Ψευδοσύνθετα
§ 38. Όπως προαναφέρθηκε (§ 36), παράγωγες λέξεις μπορούν εξίσου να σχηματιστούν από σύνθετα, όπως και από απλές λέξεις: παρασύνθετα σύμφωνα με την αρχαία ορολογία. Π.χ. από το μονομάχος 'αυτός που μάχεται μόνος' παράγονται τα μονομαχ-εῖν, μονομαχ-ία. Φυσικά θα ήταν λάθος να πιστέψουμε πως κατά τη σύνθεση τα -μαχεῖν -μαχία προστίθενται κατευθείαν στο μονο-· βέβαια ήτανε πιθανό ο απλός ομιλητής να δημιουργήσει μια άμεση σχέση μεταξύ μάχεσθαι και -μαχεῖν, μάχη και -μαχία, και με αυτόν τον τρόπο να φτιάξει νέα σύνθετα με τα -μαχεῖν και -μαχία με αποκλεισμό του αρχικά ενδιάμεσου μέλους -μάχος. Ακόμη πιο παραπλανητική ήταν στην ακολουθία ὁδόν ποιεῖν - ὁδο-ποιός - ὁδο-ποιεῖν η παράκαμψη του ενδιάμεσου μέλους. Έτσι μπορούμε κατά πάσα πιθανότητα να εξηγήσουμε τα πληρο-φορεῖν 'ικανοποιώ πλήρως' (στον Κτησία και ύστερα ελληνιστικό) και πληρο-φορία 'πληρότητα' για τα οποία πουθενά δεν παραδίδεται κάποιο *πληρο-φόρος. Πρβ. εὐδοκεῖν και καραδοκεῖν. Πάντως σε επιμέρους περιπτώσεις δεν μπορούμε να καταλήξουμε με σιγουριά αν το ενδιάμεσο μέλος πράγματι δεν υπήρχε ή μόνο συμπτωματικά απουσιάζει από τη γνωστή σε εμάς γραμματεία [1].
§ 39. Ένα άλλο είδος ψευδοσύνθεσης παρουσιάζει η λέξη κατάρα (από τον Αισχύλο και εξής): κατά το πρότυπο τιμᾶν : τιμή : προτιμᾶν : προτίμησις θα έπρεπε να περιμένουμε ἀρᾶσθαι 'προσεύχομαι' (Όμ.): ἀρά 'προσευχή' (Όμ.): κατ-αρᾶσθαι 'καταριέμαι' (Όμ.): κατ-άρασις· αντί γι' αυτό από το καταρᾶσθαι σχηματίστηκε αναδρομικά η κατάρα· πρβ. § 25 γ).
----------------------
[1] Πρέπει να διακρίνουμε την παρασύνθεση από την αλλαγή γραμματικού είδους, όπου η παραγωγή δεν γίνεται από το σύνθετο, αλλά αυτό είναι που την καθιστά δυνατή.
Δευτέρα 19 Ιουνίου 2023
Μην χαμηλώνεις εσύ, για να νιώσει ο άλλος ψηλός
Συχνά τον υποτιμάς τον εαυτό σου, τον μειώνεις. Μπροστά στους άλλους σκύβεις και παλεύεις άλλοτε να πείσεις, άλλοτε να σώσεις, όχι όμως εσένα... τους άλλους, τη σχέση.. και χάνεις εσένα.
Παραλύεις μπροστά σε μήπως και σε αλλά, σε φόβους εγκατάλειψης και σε φόβους αβεβαιότητας και ανασφάλειες.
Παραλύεις μπροστά σε αγάπη και σε πάθος που νιώθεις και προσπαθείς να κάνεις τον άλλον να καταλάβει πόσο τον αγαπάς, πόσο την αγαπάς.
Παραλύεις μπροστά στα υπέρμετρα Εγώ των άλλων, που ξεσπούν επάνω σου σαν θυελλώδεις άνεμοι, χωρίς όρια, χωρίς σταματημό, μέχρι να ξεφουσκώσουν.
Και εσύ εκεί..
Και εσύ εκεί για να προσπαθείς να καλύπτεις τα κενά τους και την απουσία τους με τις δικές σου κινήσεις, με τη δική σου παρουσία.
Η απουσία όμως είναι πάντοτε ισχυρή και κάνει μεγάλο θόρυβο, όπως και οι ανασφάλειες, όσο και αν προσπαθούμε να τις καλύψουμε.
Και εσύ ακόμα εκεί, με ευλάβεια να παραμένεις, ελπίζοντας στην αλλαγή και κάθε φορά δίνοντας παραπάνω, προσπαθώντας να πείσεις για μια ακόμα φορά ότι αξίζεις να είναι μαζί σου.
Έχεις σκεφτεί όμως ποτέ αν εκείνοι αξίζουν να είσαι εσύ μαζί τους;
Έχεις σκεφτεί ποτέ ότι όσο και αν χαμηλώνεις εσύ, εκείνοι δεν θα το θεωρήσουν ποτέ αρκετό για να νιώσουν ψηλοί;
Έχεις σκεφτεί ποτέ ότι ένας άνθρωπος αν μαθαίνει να νιώθει ψηλός από τη συμπεριφορά του άλλου, ποτέ δεν θα αρκεστεί σε αυτό;
Θα έχει μία ακόρεστη ανάγκη να νιώθει ολοένα και πιο ψηλός, πιο ψηλή, γνωρίζοντας όμως μέσα του την αλήθεια… ότι το ύψος του οφείλεται στη δική σου πτώση…
Και εσύ εκεί.. μέσα στις σκέψεις και στο συναίσθημα, να προσπαθείς να πείσεις τον εαυτό σου ότι κάποτε θα αλλάξει, ότι κάποτε θα κατανοήσει το βάθος της αγάπης και των συναισθημάτων σου.
Και σταδιακά εγκλωβίζεσαι ακόμα περισσότερο στην αδικία, στη λύπη, στο πένθος, στη θλίψη.
Παραλύεις μπροστά σε μήπως και σε αλλά, σε φόβους εγκατάλειψης και σε φόβους αβεβαιότητας και ανασφάλειες.
Παραλύεις μπροστά σε αγάπη και σε πάθος που νιώθεις και προσπαθείς να κάνεις τον άλλον να καταλάβει πόσο τον αγαπάς, πόσο την αγαπάς.
Παραλύεις μπροστά στα υπέρμετρα Εγώ των άλλων, που ξεσπούν επάνω σου σαν θυελλώδεις άνεμοι, χωρίς όρια, χωρίς σταματημό, μέχρι να ξεφουσκώσουν.
Και εσύ εκεί..
Και εσύ εκεί για να προσπαθείς να καλύπτεις τα κενά τους και την απουσία τους με τις δικές σου κινήσεις, με τη δική σου παρουσία.
Η απουσία όμως είναι πάντοτε ισχυρή και κάνει μεγάλο θόρυβο, όπως και οι ανασφάλειες, όσο και αν προσπαθούμε να τις καλύψουμε.
Και εσύ ακόμα εκεί, με ευλάβεια να παραμένεις, ελπίζοντας στην αλλαγή και κάθε φορά δίνοντας παραπάνω, προσπαθώντας να πείσεις για μια ακόμα φορά ότι αξίζεις να είναι μαζί σου.
Έχεις σκεφτεί όμως ποτέ αν εκείνοι αξίζουν να είσαι εσύ μαζί τους;
Έχεις σκεφτεί ποτέ ότι όσο και αν χαμηλώνεις εσύ, εκείνοι δεν θα το θεωρήσουν ποτέ αρκετό για να νιώσουν ψηλοί;
Έχεις σκεφτεί ποτέ ότι ένας άνθρωπος αν μαθαίνει να νιώθει ψηλός από τη συμπεριφορά του άλλου, ποτέ δεν θα αρκεστεί σε αυτό;
Θα έχει μία ακόρεστη ανάγκη να νιώθει ολοένα και πιο ψηλός, πιο ψηλή, γνωρίζοντας όμως μέσα του την αλήθεια… ότι το ύψος του οφείλεται στη δική σου πτώση…
Και εσύ εκεί.. μέσα στις σκέψεις και στο συναίσθημα, να προσπαθείς να πείσεις τον εαυτό σου ότι κάποτε θα αλλάξει, ότι κάποτε θα κατανοήσει το βάθος της αγάπης και των συναισθημάτων σου.
Και σταδιακά εγκλωβίζεσαι ακόμα περισσότερο στην αδικία, στη λύπη, στο πένθος, στη θλίψη.
Η ΣΥΝΕΙΔΗΤΟΤΗΤΑ είναι η Πύλη της Ζωής
Το Βάθος της ΣΥΝΕΙΔΗΤΟΤΗΤΑΣ είναι ΕΝΑ και ΜΟΝΟ
Το Βάθος της ΣΥΝΕΙΔΗΤΟΤΗΤΑΣ είναι ΕΝΑ και ΜΟΝΑΔΙΚΟ. Από αυτό το Ένα Βάθος προβάλλει την Αντίληψη, το Εγώ (κάθε εγώ) ως ένα σύμπλεγμα αντιλήψεων και συμπεριφορών μέσα στους διάφορους χώρους και χρόνους...
Η ΣΥΝΕΙΔΗΤΟΤΗΤΑ (η παρούσα συνειδητότητά μας) είναι η Πύλη της Ζωής και της Απώλειας. Όταν η ΣΥΝΕΙΔΗΤΟΤΗΤΑ απορροφάται από επιφανειακές δραστηριότητες οδηγεί σε μια εξωτερική ζωή και τελικά χάνεται στο «χώρο της φαντασίας»...
Όταν όλες αυτές οι δραστηριότητες απορρίπτονται, αναδύεται το Άπειρο Βάθος του ΕΙΝΑΙ. Για να συμβεί αυτό δεν χρειάζεται να κάνουμε τίποτα. Όσο περισσότερο προσπαθούμε να κάνουμε κάτι, τόσο περισσότερο μπλέκουμε στο δίχτυ της δραστηριότητας και βυθιζόμαστε στη σφαίρα της φαντασίας. Πρέπει να απορρίψουμε όλες αυτές τις προσπάθειες και να παραδοθούμε σε αυτό που πραγματικά είμαστε. Όταν εγκαταλειφθούμε εντελώς, θα αναδυθούμε στο ΕΙΝΑΙ.
Τότε... δεν θα υπάρχει βάθος, δεν θα υπάρχει επιφάνεια... όχι τίποτα...
Μια πραγματικότητα όλα... Από εδώ ξεκινά το Εσωτερικό Ταξίδι, στις Εσωτερικές Καταστάσεις, κόσμους... Και πέρα από αυτά, η Απέραντη Θεότητα...
Η ΣΥΝΕΙΔΗΤΟΤΗΤΑ (η παρούσα συνείδηση) είναι συνεχώς σε δραστηριότητα. Είτε είμαστε απορροφημένοι σε αυτή τη δραστηριότητα είτε προσπαθούμε να την ελέγξουμε, είμαστε στην ίδια κατάσταση δραστηριότητας. Δεν είναι αυτός ο τρόπος. Πρέπει να εξετάσουμε ήρεμα τις δραστηριότητες και να τις αφήσουμε να αναπτυχθούν χωρίς να απορροφηθούν κάπου. Μετά από κάποιο απροσδιόριστο χρονικό διάστημα όλα αυτά παύουν να έχουν σημασία. Τότε ήρθε η ώρα να τους αφήσουμε να φύγουν. Η Πρώτη Έξοδος από το φανταστικό βρίσκεται στην Καθαρή Αντίληψη που αγκαλιάζει όλη την Ύπαρξη. Είναι το Παγκόσμιο Πνεύμα. Αλλά αυτή δεν είναι η Υπέρτατη Πραγματικότητα. Και αυτό θα πρέπει να εγκαταλειφθεί για να αναδυθεί σε ΟΛΑ ΟΤΙ ΥΠΑΡΧΕΙ.
Είμαστε αυτό που είμαστε για πάντα. Δεν χρειάζεται να γίνουμε κάτι. Αυτές οι έννοιες (νομίζοντας ότι πρέπει να γίνουμε κάτι) είναι ανοησίες σκέψης. Όταν εξαντληθούν όλες οι μάταιες δραστηριότητες του νου, αποκαλύπτεται αυτό το Ποιοι Πραγματικά Είμαστε. Δεν χρειάζεται να κάνουμε τίποτα. Απλά πρέπει να παραδοθούμε σε αυτό που πραγματικά είμαστε απορρίπτοντας τη δραστηριότητα της σκέψης. Τόσο απλά, να χαλαρώσουμε, να εγκαταλείψουμε τον εαυτό μας, να αναδυθούμε στο Άπειρο, στο Αιώνιο. Οι παρανοήσεις μας ωθούν σε δραστηριότητα και αισθανόμαστε ανήσυχοι να γίνουμε κάτι. Έτσι παραμένουμε στον κύκλο της δραστηριότητας και δεν μπορούμε να «καταλάβουμε» τι πραγματικά είμαστε. Τελικά, μας φαίνεται εξαιρετικά δύσκολο να μην κάνουμε τίποτα. Να κάθεσαι ήσυχα, έτσι απλά, να μην κάνεις τίποτα. Αυτή είναι η Υπέρτατη Σοφία. Και ενώ είναι τόσο απλό, τόσο εύκολο και τόσο άνετο και πλήρες, δεν μπορούμε να το κάνουμε.
Το Βάθος της ΣΥΝΕΙΔΗΤΟΤΗΤΑΣ είναι ΕΝΑ και ΜΟΝΑΔΙΚΟ. Από αυτό το Ένα Βάθος προβάλλει την Αντίληψη, το Εγώ (κάθε εγώ) ως ένα σύμπλεγμα αντιλήψεων και συμπεριφορών μέσα στους διάφορους χώρους και χρόνους...
Η ΣΥΝΕΙΔΗΤΟΤΗΤΑ (η παρούσα συνειδητότητά μας) είναι η Πύλη της Ζωής και της Απώλειας. Όταν η ΣΥΝΕΙΔΗΤΟΤΗΤΑ απορροφάται από επιφανειακές δραστηριότητες οδηγεί σε μια εξωτερική ζωή και τελικά χάνεται στο «χώρο της φαντασίας»...
Όταν όλες αυτές οι δραστηριότητες απορρίπτονται, αναδύεται το Άπειρο Βάθος του ΕΙΝΑΙ. Για να συμβεί αυτό δεν χρειάζεται να κάνουμε τίποτα. Όσο περισσότερο προσπαθούμε να κάνουμε κάτι, τόσο περισσότερο μπλέκουμε στο δίχτυ της δραστηριότητας και βυθιζόμαστε στη σφαίρα της φαντασίας. Πρέπει να απορρίψουμε όλες αυτές τις προσπάθειες και να παραδοθούμε σε αυτό που πραγματικά είμαστε. Όταν εγκαταλειφθούμε εντελώς, θα αναδυθούμε στο ΕΙΝΑΙ.
Τότε... δεν θα υπάρχει βάθος, δεν θα υπάρχει επιφάνεια... όχι τίποτα...
Μια πραγματικότητα όλα... Από εδώ ξεκινά το Εσωτερικό Ταξίδι, στις Εσωτερικές Καταστάσεις, κόσμους... Και πέρα από αυτά, η Απέραντη Θεότητα...
Η ΣΥΝΕΙΔΗΤΟΤΗΤΑ (η παρούσα συνείδηση) είναι συνεχώς σε δραστηριότητα. Είτε είμαστε απορροφημένοι σε αυτή τη δραστηριότητα είτε προσπαθούμε να την ελέγξουμε, είμαστε στην ίδια κατάσταση δραστηριότητας. Δεν είναι αυτός ο τρόπος. Πρέπει να εξετάσουμε ήρεμα τις δραστηριότητες και να τις αφήσουμε να αναπτυχθούν χωρίς να απορροφηθούν κάπου. Μετά από κάποιο απροσδιόριστο χρονικό διάστημα όλα αυτά παύουν να έχουν σημασία. Τότε ήρθε η ώρα να τους αφήσουμε να φύγουν. Η Πρώτη Έξοδος από το φανταστικό βρίσκεται στην Καθαρή Αντίληψη που αγκαλιάζει όλη την Ύπαρξη. Είναι το Παγκόσμιο Πνεύμα. Αλλά αυτή δεν είναι η Υπέρτατη Πραγματικότητα. Και αυτό θα πρέπει να εγκαταλειφθεί για να αναδυθεί σε ΟΛΑ ΟΤΙ ΥΠΑΡΧΕΙ.
Είμαστε αυτό που είμαστε για πάντα. Δεν χρειάζεται να γίνουμε κάτι. Αυτές οι έννοιες (νομίζοντας ότι πρέπει να γίνουμε κάτι) είναι ανοησίες σκέψης. Όταν εξαντληθούν όλες οι μάταιες δραστηριότητες του νου, αποκαλύπτεται αυτό το Ποιοι Πραγματικά Είμαστε. Δεν χρειάζεται να κάνουμε τίποτα. Απλά πρέπει να παραδοθούμε σε αυτό που πραγματικά είμαστε απορρίπτοντας τη δραστηριότητα της σκέψης. Τόσο απλά, να χαλαρώσουμε, να εγκαταλείψουμε τον εαυτό μας, να αναδυθούμε στο Άπειρο, στο Αιώνιο. Οι παρανοήσεις μας ωθούν σε δραστηριότητα και αισθανόμαστε ανήσυχοι να γίνουμε κάτι. Έτσι παραμένουμε στον κύκλο της δραστηριότητας και δεν μπορούμε να «καταλάβουμε» τι πραγματικά είμαστε. Τελικά, μας φαίνεται εξαιρετικά δύσκολο να μην κάνουμε τίποτα. Να κάθεσαι ήσυχα, έτσι απλά, να μην κάνεις τίποτα. Αυτή είναι η Υπέρτατη Σοφία. Και ενώ είναι τόσο απλό, τόσο εύκολο και τόσο άνετο και πλήρες, δεν μπορούμε να το κάνουμε.
Οι βαθύτεροι ανθρώπινοι φόβοι
Εχθρός της ψυχικής αρμονίας και της ευτυχίας μας: ο φόβος, κρύβεται πίσω από καταστάσεις και πρόσωπα, πού είτε το θέλουμε είτε όχι, θα έρθουμε αντιμέτωποι. Τι είναι όμως αυτά που φοβόμαστε στην πραγματικότητα; Ίσως ένα από τα ουσιαστικότερα προβλήματα της ανθρωπότητας είναι να απαλλαγεί από το φόβο.
Είναι όμως κάτι τέτοιο εφικτό; Σαν αισιόδοξο άτομο, θα απαντήσω θετικά, σε ένα βαθμό τουλάχιστον. Όμως επειδή «παίζουμε» με το υποσυνείδητο-στο οποίο κρύβεται ο φόβος- και μάλιστα σε έναν δύσκολο «αγώνα», θα αρκεστώ στην καταγραφή μερικών καταστάσεων που τρομάζουν την πλειοψηφία των ανθρώπων, προσπαθώντας ταυτόχρονα να δω και τον τρόπο με τον οποίο μπορούμε να βγούμε δυνατοί μέσα από κάτι τέτοιο.
Το άγνωστο
Όταν το μυαλό μάς δίνει εντολές να προχωρήσουμε σε κάτι, θέλουμε αυτομάτως να γνωρίζουμε «τι μας περιμένει εκεί». Με αυτόν τον τρόπο ασυναίσθητα νιώθουμε μια σιγουριά, ότι «το ελέγχουμε». Όταν όμως μπροστά μας βρίσκεται το άγνωστο, νιώθουμε μετέωροι και φοβισμένοι, σα να πατάμε στο κενό, σα να βαδίζουμε σε έναν δρόμο χωρίς να βλέπουμε που συνεχίζει και πού τελειώνει. Χαρακτηριστικό παράδειγμα το σκοτάδι, που πολλοί από μας φοβόμασταν μικροί (ή και μεγαλύτεροι)! Ο φόβος για το άγνωστο συνήθως συνδυάζεται με το ερωτηματικό για το μέλλον, μιας και κανείς δε μπορεί να το προβλέψει.
Μέσα από το αχανές αυτό συναίσθημα του αγνώστου, ο άνθρωπος εξελίχθηκε από τα βάθη των αιώνων, ακριβώς επειδή ένιωθε πώς έπρεπε να ανακαλύψει νέα πράγματα, που θα τον βοηθούσαν να πάει ένα βήμα παραπέρα, να έρθει πιο κοντά στη γνώση. Εξάλλου, πριν κάποιος τολμήσει, όλα τα ανθρώπινα επιτεύγματα ήταν άγνωστα.
Ο πόνος
Είτε μια δυσάρεστη αίσθηση στο ανθρώπινο σώμα, είτε ένα «βάρος» στην καρδιά, ο πόνος αποτελεί ένα καθαρά υποκειμενικό συναίσθημα που (συνήθως και οι περισσότεροι) προσπαθούμε να μείνουμε μακρυά, στο βαθμό που κάτι τέτοιο είναι εφικτό. Φοβόμαστε τον πόνο γιατί τον έχουμε συνδέσει με αρνητικές εικόνες: νοσοκομεία, ακινησία, θλίψη, αδράνεια, (ειδικά στα άτομα που υποφέρουν από χρόνιο πόνο) ακόμη και θάνατο. Το να μένουμε μακριά από πράγματα που μας πονάνε, αποτελεί ένα από τα βασικότερα ανθρώπινα ένστικτα.
Όταν δε μιλάμε για... ψυχικό πόνο, αλλά για σωματικό, τα φάρμακα κάνουν συνήθως πολύ καλά τη δουλειά τους. Α και μην ξεχνάμε πώς ο πόνος είναι καλός μαρτυριάρης. Μας δείχνει, με το «αζημίωτο» φυσικά, τι δε πάει καλά στον οργανισμό μας, ώστε να προστατευτούμε.
Η μοναξιά
Πόσα τραγούδια έχουν γραφτεί για τη μοναξιά; Άλλα την εξυμνούν, άλλα εκφράζουν το φόβο και την αδυναμία του ανθρώπου απέναντι στην ισχυρή παρουσία της. Τι παράδοξο! Η μόνη παρουσία που ισοδυναμεί με απουσία όλων των άλλων. Ο φόβος της μοναξιάς πηγάζει από την ανυπέρβλητη ανάγκη του ανθρώπου να βρίσκεται με άλλα όντα. Γι’ ακόμη μια φορά, εξάλλου, η προσπάθεια να μην είμαστε μόνοι μας, αποτελεί ένα ένστικτο επιβίωσης. Επιπλέον, απορρίπτουμε τη μοναξιά γιατί φοβόμαστε πώς οι πράξεις μας δε θα έχουν κανένα νόημα αν κάποιος δεν τις παρατηρήσει. Όπως λέει και ένα ρητό «Αν ένα δέντρο πέσει στο δάσος και κανείς δεν είναι εκεί γύρω για να το ακούσει, κάνει τελικά κάποιον ήχο;»
Κάποιοι στη λέξη μοναξιά «διαβάζουν» τη μόν-η αξία της ζωής, θεωρώντας πώς, αποκλειστικά μέσα από αυτήν, μπορεί ο άνθρωπος να γνωρίσει καλύτερα τον εαυτό του, αλλά και να πάρει σπουδαίες αποφάσεις για τη ζωή του…
Απώλεια της ελευθερίας
Το να χάσει κανείς την ελευθερία του αποτελεί έναν από τους μεγαλύτερους, τρομακτικούς θα έλεγα, φόβους. Ένα μοναδικό αγαθό που ταυτόχρονα αποτελεί δικαίωμα όλων, η ελευθερία ανέκαθεν ήταν αντικείμενο διεκδίκησης από τον άνθρωπο, σε όλες τις μορφές της. Όταν όμως νιώθουμε ότι καταπατάται, πνίγεται ή περιορίζεται, τότε γεννιέται ο φόβος. Όλοι μας έχουμε σκεφτεί τι θα συνέβαινε αν χάναμε τη δύναμη να ελέγχουμε εμείς οι ίδιοι τη ζωή μας. Και κάθε φορά που περνάει από το μυαλό μας, μας κατακλύζουν και αρνητικά συναισθήματα, πνιγόμαστε και σκεφτόμαστε αμέσως κάτι άλλο.
Σε κάποιες περιπτώσεις η ακριβής έννοια της ελευθερίας αναπροσαρμόζεται. Π.χ. «Ελεύθεροι» δεν είμαστε μέσα σε ένα γάμο, αλλά αυτό δεν είναι απαραίτητα κακό μιας και αποτελεί επιλογή μας. Σε πιο σοβαρές περιπτώσεις στέρησης της ελευθερίας, το μόνο "αντίδοτο" που θα μπορούσα να σκεφτώ είναι η βαθιά υπομονή, ή και η προσπάθεια για ανατροπή της κατάστασης, με όποιο κόστος.
Ο θάνατος
Από πού ερχόμαστε και πού πηγαίνουμε; Είναι ένα θέμα που απασχολεί την ανθρωπότητα και δε νομίζω να βρεθεί ποτέ απάντηση. Το μόνο σίγουρο είναι ότι κάποια στιγμή θα φύγουμε από τη ζωή και αυτό μας τρομάζει. Όχι μόνο γιατί δε γνωρίζουμε αν και τι υπάρχει μεταθάνατον, -παρόλο που πολλές θρησκείες δηλώνουν σίγουρες πως κάτι υπάρχει-, αλλά και γιατί φοβόμαστε τον τρόπο που θα φύγουμε από τον κόσμο. Ο θάνατος σε βρίσκει μόνο, συνήθως με πόνο αλλά και αναπάντεχα… Συνδυάζει δηλαδή πολλούς από τους παραπάνω ανθρώπινους φόβους, καθιστώντας τον έτσι έναν από τους ισχυρότερους που βιώνει η ανθρώπινη φύση.
Επειδή κανείς από μας δεν τον έχει γνωρίσει, δε μπορεί, ή μάλλον δε πρέπει να τον φοβάται, αλλά να τον αντιμετωπίζει σαν φυσική «κατάληξή» του. Το κατάληξη το βάζω σε εισαγωγικά ακριβώς γιατί δεν μπορούμε να ξέρουμε τι υπάρχει μετά από αυτόν. Ίσως ο θάνατος μπορεί να λειτουργήσει σαν κάτι που μας ωθεί να γίνουμε καλύτερα όντα όσο ζούμε, να δημιουργήσουμε μια ζωή γεμάτη νόημα, εκεί που ο θάνατος είναι το μόνο βέβαιο.
Δεν αμφιβάλλω ότι ο καθένας από μας είναι διαφορετικός και μπορεί να προσθέσει πολλούς ακόμη φόβους στη… δική του λίστα. Φόβος της αποτυχίας, της κοροϊδίας, της απόρριψης, των γηρατειών. Ένας προσωπικός μου φόβος είναι ο φόβος της απώλειας της αγάπης αλλά και των αγαπημένων μου προσώπων. Αυτό που όμως μπορώ να πω σχεδόν με σιγουριά, λόγω του καιρού- και θα μιλήσω τουλάχιστον για τα νέα παιδιά μιας και είμαι ένα από αυτά- είναι ότι ίσως ο μεγαλύτερος φόβος που έχουμε σήμερα είναι το «αύριο». Κάτι που παλαιότερα μας γέμιζε χαρά, ανυπομονησία και ελπίδα, τώρα μας τρομάζει, βάζοντάς φραγμό στα άλλοτε όνειρά μας.
Όπως όμως όλοι οι φόβοι έχουν και την άλλη οπτική τους, μιας και μέσα από αυτούς μπορούμε να βγούμε δυνατότεροι , έτσι ισχύει και για αυτόν. Γιατί τουλάχιστον, το αύριο, είναι στο χέρι μας, ακόμα και αν πολλοί φοβόμαστε να συνειδητοποιήσουμε μέχρι και αυτό.
Είναι όμως κάτι τέτοιο εφικτό; Σαν αισιόδοξο άτομο, θα απαντήσω θετικά, σε ένα βαθμό τουλάχιστον. Όμως επειδή «παίζουμε» με το υποσυνείδητο-στο οποίο κρύβεται ο φόβος- και μάλιστα σε έναν δύσκολο «αγώνα», θα αρκεστώ στην καταγραφή μερικών καταστάσεων που τρομάζουν την πλειοψηφία των ανθρώπων, προσπαθώντας ταυτόχρονα να δω και τον τρόπο με τον οποίο μπορούμε να βγούμε δυνατοί μέσα από κάτι τέτοιο.
Το άγνωστο
Όταν το μυαλό μάς δίνει εντολές να προχωρήσουμε σε κάτι, θέλουμε αυτομάτως να γνωρίζουμε «τι μας περιμένει εκεί». Με αυτόν τον τρόπο ασυναίσθητα νιώθουμε μια σιγουριά, ότι «το ελέγχουμε». Όταν όμως μπροστά μας βρίσκεται το άγνωστο, νιώθουμε μετέωροι και φοβισμένοι, σα να πατάμε στο κενό, σα να βαδίζουμε σε έναν δρόμο χωρίς να βλέπουμε που συνεχίζει και πού τελειώνει. Χαρακτηριστικό παράδειγμα το σκοτάδι, που πολλοί από μας φοβόμασταν μικροί (ή και μεγαλύτεροι)! Ο φόβος για το άγνωστο συνήθως συνδυάζεται με το ερωτηματικό για το μέλλον, μιας και κανείς δε μπορεί να το προβλέψει.
Μέσα από το αχανές αυτό συναίσθημα του αγνώστου, ο άνθρωπος εξελίχθηκε από τα βάθη των αιώνων, ακριβώς επειδή ένιωθε πώς έπρεπε να ανακαλύψει νέα πράγματα, που θα τον βοηθούσαν να πάει ένα βήμα παραπέρα, να έρθει πιο κοντά στη γνώση. Εξάλλου, πριν κάποιος τολμήσει, όλα τα ανθρώπινα επιτεύγματα ήταν άγνωστα.
Ο πόνος
Είτε μια δυσάρεστη αίσθηση στο ανθρώπινο σώμα, είτε ένα «βάρος» στην καρδιά, ο πόνος αποτελεί ένα καθαρά υποκειμενικό συναίσθημα που (συνήθως και οι περισσότεροι) προσπαθούμε να μείνουμε μακρυά, στο βαθμό που κάτι τέτοιο είναι εφικτό. Φοβόμαστε τον πόνο γιατί τον έχουμε συνδέσει με αρνητικές εικόνες: νοσοκομεία, ακινησία, θλίψη, αδράνεια, (ειδικά στα άτομα που υποφέρουν από χρόνιο πόνο) ακόμη και θάνατο. Το να μένουμε μακριά από πράγματα που μας πονάνε, αποτελεί ένα από τα βασικότερα ανθρώπινα ένστικτα.
Όταν δε μιλάμε για... ψυχικό πόνο, αλλά για σωματικό, τα φάρμακα κάνουν συνήθως πολύ καλά τη δουλειά τους. Α και μην ξεχνάμε πώς ο πόνος είναι καλός μαρτυριάρης. Μας δείχνει, με το «αζημίωτο» φυσικά, τι δε πάει καλά στον οργανισμό μας, ώστε να προστατευτούμε.
Η μοναξιά
Πόσα τραγούδια έχουν γραφτεί για τη μοναξιά; Άλλα την εξυμνούν, άλλα εκφράζουν το φόβο και την αδυναμία του ανθρώπου απέναντι στην ισχυρή παρουσία της. Τι παράδοξο! Η μόνη παρουσία που ισοδυναμεί με απουσία όλων των άλλων. Ο φόβος της μοναξιάς πηγάζει από την ανυπέρβλητη ανάγκη του ανθρώπου να βρίσκεται με άλλα όντα. Γι’ ακόμη μια φορά, εξάλλου, η προσπάθεια να μην είμαστε μόνοι μας, αποτελεί ένα ένστικτο επιβίωσης. Επιπλέον, απορρίπτουμε τη μοναξιά γιατί φοβόμαστε πώς οι πράξεις μας δε θα έχουν κανένα νόημα αν κάποιος δεν τις παρατηρήσει. Όπως λέει και ένα ρητό «Αν ένα δέντρο πέσει στο δάσος και κανείς δεν είναι εκεί γύρω για να το ακούσει, κάνει τελικά κάποιον ήχο;»
Κάποιοι στη λέξη μοναξιά «διαβάζουν» τη μόν-η αξία της ζωής, θεωρώντας πώς, αποκλειστικά μέσα από αυτήν, μπορεί ο άνθρωπος να γνωρίσει καλύτερα τον εαυτό του, αλλά και να πάρει σπουδαίες αποφάσεις για τη ζωή του…
Απώλεια της ελευθερίας
Το να χάσει κανείς την ελευθερία του αποτελεί έναν από τους μεγαλύτερους, τρομακτικούς θα έλεγα, φόβους. Ένα μοναδικό αγαθό που ταυτόχρονα αποτελεί δικαίωμα όλων, η ελευθερία ανέκαθεν ήταν αντικείμενο διεκδίκησης από τον άνθρωπο, σε όλες τις μορφές της. Όταν όμως νιώθουμε ότι καταπατάται, πνίγεται ή περιορίζεται, τότε γεννιέται ο φόβος. Όλοι μας έχουμε σκεφτεί τι θα συνέβαινε αν χάναμε τη δύναμη να ελέγχουμε εμείς οι ίδιοι τη ζωή μας. Και κάθε φορά που περνάει από το μυαλό μας, μας κατακλύζουν και αρνητικά συναισθήματα, πνιγόμαστε και σκεφτόμαστε αμέσως κάτι άλλο.
Σε κάποιες περιπτώσεις η ακριβής έννοια της ελευθερίας αναπροσαρμόζεται. Π.χ. «Ελεύθεροι» δεν είμαστε μέσα σε ένα γάμο, αλλά αυτό δεν είναι απαραίτητα κακό μιας και αποτελεί επιλογή μας. Σε πιο σοβαρές περιπτώσεις στέρησης της ελευθερίας, το μόνο "αντίδοτο" που θα μπορούσα να σκεφτώ είναι η βαθιά υπομονή, ή και η προσπάθεια για ανατροπή της κατάστασης, με όποιο κόστος.
Ο θάνατος
Από πού ερχόμαστε και πού πηγαίνουμε; Είναι ένα θέμα που απασχολεί την ανθρωπότητα και δε νομίζω να βρεθεί ποτέ απάντηση. Το μόνο σίγουρο είναι ότι κάποια στιγμή θα φύγουμε από τη ζωή και αυτό μας τρομάζει. Όχι μόνο γιατί δε γνωρίζουμε αν και τι υπάρχει μεταθάνατον, -παρόλο που πολλές θρησκείες δηλώνουν σίγουρες πως κάτι υπάρχει-, αλλά και γιατί φοβόμαστε τον τρόπο που θα φύγουμε από τον κόσμο. Ο θάνατος σε βρίσκει μόνο, συνήθως με πόνο αλλά και αναπάντεχα… Συνδυάζει δηλαδή πολλούς από τους παραπάνω ανθρώπινους φόβους, καθιστώντας τον έτσι έναν από τους ισχυρότερους που βιώνει η ανθρώπινη φύση.
Επειδή κανείς από μας δεν τον έχει γνωρίσει, δε μπορεί, ή μάλλον δε πρέπει να τον φοβάται, αλλά να τον αντιμετωπίζει σαν φυσική «κατάληξή» του. Το κατάληξη το βάζω σε εισαγωγικά ακριβώς γιατί δεν μπορούμε να ξέρουμε τι υπάρχει μετά από αυτόν. Ίσως ο θάνατος μπορεί να λειτουργήσει σαν κάτι που μας ωθεί να γίνουμε καλύτερα όντα όσο ζούμε, να δημιουργήσουμε μια ζωή γεμάτη νόημα, εκεί που ο θάνατος είναι το μόνο βέβαιο.
Δεν αμφιβάλλω ότι ο καθένας από μας είναι διαφορετικός και μπορεί να προσθέσει πολλούς ακόμη φόβους στη… δική του λίστα. Φόβος της αποτυχίας, της κοροϊδίας, της απόρριψης, των γηρατειών. Ένας προσωπικός μου φόβος είναι ο φόβος της απώλειας της αγάπης αλλά και των αγαπημένων μου προσώπων. Αυτό που όμως μπορώ να πω σχεδόν με σιγουριά, λόγω του καιρού- και θα μιλήσω τουλάχιστον για τα νέα παιδιά μιας και είμαι ένα από αυτά- είναι ότι ίσως ο μεγαλύτερος φόβος που έχουμε σήμερα είναι το «αύριο». Κάτι που παλαιότερα μας γέμιζε χαρά, ανυπομονησία και ελπίδα, τώρα μας τρομάζει, βάζοντάς φραγμό στα άλλοτε όνειρά μας.
Όπως όμως όλοι οι φόβοι έχουν και την άλλη οπτική τους, μιας και μέσα από αυτούς μπορούμε να βγούμε δυνατότεροι , έτσι ισχύει και για αυτόν. Γιατί τουλάχιστον, το αύριο, είναι στο χέρι μας, ακόμα και αν πολλοί φοβόμαστε να συνειδητοποιήσουμε μέχρι και αυτό.
Εσύ να είσαι πιο γενναίος από τα καλύτερα που θα έρθουν
Τα καλύτερα θα ερχόντουσαν. Όταν σου χτύπησαν το χέρι στην πλάτη και σου είπαν πως δεν τους κάνεις. Όταν σε χώρισαν και σου πέταξαν στα μούτρα ότι σου αξίζει κάτι καλύτερο.
Τότε που απέτυχες τους στόχους. Τις επιθυμίες. Τα βράδια που έμεινες καταμεσής στο πέλαγο με τα κύματα να σαλεύουν.
Τότε που πήρες μια γεύση από το θεριό. Πικρή. Τότε που έχασες το γονιό σου, τον σύντροφο σου, το παιδί σου.
Μα τελικά δεν ήρθαν ποτέ αυτά τα έρμα τα καλύτερα. Έστεκες φρουρός στο αγιάζι να τα καρτεράς και τελικά δεν ήρθαν ποτέ.
Τι σε έκανε πιο δυνατό ίσως μη μάθεις. Τα καλύτερα που θα ερχόντουσαν; Η προσμονή; Η δύναμη να μένεις όρθιος; Η ελπίδα ότι θα έρθουν στο τέλος;
Ποιος ξέρει ίσως εσύ να είσαι πιο γενναίος από τα καλύτερα που θα έρθουν.
Τότε που απέτυχες τους στόχους. Τις επιθυμίες. Τα βράδια που έμεινες καταμεσής στο πέλαγο με τα κύματα να σαλεύουν.
Τότε που πήρες μια γεύση από το θεριό. Πικρή. Τότε που έχασες το γονιό σου, τον σύντροφο σου, το παιδί σου.
Μα τελικά δεν ήρθαν ποτέ αυτά τα έρμα τα καλύτερα. Έστεκες φρουρός στο αγιάζι να τα καρτεράς και τελικά δεν ήρθαν ποτέ.
Τι σε έκανε πιο δυνατό ίσως μη μάθεις. Τα καλύτερα που θα ερχόντουσαν; Η προσμονή; Η δύναμη να μένεις όρθιος; Η ελπίδα ότι θα έρθουν στο τέλος;
Ποιος ξέρει ίσως εσύ να είσαι πιο γενναίος από τα καλύτερα που θα έρθουν.
Να είσαι. Μη προσπαθείς να γίνεις
“Η θλίψη έρχεται, η χαρά έρχεται, και όλα περνούν. Αυτό που απομένει πάντα είναι ο παρατηρητής. Ο παρατηρητής είναι πέρα από κάθε πολικότητα.”
Όλα έρχονται και φεύγουν. Ανάμεσα στο τικ και το τοκ την ανατολής και της δύσης μας, υπάρχει μια αλυσίδα από άπειρες στιγμές σε διάφορα χρώματα και νότες. Όταν ταυτιζόμαστε με αυτές, γινόμαστε αυτές. Και στα πάνω, και στα κάτω τους. Όταν μαθαίνουμε να γινόμαστε παρατηρητές, αυξάνεται η απόσταση αποταύτισης ξεπερνώντας τους χρωματισμούς και τις πολικότητες. Το κλειδί είναι η κατά βούληση μεταφορά της συνείδησης, ανά πάσα στιγμή και ταυτόχρονα, από την στιγμή, στην παρατήρηση, και αντίστροφα.
“Να είσαι. Μη προσπαθείς να γίνεις. Ανάμεσα σε αυτές τις δύο λέξεις, είμαι και γίνομαι, εμπεριέχεται όλη σου η ζωή.”
Το να είσαι, είναι Φώτιση. Το να γίνεσαι, είναι άγνοια. Εδώ υπάρχει ένα συνειδησιακό παράδοξο. Η ανάπτυξη και εξέλιξη είναι βασικό συστατικό της ενσάρκωσής μας, ή αλλιώς της ζωής μας εδώ. Το κλειδί είναι πως σε κάθε σημείο, το να είσαι στο κέντρο σου σε απόλυτη ευδαιμονία και πληρότητα ανεξαρτήτως συνθηκών, είναι ο στόχος. Η συνεχόμενη ευδαιμονία και πληρότητα, μαζί με αντιληπτική εξέλιξη σε συνείδηση αντίληψη γνώση και εμπειρία, είναι ο Δρόμος.
“Θα προχωράς συνεχώς προς την τελειότητα, αλλά δε θα γίνεις ποτέ τέλειος. Η τελειότητα δεν είναι ο δρόμος της ύπαρξης, αλλά η εξέλιξη.”
Σε αντίθεση με το προηγούμενο, σαν ένα διαφορετικό αντιληπτικό πρίσμα μας λέει πως αν ο κόσμος ήταν τέλειος, όλα θα σταματούσαν. Η εξέλιξη είναι αυτό που δημιουργεί την κίνηση. Και η κίνηση αυτό που δημιουργεί την εξέλιξη. Κι όπως πιο σύγχρονα αναφέρουν και διάφοροι διανοητές, το κλειδί της ικανοποίησης και της χαράς είναι στην καθημερινή αναβάθμιση. Κάθε μέρα, να έχεις γίνει καλύτερος και καλύτερη σε κάτι. Είτε αυτό είναι η συμπεριφορά σου, η σκέψη σου, ή ακόμα κι ο τρόπος που περπατάς. Κάποτε ένας πολύ καλός φίλος δάσκαλος, έλεγε πως ο “δρόμος” είναι να ασκήσαι συνεχώς σε οτιδήποτε κάνεις. Ακόμα και όταν πλένεις τα δόντια σου, ή όταν φτιάχνεις ένα τσάι. Έτσι, θα είσαι ένα βήμα πιο κοντά στην εξελικτική αρμονία της ύπαρξης.
“Η Αλήθεια δεν είναι κάτι εξωτερικό που πρέπει να ανακαλυφθεί. Είναι κάτι μέσα σου που περιμένει να το διαπιστώσεις.”
Πολλοί ψάχνουμε χρόνια για κάτι έξω από εμάς. Σε καταστάσεις, δουλειές, ανθρώπους. Όσο καλοί ή όχι είναι οι καθρέφτες μέσα από τους οποίους προσπαθούμε να μας ανακαλύψουμε, η απόλυτη πυξίδα, πηγή πληρότητας και πληροφορίας, προορισμός και χάρτης, είναι μέσα μας.
“Για να πετύχεις κάτι πρέπει να απαρνηθείς κάτι άλλο.”
Χωρίς να σημαίνει πως ισχύει για τα πάντα, πολλές φορές χρειάζεται να θυσιάσεις κάτι για κάτι άλλο. Το κάθε βήμα σου είναι μια επιλογή: Πίσω, πλάι, εμπρός, διαγώνια. Η κάθε επιλογή είναι μια απόφαση. Και η κάθε θετική απόφαση προς κάτι ή κάποιον, είναι ταυτόχρονα και αρνητική ως προς το άλλο κάτι ή τον κάποιον άλλον. Το να μείνεις σπίτι να χαλαρώσεις, σημαίνει πως λες όχι σε μια έξοδο και αντίστροφα. Το να βγεις με ένα φίλο, σημαίνει πως λες όχι στο να μείνεις μόνος ή μόνη. Το να ζήσεις το όνειρό σου σημαίνει πως θα πεις όχι στην αδράνεια του φόβου, και αντίστροφα.
“Ένας μαθητής πρέπει να είναι απόλυτα θηλυκός, δεκτικός, σαν μια μήτρα”
Ανεξαρτήτως φύλλου, εδώ μιλάει για την θηλυκή ενέργεια που εμπεριέχεται σε κάθε σώμα και ψυχή. Μία από τις ιδιότητές της είναι να δέχεται, να λαμβάνει, να απορροφά σαν σφουγγάρι, με αποτέλεσμα κατόπιν αφομοίωσης και εκκόλαψης, να προσδώσει νέα υπόσταση και καρπούς, πηγαίνοντας την γνώση ένα βήμα παραπέρα.
“Όταν ο μαθητής είναι έτοιμος, τότε εμφανίζεται και ο Διδάσκαλος.”
Είναι κάτι που θα έχεις ακούσεις, αλλά παρακάτω μιλάει και για το αντίστροφο. Πως όταν είναι έτοιμος ο Δάσκαλος, τότε εμφανίζεται και ο μαθητής. Λέει πως ένας δάσκαλος είναι εξίσου τυχερός και ευλογημένος όταν βρίσκει έναν τέτοιο μαθητή, ένα φιλόξενο δοχείο στο οποίο να μπορεί να μεταφέρει την γνώση. Σαν άγκυρα για να την φέρει από το πνεύμα στην ύλη, και έτσι η γνώση να γειωθεί και να συνεχιστεί. Όσο λέμε πως είναι δύσκολο να βρεις έναν καλό και σωστό δάσκαλο, άλλο τόσο δύσκολο είναι να βρεθεί ένας καλός και άξιος μαθητής. Αυτό πρέπει να το έχουν υπόψη και οι δύο σε μία σχέση όπου η ανταλλαγή αν και διαφορετική, είναι τουλάχιστον ισότιμη σε ειδικό βάρος.
“Κόψε τη ρίζα του δέντρου και τα φύλλα θα μαραθούν. Κόψε τη ρίζα του μυαλού σου και η προσκόληση πέφτει.”
Αν τα όποια μη ωφέλιμα χαρακτηριστικά, προβλήματα ή πεποιθήσεις είναι τα φύλλα του δέντρου σου, με το να τα κλαδεύεις το μόνο που θα καταφέρεις είναι να τα αυξήσεις. Όπως τα κεφάλια της Λερναίας Ύδρας. Ο μόνος τρόπος είναι μέσω αυτογνωσίας ή ψυχοθεραπείας να βρεις την ρίζα τους, και να την κόψεις. Μόνο έτσι θα πάρεις και το μάθημα, και την θεραπεία, αλλά και θα γλυτώσεις την επανάληψη με διαφορετικές καταστάσεις ή ηθοποιούς, αλλά του ίδιου μοτίβου.
“Το κούφιο καλάμι γίνεται ένα φλάουτο, και αρχίζεις να παίζεις μ’ αυτό.”
Αν θέλεις να λάβεις το Θείο μέσα σου, ή να του επιτρέψεις να βγει από μέσα σου, πρέπει να είσαι άδειος. Όταν είσαι άδειος από προβληματισμούς, σκέψεις, έννοιες, θέλω και προσδοκίες, τότε δεν υπάρχει εμπόδιο. Και το Πνεύμα ως άνεμος, θα περάσει από μέσα σου και θα τραγουδίσει όπως ο αέρας που περνά μέσα από το φλάουτο. Αυτή είναι η μη σκέψη μέσω διαλογισμού (λογισμού Διός), και μαζί με την εσωτερική καθαρότητα, θα δημιουργήσει τον κατάλληλο Χώρο μέσα σου. Και όταν είσαι έτοιμος, αλλά δεν περιμένεις, τότε θα λάβεις.
“Το κενό δεν χρειάζεται στήριγμα. Αναζήτησε τον σκοπό και θα τον χάσεις, γιατί με την αναζήτησή σου ενισχύεις τον αναζητητή.”
Όταν σταματήσεις να αναζητάς τον σκοπό, τότε θα τον ανακαλύψεις. Η ίδια η έννοια και η ταύτιση της αναζήτησης, γίνεται το εμπόδιο. Κι αυτό γιατί σε βγάζει από το τώρα. Το τώρα της πληρότητας. Αυξάνει τον αναζητητή, το εγώ. Η ψυχή γνωρίζει, είναι. Το εγώ θέλει επιβεβαίωση και σκοπό. Κανείς δε το φτάνει. Όταν όμως είναι ακίνητος, καθαρός, άδειος και έτοιμος όπως το κενό, τότε Εκείνος έρχεται.
“Χρειάζεται κάποιο σκοτάδι για να δεις τα αστέρια”
Το φως είναι υπέροχο, είναι πληροφορία, είναι ζωή, είναι αγάπη. Μερικές φορές όμως χρειάζεται και το σκοτάδι για να διακρίνεις κάποια πράγματα που δεν μπορούσες να διακρίνεις στο φως. Δεν υπάρχει τίποτα φτιαγμένο από λάθος ή ατύχημα στην ύπαρξη. Αξιοποίησέ το ηθικά, με σοφία και διάκριση.
“Η ζωή ξεκινάει εκεί που τελειώνει ο φόβος”
Ο φόβος είναι συστολή, μάζεμα, συρρίκνωση. Η ζωή είναι ανοιχτή αγκαλιά, διαστολή, επέκταση. Υπάρχουν αόρατα σύνορα, ανάμεσα σε ζωή και φόβο, σε αγάπη και φόβο, σε πληρότητα και φόβο. Η ζώνη ασφαλείας είναι ένα από αυτά, μιας και έξω της κατοικεί ο φόβος του αγνώστου. Όταν γνωρίσεις ποιος και ποια είσαι, και καταλάβεις τις δυνάμεις σου, τότε θα καταλάβεις και πως δεν υπάρχει τίποτε έξω από σένα το οποίο αξίζει να φοβάσαι. Ο φόβος μπορεί σε ένα μικρό βαθμό να σε προετοιμάζει, αλλά αν τον αφήσεις, σε περιορίζει. Αξιοποίησέ τον. Κι όταν σου λένε πρόσεχε τις καταιγίδες, εσύ να λες είμαι η καταιγίδα, και το ουράνιο τόξο μαζί. Το έξω σου είναι το μέσα σου.
“Η αληθινή ερώτηση δεν είναι αν υπάρχει ζωή μετά θάνατον. Η αληθινή ερώτηση είναι αν είσαι ζωντανός πριν πεθάνεις.”
Το μήνυμα είναι διπλό. Αρχικά η ερώτηση είναι τι είναι ζωή; Αυτό που ζούμε τώρα; Ή μήπως αυτό είναι το όνειρο, κι όταν ξυπνήσουμε μέσω του “θανάτου” ζούμε την αληθινή;
Το δεύτερο μήνυμα είναι το κατά πόσο ζεις, όσο είσαι ζωντανός. Είσαι η στιγμή; Ή ζεις στο παρελθόν και στο μέλλον, χάνοντας το κάθε παρόν σου; Που βρίσκεται η συνείδησή σου; Στον φόβο; Στην μελαγχολία; Στην προσδοκία; Στην ανάμνηση; Ή στην ευγνωμοσύνη την αγάπη και την ευδαιμονία του τώρα; Όπως έλεγε κι ο Επίκουρος, δεν υπάρχει λόγος να φοβάσαι τον θάνατο σου. Όταν είσαι εδώ, απουσιάζει. Κι όταν έρχεται, λείπεις εσύ. Οπότε εξ ορισμού δεν θα τον συναντήσεις, άρα και δε χρειάζεται να τον φοβάσαι. Αυτό που έχει σημασία, είτε είναι όνειρο, είτε όχι, είναι να ζεις την κάθε στιγμή.
“Ζήσε την ζωή σου βάση δύο αρχών. Ζήσε το σήμερα σαν να ήταν η τελευταία σου μέρα στη γη. Και ζήσε το σήμερα, σα να πρόκειται να ζήσεις για πάντα”
Με λίγα λόγια, κάνε (σχεδόν) ό,τι θα έκανες αν είχες 24 ώρες ζωής. Αλλά και ζήσε, σαν να ήσουν αθάνατος. Αγάπησε, τρέξε, κάνε πράγματα, βγάλε από μέσα σου ό,τι σε βασανίζει, ζήτα τις συγγνώμες που πρέπει, μοιράσου όσα έχεις ανάγκη, κάνε όσα λέει το μέσα σου και μην υπολογίζεις κανέναν από εκείνους που δε σε καταλαβαίνουν ή σε κρατάνε πίσω. Τα όνειρα και η ζωή είναι δικά σου, κανείς δε θα τα ζήσει για σένα.
“Βρες την έκσταση μέσα σου. Δεν είναι εκεί έξω. Αλλά κατοικεί στο πιο εσωτερικό σου άνθισμα. Αυτός και αυτή που αναζητάς, είσαι εσύ.”
Κανένα ναρκωτικό, κανένα νοοτροπικό, καμία κατάσταση ή άνθρωπος δεν πρόκειται να σου δώσει την διάρκεια στην εσωτερική πληρότητα και ευδαιμονία. Οτιδήποτε έξω από εσένα είναι πλασματικό και προσωρινό, όπως μία ένεση ή ένα συμπλήρωμα. Αυτό πρέπει να το καταλάβεις. Αλλιώς θα βιώνεις συνεχώς επαναλαμβανόμενους κύκλους με εναλλαγές πόνου και χαράς, τραύματος και θεραπείας, γοητείας και απογοήτευσης, ενθουσιασμού και πλήξης. Όσο ψάχνεις έξω από σένα, δίνεις τη δύναμή σου έξω από εσένα. Ξαναδιάβασε το προηγούμενο αρκετές φορές. Ό,τι ψάχνεις είναι μέσα σου. Όλη η αγάπη, όλες οι αγκαλιές, η τρυφερότητα, η φροντίδα, η κατανόηση, η παρέα, τα πάντα. Δεν είναι εύκολο, το ξέρω. Όμως γίνεται. Κι όταν τα βρεις μέσα σου, τότε ως δια μαγείας, θα τα βρεις και έξω από εσένα. Θυμήσου το
Όλα έρχονται και φεύγουν. Ανάμεσα στο τικ και το τοκ την ανατολής και της δύσης μας, υπάρχει μια αλυσίδα από άπειρες στιγμές σε διάφορα χρώματα και νότες. Όταν ταυτιζόμαστε με αυτές, γινόμαστε αυτές. Και στα πάνω, και στα κάτω τους. Όταν μαθαίνουμε να γινόμαστε παρατηρητές, αυξάνεται η απόσταση αποταύτισης ξεπερνώντας τους χρωματισμούς και τις πολικότητες. Το κλειδί είναι η κατά βούληση μεταφορά της συνείδησης, ανά πάσα στιγμή και ταυτόχρονα, από την στιγμή, στην παρατήρηση, και αντίστροφα.
“Να είσαι. Μη προσπαθείς να γίνεις. Ανάμεσα σε αυτές τις δύο λέξεις, είμαι και γίνομαι, εμπεριέχεται όλη σου η ζωή.”
Το να είσαι, είναι Φώτιση. Το να γίνεσαι, είναι άγνοια. Εδώ υπάρχει ένα συνειδησιακό παράδοξο. Η ανάπτυξη και εξέλιξη είναι βασικό συστατικό της ενσάρκωσής μας, ή αλλιώς της ζωής μας εδώ. Το κλειδί είναι πως σε κάθε σημείο, το να είσαι στο κέντρο σου σε απόλυτη ευδαιμονία και πληρότητα ανεξαρτήτως συνθηκών, είναι ο στόχος. Η συνεχόμενη ευδαιμονία και πληρότητα, μαζί με αντιληπτική εξέλιξη σε συνείδηση αντίληψη γνώση και εμπειρία, είναι ο Δρόμος.
“Θα προχωράς συνεχώς προς την τελειότητα, αλλά δε θα γίνεις ποτέ τέλειος. Η τελειότητα δεν είναι ο δρόμος της ύπαρξης, αλλά η εξέλιξη.”
Σε αντίθεση με το προηγούμενο, σαν ένα διαφορετικό αντιληπτικό πρίσμα μας λέει πως αν ο κόσμος ήταν τέλειος, όλα θα σταματούσαν. Η εξέλιξη είναι αυτό που δημιουργεί την κίνηση. Και η κίνηση αυτό που δημιουργεί την εξέλιξη. Κι όπως πιο σύγχρονα αναφέρουν και διάφοροι διανοητές, το κλειδί της ικανοποίησης και της χαράς είναι στην καθημερινή αναβάθμιση. Κάθε μέρα, να έχεις γίνει καλύτερος και καλύτερη σε κάτι. Είτε αυτό είναι η συμπεριφορά σου, η σκέψη σου, ή ακόμα κι ο τρόπος που περπατάς. Κάποτε ένας πολύ καλός φίλος δάσκαλος, έλεγε πως ο “δρόμος” είναι να ασκήσαι συνεχώς σε οτιδήποτε κάνεις. Ακόμα και όταν πλένεις τα δόντια σου, ή όταν φτιάχνεις ένα τσάι. Έτσι, θα είσαι ένα βήμα πιο κοντά στην εξελικτική αρμονία της ύπαρξης.
“Η Αλήθεια δεν είναι κάτι εξωτερικό που πρέπει να ανακαλυφθεί. Είναι κάτι μέσα σου που περιμένει να το διαπιστώσεις.”
Πολλοί ψάχνουμε χρόνια για κάτι έξω από εμάς. Σε καταστάσεις, δουλειές, ανθρώπους. Όσο καλοί ή όχι είναι οι καθρέφτες μέσα από τους οποίους προσπαθούμε να μας ανακαλύψουμε, η απόλυτη πυξίδα, πηγή πληρότητας και πληροφορίας, προορισμός και χάρτης, είναι μέσα μας.
“Για να πετύχεις κάτι πρέπει να απαρνηθείς κάτι άλλο.”
Χωρίς να σημαίνει πως ισχύει για τα πάντα, πολλές φορές χρειάζεται να θυσιάσεις κάτι για κάτι άλλο. Το κάθε βήμα σου είναι μια επιλογή: Πίσω, πλάι, εμπρός, διαγώνια. Η κάθε επιλογή είναι μια απόφαση. Και η κάθε θετική απόφαση προς κάτι ή κάποιον, είναι ταυτόχρονα και αρνητική ως προς το άλλο κάτι ή τον κάποιον άλλον. Το να μείνεις σπίτι να χαλαρώσεις, σημαίνει πως λες όχι σε μια έξοδο και αντίστροφα. Το να βγεις με ένα φίλο, σημαίνει πως λες όχι στο να μείνεις μόνος ή μόνη. Το να ζήσεις το όνειρό σου σημαίνει πως θα πεις όχι στην αδράνεια του φόβου, και αντίστροφα.
“Ένας μαθητής πρέπει να είναι απόλυτα θηλυκός, δεκτικός, σαν μια μήτρα”
Ανεξαρτήτως φύλλου, εδώ μιλάει για την θηλυκή ενέργεια που εμπεριέχεται σε κάθε σώμα και ψυχή. Μία από τις ιδιότητές της είναι να δέχεται, να λαμβάνει, να απορροφά σαν σφουγγάρι, με αποτέλεσμα κατόπιν αφομοίωσης και εκκόλαψης, να προσδώσει νέα υπόσταση και καρπούς, πηγαίνοντας την γνώση ένα βήμα παραπέρα.
“Όταν ο μαθητής είναι έτοιμος, τότε εμφανίζεται και ο Διδάσκαλος.”
Είναι κάτι που θα έχεις ακούσεις, αλλά παρακάτω μιλάει και για το αντίστροφο. Πως όταν είναι έτοιμος ο Δάσκαλος, τότε εμφανίζεται και ο μαθητής. Λέει πως ένας δάσκαλος είναι εξίσου τυχερός και ευλογημένος όταν βρίσκει έναν τέτοιο μαθητή, ένα φιλόξενο δοχείο στο οποίο να μπορεί να μεταφέρει την γνώση. Σαν άγκυρα για να την φέρει από το πνεύμα στην ύλη, και έτσι η γνώση να γειωθεί και να συνεχιστεί. Όσο λέμε πως είναι δύσκολο να βρεις έναν καλό και σωστό δάσκαλο, άλλο τόσο δύσκολο είναι να βρεθεί ένας καλός και άξιος μαθητής. Αυτό πρέπει να το έχουν υπόψη και οι δύο σε μία σχέση όπου η ανταλλαγή αν και διαφορετική, είναι τουλάχιστον ισότιμη σε ειδικό βάρος.
“Κόψε τη ρίζα του δέντρου και τα φύλλα θα μαραθούν. Κόψε τη ρίζα του μυαλού σου και η προσκόληση πέφτει.”
Αν τα όποια μη ωφέλιμα χαρακτηριστικά, προβλήματα ή πεποιθήσεις είναι τα φύλλα του δέντρου σου, με το να τα κλαδεύεις το μόνο που θα καταφέρεις είναι να τα αυξήσεις. Όπως τα κεφάλια της Λερναίας Ύδρας. Ο μόνος τρόπος είναι μέσω αυτογνωσίας ή ψυχοθεραπείας να βρεις την ρίζα τους, και να την κόψεις. Μόνο έτσι θα πάρεις και το μάθημα, και την θεραπεία, αλλά και θα γλυτώσεις την επανάληψη με διαφορετικές καταστάσεις ή ηθοποιούς, αλλά του ίδιου μοτίβου.
“Το κούφιο καλάμι γίνεται ένα φλάουτο, και αρχίζεις να παίζεις μ’ αυτό.”
Αν θέλεις να λάβεις το Θείο μέσα σου, ή να του επιτρέψεις να βγει από μέσα σου, πρέπει να είσαι άδειος. Όταν είσαι άδειος από προβληματισμούς, σκέψεις, έννοιες, θέλω και προσδοκίες, τότε δεν υπάρχει εμπόδιο. Και το Πνεύμα ως άνεμος, θα περάσει από μέσα σου και θα τραγουδίσει όπως ο αέρας που περνά μέσα από το φλάουτο. Αυτή είναι η μη σκέψη μέσω διαλογισμού (λογισμού Διός), και μαζί με την εσωτερική καθαρότητα, θα δημιουργήσει τον κατάλληλο Χώρο μέσα σου. Και όταν είσαι έτοιμος, αλλά δεν περιμένεις, τότε θα λάβεις.
“Το κενό δεν χρειάζεται στήριγμα. Αναζήτησε τον σκοπό και θα τον χάσεις, γιατί με την αναζήτησή σου ενισχύεις τον αναζητητή.”
Όταν σταματήσεις να αναζητάς τον σκοπό, τότε θα τον ανακαλύψεις. Η ίδια η έννοια και η ταύτιση της αναζήτησης, γίνεται το εμπόδιο. Κι αυτό γιατί σε βγάζει από το τώρα. Το τώρα της πληρότητας. Αυξάνει τον αναζητητή, το εγώ. Η ψυχή γνωρίζει, είναι. Το εγώ θέλει επιβεβαίωση και σκοπό. Κανείς δε το φτάνει. Όταν όμως είναι ακίνητος, καθαρός, άδειος και έτοιμος όπως το κενό, τότε Εκείνος έρχεται.
“Χρειάζεται κάποιο σκοτάδι για να δεις τα αστέρια”
Το φως είναι υπέροχο, είναι πληροφορία, είναι ζωή, είναι αγάπη. Μερικές φορές όμως χρειάζεται και το σκοτάδι για να διακρίνεις κάποια πράγματα που δεν μπορούσες να διακρίνεις στο φως. Δεν υπάρχει τίποτα φτιαγμένο από λάθος ή ατύχημα στην ύπαρξη. Αξιοποίησέ το ηθικά, με σοφία και διάκριση.
“Η ζωή ξεκινάει εκεί που τελειώνει ο φόβος”
Ο φόβος είναι συστολή, μάζεμα, συρρίκνωση. Η ζωή είναι ανοιχτή αγκαλιά, διαστολή, επέκταση. Υπάρχουν αόρατα σύνορα, ανάμεσα σε ζωή και φόβο, σε αγάπη και φόβο, σε πληρότητα και φόβο. Η ζώνη ασφαλείας είναι ένα από αυτά, μιας και έξω της κατοικεί ο φόβος του αγνώστου. Όταν γνωρίσεις ποιος και ποια είσαι, και καταλάβεις τις δυνάμεις σου, τότε θα καταλάβεις και πως δεν υπάρχει τίποτε έξω από σένα το οποίο αξίζει να φοβάσαι. Ο φόβος μπορεί σε ένα μικρό βαθμό να σε προετοιμάζει, αλλά αν τον αφήσεις, σε περιορίζει. Αξιοποίησέ τον. Κι όταν σου λένε πρόσεχε τις καταιγίδες, εσύ να λες είμαι η καταιγίδα, και το ουράνιο τόξο μαζί. Το έξω σου είναι το μέσα σου.
“Η αληθινή ερώτηση δεν είναι αν υπάρχει ζωή μετά θάνατον. Η αληθινή ερώτηση είναι αν είσαι ζωντανός πριν πεθάνεις.”
Το μήνυμα είναι διπλό. Αρχικά η ερώτηση είναι τι είναι ζωή; Αυτό που ζούμε τώρα; Ή μήπως αυτό είναι το όνειρο, κι όταν ξυπνήσουμε μέσω του “θανάτου” ζούμε την αληθινή;
Το δεύτερο μήνυμα είναι το κατά πόσο ζεις, όσο είσαι ζωντανός. Είσαι η στιγμή; Ή ζεις στο παρελθόν και στο μέλλον, χάνοντας το κάθε παρόν σου; Που βρίσκεται η συνείδησή σου; Στον φόβο; Στην μελαγχολία; Στην προσδοκία; Στην ανάμνηση; Ή στην ευγνωμοσύνη την αγάπη και την ευδαιμονία του τώρα; Όπως έλεγε κι ο Επίκουρος, δεν υπάρχει λόγος να φοβάσαι τον θάνατο σου. Όταν είσαι εδώ, απουσιάζει. Κι όταν έρχεται, λείπεις εσύ. Οπότε εξ ορισμού δεν θα τον συναντήσεις, άρα και δε χρειάζεται να τον φοβάσαι. Αυτό που έχει σημασία, είτε είναι όνειρο, είτε όχι, είναι να ζεις την κάθε στιγμή.
“Ζήσε την ζωή σου βάση δύο αρχών. Ζήσε το σήμερα σαν να ήταν η τελευταία σου μέρα στη γη. Και ζήσε το σήμερα, σα να πρόκειται να ζήσεις για πάντα”
Με λίγα λόγια, κάνε (σχεδόν) ό,τι θα έκανες αν είχες 24 ώρες ζωής. Αλλά και ζήσε, σαν να ήσουν αθάνατος. Αγάπησε, τρέξε, κάνε πράγματα, βγάλε από μέσα σου ό,τι σε βασανίζει, ζήτα τις συγγνώμες που πρέπει, μοιράσου όσα έχεις ανάγκη, κάνε όσα λέει το μέσα σου και μην υπολογίζεις κανέναν από εκείνους που δε σε καταλαβαίνουν ή σε κρατάνε πίσω. Τα όνειρα και η ζωή είναι δικά σου, κανείς δε θα τα ζήσει για σένα.
“Βρες την έκσταση μέσα σου. Δεν είναι εκεί έξω. Αλλά κατοικεί στο πιο εσωτερικό σου άνθισμα. Αυτός και αυτή που αναζητάς, είσαι εσύ.”
Κανένα ναρκωτικό, κανένα νοοτροπικό, καμία κατάσταση ή άνθρωπος δεν πρόκειται να σου δώσει την διάρκεια στην εσωτερική πληρότητα και ευδαιμονία. Οτιδήποτε έξω από εσένα είναι πλασματικό και προσωρινό, όπως μία ένεση ή ένα συμπλήρωμα. Αυτό πρέπει να το καταλάβεις. Αλλιώς θα βιώνεις συνεχώς επαναλαμβανόμενους κύκλους με εναλλαγές πόνου και χαράς, τραύματος και θεραπείας, γοητείας και απογοήτευσης, ενθουσιασμού και πλήξης. Όσο ψάχνεις έξω από σένα, δίνεις τη δύναμή σου έξω από εσένα. Ξαναδιάβασε το προηγούμενο αρκετές φορές. Ό,τι ψάχνεις είναι μέσα σου. Όλη η αγάπη, όλες οι αγκαλιές, η τρυφερότητα, η φροντίδα, η κατανόηση, η παρέα, τα πάντα. Δεν είναι εύκολο, το ξέρω. Όμως γίνεται. Κι όταν τα βρεις μέσα σου, τότε ως δια μαγείας, θα τα βρεις και έξω από εσένα. Θυμήσου το
Είμαστε όποιους συναντούμε
Ενώ όλοι μας έχουμε ακούσει τη ρήση «είμαστε ό,τι τρώμε», λίγοι αντιλαμβάνονται ότι, όσον αφορά την πρόσκτηση του πολιτισμού, η ρήση «είμαστε όποιους συναντούμε» είναι εξίσου ακριβής. Τα άτομα που συναντούμε καθημερινά, τα άτομα με τα οποία συνομιλούμε, από τα οποία μαθαίνουμε και για τα οποία ακούμε συχνά, αποτελούν βασική συνιστώσα στην ανάπτυξη των αντιλήψεών μας. Η κοινωνική μας ανάπτυξη, η σχολική μας εκπαίδευση, η συγκρότηση του έμφυλου ρόλου μας, οι αλληλεπιδράσεις με τους συνομηλίκους μας, με τα αδέλφια και τους γονείς μας, ασκούν τεράστια επίδραση στη διαμόρφωση των γνωστικών μας σχημάτων και του τρόπου που αντιδρά ο εγκέφαλός μας στα κοινωνικά ερεθίσματα.
Τα πρότυπα στα οποία συμμετέχουμε και τα οποία μας περιβάλλουν καθημερινά διαμορφώνουν την αντίληψή μας σχετικά με το ποια συμπεριφορά, γλώσσα και ιδιοτροπίες είναι κανονικές και φυσικές στον κόσμο μας. Όχι μόνο μαθαίνουμε από την παρατήρηση και την άμεση εκπαίδευση τι θεωρείται κανονική συμπεριφορά, αλλά τα αντιληπτικά συστήματα του σώματός μας διαθέτουν επίσης μια σειρά εγγενών μηχανισμών που αφομοιώνουν τα ερεθίσματα στα οποία είμαστε τακτικά εκτεθειμένοι, καθιστώντας τα τμήμα της νευρολογικής μας συγκρότησης.
Για παράδειγμα, πρόσφατες έρευνες γύρω από το νευρικό σύστημα του εγκεφάλου έφεραν στο φως κάποιες περιοχές στον εγκέφαλο των ανθρώπων και των πιθήκων που αποκαλούνται «νευρώνες-κάτοπτρα» (mirror neurons).
Οι περιοχές αυτές μάς διευκολύνουν να κατανοήσουμε τι κάνει (και ίσως τι νιώθει) κάποιος άλλος, δημιουργώντας μια εσωτερική, νευρολογική προσομοίωση των κινήσεών του. Με άλλα λόγια, ένα άτομο μπορεί να ερμηνεύσει και να μιμηθεί τις πράξεις ενός άλλου ατόμου, προσομοιώνοντας (εικονίζοντας) απλώς στον εγκέφαλό του τη συμπεριφορά του άλλου μέσα από την ενεργοποίηση των κατοπτρικών νευρώνων.
Τα πρότυπα στα οποία συμμετέχουμε και τα οποία μας περιβάλλουν καθημερινά διαμορφώνουν την αντίληψή μας σχετικά με το ποια συμπεριφορά, γλώσσα και ιδιοτροπίες είναι κανονικές και φυσικές στον κόσμο μας. Όχι μόνο μαθαίνουμε από την παρατήρηση και την άμεση εκπαίδευση τι θεωρείται κανονική συμπεριφορά, αλλά τα αντιληπτικά συστήματα του σώματός μας διαθέτουν επίσης μια σειρά εγγενών μηχανισμών που αφομοιώνουν τα ερεθίσματα στα οποία είμαστε τακτικά εκτεθειμένοι, καθιστώντας τα τμήμα της νευρολογικής μας συγκρότησης.
Για παράδειγμα, πρόσφατες έρευνες γύρω από το νευρικό σύστημα του εγκεφάλου έφεραν στο φως κάποιες περιοχές στον εγκέφαλο των ανθρώπων και των πιθήκων που αποκαλούνται «νευρώνες-κάτοπτρα» (mirror neurons).
Οι περιοχές αυτές μάς διευκολύνουν να κατανοήσουμε τι κάνει (και ίσως τι νιώθει) κάποιος άλλος, δημιουργώντας μια εσωτερική, νευρολογική προσομοίωση των κινήσεών του. Με άλλα λόγια, ένα άτομο μπορεί να ερμηνεύσει και να μιμηθεί τις πράξεις ενός άλλου ατόμου, προσομοιώνοντας (εικονίζοντας) απλώς στον εγκέφαλό του τη συμπεριφορά του άλλου μέσα από την ενεργοποίηση των κατοπτρικών νευρώνων.
Η πληροφορία είναι το θεμέλιο της λειτουργίας του κόσμου μας

Το DNA είναι το κατεξοχήν μόριο πληροφορίας, ο πιο προηγμένος επεξεργαστής μηνυμάτων στο κυτταρικό επίπεδο — ένα αλφάβητο και ένας κώδικας, έξι δισεκατομμύρια bit για τον σχηματισμό ενός ανθρώπινου όντος. «Εκείνο που βρίσκεται στον πυρήνα κάθε έμβιου αντικειμένου δεν είναι κάποια εσωτερική «φωτιά”, ούτε η ζεστή ανάσα, ούτε η “σπίθα της ζωής”», διακηρύσσει ο θεωρητικός της εξέλιξης Ρίτσαρντ Ντόκινς (Richard Dawkins). «Είναι πληροφορίες, λέξεις, εντολές… Αν θέλετε να κατανοήσετε τη ζωή, μη σκέφτεστε μια παλλόμενη και δονούμενη γέλη ή ιλύ- σκεφτείτε την τεχνολογία πληροφοριών». Τα κύτταρα ενός οργανισμού είναι κόμβοι σε ένα εξαιρετικά περίπλοκο δίκτυο επικοινωνιών, όπου μεταδίδουν και λαμβάνουν, κωδικοποιούν και αποκωδικοποιούν. Η ίδια η εξέλιξη εμπεριέχει μια συνεχή ανταλλαγή πληροφορίας μεταξύ του οργανισμού και τον περιβάλλοντος.
«Ο κύκλος της πληροφορίας γίνεται η μονάδα της ζωής», λέει ο Βέρνερ Λεβενσταϊν (Werner Loewenstein) έπειτα από τριάντα χρόνια μελέτης της διακυτταρικής επικοινωνίας. Μας θυμίζει ότι τώρα η πληροφορία έχει μια βαθύτερη έννοια: «Σημαίνει μια κοσμική αρχή οργάνωσης και τάξης, και προσφέρει ένα ακριβές μέτρο της». Επίσης, το γονίδιο έχει το ανάλογό του στον πολιτισμό: το μιμίδιο. Στην πολιτισμική εξέλιξη, το μιμίδιο είναι αντιγραφέας και διασπορέας — μια ιδέα, μια μόδα, μια αλυσιδωτή επιστολή . Σε ατυχείς περιπτώσεις, ένα μιμίδιο είναι ένας ιός.
Η οικονομική επιστήμη αναγνωρίζει τον εαυτό της ως μια επιστήμη της πληροφορίας, τώρα που το ίδιο το χρήμα διαγράφει ένα πλήρες τόξο εξέλιξης, από την ύλη στα bit και αποθηκεύεται στη μνήμη υπολογιστών και σε μαγνητικές ταινίες, ενώ το παγκόσμιο εμπόριο διαπερνά το νευρικό σύστημα της παγκοσμιοποιημένης αγοράς. Ακόμη και την εποχή που το χρήμα φαινόταν να είναι ένας υλικός θησαυρός, και βάραινε στις τσέπες και στα αμπάρια των πλοίων και στα θησαυροφυλάκια των τραπεζών, ήταν πάντα πληροφορία. Τα κέρματα και τα χαρτονομίσματα, οι σίκλοι και τα κοχύλια που χρησιμοποιούνταν σαν νομίσματα, όλα αυτά αποτελούσαν απλώς βραχύβιες τεχνολογίες που αναπαριστούσαν πληροφορίες σχετικά με το ποιος κατέχει τι.
«Ο κύκλος της πληροφορίας γίνεται η μονάδα της ζωής», λέει ο Βέρνερ Λεβενσταϊν (Werner Loewenstein) έπειτα από τριάντα χρόνια μελέτης της διακυτταρικής επικοινωνίας. Μας θυμίζει ότι τώρα η πληροφορία έχει μια βαθύτερη έννοια: «Σημαίνει μια κοσμική αρχή οργάνωσης και τάξης, και προσφέρει ένα ακριβές μέτρο της». Επίσης, το γονίδιο έχει το ανάλογό του στον πολιτισμό: το μιμίδιο. Στην πολιτισμική εξέλιξη, το μιμίδιο είναι αντιγραφέας και διασπορέας — μια ιδέα, μια μόδα, μια αλυσιδωτή επιστολή . Σε ατυχείς περιπτώσεις, ένα μιμίδιο είναι ένας ιός.
Η οικονομική επιστήμη αναγνωρίζει τον εαυτό της ως μια επιστήμη της πληροφορίας, τώρα που το ίδιο το χρήμα διαγράφει ένα πλήρες τόξο εξέλιξης, από την ύλη στα bit και αποθηκεύεται στη μνήμη υπολογιστών και σε μαγνητικές ταινίες, ενώ το παγκόσμιο εμπόριο διαπερνά το νευρικό σύστημα της παγκοσμιοποιημένης αγοράς. Ακόμη και την εποχή που το χρήμα φαινόταν να είναι ένας υλικός θησαυρός, και βάραινε στις τσέπες και στα αμπάρια των πλοίων και στα θησαυροφυλάκια των τραπεζών, ήταν πάντα πληροφορία. Τα κέρματα και τα χαρτονομίσματα, οι σίκλοι και τα κοχύλια που χρησιμοποιούνταν σαν νομίσματα, όλα αυτά αποτελούσαν απλώς βραχύβιες τεχνολογίες που αναπαριστούσαν πληροφορίες σχετικά με το ποιος κατέχει τι.
Και τα άτομα; Η ύλη έχει τους δικούς της νεολογισμούς, και η δυσκολότερη από όλες τις επιστήμες, η φυσική, φαινόταν να έχει φτάσει στην ωριμότητα. Αλλά η φυσική, επίσης, επηρεάστηκε βαθύτατα από το νέο διανοητικό μοντέλο. Τα χρόνια που ακολούθησαν τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, την περίοδο της μεγάλης άνθησης της φυσικής, τα σπουδαία νέα φαινόταν πως ήταν η διάσπαση του ατόμου και ο έλεγχος της πυρηνικής ενέργειας. Οι θεωρητικοί επένδυσαν το κύρος και τους πόρους τους στην έρευνα των στοιχειωδών σωματιδίων και στους νόμους που διέπουν την αλληλεπίδρασή τους, στην κατασκευή γιγαντιαίων επιταχυντών και στην ανακάλυψή των κουάρκ και των γλοιονίων. Η υπόθεση της έρευνας των επικοινωνιών δεν θα μπορούσε να φαίνεται περισσότερο απομακρυσμένη από το υψηλό εγχείρημα. Οι ειδικοί της σωματιδιακής φυσικής δεν χρειάζονταν bit.
Αλλά τότε, ξαφνικά, αποδείχτηκε ότι χρειάζονταν. Σε ολοένα μεγαλύτερο βαθμό, οι φυσικοί και οι θεωρητικοί της πληροφορίας γίνονται ένα και το αυτό. Το bit είναι ένα θεμελιώδες σωματίδιο διαφορετικού είδους: όχι ακριβώς μικροσκοπικό, αλλά αφηρημένο — ένα δυαδικό ψηφίο, ένα flip-flop (δισταθής πολυδονητής), ένα ναι-ή-όχι. Είναι άυλο, αλλά, καθώς οι επιστήμονες κατανοούν τελικά την πληροφορία, αναρωτιούνται μήπως είναι πρωταρχικό: πιο θεμελιώδες από την ίδια την ύλη. Εικάζουν ότι το bit είναι ο μη αναγώγιμος πυρήνας και πως η πληροφορία διαμορφώνει το ίδιο το κέντρο της ύπαρξης. Γεφυρώνοντας τη φυσική του 20ού και του 21ου αιώνα, ο Τζον Άρτσιμπαλντ Γουίλερ (Hohn Archibald Wheeler), συνεργάτης τόσο του Αϊνστάιν άσο και του Μπαρ, διατύπωσε αυτό το μανιφέστο σε αινιγματικά μονοσύλλαβα: «It from Bit». Η πληροφορία δημιουργεί «κάθε “αυτό” — κάθε σωματίδιο, κάθε πεδίο δύναμης, ακόμη και το ίδιο το χωροχρονικό συvεχές.»
Αυτός είναι ένας άλλος τρόπος για να κατανοήσουμε το παράδοξο του παρατηρητή: ότι δηλαδή το αποτέλεσμα ενός πειράματος επηρεάζεται, ή ακόμη και καθορίζεται, όταν παρατηρείται. Ο παρατηρητής όχι μόνο παρατηρεί, αλλά θέτει ερωτήματα και διατυπώνει προτάσεις που πρέπει εντέλει να εκφραστούν σε διακριτά bit. «Αυτό που ονομάζουμε πραγματικότητα», έγραψε με περίσκεψη ο Γουίλερ, «προκύπτει σε τελική ανάλυση από τη διατύπωση ερωτήσεων που απαντιούνται με ναι ή όχι». Και πρόσθεσε: «Η προέλευση όλων των φυσικών πραγμάτων βρίσκεται στη θεωρία της πληροφορίας, και το Σύμπαν είναι συμμετοχικό». Έτσι, ολόκληρο το Σύμπαν θεωρείται ως ένας ηλεκτρονικός υπολογιστής —μια κοσμική μηχανή επεξεργασίας της πληροφορίας.
Το κλειδί για τη λύση του αινίγματος μας δίνει ένας τύπος σχέσης που δεν είχε θέση στην κλασική φυσική: το φαινόμενο που είναι γνωστά ως εμπλοκή (ή σύμπλεξη) [entanglement]. ‘Όταν τα σωματίδια ή τα κβαντικά συστήματα συμπλέκονται, οι ιδιότητές τους παραμένουν συσχετισμένες σε τεράστιες αποστάσεις και σε τεράστιους χρόνους. Σε αποστάσεις ετών φωτός, μοιράζονται κάτι που είναι φυσικό, αλλά όχι μόνο φυσικό. Προκύπτουν απόκοσμα παράδοξα, που δεν επιλύονται ώσπου να κατανοήσει κανείς πώς η σύμπλεξη κωδικοποιεί την πληροφορία, μετρημένη σε bit ή στο κβαντικό τους αντίστοιχο, με το αλλόκοτο όνομα qubit (κβαντικά bit).
Όταν τα φωτόνια και τα ηλεκτρόνια αλληλεπιδρούν, τι κάνουν πραγματικά; Ανταλλάσσουν (ή μεταδίδουν κβαντικές καταστάσεις, επεξεργάζονται πληροφορία. Οι νόμοι της φυσικής είναι οι αλγόριθμοι. Κάθε φλεγόμενο άστρο, κάθε σιωπηλό νεφέλωμα, κάθε σωματίδιο που αφήνει το φευγαλέο ίχνος του σε έναν θάλαμο νέφωσης, είναι ένας επεξεργαστής πληροφορίας. Το Σύμπαν «υπολογίζει» το πεπρωμένο του σαν ηλεκτρονικός υπολογιστής. Πόσο υπολογίζει; Πόσο γρήγορα; Πόση είναι η συνολική χωρητικότητα της πληροφορίας, πόσος είναι ο χώρος της μνήμης του; Ποιος είναι ο δεσμός ανάμεσα στην ενέργεια και στην πληροφορία; Τι κόστος ενέργειας έχει η μετάδοση ενός bit; Αυτά είναι δύσκολα ερωτήματα, αλλά όχι τόσο απόκρυφα ή μεταφορικά όσο ακούγονται.
Οι φυσικοί, μαζί με τους ειδικούς της κβαντικής θεωρίας της πληροφορίας -μια νέα ειδικότητα- καταπιάνονται με αυτά. Κάνουν τους μαθηματικούς συλλογισμούς και παράγουν πιθανές απαντήσεις. («Η μέτρηση των bit του Σύμπαντος, όπως κι αν υπολογίζεται, εκφράζεται με το δέκα υψωμένο σε μια πολύ μεγάλη δύναμη», σύμφωνα με τον Γουίλερ. Σύμφωνα με τον Σεθ Λόιντ (Seth Lloyd): «Δεν είναι περισσότερο από 10^120 λογικές πράξεις σε 10^90 bit»). Μελετούν εξαρχής τα μυστήρια της εντροπίας της θερμοδυναμικής, και εκείνους τους διαβόητους αφανιστές πληροφορίας, τις μαύρες τρύπες. «Αύριο», διακηρύσσει ο Γουίλερ, «θα έχουμε μάθει να κατανοούμε και να εκφράζουμε όλη τη φυσική στη γλώσσα της πληροφορίας».
Καθώς ο ρόλος της πληροφορίας διευρύνεται πέρα από κάθε φαντασία, καταλήγει στην υπερβολή. «Καταιγισμός πληροφοριών», λένε τώρα οι άνθρωποι. Η πληθώρα των πληροφοριών προκαλεί κόπωση, άγχος και κορεσμό. “Έχουμε συναντήσει τον Διάβολο του Υπερβολικού Φόρτου Πληροφοριών, και τους ενοχλητικούς ακολούθους του, τον ιό των υπολογιστών, το σήμα φραγής, τον ανενεργό σύνδεσμο και την παρουσίαση με Power Point. Τα πάντα άλλαξαν τόσο γρήγορα. Ο Τζον Ρόμπινσον Πιρς (Jοhn Robinson Pierce) -ο τεχνικός των Εργαστηρίων Μπελ που επινόησε τη λέξη τρανζίστορ-αναλογιζόταν αργότερα: «Είναι δύσκολο να φανταστούμε τον κόσμο πριν από τον Σάνον όπως φαινόταν σε όσους ζούσαν σ’ αυτόν. Είναι δύσκολο να ανακτήσουμε την αθωότητα, την άγνοια και την έλλειψη κατανόησης».
Ωστόσο, το παρελθόν επανέρχεται στο επίκεντρο τον ενδιαφέροντος.Είμαστε το είδος που ονόμασε τον εαυτό του Homo sapiens, ο άνθρωπος που γνωρίζει – και κατόπιν, έπειτα από σκέψη, τροποποίησε τον όρο σε Homo sapiens sapiens. Σε τελική ανάλυση, το σπουδαιότερο δώρο του Προμηθέα στην ανθρωπότητα δεν ήταν η φωτιά: «Τους αριθμούς επίσης, τη σπουδαιότερη σοφία, επινόησα γι’ αυτούς, και τη σύνθεση των γραμμάτων, μητέρα των τεχνών των Μουσών, για να κρατούν τα πάντα στη μνήμη τους». Το αλφάβητο ήταν μια θεμελιώδης τεχνολογία πληροφορίας. Το τηλέφωνο, η συσκευή του φαξ, η αριθμομηχανή, και, τελικά, ο ηλεκτρονικός υπολογιστής, είναι απλώς οι πιο πρόσφατες καινοτομίες που επινοήθηκαν για την αποθήκευση, την επεξεργασία και τη μετάδοση της γνώσης.
Ο Αριστοτέλης και τα θεμέλια της σταθερής ευτυχίας
Η παράμετρος που θέτει ο Αριστοτέλης για την κατάκτηση ή όχι της ευτυχίας είναι ο χρόνος. Δε φτάνει να νιώσει κανείς ευτυχία για να πούμε ότι είναι ευτυχισμένος. Πρέπει η ευτυχία να έχει σταθερότητα, να έχει δηλαδή διάρκεια: «Ένα, πράγματι, μόνο χελιδόνι δεν κάνει την άνοιξη, ούτε και μια μόνο μέρα· έτσι ακριβώς δε φτάνει να κάνει ευτυχισμένο και ευδαίμονα τον άνθρωπο μια μόνο μέρα ή μια μικρή περίοδος χρόνου». (1098a 7, 21-23).
Οι περιστασιακές στιγμές ευφορίας δεν πρέπει να συγχέονται με την ευτυχία, καθώς, σε τελική ανάλυση, δεν την εξασφαλίζουν. Η ευτυχία, ως έννοια βαθύτερη από κάθε παροδική χαρά, δεν μπορεί παρά να συνδέεται με την καθημερινότητα. Αυτό που λέμε ευτυχισμένη ζωή αφορά την εκπλήρωση εκείνων των προϋποθέσεων, που δίνουν στον άνθρωπο ικανοποίηση από την ίδια την κανονικότητά τους. Ένας τέτοιος άνθρωπος δε χρειάζεται κάποιο μεγάλο γεγονός για να νιώσει χαρά (χωρίς αυτό να σημαίνει ότι κάτι τέτοιο δε θα ήταν ευπρόσδεκτο ή ότι δε θα είναι σε θέση να το εκτιμήσει), αφού η ίδια η ζωή του είναι η πηγή της χαράς. Κι εδώ δε γίνεται λόγος για το ακλόνητο της αταραξίας, που μπορεί να έχει ακόμη και θρησκευτικό υπόβαθρο, αλλά για την εύρεση της ισορροπίας που εναρμονίζει τον εαυτό με το περιβάλλον.
Οι προσπάθειες του ανθρώπου να βρει ευτυχία μέσω των πρόσκαιρων απολαύσεων είναι καταδικασμένες σε αποτυχία, αφού το εφήμερο (για να μην πούμε το στιγμιαίο) είναι αδύνατο να προσφέρει τη σταθερότητα. Το δυστυχισμένο παιδί δεν μπορεί να γίνει ευτυχισμένο, ακόμη κι αν του προσφερθεί το μεγαλύτερο παγωτό του κόσμου. Ομοίως, ένα παιδί που λαμβάνει καθημερινά το ίδιο εξαίσιο παγωτό, δεν είναι βέβαιο ότι ευτυχεί. Η προσωρινή χαρά έχει αξία μόνο όταν συνδυάζεται με εκείνες τις συνθήκες που εξασφαλίζουν την ευτυχία, αλλιώς είναι περιστασιακή ανακούφιση. Κι αυτή ακριβώς είναι η σύγχυση του ανθρώπου, που αντιλαμβάνεται τις εφήμερες ηδονές σαν κλειδί για την ευδαιμονία. Η θεοποίηση του χρήματος, που μετατρέπει τα πάντα σε κατανάλωση, καταδεικνύει ακριβώς αυτό. Η ευτυχία όμως, δεν είναι καταναλωτικό αγαθό κι ως εκ τούτου δεν αγοράζεται.
Βεβαίως, ο Αριστοτέλης δεν υποτιμά καθόλου τα υλικά αγαθά. Η επάρκειά τους κρίνεται απαραίτητη για να οδηγηθεί κανείς την ευτυχία. Γι’ αυτό και κάνει λόγο για αυτάρκεια. Δεν είναι όμως αυτοσκοπός, είναι το μέσο. Με άλλα λόγια, η υλική επάρκεια δε σηματοδοτεί την εξασφάλιση της ευτυχίας, αλλά την κάλυψη των αναγκών, δηλαδή την προϋπόθεση, ώστε να μπορέσει κανείς να φτάσει στην ευτυχία, η οποία εν τέλει αφορά την ψυχή: «Με τα αγαθά, λοιπόν, να έχουν χωριστεί σε τρεις κατηγορίες, δηλαδή στα λεγόμενα εξωτερικά, σ’ αυτά που σχετίζονται με την ψυχή και σ’ αυτά που σχετίζονται με το σώμα, ονομάζουμε όλοι κατεξοχήν αγαθά – αγαθά στην κυριολεξία – αυτά που σχετίζονται με την ψυχή». (1098b 8, 15-17).
Ευτυχία χωρίς ψυχική συμμετοχή δεν μπορεί να υπάρξει. Κι όταν λέμε ψυχική συμμετοχή εννοούμε τη σύμπλευση της λογικής με το συναίσθημα. Η άρνηση της λογικής για χάρη μιας παρόρμησης, αν γίνεται επανειλημμένα (σε βαθμό που να θεωρείται μια μόνιμη κατάσταση), δεν καταδεικνύει τη συναισθηματική ολοκλήρωση αλλά το πάθος. Από την άλλη, η καταπίεση των συναισθημάτων στο όνομα της λογικής αποτελεί μια άλλη μορφή παραλόγου, καθώς δεν υπάρχει τίποτε λογικότερο από το να ικανοποιεί κανείς τα συναισθήματά του. Αυτός είναι ο λόγος που η ψυχή πρέπει να ενεργήσει επιφέροντας την απαραίτητη ισορροπία με την ικανοποίηση των συναισθημάτων και τη χαλιναγώγηση των παθών.
Η εξισορρόπηση αυτών είναι που θα κάνει τον άνθρωπο να προβαίνει στις σωστές ενέργειες εξασφαλίζοντας την ευζωία, επιφέροντας δηλαδή την προσωπική ολοκλήρωση: «… το τέλος το ταυτίζουμε με κάποιες πράξεις και κάποιες ενέργειες· γιατί έτσι το τέλος παίρνει θέση μεταξύ των αγαθών που σχετίζονται με την ψυχή και όχι μεταξύ των εξωτερικών αγαθών. Με τον ορισμό μας συνάδει και η πίστη ότι ο ευδαίμων άνθρωπος ζει καλά και πράττει καλά – δεν το είπαμε πράγματι κάπως έτσι, ότι η ευδαιμονία είναι ευζωία και ευ-πραξία;» (1098b 8,22-25).
Όμως, η χαλιναγώγηση των παθών δεν είναι παρά η πραγμάτωση της αρετής. Το πάθος για το χρήμα, ο άκρατος εγωισμός, η δίψα για εξουσία, η εμμονή στις ηδονές που η εκπλήρωσή τους προϋποθέτει την καταπίεση του άλλου, είναι τα κίνητρα που αντιμάχονται στην αρετή. Η παράδοση του ανθρώπου σ’ αυτά είναι η κατάλυση της ψυχικής ισορροπίας, αφού η συναισθηματική παρόρμηση της πρόσκαιρης ικανοποίησης υπερβαίνει τη σταθερότητα της ψυχικής γαλήνης που απαιτεί η ευτυχία. Σε τελική ανάλυση, όλα αυτά δεν είναι παρά η υπερβολή που διαλύει τη μεσότητα. Και η υπερβολή δε συμπλέει με τη λογική. Ούτε είναι γνώρισμα του σώφρονα ανθρώπου.
Σχεδόν μαθηματικά οι άνθρωποι που υποκύπτουν σε τέτοια πάθη δεν ευτυχούν. Η γνώση της απόρριψης από τους άλλους, ακόμη κι αν κανείς δεν το εκφράζει ανοιχτά, η καχυποψία, η αρρωστημένη ανταγωνιστικότητα, το επιφανειακό των σχέσεων, ο φθόνος για τις επιτυχίες του άλλου, η τάση επίδειξης, η άρνηση της αυτογνωσίας και η τελική ανασφάλεια (που μοιραία επέρχεται) καταλύουν κάθε έννοια ισορροπίας. Υπό αυτές τις συνθήκες, η ευτυχία αντικαθίσταται από την απατηλή ανακούφιση των υλικών απολαύσεων. Όμως, η αντικατάσταση δεν είναι αποκατάσταση – πολύ περισσότερο εκπλήρωση.
Για να φτάσουμε και πάλι στο συμπέρασμα ότι η ψυχή πρέπει να ενεργήσει, ώστε να τεθούν οι σωστές προτεραιότητες, προκειμένου να νιώθει κανείς χαρά με τα πράγματα που αξίζουν στ’ αλήθεια: «Όπως στην Ολυμπία το στεφάνι της νίκης το κερδίζουν όχι οι πιο όμορφοι και οι πιο ρωμαλέοι αλλά αυτοί που συμμετέχουν στους αγώνες (γιατί κάποιοι από αυτούς είναι που αναδεικνύονται νικητές), έτσι και τα ωραία και τα καλά της ζωής τα κερδίζουν αυτοί που ενεργούν σωστά». (1099a 8, 4-8).
Και ενεργούν σωστά όσοι κινούνται σύμφωνα με τις υποδείξεις της αρετής: «Με αυτούς λοιπόν που ταυτίζουν την ευδαιμονία με την αρετή ή με κάποια αρετή ο ορισμός μας βρίσκεται σε απόλυτη συμφωνία· στην αρετή έχει, πράγματι, την αρχή της η ενάρετη ενέργεια». (1098b 8, 35-38).
Αφού καταδειχθεί ότι η σωστή πράξη είναι αυτή που διέπεται από την αρετή, αυτό που μένει είναι η διασφάλιση της ταυτόχρονης συναισθηματικής ικανοποίησης, για την επίτευξη της πληρότητας που θα επέλθει από τη σύζευξη λογικής και συναισθήματος. Και η συναισθηματική ικανοποίηση σχετίζεται με την εκπλήρωση αυτών που αγαπάει ο καθένας: «στον κάθε άνθρωπο ευχάριστο είναι αυτό που αγαπάει: το άλογο σ’ αυτόν που αγαπάει τα άλογα, το θέαμα σ’ αυτόν που αγαπάει τα θεάματα· με τον ίδιο τρόπο οι δίκαιες πράξεις σ’ αυτόν που αγαπάει τη δικαιοσύνη, και, γενικά, οι ενάρετες πράξεις σ’ αυτόν που αγαπάει την αρετή». (1099a 8, 10-13). Κι ο Αριστοτέλης θα συμπληρώσει καταδεικνύοντας την προβληματική που αποπροσανατολίζει τους περισσότερους ανθρώπους: «Στην πλειονότητα των ανθρώπων τα ευχάριστα γι’ αυτούς πράγματα βρίσκονται σε σύγκρουση μεταξύ τους για το λόγο ότι δεν είναι ευχάριστα από τη φύση τους». (1099a 8, 13-14).
Και βέβαια, ευχάριστα από τη φύση τους είναι αυτά που υπηρετούν την αρετή. Κάθε προσπάθεια αποσύνδεσης του ευχάριστου από την αρετή δεν είναι παρά η σύγχυση ανάμεσα στην πράξη και τα αποτελέσματά της. Γιατί η διάπραξη ενός αδικήματος είναι αδύνατο να θεωρείται ευχάριστη. Ευχάριστα μπορεί να είναι τα αποτελέσματα μετά από αυτήν, επειδή προφανώς θα επιτευχθούν οικονομικά ή οποιαδήποτε άλλα οφέλη. Με άλλα λόγια, το ότι μπορεί κάποιος να νιώσει ευχαρίστηση από τα αποτελέσματα μιας αδικίας δε σημαίνει ότι είναι ευχάριστη η καθαυτή διάπραξή της. Αυτός που νιώθει ευχαρίστηση πράττοντας το κακό, αυτός δηλαδή που το κάνει γιατί αντλεί ηδονή κάνοντάς το είναι προφανώς διαταραγμένος.
Ο Αριστοτέλης θέτει το ζήτημα αντίστροφα: «σ’ αυτά που είπαμε πρέπει να προσθέσουμε και τούτο: ο άνθρωπος που δε βρίσκει ευχαρίστηση στις ωραίες πράξεις δεν είναι καν ένας καλός άνθρωπος. Ποιος θα ονόμαζε δίκαιο έναν άνθρωπο που δε βρίσκει ευχαρίστηση στις δίκαιες πράξεις, ή ελευθέριο έναν άνθρωπο που δε βρίσκει ευχαρίστηση στις ελευθέριες πράξεις, κοκ;» (1099a 8, 19-23).
Με άλλα λόγια, για τον Αριστοτέλη το συναίσθημα της ευχαρίστησης είναι απολύτως καθοριστικό για το χαρακτήρα των ανθρώπων. Δε φτάνει κάποιος να μην διαπράττει αδικίες για να είναι δίκαιος. Πρέπει να νιώθει χαρά από τις δίκαιες πράξεις. Θα έλεγε κανείς ότι τα συναισθήματα είναι καθοριστικότερα από τις συμπεριφορές. Αυτός που δε νιώθει ευχαρίστηση από τις αρχές του δικαίου δεν είναι δίκαιος ασχέτως αν τελικά τις τηρεί. Ο καλός άνθρωπος νιώθει χαρά από τις ωραίες πράξεις. Αν δεν το κάνει, δεν είναι καλός. Τελικά το τι είναι κάποιος καταδεικνύεται περισσότερο απ’ αυτά που νιώθει παρά απ’ αυτά που κάνει.
Το συναίσθημα είναι το επιστέγασμα της διαμόρφωσης του καθενός. Εφόσον η χαρά προέρχεται απ’ αυτά που αγαπάμε, τότε είναι προφανές ότι αυτά που αγαπάμε θα τα επιδιώκουμε κι αυτά που δεν αγαπάμε όχι. Με δυο λόγια, αυτός που δε νιώθει χαρά από τις δίκαιες πράξεις, είναι αυτός που εν τέλει δεν αγαπά τις δίκαιες πράξεις. Κι επειδή τελικά το συναίσθημα είναι το κριτήριο που θα διαμορφώσει την ανθρώπινη συμπεριφορά, αυτός που δεν αγαπά τις δίκαιες πράξεις, όσο κι αν συγκρατείται υπακούοντας στα όριά τους, όταν του δοθεί η ευκαιρία θα παραβιάσει το πνεύμα τους.
Η αρετή δεν μπορεί να επιβληθεί με το ζόρι. Πρέπει κανείς να τη θέλει. Πρέπει, δηλαδή, να νιώθει χαρά πραγματώνοντάς την: «Αν έτσι έχει το πράγμα, τότε οι πράξεις της αρετής θα πρέπει, σκέφτομαι, να είναι ευχάριστες καθεαυτές, μαζί όμως και καλές και ωραίες· έχουν μάλιστα την καθεμιά από τις ιδιότητες αυτές στον ύψιστο βαθμό, αν και είναι αλήθεια ότι ο ενάρετος άνθρωπος είναι καλός κριτής γι’ αυτές τις ιδιότητες – πραγματικά, η κρίση του είναι αυτή που περιγράψαμε». (1099a 8, 24-27).
Η επίκληση της ορθής κρίσης είναι μία ακόμη αναφορά στη λογική. Ο ενάρετος άνθρωπος, ως κάτοχος της ορθής κρίσης, συμπεριφέρεται λογικά και χαίρεται μ’ αυτά που αρμόζουν στην αρετή. Πετυχαίνει δηλαδή της σύμπλευση λογικής και συναισθήματος στην κατεύθυνση της αρετής. Κι αυτός είναι ο λόγος που θα κατακτήσει την ευδαιμονία: «Στους ανθρώπους που αγαπούν το ωραίο ευχάριστα είναι αυτά που είναι ευχάριστα από τη φύση τους· τέτοιες είναι οι πράξεις της αρετής· έτσι και σ’ αυτούς τους ανθρώπους είναι ευχάριστες και είναι και καθεαυτές ευχάριστες. Δεν τη χρειάζεται λοιπόν η ζωή αυτών των ανθρώπων την ευχαρίστηση σαν ένα είδος πρόσθετου κοσμήματος· αντίθετα, την έχει μέσα της». (1099a 8, 15-19).
Ο ενάρετος άνθρωπος βιώνοντας την απόλυτη ισορροπία έχει τη χαρά μέσα του. Και δεν υπάρχει σταθερότερη συνθήκη από αυτή. Οι κοινωνίες που απαξιώνουν την αρετή στο όνομα της πρόσκαιρης επιδίωξης έχουν οριστικά χάσει τον προσανατολισμό τους. Σ’ ένα τέτοιο περιβάλλον τα σχετικά με την αρετή φαντάζουν αφέλειες. Κι αυτή είναι η επισφράγιση της αποτυχίας. Αυτό που μένει είναι ο ωφελιμισμός, η ατομικότητα και η χρησιμοθηρική οπτική για τα πάντα. Τα κοινωνικά πρότυπα αυτού του είδους είναι η εσφαλμένη κατεύθυνση που βαφτίζεται πνεύμα των καιρών. Η συνύπαρξη καθίσταται ολοένα και πιο προβληματική. Υπό αυτές τις συνθήκες, είναι πολύ δύσκολο να μιλάμε για ευτυχία.
Παρακολουθώντας την πορεία της ανθρωπότητας είναι μάλλον αδύνατο να βρει κανείς την επικράτηση της αρετής, με τον τρόπο τουλάχιστον που την εννοεί ο Αριστοτέλης. Η βία, το κυνήγι του πλούτου, το συμφέρον και η μάχη της εξουσίας ήταν πάντοτε οι βασικότερες επιδιώξεις του ανθρώπου. Οι νόμοι της ιστορίας ήταν και παραμένουν σκληροί. Το ζήτημα της συνύπαρξης φαίνεται ακόμη μετέωρο. Κι αυτό είναι το μεγάλο στοίχημα του ανθρώπου που παραμένει ανεκπλήρωτο. Θα έλεγε κανείς ότι αυτή είναι η ουσία του πολιτισμού. Να εξανθρωπίσει τον άνθρωπο, δηλαδή να πετύχει την πραγμάτωση της αρετής.
Ο άνθρωπος όσο και να λέει ότι παλεύει για το δίκαιο ή την ελευθερία ή την ισότητα ή τα δικαιώματα των συνανθρώπων του κλπ, δε φαίνεται να το εννοεί. Ο Αριστοτέλης θα έλεγε ότι δεν τα αγαπάει πραγματικά. Δεν βρίσκει αληθινή χαρά σ’ αυτά. Σε τελική ανάλυση δεν έχει καταλάβει ότι η ευτυχία είναι υπόθεση συλλογική. Θεωρεί ότι η ευτυχία των άλλων είναι αδιάφορη, ίσως και αντίπαλη με τη δική του. Όμως η κατάκτηση της αρετής ως απαρέγκλιτη προϋπόθεση της ευτυχίας αποδεικνύει το αντίθετο, αφού η αρετή ολοκληρώνει τον εαυτό μέσα από το σεβασμό του άλλου. Ο δίκαιος δε θέλει να αδικείται ούτε ο ίδιος ούτε και οι άλλοι. Κι αυτός είναι ο ορισμός της κοινωνικής ισορροπίας. Η ατομική οπτική δεν μπορεί παρά να δράσει συγκρουσιακά. Να αναδείξει τον κακώς εννοούμενο ανταγωνισμό. Να επιλέγει την πολεμική από τη σύμπραξη. Προφανώς ο άνθρωπος χρειάζεται κι άλλο χρόνο. Ας είμαστε αισιόδοξοι.
Αυτό που μένει είναι το τελικό συμπέρασμα του Αριστοτέλη για την ευτυχία: «Συμπέρασμα: Η ευδαιμονία είναι το υπέρτατο αγαθό, και μαζί ό,τι πιο ωραίο και ό,τι πιο ευχάριστο: οι τρεις αυτές ιδιότητες δεν πρέπει να χωρίζονται με τον τρόπο που αυτό γίνεται στην επιγραφή της Δήλου:
Το δικαιότερο είναι το πιο όμορφο, η υγεία το καλύτερο·
Το πιο ευχάριστο απ’ όλα νά ‘χει κανείς ό,τι αγαπά·
ο λόγος είναι ότι όλες αυτές οι ιδιότητες συνυπάρχουν στις άριστες ενέργειες – αυτές, ή μία από αυτές, η καλύτερη, λέμε πως είναι η ευδαιμονία». (1099a 8, 27-34).
Αριστοτέλης, Ηθικά Νικομάχεια
Οι περιστασιακές στιγμές ευφορίας δεν πρέπει να συγχέονται με την ευτυχία, καθώς, σε τελική ανάλυση, δεν την εξασφαλίζουν. Η ευτυχία, ως έννοια βαθύτερη από κάθε παροδική χαρά, δεν μπορεί παρά να συνδέεται με την καθημερινότητα. Αυτό που λέμε ευτυχισμένη ζωή αφορά την εκπλήρωση εκείνων των προϋποθέσεων, που δίνουν στον άνθρωπο ικανοποίηση από την ίδια την κανονικότητά τους. Ένας τέτοιος άνθρωπος δε χρειάζεται κάποιο μεγάλο γεγονός για να νιώσει χαρά (χωρίς αυτό να σημαίνει ότι κάτι τέτοιο δε θα ήταν ευπρόσδεκτο ή ότι δε θα είναι σε θέση να το εκτιμήσει), αφού η ίδια η ζωή του είναι η πηγή της χαράς. Κι εδώ δε γίνεται λόγος για το ακλόνητο της αταραξίας, που μπορεί να έχει ακόμη και θρησκευτικό υπόβαθρο, αλλά για την εύρεση της ισορροπίας που εναρμονίζει τον εαυτό με το περιβάλλον.
Οι προσπάθειες του ανθρώπου να βρει ευτυχία μέσω των πρόσκαιρων απολαύσεων είναι καταδικασμένες σε αποτυχία, αφού το εφήμερο (για να μην πούμε το στιγμιαίο) είναι αδύνατο να προσφέρει τη σταθερότητα. Το δυστυχισμένο παιδί δεν μπορεί να γίνει ευτυχισμένο, ακόμη κι αν του προσφερθεί το μεγαλύτερο παγωτό του κόσμου. Ομοίως, ένα παιδί που λαμβάνει καθημερινά το ίδιο εξαίσιο παγωτό, δεν είναι βέβαιο ότι ευτυχεί. Η προσωρινή χαρά έχει αξία μόνο όταν συνδυάζεται με εκείνες τις συνθήκες που εξασφαλίζουν την ευτυχία, αλλιώς είναι περιστασιακή ανακούφιση. Κι αυτή ακριβώς είναι η σύγχυση του ανθρώπου, που αντιλαμβάνεται τις εφήμερες ηδονές σαν κλειδί για την ευδαιμονία. Η θεοποίηση του χρήματος, που μετατρέπει τα πάντα σε κατανάλωση, καταδεικνύει ακριβώς αυτό. Η ευτυχία όμως, δεν είναι καταναλωτικό αγαθό κι ως εκ τούτου δεν αγοράζεται.
Βεβαίως, ο Αριστοτέλης δεν υποτιμά καθόλου τα υλικά αγαθά. Η επάρκειά τους κρίνεται απαραίτητη για να οδηγηθεί κανείς την ευτυχία. Γι’ αυτό και κάνει λόγο για αυτάρκεια. Δεν είναι όμως αυτοσκοπός, είναι το μέσο. Με άλλα λόγια, η υλική επάρκεια δε σηματοδοτεί την εξασφάλιση της ευτυχίας, αλλά την κάλυψη των αναγκών, δηλαδή την προϋπόθεση, ώστε να μπορέσει κανείς να φτάσει στην ευτυχία, η οποία εν τέλει αφορά την ψυχή: «Με τα αγαθά, λοιπόν, να έχουν χωριστεί σε τρεις κατηγορίες, δηλαδή στα λεγόμενα εξωτερικά, σ’ αυτά που σχετίζονται με την ψυχή και σ’ αυτά που σχετίζονται με το σώμα, ονομάζουμε όλοι κατεξοχήν αγαθά – αγαθά στην κυριολεξία – αυτά που σχετίζονται με την ψυχή». (1098b 8, 15-17).
Ευτυχία χωρίς ψυχική συμμετοχή δεν μπορεί να υπάρξει. Κι όταν λέμε ψυχική συμμετοχή εννοούμε τη σύμπλευση της λογικής με το συναίσθημα. Η άρνηση της λογικής για χάρη μιας παρόρμησης, αν γίνεται επανειλημμένα (σε βαθμό που να θεωρείται μια μόνιμη κατάσταση), δεν καταδεικνύει τη συναισθηματική ολοκλήρωση αλλά το πάθος. Από την άλλη, η καταπίεση των συναισθημάτων στο όνομα της λογικής αποτελεί μια άλλη μορφή παραλόγου, καθώς δεν υπάρχει τίποτε λογικότερο από το να ικανοποιεί κανείς τα συναισθήματά του. Αυτός είναι ο λόγος που η ψυχή πρέπει να ενεργήσει επιφέροντας την απαραίτητη ισορροπία με την ικανοποίηση των συναισθημάτων και τη χαλιναγώγηση των παθών.
Η εξισορρόπηση αυτών είναι που θα κάνει τον άνθρωπο να προβαίνει στις σωστές ενέργειες εξασφαλίζοντας την ευζωία, επιφέροντας δηλαδή την προσωπική ολοκλήρωση: «… το τέλος το ταυτίζουμε με κάποιες πράξεις και κάποιες ενέργειες· γιατί έτσι το τέλος παίρνει θέση μεταξύ των αγαθών που σχετίζονται με την ψυχή και όχι μεταξύ των εξωτερικών αγαθών. Με τον ορισμό μας συνάδει και η πίστη ότι ο ευδαίμων άνθρωπος ζει καλά και πράττει καλά – δεν το είπαμε πράγματι κάπως έτσι, ότι η ευδαιμονία είναι ευζωία και ευ-πραξία;» (1098b 8,22-25).
Όμως, η χαλιναγώγηση των παθών δεν είναι παρά η πραγμάτωση της αρετής. Το πάθος για το χρήμα, ο άκρατος εγωισμός, η δίψα για εξουσία, η εμμονή στις ηδονές που η εκπλήρωσή τους προϋποθέτει την καταπίεση του άλλου, είναι τα κίνητρα που αντιμάχονται στην αρετή. Η παράδοση του ανθρώπου σ’ αυτά είναι η κατάλυση της ψυχικής ισορροπίας, αφού η συναισθηματική παρόρμηση της πρόσκαιρης ικανοποίησης υπερβαίνει τη σταθερότητα της ψυχικής γαλήνης που απαιτεί η ευτυχία. Σε τελική ανάλυση, όλα αυτά δεν είναι παρά η υπερβολή που διαλύει τη μεσότητα. Και η υπερβολή δε συμπλέει με τη λογική. Ούτε είναι γνώρισμα του σώφρονα ανθρώπου.
Σχεδόν μαθηματικά οι άνθρωποι που υποκύπτουν σε τέτοια πάθη δεν ευτυχούν. Η γνώση της απόρριψης από τους άλλους, ακόμη κι αν κανείς δεν το εκφράζει ανοιχτά, η καχυποψία, η αρρωστημένη ανταγωνιστικότητα, το επιφανειακό των σχέσεων, ο φθόνος για τις επιτυχίες του άλλου, η τάση επίδειξης, η άρνηση της αυτογνωσίας και η τελική ανασφάλεια (που μοιραία επέρχεται) καταλύουν κάθε έννοια ισορροπίας. Υπό αυτές τις συνθήκες, η ευτυχία αντικαθίσταται από την απατηλή ανακούφιση των υλικών απολαύσεων. Όμως, η αντικατάσταση δεν είναι αποκατάσταση – πολύ περισσότερο εκπλήρωση.
Για να φτάσουμε και πάλι στο συμπέρασμα ότι η ψυχή πρέπει να ενεργήσει, ώστε να τεθούν οι σωστές προτεραιότητες, προκειμένου να νιώθει κανείς χαρά με τα πράγματα που αξίζουν στ’ αλήθεια: «Όπως στην Ολυμπία το στεφάνι της νίκης το κερδίζουν όχι οι πιο όμορφοι και οι πιο ρωμαλέοι αλλά αυτοί που συμμετέχουν στους αγώνες (γιατί κάποιοι από αυτούς είναι που αναδεικνύονται νικητές), έτσι και τα ωραία και τα καλά της ζωής τα κερδίζουν αυτοί που ενεργούν σωστά». (1099a 8, 4-8).
Και ενεργούν σωστά όσοι κινούνται σύμφωνα με τις υποδείξεις της αρετής: «Με αυτούς λοιπόν που ταυτίζουν την ευδαιμονία με την αρετή ή με κάποια αρετή ο ορισμός μας βρίσκεται σε απόλυτη συμφωνία· στην αρετή έχει, πράγματι, την αρχή της η ενάρετη ενέργεια». (1098b 8, 35-38).
Αφού καταδειχθεί ότι η σωστή πράξη είναι αυτή που διέπεται από την αρετή, αυτό που μένει είναι η διασφάλιση της ταυτόχρονης συναισθηματικής ικανοποίησης, για την επίτευξη της πληρότητας που θα επέλθει από τη σύζευξη λογικής και συναισθήματος. Και η συναισθηματική ικανοποίηση σχετίζεται με την εκπλήρωση αυτών που αγαπάει ο καθένας: «στον κάθε άνθρωπο ευχάριστο είναι αυτό που αγαπάει: το άλογο σ’ αυτόν που αγαπάει τα άλογα, το θέαμα σ’ αυτόν που αγαπάει τα θεάματα· με τον ίδιο τρόπο οι δίκαιες πράξεις σ’ αυτόν που αγαπάει τη δικαιοσύνη, και, γενικά, οι ενάρετες πράξεις σ’ αυτόν που αγαπάει την αρετή». (1099a 8, 10-13). Κι ο Αριστοτέλης θα συμπληρώσει καταδεικνύοντας την προβληματική που αποπροσανατολίζει τους περισσότερους ανθρώπους: «Στην πλειονότητα των ανθρώπων τα ευχάριστα γι’ αυτούς πράγματα βρίσκονται σε σύγκρουση μεταξύ τους για το λόγο ότι δεν είναι ευχάριστα από τη φύση τους». (1099a 8, 13-14).
Και βέβαια, ευχάριστα από τη φύση τους είναι αυτά που υπηρετούν την αρετή. Κάθε προσπάθεια αποσύνδεσης του ευχάριστου από την αρετή δεν είναι παρά η σύγχυση ανάμεσα στην πράξη και τα αποτελέσματά της. Γιατί η διάπραξη ενός αδικήματος είναι αδύνατο να θεωρείται ευχάριστη. Ευχάριστα μπορεί να είναι τα αποτελέσματα μετά από αυτήν, επειδή προφανώς θα επιτευχθούν οικονομικά ή οποιαδήποτε άλλα οφέλη. Με άλλα λόγια, το ότι μπορεί κάποιος να νιώσει ευχαρίστηση από τα αποτελέσματα μιας αδικίας δε σημαίνει ότι είναι ευχάριστη η καθαυτή διάπραξή της. Αυτός που νιώθει ευχαρίστηση πράττοντας το κακό, αυτός δηλαδή που το κάνει γιατί αντλεί ηδονή κάνοντάς το είναι προφανώς διαταραγμένος.
Ο Αριστοτέλης θέτει το ζήτημα αντίστροφα: «σ’ αυτά που είπαμε πρέπει να προσθέσουμε και τούτο: ο άνθρωπος που δε βρίσκει ευχαρίστηση στις ωραίες πράξεις δεν είναι καν ένας καλός άνθρωπος. Ποιος θα ονόμαζε δίκαιο έναν άνθρωπο που δε βρίσκει ευχαρίστηση στις δίκαιες πράξεις, ή ελευθέριο έναν άνθρωπο που δε βρίσκει ευχαρίστηση στις ελευθέριες πράξεις, κοκ;» (1099a 8, 19-23).
Με άλλα λόγια, για τον Αριστοτέλη το συναίσθημα της ευχαρίστησης είναι απολύτως καθοριστικό για το χαρακτήρα των ανθρώπων. Δε φτάνει κάποιος να μην διαπράττει αδικίες για να είναι δίκαιος. Πρέπει να νιώθει χαρά από τις δίκαιες πράξεις. Θα έλεγε κανείς ότι τα συναισθήματα είναι καθοριστικότερα από τις συμπεριφορές. Αυτός που δε νιώθει ευχαρίστηση από τις αρχές του δικαίου δεν είναι δίκαιος ασχέτως αν τελικά τις τηρεί. Ο καλός άνθρωπος νιώθει χαρά από τις ωραίες πράξεις. Αν δεν το κάνει, δεν είναι καλός. Τελικά το τι είναι κάποιος καταδεικνύεται περισσότερο απ’ αυτά που νιώθει παρά απ’ αυτά που κάνει.
Το συναίσθημα είναι το επιστέγασμα της διαμόρφωσης του καθενός. Εφόσον η χαρά προέρχεται απ’ αυτά που αγαπάμε, τότε είναι προφανές ότι αυτά που αγαπάμε θα τα επιδιώκουμε κι αυτά που δεν αγαπάμε όχι. Με δυο λόγια, αυτός που δε νιώθει χαρά από τις δίκαιες πράξεις, είναι αυτός που εν τέλει δεν αγαπά τις δίκαιες πράξεις. Κι επειδή τελικά το συναίσθημα είναι το κριτήριο που θα διαμορφώσει την ανθρώπινη συμπεριφορά, αυτός που δεν αγαπά τις δίκαιες πράξεις, όσο κι αν συγκρατείται υπακούοντας στα όριά τους, όταν του δοθεί η ευκαιρία θα παραβιάσει το πνεύμα τους.
Η αρετή δεν μπορεί να επιβληθεί με το ζόρι. Πρέπει κανείς να τη θέλει. Πρέπει, δηλαδή, να νιώθει χαρά πραγματώνοντάς την: «Αν έτσι έχει το πράγμα, τότε οι πράξεις της αρετής θα πρέπει, σκέφτομαι, να είναι ευχάριστες καθεαυτές, μαζί όμως και καλές και ωραίες· έχουν μάλιστα την καθεμιά από τις ιδιότητες αυτές στον ύψιστο βαθμό, αν και είναι αλήθεια ότι ο ενάρετος άνθρωπος είναι καλός κριτής γι’ αυτές τις ιδιότητες – πραγματικά, η κρίση του είναι αυτή που περιγράψαμε». (1099a 8, 24-27).
Η επίκληση της ορθής κρίσης είναι μία ακόμη αναφορά στη λογική. Ο ενάρετος άνθρωπος, ως κάτοχος της ορθής κρίσης, συμπεριφέρεται λογικά και χαίρεται μ’ αυτά που αρμόζουν στην αρετή. Πετυχαίνει δηλαδή της σύμπλευση λογικής και συναισθήματος στην κατεύθυνση της αρετής. Κι αυτός είναι ο λόγος που θα κατακτήσει την ευδαιμονία: «Στους ανθρώπους που αγαπούν το ωραίο ευχάριστα είναι αυτά που είναι ευχάριστα από τη φύση τους· τέτοιες είναι οι πράξεις της αρετής· έτσι και σ’ αυτούς τους ανθρώπους είναι ευχάριστες και είναι και καθεαυτές ευχάριστες. Δεν τη χρειάζεται λοιπόν η ζωή αυτών των ανθρώπων την ευχαρίστηση σαν ένα είδος πρόσθετου κοσμήματος· αντίθετα, την έχει μέσα της». (1099a 8, 15-19).
Ο ενάρετος άνθρωπος βιώνοντας την απόλυτη ισορροπία έχει τη χαρά μέσα του. Και δεν υπάρχει σταθερότερη συνθήκη από αυτή. Οι κοινωνίες που απαξιώνουν την αρετή στο όνομα της πρόσκαιρης επιδίωξης έχουν οριστικά χάσει τον προσανατολισμό τους. Σ’ ένα τέτοιο περιβάλλον τα σχετικά με την αρετή φαντάζουν αφέλειες. Κι αυτή είναι η επισφράγιση της αποτυχίας. Αυτό που μένει είναι ο ωφελιμισμός, η ατομικότητα και η χρησιμοθηρική οπτική για τα πάντα. Τα κοινωνικά πρότυπα αυτού του είδους είναι η εσφαλμένη κατεύθυνση που βαφτίζεται πνεύμα των καιρών. Η συνύπαρξη καθίσταται ολοένα και πιο προβληματική. Υπό αυτές τις συνθήκες, είναι πολύ δύσκολο να μιλάμε για ευτυχία.
Παρακολουθώντας την πορεία της ανθρωπότητας είναι μάλλον αδύνατο να βρει κανείς την επικράτηση της αρετής, με τον τρόπο τουλάχιστον που την εννοεί ο Αριστοτέλης. Η βία, το κυνήγι του πλούτου, το συμφέρον και η μάχη της εξουσίας ήταν πάντοτε οι βασικότερες επιδιώξεις του ανθρώπου. Οι νόμοι της ιστορίας ήταν και παραμένουν σκληροί. Το ζήτημα της συνύπαρξης φαίνεται ακόμη μετέωρο. Κι αυτό είναι το μεγάλο στοίχημα του ανθρώπου που παραμένει ανεκπλήρωτο. Θα έλεγε κανείς ότι αυτή είναι η ουσία του πολιτισμού. Να εξανθρωπίσει τον άνθρωπο, δηλαδή να πετύχει την πραγμάτωση της αρετής.
Ο άνθρωπος όσο και να λέει ότι παλεύει για το δίκαιο ή την ελευθερία ή την ισότητα ή τα δικαιώματα των συνανθρώπων του κλπ, δε φαίνεται να το εννοεί. Ο Αριστοτέλης θα έλεγε ότι δεν τα αγαπάει πραγματικά. Δεν βρίσκει αληθινή χαρά σ’ αυτά. Σε τελική ανάλυση δεν έχει καταλάβει ότι η ευτυχία είναι υπόθεση συλλογική. Θεωρεί ότι η ευτυχία των άλλων είναι αδιάφορη, ίσως και αντίπαλη με τη δική του. Όμως η κατάκτηση της αρετής ως απαρέγκλιτη προϋπόθεση της ευτυχίας αποδεικνύει το αντίθετο, αφού η αρετή ολοκληρώνει τον εαυτό μέσα από το σεβασμό του άλλου. Ο δίκαιος δε θέλει να αδικείται ούτε ο ίδιος ούτε και οι άλλοι. Κι αυτός είναι ο ορισμός της κοινωνικής ισορροπίας. Η ατομική οπτική δεν μπορεί παρά να δράσει συγκρουσιακά. Να αναδείξει τον κακώς εννοούμενο ανταγωνισμό. Να επιλέγει την πολεμική από τη σύμπραξη. Προφανώς ο άνθρωπος χρειάζεται κι άλλο χρόνο. Ας είμαστε αισιόδοξοι.
Αυτό που μένει είναι το τελικό συμπέρασμα του Αριστοτέλη για την ευτυχία: «Συμπέρασμα: Η ευδαιμονία είναι το υπέρτατο αγαθό, και μαζί ό,τι πιο ωραίο και ό,τι πιο ευχάριστο: οι τρεις αυτές ιδιότητες δεν πρέπει να χωρίζονται με τον τρόπο που αυτό γίνεται στην επιγραφή της Δήλου:
Το δικαιότερο είναι το πιο όμορφο, η υγεία το καλύτερο·
Το πιο ευχάριστο απ’ όλα νά ‘χει κανείς ό,τι αγαπά·
ο λόγος είναι ότι όλες αυτές οι ιδιότητες συνυπάρχουν στις άριστες ενέργειες – αυτές, ή μία από αυτές, η καλύτερη, λέμε πως είναι η ευδαιμονία». (1099a 8, 27-34).
Αριστοτέλης, Ηθικά Νικομάχεια
Ανθολόγιο Αττικής Πεζογραφίας
ΞΕΝΟΦΩΝ, ΚΥΡΟΥ ΑΝΑΒΑΣΙΣ
ΞΕΝ ΚΑναβ 3.4.41–3.4.49
Οι Μύριοι, με νέα ηγεσία πλέον, (βλ. ΞΕΝ ΚΑναβ 3.2.7–3.2.19) ξεκίνησαν την επίπονη πορεία τους προς τη σωτηρία. Σε όλη τους τη διαδρομή κατά μήκος της ανατολικής όχθης του Τίγρη δέχονταν επιθέσεις από τις δυνάμεις του Πέρση σατράπη Τισσαφέρνη, που τους ακολουθούσαν. Σε κάποιο πέρασμα προς μία πεδιάδα ο αρχιστράτηγος Χειρίσοφος διαπίστωσε ότι οι εχθροί είχαν καταλάβει ένα ύψωμα και έτσι μπορούσαν να πλήξουν από ψηλά τους Έλληνες. Έτσι, κάλεσε τον Ξενοφώντα, που διοικούσε την οπισθοφυλακή του στρατεύματος.
[3.4.41] ἐνταῦθα Ξενοφῶν ὁρᾷ τοῦ ὄρους τὴν κορυφὴν ὑπὲρ
αὐτοῦ τοῦ ἑαυτῶν στρατεύματος οὖσαν, καὶ ἀπὸ ταύτης ἔφοδον
ἐπὶ τὸν λόφον ἔνθα ἦσαν οἱ πολέμιοι, καὶ λέγει· Κράτιστον,
ὦ Χειρίσοφε, ἡμῖν ἵεσθαι ὡς τάχιστα ἐπὶ τὸ ἄκρον· ἢν γὰρ
τοῦτο λάβωμεν, οὐ δυνήσονται μένειν οἱ ὑπὲρ τῆς ὁδοῦ.
ἀλλά, εἰ βούλει, μένε ἐπὶ τῷ στρατεύματι, ἐγὼ δ’ ἐθέλω
πορεύεσθαι· εἰ δὲ χρῄζεις, πορεύου ἐπὶ τὸ ὄρος, ἐγὼ δὲ μενῶ
αὐτοῦ. [3.4.42] Ἀλλὰ δίδωμί σοι, ἔφη ὁ Χειρίσοφος, ὁπότερον βούλει
ἑλέσθαι. εἰπὼν ὁ Ξενοφῶν ὅτι νεώτερός ἐστιν αἱρεῖται
πορεύεσθαι, κελεύει δέ οἱ συμπέμψαι ἀπὸ τοῦ στόματος
ἄνδρας· μακρὸν γὰρ ἦν ἀπὸ τῆς οὐρᾶς λαβεῖν. [3.4.43] καὶ ὁ Χειρί-
σοφος συμπέμπει τοὺς ἀπὸ τοῦ στόματος πελταστάς, ἔλαβε δὲ
τοὺς κατὰ μέσον πλαισίου. συνέπεσθαι δ’ ἐκέλευσεν αὐτῷ
καὶ τοὺς τριακοσίους οὓς αὐτὸς εἶχε τῶν ἐπιλέκτων ἐπὶ τῷ
στόματι τοῦ πλαισίου. [3.4.44] ἐντεῦθεν ἐπορεύοντο ὡς ἐδύναντο
τάχιστα. οἱ δ’ ἐπὶ τοῦ λόφου πολέμιοι ὡς ἐνόησαν αὐ-
τῶν τὴν πορείαν ἐπὶ τὸ ἄκρον, εὐθὺς καὶ αὐτοὶ ὥρμησαν
ἁμιλλᾶσθαι ἐπὶ τὸ ἄκρον. [3.4.45] καὶ ἐνταῦθα πολλὴ μὲν κραυγὴ
ἦν τοῦ Ἑλληνικοῦ στρατεύματος διακελευομένων τοῖς ἑαυ-
τῶν, πολλὴ δὲ κραυγὴ τῶν ἀμφὶ Τισσαφέρνην τοῖς ἑαυτῶν
διακελευομένων. [3.4.46] Ξενοφῶν δὲ παρελαύνων ἐπὶ τοῦ ἵππου
παρεκελεύετο· Ἄνδρες, νῦν ἐπὶ τὴν Ἑλλάδα νομίζετε ἁμιλ-
λᾶσθαι, νῦν πρὸς τοὺς παῖδας καὶ τὰς γυναῖκας, νῦν ὀλίγον
πονήσαντες ἀμαχεὶ τὴν λοιπὴν πορευσόμεθα. [3.4.47] Σωτηρίδας δὲ
ὁ Σικυώνιος εἶπεν· Οὐκ ἐξ ἴσου, ὦ Ξενοφῶν, ἐσμέν· σὺ μὲν
γὰρ ἐφ’ ἵππου ὀχῇ, ἐγὼ δὲ χαλεπῶς κάμνω τὴν ἀσπίδα
φέρων. [3.4.48] καὶ ὃς ἀκούσας ταῦτα καταπηδήσας ἀπὸ τοῦ ἵππου
ὠθεῖται αὐτὸν ἐκ τῆς τάξεως καὶ τὴν ἀσπίδα ἀφελόμενος ὡς
ἐδύνατο τάχιστα ἔχων ἐπορεύετο· ἐτύγχανε δὲ καὶ θώρακα
ἔχων τὸν ἱππικόν· ὥστ’ ἐπιέζετο. καὶ τοῖς μὲν ἔμπροσθεν
ὑπάγειν παρεκελεύετο, τοῖς δὲ ὄπισθεν παριέναι μόλις ἑπό-
μενος. [3.4.49] οἱ δ’ ἄλλοι στρατιῶται παίουσι καὶ βάλλουσι καὶ
λοιδοροῦσι τὸν Σωτηρίδαν, ἔστε ἠνάγκασαν λαβόντα τὴν
ἀσπίδα πορεύεσθαι. ὁ δὲ ἀναβάς, ἕως μὲν βάσιμα ἦν,
ἐπὶ τοῦ ἵππου ἦγεν, ἐπεὶ δὲ ἄβατα ἦν, καταλιπὼν τὸν ἵππον
ἔσπευδε πεζῇ. καὶ φθάνουσιν ἐπὶ τῷ ἄκρῳ γενόμενοι τοὺς
πολεμίους.
ΞΕΝ ΚΑναβ 3.4.41–3.4.49
Κατάληψη λόφου από τον Ξενοφώντα
Οι Μύριοι, με νέα ηγεσία πλέον, (βλ. ΞΕΝ ΚΑναβ 3.2.7–3.2.19) ξεκίνησαν την επίπονη πορεία τους προς τη σωτηρία. Σε όλη τους τη διαδρομή κατά μήκος της ανατολικής όχθης του Τίγρη δέχονταν επιθέσεις από τις δυνάμεις του Πέρση σατράπη Τισσαφέρνη, που τους ακολουθούσαν. Σε κάποιο πέρασμα προς μία πεδιάδα ο αρχιστράτηγος Χειρίσοφος διαπίστωσε ότι οι εχθροί είχαν καταλάβει ένα ύψωμα και έτσι μπορούσαν να πλήξουν από ψηλά τους Έλληνες. Έτσι, κάλεσε τον Ξενοφώντα, που διοικούσε την οπισθοφυλακή του στρατεύματος.
[3.4.41] ἐνταῦθα Ξενοφῶν ὁρᾷ τοῦ ὄρους τὴν κορυφὴν ὑπὲρ
αὐτοῦ τοῦ ἑαυτῶν στρατεύματος οὖσαν, καὶ ἀπὸ ταύτης ἔφοδον
ἐπὶ τὸν λόφον ἔνθα ἦσαν οἱ πολέμιοι, καὶ λέγει· Κράτιστον,
ὦ Χειρίσοφε, ἡμῖν ἵεσθαι ὡς τάχιστα ἐπὶ τὸ ἄκρον· ἢν γὰρ
τοῦτο λάβωμεν, οὐ δυνήσονται μένειν οἱ ὑπὲρ τῆς ὁδοῦ.
ἀλλά, εἰ βούλει, μένε ἐπὶ τῷ στρατεύματι, ἐγὼ δ’ ἐθέλω
πορεύεσθαι· εἰ δὲ χρῄζεις, πορεύου ἐπὶ τὸ ὄρος, ἐγὼ δὲ μενῶ
αὐτοῦ. [3.4.42] Ἀλλὰ δίδωμί σοι, ἔφη ὁ Χειρίσοφος, ὁπότερον βούλει
ἑλέσθαι. εἰπὼν ὁ Ξενοφῶν ὅτι νεώτερός ἐστιν αἱρεῖται
πορεύεσθαι, κελεύει δέ οἱ συμπέμψαι ἀπὸ τοῦ στόματος
ἄνδρας· μακρὸν γὰρ ἦν ἀπὸ τῆς οὐρᾶς λαβεῖν. [3.4.43] καὶ ὁ Χειρί-
σοφος συμπέμπει τοὺς ἀπὸ τοῦ στόματος πελταστάς, ἔλαβε δὲ
τοὺς κατὰ μέσον πλαισίου. συνέπεσθαι δ’ ἐκέλευσεν αὐτῷ
καὶ τοὺς τριακοσίους οὓς αὐτὸς εἶχε τῶν ἐπιλέκτων ἐπὶ τῷ
στόματι τοῦ πλαισίου. [3.4.44] ἐντεῦθεν ἐπορεύοντο ὡς ἐδύναντο
τάχιστα. οἱ δ’ ἐπὶ τοῦ λόφου πολέμιοι ὡς ἐνόησαν αὐ-
τῶν τὴν πορείαν ἐπὶ τὸ ἄκρον, εὐθὺς καὶ αὐτοὶ ὥρμησαν
ἁμιλλᾶσθαι ἐπὶ τὸ ἄκρον. [3.4.45] καὶ ἐνταῦθα πολλὴ μὲν κραυγὴ
ἦν τοῦ Ἑλληνικοῦ στρατεύματος διακελευομένων τοῖς ἑαυ-
τῶν, πολλὴ δὲ κραυγὴ τῶν ἀμφὶ Τισσαφέρνην τοῖς ἑαυτῶν
διακελευομένων. [3.4.46] Ξενοφῶν δὲ παρελαύνων ἐπὶ τοῦ ἵππου
παρεκελεύετο· Ἄνδρες, νῦν ἐπὶ τὴν Ἑλλάδα νομίζετε ἁμιλ-
λᾶσθαι, νῦν πρὸς τοὺς παῖδας καὶ τὰς γυναῖκας, νῦν ὀλίγον
πονήσαντες ἀμαχεὶ τὴν λοιπὴν πορευσόμεθα. [3.4.47] Σωτηρίδας δὲ
ὁ Σικυώνιος εἶπεν· Οὐκ ἐξ ἴσου, ὦ Ξενοφῶν, ἐσμέν· σὺ μὲν
γὰρ ἐφ’ ἵππου ὀχῇ, ἐγὼ δὲ χαλεπῶς κάμνω τὴν ἀσπίδα
φέρων. [3.4.48] καὶ ὃς ἀκούσας ταῦτα καταπηδήσας ἀπὸ τοῦ ἵππου
ὠθεῖται αὐτὸν ἐκ τῆς τάξεως καὶ τὴν ἀσπίδα ἀφελόμενος ὡς
ἐδύνατο τάχιστα ἔχων ἐπορεύετο· ἐτύγχανε δὲ καὶ θώρακα
ἔχων τὸν ἱππικόν· ὥστ’ ἐπιέζετο. καὶ τοῖς μὲν ἔμπροσθεν
ὑπάγειν παρεκελεύετο, τοῖς δὲ ὄπισθεν παριέναι μόλις ἑπό-
μενος. [3.4.49] οἱ δ’ ἄλλοι στρατιῶται παίουσι καὶ βάλλουσι καὶ
λοιδοροῦσι τὸν Σωτηρίδαν, ἔστε ἠνάγκασαν λαβόντα τὴν
ἀσπίδα πορεύεσθαι. ὁ δὲ ἀναβάς, ἕως μὲν βάσιμα ἦν,
ἐπὶ τοῦ ἵππου ἦγεν, ἐπεὶ δὲ ἄβατα ἦν, καταλιπὼν τὸν ἵππον
ἔσπευδε πεζῇ. καὶ φθάνουσιν ἐπὶ τῷ ἄκρῳ γενόμενοι τοὺς
πολεμίους.
***
Τότε ο Ξενοφών βλέπει ότι του όρους η κορυφή ευρίσκετο υπεράνω ακριβώς του ιδικού των στρατεύματος, και ότι από αυτήν ηδύνατο να επάλθη κανείς απ' επάνω εναντίον του λόφου, όπου ήσαν οι εχθροί. Λέγει λοιπόν∙ Το καλύτερον δι' ημάς, Χειρίσοφε, είναι να ορμήσωμεν όσον το δυνατόν τάχιστα να ανέλθωμεν εις την κορυφήν. Διότι, αν την καταλάβωμεν την κορυφήν αυτήν, δεν θα ημπορέσουν να κρατηθούν εις την θέσιν των οι υπεράνω της οδού ευρισκόμενοι εχθροί. Λοιπόν, αν θέλης, μένε συ εδώ επί κεφαλής του στρατεύματος, και εγώ είμαι πρόθυμος να υπάγω. Εάν δε πάλιν επιθυμείς, βάδιζε συ επάνω εις το όρος, και εγώ θα μείνω εδώ. Αλλά αφήνω εις σε, είπεν ο Χειρίσοφος, να εκλέξης ό,τι από τα δύο θέλεις. Ο Ξενοφών τότε είπε, ότι ως νεώτερος προτιμά να υπάγη αυτός, τον παρακαλεί όμως να του δώση να τον ακολουθήσουν άνδρες από την εμπροσθοφυλακήν∙ διότι εχρειάζετο πολλή ώρα δια να υπάγη να παραλάβη άνδρας από την οπισθοφυλακήν. Και ο Χειρίσοφος δίδει εντολήν να τον ακολουθήσουν οι εις την εμπροσθοφυλακήν ευρισκόμενοι πελτασταί, αυτός δε έλαβε τους ευρισκομένους εις το μέσον του πλαισίου. Διέταξε δε να τον ακολουθήσουν και οι τριακόσιοι τους οποίους αυτός είχε εκ των επιλέκτων εις το έμπροσθεν μέρος του πλαισίου. Κατόπιν επορεύοντο με όσην ηδύναντο μεγαλυτέραν ταχύτητα. Οι δε ευρισκόμενοι επάνω εις τον λόφον εχθροί, άμα αντελήφθησαν την πορείαν των προς την κορυφήν, αμέσως και αυτοί ώρμησαν αμιλλώμενοι να φθάσουν πριν από τους Έλληνας επάνω εις την κορυφήν. Και κατά την περίστασιν αυτήν αφ' ενός μεν μεγάλη κραυγή προήρχετο από τους άνδρας του Τισσαφέρνους, οι οποίοι επίσης παρώτρυνον τους ιδικούς των. Ο δε Ξενοφών τρέχων έφιππος πλαγίως της γραμμής των στρατιωτών του προσεπάθει να τους εμψυχώσει με τους εξής λόγους∙ Στρατιώται, βάλετε εις τον νουν σας ότι τώρα διαγωνιζόμεθα προς τους εχθρούς δια την επάνοδόν μας εις την Ελλάδα, ότι τώρα διαγωνιζόμεθα δια να υπάγωμεν εις τα τέκνα μας και τας γυναίκας μας, ότι, εάν τώρα κοπιάσωμεν ολίγον, αμαχητί θα διανύσωμεν το υπόλοιπον μέρος της πορείας. Ο Σωτηρίδας όμως ο Σικυώνιος είπε∙ Δεν ευρισκόμεθα υπό τας αυτάς συνθήκας, Ξενοφών. Διότι συ μεν φέρεσαι επάνω εις ίππον, ενώ εγώ κοπιάζω και ταλαιπωρούμαι πολύ βαστάζων την ασπίδα. Ο Ξενοφών, άμα τα ήκουσεν αυτά, επήδησε κάτω από τον ίππον του, και τον σπρώχνει έξω από την γραμμήν, και κατόπιν αφού του απέσπασε την ασπίδα, κρατών αυτήν επορεύετο με όσον ηδύνατο μεγαλυτέραν ταχύτητα, μολονότι εφόρει τον ιππικόν θώρακα, πράγμα που τον εστενοχώρει αρκετά. Και τους μεν έμπροσθέν του προέτρεπε να προχωρούν εμπρός, τους δε κατόπιν του να προσπερνούν, ενώ αυτός μετά κόπου και δυσκολίας ηκολούθει. Οι άλοι στρατιώται όμως αρχίζουν να κτυπούν και να λιθοβολούν και να υβρίζουν τον Σωτηρίδαν, έως ότου τον εξηνάγκασαν να πάρη πάλιν την ασπίδα του και να πορεύεται και αυτός εις την θέσιν του. Ο δε Ξενοφών, αφού ανέβη πάλιν εις τον ίππον του, μέχρι μεν του σημείου όπου ήτο το μέρος βατόν δι' ίππον, έφιππος επήγαινε, άμα δε το έδαφος ήρχισε να είναι άβατον, αφήκε το ίππον και έτρεχε πεζός. Και τέλος προλαμβάνουν και φθάνουν επάνω εις την κορυφήν πριν από τους εχθρούς.
Τότε ο Ξενοφών βλέπει ότι του όρους η κορυφή ευρίσκετο υπεράνω ακριβώς του ιδικού των στρατεύματος, και ότι από αυτήν ηδύνατο να επάλθη κανείς απ' επάνω εναντίον του λόφου, όπου ήσαν οι εχθροί. Λέγει λοιπόν∙ Το καλύτερον δι' ημάς, Χειρίσοφε, είναι να ορμήσωμεν όσον το δυνατόν τάχιστα να ανέλθωμεν εις την κορυφήν. Διότι, αν την καταλάβωμεν την κορυφήν αυτήν, δεν θα ημπορέσουν να κρατηθούν εις την θέσιν των οι υπεράνω της οδού ευρισκόμενοι εχθροί. Λοιπόν, αν θέλης, μένε συ εδώ επί κεφαλής του στρατεύματος, και εγώ είμαι πρόθυμος να υπάγω. Εάν δε πάλιν επιθυμείς, βάδιζε συ επάνω εις το όρος, και εγώ θα μείνω εδώ. Αλλά αφήνω εις σε, είπεν ο Χειρίσοφος, να εκλέξης ό,τι από τα δύο θέλεις. Ο Ξενοφών τότε είπε, ότι ως νεώτερος προτιμά να υπάγη αυτός, τον παρακαλεί όμως να του δώση να τον ακολουθήσουν άνδρες από την εμπροσθοφυλακήν∙ διότι εχρειάζετο πολλή ώρα δια να υπάγη να παραλάβη άνδρας από την οπισθοφυλακήν. Και ο Χειρίσοφος δίδει εντολήν να τον ακολουθήσουν οι εις την εμπροσθοφυλακήν ευρισκόμενοι πελτασταί, αυτός δε έλαβε τους ευρισκομένους εις το μέσον του πλαισίου. Διέταξε δε να τον ακολουθήσουν και οι τριακόσιοι τους οποίους αυτός είχε εκ των επιλέκτων εις το έμπροσθεν μέρος του πλαισίου. Κατόπιν επορεύοντο με όσην ηδύναντο μεγαλυτέραν ταχύτητα. Οι δε ευρισκόμενοι επάνω εις τον λόφον εχθροί, άμα αντελήφθησαν την πορείαν των προς την κορυφήν, αμέσως και αυτοί ώρμησαν αμιλλώμενοι να φθάσουν πριν από τους Έλληνας επάνω εις την κορυφήν. Και κατά την περίστασιν αυτήν αφ' ενός μεν μεγάλη κραυγή προήρχετο από τους άνδρας του Τισσαφέρνους, οι οποίοι επίσης παρώτρυνον τους ιδικούς των. Ο δε Ξενοφών τρέχων έφιππος πλαγίως της γραμμής των στρατιωτών του προσεπάθει να τους εμψυχώσει με τους εξής λόγους∙ Στρατιώται, βάλετε εις τον νουν σας ότι τώρα διαγωνιζόμεθα προς τους εχθρούς δια την επάνοδόν μας εις την Ελλάδα, ότι τώρα διαγωνιζόμεθα δια να υπάγωμεν εις τα τέκνα μας και τας γυναίκας μας, ότι, εάν τώρα κοπιάσωμεν ολίγον, αμαχητί θα διανύσωμεν το υπόλοιπον μέρος της πορείας. Ο Σωτηρίδας όμως ο Σικυώνιος είπε∙ Δεν ευρισκόμεθα υπό τας αυτάς συνθήκας, Ξενοφών. Διότι συ μεν φέρεσαι επάνω εις ίππον, ενώ εγώ κοπιάζω και ταλαιπωρούμαι πολύ βαστάζων την ασπίδα. Ο Ξενοφών, άμα τα ήκουσεν αυτά, επήδησε κάτω από τον ίππον του, και τον σπρώχνει έξω από την γραμμήν, και κατόπιν αφού του απέσπασε την ασπίδα, κρατών αυτήν επορεύετο με όσον ηδύνατο μεγαλυτέραν ταχύτητα, μολονότι εφόρει τον ιππικόν θώρακα, πράγμα που τον εστενοχώρει αρκετά. Και τους μεν έμπροσθέν του προέτρεπε να προχωρούν εμπρός, τους δε κατόπιν του να προσπερνούν, ενώ αυτός μετά κόπου και δυσκολίας ηκολούθει. Οι άλοι στρατιώται όμως αρχίζουν να κτυπούν και να λιθοβολούν και να υβρίζουν τον Σωτηρίδαν, έως ότου τον εξηνάγκασαν να πάρη πάλιν την ασπίδα του και να πορεύεται και αυτός εις την θέσιν του. Ο δε Ξενοφών, αφού ανέβη πάλιν εις τον ίππον του, μέχρι μεν του σημείου όπου ήτο το μέρος βατόν δι' ίππον, έφιππος επήγαινε, άμα δε το έδαφος ήρχισε να είναι άβατον, αφήκε το ίππον και έτρεχε πεζός. Και τέλος προλαμβάνουν και φθάνουν επάνω εις την κορυφήν πριν από τους εχθρούς.
Κυριακή 18 Ιουνίου 2023
O Σχηματισμός των λέξεων στην Αρχαία Ελληνική γλώσσα
Γνήσια και νόθα σύνθετα
§ 30. Οι αρχαίοι γραμματικοί δεν συμφωνούσαν αν το ομηρικό επίθετο κάρη κομόωντες 'μακρυμάλληδες' έπρεπε να γραφεί σε δύο ή σε μία λέξη [1]. Η δυσκολία βρισκόταν στο ότι από τη μια μεριά η συμπλοκή δεν μπορούσε να ενταχθεί στους συνηθισμένους τύπους σύνθεσης και δεν περιλάμβανε κάποιο χαρακτηριστικό της σύνθεσης, από την άλλη, όμως, φαινόταν να αποτελεί μία αδιάσπαστη ενότητα. Και από την άποψη των βασικών τύπων σύνθεσης της αρχαίας ελληνικής ασφαλώς αναγκαζόμαστε, αν πρέπει εξάπαντος να αποφασίσουμε, να ονομάσουμε το καρηκομόωντες "σύνθετο", να το αισθανθούμε, όμως, σαν "νόθο" σύνθετο, όπως οι αρχαίοι Έλληνες γραμματικοί αντιδιαστέλλουν την παράθεσιν, την "παράταξη", προς την σύνθεσιν, την πραγματική "σύνθεση". Από την άποψη, όμως, της ιστορίας της γλώσσας πρέπει να μιλήσουμε μόνο για ένα "δυνάμει", "λιγότερο ανεπτυγμένο" σύνθετο. Δεν πρόκειται για ουσιαστική αλλά για χρονική διαφορά: από κάθε νόθο σύνθετο μπορεί να προκύψει ένα γνήσιο, και όλα τα γνήσια πρέπει να ανάγονται τελικά σε νόθα. Γνήσια σύνθετα σε μια συγκεκριμένη γλωσσική περίοδο είναι καταρχήν όλα εκείνα που δεν μπορούμε ή δεν μπορούμε πια να φανταστούμε το ένα ή και τα δύο μέλη τους σε αυτή τη μορφή ως ανεξάρτητες λέξεις: νουν-εχής, πατρ- άδελφος, δυσ- μενής, ή εκείνα που το ένα συνθετικό τους δεν μπορεί πια να κλιθεί: Νεαπόλεως από το Νέα πόλις > Νεάπολις. Στα υπόλοιπα σύνθετα οι ασφαλέστερες ενδείξεις γνήσιας σύνθεσης είναι οι ακόλουθες:
§ 31. 1. Μεταφορά του τελικού στοιχείου ενός συνθετικού σε διαφορετικά διαμορφωμένα θέματα: επειδή τα επίθετα διόσ-δοτος (αρχικά 'σταλμένος από τον Δία', με γεν. Διός) και θεό-δοτος 'δοσμένος από θεό' βρίσκονταν πολύ κοντά από άποψη σημασίας, με τη μεταφορά της κατάληξης -ος από το διοσ- προέκυψε ένα νέο επίθετο θεόσ-δοτος. Αυτό μπορούσε να συμβεί μόνον όταν το διοσ- δεν το ένιωθαν πια σαν γενική και το θεοσ- όχι πια σαν ονομαστική, αλλά και τα δύο σαν συνθετικά. Έτσι πρέπει να εξηγηθεί και το Λυκόσ-ουρα κατά το Κυνόσ-ουρα και ίσως το ἀνδρεϊ-φόντης 'φονιάς αντρών' κατά το ἀργεϊ-φόντης 'φονιάς του Άργου'.
§ 32. 2. Χρησιμοποίηση ενός συνθετικού σε μορφή πτώσης για τη δημιουργία ενός νέου συνθέτου, όπου η πτώση δεν διατηρεί την προηγούμενη λειτουργία της: στην Ιλιάδα Ν 564 αναφέρεται ένας σκῶλος πυρίκαυστος 'πάσσαλος καμένος στη φωτιά', στην Οδύσσεια ι 387 ο πυριήκης μοχλός 'πάσσαλος με πυρωμένη αιχμή'. Προφανώς το επίθετο πυριήκης μπόρεσε να σχηματιστεί, επειδή το πυρι- στο πυρίκαυστος το ένιωθαν σαν σκέτο θέμα, σαν συνθετικό, και όχι πια σαν οργανική ή τοπική δοτική. Έτσι μεταγενέστεροι επικοί ποιητές μπόρεσαν να αποδώσουν στο πυρι-λειτουργία γενικής, αποκαλώντας τον Βάκχο 'γιο της φωτιάς' πυρί-παις. Πρβ. επίσης ἀρει-θύσανος 'θύσανος του Άρη, γενναίος πολεμιστής' (Αισχύλος απ. 203 Ν2) κατά το ἀρεί-φατος (Όμ. ἀρηΐ-φατος) 'σκοτωμένος στη μάχη' (Αισχ.).
§ 33. 3. Μετάπλαση: η λέξη ἀερί-οικος, που χρησιμοποιεί ο κωμωδιογράφος Εύβουλος (απ. 139, 1, ΙΙ 212 Kock), περιέχει, βέβαια, δύο ανεξάρτητες λέξεις, κατά τη σημασία όμως δεν είναι το ίδιο με το ἀέρι οἶκος, αλλά σημαίνει (ἐν) ἀέρι οἶκον ἔχων. Αντίστοιχα ὀρείοικος σε ένα σχόλιο στον Ευριπίδη.
§ 34. Λιγότερο φερέγγυες ενδείξεις γνήσιας σύνθεσης είναι κάποια άλλα φαινόμενα:
4. Συνένωση των συντακτικών ομάδων κάτω από έναν τόνο: η φράση ἐν πόλει έχει έναν τόνο και παρ' όλα αυτά δεν αποτελεί σύνθετο, εφόσον υπάρχουν οι παραλλαγές ἐν τῇδε τῇ πόλει, ἐν τῇ ἡμετέρᾳ πόλει κτλ. Στο βαθμό αυτό δεν είναι δύσκολο να δεχτούμε σε μια ζωντανή ομιλούμενη γλώσσα διαφορές στον τονισμό, όπως οι προαναφερθείσες στην § 27 . Για τα αρχαία ελληνικά, όμως, οι γνώσεις μας σχετικά με τον τονισμό βασίζονται αποκλειστικά στην παράδοση των χειρογράφων και των αρχαίων γραμματικών φιλολόγων που δεν αποδίδουν πάντα αλάνθαστα τις συνθήκες της ομιλούμενης γλώσσας, έτσι ώστε έχουμε το δικαίωμα, αν όχι και το καθήκον, σε αμφιλεγόμενες περιπτώσεις να αναζητούμε πιο ασφαλή αποδεικτικά στοιχεία. Ο ενιαίος, όμως, τονισμός αποτελεί την πρώτη γλωσσική έκφραση της σύνθεσης, και ο αριθμός των συνθέτων που σταμάτησαν μόνο σ' αυτό το εξωτερικό γνώρισμα είναι μεγάλος· από τις ύποπτες πάλι περιπτώσεις, όπως εκείνες που μαρτυρεί εν μέρει η ομηρική παράδοση καρη-κομόωντες (§ 30), δακρυ-χέων, βαρυ-στενάχων 'που βαριαναστενάζει', παλιμ-πλαγχθέντα(ς) 'διωγμένους πίσω', έως τις σίγουρα σύνθετες λέξεις, όπως Διόσ-κο(υ)ροι και ἐπ-έκεινα 'από κει και πέρα', είναι αδύνατο να χαράξουμε με βεβαιότητα μια διαχωριστική γραμμή μεταξύ νόθων και γνήσιων συνθέτων. Οι αρχαίοι συνυπολόγιζαν εν μέρει ακόμη και σύνθετα του τύπου Διόσ-κο(υ)ροι στην παράθεσιν (δες Μέγα Ετυμολογικό 278, 25· πρβ. επίσης παράρτημα ΙΙΙ). Είναι ευνόητο ότι τέτοια τόσο λίγο παγιωμένα σύνθετα δεν προσφέρονταν να αποτελέσουν πρότυπο για έναν τύπο σύνθεσης, αλλά παρέμειναν μεμονωμένα.
§ 35. 5. Ακόμη και η αδυναμία χωρισμού και εναλλαγής των συνθετικών δεν αποτελεί αλάνθαστη ένδειξη πραγματικής σύνθεσης, γιατί στ' αρχαία ελληνικά υπάρχουν σύνθετα που μπορούν να χωριστούν, "συνθετικά σε απόσταση": το οὐδείς από το οὐδ' εἷς αποδεικνύεται ότι είναι σύνθετο από την αλλαγή της ποιότητας του τόνου, αλλά ακόμη και στα κλασικά αρχαία ελληνικά μπορεί να χωρίζεται με την παρεμβολή μικρών λέξεων: οὐδ' ὑφ' ἑνός, οὐδ' ἄν ἕνα. Τίθεται επίσης το ερώτημα αν ήδη στον Όμηρο παρά τη δυνατότητα του χωρισμού ἀπ' Αἰνείαν ἑλόμην (της λεγόμενης τμήσης) και της μετάθεσης φυγών ὕπο (= ὑποφυγών, της λεγόμενης αναστροφής) το αίσθημα ενότητας των ἀπ' και ἑλόμην, φυγών και ὕπο ήταν τόσο ισχυρό όσο στα σύνθετα με σταθερή θέση των μελών. Απ' την άλλη μεριά πρέπει να παραδεχτούμε πως μια γλώσσα μπορεί να αναπτύξει και στα μη σύνθετα συμπλέγματα λέξεων μια αχώριστη και μη εναλλάξιμη ακολουθία λέξεων: γερμ. gesehen worden 'είναι ιδωμένος'. Βέβαια η περίπτωση αυτή δεν αφορά τα αρχαία ελληνικά με τη μεγάλη ευελιξία τους στη σειρά των λέξεων. Σε γενικές γραμμές ούτε τα αρχαία ελληνικά σύνθετα εναλλάσσονται ή χωρίζονται· επιπλέον ασφαλώς κυριαρχεί η προσπάθεια να παραμεριστούν τα κατάλοιπα της ευκινησίας των συνθετικών: στη μετακλασική εποχή δεν έλεγαν πια οὐδ' ὑφ' ἑνός, οὐδ' ἄν ἕνα, αλλά ὑπ' οὐδενός, οὐδένα ἄν· και στην αττική πεζογραφία δεν διατηρείται καθόλου η τμήση [2], ενώ η αναστροφή απαντά μόνο σε μεμονωμένες περιπτώσεις με την πρόθεση πέρι· πρβ. στα σημερινά γερμανικά obgleich , obschon 'αν και, μολονότι' σε αντίθεση με τα παλαιότερα ob … gleich , ob … schon, και στα κλασικά λατινικά σαν νόρμα π.χ. obsecro vos 'σας ικετεύω' σε αντίθεση με το αρχαίο λατινικό ob vos sacro .
§ 36. 6. Δεν αποτελεί απόδειξη πραγματικής σύνθεσης η δυνατότητα σχηματισμού παράγωγων λέξεων. Το ουσιαστικό καλοκἀγαθία παράγεται από το καλός κἀγαθός, που είναι βέβαια τυποποιημένο σύμπλεγμα λέξεων αλλά όχι σύνθετη λέξη. Το επίθετο καλοκἀγαθός (ή καλοκάγαθος) είναι ένας μεταγενέστερος αναδρομικός σχηματισμός από τη λέξη καλοκἀγαθία. Πρβ. Νέα Πόλις, Νέας Πόλεως - Νεο-πολίτης και ἀνίστημι - ἀνάστασις. Ως εκ τούτου το Ἑλλησπόντιος δεν μπορεί να άρει την αμφιβολία κατά πόσον η λέξη Ἑλλήσποντος είναι πραγματικό σύνθετο, παρότι οι πιθανότητες να αποτελεί σύνθετη λέξη είναι πολύ περισσότερες.
§ 37. 7. Παρόμοια το ἀντευποιεῖν πολλών αττικών συγγραφέων δεν είναι αρκετό για ν' αποδείξει τον σύνθετο χαρακτήρα του εὖ ποιεῖν, παρότι το αντίθετο κακοποιεῖν θα μπορούσε να διευκολύνει τη θεώρησή του ως σύνθετου· διότι παράλληλα υπάρχει το ἀντευπείσεται (Πλατ. Γοργίας 520 Ε), για το οποίο δεν μπορούμε να φανταστούμε ούτε ένα *εὐπάσχειν ούτε ένα *κακοπάσχειν. Το ἀντευποιεῖν δημιουργήθηκε με ελαφρό εξαναγκασμό από το εὖ ποιεῖν (και με βάση αυτό το ζεύγος το εὖ πάσχειν - ἀντευπάσχειν), επειδή ήταν επιθυμητό ένα παράλληλο των ζευγών λέγειν : ἀντιλέγειν, τύπτειν : ἀντι-τύπτειν,εὐεργετεῖν - ἀντευεργετεῖν.
------------------------------
[1] Πρβ. την αμφιταλάντευση της γερμανικής ορθογραφίας μεταξύ vorzeiten και vor Zeiten['πριν από καιρό'], beieinanderκαι bei einander['ο ένας δίπλα στον άλλον'] κτλ.
[2] Η θέση της αύξησης και του αναδιπλασιασμού μεταξύ προρηματικού και ρήματος εκλαμβανόταν τόσο λίγο ως χωρισμός όσο και στα γερμανικά στις περιπτώσεις ab - zu - geben 'να παραδώσω', ab - ge - geben 'παραδομένος'.
§ 30. Οι αρχαίοι γραμματικοί δεν συμφωνούσαν αν το ομηρικό επίθετο κάρη κομόωντες 'μακρυμάλληδες' έπρεπε να γραφεί σε δύο ή σε μία λέξη [1]. Η δυσκολία βρισκόταν στο ότι από τη μια μεριά η συμπλοκή δεν μπορούσε να ενταχθεί στους συνηθισμένους τύπους σύνθεσης και δεν περιλάμβανε κάποιο χαρακτηριστικό της σύνθεσης, από την άλλη, όμως, φαινόταν να αποτελεί μία αδιάσπαστη ενότητα. Και από την άποψη των βασικών τύπων σύνθεσης της αρχαίας ελληνικής ασφαλώς αναγκαζόμαστε, αν πρέπει εξάπαντος να αποφασίσουμε, να ονομάσουμε το καρηκομόωντες "σύνθετο", να το αισθανθούμε, όμως, σαν "νόθο" σύνθετο, όπως οι αρχαίοι Έλληνες γραμματικοί αντιδιαστέλλουν την παράθεσιν, την "παράταξη", προς την σύνθεσιν, την πραγματική "σύνθεση". Από την άποψη, όμως, της ιστορίας της γλώσσας πρέπει να μιλήσουμε μόνο για ένα "δυνάμει", "λιγότερο ανεπτυγμένο" σύνθετο. Δεν πρόκειται για ουσιαστική αλλά για χρονική διαφορά: από κάθε νόθο σύνθετο μπορεί να προκύψει ένα γνήσιο, και όλα τα γνήσια πρέπει να ανάγονται τελικά σε νόθα. Γνήσια σύνθετα σε μια συγκεκριμένη γλωσσική περίοδο είναι καταρχήν όλα εκείνα που δεν μπορούμε ή δεν μπορούμε πια να φανταστούμε το ένα ή και τα δύο μέλη τους σε αυτή τη μορφή ως ανεξάρτητες λέξεις: νουν-εχής, πατρ- άδελφος, δυσ- μενής, ή εκείνα που το ένα συνθετικό τους δεν μπορεί πια να κλιθεί: Νεαπόλεως από το Νέα πόλις > Νεάπολις. Στα υπόλοιπα σύνθετα οι ασφαλέστερες ενδείξεις γνήσιας σύνθεσης είναι οι ακόλουθες:
§ 31. 1. Μεταφορά του τελικού στοιχείου ενός συνθετικού σε διαφορετικά διαμορφωμένα θέματα: επειδή τα επίθετα διόσ-δοτος (αρχικά 'σταλμένος από τον Δία', με γεν. Διός) και θεό-δοτος 'δοσμένος από θεό' βρίσκονταν πολύ κοντά από άποψη σημασίας, με τη μεταφορά της κατάληξης -ος από το διοσ- προέκυψε ένα νέο επίθετο θεόσ-δοτος. Αυτό μπορούσε να συμβεί μόνον όταν το διοσ- δεν το ένιωθαν πια σαν γενική και το θεοσ- όχι πια σαν ονομαστική, αλλά και τα δύο σαν συνθετικά. Έτσι πρέπει να εξηγηθεί και το Λυκόσ-ουρα κατά το Κυνόσ-ουρα και ίσως το ἀνδρεϊ-φόντης 'φονιάς αντρών' κατά το ἀργεϊ-φόντης 'φονιάς του Άργου'.
§ 32. 2. Χρησιμοποίηση ενός συνθετικού σε μορφή πτώσης για τη δημιουργία ενός νέου συνθέτου, όπου η πτώση δεν διατηρεί την προηγούμενη λειτουργία της: στην Ιλιάδα Ν 564 αναφέρεται ένας σκῶλος πυρίκαυστος 'πάσσαλος καμένος στη φωτιά', στην Οδύσσεια ι 387 ο πυριήκης μοχλός 'πάσσαλος με πυρωμένη αιχμή'. Προφανώς το επίθετο πυριήκης μπόρεσε να σχηματιστεί, επειδή το πυρι- στο πυρίκαυστος το ένιωθαν σαν σκέτο θέμα, σαν συνθετικό, και όχι πια σαν οργανική ή τοπική δοτική. Έτσι μεταγενέστεροι επικοί ποιητές μπόρεσαν να αποδώσουν στο πυρι-λειτουργία γενικής, αποκαλώντας τον Βάκχο 'γιο της φωτιάς' πυρί-παις. Πρβ. επίσης ἀρει-θύσανος 'θύσανος του Άρη, γενναίος πολεμιστής' (Αισχύλος απ. 203 Ν2) κατά το ἀρεί-φατος (Όμ. ἀρηΐ-φατος) 'σκοτωμένος στη μάχη' (Αισχ.).
§ 33. 3. Μετάπλαση: η λέξη ἀερί-οικος, που χρησιμοποιεί ο κωμωδιογράφος Εύβουλος (απ. 139, 1, ΙΙ 212 Kock), περιέχει, βέβαια, δύο ανεξάρτητες λέξεις, κατά τη σημασία όμως δεν είναι το ίδιο με το ἀέρι οἶκος, αλλά σημαίνει (ἐν) ἀέρι οἶκον ἔχων. Αντίστοιχα ὀρείοικος σε ένα σχόλιο στον Ευριπίδη.
§ 34. Λιγότερο φερέγγυες ενδείξεις γνήσιας σύνθεσης είναι κάποια άλλα φαινόμενα:
4. Συνένωση των συντακτικών ομάδων κάτω από έναν τόνο: η φράση ἐν πόλει έχει έναν τόνο και παρ' όλα αυτά δεν αποτελεί σύνθετο, εφόσον υπάρχουν οι παραλλαγές ἐν τῇδε τῇ πόλει, ἐν τῇ ἡμετέρᾳ πόλει κτλ. Στο βαθμό αυτό δεν είναι δύσκολο να δεχτούμε σε μια ζωντανή ομιλούμενη γλώσσα διαφορές στον τονισμό, όπως οι προαναφερθείσες στην § 27 . Για τα αρχαία ελληνικά, όμως, οι γνώσεις μας σχετικά με τον τονισμό βασίζονται αποκλειστικά στην παράδοση των χειρογράφων και των αρχαίων γραμματικών φιλολόγων που δεν αποδίδουν πάντα αλάνθαστα τις συνθήκες της ομιλούμενης γλώσσας, έτσι ώστε έχουμε το δικαίωμα, αν όχι και το καθήκον, σε αμφιλεγόμενες περιπτώσεις να αναζητούμε πιο ασφαλή αποδεικτικά στοιχεία. Ο ενιαίος, όμως, τονισμός αποτελεί την πρώτη γλωσσική έκφραση της σύνθεσης, και ο αριθμός των συνθέτων που σταμάτησαν μόνο σ' αυτό το εξωτερικό γνώρισμα είναι μεγάλος· από τις ύποπτες πάλι περιπτώσεις, όπως εκείνες που μαρτυρεί εν μέρει η ομηρική παράδοση καρη-κομόωντες (§ 30), δακρυ-χέων, βαρυ-στενάχων 'που βαριαναστενάζει', παλιμ-πλαγχθέντα(ς) 'διωγμένους πίσω', έως τις σίγουρα σύνθετες λέξεις, όπως Διόσ-κο(υ)ροι και ἐπ-έκεινα 'από κει και πέρα', είναι αδύνατο να χαράξουμε με βεβαιότητα μια διαχωριστική γραμμή μεταξύ νόθων και γνήσιων συνθέτων. Οι αρχαίοι συνυπολόγιζαν εν μέρει ακόμη και σύνθετα του τύπου Διόσ-κο(υ)ροι στην παράθεσιν (δες Μέγα Ετυμολογικό 278, 25· πρβ. επίσης παράρτημα ΙΙΙ). Είναι ευνόητο ότι τέτοια τόσο λίγο παγιωμένα σύνθετα δεν προσφέρονταν να αποτελέσουν πρότυπο για έναν τύπο σύνθεσης, αλλά παρέμειναν μεμονωμένα.
§ 35. 5. Ακόμη και η αδυναμία χωρισμού και εναλλαγής των συνθετικών δεν αποτελεί αλάνθαστη ένδειξη πραγματικής σύνθεσης, γιατί στ' αρχαία ελληνικά υπάρχουν σύνθετα που μπορούν να χωριστούν, "συνθετικά σε απόσταση": το οὐδείς από το οὐδ' εἷς αποδεικνύεται ότι είναι σύνθετο από την αλλαγή της ποιότητας του τόνου, αλλά ακόμη και στα κλασικά αρχαία ελληνικά μπορεί να χωρίζεται με την παρεμβολή μικρών λέξεων: οὐδ' ὑφ' ἑνός, οὐδ' ἄν ἕνα. Τίθεται επίσης το ερώτημα αν ήδη στον Όμηρο παρά τη δυνατότητα του χωρισμού ἀπ' Αἰνείαν ἑλόμην (της λεγόμενης τμήσης) και της μετάθεσης φυγών ὕπο (= ὑποφυγών, της λεγόμενης αναστροφής) το αίσθημα ενότητας των ἀπ' και ἑλόμην, φυγών και ὕπο ήταν τόσο ισχυρό όσο στα σύνθετα με σταθερή θέση των μελών. Απ' την άλλη μεριά πρέπει να παραδεχτούμε πως μια γλώσσα μπορεί να αναπτύξει και στα μη σύνθετα συμπλέγματα λέξεων μια αχώριστη και μη εναλλάξιμη ακολουθία λέξεων: γερμ. gesehen worden 'είναι ιδωμένος'. Βέβαια η περίπτωση αυτή δεν αφορά τα αρχαία ελληνικά με τη μεγάλη ευελιξία τους στη σειρά των λέξεων. Σε γενικές γραμμές ούτε τα αρχαία ελληνικά σύνθετα εναλλάσσονται ή χωρίζονται· επιπλέον ασφαλώς κυριαρχεί η προσπάθεια να παραμεριστούν τα κατάλοιπα της ευκινησίας των συνθετικών: στη μετακλασική εποχή δεν έλεγαν πια οὐδ' ὑφ' ἑνός, οὐδ' ἄν ἕνα, αλλά ὑπ' οὐδενός, οὐδένα ἄν· και στην αττική πεζογραφία δεν διατηρείται καθόλου η τμήση [2], ενώ η αναστροφή απαντά μόνο σε μεμονωμένες περιπτώσεις με την πρόθεση πέρι· πρβ. στα σημερινά γερμανικά obgleich , obschon 'αν και, μολονότι' σε αντίθεση με τα παλαιότερα ob … gleich , ob … schon, και στα κλασικά λατινικά σαν νόρμα π.χ. obsecro vos 'σας ικετεύω' σε αντίθεση με το αρχαίο λατινικό ob vos sacro .
§ 36. 6. Δεν αποτελεί απόδειξη πραγματικής σύνθεσης η δυνατότητα σχηματισμού παράγωγων λέξεων. Το ουσιαστικό καλοκἀγαθία παράγεται από το καλός κἀγαθός, που είναι βέβαια τυποποιημένο σύμπλεγμα λέξεων αλλά όχι σύνθετη λέξη. Το επίθετο καλοκἀγαθός (ή καλοκάγαθος) είναι ένας μεταγενέστερος αναδρομικός σχηματισμός από τη λέξη καλοκἀγαθία. Πρβ. Νέα Πόλις, Νέας Πόλεως - Νεο-πολίτης και ἀνίστημι - ἀνάστασις. Ως εκ τούτου το Ἑλλησπόντιος δεν μπορεί να άρει την αμφιβολία κατά πόσον η λέξη Ἑλλήσποντος είναι πραγματικό σύνθετο, παρότι οι πιθανότητες να αποτελεί σύνθετη λέξη είναι πολύ περισσότερες.
§ 37. 7. Παρόμοια το ἀντευποιεῖν πολλών αττικών συγγραφέων δεν είναι αρκετό για ν' αποδείξει τον σύνθετο χαρακτήρα του εὖ ποιεῖν, παρότι το αντίθετο κακοποιεῖν θα μπορούσε να διευκολύνει τη θεώρησή του ως σύνθετου· διότι παράλληλα υπάρχει το ἀντευπείσεται (Πλατ. Γοργίας 520 Ε), για το οποίο δεν μπορούμε να φανταστούμε ούτε ένα *εὐπάσχειν ούτε ένα *κακοπάσχειν. Το ἀντευποιεῖν δημιουργήθηκε με ελαφρό εξαναγκασμό από το εὖ ποιεῖν (και με βάση αυτό το ζεύγος το εὖ πάσχειν - ἀντευπάσχειν), επειδή ήταν επιθυμητό ένα παράλληλο των ζευγών λέγειν : ἀντιλέγειν, τύπτειν : ἀντι-τύπτειν,εὐεργετεῖν - ἀντευεργετεῖν.
------------------------------
[1] Πρβ. την αμφιταλάντευση της γερμανικής ορθογραφίας μεταξύ vorzeiten και vor Zeiten['πριν από καιρό'], beieinanderκαι bei einander['ο ένας δίπλα στον άλλον'] κτλ.
[2] Η θέση της αύξησης και του αναδιπλασιασμού μεταξύ προρηματικού και ρήματος εκλαμβανόταν τόσο λίγο ως χωρισμός όσο και στα γερμανικά στις περιπτώσεις ab - zu - geben 'να παραδώσω', ab - ge - geben 'παραδομένος'.
Η Ελληνική Αρχαιότητα: Πόλεμος - Πολιτική - Πολιτισμός 2. Νομοθέτες και τύραννοι
2.7. Το άριστο πολίτευμα
Μετά την εμπειρία της τυραννίας, στον ελληνικό κόσμο άνοιξε μια μεγάλη συζήτηση γύρω από το άριστο πολίτευμα. Οι περισσότεροι Έλληνες συμφωνούσαν ότι δεν επιθυμούσαν να τους διοικεί ένας άνθρωπος, είτε αυτός ονομαζόταν τύραννος είτε βασιλιάς. Προτιμούσαν την ἰσονομίαν, την ἰσοκρατίαν και την ἰσηγορίαν. Με τους όρους αυτούς εννοούσαν την ισότητα των πολιτών έναντι του νόμου, τη δυνατότητά τους να μετέχουν στη λήψη των πολιτικών αποφάσεων και την ελευθερία να εκφράζονται δημοσίως, ιδίως σε θέματα πολιτικής. Εκτός από ισηγορία θα έπρεπε βεβαίως να υπάρχει και παρρησία, δηλαδή το θάρρος για τη διατύπωση μιας γνώμης. Δεν ήταν όμως όλοι οι Έλληνες σύμφωνοι εάν τα δικαιώματα αυτά θα έπρεπε να τα έχει το σύνολο των ελεύθερων κατοίκων μιας πόλης ή μόνο μια μερίδα τους.
Για τους ξένους, περαστικούς ή μέτοικους, δεν γινόταν λόγος. Κανείς επίσης δεν έθεσε θέμα συμμετοχής των γυναικών στην πολιτική ζωή των πόλεων (ούτε άλλωστε σε άλλες κοινωνίες έως τον 20ό αιώνα). Επικρατούσε η πεποίθηση ότι οι γυναίκες (δηλαδή οι γυναίκες των πολιτών) έχουν φτιαχτεί για τον προστατευμένο και κλειστό χώρο του σπιτιού, όχι για δημόσιες αντιπαραθέσεις στην υπαίθρια αγορά. Όπως γινόταν άλλωστε δεκτό, οι άρρενες εκπροσωπούσαν τα συμφέροντα όλης της οικογένειας, όχι μόνο τα ατομικά τους. Το κυριότερο πρόβλημα ήταν βεβαίως ότι οι γυναίκες δεν στρατεύονταν, και οι σημαντικότερες πολιτικές αποφάσεις σχετίζονταν με τον πόλεμο. Το μόνο ουσιαστικό ζήτημα που μπορούσε να τεθεί ήταν εάν θα είχαν πλήρη πολιτικά δικαιώματα όλοι οι πολίτες ή μόνο οι εύποροι, δηλαδή πρακτικά οι αγρότες που στρατεύονταν ως οπλίτες με τον δικό τους οπλισμό (οἱ τὰ ὅπλα παρεχόμενοι). Σε ακραίες περιπτώσεις, εύποροι θεωρούνταν όσοι ανήκαν στα ανώτερα στρώματα ή, ενδεχομένως, μόνο οι ιππείς.
Τα πολιτεύματα που έδιναν πολιτικά δικαιώματα σε ολόκληρο τον δήμο, ακόμη και στους άπορους, όπως ήταν οι θήτες στην Αθήνα (οι οποίοι στρατεύονταν με ελαφρύ οπλισμό ως ψιλοί ή ως ναύτες για να κωπηλατούν τα πολεμικά πλοία) ονομάζονταν δημοκρατίες. Τα πολιτεύματα που έδιναν πολιτικά δικαιώματα μόνο στους εύπορους ονομάζονταν ολιγαρχίες, επειδή οι εύποροι ήταν πάντα λίγοι. Δημοκρατία ήταν κατεξοχήν το πολίτευμα των πολλών, όχι γιατί απαγορευόταν η συμμετοχή των λίγων σε αυτό, αλλά γιατί η πολιτική δύναμή τους περιοριζόταν αποφασιστικά από την αριθμητική υπεροχή του πλήθους. Για να επηρεάσουν τα πολιτικά πράγματα της πόλης, οι εύποροι ευγενείς έπρεπε να πάρουν με το μέρος τους σημαντική μερίδα του δήμου.
Μια ωραία συζήτηση γύρω από το άριστο πολίτευμα καταγράφει ο Ηρόδοτος. Μολονότι τη φαντάζεται να διεξάγεται στην Περσία ανάμεσα σε συνωμότες που είχαν ανατρέψει τον βασιλιά, σε όλες τις λεπτομέρειές της είναι καθαρά ελληνική. Προκύπτει έτσι ότι αρετή της δημοκρατίας ήταν η κλήρωση των αρχόντων, η λογοδοσία τους και η δημόσια διαβούλευση για τη λήψη όλων των αποφάσεων. Το μεγάλο συγκριτικό πλεονέκτημά της ήταν ο σημαντικός περιορισμός της αυθαιρεσίας των αρχόντων. Το μειονέκτημά της ήταν η αμάθεια και η αλαζονεία του πλήθους: διαθέτοντας εξουσία αλλά όχι σύνεση, οι μάζες μπορούσαν εύκολα να εξαχρειωθούν. Αρετή της ολιγαρχίας ήταν η δυνατότητα να εκχωρηθεί η εξουσία στους ἀρίστους, δηλαδή στους «καλύτερους» πολίτες, αυτούς που λόγω της οικογενειακής τους παράδοσης και της υψηλής τους μόρφωσης διέθεταν τα κατάλληλα εφόδια. Το μειονέκτημά της ήταν οι έχθρες που δημιουργούνταν μεταξύ των ολίγων και η επιθυμία καθενός να ηγηθεί και να επιβάλει τη γνώμη του.
Οι Πέρσες συνωμότες επέλεξαν τη μοναρχία. Αυτή θεώρησαν ως το καλύτερο πολίτευμα. Ο άριστος μονάρχης μπορούσε και το πλήθος να φροντίζει και τα μυστικά της πόλης να διαφυλάττει. Το πρόβλημα ήταν βέβαια ότι ο μονάρχης ήταν ανεξέλεγκτος. Ακόμη και ένας άριστος άνθρωπος μπορούσε γρήγορα να μεταβληθεί σε υπερόπτη και φθονερό. Οι τύραννοι ανέτρεπαν τα πατροπαράδοτα έθιμα, βίαζαν γυναίκες και σκότωναν ανθρώπους χωρίς δίκη. Αλλά οι Πέρσες, σύμφωνα με τη φανταστική διήγηση του Ηροδότου, ήταν διατεθειμένοι να πάρουν αυτό το ρίσκο.
Τον 4ο αιώνα ο Πλάτων οδηγήθηκε στο συμπέρασμα πως, αν οι άρχοντες δεν φιλοσοφήσουν, δηλαδή δεν αποκτήσουν πραγματική γνώση, ή αν οι φιλόσοφοι δεν ασκήσουν, από κάποια απρόβλεπτη εύνοια της τύχης, την εξουσία, δεν πρόκειται να υπάρξει βελτίωση στα πολιτικά πράγματα. Άλλοι πίστευαν ακόμη στη δύναμη της αθηναϊκής δημοκρατίας όχι μόνο να ανασυντάξει την πόλη τους, αλλά και να ηγηθεί σε ολόκληρο τον ελληνισμό - αρκεί να απέφευγε τις ακρότητες και να περιόριζε τις αυθαιρεσίες του δήμου.
Μετά την εμπειρία της τυραννίας, στον ελληνικό κόσμο άνοιξε μια μεγάλη συζήτηση γύρω από το άριστο πολίτευμα. Οι περισσότεροι Έλληνες συμφωνούσαν ότι δεν επιθυμούσαν να τους διοικεί ένας άνθρωπος, είτε αυτός ονομαζόταν τύραννος είτε βασιλιάς. Προτιμούσαν την ἰσονομίαν, την ἰσοκρατίαν και την ἰσηγορίαν. Με τους όρους αυτούς εννοούσαν την ισότητα των πολιτών έναντι του νόμου, τη δυνατότητά τους να μετέχουν στη λήψη των πολιτικών αποφάσεων και την ελευθερία να εκφράζονται δημοσίως, ιδίως σε θέματα πολιτικής. Εκτός από ισηγορία θα έπρεπε βεβαίως να υπάρχει και παρρησία, δηλαδή το θάρρος για τη διατύπωση μιας γνώμης. Δεν ήταν όμως όλοι οι Έλληνες σύμφωνοι εάν τα δικαιώματα αυτά θα έπρεπε να τα έχει το σύνολο των ελεύθερων κατοίκων μιας πόλης ή μόνο μια μερίδα τους.
Για τους ξένους, περαστικούς ή μέτοικους, δεν γινόταν λόγος. Κανείς επίσης δεν έθεσε θέμα συμμετοχής των γυναικών στην πολιτική ζωή των πόλεων (ούτε άλλωστε σε άλλες κοινωνίες έως τον 20ό αιώνα). Επικρατούσε η πεποίθηση ότι οι γυναίκες (δηλαδή οι γυναίκες των πολιτών) έχουν φτιαχτεί για τον προστατευμένο και κλειστό χώρο του σπιτιού, όχι για δημόσιες αντιπαραθέσεις στην υπαίθρια αγορά. Όπως γινόταν άλλωστε δεκτό, οι άρρενες εκπροσωπούσαν τα συμφέροντα όλης της οικογένειας, όχι μόνο τα ατομικά τους. Το κυριότερο πρόβλημα ήταν βεβαίως ότι οι γυναίκες δεν στρατεύονταν, και οι σημαντικότερες πολιτικές αποφάσεις σχετίζονταν με τον πόλεμο. Το μόνο ουσιαστικό ζήτημα που μπορούσε να τεθεί ήταν εάν θα είχαν πλήρη πολιτικά δικαιώματα όλοι οι πολίτες ή μόνο οι εύποροι, δηλαδή πρακτικά οι αγρότες που στρατεύονταν ως οπλίτες με τον δικό τους οπλισμό (οἱ τὰ ὅπλα παρεχόμενοι). Σε ακραίες περιπτώσεις, εύποροι θεωρούνταν όσοι ανήκαν στα ανώτερα στρώματα ή, ενδεχομένως, μόνο οι ιππείς.
Τα πολιτεύματα που έδιναν πολιτικά δικαιώματα σε ολόκληρο τον δήμο, ακόμη και στους άπορους, όπως ήταν οι θήτες στην Αθήνα (οι οποίοι στρατεύονταν με ελαφρύ οπλισμό ως ψιλοί ή ως ναύτες για να κωπηλατούν τα πολεμικά πλοία) ονομάζονταν δημοκρατίες. Τα πολιτεύματα που έδιναν πολιτικά δικαιώματα μόνο στους εύπορους ονομάζονταν ολιγαρχίες, επειδή οι εύποροι ήταν πάντα λίγοι. Δημοκρατία ήταν κατεξοχήν το πολίτευμα των πολλών, όχι γιατί απαγορευόταν η συμμετοχή των λίγων σε αυτό, αλλά γιατί η πολιτική δύναμή τους περιοριζόταν αποφασιστικά από την αριθμητική υπεροχή του πλήθους. Για να επηρεάσουν τα πολιτικά πράγματα της πόλης, οι εύποροι ευγενείς έπρεπε να πάρουν με το μέρος τους σημαντική μερίδα του δήμου.
Μια ωραία συζήτηση γύρω από το άριστο πολίτευμα καταγράφει ο Ηρόδοτος. Μολονότι τη φαντάζεται να διεξάγεται στην Περσία ανάμεσα σε συνωμότες που είχαν ανατρέψει τον βασιλιά, σε όλες τις λεπτομέρειές της είναι καθαρά ελληνική. Προκύπτει έτσι ότι αρετή της δημοκρατίας ήταν η κλήρωση των αρχόντων, η λογοδοσία τους και η δημόσια διαβούλευση για τη λήψη όλων των αποφάσεων. Το μεγάλο συγκριτικό πλεονέκτημά της ήταν ο σημαντικός περιορισμός της αυθαιρεσίας των αρχόντων. Το μειονέκτημά της ήταν η αμάθεια και η αλαζονεία του πλήθους: διαθέτοντας εξουσία αλλά όχι σύνεση, οι μάζες μπορούσαν εύκολα να εξαχρειωθούν. Αρετή της ολιγαρχίας ήταν η δυνατότητα να εκχωρηθεί η εξουσία στους ἀρίστους, δηλαδή στους «καλύτερους» πολίτες, αυτούς που λόγω της οικογενειακής τους παράδοσης και της υψηλής τους μόρφωσης διέθεταν τα κατάλληλα εφόδια. Το μειονέκτημά της ήταν οι έχθρες που δημιουργούνταν μεταξύ των ολίγων και η επιθυμία καθενός να ηγηθεί και να επιβάλει τη γνώμη του.
Οι Πέρσες συνωμότες επέλεξαν τη μοναρχία. Αυτή θεώρησαν ως το καλύτερο πολίτευμα. Ο άριστος μονάρχης μπορούσε και το πλήθος να φροντίζει και τα μυστικά της πόλης να διαφυλάττει. Το πρόβλημα ήταν βέβαια ότι ο μονάρχης ήταν ανεξέλεγκτος. Ακόμη και ένας άριστος άνθρωπος μπορούσε γρήγορα να μεταβληθεί σε υπερόπτη και φθονερό. Οι τύραννοι ανέτρεπαν τα πατροπαράδοτα έθιμα, βίαζαν γυναίκες και σκότωναν ανθρώπους χωρίς δίκη. Αλλά οι Πέρσες, σύμφωνα με τη φανταστική διήγηση του Ηροδότου, ήταν διατεθειμένοι να πάρουν αυτό το ρίσκο.
Τον 4ο αιώνα ο Πλάτων οδηγήθηκε στο συμπέρασμα πως, αν οι άρχοντες δεν φιλοσοφήσουν, δηλαδή δεν αποκτήσουν πραγματική γνώση, ή αν οι φιλόσοφοι δεν ασκήσουν, από κάποια απρόβλεπτη εύνοια της τύχης, την εξουσία, δεν πρόκειται να υπάρξει βελτίωση στα πολιτικά πράγματα. Άλλοι πίστευαν ακόμη στη δύναμη της αθηναϊκής δημοκρατίας όχι μόνο να ανασυντάξει την πόλη τους, αλλά και να ηγηθεί σε ολόκληρο τον ελληνισμό - αρκεί να απέφευγε τις ακρότητες και να περιόριζε τις αυθαιρεσίες του δήμου.
Ξεπερνώντας τη διαδικασία της σκέψης
Ξεπερνώντας τη διαδικασία της σκέψης
Πρακτικά μιλώντας, η σκέψη είναι η εσωτερική αναπαράσταση του κόσμου με τη μορφή εννοιών (η εννοιολόγηση του κόσμου). Για να δομηθεί η σκέψη ως αντιληπτικό σύστημα, χρησιμοποιούνται βασικές εγγενείς νοητικές ικανότητες, a priori τρόποι αντίληψης, a priori έννοιες που οργανώνουν την αντιληπτική εργασία καθώς και εξωτερικά στοιχεία που λαμβάνονται από το περιβάλλον μέσω της εξωτερικής αντίληψης. Το αποτέλεσμα είναι η εσωτερίκευση και η εννοιολόγηση του κόσμου στον οποίο ζούμε. Η εξωτερική αντίληψη εξακολουθεί να χρησιμοποιείται για την ενημέρωση της εικόνας της σκέψης από καιρό σε καιρό.
Ως διαδικασία, η σκέψη μπορεί επίσης να λειτουργήσει αφηρημένα χωρίς τη συμμετοχή εξωτερικής αντίληψης. Σε αυτή την περίπτωση είναι καθαρή σκέψη (μια εσωτερική διαδικασία).
Η σκέψη είναι επομένως μια εννοιολογική αντίληψη του κόσμου, μια ολοκληρωμένη και αφηρημένη εικόνα του κόσμου δομημένη με έννοιες. Μέσα σε αυτό το σύστημα υπάρχει αντίληψη του περιβάλλοντος κόσμου, αντικειμένων, καθώς και συσχετισμός αντικειμένων-εννοιών, κρίση, συλλογισμός, συμπεράσματα, γνώσεις, πεποιθήσεις. Όλα αυτά γίνονται με την υποστήριξη της μνήμης που είναι επίσης εσωτερική διαδικασία.
Όταν η διαδικασία της σκέψης είναι αντικειμενική, ανόθευτη, τότε η πραγματικότητα αντικατοπτρίζεται με ακρίβεια. Αλλά στην πραγματικότητα, μόνο η παρέμβαση του εγώ (δηλαδή η προσωπική οπτική γωνία) αλλοιώνει την εικόνα της πραγματικότητας. Επίσης, στην κατασκευή της εικόνας της πραγματικότητας παρεμβαίνουν προσωπικοί τρόποι αντίληψης και συμπεριφοράς, προσωπικοί μηχανισμοί, θέληση, συναισθήματα, ανάγκες κ.λπ., που αλλοιώνουν ακόμη περισσότερο την τελική εικόνα που σχηματίζουμε για την πραγματικότητα.
Αυτή είναι μια καθαρά προσωπική εμπειρία.
Γίνεται λοιπόν σαφές από τον ορισμό της σκέψης ως διαδικασίας ότι εδώ δεν υπάρχει άμεση επαφή με τον κόσμο, ανόθευτη επαφή με τον κόσμο, ακόμα κι αν η σκέψη πραγματοποιείται μέσω της εξωτερικής αντίληψης. Είναι μια κατασκευή που απεικονίζει τον κόσμο με προσωπικό τρόπο και την οποία κατασκευή εφαρμόζουμε στη συνέχεια στην εξωτερική πραγματικότητα.
Παρατηρώντας την προσωπική σκέψη στις διαδικασίες της να ξετυλίγονται με την πάροδο του χρόνου, καταλαβαίνουμε ότι όλα αυτά δεν είναι παρά μια διαστρέβλωση της πραγματικότητας, μια ονειρική αυταπάτη που ταυτίζουμε με την πραγματικότητα. Η απομάκρυνση από αυτή τη διαδικασία του ονείρου οδηγεί πίσω στον εαυτό και τη διακοπή του ονείρου.
Ο αληθινός άνθρωπος μπορεί να σταθεί σε ισορροπία, σε άμεση αντίληψη της πραγματικότητας, σε απλή και ανόθευτη αναπαράσταση της πραγματικότητας ή να βυθιστεί στις εγωικές διαδικασίες της απεικόνισης του κόσμου, στην αφηρημάδα.
Η υπέρβαση της διαδικασίας σκέψης είναι ο μόνος τρόπος για να οδηγηθούμε στην πραγματικότητα.
Θεωρία της σκέψης και αντίληψη της πραγματικότητας
Ποια είναι η σχέση μεταξύ σκέψης, αντίληψης και πραγματικότητας; Η σκέψη είναι μια εννοιολογική αντίληψη του κόσμου, επηρεασμένη από το εγώ και τις προσωπικές εμπειρίες. Η υπέρβαση της διαδικασίας σκέψης μπορεί να οδηγήσει σε μια πιο ακριβή κατανόηση της πραγματικότητας.
1. Η σκέψη ως εννοιολογική αντίληψη
Η σκέψη είναι μια πολύπλοκη διαδικασία που οργανώνει και αναπαριστά τον κόσμο χρησιμοποιώντας έννοιες. Διαμορφώνεται από έμφυτες νοητικές ικανότητες, a priori τρόπους αντίληψης και εξωτερικά στοιχεία από το περιβάλλον. Αυτή η εννοιολόγηση του κόσμου μας επιτρέπει να κατανοήσουμε το περιβάλλον μας και να σχηματίσουμε κρίσεις, συλλογισμούς, συμπεράσματα, γνώσεις και πεποιθήσεις.
2. Εξωτερική αντίληψη και ενημέρωση της εικόνας της σκέψης
Η εξωτερική αντίληψη παίζει καθοριστικό ρόλο στην ενημέρωση της εικόνας της εσωτερικής σκέψης, επιτρέποντάς μας να προσαρμοστούμε και να προσαρμοστούμε στο μεταβαλλόμενο περιβάλλον. Ωστόσο, ακόμη και με την εξωτερική αντίληψη, η κατανόησή μας για την πραγματικότητα εξακολουθεί να επηρεάζεται από προσωπικούς παράγοντες και εγώ.
3. Καθαρή Σκέψη και Εσωτερικές Διεργασίες
Η καθαρή σκέψη αναφέρεται στην εσωτερική διαδικασία της σκέψης χωρίς την άμεση επίδραση της εξωτερικής αντίληψης. Αυτή η διαδικασία βασίζεται στη μνήμη και στην προηγουμένως αποκτηθείσα γνώση, επιτρέποντάς μας να εμπλακούμε σε αφηρημένη σκέψη και επίλυση προβλημάτων.
4. Εγώ και Προσωπικοί Παράγοντες που Διαστρεβλώνουν την Πραγματικότητα
Το εγώ και οι προσωπικοί παράγοντες, όπως τα συναισθήματα, οι ανάγκες και οι επιθυμίες, μπορούν να αλλάξουν σημαντικά την αντίληψή μας για την πραγματικότητα. Αυτές οι επιρροές εισάγουν προκαταλήψεις και στρεβλώσεις, οδηγώντας σε μια υποκειμενική κατανόηση του κόσμου.
5. Άμεση αντίληψη της πραγματικότητας
Η αληθινή πραγματικότητα μπορεί να βιωθεί μόνο μέσω της άμεσης, ανόθευτης αντίληψης, απαλλαγμένη από την επίδραση των διαδικασιών σκέψης, του εγώ και των προσωπικών παραγόντων. Με την αποστασιοποίηση από αυτές τις επιρροές, μπορούμε να επιτύχουμε μια πιο ακριβή αναπαράσταση της πραγματικότητας.
6. Εξισορρόπηση Διαδικασιών Σκέψης και Άμεσης Αντίληψης
Το κλειδί για την κατανόηση της πραγματικότητας βρίσκεται στην εύρεση μιας ισορροπίας μεταξύ της συμμετοχής σε διαδικασίες σκέψης και της άμεσης αντίληψης. Ενώ οι διαδικασίες σκέψης μας επιτρέπουν να κατανοήσουμε τον κόσμο, μπορούν επίσης να οδηγήσουν σε στρεβλώσεις και ανακρίβειες. Η άμεση αντίληψη, από την άλλη πλευρά, μας επιτρέπει να βιώσουμε την πραγματικότητα στην πιο αγνή της μορφή.
7. Ξεπερνώντας τη Διαδικασία της Σκέψης
Το να ξεπεράσεις τη διαδικασία της σκέψης είναι ο μόνος τρόπος για να βιώσεις αληθινά την πραγματικότητα. Αυτό μπορεί να επιτευχθεί μέσω πρακτικών ενσυνειδητότητας, διαλογισμού και αυτογνωσίας, που μας ενθαρρύνουν να αφήσουμε το εγώ και τις προκαταλήψεις μας και αντ' αυτού να επικεντρωθούμε στην άμεση αντίληψη.
Συνοπτικά, αυτή η θεωρία τονίζει τη σημασία της κατανόησης της σχέσης μεταξύ σκέψης, αντίληψης και πραγματικότητας. Προτείνει ότι ενώ οι διαδικασίες σκέψης είναι απαραίτητες για την οργάνωση και την κατανόηση του κόσμου, μπορούν επίσης να οδηγήσουν σε στρεβλώσεις και ανακρίβειες. Αναπτύσσοντας την αυτογνωσία και εστιάζοντας στην άμεση αντίληψη, μπορούμε να επιτύχουμε μια πιο ακριβή κατανόηση της πραγματικότητας.
Πρακτικά μιλώντας, η σκέψη είναι η εσωτερική αναπαράσταση του κόσμου με τη μορφή εννοιών (η εννοιολόγηση του κόσμου). Για να δομηθεί η σκέψη ως αντιληπτικό σύστημα, χρησιμοποιούνται βασικές εγγενείς νοητικές ικανότητες, a priori τρόποι αντίληψης, a priori έννοιες που οργανώνουν την αντιληπτική εργασία καθώς και εξωτερικά στοιχεία που λαμβάνονται από το περιβάλλον μέσω της εξωτερικής αντίληψης. Το αποτέλεσμα είναι η εσωτερίκευση και η εννοιολόγηση του κόσμου στον οποίο ζούμε. Η εξωτερική αντίληψη εξακολουθεί να χρησιμοποιείται για την ενημέρωση της εικόνας της σκέψης από καιρό σε καιρό.
Ως διαδικασία, η σκέψη μπορεί επίσης να λειτουργήσει αφηρημένα χωρίς τη συμμετοχή εξωτερικής αντίληψης. Σε αυτή την περίπτωση είναι καθαρή σκέψη (μια εσωτερική διαδικασία).
Η σκέψη είναι επομένως μια εννοιολογική αντίληψη του κόσμου, μια ολοκληρωμένη και αφηρημένη εικόνα του κόσμου δομημένη με έννοιες. Μέσα σε αυτό το σύστημα υπάρχει αντίληψη του περιβάλλοντος κόσμου, αντικειμένων, καθώς και συσχετισμός αντικειμένων-εννοιών, κρίση, συλλογισμός, συμπεράσματα, γνώσεις, πεποιθήσεις. Όλα αυτά γίνονται με την υποστήριξη της μνήμης που είναι επίσης εσωτερική διαδικασία.
Όταν η διαδικασία της σκέψης είναι αντικειμενική, ανόθευτη, τότε η πραγματικότητα αντικατοπτρίζεται με ακρίβεια. Αλλά στην πραγματικότητα, μόνο η παρέμβαση του εγώ (δηλαδή η προσωπική οπτική γωνία) αλλοιώνει την εικόνα της πραγματικότητας. Επίσης, στην κατασκευή της εικόνας της πραγματικότητας παρεμβαίνουν προσωπικοί τρόποι αντίληψης και συμπεριφοράς, προσωπικοί μηχανισμοί, θέληση, συναισθήματα, ανάγκες κ.λπ., που αλλοιώνουν ακόμη περισσότερο την τελική εικόνα που σχηματίζουμε για την πραγματικότητα.
Αυτή είναι μια καθαρά προσωπική εμπειρία.
Γίνεται λοιπόν σαφές από τον ορισμό της σκέψης ως διαδικασίας ότι εδώ δεν υπάρχει άμεση επαφή με τον κόσμο, ανόθευτη επαφή με τον κόσμο, ακόμα κι αν η σκέψη πραγματοποιείται μέσω της εξωτερικής αντίληψης. Είναι μια κατασκευή που απεικονίζει τον κόσμο με προσωπικό τρόπο και την οποία κατασκευή εφαρμόζουμε στη συνέχεια στην εξωτερική πραγματικότητα.
Παρατηρώντας την προσωπική σκέψη στις διαδικασίες της να ξετυλίγονται με την πάροδο του χρόνου, καταλαβαίνουμε ότι όλα αυτά δεν είναι παρά μια διαστρέβλωση της πραγματικότητας, μια ονειρική αυταπάτη που ταυτίζουμε με την πραγματικότητα. Η απομάκρυνση από αυτή τη διαδικασία του ονείρου οδηγεί πίσω στον εαυτό και τη διακοπή του ονείρου.
Ο αληθινός άνθρωπος μπορεί να σταθεί σε ισορροπία, σε άμεση αντίληψη της πραγματικότητας, σε απλή και ανόθευτη αναπαράσταση της πραγματικότητας ή να βυθιστεί στις εγωικές διαδικασίες της απεικόνισης του κόσμου, στην αφηρημάδα.
Η υπέρβαση της διαδικασίας σκέψης είναι ο μόνος τρόπος για να οδηγηθούμε στην πραγματικότητα.
Θεωρία της σκέψης και αντίληψη της πραγματικότητας
Ποια είναι η σχέση μεταξύ σκέψης, αντίληψης και πραγματικότητας; Η σκέψη είναι μια εννοιολογική αντίληψη του κόσμου, επηρεασμένη από το εγώ και τις προσωπικές εμπειρίες. Η υπέρβαση της διαδικασίας σκέψης μπορεί να οδηγήσει σε μια πιο ακριβή κατανόηση της πραγματικότητας.
1. Η σκέψη ως εννοιολογική αντίληψη
Η σκέψη είναι μια πολύπλοκη διαδικασία που οργανώνει και αναπαριστά τον κόσμο χρησιμοποιώντας έννοιες. Διαμορφώνεται από έμφυτες νοητικές ικανότητες, a priori τρόπους αντίληψης και εξωτερικά στοιχεία από το περιβάλλον. Αυτή η εννοιολόγηση του κόσμου μας επιτρέπει να κατανοήσουμε το περιβάλλον μας και να σχηματίσουμε κρίσεις, συλλογισμούς, συμπεράσματα, γνώσεις και πεποιθήσεις.
2. Εξωτερική αντίληψη και ενημέρωση της εικόνας της σκέψης
Η εξωτερική αντίληψη παίζει καθοριστικό ρόλο στην ενημέρωση της εικόνας της εσωτερικής σκέψης, επιτρέποντάς μας να προσαρμοστούμε και να προσαρμοστούμε στο μεταβαλλόμενο περιβάλλον. Ωστόσο, ακόμη και με την εξωτερική αντίληψη, η κατανόησή μας για την πραγματικότητα εξακολουθεί να επηρεάζεται από προσωπικούς παράγοντες και εγώ.
3. Καθαρή Σκέψη και Εσωτερικές Διεργασίες
Η καθαρή σκέψη αναφέρεται στην εσωτερική διαδικασία της σκέψης χωρίς την άμεση επίδραση της εξωτερικής αντίληψης. Αυτή η διαδικασία βασίζεται στη μνήμη και στην προηγουμένως αποκτηθείσα γνώση, επιτρέποντάς μας να εμπλακούμε σε αφηρημένη σκέψη και επίλυση προβλημάτων.
4. Εγώ και Προσωπικοί Παράγοντες που Διαστρεβλώνουν την Πραγματικότητα
Το εγώ και οι προσωπικοί παράγοντες, όπως τα συναισθήματα, οι ανάγκες και οι επιθυμίες, μπορούν να αλλάξουν σημαντικά την αντίληψή μας για την πραγματικότητα. Αυτές οι επιρροές εισάγουν προκαταλήψεις και στρεβλώσεις, οδηγώντας σε μια υποκειμενική κατανόηση του κόσμου.
5. Άμεση αντίληψη της πραγματικότητας
Η αληθινή πραγματικότητα μπορεί να βιωθεί μόνο μέσω της άμεσης, ανόθευτης αντίληψης, απαλλαγμένη από την επίδραση των διαδικασιών σκέψης, του εγώ και των προσωπικών παραγόντων. Με την αποστασιοποίηση από αυτές τις επιρροές, μπορούμε να επιτύχουμε μια πιο ακριβή αναπαράσταση της πραγματικότητας.
6. Εξισορρόπηση Διαδικασιών Σκέψης και Άμεσης Αντίληψης
Το κλειδί για την κατανόηση της πραγματικότητας βρίσκεται στην εύρεση μιας ισορροπίας μεταξύ της συμμετοχής σε διαδικασίες σκέψης και της άμεσης αντίληψης. Ενώ οι διαδικασίες σκέψης μας επιτρέπουν να κατανοήσουμε τον κόσμο, μπορούν επίσης να οδηγήσουν σε στρεβλώσεις και ανακρίβειες. Η άμεση αντίληψη, από την άλλη πλευρά, μας επιτρέπει να βιώσουμε την πραγματικότητα στην πιο αγνή της μορφή.
7. Ξεπερνώντας τη Διαδικασία της Σκέψης
Το να ξεπεράσεις τη διαδικασία της σκέψης είναι ο μόνος τρόπος για να βιώσεις αληθινά την πραγματικότητα. Αυτό μπορεί να επιτευχθεί μέσω πρακτικών ενσυνειδητότητας, διαλογισμού και αυτογνωσίας, που μας ενθαρρύνουν να αφήσουμε το εγώ και τις προκαταλήψεις μας και αντ' αυτού να επικεντρωθούμε στην άμεση αντίληψη.
Συνοπτικά, αυτή η θεωρία τονίζει τη σημασία της κατανόησης της σχέσης μεταξύ σκέψης, αντίληψης και πραγματικότητας. Προτείνει ότι ενώ οι διαδικασίες σκέψης είναι απαραίτητες για την οργάνωση και την κατανόηση του κόσμου, μπορούν επίσης να οδηγήσουν σε στρεβλώσεις και ανακρίβειες. Αναπτύσσοντας την αυτογνωσία και εστιάζοντας στην άμεση αντίληψη, μπορούμε να επιτύχουμε μια πιο ακριβή κατανόηση της πραγματικότητας.
Η μυστικιστική θεωρία της άμεσης αντίληψης
Εισαγωγή
Η αληθινή φύση της πραγματικότητας μπορεί να προσεγγιστεί μόνο μέσω της παύσης της διαδικασίας σκέψης και του εγώ, επιτρέποντας στο άτομο να βιώσει μια άμεση, ανόθευτη σύνδεση με τον κόσμο. Οι σκέψεις, οι πεποιθήσεις και οι αντιλήψεις μας είναι, αναγκαστικά, διαστρεβλώσεις της πραγματικότητας. Υπερβαίνοντας αυτούς τους περιορισμούς, μπορούμε να βιώσουμε μια ανώτερη κατάσταση συνείδησης και μια πιο αληθινή κατανόηση της ύπαρξης.
Οι περιορισμοί της σκέψης
Η σκέψη περιορίζεται εγγενώς από τη φύση της διαδικασίας εννοιοποίησης. Οι σκέψεις μας βασίζονται στις αντιλήψεις, τις αναμνήσεις και τις γνωστικές μας προκαταλήψεις, οι οποίες πηγάζουν από τις προσωπικές μας εμπειρίες, συναισθήματα, ανάγκες και επιθυμίες. Ως αποτέλεσμα, η κατανόησή μας για την πραγματικότητα φιλτράρεται αναπόφευκτα και παραμορφώνεται από αυτούς τους υποκειμενικούς παράγοντες.
Το εγώ, που ορίζεται ως η αίσθηση του εαυτού μας ή της προσωπικής μας προοπτικής, διαστρεβλώνει περαιτέρω την αντίληψή μας για την πραγματικότητα εισάγοντας τον εαυτό του στις διαδικασίες σκέψης μας. Ο απώτερος στόχος του εγώ είναι να διατηρήσει και να ενισχύσει τη δική του ύπαρξη, κάτι που μπορεί να οδηγήσει σε περαιτέρω παραμόρφωση και αυταπάτη.
Το μονοπάτι προς την άμεση αντίληψη
Για να επιτύχουμε μια άμεση, αφιλτράριστη σύνδεση με την πραγματικότητα, πρέπει πρώτα να ξεπεράσουμε τους περιορισμούς που επιβάλλονται από τις διαδικασίες σκέψης μας και το εγώ. Αυτό μπορεί να επιτευχθεί μέσω διαφόρων πρακτικών και τεχνικών, όπως ο διαλογισμός, η επίγνωση και η αυτοδιερεύνηση. Αυτές οι πρακτικές στοχεύουν να βοηθήσουν τα άτομα να αναπτύξουν την ικανότητα να παρατηρούν τις σκέψεις και τα συναισθήματά τους χωρίς να ταυτίζονται ή να συνδέονται με αυτά, διευκολύνοντας έτσι μια κατάσταση εσωτερικής σιωπής και ηρεμίας.
Σε αυτή την κατάσταση της εσωτερικής σιωπής, η άμεση αντίληψη γίνεται δυνατή. Το άτομο δεν δεσμεύεται πλέον από τις κατασκευές του δικού του μυαλού και μπορεί να βιώσει την πραγματικότητα χωρίς την παρέμβαση των σκέψεων, των επιθυμιών και των προσωπικών του προκαταλήψεων.
Χαρακτηριστικά Άμεσης Αντίληψης
1. Μη διπλή επίγνωση: Η άμεση αντίληψη υπερβαίνει τη δυαδική φύση της σκέψης, επιτρέποντας μια ενοποιημένη εμπειρία της πραγματικότητας όπου δεν υπάρχει διαχωρισμός μεταξύ του παρατηρητή και του παρατηρούμενου.
2. Διαχρονικότητα: Στην κατάσταση της άμεσης αντίληψης, το άτομο βιώνει μια αίσθηση διαχρονικότητας, καθώς δεν περιορίζεται πλέον από τη γραμμική εξέλιξη των σκέψεων και των αναμνήσεων.
3. Καθαρή Παρουσία: Το άτομο γίνεται πλήρως παρόν και ασχολείται με τη στιγμή, απαλλαγμένο από περισπασμούς του παρελθόντος και του μέλλοντος.
4. Διαισθητική ενόραση: Η άμεση αντίληψη μπορεί να οδηγήσει σε βαθιές ιδέες και κατανόηση, καθώς το άτομο δεν περιορίζεται πλέον από τους περιορισμούς των δικών του σκέψεων και πεποιθήσεων.
Επιπτώσεις και Εφαρμογές
Μαθαίνοντας να ξεπερνούν τους περιορισμούς της σκέψης και του εγώ, τα άτομα μπορούν να βιώσουν μια βαθύτερη σύνδεση με τον εαυτό τους, τους άλλους και τον κόσμο γύρω τους.
Τελικά, η Μυστική Θεωρία της Άμεσης Αντίληψης προσφέρει ένα μονοπάτι προς μια πιο πλούσια, πιο αυθεντική εμπειρία της πραγματικότητας και μια μεγαλύτερη αίσθηση ενότητας και διασύνδεσης με όλη την ύπαρξη.
Εισαγωγή
Η αληθινή φύση της πραγματικότητας μπορεί να προσεγγιστεί μόνο μέσω της παύσης της διαδικασίας σκέψης και του εγώ, επιτρέποντας στο άτομο να βιώσει μια άμεση, ανόθευτη σύνδεση με τον κόσμο. Οι σκέψεις, οι πεποιθήσεις και οι αντιλήψεις μας είναι, αναγκαστικά, διαστρεβλώσεις της πραγματικότητας. Υπερβαίνοντας αυτούς τους περιορισμούς, μπορούμε να βιώσουμε μια ανώτερη κατάσταση συνείδησης και μια πιο αληθινή κατανόηση της ύπαρξης.
Οι περιορισμοί της σκέψης
Η σκέψη περιορίζεται εγγενώς από τη φύση της διαδικασίας εννοιοποίησης. Οι σκέψεις μας βασίζονται στις αντιλήψεις, τις αναμνήσεις και τις γνωστικές μας προκαταλήψεις, οι οποίες πηγάζουν από τις προσωπικές μας εμπειρίες, συναισθήματα, ανάγκες και επιθυμίες. Ως αποτέλεσμα, η κατανόησή μας για την πραγματικότητα φιλτράρεται αναπόφευκτα και παραμορφώνεται από αυτούς τους υποκειμενικούς παράγοντες.
Το εγώ, που ορίζεται ως η αίσθηση του εαυτού μας ή της προσωπικής μας προοπτικής, διαστρεβλώνει περαιτέρω την αντίληψή μας για την πραγματικότητα εισάγοντας τον εαυτό του στις διαδικασίες σκέψης μας. Ο απώτερος στόχος του εγώ είναι να διατηρήσει και να ενισχύσει τη δική του ύπαρξη, κάτι που μπορεί να οδηγήσει σε περαιτέρω παραμόρφωση και αυταπάτη.
Το μονοπάτι προς την άμεση αντίληψη
Για να επιτύχουμε μια άμεση, αφιλτράριστη σύνδεση με την πραγματικότητα, πρέπει πρώτα να ξεπεράσουμε τους περιορισμούς που επιβάλλονται από τις διαδικασίες σκέψης μας και το εγώ. Αυτό μπορεί να επιτευχθεί μέσω διαφόρων πρακτικών και τεχνικών, όπως ο διαλογισμός, η επίγνωση και η αυτοδιερεύνηση. Αυτές οι πρακτικές στοχεύουν να βοηθήσουν τα άτομα να αναπτύξουν την ικανότητα να παρατηρούν τις σκέψεις και τα συναισθήματά τους χωρίς να ταυτίζονται ή να συνδέονται με αυτά, διευκολύνοντας έτσι μια κατάσταση εσωτερικής σιωπής και ηρεμίας.
Σε αυτή την κατάσταση της εσωτερικής σιωπής, η άμεση αντίληψη γίνεται δυνατή. Το άτομο δεν δεσμεύεται πλέον από τις κατασκευές του δικού του μυαλού και μπορεί να βιώσει την πραγματικότητα χωρίς την παρέμβαση των σκέψεων, των επιθυμιών και των προσωπικών του προκαταλήψεων.
Χαρακτηριστικά Άμεσης Αντίληψης
1. Μη διπλή επίγνωση: Η άμεση αντίληψη υπερβαίνει τη δυαδική φύση της σκέψης, επιτρέποντας μια ενοποιημένη εμπειρία της πραγματικότητας όπου δεν υπάρχει διαχωρισμός μεταξύ του παρατηρητή και του παρατηρούμενου.
2. Διαχρονικότητα: Στην κατάσταση της άμεσης αντίληψης, το άτομο βιώνει μια αίσθηση διαχρονικότητας, καθώς δεν περιορίζεται πλέον από τη γραμμική εξέλιξη των σκέψεων και των αναμνήσεων.
3. Καθαρή Παρουσία: Το άτομο γίνεται πλήρως παρόν και ασχολείται με τη στιγμή, απαλλαγμένο από περισπασμούς του παρελθόντος και του μέλλοντος.
4. Διαισθητική ενόραση: Η άμεση αντίληψη μπορεί να οδηγήσει σε βαθιές ιδέες και κατανόηση, καθώς το άτομο δεν περιορίζεται πλέον από τους περιορισμούς των δικών του σκέψεων και πεποιθήσεων.
Επιπτώσεις και Εφαρμογές
Μαθαίνοντας να ξεπερνούν τους περιορισμούς της σκέψης και του εγώ, τα άτομα μπορούν να βιώσουν μια βαθύτερη σύνδεση με τον εαυτό τους, τους άλλους και τον κόσμο γύρω τους.
Τελικά, η Μυστική Θεωρία της Άμεσης Αντίληψης προσφέρει ένα μονοπάτι προς μια πιο πλούσια, πιο αυθεντική εμπειρία της πραγματικότητας και μια μεγαλύτερη αίσθηση ενότητας και διασύνδεσης με όλη την ύπαρξη.
Αγαπώντας σε να υπάρχω
Η αγάπη δεν είναι κατά περίσταση, η αγάπη είναι άνευ όρων, δεν παζαρεύει δούναι και λαβείν, η αγάπη είναι έξοδος γιατί το εγώ το κάνει εσύ και σε λυτρώνει.
Στην αναμέτρηση ανάμεσα σε σένα και μένα αναμετρήθηκε ο εγωισμός μου με το σύμπαν.
Αρχίζω να το αναγνωρίζω ύστερα από τόσες μάχες και τόσους τραυματισμούς πως η δόξα του πολέμου είναι η συμφιλίωση κι η δόξα του νικητή η υποταγή.
Η ευγενική υποταγή όπως του βράχου που από σθένους περίσσια σκύβει και πλένει με θάλασσα τα πόδια της στεριάς.
Όχι καλή μου αγάπη, εσύ δεν τελειώνεις, το τέλος σου δεν έχει τελειωμό.
Τα πράγματα δεν τελειώνουν έτσι εύκολα όπως το λέμε, τα πράγματα μεταλλάσσονται κι εγώ τώρα μεταλλάσσω τον απάνθρωπο έρωτά μου, σε αγάπη φιλάνθρωπη.
Δεν θέλω να μιλώ άλλο για μένα. Οι λέξεις είναι φυλακή, κατακρατούν τα δεύτερα και τους ξεφεύγει το κύριο που πετά πέρα σαν ήχος καμπάνας που σε τίποτα δεν φυλακίζεται. Οι λέξεις ταριχεύουν το ζωντανό και δεν το αφήνουν να περπατήσει.
Σ’ αγαπώ πια τόσο που δεν σ’ έχω ανάγκη. Σ’ αγαπώ τόσο που σε απαλλάσσω από μένα. Σ΄αγαπώ αληθινά και δεν φοβάμαι. Κατόρθωσα πραγματικά να μη σε φοβάμαι!
Ο φόβος σου ήταν πανίσχυρος.
Με φόβο γεννηθήκαμε, με φόβο ανατραφήκαμε, τίποτα σχεδόν δικό μας δεν είναι ελεύθερο κι είναι δύσκολο να ξαναγεννηθούμε. Λεγεώνες μέσα μας και λεγεώνες προγόνων πίσω μας φοβούνται.
Ελευθερία είναι η νίκη του φόβου και τον φόβο η φιλαυτία μας τον σπέρνει. Από πάνω της περνά η πύλη που βγάζει στη ζωή την αληθινή κι άλλον τρόπο δεν έχουμε.
Άλλο τρόπο δεν έχω για να ζήσω: να σ’αγαπώ άφοβα, ελεύθερα.
Αγαπώντας σε να υπάρχω, τι να τα κάνω τα ίχνη…
Να σε αγαπώ άφοβα, ελεύθερα!
Αρχίζω να εμπιστεύομαι την ζωή και να μην έχω αγωνία.
Ζωή δεν είπαμε πως είναι το άλλο όνομα της αλήθειας;
Οι λέξεις είναι ξένα σώματα. Μ’ ενοχλούν.
Μπορώ πια να σωπάσω.
Στην αναμέτρηση ανάμεσα σε σένα και μένα αναμετρήθηκε ο εγωισμός μου με το σύμπαν.
Αρχίζω να το αναγνωρίζω ύστερα από τόσες μάχες και τόσους τραυματισμούς πως η δόξα του πολέμου είναι η συμφιλίωση κι η δόξα του νικητή η υποταγή.
Η ευγενική υποταγή όπως του βράχου που από σθένους περίσσια σκύβει και πλένει με θάλασσα τα πόδια της στεριάς.
Όχι καλή μου αγάπη, εσύ δεν τελειώνεις, το τέλος σου δεν έχει τελειωμό.
Τα πράγματα δεν τελειώνουν έτσι εύκολα όπως το λέμε, τα πράγματα μεταλλάσσονται κι εγώ τώρα μεταλλάσσω τον απάνθρωπο έρωτά μου, σε αγάπη φιλάνθρωπη.
Δεν θέλω να μιλώ άλλο για μένα. Οι λέξεις είναι φυλακή, κατακρατούν τα δεύτερα και τους ξεφεύγει το κύριο που πετά πέρα σαν ήχος καμπάνας που σε τίποτα δεν φυλακίζεται. Οι λέξεις ταριχεύουν το ζωντανό και δεν το αφήνουν να περπατήσει.
Σ’ αγαπώ πια τόσο που δεν σ’ έχω ανάγκη. Σ’ αγαπώ τόσο που σε απαλλάσσω από μένα. Σ΄αγαπώ αληθινά και δεν φοβάμαι. Κατόρθωσα πραγματικά να μη σε φοβάμαι!
Ο φόβος σου ήταν πανίσχυρος.
Με φόβο γεννηθήκαμε, με φόβο ανατραφήκαμε, τίποτα σχεδόν δικό μας δεν είναι ελεύθερο κι είναι δύσκολο να ξαναγεννηθούμε. Λεγεώνες μέσα μας και λεγεώνες προγόνων πίσω μας φοβούνται.
Ελευθερία είναι η νίκη του φόβου και τον φόβο η φιλαυτία μας τον σπέρνει. Από πάνω της περνά η πύλη που βγάζει στη ζωή την αληθινή κι άλλον τρόπο δεν έχουμε.
Άλλο τρόπο δεν έχω για να ζήσω: να σ’αγαπώ άφοβα, ελεύθερα.
Αγαπώντας σε να υπάρχω, τι να τα κάνω τα ίχνη…
Να σε αγαπώ άφοβα, ελεύθερα!
Αρχίζω να εμπιστεύομαι την ζωή και να μην έχω αγωνία.
Ζωή δεν είπαμε πως είναι το άλλο όνομα της αλήθειας;
Οι λέξεις είναι ξένα σώματα. Μ’ ενοχλούν.
Μπορώ πια να σωπάσω.
Τι ιδιότητες που αναζητούν οι γυναίκες σε έναν άντρα
Η εύρεση του ατόμου για σας δεν είναι εύκολη δουλειά. Και μερικές φορές φαίνεται ότι η υπάρχουν πολλοί άντρες εκεί έξω, αλλά όχι αρκετούς πρίγκιπες για σας. Οι ειδικοί στις σχέσεις μας λένε τι ψάχνουν (και πρέπει!) οι γυναίκες σε έναν άντρα.
1. Το κύρος του.
Είναι η γενικότερη αύρα που αποπνέει ο λόγος του, καθώς και οι κινήσεις του. Είναι αυτό το αίσθημα ότι μπορεί να επιβληθεί. Όχι τα ακριβά ρούχα ή τα ρολόγια Rolex. Είναι αυτή η δυναμική που τον κάνει να ξεχωρίζει οπουδήποτε κι αν βρεθεί και συγκεντρώνει όλα τα γυναικεία βλέμματα πάνω του χωρίς να είναι καν ο πιο ωραίος.
2. Το χαμόγελο του όπως και η ωραία, βαθιά, μπάσα φωνή.
Το χαμόγελο είναι το πιο κοινό γνώρισμα είτε αναφερόμαστε σε άντρες είτε σε γυναίκες. Ένας άντρας που ξέρει να χαμογελά σωστά, τη στιγμή που τα μάτια του αποπνέουν ζεστασιά και ταυτόχρονα σπιρτάδα και πονηριά, έχει κάνει το μισό βήμα για τη «νίκη». Το άλλο μισό είναι να μπορέσει να μιλήσει με αυτή την ωραία μπάσα φωνή και να σου ψιθυρίζει γλυκόλογα.
3. Οι γνώσεις του.
Και για να μιλήσεις, είναι απαραίτητες οι γνώσεις, όχι μόνο οι εγκυκλοπαιδικές αλλά και οι πρακτικές. Από τις τεχνικές δουλειές στο σπίτι, μέχρι να ξέρει να κάνει πάντα στο κομπιούτερ ή στην κουζίνα.
4. Μια καλή θέση στην δουλειά του για να κερδίζει αρκετά.
Φυσικά το χρήμα και το πρεστίζ παίζει σπουδαίο ρόλο. Ακόμη και η πιο συνεσταλμένη και μετρημένη κοπέλα εκεί έξω, θα εντυπωσιαστεί από ένα ακριβό δώρο ή ένα ακριβό αυτοκίνητο ή σπίτι. Και το γεγονός είναι πως η εργασία ενός άντρα και κατ’ επέκταση το εισόδημά του, είναι ένα από τα ερωτεύσιμα χαρακτηριστικά. Αρκεί να μην είναι το μόνο πάνω του
5. Το χιούμορ του
Σε περίπτωση που ένας άντρας, καταφέρει να σε κάνει να γελάσεις με την ψυχή σου είναι βέβαιο πως θα χαραχτεί στο μυαλό σου και θα πρέπει να κάνει πολλά λάθη για να τον …σβήσεις. Το χιούμορ, όταν φαίνεται πως βγαίνει κυρίως αβίαστα κι όχι με το ζόρι, είναι ένα από τα πιο εντυπωσιακά στοιχεία που θα βρείτε σε έναν άντρα.
6. Το αίσθημα ασφάλειας που αποπνέει.
Αφού οι περισσότερες γυναίκες πιστεύουν πως είναι το αδύναμο φύλο, θα ψάχνουν κάποιον να τους προστατεύει. Φυσικά μετά τον πατέρα τους, έρχεται μια στιγμή που ψάχνονται για έναν σύντροφο με τον οποίο θα αισθάνονται ασφαλείς. Αν αυτός καταφέρνει να δώσει αυτήν την εντύπωση σε μια γυναίκα, τότε αυτή θα το εκτιμήσει και δύσκολα θα φύγει από κοντά του.
7. Η καλή χημεία μεταξύ των δύο.
Μην αισθάνεστε άσχημα την επόμενη φορά που θα απορρίψετε κάποιον γιατί απλά δεν υπάρχει “η χημεία”. Αρχικά οι γυναίκες έλκονται από τους άνδρες με βάση την σωματική έλξη. Και μετά σκέφτονται αν μπορούν να συνεχίσουν μια συζήτηση με αυτό το άτομο. Αν νιώθουν ωραία όταν του μιλάνε. Αυτές είναι ιδιότητες που βοηθούν να δημιουργηθεί μια βάση, να δημιουργηθεί μια βαθύτερη σύνδεση και μια σχέση με αυτό το άτομο.
8. Η σταθερότητα.
Σταθερότητα σημαίνει αν μπορεί αυτός να της προσφέρει πρώτα μια συναισθηματικά σταθερή σχέση και μετά μια σταθερή οικονομικά σχέση. Αυτό σημαίνει ότι μπορείτε να βασίζεστε σε αυτόν, ότι είναι προβλέψιμος, αξιόπιστος και ότι ουσιαστικά είναι κάποιος στον οποίο θα μπορούσατε να βασιστείτε αν είχατε μαζί μια οικογένεια.
9. Τέλος, να νιώθει ότι ο άντρας την δέχεται ως ίση με αυτόν.
Εάν έχετε νιώσει κάποτε ότι υπάρχει μια σιωπή ανάμεσα σας, αυτό μπορεί να οφείλεται στο ότι ο σύντροφός σας δεν σας αντιμετώπιζε ως ίσο με αυτόν. Πολιτισμικά εδώ και χιλιάδες χρόνια οι γυναίκες ήταν άνισες με τους άνδρες από κάθε άποψη, κοινωνικά, οικονομικά, πολιτικά σεξουαλικά, κι αυτό αλλάζει. Τώρα οι γυναίκες θέλουν να θεωρούνται ίσες με τους άνδρες και έτσι δεν χρειάζεται να ανταγωνίζονται τους άνδρες για κυριαρχία.
1. Το κύρος του.
Είναι η γενικότερη αύρα που αποπνέει ο λόγος του, καθώς και οι κινήσεις του. Είναι αυτό το αίσθημα ότι μπορεί να επιβληθεί. Όχι τα ακριβά ρούχα ή τα ρολόγια Rolex. Είναι αυτή η δυναμική που τον κάνει να ξεχωρίζει οπουδήποτε κι αν βρεθεί και συγκεντρώνει όλα τα γυναικεία βλέμματα πάνω του χωρίς να είναι καν ο πιο ωραίος.
2. Το χαμόγελο του όπως και η ωραία, βαθιά, μπάσα φωνή.
Το χαμόγελο είναι το πιο κοινό γνώρισμα είτε αναφερόμαστε σε άντρες είτε σε γυναίκες. Ένας άντρας που ξέρει να χαμογελά σωστά, τη στιγμή που τα μάτια του αποπνέουν ζεστασιά και ταυτόχρονα σπιρτάδα και πονηριά, έχει κάνει το μισό βήμα για τη «νίκη». Το άλλο μισό είναι να μπορέσει να μιλήσει με αυτή την ωραία μπάσα φωνή και να σου ψιθυρίζει γλυκόλογα.
3. Οι γνώσεις του.
Και για να μιλήσεις, είναι απαραίτητες οι γνώσεις, όχι μόνο οι εγκυκλοπαιδικές αλλά και οι πρακτικές. Από τις τεχνικές δουλειές στο σπίτι, μέχρι να ξέρει να κάνει πάντα στο κομπιούτερ ή στην κουζίνα.
4. Μια καλή θέση στην δουλειά του για να κερδίζει αρκετά.
Φυσικά το χρήμα και το πρεστίζ παίζει σπουδαίο ρόλο. Ακόμη και η πιο συνεσταλμένη και μετρημένη κοπέλα εκεί έξω, θα εντυπωσιαστεί από ένα ακριβό δώρο ή ένα ακριβό αυτοκίνητο ή σπίτι. Και το γεγονός είναι πως η εργασία ενός άντρα και κατ’ επέκταση το εισόδημά του, είναι ένα από τα ερωτεύσιμα χαρακτηριστικά. Αρκεί να μην είναι το μόνο πάνω του
5. Το χιούμορ του
Σε περίπτωση που ένας άντρας, καταφέρει να σε κάνει να γελάσεις με την ψυχή σου είναι βέβαιο πως θα χαραχτεί στο μυαλό σου και θα πρέπει να κάνει πολλά λάθη για να τον …σβήσεις. Το χιούμορ, όταν φαίνεται πως βγαίνει κυρίως αβίαστα κι όχι με το ζόρι, είναι ένα από τα πιο εντυπωσιακά στοιχεία που θα βρείτε σε έναν άντρα.
6. Το αίσθημα ασφάλειας που αποπνέει.
Αφού οι περισσότερες γυναίκες πιστεύουν πως είναι το αδύναμο φύλο, θα ψάχνουν κάποιον να τους προστατεύει. Φυσικά μετά τον πατέρα τους, έρχεται μια στιγμή που ψάχνονται για έναν σύντροφο με τον οποίο θα αισθάνονται ασφαλείς. Αν αυτός καταφέρνει να δώσει αυτήν την εντύπωση σε μια γυναίκα, τότε αυτή θα το εκτιμήσει και δύσκολα θα φύγει από κοντά του.
7. Η καλή χημεία μεταξύ των δύο.
Μην αισθάνεστε άσχημα την επόμενη φορά που θα απορρίψετε κάποιον γιατί απλά δεν υπάρχει “η χημεία”. Αρχικά οι γυναίκες έλκονται από τους άνδρες με βάση την σωματική έλξη. Και μετά σκέφτονται αν μπορούν να συνεχίσουν μια συζήτηση με αυτό το άτομο. Αν νιώθουν ωραία όταν του μιλάνε. Αυτές είναι ιδιότητες που βοηθούν να δημιουργηθεί μια βάση, να δημιουργηθεί μια βαθύτερη σύνδεση και μια σχέση με αυτό το άτομο.
8. Η σταθερότητα.
Σταθερότητα σημαίνει αν μπορεί αυτός να της προσφέρει πρώτα μια συναισθηματικά σταθερή σχέση και μετά μια σταθερή οικονομικά σχέση. Αυτό σημαίνει ότι μπορείτε να βασίζεστε σε αυτόν, ότι είναι προβλέψιμος, αξιόπιστος και ότι ουσιαστικά είναι κάποιος στον οποίο θα μπορούσατε να βασιστείτε αν είχατε μαζί μια οικογένεια.
9. Τέλος, να νιώθει ότι ο άντρας την δέχεται ως ίση με αυτόν.
Εάν έχετε νιώσει κάποτε ότι υπάρχει μια σιωπή ανάμεσα σας, αυτό μπορεί να οφείλεται στο ότι ο σύντροφός σας δεν σας αντιμετώπιζε ως ίσο με αυτόν. Πολιτισμικά εδώ και χιλιάδες χρόνια οι γυναίκες ήταν άνισες με τους άνδρες από κάθε άποψη, κοινωνικά, οικονομικά, πολιτικά σεξουαλικά, κι αυτό αλλάζει. Τώρα οι γυναίκες θέλουν να θεωρούνται ίσες με τους άνδρες και έτσι δεν χρειάζεται να ανταγωνίζονται τους άνδρες για κυριαρχία.
Ιέρειες στην Αρχαία Ελλάδα
Στα τέλη του 2ου αι. π.Χ., Αθηναίοι προσκυνητές ξεκινούσαν εν πομπή και διένυαν την απόσταση των εκατόν εξήντα χιλιομέτρων μεταξύ της Αθήνας και του Ιερού του Απόλλωνα στους Δελφούς. Εκεί γιόρταζαν τα Πύθια προς τιμήν του Απόλλωνα. Ένα άτομο ξεχώριζε ανάμεσα στους συμμετέχοντες, η Χρυσηίς, η ιέρεια της Αθηνάς Πολιάδος.
Για την συμβολή της στην ανάδειξη των Πυθίων σε γιορτή που έκανε υπερήφανες και τις δύο πόλεις, οι κάτοικοι των Δελφών την τίμησαν με τον στέφανο του Απόλλωνα και αποφάσισαν με ειδικό ψήφισμα να παραχωρήσουν στην ίδια και όλους τους απογόνους της μια σειρά από σημαντικά δικαιώματα και προνόμια.
Ανάμεσα σε αυτά ήταν και το αξίωμα της προξένου – ειδικής επίτιμης αντιπροσώπου της Αθήνας στους Δελφούς.
Της δόθηκε ακόμη το δικαίωμα να συμβουλεύεται το Μαντείο, δικαστική προτεραιότητα, ασυλία, θέση στην πρώτη σειρά σε όλους τους αγώνες που διοργάνωνε η πόλη, δικαίωμα ιδιοκτησίας ακινήτων, καθώς και φορολογική ατέλεια! Το γεγονός ότι όλα αυτά τα προνόμια μπορούσαν εφεξής να μεταβιβαστούν σε όλους τους απογόνους της κατέστησε την Χρυσηίδα γυναίκα με εξαιρετικό κύρος και επιρροή, τόσο εντός όσο και εκτός του στενού οικογενειακού της περιβάλλοντος.
Στην Αθήνα, τα εξαδέλφια της έστησαν άγαλμα της διάσημης συγγενούς τους στην Ακρόπολη. Το ψήφισμα του λαού των Δελφών και η επιγραφή στην βάση του αγάλματος της Χρυσηίδας στην Ακρόπολη μας δίνουν κάποια -ελάχιστα- στοιχεία για την ζωή αυτής της εξαιρετικής γυναίκας. Μαρτυρούν την περίοπτη θέση και την ευχέρεια κινήσεων της Χρυσηίδας, με χαρακτηριστικά παραδείγματα τις πομπές από την Αθήνα προς τους Δελφούς, τις πρώτες θέσεις στους δελφικούς αγώνες, την ιδιοκτησία ακινήτων και την μόνιμη τοποθέτηση του αγάλματός της στην Ακρόπολη. Ως ιέρεια της Αθηνάς, η Χρυσηίς κατείχε δημόσιο αξίωμα συγκρίσιμο και ισότιμο με εκείνο των ιερέων που υπηρετούσαν τους θεούς στην Αθήνα.
Η Χρυσηίς δεν ήταν η μόνη ιέρεια που απέλαυε καθεστώτος ανάλογης περιωπής. Μάλιστα, τα αρχαιολογικά αρχεία βεβαιώνουν την εξέχουσα θέση των ιερειών όχι μόνο στην Αθήνα, αλλά και σε ολόκληρο τον ελληνικό κόσμο. Οι ιέρειες ηγούνταν πομπών, φύλασσαν τους θησαυρούς των ναών, άναβαν την φωτιά στους βωμούς των ιερών και προΐσταντο των θυσιών. Μαθαίνουμε ότι οι ιέρειες έπαιρναν τον λόγο ενώπιον της Βουλής και του Δήμου, έθεταν την σφραγίδα τους σε επίσημα έγγραφα και απέπεμπαν τους παρείσακτους από τα ιερά. Επιγραφές αφιερωμάτων μαρτυρούν την γενναιοδωρία των ιερειών ως ευεργετιδών της πόλης τους και των ιερών τους, όπου έχτιζαν ναούς, αγορές και υδατοδεξαμενές. Μαρτυρούν επίσης την περηφάνια που ένιωθαν οι ίδιες για την ανέγερση των αγαλμάτων τους, αλλά και την εξουσία τους ως προς την τήρηση των κανονισμών στα ιερά. Επιγραφές και επιτύμβια ανάγλυφα επιβεβαιώνουν ότι οι ιέρειες κηδεύονταν δημοσία δαπάνη με μεγάλες πομπές, και ότι στην μνήμη τους ανεγείρονταν εντυπωσιακά ταφικά μνημεία.
Οι μαρτυρίες αυτές έρχονται σε αντίθεση με την ευρέως διαδεδομένη άποψη ότι οι γυναίκες της Αθήνας ήταν πολίτες δεύτερης κατηγορίας, σιωπηλές, υποτακτικές και «αόρατες» μορφές, περιορισμένες στο εσωτερικό των σπιτιών τους, όπου ασχολούνταν υπάκουα με το νοικοκυριό και την ανατροφή των παιδιών. Η άποψη αυτή έχει βασιστεί σε αναγνώσεις κείμενων περίφημων συγγραφέων, όπως του Ξενοφώντα, του Πλάτωνα και του Θουκυδίδη, καθώς και σε διάφορες παραστάσεις αρχαίου δράματος.
Ωστόσο, τα αρχαιολογικά και επιγραφικά ευρήματα παρουσιάζουν μια διαφορετική εκδοχή. Στην πραγματικότητα, μια σταθερή ροή γυναικών διέσχιζε καθημερινά την Αθήνα με κατεύθυνση προς την Ακρόπολη και τα νεκροταφεία της πόλης, όπου οι γυναίκες αυτές προσκυνούσαν στα ιερά και φρόντιζαν τους οικογενειακούς τάφους. Οι τελετουργίες τούς επέτρεπαν να κυκλοφορούν και να κάνουν αισθητή την παρουσία τους μέσα στην πόλη, υπηρετώντας τους θεούς, την οικογένειά τους και τους Αθηναίους πολίτες. Χάρις στις σημαντικές δωρεές αυτών των γυναικών και των οικογενειών τους, γλυπτά πορτραίτα ιερειών τοποθετήθηκαν σε αγορές, νεκροταφεία και ιερά.
Οι γυναίκες μπορούσαν να αποκτήσουν το αξίωμα της ιέρειας μέσω κληρονομιάς, κλήρωσης, επιλογής, εκλογής ή εξαγοράς. Τα παλαιά, σεβαστά αξιώματα των ιερειών της Αθηνάς Πολιάδος στην Αθήνα και της Δήμητρας και της Κόρης στην Ελευσίνα περνούσαν κληρονομικά από την μια γενιά στην άλλη, μέσα στην ίδια οικογένεια (γένος), επί περίπου επτακόσια χρόνια! Σύμφωνα με επιγραφές, το αξίωμα της ιέρειας της Αθηνάς κληροδοτείτο από το πρεσβύτερο άρρεν μέλος του γένους των Ετεοβουτάδων προς την μεγαλύτερη κόρη του και, στην συνέχεια, με την λήξη της θητείας της, προς την μεγαλύτερη κόρη του πρεσβύτερου αδελφού της.
Κατά τους ελληνιστικούς χρόνους, οι αντίξοες οικονομικές συνθήκες, οι δυσμενείς επιπτώσεις στις περιουσίες των παλαιών οικογενειών, η ανάδυση μιας «νεόπλουτης» τάξης, καθώς και οι αλλαγές στην πληθυσμιακή σύνθεση της Ανατολικής Ελλάδας διαμόρφωσαν έναν κόσμο στον οποίο η εξαγορά του ιερατικού αξιώματος στάθηκε απολύτως εύλογη. Αρχής γενομένης από την Μίλητο, περί το 400 π.Χ., γυναίκες σε όλο το Ανατολικό Αιγαίο, την Μικρά Ασία και την Μαύρη Θάλασσα κατέβαλλαν μεγάλα ποσά προκειμένου να εξασφαλίσουν ιερατικές θέσεις. Όπως και κατά την Κλασική περίοδο, αποζημιώνονταν για τις υπηρεσίες τους με πληρωμές σε είδος, όπως δέρματα και κρέας από τα σφάγια των θυσιών, δημητριακά, λάδι, αλλά και χρήματα.
Για τις εξέχουσες υπηρεσίες τους προς την πόλη, στις ιέρειες, όπως στην Χρυσηίδα, αποδίδονταν δημόσιες τιμές, στις οποίες περιλαμβάνονταν χρυσοί στέφανοι, αγάλματα και διακεκριμένες θέσεις στο θέατρο. Σε ορισμένες πόλεις οι ιέρειες ήταν τόσο διάσημες ώστε απέλαυαν λατρευτικής και πολιτικής επωνυμίας, δηλαδή το όνομά τους έμενε για πάντα στην ιστορία και χρησιμοποιείτο για ιστορικές χρονολογήσεις. Στο έργο του Ιστορίαι, ο Θουκυδίδης τοποθετεί χρονολογικά την έναρξη του Πελοποννησιακού Πολέμου στο τεσσαρακοστό όγδοο έτος της ιερατικής θητείας μιας άλλης Χρυσηίδας, ιέρειας της Ήρας στο Άργος κατά τον 5ο αι. π.Χ.
Απεικονίσεις και επιγραφές επιβεβαιώνουν τα προνόμια που λάμβαναν οι ιέρειες σε αντάλλαγμα για τις υπηρεσίες τους. Σε ανάγλυφο του 4ου αι. π.Χ., το οποίο βρίσκεται σήμερα στο Βερολίνο, απεικονίζεται μια ιέρεια που τιμάται από την πόλη με στέφανο. Την βλέπουμε στην κάτω αριστερή πλευρά να σηκώνει το δεξί χέρι της προς τον ουρανό, σε στάση προσευχής.
Στο αριστερό της χέρι κρατά κλειδί ναού, σύμβολο του αξιώματός της ως ιέρειας που κλειδώνει και ξεκλειδώνει τις θύρες του ναού. Η θεά Αθηνά απεικονίζεται στο δεξί άκρο, πιστή αναπαράσταση του αγάλματος της Αθηνάς Παρθένου, με την ασπίδα στο πλευρό της και την φτερωτή Νίκη στο χέρι της. Η Νίκη σκύβει για να στεφανώσει την ιέρεια. Οι χρυσοί στέφανοι ήταν πολύτιμα βραβεία, που η αξία τους έφτανε τις πεντακόσιες έως χίλιες δραχμές και τα οποία συνήθως απονέμονταν σε πολιτικούς, δικαστές, στρατηγούς και αθλητές. Επομένως, έχει ιδιαίτερη σημασία το γεγονός ότι, από τον 4ο αι. π.Χ. και μετά, γίνονταν τόσο μεγάλες τιμές όχι μόνο στους ιερείς αλλά και στις ιέρειες.
Το γυναικείο ιερατικό αξίωμα ήταν απολύτως συνυφασμένο με την μορφολογία της γυναικείας λυρικής χορείας, η οποία, από τον 5ο αι. π.Χ., αποτελούσε κεντρικό σημείο της εκπαίδευσης και της κοινωνικοποίησης των γυναικών, από την παιδική τους ηλικία έως την ωριμότητα. Ο Πλάτωνας υποστήριζε ότι η χορεία αποτελούσε το σύνολο της παιδείας [«ὅλη μέν που χορεία ὅλη παίδευσις ἦν ἡμῖν»].
Μια εικόνα που ανακαλεί στον νου χορικές και λατρευτικές ομάδες γυναικών κοσμεί μια φιάλη για σπονδές που σήμερα βρίσκεται στην Βοστώνη. Εδώ βλέπουμε γυναίκες με ενωμένα χέρια σε κύκλιο χορό, συνοδεία μουσικής από μιαν αυλητρίδα. Η ύπαρξη βωμού και ταινιών υποδηλώνει λατρευτική ατμόσφαιρα, ενώ το καλάθι με το μαλλί παραπέμπει στην γυναικεία αρετή εντός του οικογενειακού βίου. Στο τέλος της σειράς, δύο νεαρές κοπέλες με ξέπλεκα μαλλιά κοιτούν μια μεγαλύτερη γυναίκα για να μάθουν τα βήματα του χορού. Το ίδιο το αγγείο είναι μια φιάλη που προοριζόταν για σπονδή με έκχυση του υγρού περιεχομένου της, πιθανότατα σε αναμμένο βωμό, όπως αυτός που απεικονίζεται επάνω της. Η μορφή, η λειτουργία και ο διάκοσμος συνδυάζονται εδώ σε μιαν αποτελεσματική έκφραση της γυναικείας τελετουργικής πρακτικής.
Η συμμετοχή σε λατρευτικές δραστηριότητες είχε θετική επιρροή στην ζωή των Ελληνίδων, καθώς τους πρόσφερε, μεταξύ άλλων, μιαν αίσθηση κοινότητας και ταυτότητας. Οι κύκλιοι χοροί σε χώρους λατρείας έδιναν επίσης την ευκαιρία στις κοπέλες που βρίσκονταν σε ηλικία γάμου να εμφανίζονται δημοσίως μπροστά στους συμπολίτες τους. Καθώς η εξέχουσα θέση στην διοργάνωση εορταστικών εκδηλώσεων επέτρεπε την προώθηση των οικογενειακών συμφερόντων, πράγμα επωφελές για γυναίκες και άνδρες, ήταν σημαντική η επιρροή των ιερειών στην επιτυχή λειτουργία του όλου συστήματος.
Η αποκάλυψη της χαμένης ιστορίας των Ελληνίδων ιερειών αποτέλεσε προϊόν κοπιαστικής προσπάθειας και απαίτησε μακροχρόνια έρευνα σε εκτενέστατο αρχαιολογικό υλικό. Το έργο αυτό επέτρεψε να διορθωθεί η ανισότιμη θεώρηση των γυναικών στην Αρχαία Ελλάδα ως μορφών απολύτως υποταγμένων, σιωπηλών, «αόρατων» και περιορισμένων στα στενά όρια του οίκου τους. Επίσης, αποκατέστησε εν μέρει την αξιοπρέπεια των εξαιρετικών αυτών γυναικών, οι οποίες έχαιραν μεγάλου σεβασμού και τιμών από πλευράς των συμπολιτών τους.
Για την συμβολή της στην ανάδειξη των Πυθίων σε γιορτή που έκανε υπερήφανες και τις δύο πόλεις, οι κάτοικοι των Δελφών την τίμησαν με τον στέφανο του Απόλλωνα και αποφάσισαν με ειδικό ψήφισμα να παραχωρήσουν στην ίδια και όλους τους απογόνους της μια σειρά από σημαντικά δικαιώματα και προνόμια.
Ανάμεσα σε αυτά ήταν και το αξίωμα της προξένου – ειδικής επίτιμης αντιπροσώπου της Αθήνας στους Δελφούς.
Της δόθηκε ακόμη το δικαίωμα να συμβουλεύεται το Μαντείο, δικαστική προτεραιότητα, ασυλία, θέση στην πρώτη σειρά σε όλους τους αγώνες που διοργάνωνε η πόλη, δικαίωμα ιδιοκτησίας ακινήτων, καθώς και φορολογική ατέλεια! Το γεγονός ότι όλα αυτά τα προνόμια μπορούσαν εφεξής να μεταβιβαστούν σε όλους τους απογόνους της κατέστησε την Χρυσηίδα γυναίκα με εξαιρετικό κύρος και επιρροή, τόσο εντός όσο και εκτός του στενού οικογενειακού της περιβάλλοντος.
Στην Αθήνα, τα εξαδέλφια της έστησαν άγαλμα της διάσημης συγγενούς τους στην Ακρόπολη. Το ψήφισμα του λαού των Δελφών και η επιγραφή στην βάση του αγάλματος της Χρυσηίδας στην Ακρόπολη μας δίνουν κάποια -ελάχιστα- στοιχεία για την ζωή αυτής της εξαιρετικής γυναίκας. Μαρτυρούν την περίοπτη θέση και την ευχέρεια κινήσεων της Χρυσηίδας, με χαρακτηριστικά παραδείγματα τις πομπές από την Αθήνα προς τους Δελφούς, τις πρώτες θέσεις στους δελφικούς αγώνες, την ιδιοκτησία ακινήτων και την μόνιμη τοποθέτηση του αγάλματός της στην Ακρόπολη. Ως ιέρεια της Αθηνάς, η Χρυσηίς κατείχε δημόσιο αξίωμα συγκρίσιμο και ισότιμο με εκείνο των ιερέων που υπηρετούσαν τους θεούς στην Αθήνα.
Η Χρυσηίς δεν ήταν η μόνη ιέρεια που απέλαυε καθεστώτος ανάλογης περιωπής. Μάλιστα, τα αρχαιολογικά αρχεία βεβαιώνουν την εξέχουσα θέση των ιερειών όχι μόνο στην Αθήνα, αλλά και σε ολόκληρο τον ελληνικό κόσμο. Οι ιέρειες ηγούνταν πομπών, φύλασσαν τους θησαυρούς των ναών, άναβαν την φωτιά στους βωμούς των ιερών και προΐσταντο των θυσιών. Μαθαίνουμε ότι οι ιέρειες έπαιρναν τον λόγο ενώπιον της Βουλής και του Δήμου, έθεταν την σφραγίδα τους σε επίσημα έγγραφα και απέπεμπαν τους παρείσακτους από τα ιερά. Επιγραφές αφιερωμάτων μαρτυρούν την γενναιοδωρία των ιερειών ως ευεργετιδών της πόλης τους και των ιερών τους, όπου έχτιζαν ναούς, αγορές και υδατοδεξαμενές. Μαρτυρούν επίσης την περηφάνια που ένιωθαν οι ίδιες για την ανέγερση των αγαλμάτων τους, αλλά και την εξουσία τους ως προς την τήρηση των κανονισμών στα ιερά. Επιγραφές και επιτύμβια ανάγλυφα επιβεβαιώνουν ότι οι ιέρειες κηδεύονταν δημοσία δαπάνη με μεγάλες πομπές, και ότι στην μνήμη τους ανεγείρονταν εντυπωσιακά ταφικά μνημεία.
Οι μαρτυρίες αυτές έρχονται σε αντίθεση με την ευρέως διαδεδομένη άποψη ότι οι γυναίκες της Αθήνας ήταν πολίτες δεύτερης κατηγορίας, σιωπηλές, υποτακτικές και «αόρατες» μορφές, περιορισμένες στο εσωτερικό των σπιτιών τους, όπου ασχολούνταν υπάκουα με το νοικοκυριό και την ανατροφή των παιδιών. Η άποψη αυτή έχει βασιστεί σε αναγνώσεις κείμενων περίφημων συγγραφέων, όπως του Ξενοφώντα, του Πλάτωνα και του Θουκυδίδη, καθώς και σε διάφορες παραστάσεις αρχαίου δράματος.
Ωστόσο, τα αρχαιολογικά και επιγραφικά ευρήματα παρουσιάζουν μια διαφορετική εκδοχή. Στην πραγματικότητα, μια σταθερή ροή γυναικών διέσχιζε καθημερινά την Αθήνα με κατεύθυνση προς την Ακρόπολη και τα νεκροταφεία της πόλης, όπου οι γυναίκες αυτές προσκυνούσαν στα ιερά και φρόντιζαν τους οικογενειακούς τάφους. Οι τελετουργίες τούς επέτρεπαν να κυκλοφορούν και να κάνουν αισθητή την παρουσία τους μέσα στην πόλη, υπηρετώντας τους θεούς, την οικογένειά τους και τους Αθηναίους πολίτες. Χάρις στις σημαντικές δωρεές αυτών των γυναικών και των οικογενειών τους, γλυπτά πορτραίτα ιερειών τοποθετήθηκαν σε αγορές, νεκροταφεία και ιερά.
Οι γυναίκες μπορούσαν να αποκτήσουν το αξίωμα της ιέρειας μέσω κληρονομιάς, κλήρωσης, επιλογής, εκλογής ή εξαγοράς. Τα παλαιά, σεβαστά αξιώματα των ιερειών της Αθηνάς Πολιάδος στην Αθήνα και της Δήμητρας και της Κόρης στην Ελευσίνα περνούσαν κληρονομικά από την μια γενιά στην άλλη, μέσα στην ίδια οικογένεια (γένος), επί περίπου επτακόσια χρόνια! Σύμφωνα με επιγραφές, το αξίωμα της ιέρειας της Αθηνάς κληροδοτείτο από το πρεσβύτερο άρρεν μέλος του γένους των Ετεοβουτάδων προς την μεγαλύτερη κόρη του και, στην συνέχεια, με την λήξη της θητείας της, προς την μεγαλύτερη κόρη του πρεσβύτερου αδελφού της.
Κατά τους ελληνιστικούς χρόνους, οι αντίξοες οικονομικές συνθήκες, οι δυσμενείς επιπτώσεις στις περιουσίες των παλαιών οικογενειών, η ανάδυση μιας «νεόπλουτης» τάξης, καθώς και οι αλλαγές στην πληθυσμιακή σύνθεση της Ανατολικής Ελλάδας διαμόρφωσαν έναν κόσμο στον οποίο η εξαγορά του ιερατικού αξιώματος στάθηκε απολύτως εύλογη. Αρχής γενομένης από την Μίλητο, περί το 400 π.Χ., γυναίκες σε όλο το Ανατολικό Αιγαίο, την Μικρά Ασία και την Μαύρη Θάλασσα κατέβαλλαν μεγάλα ποσά προκειμένου να εξασφαλίσουν ιερατικές θέσεις. Όπως και κατά την Κλασική περίοδο, αποζημιώνονταν για τις υπηρεσίες τους με πληρωμές σε είδος, όπως δέρματα και κρέας από τα σφάγια των θυσιών, δημητριακά, λάδι, αλλά και χρήματα.
Για τις εξέχουσες υπηρεσίες τους προς την πόλη, στις ιέρειες, όπως στην Χρυσηίδα, αποδίδονταν δημόσιες τιμές, στις οποίες περιλαμβάνονταν χρυσοί στέφανοι, αγάλματα και διακεκριμένες θέσεις στο θέατρο. Σε ορισμένες πόλεις οι ιέρειες ήταν τόσο διάσημες ώστε απέλαυαν λατρευτικής και πολιτικής επωνυμίας, δηλαδή το όνομά τους έμενε για πάντα στην ιστορία και χρησιμοποιείτο για ιστορικές χρονολογήσεις. Στο έργο του Ιστορίαι, ο Θουκυδίδης τοποθετεί χρονολογικά την έναρξη του Πελοποννησιακού Πολέμου στο τεσσαρακοστό όγδοο έτος της ιερατικής θητείας μιας άλλης Χρυσηίδας, ιέρειας της Ήρας στο Άργος κατά τον 5ο αι. π.Χ.
Απεικονίσεις και επιγραφές επιβεβαιώνουν τα προνόμια που λάμβαναν οι ιέρειες σε αντάλλαγμα για τις υπηρεσίες τους. Σε ανάγλυφο του 4ου αι. π.Χ., το οποίο βρίσκεται σήμερα στο Βερολίνο, απεικονίζεται μια ιέρεια που τιμάται από την πόλη με στέφανο. Την βλέπουμε στην κάτω αριστερή πλευρά να σηκώνει το δεξί χέρι της προς τον ουρανό, σε στάση προσευχής.
Στο αριστερό της χέρι κρατά κλειδί ναού, σύμβολο του αξιώματός της ως ιέρειας που κλειδώνει και ξεκλειδώνει τις θύρες του ναού. Η θεά Αθηνά απεικονίζεται στο δεξί άκρο, πιστή αναπαράσταση του αγάλματος της Αθηνάς Παρθένου, με την ασπίδα στο πλευρό της και την φτερωτή Νίκη στο χέρι της. Η Νίκη σκύβει για να στεφανώσει την ιέρεια. Οι χρυσοί στέφανοι ήταν πολύτιμα βραβεία, που η αξία τους έφτανε τις πεντακόσιες έως χίλιες δραχμές και τα οποία συνήθως απονέμονταν σε πολιτικούς, δικαστές, στρατηγούς και αθλητές. Επομένως, έχει ιδιαίτερη σημασία το γεγονός ότι, από τον 4ο αι. π.Χ. και μετά, γίνονταν τόσο μεγάλες τιμές όχι μόνο στους ιερείς αλλά και στις ιέρειες.
Το γυναικείο ιερατικό αξίωμα ήταν απολύτως συνυφασμένο με την μορφολογία της γυναικείας λυρικής χορείας, η οποία, από τον 5ο αι. π.Χ., αποτελούσε κεντρικό σημείο της εκπαίδευσης και της κοινωνικοποίησης των γυναικών, από την παιδική τους ηλικία έως την ωριμότητα. Ο Πλάτωνας υποστήριζε ότι η χορεία αποτελούσε το σύνολο της παιδείας [«ὅλη μέν που χορεία ὅλη παίδευσις ἦν ἡμῖν»].
Μια εικόνα που ανακαλεί στον νου χορικές και λατρευτικές ομάδες γυναικών κοσμεί μια φιάλη για σπονδές που σήμερα βρίσκεται στην Βοστώνη. Εδώ βλέπουμε γυναίκες με ενωμένα χέρια σε κύκλιο χορό, συνοδεία μουσικής από μιαν αυλητρίδα. Η ύπαρξη βωμού και ταινιών υποδηλώνει λατρευτική ατμόσφαιρα, ενώ το καλάθι με το μαλλί παραπέμπει στην γυναικεία αρετή εντός του οικογενειακού βίου. Στο τέλος της σειράς, δύο νεαρές κοπέλες με ξέπλεκα μαλλιά κοιτούν μια μεγαλύτερη γυναίκα για να μάθουν τα βήματα του χορού. Το ίδιο το αγγείο είναι μια φιάλη που προοριζόταν για σπονδή με έκχυση του υγρού περιεχομένου της, πιθανότατα σε αναμμένο βωμό, όπως αυτός που απεικονίζεται επάνω της. Η μορφή, η λειτουργία και ο διάκοσμος συνδυάζονται εδώ σε μιαν αποτελεσματική έκφραση της γυναικείας τελετουργικής πρακτικής.
Η συμμετοχή σε λατρευτικές δραστηριότητες είχε θετική επιρροή στην ζωή των Ελληνίδων, καθώς τους πρόσφερε, μεταξύ άλλων, μιαν αίσθηση κοινότητας και ταυτότητας. Οι κύκλιοι χοροί σε χώρους λατρείας έδιναν επίσης την ευκαιρία στις κοπέλες που βρίσκονταν σε ηλικία γάμου να εμφανίζονται δημοσίως μπροστά στους συμπολίτες τους. Καθώς η εξέχουσα θέση στην διοργάνωση εορταστικών εκδηλώσεων επέτρεπε την προώθηση των οικογενειακών συμφερόντων, πράγμα επωφελές για γυναίκες και άνδρες, ήταν σημαντική η επιρροή των ιερειών στην επιτυχή λειτουργία του όλου συστήματος.
Η αποκάλυψη της χαμένης ιστορίας των Ελληνίδων ιερειών αποτέλεσε προϊόν κοπιαστικής προσπάθειας και απαίτησε μακροχρόνια έρευνα σε εκτενέστατο αρχαιολογικό υλικό. Το έργο αυτό επέτρεψε να διορθωθεί η ανισότιμη θεώρηση των γυναικών στην Αρχαία Ελλάδα ως μορφών απολύτως υποταγμένων, σιωπηλών, «αόρατων» και περιορισμένων στα στενά όρια του οίκου τους. Επίσης, αποκατέστησε εν μέρει την αξιοπρέπεια των εξαιρετικών αυτών γυναικών, οι οποίες έχαιραν μεγάλου σεβασμού και τιμών από πλευράς των συμπολιτών τους.
Δώσε την καλύτερη σου παράσταση σ’ αυτό το θέατρο του παραλόγου, Αφέσου, τσαλακώσου, ερωτεύσου
Οι θετικοί και αισιόδοξοι άνθρωποι, αποτελούν πόλο έλξης όλων. Ποιος δε θέλει άλλωστε μια θετική αύρα, έναν άνθρωπο με το χαμόγελο καρφωμένο στα χείλη, να εκπέμπει φως; Να σε προδιαθέτει και μόνο η παρουσία του. Να αποτελεί εγγύηση ότι θα περάσεις καλά. Να μπορεί να βλέπει το ποτήρι μισογεμάτο ανά πάσα στιγμή, μέχρι και στο μαύρο να δει μια δέσμη φωτός και να πιαστεί από αυτή.
Ένας τέτοιος άνθρωπος έχει τόσα να σου προσφέρει. Και μόνο το παράδειγμα του, δεν αποτελεί πηγή έμπνευσης; Δε σε ωθεί να θες να υιοθετήσεις στοιχεία από τον τρόπο σκέψης του; Γιατί; Επειδή ζεις καλύτερα! Μαθαίνεις να βασίζεσαι στον εαυτό σου και στις δυνάμεις του και να παίρνεις τη ζωή όπως σου έρχεται. Δίχως μιζέριες (και ηττοπάθειες). Ξέρεις πως θα βρεις σ’ όλο αυτό το θετικό και θα «πάρεις» ότι έχει να σου δώσει. Συνήθως οι δυσκολίες και οι αναποδιές είναι πιο εποικοδομητικές.
Ο αντίποδας των ανθρώπων αυτών, είναι οι μίζεροι (άνθρωποι). Αυτοί, που η κατήφεια είναι η μόνιμη συνοδεία τους. Θα βρουν πάντα κάτι να γκρινιάξουν, θα εστιάσουν στο πιο αρνητικό ή θα το βρουν ακόμη κ όταν δεν υπάρχει. Τα άτομα αυτά, σου αποστραγγίζουν την ενέργεια, απορροφούν σαν το σφουγγάρι τη ζωντάνια σου, τα χρώματα σου για να θρέψουν «τη μαυρίλα τους». Ξέρεις, είναι κολλητική. Οπότε καλό θα σου κάνει να απομακρυνθείς από αυτά τα άτομα από δίπλα σου γιατί μόνο κακό σου κάνουν. Είναι γνωστό εξάλλου ότι το μαύρο χρώμα, απορροφά όλα τα υπόλοιπα. Γι’ αυτό να το προσέξεις.
Πώς (λοιπόν) να δεις τον ήλιο
· Κάνε μια διαλογή στον περίγυρο σου. Ένα ξεκαθάρισμα κολλητών, φίλων και γνωστών. Όσο μεγαλώνουμε λίγοι και καλοί.
· Μη διστάσεις να διώξεις από κοντά σου ότι δε σε πάει ένα βήμα παραπέρα.
· Διάλεγε ανθρώπους δίπλα σου που έχουν κάτι να σου δώσουν. Που νιώθεις άνετα μαζί τους και είσαι ο εαυτός σου. Αγαπάμε αυτούς που μας κάνουν να βλέπουμε την καλύτερη εκδοχή του εαυτού μας.
· Να λες και να κάνεις πάντα αυτό που σκέφτεσαι εκείνη τη στιγμή. Μην αφήνεις τίποτα για αύριο γιατί θα γίνει χθες δίχως να το καταλάβεις.
· Από καθετί κράτα το θετικό, σταμάτα να μιζεριάζεις.
· Μάθε να είσαι ικανοποιημένος με λίγα πράγματα. Όσο πιο απλός είναι κανείς, τόσο πιο ευτυχισμένος.
· Ζήσε για να δουλέψεις. Και όχι δούλεψε για να ζήσεις. Ο πλούτος μας είναι ο ελεύθερος χρόνος μας.
· Η ευτυχία είναι μόνο μικρές στιγμές, όχι κατάσταση.
· Δεν ξέρω κανέναν δρόμο που οδηγεί σίγουρα στην επιτυχία. Μόνο έναν που οδηγεί σίγουρα στην αποτυχία –να θέλεις να ικανοποιείς τους πάντες- (Πλάτωνας).
· Ζούμε μόνο μια φορά. Δώσε την καλύτερη σου παράσταση σ’ αυτό το θέατρο του παραλόγου (που λέγεται ζωή). Απαραίτητα συστατικά: γέλιο, ένταση, τρέλα, πάθος γιατί δεν ξέρεις πότε πέφτει/θα πέσει η αυλαία. Αφέσου, τσαλακώσου, ερωτεύσου.
Ένας τέτοιος άνθρωπος έχει τόσα να σου προσφέρει. Και μόνο το παράδειγμα του, δεν αποτελεί πηγή έμπνευσης; Δε σε ωθεί να θες να υιοθετήσεις στοιχεία από τον τρόπο σκέψης του; Γιατί; Επειδή ζεις καλύτερα! Μαθαίνεις να βασίζεσαι στον εαυτό σου και στις δυνάμεις του και να παίρνεις τη ζωή όπως σου έρχεται. Δίχως μιζέριες (και ηττοπάθειες). Ξέρεις πως θα βρεις σ’ όλο αυτό το θετικό και θα «πάρεις» ότι έχει να σου δώσει. Συνήθως οι δυσκολίες και οι αναποδιές είναι πιο εποικοδομητικές.
Ο αντίποδας των ανθρώπων αυτών, είναι οι μίζεροι (άνθρωποι). Αυτοί, που η κατήφεια είναι η μόνιμη συνοδεία τους. Θα βρουν πάντα κάτι να γκρινιάξουν, θα εστιάσουν στο πιο αρνητικό ή θα το βρουν ακόμη κ όταν δεν υπάρχει. Τα άτομα αυτά, σου αποστραγγίζουν την ενέργεια, απορροφούν σαν το σφουγγάρι τη ζωντάνια σου, τα χρώματα σου για να θρέψουν «τη μαυρίλα τους». Ξέρεις, είναι κολλητική. Οπότε καλό θα σου κάνει να απομακρυνθείς από αυτά τα άτομα από δίπλα σου γιατί μόνο κακό σου κάνουν. Είναι γνωστό εξάλλου ότι το μαύρο χρώμα, απορροφά όλα τα υπόλοιπα. Γι’ αυτό να το προσέξεις.
Πώς (λοιπόν) να δεις τον ήλιο
· Κάνε μια διαλογή στον περίγυρο σου. Ένα ξεκαθάρισμα κολλητών, φίλων και γνωστών. Όσο μεγαλώνουμε λίγοι και καλοί.
· Μη διστάσεις να διώξεις από κοντά σου ότι δε σε πάει ένα βήμα παραπέρα.
· Διάλεγε ανθρώπους δίπλα σου που έχουν κάτι να σου δώσουν. Που νιώθεις άνετα μαζί τους και είσαι ο εαυτός σου. Αγαπάμε αυτούς που μας κάνουν να βλέπουμε την καλύτερη εκδοχή του εαυτού μας.
· Να λες και να κάνεις πάντα αυτό που σκέφτεσαι εκείνη τη στιγμή. Μην αφήνεις τίποτα για αύριο γιατί θα γίνει χθες δίχως να το καταλάβεις.
· Από καθετί κράτα το θετικό, σταμάτα να μιζεριάζεις.
· Μάθε να είσαι ικανοποιημένος με λίγα πράγματα. Όσο πιο απλός είναι κανείς, τόσο πιο ευτυχισμένος.
· Ζήσε για να δουλέψεις. Και όχι δούλεψε για να ζήσεις. Ο πλούτος μας είναι ο ελεύθερος χρόνος μας.
· Η ευτυχία είναι μόνο μικρές στιγμές, όχι κατάσταση.
· Δεν ξέρω κανέναν δρόμο που οδηγεί σίγουρα στην επιτυχία. Μόνο έναν που οδηγεί σίγουρα στην αποτυχία –να θέλεις να ικανοποιείς τους πάντες- (Πλάτωνας).
· Ζούμε μόνο μια φορά. Δώσε την καλύτερη σου παράσταση σ’ αυτό το θέατρο του παραλόγου (που λέγεται ζωή). Απαραίτητα συστατικά: γέλιο, ένταση, τρέλα, πάθος γιατί δεν ξέρεις πότε πέφτει/θα πέσει η αυλαία. Αφέσου, τσαλακώσου, ερωτεύσου.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις
(
Atom
)












