Τετάρτη 17 Ιανουαρίου 2024

Άγιος Αντώνιος ο Μέγας: Ο πρώτος ασκητής – Ο θεμελιωτής του «υγιούς» μοναχισμού που εξύψωσε την απλυσιά και την αγραμματοσύνη

Το προσκύνημα σε πρόσωπα που ζούσαν ακόμη συνέβαινε κατά μίμηση παγανιστικών εθίμων. Παντού στη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία προσείλκυαν το πλήθος άνθρωποι κατειλημμένοι από τον «θεό», κήρυκες και θαυματοποιοί, σοφοί, μάντεις, εξάγγελοι της σωτηρίας, μυσταγωγοί, θεόπνευστοι. Και αυτοί οι ζωντανοί «divi», άνθρωποι προικισμένοι, για τους οποίους πίστευαν ότι ήταν πλήρεις θείου πνεύματος και θείας δύναμης, τους οποίους θεωρούσαν απεσταλμένους του Θεού, κινητοποίησαν ολόκληρα πλήθη. Διότι κατά την ελληνιστική περίοδο του θρησκευτικού συγκρητισμού, οι λαϊκές μάζες αγαπούσαν τους «επίγειους» θεούς, τους «επίγειους» αρωγούς, αυτούς θαύμαζαν οι «divi» ήρθαν να αντικαταστήσουν, ούτως ειπείν, τους φιλοσόφους και τους ποιητές της κλασικής περιόδου.

Στους πιο περίφημους από αυτούς τους ειδωλολάτρες συγκαταλέγεται ένας σύγχρονος της εποχής του Ιησού, ο Απολλώνιος ο Τυανέας, η βιογραφία του οποίου, γραμμένη από τον Φιλόστρατο, έχει τόσο εκπληκτικές ομοιότητες με τη βιβλική εικόνα του Ιησού, ώστε σε πολλά κομμάτια της διαβάζεται σαν ευαγγελικό κείμενο. Κι ένας ακόμη πιο σκοτεινός εκπρόσωπος αυτού του θεϊκού σιναφιού είναι ο Περεγρίνος ο Πρωτεύς, ένας κυνικός, ο οποίος αυτοπυρπολείται το 176 μ.Χ. σε μια θεαματική επίδειξη στην Ολυμπία μπροστά στα μάτια πολλών περίεργων περαστικών, αφού προηγουμένως, στη φυλακή, ομολογεί πίστη στον Χριστιανισμό -σύμφωνα με τον Λουκιανό, μόνο και μόνο για να αρπάξει πλούσια δώρα.

Σύμφωνα με τους απολογητές, υπάρχει ωστόσο μεγάλη διαφορά ανάμεσα στο προσκύνημα σε ζώντες ειδωλολάτρες κι εκείνο σε ζώντες χριστιανούς, μεγάλη διαφορά γενικά ανάμεσα σε κάθε ειδωλολατρικό και χριστιανικό προσκύνημα. Παραδέχονται μεν μια εκπληκτική ομοιότητα όσον αφορά τα εξωτερικά γνωρίσματα, ακόμη και ταυτότητα των προσώπων, αλλά ο ειδωλολάτρης αρωγός ενεργούσε από μόνος του, ο χριστιανός όμως μέσω του Θεού -ο ένας είναι η πηγή, ο άλλος το εργαλείο, η μια βοήθεια έχει μαγικές επιρροές, είναι θεουργική πρακτική, η άλλη είναι γνήσια και πραγματικά θρησκευτική. Ωστόσο λένε ότι ο Χριστός είναι πηγή, όπως ο ειδωλολάτρης ήρωας, αλλά ο Χριστός «αποτελεί εδώ εξαίρεση και δεν συγκρίνεται με άλλους» (Kotting).

Βέβαια, αυτά τα ξέρουμε και δεν χρειάζεται να ασχοληθούμε με τέτοιου είδους εξυπνάδες, με παπαδίστικα ψέματα, μπορούμε να αγνοήσουμε τέτοιες δήθεν λόγιες διαφοροποιήσεις, που δεν είναι παρά χονδροειδείς απάτες και διδάσκονται για αιώνες. Όπως και να έχει το πράγμα, από τη μια πλευρά έχουμε να κάνουμε με την επιθυμία να βοηθηθούν, την ικανοποίηση της περιέργειας, την πίστη σε θαύματα· και από την άλλη με την κομπορρήμονα εκκεντρικότητα των επιδειξιών, όπως και με την επιδίωξη να βγάλουν κέρδος από τη δυστυχία, την αποβλάκωση· με λίγα λόγια κάθε φορά το θέμα είναι η ανθρώπινη φτώχεια, η μανία για τα θαύματα και η μπίζνα.

Οι ασκητές διέθεταν μεγάλη δύναμη έλξης. Υπήρχαν πολλοί που δεν ήθελαν να γίνουν αντικείμενα της περιέργειας των πιστών. Κάθε φορά που πλησίαζε κάποιο δίποδο, αυτοί κρύβονταν σαν αγρίμια μέσα στη σπηλιά τους, χώνονταν στη γη σαν τυφλοπόντικες, ώστε μιλούσαν και για «άγιους τυφλοπόντικες». Για πολλούς αρκούσε «η μυρωδιά των ανθρώπων», για να το βάλουν στα πόδια. Και πολλές ασκητείες δεν δημιουργήθηκαν για θαυμαστές, όπως βεβαίως οι «έγκλειστοι» ή οι «βοσκοί».

Άλλοι ασκητές όμως αγαπούσαν τη «δημοσιότητα» και περιβάλλονταν από πλήθος μαθητών. Ο άγιος Απολλώνιος είχε περισσότερους από πεντακόσιους, όπως πιστοποιεί ο εκκλησιαστικός συγγραφέας Ρουφίνος. Άλλοι πάλι έμοιαζαν μάλλον με επιδειξίες της πιο ακραίας μορφής. Ναι μεν κάλυπταν το «αμαρτωλό» μέλος τους, είτε με μακριά μαλλιά, με μακριές γενειάδες, με φύλλα, είτε απλά κλείνοντας γρήγορα σφιχτά τα πόδια, αλλά κατά τα άλλα επιδείκνυαν τον ηρωισμό τους, την ηρωική αυτοθυσία τους στις υπηρεσίες του άγιου εγωισμού, για την επίτευξη του ουράνιου βασιλείου, επιδείκνυαν ανενδοίαστα την ασκητεία τους και κάθε είδος τρέλας που μπορεί να φανταστεί άνθρωπος. Ύστερα, σε αυτούς τους έρημους τόπους διαδραματίστηκε «ένα πρωτόγνωρο θέατρο, ένα θέατρο στο οποίο ο καθένας δίνει την εντύπωση ότι παίζει έναν αιώνιο ρόλο με ζήλο και οδυνηρή σχολαστικότητα», και το έκαναν με τέτοιο τρόπο, ώστε θα ήταν πολύ δύσκολο, αν όχι αδύνατο, «να διακρίνεις εδώ τους πραγματικούς τρελούς από τους δήθεν, τους αληθινούς αγίους από τους ψεύτικους» (Lacarriere).

Όλη αυτή η χριστιανική βλακεία στις έρημους της Αιγύπτου, της Αραβίας, της Συρίας προκαλούσε την περιέργεια των πιστών. Είχε δημιουργηθεί ένα αντίγραφο των «Αγίων Τόπων» (Raymond Ruyer), οιονεί κομμουνιστικές κοινότητες και εκκεντρικοί όλων των ειδών. Κι έτσι άρχισαν να πηγαίνουν προσκυνητές και σε αυτά τα μέρη, καθώς μάλιστα, για πολλούς που ταξίδευαν στους «Αγίους Τόπους», η χώρα των Φαραώ ήταν μια μικρή εκδρομή. Ήδη από το δεύτερο ήμισυ του 4ου αιώνα επισκέπτονται αναρίθμητοι πιστοί, με οποιαδήποτε κίνητρα, αλλού τους πιο γνωστούς αναχωρητές, αλλού τα σημαντικότερα μοναστικά κέντρα, τα μοναστήρια, στο Πίσπιρ, την Αρσινόη, την Οξύρρυγχο, την Αφροδιτόπολη, τη Βαβυλώνα, τη Μέμφιδα κ.ά. Έτσι, πήγαιναν απλοί άνθρωποι, όπως και «άνθρωποι του κόσμου». Ευγενείς, αξιωματούχοι της αυτοκρατορίας, πλούσιες κυρίες, όπως η πλούσια φίλη του Ιερώνυμου, Παύλα. Και η προσκυνήτρια Αιθερία ήταν ανάμεσα τους, και κατόπιν λαμπρές προσωπικότητες της εκκλησιαστικής ιστορίας από Ανατολή και Δύση, ο Παλλάδιος, ο Ιωάννης, ο Κασσιανός ή ο Ρουφίνος της Ακουιληίας. Και φυσικά, μεγάλα ξενοδοχεία κοντά στα μοναστήρια φρόντιζαν κι εδώ για την παρατεταμένη παραμονή των προσκυνητών.

Ο Άγιος Αντώνιος γεννήθηκε λοιπόν περί το 250 στην Κομά, κώμη της Αιγύπτου κοντά στην Μέμφιδα, από γονείς εύπορους. Από παιδί ήταν ολιγαρκής και αυτάρκης, ουδεμία όμως έτρεφε κλίση προς τα γράμματα, τα οποία «μαθείν ουκ ηνέσχετο». Αγνοούσε ακόμα και αυτή την γραφή και την ανάγνωση της μητρικής του γλώσσας που ήταν η κοπτική. Την ελληνική γλώσσα την αγνοούσε εντελώς.

Μέχρις εδώ πληροφορούμαστε ότι για να κερδίσει κανείς τον τίτλο «Μέγας», πρέπει να είναι εντελώς αγράμματος. Έτσι εξηγείται η αγραμματοσύνη των καλόγερων ανά τους αιώνες. Κι αν δεν προέκυπτε αργότερα η ανάγκη της ανάγνωσης, για λόγους που εξυπηρετούσαν τις χριστιανικές λειτουργίες, μάλλον θα παρέμενε η τάξη αυτή των μοναχών βουτηγμένη εντελώς στα σκοτάδια της παντελούς αγραμματοσύνης. Καθ’ όλον τον ερημικό βίο του ο Αντώνιος ουδέποτε άλλαξε ένδυμα και ουδέποτε ένιψε το σώμα του ή καν τα πόδια του με νερό! (Βίος κεφ. 47 και 95).

Δεύτερο λοιπόν χάρισμα για να αποκαλεστεί κανείς μέγας είναι η παντελής έλλειψη καθαριότητας! Τόσο δε θαύμασαν οι κατοπινοί άγιοι πατέρες την αρετή αυτή της απλυσιάς του Αντωνίου, ώστε φρόντισαν να την καθιερώσουν δια των θείων διδασκαλιών τους και κυρίως δια του επιχειρήματος ότι είναι κάκιστη χειρονομία το «μπανίζεσθαι τον μοναχόν» ένεκα τη διεγέρσεως του σεξουαλικού ενστίκτου, το οποίον τούτο κατηραμένον ένστικτο «εξανίσταται δια της αφής των χειρών επί του σώματος».

Ο Αντώνιος όχι μόνον ήταν αγράμματος αλλά υποστήριζε και θεωρητικά την αγραμματοσύνη. Διέθετε μάλιστα επιχείρημα ατράνταχτο και αδιάσειστο. Όταν λοιπόν προσήλθαν κάποιοι προς αυτόν και θέλησαν να τον πειράξουν για την αγραμματοσύνη του, τους αποστόμωσε λέγων: «Τι λέγετε, τι είναι πρώτον ο νους ή τα γράμματα και ο νους είναι αίτιον των γραμμάτων ή τα γράμματα του νου;». Όταν δε αυτοί του απάντησαν ότι προηγείται ο νους κι ότι αυτός είναι εφευρέτης των γραμμάτων, απάντησε: «Εκείνος λοιπόν όστις έχει υγιή νουν δεν έχει ανάγκη των γραμμάτων» (κ. 73).

Σε κάποιον σοφό που ρώτησε πάλι τον Αντώνιο πώς αντέχει την στέρηση της ευχαρίστησης από την ανάγνωση βιβλίων απάντησε: «Το δικό μου βιβλίο, ω φιλόσοφε, είναι η φύση των γεγονότων και μπορώ όταν θέλω να αναγινώσκω τους λόγους του Θεού».

Για να δούμε όμως τι είδους ανθρώπους παράγουν τέτοιες σκοταδιστικές διδασκαλίες. Ένα συνηθισμένο θέμα των ζωγράφων του Μεσαίωνα ήταν οι πειρασμοί του αγίου Αντωνίου. Με τον Αντώνιο εικονίζονταν συνήθως γυναίκες, ως σύμβολο των σαρκικών πειρασμών, και χοίροι, ως προσωποποίηση των δαιμόνων, τους οποίους υπερνίκησε. Από παρεξήγηση λοιπόν του συμβολισμού αυτού ο Αντώνιος θεωρήθηκε προστάτης των χοίρων και γενικώς των ζώων. Επίσης θεωρήθηκε και ως προστάτης κατά διαφόρων επιδημιών, τις οποίες νόμιζαν ότι προκαλούσαν διαβολικές επιδράσεις και μάλιστα της φοβερής πανωλικής επιδημίας, η οποία ονομάζονταν συνήθως «Αντωνιανόν Πυρ», διότι πιστεύονταν ότι θεραπεύονταν δια της επικλήσεως του ονόματος του αγίου αυτού, και εκ εξ αυτού προέκυψε το τάγμα των Αντωνιανών. Ο πρωτοπόρος τώρα της προώθησης του βρόμικου και άπλυτου σώματος Αντώνιος, γίνεται, αυτός ο ίδιος, το αντίδοτο κατά της επιδημίας που προκάλεσε. Ως προς την ανακήρυξη του αγίου ως προστάτη των χοίρων, τελικά, φαίνεται ότι αποδόθηκε μια φυσική δικαιοσύνη. Ποιος άραγε θα μπορούσε να καταλάβει δικαιότερα την θέση αυτή από έναν άνθρωπο που δεν είχε πλυθεί στη ζωή του ούτε μία φορά.

Ο άγιος ζούσε σχεδόν όλη τη ζωή του μέσα σ’ ένα πηγάδι, τρώγοντας αποκλειστικά μουχλιασμένα παξιμάδια. Μέσα εκεί ο Διάβολος του «έστελνε» διάφορους πειρασμούς για να τον δοκιμάσει όπως θηρία, πόρνες, δαίμονες, πουλιά, σκουλήκια, φίδια κ.ά. Ο άγιος όμως κατάφερνε κι «αντιστεκόταν». Απ’ την πείνα και την κακουχία πολλά είναι αυτά που μπορεί κανείς να δει… Τα πάντα όλα που λέει και ο γνωστός μας Αλέφαντος…

Οράματα σαν μελίσσια και χριστιανική παραζάλη θαυμάτων

Στους ασκητές έρχονται τα οράματα, όπως οι μέλισσες στην κυψέλη. Η παράφρων ασκητεία με την οποία κακομεταχειρίζονται σώμα και πνεύμα, η διαρκής νηστεία, οι αγρυπνίες, μια υποβόσκουσα μανία φαντασμάτων, μέσα σε συχνά τρομακτική μοναξιά, τους καθιστούν εκ των προτέρων επιρρεπείς σε «οπτασίες». Όσο περισσότερο αυτοτιμωρούνται, όσο περισσότερο παλεύουν με δαιμόνια, τόσες περισσότερες παραισθήσεις, οπτασίες, ακροάσεις έχουν και τόσο λιγότερη επαφή με τον υπόλοιπο κόσμο.

Ο άγιος Αντώνιος έχει τόσο συχνά επαφή με υπέργειες ή και υπόγειες δυνάμεις, ώστε ακούει την περίφημη φωνή «άνωθεν», όπως εμείς ακούμε ραδιόφωνο, χωρίς οποιοδήποτε παράσιτο, καθώς, βλέπετε, «έχει συνηθίσει να του μιλάνε έτσι». Και στις ακροάσεις έρχονται να προστεθούν τα οράματα. Κάποτε απειλείται η ίδια του η ανάληψη στους ουρανούς από όλων των ειδών τις αισχρές λάμψεις του αέρα. Μία άλλη φορά βλέπει πώς ένας τρομακτικός δαίμονας που φτάνει μέχρι τα σύννεφα προσπαθεί να σταματήσει άλλες (φτερωτές) ψυχές που ανεβαίνουν αλλά ο Διάβολος δεν κατορθώνει «να νικήσει εκείνους οι οποίοι δεν τον υπάκουσαν».

Ο Αντώνιος «θεράπευσε» εκατοντάδες ανίατους ασθενείς. Κάποτε σε μία θεραπεία παρθένας έβγαιναν διαβολικές εκκρίσεις απ’ τα μάτια, τη μύτη και τ’ αυτιά και μεταμορφώνονταν σε σκουλήκια. Μια άλλη φορά ένας τρομακτικός δαίμονας, που έφθανε μέχρι τα σύννεφα προσπαθούσε να σταματήσει τις ευσεβείς ψυχές πεθαμένων χριστιανών να πηγαίνουν στον Παράδεισο. Ο Αντώνιος προσευχήθηκε και ο δαίμονας διαλύθηκε ως εκ θαύματος. Ο βίος του αγίου Αντωνίου είναι απ’ τους πιο εξωπραγματικούς, γεμάτος από διαβολικές περιπέτειες και οράματα! Φυσικά ο συγγραφέας του βίου του ήταν ο μαθητής του και μεγάλος πλαστογράφος της ιστορίας, ο άγιος Αθανάσιος. «Μ’ όποιον δάσκαλο καθίσεις, τέτοια γράμματα θα μάθεις», λέει μια λαϊκή παροιμία.

Πάρα πολλά στοιχεία της περίφημης κακόφημης βιογραφίας του αγίου Αντωνίου που όπως προαναφέρθηκε γράφτηκε από την πέννα του αγίου πλαστογράφου Αθανάσιου –«ένα έργο παγκόσμιας λογοτεχνίας» (Staats), «ένα βιβλίο με τη μεγαλύτερη επιρροή όλων των εποχών» (Momigliano), όπως εικάζεται, γενικά το πιο επιτυχημένο παραμύθι με αγίους- επαναλαμβάνονται και σε άλλους βίους αγίων, ανάμεσα τους και πολλά οπτασιακά. Όπως π.χ. ο Αντώνιος βλέπει κατά τον θάνατο του μοναχού Αμμούν (Άμμωνα) να ανεβαίνει η ψυχή του στους ουρανούς, έτσι βλέπει και ο άγιος ηγούμενος Βενέδικτος την ψυχή της αδελφής του, κατά τον θάνατό της, να αιωρείται και να ανεβαίνει στους ουρανούς με τη μορφή περιστεριού. Το κατασκεύασμα του Αλεξανδρινού πατριάρχη έγινε το χριστιανικό μπεστ σέλερ του 4ου αιώνα και αποβλάκωσε την ανθρωπότητα, όπως λίγα άλλα του είδους του, έως και σήμερα.

Διαφόρων ειδών άγιοι του Χριστιανισμού (άγιοι της ερήμου, των σπηλαίων, των πηγαδιών, των κελιών, των τσουβαλιών, των στύλων και ό,τι άλλο μπορεί να φανταστεί ένας τελείως άρρωστος νους) κάνουνε θαύματα, που θα τα ζήλευαν ακόμα και οι μεγαλύτεροι μάγοι και ταχυδακτυλουργοί όλων των εποχών, ακόμα και ο Κόπερφιλντ, ή ο Χουντίνι, ξεπερνώντας κατά πολύ τον διδάξαντα διδάσκαλό τους Ιησού. Περπατάνε χιλιόμετρα πάνω σε νερά ποταμών, λιμνών, θαλασσών, ή τα διασχίζουν πάνω στην πλάτη κροκοδείλων, δελφινιών ακόμα και φαλαινών, ανασταίνουν νεκρούς, κάνουν καλά ασθενείς και παράλυτους ακόμα και από χιλιόμετρα μακρυά, στείρες γυναίκες μένουν έγκυες μέσω επιφοίτησης, άγγελοι με σάρκα και οστά τρέφουν τους ασκητές της ερήμου, δαίμονες ουρλιάζουν και χτυπιούνται, σύννεφα από ακρίδες εξαφανίζονται με αγιασμό, ο Ήλιος σταματά την πορεία του κατόπιν διαταγής των αγίων, άγια λείψανα μυρίζουν αρώματα και ευωδίες και άλλα απίστευτα και τραγελαφικά. Με μία προσευχή κάνουν το θαλασσινό νερό γλυκό και πόσιμο, με μία κίνησή τους, που θα ζήλευαν ακόμα και οι πιο εκπαιδευμένοι νίντζα, ρίχνουν κάτω ληστές ακινητοποιώντας τους.

Η νέα αυτή τρέλα των θαυμάτων διαδίδεται παντού με αυξανόμενη μανία. Οι ταπεινόφρονες ταχυδακτυλουργοί άγιοι-μοναχοί λατρεύονται σαν οι επί γης θεοί, ή παρομοιάζονται σαν επουράνιοι άγγελοι, οι πιστοί τούς φιλούν τα πόδια, τούς παρακαλούν να τούς βοηθήσουν, ζητούν την συμβουλή τους σε κάθε θέμα και σε θέματα πίστης. Ακόμα και οι χριστιανοί αυτοκράτορες θεωρούσαν τον εαυτό τους τυχερό, να μπορούσαν να τούς είχαν στο τραπέζι τους. Σε αρκετούς έφτιαχναν εκκλησίες εν ζωή ακόμη, ενώ άλλους τους προόριζαν στο να αποκτήσουν τα λείψανά τους μετά θάνατον.

Οι αρχαίοι αυτοί αμόρφωτοι μοναχοί ήταν σε θέση να κάνουν τα πάντα. Με καθαγιασμένο ύδωρ και λάδι θεράπευαν ζώα και ανθρώπους. Έκαναν εξορκισμούς, θεράπευαν σεληνιασμένους, δαιμονισμένους, βασκανίες, παχυσαρκία, υδρωπικία, ουρολοιμώξεις, αιμορροΐδες, τύφλωση, αναπηρία, όλα αυτά με μία απάλειψη, με μία προσευχή, με ένα άγγιγμα. Φρέσκο ψωμί εξ ουρανού πήγαινε μόνο του (delivery) κάθε Κυριακή στην έρημο, πάνω στους στύλους, ή μέσα στα πηγάδια και στις σπηλιές, όπου ζούσαν οι ασκητές για να τους θρέψουν. Εξ ουρανού «delivery» διέθεταν ο όσιος Συμεών ο Θαυμαστορείτης (24 Μαΐου), ο όσιος ιερομάρτυς Έρασμος («ελάμβανε τροφήν δια των κοράκων», 2 Ιουνίου), πολλοί άλλοι, αλλά και η ίδια η Παναγία, την οποία έτρεφε «ξενοπρεπώς» ο Αρχάγγελος («Η Παρθένος διέμεινε χρόνους δώδεκα, τρεφομένη μεν ξενοπρεπώς από τον Aρχάγγελον Γαβριήλ με τροφήν ουράνιον», Συναξαριστής Εισοδίων της Θεοτόκου).

Οι επιφανέστεροι πατέρες της Εκκλησίας Αθανάσιος, Αμβρόσιος, Ιερώνυμος, Χρυσόστομος υποστήριζαν, ότι όποιος δεν πίστευε στα θαύματα αυτά ήταν πνευματικά διεστραμμένος. Οι πιο γνωστοί πατέρες της εκκλησίας υπερασπίζονταν τέτοια κείμενα ως μαρτυρίες και οι περισσότεροι αρχαίοι θεολόγοι τα θεωρούσαν εντελώς αληθινά. Ποτέ να μην ξεχνάμε επίσης, ότι και με τέτοια σκουπίδια προπαγάνδιζαν τον Χριστιανισμό και με τέτοια σκουπίδια εξαπλώθηκε και εδραιώθηκε η πνευματική και σωματική βαρβαρότητά του.

Με όλα αυτά είμαστε από ώρα χωμένοι βαθιά στο κεφάλαιο του ενός ξεχωριστού είδος μύθου: Το ψεύδος με φωτοστέφανο, την ηθοπλαστική λογοτεχνία, προ πάντων οι ιστορίες των αγίων, οι βίοι των αγίων.

Αυτό το κηφηναριό ο Χριστιανισμός προβάλλει ως πρότυπο στους νέους, ενώ θα έπρεπε να τους προβάλλει ως παραδείγματα προς αποστροφή και αποφυγή. Ο Κ. Παπαρρηγόπουλος γράφει: «Και τώ όντι, μήπως δεν είδομεν πολλάκις εν τοις προηγουμένοις βιβλίοις τους μοναχούς εγκαταλείποντας τον ερημικόν βίον, πληρούντας τάς οδούς και τάς οικίας των πόλεων, αναμιγνυομένους εις τα πολιτικά πράγματα και άλλως ραδιουργούντας, ακολασταίνοντας; Έν γένει προϊόντος του χρόνου ο θεμελιώδης ασκητικός του βίου τούτου χαρακτήρ κατήντησεν εξαίρεσις. Συνήθως οι μοναχοί διήγον ήδη βίον άνετον και ευπαθή εις μοναστήρια πλούσια γενόμενα διά των πολλών κινητών και ακινήτων αναθημάτων, τα οποία αφιέρωνεν είς αυτά η των ανθρώπων ευλάβεια… Το δεινόν, το μέγα δεινόν, ενέκειτο είς τα κοινώς λεγόμενα μοναστήρια, διότι μυριάδες νέων συνέρρεον κατ’ έτος είς τα ενδιαιτήματα ταύτα της απραγμοσύνης, και ενίοτε της ακολασίας, οι πλείστοι ουχί υπό ζέοντος θρησκευτικού αισθήματος ή άλλης ανάγκης φερόμενοι αλλ’ ελαυνόμενοι υπό της είς την αργίαν και την τρυφήν ροπής» (4ο τόμος, «ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΕΘΝΟΥΣ»).

Ο καθείς από εμάς θα πρέπει ν’ αποβάλλει όλη αυτή την θρησκευτική παραφροσύνη απ’ την ψυχή του. Μετά θ’ ακολουθήσουν και οι Ρωμιοί ταγοί μας, αν κάποτε μπορέσουν κι αυτοί και ξεφύγουν απ’ την δαγκάνα της θρησκείας. Ζούμε σε μία τριτοκοσμική χώρα, που στραγγαλίζει οτιδήποτε Ελληνικό ή άλλο πολιτισμικό στοιχείο και μας βυθίζει συνεχώς στο απόλυτο σκότος… Ας τελειώσουμε με μία σοφή φράση του φιλόσοφου Επίκουρου: «Είναι αισχρό να ζητάμε από θεούς αυτά, που μπορούμε να δώσουμε μόνοι μας στον εαυτό μας».

Κυριακή 14 Ιανουαρίου 2024

O Σχηματισμός των λέξεων στην Αρχαία Ελληνική γλώσσα

V. Από το Μέγα Ετυμολογικό


(12ος αι. μ.Χ.), [σ. 193]

Βεβαιῶ παρὰ τὸ βέβαιον· τοῦτο παρὰ τὸ βαιὸν, ὅ σημαίνει τὸ μικρὸν καὶ ἀληθές· τοῦτο ἐκ τοῦ βίβημι βήσω· ὁ δεύτερος ἀόριστος ἔβην· ἡ μετοχή βὰς βάντος. καὶ ἐξ αὐτοῦ βαὸς καὶ βαιός· καὶ κατὰ ἀναδιπλασιασμὸν βέβαιος. ἢ παρὰ τὸ βιβῶ βίβαιος ὡς τιμῶ Τίμαιος· καὶ τροπῇ Αἰολικῇ τοῦ ῑ εἰς ε̅ (ὡς ἀγχίμαχος ἀγχέμαχος, ἀδίκαστος ἀδέκαστος) γίνεται βέβαιος ὁ ἀσφαλής καὶ ἑδραῖος καὶ βεβηκώς· πρὸς ἀντιδιαστολὴν τῶν ἀστηρίκτων. τὰ διὰ τοῦ α̅ι̅ο̅ς̅ἀπὸ ῥημάτων, εἴτε κύρια εἴτε προσηγορικά, προπαροξύνεται καὶ διὰ τῆς α̅ι̅διφθόγγου γράφονται· οἷον πηδῶ Πήδαιος, ὑλῶ Ὕλαιος, λύω Λύαιος, ὄνομα κύριον, ματῶ μάταιος· οὕτως οὖν καὶ βιβῶ βίβαιος. οὕτω Θεαγένης.

Μετάφραση

Βεβαιῶ από το βέβαιος και αυτό από το βαιός 'μικρός, αληθινός' [!!], και αυτό από το βίβημι βήσω, αορ. β΄ ἔβην, μτχ. βάς βάντος. Από εκεί το βαός - βαιός [1] -και με αναδιπλασιασμό το βέβαιος. Ή: από το βιβῶ προέρχεται το βίβαιος, όπως τιμῶ Τίμαιος, και με την αιολική τροπή του ι σε ε (όπως στο ἀγχίμαχος ἀγχέμαχος…) σχηματίζεται το βέβαιος 'βέβαιος, σταθερός, ορθός', σε αντιδιαστολή προς το 'ασταθής'. Τα παράγωγα σε -αιος από ρήματα (κύρια ή προσηγορικά) είναι προπαροξύτονα και γράφονται με τη δίφθογγο αι [όχι με το τότε ομόηχο ε], π.χ. πηδῶ Πήδαιος…· έτσι και το βιβῶ βίβαιος. Έτσι ο Θεαγένης.
--------------------------
1. Καθαρά κατασκευασμένος τύπος.

Η Ελληνική Αρχαιότητα: Πόλεμος - Πολιτική - Πολιτισμός 7. Η ρωμαϊκή ηγεμονία

7.2. Δεν είναι καλό να υπάρχουν πολλοί καίσαρες


Η Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία άλλαζε ραγδαία. Το πολίτευμά της επέτρεπε τη συνεχή εναλλαγή προσώπων στην εξουσία, περιορίζοντας τις δολοφονίες πολιτικών ηγετών και τους εμφύλιους πολέμους. Είναι απολύτως ενδεικτικό ότι οι στρατηγοί που κατακτούσαν τον ευρύτερο μεσογειακό κόσμο εκλέγονταν για περιορισμένα χρονικά διαστήματα, συνήθως έναν χρόνο, και στη συνέχεια παραχωρούσαν τη θέση τους σε άλλους - ακόμη και για την ίδια στρατιωτική επιχείρηση. Στο μέσον του 1ου αιώνα, ωστόσο, τα δεδομένα είχαν αλλάξει πολύ. Η επικράτεια είχε μεγαλώσει υπερβολικά και για να διοικηθεί χρειαζόταν νέες, πιο συγκεντρωτικές μεθόδους. Οι στρατηγοί όλο και περισσότερο έπαιρναν πρωτοβουλίες για τις ανάγκες των πολέμων τους χωρίς εξουσιοδότηση από τη Ρώμη. Άλλωστε, πολλοί είχαν αποκτήσει τεράστιες προσωπικές περιουσίες, απομυζώντας τις επαρχίες και εκμεταλλευόμενοι τις νίκες τους, και με την επιρροή που ασκούσαν διεκδικούσαν μονιμότερο ρόλο στην πολιτική διακυβέρνηση. Οι παλαιοί θεσμοί και οι ισορροπίες ανάμεσα στις διάφορες κοινωνικές ομάδες της Ρώμης κλονίζονταν ήδη ανεπανόρθωτα. Το 59 τρεις ισχυροί άνδρες αποφάσισαν να συνεργαστούν για να επιβάλουν τις απόψεις τους και να εξασφαλίσουν σταθερή διακυβέρνηση: ο Πομπήιος Μάγνος (όπως επιθυμούσε ο ίδιος να τον αποκαλούν), ο Κράσσος (που είχε καταστείλει την εξέγερση του Σπάρτακου) και ο Ιούλιος Καίσαρας.

Ο Καίσαρας, που θεωρήθηκε ένας από τους μεγαλύτερους στρατηγούς όλων των εποχών -ο Πλούταρχος τον συγκρίνει με τον Αλέξανδρο-, καταγόταν από την αρχαιότερη και επιφανέστερη οικογένεια Ρωμαίων αριστοκρατών. Είχε ανέλθει γρήγορα τις βαθμίδες της πολιτικής και στρατιωτικής ιεραρχίας και είχε πολιτευτεί με αποφασιστικότητα στις συνθήκες των εμφύλιων πολέμων. Μετά τη συμφωνία που πέτυχε με τον Πομπήιο και τον Κράσσο, ανέλαβε να εδραιώσει και να επεκτείνει τη ρωμαϊκή επικράτεια στη Γαλατία. Μέσα σε λίγα χρόνια προσάρτησε τεράστιες εκτάσεις, από τα Πυρηναία έως τον Ρήνο, και έφτασε έως τη Βρετανία - χωρίς ωστόσο να την κατακτήσει. Σύμφωνα με τα υπομνήματά του, που τα επεξεργάστηκε για δημόσια χρήση, είχε επιτύχει τον στόχο του σκοτώνοντας 1.192.000 άνδρες. (Προφανώς δεν μπήκε στον κόπο να καταγράψει τις απώλειες αμάχων, μολονότι γνώριζε ότι, για να υπερασπιστούν την ελευθερία τους, μαζί με τους άνδρες τον είχαν πολεμήσει γυναίκες και παιδιά.) Ανυπολόγιστος ήταν ο αριθμός των δούλων και η ποσότητα χρυσού που εισέρρευσαν στη Ρώμη.

Την εποχή που ο Καίσαρας πολεμούσε ακόμη στη Γαλατία, ο Πομπήιος διοικούσε την Ισπανία. Ο Κράσσος πάλι ανέλαβε να διοικήσει τη Συρία, αλλά εισβάλλοντας στη Μεσοποταμία για να πολεμήσει εναντίον των Πάρθων κατατροπώθηκε, έχασε το μεγαλύτερο μέρος του στρατού του -οι μισοί άνδρες του σκοτώθηκαν και πολλοί άλλοι υποδουλώθηκαν- αλλά και την ίδια του τη ζωή στο πεδίο της μάχης.

Με τον θάνατο του Κράσσου ο Καίσαρας αποξενώθηκε από τον Πομπήιο και σύντομα βρέθηκε σε ανοιχτή σύγκρουση μαζί του. Καθώς δεν μπορούσε να ελέγξει τις πολιτικές εξελίξεις στη Ρώμη, επέλεξε την οδό του εμφύλιου πολέμου, διάβηκε τον ποταμό Ρουβίκωνα στη βόρεια Ιταλία, ο οποίος όριζε την επικράτεια που διοικούσε, και κατευθύνθηκε προς την πρωτεύουσα. Με τις υπέρτερες δυνάμεις του και την αποφασιστικότητά του υποχρέωσε τον Πομπήιο να καταφύγει στην Ελλάδα. Δεν διέθετε ωστόσο στόλο για να τον καταδιώξει και του έδωσε έτσι την ευκαιρία να συγκεντρώσει νέο στρατό. Μέσα σε ελάχιστο διάστημα, πάντως, κυριάρχησε στην Ισπανία, εκδιώκοντας τους αντιπάλους του. Τον επόμενο χρόνο ήταν σε θέση να βαδίσει εναντίον του Πομπήιου.

Η αναμέτρηση κρίθηκε το 48 στη Φάρσαλο της Θεσσαλίας, όπου ο Καίσαρας νίκησε τον νόμιμο στρατό της Ρωμαϊκής Δημοκρατίας. Στο μεταξύ πολλές ελληνικές πόλεις είχαν υποχρεωθεί να πάρουν θέση σε έναν ρωμαϊκό εμφύλιο πόλεμο που δεν τις αφορούσε καθόλου. Η Αθήνα είχε την ατυχία να ταχθεί με το μέρος του Πομπήιου. Το ευτύχημα ήταν ότι ο Καίσαρας προτίμησε να δείξει επιείκεια, όπως το συνήθιζε συχνά (και ειδικώς στους Αθηναίους, για χάρη, όπως είπε, των προγόνων τους). Άφησε επίσης ελεύθερο το έθνος των Θεσσαλών - όποιο και αν ήταν το ακριβές νόημα της ελευθερίας στις συγκεκριμένες συνθήκες. Η Κόρινθος ήταν μια από τις πόλεις που ευνοήθηκαν περισσότερο, εφόσον ανοικοδομήθηκε και ανέκτησε τη θέση που είχε ως σταθμός επικοινωνίας ανάμεσα σε Ανατολή και Δύση. Την ίδια χρονιά ανοικοδομήθηκε άλλωστε και η Καρχηδόνα, που είχε καταστραφεί μαζί της.

Ηττημένος ο Πομπήιος κατέφυγε με την οικογένειά του στην Αίγυπτο, χωρίς στρατό και προσωπικούς υπηρέτες. Είχε την πρόθεση να ζητήσει προστασία από τον ανήλικο βασιλιά Πτολεμαίο ΙΓ', τον οποίο είχε άλλοτε ευεργετήσει. Στο πλοίο που τον μετέφερε ετοίμαζε μάλιστα και ελληνικό λόγο που θα εκφωνούσε για την περίσταση. Αλλά πριν ταπεινωθεί μπροστά σε έναν έτσι και αλλιώς ανίσχυρο ηγεμόνα, δολοφονήθηκε από τους βασιλικούς συμβούλους. Στη μεγαλύτερή του ακμή ορισμένοι τον παρομοίαζαν με τον Αλέξανδρο, καθώς 45 ετών είχε αξιωθεί τρεις θριάμβους στη Ρώμη. (Οι φίλοι του έκρυβαν την ηλικία του για να κάνουν τη σύγκριση πειστικότερη.)

Ο Καίσαρας έφτασε στην Αλεξάνδρεια, όπου βρέθηκε αναμεμειγμένος στις δυναστικές έριδες, καθώς ο Πτολεμαίος ΙΓ' Θεός Φιλοπάτωρ (51-47) βρισκόταν σε πόλεμο με την αδελφή και σύζυγό του Κλεοπάτρα Ζ' (51-30). Για να σωθεί, έβαλε φωτιά στα πλοία που τον πολιορκούσαν, με αποτέλεσμα να πυρποληθούν και αποθήκες, όπου φυλαγόταν μεγάλος όγκος βιβλίων - ορισμένοι πίστεψαν ότι έτσι καταστράφηκε η ιστορική βιβλιοθήκη της πόλης. Επιπλέον, ερωτεύτηκε την Κλεοπάτρα, την οποία εδραίωσε στον θρόνο.

Η Κλεοπάτρα, καθώς λεγόταν, ήταν το πρώτο μέλος του οίκου των Πτολεμαίων που έμαθε αιγυπτιακά. Μετά από τον θάνατο του Πτολεμαίου ΙΓ', παντρεύτηκε τον μικρότερο αδελφό της Πτολεμαίο ΙΔ' (47-44), τον οποίο ωστόσο δολοφόνησε για να παραμείνει μόνη της στην εξουσία. Με τον Καίσαρα απέκτησε έναν γιο. Τον ονόμασε Καισαρίωνα.

Υποτάσσοντας μέσα σε λίγες ώρες τον στρατό του Φαρνάκη στην Κριμαία, που προσπαθούσε να ανασυστήσει το Ποντιακό βασίλειο του πατέρα του Μιθριδάτη, ο Καίσαρας επέστρεψε στην Ιταλία, καταργώντας ουσιαστικά το παραδοσιακό πολίτευμα. Του απέμεναν ωστόσο λίγες ακόμη μάχες στην Αφρική και την Ισπανία έως ότου το 44 αναγορεύτηκε ισόβιος δικτάτορας. Η εξέλιξη αυτή προκάλεσε την οργή των αριστοκρατών, που επιθυμούσαν την επάνοδο στην παλαιά Δημοκρατία. Εναντίον του συνωμότησαν 60 άνδρες και τον δολοφόνησαν μπροστά στο άγαλμα του Πομπήιου με 23 μαχαιριές. Ήταν 56 ετών και θα πρέπει να πίστευε πια ότι, έστω και κάπως καθυστερημένα σε ηλικία, είχε συναγωνιστεί επάξια τον Αλέξανδρο που θαύμαζε.

Η δολοφονία του Καίσαρα οδήγησε σε νέα περίοδο αστάθειας και εμφύλιων πολέμων. Ορισμένοι επιχείρησαν να επαναφέρουν την παραδοσιακή Δημοκρατία, αλλά τρεις ισχυροί άνδρες κατάφεραν να συνεργαστούν μεταξύ τους διεκδικώντας την κληρονομιά του Καίσαρα. Ο ένας ήταν ο δεκαεννιάχρονος εγγονός της αδελφής του και θετός γιος του, ο Γάιος Οκτάβιος, που μετά την υιοθεσία πήρε το όνομα Γάιος Ιούλιος Καίσαρ Οκταβιανός (αλλά έμεινε γνωστός με τον τίτλο του Αυγούστου)· ο δεύτερος, ο ύπατος Μάρκος Αντώνιος· και ο τρίτος, ο Μάρκος Αιμίλιος Λέπιδος. Μια από τις βασικές επιδιώξεις της τριανδρίας ήταν η εξόντωση των δολοφόνων του Καίσαρα, που ήταν όλοι πολιτικοί τους αντίπαλοι. Η απόλυτη επικράτησή τους επιτεύχθηκε με στρατιωτική νίκη το 42 στους Φιλίππους της Μακεδονίας - σε μία ακόμη περιοχή που δεν είχε καμία ανάμειξη στη ρωμαϊκή αναμέτρηση και κανένα συμφέρον από το αποτέλεσμά της. Μετά τη νίκη οι ανταγωνισμοί του Οκταβιανού και του Μάρκου Αντώνιου έγιναν έντονοι. Συμφωνήθηκε έτσι να αναλάβει ο πρώτος το δυτικό τμήμα της αυτοκρατορίας και ο δεύτερος το ανατολικό. Ο Λέπιδος αρκέστηκε στην Αφρική, αλλά σε λίγα χρόνια εκτοπίστηκε τελείως.

Ο Αντώνιος εδραίωσε τη ρωμαϊκή εξουσία πολεμώντας εναντίον των Πάρθων και εκθρονίζοντας τον υποτελή βασιλιά της Αρμενίας. Την επαρχία της Ιουδαίας την παραχώρησε στον Ηρώδη, τον επονομαζόμενο Μέγα, που ανέλαβε να τη διοικήσει ως υποτελής βασιλιάς. Ο ίδιος εγκαταστάθηκε στην Αλεξάνδρεια, όπου συνδέθηκε με την Κλεοπάτρα και απέκτησε μαζί της τρία παιδιά. Ευνοώντας υπερβολικά για τα ρωμαϊκά δεδομένα το πτολεμαϊκό βασίλειο, μοίρασε τίτλους στα παιδιά της Κλεοπάτρας, ενώ ο ίδιος αναδεικνυόταν σε ένα είδος ηγεμόνα της Ανατολής. Η συμπεριφορά του έδωσε τη δικαιολογία στον Οκταβιανό να του κηρύξει πόλεμο, που για μία ακόμη φορά διεξήχθη σε ελληνικό έδαφος. Το 31, με μια συντριπτική ναυτική νίκη στο Άκτιο, ο Οκταβιανός υποχρέωσε τον Αντώνιο και την Κλεοπάτρα να καταφύγουν στην Αίγυπτο. Έναν χρόνο αργότερα τους καταδίωξε και τους οδήγησε σε αυτοκτονία. Μια από τις πρώτες του ενέργειες ήταν να σκοτώσει τον γιο της Κλεοπάτρας και του Καίσαρα. «Δεν είναι καλό να υπάρχουν πολλοί καίσαρες», τον συμβούλεψε ένας Έλληνας φιλόσοφος, παραφράζοντας γνωστό ομηρικό στίχο (Οὐκ ἀγαθὸν πολυκαισαρίη/πολυκοιρανίη). Καθώς η Αίγυπτος, το τελευταίο μεγάλο ελληνιστικό βασίλειο που παρέμενε τυπικά ανεξάρτητο, έγινε κτήμα του ρωμαϊκού λαού, ο Οκταβιανός απέμεινε κυρίαρχος όλης της αυτοκρατορίας, με αδιαφιλονίκητο κύρος και ασυναγώνιστη εξουσία. Στο εξής τη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία έμελλε να διοικήσουν ως διάδοχοί του αυτοκράτορες, με μικρή μόνο συμβολή της Συγκλήτου.

Από το 27 η Ελλάδα οργανώθηκε ως ρωμαϊκή επαρχία με την επωνυμία Αχαΐα και έδρα την Κόρινθο. Στην επαρχία αυτή περιλαμβάνονταν οι περιοχές της Ηπείρου, τα νησιά του Ιονίου και οι Κυκλάδες. Μια νέα πόλη ιδρύθηκε, η Νικόπολη, με κατοίκους από την Ακαρνανία και την Αιτωλία, για να τιμηθεί η νίκη του Οκταβιανού στο Άκτιο, ενώ η Πάτρα αναδείχθηκε σε σημαντικό λιμάνι, στο οποίο υποχρεώθηκε να συγκεντρωθεί πληθυσμός από την Αχαΐα. Ευνοημένη βρέθηκε και η Σπάρτη, ενώ η Αθήνα μπορούσε μόνο να υπερηφανεύεται ότι ακόμη και ο Οκταβιανός μυήθηκε στα Ελευσίνια μυστήρια. Οι υπόλοιπες ελληνικές πόλεις που είχαν διαδραματίσει σημαντικό ρόλο τους προηγούμενους αιώνες περιέπεσαν σε οικονομική παρακμή.

Για πρώτη φορά στην ιστορία τους, όλοι σχεδόν οι Έλληνες βρέθηκαν να κατοικούν στην ίδια πολιτική επικράτεια. Με τη βία αλλά και με τη διπλωματία, η Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία τούς ένωσε με τρόπο που ουδέποτε είχαν διανοηθεί από μόνοι τους. Ακόμη και ο Αλέξανδρος στη μεγαλύτερη ακμή του δεν είχε θεωρήσει ότι όλες οι ελληνικές πόλεις που κατακτούσε γίνονταν τμήματα του βασιλείου του. Άλλωστε, δεν είχε ποτέ πλησιάσει όσες βρίσκονταν στη Δύση. Με τη ρωμαϊκή κυριαρχία, οι πόλεμοι μεταξύ των Ελλήνων σταμάτησαν και οι διαφορές επιλύονταν κατά κανόνα με διαιτησία. Η προστασία, όση υπήρχε, από επιδρομές βαρβάρων και πειρατές ήταν πρωτίστως υπόθεση των Ρωμαίων κατακτητών.

Η συνένωση των Ελλήνων είχε γίνει με πολύ μεγάλο κόστος. Οι νεκροί των πολέμων και η συνακόλουθη εξόντωση άμαχου πληθυσμού στις αναμετρήσεις με τους Ρωμαίους ξεπέρασαν κάθε προηγούμενο. Οι καταστροφές και οι υλικές φθορές των πόλεων και του πολιτισμού τους ήταν ανυπολόγιστες. Οι θησαυροί και τα έργα τέχνης, ακόμη και των ναών ή των ιερών, λεηλατήθηκαν. Ύστερα από κάθε μεγάλη ήττα, οι Έλληνες καλούνταν να καταβάλουν υπέρογκες αποζημιώσεις και στη συνέχεια φόρους. Οδυνηρότερη ήταν πάντως η αυθαίρετη αφαίμαξη των Ελλήνων από τους Ρωμαίους στρατηγούς και διοικητές. Πολλοί έβρισκαν την ευκαιρία να πλουτίζουν μέσα σε σύντομα διαστήματα και να αποζημιώνουν τους στρατιώτες τους με τρόπους που θεωρούνταν παράνομοι και καταχρηστικοί ακόμη και με τα ρωμαϊκά μέτρα.

Οι περισσότερες ελληνικές πόλεις και τα ελληνιστικά βασίλεια έχασαν πολύ μεγάλο μέρος του πλούτου τους. Επιπλέον, στερήθηκαν τη δυνατότητα να τον ξαναδημιουργήσουν. Οι μεγάλες μάζες των αγροτών, όσες ζούσαν από αιώνες στα όρια της επιβίωσης, κατέβαλλαν κυρίως ως φόρο το αίμα τους και το αίμα των παιδιών τους. Η υλική φθορά αφορούσε πρωτίστως τις ανώτερες τάξεις, όσες είχαν την οικονομική δυνατότητα να πληρώνουν και να εξαγοράζουν.

Υπήρχαν πάντως και ορισμένοι Έλληνες που ευνοήθηκαν από τη νέα τάξη. Οι Ρωμαίοι κατήργησαν όλους τους πολιτικούς μηχανισμούς άμυνας της μεγάλης μάζας των πολιτών: των φτωχών και αυτών με μεσαία εισοδήματα· δηλαδή τα πολιτεύματα που επιτύγχαναν ισορροπίες ανάμεσα στις κοινωνικές ομάδες και εξασφάλιζαν ευημερία στις πόλεις. Έτσι, στο εσωτερικό του ελληνικού κόσμου οι κοινωνικές εντάσεις ανάμεσα στους πλούσιους και τους φτωχούς οξύνθηκαν. Αλλά οι ρωμαϊκές αρχές έρχονταν πάντα αρωγοί των πλουσιοτέρων, καταπνίγοντας κάθε κίνηση εξέγερσης. Οι Ρωμαίοι, μάλιστα, ανέπτυξαν θερμές σχέσεις με ορισμένους Έλληνες που συνεργάστηκαν πρόθυμα ή πρόσφεραν υπηρεσίες στους κατακτητές, παρέχοντας επιλεκτικώς ακόμη και το πολύτιμο δικαίωμα του Ρωμαίου πολίτη. Σε όλη την επικράτεια υπήρχαν ορισμένοι άνδρες οι οποίοι, χωρίς να χάνουν τα δικαιώματά τους στις πόλεις καταγωγής τους, ήταν ταυτοχρόνως και πολίτες της Ρώμης. Το μεγαλύτερο προνόμιό τους ήταν μια διακριτή και ευνοϊκή δικαστική μεταχείριση. Κανένας δεν είχε την άδεια να τους υποβάλει σε βασανιστήρια, ενώ τη θανατική τους καταδίκη μπορούσε να επιβάλει μόνο ο αυτοκράτορας - και πάντα με το σπαθί, όχι με τους ατιμωτικούς τρόπους που γίνονταν πλέον συνήθεις.

Ο Δρόμος της Απελευθέρωσης

Ο Θεός (η Απόλυτη Πραγματικότητα, που δεν έχει θρησκεία, φιλοσοφία, περιγραφές, αναφορές, «χειραγώγηση»…) Είναι η Αρχή και Τέλος κάθε ύπαρξης και κάθε δραστηριότητας… Ο Θεός Είναι η Ενότητα Εντός της Οποίας συγχωνεύονται τα Πάντα και καταλύεται κάθε ατομική δραστηριότητα… Αυτό (αυτή η δήλωση), δεν είναι φιλοσοφική θέση που προηγείται μίας διανοητικής ανάλυσης… αντίθετα είναι καταστάλαγμα μυστικής εμπειρίας που προσπαθεί να εκφρασθεί σε διανοητικό επίπεδο…

Όλοι οι Μεγάλοι Μύστες (οι Μεγάλοι Ιδρυτές των θρησκειών) μίλησαν για την Πραγματικότητα, την Αρχέγονη Ενότητα του Όντος, το Όριο Εξέλιξης κάθε ύπαρξης… Αυτό που Ονομάζουμε Θεό (μία «λέξη» της οποίας δεν γνωρίζουμε το «περιεχόμενο»… γνωρίζουμε μόνο ότι είναι η «Ύπαρξη»…)… Σκοπός κάθε «Διδασκαλίας» και κάθε δραστηριότητας είναι να οδηγήσει σε Αυτή την Υπερβατική Κατάσταση Ενότητας… Όσοι βιώνουν Αυτή την Κατάσταση αποτελούν μία Φυσική Κοινότητα. Η Ιερή Κοινότητα έχει την έννοια μίας χαλαρής ένωσης ανθρώπων που οδεύουν από το ατομικό στο Παγκόσμιο κι Ολοκληρώνονται στο Παγκόσμιο που Μένει Μόνο Αυτό Παρόν… Πρόκειται δηλαδή για μία Δυναμική Κοινότητα που Ανυψώνεται στο «Αιώνιο Τώρα της Θεότητας»… όπου δεν εισχωρεί κανένα βέβηλο «εγώ»…

Η τεχνητή ένωση ατόμων που υιοθετούν μία διδασκαλία κι οργανώνεται σε ιεραρχίες και δραστηριότητες (μία θρησκευτική κοινότητα) δεν έχει καμία σχέση με την Φυσική Ιερή Κοινότητα του Θεού… Οι «Δάσκαλοι των Ουπανισάδ», ο Βούδας, ο Λάο Τσε, ο Ορφέας, μίλησαν για την Ιερή Κοινότητα και «προσπάθησαν» να οδηγήσουν τους ανθρώπους πίσω στην «Φυσική Πηγή» τους, δεν οργάνωσαν θρησκευτικές κοινότητες… οι άνθρωποι, οι «οπαδοί» που αδυνατούσαν να διατηρήσουν την Καθαρότητα του Ευαγγελίου μετέτρεψαν το Ζωντανό Μήνυμα σε θεωρία, διδασκαλία, θρησκεία, θρησκευτική κοινότητα… Όλες αυτές οι θρησκείες είναι δημιούργημα ανθρώπων που εκμεταλλεύτηκαν το Όνομα του Ιδρυτή κι έφτιαξαν ανθρώπινα υποκατάστατα της Φυσικής Ιερής Κοινότητας, για να επικρατήσουν, να χειραγωγήσουν, να εκμεταλλευτούν και να κερδίσουν… Στην πραγματικότητα, όλες οι θρησκείες αποτελούν ένα «ξεπεσμό», είναι «μυστικά σκουπίδια» και «φιλοσοφικές αερολογίες του τίποτα»… Αν αναφερόμαστε ακόμα σήμερα στις θρησκείες είναι απλά για να ξεχωρίσουμε τα λίγα χρήσιμα της παράδοσης, παραμερίζοντας όλο το «σκουπιδαριό» θεωριών και ανθρώπων που έχουν την θρησκεία επάγγελμα…

Ο «Άνθρωπος» θα πρέπει Μόνος του, Μέσα του, να Βρει τον Δρόμο προς την Αρχέγονη Ενότητα της Ύπαρξης, προς το Όντως Ον, πέρα από τις επιφανειακές δραστηριότητες της ύπαρξης… Όσο η Ύπαρξη λειτουργεί μέσα στην ατομική της διάσταση και αντίληψη, ο «δρόμος» δεν μπορεί παρά να είναι ατομικός, προσωπικός, μοναχικός… Η έξοδος όμως από τον μοναχικό δρόμο του εγώ Οδηγεί στο Παγκόσμιο, στο Όλον όπου όλα Γίνονται Ένα… Εδώ, στην Άπειρη Πραγματικότητα του Όντος, δεν υπάρχει μοναχικότητα, μοναξιά, απομόνωση, αλλά Ενότητα των Πάντων στο Ένα…

Είναι ανόητο να θέλει κάποιος να βρει τον Δρόμο της Λύτρωσης, της Φώτισης, μέσα σε ανθρώπινες οργανώσεις , ή μέσα από ανθρώπινες δραστηριότητες. Μονάχα όταν όλα τα ανθρώπινα εγκαταλειφθούν μπορούμε να Αναδυθούμε στο Φως της Πραγματικότητας, στην Αληθινή Ύπαρξη, στην Αληθινή Ζωή, στο Παγκόσμιο Πνεύμα που Βρίσκεται μέσα στην Καρδιά όλων των ζωντανών πλασμάτων… Η «Αληθινή Θρησκευτική Πράξη», ο «Αληθινός Διαλογισμός», η «Αληθινή Προσευχή» είναι το «τέλος των δραστηριοτήτων της (ατομικής) ύπαρξης», όχι δραστηριότητα, τεχνική, ή οτιδήποτε άλλο… Η «Αληθινή Θρησκευτική Πράξη» είναι η Σιγή της ύπαρξης…

Ο Θεός ΕΙΝΑΙ η Απόλυτη Ύπαρξη, η Ζωντανή Αρετή, η Άχρονη Σοφία.

Ο Θεός ΕΚΔΗΛΩΝΕΤΑΙ σαν η Ουσιαστική Ενότητα, η Ισότητα των Πάντων, η Χωρίς Όρους Αγάπη.

Ο Θεός ΠΡΑΓΜΑΤΟΠΟΙΕΙΤΑΙ σαν η Χωρίς Όρια Γνώση, η Ακλόνητη Μακαριότητα, η Απεριόριστη Ελευθερία.

Ο Θεός ΒΙΩΝΕΤΑΙ σαν η Απέραντη Γαλήνη, η Βαθιά Ησυχία, η Αληθινή Ειρήνη.

Ο Θεός ΦΑΝΕΡΩΝΕΤΑΙ Βαθιά Μέσα μας σαν Πραγματική Φύση, Εδώ στην Παρούσα Επίγνωση, στο Τώρα που Στέκεται Πάνω από τις Αλλαγές.

Ο Άνθρωπος κι η σκέψη

Όταν λες ότι ο Άνθρωπος (οι άνθρωποι) μπορεί και πρέπει να «Βλέπει», (να Αντιλαμβάνεται) την Πραγματικότητα Άμεσα, σε αυτό που υπάρχει, που συμβαίνει, που σημαίνει μια Αντίληψη Χωρίς Παρατηρητή, μια Αντίληψη Ενότητας που Περιλαμβάνει Όλα τα Φυσικά Περιστατικά, δηλαδή μια Άμεση Επαφή με την Πραγματικότητα… αυτό είναι αποτέλεσμα Εμπειρίας. Είναι κάτι που έχει Βιωθεί, που έχει δοκιμασθεί, που είναι απολύτως πραγματικό και επαληθεύσιμο ( από αυτόν που ενδιαφέρεται). Δεν είναι ούτε μια θεωρία, ούτε μια αυθαίρετη μεταφυσική δήλωση. Άλλωστε οι νοήμονες άνθρωποι δοκιμάζουν τα πάντα και δεν εκλαμβάνουν σαν Αλήθεια ό,τι λέγεται.

Σε Αυτή την Κατάσταση Ύπαρξης, Επίγνωσης, ο Χώρος Είναι Απεριόριστος κι ο Χρόνος Είναι η Στιγμή που Ρέει Αιώνια Χωρίς να Αλλάζει η Ίδια η Επίγνωση, μόνο τα «φαινόμενα» αλλάζουν.

Φαίνεται πιο εύκολο στους ανθρώπους (μετά από εκατοντάδων χιλιάδων χρόνων συνήθειας) να «αντιλαμβάνονται» μέσα από την σκέψη, μέσα από ένα «παρατηρητή» (που δημιουργείται από την σκέψη και ταυτίζεται με την σκέψη), μέσα από ένα «εγώ»…

Από την στιγμή όμως που τίθεται (δημιουργείται) ένας «παρατηρητής», αυτόματα δημιουργείται η έννοια του «χώρου» εντός του οποίου υπάρχει ο «παρατηρητής», που περιβάλλει τον «παρατηρητή», που είναι «απέναντι» (ο διαχωρισμός εγώ-κόσμος…) ο χρόνος, η εξέλιξη, οι δραστηριότητες…

Ο «παρατηρητής», το εγώ προσπαθεί να προσεγγίσει την Αλήθεια, να διευρυνθεί (σε γνώση), να αποκτήσει πλήρη επίγνωση της Πραγματικότητας, να πραγματώσει την Αλήθεια… όλα αυτά στο επίπεδο της αντίληψής του, στο επίπεδο της σκεπτοδιαδικασίας, της νοητικής δραστηριότητας…

Αλλά όποια προσπάθεια κι αν γίνεται από τον «παρατηρητή», το εγώ και κάθε δραστηριότητα, είναι δραστηριότητα του «παρατηρητή» και παραμένει μέσα στα όριά του, μέσα στα όρια της αντίληψής του, του χώρου, του χρόνου, της δράσης, δηλαδή της σκέψης, δηλαδή του περιορισμένου.

Προφανώς, γίνεται Αντιληπτό ότι Υπάρχει Μια Κατάσταση Ύπαρξης-Επίγνωσης που είναι Πέραν, πέραν του «παρατηρητή» και των δραστηριοτήτων του, Μια Κατάσταση Αυθεντική, Ανόθευτη, Απεριόριστη, Ελεύθερη, Ιερή, που δεν μπορεί να παραβιασθεί, να «βιωθεί» από κάποιο «παρατηρητή». Είναι η Κατάσταση που οι άνθρωποι Ονομάζουν Πραγματικότητα, Θεό, ή οτιδήποτε άλλο.

Για να Υπάρξει Αυτή η Κατάσταση πρέπει να σταματήσει να υπάρχει ο «παρατηρητής». Πως όμως είναι δυνατόν να γίνει αυτό; Ακόμα κι αν ο «παρατηρητής» θέλει να βιώσει μια Τέτοια Κατάσταση είναι αδύνατο. Προφανώς είναι ένα πρόβλημα που δεν λύνεται μέσα από τις δραστηριότητες του «παρατηρητή».

Ο «παρατηρητής» πρέπει να πάψει να υπάρχει για να Φανερωθεί το Πραγματικό, το Αληθινό.

Αυτό είναι το ένα και μοναδικό κοάν για τους ανθρώπους του Ζεν… η μόνη απάντηση που πρέπει να δώσει ο κάθε άνθρωπος. Πως;

Προφανώς εδώ χρειάζεται μια Πραγματική Δράση, μια Δράση στο Φυσικό πεδίο, όχι μια δράση ή δραστηριότητα στο επίπεδο της σκέψης, της δραστηριότητας του «παρατηρητή».

Η Απάντηση Βρίσκεται σε μας τους ίδιους, όχι κάπου αλλού, έξω, σε βιβλία, ή πληροφορίες.

Απλά πρέπει να Δούμε, απλά να δούμε αυτό που είναι, την ίδια την διαδικασία της σκέψης, του σχηματισμού του «παρατηρητή», της διάλυσής του…

Η ίδια η σκέψη δεν είναι παρά μια φυσική λειτουργία και πρέπει να μάθουμε να την ελέγχουμε φυσικά, όπως και κάθε άλλη δραστηριότητά μας…

Όταν απλά εισερχόμαστε στην διαδικασία της σκέψης, της δημιουργίας του «παρατηρητή», όταν αντιλαμβανόμαστε κι ενεργούμε μέσα από αυτή την οπτική… απλά μπαίνουμε σε ένα εικονικό αδιέξοδο κόσμο. Είναι καθαρά δικό μας θέμα.

Πώς να πειραματιστείς με το φαγητό κατά τη διάρκεια του σεξ

Σε τούτη εδώ τη ζωή, δύο είναι τελικά οι μεγαλύτερες απολαύσεις, το φαγητό και το σεξ. Και τα δύο μπορείς να τα βρεις σε ανυποψίαστο χρόνο πια, με ευκολία κι όπως εσύ επιθυμείς, ανάλογα με τις προτιμήσεις και τη διάθεσή σου. Είναι τόσο απλό να βγεις εκεί έξω και να αναζητήσεις μέσω app ή όχι, φαγητό ή σεξ, κι ίσως ο καλύτερος τρόπος για να χαρείς αυτές τις απολαύσεις είναι συνδυάζοντάς τις. Γιατί, συνδυασμός των τροφών κατά τη διάρκεια του σεξ μπορεί να αποτελέσει εξαιρετικό αφροδισιακό στα προκαταρκτικά κι όχι μόνο, αλλά και να δώσει μια πιο kinky νότα στον ερωτικό τομέα.

Ωστόσο, υπάρχουν διάφορα σημεία τα οποία πρέπει να προσέξεις έτσι ώστε: πρώτον, το παιχνίδι αυτό να είναι σέξι κι όχι λες και πήγατε στο μανάβικο, δεύτερον, με ποιους τρόπους και σε ποια σημεία θα χρησιμοποιήσεις τις τροφές για να προκαλέσεις το ερωτικό ενδιαφέρον του απέναντι και τρίτον, τι να αποφύγεις αν αποφασίσεις να προχωρήσεις σε μια τέτοιου είδους σuνουσία.

Το σεξ όπως και το φαγητό, συνδυάζουν σχεδόν όλες τις αισθήσεις όπως την αφή, την όραση, τη γεύση, την όσφρηση -και σε εξαιρετικές περιπτώσεις και την ακοή- και γι’ αυτό μπορούν πολύ εύκολα να συνδυαστούν. Βασικό βήμα, είναι αρχικά να συζητήσεις με το ταίρι σου αν αυτό το ερωτικό παιχνίδι είναι κάτι που τον ενδιαφέρει, αν θέλει να συμμετέχει και κυρίως μέχρι ποιο σημείο μπορεί να φτάσει προτού εμφανιστείς με σαντιγί, φράουλες ή ξέρω ‘γω μπανάνες στο κρεβάτι. Αφότου και οι δύο βρίσκεστε στην ίδια σελίδα και πείτε συνειδητά ότι θα θέλατε να δοκιμάσετε να φτάσετε στην κορύφωση κατ’ αυτόν τον τρόπο, τότε let the games begin!

Οι πιο κατάλληλες τροφές, σύμφωνα πάντα με έρευνες, έχουν να κάνουν με συστατικά που είναι από μόνα τους πιο υγρά κι εύπλαστα. Τροφές όπως η σοκολάτα, το μέλι, το φυστικοβούτυρο, η σαντιγί, ακόμα και κάποια κρέμα πατισερί, είναι ιδανικές διότι διεγείρουν τη φαντασία που αφορά την τέχνη του γλειψίματος και τη χρήση του στόματος και της γλώσσας. Τα χείλη και η γλώσσα εδώ, λαμβάνουν και μπορούν να δώσουν πίσω διέγερση, ενώ γίνονται οι stars της βραδιάς.

Έτσι, στην περίπτωση όπου το φαγητό λάβει χώρα στο κρεβάτι σου, η χρήση τους θα είναι ιδιαίτερα σημαντική ώστε να φτάσει το παιχνίδι αυτό σε άλλο επίπεδο. Απλώνοντας σαντιγί, για παράδειγμα, στο σώμα ο ένας του άλλου και παίρνοντας σειρά, μπορείς να φτάσεις το ταίρι σου σε οργασμό μόνο χρησιμοποιώντας τη γλώσσα σου. Μπορείς ακόμα να δέσεις τα μάτια του παρτενέρ σου και να τον/της αφήσεις αργά να βρει σε ποιο σημείο του σώματος τοποθέτησες τη σοκολάτα. Άλλες τροφές που μπορείς να χρησιμοποιήσεις είναι ορισμένα φρούτα όπως οι φράουλες, τα κεράσια ή οι μπανάνες. Τα συγκεκριμένα φρούτα είναι από μόνα τους κάπως ερωτικά και μπορούν να χρησιμοποιηθούν κυρίως στα προκαταρκτικά, ταΐζοντας ο ένας τον άλλον.

Αν πάλι είστε πιο εξτρίμ, μπορείς να τα χρησιμοποιήσεις ως ένα είδος ερωτικού βοηθήματος, αφού τα πλύνεις καλά και σιγουρευτείς πως είναι πεντακάθαρα. Σε κάθε περίπτωση, πρέπει και οι δύο να είστε προσεκτικοί ώστε εκείνα να μη βρεθούν σε άβολα σημεία του σώματος και ιδιαίτερα στα ευαίσθητα σημεία, όπου μπορεί να προκαλέσουν ανεπιθύμητες αλλεργίες ή παρενέργειες. Στην τελική, θέλεις να περάσεις ερωτικό χρόνο με τον σύντροφό σου στο κρεβάτι εξερευνώντας μια άλλη μέθοδο κι όχι στην εντατική ψάχνοντας πού μπήκε η σοκολάτα. Κι άντε τώρα να εξηγείς γιατί βρέθηκε εκεί!

Από την άλλη, θα πρέπει να αποφύγετε τροφές που από μόνες τους δε μοιάζουν ή είναι σέξι. Φυσικά και δε θα ξεκινήσεις ένα τέτοιο ερωτικό παιχνίδι κρατώντας ένα σουβλάκι ή μια τυροκαυτερή στο χέρι, ούτε θα πας με δύο κρεμμύδια ή σπανακόπιτα. Θέλεις να επιλέξεις τροφές που μπορείς να παίξεις εύκολα μαζί τους, γιατί πας για να έχεις μια διαφορετική σεξουαλική εμπειρία κι όχι να δειπνήσεις. Αποφύγετε τροφές που μπορεί να είναι ευαίσθητες για το σώμα, να προκαλούν πρηξίματα, φαγούρα ή οτιδήποτε άλλο αρνητικό. Αφού επιλέξεις με το ταίρι σου ποιες τροφές θα χρησιμοποιήσετε, καλό θα ήταν να προετοιμάσεις τον χώρο ανάλογα. Δε θα θέλεις κατά τη διάρκεια αυτής της εμπειρίας να σκέφτεσαι αν έχουν λερωθεί τα αγαπημένα σου σεντόνια ή αν δε θα βγαίνει ο λεκές από σαντιγί που έπεσε στο χαλί. Κάνε μια μικρή προετοιμασία ώστε να μπορείτε μαζί να αφεθείτε εξ ολοκλήρου στο παιχνίδι και κυρίως, να περάσετε όμορφα.

Ο συνδυασμός του φαγητού κατά τη διάρκεια του σεξ λοιπόν, είναι ένας πολύ καλός τρόπος για να ανανεώσεις το κρεβάτι σου και να εξερευνήσεις άλλα σ3ξουαλικά παιχνίδια. Ωστόσο, όπως προαναφέραμε, είναι σημαντικό να υπάρχει κοινή αποδοχή σε μια τέτοια πράξη, για να μπορέσετε να περάσετε κι οι δύο εξίσου μαγικά όταν η σοκολάτα θα τρέχει στα κορμιά σας.

Ο ερωτικός εαυτός είναι ο εαυτός της υπέρβασης που διαψεύδει το πεπρωμένο

Ερωτικός: Ερωτικός είναι επίθετο που σημαίνει ότι το υποκείμενο διαθέτει μια ιδιότητα. Ερωτικός δεν γίνεσαι κάποια στιγμή επειδή συνάντησες μια αιθέρια ύπαρξη που κατέβηκε από τους ουρανούς και ξαφνικά έδωσε ζωή στην κοιμισμένη σου ύπαρξη…

Ερωτικός δεν γίνεσαι επειδή είδες κάποιον ή κάποια και σε γοήτευσε. Ερωτικός δεν γίνεσαι επειδή αισθάνθηκες ακαταμάχητο πόθο να κάνεις σεξ μαζί του.

Ερωτικός δεν γίνεσαι γιατί πονάς στη σκέψη του. Ερωτικός δεν γίνεσαι επειδή τον σκέφτεσαι και δεν έχεις την δύναμη να ασχοληθείς με κάτι άλλο. Ερωτικός δεν είσαι όταν γράφεις στιχάκια για τον πόνο σου.

Ερωτικός είσαι πριν να γνωρίσεις το πρόσωπο που θα ερωτευθείς.

Ερωτικός είσαι ως προς τον τρόπο που ζεις την καθημερινότητα, στην επαγγελματική και στην προσωπική ζωή

Ερωτικός στις αποφάσεις σου. Στους στόχους σου. Στον πόνο σου. Στον τρόπο που αντιμετωπίζεις τις αποτυχίες σου. Ερωτικός είσαι στις υπερβάσεις σου. Στην άντληση χαράς από αυτά που πάλεψες, από αυτά που δεν υποχώρησες, από αυτά που δεν συμβιβάστηκες.

Η ερωτικότητα ως στοιχείο της προσωπικότητας είναι το ζητούμενο κάθε ανθρώπου, ανεξάρτητα ηλικίας και οικογενειακής κατάστασης. Η ερωτικότητα μπορεί να έχει ισχύ στη σεξουαλικότητα, αλλά δεν περικλείεται στα στενά όριά της. Δεν εκκινεί με την σεξουαλική συγκίνηση, ούτε εξαφανίζεται μαζί της. Είναι τρόπος να υπάρχεις. Είναι απόφαση ζωής. Δεν καθορίζεται από εξωτερικά ερεθίσματα και δεν ζητά ανταλλάγματα.

Η ερωτικότητα είναι στοιχείο κάθε δημιουργού, που το βλέμμα του αναδεικνύει το αντικείμενό του.

Είναι η επεξεργασμένη απλότητα που έχει αποβάλλει κάθε περιττό. Είναι η αυθεντικότητα που δεν ασχολείται με πιστοποιητικά γνησιότητας, γιατί δεν έχει ανάγκη να αποδείξει τίποτα. Είναι η αθωότητα που δεν είναι επιτηδευμένη άγνοια, αλλά συνειδητή επιλογή. Είναι η γοητεία που δεν αναζητά οπαδούς, αλλά που εκφέρεται με τρόπο που κάθε τι που αγγίζει, γίνεται μοναδικό.

Η ερωτική στάση απέναντι στη ζωή στηρίζεται στο ξεπέρασμα των δυσκολιών της.

Κτίζεται στις απαιτητικές διεργασίες της μοναξιάς, εμπνέεται από το κάλεσμα της αθέατης ομορφιάς και δομείται στις αποφάσεις που έχουν στόχους μακρινούς. Καλλιεργείται στις επιλογές φίλων και συντροφιών που προάγουν τη δημιουργία σ’ όλες της τις εκφάνσεις.

Αυτοπροστατεύεται από τις βαριεστημένες παρέες της ισοπεδωτικής καλοπέρασης. Αναζητά διαχρονικές αξίες που δεν αγοράζονται, αλλά που ανοίγουν τα πολύτιμα χρηματοκιβώτια της σοφίας.

Αξιοποιεί την λογική για να δίνει χώρο στην ψυχή…

Η ερωτική στάση προς τη ζωή τελικά αναζητά να ενωθεί με το άπειρο και, για την πορεία αυτή, ο άνθρωπος επιλέγει σύντροφο ζωής που θα τον συνοδεύει, θα τον υποστηρίζει, Θα τον εμπνέει.

Ο ερωτικός άνθρωπος είναι αυτός που δεν του έχει χαριστεί η ζωή. Δεν μπορεί να είναι ερωτικό, παρά μόνο ερωτεύσιμο, το κοριτσάκι που η μαμά του δεν το έχει αφήσει ποτέ από το χέρι της και δεν αυτονομήθηκε ποτέ. Δεν μπορεί να είναι ερωτικός, παρά μόνο ερωτεύσιμος για κάποιους, εκείνος ο νεαρός που έχει ασχοληθεί μόνο με την εξωτερική εικόνα του και δεν έχει επεξεργαστεί τη ζωή του.

Οι ερωτικοί άνθρωποι είναι εκείνοι που έχουν δυσκολευτεί στην προσωπική ζωή τους, αλλά που δεν παραιτούνται. Έχουν πονέσει, αλλά δεν κράτησαν τον πόνο ούτε ως φυλακτό, ούτε ως μέτρο στη ζωή τους.

Οι ερωτικοί άνθρωποι συνειδητοποιούν τις ελλείψεις και τις ανεπάρκειές τους, αλλά δίχως να τους καταθλίβουν. Ορκίστηκαν να τις υπερβούν.

Οι ερωτικοί άνθρωποι δεν περίμεναν να συναντήσουν τον αγαπημένο τους για να παθιαστούν. Παθιάζονται με τους στόχους της ζωής τους, με τις επιθυμίες τους, με την ανακάλυψη των ανθρώπων και της ανθρωπιάς. Γι΄ αυτό και η ερωτικότητά τους έχει δοκιμαστεί στον χρόνο.

Κι ένας τέτοιος ερωτικός άνθρωπος δεν θα χάσει τον έρωτά του με τις πρώτες δυσκολίες στη σχέση…

Ο ερωτικός εαυτός δεν είναι ο δοσμένος από τη μοίρα τις συνθήκες και το Dna. Eίναι ο εαυτός της υπέρβασης που διαψεύδει το πεπρωμένο.

Είναι η αγάπη τέχνη ή απλώς ένα ευχάριστο συναίσθημα στο οποίο πέφτει κανείς τυχαία;

Είναι η αγάπη τέχνη ή απλώς ένα ευχάριστο συναίσθημα στο οποίο πέφτει κανείς τυχαία; Η πεποίθηση ότι η αγάπη είναι μια τέχνη που απαιτεί γνώση και προσπάθεια.

Αυτή η προοπτική αμφισβητεί την κοινή αντίληψη της αγάπης ως ενός απλού συναισθήματος, ρίχνοντας φως στο βάθος και την πολυπλοκότητα της αγάπης ως μία πρακτική που απαιτεί συγκέντρωση, κατανόηση και γνήσια διορατικότητα και την επαναπροσδιορίζει ως μια δεξιότητα που μπορεί και πρέπει να αναπτυχθεί με την πάροδο του χρόνου.

Για παράδειγμα, η τέχνη της ζωγραφικής απαιτεί κατανόηση της θεωρίας των χρωμάτων, της τεχνικής και της σύνθεσης. Παρομοίως, η αγάπη ως τέχνη προϋποθέτει την κατανόηση της δυναμικής των ανθρώπινων σχέσεων, την ενσυναίσθηση, την επικοινωνία και την υπομονή.

Εκτός από τη γνώση και την προσπάθεια, η αγάπη ως τέχνη απαιτεί συνεχή εξάσκηση και τελειοποίηση, όπως και κάθε άλλη μορφή τέχνης. Ακριβώς όπως ένας μουσικός ξοδεύει ώρες εξάσκησης σε κλίμακες για να τελειοποιήσει την τέχνη του, έτσι και κάποιος πρέπει να εξασκηθεί στην αγάπη για να την κατανοήσει πραγματικά και να την κατακτήσει.

Κατανοώντας την αγάπη ως τέχνη

Η θεώρηση της αγάπης ως τέχνης συνεπάγεται μια αλλαγή προοπτικής, από το να εστιάζουμε στο πώς θα αγαπηθούμε στο να κατανοήσουμε πώς να αγαπάμε. Αυτό απαιτεί ένα στοιχείο αυτογνωσίας, ωριμότητας και θάρρους, χαρακτηριστικά που πολλοί δυσκολεύονται να καλλιεργήσουν. H αγάπη, με αυτή την έννοια, δεν είναι απλώς ένα συναίσθημα που μας συμβαίνει, αλλά μια δεξιότητα που πρέπει να καλλιεργηθεί με αφοσίωση και προσπάθεια.

Ένα καλό παράδειγμα αυτής της αλλαγής προοπτικής μπορεί να δει κανείς στο πλαίσιο μιας σχέσης γονέα-παιδιού. Ως γονείς, δεν ενδιαφερόμαστε απλώς να μας αγαπούν τα παιδιά μας αλλά εστιάζουμε περισσότερο στην κατανόηση του πώς να τα αγαπάμε άνευ όρων, ανεξάρτητα από τις πράξεις ή τη συμπεριφορά τους. Αυτό το είδος αγάπης απαιτεί συνεχή προσπάθεια, ωριμότητα και βαθιά κατανόηση των αναγκών και των συναισθημάτων του παιδιού.

Τα διαφορετικά πρόσωπα της αγάπης

“Η τέχνη της αγάπης”, γραμμένη από τον διάσημο ψυχαναλυτή και κοινωνικό στοχαστή Erich Fromm, εμβαθύνει σε διάφορους τύπους αγάπης – αδελφική αγάπη, ερωτική αγάπη, γονική αγάπη, αυτο-αγάπη και αγάπη για τον Θεό. Αυτές οι ποικίλες μορφές αγάπης δεν είναι μόνο εκφράσεις στοργής αλλά και περίπλοκες πρακτικές που απαιτούν κατανόηση και καλλιέργεια με την πάροδο του χρόνου.

Ενδεικτικά, αναλογιστείτε τη διαφορά μεταξύ της αδελφικής αγάπης και της ερωτικής αγάπης. Η αδελφική αγάπη συχνά χαρακτηρίζεται από κοινές εμπειρίες, αμοιβαία υποστήριξη και μια βαθιά αίσθηση κατανόησης. Από την άλλη πλευρά, η ερωτική αγάπη περιλαμβάνει την έλξη, το πάθος και την επιθυμία για οικειότητα. Κάθε μορφή αγάπης, αν και διαφορετική στην έκφρασή της, απαιτεί το ίδιο επίπεδο πρακτικής, κατανόησης και προσπάθειας για την καλλιέργειά της.

Επιπλέον, οι διαφορετικοί τύποι αγάπης αναδεικνύουν την ευελιξία και την πολυπλοκότητα της αγάπης ως τέχνης. Όπως ένας καλλιτέχνης χρησιμοποιεί διαφορετικές τεχνικές και υλικά για να δημιουργήσει διαφορετικά είδη έργων τέχνης, έτσι και η τέχνη της αγάπης απαιτεί διαφορετικές προσεγγίσεις και κατανόηση ανάλογα με τον τύπο της σχέσης.

Προκλήσεις στην άσκηση της τέχνης της αγάπης

Το αρχικό πάθος του έρωτα συχνά εξασθενεί με την πάροδο του χρόνου, οδηγώντας σε ανταγωνισμό, απογοήτευση και πλήξη. Αυτό πηγάζει από τη σύγχυση μεταξύ της αρχικής εμπειρίας του να ερωτεύεσαι και της μακροχρόνιας κατάστασης του να είσαι ερωτευμένος. Η εστίαση της κοινωνίας στην επιτυχία, τα χρήματα και τη δύναμη συχνά εμποδίζει την ικανότητα να μάθει κανείς πραγματικά και να εξασκήσει την τέχνη του έρωτα.

Eίναι σύνηθες να συγχέουμε την αρχική ευφορία του να ερωτεύεσαι με τη βαθύτερη, πιο διαφοροποιημένη κατάσταση της μακροχρόνιας αγάπης. Η πρώτη χαρακτηρίζεται συχνά από έντονα συναισθήματα και μια αίσθηση καινοτομίας ενώ η δεύτερη απαιτεί ανοχή, συμβιβασμό και αμοιβαία ανάπτυξη. Η πλοήγηση σε αυτή τη μετάβαση μπορεί να αποτελέσει πρόκληση αλλά η κατανόησή της ως μέρος της τέχνης του έρωτα μπορεί να κάνει τη διαδικασία πιο διαχειρίσιμη και ικανοποιητική.

Επιπλέον, οι κοινωνικές πιέσεις για να δοθεί προτεραιότητα στην επιτυχία, τον πλούτο και τη δύναμη μπορεί συχνά να επισκιάζουν τη σημασία της αγάπης. Αυτό μπορεί να οδηγήσει σε μια επιφανειακή κατανόηση και πρακτική της αγάπης, όπου οι σχέσεις εκτιμώνται περισσότερο για την κοινωνική τους θέση ή τα υλικά οφέλη παρά για τη γνήσια σύνδεση και την αμοιβαία ανάπτυξη που παρέχουν.

Το ξεπέρασμα αυτής της πρόκλησης απαιτεί συνειδητή προσπάθεια να δοθεί προτεραιότητα στην αγάπη και την πρακτική της πάνω από τις κοινωνικές προσδοκίες.

Οι παρανοήσεις και οι μύθοι για την αγάπη

Μια συνηθισμένη παρανόηση είναι η ιδέα του κεραυνοβόλου έρωτα. Αυτή η αντίληψη, που έγινε δημοφιλής από ταινίες και μυθιστορήματα, υποδηλώνει ότι η αγάπη είναι ένα στιγμιαίο και συγκλονιστικό συναίσθημα που εμφανίζεται κατά την πρώτη συνάντηση με κάποιον.

Ωστόσο, η τέχνη της αγάπης, όπως περιγράφεται από τον Fromm, υποδηλώνει ότι η αγάπη είναι μια σταδιακή διαδικασία που απαιτεί χρόνο, προσπάθεια και βαθιά κατανόηση του άλλου ατόμου.

Ένας άλλος μύθος για την αγάπη είναι ότι είναι αβίαστη και συμβαίνει φυσικά. Αυτή η αντίληψη μπορεί να οδηγήσει σε μη ρεαλιστικές προσδοκίες και απογοήτευση, όταν η πραγματικότητα των προκλήσεων και της πολυπλοκότητας της αγάπης γίνει εμφανής και διαλύει αυτόν τον μύθο δίνοντας έμφαση στην αγάπη ως δεξιότητα και τέχνη που απαιτεί εξάσκηση, προσπάθεια και πραγματική κατανόηση του εαυτού μας και των άλλων.

Ξεπερνώντας τα εμπόδια στην Τέχνη της Αγάπης

Η μετατόπιση της εστίασης από το να αγαπιόμαστε στο να γνωρίζουμε πώς να αγαπάμε είναι απαραίτητη για την εξάσκηση της τέχνης της αγάπης. Αυτό προϋποθέτει την καλλιέργεια της ταπεινότητας, του θάρρους, της πίστης και της πειθαρχίας, θέτοντας την προσπάθεια και την κατανόηση στην πρώτη γραμμή του ταξιδιού της αγάπης.

Σκεφτείτε τη διαδικασία εκμάθησης της ζωγραφικής. Ένας αρχάριος ζωγράφος πρέπει πρώτα να μάθει να εκτιμά τη μορφή τέχνης, να κατανοήσει τις τεχνικές και στη συνέχεια να εξασκηθεί επιμελώς.

Παρομοίως, η εκμάθηση της αγάπης περιλαμβάνει μια μετατόπιση της εστίασης από την αναζήτηση της αγάπης στην κατανόηση και την εξάσκηση της αγάπης. Αυτό απαιτεί ταπεινότητα για να αναγνωρίσουμε ότι έχουμε πολλά να μάθουμε, θάρρος για να αντιμετωπίσουμε τις προκλήσεις που έρχονται με τη μάθηση, πίστη στη διαδικασία και πειθαρχία για να επιμείνουμε στην πρακτική μας.

Το ξεπέρασμα αυτών των εμποδίων δεν είναι μια εφάπαξ προσπάθεια αλλά μια συνεχής διαδικασία. Ακριβώς όπως ένας καλλιτέχνης συνεχίζει να τελειοποιεί την τέχνη του, έτσι και εμείς πρέπει να συνεχίσουμε να μαθαίνουμε, να αναπτυσσόμαστε και να τελειοποιούμε την ικανότητά μας να αγαπάμε.

Ο ρόλος της αυτογνωσίας στην αγάπη

Η αυτογνωσία είναι ζωτικής σημασίας για την επίτευξη μιας ώριμης κατανόησης της αγάπης, που οδηγεί σε θάρρος και κατανόηση στην αγάπη. Η κατανόηση του εαυτού μας αποτελεί θεμελιώδη πτυχή της οικοδόμησης ουσιαστικών και αγαπητικών σχέσεων.

Η αυτογνωσία μπορεί να μας βοηθήσει να κατανοήσουμε τις συναισθηματικές μας ανάγκες, τις δυνάμεις, τις αδυναμίες και τους τρόπους με τους οποίους τείνουμε να αλληλεπιδρούμε στις σχέσεις.

Αυτή η κατανόηση είναι ζωτικής σημασίας για να μάθουμε πώς να επικοινωνούμε αποτελεσματικά, να διαχειριζόμαστε τις συγκρούσεις και να καλλιεργούμε την ενσυναίσθηση στις σχέσεις.

Επιπλέον, η αυτογνωσία στον έρωτα περιλαμβάνει επίσης την κατανόηση των προσδοκιών και των πεποιθήσεών μας σχετικά με τον έρωτα. Αυτή η κατανόηση μπορεί να μας βοηθήσει να περιηγηθούμε πιο αποτελεσματικά στις πολυπλοκότητες της αγάπης και να αποφύγουμε τις συνήθεις παγίδες που προέρχονται από μη ρεαλιστικές προσδοκίες ή λανθασμένες αντιλήψεις.

Καλλιεργώντας μια βαθύτερη κατανόηση της αγάπης

Ένας τρόπος για να καλλιεργήσετε μια βαθύτερη κατανόηση της αγάπης είναι μέσω της ενδοσκόπησης και της αυτοκριτικής. Αναλογιζόμενοι τις προηγούμενες σχέσεις μας, τις πράξεις μας και τα συναισθήματά μας, μπορούμε να αποκτήσουμε πολύτιμες γνώσεις σχετικά με την κατανόηση της αγάπης και να εντοπίσουμε τους τομείς στους οποίους χρειάζεται ανάπτυξη.

Η εξάσκηση της αγάπης, όπως και κάθε άλλη δεξιότητα, επωφελείται από τη συνεχή μάθηση και προσπάθεια.

Καθώς συνεχίζουμε να εξασκούμε την τέχνη της αγάπης, όχι μόνο εμπλουτίζουμε τις σχέσεις μας αλλά συμβάλλουμε και στην προσωπική μας ανάπτυξη και αυτογνωσία. Αυτή είναι η αληθινή ομορφιά και δύναμη της αγάπης ως μορφή τέχνης – μεταμορφώνει όχι μόνο τις σχέσεις μας αλλά και τον εαυτό μας.

Όλα όσα λένε τα μάτια, δεν θα σου τα πει ποτέ το στόμα

Αν σήμερα ερχόσουν και με ρωτούσες ποια αίσθηση μας θεωρώ την ισχυρότερη, θα σου ‘λεγα μονομιάς την όραση.

Η μυρωδιά, η γεύση, η ακοή, ακόμα και η αφή είναι όλες σημαντικές όμως λείπει σε όλες κάτι. Τους λείπει η αμεσότητα. Και μόνο τα μάτια, λες και φτιάχτηκαν γι’ αυτό, έχουν βαλθεί να σχηματίζουν χρεωστούμενους πόθους και λειψά πάθη σ’ ένα μόνο βλέμμα.

Ωραίος διάλογος οι ματιές. Χιλιάδες λέξεις και νοήματα συμπυκνωμένα. Κάθε ανέκφραστο που ψάχνει απ’ όλο το κορμί σου να βρει διέξοδο κι όλο κάπου μπλοκάρει, σαν να βρίσκει μία μικρή χαραμάδα στα μάτια σου και ξεχύνεται κυνηγημένο. Ολόκληρες συζητήσεις τα μάτια, χωρίς να αρθρώσετε μιλιά. Άλλοτε είναι πονηρά, άλλοτε κρύβονται συνεσταλμένα. Τη μία σαν ανυπόμονοι έφηβοι βιάζονται να πουν όσο πιο πολλά μπορούν να τελειώνουν, και την άλλη απελευθερώνουν βασανιστικά κάθε τους συλλαβή -γιατί ξέρουν πως έτσι, αξίζει περισσότερο.

Η οπτική επαφή, είναι ο τρόπος των σωμάτων να παίρνουν φωτιά. Στη χημεία, όταν οι ουσίες αντιδρούν μεταξύ τους, μεταβάλλονται. Και παρά τις εκρήξεις ή τους καπνούς, αυτό επιβεβαιώνει κατ’ έναν περίεργο τρόπο ότι τα μόρια τους φτιάχτηκαν για ν’ αλληλεπιδρούν. Έτσι συμβαίνει και στους ανθρώπους. Μη σε φοβίζει ο πνιγμός της ανάσας που χάνεις, οι σφυγμοί που βαράνε ταβάνι, όταν τα μάτια σας συναντιούνται. Και κυρίως μην τα προδώσεις για τη δήθεν ασφάλεια που θα σου εξασφαλίσουν οι άδειες ματιές.

Δεν είναι εύκολα τα βλέμματα. Δε σου εγγυώνται ανταπόκριση άμεση ή μετάφραση σωστή από εκείνον που θα τ’ ανταλλάξεις. Δεν είναι σκοπός των πάντων η κατανόηση, παρ’ όλα αυτά είναι όμορφο να ξέρεις πως κάποιος τουλάχιστον προσπαθεί. Να μάθει, να ξεκλειδώσει. Σ’ εκείνους που μοιάζουν πως θα πέθαιναν για να διαβάσουν τις ματιές σου, σ’ αυτούς αξίζει να τις στρέφεις.

Είναι η ασφάλεια που προσφέρουν, αυτό που τις κάνει τόσο τολμηρές. Ό,τι δε λέγεται, μπορείς πάντοτε να ισχυρισθείς και ότι δεν υπάρχει. Καταδίκη για βλέμμα ειδεχθές δεν έχει καταγραφεί ακόμη στην παγκόσμια ιστορία και να σου πω την αλήθεια, ούτε προβλέπεται. Αν είσαι ο θύτης δε θα σου ζητηθούν απολογίες, ενώ ταυτόχρονα δε γεννιούνται προσδοκίες, τουλάχιστον σοβαρές, αν είσαι το θύμα. Σε όλα υπάρχει νόμος, όχι στα μάτια. Χαζοί ήταν οι παλιοί που το ‘κάναν και άσμα; Πώς να το πω; Είναι κάτι σαν άνευ για να πετύχεις τα πάντα αλλά να μη χάσεις και τίποτα.

Είμαστε λίγο βλαμμένοι όμως, οι άνθρωποι. Το μόνο όργανο με το οποίο μπορούμε να δούμε βαθιά στις ψυχές, εμείς το διαλέγουμε για να κοιτάζουμε πράγματα ανούσια, όσα φαίνονται. Μα ακριβώς η μαγεία των βλεμμάτων, κρύβεται σ’ αυτά που δε φαίνονται ούτε τόσο. Λίγη παρατηρητικότητα χρειάζεται για να το καταλάβεις. Λίγο παραπάνω προσοχή στον άνθρωπο εκείνο, που η ματιά του μοιάζει να ‘χει σταματήσει στο χρόνο, σαν να βλέπει πέρα από ύλες και πάνω από διαστάσεις. Δεν είναι αυτά που αντιλαμβάνεται με την όραση που τον καθηλώνουν, αλλά όσα τον κάνουν να νιώσει. Τέτοιες ματιές αξίζεις και τέτοιες να προσδοκάς.

Και για να κάνουμε και μία ετυμολογική ανάλυση. Η λέξη «μάτια» προέρχεται από το αρχαίο ουδέτερο ουσιαστικό «όμμα», που παράλληλα σημαίνει και λάμψη, φως, καθετί αγαπητό ή πολύτιμο. Μοιάζει από τη δημιουργία της η λέξη να κουβαλάει αυτό που παλεύω τόση ώρα να πω. Οι ματιές, φίλοι μου, φτιάχτηκαν για να μοιράζουν και να μαζεύουν φως. Και αυτό μπορούν να το κάνουν μόνο όταν κοιτάν εκείνο π’ αγαπούν. Κάνοντας το, για λίγο, πολύτιμο.

Αριστοτέλης Βαλαωρίτης: Ο βράχος και το κύμα

«Μέριασε, βράχε, να διαβώ!» το κύμα ανδρειωμένο
λέγει στην πέτρα του γιαλού θολό, μελανιασμένο.
«Μέριασε! μες τα στήθη μου, που 'σαν νεκρά και κρύα
μαύρος βοριάς εφώλιασε και μαύρη τρικυμία.

Αφρούς δεν έχω γι' άρματα, κούφια βοή γι' αντάρα,
έχω ποτάμι αίματα, με θέριεψε η κατάρα
του κόσμου, που βαρέθηκε, του κόσμου που 'πε τώρα:

«Βράχε, θα πέσεις, έφτασεν η φοβερή σου η ώρα!»
Όταν ερχόμουνα σιγά, δειλό, παραδαρμένο,
και σο 'γλυφα και σο 'πλενα τα πόδια δουλωμένo,
περήφανα μ' εκοίταζες και φώναζες του κόσμου,
να δει την καταφρόνεση που πάθαινε ο αφρός μου.
Κι αντίς εγώ κρυφά-κρυφά, εκεί που σε φιλούσα,
μέρα και νύχτα σ'έσκαφτα τη σάρκα σου εδαγκούσα
και την πληγή που σ' άνοιγα, το λάκκο που 'θε κάμω,
με φύκη τον επλάκωνα, τον έκρυβα στον άμμο.
Σκύψε να ιδείς τη ρίζα σου στης θάλασσας τα βύθη,
τα θέμελά σου τα 'φαγα, σ' έκαμα κουφολίθι.
Μέριασε, βράχε, να διαβώ! Του δούλου το ποδάρι
θα σε πατήσει στο λαιμό...Εξύπνησα λιοντάρι...»

Ο βράχος εκοιμότουνε. Στην καταχνιά κρυμμένος,
αναίσθητος σου φαίνεται, νεκρός, σαβανωμένος.
Του φώτιζαν το μέτωπο, σχισμένο από ρυτίδες,
του φεγγαριού, που 'ταν χλωμό, μισόσβηστες αχτίδες.
Ολόγυρα του ονείρατα, κατάρες ανεμίζουν
και στον ανεμοστρόβιλο φαντάσματα αρμενίζουν,
καθώς ανεμοδέρνουνε και φτεροθορυβούνε
τη δυσωδία του νεκρού τα όρνια αν μυριστούνε.

Το μούγκρισμα του κύματος, την άσπλαχνη φοβέρα,
χίλιες φορές την άκουσεν ο βράχος στον αθέρα
ν' αντιβοά τρομαχτικά χωρίς καν να ξυπνήσει,
και σήμερα ανατρίχιασε, λες θα λιγοψυχήσει.

«Κύμα, τι θέλεις από με και τι με φοβερίζεις;
Ποιος είσαι συ κι ετόλμησες, αντί να με δροσίζεις,
αντί με το τραγούδι σου τον ύπνο μου να ευφραίνεις,
και με τα κρύα σου νερά τη φτέρνα μου να πλένεις,
εμπρός μου στέκεις φοβερό, μ' αφρούς στεφανωμένο;
Όποιος κι αν είσαι μάθε το, εύκολα δεν πεθαίνω!»

«Βράχε, με λένε Εκδίκηση. Μ' επότισεν ο χρόνος
χολή και καταφρόνεση. Μ' ανάθρεψεν ο πόνος.
Ήμουνα δάκρυ μια φορά και τώρα κοίταξέ με,
έγινα θάλασσα πλατιά, πέσε, προσκύνησέ με.
Εδώ μέσα στα σπλάχνα μου, βλέπεις, δεν έχω φύκη,
σέρνω ένα σύγνεφο ψυχές, ερμιά και καταδίκη,
ξύπνησε τώρα, σε ζητούν του άδη μου τ' αχνάρια...
Μ' έκαμες ξυλοκρέβατο... Με φόρτωσες κουφάρια...
Σε ξένους μ' έριξες γιαλούς... Το ψυχομάχημά μου
το περιγέλασαν πολλοί και τα πατήματά μου
τα φαρμακέψανε κρυφά με την ελεημοσύνη.
Μέριασε βράχε, να διαβώ, επέρασε η γαλήνη,
καταποτήρας είμαι εγώ, ο άσπονδος εχθρός σου,
γίγαντας στέκω εμπρός σου!»

Ο βράχος εβουβάθηκε. Το κύμα στην ορμή του
εκαταπόντησε μεμιάς το κούφιο το κορμί του.
Χάνεται μες την άβυσσο, τρίβεται, σβήεται, λιώνει
σα να 'ταν από χιόνι.
Επάνωθέ του εβόγγιζε για λίγο αγριεμένη
η θάλασσα κι εκλείστηκε. Τώρα δεν απομένει
στον τόπο που 'ταν το στοιχειό, κανείς παρά το κύμα,
που παίζει γαλανόλευκο επάνω από το μνήμα.

Αριστοτέλης Βαλαωρίτης

Δεν φτάνει μόνο η δύναμη της θέλησης για να πετύχετε τους στόχους σας

Είναι δύσκολο να σκεφτεί κάποιος μια συνθήκη στην οποία δεν χρησιμεύει ιδιαίτερα η δύναμη της θέλησης. Οι αποφάσεις που παίρνετε στην αρχή κάθε χρονιάς δεν θα ήταν αλλιώς, τόσο βραχύβιες. Θα μπορούσατε να σταματήσετε να ξοδεύετε το χρόνο σας στα κοινωνικά μέσα δικτύωσης, να βουλιάζετε στην απελπισία για την κατάντια του σύγχρονου κόσμου και να βρείτε τη δύναμη και την αυτοπειθαρχία να συμμετέχετε σε κάποια φιλανθρωπική οργάνωση ή να κάνετε κάποια δωρεά. Με όχημα την πολιτική ευαισθησία που στην πραγματικότητα δεν είναι κάτι περισσότερο από διευρυμένη ατομική θέληση, μπορούμε να καθυστερήσουμε τις επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής ή να εμποδίσουμε αλαζόνες κρυφο-φασίστες να έρχονται στην εξουσία. Εν’ ολίγοις, θα ήταν υπερβολικό να αναμένουμε από τους ψυχολόγους να ανακαλύψουν τη συνταγή με την οποία θα μπορούσαμε να αναπτύξουμε και να διατηρούμε ακμαία τη δύναμη της θέλησής μας.

Είναι σίγουρα εφικτό να αλλάξεις τις συνήθειές σου, αλλά η ισχυρή θέληση δεν είναι πανάκεια. Η γνώση που έχουμε συγκεντρώσει εδώ και σχεδόν δυο δεκαετίες, ήταν ότι η δύναμη της θέλησης, μοιάζει με μυ. Αυτό σημαίνει ότι μπορείς να την ενδυναμώσεις με συστηματική άσκηση, αλλά και ότι μπορεί να την εξαντλήσεις αν την εστιάζεις διαρκώς σε μια κατεύθυνση (να πιέζεις τον εαυτό σου να εργαστεί, ενώ στην πραγματικότητα θα προτιμούσες να μπεις στο facebook), μειώνοντας τα αποθέματα που θα ήθελες να διοχετεύσεις σε άλλους σκοπούς (όπως να αρνηθείς την τρίτη μπύρα μετά τη δουλειά). Σε μια σημαντική έρευνα του 1998, ο κοινωνικός ψυχολόγος Roy Bauermeister και οι συνάδελφοί του προσέφεραν σε δυο ομάδες ανθρώπων ένα μπολ με ραπανάκια και ένα μπολ με μπισκότα σοκολάτας με την οδηγία ότι ο καθένας μπορούσε να πάρει είτε μόνο ραπανάκια ή μόνο μπισκότα. Πίστευαν ότι χρειάζεται αυτοπειθαρχία από την πλευρά εκείνων που επέλεξαν τα ραπανάκια ώστε να αντισταθούν στα μπισκότα. Στο δεύτερο στάδιο του πειράματος έδωσαν στους συμμετέχοντες να λύσουν παζλ, που όμως δεν ήξεραν ότι δεν λύνονται. Εκείνοι που είχαν επιλέξει να φάνε μπισκότα προσπάθησαν να τα λύσουν δαπανώντας 19 λεπτά κατά μέσο όρο, ενώ εκείνοι που είχαν επιλέξει τα ραπανάκια παραιτηθήκαν μετά από μόλις 8 λεπτά. Φαίνεται πως είχαν ξοδέψει μεγάλο μέρος της δύναμης της θέλησής τους επιλέγοντας να αντισταθούν στα μπισκότα. Έτσι γεννήθηκε η θεωρία της «Εξάντλησης του εγώ» στην οποία αναφέρεται ότι η δύναμη της θέλησης δεν είναι απεριόριστη. Επιλέξτε να πραγματοποιήσετε τους στόχους της νέας χρονιάς σταδιακά αλλιώς ο ένας θα υπονομεύει τον άλλο. Το σχέδιό σας να διαλογίζεστε επί είκοσι λεπτά κάθε μέρα μπορεί να σας εμποδίσει να μάθετε Ισπανικά και το ανάποδο και έτσι ενδέχεται να μην επιτύχετε σε κανένα από τα δυο.

Κάποιοι επιστήμονες προτείνουν να δούμε την δύναμη της θέλησης ως συναίσθημα παροδικό. Πιθανόν η δύναμη της θέλησης να μην μοιάζει τελικά καθόλου με μυ: τα τελευταία χρόνια, απόπειρες να αναπαραχθούν τα αρχικά αποτελέσματα έχουν αποτύχει ίσως ως μέρος της κρίσης αξιοπιστίας στην ψυχολογία. Στο μεταξύ, υπάρχει συναίνεση στην άποψη ότι η δύναμη της θέλησης δεν είναι απεριόριστη, αλλά και πως η πεποίθηση ότι είναι μπορεί να λειτουργεί ως εμπόδιο στην εκπλήρωση των στόχων σας. Κάποιοι ερευνητές υποστηρίζουν ότι μπορούμε να κατανοήσουμε τη δύναμη της θέλησης καλύτερα ως συναίσθημα: παροδικό, κάπως απρόβλεπτο, που δεν μπορεί να εκβιαστεί με τον ίδιο τρόπο που δεν μπορούμε να εξαναγκάσουμε τον εαυτό μας να είναι χαρούμενος. Επιπλέον, όπως και με την ευτυχία, η χρόνια απουσία της αποτελεί ένδειξη ότι κάτι δεν πάει καλά. Αν μια σχέση σας κάνει να αισθάνεστε άσχημα σταθερά, τότε μπορείτε να βγάλετε το συμπέρασμα ότι δεν είναι καλή για σας. Παρομοίως, αν συστηματικά δυσκολεύεστε να βρείτε τη θέληση να μείνετε σταθεροί σε μια ορισμένη συμπεριφορά, τότε μπορεί να είναι καιρός να αποδεχτείτε ότι: ίσως το να βελτιωθείτε στη μαγειρική ή να μάθετε να απολαμβάνετε τη γιόγκα, δεν θα συμβεί για εσάς και θα ήταν ίσως προτιμότερο να συγκεντρώσετε την προσοχή σας στις αλλαγές που σας εμπνέουν πραγματικά. «Αν αποφασίσετε ότι θα καταπολεμήσετε τις λιγούρες, τις αρνητικές σκέψεις, τα συναισθήματα σας, βάζετε όλη σας την ενέργεια και την προσοχή στην προσπάθεια να αλλάξετε τις εσωτερικές σας εμπειρίες», λέει η ερευνήτρια της δύναμης της θέλησης Kelly McGonigal. Οι άνθρωποι που υιοθετούν αυτή την τακτική κατά τη γνώμη της «τείνουν να νιώθουν κολλημένοι (στη συνήθεια) και εξουθενωμένοι (από την προσπάθεια). Αντιθέτως, αναρωτηθείτε τι είδους αλλαγές θα απολαμβάνατε στ’ αλήθεια και θα επιθυμούσατε να διατηρήσετε κι έναν χρόνο αργότερα από σήμερα, σε αντίθεση με εκείνες που νιώθετε ότι υποχρεούστε να κάνετε.

Πίσω από όλες αυτές τις σκέψεις, υποβόσκει μια ανησυχητική ερώτηση: υπάρχει στ’ αλήθεια η δύναμη της θέλησης; Η McGonigal, περιγράφει τους ανθρώπους που διαθέτουν τη δύναμη της θέλησης ως εκείνους που «επιδεικνύουν την ικανότητα να εργάζονται πάνω σε εκείνο που έχει τη μεγαλύτερη βαρύτητα, ακόμα και όταν είναι δύσκολο, ακόμα και όταν μέρος του εαυτού τους δεν επιθυμεί να το κάνει». Η δύναμη της θέλησης λοιπόν, είναι μια λέξη που αποδίδεται σε ανθρώπους που καταφέρνουν να κάνουν αυτό που είπαν ότι θα κάνουν: είναι μια κρίση της συμπεριφοράς τους. Ωστόσο αυτό δεν σημαίνει ότι η δύναμη της θέλησης έχει από μόνη της κάποιο νόημα, ότι πρόκειται για κάποια ουσία ή κάποια ιδιότητα την οποία ή κατέχεις ή όχι, όπως ας πούμε τα χρήματα ή η μυϊκή δύναμη. Ίσως είναι σκόπιμο αντί να αναρωτηθούμε «πώς να αυξήσουμε τη δύναμη της θέλησής μας;» να προτιμήσουμε να μάθουμε «Πώς μπορώ να βεβαιωθώ ότι θα κάνω αυτό που δεσμεύτηκα ότι θα κάνω;».

Μια τακτική είναι να διαχειριστείτε το περιβάλλον σας με τέτοιο τρόπο ώστε να μην απαιτείται δύναμη της θέλησης. Αν δεν έχετε πάντα μαζί σας την πιστωτική κάρτα ή την τσάντα σας, θα είναι δυσκολότερο να τη χρησιμοποιήσετε για παρορμητικές αγορές· αν χρήματα μεταφέρονται αυτόματα από τον τρεχούμενο λογαριασμό σας σε έναν αποταμιευτικό την ημέρα που πληρώνεστε, ο στόχος της αποταμίευσης δεν θα εξαρτάται αποκλειστικά από τη δύναμη του χαρακτήρα σας.

Ύστερα, υπάρχει και η τεχνική της «στρατηγικής προ-δέσμευσης»: πείτε σε ένα φίλο σας για τα σχέδιά σας και ίσως ο κίνδυνος να φανείτε ασυνεπής και να ντραπείτε για αυτό να σας βοηθήσει να εργάζεστε συστηματικά για αυτά. (Ακόμα καλύτερα, γράψτε τους μια επιταγή προς έναν οργανισμό που απεχθάνεστε και βάλτε τον να σας υποσχεθεί ότι θα την καταθέσει αν αποτύχετε). Χρησιμοποιήστε ότι τεχνάσματα θεωρείτε ότι ταιριάζουν στην προσωπικότητα σας: Ο κωμικός συγγραφέας Jerry Seinfeld σημείωνε ένα Χ σε ένα ημερολόγιο τοίχου κάθε μέρα που κατόρθωνε να γράφει και σύντομα διαπίστωσε ότι δεν επιθυμούσε να σπάσει την αλυσίδα των Χ που έβλεπε στον τοίχο. Εκμεταλλευτείτε τη δύναμη των «αν- τότε» σεναρίων που υποστηρίζονται από σημαντικό αριθμό ερευνών: διατρέξτε την ημέρα που ξημερώνει προκαταβολικά, οραματιστείτε συγκεκριμένα σενάρια στα οποία μπορεί να βρεθείτε και τους τρόπους με τους οποίους θα αντιδράσετε αν συμβεί κάτι τέτοιο (για παράδειγμα, μπορεί να αποφασίσετε ότι μόλις νυστάξετε μετά τις 10 το βράδυ θα πάτε αμέσως για ύπνο ή ότι θα βάζετε αμέσως τα αθλητικά σας παπούτσια τη στιγμή που θα επιστρέψετε σπίτι από τη δουλειά).

Η πιο σημαντική ώθηση που μπορείτε να δώσετε στην προσπάθεια να αλλάξετε συνήθειες, μπορεί να μην συγκεντρώνετε σε μια και μοναδική στρατηγική, αλλά στην εγκατάλειψη της ιδέας της δύναμης της θέλησης. Αν η λέξη δεν αντιπροσωπεύει κάτι συγκεκριμένο, δεν υπάρχει ανάγκη να αφιερώνετε ενέργεια στην ανησυχία για την έλλειψή της. Η αλλαγή στην συμπεριφορά απλοποιείται όταν δεν χρειάζεται να επιστρατεύσετε ένα πολύπλοκο οδηγό τεχνασμάτων για να τα καταφέρετε. Το καλύτερο από όλα, είναι ότι δεν χρειάζεται να είστε σε μια διαρκή μάχη με την ίδια σας την ψυχή: μπορείτε να σταματήσετε να προσπαθείτε να βρείτε τη δύναμη της θέλησης να ζήσετε μια πιο υγιή/πιο ήρεμη/λιγότερο αγχωτική/πιο «επιτυχημένη» ζωή και να συγκεντρωθείτε αντ’ αυτού στο να τη ζείτε.

ΤΟ ΣΥΣΤΗΜΑ ΤΗΣ ΑΡΧΑΙΑΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΜΟΥΣΙΚΗΣ

ΜΟΥΣΙΚΟ ΣΥΣΤΗΜΑ


Οι μουσικό σύστημα των αρχαίων Ελλήνων αναπτύχθηκε σταδιακά. Αρχικά ήταν πιθανότατα πεντατονικό, δηλαδή μια κλίμακα είχε μόνο 5 βαθμίδες (αντίστοιχα με αυτό που επιβιώνει έως τις μέρες μας στην Ήπειρο). Με την προσθήκη ακόμη 2 φθόγγων στην κλίμακα τον 8ο αι. μετεξελίχθηκε σε επτατονικό το οποίο διαμόρφωσε το διατονικό σύστημα τέλειον. Το τονικό σύστημα της αρχαίας Ελλάδας αποτέλεσε τη βάση του τονικού συστήματος της νεότερης εποχής, έως και τις μέρες μας.

Ονομασίες φθόγγων - Τετράχορδα

Επειδή η λύρα ήταν το κύριο μουσικό όργανο των αρχαίων Ελλήνων, το μουσικό σύστημα στηρίζεται σ’ αυτήν:οι ονομασίες των φθόγγων αντιστοιχούν στις ονομασίες των χορδών της
οι κλίμακες ήταν κατιούσες όπως και οι χορδές στο κράτημα του οργάνου
οι κλίμακες προκύπτουν από 2 ομάδες 4 χορδών που ονομάζονται «τετράχορδα».

Οι ονομασίες των χορδών και των φθόγγων ήταν:

Στην τρίχορδη:
νήτη (=η πιο κάτω), [αντίστοιχη με τη Μι]
μέση, [Λα] και
υπάτη (=η πιο πάνω), [Μι]

Στις χορδές προστέθηκαν
η παραμέση [Σι] μετά τη μέση
η παρανήτη [Ρε] πριν τη νήτη και αργότερα
η λιχανός (=του δείκτη), [Σολ] πριν τη μέση.

Τέλος, προστέθηκαν
η τρίτη [Ντο] και
η παρυπάτη [Φα]

διαμορφώνοντας έτσι μία πλήρη διατονική κλίμακα.

Δεν χρησιμοποιείται το συγκερασμένο, αλλά το φυσικό κούρδισμα. Οι τόνοι και τα ημιτόνια δεν ήταν όλα ίσα μεταξύ τους αλλά διέφεραν ελαφρά ανάλογα με τη θέση τους. Ο συνδυασμός τόνων και ημιτονίων διαμορφώνει τρία τετράχορδα. Κάθε τετράχορδο έχει ονομασία που παραπέμπει στην καταγωγή του.

δώριο: Η - Τ - Τ

φρύγιο: Τ - Η - Τ

λύδιο: Τ – Τ - Τ

Τρόποι

Χαρακτηριστικό του συστήματος είναι η χρήση, όχι μόνο 2, όπως συμβαίνει με τον μείζονα και ελάσσονα στο δυτικό τονικό σύστημα, αλλά 7 τρόπων που ονομάζονται και αρμονίαι. Ο τρόπος δεν σήμανε μόνο την κλίμακα, αλλά και τον τρόπο (το ύφος) που παιζόταν ένα κομμάτι. Κάθε τρόπος έχει δύο τετράχορδα, που συνδέονται με ένα τόνο. Έτσι προκύπτουν οι τρόποι:

Δώριος: Μι - Μι

Φρύγιος: Ρε - Ρε

Λύδιος: Ντο - Ντο

Υποδώριος ή Αιόλιος: Λα-Λα

Υποφρύγιος ή Ιόνιος: Σολ – Σολ

Υπολύδιος: Φα – Φα

Μιξολύδιος: Σι – Σι


Αλλοιώσεις δεν υπήρχαν, με την έννοια που τις χρησιμοποιούμε σήμερα, αλλά υπήρχαν τα γένη (διατονικό, χρωματικό, εναρμόνιο) που αλλοίωναν (όξυναν ή βάρυναν) τους φθόγγους και κατά συνέπεια τα τετράχορδα. Δείτε ένα παράδειγμα στον πίνακα που ακολουθεί:


Το εναρμόνιο τετράχορδο μάλιστα, όπως φαίνεται και στο σχήμα, χρησιμοποιούσε και τέταρτα του τόνου που του προσέδιδαν χαρακτηριστικό χρώμα.

Η σημειογραφία

Υπήρχαν δύο ειδών σημειογραφίες (παρασημαντικές) η φωνητική και η οργανική.

Η λογική τους είναι απλή. Στη φωνητική σημειογραφία χρησιμοποιούνται γράμματα του ιωνικού αλφαβήτου (που μοιάζει με το σύγχρονο), που αντιστοιχούν σε κάποιο τονικό ύψος.

Σε κάθε φθόγγο αντιστοιχείται ένα γράμμα για τη κανονική του μορφή, το επόμενο για την 1η όξυνση (αλλοίωση) και το επόμενο για την 2η όξυνση. Μετά ακολουθεί ο επόμενος φθόγγος (προς τα κάτω).

 

Π.χ. Το Φα ->Α το Φα# ->Β, Το Φα##-> Γ, το Μι -> Δ κ.ο.κ.

Στην οργανική σημειογραφία χρησιμοποιούνται γράμματα άλλου τοπικού αλφάβητου (πιθανώς αργίτικου) που περιστρέφονται για κάθε όξυνση. Η σημειογραφία αυτή χρησιμοποιήθηκε έως τον 3ο αιώνα μ.Χ., οπότε αντικαταστάθηκε με τη νευματική.



Απόσπασμα από την επιτάφιο στήλη (σκόλιον) του Σεικίλου όπου εμφανίζεται σημειογραφία πάνω από το κείμενο

Πλειάδες: οι Νύμφες που καθόριζαν τις εποχές

Οι Πλειάδες ήταν αδελφές των Υάδων και των Εσπερίδων, όλες μαζί νύμφες. Η μητέρα τους Πληιόνη ήταν Ωκεανίδα (κόρη του Ωκεανού και της Τιθύος) και πατέρας τους ήταν ο Άτλαντας, ένας από τους Τιτάνες. Η ένωση του Ωκεανού και της Τιθύος έδωσαν χίλιους ποτάμιους θεούς και τρισχίλιες νύμφες (Ωκεανίδες) εκ των οποίων προήλθαν πολλά ανθρώπινα γένη....

Την ύπαρξή τους οι αρχαίοι Έλληνες εμπνεύσθηκαν απ' τον ομώνυμο αστερισμό, που στα νεώτερα χρόνια έγινε γνωστός σαν Πούλια. Γεννήθηκαν στο όρος Κυλλήνη και θεωρούνταν θεότητες του βουνού. Από την ένωσή τους με τον Δία, τον Ποσειδώνα και τον Άρη γεννήθηκαν θεοί και ήρωες.

Ήταν:

Η Μαία η πρώτη κόρη και ωραιότερη όλων, την οποίαν αγάπησε ο Ζευς και γέννησε από αυτήν, μέσα σε ένα σκοτεινό άντρο του όρους της Αρκαδίας Κυλλήνη, τον Ερμή.
 
Λέει ο Ομηρικός Ύμνος:
 
"Ενώθηκε με την καλλίκομη νύμφη μια βαθιά νύχτα, ώστε η λευκώλενη Ήρα να είναι παραδομένη στον ύπνο και να μην τους δουν ούτε οι αθάνατοι, ούτε οι θνητοί άνθρωποι. Η Μαία γέννησε και έφερε στον κόσμο ένα γιο γεμάτο τεχνάσματα, επινοητικό, οδηγό ονείρων, θυροφύλακα που σε λίγο θα έλαμπε ανάμεσα στους αθάνατους θεούς με τους ξακουστούς άθλους του"

Η Ταϋγέτη, η οποία γέννησε με την ένωσή της με το Δία, τον βασιλιά Λακεδαίμονα ιδρυτή της Σπάρτης.

Η Ηλέκτρα, η κεχριμπαρένια, εκ της οποίας ο Ζευς γέννησε τον Δάρδανο,γενάρχη των Τρώων και τον Ιασίωνα.

Η Στερόπη, η ακτινοβόλος, σύζυγος του ήρωα Οινομάου, βασιλιά της Πίσσης στον Όλυμπο.

Η Κελαινώ εκ της οποίας ο Ποσειδώνας γέννησε τον Θηβαίο ήρωα Λύκο, ο οποίος μεταφέρθηκε στα νησιά των Μακάρων, από τον πατέρα του,και του Ευρύπυλου βασιλιά της Κυρρήνης.

Η Αλκυόνη, βασίλισσα που απέτρεπε το κακό, τις αναταραχές, τις καταιγίδες κλπ. Υιοί της ήταν ο Υριεύς και ο Υπερίων και κόρη της η Αίθουσα γεννηθέντες εκ του Ποσειδώνα.

Και η έβδομη Μερόπη, η εύγλωττη, σύζυγος του Σισύφου στην Κόρινθο εγγονό του Δευκαλίωνα, μητέρα του Γλαύκου, λιγότερο ορατή και για τούτο θεωρούμενη θνητή, γιατί κατά την μυθολογία καλύπτονταν από ομίχλη ντροπής, επειδή είχε νυμφευθεί θνητό.

Οι Πλειάδες κατετάγησαν στους αστέρες, όταν αυτοκτόνησαν εξαιτίας της μεγάλης λύπης τους για την τιμωρία του πατέρα τους ή κατ' άλλη παράδοση, επειδή ήταν απαρηγόρητες για τον θάνατο των αδελφών του Υάδων, καταστερισθεισών και τούτων.

Κατά τους Βοιωτικούς μύθους, η μεταξύ των αστέρων κατάταξή τους οφειλόταν στην καταδίωξη τους, από τον Γίγαντα Ωρίωνα, ο οποίος τις ερωτεύθηκε όταν τις συνάντησε μαζί με την μητέρα τους διερχόμενες από τη Βοιωτία και όρμησε να τις απαγάγει. Η καταδίωξη κράτησε πέντε έτη, τέλος αυτές κουρασμένες ζήτησαν βοήθεια από το Δία, που τις λυπήθηκε και τις μετέφερε στον Ουρανό, τοποθετώντας τις στα νότια του αστερισμού του Ταύρου αλλά και εκεί καταδιώκονται από του επίσης σε αστέρα μεταμορφωθέντα Ωρίωνα, που τρέχοντας να ξεφύγουν ρίπτονται στον ωκεανό κι έτσι οι Πλειάδες, που προπορεύονται μπροστά του στον ουρανό, πέφτουν στη θάλασσα για να του ξεφύγουν.

Όταν λοιπόν οι Πλειάδες ανατέλλουν, ο Ησίοδος προτρέπει να ξεκινά κανείς τον θερισμό.
 
Και ανατέλλουν, όταν για πρώτη φορά φαίνονται πριν την ανατολή του ήλιου – γιατί εώα επιτολή (πρωινή ανατολή) είναι η εμφάνιση πριν την αυγή του ήλιου, ενώ εσπερία επιτολή είναι η εμφάνιση αμέσως μετά την κατάδυση του ήλιου.
 
Δύση εώα (πρωινή δύση) είναι η άφιξη στο δυτικό ορίζοντα λίγο πριν την ανατολή του ήλιου, ενώ εσπερία εώα (βραδινή δύση) είναι η άφιξη στον δυτικό ορίζοντα αμέσως μετά την κατάδυση του ήλιου.
 
Ανατέλλουν, λοιπόν, οι Πλειάδες, όταν ο ήλιος περάσει τον Ταύρο και όταν ανατέλλουν πριν από τον ήλιο. Και όταν πραγματοποιούν την εώα δύση (πρωινή δύση) να ξεκινάμε το όργωμα...
 
Η περί του Ωρίωνα παράδοση είναι καθαρά Βοιωτική, ο δε Πίνδαρος συνέθεσε εκτενή διθύραμβο για αυτόν, στον οποίο περιέλαβε όλα τα θέματα του μύθου. Κατά τον Δωδωναίο μύθο, οι πλειάδες (άγριες περιστερές) που φέρουν αμβροσία στο Δία,αναφέρονται στον αυτόν αστερισμό, η δε ομοιότητα του ονόματός τους έδωσε αφορμή στη γένεση του μύθου, ότι οι Πλειάδες για να ξεφύγουν από τα βέλη του κυνηγού Ωρίωνα,μεταμορφώθηκαν σε περιστέρες και έπειτα σε αστέρες.

Η χρήση του αστερισμού τούτου ήταν κοινή κατά την αρχαιότητα στον καθορισμό των εποχών, γιατί η φαινόμενη επιτολή των συγχρόνως με την ανατολή του ηλίου στην Ελλάδα, συμπίπτει με τα τέλη του Μάη, αναγγέλλει την ωρίμανση των δημητριακών και την προσέγγιση της ώρας της συγκομιδής, η δε δύση των κατά την ανατολή του ηλίου αστρονομικά, συμβαίνει την 30 Νοεμβρίου, όπου κατά την λαϊκή αντίληψη η 23η του μηνός τούτου συμπίπτει με την εποχή των βροχών και το φθινοπωρινό όργωμα.

Για τούτο και συσχετίζονται με το θερισμό του σίτου, με την άροση των αγρών και την σπορά και έτσι ερμηνεύονται και οι πολλοί αρχαίοι μύθοι για τις Πλειάδες και η ανάμιξή τους σε μεγάλο αριθμό μυθικών γενεαλογιών, ιδίως στη Βοιωτία και Λακωνία.

Το όνειρο και ο ρόλος του στις τραγωδίες του Αισχύλου

Οι άνθρωποι έβλεπαν και εξακολουθούν να βλέπουν στον ύπνο τους όνειρα ευχάριστα ή δυσάρεστα. Για τον αρχαίο μάλιστα Έλληνα διάχυτη είναι η πίστη πως τα όνειρα τα στέλνει ο Δίας. "Το όνειρον εκ Διός εστί". Eπειδή όμως δεν μπορούν να κρίνουν πότε ένα όνειρο είναι αληθινό ή ψεύτικο, γι' αυτό καταφεύγουν σε ονειροσκόπους ή σε μάντεις, οι οποίοι πολλές φορές με τις ερμηνείες τους είτε ικανοποιούν και ηρεμούν τους ανθρώπους είτε τους ξαφνιάζουν και τους αναστατώνουν, γιατί όλα τα όνειρα δεν είναι ευχάριστα, αφού υπάρχουν και δυσάρεστα, όπως συμβαίνει και στη ζωή, που δεν έχει μόνον ευχάριστες αλλά και δυσάρεστες στιγμές. Αυτή την ανθρώπινη αγωνία από τα τρομακτικά και δυσάρεστα όνειρα εκμεταλλεύεται ο Αισχύλος, προκειμένου να δημιουργήσει κατάλληλο κλίμα στα έργα του, ώστε να κινήσει το ενδιαφέρον του θεατή και να ανελίξει επιτυχώς το μύθο του έργου του.

Ο ποιητής, στις τρεις, από τις εφτά σωζόμενες τραγωδίες του, χρησιμοποιεί με θαυμαστή επιτυχία το όνειρο, προκειμένου να προϊδεάσει το θεατή και να κινήσει το ενδιαφέρον του, αλλά με διαφορετικό τρόπο σε κάθε μια από αυτές.

Στους Πέρσες το όνειρο είναι αλληγορικό και προφητικό μαζί, στον Προμηθέα Δεσμώτη αποκαλυπτικό και έμμεσα προφητικό, ενώ στις Χοηφόρες αποτελεί έναυσμα στην προώθηση του μύθου του δράματος.

Στους Πέρσες (στ. 181) και στις Χοηφόρες (στ. 32 ) η αναφορά στο όνειρο γίνεται στο πρώτο μέρος των δύο δραμάτων, ενώ στον Προμηθέα Δεσμώτη (στ.565) σχεδόν στο τέλος της τραγωδίας.

Στους Πέρσες, ο Χορός των γερόντων, σχεδόν από τους πρώτους στίχους του δράματος εκφράζει την ανησυχία και την αγωνία του για τη τύχη του περσικού στρατού, γιατί πέρασε πολύς χρόνος από τότε που αναχώρησε πανίσχυρος από την Ασία να υποτάξει την Ελλάδα και δεν έχει καμία είδηση ακόμη για την τύχη του.

Κι ενώ ο Χορός ανησυχεί και αρχίζει να υποψιάζεται μήπως του έχει συμβεί κάποιο κακό (προϊδεασμός), ακούει από την Άτοσσα, τη βασίλισσά του, να αφηγείται ταραγμένη και αναστατωμένη ένα ολοζώντανο τρομακτικό όνειρο και να ζητά την ερμηνεία του. Βλέπει, λέει, εδώ και καιρό τέτοια όνειρα από τότε που ο γιος της με το στρατό του ξεκίνησε, για να υποτάξει τη χώρα των Ιώνων.

ΑΤ." Πολλοίς μεν αεί νυκτέροις ονείρασι
ξύνειμ', αφ' ούπερ παις εμός στείλας στρατόν
Ιαόνων γην οίχεται πέρσαι θέλων,
αλλ' ούτι πω τοιόνδ' εναργές ειδόμην
ως της πάροιθεν ευφρόνης, λέξω δε σου"(176-180).
ΑΤ. 'Όνειρα πολλά τις νύχτες μου όλες γεμίζουν,
από τότε που ο γιος μου το στρατό του εξόπλισε
και είχε φύγει των Ιώνων τη γη να υποτάξει.
Μα τόσο καθαρά κανένα δεν είδα ως τώρα
σαν της νύχτας που πέρασε, κι άκου το.
"Εδοξάτην μοι δύο γυναίκ' ευείμονε,
η μεν πέπλοισι Περσικοίς ησκημένη,
η δ' αύτε Δωρικοίσιν, ες όψιν μολείν,
μεγέθει τε των νυν εκπρεπέστατα πολύ,
κάλλει τ' αμώμω και κασιγνήτα γένους
ταυτού, πάτραν δ' έναιον η μεν Ελλάδα
κλήρω λαχούσα γαίαν, η δε βάρβαρον..."(181-200).
"Δύο γυναίκες, λαμπροστόλιστες μπροστά μου
βγήκαν, η μια περσικά κι η άλλη δώρια
φορώντας πέπλα. Ξεχωριστές στην ομορφιά.
Ήτανε, λέει, αδερφές. Η μια ως πατρίδα
πήρε με κλήρο την Ελλάδα κι η άλλη
τη γη που βάρβαροι τώρα διαφεντεύουν.
Σαν να είχαν στάση μεταξύ τους κάποια αμάχη
κι ο γιος μου, μόλις το είδε, να συμβιβάσει
προσπαθούσε τις δύο και να μερέψει,
ώσπου στο τέλος στο άρμα τις ζεύει
και τα λουριά στο σβέρκο τους περνάει.
Η μια τεντώθηκε, κι έδινε υπάκουο
το στόμα της στο γκέμι, ενώ η άλλη
δερνοκοπιόταν και το άρμα καταστρέφει,
και το τραβάει δίχως χαλινάρια,
ώσπου στο τέλος το ζυγό κόβει στα δύο
κι ο γιος μου πέφτει καταγής. Μα ξάφνου
να ο πατέρας του πετιέται από κάπου
και λυπημένος βρίσκεται κοντά του.
Ο γιος του σκίζει τα ρούχα του αλύπητα που εφόρει.
Αυτό είναι το όνειρο που έβλεπα τη νύχτα".

Ολοφάνερο πράγματι το όνειρο της βασίλισσ μα και ανησυχητικό. Ο ποιητής με την αφήγησή του, εκτός των άλλων, δίνει αλληγορικά τη σύγκρουση του υπερήφανου και ανυπότακτου ελληνικού κόσμου με τοδουλόφρονα περσικό. Μια ολόκληρη τραγωδία συμπυκνώνεται σε ένα συνταρακτικό όνειρο! Μ' αυτό ο ποιητής θίγει την ιστορική αλήθεια και τονίζει ξεκάθαρα τη διαφορά μεταξύ ελεύθερων και ανελεύθερων λαών αλλά και πολιτικών συστημάτων, ενώ ταυτόχρονα προειδοποιεί για όσα κακά θα ακολουθήσουν.

Προάγγελος κακών αποβαίνει το όνειρο της βασίλισσας, για να συμπληρωθεί σε λίγο και από ένα παράξενο θέαμα, το οποίο επιτείνει τους φόβους της. Το ομολογεί η ίδια, γιατί ενώ πηγαίνει να προσφέρει θυσία, ξαφνικά βρίσκεται μάρτυρας ενός περιστατικού. Βλέπει με τα μάτια της ένα γεράκι να χυμά πάνω σε έναν τεράστιο αετό και να τον νικά. Τηνπροβληματίζει το συμβάν και αναλογίζεται μήπως οι Έλληνες νικήσουν τον αετό της Ασίας. Δεν προλαβαίνει όμως να συνειδητοποιήσει την αλληγορία του γεγονότος και διαπιστώνει με θλίψη πως οι φόβοι της βγαίνουν αληθινοί. Ο αγγελιοφόρος, που μπαίνει από την αριστερή πάροδο, αναγγέλλει τη συμφορά του Ξέρξη και του στρατού του.

"Εν μια πληγή κατέφθαρται πολύς όλβος.
Περσών δ' άνθος οίχεται πεσών
στρατός γαρ πας όλωλε βαρβάρων"(255).

Η Άτοσσα, που πληροφορείται την καταστροφή, μένει άναυδη. Μόλις συνέρχεται, ζητά να μάθει για την τύχη του γιου της. Ο Αγγελιαφόρος της απαντά πως ο γιος της ζει. Κι εκείνη, γεμάτη ανακούφιση, αναφωνεί:

"Ο λόγος σου για το δικό μου σπίτι φως είναι μεγάλο
κι άσπρη μέρα ύστερα από μαύρη νύχτα"(300-301).

Η Άτοσσα είναι μητέρα και δικαιολογείται να παίρνει μια τέτοια θέση, όχι όμως και η βασίλισσα. Το ολοζώντανο, επομένως, όνειρό της βγαίνει αληθινό. Το μικρό γεράκι μάδησε τον πανίσχυρο αετό, η δώρια ατίθαση δύναμη σύντριψε την πολεμική μηχανή του Ξέρξη!

Ακριβώς αντίθετη είναι η άποψη του Δαρείου, όταν λίγο αργότερα θα βγει από τον τάφο του, ύστερα από τις θερμές παρακλήσεις του Χορού και της Άτοσσας. Ο Δαρείος, βλέποντας τον Ξέρξη να επιστρέφει σε άθλια κατάσταση, τον λυπάται και δίνει εντολή να του βγάλουν τα κουρέλια που φορεί, να φορέσει καινούρια καθαρά ρούχα και κάποιοι να τον φέρουν στα συγκαλά του! Αυτή είναι η πρώτη αντίδραση του Δαρείου. Του δείχνει το ήπιο πρόσωπό του. Αμέσως όμως, όταν ακούει τη λεπτομερή περιγραφή της καταστροφής από την απερισκεψία του γιου του, αλλάζει διάθεση και στάση απέναντί του και του αποκαλύπτει το άλλο του πρόσωπο, του οργισμένου πατέρα. Τρεις φορές με δαφορετικές λέξεις χαρακτηρίζει την πράξη του Ξέρξη μωρία, τρέλα, νόσο φρενών (719, 725, 750). Κι όσο επαναλαμβάνει τις λέξεις τόσο γίνεται και σκληρότερος απέναντί του. Αποδίδει την αιτία της καταστροφής στη μωρία του και στην έπαρσή του, ενώ ταυτόχρονα αφήνει ως παρακαταθήκη στο λαό του:

Η Ελληνική γη είναι σύμμαχος με τους κατοίκους της (792).
Ο περσικός στρατός, που έμεινε στην Έλλάδα, δε θα πετύχει να βρει γλιτωμό (796).
Και ολοκληρώνοντας το είδωλο του Δαρείου τις συμβουλές του, λίγο πριν επανέλθει στον τάφο του, αποκαλύπτει στο γιο του και στον άνθρωπο γενικότερα πως την πολλή έπαρση τιμωρεί ο Δίας.
"Είναι άτεγκτος κριτής ο Δίας και την πολλή έπαρση σκληρά χτυπάει"(827).
Χάνεται το είδωλο του Δαρείου. Τα γεγονότα όμως που ακολουθούν επαληθεύουν την ολοκληρωτική ήττα και καταστροφή των Περσών στη μάχη των Πλαταιών (479 π.Χ.).
Κι ενώ στους Πέρσες το όνειρο προδιαγράφει τη συμφορά που πλησιάζει στον περσικό στρατό και τελικά επαληθεύεται πλήρως, στον Προμηθέα Δεσμώτη χρησιμοποιείται ως το κατάλληλο μέσο, για να αποκαλύψει μια πλεκτάνη που επιχειρείται από το Δία, προκειμένου ο υπέρτατος θεός να εξαναγκάσει την κόρη του Ινάχου, την Ιώ, να ενδώσει στις ορέξεις του. Όταν όμως αυτό γίνεται αντιληπτό από την Ήρα, τη ζηλόφθονη θεά, αρχίζει μια καταδίωξη της αγνής κόρης, που την αναγκάζει να γυρίζει στα πέρατα του κόσμου, ώσπου κάποτε, σε έξαλλη κατάσταση, φτάνει στα πέρατα της γης και βρίσκει τον Προμηθέα, που τον έχει καρφωμένο σε ένα βράχο ο Δίας, γιατί παρέδωσε τη φωτιά στους ανθρώπους. Η Ιώ, χωρίς να γνωρίζει την ταυτότητα του καρφωμένου στο βράχο γίγαντα,αγαναχτισμένη όπως είναι, γιατί δε βρίσκει ησυχία από τον οίστρο που την κυνηγά παντού, αναφωνεί:

"Αχ, πάλι η δόλια με κεντάει ο οίστρος
Σε τι με βρήκες να 'φταιξα, του Κρόνου γιε, σε τι;
...ρίξε φωτιά και κάψε με
αρκεί όσο μου συντρίψανε τα ήπατα
οι περιπλάνητες περιπλανήσεις μου,
και να μην ξέρω η άμοιρη, πότε θα τελειώσουν
οι συμφορές μου!
Ακούς τη βοϊδοκέρατης παρθένας τη φωνή"(565 κε).

Ο Προμηθέας, που έχει συγκλονιστεί από την ψυχική ταραχή της, χωρίς περιστροφές της απαντά ότι βλέπει μπροστά του και ακούει την κόρη του Ινάχου, που την καρδιά του Δία με έρωτα φλογίζει, και τώρα, μισητή από την Ήρα, παραδέρνει άθελά της σε δρόμους ατέλειωτους.

Η Ιώ ξαφνιάζεται από τα λόγια του γίγαντα και ζητά να μάθει το όνομά του. Όταν το μαθαίνει δείχνει τη συμπάθεια και συμπόνια της στον Προμηθέα και ζητά τη βοήθειά του, αποκαλύπτοντάς του τις υπνοφαντασιές της, που προσπαθούν να την πλανέψουν με γλυκόλογα να ενδώσει στις ορέξεις ενός παντοδύναμου θεού.

"Ω τρισευτυχισμένη κόρη, πώς κάθεσαι τόσο καιρό παρθένα, ενώ σε περιμένει η πιο μεγάλη τύχη; Ο Δίας λαβώθηκε από σένα με βέλη ερωτικά και ποθοφλέγεται να μοιραστεί μαζί σου τη γλύκα της αγάπης. Πρόσεξε, παιδί μου, μην αποκρούσεις του υμέναιου του Δία, μα έβγα στης Λέρνας τα βαθιά λιβάδια, στου πατέρα σου τα βοσκοτόπια, για να χορτάσεις τοποθοπεινασμένο του Δία μάτι"(647-654).

Τέτοια όνειρα ταράζουν όλη τη νύχτα τον ύπνο της, ώσπου αποκαλύπτει το πρόβλημά της στον πατέρα της. Εκείνος, θέλοντας να δώσει μια ερμηνεία στις ονειροφαντασιές της κόρης του, στέλνει ανθρώπους του να ρωτήσουν το Μαντείο των Δελφών. Η ερμηνεία που δίνεται είναι τρομερή: εντέλλεται ο βασιλιάς να διώξει την κόρη του έξω από τη χώρα, αλλιώς ο κεραυνός του Δία θα αφανίσει το γένος του. Αυτό ήταν. Ο γονιός της άθελά του και άθελά μου, λέει η Ιώ, μ' έδιωξε από τη χώρα και από τότε περιπλανιέμαι σε Ανατολή και Δύση, χωρίς το μαρτύριό μου να παίρνει τέλος.

Η απέχθεια του Προμηθέα για το Δία είναι εμφανής και αφηγείται στο Χορό (Ωκεανίδες) όλες τις περιπλανήσεις της Ιώς, για να τις σχολιάσει με καυτό τρόπο στο τέλος.

"Λοιπόν, τι λέτε; Δε σας φαίνεται πως ο δεσπότης των θεών παρόμοια είναι σε όλα σκληρός; Θεός αυτός ετούτη μια θνητή γυαίκα, που λαχταρούσε το κορμί της, δέστε σε ποιους την έριξε παραδαρμούς!

Ο Προμηθέας όμως θέλει να ηρεμήσει την ταραγμένη και αναστατωμένη Ιώ, γι' αυτό της αποκαλύπτει το μεγάλο του μυστικό, ότι δηλαδή ο δικός του λυτρωμός συνδέεται με τη δική της μοίρα, γιατί από αυτήν και το Δία θα γεννηθεί στην Αίγυπτο ο Έπαφος, ο δέκατος τρίτος απόγονος του Έπαφου (Ηρακλής) θα λυτρώσει τον Προμηθέα από τα πάθη του. Της αποκαλύπτει ακόμη πως από το γάμο που θα κάνει η Ιώ στο μέλλον θα γεννηθεί ένα παιδί που θα γκρεμίσει το γιο του Κρόνου από το θρόνο του!

Η Ιώ αισθάνεται και πάλι να ταράζει τα σωθικά της η γνωστή μανιασμένη παραζάλη και της λύσας το άγριο μπουρίνι να την οδηγεί έξω από το δρόμο, η γλώσσα της δεν έχει κρατημό, και λόγια θολά παραδέρνουν στην τύχη καθώς σέρνουν τα κύματα της μαύρης συμφοράς (880-886). Η Ιώ δεν μπορεί να μείνει άλλο. Εγκαταλείπει έξαλλη τη σκηνή, κυνηγημένη από τον οίστρο, ενώ οι γυναίκες του Χορού, οι Ωκεανίδες, εύχονται στη ζωή τους από τη μια να μην έχουν την τύχη της και από την άλλη να κάνουν ένα γάμο ταιριαστό, έστω και μ' έναν ξωμάχο δουλευτή.

Ο θεατής που βλέπει και ακούει όλα αυτά τα φοβερά και τα παράξενα, τρομάζει και ανησυχεί έντονα. Ασφαλώς, και καταδικάζει στη συνείδησή του τη σκληρή και απαράδεκτη συμπεριφορά των δύο θεών απέναντι στα αθώα θύματά τους, τον Προμηθέα και την Ιώ. Δύο θεοί, κατατρέχουν ο Δίας τον Προμηθέα και η Ήρα την Ιώ. Ζήτημα εξουσίας και φιλανθρωπίας χωρίζει το πρώτο αντίπαλο ζευγάρι, ζήλεια και φθόνος μαζί καταδιώκει μια αθώα γυναίκα και τη βασανίζει σκληρά, χωρίς έλεος, στο άλλο. Αλίμονο!

Τελικά, το όνειρο μπορεί να έχει αποτελέσει μια προωθητική δύναμη στην ανέλιξη του μύθου, αλλά ταυτόχρονα η αποκάλυψή του οδηγεί στο πλησίασμα δύο κατατρεγμένων ψυχών, του Προμηθέα και της Ιώς. Ο κοινός πόνος ενώνει τους ανθρώπους και ενδυναμώνει την καρτερία και την αγωνιστικότητά τους. Τουλάχιστον δεν ενδίδουν. Είναι κι αυτό μια νίκη, μια ελπίδα.

Ο Προμηθέας, παρά την πολεμική των αντιπάλων του, μένει βράχος ακλόνητος στις ιδέες και τις αρχές του, σαν το βράχο που είναι καρφωμένος από το Κράτος και τη Βία, όργανα της εξουσίας, ενώ η Ιώ, αλλόφρονη και ταραγμένη παίρνει τους δρόμους, με την παρηγοριά και την ελπίδα πως κάποτε κάποιος δικός της γόνος θα τιμωρήσει το μισητό ζευγάρι και θα ανατρέψει από το θρόνο του το γιο του Κρόνου, το Δία!

Στις Χοηφόρες ο ποιητής αναφέρεται στο όνειρο της Κλυταιμήστρας, που τάραξε την ησυχία της νύχτας. Το παράξενο είναι στην περίπτωση αυτή πως το όνειρο δεν το αφηγείται η ίδια η Κλυταιμήστρα, αλλά οι γυναίκες του παλατιού, που λένε ότι μέσα στην ησυχία της νύχτας άκουσαν μια δυνατή βοή να προέρχεται από το γυναικωνίτη του παλατιού και πετάχτηκαν έντρομες να δουν τι συμβαίνει.

ΧΟ."Γιατί ο φόβος πραγματικός, που ορθώνει τα μαλλιά, φόβος από τα ονειρομαντέματα, πνέοντας με οργή από τον ύπνο, ξεσήκωσε τη νύχτα μια φοβισμένη αντιβοή στου παλατιού τα βάθη, βοή που ακούστηκε βαριά μες στο γυναικωνίτη. Κι οι ονειροκρίτες, απ' το θεό αξιόπιστοι, είπαν πως έχουν παράπονα οι νεκροί κι οργή πικρή κρατούν για τους φινιάδες. Και θέλοντας ν' αποτρέψει το κακό, μ' έστειλε, Μάνα γη, η δύσθεη γυναίκα σ' αυτήν τη χάρη την αχάριστη. Φοβούμαι και να πω αυτόν το λόγο. Τι θα μπορούσε να εξαγοράσει το αίμα του, που χύθηκε;...η αμαρτία κυβερνά τον ένοχο. Ο πόνος του διαπερνά και τον βυθίζει σε ατέλειωτα δεινά" (32-70).

Ο Χορός φροντίζει να αφηγηθεί το όνειρο, πλην όμως του είναι αδύνατο, γι' αυτό το κρίνει και το ερμηνεύει από την τρομερή κραυγή της φόνισσας, της Κλυταιμήστρας. Συμπεραίνει πως η αμαρτία τυραννά τον ένοχο, ενώ "οι νεκροί σκοτώνουν τους ζωντανούς". Έχει κατανοήσει το βαθύτερο νόημά του και αναρωτιέται αν ποτέ, μια δύσθεη και αχάριστη γυναίκα, όπως η βασίλισσά του, θα μπορούσε με τις προσφορές και τις θυσίες στον τάφο του θύματος, να εξαγοράσει το αίμα του, το αίμα που χύθηκε από το δικό της φονικό χέρι και να εξαγνιστεί.

Με τον τρόπο αυτό το όνειρο γίνεται έναυσμα για την περαιτέρω ανάπτυξη του μύθου της τραγωδίας, όπου στο τέλος θα αποδοθεί η δικαιοσύνη και οι θύτες θα γίνουν θύματα. Ο Ορέστης και η Ηλέκτρα θα πάρουν εκδίκηση για το φόνο του Αγαμέμνονα, του πατέρα τους, σκοτώνοντας τους δολοφόνους του: την Κλυταιμήστρα και τον εραστή της Αίγισθο.

Ο Αισχύλος γίνεται πια φανερό πως παίρνει ένα κοινό ανθρώπινο στοιχείο, το όνειρο, το καθιστά εργαλείο στην τέχνη του και κάθε φορά το χρησιμοποιεί με διαφορετικό τρόπο, για την ανέλιξη του μύθου του δράματος.

Στους Πέρσες το χρησιμοποιεί, παράλληλα με την ανέλιξη του μύθου του δράματος και για να ετοιμάσει ψυχολογικά το θεατή για τα όσα θα ακολουθήσουν, ενώ στον Προμηθέα Δεσμώτη, για να σχολιάσει και να στηλιτεύσει τη συμπεριφορά και την κακία των δύο θεών, του Δία και της Ήρας απέναντι σε δύο αθώους, τον Προμηθέα και την Ιώ... Τέλος, στις Χοηφόρες ο ποιητής αναρωτιέται αν είναι δυνατόν οι προσφορές και οι θυσίες να λυτρώνουν το δολοφόνο από το αίμα που χύθηκε, ενώ ταυτόχρονα τονίζει πως το αίμα ζητά άλλο αίμα, γι' αυτό και ο Ορέστης και η Ηλέκτρα, τους ως τώρα φονιάδες του πατέρα τους, τους θύτες, τους μετατρέπουν σε θύματα. Και ο χορός... καλά κρατεί!