσκ χάρη στον λεγόμενο «διάδρομο Ραμουσέφσκι» (αυτός ο διάδρομος λειτουργούσε μέχρι τα τέλη του 1942).

Οι Γερμανοί μπορούσαν να περικυκλώσουν από τα νότια και από τα βόρεια τις θέσεις των Σοβιετικών στους ποταμούς Σελίγκερ και Βελίκι Λούκι. Ο Κόκκινος Στρατός επιχείρησε αρκετές φορές να ανακαταλάβει την περιοχή, αλλά απέτυχε. Ωστόσο, η 16η Στρατιά υπέστη πολλές απώλειες και δεν κατάφερε να βοηθήσει τις δυνάμεις της Βέρμαχτ στο Ρζεφ και στη Βιάζμα, οι οποίες σχεδίαζαν να επιτεθούν στους ποταμούς Σελίγκερ και Βελίκι Λούκι (Πσκοβ).


Στις 8 Μαΐου, η 11η Στρατιά του φον Μάνσταϊν, το 8ο Αεροπορικό Σώμα του Βόλφραμ φον Ρίχτχοφεν και οι δυνάμεις του 4ου Αεροπορικού Στόλου επιτέθηκαν στη Χερσόνησο του Κερτς. Παράλληλα, οι Γερμανοί μετέφεραν με βάρκες μια μικρή δύναμη στον Κόλπο της Θεοδοσίας. Στις 20 Μαΐου, οι Γερμανοί κατέλαβαν ολοκληρωτικά το Κερτς και αιχμαλώτισαν περισσότερους από 170.000 στρατιώτες και αξιωματικούς του Κόκκινου Στρατού, περισσότερα από 3.000 πυροβόλα, 350 άρματα μάχης και μεγάλο αριθμό πολεμοφοδίων.

Ενώ αυτά διεξάγονταν στη Χερσόνησο του Κερτς, στις 12 Μαΐου, οι δυνάμεις του Νοτιο-Δυτικού Μετώπου του στρατάρχη Σιμιόν Τιμοσένκο επιτέθηκαν στο Χάρκοβο, με σκοπό να απελευθερώσουν την πόλη (Επιχείρηση «Φρειδερίκος»). Αρχικά, οι Σοβιετικοί είχαν την υπεροχή, ωστόσο, η έλλειψη οργάνωσης της επίθεσης προκάλεσε αρκετά προβλήματα στον Κόκκινο Στρατό και στις 17 Μαΐου, η υπεροχή πέρασε στα χέρια των Γερμανών.

Οι Γερμανοί επιτέθηκαν από τα βόρεια και από τα νότια στις δυνάμεις του Νότιου Μετώπου, ωστόσο, το Γενικό Επιτελείο της ΕΣΣΔ δεν διέταξε τις δυνάμεις του Νοτιο-Δυτικού Μετώπου να σταματήσουν την επίθεση και δεν έλαβε τα κατάλληλα μέτρα. Οι λανθασμένες αποφάσεις της ηγεσίας του Κόκκινου Στρατού επέτρεψαν στους Γερμανούς να περικυκλώσουν τις δυνάμεις του Νότιου και του Νοτιο-Δυτικού Μετώπου και να αιχμαλωτίστουν περισσότερους από 200.000 στρατιώτες και διοικητές του Κόκκινου Στρατού, περισσότερα από 1.000 άρματα μάχης και 2.000 πυροβόλα. Μονάχα το 25% των δυνάμεων της 6ης και της 9ης Σοβιετικής Στρατιάς κατάφερε να ξεφύγει.


Η υπεροχή στον νότιο τομέα του γερμανοσοβιετικού μετώπου πέρασε στα χέρια της Βέρμαχτ. Στα τέλη του Ιουνίου, οι Γερμανοί επιτέθηκαν στο Ντονμπάς. Ταυτόχρονα, στις 28 Ιουνίου, η 2η Γερμανική Στρατιά, η 4η Στρατιά Τεθωρακισμένων και η 2η Ουγγρική Στρατιά ενώθηκαν στην Ομάδα «Βάιχς» και επιτέθηκαν στην αριστερή πτέρυγα του Μετώπου Μπριάνσκ. Σ' αυτό το σημείο, οι Σοβιετικοί είχαν σχεδόν τους διπλάσιους στρατιώτες και τα διπλάσια άρματα μάχης, είχαν, όμως, σχεδόν τον ίδιο αριθμό πυροβόλων.

Στις 28 Ιουνίου, όπως προαναφέρθηκε, η Ομάδα «Βάιχς» επιτέθηκε στην αριστερή πτέρυγα του Μετώπου Μπριάνσκ. Στην περιοχή βρίσκονταν οι δυνάμεις του Μετώπου Βορόνεζ του στρατηγού Βατούτιν, οι δυνάμεις του Νοτίου Μετώπου του στρατηγού Μαλινόφσκι, οι δυνάμεις του Μετώπου Μπριάνσκ του στρατηγού Γκόλικοφ και οι δυνάμεις του Νοτιο-Δυτικού Μετώπου του στρατάρχη Τιμοσένκο.

Οι Γερμανοί διέλυσαν τη σοβιετική αντίσταση στο Κουρσκ και μέσα σε 7 μέρες διένυσαν την απόσταση των 150-170 χιλιομέτρων. Στις 5 Ιουλίου, οι Γερμανοί κατέλαβαν το Βορόνεζ. Κατά τη διάρκεια της εβδομαδιαίας σύγκρουσης, οι Γερμανοί αιχμαλώτισαν 88.000 Σοβιετικούς στρατιώτες. Ο Κόκκινος Στρατός έχασε 1007 άρματα μάχης και 1688 πυροβόλα. Παράλληλα, η Σεβαστούπολη έπεσε στα χέρια των Γερμανών.

Κατά τη διάρκεια της γερμανικής επίθεσης, η αριστερή πτέρυγα των δυνάμεων της Βέρμαχτ άνοιξε. Η ηγεσία του Κόκκινου Στρατού προσπάθησε να το εκμεταλλευτεί και διέταξε το Μέτωπο του Μπριάνσκ (7 σώματα αρμάτων μάχης) να επιτεθεί. Ωστόσο, το Μέτωπο του Μπριάνσκ δεν έλαβε βοήθεια από την αεροπορία, γι' αυτό και η γερμανική αεροπορία κατέστρεψε το μεγαλύτερο μέρος των αρμάτων μάχης των Σοβιετικών.


Παρά τη νίκη τους στο Βορόνεζ, οι Γερμανοί απέτυχαν να επεκτείνουν τη βόρεια πτέρυγα της επίθεσης τους εξαιτίας της αντίστασης των σοβιετικών εφεδρειών. Στο κέντρο, η 6η Στρατιά του φον Πάουλους και η 4η Στρατιά Τεθωρακισμένων, στις 10 Ιουλίου, κατέλαβαν την Καντεμίροφκα και έχτισαν γέφυρες στην ανατολική ακτή του ποταμού Ντον. Τότε, οι Γερμανοί επιτέθηκαν από τη νοτιοανατολική κατεύθυνση και βρέθηκαν στον διάδρομο μεταξύ του Ντον και του Βορείου Ντονέτς. Σε λιγότερο από ένα μήνα, η 4η Στρατιά Τεθωρακισμένων έφθασε βορείως του Ροστόφ (μέσω του Ντον) και η 6η Στρατιά έφτασε κοντά στο Στάλινγκραντ.

Όσον αφορά τη νότια πτέρυγα της γερμανικής επίθεσης, η 1η Στρατιά Τεθωρακισμένων έφθασε στο Μίλλεροβο και στις 25 Ιουλίου (μια εβδομάδα μετά την αρχή των συγκρούσεων στο Στάλινγκραντ) βρέθηκε στον Ντον - μεταξύ του Νοβοτσερκάσσκ και της Τσιμλιάνσκα. Η 17η Στρατιά ξεκίνησε την επίθεση της από την περιοχή του Στάλινο, στις αρχές Ιουλίου. Στις 17 Ιουλίου, η αριστερή πτέρυγα της 17ης Στρατιάς κατέλαβε το Βοροσιλοβγκράντ, ενώ η δεξιά πτέρυγα βρέθηκε στον Ντον απ' όλες τις πλευρές του Ροστόφ.

Κατά τη διάρκεια των συγκρούσεων στο Βορόνεζ, οι Σοβιετικοί έχασαν 568.000 στρατιώτες (αρκετοί απ' αυτούς αιχμαλωτίστηκαν), 2436 άρματα μάχης, 13.176 πυροβόλα και 783 αεροσκάφη. Από την άλλη πλευρά, οι Γερμανοί έχασαν περίπου 60-70 χιλιάδες στρατιώτες. Στις 17 Ιουλίου, το Γενικό Επιτελείο του Τρίτου Ράιχ αποφάσισε να θέσει σε εφαρμογή το σχέδιο της επιχείρησης «Κυανό». Μ' αυτό τον τρόπο ξεκίνησε μια από τις μεγαλύτερες μάχες στην ιστορία, η μάχη του Στάλινγκραντ.

4. ΔΥΝΑΜΕΙΣ ΚΑΙ ΣΥΜΜΑΧΙΕΣ 

Γερμανοί

Όπως προαναφέρθηκε, ο Χίτλερ αποφάσισε να χωρίσει την Ομάδα Στρατιών «Νότος» σε δύο ομάδες: Ομάδα Στρατιών «Α» και Ομάδα Στρατιών «Β». Η Ομάδα Στρατιών «Α», υπό την ηγεσία του Βίλχελμ Λιστ, ανέλαβε την επίθεση στον Καύκασο (μάχη του Καυκάσου) και είχε στη διάθεση της 167.000 στρατιώτες, 1130 άρματα μάχης, 4540 πυροβόλα και 1000 αεροσκάφη.

Η Ομάδα Στρατιών «Β», υπό τις διαταγές του Μαξιμίλιαν φον Βάιχς, είχε στη διάθεση της 270.000 στρατιώτες, 3000 πυροβόλα όπλα, 500 άρματα μάχης και 1200 αεροσκάφη. Η Ομάδα Στρατιών «Β» αποτελούνταν κυρίως από την 6η Στρατιά του φον Πάουλους και την 4η Στρατιά Τεθωρακισμένων του Χέρμαν Χοτ.


Στο Στάλινγκραντ, μαζί με τις γερμανικές στρατιές, θα πολεμούσε η 8η Ιταλική Στρατιά, η 2η Ουγγρική Στρατιά, η 3η και η 4η Ρουμάνικη Στρατιά και το 369ο Κροατικό Σύνταγμα Πεζικού. Σύμφωνα με τον Χανς Ντερ (Hans Doerr), οι δύο ομάδες στρατιών ξεκινούσαν τις συγκρούσεις στο Στάλινγκραντ και στον Καύκασο με 6 μεραρχίες λιγότερες απ' όσες είχαν στην αρχή της καλοκαιρινής εκστρατείας - αυτές οι απώλειες δεν είχαν καλυφθεί.

Σοβιετικοί

Μετά τις ήττες στο Χάρκοβο και στο Βορόνεζ, το Γενικό Επιτελείο της ΕΣΣΔ διέταξε τη δημιουργία του Μετώπου του Στάλινγκραντ, στις 12 Ιουλίου 1942. Το Μέτωπο του Στάλινγκραντ δημιουργήθηκε στη βάση του Νοτιο-Δυτικού Μετώπου. Από το Νοτιο-Δυτικό Μέτωπο, το Μέτωπο του Στάλινγκραντ έλαβε την 21η και την 8η Στρατιά, ενώ από τις εφεδρείες του Γενικού Επιτελείου της ΕΣΣΔ έλαβε την 62η, την 63η και την 64η Στρατιά.

Αργότερα, στο Μέτωπο του Στάλινγκραντ συμπεριλήφθησαν η 24η, η 28η, η 38η, η 51η, η 57η και η 66η Στρατιά (πεζικό). Επίσης, στο μέτωπο συμπεριλήφθησαν η 1η και η 4η Στρατιά Τεθωρακισμένων, η 1η Στρατιά Φρουράς και η 16η Αεροπορική Στρατιά. Όσον αφορά τους αριθμούς, ο Κόκκινος Στρατός παρέταξε στο Στάλινγκραντ 187.000 στρατιώτες, 2200 πυροβόλα, 400 άρματα μάχης και 454 αεροσκάφη. Την ηγεσία των σοβιετικών δυνάμεων ανέλαβε ο στρατάρχης Σιμιόν Τιμοσένκο.


Στις 26 Μαΐου 1942, ενώ κυμαίνονταν οι μάχες στην Κριμαία και στο Χάρκοβο, η Σοβιετική Ένωση και η Μεγάλη Βρετανία υπέγραψαν συμφωνία συμμαχίας κατά της Ναζιστικής Γερμανίας και των Ευρωπαίων Συμμάχων της. Ωστόσο, οι Σοβιετικοί αναγκάστηκαν να πολεμήσουν στο Στάλινγκραντ, χωρίς τη στήριξη των Αγγλοαμερικανών.

Ο Βρετανός πρωθυπουργός Ουίνστον Τσώρτσιλ επισκέπτηκε τη Μόσχα, στα μέσα Ιουλίου 1942, για να δηλώσει στον Στάλιν ότι η Μεγάλη Βρετανία και οι ΗΠΑ δεν θα άνοιγαν δεύτερο μέτωπο. Μερικοί ιστορικοί αναφέρουν ότι οι Αγγλοαμερικανοί σκόπευαν να συμμαχήσουν με το Τρίτο Ράιχ για να καταλάβουν τις πετρελαιοφόρες πηγές του Καυκάσου - αν και δεν είχαν σχέδιο σε περίπτωση νίκης της ΕΣΣΔ.

Η Πόλη του Στάλινγκραντ Πριν τη Μάχη

Το Βόλγκογκραντ (Ρωσικά Волгогра́д: Βαλγκαγκράτ) ή Στάλινγκραντ είναι πόλη της Ρωσίας, πρωτεύουσα της Περιφέρειας Βόλγκογκραντ. Έχει πληθυσμό 1.012.000 κατοίκους. Η πόλη ιδρύθηκε το 1589 με το όνομα Τσαρίτσιν (ρωσ. Царицын), το οποίο έφερε μέχρι το 1925. Τότε μετονομάσθηκε, προς τιμήν του Ιωσήφ Στάλιν σε Στάλινγκραντ (Сталинград) (πόλη του Στάλιν).

Το 1961 η πόλη άλλαξε και πάλι όνομα παίρνοντας το σημερινό της, χάρη στον ποταμό Βόλγα, ο οποίος τη διασχίζει. Εκτείνεται σε μήκος 80 χιλιομέτρων από βορρά προς το νότο, στις δυτικές όχθες του ποταμού Βόλγα και έχει πληθυσμό 1,011 εκατομμυρίων ατόμων. Η πόλη έγινε διάσημη για την αντίσταση και τις εκτεταμένες ζημιές που δέχτηκε κατά τη Μάχη του Στάλινγκραντ κατά το Β' Παγκόσμιο Πόλεμο.


Ίδρυση και Ιστορία ως το 18ο Αιώνα

Το πρώτο όνομα της πόλης, Τσαρίτσιν, αναφέρεται για πρώτη φορά από τον Άγγλο εξερευνητή Μπάρι το 1579, όχι όμως για την πόλη αλλά για το νησί στο Βόλγα ποταμό. Η προέλευση του ονόματος προέρχεται από το Τούρκικο «Sary-Su»(κίτρινο νερό). Η ημερομηνία της ίδρυσης της πόλης θεωρείται η 2 Ιουλίου 1589, όταν το όνομα Τσαρίτσιν χρησιμοποιήθηκε πρώτη φορά σε επίσημο έγγραφο για το κάστρο.

Το κάστρο βρίσκεται λίγο πάνω από την συμβολή των ποταμών στη δεξιά όχθη. Σύντομα μετατράπηκε σε πυρήνα μιας εμπορικής εγκατάστασης. Πριν την Τσαρίνα στο "στόμα" του ποταμού υπήρχε ένας καταυλισμός της Βασίλισσας της Χρυσής Ορδής. Το 1607 το κάστρο αποστάτησε από το βασιλικό στρατό, αλλά η επανάσταση καταπνίγηκε 6 μήνες αργότερα. Το 1608 η πόλη απέκτησε την πρώτη πέτρινη εκκλησία - τον Άγιο Ιωάννη τον Βαπτιστή.

Στο ξεκίνημα του 17ου αιώνα το κάστρο είχε μόνιμη δύναμη από 350-400 άτομα. Το 1670 το φρούριο καταλήφθηκε από άνδρες του Στεπάν Ραζίν, οι οποίοι υποχώρησαν ένα μήνα μετά. Το 1708, το φρούριο έπεσε στα χέρια του Κοζάκου Κονδράτι Μπουλαβίν. Το 1717 λεηλατήθηκε από τους Τάταρους και τους Κουμπάνους της Κριμαίας. Το 1774, ο Γιεμελάν Πουγκάτσεφ ανεπιτυχώς πολιόρκησε την πόλη.

Το 1619 καθιερώθηκαν τελωνεία στην Τσαρίτσιν. Το 1708 υπάχθηκε στην επαρχία Καζάν, το 1719 στο Αστραχάν και το 1779 στην περιοχή του Σαρατόφ. Το 1773 η πόλη έγινε επαρχιακή και το 1780 υπάχθηκε στην επαρχία του Σαράτοφ. Σύμφωνα με πηγές, το 1720 ο πληθυσμός της πόλης ήταν 408 άτομα.


19ος και 20ος Αιώνας 

Το Τσαρίτσιν έγινε σημαντικό παραποτάμιο λιμάνι και εμπορικό κέντρο τον 19ο αιώνα. Ο πληθυσμός αυξήθηκε ραγδαία. Το 1807 ζούσαν στο Τσαρίτσιν λιγότερα από 3 χιλιάδες άτομα - το 1900 είχε 84.000. Ο πρώτος σιδηρόδρομος ήρθε στην πόλη το 1862. Το πρώτο θέατρο άνοιξε το 1872, και ο πρώτος κινηματογράφος το 1907. Το 1913 ξεκίνησε η λειτουργία τραμ, και εγκαταστάθηκε ηλεκτροφωτισμός στο κέντρο.

Κατά τον Ρωσικό Εμφύλιο, το Τσαρίτσιν κατελήφθη από τους Μπολσεβίκους. Το 1918 πολιορκήθηκε από δυνάμεις του Αταμάνου Κρασνόφ. Τρεις επιθέσεις αποκρούστηκαν. Τον Ιούνιο του 1919 όμως καταλήφθηκε από στρατεύματα του Στρατηγού Αντόν Ιβάνοβιτς Ντενίκιν, τα οποία εγκατέλειψαν την πόλη το 1920.

Η πόλη μετονομάστηκε σε Στάλινγκραντ στις 10 Απριλίου 1925. Το 1931 ενσωματώθηκε η Γερμανική αποικία της Σαρπέτα στην πόλη, κάνοντας την, τη μεγαλύτερη πόλη στην περιοχή. Το πρώτο ινστιτούτο άνοιξε το 1930, μια χρονιά πριν τα εγκαίνια του Παιδαγωγικού Ινστιτούτου.


Κατά τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο

Υπό τον Στάλιν, η πόλη έγινε βιομηχανική ως κέντρο βαριάς βιομηχανίας και μεταφόρτωσης από ξηράς και θάλασσας. Κατά τη μάχη του Στάλινγκραντ 2 εκατομμύρια Ρώσοι και Γερμανοί στρατιώτες πέθαναν καθώς και πάνω από 40.000 άμαχοι. Η πόλη σχεδόν κατεδαφίστηκε, αλλά έργα επισκευών ξεκίνησαν σχεδόν αμέσως την εκδίωξη των Γερμανών από την πόλη. Στο Στάλινγκραντ αποδόθηκε το βραβείο της Ηρωίδας Πόλης το 1945 για τη μάχη αυτή.

Το σημαντικότερο γεγονός στην ιστορία της πόλης ήταν ο Δεύτερος Παγκόσμιος Πόλεμος. Η Μάχη του Στάλινγκραντ ξεκίνησε στις 17 Ιουλίου 1942 και τον Αύγουστο η πόλη επλήγη από βομβαρδισμούς που προκάλεσαν σοβαρές ζημιές στα κτήρια. Η μάχες στο κέντρο της πόλης ήταν ίσως οι πιο σκληρές που έχει δει η ανθρωπότητα, μιας και ορισμένες περιοχές άλλαξαν κατοχή μέχρι και 13 φορές. Τελικά, οι επιτιθέμενοι Γερμανοί δεν κατάφεραν να σπάσουν τις άμυνες των Ρώσων, οι οποίοι βγήκαν στην αντεπίθεση.


Το Στάλινγκραντ ήταν ένα από τα μεγαλύτερα βιομηχανικά κέντρα της Σοβιετικής Ένωσης. Όταν ξεκίνησε η Επιχείρηση Μπαρμπαρόσα, η πόλη έγινε ένα από τα μεγαλύτερα οπλοστάσια της νοτιοανατολικής ΕΣΣΔ. Τα εργοστάσια της πόλης κατασκεύαζαν και επιδιόρθωναν άρματα μάχης και άλλα πολεμικά όπλα. Πριν την αρχή της μάχης, στο Στάλινγκραντ κατοικούσαν 445.000 άνθρωποι (από τους οποίους εργάζονταν οι 325.000) και υπήρχαν 126 εργοστάσια.

Το εργοστάσιο γεωργικών ελκυστήρων της πόλης παρήγαγε τους μισούς γεωργικούς ελκυστήρες της ΕΣΣΔ. Το εργοστάσιο «Κόκκινος Οκτώβρης» (Κράσνι Οκτιάμπρ) παρήγαγε 775.8 τόνους χάλυβα ετησίως και 584.300 τόνους εξελασμένου χάλυβα. Το 1961 η πόλη άλλαξε όνομα σε Βόλγκογκραντ (πόλη του Βόλγα) στα πλαίσια της αποσταλινοποίησης που εφάρμοσε ο Νικήτα Χρουστσώφ.

5. ΠΟΡΕΙΑ ΤΗΣ ΜΑΧΗΣ 
 
Σοβιετική Στρατηγική 

Ο Σιμιόν Τιμοσένκο εξέδωσε την «Οδηγία 0023», η οποία ανέφερε ότι η 38η και η 63η Στρατιά θα παραταχθούν στον Ντον, ενώ η 62η και 64η Στρατιά θα αναλάμβαναν την άμυνα της πόλης από τα δυτικά - η 21η Στρατιά μετέτρεψε τα εναπομείναντα σώματα της σε 4 ταξιαρχίες πεζικού.

Αναλυτικά, το Γενικό Επιτελείο, στις 17 Ιουλίου 1942, διέταξε την 63η στρατιά του αντιστράτηγου Βασίλι Κουζνετσόφ να παρατάξει τις δυνάμεις της (έξι μεραρχίες πεζικού, τρεις ταξιαρχίες τεθωρακισμένων και δύο τάγματα τεθωρακισμένων) σε ένα μέτωπο 250 χιλιομέτρων. Σκοπός της 63ης Στρατιάς ήταν να μην αφήσει τον αντίπαλο να περάσει τον Ντον, ενώ ειδικά τάγματα και κατάσκοποι ανέλαβαν να επιτίθονται στην ανατολική ακτή του ποταμού.

Ο Κουζνετσόφ τοποθέτησε τις κύριες δυνάμεις του στο κέντρο, για να προστατεύσει τον σιδηροδρομικό σταθμό, ο οποίος οδηγούσε στα βορειοδυτικά του Στάλινγκραντ. Η 38η Στρατιά του υποστράτηγου Κ. Μοσκαλένκο ανέλαβε την άμυνα ενός μετώπου 60 χιλιομέτρων από τη Μεντβέντιτσα μέχρι την Κλέτσκαγια - η 38η Στρατιά ανέλαβε να εμποδίσει τους Γερμανούς να περάσουν στην αριστερή ακτή του ποταμού και να δυναμώσουν την άμυνα στη δεξιά ακτή του ποταμού.

Μερικές μεραρχίες αποσύρθηκαν για να ξεκουραστούν και να λάβουν νέες δυνάμεις. Ο Μοσκαλένκο παρέταξε τις κύριες δυνάμεις στη δεξιά πτέρυγα της 38ης Στρατιάς.


Οι κύριες δυνάμεις του Μετώπου του Στάλινγκραντ ήταν η 62η και η 64η Στρατιά. Η 62η Στρατιά (έξι μεραρχίες πεζικού, τέσσερα τάγματα μαθητευόμενων των στρατιωτικών σχολών και έξι τάγματα τεθωρακισμένων), υπό τις διαταγές του υποστράτηγου Β. Κολπάκτσιν, παρέταξε τις κύριες δυνάμεις της στη δυτική ακτή του ποταμού Ντον (από την Κλέτσκαγια ως το Σουροβίκινο), ενώ μερικά σώματα ανέλαβαν να αμυνθούν στους ποταμούς Τσουτσκάν και Τσιρ.

Η 64η Στρατιά του Τσουϊκόφ (τέσσερις μεραρχίες πεζικού, δύο ταξιαρχίες πεζικού και τέσσερα τάγματα μαθητευόμενων των στρατιωτικών σχολών) ανέλαβε την άμυνα του μετώπου Σουρόφτσκινο-Βέρχνε Κουρμογιάρσκαγια και το πέρασμα του ποταμού Τσιμλ. Ο Τσουϊκόφ παρέταξε τις κύριες δυνάμεις του στη δεξιά πτέρυγα, για να προστατεύσει τους δρόμους που οδηγούσαν στο Στάλινγκραντ από τα δυτικά.

Πρώτες Συγκρούσεις (17 - 22 Ιουλίου)

Σύμφωνα με αναφορά του Επιτελείου της 62ης Στρατιάς, το βράδυ της 16ης Ιουλίου, γερμανικά σώματα πέρασαν τον ποταμό Τσιρ και επιτέθηκαν στις σοβιετικές δυνάμεις. Στις 17 Ιουλίου, σώματα της 192ης μεραρχίας πεζικού του συνταγματάρχη Α. Σ. Ζαχάρτσενκο συγκρούστηκαν με τις χιτλερικές δυνάμεις στο χωριό Πρόνιν - μετά από σκληρές συγκρούσεις, τα σώματα αυτά υποχώρησαν στη γραμμή της άμυνας των κύριων δυνάμεων της μεραρχίας.

Στις 18 Ιουλίου, όπως αναφέρει το ημερολόγιο του Φραντς Χάλντερ, ο Χίτλερ διέταξε τις δυνάμεις του να περάσουν με ευρύ μέτωπο τον ποταμό Ντον, από τα νότια και τα ανατολικά του Ντόντς και να ξεκινήσουν την επίθεση στο Στάλινγκραντ.


Στις 19 Ιουλίου, η μεραρχία «Μεγάλη Γερμανία» έφτιαξε προγεφύρωμα στα ανατολικά του Ντόντς για να σταματήσει τις σοβιετικές δυνάμεις που κινήθηκαν από τον Καύκασο. Η 6η Στρατιά του φον Πάουλους συνέχισε να κινείται νοτίως του Ντον στην νοτιοανατολική κατεύθυνση, ενώ οι Σοβιετικοί επιτέθηκαν στις γερμανικές δυνάμεις στο Βορόνεζ. Αν και οι επιθέσεις στο Βορόνεζ και βορείως της πόλης ήταν χαμηλής ισχύος, οι Σοβιετικοί αύξησαν τον αριθμό σιδηροδρομικών μεταφορών. Ο ρυθμός επεκτατικότητας των γερμανικών δυνάμεων μειώθηκε από τα 30 χιλιόμετρα στα 12-15 χιλιόμετρα ανά μέρα.
 
Τις επόμενες 3 μέρες, η 6η Στρατιά του φον Πάουλους συνέχισε ενεργώς να κινείται προς το Στάλινγκραντ, όπου οι Σοβιετικοί μετέφεραν τις δυνάμεις τους μέσω σιδηρόδρομων. Αν και οι Γερμανοί επιτέθηκαν επιτυχώς στον Κάτω Ντον και στο Ταγκανρόκ, στα βορειοδυτικά του Βορόνεζ συνεχίζονταν οι σκληρές μάχες. Η αριστερή πτέρυγα της 6ης Στρατιάς, όπου πολεμούσαν το 8ο και το 17ο σώμα, τεντώθηκε σε μεγάλο βαθμό κατά μήκος της δεξιάς ακτής του Ντον - γι' αυτό τον λόγο, το Γενικό Επιτελείο της Βέρμαχτ αποφάσισε τη συμπεριλήψη του 14ου και του 24ου Σώματος Τεθωρακισμένων στην Ομάδα Στρατιών «Β».

Μεταρρυθμίσεις της 23ης Ιουλίου 

Στις 23 Ιουλίου, ο Χίτλερ υπέγραψε την «Οδηγία 45», η οποία ανέφερε τα παρακάτω:

· Η Ομάδα Στρατιών «Α» αναλαμβάνει να περικυκλώσει και να διαλύσει τις δυνάμεις του αντίπαλου στα νότια και νοτιοανατολικά του Ροστόφ.

· Η Ομάδα Στρατιών «Α» έχει διαταγή να μεταδώσει στην Ομάδα Στρατιών «Β» την 23η και την 24η Μεραρχία Τεθωρακισμένων.

· Η Ομάδα Στρατιών «Α» αναλαμβάνει (μετά τη διάλυση του αντιπάλου στον Ντον) να καταλάβει τη Μαύρη Θάλασσα. Μετά, χάρη στη βοήθεια του Ρουμανικού Σώματος Βουνού της 11ης Στρατιάς, αναλαμβάνει την επίθεση στον Καύκασο (Επιχείρηση «Edelweiß»).

· Η Ομάδα Στρατιών «Β» αναλαμβάνει την επίθεση στο Στάλινγκραντ, η οποία θα ξεκινήσει από τις θέσεις της στο Ντον. Σκοπός της επίθεσης είναι η διάλυση των εχθρικών δυνάμεων. Μετά, η Ομάδα Στρατιών «Β» πρέπει να καταλάβει τον διάδρομο μεταξύ του Ντον και του Βόλγα και να εμποδίσει τις μεταφορές μέσω του ποταμού. Μόλις καταλάβει τον Βόλγα θα επιτεθεί στο Άστραχαν (αυτές οι επιθέσεις έχουν λάβει το όνομα Επιχείρηση «Fischreiher»)

· Η αεροπορία έχει διαταγή να βοηθήσει την Ομάδα Στρατιών «Β». Μόλις πέσει το Στάλινγκραντ και το Άστραχαν, η αεροπορία πρέπει να στείλει μερικές δυνάμεις στο Γκρόζνι και να επιτεθεί στο Μπακού.


Ο Φραντς Χάλντερ αναφέρει: «Προειδοποίησα τον Φύρερ ότι οι δυνάμεις μας σε σημαντικά στρατηγικά σημεία είναι αποδυναμωμένες..η υποεκτίμηση των δυνατοτήτων του εχθρού έχει πάρει επικίνδυνο χαρακτήρα. Δεν υπάρχει καν σοβαρή δουλειά. Η συναισθηματική αντίδραση σε διάφορες τυχαίες εντυπώσεις δεν επιτρέπει τη σωστή αξιολόγηση της εργασίας της κυβερνητικής μηχανής - αυτό είναι χαρακτηριστικό της σημερινής λεγόμενης εξουσίας».

Την ίδια μέρα, το Γενικό Επιτελείο της Σοβιετικής Ένωσης ανακάλεσε τον Σιμιόν Τιμοσένκο από τη θέση του Διοικητή του Μετώπου του Στάλινγκραντ και τον αντεκατέστηκε με τον αντιστράτηγο Βασίλι Γκόρντοφ. Οι λόγοι που οδήγησαν το Γενικό Επιτελείο της ΕΣΣΔ να αλλάξει τον διοικητή του Μετώπου του Στάλινγκραντ ήταν: η αποτυχία στο Χάρκοβο τον Μάιο του 1942, η μετέπειτα υποχώρηση και η περικύκλωση στο Μίλλεροβο.

Από τα Περίχωρα στην Πόλη (23 Ιουλίου - 23 Αυγούστου)

Τα ξημερώματα της 23ης Ιουλίου, η βόρεια πτέρυγα της 6ης Στρατιάς επιτέθηκε στη δεξιά πτέρυγα της 62ης Στρατιάς. Μέχρι το τέλος της ημέρας, δύο μεραρχίες και άλλα σώματα της 62ης Στρατιάς περικυκλώθηκαν. Οι λόγοι της περικύκλωσης ήταν η μαζική χρήση αρμάτων μάχης, πυροβόλων και αεροπορικών επιθέσεων από τους Γερμανούς, καθώς επίσης και η έλλειψη πληροφοριών της σοβιετικής κατασκοπίας.

Το βράδυ της ίδιας ημέρας διεξήχθη συζήτηση μεταξύ του Στάλιν και του Γκόρντοφ. Ο Γκόρντοφ έδωσε αναφορά στον Στάλιν για την κατάσταση που επικρατούσε στη δεξιά πτέρυγα της 62ης Στρατιάς. Αξιοσημείωτη είναι η απάντηση του Στάλιν: «Τώρα, η δεξιά πτέρυγα του μετώπου είναι η πιο αποφασιστική..αν ο εχθρός κάμψει την αντίσταση μας θα καταλάβει τους σιδηρόδρομους και θα αποκόψει κάθε σύνδεση σας με τον βορρά..

Επίσης, απαιτώ να μείνει στα χέρια μας η αμυντική γραμμή στα δυτικά του Ντον - από την Κλέτσκαγια μέχρι τη Νίζνε Καλίνοφκα - πάσει θυσία..Επίσης, απορώ με το γεγονός ότι έχοντας 900 άρματα μάχης υποχωρούμε απέναντι στον εχθρό που έχει 50 άρματα μάχης. Ντροπή!»


Στις 23 Ιουλίου, ως εκπρόσωπος του Γενικού Επιτελείου, στο Μέτωπο του Στάλινγκραντ έφθασε ο Αλεξάντερ Βασιλέφσκι, ο οποίος πρότεινε στους διοικητές να οργανώσουν αντεπίθεση στη βόρεια πτέρυγα της 6ης Στρατιάς, χρησιμοποιώντας την 1η και την 4η Σοβιετική Στρατιά Τεθωρακισμένων. Όσον αφορά τους Γερμανούς, στις 23 Ιουλίου, η 4η Στρατιά Τεθωρακισμένων του Χέρμαν Χοτ μετέδωσε το 24ο Σώμα Τεθωρακισμένων στην Ομάδα Στρατιών «Β», το 40ο Σώμα Τεθωρακισμένων στην στην Ομάδα Στρατιών «Α» και τη μεραρχία «Μεγάλη Γερμανία» στα δυτικά.

Στις 24 Ιουλίου, όπως αναφέρει ο Χάλντερ, συνεχίζονταν σκληρές μάχες στα ανατολικά του Ροστόφ και στο Βορόνεζ - στις μάχες που διεξήχθησαν στο Βορόνεζ καταστράφηκε μεγάλος αριθμός αρμάτων μάχης. Επίσης, οι Γερμανοί επιχείρησαν να περάσουν τη νότια ακτή του ποταμού. Στις 25 Ιουλίου, η Ομάδα Στρατιών «Α» είχε πετύχει νίκες στις συγκρούσεις στον Κάτω Ντον, ενώ η επίθεση στο Τσιμλιάνσκ συνάντησε σθεναρή αντίσταση. Παράλληλα, οι Γερμανοί αντιμετώπιζαν την έλλειψη καυσίμων και είχαν ακυρώσει μια επίθεση στα βόρεια της ΕΣΣΔ.

Την ίδια ημέρα, το 51ο Σώμα της 6ης Στρατιάς επιτέθηκε στις δυνάμεις της 64ης Στρατιάς στον ποταμό Τσιμλ, ενώ αργότερα η νότια πτέρυγα της 6ης Στρατιάς κινήθηκε στο Καλάτς για να επιτεθεί στη δεξιά πτέρυγα της 64ης Στρατιάς. Τα ξημερήματα της 26ης Ιουλίου, στο Καλάτς, η 1η Στρατιά Τεθωρακισμένων αντεπιτέθηκε, ωστόσο, δεν πέτυχε κάτι σημαντικό - τα σοβιετικά άρματα μάχης προχωρούσαν χωρίς τη βοήθεια του πυροβολικού και της αεροπορίας και καταστράφηκαν εύκολα από τη γερμανική αεροπορία και το Γερμανικό πυροβολικό.


Η δεύτερη αντεπίθεση πραγματοποιήθηκε στη δυτική κατεύθυνση από τις δυνάμεις της 4ης Σοβιετικής Στρατιάς Τεθωρακισμένων του υποστράτηγου Β. Κριουτσένκιν, οι οποίες απελευθέρωσαν τις μονάδες της 62ης Στρατιάς που αμύνονταν περικυκλώμενες στη Βέρχνε Μπουζίνοφκα. Παρ' ολ' αυτά, στη νοτιοδυτική κατεύθυνση, η σοβιετική άμυνα παρέμεινε αδύναμη, ενώ στο Τσιμλιάνσκ, οι Γερμανοί κατάφεραν να προωθηθούν χάρη στην αντεπίθεση της 9ης μεραρχίας τεθωρακισμένων. Την ίδια μέρα, ο ταγματάρχης Κίλμανσεγκ έδωσε αναφορά στον Φύρερ για την έλλειψη καυσίμων και αυτοκινήτων που αντιμετώπισε η Ομάδα Στρατιών «Α».

Στις 27 Ιουλίου, η 6η Στρατιά του φον Πάουλους συνέχισε την προώθηση προς την κατεύθυνση του Στάλινγκραντ. Οι Σοβιετικοί είχαν παρατάξει τις κύριες δυνάμεις τους στο κέντρο (με μεγάλο αριθμό αρμάτων μάχης), γι' αυτό και οι Γερμανοί κατάφεραν να προωθηθούν μόνο στα άκρα. Την επόμενη μέρα, ο Στάλιν εξέδωσε τη γνωστή «Διαταγή 227», στην οποία διατάσσει τα σοβιετικά στρατεύματα στην πόλη του Στάλινγκραντ να μην υποχωρήσουν - γι' αυτό και η διαταγή έγινε γνωστή ως διαταγή «Ούτε ένα βήμα πίσω!» (ρωσ. «Ни шагу назад!»).

Παράλληλα με την έκδοση της διαταγής, οι Σοβιετικοί επιτέθηκαν αρκετές φορές, κάνοντας μεγάλη χρήση αρμάτων μάχης (ο Χάλντερ αναφέρει ότι οι Σοβιετικοί χρησιμοποίησαν 9 ταξιαρχίες τεθωρακισμένων), ωστόσο, απέτυχαν. Από την άλλη πλευρά, η 6η Στρατιά του φον Πάουλους αντιμετώπιζε έλλειψη καυσίμων και πολεμοφοδίων, ενώ οι δυνάμεις της 4ης Στρατιάς Τεθωρακισμένων έμειναν καθηλωμένες στο Τσιμλιάνσκ.

Τις επόμενες μέρες διεξήχθησαν σκληρές μάχες στο Καλάτς και στα δυτικά του Στάλινγκραντ - παράλληλα, η Ομάδα Στρατιών «Α» ανάγκασε τους Σοβιετικούς σε υποχώρηση και η 4η Στρατιά Τεθωρακισμένων βρέθηκε κοντά στην Προλετάρσκαγια. Στις 30 Ιουλίου, στο μέτωπο της Ομάδας Στρατιών «Κέντρο», οι Σοβιετικοί επιτέθηκαν με τις δυνάμεις του Δυτικού Μετώπου (ένα σώμα ιππικού και δύο σώματα τεθωρακισμένων) στις γερμανικές θέσεις στην περιοχή Πογκορέλοε Γκοροντίσσε και κατάφεραν να προωθηθούν 15-30 χιλιόμετρα προς τον σταθμό Σιτσιόφκα.

Στις 31 Ιουλίου διεξήχθη η προγραμματισμένη μεταφορά της 4ης Στρατιάς Τεθωρακισμένων του Χέρμαν Χοτ από την Ομάδα Στρατιών «Α» στην Ομάδα Στρατιών «Β» και ξεκίνησε την επίθεση στο Στάλινγκραντ από τα νοτιοδυτικά.


Την ίδια μέρα, το Μέτωπο του Βόρειου Καυκάσου μετέδωσε στο Μέτωπο του Στάλινγκραντ την 51η Στρατιά του υποστράτηγου Τ. Κολομίιτς. Στις 1 Αυγούστου, μετά από διαταγή του Γενικού Επιτελείου της ΕΣΣΔ, η 57η Στρατιά του υποστράτηγου Φ. Τολμπούχιν παρέταξε τις δυνάμεις της στα νοτιοδυτικά του Ντον. Ο Ντερ αναφέρει το σχέδιο της 6ης Στρατιάς και της 4ης Στρατιάς Τεθωρακισμένων: η πρώτη ανέλαβε την επίθεση από τα βόρεια και η δεύτερη από τα νότια προς την κατεύθυνση του Βόλγα.

Όταν θα καταλάμβαναν τον ποταμό, η 4η Στρατιά Τεθωρακισμένων θα κινούνταν στα αριστερά και η 6η Στρατιά στα δεξιά, με σκοπό να περικυκλώσουν την πόλη και τους αμυνόμενους. Στις 2 Αυγούστου, το 22ο Σώμα Τεθωρακισμένων (4 ταξιαρχίες τεθωρακισμένων) επιχείρησαν επίθεση, ωστόσο, κατάφεραν να προωθηθούν μονάχα 2-3 χιλιόμετρα. Αξιοσημείωτο είναι το γεγονός ότι τα άρματα μάχης πολέμησαν με τη βοήθεια του πεζικού και του πυροβολικού - αν και οι μονάδες πεζικού δεν ήταν κατάλληλα οργανωμένες.

Στις 5 Αυγούστου, το Γενικό Επιτελείο της ΕΣΣΔ χώρισε τις δυνάμεις που πολεμούσαν στο μέτωπο των 800 χιλιομέτρων σε δύο μέτωπα: στο Μέτωπο του Στάλινγκραντ του αντιστράτηγου Γκόρντοφ (21η, 62η και 63η Στρατιά Πεζικού, 4η Σοβιετική Στρατιά Τεθωρακισμένων, 16η Στρατιά Αεροπορίας και 28ο Σώμα Τεθωρακισμένων) και στο Νοτιο-Ανατολικό Μέτωπο του στρατηγού-συνταγματάρχη Γιερόμινκο (51η, 57η και 64η Στρατιά Πεζικού, 8η Στρατιά Αεροπορίας και 13ο Σώμα Τεθωρακισμένων).

Η επόμενη σειρά των σοβιετικών αντεπιθέσεων σημειώθηκε στις 5-8 Αυγούστου. Ωστόσο, η κατάσταση στα σώματα τεθωρακισμένων ήταν πολύ κακή: η 182η μεραρχία τεθωρακισμένων είχε 9 αρμάτα μάχης, ενώ η 173η μεραρχία τεθωρακισμένων είχε 11 άρματα μάχης- η 1η Στρατιά Τεθωρακισμένων είχε συνολικά 123 άρματα μάχης. Ο Πάουλους ανέφερε, στις 5 Αυγούστου, ότι οι Σοβιετικοί αντεπιτέθηκαν από τα νότια, κατά του 14ου Σώματος. Ο Χάλντερ αναφέρει ότι διέταξε τον Μαξιμίλιαν φον Βάιχς να ξεκινήσει την επίθεση στις 7 Αυγούστου, χρησιμοποιώντας την 6η Στρατιά του φον Πάουλους.


Στις 7 Αυγούστου, η 6η Στρατία του φον Πάουλους πέρασε στην επίθεση, έχοντας λύσει το πρόβλημα με την έλλειψη πολεμοφοδίων. Η επίθεση τον φον Πάουλους, η οποία είχε στόχο την περικύκλωση των σοβιετικών δυνάμεων, έληξε επιτυχώς στο δεύτερο μισό της ημέρας - ο Χάλντερ αναφέρει ότι στη μάχη καταστράφηκαν 8 μεραρχίες πεζικού και 10 ταξιαρχίες τεθωρακισμένων. Την ίδια μέρα, οι Σοβιετικοί επιχείρησαν αντεπίθεση με τις δυνάμεις που βρίσκονταν στην αριστερή πτέρυγα της 64ης Στρατιάς.

Ο Γιερόμινκο αναφέρει: «μέσα σε μια μέρα [7 Αυγούστου] αναγκαστήκαμε να συγκεντρώσουμε όλες τις εφεδρείες που είχαμε στη διάθεση μας...για να δυναμωθεί η αριστερή πτέρυγα της 64ης Στρατιάς, κάτι που θα επέτρεπε την αντεπίθεση». Οι Γερμανοί, χάρη στην επίθεση της 6ης Στρατιάς, βρέθηκαν σε απόσταση 30 χιλιομέτρων από την πόλη του Στάλινγκραντ.

Κατά τη διάρκεια της αντεπίθεσης της 64ης Στρατιάς, οι Σοβιετικοί ανάγκασαν τους Γερμανούς να υποχωρήσουν και να περάσουν στην άμυνα - ο Χάλντερ αναφέρει ότι στις 9 Αυγούστου, η 4η Στρατιά Τεθωρακισμένων του Χέρμαν Χοτ πέρασε στην άμυνα. Ωστόσο, η 6η Στρατιά του φον Πάουλους κατάφερε να περικυκλώσει το 14ο και 24ο Σώμα Τεθωρακισμένων στο Καλάτς, καθώς επίσης και τις δυνάμεις της 62ης Στρατιάς που αμύνονταν στη δυτική ακτή του ποταμού Ντον - ο Αλεξέι Ισάεφ αναφέρει ότι 28.000 στρατιώτες βρέθηκαν περικυκλωμένοι, μαζί με 67 αντιαρματικά όπλα, 51 άρματα μάχης (Τ-34 και Τ-60) και 354 αυτοκίνητα.

Αυτός ο ελιγμός επέτρεψε στους Γερμανούς να βρεθούν βορείως και νοτίως του σιδηρόδρομου που οδηγούσε στο Στάλινγκραντ. Οι περικυκλωμένες σοβιετικές δυνάμεις χωρίστηκαν σε διάφορες ομάδες - ο Ισάεφ κάνει λόγο για δύο ομάδες: η πρώτη αποτελούνταν από την 33η Φρουραρχική Μεραρχία και την 181η μεραρχία πεζικού και η δεύτερη από την 147η και την 229η μεραρχία πεζικού. Η πρώτη ομάδα έλαβε διαταγή να κινηθεί στα βόρεια, ενώ η δεύτερη ομάδα έλαβε διαταγή να υποχωρήσει στα ανατολικά και νοτιοανατολικά προς τη σιδηροδρομική γέφυρα του Ντον.

Η 33η Φρουραρχική Μεραρχία του Α. Ουτβένκο υποχώρησε προς τα ανατολικά, ωστόσο, οι Γερμανοί κατάφεραν να μεταφέρουν μερικά σώματα πεζικού ακόμα πιο ανατολικά και περικύκλωσαν για ακόμα μια φορά τη μεραρχία. Η 33η Φρουραρχική Μεραρχία είχε τεράστια προβλήματα εφοδιασμού και δεν έλαβε υποστήριξη από την αεροπορία και το πυροβολικό. Γι' αυτό και η τελευταία της μάχη δόθηκε στις 10 Αυγούστου. Ο διοικητής της μεραρχίας ανέφερε: «Πολεμήσαμε ως το τέλος..μερικοί διοικητές αυτοκτόνησαν..σκοτώθηκαν περίπου χίλιοι στρατιώτες».

Από την άλλη πλευρά, η δεύτερη ομάδα προσπάθησε να φθάσει στα βόρεια. Ωστόσο, βρέθηκε και πάλι περικυκλώμενη και έδωσε αποφασιστική μάχη στις 10 Αυγούστου - η δεύτερη ομάδα έχασε και αυτή πολλές δυνάμεις στη μάχη και ο διοικητής της 229ης μεραρχίας πεζικού, Φ. Σάζιν, σκοτώθηκε. Παράλληλα, η 112η μεραρχία πεζικού που πολεμούσε στον Ντον διαλύθηκε μετά από επίθεση των Γερμανικών δυνάμεων.


Σύμφωνα με αναφορά της 12ης Ιουλίου για την κατάσταση στο μέτωπο των Ομάδων Στρατιών «Α» και «Β», οι Γερμανοί κατάφεραν να αιχμαλωτίσουν 35.000 στρατιώτες, 270 άρματα μάχης και 560 πυροβόλα. Παράλληλα, οι Σοβιετικοί, νοτίως του Έλτς, πέρασαν στην αντεπίθεση με 100 άρματα μάχης και πεζικό, ενώ ανατολικά και δυτικά της Σβομπόντα, ο Κόκκινος Στρατός κατέλαβε δύο κατοικημένες περιοχές - παρ' ολ' αυτά, η σοβιετική αντεπίθεση στη δεξιά πτέρυγα έληξε με αποτυχία.

Στις 13 Αυγούστου, ο Γιερόμινκο ανέλαβε την ηγεσία του Μετώπου του Στάλινγκραντ, ενώ ο Γκόρντοφ διορίστηκε υποδιοικητής - αργότερα, όμως, επέστρεψε στη Μόσχα. Στις 14 Αυγούστου ξεκίνησε η προετοιμασία της Ομάδας Στρατιών «Β» για τη συνέχιση της επίθεσης, ενώ στο Βορόνεζ αποκρούστηκε νέα αντεπίθεση των Σοβιετικών.

Στις 15 Αυγούστου, ο Στάλιν εξέδωσε την «Οδηγία 170569», στην οποία ανέφερε: «σύμφωνα με τις αναφορές του Μετώπου του Στάλινγκραντ, η 147, η 181η και η 229η μεραρχία πεζικού της 62ης Στρατιάς συνεχίζουν την αντίσταση και είναι ακόμα περικυκλωμένες..παρά τις οδηγίες του Γενικού Επιτελείου [Στάφκα], οι περικυκλωμένες δυνάμεις δεν έχουν λάβει την κατάλληλη στήριξη..οι Γερμανοί δεν αφήνουν ποτέ τις περικυκλωμένες δυνάμεις τους και προσπαθούν πάσει θυσία να λύσουν την περικύκλωση..φαίνεται πως η σοβιετική διοίκηση δεν ενδιαφέρεται και τόσο..αυτό προκαλεί σημάδι ντροπής στη σοβιετική διοίκηση..το μέτωπο του Στάλινγκραντ έχει όλα τα μέσα για να σώσει τις περικυκλωμένες δυνάμεις του».

Ο Ισάεφ, ωστόσο, δηλώνει ότι παρά τις δηλώσεις του Στάλιν, το μέτωπο δεν είχε τα κατάλληλα μέσα - η 4η Σοβιετική Στρατιά Τεθωρακισμένων μπορούσε να παρατάξει μονάχα 2 μεραρχίες πεζικού. Επίσης, τα γερμανικά άρματα μάχης και αεροσκάφη ήταν καλύτερα από τα ανάλογα σοβιετικά. Μετά τη διάλυση των δυνάμεων της 62ης Στρατιάς, ο Πάουλους συνέχισε την επίθεση στα βόρεια, καθώς εκεί υπήρχε στρατηγικής σημασίας προγεφύρωμα.

Πριν την επίθεση, η 6η Στρατιά του φον Πάουλους μετέδωσε το 24ο Σώμα Τεθωρακισμένων στη 4η Στρατιά Τεθωρακισμένων του Χέρμαν Χοτ, ώστε η τελευταία να επιτεθεί στα νοτιοανατολικά - η 6η Στρατιά ανέλαβε την επίθεση στο προγεφύρωμα του Σιροτίνσκι. Οι Σοβιετικοί είχαν στη διάθεση τους 42.234 στρατιώτες (6 μεραρχίες πεζικού) και τα 36 άρματα μάχης της 182ης ταξιαρχίας τεθωρακισμένων (Τ-34, Τ-60 και Τ-70). Οι Γερμανοί επιτέθηκαν με τις δυνάμεις του 14ου Σώματος Τεθωρακισμένων, του 8ου και του 11ου σώματος πεζικού.


Οι Γερμανοί πέρασαν στην επίθεση στις 15 Αυγούστου. Μετά από δίωρη επίθεση του πυροβολικού και της αεροπορίας, οι δυνάμεις της 6ης Στρατιάς επιχείρησαν δύο ταυτόχρονες επιθέσεις: στο προγεφύρωμα του Σιροτίνσκι (με πέντε μεραρχίες) και στη Τρεχοστρόφσκαγια (με τρεις μεραρχίες).

Οι μάχες συνεχίστηκαν μέχρι τις 20 Αυγούστου και είχαν το ίδιο σενάριο με τις τελευταίες μάχες της 62ης Στρατιάς. Αυτές οι μάχες ήταν αιματηρές και μετά τις 20 Αυγούστου, οι Σοβιετικοί είχαν στη διάθεση τους 7551 στρατιώτες. Μετά τις μάχες αυτές, η 6η Στρατιά του φον Πάουλους βρέθηκε σε απόσταση 60 χιλιομέτρων από το Στάλινγκραντ. Μ' αυτό τον τρόπο ξεκίνησε η πολιορκία του Στάλινγκραντ.


(Κάντε κλικ στις φωτογραφίες για μεγέθυνση)

 * ΑΚΟΛΟΥΘΕΙ: ΜΕΡΟΣ Β' - ΜΕΡΟΣ Γ'

Πέμπτη 22 Αυγούστου 2024

ΝΑΥΑΡΧΟΣ ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ ΠΑΥΛΟΣ (1855 - 1935)

Ο Ναύαρχος Παύλος Κουντουριώτης

Η σκιαγράφηση της προσωπικότητάς του θα ήταν πρόκληση και μόνο από το γεγονός πως υπήρξε ο πρώτος Πρόεδρος της Ελληνικής Δημοκρατίας για έξι περίπου χρόνια και διετέλεσε δύο φορές Αντιβασιλέας, μέσα στην πιο ταραγμένη δεκαετία της ιστορίας της Ελλάδας, από το 1919 έως το 1929. Η επιλογή αυτή αποτέλεσε την αναγνώριση του κύρους και του κοινού σεβασμού προς το πρόσωπο του μεγαλύτερου Ναυάρχου της Ελλάδας, μετά τη συγκρότησή της ως κράτους το 1828.

Παράλληλα αποδεικνύει την εμπιστοσύνη που ενέπνεε η σωφροσύνη και ο πατριωτισμός του, που τον ανύψωσαν πάνω από τις πολιτικές σκοπιμότητες, τις έριδες, τους διχασμούς και τα αλλεπάλληλα στρατιωτικά κινήματα της εποχής. Ο χαρακτήρας κάθε ανθρώπου εκτός από τα κληρονομικά του χαρακτηριστικά διαμορφώνεται και από το περιβάλλον στο οποίο γεννιέται και τις συνθήκες μέσα στις οποίες μεγαλώνει και αντιλαμβάνεται τα πρώτα του ερεθίσματα από τον κόσμο...

Ο Κουντουριώτης γεννήθηκε το 1855 στην Ύδρα, μόλις 30 χρόνια μετά την κορύφωση της Ελληνικής επανάστασης. Στην Ύδρα, τότε, ζούσαν ακόμη πολλοί ναυτικοί του ’21 και το λιμάνι της έσφυζε από ιστιοφόρα, πολλά από τα οποία ανήκαν στους θρυλικούς ναυμάχους της επανάστασης και είχαν κυβερνηθεί απ’ αυτούς.

Ο πατέρας του Θεόδωρος, ήταν γιος του Γεωργίου Κουντουριώτη που είχε διατελέσει Πρόεδρος του Εκτελεστικού για μεγάλο χρονικό διάστημα τα δύσκολα χρόνια της δεκαετίας του 1820, όταν ο Ελληνισμός πάλευε για τη λευτεριά του. Εκεί, στο αρχοντικό του παππού του, που δεσπόζει ψηλά στη δυτική πλευρά της Ύδρας ταυτίστηκε με το Υδραίικο περιβάλλον κι έγινε η προσωποποίηση της παράδοσης των ηρωικών χρόνων, συνεχιστής των μπουρλοτιέρηδων, κληρονομώντας όλες τις αρετές και τις αδυναμίες της μεγάλης εκείνης γενιάς που συνδύαζε τα ασυμβίβαστα. Τη φρόνηση, με τη γενναιότητα που άγγιζε τα όρια του παράλογου, το μυαλό με την καρδιά.

Η καταγωγή και η οικογενειακή παράδοση τον οδήγησαν αναπόφευκτα στις τάξεις του Πολεμικού Ναυτικού. Το 1873 κατατάσσεται στο Ναυτικό Σχολείο, πρόδρομο της μετέπειτα Σχολής Ναυτικών Δοκίμων, το 1877 αποφοιτά και τον επόμενο χρόνο ονομάζεται Σημαιοφόρος.

Τον Μάιο του 1886 παίρνει το πρώτο του βάπτισμα πυρός. Όντας Υποπλοίαρχος και έχοντας υπό τις διαταγές του τις κανονιοφόρους Α και Β, εισπλέει κατόπιν διαταγής στον Αμβρακικό, για να κάμει αισθητή την παρουσία του ελληνικού Ναυτικού σ’ αυτή την κλειστή σαν λίμνη θάλασσα, τα παράλια της οποίας μοιράζονταν Ελλάδα και Τουρκία.

Κατά τον είσπλου βάλλεται συγχρόνως από τα πυροβολεία του φρουρίου της Πρέβεζας, από Τουρκικά στρατεύματα που ήταν εκεί στρατοπεδευμένα και από μια τουρκική φρεγάτα που ναυλοχούσε στην περιοχή. Ανταποδίδει τα πυρά. Μετά το πέρας της στρατιωτικής οπερετικής περιπέτειας, που αποκλήθηκε και ειρηνοπόλεμος και που στοίχισε πολύ στη χώρα σε κόστος και διεθνές κύρος, διατάσσεται να επαναπλεύσει στο Ναύσταθμο. Ένα χρόνο αργότερα, το 1887, η κυβέρνηση παρήγγειλε τα τρία θωρηκτά: Ύδρα, Σπέτσες και Ψαρά.

Το 1890 νυμφεύθηκε την Αγγελική Πετρακοκκίνου, κόρη του πλουσίου Χιώτη, η οποία όμως δεν έζησε να τον δει στις μέρες της δόξας του αργότερα.

Πέθανε πολύ νωρίς, το 1903, σε ηλικία μόλις 38 ετών και ετάφη στον οικογενειακό τάφο της οικογένειας Κουντουριώτη στην Ύδρα. Ο ίδιος δεν έπαψε ποτέ να την θυμάται και κάθε φορά αναφερόταν σ’ αυτήν με συγκίνηση και νοσταλγία. Όπως διηγείτο ο Παντελής Χορν, εκλεκτός συγγραφέας και φίλος της οικογένειας Κουντουριώτη, που υπηρετούσε στον Αβέρωφ κατά τους Βαλκανικούς Πολέμους, ως Μάχιμος Υποπλοίαρχος.

Ο Κουντουριώτης απέκτησε τρία παιδιά: Τη Λουκία, τη Δέσποινα και τον Θεόδωρο, ο οποίος γεννήθηκε το 1897 και σταδιοδρόμησε μετέπειτα ως αξιωματικός του Πολεμικού Ναυτικού. Πολύ αργότερα παντρεύτηκε σε δεύτερο γάμο την Ελένη Γερ. Κούππα με την οποία δεν απέκτησε παιδιά.

Τον Ιανουάριο του 1897 ως Πλωτάρχης, Κυβερνήτης του ατμομυοδρόμωνα Αλφειός, διατάσσεται να μεταβεί μαζί με άλλα πλοία στην Κρήτη προς υποστήριξη του χριστιανικού πληθυσμού του νησιού, μαζί με το εκστρατευτικό σώμα του Συνταγματάρχη Τιμολέοντα Βάσσου. Για την περίοδο εκείνη αναφέρεται, ότι υπέβαλε πρόταση στο Υπουργείο να εισδύσει με μερικά πλοία της επιλογής του στα Δαρδανέλια και να επιτεθεί στον τουρκικό στόλο. Τέτοια άδεια δεν του δόθηκε και οι επικριτές του βρήκαν την ευκαιρία να τον ψέξουν για «παραφροσύνη».

Αντίθετα οι φίλοι του βρήκαν την πρόταση «αξιοθαύμαστα τολμηρή». Σ’ αυτήν πάντως, είναι εμφανή τα κατάλοιπα της κληρονομιάς από τους θρυλικούς μπουρλοτιέρηδες του τόπου καταγωγής του. Τον Απρίλιο του ίδιου χρόνου μετά την έναρξη του Ελληνο-Τουρκικού πολέμου συμμετέχει, ως κυβερνήτης πάντα του Αλφειού, στις επιχειρήσεις της Μοίρας του Αιγαίου στα παράλια της τουρκοκρατούμενης Πιερίας. Μαζί με τα τορπιλοβόλα 14 και 16 ενεργεί καταδρομική επιχείρηση με ναυτικό αποβατικό άγημα στη Σκάλα Λεπτοκαρυάς και πυρπολεί αποθήκες εφοδίων του Οθωμανικού στρατού.



Κατά την επιχείρηση φονεύεται ο Κυβερνήτης του τορπιλοβόλου 16, Ανθυποπλοίαρχος Εμμανουήλ Αντωνιάδης ο οποίος γίνεται έτσι, ο πρώτος νεκρός απόφοιτος της νεοσύστατης Σχολής Ναυτικών Δοκίμων που λειτουργεί από το 1884. Στους νεκρούς προστίθενται επίσης δύο ναύτες και ένας πολίτης κάτοικος της περιοχής. Από την καταδρομική αυτή ενέργεια στις 12 Απριλίου 1897 έχουν διασωθεί έξι τουρκικές σημαίες που πάρθηκαν σαν λάφυρο και βρίσκονται στο Ναυτικό Μουσείο της Ελλάδος.

Το 1900, Αντιπλοίαρχος πλέον Κυβερνήτης του ευδρόμου Ναύαρχος Μιαούλης, προτείνει στο Υπουργείο Ναυτικών και εγκρίνεται, να εκτελέσει το εκπαιδευτικό ταξίδι των Ναυτικών Δοκίμων με το πλοίο του στην Αμερική. Το ταξίδι πραγματοποιείται από 3 Ιουλίου έως 22 Νοεμβρίου. Για τον χρόνο που πραγματοποιείται και τον τύπο του πλοίου αποτελεί επικίνδυνη περιπέτεια και η μεταφορά των Ναυτικών Δοκίμων συνιστά ανάληψη υψίστης ευθύνης. Ο Κουντουριώτης επιδεικνύει σπάνια ναυτικά προσόντα διαπλέοντας τον Ατλαντικό δύο φορές, σχεδόν αποκλειστικά με πανιά, για εξοικονόμηση καυσίμων.

Στην Αμερική γίνεται ενθουσιωδώς δεκτός από την ελληνική ομογένεια της Βοστώνης. Το 1908 ως Πλοίαρχος τοποθετείται υπασπιστής του Βασιλέως Γεωργίου Α΄. Γι’ αυτή του την τοποθέτηση εκτιμώνται η σοβαρότητα του χαρακτήρα του, η αφοσίωσή του στους θεσμούς, η σύνεση και η σωφροσύνη που επιδεικνύει σε μια ταραγμένη εποχή, κατά τη διάρκεια της οποίας η ψύχραιμη αποτίμηση της θέσης της χώρας και ο προσδιορισμός των εθνικών στόχων αποτελεί εναγώνια ζητούμενο στο πολιτικό και το στρατιωτικό περιβάλλον.

Το 1910 ως Πλοίαρχος τίθεται επικεφαλής της «Μοίρας Γυμνασίων» του στόλου, θέση στην οποία παραμένει μέχρι το 1912. Τον Σεπτέμβρη του 1912 ο Παύλος Κουντουριώτης έφθασε μπροστά στην ιστορία όταν ακριβώς η πατρίδα τον είχε μεγάλη ανάγκη. Βρέθηκε εκεί κι έγινε ο Σωτήρας της. Αξίζει εδώ να παρατεθεί ένα τηλεγράφημα που απέστειλε ο Τούρκος Υπουργός των Ναυτικών στον Ναύαρχο Αρχηγό του τουρκικού στόλου, για να γίνει αντιληπτό ποια ιδέα είχαν οι αντίπαλοι για τον Έλληνα Αρχηγό του Στόλου.

«Επί του Αβέρωφ θα επιβαίνει, όπως πληροφορούμαι, ως γενικός αρχηγός του ελληνικού στόλου, ο Κουντουριώτης, άριστος αξιωματικός, με πείρα, με θάρρος, με πατριωτισμό και πλείστες άλλες ναυτικές αρετές. Ο Κουντουριώτης είναι εκ των αρίστων αξιωματικών.

Ο Υπουργός των Ναυτικών
Μαχμούτ Μουκτάρ.»


Οι Βαλκανικοί είναι ίσως οι ενδοξότεροι πόλεμοι τους οποίους έχει διεξαγάγει το Ελληνικό κράτος από της απελευθερώσεώς του και ο Παύλος Κουντουριώτης αναδείχθηκε αναμφίβολα στο ψηλότερο ναυτικό σύμβολο της νεώτερης Ελλάδας. Οι γεωπολιτικές συνθήκες που οδήγησαν τις τρεις Σλαβικές Χριστιανικές χώρες των Βαλκανίων να συμπήξουν συμμαχία εναντίον της κυριάρχου Οθωμανικής Αυτοκρατορίας έχουν εκτεθεί σε άλλα άρθρα και παρεμβάσεις της παρούσας έκδοσης.

Ο μόνος στρατηγικός παράγοντας που έλειπε από τους συμμάχους και για τον οποίον έγινε δεκτή η Ελλάδα στη συμμαχία ήταν το Ελληνικό Ναυτικό. Ήταν η μόνη συμμαχική δύναμη που μπορούσε να αποκόψει τις Οθωμανικές στρατηγικές εφεδρείες και να τις ακινητοποιήσει στα λιμάνια της Μικράς Ασίας. Εάν οι περίπου 250.000 Οθωμανοί έφεδροι κατόρθωναν να διαπεραιωθούν στη Μακεδονία και να αντιπαρατεθούν στα μέτωπα των μαχών είναι πολύ πιθανόν ότι θα ήταν διαφορετική η εξέλιξη του πολέμου.

Θα πρέπει να σημειωθεί ότι τα υποτυπώδη έως ανύπαρκτα οδικά και σιδηροδρομικά δίκτυα της εποχής δεν επέτρεπαν την έγκαιρη μετακίνηση μεγάλων στρατιωτικών μονάδων και ρεύματος εφοδίων δια ξηράς. Έτσι λοιπόν οι Σλάβοι της Βαλκανικής υποχρεώθηκαν να κάνουν δεκτή την Ελλάδα στη συμμαχία τους παρά τις αντικρουόμενες επιδιώξεις που είχε καθένας για τα εδάφη της Μακεδονίας που θα απελευθερώνονταν από την Οθωμανική αυτοκρατορία.

Η αποστολή της επίτευξης απόλυτης κυριαρχίας στο Αιγαίο αναλαμβανόταν με δισταγμό από το Πολεμικό Ναυτικό, λόγω της αριθμητικής υπεροχής του Τουρκικού Ναυτικού. Υπεροχής που επιβεβαιωνόταν με κάθε επιτελική σύγκριση δυνάμεων και παρά την πρόσφατη ένταξη στον Ελληνικό στόλο του νεότευκτου σύγχρονου και ισχυρού, θωρακισμένου καταδρομικού Αβέρωφ.

Σε πολεμικό συμβούλιο που συγκλήθηκε τον Σεπτέμβριο του 1912 υπό την προεδρία του Πρωθυπουργού Ελευθερίου Βενιζέλου και στο οποίο ήταν παρόντες όλοι οι υψηλόβαθμοι αξιωματικοί του Ναυτικού και αξιωματούχοι της κυβέρνησης, καθώς και ο έχων αναλάβει πρόσφατα τα καθήκοντα του Αρχηγού του Στόλου, Πλοίαρχος Παύλος Κουντουριώτης, έγινε ανασκόπηση των δυνατοτήτων των ναυτικών μονάδων και παρατέθηκαν τα στοιχεία της σύγκρισης των δύο στόλων.



Εκτοπίσματα, ταχύτητες, αριθμός και διαμέτρημα πυροβόλων, πάχη θωρακίσεων, πληρώματα, τα πάντα τέθηκαν κάτω από λεπτομερειακή εξέταση και διατυπώθηκαν γνώμες και απόψεις που συνέτειναν στο ό,τι ο στόλος, λογικά, απαιτούσε ενίσχυση εν όψει της δύσκολης αποστολής του. Ο πρωθυπουργός επηρεασμένος από την παράθεση των δυσμενών στοιχείων δυσφορούσε.

Όταν κλήθηκε ο Κουντουριώτης να σχολιάσει τη ροή και τα συμπεράσματα της συζήτησης, εξέφρασε την εδραιωμένη πεποίθησή του ότι ο ελληνικός στόλος θα έβγαινε νικητής σε απ’ ευθείας αντιπαράθεση με τον Τουρκικό, διότι τα στελέχη του θα αγωνίζονταν με αυταπάρνηση και υψηλό ηθικό.

Ο Πρωθυπουργός ανακουφίστηκε από την παρέμβαση του Αρχηγού και ένιωσε ελεύθερος να προχωρήσει στα σχέδιά του. Για την επίδραση που είχε στον Πρωθυπουργό η στάση του Κουντουριώτη εκείνη την ημέρα, είναι χαρακτηριστική η επιστολή που του έστειλε ο Ελ. Βενιζέλος 21 χρόνια μετά, την επέτειο της ναυμαχίας της Έλλης, την 3η Δεκεμβρίου 1933.

Φίλτατε Ναύαρχε.

Είκοσι ένα χρόνια κλείουν σήμερα από την ημέρα, που με την ναυμαχία της Έλλης εξησφάλισες την κατά θάλασσαν υπεροπλίαν της Ελλάδος και των συμμάχων της και έτσι εξησφάλισες την τελικήν νίκην των. Όλοι οι Έλληνες σου είμεθα ευγνώμονες διά την νίκην σου αυτήν.

Περισσότερον από όλους εκείνος, που γνωρίζει, ότι χωρίς την αδάμαστον αποφασιστικότητά σου και την πίστην σου εις την κατά θάλασσαν νίκην μας, δεν θα απεφασίζαμεν να λάβωμεν μέρος εις τον πρώτον Βαλκανικόν Πόλεμον, με αποτέλεσμα ότι, αν μεν νικούσαν οι Σέρβοι και οι Βούλγαροι, τα όριά μας θα έμεναν οριστικώς εις την Μελούνα ή το πολύ θα έφθαναν στον Αλιάκμονα, αν δε νικούσαν οι Τούρκοι, η ζωή των ομογενών της Αυτοκρατορίας θα απέβαινεν ανυπόφορος.

Με εξαίρετον τιμήν και αγάπην
Ελευθ. Κ. Βενιζέλος


Ο Ελληνικός στόλος αποπλέοντας από το Φάληρο στις 5 Οκτωβρίου 1912 έπαιρνε μαζί του βαρύ το φορτίο των ελπίδων του Ελληνικού λαού. Αυτό επέβαλε να εξασφαλίσει την απόλυτη θαλάσσια κυριαρχία στο Αιγαίο και στο Ιόνιο, γεγονός που θα σήμαινε την πλήρη απαγόρευση των θαλασσίων επικοινωνιών για τις Οθωμανικές μεταφορές και την απρόσκοπτη και ασυνόδευτη εκτέλεση των μεταφορών μονάδων και εφοδίων που θα απαιτούσε η εξέλιξη των στρατιωτικών επιχειρήσεων των τεσσάρων συμμάχων στρατών.

Τονίζοντας τη συμβολή του Πολεμικού Ναυτικού με κανένα τρόπο δεν επιχειρείται να υποβαθμισθεί η συμβολή του Στρατού. Κανένας δεν μπορεί να παραβλέψει τον ηρωισμό που επέδειξαν στα πεδία των μαχών ξηράς τα στρατευμένα παιδιά της Ελλάδας. Κανένας δεν μπορεί να αγνοήσει την ορμή που έμοιαζε περισσότερο με ξέσπασμα και που σάρωνε στο διάβα της τις τουρκικές φρουρές και τις εστίες αντιστάσεως.

Δεν γεννάται καμία αμφιβολία για την τακτική αξία των μαχών, για τα περάσματα, τους λόφους, τα ποτάμια, τις οχυρές θέσεις. Δεν παραγνωρίζεται καθόλου η ψυχολογική αλλά και η ουσιαστική αξία της απελευθέρωσης χωριών και πόλεων και η δικαιολογημένη προβολή του ενθουσιασμού και της συγκίνησης των τοπικών πληθυσμών που υποδέχονταν τα Ελληνικά απελευθερωτικά στρατεύματα.

Ο πρωταγωνιστής, όμως, που έκρινε την έκβαση του πολέμου και που ουσιαστικά εκδίωξε του Οθωμανούς από τα Βαλκάνια ύστερα από απόλυτη κυριαρχία τους σ’ αυτά, μεγαλύτερη από πέντε αιώνες, πρέπει να αναγνωρίσουμε ότι ήταν ο Ναυτικός αγώνας του Αιγαίου. Ο Ελληνικός στόλος ήταν εκείνος που κράτησε αδρανείς και αχρησιμοποίητες τις τουρκικές εφεδρείες στα λιμάνια της Μικράς Ασίας, τόσο απαραίτητες για τους Οθωμανούς στην κρίσιμη περίοδο του πρώτου Βαλκανικού Πολέμου.

Η μεγάλη, η στρατηγική νίκη του πολέμου, κερδήθηκε στη θάλασσα. Ήταν αυτή που εάν χανόταν, μοιραία θα είχε άλλη εξέλιξη η ροή του πολέμου και η ιστορία θα ήταν διαφορετική. Στο παρόν σημείωμα λόγω περιορισμών διατιθέμενου χώρου θα αναφέρω μόνο σε μορφή τίτλων τις ναυτικές επιχειρήσεις εκείνες που συνέτειναν περισσότερο στην επίτευξη ναυτικής κυριαρχίας και βοήθησαν τις επιχειρήσεις του Στρατού.



Ως τέτοιες είναι γνωστές οι συγκρούσεις των δύο στόλων στο ακρωτήριο της Έλλης και νοτιοδυτικά της Λήμνου, στις 3 Δεκεμβρίου 1912 και 5 Ιανουαρίου 1913 αντιστοίχως. Αντίθετα είναι σχετικά άγνωστες οι Αλβανίας και η αποκοπή των Ιταλικών και αυστροουγγρικών εμπορικών πλοίων τα οποία συντηρούσαν το ρεύμα ανεφοδιασμού του Οθωμανικού στρατού, που υπερασπιζόταν τα Ιωάννινα.

Γνωστές είναι επίσης οι επιχειρήσεις απελευθέρωσης όλων των νησιών του Βορείου και Ανατολικού Αιγαίου από ναυτικά αποβατικά αγήματα και στις περιπτώσεις της Λέσβου και της Χίου, σε συνδυασμό με στρατιωτικές δυνάμεις. Άξιος μνείας και πολύ σημαντικός ήταν ο αγώνας δρόμου μεταξύ των βουλγαρικών στρατιωτικών δυνάμεων και του Ελληνικού στόλου για την κατάληψη της χερσονήσου του Αγίου Όρους. Η επιχείρηση αυτή που διεξήχθη την 1η Νοεμβρίου από το αντιτορπιλικό Θύελλα κατ’ αρχήν και τα Αβέρωφ,

Πάνθηρ και Ιέραξ αργότερα, διέσωσε το Άγιο Όρος από πολλές περιπέτειες που ενδεχομένως θα δημιουργούνταν, αν προλάβαιναν τα σπεύδοντα Βουλγαρικά στρατεύματα να το καταλάβουν. Δύο επιχειρήσεις που φανέρωναν το πνεύμα ηρωισμού με το οποίο το ναυτικό πολεμούσε τον προαιώνιο εχθρό ήσαν :

– Στις 18 Οκτωβρίου 1912 η διείσδυση στη Θεσσαλονίκη του τορπιλοβόλου 11 με Κυβερνήτη τον Υποπλοίαρχο Ν. Βότση, που κατέληξε στον τορπιλισμό και βύθιση του Τουρκικού θωρηκτού Φετχί Μπουλέντ.

– Στις 9 Νοεμβρίου 1912 η διείσδυση στο Αϊβαλί του τορπιλοβόλου 14 με Κυβερνήτη τον Υποπλοίαρχο Περ. Αργυρόπουλο, ο τορπιλισμός και βύθιση Τουρκικής κανονιοφόρου που ναυλοχούσε εκεί.

Τέλος θα ήθελα να αναφέρω δύο δευτερεύουσες επιχειρήσεις ως προς τα αποτελέσματά τους, οι οποίες όμως καταγράφηκαν ως παγκόσμιες πρωτιές και διατηρούν τη σημασία τους για το Πολεμικό Ναυτικό:

– Στις 9 Δεκεμβρίου 1912 εκτελέσθηκε η πρώτη παγκοσμίως βολή τορπίλης σε πολεμική επιχείρηση, από το υποβρύχιο Δελφίν σε κατάδυση εναντίον του τουρκικού ευδρόμου Μετζιτιέ. Κυβερνήτης ήταν ο Πλωτάρχης Στέφανος Παπαρρηγόπουλος.

– Στις 24 Ιανουαρίου 1913 εκτελέσθηκε η πρώτη παγκοσμίως πτήση υδροπλάνου ναυτικής αεροπορίας επ’ ωφελεία ναυτικής δυνάμεως. Πιλότος ήταν ο Λοχαγός Μιχ. Μουτούσης και παρατηρητής ο Σημαιοφόρος Αριστ. Μωραϊτίνης.

Στις επιχειρήσεις του Ναυτικού δέσποζε η προσωπικότητα του Αρχηγού και η προτροπή του για επίδειξη ακραίου επιθετικού πνεύματος στις όποιες συναντήσεις με τον εχθρό. Δεν είναι δύσκολο να προσπαθήσεις να σκιαγραφήσεις την προσωπικότητα του αρχιτέκτονα της νίκης των Βαλκανικών Πολέμων, του Ναυάρχου Παύλου Κουντουριώτη. Είναι απλό, γιατί κι ο ίδιος ήταν απλός. Λιτός και απέριττος, σχεδόν ασκητικός, έδειχνε βαθιά αποστροφή προς τις επιδείξεις και τις κοσμικές εκδηλώσεις.

Διατηρούσε ακλόνητη πίστη στον Θεό και πίστευε πως κάθε ενέργεια πρέπει να ξεκινά πάντοτε από την επίκληση της Θείας βοήθειας. Αντιφατικός στη συμπεριφορά, συνειδητοποιημένος αριστοκράτης ως απόγονος υψηλής γενιάς αρχόντων της Ύδρας, ήξερε να προσεγγίζει και να μιλά καλύτερα απ’ τον καθένα τη γλώσσα του λαού, των αγαθών νησιωτών που συγκροτούσαν τα πληρώματά του, τα οποία διοίκησε στη ζωή του.

Μιλούσε Αρβανίτικα απ’ ευθείας στην ψυχή των ανδρών του και παρά το γεγονός ό,τι επέβαλε σκληρή πειθαρχία σε όλους, τους υπ’ αυτόν, αξιωματικούς και ναύτες, ήταν αγαπητός, γιατί πρώτος αυτός έδινε το παράδειγμα της προσήλωσης στο καθήκον και της αγάπης, μέχρι θυσίας, προς την πατρίδα. Από τη διεξαγωγή των ναυτικών επιχειρήσεων των Βαλκανικών Πολέμων θα ήθελα να σχολιάσω τρία μόνο σημεία που χαρακτηρίζουν την ιδιοσυγκρασία του Ναυάρχου και περιγράφουν μόνα τους, πολύ εύγλωττα τον χαρακτήρα και την προσωπικότητά του.

Σημείο 1ο. Η Επιλογή του Ορμητηρίου του Στόλου.

Το 1897 ο Στόλος του Αιγαίου ναυλοχούσε στο ορμητήριο των Ωρεών της Μαγνησίας με στόχο να βρίσκεται πλησιέστερα στο θέατρο των επιχειρήσεων που δικαιολογημένα θεωρείτο το κεντρικό βόρειο Αιγαίο. Το 1912 τα επίσημα σχέδια του Επιτελείου προέβλεπαν και πάλι τους Ωρεούς, ενώ μεγάλη συζήτηση γινόταν για τον όρμο της Αγίας Μαρίνας στον νότιο Ευβοϊκό ώστε να συντομευθούν οι οδοί επικοινωνίας με τον Ναύσταθμο. Κανείς δεν περίμενε την αποφασιστική επιλογή του αρχηγού.



Θέτοντας πάνω απ’ όλα την εκπλήρωση της αποστολής του, που την έβλεπε αποκλειστικά σε μια αποφασιστική σύγκρουση με τον Τουρκικό στόλο, παραβλέποντας το πλήθος των αντιθέτων επιχειρημάτων και παραμερίζοντας τα πολλά μειονεκτήματα που συνεπαγόταν η επιλογή του, πλέει αποφασιστικά, καταλαμβάνει τη Λήμνο και εγκαθίσταται στον ασφαλέστατο από καιρικές συνθήκες όρμο του Μούδρου, πενήντα μόλις μίλια από την έξοδο των στενών των Δαρδανελίων. Με την κίνηση αυτή επιδεικνύει ένα άκρως επιθετικό πνεύμα.

Η μεγαλοφυής και ορμητική επιλογή του Ναυάρχου πιθανόν να ενήργησε εκφοβιστικά για τις τουρκικές ναυτικές δυνάμεις οι οποίες βράδυναναδικαιολόγητα κατά δύο περίπου μήνες να ανταποκριθούν και να επιχειρήσουν την έξοδό τους από την Προποντίδα και τα Δαρδανέλια. Πολύ αργότερα στις δεκαετίες του ’20 και του ’30 έγινε πολύς λόγος και χύθηκε πολύ μελάνι για τη διεκδίκηση της πατρότητας της ιδέας χρησιμοποιήσεως του Μούδρου ως ορμητηρίου του στόλου.

Ο ίδιος ο Κουντουριώτης, ολύμπιος κι απόμακρος, δεν έλαβε ποτέ μέρος σ’ αυτή τη διελκυστίνδα τοποθετήσεων και αντεγκλήσεων. Στη στρατιωτική δεοντολογία είναι γνωστό πως σημασία έχει ποιος αναλαμβάνει την ιστορική ευθύνη μιας αποφάσεως και όχι ποιος την εισηγείται, αν υποθέσουμε πως κάποιος άλλος την εισηγήθηκε.

Σημείο 2ο. Η διεξαγωγή των δύο αποφασιστικών ναυμαχιών της Έλλης και της Λήμνου.

Ο χειρισμός του Ελληνικού στόλου, ουσιαστικά δηλαδή της ναυαρχίδας Αβέρωφ και της Μοίρας των θωρηκτών Ύδρα, Σπέτσαι και Ψαρά απέδειξε μιαν ακατάσχετη ορμητικότητα και επιθετικό πνεύμα συνοδευόμενο από περιφρόνηση προς τον θάνατο, που σπάνια συναντάται και λίγο απέχει από το να επικρίνεται από τις Επιτελικές Σχολές Πολέμου.

Ιδιαίτερα στην πρώτη ναυμαχία, κατά τη φάση της καταδίωξης του Τουρκικού στόλου, είναι γεγονός πως ο Αβέρωφ πέρασε μέσα στο βεληνεκές των επάκτιων πυροβολείων και αν δεχόταν ένα σοβαρό πλήγμα ασφαλώς τα πράγματα θα είχαν διαφορετική εξέλιξη. Στη φάση αυτή όταν λόγω υπερθέρμανσης των πυροβόλων του Αβέρωφ ελαττώθηκε η ταχυβολία του, ο Ναύαρχος πήρε τη μεγάλη απόφαση.

Με την ταχύτητα του πλοίου στο ψηλότερο σημείο, τα 22 καζάνια να αποδίδουν τη μεγίστη ισχύ τους, στόχευε την τουρκική ναυαρχίδα και έπλεε «πάση δυνάμει» να την εμβολίσει, να την κόψει στα δύο. Έφθασε μέχρις αποστάσεως 2.600 μέτρων. Οι Τούρκοι έφευγαν και δεν πίστευαν. Χώθηκαν τρομαγμένοι στα στενά απ’ όπου δεν ξαναβγήκαν για ένα μήνα. Μετά από χρόνια ο Ναύαρχος διηγιόταν σε κάποιους φίλους του για εκείνη τη στιγμή:

«Είδα εκείνη την ώρα σαν όραμα πάνω στους δύο κάβους των Στενών τον παππού μου και τον Μιαούλη, να μου κάνουν νόημα και να με καλούν. Και όρμησα πάνω τους».

Σημείο 3ο. Εφαρμογή των αρχών του πολέμου.

Τη νύχτα της Πρωτοχρονιάς προς τη 2η του Γενάρη του 1913 (παλαιό ημερολόγιο), μέσα σε πολύ δυσμενείς καιρικές συνθήκες θύελλας με καταιγίδες, το θωρακισμένο καταδρομικό Χαμιδιέ διέλαθε απαρατήρητο και ανεντόπιστο κινήθηκε στο Αιγαίο, ως επιδρομικό. Στις 2 Ιανουαρίου το πρωί ξημερώθηκε έξω απ’ το λιμάνι της Σύρου, όπου βομβάρδισε το εξοπλισμένο εμπορικό «Μακεδονία» το οποίο βρισκόταν εκεί λόγω βλάβης πηδαλίου.

Η επιχείρηση θεωρήθηκε από τον Ναύαρχο σαν μια καλά προσχεδιασμένη παραπλανητική κίνηση εκ μέρους του τουρκικού ναυαρχείου, που απέβλεπε να παρασύρει κάποιο τμήμα του Ελληνικού στόλου να αποσπασθεί από τον Μούδρο και να κυνηγήσει το επιδρομικό. Εν προκειμένω μόνο ο Αβέρωφ είχε αυτή τη δυνατότητα λόγω ταχύτητας. Πράγματι η Ελληνική κυβέρνηση θορυβήθηκε και συνέστησε στον αρχηγό του στόλου να επιληφθεί αποσπώντας Μοίρα του στόλου υπό τον Αβέρωφ.

Ο Κουντουριώτης έχοντας την υποψία ότι επρόκειτο για Τουρκικό τέχνασμα και εφαρμόζοντας με σταθερότητα την αρχή του πολέμου «εμμονή στον σκοπό» αρνήθηκε να συμμορφωθεί, πείθοντας την κυβέρνηση να αναστείλει τη διαταγή της.

Σε τρεις μέρες, την 5η Ιανουαρίου, ο Τουρκικός στόλος εξέπλευσε των Στενών και κινήθηκε προς τον Μούδρο για να συναντήσει τον Ελληνικό. Η ναυμαχία της Λήμνου επέφερε το τελειωτικό πλήγμα στον Τουρκικό στόλο και κρίθηκε από την ευστοχία των Ελληνικών πυρών αυτή τη φορά. Διήρκεσε μόνο 20 λεπτά και στη συνέχεια εξελίχθηκε σε μια άτακτη φυγή των Τουρκικών πλοίων προς τα Στενά, έχοντας τα θωρηκτά μόλις επιπλέοντα με πυρκαγιές, σημαντικές ζημιές πολλούς νεκρούς και τραυματίες.


Στον δεύτερο Βαλκανικό πόλεμο ο στόλος υπό την καθοδήγηση του Κουντουριώτη προσέφερε και πάλι σημαντικές υπηρεσίες στην απελευθέρωση της Θράκης με την απόλυτη κυριαρχία στα παράλιά της. Μετά το ένδοξο πέρας των Βαλκανικών Πολέμων ο Κουντουριώτης προάγεται σε Αντιναύαρχο και γίνεται ο πρώτος που θα καταλάβει αυτό το βαθμό στο Πολεμικό Ναυτικό. Η προαγωγή του εκείνη έγινε:

«...δι εξαιρετικάς εν πολέμω υπηρεσίας, παρασχεθείσας υπ’ αυτού τη Πατρίδι, εν τη εκτελέσει των καθηκόντων του, ως αρχηγού του στόλου του Αιγαίου».

Το καλοκαίρι του 1915 ο Κουντουριώτης επιβαίνων του Αβέρωφ επισκέφθηκε την Κρήτη η οποία είχε συνενωθεί με την Ελλάδα κατά τη διάρκεια των Βαλκανικών Πολέμων. Η υποδοχή που του επιφυλάχθηκε στα Χανιά είχε τόσο ενθουσιασμό, παλμό και συγκίνηση, που άφησε εποχή.

Στη συνέχεια παραμένοντας Ναύαρχος εν ενεργεία, διετέλεσε Υπουργός των Ναυτικών στην κυβέρνηση Στ. Σκουλούδη από τον Οκτώβριο του 1915 έως τον Ιούνιο του 1916. Κατά την υπουργική του θητεία αποδεικνύεται εξαιρετικά προσεκτικός και σώφρων στη διαχείριση των εθνικών θεμάτων, σε αντίθεση με την ορμητικότητα που είχε επιδείξει ως αρχηγός στόλου. Διαφώνησε με την κυβέρνηση στην οποία μετείχε στο θέμα της ουδετερότητας και υποστήριξε τη συμμαχία με την Αντάντ.

Ο Κουντουριώτης ήταν φιλοβασιλικός, όσο κι αν αυτό ακούγεται παράδοξο κι αντιφατικό. Αγαπούσε τον θεσμό σαν μια εγγύηση της ενότητας και της συνέχειας του κράτους και ο σεβασμός του στον θρόνο ήταν αποτέλεσμα της φλογερής φιλοπατρίας του χωρίς κανένα ίχνος προσωπολατρείας. Είναι γεγονός πως ο Βασιλεύς Κωνσταντίνος έτρεφε μεγάλη συμπάθεια προς το πρόσωπό του, λόγω της προϋπηρεσίας του Ναυάρχου ως υπασπιστή του πατέρα του, Γεωργίου.

Παρά ταύτα όταν ο Ναύαρχος θεώρησε το 1916 ότι το καθήκον προς την πατρίδα τον καλούσε να λάβει θέση στο πλευρό του μεγάλου πολιτικού Ελευθερίου Βενιζέλου δεν δίστασε στιγμή και τάχθηκε ολόψυχα, ως μέλος της τριανδρίας της Δημοκρατικής Άμυνας, (Βενιζέλος, Κουντουριώτης, Δαγκλής) στην επαναστατική κυβέρνηση της Θεσσαλονίκης.

Στο σημείο αυτό είναι επιβεβλημένο να παρατεθεί ένα απόσπασμα από επιστολή του Ελευθερίου Βενιζέλου που γράφτηκε την 30η Αυγούστου 1916 και στην οποία διαφαίνεται η εκτίμηση που έτρεφε ο Εθνάρχης στο πρόσωπο του Ναυάρχου, όπως άλλωστε και ολόκληρος ο Ελληνικός λαός:

Αθήναι 30 Αυγούστου 1916.

Φίλτατε Ναύαρχε.

Τα πράγματα φθάνουν εις το απροχώρητον. Μετά την παραίτησιν του κ. Ζαΐμη και την συγκρότησιν της νέας κυβερνήσεως και την υπό των Βουλγάρων ουσιαστικήν κατάληψιν της Καβάλλας δεν πρέπει να μας μένη καμμία αμφιβολία Ναύαρχε! Κάμε τον σταυρόν σου εις το όνομα του Θεού. Σε εξορκίζω προς τούτο. Άλλη οδός σωτηρίας δεν έμεινε δια την Ελλάδα. Δεν έχομεν το δικαίωμα ούτε σεις ούτε εγώ ν’ αφήσωμεν να συμπληρωθή η καταστροφή, χωρίς να επιδιώξωμεν την σωτηρίαν.

Εάν, φίλτατε ναύαρχε, αρνηθήτε να κινηθήτε, εν καθήκον μου υπολείπεται. Να καταγγείλω εις το έθνος τον όλεθρον εις τον οποίον σύρεται και να δηλώσωότι, μη έχων την δύναμιν να αποτρέψω τον όλεθρον, αλλά και μη θέλων να παρίσταμαι σιωπηλός μάρτυς της καταστροφής και της ατιμώσεως, φεύγω οριστικώς από την Ελλάδα.

Ναύαρχε ! Εις χείραν πάλιν Κουντουριώτη κρέμεται η σωτηρία του έθνους, εφ’ όσον είνε ακόμη καιρός. Με αισθήματα εξόχου τιμής και αδελφικής αγάπης, υμέτερος

(Υπογραφή)
Ελευθέριος Βενιζέλος»
.

Μεγάλες και ιστορικές στιγμές του έθνους, όπως διαγράφονται από την ιδιωτική αλληλογραφία δύο μεγάλων ανδρών, που ζούσαν, αγωνίζονταν και ανέπνεαν για το έθνος και την Ελληνική πατρίδα. Έγινε έτσι συμπαραστάτης του δημιουργού της μεγάλης Ελλάδας καθ’ όλη τη μέχρι το 1920 επική περίοδο των Ελληνικών θριάμβων προσφέροντας στο κίνημα της Θεσσαλονίκης την πανελλήνια αποδοχή του. Ούτε προσωπικές συμπάθειες, ούτε οικογενειακές καταβολές, τον εμπόδισαν μπροστά σ’ αυτό που πίστεψε ύψιστο συμφέρον για την πατρίδα.


Στις 14 Ιουνίου 1917 επιστρέφοντας στην Αθήνα μαζί με την κυβέρνηση Βενιζέλου αναλαμβάνει το Υπουργείο των Ναυτικών και αναστυλώνει το ηθικό των ανδρών του κλάδου, που τόσο είχε ταλαιπωρηθεί από τις περιπέτειες των Αγγλο – Γαλλικών κατασχέσεων και καταλήψεων

Το 1919 καταλαμβάνεται από το όριο ηλικίας και στις 2 Δεκεμβρίου αποχωρεί από την ενεργό υπηρεσία του Ναυτικού τιμής ένεκεν ως Ναύαρχος, με την ήρεμη γαλήνη του ανδρός που πρόταξε πάντα το καθήκον προς την πατρίδα έναντι όποιας προσωπικής επιδίωξης.

Μετά τον θάνατο του Βασιλέως Αλέξανδρου η γενική εκτίμηση και αποδοχή στο πρόσωπό του τον ανεβάζει στο αξίωμα του Αντιβασιλέα, στο οποίο παρέμεινε μέχρι τις εκλογές της 1ης Νοεμβρίου 1920. Αποτελεί χαρακτηριστικό της ποιότητας των πολιτικών του αντιπάλων, ότι τον Δεκέμβριο του 1921 επιχειρούν απόπειρα δολοφονίας εναντίον του, με αποτέλεσμα τον τραυματισμό του.

Μετά την Μικρασιατική καταστροφή και την απομάκρυνση του Βασιλέως Γεωργίου Β΄ η κοινή εμπιστοσύνη και ο σεβασμός τον φέρουν και πάλι για δεύτερη φορά στο αξίωμα του Αντιβασιλέα. Τον Μάρτιο του 1924 μετά την ανακήρυξη της αβασίλευτης Δημοκρατίας η εθνοσυνέλευση του αναθέτει προσωρινά τα καθήκοντα του Προέδρου της Δημοκρατίας.

Τον Μάρτιο του 1926 με την κήρυξη της δικτατορίας του Πάγκαλου διαμαρτύρεται, παραιτείται, αποχωρεί και πηγαίνει να ιδιωτεύσει στην Ύδρα. Είναι χαρακτηριστικό το απόσπασμα της επιστολής που του αποστέλλει ο Πάγκαλος την ίδια ημέρα της επιβολής της Δικτατορίας, παρακαλώντας τον να αποσύρει την παραίτησή του:

Πρόεδρος Υπουργικού Συμβουλίου

26 Μαρτίου 1926

Σεβαστέ μου κ. Πρόεδρε
………………………………………..

Κύριε Πρόεδρε θεωρώ καθήκον μου να επικαλεσθώ τον εγνωσμένον πατριωτισμόν σας όπως δεχθήτε να αποσύρετε την παραίτησίν σας την οποίαν άλλωστε δεν εκάμαμε γνωστήν ούτε εδημοσιεύσαμε. Εν ανάγκη μπορείτε να μείνετε 5 – 6 ημέρες ή και οριστικώς εν Ύδρα διότι ελπίζω ότι εντός 2 ή τριών το πολύ μηνών θα ρυθμίσωμεν δι εκλογών την κατάστασιν οπότε πλέον αν δεν θέλετε θα μπορείτε να αποσυρθήτε οριστικώς με την γαλήνην της συνειδήσεως πλήρη ότι επιτελέσατε το καθήκον σας εις τας κρισίμους αυτάς στιγμάς.

(Υπογραφή)
Θεόδωρος Πάγκαλος».


Στις 26 Αυγούστου του 1926 ο Δικτάτορας ανατρέπεται και ο Κουντουριώτης επανέρχεται στην Προεδρία της Δημοκρατίας. Είναι η εποχή που γίνεται δεύτερη απόπειρα δολοφονίας του έξω από το Δημαρχείο των Αθηνών. Τον Μάιο του 1929 η εθνοσυνέλευση τον εκλέγει τακτικό Πρόεδρο της Δημοκρατίας. Σε πολύ λίγο χρονικό διάστημα έχουμε ένα ακόμα δείγμα του ιδεαλισμού του Παύλου Κουντουριώτη. Μόλις αντιλαμβάνεται τα πρώτα συμπτώματα προσβολής του από ασθένεια Πάρκινσον παραιτείται την 10η Δεκεμβρίου 1929, επτά μόνο μήνες μετά την εκλογή του.

Στέλνει μήνυμα στον Ελευθέριο Βενιζέλο μέσω του πρέσβη αδελφού του:

«Παραιτήθηκα γιατί αυτό επέβαλε το εθνικό συμφέρον. Τα χέρια μου άρχισαν να τρέμουν. Όταν θα ήρχοντο να μα επισκέπτονται οι ξένοι πρέσβεις θα το αντιλαμβάνοντο. Οι σκέψεις και οι κρίσεις τους θα ήσαν δυσμενείς δια την πατρίδα».

Αποσύρεται οριστικά από τα κοινά περιοριζόμενος σε απλή ζωή μεταξύ του σπιτιού του στο Παλαιό Φάληρο και της αγαπημένης του Ύδρας. Στις 22 Αυγούστου 1935 έδυσε ήσυχα και ήρεμα και κατά την επιθυμία του η σορός του μεταφέρθηκε στον πέτρινο τάφο που είχε ο ίδιος ετοιμάσει κάτω από το αρχοντικό του στην Ύδρα, να αγναντεύει το πέλαγος που τόσο αγάπησε και μέσα στο οποίο μεγαλούργησε.

Μπρος στον ανοιχτό τάφο τον μεγάλο Ναύαρχο αποχαιρέτησε ο τότε Αρχηγός του Στόλου Ναύαρχος Σακελλαρίου οι τελευταίες λέξεις του οποίου ήταν «...Απέρχεσαι ακόμη του κόσμου τούτου με την βιβλική σου ευσέβειαν και ευλάβειαν προς την πίστιν των πατέρων μας, δικαίως κατακτήσας τον τίτλον του αγίου».


Ο Ναύαρχος Παύλος Κουντουριώτης υπήρξε μία από τις πλέον ευγενικές φυσιογνωμίες του πανθέου των θαλασσινών ηρώων του Ελληνισμού. Έχοντας την ορμητικότητα των ναυμάχων του 1821 ήταν γεννημένος ναύτης,προικισμένος με βαθύ στρατηγικό και τακτικό ένστικτο, πολιτικός, διπλωμάτης, ανθρωπιστής, με διαίσθηση και ενόραση. Αν θα έπρεπε με δυο λόγια να περιγράψουμε τον χαρακτήρα του Ναυάρχου Παύλου Κουντουριώτη θα αναφέραμε την σεμνότητα και την αγάπη του προς τον Θεό, την πατρίδα και το Ναυτικό.

Είχε συνείδηση του ενδόξου παρελθόντος της οικογενείας του και αγωνιούσε να φανεί αντάξιος των προγόνων του. Ποτέ δεν ζήτησε τα αξιώματα που κατέλαβε. Χαρακτηριστική είναι η πρώτη παράγραφος της διαθήκης του:

«Έζησα πιστός εις την Χριστιανικήν θρησκείαν και εις την Ανατολικήν Ορθόδοξον εκκλησίαν. Ηγάπησα δι’ όλης της ψυχής μου την πατρίδαν μου. Κατά το μέτρον των δυνάμεών μου και τη βοήθεια του Θεού εξετέλεσα το καθήκον μου. Ατενίζω ήρεμος την κρίσιν της ιστορίας».

Οι Αξιωματικοί του Ναυτικού θυμούνται πάντα με σεβασμό τον μεγάλο Ναύαρχο που σφράγισε με τη δική του αξιοπρεπή και ωφέλιμη παρουσία την Ελληνική ιστορία του 20ου αιώνα. Όπως δε συνηθίζαμε εμείς οι παλαιότεροι, όταν τα καράβια του Ναυτικού παρέπλεαν την πόλη της Ύδρας απένεμαν τιμητικό χαιρετισμό με σήμανση «Γενικής Ακινησίας» προς τον πέτρινο σταυρό του λιτού τάφου του Ναυάρχου.

Σ’ αυτές τις στιγμές, με το πλήρωμα παρατεταγμένο σε στάση προσοχής, λες και βλέπαμε τον Ναύαρχο αλλοπαρμένο στη γέφυρα του Αβέρωφ, που άφριζε σκίζοντας τα κύματα, μέσα σε λάμψεις κανονιοβολισμών και βροχή οβίδων, να αντικρίζει τους προγόνους του να σκιαγραφούνται στα βουνά και στους κάβους της Μικράς Ασίας και να τον καλούν κοντά τους, προς τον θάνατο και τη δόξα.

Στ’ αυτιά μας ηχούσαν τα ίδια τα λόγια του Ναυάρχου, να υπαγορεύουν το θρυλικό του σήμα, προς τα πλοία του στόλου:

«Με την δύμαμιν του Θεού και τας ευχάς του Βασιλέως μας και εν ονόματι του Δικαίου, πλέω μεθ’ ορμής ακαθέκτου, με την πεποίθησιν της νίκης, εναντίον του εχθρού του γένους.

Κουντουριώτης»
.

Τα "Ιατρικά" του Ναυάρχου και Προέδρου της Α΄ Ελληνικής Δημοκρατίας Παύλου Κουντουριώτη

Ο ναύαρχος Παύλος Κουντουριώτης (1855-1935), όπως εξάλλου όλοι οι άνθρωποι, ήρθε αντιμέτωπος στη ζωή του με την αρρώστια, ακόμη και με το θάνατο, όταν προσπάθησαν δύο φορές ανεπιτυχώς να τον δολοφονήσουν.

Ίσως, δεν θα είχε κανένα νόημα η οποιαδήποτε μνεία στο είδος, αλλά και στο μέγεθος των νοσημάτων, που τον «ταλαιπώρησαν», όσο ο ίδιος βρισκόταν ακόμη στη ζωή, όμως, έστω και μια σύντομη αναφορά στην υγεία του θα μπορούσε ενδεχομένως να φωτίσει και μια άλλη πλευρά της προσωπικότητας του νικητή των«ναυμαχιών της Έλλης και της Λήμνου» των Βαλκανικών Πολέμων 1912-1913.

Του ανθρώπου που συνέβαλε καθοριστικά στη δημιουργία της Ελλάδας «των δύο ηπείρων και των πέντε θαλασσών», η οποία σφραγίστηκε με τη συνθήκη των Σεβρών στις 10 Αυγούστου 1920. Κι αυτό, γιατί ο τρόπος, με τον οποίο συμπεριφέρεται ένα άτομο μπροστά στην αρρώστια, αποτελεί αναπόσπαστο στοιχείο του χαρακτήρα του.

Από τα λίγα εξάλλου διαθέσιμα βιογραφικά του ναυάρχου ελάχιστες πτυχές της ζωής του έχουν φωτιστεί- και αυτές ακροθιγώς και αποσπασματικά- σε σχέση με τις λίγες φορές, που υπήρξε ο ίδιος ασθενής. Στις καταγεγραμμένες μαρτυρίες που ακολουθούν, δεν χρειάζεται κανείς να έχει εξειδικευμένες γνώσεις ψυχολογίας, για να βγάλει από μόνος του τα συμπεράσματα για τον ψυχισμό του «ασθενή» Κουντουριώτη.



Λίγες ημέρες μετά τη «ναυμαχία της Λήμνου» ο Κουντουριώτης, έχοντας όλα τα συμπτώματα μιας γαστρορραγίας (δυνατούς πόνους στο στομάχι, καφεοειδείς εμέτους και μέλαινες κενώσεις), παρέμεινε κλινήρης ακολουθώντας τις οδηγίες του γιατρού του πλοίου· η παράταση των μαύρων κενώσεων ανησύχησαν το γιατρό, ο οποίος συνέστησε μεταφορά του ναυάρχου σε νοσοκομείο για περαιτέρω νοσηλεία λόγω υπόνοιας συνέχισης της γαστρορραγίας και των κινδύνων που αυτή εγκυμονεί, που στην περίπτωση αυτή απαιτείται μετάγγιση αίματος και ενδεχομένως χειρουργική επέμβαση.

Ο Δούσμανης, που μετέφερε τους επιστημονικούς προβληματισμούς και την ανησυχία του γιατρού στον Κουντουριώτη, προκειμένου αυτός να διακομιστεί σε νοσοκομείο της Θεσσαλονίκης για περαιτέρω αντιμετώπιση, έλαβε την αρνητική απάντηση του ναυάρχου· ευτυχώς η γερή του κράση υπερίσχυσε και σε λίγες ημέρες έγινε καλά.

Κάποτε, κατά τη διάρκεια της θητείας του ως Πρόεδρος της Δημοκρατίας, ο ναύαρχος Κουντουριώτης αρρώστησε και κατόπιν συστάσεων των θεραπόντων ιατρών του, προκειμένου να αναρρώσει, απομονώθηκε στην ιδιαίτερη πατρίδα του, όπου παρέμεινε αρκετό χρονικό διάστημα, γεγονός που του δημιούργησε μελαγχολία∙ ο γιατρός του Ναυτικού Ζουμής, τον οποίο ιδιαίτερα αγαπούσε και εκτιμούσε ο ναύαρχος, κλήθηκε στην Ύδρα για να τον εξετάσει.

Η γνωμάτευση δεν άφηνε κανένα περιθώριο παρερμηνείας «Κύριε Πρόεδρε, η υγεία σας είναι αρίστη, ενοσταλγήσατε να προσφέρητε τας υπηρεσίας σας και πάλιν εις το Έθνος, διό και σας συνιστώ να επιστρέψητε εις τας Αθήνας» και ο ναύαρχος συνήλθε αμέσως.

Στις αρχές Δεκεμβρίου του 1929 ο Κουντουριώτης παραιτήθηκε από το αξίωμα του Προέδρου της Ελληνικής Δημοκρατίας για λόγους υγείας, όταν διαπίστωσε ότι τα αρχικά κλινικά συμπτώματα, τα οποία του παρουσιάστηκαν (έλλειψη αυθόρμητης κινητικότητας, χαρακτηριστικό τρέμουλο κατά την ηρεμία), δεν ήταν άλλα, παρά εκείνα, που συνδέονταν με τη νόσο, που για πρώτη φορά το 1817 περιέγραψε ολοκληρωμένα ο Άγγλος γιατρός Πάρκινσον (James Parkinson, 1755 - 1824).

Η επιστολή παραίτησης, που απέστειλε στον προθυπουργό Ελευθέριο Βενιζέλο (1864 - 1936), με την οποία του κοινοποίησε την αμετάκλητη απόφασή του, αποτελεί μνημείο ιδεαλισμού: "Παραιτήθηκα, γιατί αυτό επέβαλε το εθνικό συμφέρον. Τα χέρια μου άρχισαν να τρέμουν. Όταν θα ήρχοντο να με επισκέπτονται ξένοι πρέσβεις, θα το αντιλαμβάνοντο.

Οι σκέψεις και οι κρίσεις τους θα ήσαν δυσμενείς δια την πατρίδα" . άραγε πόσοι πολιτικοί ηγέτες σήμερα στον κόσμο μπορούν να αρθρώσουν τέτοιο λόγο, όταν βαριά άρρωστοι - θλιβερά ερείπια του εαυτού τους - προσπαθούν να κρατηθούν γαντζωμένοι στην εξουσία; Άλλα ήθη, άλλες εποχές, τότε που υπήρχαν ηγέτες, που ενέπνεαν και ξεσήκωναν τον λαό. O tempora o mores!

Το πρώτο δεκαήμερο του Αυγούστου του 1934 μια δυσάρεστη είδηση, που είχε δημοσιευτεί στον τύπο, λύπησε τους Έλληνες «Ο Ναύαρχος Κουντουριώτης παραθερίζων είς Ύδραν ασθενεί σοβαρώς»∙ σε μικρό χρονικό διάστημα η υγεία του ναυάρχου βελτιώθηκε, η αιτία όμως που τον στενοχώρησε δεν ήταν ο κίνδυνος της αρρώστιας για τη ζωή του, αλλά η θεραπευτική πειθαρχία, στην οποία τον υπέβαλαν οι θεράποντες γιατροί του.

Υποχρεωμένος, όμως, εκ των συνθηκών να υπακούσει στις θεραπευτικές προσταγές είπε με φιλοσοφική διάθεση, αλλά και παράπονο «Ουαί τοις ηττημένοις». Τέσσερις μικρές ιστορίες, μεγάλης όμως βαρύτητας και σημαντικότητας, όχι μόνο γιατί το κοινό τους χαρακτηριστικό είναι το κεντρικό πρόσωπο, γύρω από το οποίο περιστρέφονται, αλλά κυρίως ο τρόπος με τον οποίο το ίδιο αντέδρασε.

Παρόλο, που στη διαμόρφωση της προσωπικότητας σημαντικό ρόλο παίζει το οικογενειακό υπόβαθρο, μέσα στο οποίο έχει μεγαλώσει κανείς, αλλά και το κοινωνικό περιβάλλον μέσα στο οποίο κινείται, εντούτοις άτομα, που συμβιούν μέσα στο ίδιο περιβάλλον, αναπτύσσουν πολλές φορές μια εντελώς διαφορετική συμπεριφορά απέναντι στην αρρώστια. Αυτή η παρατήρηση μας επιβάλλει να αναζητήσουμε βαθύτερα στον ψυχολογικό κόσμο αυτών των ατόμων, προκειμένου να βρούμε τους παράγοντες, οι οποίοι θα μπορέσουν ενδεχομένως να ερμηνεύσουν αυτή τη διαφορά.



Οι ειδικοί, που έχουν προσπαθήσει να ερμηνεύσουν τον τρόπο αντίδρασης απέναντι στην αρρώστια, καταλήγουν στο συμπέρασμα, ότι το πάσχον άτομο αναπτύσσει μια ιδιαίτερη συλλογιστική απέναντι στους κινδύνους, που εγκυμονεί μια αρρώστια για τη ζωή τους. Όλοι συμφωνούν, ότι η ανατροπή της υγείας ορίζεται με υποκειμενικό τρόπο από τον ίδιο τον ασθενή, η οποία μπορεί να οδηγήσει σε κάποιου είδους αλλαγή της κοινωνικής του κατάστασης και, ότι η συνειδητοποίηση της νόσου συνοδεύεται από συμπεριφορές του αρρώστου, που επηρεάζονται από ένα σύνολο κοινωνικοοικονομικών, πολιτιστικών και ψυχολογικών παραγόντων.

Αλλά και ο τρόπος, που προσεγγίζει ο άρρωστος τη διαταραχή της υγείας του, επηρεάζεται από ένα σύνολο κοινωνικών, ψυχολογικών και βιολογικών παραγόντων με πρώτο εξ αυτών το σωματικό σύμπτωμα/ενόχλημα, που θα τον οδηγήσει στο γιατρό.

Η «κουλτούρα» ενός ατόμου ως σύνολο ηθών, εθίμων και αντιλήψεων, υπό την ανθρωπολογική της έννοια, παίζει ίσως το σημαντικότερο ρόλο στη διαμόρφωση συγκεκριμένων απόψεων για την αρρώστια, οι οποίες είναι υπεύθυνες για τον τρόπο, με τον οποίο το συγκεκριμένο άτομο θα αντιδράσει σ’ αυτή. Επομένως η προσωπική στάση του αρρώστου δεν αποτελεί τυχαία, αλλά συνειδητή διαδικασία συμπεριφοράς.

Ο άρρωστος, οποιοσδήποτε άρρωστος, ανεξάρτητα από το φύλο, την ηλικία, τη μόρφωση και την κοινωνική του θέση, διακατέχεται από το αίσθημα της ανασφάλειας, που η ίδια η αρρώστια προκαλεί. Φοβάται, ακόμη και αν δεν το λέει, λειτουργεί καχύποπτα απέναντι στο γιατρό ή σε όσους προσπαθούν να τον βοηθήσουν και δυσφορεί, γιατί αισθάνεται εξάρτηση από αυτούς. Ο τρόπος, που συνήθως αντιδρά έχει ενδιαφέρον από ψυχολογική άποψη, γιατί αντανακλά το χαρακτήρα του.

Θα μπορούσε να θεωρηθεί, από μια άποψη, επιστημονικό θέσφατο, ότι η αντίδραση του ασθενή απέναντι στο φόβο, που η αρρώστια επιφέρει, εκφράζεται ορισμένες φορές με αντίθετη συμπεριφορά και φαινομενικά παρουσιάζεται ως αντίδραση τόλμης, προκειμένου ο πάσχων να αποδείξει πρώτα στον εαυτό του και ύστερα στους άλλους, ότι δεν φοβάται, ενώ στην πραγματικότητα κρύβει μέσα του βαθιά ανησυχία και φοβία.

Στην «περίπτωση Κουντουριώτη» όμως, σύμφωνα με την προσωπική μου εκτίμηση, ο τρόπος που αντέδρασε απέναντι στη γαστρορραγία του δεν θα μπορούσε να θεωρηθεί, παρά έκφραση τόλμης, γενναιότητας, αλλά και ευθύνης απέναντι στην «ιερή» υποχρέωση, που είχε αναλάβει ως Αρχηγός του Στόλου. Εξάλλου η αντοχή κάθε οργανισμού απέναντι στην αρρώστια, αλλά και ο τρόπος με τον οποίο κάποιος την ξεπερνά εξαρτάται όχι μόνο από τη σωματική του κράση, αλλά και τις ψυχικές του αντοχές∙ και ο Κουντουριώτης διέθετε και τα δύο.

Εκτός όμως αυτών, ο ίδιος είχε σαφή αντίληψη του γεγονότος, ότι όταν ένας άνθρωπος αρρωστήσει, δεν αλλάζει μόνο η δική του ζωή, αλλά μαζί με τη δική του επηρεάζονται και οι ζωές των ανθρώπων, που τον περιβάλλουν. Είναι εύκολο να αναλογιστεί κανείς τι θα συνέβαινε, αν ο ναύαρχος είχε δεχτεί να μεταφερθεί στο νοσοκομείο! Το ηθικό των ανδρών του θα έπεφτε, αφού ο Αρχηγός τους θα τους εγκατέλειπε βαριά άρρωστος.

Αυτά, ίσως, σκεπτόταν ο Κουντουριώτης όταν απάντησε θυμωμένα στην επιμονή του Δούσμανη για τη διακομιδή του «Εγώ δεν πάω πουθενά. Μονάχα πεθαμένο θα με βγάλετε από δω μέσα. Ακούς εκεί νοσοκομείο. Έχουμε πόλεμο Σοφοκλή. Έτσι τα παρατάμε κι’ αφήνουμε να μας τρέχουνε στους γιατρούς ή πιάνουμε το κρεβάτι σαν τις λεχώνες;».

Η μελαγχολία του Κουντουριώτη, ως έκφραση της- έστω και πρόσκαιρης- απώλειας του προσωπικού του ρόλου από την τύχη των εθνικών θεμάτων, που διαχειριζόταν εκείνη την εποχή από τη θέση του ύπατου αξιώματος της Πολιτείας, «γιατρεύτηκε» με τη σταθερή και αποφασιστική προτροπή του γιατρού να επιστρέψει πίσω στα καθήκοντά του.

Ο τρόπος, με τον οποίο αντέδρασε ο Κουντουριώτης στο τρεμούλιασμα των χεριών του, ενός από τα πρώτα συμπτώματα της αρρώστιας, που του προξένησε απώλεια του ελέγχου της κίνησης των μελών του σώματός του, φανερώνει άνθρωπο υπεύθυνο, με συγκροτημένη σκέψη και υψηλό αίσθημα ευθύνης απέναντι στη θέση, που του εμπιστεύτηκε η Πολιτεία. Η παραίτησή του υπήρξε ο επίλογος της πολιτικής του καριέρας, πράξη εθνικής αξιοπρέπειας και έμπρακτου πατριωτισμού, προσωπική υπέρβαση και μάθημα ήθους με διαχρονική αξία.



Το χρονικό διάστημα, που μεσολάβησε από τη δημόσια ανακοίνωση της αρρώστιας του Κουντουριώτη, που τον οδήγησε στο θάνατο μετά από ένα χρόνο, τον Αύγουστο του 1935, υπήρξε γι’ αυτόν περίοδος εντελέχειας και υπαρξιακού επαναπροσδιορισμού. Παρά το γεγονός, ότι κάθε ανθρώπινη ύπαρξη κλονίζεται μπροστά στην επίγνωση του θανάτου, ακριβώς αυτή η πραγματικότητα είναι που μετουσιώνει το υπαρξιακό άγχος σε φιλοσοφική διάθεση για το νόημα της ζωής, αντιμετωπίζοντάς τον ως αναπόσπαστο κομμάτι της ζωής.

Οι τρεις λέξεις «Ουαί τοις ηττημένοις», που αναφώνησε ο ναύαρχος, όταν αρρώστησε, φανερώνουν τη φιλοσοφική και ταυτόχρονα τη θυμοσοφική του διάθεση, όταν αυτός, που δεν ηττήθηκε ποτέ, νικημένος από το γήρας, θέλησε «να δείξει πόσο σκληρό είναι να υποτάσσεται κάποιος σε ξένη συμβατική θέληση, εκείνος που θέληση δική του είχε πάντα να επιβάλλεται σε όλους με λόγια λίγα και έργα μεγάλα και ηρωικά, άξια μια ημέρα να γίνουν εποποιία και θρύλος».

Η Καριέρα του Ναύαρχου Π. Κουντουριώτη

Ο Ναύαρχος Παύλος Κουντουριώτης υπήρξε:

Δυο φορές, Πρόεδρος της Ελληνικής Δημοκρατίας. 1924 -1925 και 1929.
Δυο φορές, Αντιβασιλέας. 1920 και 1921-1922.
Αρχηγός του ελληνικού στόλου κατά τους Βαλκανικούς Πολέμους.
Ο πρώτος αξιωματικός του Πολεμικού Ναυτικού που του απονεμήθηκε ο βαθμός του Υποναυάρχου (1911).
Ο πρώτος Αρχηγός του Γενικού Επιτελείου Ναυτικού (1912).
Ο πρώτος αξιωματικός του Πολεμικού Ναυτικού που του απονεμήθηκε ο βαθμός του Αντιναυάρχου (1913)
Ο πρώτος κυβερνήτης ελληνικού πολεμικού, του εύδρομου "Μιαούλης", που έκανε για πρώτη φορά (1901) υπερπόντιο εκπαιδευτικό πλου, των Ναυτικών Δοκίμων, στην Αμερική, διαπλέοντας επί τέσσερις μήνες τον Ατλαντικό σχεδόν αποκλειστικά με πανιά.
Υπουργός των Ναυτικών σε τρεις διαφορετικές κυβερνήσεις (1916, 1917 και 1919).
Υπασπιστής του Βασιλέα Γεωργίου Α (1908).

Κουντουριώτης ο Ναύαρχος της Νίκης

Ο ήλιος έγερνε να βουτήξει στη θάλασσα καθώς το τελευταίο από τα Τουρκικά πλοία εγκατέλειπε το Αιγαίο κι έσπευδε να χωθεί στα στενά του Ελλησπόντου: Τέσσερα θωρηκτά και οκτώ ελαφρά πολεμικά τσακισμένα, ντροπιασμένα και με την ουρά στα σκέλια, βιάζονταν να κρυφτούν κάτω από τα τηλεβόλα της ακτής.

Ήταν 5 Ιανουαρίου του 1913 και η ναυμαχία της Λήμνου μόλις είχε τελειώσει. Στα 57 του χρόνια, ο υποναύαρχος Παύλος Κουντουριώτης καλούσε, από τη γέφυρα του Θωρηκτού «Αβέρωφ», τα κανόνια να σιγήσουν κι άκουγε με υπερηφάνεια τις ιαχές των ανδρών του Ελληνικού στόλου, που τον επευφημούσαν. Δεν ήταν η πρώτη φορά. Γεννημένος το 1855, έκλεινε τα 19, όταν, το 1874, κατατάχθηκε δόκιμος στο Πολεμικό Ναυτικό.

Στα 31 του, ήταν αρχικυβερνήτης των δύο κανονιοφόρων που πέρασαν σαν σίφουνας τα στενά της Πρέβεζας βομβαρδίζοντας τις εχθρικές κανονιοστοιχίες της ακτής και προκαλώντας τρομερές ζημιές σε δυο τουρκικά πολεμικά. Και στα 42 του, στον άτυχο πόλεμο του 1897, είπε «όχι» βροντερό, όταν κλήθηκε από τους Ευρωπαίους ναυάρχους να εγκαταλείψει με την ατμοκίνητη φρεγάδα του τα Χανιά. Τον απείλησαν ότι θα τον βυθίσουν κι απάντησε πως θα έπαιρνε στο βυθό και μερικά από τα πλοία των μεγάλων δυνάμεων, αν το επιχειρούσαν. Δεν τόλμησαν.

Στα 1901, ήταν ο πρώτος Έλληνας κυβερνήτης πολεμικού (του «Μιαούλης»), που πέρασε τον Ατλαντικό κι έφτασε ως την Αμερική, πραγματοποιώντας εκπαιδευτικό ταξίδι. Στα 1905, ο Βασιλιάς Γεώργιος τον ζήτησε υπασπιστή του. Στα 1910, ήταν αρχηγός μοίρας και, στα 1911, πήγε στην Αγγλία να παραλάβει το κόσμημα του Ελληνικού στόλου, το θωρηκτό «Αβέρωφ», με τον θρύλο του οποίου συνέδεσε το όνομά του.

Ανήμερα της κήρυξης του Βαλκανικού πολέμου, στις 5 Οκτωβρίου 1912, ο Παύλος Κουντουριώτης έπαιρνε τον βαθμό του Υποναυάρχου, αναλάμβανε αρχηγός του στόλου στο Αιγαίο και ύψωνε το σήμα του στον «Αβέρωφ». Την επομένη, 6 του μήνα, έπλεε έξω από τη Λήμνο. Έφτασαν και δυο επιταγμένα ατμόπλοια με 600 ναύτες και μια διλοχία αποσπασμένη από το 20ό σύνταγμα πεζικού. Στις 8 Οκτωβρίου, έγινε απόβαση στο νησί. Στις 9, η Λήμνος ήταν ελληνική.

Ο Κουντουριώτης έκανε το νησί βάση κι ορμητήριό του, έστειλε καταδρομικά να περιπολούν στα Δαρδανέλια, ώστε να μην μπορεί τουρκικό πλοίο να ξεμυτίσει από τα στενά, απέκλεισε τους Τούρκους στα παράλια της Μικράς Ασίας κι άρχισε τις επισκέψεις στα νησιά του Αιγαίου.



Ως τις 18 Οκτωβρίου, είχαν ελευθερωθεί σχεδόν δίχως μάχες η Θάσος, ο Αϊ Στράτης και η Ίμβρος. Στις 19, η διλοχία απελευθέρωσε τη Σαμοθράκη, στις 21 τα Ψαρά, στις 24 την Τένεδο και, στις 4 Νοεμβρίου, την Ικαρία. Στο ίδιο διάστημα, η Σάμος επαναστάτησε χωρίς βοήθεια, ενώ η Κρήτη είχε στείλει τους εκπροσώπους της στο ελληνικό κοινοβούλιο. Με εξαίρεση τα Δωδεκάνησα που κατείχαν οι Ιταλοί από τον περασμένο Απρίλιο, σχεδόν όλα τα νησιά είχαν απελευθερωθεί. Έμεναν η Μυτιλήνη και η Χίος. Γι’ αυτές, η διλοχία δεν αρκούσε. Οι Τούρκοι τις είχαν οχυρώσει κι έπρεπε να ασχοληθεί στα σοβαρά ο στόλος.

Στις 7 Νοεμβρίου, έγινε η απόβαση στη Μυτιλήνη. Στο νησί βγήκαν 1030 αξιωματικοί κι οπλίτες και 250 ναύτες. Κυνήγησαν τους Τούρκους που υποχώρησαν στο εσωτερικό κι οχυρώθηκαν σε ένα παλιό στρατόπεδο. Οι Έλληνες τους πολιόρκησαν. Ενισχύσεις που έφτασαν την 1η Δεκεμβρίου, επέτρεψαν στους Έλληνες να κάνουν γενική επίθεση στις 2 του μήνα. Πέντε ώρες αργότερα, οι Τούρκοι παραδόθηκαν. Είχε προηγηθεί η απελευθέρωση της Χίου.

Όταν ολοκληρώθηκε η απόβαση στη Μυτιλήνη, ο Ελληνικός στόλος έφυγε για το νησί της μαστίχας. Στις 11 Νοεμβρίου, στάλθηκε τελεσίγραφο στον Τούρκο διοικητή να παραδοθεί. Αρνήθηκε. Ο στόλος μετακινήθηκε σε άλλη θέση. Την ίδια μέρα ξεκίνησε, με βάρκες, η απόβαση ενός συντάγματος που είχε αποσπαστεί από τη 2η μεραρχία.

Οι Τούρκοι μαζεύτηκαν απέναντι κι άρχισαν να πυροβολούν. Μια ομοβροντία από τα πλοία τους έπεισε ν’ αποσυρθούν στην πόλη. Ώσπου το σύνταγμα να βγει στη στεριά, είχε νυχτώσει. Η μεταφορά των κανονιών αναβλήθηκε για την επομένη. Μέσα στη νύχτα, οι Τούρκοι έφυγαν από την πόλη κι οχυρώθηκαν σ’ ένα χωριό.

Ξημερώματα 12 Νοεμβρίου, τα κανόνια μεταφέρθηκαν στην ξηρά και οι στρατιώτες παρατάχθηκαν και με βήμα παρέλασης μπήκαν στην πόλη της Χίου, που πλημμύριζε στα γαλανόλευκα. Την ίδια μέρα, έγινε έφοδος εναντίον των Τούρκων που παράτησαν το οχυρωμένο χωριό και αποτραβήχτηκαν σε οχυρές θέσεις στο βουνό. Ως τη νύχτα, ολόκληρο το νησί είχε κυριευθεί, εκτός από το βουνό, όπου οχυρώθηκαν οι τουρκικές δυνάμεις. Οι Έλληνες τις περικύκλωσαν κι άρχισαν να κανονιοβολούν. Σε λίγες μέρες, οι Τούρκοι παραδόθηκαν.

Στις 20 Νοεμβρίου 1912, η Τουρκία υπέγραψε τη συνθήκη της Τσαλτάτζας, με την οποία τερματιζόταν ο πόλεμος με τις Βαλκανικές χώρες, εκτός από την Ελλάδα. Οι Ελληνοτουρκικές διαπραγματεύσεις συμφωνήθηκε ν’ αρχίσουν στις 3 Δεκεμβρίου, στο Λονδίνο. Ώσπου να καταλήξουν σε κάποια συμφωνία, ο πόλεμος θα συνεχιζόταν. Αυτό σήμαινε αυξημένες ευθύνες για τον ελληνικό στόλο, καθώς η θάλασσα ήταν ο μοναδικός δρόμος για τους Τούρκους.

Ο Κουντουριώτης εγκαταστάθηκε στο λιμάνι του Μούνδρου, στη Λήμνο. Την 1η Δεκεμβρίου, το Ελληνικό πολεμικό «Σφενδόνη» περιπολούσε έξω από τα στενά. Το πλήρωμα είδε ένα Τουρκικό αντιτορπιλικό που προσπαθούσε να βγει στο Αιγαίο. Άρχισε να το κανονιοβολεί, ενώ κοντά τους έσπευσε και το «Λόγχη». Οι Τούρκοι απάντησαν με τα κανόνια της στεριάς αλλά το πολεμικό προτίμησε να ξαναμπεί στα στενά.

Το μεσημέρι της ίδιας μέρας, οι Τούρκοι δοκίμασαν πάλι να βγουν στο Αιγαίο με ένα καταδρομικό και τρία αντιτορπιλικά. Τα δυο Ελληνικά τους βγήκαν μπροστά και τα Τουρκικά ξαναγύρισαν στα στενά. Τη νύχτα, έφτασαν εκεί άλλα οχτώ Ελληνικά πλοία. Απλώθηκαν σε σχήμα τόξου, καθώς γινόταν φανερό πως οι Τούρκοι θα επαναλάμβαναν την απόπειρα.

Η 2 του μήνα πέρασε ήσυχη. Ήταν η μέρα, που εκδηλώθηκε η νικηφόρα Ελληνική γενική επίθεση στη Μυτιλήνη. Στις 3 κι ενώ στο Λονδίνο άρχιζαν οι Ελληνοτουρκικές συνομιλίες, ο στόλος των Τούρκων έκανε εντυπωσιακή εμφάνιση: Τέσσερα θωρηκτά κι άλλα εννιά πολεμικά ξεμύτισαν από τα στενά.Αλλά και οι Έλληνες διέθεταν τέσσερα θωρηκτά. Τους περίμεναν απλωμένοι, κοντά στο ακρωτήριο της Έλλης, στο σημείο που κατά τη μυθολογία έπεσε και πνίγηκε η σύντροφος του Φρίξου, καθώς τους κουβαλούσε το χρυσόμαλλο κριάρι.

Οι Τούρκοι άνοιξαν πυρ στις 9.22’ το πρωί. Οι Έλληνες πλησίασαν κι απάντησαν στα πυρά, στις 9.25’. Στις 9.35’, το θωρηκτό «Αβέρωφ» αποσπάστηκε από τον σχηματισμό και με συνεχές ζιγκ ζαγκ βρέθηκε στην πορεία των Τουρκικών, που το έβλεπαν να πλέει καταπάνω τους με όλη την ταχύτητα των 24 κόμβων που ανέπτυσσαν τα 19.000 άλόγα των μηχανών του. Έπεσε πανικός. Οι Τούρκοι ανέκρουσαν πρύμνα κι έσπευσαν να φυλαχτούν στα στενά. Στις 10.25’, η ναυμαχία της Έλλης είχε τελειώσει.



Για ένα μήνα, οι Τούρκοι δεν ξανατόλμησαν να βγουν απ’ τα στενά. Στις 2 Ιανουαρίου 1913, το καταδρομικό τους «Χαμιδιέ» ξεγλίστρησε και πέρασε τον ελληνικό κλοιό. Οι Τούρκοι υπέθεσαν ότι ο Κουντουριώτης θα το κυνηγούσε κι άρα θα άφηνε αφύλαχτα τα στενά. Ο ναύαρχος, όμως, έδωσε διαταγή να μην ασχοληθεί κανείς με αυτό το σκάφος. Καθώς οι διαπραγματεύσεις καρκινοβατούσαν, ο θαλασσόλυκος καταλάβαινε πως δεν ήταν δυνατόν να μην επιχειρήσουν πάλι οι Τούρκοι να σπάσουν τον αποκλεισμό. Δε διαψεύστηκε.

Πρωί, 5 Ιανουαρίου 1913, τα τέσσερα θωρηκτά «Χαϊρεντίν Μπαρμπαρόσα», «Τουργούτ Ρέις», «Μεσουδιέ» και «Μετζιτιέ» καθώς και οκτώ ελαφρά πολεμικά πλοία βγήκαν στο Αιγαίο. Σκοπός τους, να ενισχύσουν τον Τουρκικό στρατό που νικιόταν παντού στη στεριά από τους Έλληνες, οι οποίοι συνέχιζαν μόνοι τον Α' Βαλκανικό πόλεμο.

Ο Κουντουριώτης τους άφησε να ανοιχτούν και τους περίμενε έξω από τη Λήμνο με τη ναυαρχίδα του, το θωρηκτό «Αβέρωφ», και τα επίσης θωρηκτά «Ύδρα», «Σπέτσες» και «Ψαρά», μαζί με οκτώ αντιτορπιλικά. Η ναυμαχία κράτησε ως το σούρουπο, όταν τα Τουρκικά αναγκάστηκαν να γυρίσουν πίσω τσακισμένα. Ως τις 30 Μαΐου, οπότε τέλειωσε ο πόλεμος, Τουρκικό πλοίο δεν ξαναβγήκε απ’ τα στενά. Ο Κουντουριώτης μετείχε και στις Ελληνικές επιχειρήσεις του Β’ Βαλκανικού πολέμου, στην παραλία της Θράκης. Το τέλος του χρόνου τον βρήκε τιμημένο αντιναύαρχο.

Δεν έμεινε αργός. Στα 1915, ο Ελευθέριος Βενιζέλος του ανέθεσε το υπουργείο των Ναυτικών. Το κράτησε ως το 1916, οπότε παραιτήθηκε για να μετάσχει στο κίνημα της Εθνικής Άμυνας στη Θεσσαλονίκη. Έγινε μέλος της τριανδρίας και ξαναπήρε το υπουργείο, μετά τις 14 Ιουνίου του 1917, όταν η Ελλάδα επανενώθηκε κι ο Βενιζέλος ξανάγινε πρωθυπουργός. Έμεινε στην κυβέρνηση ως το 1919. Στα 64 του χρόνια, παραιτήθηκε κι αποχώρησε με τον βαθμό του ναυάρχου. Πίστευε ότι ήταν ώρα να ιδιωτεύσει. Όμως, είχε ακόμα πολλά να προσφέρει.

Με τον Κωνσταντίνο παραιτημένο, στον θρόνο του Βασιλείου της Ελλάδας ήταν ο γιος του Αλέξανδρος. Μια μαϊμού τον δάγκωσε. Πέθανε, στις 12 Οκτωβρίου 1920, ενώ η Ελλάδα βρισκόταν στη δίνη του προεκλογικού αγώνα.

Ο Παύλος Κουντουριώτης κλήθηκε να αναλάβει Αντιβασιλιάς ώσπου να ξεκαθαριστεί το τοπίο. Οι εκλογές έγιναν την 1η Νοεμβρίου 1920 κι οδήγησαν το κόμμα των Φιλελευθέρων στη συντριβή. Ο Βενιζέλος, που πριν από δυο μήνες έφερνε «την Ελλάδα των δύο ηπείρων και των πέντε θαλασσών», ούτε καν βουλευτής δε βγήκε. Ο Κουντουριώτης παραιτήθηκε από Αντιβασιλιάς, ενώ στον θρόνο επανήλθε ο Κωνσταντίνος.

Με βαθιά οδύνη, ο ναύαρχος παρακολούθησε τα γεγονότα που ακολούθησαν ως τη Μικρασιατική καταστροφή και το κίνημα Πλαστήρα - Γονατά. Ο Κωνσταντίνος εκδιώχθηκε γι’ άλλη μια φορά, τον Σεπτέμβριο του 1922. Τον Δεκέμβριο του 1923, τον ακολούθησε κι ο γιος του Γεώργιος Β’. Στα 68 του χρόνια, ο Παύλος Κουντουριώτης κλήθηκε να αναλάβει Αντιβασιλιάς για δεύτερη φορά.

Λίγους μήνες αργότερα, με μοχλό τον Αλέξανδρο Παπαναστασίου, η Ελλάδα ανακηρύχθηκε δημοκρατία. Ο Κουντουριώτης μετονομάστηκε σε προσωρινό πρόεδρο και παρακλήθηκε να μείνει στο πόστο αυτό, ώσπου να γίνουν οι εκλογές για την ανάδειξη τακτικού προέδρου. Ήταν άνοιξη του 1924. Τον Μάρτιο του 1926, οι εκλογές δεν είχαν γίνει ακόμα. Κι ο Θεόδωρος Πάγκαλος είχε επιβάλει μια περίεργη δικτατορία. Ο ναύαρχος παραιτήθηκε διαμαρτυρόμενος για τις μεθοδεύσεις.

Τον Αύγουστο, ο Πάγκαλος είχε ανατραπεί κι ο Παύλος Κουντουριώτης ξαναγινόταν προσωρινός πρόεδρος της Δημοκρατίας. Επιτέλους, οι εκλογές για την ανάδειξη κανονικού προέδρου έγιναν τον Μάιο του 1929. Ο Κουντουριώτης ήταν τότε 74 χρόνων. Εκλέχτηκε πανηγυρικά κι έμεινε στο πόστο του ως τον Δεκέμβριο του ίδιου χρόνου, οπότε παραιτήθηκε για λόγους υγείας. Πέθανε έξι χρόνια αργότερα, στα 1935, σε ηλικία 80 χρόνων.



Πολεμικά Πλοία με το Όνομα Κουντουριώτης

Το όνομα του Παύλου Κουντουριώτη έχει δοθεί μέχρι σήμερα σε 4 πλοία του Πολεμικού Ναυτικού:

1. Το πρώτο, ένα ελαφρύ καταδρομικό, παρόμοιο με το Αγγλικού τύπου CHATΗAM, παραγγέλθηκε σε Αγγλικά ναυπηγεία το 1914. Με την έναρξη του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου κατασχέθηκε από τους Άγγλους και εντάχθηκε στον Βρετανικό στόλο με το όνομα BIRKENHEAD.

2. Το δεύτερο, ένα αντιτορπιλικό τύπου DARDO (H 07) ήταν ένα από τα τέσσερα (ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ, ΥΔΡΑ, ΣΠΕΤΣΑΙ, ΨΑΡΑ) που παραγγέλθηκαν από την Ελληνική κυβέρνηση στα ιταλικά ναυπηγεία το 1933 και παρελήφθηκαν το 1933. Έλαβε μέρος στις επιχειρήσεις του πολέμου 1940-1941, ανάμεσα στις οποίες περιλαμβάνονται η 2η και η 3η επιδρομή στα στενά του Οτράντο (15-16 Δεκεμβρίου 1940 και 4-5 Ιανουαρίου 1941).

Διέφυγε στη Μέση Ανατολή απ' όπου στάλθηκε για εκσυγχρονισμό στη Βομβάη (Ιούνιος 1941 - Απρίλιος 1942). Χρησιμοποιήθηκε ως συνοδό κατά τη διάρκεια του πολέμου μέχρι τις 15 Νοεμβρίου 1943, οπότε τέθηκε σε κατάσταση ενέργειας συντήρησης. Παροπλίσθηκε το 1946 μετά την απελευθέρωση της Ελλάδας.

3. Το τρίτο, ένα αντιτορπιλικό στόλου τύπου GEARING FRAM I (D-213), άρχισε να ναυπηγείται στις 2 Μαΐου 1945 από τα ναυπηγεία Bethlehem Steel στο Quincy των ΗΠΑ. Καθελκύστηκε στις 21 Σεπτεμβρίου 1945 και εντάχθηκε στο Ναυτικό των ΗΠΑ στις 8 Μαρτίου 1946 με το όνομα USS RUPERTUS DD 851. Παρελήφθηκε από το Πολεμικό Ναυτικό, στις 10 Ιουλίου 1973 στο San Diego της πολιτείας California των ΗΠΑ, με πρώτο κυβερνήτη τον Αντιπλοίαρχο Π. Ευσταθίου ΠΝ, και κατέπλευσε στην Ελλάδα στις 23 Μαρτίου 1974. Παροπλίσθηκε το 1995.

4. Τη σημερινή φρεγάτα κλάσης Standard, F 462 (πρώην Ολλανδική KORTENAER). Ναυπηγήθηκε στα ναυπηγεία Koninklijka Maatschappij de Schelde στο Vlissingen της Ολλανδίας και εντάχθηκε στη δύναμη του Ολλανδικού Ναυτικού στις 26 Οκτωβρίου 1978.

Αγοράσθηκε από το ΠΝ και η ύψωση της Ελληνικής Σημαίας έγινε στο Den Helder της Ολλανδίας στις 15 Δεκεμβρίου 1997, με πρώτο κυβερνήτη τον Αντιπλοίαρχο Δ. Ελευσινιώτη ΠΝ. Κατέπλευσε στην Ελλάδα στις 6 Απριλίου 1998. Αποτελεί την πρώτη φρεγάτα του τύπου που διήλθε πρόγραμμα εκσυγχρονισμού από ελληνικά χέρια στα Ναυπηγεία Σκαραμαγκά, στο διάστημα 2004-2006.