Κυριακή 24 Μαρτίου 2024

Σούνιο: Τόπος Ιερός, τόπος συμβολικός

Το Σούνιο είναι από τους πιο μαγικούς χώρους που μπορεί να πάει ένας Έλληνας και σαφώς πρόκειται από τους καλύτερους τόπους για τον κάτοικο της Αττικής. Το Σούνιο πρόκειται ουσιαστικά για έναν ιδιαίτερα ενεργειακό τόπο που μπορεί να δώσει στον καθένα κάτι ιδιαίτερο αρκεί να δώσει χρόνο στον εαυτό του. 

Στο Νοτιότερο άκρο της Αττικής το Σούνιο είναι η περιοχή που όλα είναι δυνατά, εκεί που η θάλασσα με τη Γη γίνονται ένα.
Ένα ταξίδι στο Σούνιο μπορεί να έχει έναν ιδιαίτερο χαρακτήρα για τον ταξιδιώτη και για έναν άνθρωπο που ασχολείται με την αστρολογία ακόμη περισσότερο. Το Σούνιο για τον καθένα όμως είναι μία περιοχή που μπορεί να συλλογιστεί πολλά πράγματα και να αλλάξει θέματα που έχουν σχέση με το χαρακτήρα του. Ακολουθείσθε με λοιπόν σε αυτό το συμβολικό ταξίδι και σκεφτείτε ότι είμαι συνοδηγός σας και ανακαλύπτουμε μαζί αυτή τη μαγευτική περιοχή.

Α. Σύντομη Ιστορία του Τόπου.

Η περιοχή κατοικείτε από τα προϊστορικά χρόνια και υπάρχουν στοιχεία εκτεταμένης κατοικήσεως της περιοχής τα Μινωικά και Μυκηναϊκά χρόνια. Κατά τους Γεωμετρικούς χρόνους και τα λεγόμενα σκοτεινά χρόνια από το 1100 π.χ μέχρι το 800 π.χ δεν υπάρχουν στοιχεία ούτε για την περιοχή του Σουνίου όπως και σε πολλές περιοχές της Ελλάδας. Η περιοχή μετέπειτα στα Αρχαϊκά χρόνια άρχισε να κατοικείτε και υπήρχαν μεγάλοι κούροι στο ναό που είχε χτιστεί από πωρόλιθο οι οποίοι ήταν εμφανής από τα καράβια που περνούσαν από τη περιοχή. Με τους Περσικούς πόλεμους οι Πέρσες κατέστρεψαν το ναό και μετέπειτα στην εποχή του Περικλή χτίσθηκε μερικώς ο ναός ο οποίος και σώζετε μέχρι και σήμερα και ήταν σαφώς αφιερωμένος στο θεό Ποσειδώνα. Ποιο δίπλα από αυτό το ναό υπήρχαν δύο μικρότεροι ναοί αφιερωμένοι στη θεά Αθηνά. Λόγω της εγγύτητας με τα λατομεία του Λαυρίου η περιοχή είχε πάντα εξέχοντα ρόλο και λόγω της γεωπολιτικής της θέσης. Στον Πελοποννησιακό πόλεμο η περιοχή οχυρώθηκε ακόμη περισσότερο και θεωρούνταν το ισχυρότερο φρούριο στην Αττική. Κατά τα χρόνια της Τουρκοκρατίας η περιοχή μάγεψε πολλούς ταξιδιώτες και περιηγητές ένας από αυτούς και ο Λόρδος Βύρων που έγραψε ποίημα για την περιοχή. Το κίνημα του φιλελληνισμού οδήγησε ακόμη περισσότερο κόσμο στον τόπο. Σήμερα η περιοχή του Σουνίου αποτελεί τουριστικό προορισμό για αρκετό κόσμο που έρχεται να θαυμάσει τον αρχαίο ναό και την περιοχή.

Β. Οι μύθοι της περιοχής

Σε αυτό ακριβώς το Σημείο ο βασιλιάς Αιγέας αυτοκτόνησε όταν έβλεπε τα μαύρα πανιά του στόλου του παιδιού του να ανεμίζουν και να έρχονται ξανά στην πόλη. Νομίζοντας λοιπόν ότι ο Γιος του πέθανε και δεν γύρισε από την Κρήτη τη περιοχή που η Αθήνα υποχρεώνονταν να στείλει τα παιδιά της για να θυσιαστούν στην Αυλή του πανίσχυρου βασιλέα Μίνωα ο Βασιλιάς Αιγέας έδωσε τέλος στη ζωή του. Πολλοί αναφέρουν ότι ο Αιγέας βέβαια είναι απίθανο να έπεσε από τη Θάλασσα του Σουνίου γιατί είναι αδύνατον ο Βασιλιάς να βρίσκεται σε εκείνο το σημείο και για αυτό και πιστεύετε ότι παρακολουθούσε τα καράβια από την Ακρόπολη και βλέποντας ότι είναι μαύρα έπεσε τελικά από το βράχο. Για αυτό το λόγο οι Αθηναίοι έχτισαν ένα μικρό Ναό το Αιγείον προς τιμήν του. Παρόλα αυτά η επικρατούσα θεωρία για το μύθο είναι ότι ο Αιγέας έπεσε από το βράχο του Σουνίου από τον καημό του. Ο Θησέας ο οποίος είχε νικήσει το Μινώταυρο όταν γύριζε από τη Κρήτη είχε γυρίσει με την αγαπημένη του Αριάδνη η οποία όμως τελικά έμεινε με τον Θεό Διόνυσο στο Νησί της Νάξου. Λόγω όμως του πόνου λένε του Θησέα για αυτό που του συνέβη η λόγο μίας κατάρας της Αριάδνης ξέχασε τα πανιά να τα αλλάξει από μαύρα σε άσπρα και έτσι ο πατέρας του έδωσε αυτό το άσχημο τέλος της ζωής του.

Σε ένα άλλο μύθο όταν ο Μενέλαος γυρνούσε από τη Τροία ο στόλος του πέρασε από το Σούνιο και ο Πηδαλιούχος του πέθανε. Έτσι λοιπόν ο Μενέλαος αναγκάστηκε να προσαράξει στο Σούνιο και να δώσει τις κατάλληλες τιμές στο νεκρό.

Γ. Σημασία των μύθων

Σε αυτό το σημείο λοιπόν το Σούνιο πέρα από την ειδυλλιακή του ατμόσφαιρα είναι και ένα σημείο πόνου, ένα σημείο χαμένων πραγμάτων και λανθασμένων εκτιμήσεων. Πόσες φορές δεν έχουμε ξεγελαστεί από τα φαινόμενα και τελικά έχουμε πάρει βεβιασμένες αποφάσεις χωρίς να το σκεφτούμε ακριβώς γιατί είμαστε πολλές φορές ιδιαίτερα συναισθηματικοί ( Νερό). Πόσες δεν είναι που έχουμε ξεχάσει λόγω κάποιου γεγονότος άλλα σημαντικά πράγματα και τελικά μεγαλώνει ο αριθμός των καταστροφών στη ζωή μας. Το Σούνιο λοιπόν είναι ένα σύμβολο ωριμότητας. Ακριβώς εκεί που η Γη με το Νερό γίνονται ένα και έρχονται σε άμεση επαφή εκεί η λογική και το συναίσθημα πρέπει να ισορροπήσουν. Πρέπει λοιπόν να βλέπουμε πέρα από τις αισθήσεις μας και άλλα πράγματα καθότι δεν μας λένε πάντα την αλήθεια. Ο Ποσειδώνας ίσως μας διδάσκει ότι δεν είναι τόσο ο πλανήτης των ψευδαισθήσεων αλλά ότι εμείς οι ίδιοι είμαστε που βασιζόμαστε μόνο στα φαινόμενα χωρίς να ψάξουμε περισσότερο και σε μεγαλύτερο βάθος. Από την άλλη όμως καλούμαστε να ΘΥΜΟΜΑΣΤΕ τα πράγματα στη ζωή μας, από το πιο απλό μέχρι το πιο δύσκολο και να μην παρασυρόμαστε από τις εκάστωτε συναισθηματικές καταιγίδες οι οποίες μπορεί να μας δημιουργήσουν απεριόριστο πόνο όπως ο Θησέας που έχασε τη γυναίκα που αγαπούσε αλλά και τον πατέρα του. Πόσες φορές για κάτι που έχουμε χάσει αρνούμαστε την επαφή με το οτιδήποτε με αποτέλεσμα να χάνουμε άλλους ανθρώπους από τη ζωή μας που είναι τόσο σημαντικό τις περισσότερες φορές ακόμη και άθελα μας. Ο Άνθρωπος πάντα κλαίει για αυτά που έχασε αλλά ποτέ δεν χαίρετε για αυτά που έχει…

Στο Σούνιο λοιπόν ας έρθουμε σε επαφή με τον εαυτό μας και ας ανακαλύψουμε αυτές τις πτυχές που υπάρχουν σε κάθε άνθρωπο ισορροπώντας με το συναίσθημα. Μην ξεχνάμε ότι η δύναμη της Τρίαινας του Ποσειδώνα κραδαίνει στη μυθολογία και φέρνει σεισμούς, και όντως οι συναισθηματικές υπερβολές μπορούν να διαλύσουν τη λογική και την επαφή με την πραγματικότητα. Ο Ποσειδώνας κραδαίνει στο τέλος της τρίαινας τα στοιχεία πλην του νερού και είναι σημαντικό να μπορούμε να διαχειριστούμε τον συναισθηματικό μας κόσμο.

Πέρα όμως από αυτό το Σούνιο είναι και η περιοχή των τιμών για τους ανθρώπους που είχαμε δίπλα μας. Ο Μενέλαος αναγκάζετε να σταματήσει ολόκληρο το στόλο του για να τιμήσει τον αγαπητό του πηδαλιούχο. Το να τιμήσεις και να σταματήσεις λοιπόν την κίνηση των πραγμάτων γύρω σου έστω και για λίγο είναι σημαντικό για αυτούς που φεύγουν. Αυτό δεν σημαίνει απαραίτητα για το φυσικό θάνατο, αλλά για οτιδήποτε έχει να κάνει με το τέλος καταστάσεων που πια δεν μπορούν να συνεχιστούν για οποιοδήποτε λόγο, σταματήστε λοιπόν και τιμήστε αυτό που έφυγε και μετέπειτα “κάψτε” το όπως έκανε ο Μενέλαος που είναι μία συμβολική μορφή της μετουσίωσης όλων των πραγμάτων που από βίωμα και έγιναν γνώση, εκεί που ποια το σώμα δεν το αντιλαμβάνεται αλλά ο νους.

Δ. Επίλογος

Ένα ταξίδι έχει πάντα προσωπική σημασία για τον καθένα και τίποτα δεν μπορεί να το αντικαταστήσει πόσο μάλλον ένα blog με κάποια άρθρα. Παρόλα αυτά είναι ευκαιρία για τον καθένα μας να ταξιδέψει σε αυτό το μαγικό τόπο. Είναι ίσως μία μοναδική ευκαιρία για τον καθένα να μπορεί να πατήσει και να ζήσει αυτό το έντονο συναίσθημα και βίωμα που προσφέρει η περιοχή. Ανακαλύψτε και μόνοι σας την περιοχή και βρείτε κομμάτια απο εσάς που ίσως ακουστούν και καθώς τα αφουγκράζεστε αφεθείτε…

ΤΑΛΜΟΥΔ: ΓΙΑ ΠΟΙΟ ΛΟΓΟ ΟΙ ΕΒΡΑΙΟΙ-ΣΙΩΝΙΣΤΕΣ ΜΙΣΟΥΝ ΤΟΥΣ ΕΛΛΗΝΕΣ

Το Ταλμούδ (talmud) είναι ένας κώδικας, μία εγκυκλοπαίδεια θρησκευτικού και νομικού περιεχομένου, που περιλαμβάνει, ταξινομημένες σε κανονισμούς και θεματικές ενότητες, όλες τις προφορικές παραδόσεις (χαλαχά), αφηγήσεις (χαγγαδά) και ερμηνείες (μιδράς) των νομοδιδασκάλων (ραββίνων), για τη ρύθμιση της συμπεριφοράς και την αντιμετώπιση καθημερινών προβλημάτων του Ιουδαϊκού λαού, σύμφωνα με τις διδασκαλίες των βιβλίων της πεντατεύχου (Τορά), δηλαδή τον Μωσαϊκό Νόμο. Διαβάστε παρακάτω πόσο ’’ωραία’’ πόσο ’’φιλειρηνικα’’ και πόσο ‘’αντιρατσιστικά’’ μιλάει για τους Έλληνες και τους άλλους λαούς ο ‘’περιούσιος’’(sic) λαός του Θεού ο οποίος υπέστη ολοκαύτωμα και εξορία. Θαυμάστε:

ΒΙΒΛΙΟ ΤΑΛΜΟΥΔ: ΕΒΡΑΙΟΙ ΚΑΙ ΕΛΛΗΝΕΣ

-Orach CHAIIM (225,10): Οι Έλληνες (Εθνικοί) και τα ζώα συναθροίζονται εις ομάδας προς σύγκρισην.

-ZOHAR 11 (64B): Οι Έλληνες ειδωλολάτραι ομοιάζουν με τας αγελάδας και όνους.

-KETHUBOTH (110B): Ο Ψάλτης (Δαυίδ) παρομοιάζει τους Εθνικούς Έλληνες με ακάθαρτα κτήνη (Γκόιμ).

-SANHEDRIN TOS (974B): Η σεξουαλική συνουσία του Έλληνος, είναι, ως του κτήνους (Γκόιμ).

-IORE DEA (337,1): Αντικαταστήσατε τους νεκρούς Έλληνες, όπως αντικαθιστάτε ψοφίσασαν αγελάδαν ή γάιδαρον.

-ABHODAH ZARACH (78): Αι Εθνικές Ελληνικές Εκκλησίαι (= του Δήμου) είναι τόποι ειδωλολατρίας.

-IOREA DEA (142,10): Πρέπει να ευρίσκεσαι μακράν εκκλησιών (του Δήμου).
 
-SCHABATH TOS (116A): Τα Ευαγγέλια (μυστικισμός των Ελλήνων) και τα βιβλία της φιλοσοφίας και της επιστήμης τους ονομαζόμενα τεύχη της ανομίας, είναι αιρετικά βιβλία.

- ABHODAH SARACH (2A): Αι Εορταί των Ελλήνων ωνομάσθησαν ημέραι συμφοράς.

- ABHODAH SARACH (78C): Αι εθνικές των Ελλήνων εορταί είναι καταφρονημενέναι ημέραι μάταιαι και πονηραί.

- KETHUBOTH (3Β): Το σπέρμα των Ελλήνων έχει την αυτήν αξίαν με το σπέρμα του κτήνους.

- ABHODAH ZARACH (26Β): Οι καλύτεροι των Ελλήνων πρέπει να φονεύονται.

-SEPHER OR ISRAEL (177B): Εάν Εβραίος φονεύση Έλλην, δεν διαπράττει έγκλημα.

-ΚERITHUTH (6B, σελ. 78): Οι Εβραίοι ονομάζονται άνθρωποι. Οι Έλληνες δεν ονομάζονται άνθρωποι.

- ABHODAH SARACH (22 Α): Ύποπτοι είναι οι Έλληνες της συνουσίας μετά ζώων.

-KIDDUSCHIM (68A): Οι Έλληνες είναι ένας λαός γαιδάρων.

-MIDRASCH TALPIOTH (225): Oι Έλληνες επλάσθησαν, δια να υπηρετούν τους Εβραίους πάντοτε.

-SANHEDRIN (92,1): Οι Έλληνες φυλή αγέλη κτηνών εστί εκ του Σατανά καταγομένη και μόνο το όνομα του χοίρου δικαιούται να φέρει.

- CHOSCHEN HAM (183,7): Κράτησε εκείνο, το οποίον, ο Έλλην εκ λάθους σου πλήρωσε επιπλέον.

- CHOSCHEN HAM (226,1): Ο Εβραίος δύναται να κρατήση απωλεσθέν υπό ‘Ελληνος και ανευρεθέν υπό Εβραίου.

- CHOSCHEN HAM (183,7): Οι Εβραίοι πρέπει να διαμοιράζονται εκείνο, το οποίον εισέπραξαν επιπλέον από Έλληνες, οι οποίοι πιστεύουν εις το Ελληνικό δόγμα.

-IORE DEA (157,2H): Επιτρέπεται να εξαπατάς τους Έλληνες.

-ABHODAH ZARACH (54 Α): Τοκογλυφία δύναται να εφαρμοστή επί Ελλήνων ή αποστατών.

BABHA BATHRA (113 A): Εβραίος δύναται να ψευσθή και να ψευδορκήση, ίνα, καταδικασθή Έλλην ή  Χριστιανός.

ΒΙΒΛΙΟ ΤΑΛΜΟΥΔ: ΓΙΑ ΤΟΝ ΙΗΣΟΥ

-KALLAH (18B): Νόθος, συλληφθείς κατά την διάρκεια εμμήνου ροής.

-TOLBATH JESCHU: Γέννησις αναφερόμενη κατά τον πλέον αισχρόν τρόπον.

-SHABBAT (104B): Ονομάσθη παράφρων και ουδείς δίδει σημασία εις τους παράφρονας.

-TOLDOTH JESCHU: Ο Ιούδας και ο Ιησούς συνεπλάκησαν εν μέσω ακαθαρσιών.

- ABHODAH ZARACH (6 A): Έλληνας Χριστιανός ονομάζεται αυτός που ασπάζεται τις ψευδείς διδασκαλίες εκείνου του ανθρώπου, ο οποίος δίδαξε να γιορτάζεται πρώτη μέρα του Σαββάτου.

ΒΙΒΛΙΟ ΤΑΛΜΟΥΔ: ΓΙΑ ΌΛΑ ΤΑ ΕΘΝΗ

- Shulchan Aruch Choszen Hamiszpat (348): Όλα τα υπάρχοντα των άλλων Εθνών ανήκουν εις το Εβραικόν Έθνος, το οποίο δικαιούται να τα αρπάξει άνευ οιωνδήποτε δισταγμόν.

-ΕΒΕΝ – ΗΑ –ΕSER (6,8): Τι είναι πόρνη; Κάθε γυναίκα που δεν είναι Εβραία!

MAKKOTH (7B): Αθώος, δολοφονίας είναι κάθε Εβραίος, εφ' όσον ο σκοπός είναι η δολοφονία Χριστιανού!

Αν όλα αυτά τα έγραφαν Μουσουλμάνοι θα τους λέγανε Μουσουλμάνους Φονταμενταλιστές, αν τα λέγανε Χριστιανοί θα τους λέγανε παραθρησκευτικούς και σκοταδιστές, αν τα λέγανε πολιτικοί θα τους λέγανε φασίστες! Στην προκειμένη περίπτωση που τα αναφέρουν οι’’ περιούσιοι’’ κάτοικοι αυτού του κόσμου όλοι μούγκα!

480 π.Χ.: Σημεία και θαύματα σώζουν τους Δελφούς

Τον Αύγουστο του 480 π.Χ., μετά τις Θερμοπύλες, ο στρατός του Ξέρξη ξεχύνεται στην Λοκρίδα, τη Φωκίδα και τη Βοιωτία, χωρίς να συναντήσει πουθενά αντίσταση. Οι Θηβαίοι και οι περισσότεροι από τους άλλους Βοιωτούς “μηδίζουν”, υποτάσσονται στους Πέρσες. Προορισμός των Περσών είναι η Αθήνα, την οποία – άδεια σχεδόν από κατοίκους – θα καταλάβουν τον Σεπτέμβριο. Σε αυτή την πορεία προς την Αττική, ένα τμήμα του περσικού στρατού θρυλείται πως αποσπάστηκε από το κύριο στράτευμα και κατευθύνθηκε προς τους Δελφούς, με σκοπό να λαφυραγωγήσει το φημισμένο σε Ελλάδα και Ανατολή για τα πλούσια αναθήματά του ιερό. Δεν πρέπει να δοθεί μεγάλη πίστη στην όλη ιστορία. Είναιμάλλον βέβαιο πως οι Πέρσες, αν δεν κατέλαβαν τους Δελφούς, τουλάχιστον εξασφάλισαν τον έλεγχο της περιοχής. Αλλά αποκλείεται να δόθηκε από τον Ξέρξη εντολή (ή έστω να επέτρεψε) να λεηλατηθεί το ιερό, διότι έτσι θα φούντωνε ακόμη περισσότερο η ελληνική αντίσταση, δεδομένης της πανελλήνιας αίγλης του μαντείου. Δεν υπάρχουν, εξάλλου, αρχαιολογικές ενδείξεις για λεηλασίες και καταστροφές στο ιερό κατά την περίοδο εκείνη. Η αφήγηση του Ηροδότου στηρίζεται πιθανώτατα σε ελάχιστα αξιόπιστες προφορικές μαρτυρίες των ίδιων των κατοίκων των Δελφών. Η αρχική ηττοπάθεια του μαντείου (είχε δώσει π.χ. χρησμό στους Αθηναίους που με λίγα λόγια τους έλεγε πως κάθε αντίσταση είναι μάταιη) ενόχλησε τους Έλληνες, που, αν μη τι άλλο, περίμεναν στήριξη από το μαντείο στον αγώνα τους κατά των Περσών. Δεν έχει νόημα να συζητήσουμε εδώ το αν οι Δελφοί μήδισαν, δωροδοκήθηκαν από τους Πέρσες ή απλώς τήρησαν στάση ουδετερότητας. Μετά την τελική νίκη των Ελλήνων, πάντως, είναι λογικό να ήθελαν και οι Δελφοί να προβάλλουν την εικόνα της ενεργητικής αντίστασης (κατοίκων, αλλά και θεών και ηρώων της περιοχής) εναντίον των εισβολέων.

35 …[Το εν λόγω τμήμα του περσικού στρατού] ξεκίνησε με οδηγούς κατευθυνόμενο προς το ιερό των Δελφών, έχοντας τον Παρνασσό στα δεξιά του. Αυτοί κατέστρεψαν όλες τις περιοχές της Φωκίδος από τις οποίες πέρασαν. Έκαψαν τις πολιτείες Πανοπέα, Δαύλια και Αιολίδα. Χωρίστηκαν από τον υπόλοιπο στρατό και ακολούθησαν αυτήν την διαδρομή για να συλήσουν το ιερό των Δελφών και να προσφέρουν τους θησαυρούς στον βασιλιά Ξέρξη. Καθώς έχω πληροφορηθεί, ο Ξέρξης γνώριζε όλα τα αξιόλογα αναθήματα που βρίσκονταν στο ιερό – τα γνώριζε καλύτερα από όσα είχε αφήσει στα παλάτια του, γιατί πολλοί του μιλούσαν συχνά για τ’ αναθήματα του Κροίσου, του γιού του Αλυάττη (ο Κροίσος, βασιλιάς των Λυδών κατά τον 6ο π.Χ. αι., είχε προσφέρει πολύτιμα αναθήματα στους Δελφούς, στα οποία αναφέρεται ο Ηρόδοτος στο 1ο βιβλίο του έργου του. Από την στιγμή που το βασίλειό του υποτάχθηκε στους Πέρσες, ο Κροίσος παρέμεινε αιχμάλωτος στην αυλή του Πέρση βασιλιά Κύρου – προγόνου του Ξέρξη. Φαίνεται πως οι Πέρσες ήδη από τότε γνώριζαν για τον τεράστιο πλούτο που υπήρχε στους Δελφούς).

36 Μόλις το έμαθαν οι Δελφοί τρομοκρατήθηκαν και μέσα στην ταραχή τους ζήτησαν χρησμό για το πώς να προστατέψουν τον ιερό θησαυρό – να τον θάψουν κάπου ή να τον μεταφέρουν σε άλλη περιοχή. Ο θεός (εννοείται ο Απόλλωνας) όμως δεν τους επέτρεψε να μετακινήσουν τ’ αναθήματα, λέγοντας πως είναι ο ίδιος ικανός να τα προφυλάξει. Όταν οι Δελφοί τ’ άκουσαν αυτά, τότε φρόντισαν τον εαυτό τους. Τις γυναίκες και τα παιδιά τους τα έστειλαν στην Αχαΐα και οι περισσότεροι ανέβηκαν στις κορυφές του Παρνασσού, μεταφέροντας τα υπάρχοντά τους στην σπηλιά Κωρύκιο. Άλλοι πήγαν στην Άμφισσα της Λοκρίδας. Όλοι οι Δελφοί έφυγαν από την πολιτεία, εκτός από εξήντα άνδρες και τον προφήτη (ο προφήτης δεν είναι αυτός που προφητεύει τα μελλούμενα, αλλά θρησκευτικός αξιωματούχος στο μαντείο των Δελφών. Είναι αυτός που μεσολαβεί ανάμεσα στον θεό και τους ανθρώπους, που μιλάει στους ανθρώπους εκ μέρους του. Ίσως ήταν αυτός που μετέφερε σε έμμετρη μορφή τους χρησμούς της Πυθίας).

37 Όταν οι βάρβαροι πλησίαζαν και διέκριναν τον ναό (εννοείται προφανώς ο ναός του Απόλλωνα), εκείνη την στιγμή ο προφήτης, που ονομαζόταν Ακήρατος, είδε μπροστά στον ναό όπλα ιερά, μεταφερόμενα από το εσωτερικό του, τα οποία είναι ανόσιο να αγγίξει άνθρωπος θνητός. Ο προφήτης έσπευσε να πληροφορήσει τους Δελφούς που είχαν μείνει, να τους πει για το θεϊκό αυτό σημάδι. Οι βάρβαροι στην βιασύνη τους έφτασαν στον ναό της Προναίας και τότε τους φανερώθηκαν ακόμα μεγαλύτερα σημάδια από το προηγούμενο. Κι αυτό ήταν θαύμα μεγάλο, ν’ αναφανούν μόνα τους όπλα πολεμικά έξω από τον ναό – αλλά και τα υπόλοιπα θεϊκά σημάδια είναι αξιοθαύμαστα. Καθώς οι βάρβαροι προχωρούσαν και βρέθηκαν στο ιερό της Προναίας Αθηνάς, τους χτύπησαν πολλοί κεραυνοί από τον ουρανό και δυο βράχοι αποσπάστηκαν από τον Παρνασσό και κυλώντας με μεγάλο κρότο επάνω τους καταπλάκωσαν πολλούς απ’ αυτούς, ενώ από τον ναό της Προναίας Αθηνάς ακούγονταν τρομερή βοή και αλαλαγμοί.

38 Με όλα αυτά τα θεϊκά σημάδια οι βάρβαροι τρομοκρατήθηκαν και όταν οι Δελφοί κατάλαβαν πως αποχωρούν, κατέβηκαν και σκότωσαν πολλούς. Όσοι από τους βαρβάρους σώθηκαν κατευθύνθηκαν γρήγορα προς την Βοιωτία, και, έλεγαν, καθώς έχω πληροφορηθεί, ότι εκτός από τα προηγούμενα είδαν και άλλα θεϊκά σημάδια : δύο πολεμιστές υπερφυσικούς στο σώμα να τους καταδιώκουν και να τους σκοτώνουν.

39 Οι Δελφοί ισχυρίζονται ότι οι δύο αυτοί είναι εγχώριοι ήρωες, ο Φύλακος και ο Αυτόνοος, των οποίων οι ιεροί περίβολοι βρίσκονται κοντά στο ιερό. Του Φυλάκου βρίσκεται επάνω στον δρόμο, πιο ψηλά από τον ναό της Προναίας, του Αυτονόου κοντά στην Κασταλία, κάτω από τον βράχο Υάμπεια. Τους βράχους που κύλησαν από τον Παρνασσό μπορούσε κανείς να τους δει και μέχρι τις μέρες μου. Κείτονταν στον περίβολο της Προναίας Αθηνάς, όπου και σταμάτησαν αφού έπεσαν πάνω στους βαρβάρους. Έτσι, λοιπόν, έφυγαν από το ιερό οι επιδρομείς αυτοί.

Ηρόδοτος, Ἱστορίαι 8.35 – 39

Η ΕΡΩΤΙΚΗ ΔΙΑΣΤΑΣΗ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ ΚΑΙ ΤΗΣ ΨΥΧΗΣ ΣΤΗ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΤΟΥ ΠΛΑΤΩΝΑ

Αποτέλεσμα εικόνας για Πλάτωνος "Φαίδρος"Είναι γνωστό πως ο πλατωνικός έρως υπήρξε αντικείμενο αντιλογιών, αμφισβητήσεων και, κυρίως, αιτία παρεξήγησης των βασικών απόψεων της σκέψης του μεγάλου αθηναίου φιλοσόφου. Ουσιαστική εξέτασή του υποχρεώνει το μελετητή του Πλάτωνα να εγκύψει προσεκτικά σε όλο του το έργο, για να ιχνεύσει έτσι την πραγματική φύση του ερωτικού στοιχείου, τόσο στις συμπαντικές, όσο και στις ανθρωπολογικές του διαστάσεις.

Βασική αφετηρία είναι η μυθολογία της εποχής, την οποία ο φιλόσοφος επεξεργάστηκε για να διαμορφώσει έτσι, στο μέτρο της σκέψης του, τις μυθολογικές αφετηρίες. Το μεταφυσικό άνοιγμα θα ακολουθήσει σύμφωνα με το μυητικό και αποκαλυπτικό τρόπο της διάνοιας του Πλάτωνα.

I ΟΙ ΜΥΘΟΑΟΓΙΚΕΣ ΑΦΕΤΗΡΙΕΣ. Στο «Συμπόσιο»[1] παρατίθεται ένα χωρίο του Ησίοδου, το οποίο κάνει λόγο για τη γέννηση του Έρωτα, ενός απ' τους αρ­χαιότερους θεούς, ο οποίος προήλθε απ' το κοσμογονικό χάος και απ' τη μάνα_Γη:

«Ἤτοι μέν πρώτιστα Χάος γένετ', αὐτάρ ἔπειτα Γαῖ’ εὐρύστερνος. Πάντων ἔδος ἀσφαλές αἰεί ἀθανάτων, οἵ ἔχουσι κάρη νιφόεντος Ὀλύμπου. Τάρταρά τ' ἠερόεντι μυχῷ χθονός εὐνοδείης, ἠδ' Ἔρως, ὅς κάλλιστος ἐν ἀθανάτοισι θεοῖσι, λυσιμελής, πάντων τε θεῶν πάντων τ' ἀνθρώπων δάμναται ἐν στήθεσι νόον και ἐπιφρονα βουλήν».

Στις Θεσπιές, στις οποίες ανήκε η πατρίδα του Ησίοδου, ο Έρως εθεωρείτο βα­θιά φιλοσοφική σύλληψη η οποία οφειλόταν μερικά στην πανάρχαιη λατρεία του ομώνυμου θεού[2]. Πρωτογενής θεότητα ο Έρως, συναντιέται στον αρχαιοελληνικό χώρο ως συμπαντική δύναμη στην οποία υπακούει και με τους παλμούς της οποίας συντονίζεται το κοσμικό και το ανθρώπινο γίγεσθαι. Έτσι μόνο νοείται η κίνηση της φύσης, η έλξη των εναντίων, ο φυσικός οργασμός και η αέναη μορφοπλαστική δημιουργία. Τόσο η φυσική τάξη του σύμπαντος, όσο και η αταξία και η πάλη των στοιχείων, οφείλονται στην ερωτική φορά η οποία διέπει τα πάντα. Η φορά του μυ­θικού έρωτα είναι μανική και εμπνέεται απ' τη θεία μανία «την ὑπό θείας ἐξαλλαγῆς ταῶν εἰωθότων νομίμων γιγνομένην» (Φαίδρος, 265α). Απ' τα τέσσερα είδη της θείας μανίας, η «ερωτική»[3] υπερβαίνει και τη μαντική επίνοια του Απόλλωνα και την τε-λεστική του Διονύσου και την ποιητική των Μουσών. Ήδη διαισθανόμαστε τη θέ­ση του Έρωτα στο ελληνικό πάνθεο και προσεγγίζουμε τη φύση του αρχαίου θεού. Είναι πρώτα πρώτα φανερό πως η ερωτική επίνοια βρίσκεται στις αφετηρίες του διονυσιακού και του απολλώνειου πνεύματος ταυτόχρονα, γιατί είναι παλαιότερη και γιατί έχει συμπαντικές διαστάσεις, χωρίς αποκλειστική αναφορά στην ανθρώπι­νη σεξουαλικότητα. Θα λέγαμε μάλιστα πως ο πρωτόγονος άνθρωπος θεωρούσε το ερωτικό στοιχείο καθολικά και όχι μερικά, στις συγκεκριμένες δηλαδή ερωτικές του σχέσεις. Η πρωτογενής κοσμική ψυχή κάλυπτε και την ανθρώπινη, σε σημείο που το σεξ εντασσόταν στην κοσμική λειτουργία[4]. Ήδη ο Παρμενίδης τον Έρωτα «Γέ­νεσιν λέγει».

Όσο όμως ο άνθρωπος προσωποποιείται, όσο βαδίζει προς την προσωπική σύλ­ληψη των άδηλων υπαρξιακών και συνειδησιακών δυνάμεών του, τόσο η μυθολο­γία του προσλαμβάνει πιο συγκεκριμένο χαρακτήρα, τόσο ο έρως προσεγγίζει την τάξη των γενεαλογημένων πια θεών. Χωρίς να χάνει τα πρεσβεία (πρεσβύτατος δε ὤν μεγίστων ἀγαθῶν ἡμῖν αἴτιος ἐστιν, Συμπ. 1786), συνδέεται με την Αφροδίτη. Η ουράνια και η πάνδημος Αφροδίτη δημιουργεί τον πάνδημον και τον Ουράνιον έρω­τα αντίστοιχα και δε μπορεί να νοηθεί χωρίς αυτόν, σύμφωνα με την ομολογία του Παυσανία στο «Συμπόσιον»[5]. Η πρώτη Αφροδίτη, η «ἀμήτωρ οὐρανοῦ θυγάτηρ», γεννήθηκε απ' τον αφρό της θάλασσας, ο οποίος γονιμοποιήθηκε απ' το σπέρμα του τραυματισμένου Ουρανού. Η πάνδημος ήταν κόρη του Διός και της Διώνης και προστάτευε τον αγοραίο έρωτα.

Θα χανόμασταν σε δύσβατους και σε ατελεύτητους δρόμους αν ακολουθούσαμε τη μυθολογία της αρχαιότητας και τις αναφορές της στα πλατωνικά κείμενα. Θέμα μας όμως δεν είναι η ερωτική διάσταση του κόσμου και της ψυχής στην ελληνική αρχαιότητα, αλλά στο έργο του Πλάτωνα. Βέβαια, και στά πλατωνικά κείμενα σχο­λιάζεται και συζητείται ο έρως και στις φυσικές και στις μη φυσικές σεξουαλικές του εκδιπλώσεις, γιατί ο φιλόσοφος δεν έκλεισε τα μάτια του μπροστά στα συμβαί­νοντα, παρά τίς σθεναρές του απόψεις.

Με το μύθο του «Αντρόγυνου» λ.χ. (Συμπ., 189 κ.εξ.) παρουσιάζεται μια γενικό­τερη θέα των σεξουαλικών σχέσεων. Ο αθηναίος φιλόσοφος θα δώσει πρωτόφαντο βάθος στους μύθους τους οποίους αναφέραμε μέχρι εδώ, γιατί δίδαξε άριστα πως η μυθική έκφραση της πραγματικότητας, πέρα απ' την παιδική θέα του κόσμου, απο­καλύπτει και την ωριμότητα του φιλοσοφικού μύθου, την αλληγορική δηλαδή πα­ράσταση των ύστατων αληθειών. Με την ίδια ρώμη ο φιλόσοφος θα φωτίσει και το ερωτικό στοιχείο, με το ίδιο ένθεο πάθος θα ερμηνεύσει τη συμπαντική και ανθρω­πολογική διάσταση του έρωτα.

Είναι πρώτα πρώτα γνωστό πως η συμπαντική και η μυθική-κοσμογονική ερμη­νεία συναντιούνται στην κοσμική λειτουργία των φυσικών στοιχείων. Γι αυτόν το λόγο ο μύθος αρχίζει να στενεύει και να προσαρμόζεται στις ανάγκες, αποβάλλον­τας έτσι το αχαλίνωτα φανταστικό. Η συνειδητοποιημένη ιστορικότητα - όσο είναι δυνατή σέ εναν κόσμο ο οποίος θεωρεί το χρόνο κυκλικό - επιτρέπει να επικρατούν κάποτε οι πιο ωφελιμιστικές πλευρές του μύθου. Ωστόσο, το προχώρημα είναι καρ­ποφόρο· η πάνδημος Αφροδίτη εκφράζει το εκπορευμένο ερωτικό στοιχείο το οποίο γίνεται ωμή σεξουαλικότητα, ενώ η Ουρανία δε μετέχει «θήλεος αλλ’ ἄάρρενος μόνον (καί ἐστίν οὗτος ὁ ταῶν παίδων ἔρως)», παραμένοντας «πρεσβυτέρα, ύβρεως άμοιρος»[6] Είναι εξάλλου γνωστό πόσο καταδικαζόταν απ' την κοινή συνείδηση και απ' τον ίδιο το φιλόσοφο ο παιδικός έρως, η παιδεραστία, όταν εκφραζόταν ως ομοφυλοφιλία[7]. Είναι όμως γνωστό πως στην αρχαία Ελλάδα οι παιδαγωγοί και οι φιλόσοφοι συναντούσαν μόνο νέους στα γυμναστήρια, σε σημείο που η «παίδευσις ταῆς ψυχῆς» και η θεωρία του κάλλους έβρισκαν στα πρόσωπα των νέων τις αφετη­ριακές τους πτήσεις. Ορισμένες πλευρές του μύθου του Ανδρόγυνου φανερώνουν περίτρανα αυτήν την αλήθεια. Σύμφωνα με το περιεχόμενο του, οι πρώτοι άνθρω­ποι δεν ήταν σαν τους σημερινούς· «Ἀνδρόγυνον γάρ ἕν τότε μέν ἦν καί εἶδος και ὄνο­μα ἐξ' ἀμφοτέρων κοινόν τοῦ τε ἄρρενος και θήλεος, νῦν δέ οὐκ ἔστιν άλλ' ἐν ὀνείδει ὄνομα κείμενον». (Συμπ. 189e).

Κατά τον Όμηρο μάλιστα, ο Εφιάλτης και ο Ώτος οι οποίοι ανήκουν στο ανδρό­γυνο ανθρώπινο γένος, «λέγεται εἰς τόν οὐρανόν ἀνάβασιν ἐπιχειρεῖν, ὡς ἐπιθησομένων θεοῖς». Η τιμωρία του Δία υπήρξε αποτελεσματική, αφού τους χώρισε[8] ώστε να γίνουν ασθενέστεροι και χρησιμότεροι. Η μέχρι τότε σεξουαλικότητά τους ήταν αθώα, γιατί γεννούσαν «ὥσπερ οἱ τέττιγες». Μέχρι το χωρισμό των ανθρώπων ο έ­ρως ακολουθούσε απρόσωπα τη φυσική νομοτέλεια, ήταν ριζωμένος στη φύση αλλά αποπληρωνόταν στη γη, αφού τα ανθρώπινα σπέρματα γονιμοποιούνταν κρυμ­μένα στο χώμα. Στον «Πολιτικό» ο θεός έτρεφε τους ανθρώπους των οποίων η ζωή εκδιπλωνόταν παραδεισιακά, χωρίς το βιολογικό να έχει την κατοπινή ισχυρή σε­ξουαλική του διάσταση. Μυθική βέβαια μια παρόμοια ερμηνεία της σεξουαλικότη­τας, αγνοούσε τον έρωτα, γιατί τον άφηνε να δρα ως συμπαντική δύναμη, ως θακό χέρι, το οποίο προνοούσε για τη συντήρηση των ανθρώπων.

Αν όμως ο έρως είχε συμπαντική διάσταση, ο άνθρωπος τον γνώρισε μετα τη διάρρηξη των δεσμών του με το θεό. Έτσι ο φυσικός κόσμος υπήρξε προϊόν ανάγ­κης, το φυσικό γίγνεσθαι και η μυθολογική του ερμηνεία παρουσιάστηκαν ως τέκνα της ειμαρμένης. «Τά δέ παλαιά πράγματα περί θεούς, ἅ Ἡσίοδος καί Παρμενίδης λέγουσιν, Ἀνάγκη, οὐκ 'Έρωτι γεγονέναι, εἰ έκεῖνοι ἀληθῆ ἔλεγον» (Σύμπ. 195c).

Η αρχαιότητα του έρωτα ο οποίος «Κρόνου και Ἰαπετοῦ ἀρχαιότερός ἐστιν», αρχί­ζει να κλονίζεται. Υπερβαίνει την ανάγκη, γιατί εγκλείει πρωτόγονο δυναμισμό ο οποίος όμως συνδέεται με τη συνειδητή πια φορά του ανθρώπου. Η βασιλεία της Ανάγκης δημιούργησε στην ανθρώπινη κοινωνία πολλά δεινά, σε αντίθεση με τον έρωτα, ο οποίος συνδεόταν πια με το κάλλος. Ο νέος πια θεός εξόρισε την αγριότη­τα, αφού παρουσιαζόταν ως «φιλόδωρος εὐμενείας, ἄδωρος δυσμενείας»... Πόθου πα­τήρ».

Βλέπουμε λοιπόν πώς η μυθική συνείδηση προσπαθεί να προσεγγίσει τη διάστα­ση του κάλλους με την προσωποποίηση του έρωτα, με τον ευγενισμό της ανθρώπι­νης σεξουαλικότητας και με την αναγωγή της ερωτικής ζωής σε μορφή κοινωνίας. Παρόλες όμως τις εξιδανικεύσεις και τις μεταμορφώσεις, ο έρως παρέμεινε θεός και γι αυτό αποκλειόταν κάθε έγγειος δεσμός του με την ανθρώπινη φύση. Επομένως, η φιλοσοφία δε θα μπορούσε να ασχοληθεί μαζί του, επειδή «θεῶν οὐδείς φιλοσοφεῖ, οὐδ' ἐπιθυμεῖ σοφός γενέσθαι (ἔστι γάρ)». Σ' αυτό το σημείο ο πλατωνικός Σωκρά­της, ο μαθητής της Διοτίμας, προσεγγίζει τον έρωτα φιλοσοφικά, χωρίς να του κα­ταστρέφει το μυθικό υπόβαθρο. Ο έρως εκθρονίζεται πια απ' το θεϊκό του μεγαλείο και συνδέεται με το φιλοσοφικό λόγο.

II ΜΕΤΑΞΥ ΜΥΘΟΥ ΚΑΙ ΛΟΓΟΥ. Το σωκρατικό δαιμόνιο αρχίζει πάντα με την ερώτηση, εμβαθύνει στο νόημα των όσων προηγήθηκαν στο «Συμπόσιο», για να προβληματίσει και να ανασκευάσει δημιουργικά. Ο απρόσωπος μυθολογικός έ­ρως αποκλείει τη φιλόσοφο σκέψη, συνδέει τον άνθρωπο με την κοσμική λειτουρ­γία και, παρά τις πρώτες συνειδητοποιήσεις του, δε μετέχει των εμπνεύσεων του προσώπου. Ο Σωκράτης θα αποδεσμεύσει τον έρωτα απ' την Ανάγκη για να τον κα­ταστήσει αναζητητή μιας αλήθειας, η οποία τον υπερβαίνει. Θα γίνει έτσι δαιμό­νιος, χωρίς να 'ναι θεός, αφού δεν έχει ούτε την αυτάρκεια ούτε τη σοφία του θεού.

«Καί οὗτος ἄρα καί ἄλλος πᾶς ὁ ἐπιθυμῶν τοῦ μή ἑτοίμου ἐπιθυμεῖ καί τοῦ μή παρόντος καί ὅ μή ἔχει καί ὅ μή ἐστίν αὐτός καί οὐ ἐνδεής ἐστί· τοιαῦτ' ἄττα ἐστίν ὧν ἡ ἐπιθυμία τε καί ὁ ἔρως ἐστίν». (Συμπ. 200e). Η ένδεια όμως του Έρωτα είναι δημιουρ­γική· αν το δαιμόνιο στοιχείο προσδιορίζει την ερωτική φορά, η νέα, η αλληγορική διδασκαλία του Σωκράτη προσεγγίζει τη μυθολογία υπό νέο πρίσμα. Τώρα όμως η μυθολογική αναγωγή είναι συμβολική και προσφέρει φιλοσοφικές διαστάσεις στην ερωτική συνείδηση, η οποία βρίσκεται στο δρόμο της πλήρωσης, αφού εκφράζεται ως ένδεια και ως σφοδρή επιθυμία ταυτόχρονα. Ο έρως είναι «ύός» του Πόρου και της Πενίας, συνεκφράζει παράδοξα και την Πενία και τον Πόρο, υποδηλώνοντας το πρόσωπο το οποίο επιθυμεί να πλουτιστεί. Εξαιτίας των καταβολών της μητέρας του είναι φτωχός, «χαμαιπετής... άστρωτος, ἐπί θύραις καί ἐν ὁδοῖς ὑπαίθριος κοιμώμενος...». Φέρει όμως μέσα του και τις ρίζες του πατέρα του και γι αυτό είναι «φρονήσεως ἐπιθυμητῆς καί πόριμος, φιλοσοφῶν, διά παντός τοῦ βίου, δεινός γόης καί φαρμακεύς καί σοφιστής, καί οὔτε ὡς ἀθάνατος πέφυκεν οὔτε ὡς θνητός, ἀλλά τότε μέν τῆς αὐτῆς ἡμέρας θάλλει τέ καί ζῆ, ὅταν εὐπορήση, τότε δέ ἀποθνήσκει, πάλιν δέ ἀναβιώσκεται διά τήν τοῦ πατρός φύσιν». (Συμπ. 203e).

Το μυθικό επικάλυμμα κρύβει μια ακατανίκητη δύναμη έκφρασης της πραγματι­κότητας. Ήδη ο φιλόσοφος προσπαθεί να συμβιβάσει την αντίθεση, εισχωρώντας στις εσώτερες αντινομίες της ανθρώπινης φύσης η οποία συνίσταται στη συνάντη­ση του χθόνιου με το θείο στοιχείο. Είναι αναμφισβήτητο πως ο μύθος της Διοτίμας εκφράζει μεγαλόπρεπα τη σπαράσσουσα ανθρώπινη υπόσταση η οποία μετέχει «ἀτύφου μοίρας» (Φαίδρ., 23ο). Φτάνουμε έτσι στο κύριο θέμα μας, στην ανθρωπολογι­κή διάσταση του Έρωτα.

III. Η ΑΝΘΡΩΠΟΛΟΓΙΚΗ ΔΙΑΣΤΑΣΗ ΤΟΥ ΕΡΩΤΑ. Στο «Φαίδρο» και στην «Πολιτεία» κυρίως φωτίζονται πολλά σημεία του «Συμποσίου» και ιδιαίτερα ότι έχει σχέση με την ερωτική διάσταση της ψυχής. Απ' τα λόγια της Διοτίμας προκύπτει πως η ψυχή είναι βαθιά ερωτική, γιατί μετέχει του Έρωτα απ' την ίδια της τη σύ­σταση. Οι αποδείξεις οι σχετικές με την αθανασία της, όπως παρουσιάζονται στο «Φαίδωνα», επιμαρτυρούν τους ισχυρισμούς του πλατωνικού Σωκράτη[9]. Είναι μά­λιστα αξιοπρόσεκτο πως ο βακχικός Σωκράτης των σκηνών του «Συμποσίου» γίνε­ται τελικά ασκητικός, αφού υπερβαίνει τη διαλεκτική για να προχωρήσει στην πραγματική ερωτική συνουσία.

Τα πρώτα βακχικά σκιρτήματα της ερωτικής συνείδησης αρχίζουν καθώς οι ώρι­μοι αντικρίζουν τα παιδικά πρόσωπα ή την αγαπημένη τους· εδώ παρεμβάλλεται το πάθος με όλες τις φρικιαστικές εισβάσεις του. Το αρχικό στάδιο προσφέρεται με την όραση, με την «των ομμάτων» όψη» Ο κόσμος των αισθητών ξανοίγεται στη συνεί­δηση καθώς ο κύκλος των «ένιαντών» και των «ώρών» γεννάει τη φιλοσοφία, σε συ­νεργασία με την πρώτη θαυμαστική φορά της συνείδησης. Πρόκειται για την πρώτη αισθητική φορά η οποία όμως, αλίμονο, μαραίνεται. Γρήγορα η όψη εκπίπτει, εκ-τροχιάζεται, εξαπατάει την ψυχή, γιατί παρά τη καθαρότητα του αισθητού, η αν­θρώπινη συνείδηση είναι τραγική.

Το «θέαμα εὐδαιμόνων θεατῶν» (Φαίδρ. ΙΠ) δεν ανήκει σε τούτον τον κόσμο, τα «σαρδία», οι «ἰάσπιδες» και οι «σμάραγδοι» όπως και άλλα «ἔτι τούτων καλλίω», δεν αποτελούν τον κλήρο αυτής της ζωής. Οι εξαίσιες αλληγορικές περιγραφές του «Φαίδωνα», οι οποίες κατασιγάζουν βαθύτατες ποιητικές νοσταλγίες των ψυχών, ανταμώνουν μύθο και αλήθεια σε έναν κόσμο ο οποίος ανήκει στους ευδαίμονες. Όμως, «ἡ διά τῶν ὀμμάτων σκέψις... ἀπάτης μέν μεστή... ἀπάτης δέ ἡ διά ταῶν ὤτων καί τῶν ἄλλων αἰσθήσεων» (Φαίδρ. 83), κατά τρόπο που το πραγματικό κάλλος ξε­φεύγει κι απ' τα μάτια της ψυχής, η οποία παρασύρεται τόσο εύκολα. Η πρωτινή ό­μως αναζήτηση της ομορφιάς συνεχίζεται με πάθος, η βακχική μανία των πρώτων σκιρτημάτων των ανθρώπινων ψυχών δεν επαναπαύεται στην «εύμορφίαν». Αυτός ο διαρκής πειρασμός πολιορκεί αέναα την ερωτική ψυχή, τη διχάζει, την κάνει να αποπροσανατολίζεται και να βυθίζεται στην άβυσσο του σαρκικού πάθους, στη φα­νερή διαστροφή του έρωτα. Η «ὄψις», η «ὀξυτάτη τῶν διά σώματος αἰσθήσεων», απομακρύνεται απ' τη φρόνηση, αφού ξεγελιέται απ' την εξωτερική ομορφιά και αιχμαλωτίζει την ψυχή. Αν τα μάτια του σώματος μπορούσαν να αντικρίσουν τη σωφροσύνη, θα πρόσφεραν στον άνθρωπο «δεινούς έρωτας», θα συγκλόνιζαν όλη την ανθρώπινη ύπαρξη. Στο «Φαίδρο» διαζωγραφίζεται υπέροχα ο τιτανικός αγώ­νας της ψυχής με την αλληγορική εικόνα των δύο ίππων και του ηνιόχου. Διαβλέ­πουμε πως σε κάθε ψυχή «πρόκειται μέγας ἀγών» ο οποίος συχνά συναιρεί πάθος και τραγωδία στο ζοφερό σκότος της επιθυμίας, της σκοτεινής επιθυμίας. Το «ἐρωτικόν ὄμμα» συγκλονίζει τα τρίσβαθα του ανθρώπινου όντος, στρέφει προς την ηδο­νή, «μνείαν ποιεῖται τῆς ταῶν ἀφροδισίων χάριτος» Φαίδρ., 254).

Πώς όμως εξηγείται φιλοσοφικά αυτή η διαστροφή της ερωτικής ψυχής; Εδώ πα­ρεμβάλλεται όλη η πλατωνική φιλοσοφία, για να φτάσει στο θεμέλιο της, στη σω­κρατική ηθική, την οποία συναντάμε ανάγλυφη στους πρώτους διάλογους του φι­λοσόφου. Οι σωκρατικές αρετές, όπως η σωφροσύνη, η ανδρεία, η δικαιοσύνη, κ.ο.κ., συνιστούν τις νοητές εκφράσεις του αγαθού και αποτελούν τον κόσμο της παράμονης αλήθειας. Τα πάθη, αντίθετα, δεσμεύουν την ψυχή και την κάνουν εξω­στρεφή και ακόρεστη. Για το Σωκράτη η φιληδονία αποτελεί πάθος το οποίο μολύ­νει και τη διάσταση του ωραίου. Αν το πρόσωπο του νεανίου ή της κόρης παραπέμ­πουν αμυδρά στο κάλλος, η παραμονή στη μορφή, στην ευμορφία, αφανίζει και με­τατρέπει τον αναζητητή του κάλλους σε θηρευτή της σέξουαλικής και μόνο από­λαυσης. Ο άνθρωπος αποξενώνεται όλο και πιο πολύ απ' τον κόσμο του πραγματι­κού και βυθίζεται στο ακόρεστο κυνήγι των σκιών, το πρόσωπο το οποίο είναι πό­λος μεταφυσικής έλξης, γίνεται αντικείμενο απόλαυσης, εκπορνεύεται. Ήδη κατα­νοούμε και το Σωκράτη και τον Πλάτωνα. Οι έννοιες του Σωκράτη αντιτίθενται στη σαρκολατρεία και αποτελούν εκφράσει της αλήθειας, τις οποίες ο σοφιστικός λόγος αδυνατεί να κατανοήσει[10]. Στον Πλάτωνα όμως οι ηθικές κατηγορίες του δα­σκάλου γίνονται ιδέες, προσλαμβάνουν απόλυτη μεταφυσική διάσταση και εκφρά­ζουν το «καλόν». Δέσμια του σώματος η ψυχή, διατηρεί κάποια αμυδρή ανάμνηση τους, χωρίς όμως νά 'ναι σε θέση να βιώσει το κάλλος τους, την αρχέγονη πληρό­τητα. Ήδη τα μάτια της αρχίζουν να βλέπουν κεί που η σωματική όραση κατα­παύει· «Ἤτοι τῆς διανοίας ὄψις ἄρχεται ὀξύ βλέπειν, ὅταν ἡ τῶν ὀμμάτων τῆς ἀκμῆς λήγειν ἐπιχειρεῖ» (Συμπ., 219). Αυτή η συγκινητική διαπίστωση του φιλοσόφου μας οδηγεί στους πραγματικούς αναβαθμούς του έρωτα.

Πώς όμως είναι δυνατή μια παρόμοια αλήθεια, όταν το αισθητό είναι αιώνιο, ό­πως και το νοητό; Αν επιθυμούμε να ερμηνεύσουμε σωστά το φιλόσοφο μας, οφεί­λουμε να ανατρέξουμε στις πηγές του, στους Ελεάτες, στους Ορφικούς, στους Πυ­θαγορείους. Σ'αυτό το μυστικό συμπόσιο συναντιούνται καρποφόρα όλες οι μουσι­κές, μυστικές, ερωτικές και φιλοσοφικές ψυχές, οι οποίες ενέχονται στο άνθος της πλατωνικής φιλοσοφίας. Θα δούμε πως αυτή η μυστική φλέβα ζωής γίνεται κρατε­ρή φιλοσοφία, χωρίς νά χάνεται στο μακάριο πέλαγος του μυστικού βιώματος και χωρίς να το αγνοεί ταυτόχρονα.

Λέγαμε πως οι ηθικές έννοιες του Σωκράτη γίνονται ιδέες στον Πλάτωνα και στο σημείο αυτό η γνωσιολογία και η ηθική συναντιούνται στο κάλλος. Γνωρίζει κάλλι­στα ο Πλάτωνας της «Πολιτείας» και του «Φαίδρου» τους πειρασμούς της ψυχής και περιγράφει με άφθαστες ψυχογραφικές ικανότητες τις περιπτώσεις έκπτωσης της «θείας μανίας» σε σαρκική. Ανατόμος της αλήθειας, δεν αφήνει τον υποκειμενι­σμό του πάθους να επικρατήσει και δεν αποκαλεί έρωτα ότι στις πιο πολλές περι­πτώσεις συνιστά επιφανειακά συναισθηματισμό και συνάντηση στιγμιαίων και υπο­κειμενικών συγκινήσεων. Είδαμε μέχρι τώρα πως η «δψις» και τό «δμμα» οδηγούν μοιραία στην ηδονή. Η πάλη και η τριβή της ψυχής με το αισθητό την ωθούν στο εγκόσμιο κάλλος, στην παιδική μορφή, η οποία καλλύνει κάποτε το νόστο του ερα­στή και τον οδηγεί στο θείο έρωτα. Το πάθος και η προσπάθεια προσπέλασης της ηδονής ονομάζεται απ' τούς θνητούς έρως (Φαίδρ., 252b)- οι αθάνατοι όμως τον ονομάζουν «πτερωτά», «διά την πτερόφοιτον άνάγκην».

Υπάρχει εδώ μια παιδαγωγική σχέση, η παιδαγωγική, θα λέγαμε, διάσταση του έ­ρωτα, η οποία δεν είναι σκοπός. Η παίδευση της ψυχής, η σχέση εραστού και ερω­μένου είναι πενυματική, ο βίος τους γίνεται πτερωτός, γιατί η «παρ’ ἐραστοῦ φιλία», «ταῦτα τοσαῦτα... καί θεῖα... δωρήσεται»· (Φαίδρ., 256e).

Είναι όμως φανερό πως η αναγωγή παιδαγωγικής σχέσης σε ερωτική μυσταγω­γία αποσκοπεί στο άνοιγμα των ματιών της ψυχής, κι αν αρχίζει διαλεκτικά, ξεπερ­νάει οπωσδήποτε τη διαλεκτική.

IV Η ΠΛΑΤΩΝΙΚΗ ΕΡΩΤΙΚΗ ΨΥΧΗ. Προκύπτει πια η ανάγκη εσωτερικής προσέγγισης της ψυχής. Ποιο είναι το κριτήριο το οποίο κάνει τη φιλόσοφο ψυχή να προτιμάει το αληθινό κάλλος; Αν η «ὄψις» δε γνωρίζει την «φρόνησιν», «κάλλος μόνον ταύτην ἔσχε μοίραν, ὥστε ἐκφανέστατον εἶναι καί ἐραμιώτατον». (Φαίδρ., 250d)[11]». Το κάλλος διαπορθμεύεται στο «θεοειδές πρόσωπον» το οποίο μιμείται τη θεία ομορφιά κι έτσι τα πρώτα εναύσματα του υπερκόσμιου πάθους προσφέρονται στην ερωτική ψυχή. Ήδη υποφώσκει η έννοια της κοσμικής ψυχής, η οποία διαχε-τεύει στον άνθρωπο το νόστο και τον ωθεί στο τάνυσμα των πτερύγων της ψυχής του. Τα δώρα της διαλεκτικής είναι ακριβά, γιατί ο προκείμενος αγώνας είναι ιδιαί­τερα σκληρός. Είναι βέβαιο πως ούτε ο πλατωνικός χρόνος, ούτε η πλατωνική δια­λεκτική είναι ευθύγραμμα[12]. Η ανάμνηση πορίζει στην ψυχή τα πρώτα φτερά της και η λογική δεν είναι τίποτε άλλο από προσπάθεια αναγωγής στο αρχέγονο κάλ­λος- εκεί αποβλέπει κάθε ψυχή, γιατί κατάγεται απ' το θείο κόσμο. Οι λογικές αλή­θειες οι οποίες θεωρούνται απόλυτα απ' το θείο νου, προσφέρονται και στον ανθρώ­πινο ως έσχατο δώρο της κυκλικής επαναγωγής. «Ἰδοῦσα διά χρόνου τό ὄν ἀγαπᾳ τέ καί θεωροῦσα τἀληθῆ τρέφεται καί εὐπαθεί, ἕως ἄν κύκλῳ ἡ περιφορά εἰς ταυτόν περιενέγκῃ ἐν δέ τῇ περιόδῳ καθορᾷ μέν αὐτήν δικαιοσύνην, καθορᾷ δέ σωφροσύνην καθορᾷ δέ ἐπιστήμην...» (Φαιδρ., 247d). Η θέα των νοητών οφθαλμών δεν είναι δυ­νατό να εξομοιωθεί με τη δική μας η οποία σκιάζεται απ' το φως των ορατών. Είναι πραγματική, αλλά ιστορικά συλλαμβάνεται αμυδρά με την ανάμνηση και σ' αυτό ακριβώς το σημείο έγκειται η ερωτική της φύση: παλινωδεί, πέφτει στο βόρβορο της ηδονής, κατέχεται απ' τη λήθη του κάλλους, μετεμψυχώνεται, τιμωρείται, κα-θαίρεται, επιστρέφει. Όλο αυτό το κοσμικό παιγνίδι των μεταμορφώσεων, γνωστό και απ' τη σοφία των Ουπανισάδων, συνιστά το μεγάλο πεπρωμένο της πλατωνικής ψυχής. Βέβαια, ο νους, το ανώτερο μέρος της ψυχής, είναι πάντα σε θέση να διακρί­νει το αληθινό. Συχνά όμως παρασύρεται και όλη η ύπαρξη χωρίζεται απ' τον έννο­μο βίο, γκρεμίζεται στην άβυσσο του κοσμικού πάθους, φτάνοντας στα έσχατα στά­δια της μετεμψύχωσης. Με τις κοσμικές περιόδους διενεργούνται οι καθαρμοί, επι­τρέποντας έτσι την «πτέρωσιν» των ψυχών.

Γι αυτό ο έρως του κάλλους δεν κατασιγάζεται αλλά γίνεται συμπαντικός, αφού ξέρουμε πως οι ψυχές είναι διάσπαρτες σε όλα τα κοσμικά πλάτη. Αν όμως οι κύ­κλοι της κοσμικής ψυχής προδιαγράφονται, αν αυτή η περιπλάνηση δεν καταπαύει νομοτελειακά, σε τι συνίσταται το βαθύτερο νόημα της ερωτικής ψυχής; Μήπως εί­ναι απ' τη ρίζα της ανέραστη, όπως οι Δαναΐδες; Και σ'αυτό το σημείο η πλατωνική φιλοσοφία διασώζει τη βασική ελευθερία εκλογής, προσφέροντας έτσι στον άνθρω­πο τη δυνατότητα προσωπικής απόλαυσης των κόπων του. Βέβαια, κάθε ύπαρξη βρίσκεται σε έναν κύκλο τον οποίο κυβερνάει η «του θεοΰ διάνοια», και εδώ το αν­θρώπινο δε νοιείται ελεύθερο έξω απ' το θείο. Ελευθερώνεται όσο συμβαδίζει με το θείο θέλημα.

Όσο όμως η ερωτική φορά της ψυχής νοσταλγεί το αληθινό, τόσο πιο πολύ η ανάμνησή της γίνεται διαυγής για να ποθεί όλο και πιο πολύ τον επουράνιο τόπο, τον «τόπον» στον οποίο το ηθικό και το καλό προσφέρουν το «ἀμήχανον κάλλος». Κατανοούμε τώρα σαφέστατα σε τι συνίσταται η ερωτική ψυχή. Οι δυνάμεις της, ό­πως περιγράφονται στον «Πολιτεία», συνιστούν ενότητα, η οποία κρατύνεται με την ανάμνηση για να εκφραστεί με το «αεικίνητόν» της[13]. Η πραγματική της φορά είναι φορά προς το νοητό κάλλος, προς το αγαθό. Ιστορικό της ένδυμα είναι η αρετή η οποία δεν αποτελεί καρπό λογικής εκλογής - στο «Μένωνα» το βλέπουμε χαρακτη­ριστικά - αλλά θείας πρόνοιας με την οποία συνδέεται η ανθρώπινη μοίρα. Η εκλο­γίκευση του αγαθού και του κακού, της αρετής και του πάθους, όπως προσπάθησε να την προσφέρει στην Ευρώπη ο Διαφωτισμός, συνιστά ακρωτηριασμό του αν­θρώπινου, αποϊεροποίηση του εγώ, όπως τουλάχιστο το συνέλαβε η μεγάλη πλατω­νική παράδοση. Η ορθολογικοποίηση των δυνάμεων της ψυχής - πέρα απ' το συμ­βατικό χωρισμό της ψυχολογίας - αφαιρούν τον ερωτικό παλμό απ' τα εσώτερα βά­θη μας, κάνουν την ερωτική ψυχή άπτερη.

Προχωρώντας σε βάθος και αξιολογώντας την πλατωνική ανθρωπολογία, δια­βλέπουμε πως η ψυχή χρησιμοποιεί τη διαλεκτική μεθοδολογικά, χωρίς όμως και να την κάνει σκοπό της. Ο διάλογος του ώριμου προς το νέο μυεί παιδαγωγικά προς το κάλλος, ανοίγει το δρόμο προς την ερωτική πτήση. Αργότερα όμως ο διά­λογος των ψυχών καταπαύει, γιατί ο ίμερος της συνουσίας με το θείο γιγαντώνεται, προσφέροντας τα δώρα της «τετάρτης μανίας». Αυτοδίκαια ο άνθρωπος είναι πια φι­λόσοφος. Ο έρως είναι συστατικό στοιχείο των φιλόσοφων ψυχών· «Διό δή δικαίως μόνη πτεροῦται ἡ τοῦ φιλοσόφου διάνοια· -πρός γάρ ἐκείνοις ἀεί ἐστί μνήμῃ κατά δύναμιν, πρός οἷσπερ θεός ὤν θεῖος ἐστί». (Φαιδρ. 249c). Η αυθεντική λοιπόν δομή της ψυχής του φιλοσόφου είναι καθαρά ερωτική· ο έρως δεν είναι πολυτέλεια, αλλά αληθινή προϋπόθεση κοινωνίας με το αγαθό. Η αισθητική διάσταση του κόσμου αναστέλλεται γιατί το ωραίο είναι κάλλος και δεν έχει άμεση σχέση με τα αισθητά, με τις μορφές, με τα σχήματα. Αν το «θεοειδές πρόσωπον» βρισκόταν στην αφετη­ρία της πτήσης του «έραστοΰ τών καλών», η θέα αφανίζεται τελικά μπροστά απ' το έκπαγλο κάλλος της ιδέας. Όλη η ερωτική πτήση συνοδεύεται βέβαια από κόπους και μόχθους, από ηθικό αγώνα, από ενδεχόμενους εγκλωβισμούς στις φυλακές του αισθητού, χωρίς όμως να ναυαγεί. Ας δούμε όμως σύντομα τους αναβαθμούς της ερωτικής μύησης.

V. ΟΙ ΑΝΑΒΑΘΜΟΙ ΤΗΣ ΕΡΩΤΙΚΗΣ ΜΥΗΣΗΣ. Οι αναβαθμοί της ερωτικής μύησης προσφέρονται απ' τη Διοτίμα στο «Συμπόσιον» και ορίζουν τον πλατωνικό έρωτα στις έσχατες απολήξεις του. Η έξοδος απ' τα ορατά προσδιορίζει ακριβέστα­τα τη φορά της ερωτικής ψυχής η οποία είναι δαιμόνια, στο μέτρο που επιζητεί το κάλλος «Μεταξύ θνητοῦ καιἀαθανάτου», μετέχει της θείας φύσης όπως και της αν­θρώπινης, είναι όμως ικανή να «διαπορθμεύει» «θεοῖς τά παρ’ ἀνθρώπων και ἀνθρώποις τά παρά θεῶν» (Συμπ., 202e). Αν η «μεΐξις» του θεού με τον άνθρωπο αποκλείε­ται, το δαιμόνιο και ερωτικό μέρος της ψυχής προσεγγίζει το απροσπέλαστο, στο μέτρο του δυνατού. Αν η Σοφία ανήκει στο Θεό, ο έρως που προσπαθεί να τον προ­σεγγίσει είναι αναμφίβολα φιλόσοφος (Συμπ., 203b), όπως και κάθε ερωτευμένη ψυχή. Κάθε φιλόσοφος ψυχή επομένως τρέπεται προς το αγαθό με ερωτικό πάθος. Αυτή η πρώτη αναζήτηση εκφράζεται ως αποκτητική προσπάθεια, ως αγώνας για απόκτηση μιας πραγματικότητας η οποία της ανήκει. (Γενέσθαι αὐτῷ - Συμπ., 204e). Απώτερος σκοπός βέβαια είναι η ευδαιμονία: «Κτήσει γάρ, ἔφη, ἀγαθῶν οἱ εὐδαίμονες εὐδαίμονες και οὐκέτι προσδεῖ ἐρέσθαι» (Συμπ., 205). Η ευδαιμονία όμως προς την οποία αποβλέπει η ερωτική φορά της ψυχής δεν έχει σχέση με το νεότερο ευδαιμονισμό, πρακτικό ή πνευματικό[14]. Η πλατωνική ευδαιμονία είναι υποχρεωτι­κά ερωτική και γι αυτό έχει μυστικά ριζώματα. Εδώ ακριβώς προβάλλει σαφέστατα ο ορισμός του έρωτα: «Έστιν άρα συλλήβδην, έφη, ό έρως του τό άγαθόν αύτώ είναι αεί». (Συμπ., 206). Αυτός ο ορισμός μας οδηγεί στην καρδιά του θέματος μας, γιατί προκύπτει πως ο έρως της ψυχής τοποθετεί δλη την ύπαρξη του φιλοσόφου στο κα­λό, είναι «τόκος ἐν καλῷ καί κατά τό σώμα καί κατά ψυχήν». Η αθανασία προκύπτει ως αίτημα της ερωτικής ψυχής, τα ορατά και η αισθητική τους διάσταση (Άλκηστις, Ορφεύς, Ευρυδίκη, Αχιλλεύς, κ.ά.), εμπνέουν τη φιλία, την αφοσίωση, τον ηρωισμό και το ιερό πάθος της κοινωνίας. Οι ερωτικές ψυχές οι οποίες αφοσιώνον­ται και συνδέονται ειλικρινά με την πιστότητα, ανήκουν στην αθανασία.

Η συνέχεια του λόγου της Διοτίμας είναι πολύ διαφωτιστική. Εξηγεί στο Σωκρά­τη γιατί κάθε συνουσία «άνδρός καί γυναικός τόκος έστιν». Βρισκόμαστε και πάλι στο φαινόμενο της διαιώνισης της ερωτικής φοράς διαμέσου των αλλεπάλληλων βιολογικών κινήσεων. Η αέναη γέννηση είναι κάτι το θείο, αφού συμβάλλει στη διαιώνιση του είδους, στην αθανασία, στην κοσμική αθανασία των ανθρώπων.

Η κοσμική αιωνιότητα, ο χρόνος, προσφέρει τη δυνατότητα συνεχούς ερωτικής πτήσης, αναδύεται πάντα, στο μέτρο που υπάρχουν ανθρώπινα όντα. «Ὅτι ἀειγενές ἐστί καί ἀθάνατον ὡς θνητῷ ἡ γέννησις. Ἀθανασίας δέ ἀναγκαΐον ἐπιθυμεῖν μετά ἀγαθοῦ ἐκ τῶν ὁμολογημένων, εἴπερ τοῦ τἀγαθον ἑαυτῷ εἶναι ἀεί ἔρως ἐστίν». (Συμπ., 207). Ήδη ο έρως αποτελεί συνεχή φορά προς την αθανασία, αφού διαιωνίζεται κο­σμικά, μη παύοντας να είναι και ουράνιος. Στο φθαρτό σκήνωμα, στη διαιώνιση του είδους, επιτελείται μια ιερή πράξη, η οποία διαφυλάττει την ερωτική φορά της ψυ­χής. Ο χρόνος είναι ιερός και ελαύνεται από συνεχή ερωτικό παλμό, ο οποίος δονεί τις ακοίμητες ψυχές. Εδώ βέβαια διακρίνουμε την επίδραση των ορφικοπυθαγορι-κών οι οποίοι θεωρούσαν το σώμα δεσμωτήριο της ψυχής. Το σώμα το οποίο δεν είναι φθαρτό καθ' αυτό καθιστά δυνατό τον αγώνα για την αφθαρσία. Αυτή η κοσμι­κή αλληλογένεση ιεροποιεί κατά βάθος το σώμα, αιωνίζει το ανθρώπινο, χωρίς να το αποκόβει απ' τις ρίζες του. Υπάρχει βέβαια αντίφαση η οποία δεν αίρεται. Όλα τα μεγάλα φιλοσοφικά συστήματα οικοδομούν αυτόν τό διχασμό ο οποίος και θα παραμένει, καθόσο η σχέση του αγαθού με το κακό είναι ανεξήγητη.

Η Διοτίμα εμπιστεύεται στο Σωκράτη πως η συμπαντική φύση είναι ερωτική αφού διαιωνίζεται απρόσωπη, αφού «τόν αὐτόν ἐκείνῳ λόγον ἡ θνητή φύσις ζητεῖ, κα­τά τό δυνατόν, ἀεί τε εἶναι καί ἀθάνατος». (Συμπ., 207d). Τό ερωτικό διαχέεται στο σύμπαν το οποίο επιζητεί απρόσωπα την αθανασία, στο μέτρο που είναι εκφραστής της «του κόσμου ψυχής». Όσο η ερωτική ψυχή συνειδητοποιεί τη φορά της, τά στά­δια μύησής της, τόσο διαχέεται και στη συμπαντική υπόσταση του κόσμου, τόσο κατανοεί πως ο έρως είναι οικουμενική αξία διάσπαρτη στη φύση, στα πτηνά, στα ζώα, στις κινούμενες και διαιωνιζόμενες δυνάμεις. Ο κοσμικός ερωτικός παλμός προσδίδει στον έρωτα πανθεϊζουσα αντίληψη η οποία εξάλλου προσδιορίζει και τα όρια ή τις δυνατότητες της ελληνικής κοσμοθεωρίας. Ο αρχικός δυαλισμός ύλης και πνεύματος βρίσκει σημεία κοινωνίας στην ερωτική διάσταση της ψυχής η οποία αγκαλιάζει όλη τη φύση. Για μια στιγμή η ερωτική ψυχή αποπροσωποποιείται, αφήνει τον έρωτα να εκφραστεί ως παγκόσμια θεία δύναμη η οποία καθιστά δυνατή την κοσμική λειτουργία, την κοσμική αθανασία.

Καθώς όμως η Διοτίμα συνεχίζει, ο δρόμος προς την έσχατη ερωτική κοινωνία ξανοίγεται, μυούμαστε στην ερωτική έκσταστη. Πρόκειται για τη μακάρια θέα των νοητών τα οποία χωρίς να περιγράφονται λογικά, φωτίζουν την ψυχή, την κάνουν να διαχέεται «ἐπί τό πολύ πέλαγος... τοῦ καλοῦ» (Συμπ., 210b). Αγόμαστε έτσι στην επιστήμη του «καλού», σε μια επιστήμη η οποία υπερβαίνει την εποπτεία για να αποκαλύψει το απόλυτο άνοιγμα της ερωτικής ψυχής. Σ' αυτήν την έσχατη κατά­σταση καταπαύει η ερωτική μανία, αναστέλλεται ο διαλεκτικός οίστρος του φιλοσό­φου. Η ψυχή, οδηγημένη απ' τον παντεπόπτη νου, ταυτίζεται μαζί του, γίνεται λο­γική και μυστική ταυτόχρονα, εικόνα του τελείου: «Ἐξαίφνης κατόψεταί τι θαυμαστόν τήν φύσιν καλόν... οὗ δη ἕνεκεν και οἱ πρόσθεν πάνοι». (Συμπ., 210e). Η μυστική θέα στέφει την ερωτική φορά, καταπαύει τον έρωτα, γιατί τον οδηγεί στη χώρα του θείου, των ιδεών. Η κοινωνία με τον κόσμο του απόλυτου, με το απόλυτα καλό και ωραίο (κάλλος) δε μπορεί να αμφισβητηθεί από καμμιά υποκειμενική δόξα. Άσαρ­κο (Συμπ. 211), αιώνιο, θαυμαστό, αποτελεί την πηγή κάθε καλού· «Τά δέ ἄλλα πάντα καλά ἐκείνου μετέχοντα τρόπον τινά τοιοῦτον, οἷον γιγνομένων τέ τῶν ἄλλων καί ἀπολλυμένων μηδέν ἐκεῖνο μήτε τί πλέον μήτε ἔλαττον γίγνεσθαι μηδέ πάσχειν μηδέ ποιεῖν μηδέν». (Συμπ., 211b).

Η ερωτική μανία αποτελεί αναμφισβήτητα δώρο των θεών, συνιστά τα φτερά της μυστικής ψυχής, το συνεκτικό δεσμό των ορατών, τη μυστική εικόνα του αγήρα-στου κάλλους. Κι όμως, στις έσχατες βαθμίδς της ιερής μύησης, η ψυχή καταπαύει το μονικό και ενθουσιαστικό τάνυσμα των πτερύγων της, παύει να είναι βακχική και αναζητητική, γιατί ο έρως αποθέτει τα φτερά του στον ιερό χώρο της άφιξης.

Στην έσχατη θεώρησή της η ανθρώπινη ψυχή είναι δεκτική και μεθεκτική της αλήθειας, ξανοίγεται για να δεχτεί τις έσχατες αποκαλύψεις οι οποίες κατασιγάζουν τις ερωτικές της πτήσεις.

VI. Η ΥΠΕΡΒΑΣΗ ΤΟΥ ΕΡΩΤΑ. Βρισκόμαστε αναμφισβήτητα στην υπέρβαση του έρωτα. Το συμπαντικό και το ανθρώπινο διακρίνονται για την εκστατική και ερωτική τους φορά, χωρίς όμως αυτό να αποτελεί αυτοσκοπό. Για τον Πλάτωνα σκοπός είναι η «ὁμοίωσις θεῷ», η «μέθεξις» του αγαθού, τό «θεᾶσθαι μόνον καί συνεῖναι». Αυτή η θέση αποτελεί τον παραμόνιμο κόσμο του ανθρώπινου, συνιστά το κέντρο της πλατωνικής γνωσιολογίας και ερμηνεύει το ανθρώπινο θεοκεντρικά. Οι ρίζες του ανθρώπινου φωτίζονται έτσι απ' τη θεία διάσταση της ζωής, ο έρως κατα­παύει εκεί που αρχίζει η συνουσία με το θείο. Το εγώ αυτοϋπερβαίνεται στο μέτρο που ιεροποιείται και δε θα μπορούσαμε να μιλάμε για διάκριση γνώσης και ήθους, αφού αποδιαστέλλονται στο άσαρκο κάλλος. Όλες οι διασκεπτικές κατηγορίες γί­νονται πραγματικότητα στη θεωμένη ψυχή η οποία έχει πιά λαμπρυνθεί απ' το νου, γιατί κοσμείται με το ενορατικό υπόβαθρο, με τη μυστική ρίζα η οποία τελικά ικα-νώνει το νου να διαβλέπει το βάθος της πραγματικότητας, η οποία αποκαλύπτει τα έγκατα του ανθρώπινου. Αν λοιπόν ο έρωτας υπερβαίνεται, αυτό οφείλεται στη μυ­στική του αφετηρία η οποία έχει ως πυρήνα το θείο κέντρο της ζωής. Το ανθρώπινο εξαρτάται απ' το θείο, το θείο προτάσσεται του ανθρώπινου το οποίο δικαιώνεται εξαιτίας αυτής της εξάρτησης. Σ' αύτό ακριβώς το σημείο βρίσκεται η διαφορά ανά­μεσα στον πλατωνικό και στον ευρωπαϊκό ιδεαλισμό.

Υπάρχει επομένως μια αναμφισβήτητη ηθική στην πλατωνική φιλοσοφία η οποία κορυφώνεται με την εξάρτηση της ανθρωπολογίας απ' τη θεολογία. Βέβαια, το θείο είναι απρόσωπο και ο κόσμος του αέναος. Καμιά όμως προσωπική σύλληψη δεν εί­ναι νοητή χωρίς αυτήν την έγγεια συγγένεια, χωρίς την προς το θείο φορά του αν­θρώπινου. Στα εσώτερα βάθη της συνείδησης, στα όρια ψυχής και νου υπάρχει ακριβώς το θείο στίγμα, ότι θα καταστήσει δυνατή, στη συνέχεια την προσέγγιση του πάθους και της αρετής με βάση τον κόσμο των ιδεών. Η λογική δεν είναι παρά εσωτερική σύλληψη της πολλότητας των ιδεών απ' τη συνείδηση, αναμνησιακή κα­τάσταση η οποία συνθέτει τον πλατωνικό χρόνο. Η ιστορικότητα του όντος σφρα­γίζεται έτσι με την αιωνιότητα της ιδέας, ο ελεατισμός του Πλάτωνα κάνει παράδο­ξο ταίρι με τα ήρακλειτιανά στοιχεία της σκέψης του.

Ας καταλήξουμε όμως θεωρώντας από κοντά τις σχέσεις έρωτα και μυστικής. Η ερωτική διάσταση εμψυχώνει τον άνθρωπο και το φυσικό γίγνεσθαι το οποίο μη­νύει την θεία τάξη με την παγκόσμια ψυχή του. Η ερωτική όμως φορά δεν είναι αφετηρία, αλλά αναβατική οδός η οποία προϋποθέτει την ανάμνηση, την άμεση σύλληψη του ιδεατού. Το πέρασμα απ' τη σωφροσύνη στη δικαιοσύνη και στην αν­δρεία λ.χ. δεν είναι λογικό, αλλά άμεσο, μυστικό. Η πολλότητα των ιδεών η οποία αποτυπώνεται στην ψυχή αμυδρά συνιστά την αφετηρία.

Εδώ συναντάμε τη λογική και τη διαλεκτική: ακολουθούν και επανάγουν ερωτι­κά στο θείο κέντρο της ζωής. Αυτή η ιεραποδημία είναι αέναη και δεν κοστίζει κα­μιά θυσία στο Θεό. Όλα γίνονται με βάση των ανθρώπινη προσπάθεια και οδηγούν στην άσκηση. Ο πλατωνικός έρως είναι ασκητική οδός, οι εκστάσεις και η θεία μα­νία δεν έχουν τίποτε το διονυσιακά βιταλιστικό, αποτελούν εκφράσεις της επιθυ­μίας για απαλλαγή και αποδέσμευση απ' το αισθητό. Τα αισθητά δεν είναι κακά κα­θεαυτό, αλλά γίνονται απ' τη στιγμή που τα μάτια της ψυχής υποδουλώνονται σ' αυτά.

Πολλά προβλήματα ανακύπτουν τα οποία όμως απαλύνονται με τη μελέτη του Αριστοτέλη. Ο Πλάτωνας όμως βρίσκεται στην αφετηρία γιατί μας αποκαλύπτει. Μας ανοίγει αιώνιους δρόμους, αφού η φιλοσοφία του έχει αποκαλυπτική φορά, εξωθώντας μας στην προσέγγιση της Σοφίας. Θητεία σε μια παρόμοια φιλοσοφία βοηθάει στη συνειδητοποίηση των βαθύτερων απαιτήσεων του ανθρώπινου είναι, ικανώνει στην αποκάλυψη της τιμής του να είμαστε ανθρώπινα όντα.
------------------------------
[1] Συμπ. 178b.

[2] Ιω. Συκουτρή, Πλάτωνος Συμπόσιον, έκδ. 1949, σελ. 31, σημ. 6.

[3] «Τετάρτην δε Ἀφροδίτης καί ἔρωτος», Φαίδρ., 265b.

[4] Ο Pierre Boutang σημειώνει στοχαστικότατα: «Αν η επιθυμία πάει στο χαμόγελο, το sexus που εφευρέθηκε απ' τους Λατίνους για να εκφράσει την «τομή» ανάμεσα στα αρσενικά και στα θηλυκά (κι ήταν μια ουδέτερη λέξη στην αρχή), οι Έλληνες το αγνοούσαν και το ονόμαζαν «φύσις» για να συνενώνει αντί να χωρίζει...» (Apoca­lypse du desir, ed. Grasset... σελ. 212).

[5] Συμπ., 180d.

[6] Συμπ., 181c.

[7] Προλ. Συμπ. 183c, Φαίδρ. 231c, 232, κ.α.

[8] Συμπ. 190d.

[9] Φαίδρ., 70c, κ.εξ.

[10] Πρβλ. λ.χ. την εκτενή σπουδή του Jacques Derrida, La pharmacie de Platon, in La dissemination, ed., du Seuil, σελ. 71-197.

[11] Περιττεύει να τονίσουμε πως ο Πλάτωνας στηρίζεται σε παρόμοιες διαπιστώσεις για να αναπτύξει τον μονοεϊσμό του.

[12] Η ασυνέχεια, ως βασική φιλοσοφική κατηγορία αποτέλεσε το έναυσμα των κύριων ιδεαλιστικών κατηγοριών, μέχρι το Διαφωτισμό. Με τον Kant, τα πράγματα αλλάζουν. Περισσότερα, στο μελέτημά μας, «Κατακερματίζε­σαι την ουσίαν», έκδ. Μήνυμα.

[13] Σ' αυτή τη θέση μπορούμε να επισημάνουμε ένα απ' τα σημεία αναπόφευκτης προσέγγισης του πλατωνισμού και του αριστοτελισμού.

[14] Έχουμε κυρίως υπόψη την αγγλκή σχολή και ορισμένους εκπροσώπους του γαλλικού διαφωτισμού.

Κυριακή της Ορθοδοξίας – Οι κατάρες της Εκκλησίας κατά των Ελλήνων και του Ελληνικού πνεύματος!

Κύριο θέμα του εορτασμού της Κυριακής της Ορθοδοξίας είναι η νίκη των εικονολατρών επί των εικονομάχων και ταυτόχρονα ο αναθεματισμός των Ελλήνων.

Οι αναθεματισμοί αυτοί ψέλνονται από το 788 μέχρι σήμερα τόσο από τους ιερείς της ορθοδοξίας όσο και από τους παριστάμενους, την Α΄ Κυριακή της Σαρακοστής.

Συντάχθηκαν κατά την Ζ” Οικουμενική Σύνοδο που έγινε στη Νίκαια της Βιθυνίας κατά την οποία προέδρευσε ο Κωνσταντίνος ο ΣΤ” και η μάνα του Ειρήνη η Αθηναία*, το 787, στην οποία παρευρέθηκαν 367 συνοδικοί επίσκοποι. Η οριστική αναστήλωση των εικόνων έγινε από την αυτοκράτειρα Θεοδώρα (το 842).

Το τραγελαφικό της υπόθεσης είναι, ότι η νίκη των εικονολατρών, θεωρήθηκε κι ως νίκη έναντι των Ελλήνων που κατηγορούνταν ως…ειδωλολάτρες, ασχέτως αν οι πραγματικοί ειδωλολάτρες ήταν και είναι αυτοί που λατρεύουν άψυχες εικόνες, στις οποίες αποδίδουν μάλιστα και…θαυματουργικές ιδιότητες (ο τσαρλατανισμός σ” όλο του το μεγαλείο).

Βεβαίως η σημερινή Εκκλησία, κρατάει και μια «πισινή» για τις… θαυματουργικές ιδιότητες των εικόνων, γιατί πλέον τα «πρόβατα» άρχισαν να πονηρεύονται. Έτσι μας λένε, ότι μπορεί και να είναι θαυματουργές, αλλά αυτό δεν είναι και απόλυτο, καθώς εξαρτάται κι απ” τον βαθμό… πίστης (τύφλα να “χει η Πυθία). Αλλά οι θαυματουργικές ιδιότητες των εικόνων, ίσως ωχριά μπροστά στις δυνατότητες των «αγίων», οι οποίοι σύμφωνα με την Εκκλησία, θαυματουργούσαν ακόμα και με την σκιά τους(!!!).

Απολαύστε τους λοιπόν και θαυμάστε την αγάπη του εβραιοχριστιανισμού προς τον ΕΛΛΗΝΑ και το ΑΡΧΑΙΟ ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΠΝΕΥΜΑ.
 
ΠΡΩΤΟΣ ΑΝΑΘΕΜΑΤΙΣΜΟΣ:
«Τοις ευσεβείς μεν επαγγελλομένοις τα των Ελλήνων δε δυσσεβή δόγματα τη ορθοδόξω και καθολική εκκλησία περί τε ψυχών ανθρωπίνων, και ουρανού και γης, και των άλλων κτισμάτων αναιδώς ή μάλλον ασεβώς επεισάγουσιν ανάθεμα (γ’)».
Μετάφραση:
Σε όσους παριστάνουν τους ευσεβείς, ενώ, την ίδια στιγμή, εισάγουν με θράσος ή πολύ περισσότερο με ασέβεια στην Ορθόδοξη και Καθολική Εκκλησία τις ασεβείς δοξασίες των ΕΛΛΗΝΩΝ και για τις ανθρώπινες ψυχές και για τον ουρανό και τη γη και για τα άλλα κτίσματα, ΑΝΑΘΕΜΑ! ΑΝΑΘΕΜΑ! ΑΝΑΘΕΜΑ!
Τρεις φορές Ανάθεμα δηλαδή στους Ορφέα, Θαλή, Αναξίμανδρο, Αναξιμένη, Πυθαγόρα, Ξενοφάνη, Παρμενίδη, Ζήνωνα, Εμπεδοκλή, Ηράκλειτο, Αναξαγόρα, Δημόκριτο, Σωκράτη, Πλάτωνα κ.α.
ΔΕΥΤΕΡΟΣ ΑΝΑΘΕΜΑΤΙΣΜΟΣ:
«Tοις την μωράν των έξωθεν (=Ελλήνων) φιλοσόφων λεγομένην σοφίαν προτιμώσι, και τοις καθηγηταίς αυτών επομένοις, και τας τε με­τεμψυχώσεις των ανθρωπίνων ψυχών, η και ομοίως τοις αλόγοις ζώοις ταύ­τας απόλλυσθαι, και εις το μηδέν χωρείν δεχομένοις και δια τούτο ανάστασιν, και κρίσιν, και την τελευταίαν των βεβιωμένων ανταπόδοσιν αθετούσιν ανάθεμα (γ’)».
Μετάφραση:
Σε όσους προτιμούν τη λεγόμενη σοφία των εκτός χριστιανισμού ΕΛΛΗΝΩΝ την ανόητη και ακολουθούν τους δασκάλους τους και δέχονται ότι υπάρχει μετεμψύχωση ή ότι οι ανθρώπινες ψυχές χάνονται όπως τα άλογα ζώα και ξεπέφτουν στην ανυπαρξία και εξαιτίας αυτών των ιδεών τους αθετούν την ανάσταση, την κρίση [κατά τη δευτέρα παρουσία] και την τελική ανταπόδοση σύμφωνα με όσα έπραξε στη ζωή του ο καθένας, ΑΝΑΘΕΜΑ! ΑΝΑΘΕΜΑ! ΑΝΑΘΕΜΑ!
ΤΡΙΤΟΣ ΑΝΑΘΕΜΑΤΙΣΜΟΣ:
«Τοις λέγουσιν ότι οι των Ελλήνων σοφοί και πρώτοι των αιρεσιαρχών, οι παρά των επτά αγίων και καθολικών συνόδων, και παρά πάντων των εν Ορθοδοξία λαμψάντων πατέρων αναθέματι καθυποβληθέντας, ως αλλό­τριοι της καθολικής εκκλησίας δια την εν λόγοις αυτών κίβδηλον και ρυπαράν περιουσίαν κρείττονες εισι κατά πολύ, και ενταύθα και εν τη μελλούση κρίσει, και των ευσεβών μεν και ορθοδόξων ανδρών, άλλως δε κατά πά­θος ανθρώπινον ή αγνόημα πλημμελησάντων ανάθεμα (α’)».
Μετάφραση:
Σε όσους λένε ότι είναι καλύτεροι κατά πολύ οι σοφοί των ΕΛΛΗΝΩΝ και οι πρωτοστάτες στις αιρέσεις, στους οποίους οι επτά άγιες και Καθολικές Σύνοδοι και όλοι οι Πατέρες που έλαμψαν μέσα στην Ορθοδοξία τους επέβαλαν ανάθεμα, ως ξένους στην Καθολική Εκκλησία, καθώς πλεόνασαν τα ψεύτικα και βρόμικα λόγια τους και εδώ και στη μέλλουσα κρίση, και σε κείνους που είναι ευσεβείς και ορθόδοξοι αλλά αμάρτησαν από ανθρώπινο πάθος ή από άγνοια, ΑΝΑΘΕΜΑ!
ΤΕΤΑΡΤΟΣ ΑΝΑΘΕΜΑΤΙΣΜΟΣ:
«Τοις τα ελληνικά διεξιούσι μαθήματα, και μη δια παίδευσιν μόνον ταύτα παιδευομένοις, αλλά και ταις δόξαις αυτών ταις ματαίαις επομένοις, και ως αληθέσι πιστεύουσι και ούτως αυταίς ως το βέβαιον εχούσαις εγκειμένοις, ώστε έτερους ποτέ μεν λάθρα, ποτέ δε φανερώς ενάγειν αυταϊς και διδάσκειν ανενδοιάστως ανάθεμα (α’)».
Μετάφραση:
Σε όσους αποδέχονται τις διδασκαλίες των Ελλήνων και δεν τις σπουδάζουν μόνο για μόρφωση, αλλά ακολουθούν και τις ιδέες τους τις μάταιες και τις πιστεύουν ως αληθινές, και μάλιστα ωσάν αυτές να περιέχουν τη βεβαιότητα, και επιμένουν να παρασύρουν σ” αυτές άλλοτε κρυφά και άλλοτε φανερά και να τις διδάσκουν χωρίς κανέναν ενδοιασμό, ΑΝΑΘΕΜΑ!
ΠΕΜΠΤΟΣ ΑΝΑΘΕΜΑΤΙΣΜΟΣ:
«Τοις μετά των άλλων μυθικών πλασμάτων, αφ” εαυτών και την καθ” ημάς κλίσιν μεταπλάττουσι, και τάς πλατωνικάς ιδέας ως αληθείς δεχομένοις και ως αυθυπόστατο την ύλην παρά των ιδίων μορφούσθαι λέγουσι, και προφανώς διαβάλλουσι το αυτεξούσιον τον Δημιουργού, τον από του μη όντος εις το είναι παραγαγόντος τα πάντα, και ως ποιητού πάσιν αρχήν και τέλος επιτιθέντος εξ-ουσιαστικώς και δεσποτικώς ανάθεμα (α’)».
Μετάφραση:
Σε όσους με δική τους πρωτοβουλία, μαζί με τα άλλα μυθικά πλάσματα, διαστρεβλώνουν τα της δημιουργίας του ανθρώπου και δέχονται ως αληθινές τις ΠΛΑΤΩΝΙΚΕΣ ιδέες και ισχυρίζονται ότι οι ίδιοι από μόνοι τους διαμορφώνουν άποψη και προφανώς αμφισβητούν την απόλυτη εξουσία του Δημιουργού, ο οποίος από την ανυπαρξία έφερε στην ύπαρξη τα πάντα και ως Ποιητής έθεσε σε όλα αρχή και τέλος με τη δύναμη του εξουσιαστή και δεσπότη, ΑΝΑΘΕΜΑ!
ΕΚΤΟΣ ΑΝΑΘΕΜΑΤΙΣΜΟΣ:
«Τοις δεχομένοις, και παραδίδουσι τα μάταια και ελληνικά ρήματα., ότι τε προύπαρξις εστί των ψυχών, και ουκ εκ τον μη όντος τα πάντα εγένετο, και παρήχθησαν, οτι τέλος εστί της κολάσεως η αποκατάστασις αύθις της κτίσεως, και των ανθρωπίνων πραγμάτων, και διά των τοιούτων λόγων την βασιλείαν των ουρανών λυομένην πάντως, και παράγουσαν εισάγουσιν, ην αιωνίαν και ακατάλυτον αυτός τε ό Χριστός και Θεός ημών εδίδαξε, και παρέδοτο και διά πάσης της Παλαιάς και Νέας Γραφής ημείς παρελάβομεν οτι και η κόλασις ατελεύτητος και ή βασιλεία αΐδιος, διά δε των τοιούτων λό­γων εαυτούς τε απολλύουσι, και ετέροις αιωνίας καταδίκης προξένοις γινομένοις ανάθεμα (γ’)».
Μετάφραση:
Σε όσους δέχονται και διαδίδουν τις μάταιες αντιλήψεις των ΕΛΛΗΝΩΝ, και ότι οι ψυχές προϋπήρχαν και ότι δεν προήλθαν ούτε προέκυψαν από την ανυπαρξία τα πάντα και ότι ήρθε το τέλος της κολάσεως από τη στιγμή που δημιουργήθηκε και η κτίση και το ανθρώπινο είδος, και διαδίδουν με τέτοια λόγια ότι η Βασιλεία των Ουρανών έχει τελείως καταργηθεί και εκλείψει, την οποία και ο ίδιος ο Χριστός και Θεός μας δίδαξε ως αιώνια και ακατάλυτη, παρέδωσε και εμείς από την Παλαιά και Καινή Διαθήκη παραλάβαμε ότι και η Κόλαση είναι ατέλειωτη και η Βασιλεία παντοτινή, καταστρέφουν με τέτοια λόγια και τους εαυτούς τους και προξενούν σε άλλους αιώνια καταδίκη, ΑΝΑΘΕΜΑ! ΑΝΑΘΕΜΑ! ΑΝΑΘΕΜΑ!
ΕΒΔΟΜΟΣ ΑΝΑΘΕΜΑΤΙΣΜΟΣ:
«Έτι, τοις φρονούσι και λέγουσι κτιστήν είναι πάσαν φυσικήν δύναμιν και ενέργειαν της τρισυπόστατου θεότητος, ως κτιστήν εκ τούτου πάντως και αυτήν την θείαν ονσίαν αναγκαξομένοις δοξάζειν. Κτιστή γαρ κατά τους Αγίους ενέργεια, κτιστήν δηλώσει και φύσιν άκτιστον δέ, άκτιστον χαρακτηρίζει ουσίαν. Καντεύθεν ήδη κινδυνεύουσι εις θείαν παντελή περιπίπτειν, και την ελληνικήν μυθολογίαν και την των κτισμάτων λατρείαν, τη καθαρά και αμώμω των χριστιανών πίστει προστριβομένοις, μη ομολογοϋσι δε κατά τας αγίας θεοπνεύστους θεολογίας, και το της Εκκλησίας ευσεβές φρόνημα, άκτιστον είναι πάσαν φυσικήν δύναμιν και ενέργειαν της τρισυ­πόστατου θεότητος ανάθεμα (γ’)».
Μετάφραση:
Σε όσους ακόμη φρονούν και λένε ότι κάθε φυσική δύναμη και ενέργεια της τρισυπόστατης Θεότητας είναι εκ των υστέρων δημιουργημένη, αναγκάζονται ως εκ τούτου να δεχτούν ότι θεία ουσία είναι χωρίς άλλο εκ των υστέρων δημιουργημένη· γιατί αν εκ των υστέρων δημιουργημένη ενέργεια κατά τους Αγίους, θα φανερώσει ότι είναι εκ των υστέρων δημιουργημένη και η φύση. Αυτή όμως είναι άκτιστη, θα τη χαρακτηρίσει κανείς άκτιστη ουσία και εξ αυτού του λόγου και όσοι ζουν με την καθαρή και αμόλυντη χριστιανική πίστη κινδυνεύουν να περιπέσουν σε πλήρη αθεΐα και να δεχτούν την ελληνική μυθολογία και τη λατρεία των δημιουργημάτων.
Σε όσους άρα δεν ομολογούν, σύμφωνα με τις θεόπνευστες θεολογικές ερμηνείες των Αγίων και το ευσεβές φρόνημα της Εκκλησίας, ότι είναι άκτιστη κάθε φυσική δύναμη και ενέργεια της τρισυπόστατης Θεότητας, ΑΝΑΘΕΜΑ! ΑΝΑΘΕΜΑ! ΑΝΑΘΕΜΑ!

Από την «Παρακλητική» λαμβάνεται επίσης ένα ανθελληνικό τροπάριο και ένας μακαρισμός.

Το τροπάριο: «Ναούς ειδώλων (=ελληνικούς) καθείλετε αθλούντες, και εαυτούς της Τριά­δος θείους ναούς εδομήσασθε, αθλοφόροι κυρίου αγγέλων συνόμιλοι».

Ο μακαρισμός: «Οι καλάμω του Σταυρού, εκ του βυθού της αγνωσίας τους λαούς αναγαγόντες Απόστολοι, την των Ελλήνων πλάνην απεμειώσατε από της γης, απλα­νείς σωτήρες γενόμενοι των πιστών, αληθώς όθεν μακαρίζεσθε».

Το ελληνικό έθνος προϋπήρξε ιστορικά και πολιτιστικά του Χριστιανισμού. Ή σημερινή κρίση της ελληνικής ταυτότητας αντικατοπτρίζεται στην πάλη μεταξύ του Έλληνα και του Χριστιανισμού.

Οι εξ Ανατολών ψευτοηθικολόγοι είναι αυτοί, πού επέβαλαν δια ροπάλου στους Έλληνες τον ψυχοπνευματικό ακρωτηριασμό και την εξουσιαστική μανία τους. Το φάρμακο αντιστροφής της πορείας είναι ή γνώση της ιστορίας.

Ο Ελληνισμός βογγάει κάτω από την ταφόπλακα των 1.700 χρόνων. Είναι τραγικό το φαινόμενο της σημερινής ελλαδικής εξουσίας με τους τρόπους ελέγχου των απόψεων και σκέψεων των Ρωμιών, Γραικύλων, Ραγιάδων και Γκιαούρηδων. Δυστυχώς αυτοί έχασαν την ικανότητα να νιώσουν την αλή­θεια, διότι τα μέσα μαζικής αποβλάκωσης ρίχνουν χωρίς διακοπές στην αγορά ιδεών τα νεφελώδη τους προϊόντα.

Η Ορθοδοξία, όπως και οι άλλες ιουδαϊκής προέλευσης θρησκείες, μιλούν για μετά θάνατον ζωή και αφήνουν την παρούσα ζωή σε άθλια χέρια, εδραι­ώνοντας έτσι την υποδούλωση.

Δυστυχώς ψάλλονται σε κάθε χριστιανικό ναό στη χώρα μας και όχι μόνο.

Τι νόημα έχει να υπάρχουν ακόμη αυτές οι αναφορές;
Σε τι εξυπηρετούν και ποιούς;
Είναι αλήθεια ότι στο επίσημο βιβλίο οδηγιών, προς τους ιερείς, μεταξύ άλλων υπάρχει και η αυστηρή προτροπή «κάθε ελληνικό να μισείται»;
Υφίστανται ακόμη, οι Έλληνες και οι Ρωμιοί για την ελληνική Εκκλησία;

Από τα «Μηναία» της Εκκλησίας...

«Θεολόγω σου στόματι, θεολόγε Γρηγόριε... εξήρανας την μωρίαν Ελλήνων και το ψεύδος» (Μικρός Εσπερινός, σελ. 203, διαβάζεται 25 Ιανουρίου, του Αγίου Γρηγορίου).

«Εξέστησαν δαίμονες και Έλληνες οι άθεοι» (Κανόνας, Ωδή ε΄, σελ. 65).

«Μανίας ελληνικής το φρύαγμα κατεπατήσατε» (Κανόνας, Ωδή α΄, σελ. 91).

«Σοφία κρείττονι καλλωπιζόμενος, τους σοφούς των Ελλήνων, θεαρχικώ σθένει απεμώρανας» (Κανόνας, Ωδή δ΄, σελ. 84, 22 Μαρτίου).

«Μάρτυρες Χριστού πανεύφημοι κατακρατούσης ποτέ της Ελλήνων σκαιότητας και ωθούσης άπαντας προς αθέμιτα βάραθρα» (Εσπερινός, σελ. 111, 28 Απριλίου).

«Θείου Πνεύματος τη φωταυγία, σκότος έλυσας πολυθεΐας και κατήργησας Ελλήνων μυθεύματα» (Ορθρος, σελ. 42, 10 Μαΐου).

«Σταθηράν επιδεικνύμενος την ένστασιν, Μάρτυς Ευτύχιε, τους των Ελλήνων σοφούς ανδρείως κατήσχυνας» (Κανόνας, Ωδή ζ΄, σελ. 104)

«Σοφία Θεού, Ιουστίνος ο σοφός, κεκοσμημένος, την των Ελλήνων απεμώρανεν φιλοσοφίαν εν χάριτι» (Κανόνας, Ωδή ζ΄, σελ. 8, 1 Ιουνίου).

«Των τυράννων ήλεγξας τας πονηράς επινοίας και Ελλήνων ήσχυνας την αθεώτατην πλάνην» (Κοντάκιο κανόνα, σελ. 69, 18 Ιουνίου).

«Ανδρικώ φρονήματι ηυτομόλησας και των Ελλήνων σεβάσματα ως κόνιν ελέπτυνας» (Αίνοι, σελ. 94, διαβάζεται στις 17 Ιουλίου, της Αγίας Μαρίνας).

«Έρρει των Ελλήνων τα σαθρά πλάνης σεβάσματα και σεσιγήκασι της ματαιότητος άπασαι αι διπλόαι και το ψεύδος αυτών» (Κανών, ωδή η΄, σελ. 122, διαβάζεται στις 23 Ιουλίου, του Φωκά του ιερομάρτυρος).

«...και θεούς εξηφάνισας των Ελλήνων δυνάμει του πνεύματος» (Κανόνας σελ. 126, 23 Αυγούστου).

«Σοφίαν ευράμενος, την ενυπόστατον απεμώρανας Ελλήνων την σοφίαν» (Κανών, ωδή α΄, σελ. 134).

«Οι των Ελλήνων σοφοί ηττηθέντες τοις σοφοίς δόγμασιν» (Κανόνας, Ωδή ε, σελ. 137, 22 Σεπτεμβρίου).

«Σοφώτατα της Ελληνικής κατεφρόνησας σοφία, ένδοξε» (Ωδή η΄, σελ. 15, 2 Οκτωβρίου).

«Καταπτύσας των στωικών φιλοσόφων, των απορρήτων μυστηρίων γνώστης εγένετο» (Δοξαστικό εσπερινού, σελ. 16, 3 Οκτωβρίου).

«...ότι πάσαν Ελλήνων απετέφρωσεν μανίαν» (Οίκος, σελ. 82, 14 Οκτωβρίου, Ναζαρίου και Γεβρασίου, μαρτύρων).

«Πάσαν πλάνην των Ελλήνων έλεγξας» (Εξαποστειλάριον, σελ. 88, 15 Οκτωβρίου).

«Όθεν προ των Ελλήνων μανία, πάλιν δε μετά πότμον, της αιρέσεως ζάλην ελάσαντες» (Κάθισμα, σελ.122, 22 Οκτωβρίου).

«Αίγλην φωτιζόμενος σοφέ, της τρισηλίου λάμψεως, σκότος διέλυσας Ελλήνων δυσφημίας» (Κανόνας, ωδή α, σελ. 182, 30 Οκτωβρίου).

«Μονάδα τρισάριθμον ομολογήσαντες, άγιοι, των Ελλήνων ελύσατε πολύθεον φρόνημα και μωράν σοφίαν» (Εσπερινός, σελ. 106, 15 Νοεμβρίου).

«...των γαρ αλιέων ζηλώσας την παρρησίαν και την σκηνορράφων θεολογίαν, την Πλάτωνος μυθολογίαν και την στωικήν φλυαρίαν λόγοις και έργοις κατέρραξε» (Δοξαστικό Εσπερινού, σελ. 122, 18 Νοεμβρίου).

«Των Ελλήνων λιπών άπασαν την ματαιότητα» (Οίκος, σελ. 124, 18 Νοεμβρίου).

«Ευστράτιος, ο της Ελλήνων μυθοπλασίας στηλιτευτής και της χριστιανών θεοσοφίας κήρυξ» (Αίνοι, σελ. 98, 13 Δεκεμβρίου).

Και το κερασάκι στην τούρτα;

«Χαίρε, Σιών, αγία μήτηρ των εκκλησιών, θεού κατοικητήριον»!
ΑΜΗΝ
 
Η αρχή του χριστιανικού αναθέματος στην Βίβλο

Τα επίσημα αναθέματα της Ορθοδοξίας κατά της Ελληνικής σκέψης

Η αρχή του χριστιανικού αναθέματος στην Βίβλο 

Το «ανάθεμα» είναι γνωστό ήδη από την Βίβλο. Η διαφορετική θρησκευτική αντίληψη αναθεματίζεται μαζί με τον φορέα της. Μάλιστα, η «θεϊκή» εντολή αναφέρει σαφέστατα ότι οι πιστοί έχουν το δικαίωμα στην ισοπέδωση μιας ολόκληρης πόλης αλλά και στην φυσική εξόντωση των κατοίκων της, όταν συμβεί να «αποστατήσουν» σταματώντας να πιστεύουν, να υπακούουν και να λατρεύουν τον Γιαχβέ.
εαν δε ακουσης εν μια των πολεων σου ων κυριος ο θεος σου διδωσιν σοι κατοικειν σε εκει λεγοντων· εξηλθοσαν ανδρες παρανομοι εξ υμων και απεστησαν παντας τους κατοικουντας την πολιν αυτων λεγοντες πορευθωμεν και λατρευσωμεν θεοις ετεροις ους ουκ ηδειτε και ερωτησεις και εραυνησεις σφοδρα και ιδου αληθης σαφως ο λογος γεγενηται το βδελυγμα τουτο εν υμιν αναιρων ανελεις παντας τους κατοικουντας εν τη πολει εκεινη εν φονω μαχαιρας αναθεματι αναθεματιειτε αυτην και παντα τα εν αυτή, και παντα τα σκυλα αυτης συναξεις εις τας διοδους αυτης και εμπρησεις την πολιν εν πυρι και παντα τα σκυλα αυτης πανδημει εναντιον κυριου του θεου σου και εσται αοικητος εις τον αιωνα ουκ ανοικοδομηθησεται ετι.
(Δευτερονόμιο, 13:13-17)
Η γη της «επαγγελίας» δόθηκε στον Ισραήλ μετά από εντολή αναθεματισμού των «εχθρών», με ότι αυτό συνεπάγει. Επτά έθνη που κατοικούσαν στην γη Χαναάν, έπρεπε να υποκλιθούν στις ορέξεις της πολιτικοθρησκευτικής ηγεσίας του «περιούσιου» λαού.
«ιδου δε απο των πολεων των εθνων τουτων ων Κυριος ο θεος σου διδωσιν σοι κληρονομειν την γην αυτων ου ζωγρησετε απ’ αυτων παν εμπνεον, αλλ’ η αναθεματι αναθεματιειτε αυτους τον Χετταιον και Αμορραιον και Χαναναιον και Φερεζαιον και Ευαιον και Ιεβουσαιον και Γεργεσαιον ον τροπον ενετειλατο σοι Κυριος ο θεος σου.
(Δευτερονόμιο, 20:16-17)
Οτιδήποτε αναθεματίζεται, πρέπει να κρατηθεί μακριά από τον λαό. Είναι καταραμένο, έστω και αν είναι άψυχο. Ο Άχαρ, από την φυλή του Ιούδα, έκανε το λάθος να κρατήσει από το ανάθεμα. Το αποτέλεσμα ήταν η οργή του θεού να πέσει στον λαό και να κτυπηθούν από τους κατοίκους της Γαι (οι οποίοι ήταν αμυνόμενοι και υπεράσπιζαν την προγονική γη τους). Ο Ιησούς του Ναυή διαμαρτυρήθηκε στον λαό και ζήτησε από τον Θεό να του «φανερώσει» τι φταίει. Τότε ο Θεός υποτίθεται ότι είπε στον Ιησού να μαζέψει τον λαό, γιατί αν δεν τιμωρούνταν ο ένοχος, ο Θεός δεν θα ήταν μαζί με τον Ισραήλ στις μάχες του. Ο «θεός» ξεχώρισε αρχικά την φυλή από όπου προήλθε το κακό, έπειτα τον δήμο, έπειτα την οικογένεια, και έπειτα τον συγκεκριμένο άνδρα. Ο άνδρας, αν και κατάλαβε το λάθος του (που ήταν να πάρει μία… βαβυλωνιακή στολή και ορισμένα χρήματα τα οποία έκρυψε στην σκηνή του), αν και έδειξε την μεταμέλειά του ομολογώντας το σφάλμα του ενώπιον όλων, παρ’ όλα αυτά λιθοβολήθηκε ανηλεώς. Τότε, με τον θάνατο αυτού του ανθρώπου, έπαυσε η οργή του Κυρίου (Ιησούς του Ναυή, κεφάλαιο 7). Ο άνθρωπος έγινε παράδειγμα προς αποφυγή για όλους τους επίδοξους καταφρονητές της ιερατικής εξουσίας.

Συγκεκριμένη, επίσης, είναι η «θεϊκή» εντολή για την εξολόθρευση ολόκληρου του λαού Αμαλίκ, ανδρών, γυναικών, νηπίων και θηλαζόντων. Μέχρι και των ζώων τους. Ο Σαμούηλ, ο εκλεκτός του «θεού», που συχνά «μιλούσε» με τον ύψιστο, προστάζει τον λαό…
και νυν πορευου και παταξεις τον Αμαληκ και Ιεριμ και παντα τα αυτου και ου περιποιηση εξ αυτου και εξολεθρευσεις αυτον και αναθεματιεις αυτον και παντα τα αυτου και ου φειση απ’ αυτου και αποκτενεις απο ανδρος και εως γυναικος και απο νηπιου εως θηλαζοντος και απο μοσχου εως προβατου και απο καμηλου εως ονου.
(Α΄ Σαμουήλ, 15:3)
Οι δικαιολογίες της ίδιας της Βίβλου, τις οποίες επαναλαμβάνουν συχνά οι απολογητές, ήταν ότι «αυτά τα έθνη έκαναν αίσχη» και αυτό τους το πάθημα ήταν στην ουσία η τιμωρία της ανηθικότητάς τους. Όμως, πάλι μέσα από την Βίβλο παρατηρούμε ότι «τιμωρούνται» μόνο τα συγκεκριμένα έθνη, που τυγχάνει είτε να κατοικούν στην γη που αργότερα θα ελάμβαναν οι Ισραηλίτες, είτε που βρίσκονται ως «εμπόδια» μέσα στην κατακτητική πορεία του Ισραήλ. Αν ο Θεός όντως τιμωρούσε την παραβατικότητά τους –αναφέρεται ότι μέχρι και ανθρωποθυσίες των παιδιών τους έκαναν- τότε θα έπρεπε να τιμωρήσει την παραβατικότητα όλων των «ειδωλολατρικών» λαών και εθνών, και όχι μόνο τα συγκεκριμένα. Από την άλλη μεριά, γιατί δεν σταμάτησε το κακό εξ αρχής, αποκαλύπτοντας την δόξα του και πείθοντας τους ανθρώπους να αφήσουν το κακό και να καταγίνουν με το καλό; Αλλά και γενικότερα, γιατί το «θεϊκό» σχέδιο να περιλαμβάνει αρχικά και επί αιώνες μόνο έναν λαό από τις χιλιάδες που υπήρχαν;

Αλλά και στο βιβλίο του «Έσδρα», αναθεματίζονται όσοι δεν υπακούουν στις προσταγές της θρησκευτικής εξουσίας, τύπος και προεικόνιση της «Ιεράς Εξετάσεως». Σύμφωνα με την βιβλική διήγηση, κάποτε όλος ο λαός κλήθηκε στην Ιερουσαλήμ, διότι πολλοί είχαν πάρει γυναίκες «αλλότριες», δηλαδή μη Εβραίες, σε αντίθεση με τον Νόμο. Ωστόσο, το ανάθεμα δεν πάει μόνο σε αυτούς, αλλά και σε όσους δεν υπακούσουν και δεν πάνε στην Ιερουσαλήμ, είτε είναι παραβάτες είτε όχι. Αναθεματίζεται ακόμα και η «ύπαρξή» τους, όπου «ύπαρξη» σημαίνει και την ίδια τους την υπόσταση και την περιουσία τους.
παρηνεγκαν φωνην εν Ιουδα και εν Ιερουσαλημ πασιν τοις υιοις της αποικιας του συναθροισθηναι εις Ιερουσαλημ και πας ος αν μη ελθη εις τρεις ημερας ως η βουλη των αρχοντων και των πρεσβυτερων αναθεματισθησεται πασα η υπαρξις αυτου και αυτος διασταλησεται απο εκκλησιας της αποικιας.
(Β΄ Έσδρα, 10:7-8)
Αλλά και στην Καινή Διαθήκη, υπάρχει η έννοια του αναθέματος. Ο Παύλος αναθεματίζει όσους δεν αγαπούν τον Ιησού (Α΄ Κορινθίους 16:22), όσους διδάσκουν διαφορετική διδασκαλία από την δική του (Προς Γαλάτας, 8-9), ακόμα και αν είναι «άγγελοι από τον ουρανό», όπως χαρακτηριστικά γράφει.

Όπου δεν υπάρχει λόγος και πειθώ, υπάρχει ανάθεμα και τιμωρία. Αυτά τα… «ωραία» θα μιμηθεί με τρόπο επιτυχημένο και η χριστιανική Εκκλησία.

Η εκκλησιαστική θεολογική σημασία της λέξης «ανάθεμα»

Η λέξη «ανάθεμα», σύμφωνα με το «Πηδάλιο» του Νικόδημου του Αγιορείτη, έχει διττή σημασία. Σημαίνει το οτιδήποτε ξεχωρίζεται από τους ανθρώπους και αφιερώνεται στον Θεό, το οποίο λέγεται και «ανάθημα». Σημαίνει όμως και «εκείνο όπου χωρισθή από τον Θεόν και από την Εκκλησίαν των Χριστιανών και αφιερωθή εις τον Διάβολον». Και συνεχίζει, ότι «όπου χωρισθή από τον θεόν και από την Εκκλησίαν, και γένη ανάθεμα εις τον Διάβολον, κανένας δεν τολμά να συναναστραφή και να συγκοινωνήση, αλλ’ οι πιστοί χωρίζονται απ’ αυτόν». Έτσι, «το μεν ένα αφιερούται εις τον Θεόν, το δε άλλο αφιερούται εις τον Διάβολον». Σύμφωνα με τον εκκλησιαστικό «πατέρα» Ταράσιο, «Δεινόν είναι το ανάθεμα, επειδή μακράν του Θεού ποιεί τον άνθρωπον, και από την βασιλείαν των ουρανών εκδιώκει, και πέμπει αυτόν εις το σκότος το εξώτερον» (σ. 322-323). Έχουμε δηλαδή, αιώνιες επιπτώσεις.

Φυσικά, τα αναθέματα που διαβάζονται «την Κυριακή της Ορθοδοξίας», όπου αναθεματίζεται κάθε διαφορετική αντίληψη θρησκευτική ή φιλοσοφική, έχουν την αρνητική σημασία.

Το συμπέρασμα που προκύπτει αβίαστα από τα παραπάνω, είναι ότι αυτό που αναθεματίζεται (και ο φορέας του βέβαια), είναι:

α) αφιερωμένο σε μια… ανύπαρκτη «οντότητα», τον Διάβολο,

β) περιθωριοποιείται, και

γ) πέμπεται στο σκότος το εξώτερο, για να μην εμποδίζει -προφανώς- το «φως» του Χριστιανισμού.

Ας δούμε τώρα τι αναφέρεται στα λεξικά…

Στο λεξικό του Δημητράκου, στον τόμο Α΄, αναφέρεται ότι είναι «πράγμα κατηραμένον, αφωρισμένον, εις αφανιαμόν καταδικασμένο» (σ. 387).

Στο λεξικό του Σταματάκου, αναφέρεται ότι «αναθεματίζω», σημαίνει «παραδίδω τι εις το ανάθεμα, καταρώμαι, βλασφημώ» (σ. 91).

Σπουδαία και ξεκάθαρη η παραδοχή του λόγιου αρχιμανδρίτη Επιφάνειου Θεοδωρόπουλου για την στάση της Εκκλησίας προς την αρχαία πνευματική κληρονομιά μας, αλλά και όσον αφορά το ψευδές δόγμα του «Ελληνοχριστιανισμού».

Σε άρθρο του στους «Τρεις Ιεράρχες», φύλλο Απριλίου του 1961, γράφει τα εξής αποστομωτικά για τους θιασώτες του κίβδηλου «ελληνοχριστιανικού» δόγματος…
Ολόκληρος Οικουμενική Σύνοδος, αυθεντικώς δια την Ορθόδοξον Εκκλησίαν αποφαινομένη και το εν προκειμένω φρόνημα των προ αυτής Πατέρων και Διδασκάλων εκφράζουσα άμα και επικυρούσα, διεκήρυξε τα εξής σαφή και απερίστροφα, άτινα κλείουσι στεγανώς την θύραν προς πάσαν απόπειραν «Ελληνοχριστιανικών συνθέσεων»:

«Τοις ευσεβείν μεν επαγγελομένοις, τα των Ελλήνων δε δυσσεβή δόγματα τη Ορθοδόξω και Καθολική Εκκλησία, περί τε ψυχών ανθρωπίνων και ουρανού και γης και των άλλων κτισμάτων, αναιδώς ή μάλλον ασεβώς επεισάγουσιν, ανάθεμα.Τοις την μωράν των έξωθεν φιλοσόφων λεγομένην σοφίαν προτιμώσι και τοις καθηγηταίς αυτών επομένοις… (και πιστεύουσι μετεμψυχώσεις ή μη δεχομένοις ανάστασιν και ανταπόδοσιν), ανάθεμα.Τοις τα Ελληνικά διεξιούσι μαθήματα και μη δια παίδευσιν μόνον ταύτα παιδευομένοις, αλλά και ταις δόξαις αυτών ταις ματαίαις επομένοις και ως αληθέσι πιστεύουσι και ούτως αυταίς ως το βέβαιον εχούσαις εγκειμένοις, ώστε και ετέρους ποτέ μεν λάθρα ποτέ δε φανερώς ενάγειν αυταίς και διδάσκειν ανενδοιάστως, ανάθεμα.Τοις μετά των άλλων μυθικών πλασμάτων, αφεαυτών και την καθ’ ημάς πλάσιν μεταπλάττουσι και τας Πλατωνικάς ιδέας ως αληθείς δεχομένοις, ανάθεμα. Τοις δεχομένοις και παραδιδούσι τα μάταια και Ελληνικά ρήματα… (περί προϋπάρξεως ψυχών, αϊδιότητος του κόσμου κ.τ.λ. ), δια δε των τοιούτων λόγων εαυτούς τε απολλύουσι και ετέροις αιωνίας καταδίκης προξένους γινομένοις, ανάθεμα» («Συνοδικόν» της Αγίας Ζ’ Οικ. Συνόδου).

Κατόπιν πάντων τούτων είναι δυνατόν να ομιλώμεν περί «Ελληνοχριστιανικών συνθέσεων», δημιουργηθεισών μάλιστα υπό των Πατέρων της Εκκλησίας;
(Βιβλίο, «Άρθρα, μελέται, επιστολαί», τόμος Α΄)
Τα αναθέματα της ορθοδοξίας, κατά της ελληνικής κοσμοαντίληψης

Και ενώ σε όλα τα πανεπιστήμια του κόσμου αναλύεται η ελληνική κοσμοαντίληψη και βιοθεωρία από σπουδαίους καθηγητές και γράφονται βιβλία επί βιβλίων όπου αναλύεται η αρχαία σκέψη μέσα από ό,τι έχει περισωθεί, η χριστιανική Εκκλησία με θράσος αναθεματίζει, καταριέται, περιθωριοποιεί, και βλασφημεί όλα εκείνα τα στοιχεία που απέρριψε. Όσα κατέκλεψε βέβαια, τα ονόμασε «ευαγγελική προπαρασκευή».

Ας δούμε τα επίσημα αναθέματα, που αφορούν την ελληνική ιδέα, και ας κάνουμε μερικά σχόλια.

Ορισμένα από αυτά βρίσκονται στα «Κεφάλαια κατά του Ιωάννου Ιταλού», και άλλα στο βρίσκονται στο «Τριώδιο», τα οποία περιέχονται στο Συνοδικό της Ορθοδοξίας της Ζ΄ «οικουμενικής» συνόδου.

Όπως θα δούμε, η Εκκλησία αντί να πείσει, τρομοκρατεί. Και μάλιστα, τρομοκρατεί τα ίδια τα λόγια μέλη της, όσα από αυτά τόλμησαν να ασχοληθούν με την ελληνική φιλοσοφία. Ακριβώς επειδή αυτοί είχαν κοινωνικό κύρος, φοβήθηκαν οι εκκλησιαστικοί μη τυχών παρασυρθούν μέλη της προς την «πλάνη». Για αυτό προσπαθεί να αναχαιτίσει την «απειλή» του γίγαντα ελληνισμού, χρησιμοποιώντας «το ανάθεμα» (που εξηγήσαμε παραπάνω τι σημαίνει θεολογικά), καταδικάζοντας όσα από την ελληνική σοφία δεν της ταίριαζαν.

Μην ξεχνάμε, ότι με βάση το ίδιο το ευαγγέλιο, πάντα κατά την θεολογία της Εκκλησίας, ο Ιησούς έδωσε στους αποστόλους του την εξουσία «να δεσμεύουν και να λύνουν». Αυτή η εξουσία, μεταβιβάζεται στους διαδόχους τους δια της χειροτονίας. Ό,τι θα είναι δεμένο στην γη, θα είναι και στον ουρανό. Κατά τον ίδιο τρόπο, ότι είναι «αφορισμένο» και «αναθεματισμένο» στην γη, θα είναι και στον ουρανό, στην μετά θάνατο ζωή. Βέβαια, δεν μπορεί μεμονωμένα κανένας να αναθεματίσει. Μόνο συνοδικώς. Για αυτό και τα αναθέματα και οι αφορισμοί έχουν πάντα επίσημο χαρακτήρα.
Τοῖς εὐσεβεῖν μὲν ἐπαγγελλομένοις, τὰ τῶν Ἑλλήνων δὲ δυσσεβῆ δόγματα τῇ ὀρθοδόξῳ καὶ καθολικῇ ἐκκλησίᾳ περί τε ψυχῶν ἀνθρωπίνων καὶ οὐρανοῦ καὶ γῆς καὶ τῶν ἄλλων κτισμάτων ἀναιδῶς ἢ μᾶλλον ἀσεβῶς ἐπεισάγουσιν, ἀνάθεμα (γ΄).
Δηλαδή, σε όσους επαγγέλλονται θεοσέβεια, αλλά εισάγουν χωρίς ντροπή στην Εκκλησία τα ασεβή ελληνικά δόγματα που αφορούν την ανθρώπινη ψυχή, τον ουρανό, την γη και τα άλλα κτίσματα, ανάθεμα τρις φορές. Η Εκκλησία έχει το δικαίωμα να οριοθετεί την διδασκαλία της μεν, αλλά δεν έχει το δικαίωμα να αποκαλεί τις γνώσεις των άλλων «δυσσεβή δόγματα». Αυτό όμως το κάνει, διότι θεωρεί ότι κατέχοντας την «απόλυτη» αλήθεια, όποιοι διαφωνούν, βρίσκονται στο ψεύδος και στην ασέβεια προς τον Θεό.

Από την άλλη μεριά, είναι άξιο απορίας, πως γίνεται χριστιανοί όπως ο Ιταλός, ασχολούμενοι με την ελληνική κοσμοαντίληψη, να σαγηνεύονται από αυτήν και να μην πείθονται στον Χριστιανισμό. Και δεν ήταν μόνο ο Ιταλός…
Τοῖς τὴν μωρὰν τῶν ἔξωθεν φιλοσόφων λεγομένην σοφίαν προτιμῶσι καὶ τοῖς καθηγηταῖς αὐτῶν ἑπομένοις καὶ τάς τε μετεμψυχώσεις τῶν ἀνθρωπίνων ψυχῶν ἢ καὶ ὁμοίως τοῖς ἀλόγοις ζῴοις ταύτας ἀπόλλυσθαι καὶ εἰς τὸ μηδὲν χωρεῖν δεχομένοις, καὶ διὰ τούτων ἀνάστασιν καὶ κρίσιν καὶ τὴν τελευταίαν τῶν βεβιωμένων ἀνταπόδοσιν ἀθετοῦσιν, ἀνάθεμα (γ΄).
Τρις φορές αναθεματίζονται όσοι από τους χριστιανούς προτιμούν την σοφία των φιλοσόφων και δεν πείθονται στα χριστιανικά δόγματα περί της ψυχής, και της σωματικής ανάστασης. Μάλιστα, η φιλοσοφία χαρακτηρίζεται «μωρή», δηλαδή ανόητη, και «έξωθεν».
Τοῖς τὴν ὕλην ἄναρχον καὶ τὰς ἰδέας ἢ συνάναρχον τῷ δημιουργῷ πάντων καὶ Θεῷ δογματίζουσι, καὶ ὅτι περ οὐρανὸς καὶ γῆ καὶ τὰ λοιπὰ τῶν κτισμάτων ἀίδιά τε εἰσὶ καὶ ἄναρχα καὶ διαμένουσιν ἀναλλοίωτα, καὶ ἀντινομοθετοῦσι τῷ εἰπόντι· «ὁ οὐρανὸς καὶ ἡ γῆ παρελεύσονται, οἱ δὲ λόγοι μου οὐ μὴ παρέλθωσι», καὶ ἀπὸ γῆς κενοφωνοῦσι καὶ τὴν θείαν ἀρὰν ἐπὶ τὰς ἑαυτῶν ἄγουσι κεφαλάς, ἀνάθεμα (γ΄).
Ενώ τα προηγούμενα αναθέματα είχαν να κάνουν με συγκεκριμένες φιλοσοφικές απόψεις -κυρίως των πλατωνικών και των νεοπλατωνικών- εδώ έχουμε σαφώς και πλατωνικές απόψεις, αλλά το πράγμα διευρύνεται με την πρόταση «τοις την ύλην άναρχον». Το ότι η ύλη είναι άναρχη, είναι αρχή όχι μόνο του υλισμού, αλλά και όλων των φιλοσοφικών σχολών και όλη της φιλοσοφίας αλλά και της μυθολογίας. Στην αρχαία σκέψη δεν υπάρχει δημιουργία «εκ του μηδενός».
Τοῖς λέγουσιν ὅτι οἱ τῶν Ἑλλήνων σοφοὶ καὶ πρῶτοι τῶν αἱρεσιαρχῶν, οἱ παρὰ τῶν ἑπτὰ ἁγίων καὶ καθολικῶν συνόδων καὶ παρὰ πάντων τῶν ὀρθοδοξίᾳ λαμψάντων πατέρων ἀναθέματι καθυποβληθέντες ὡς ἀλλότριοι τῆς καθολικῆς ἐκκλησίας, διὰ τὴν ἐν λόγοις αὐτῶν κίβδηλον καὶ ῥυπαρὰν περιουσίαν, κρείττονες εἰσὶ κατὰ πολὺ καὶ ἐνταῦθα καὶ ἐν τῇ μελλούσῃ κρίσει τῶν εὐσεβῶν μὲν καὶ ὀρθοδόξων ἀνδρῶν, ἄλλως δὲ κατὰ πάθος ἀνθρώπινον ἢ ἀγνόημα πλημμελησάντων, ἀνάθεμα (α΄).
Παρατηρούμε ότι η λέξη «Έλληνες» χρησιμοποιείται με την εθνική σημασία της. Διότι, λέει «οι των Ελλήνων σοφοί», δηλαδή «οι σοφοί των Ελλήνων». Επίσης, αναφέρεται και στους «αιρεσιάρχες» που καταδίκασαν οι επτά «οικουμενικές». Την σύνδεση μεταξύ Ελλήνων φιλοσόφων και «αιρεσιαρχών» την βρίσκουμε και στο σύγγραμμα του Ιππολύτου «Κατά πασών αιρέσεων έλεγχος», όπου αναφέρεται ότι οι διδάσκαλοι των «αιρεσιαρχών», ήταν οι αρχαίοι Έλληνες φιλόσοφοι, οι οποίοι και κατονομάζονται. Όσοι λοιπόν τους θεωρούν μεγαλύτερους από τους χριστιανούς δασκάλους και «πατέρες», αναθεματίζονται.
Τοῖς τὰ ἑλληνικὰ διεξιοῦσι μαθήματα καὶ μὴ διὰ παίδευσιν μόνον ταῦτα παιδευομένοις, ἀλλὰ καὶ ταῖς δόξαις αὐτῶν ταῖς ματαίαις ἑπομένοις καὶ ὡς ἀληθέσι πιστεύουσι, καὶ οὕτως αὐταῖς ὡς τὸ βέβαιον ἐχούσαις ἐγκειμένοις, ὥστε καὶ ἑτέρους ποτὲ μὲν λάθρᾳ ποτὲ δὲ φανερῶς ἐνάγειν αὐταῖς καὶ διδάσκειν ἀνενδοιάστως, ἀνάθεμα (α΄).
Τα ελληνικά μαθήματα χαρακτηρίζονται «μάταιες γνώμες». Όσοι εκπαιδεύονται σε αυτά όχι απλά για γνώση αλλά τα πιστεύουν ως αλήθεια, και τα διδάσκουν και σε άλλους, αναθεματίζονται επίσης.
Τοῖς μετὰ τῶν ἄλλων μυθικῶν πλασμάτων ἀφ’ ἑαυτῶν καὶ τὴν καθ’ ἡμᾶς πλάσιν μεταπλάττουσι καὶ τὰς πλατωνικὰς ἰδέας ὡς ἀληθεῖς δεχομένοις καὶ ὡς αὐθυπόστατον τὴν ὕλην παρὰ τῶν ἰδίων μορφοῦσθαι λέγουσι καὶ προφανῶς διαβάλλουσι τὸ αὐτεξούσιον τοῦ δημιουργοῦ τοῦ ἀπὸ τοῦ μὴ ὄντος εἰς τὸ εἶναι παραγαγόντος τὰ πάντα καὶ ὡς ποιητοῦ πᾶσιν ἀρχὴν καὶ τέλος ἐπιτιθέντος ἐξουσιαστικῶς καὶ δεσποτικῶς, ἀνάθεμα (α΄).
Εδώ, κατακρίνονται οι πλατωνικές ιδέες και όσοι δέχονται ότι η ύλη έχει ως αίτιο της υπόστασή της τον ίδιο της τον εαυτό. Επομένως, καταδικάζεται και ο υλοζωισμός. Και ενώ η πρώτη θέση υιοθετείται από τους πλατωνικούς και νεοπλατωνικούς, η δεύτερη είναι μία γενικότερη θέση της φιλοσοφίας που έρχεται σε ευθεία αντίθεση με την ιδέα περί της εκ του μηδενός δημιουργίας. Αν και δεν είναι ξεκάθαρο από το βιβλίο της Γενέσεως αν πράγματι γίνεται αναφορά στην εκ του μηδενός δημιουργία ή στην διαμόρφωση και σχηματισμό των όντων από ήδη προϋπάρχουσα ύλη, εντούτοις το δόγμα αυτό διατυπώνεται σαφέστατα ήδη στο πρώτο άρθρο του συμβόλου της Πίστεως· «Πιστεύω εις έναν θεό, Πατέρα παντοκράτορα, ποιητήν ουρανού και γης, ορατών τε πάντων και αοράτων...». Όπως αναφέρει και το ίδιο το ανάθεμα, ο «δημιουργός» διαβάλλεται, διότι έτσι καταλύεται η εικόνα του Θεού ως ποιητή που θέτει αρχή και τέλος με τρόπο εξουσιαστικό και δεσποτικό.
Τοῖς δεχομένοις καὶ παραδιδοῦσι τὰ μάταια καὶ ἑλληνικὰ ῥήματα· ὅτι τε προΰπαρξις ἐστὶ τῶν ψυχῶν καὶ οὐκ ἐκ τοῦ μὴ ὄντος τὰ πάντα ἐγένετο καὶ παρήχθη, καὶ ὅτι τέλος ἐστὶ τῆς κολάσεως ἢ ἀποκατάστασις αὖθις τῆς κτίσεως καὶ τῶν ἀνθρωπίνων πραγμάτων, καὶ διὰ τῶν τοιούτων λόγων τὴν βασιλείαν τῶν οὐρανῶν λυομένην πάντως καὶ παράγουσαν εἰσάγουσιν, ἣν αἰωνίαν καὶ ἀκατάλυτον αὐτός τε ὁ Χριστὸς καὶ Θεὸς ἡμῶν ἐδίδαξε καὶ παρέδοτο, καὶ διὰ πάσης τῆς παλαιᾶς καὶ νέας γραφῆς ἡμεῖς παρελάβομεν, ὅτι καὶ ἡ κόλασις ἀτελεύτητος καὶ ἡ βασιλεία ἀίδιος, διὰ δὲ τῶν τοιούτων λόγων ἑαυτούς τε ἀπολλύουσι καὶ ἑτέροις αἰωνίας καταδίκης προξένοις γενομένοις, ἀνάθεμα (γ΄).
Εδώ, καταδικάζονται όσοι χριστιανοί δέχονται τους «μάταιους ελληνικούς λόγους», και βάσει αυτών απορρίπτουν χριστιανικά δόγματα όπως την εκ του μη όντος δημιουργία, την αιωνιότητα της κόλασης, την αιωνιότητα της ουράνιας βασιλείας. Αυτό δείχνει την αντίθεση μεταξύ ελληνικής σκέψης και Χριστιανισμού.
«Επί τοίς φρονούσι και λέγουσι κτιστήν είναι πάσαν φυσικήν δύναμιν και ενάργειαν της τρισυποστάτου θεότητος, ως κτιστήν εκ τούτου πάντως και αυτήν την θείαν ουσίαν αναγκαζομένοις δοξάζειν. Κτιστή γάρ κατά τους Αγίους ενέργεια, κτιστήν δηλώσει και φύσιν άκτιστον δε, άκτιστον χαρακτηρίζει ουσίαν. Καντεύθεν ήδη κινδυνεύουσι εις θείαν παντελή περιπίπτειν, και την ελληνικήν μυθολογίαν και την των κτισμάτων λατρείαν, τη καθαρά και αμώμω των χριστιανών πίστει προστριβομένοις. Μή ομολογούσι δε κατά τας αγίας θεοπνεύστους θεολογίας και το της Εκκλησίας ευσεβές φρόνημα, άκτιστον είναι πάσαν φυσικήν δύναμιν και ενέργειαν της τρισυποστάτου θεότητος ανάθεμα τρίς.
Αναθεματίζονται όσοι χριστιανοί φρονούν ότι είναι κτιστή και φυσική η ενέργεια της θεότητας. Για να γίνει κάπως πιο κατανοητή η θέση αυτή, πρέπει να πούμε ότι σύμφωνα με την χριστιανική θεολογία, η θεία ενέργεια δεν ταυτίζεται με την θεία ουσία, αλλά είναι το επόμενο της θείας ουσίας. Η θεία ουσία όμως είναι άκτιστη, καθώς ο Θεός δεν είναι ενδοσυμπαντικός αλλά υπερβατικός. Επόμενο είναι ότι και η θεία ενέργεια είναι άκτιστη. Κτιστή ενέργεια θα σήμαινε και κτιστή ουσία. Συνεπώς, όσοι δέχονται κτιστή ενέργεια στην θεότητα, πέφτουν στην λατρεία των κτισμάτων, στην ειδωλολατρία. Εδώ κατανοούμε το σκεπτικό με το οποίο οι χριστιανοί κατηγορούν τον εθνικό κόσμο ως «ειδωλολατρικό». Θεωρούν ότι εφόσον υπάρχει υπερβατικός Θεός, οι αντανακλάσεις του υπάρχουν στην κτίση, χωρίς όμως να είναι αυτές «θεός». Για παράδειγμα, οι χριστιανοί δέχονται τον υπερβατικό θεό ως πάνσοφο. Αυτή η ιδιότητα (η σοφία) αντανακλάται στην φύση, και την κατανοούμε ως την λειτουργία των φυσικών νόμων. Οι αρχαίοι όμως την ιδέα της σοφίας την θεοποίησαν και της έδωσαν υπόσταση (π.χ. θεά Αθηνά). Λάτρευσαν την ιδέα της Σοφίας. Αυτό για τους χριστιανούς θεωρείται «ειδωλολατρία», διότι θεωρούν ότι η λατρεία δεν πρέπει να πηγαίνει στην ιδέα αλλά στην υπερβατική θεότητα.

Κατά συνέπεια, όσοι λατρεύουν την φύση ή τις δυνάμεις της φύσης ή θεοποιούν τις έννοιες, δεν λατρεύουν το υπερβατικό θείο, αλλά τις αντανακλάσεις του, τα είδωλά του. Βέβαια, όλα αυτά προϋποθέτουν ότι υπάρχει υπερβατικός θεός. Ειδάλλως, ακυρώνεται πάραυτα όλη η χριστιανική επιχειρηματολογία περί «ειδωλολατρικού» κόσμου. Διότι άνευ υπερβατικού εξωκοσμικού θεού, δεν υπάρχουν θείες αντανακλάσεις στον κόσμο, άρα δεν υπάρχουν είδωλα και φυσικά ούτε λατρεία ειδώλων. Όμως, κατά την θεολογία δεν αποδεικνύεται η ύπαρξη του θεού δια των λογικών ανθρώπινων κτιστών συλλογισμών και νοημάτων, για αυτό μιλούν περί εμπειρικής θεολογίας και εισάγουν την αποφατική θεολογία, αντιγραφή και αυτό από μέρους της ελληνικής σκέψης.

Άρα, είναι αντιφατικό να κατηγορούν για ειδωλολατρία και να ισχυρίζονται παράλληλα ότι η ύπαρξη του Θεού δεν αποδεικνύεται λογικώς.

Συνοψίζοντας, έχουμε τα εξής:

1. Η Εκκλησία με επίσημο τρόπο, καταδικάζει όσους χριστιανούς τολμούν να πιστεύουν σε ελληνικά δόγματα που είναι αντίθετα προς την «Ορθοδοξία».

2. Η Εκκλησία, πέρα από την καταδίκη, προειδοποιεί έμμεσα και τους λοιπούς των λογίων χριστιανών που θα επιχειρήσουν παρόμοια πράγματα με τους καταδικασθέντας.

3. Η Εκκλησία αφού καταδικάζει τα ίδια της τα μέλη, επόμενο είναι ότι καταδικάζει και τις αρχικές ιδέες και τους φορείς τους που είναι οι Έλληνες αρχαίοι φιλόσοφοι.

4. Οι διδασκαλίες που καταδικάζονται είναι οι εξής:

α) η γενική αποδοχή από τους αρχαίους Έλληνες φιλόσοφους (ιδεαλιστές και υλιστές, δυιστές και μονιστές) ότι η ύλη είναι αυθύπαρκτος, διότι αντιτάσσεται στην εκ του μη όντος δημιουργία,

β) η όχι γενική αποδοχή περί της προΰπαρξης των ψυχών και της μετενσωματώσεως, διότι έτσι αθετείται η ανάσταση, η κρίση, η αιωνιότητα της κόλασης και της ουράνιας βασιλείας,

γ) η αποδοχή των πλατωνικών και νεοπλατωνικών θεωριών περί ύπαρξης ενός κόσμου σταθερού και αιώνιου όπου υπάρχουν οι «ιδέες». Εδώ να διευκρινίσουμε ότι οι χριστιανοί μυστικοί και νηπτικοί «πατέρες», δέχονται ότι οι «λόγοι των όντων» (δηλαδή τα αίτια της ύπαρξης του αισθητού και του νοητού κόσμου- του κτιστού) υπάρχουν στην θεία βουλή. Η θεία βουλή όμως δεν ανήκει στην θεία ουσία (που θεολογικά είναι ακατάληπτη και αμέθεκτη), αλλά στην θεία ενέργεια (που είναι –κατά χάρη- μεθεκτή και ως ένα βαθμό καταληπτή μέσω του φωτισμού). Συνεπώς, με αυτόν τον τρόπο δεν ταυτίζουν το άκτιστο (το θείο) με το κτιστό (τον νοητό και αισθητό κόσμο).

Με ανήθικα και χυδαία μέσα, ζήτησε η Εκκλησία να σβήσει τα φώτα της σκέψης. Όπως αναφέρει και ο χριστιανός χρονογράφος Ι. Μαλάλας, «Εν αυτώ δε τω χρόνω διωγμός γέγονεν Ελλήνων μέγας, και πολλοί εδημεύθησαν, εν οις ετελεύτησαν Μακεδόνιος, Ασκληπιόδοτος, Φωκάς ο Κρατερού, και Θωμάς ο Κοιαίστωρ· και εκ τούτου πολύς φόβος γέγονε. Εθέσπισε δε ο αυτός βασιλεύς ώστε μη πολιτεύεσθαι τους ελληνίζοντας, τους δε των άλλων αιρέσεων όντας αφανείς γενέσθαι της Ρωμαϊκής πολιτείας, προθεσμίαν τριών μηνών λαβόντας εις το γενέσθαι αυτούς κοινωνούς της ορθοδόξου πίστεως».

Σήμερα, όλοι όσοι ασχολούμαστε με τον αρχαίο κόσμο, με την φιλοσοφία, με την εναλλακτική αναζήτηση, όσοι γενικότερα φρονούμε διαφορετικά, είμαστε «αφορισμένοι» και με την βούλα της εκκλησίας. Επίσης, και πολλά μέλη της ίδιας της εκκλησίας, μη γνωρίζοντας…
------------------------------
*Ειρήνη η Αθηναία, η οποία αποκατέστησε τις εικόνες και η Εκκλησία τη μνημονεύει ως «ευσεβή». Στην πραγματικότητα υπήρξε αυτό που σήμερα αποκαλούμε «κουμάσι».

Η αναστήλωση των εικόνων που γιορτάζεται σήμερα, εκπέμποντας το άρωμα του προσδοκώμενου χωρισμού της Ελληνικής Δημοκρατίας από το Βυζαντινό Μεσαίωνα, την χρωστά η Ορθοδοξία σε δυο αιμοβόρες μέγαιρες Αγίες αυτοκράτειρες, την Ειρήνη και τη Θεοδώρα. Η αποκατάσταση της ξυλολατρείας αποφασίστηκε στη Ζ΄ Οικουμενική Σύνοδο, που συγκλήθηκε από την αυτοκράτειρα -χήρα του εικονομάχου (τουρκικής καταγωγής από τη μητέρα του) Λέοντα Δ΄ του Χάζαρου- Ειρήνη την Αθηναία το 787, η οποία πρόδωσε την πολιτική του συζύγου της. Έτσι επέστρεψε η θλιβερή πραγματικότητα της εικονολατρίας, που επιβιώνει μέχρι σήμερα και κορυφώνεται μέσω μιας ανεξέλεγκτης και αφορολόγητης Βιομηχανίας θαυμάτων, με δάκρυα, αρώματα και αίματα θαυματουργών εικόνων. Για αυτήν την αυτοκράτειρα, το Βασιλειανό Συναξάρι, στις 7 Αυγούστου (9 Αυγούστου ήταν η ημέρα του θανάτου της) γράφει: «Και μνήμη των ευσεβών βασιλισσών Πουλχερίας και Ειρήνης». Ο άγιος Θεόδωρος Στουδίτης επαίνεσε την Ειρήνη, την “πανάγαθη ηγεμονίδα, με τόσο αγνό πνεύμα, με την αληθινά αγία ψυχή”, που τα έργα της “λάμπουν σαν άστρα”, αφού έτσι “και οι ίδιοι οι αυτοκράτορες θα διδαχτούν να μην παραβιάζουν τους νόμους του Θεού”. Ο Λαυριωτικός Συναξαριστής γράφει για τις 7 Αυγούστου: «των εν ευσεβεί τη μνήμη γενομένων βασιλισσών Πουλχερίας και Ειρήνης». Η μνημειώδης για την Εκκλησία «Θρησκευτική και Ηθική Εγκυκλοπαίδεια», η οποία έχει αποσπάσει την έγγραφη ευλογία του πατριαρχείου, καταγράφει ρητά στο λήμμα Κωνσταντίνος Στ΄ πως η μητέρα του ονομάστηκε «ευσεβής». (Συγγραφέας ο έγκριτος Τ. Γριτσόπουλος). Ο πανεπιστημιακός καθηγητής της Βυζαντινής Φιλολογίας, Νικόλαος Τωμαδάκης, βυζαντινολόγος, νεοελληνιστής και ιστορικός, ομολογεί στο λήμμα «Ειρήνη» της ίδιας έκδοσης, ότι «η Εκκλησία τιμά την μνήμην της την 9ην Αυγούστου». Αυτή η Αγία λοιπόν ή έστω απλά ευσεβής, είχε διατάξει το δήμιο να τυφλώσει με πυρωμένα σίδερο το γιό της και συναυτοκράτορά της Κωνσταντίνο Στ΄ μέσα στο πορφυρό δωμάτιο που τον γέννησε κι αυτός πέθανε από αιμορραγία λίγες ημέρες μετά. Είναι να απορεί κανείς με την εθελοτυφλία των πιστών, που δεν θέλουν να ξέρουν τίποτα από αυτά που τινάζουν στον αέρα την εγκληματική υποκρισία της Ορθοδοξίας.

Όμως ο στρατός ήταν πιστός στο εικονομαχικό πνεύμα, και οι διάδοχοι της Ειρήνης ήταν κυρίως εικονομάχοι, με κορυφαίο τον Θεόφιλο, που το 842 πεθαίνει ορκίζοντας τη γυναίκα του Θεοδώρα από την Παφλαγονία να συνεχίσει την πολιτική του απέναντι στις εικόνες. Η χήρα ήταν επίορκη, εκθρόνισε, μαστίγωσε και φυλάκισε τον εικονομάχο, αρμενικής καταγωγής, πατριάρχη Κωνσταντινούπολης Ιωάννη Γραμματικό και εκθρόνισε τον διάσημο και σεβαστό και στον αραβικό κόσμο Αρχιεπίσκοπο Θεσσαλονίκης Λέοντα τον Φιλόσοφο και Μαθηματικό, τους δυο σοφότερους άντρες της εποχής τους και την επόμενη χρονιά συγκάλεσε τοπική Σύνοδο, που επικύρωσε την απόφαση της «Ζ΄ Οικουμενικής Συνόδου», αναστηλώνοντας θριαμβευτικά τις εικόνες, ορίζονταςνα γιορτάζεται η ημέρα ως «Κυριακή της Ορθοδοξίας». Η Θεοδώρα που ανακηρύχθηκε Αγία και λατρεύεται στις 11 Φεβρουαρίου, ιδιαίτερα στην Κέρκυρα ως πολιούχος, όπου εκτίθεται και λιτανεύεται ως δικό της κάποιο αχρονολόγητο λείψανο, δεν ήταν κατώτερη σε βαρβαρότητα από την Ειρήνη. Εξαπέλυσε διωγμό κατά των «Παυλικανών» Χριστιανών της Μ. Ασίας, εξοντώνοντας 100.000 με σταύρωση, αποκεφαλισμό ή πνιγμό στη θάλασσα: «ωσεί δέκα μυριάδες ο ούτως απολλύμενος ηριθμείτο λαός, και η ύπαρξις (περιουσία) αυτών τω βασιλικώ ταμείω εισεκομίζετο» (Συνεχιστές Θεοφάνους-Scriptores post Theophanem-έκδ. Bekker της Βόννης, σ.165).

Οι εορτασμοί αποβλέπουν φυσικά στη δόξα της Ορθοδοξίας, αλλά ταυτόχρονα παρακάμπτουν την ιστορία και κάτω από συμβατικές δοξασίες και τυπικότητες συγκαλύπτουν μια μεγάλη ιδεολογική μάχη και ίσως τη συγκλονιστικότερη περίοδο του βυζαντινού μεσαίωνα. Αυτό είναι που με έκανε ν’ ανοίξω πάλι βιβλία Ιστορίας, όχι για να ανακαλύψω κάτι άγνωστο, αλλά για να υπενθυμίσω γνωστά και καταχωνιασμένα γεγονότα.

Καταγόταν πραγματικά από την Αθήνα και η οικογένειά της φαίνεται ότι ήταν πλούσια και ισχυρή, αλλά οι πληροφορίες που υπάρχουν γι’ αυτήν είναι ελάχιστες. Αγνωστο πώς και γιατί ο αυτοκράτωρ Κωνσταντίνος Ε΄ (741 – 775), που οι εχθροί του, παπάδες και καλόγεροι, του κόλλησαν το παρατσούκλι Κοπρώνυμος, δεύτερος Ισαυρος στον θρόνο της Κωνσταντινούπολης μετά τον Λέοντα Γ΄, διάλεξε την άγνωστη Ειρήνη από την Αθήνα και την πάντρεψε με τον γιο του, τον κατόπιν μοιραίο αυτοκράτορα Λέοντα Δ΄ (775 – 780).

Από την Ειρήνη δεν έλειπαν τα προσόντα και το κυριότερο, ήξερε να τα κρύβει και να τα φανερώνει ή να τα εξαπολύει ανάλογα με τις περιστάσεις, τις επιδιώξεις και τις φιλοδοξίες της. Ηταν ωραιοτάτη και αυτό πάντοτε αποτελούσε το «ένα το κρατούμενο». Ηταν ευφυής, θρησκόληπτη και όταν ήθελε συμμαζεμένη και φρόνιμη, άλλοτε πάλι εκρηκτική και αχαλίνωτη. Είχε ισχυρή θέληση και αποφασιστικότητα, συνωμοτική πανουργία, παγερή αναλγησία και απεριόριστη απληστία και τέλος, ήξερε να επιλέγει συνεργάτες με τις ίδιες αρετές και τα ίδια ελαττώματα.

Οι δύο πρώτοι Ισαυροι, ο Λέων Γ΄ και ο Κωνσταντίνος Ε΄ θεωρούνται από τους σημαντικότερους αυτοκράτορες του Βυζαντίου. Καλοί και γενναίοι στρατηγοί αντιμετώπισαν τους εισβολείς τόσο στην Ανατολή όσο και στη Δύση. Η μεταρρυθμιστική τους νομοθεσία θεωρείται η σημαντικότερη μετά τον Ιουστινιανό, ιδιαίτερα στο οικογενειακό και κληρονομικό δίκαιο. Αυτό που από τους εχθρούς των δύο αυτοκρατόρων ονομάσθηκε εικονομαχία, ήταν στην ουσία της μια βαθιά θρησκευτική μεταρρύθμιση που απέβλεπε να εκσυγχρονίσει το κράτος και την κοινωνία και να το απαλλάξει από την κηδεμονία των παπάδων, των καλογέρων και των δεισιδαιμονιών, από τα «θαύματα» των εικόνων και των «ιερών λειψάνων» και από την αγυρτεία των καλογέρων. Τα όσα διαδραματίσθηκαν στις μέρες μας στη Μονή Βατοπεδίου αποτελούν ασθενές κατάλοιπο του δαιμονικού μείγματος δεισιδαιμονίας, αγυρτείας και απληστίας που κυριαρχούσε την εποχή εκείνη στο Βυζάντιο.

Ωστόσο, η θρησκευτική μεταρρύθμιση, που τελικά επικεντρώθηκε στο ζήτημα των εικόνων, ήταν μέρος μόνο της γενικότερης μεταρρυθμιστικής προσπάθειας. Ο σώφρων και μετριοπαθής και άξιος στρατηγός Λέων Γ΄ θεωρούσε δευτερεύον το ζήτημα των εικόνων και πολλές φορές αναρωτήθηκε αν άξιζε τον κόπο να θυσιάσει, λόγω των λαϊκών αντιδράσεων, τη γενικότερη μεταρρύθμιση. Στην αρχή δεν κατάργησε τις εικόνες αλλά όρισε την ανάρτησή τους σε υψηλότερο σημείο των ναών, όπου δεν θα έφταναν οι θωπείες και οι ασπασμοί των πιστών. Ο γιος και διάδοχός του Κωνσταντίνος Ε΄ υπήρξε πιο ορμητικός και αποφασιστικός. Κατάργησε τις εικόνες, έκλεισε μοναστήρια και εκκλησίες και εξαπέλυσε διωγμούς κατά των θρησκόληπτων μοναχών.

Πιθανολογείται ότι ο Λέων Γ΄ εμπνεύσθηκε τη θρησκευτική μεταρρύθμιση από την ασιατική αίρεση των Παυλικιανών, η οποία πραγματικά είχε καταργήσει όλους τους λατρευτικούς τύπους και όλη την εξουσιαστική ιεραρχία του κλήρου. Δεν είναι της ώρας να εκθέσουμε τα σχετικά στοιχεία για τη σχέση των Ισαύρων με την αίρεση των Παυλικιανών.

Περισσότερο ενδιαφέρον έχει το γεγονός ότι υπέρ της μεταρρύθμισης τάχθηκε η ανώτερη τάξη, κυρίως της Κωνσταντινούπολης και των ασιατικών περιοχών. Καθώς και μεγάλο μέρος του ανώτερου κλήρου. Αντιθέτως, ο λαός, οι κατώτερες τάξεις, όλες οι γυναίκες, σύζυγοι, κόρες και αδελφές φανατικών εικονομάχων, και οι δυτικές επαρχίες της Ελλάδας, εκεί όπου εκτυφλωτικά έλαμψε η ειδωλολατρεία και ο αρχαίος πολιτισμός, έμειναν πιστοί στη λατρεία των εικόνων και στη λατρευτική τυπολογία. Πολλοί βλέπουν κατάλοιπα ειδωλολατρείας στην ανάγκη να έχει μορφή και να ανάγεται σε ανθρώπινες εμπειρίες η αποκάλυψη του θεού. Είναι ένα πρόβλημα.

Σε μια τέτοια θύελλα βρέθηκε η Ειρήνη η Αθηναία. Οσο ζούσε ο πεθερός της, ο δυναμικός Κωνσταντίνος Ε΄, έκρυβε τις πεποιθήσεις της. Οταν πέθανε το 775 και έμεινε στον θρόνο ο σύζυγός της, ο μάλλον άβουλος και ανίκανος Λέων Δ΄, έβαλε σε εφαρμογή τα σχέδιά της για την αναστήλωση των εικόνων και την επαναφορά των παπάδων και καλογέρων στην εξουσία. Ωσπου μια μέρα, περιέργως και αιφνιδίως πέθανε ο σύζυγός της Λέων Δ΄. Με κομψό τρόπο μερικοί ιστορικοί σημειώνουν ότι βοήθησε και η ίδια για να πεθάνει. Στην πραγματικότητα τον δολοφόνησε. Αργότερα, όταν νόμισε ότι εμπόδιο στα σχέδιά της ήταν ο γιος της και αυτοκράτορας Κωνσταντίνος Στ΄ ή αμφισβητούσε την εξουσία της, τον ετύφλωσε σε ηλικία 25 ετών και αργότερα τον δολοφόνησε. Προκάλεσε θύελλα στο κράτος και το τέλος τής δυναστείας των Ισαύρων. Το 787 συνεκάλεσε στη Νίκαια πειθήνια οικουμενική σύνοδο, η οποία αναστήλωσε τις εικόνες. Αυτό το γεγονός, παραβλέποντας και αποσιωπώντας όλα τα άλλα, τιμάει η Εκκλησία (μας) την Κυριακή της Ορθοδοξίας…

Η Ειρήνη πέθανε το 803 εξόριστη στη Λέσβο…

Η εικονομαχία ήταν μια μεγάλη ιδεολογική μάχη που κράτησε παραπάνω από έναν αιώνα και απέβλεπε να αποκαθάρει τη θρησκευτική πίστη από τη λατρευτική τυπολογία και να αλλάξει το κράτος και την κοινωνία. Πολλοί ιστορικοί γράφουν ότι οι Ισαυροι κατάργησαν τη δουλοπαροικία. Είναι ίσως υπερβολή. Προσπάθησαν όμως να κάνουν ανθρωπινότερες τις σχέσεις στον γεωργικό τομέα που τότε ήταν ο κύριος τομέας παραγωγής υλικών αγαθών. Το ίδιο ενίσχυσαν τη νομική θέση της γυναίκας μέσα στην οικογένεια.

Η φορά των γεγονότων και η λογική της αντιπαράθεσης οδήγησαν τους Ισαυρους να δώσουν την κύρια μάχη στο ζήτημα των εικόνων. Και να τη χάσουν, να ηττηθούν. Η εικονομαχία ήταν ένα μεταρρυθμιστικό κίνημα των ανωτέρων τάξεων της κοινωνίας και της διοίκησης, του κράτους και της Εκκλησίας. Ο 20ός αιώνας μάς συνήθισε να προσέχουμε τις κινήσεις των λαϊκών μαζών και συχνά να παραβλέπουμε τις κινήσεις των «ελίτ». Φαίνεται όμως ότι η ιστορία είναι γεμάτη από πρωτοβουλίες των «ελίτ» που διοχετεύονται στις λαϊκές μάζες. Η εικονομαχία δεν διοχετεύθηκε ποτέ στις λαϊκές μάζες, οι οποίες παρέμειναν πιστές στις θρησκευτικές παραδόσεις και στη λατρεία των εικόνων.

Η εικονομαχία συνάντησε τη σθεναρή και μανιασμένη εχθρότητα του Πάπα και των άλλων πατριαρχείων, της Αλεξανδρείας, των Ιεροσολύμων και της Αντιοχείας. Σε σχέση με τη Ρώμη υπήρξε κατά κάποιο τρόπο ο πρόδρομος του μετέπειτα Σχίσματος. Οι Ισαυροι βρήκαν την ευκαιρία να αποσπάσουν από τη δικαιοδοσία του Πάπα τις δυτικές επαρχίες, κυρίως την Ελλάδα και τα νησιά του Αιγαίου.Οι εικόνες και η λατρεία τους ικανοποιούσαν δύο ανάγκες του αναλφάβητου λαού: Την προσδοκία του «θαύματος» και της σωτηρίας και την ανάγκη να γνωρίσουν μέσω της εικόνας και της παράστασης τα περιστατικά και τους ήρωες της Αγίας Γραφής και κυρίως της Καινής Διαθήκης. Ανεξάρτητα από τη δαιμονική δραστηριότητα της Ειρήνης της Αθηναίας, είναι αυτές οι ανάγκες που κράτησαν έως σήμερα τη λατρεία των εικόνων αλλά και τη «διαπλοκή» γύρω από αυτές της δεισιδαιμονίας, της αγυρτίας και της απληστίας.