Ο κόσμος στον οποίον ζει ο καθένας εξαρτάται, κατ’ αρχάς, από την αντίληψη που έχει περί αυτού, καθορίζεται, άρα, βάσει των διαφορών στα μυαλά των ανθρώπων: ανάλογα μ’ αυτές τις διαφορές αποβαίνει ο κόσμος φτωχός, άνοστος και ρηχός ή πλούσιος, ενδιαφέρων και πλήρης νοημάτων. Ενώ π.χ. κάποιος ζηλεύει έναν άλλον για τα ενδιαφέροντα πράγματα που του συνέβησαν στην ζωή του, θα έπρεπε να τον ζηλεύει μάλλον για το αντιληπτικό του χάρισμα, το οποίο και προσέδωσε σ’ εκείνα τα συμβάντα την σημασιολογική διάσταση που έχουν στην περιγραφή του· διότι το ίδιο συμβάν που στον ευφυή παρουσιάζεται τόσο ενδιαφέρον, στην αντίληψη ενός ρηχού και καθημερινού ανθρώπου, δεν θα ήταν παρά ένα πληκτικό επεισόδιο της καθημερινότητας. Ομοίως, ο μελαγχολικός τύπος βλέπει μία σκηνή τραγωδίας εκεί όπου ο αιματικός δεν διακρίνει παρά μία ενδιαφέρουσα σύγκρουση, ο δε φλεγματικός κάτι το ασήμαντο.
Όλα αυτά οφείλονται στο ότι κάθε πραγματικότητα, κάθε δηλ. πλήρες παρόν, αποτελείται από δύο ημίσεα, το υποκείμενο και το αντικείμενο, συνδεδεμένα τόσο στενά μεταξύ τους όσο το οξυγόνο και το υδρογόνο στο νερό. Συνεπώς, με απολύτως ταυτόσημο αντικειμενικό, όμως διαφορετικό υποκειμενικό ήμισυ, η παρούσα πραγματικότητα είναι -ακριβώς όπως και στην αντίστροφη περίπτωση- εντελώς διαφορετική: το κάλλιστο και βέλτιστο αντικειμενικό ήμισυ, σε συνδυασμό μ’ ένα άτονο και φαύλο υποκειμενικό, δεν σχηματίζει παρά μία άσχημη πραγματικότητα κι ένα άσχημα παρόν.
Κάθε μεγαλοπρέπεια και κάθε απόλαυση, αντανακλώμενη στην αμβλεία και νωθρή συνείδηση ενός ηλίθιου, φαντάζουν πάμφτωχες μπροστά στην συνείδηση του Cervantes όταν συνέγραφε τον Δον Κιχώτη μέσα σ’ ένα άβολο δεσμωτήριο.
Το αντικειμενικό ήμισυ του παρόντος και της πραγματικότητας βρίσκεται στις βουλές της τύχης και είναι, επομένως, μεταβλητό. Το υποκειμενικό ήμισυ είμαστε εμείς οι ίδιοι, και για τον λόγο αυτό τούτο είναι ουσιαστικά αμετάβλητο. Κατά συνέπεια, ο βίος κάθε ανθρώπου έχει διά παντός, παρά τις έξωθεν αλλαγές, τον ίδιο χαρακτήρα και μπορεί να παρομοιασθεί με μία σειρά παραλλαγών πάνω σ’ ένα μουσικό θέμα. Από τούτα, γίνεται σαφές πόσο πολύ εξαρτάται η ευτυχία μας από το τι είμαστε, από την ατομικότητά μας, ενώ, αντίθετα, αυτό που συνήθως υπολογίζει κανείς είναι μόνον η μοίρα μας, το τι έχουμε ή το τι θεωρούμαστε κοινωνικά. Όμως, η μοίρα μπορεί να βελτιωθεί· επιπλέον, όταν υπάρχει εσωτερικός πλούτος, τότε, ασφαλώς, δεν απαιτεί κανείς πολλά απ’ αυτήν. Αντίθετα, ένας ηλίθιος είναι πάντοτε ένας ηλίθιος, ένα ξύλο απελέκητο παραμένει ξύλο απελέκητο μέχρι το τέλος της ζωής του, και ας βρίσκεται στον παράδεισο ανάμεσα στα ουρί.
Και ανεφώνησε ο Σωκράτης, βλέποντας τα εκτιθέμενα προς πώληση είδη πολυτελείας: «μα πόσα πολλά πράγματα υπάρχουν που δεν χρειάζομαι!».
ARTHUR SCHOPENHAUER, ΑΦΟΡΙΣΜΟΙ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΡΑΚΤΙΚΗ ΣΟΦΙΑ ΤΗΣ ΖΩΗΣ
Δευτέρα 8 Μαΐου 2023
ΘΕΩΡΙΑ ΤΩΝ ΥΠΕΡΚΕΙΜΕΝΩΝ ΠΛΑΙΣΙΩΝ: Και μετά τι;
ΘΕΩΡΙΑ ΤΩΝ ΥΠΕΡΚΕΙΜΕΝΩΝ ΠΛΑΙΣΙΩΝ
Τη θεωρία αυτή των υπερκείμενων πλαισίων την επινόησα λίγο-πολύ εγώ ο ίδιος, και έχει -όπως την αντιλαμβάνομαι- άμεση σχέση με τον τίτλο αυτού του άρθρου.
Όλοι μας, κάποια στιγμή στη ζωή μας, συνειδητοποιήσα με ότι στο πλαίσιο μέσα στο οποίο συνέβαινε ό,τι μας αφορούσε, δεν ήμαστε παρά ένα τόσοδα σημαδάκι.
Αισθανθήκαμε σαν ένα σκουπιδάκι, ένα τίποτα δίπλα στο γενικό πλαίσιο που συγκέντρωνε στην πραγματικότητα όλα αυτά που βλέπαμε από τους άλλους και την ιστορία. Όλοι νιώσαμε κάποτε σαν ένας ασήμαντος κόκκος άμμου σ’ ένα άφθαστο σύμπαν.
Κι αρχίσαμε ν’ αντιλαμβανόμαστε πως είχαμε να υποστούμε πολλά, αν θέλαμε πραγματικά να μπούμε στον δρόμο της ανάπτυξης. Οπότε, με περισσότερη ή λιγότερη προσπάθεια, περισσότερο ή λιγότερο σοβαρά, αρχίσαμε την πορεία. Στην αρχή έτσι, μονομιάς, χωρίς στάσεις… Ώσπου μια μέρα, εδώ πάνω-κάτω, γλιστρήσαμε και βρεθήκαμε πάλι στην αρχή.
Για να συνεχίσουμε, έπρεπε να ξαναρχίσουμε, Και μάθαμε, άνευ διδασκάλου, ότι τον δρόμο πρέπει τον κάνεις κλιμακωτά.
Δύο βήματα μπρος, ένα βήμα πίσω. Τρία βήματα μπρος, ένα ή δύο πίσω.
Έτσι, με υπομονή, δουλειά, επιμέλεια και αυταπάρνηση βαδίσαμε όλον τον δρόμο του πλαισίου μας· τον δρόμο της δικής μας ανάπτυξης, με κατεύθυνση προς τα πάνω.
Ώσπου, κάποια μέρα, φτάσαμε ψηλά. Η ημέρα αυτή, αν σας έτυχε να τη ζήσετε, είναι καταπληκτική, και οπωσδήποτε θα νιώσατε πραγματικά υπέροχα.
Κοιτάζετε τον δρόμο που διανύσατε, συνειδητοποιείτε τι περάσατε, υποφέρατε και χάσατε στη διαδρομή, και ανακαλύπτετε ότι, παρόλ’ αυτά, δεν σας μένει καμιά αμφιβολία πως ό,τι έγινε άξιζε τον κόπο αφού ήταν για να βρεθείτε εδώ. Γιατί είναι οπωσδήποτε μια ικανοποίηση να βρίσκεσαι εδώ ψηλά, λίγο πιο πάνω από πολλούς άλλους, αλλά το σημαντικότερο είναι που τώρα πια ξέρεις πως είσαι πολύ πιο πάνω από κείνο το μικροσκοπικό σημαδάκι που ήσουν κάποτε.
Είναι ωραίο να βρίσκεσαι εδώ. Πολύ ωραίο.
Οι άλλοι, οι οποίοι ακολουθώντας τη δική τους πορεία στο πλαίσιο περνάνε από δω, από κει ή λίγο παραπέρα, σε κοιτάνε, αντιλαμβάνονται ότι έφτασες, σε ξανακοιτάνε, σε χειροκροτούν και σου λένε: «Καταπληκτικό! Θαυμάσιο! Πώς έφτασες ώς εδώ; Πώς τα κατάφερες;»
Κι εσύ απαντάς:
«… δεν ξέρω…» για να κρύψεις πίσω απ’ την ταπεινοφροσύνη, την αδυναμία σου ν’ απαντήσεις.
Αυτοί, όμως, επιμένουν:
«Είσαι απίθανος! Έλα, πες μας κι εμάς…»
Κι εσύ αισθάνεσαι μοναδικός, με το χειρότερο από τα ματαιόδοξα κομμάτια του εγώ σου να νιώθει ανακούφιση που βρίσκεται από πάνω. Το εγώ, εξηγεί στους άλλους:
«Καλά, λοιπόν. Πρώτα πρέπει να κάνετε αυτό, μετά πρέπει να πάτε από κεί…»
Περνάει ο καιρός, και συνειδητοποιείς πως αυτό το σημείο, εδώ που σε χειροκροτούν, είναι μεν θαυμάσιο, αλλά δεν μπορεί κανείς να μένει έτσι, ακίνητος, για πάντα.
Και τότε, αρχίζεις να περνάς από άλλα σημεία του πλαισίου. Πας κι έρχεσαι, γιατί τώρα ελέγχεις και χειρίζεσαι ολόκληρο το πλαίσιο με μεγαλύτερη ευκολία. Μπορείς να χαμηλώνεις, να μπαίνεις, να κατεβαίνεις και να ξαναγυρίζεις. Περνάς από κάθε σημείο του πλαισίου και ξανανεβαίνεις, και όλοι οι άλλοι χειροκροτούν με ενθουσιασμό.
Τότε, συνειδητοποιείς ότι σου μένουν λίγα χιλιοστά ακόμη από το πλαίσιο για να μεγαλώσεις, και σκέφτεσαι.
«Και γιατί όχι;…. Αν τελικά δεν μου κοστίζει τίποτα..»
Και προχωράς ακόμη λίγο, μέχρι που ακουμπάς το πάνω όριο του πλαισίου.
Και το πλήθος ουρλιάζει έξαλλο. Κι εσύ αισθάνεσαι να πονάς λιγάκι στο λαιμό, κολλημένος όπως είσαι στο ταβάνι του πλαισίου.
Ο κόσμος φωνάζει
«Ζήτωωωω!!»
Τότε… εκείνη τη στιγμή… ποτέ νωρίτερα, κάνεις την ανακάλυψη: βλέπεις κάτι που ποτέ δεν είχες προσέξει μέχρι τότε. Συνειδητοποιείς ότι στο ταβάνι υπάρχει μια κρυφή οδός, κάτι σαν καταπακτή που βγάζει έξω από το πλαίσιο. Ένα άνοιγμα που δεν φαινόταν από μακριά, που δεν το βλέπει κανείς παρά μονάχα όταν βρεθεί εκεί ψηλά, με το κεφάλι κολλημένο στο ταβάνι.
Ανοίγεις λοιπόν την πόρτα —λίγο, τόσο δα—, και κοιτάζει
Δεν είχες προβλέψει τίποτα απ’ όσα βλέπει
Το πρώτο πράγμα που παρατηρείς είναι πως η πόρτα έχει ένα ελατήριο, και μόλις την αφήσεις, ξανακλείνει αμέσως μόνη της.
Το δεύτερο, είναι πολλές φορές συγκλονιστικό: η πόρτα που ανακάλυψες οδηγεί σ’ ένα άλλο πλαίσιο, κάτι που κανείς ποτέ δεν είχε αναφέρει.
Είναι η πρώτη σου είδηση. Είχες πάντα την εντύπωση πως το πρώτο πλαίσιο ήταν το μοναδικό, και το σημείο όπου βρισκόσουν το μεγαλύτερό σου κατόρθωμα.
«Aαα… ώστε υπάρχει κι άλλο πλαίσιο πάνω απ’ αυτό.» Σκέφτεσαι.
«Άρα, μπορεί κανείς να συνεχίσει!… Για φαντάσου! Πολύ ενδιαφέρον!
Τότε, λοιπόν, βγάζεις το κεφάλι έξω από την πόρτα και βλέπεις ότι το πλαίσιο στο οποίο έφτασες τώρα είναι ίδιο με το άλλο, ή λίγο μεγαλύτερο.
Σχεδόν ενστικτωδώς, κοιτάζεις απ’ την άλλη μεριά και βλέπεις ότι από την πλευρά του καινούργιου πλαισίου, η πόρτα δεν έχει χερούλι. Πράγμα που σημαίνει, και το καταλαβαίνεις γρήγορα, πως αν αποφασίσεις να προχωρήσεις, το ελατήριο θα κλείσει την πόρτα και δεν θα μπορείς να γυρίσεις πίσω. Και τότε, λες δυνατά:
«Όχι, δεν τρελάθηκα.»
Ξανακλείνεις την πόρτα και μένεις εκεί ικανοποιημένος από τον εαυτό σου, μία ώρα, δύο ώρες, τρεις μέρες, τρία χρόνια… δεν έχει σημασία πόσον καιρό.
Και μια μέρα συνειδητοποιείς ότι βαριέσαι απίστευτα. Έχεις την αίσθηση πως όλα είναι ίδια, δεν υπάρχει τίποτα καινούργια να κάνεις, άρα μπορείς να προχωρήσεις.
Τότε, λοιπόν, ανοίγεις ξανά την πόρτα και περνάς μέσα το σώμα σου λίγο παραπάνω. Κρατάς την πόρτα ανοιχτή με το πόδι, και λες σ’ εκείνους που βρίσκονται πίσω σου:
«Εσείς… ακολουθήστε με. Πάμε να εξερευνήσουμε το άλλο πλαίσιο.»
Όσοι σ’ ακούνε, και δεν είναι πολλοί, ρωτούν με απορία:
«Ποιο άλλο πλαίσιο; Τι λες;»
Προσπαθείς να τους εξηγήσεις:
«Αυτό που ανακάλυψα… Είναι μετά απ’ αυτό εδώ, αφού περάσεις την πόρτα…»
«Ποια πόρτα; Αφού δεν υπάρχει πόρτα. Τι είναι αυτά που λες; Για τι πράγμα μιλάς;» λένε όλοι.»
Είναι φυσικό. Δεν μπορούν να καταλάβουν. Και τότε, έχεις ν΄ αντιμετωπίσεις τη μεγάλη πρόκληση: αν βρεις το θάρρος να προχωρήσεις στο επόμενο πλαίσιο, θα πρέπει να προχωρήσεις μόνος σου. Κανένας από τους φίλους που έκανες ὡς τώρα δεν μπορεί να περάσει την πόρτα μαζί σου. Ο κάθε ένας θα το κάνει μόνος του, όταν έρθει η ώρα του – που δεν είναι τώρα, γιατί τώρα είναι η δική σου ώρα. Μόνο η δική σου.
«Μόνος μου, δεν προχωράω» είναι η τελική σου απόφαση.»
Γιατί πονάει να τους αφήσεις όλους απ’ αυτήν τη μεριά. Να αφήσεις πίσω σου αυτούς που αγαπάς κι αυτούς που σ’ αγαπάνε;
«Σας περιμένω» τους υπόσχεσαι χωρίς εκείνοι να το ξέρουν.»
Ωστόσο, η ώρα περνάει, έχει πιαστεί ο λαιμός σου και πονάει, ενώ η πλήξη γίνεται ανυπόφορη.
Αλλά αντέχεις.
Και ψάχνεις να βρεις παρηγοριά.
Και απωθείς κάποιες σκέψεις και πολλές παρορμήσεις. Και βαριέσαι τη ζωή σου, που για τους άλλους μοιάζει υπέροχη.
Και δεν σε καταλαβαίνει κανείς. Και τα πάντα χάνουν το νόημα και τη σημασία τους.
Ώσπου, μια μέρα, εντελώς απροσδόκητα, αυθόρμητα, κάνεις το βήμα. Περνάς την πόρτα, αυτή κλείνει πίσω σου – όπως ήξερες ότι θα γίνει-, και βρίσκεσαι μέσα στο καινούργιο πλαίσιο,
Αυτοί που έμειναν πίσω σε θεωρούν πρότυπό τους. Σου ζητούν συμβουλή, τους τη δίνεις. Σου λένε τα προβλήματά τους κι εσύ τ’ ακούς. Κανένας, όμως, δεν μπορεί να καταλάβει τα δικά σου. Είσαι, απλώς, σε άλλο πλαίσιο.
Αυτό δεν είναι πλεονέκτημα, είναι γεγονός. Εκείνοι από το προηγούμενο πλαίσιο σε χειροκροτούν ακόμη περισσότερο και σε ζητωκραυγάζουν, εσύ όμως ούτε που τους ακούς. Ίσως γιατί, τώρα πια, δεν χρειάζεσαι τόσο τον θαυμασμό τους.
Κοιτάζεις μπροστά σου το καινούργιο πλαίσιο. Αισθάνεσαι ένα περίεργο déjà vu.
Είσαι πάλι εδώ.
Είσαι μόνος σου.
Μόνος, θλιμμένος, φοβισμένος, και ώρες ώρες απελπισμένος.
Γιατί όλ’ αυτά; Για έναν απλό λόγο:
Νιώθεις ξανά ένα ασήμαντο σκουπιδάκι. Ακόμα χειρότερα, ένα σκουπιδάκι με συνείδηση και ανάμνηση ότι έχεις υπάρξει σχεδόν Θεός. «Εκεί με χειροκροτούσαν όλοι. Εδώ δεν με γνωρίζει κανείς.» «Παλιά είχα δίπλα μου όλους τους φίλους μου. Εδώ, κανένας δεν καταλαβαίνει τι λέω.»
«Έχασα ό,τι είχα για να κερδίσω αυτό, που το μόνο καλό που έχει είναι η προοπτική.»
Πότε πότε -γιατί να το αρνηθείς;-, εμφανίζεται ένα είδος μεταμέλειας. Κάποια στιγμή, όταν άρχισες να βγαίνεις απ’ το πλαίσιο, οι καλύτεροί σου φίλοι σου είπαν: πού πας;»
«Καλά δεν είσαι εδώ;»
«Μείνε εδώ που είσαι.»
Ίσως έπρεπε να τους είχες ακούσει. Μπορεί να βιάστηκες.
Τους απάντησες:
«Δεν καταλαβαίνετε. Κάνετε λάθος».
Μπορεί να μην έκαναν λάθος.
Μετά τη μεταμέλεια, κατηγορείς τον εαυτό σου. Εκείνοι συνεχίζουν να περνάνε καλά εκεί που είναι, κι εσύ εδώ στενοχωριέσαι.
Πέρασες οικειοθελώς από τη μέγιστη δόξα που σε έκανε το είδωλο όλων, στο να ξαναγίνεις μια μικροσκοπική κουκίδα μέσα σ’ αυτό το καινούργιο πλαίσιο.
Ποιος έκανε, λοιπόν, λάθος;
Στο σημείο αυτό, εγώ νομίζω πως κανείς δεν κάνει λάθος. Εδώ, δεν πρόκειται για σωστές και λάθος επιλογές.
Υπάρχουν στιγμές, υπάρχουν ώρες, υπάρχουν ευκαιρίες σε κάθε προσωπική μας ιστορία.
Τη θεωρία αυτή των υπερκείμενων πλαισίων την επινόησα λίγο-πολύ εγώ ο ίδιος, και έχει -όπως την αντιλαμβάνομαι- άμεση σχέση με τον τίτλο αυτού του άρθρου.
Όλοι μας, κάποια στιγμή στη ζωή μας, συνειδητοποιήσα με ότι στο πλαίσιο μέσα στο οποίο συνέβαινε ό,τι μας αφορούσε, δεν ήμαστε παρά ένα τόσοδα σημαδάκι.
Αισθανθήκαμε σαν ένα σκουπιδάκι, ένα τίποτα δίπλα στο γενικό πλαίσιο που συγκέντρωνε στην πραγματικότητα όλα αυτά που βλέπαμε από τους άλλους και την ιστορία. Όλοι νιώσαμε κάποτε σαν ένας ασήμαντος κόκκος άμμου σ’ ένα άφθαστο σύμπαν.
Κι αρχίσαμε ν’ αντιλαμβανόμαστε πως είχαμε να υποστούμε πολλά, αν θέλαμε πραγματικά να μπούμε στον δρόμο της ανάπτυξης. Οπότε, με περισσότερη ή λιγότερη προσπάθεια, περισσότερο ή λιγότερο σοβαρά, αρχίσαμε την πορεία. Στην αρχή έτσι, μονομιάς, χωρίς στάσεις… Ώσπου μια μέρα, εδώ πάνω-κάτω, γλιστρήσαμε και βρεθήκαμε πάλι στην αρχή.
Για να συνεχίσουμε, έπρεπε να ξαναρχίσουμε, Και μάθαμε, άνευ διδασκάλου, ότι τον δρόμο πρέπει τον κάνεις κλιμακωτά.
Δύο βήματα μπρος, ένα βήμα πίσω. Τρία βήματα μπρος, ένα ή δύο πίσω.
Έτσι, με υπομονή, δουλειά, επιμέλεια και αυταπάρνηση βαδίσαμε όλον τον δρόμο του πλαισίου μας· τον δρόμο της δικής μας ανάπτυξης, με κατεύθυνση προς τα πάνω.
Ώσπου, κάποια μέρα, φτάσαμε ψηλά. Η ημέρα αυτή, αν σας έτυχε να τη ζήσετε, είναι καταπληκτική, και οπωσδήποτε θα νιώσατε πραγματικά υπέροχα.
Κοιτάζετε τον δρόμο που διανύσατε, συνειδητοποιείτε τι περάσατε, υποφέρατε και χάσατε στη διαδρομή, και ανακαλύπτετε ότι, παρόλ’ αυτά, δεν σας μένει καμιά αμφιβολία πως ό,τι έγινε άξιζε τον κόπο αφού ήταν για να βρεθείτε εδώ. Γιατί είναι οπωσδήποτε μια ικανοποίηση να βρίσκεσαι εδώ ψηλά, λίγο πιο πάνω από πολλούς άλλους, αλλά το σημαντικότερο είναι που τώρα πια ξέρεις πως είσαι πολύ πιο πάνω από κείνο το μικροσκοπικό σημαδάκι που ήσουν κάποτε.
Είναι ωραίο να βρίσκεσαι εδώ. Πολύ ωραίο.
Οι άλλοι, οι οποίοι ακολουθώντας τη δική τους πορεία στο πλαίσιο περνάνε από δω, από κει ή λίγο παραπέρα, σε κοιτάνε, αντιλαμβάνονται ότι έφτασες, σε ξανακοιτάνε, σε χειροκροτούν και σου λένε: «Καταπληκτικό! Θαυμάσιο! Πώς έφτασες ώς εδώ; Πώς τα κατάφερες;»
Κι εσύ απαντάς:
«… δεν ξέρω…» για να κρύψεις πίσω απ’ την ταπεινοφροσύνη, την αδυναμία σου ν’ απαντήσεις.
Αυτοί, όμως, επιμένουν:
«Είσαι απίθανος! Έλα, πες μας κι εμάς…»
Κι εσύ αισθάνεσαι μοναδικός, με το χειρότερο από τα ματαιόδοξα κομμάτια του εγώ σου να νιώθει ανακούφιση που βρίσκεται από πάνω. Το εγώ, εξηγεί στους άλλους:
«Καλά, λοιπόν. Πρώτα πρέπει να κάνετε αυτό, μετά πρέπει να πάτε από κεί…»
Περνάει ο καιρός, και συνειδητοποιείς πως αυτό το σημείο, εδώ που σε χειροκροτούν, είναι μεν θαυμάσιο, αλλά δεν μπορεί κανείς να μένει έτσι, ακίνητος, για πάντα.
Και τότε, αρχίζεις να περνάς από άλλα σημεία του πλαισίου. Πας κι έρχεσαι, γιατί τώρα ελέγχεις και χειρίζεσαι ολόκληρο το πλαίσιο με μεγαλύτερη ευκολία. Μπορείς να χαμηλώνεις, να μπαίνεις, να κατεβαίνεις και να ξαναγυρίζεις. Περνάς από κάθε σημείο του πλαισίου και ξανανεβαίνεις, και όλοι οι άλλοι χειροκροτούν με ενθουσιασμό.
Τότε, συνειδητοποιείς ότι σου μένουν λίγα χιλιοστά ακόμη από το πλαίσιο για να μεγαλώσεις, και σκέφτεσαι.
«Και γιατί όχι;…. Αν τελικά δεν μου κοστίζει τίποτα..»
Και προχωράς ακόμη λίγο, μέχρι που ακουμπάς το πάνω όριο του πλαισίου.
Και το πλήθος ουρλιάζει έξαλλο. Κι εσύ αισθάνεσαι να πονάς λιγάκι στο λαιμό, κολλημένος όπως είσαι στο ταβάνι του πλαισίου.
Ο κόσμος φωνάζει
«Ζήτωωωω!!»
Τότε… εκείνη τη στιγμή… ποτέ νωρίτερα, κάνεις την ανακάλυψη: βλέπεις κάτι που ποτέ δεν είχες προσέξει μέχρι τότε. Συνειδητοποιείς ότι στο ταβάνι υπάρχει μια κρυφή οδός, κάτι σαν καταπακτή που βγάζει έξω από το πλαίσιο. Ένα άνοιγμα που δεν φαινόταν από μακριά, που δεν το βλέπει κανείς παρά μονάχα όταν βρεθεί εκεί ψηλά, με το κεφάλι κολλημένο στο ταβάνι.
Ανοίγεις λοιπόν την πόρτα —λίγο, τόσο δα—, και κοιτάζει
Δεν είχες προβλέψει τίποτα απ’ όσα βλέπει
Το πρώτο πράγμα που παρατηρείς είναι πως η πόρτα έχει ένα ελατήριο, και μόλις την αφήσεις, ξανακλείνει αμέσως μόνη της.
Το δεύτερο, είναι πολλές φορές συγκλονιστικό: η πόρτα που ανακάλυψες οδηγεί σ’ ένα άλλο πλαίσιο, κάτι που κανείς ποτέ δεν είχε αναφέρει.
Είναι η πρώτη σου είδηση. Είχες πάντα την εντύπωση πως το πρώτο πλαίσιο ήταν το μοναδικό, και το σημείο όπου βρισκόσουν το μεγαλύτερό σου κατόρθωμα.
«Aαα… ώστε υπάρχει κι άλλο πλαίσιο πάνω απ’ αυτό.» Σκέφτεσαι.
«Άρα, μπορεί κανείς να συνεχίσει!… Για φαντάσου! Πολύ ενδιαφέρον!
Τότε, λοιπόν, βγάζεις το κεφάλι έξω από την πόρτα και βλέπεις ότι το πλαίσιο στο οποίο έφτασες τώρα είναι ίδιο με το άλλο, ή λίγο μεγαλύτερο.
Σχεδόν ενστικτωδώς, κοιτάζεις απ’ την άλλη μεριά και βλέπεις ότι από την πλευρά του καινούργιου πλαισίου, η πόρτα δεν έχει χερούλι. Πράγμα που σημαίνει, και το καταλαβαίνεις γρήγορα, πως αν αποφασίσεις να προχωρήσεις, το ελατήριο θα κλείσει την πόρτα και δεν θα μπορείς να γυρίσεις πίσω. Και τότε, λες δυνατά:
«Όχι, δεν τρελάθηκα.»
Ξανακλείνεις την πόρτα και μένεις εκεί ικανοποιημένος από τον εαυτό σου, μία ώρα, δύο ώρες, τρεις μέρες, τρία χρόνια… δεν έχει σημασία πόσον καιρό.
Και μια μέρα συνειδητοποιείς ότι βαριέσαι απίστευτα. Έχεις την αίσθηση πως όλα είναι ίδια, δεν υπάρχει τίποτα καινούργια να κάνεις, άρα μπορείς να προχωρήσεις.
Τότε, λοιπόν, ανοίγεις ξανά την πόρτα και περνάς μέσα το σώμα σου λίγο παραπάνω. Κρατάς την πόρτα ανοιχτή με το πόδι, και λες σ’ εκείνους που βρίσκονται πίσω σου:
«Εσείς… ακολουθήστε με. Πάμε να εξερευνήσουμε το άλλο πλαίσιο.»
Όσοι σ’ ακούνε, και δεν είναι πολλοί, ρωτούν με απορία:
«Ποιο άλλο πλαίσιο; Τι λες;»
Προσπαθείς να τους εξηγήσεις:
«Αυτό που ανακάλυψα… Είναι μετά απ’ αυτό εδώ, αφού περάσεις την πόρτα…»
«Ποια πόρτα; Αφού δεν υπάρχει πόρτα. Τι είναι αυτά που λες; Για τι πράγμα μιλάς;» λένε όλοι.»
Είναι φυσικό. Δεν μπορούν να καταλάβουν. Και τότε, έχεις ν΄ αντιμετωπίσεις τη μεγάλη πρόκληση: αν βρεις το θάρρος να προχωρήσεις στο επόμενο πλαίσιο, θα πρέπει να προχωρήσεις μόνος σου. Κανένας από τους φίλους που έκανες ὡς τώρα δεν μπορεί να περάσει την πόρτα μαζί σου. Ο κάθε ένας θα το κάνει μόνος του, όταν έρθει η ώρα του – που δεν είναι τώρα, γιατί τώρα είναι η δική σου ώρα. Μόνο η δική σου.
«Μόνος μου, δεν προχωράω» είναι η τελική σου απόφαση.»
Γιατί πονάει να τους αφήσεις όλους απ’ αυτήν τη μεριά. Να αφήσεις πίσω σου αυτούς που αγαπάς κι αυτούς που σ’ αγαπάνε;
«Σας περιμένω» τους υπόσχεσαι χωρίς εκείνοι να το ξέρουν.»
Ωστόσο, η ώρα περνάει, έχει πιαστεί ο λαιμός σου και πονάει, ενώ η πλήξη γίνεται ανυπόφορη.
Αλλά αντέχεις.
Και ψάχνεις να βρεις παρηγοριά.
Και απωθείς κάποιες σκέψεις και πολλές παρορμήσεις. Και βαριέσαι τη ζωή σου, που για τους άλλους μοιάζει υπέροχη.
Και δεν σε καταλαβαίνει κανείς. Και τα πάντα χάνουν το νόημα και τη σημασία τους.
Ώσπου, μια μέρα, εντελώς απροσδόκητα, αυθόρμητα, κάνεις το βήμα. Περνάς την πόρτα, αυτή κλείνει πίσω σου – όπως ήξερες ότι θα γίνει-, και βρίσκεσαι μέσα στο καινούργιο πλαίσιο,
Αυτοί που έμειναν πίσω σε θεωρούν πρότυπό τους. Σου ζητούν συμβουλή, τους τη δίνεις. Σου λένε τα προβλήματά τους κι εσύ τ’ ακούς. Κανένας, όμως, δεν μπορεί να καταλάβει τα δικά σου. Είσαι, απλώς, σε άλλο πλαίσιο.
Αυτό δεν είναι πλεονέκτημα, είναι γεγονός. Εκείνοι από το προηγούμενο πλαίσιο σε χειροκροτούν ακόμη περισσότερο και σε ζητωκραυγάζουν, εσύ όμως ούτε που τους ακούς. Ίσως γιατί, τώρα πια, δεν χρειάζεσαι τόσο τον θαυμασμό τους.
Κοιτάζεις μπροστά σου το καινούργιο πλαίσιο. Αισθάνεσαι ένα περίεργο déjà vu.
Είσαι πάλι εδώ.
Είσαι μόνος σου.
Μόνος, θλιμμένος, φοβισμένος, και ώρες ώρες απελπισμένος.
Γιατί όλ’ αυτά; Για έναν απλό λόγο:
Νιώθεις ξανά ένα ασήμαντο σκουπιδάκι. Ακόμα χειρότερα, ένα σκουπιδάκι με συνείδηση και ανάμνηση ότι έχεις υπάρξει σχεδόν Θεός. «Εκεί με χειροκροτούσαν όλοι. Εδώ δεν με γνωρίζει κανείς.» «Παλιά είχα δίπλα μου όλους τους φίλους μου. Εδώ, κανένας δεν καταλαβαίνει τι λέω.»
«Έχασα ό,τι είχα για να κερδίσω αυτό, που το μόνο καλό που έχει είναι η προοπτική.»
Πότε πότε -γιατί να το αρνηθείς;-, εμφανίζεται ένα είδος μεταμέλειας. Κάποια στιγμή, όταν άρχισες να βγαίνεις απ’ το πλαίσιο, οι καλύτεροί σου φίλοι σου είπαν: πού πας;»
«Καλά δεν είσαι εδώ;»
«Μείνε εδώ που είσαι.»
Ίσως έπρεπε να τους είχες ακούσει. Μπορεί να βιάστηκες.
Τους απάντησες:
«Δεν καταλαβαίνετε. Κάνετε λάθος».
Μπορεί να μην έκαναν λάθος.
Μετά τη μεταμέλεια, κατηγορείς τον εαυτό σου. Εκείνοι συνεχίζουν να περνάνε καλά εκεί που είναι, κι εσύ εδώ στενοχωριέσαι.
Πέρασες οικειοθελώς από τη μέγιστη δόξα που σε έκανε το είδωλο όλων, στο να ξαναγίνεις μια μικροσκοπική κουκίδα μέσα σ’ αυτό το καινούργιο πλαίσιο.
Ποιος έκανε, λοιπόν, λάθος;
Στο σημείο αυτό, εγώ νομίζω πως κανείς δεν κάνει λάθος. Εδώ, δεν πρόκειται για σωστές και λάθος επιλογές.
Υπάρχουν στιγμές, υπάρχουν ώρες, υπάρχουν ευκαιρίες σε κάθε προσωπική μας ιστορία.
SARTRE: Ο άνθρωπος εκλέγοντας την εικόνα του εαυτού του εκλέγει συγχρόνως και την εικόνα όλης της ανθρωπότητας, την εικόνα της κοινωνίας
Το πρώτο διάβημα του υπαρξισμού είναι να καταστήσει τον κάθε άνθρωπο κάτοχο αυτού που είναι και να ακουμπήσει πάνω του την πλήρη ευθύνη της ύπαρξής του. Και όταν λέμε ότι ο άνθρωπος είναι υπεύθυνος για τον εαυτό του, δεν εννοούμε πως ο άνθρωπος είναι υπεύθυνος για τη συγκεκριμένη, την περιορισμένη ατομικότητά του, αλλά πως είναι υπεύθυνος για όλους τους ανθρώπους.
Όταν λέμε ότι ο άνθρωπος εκλέγει τον εαυτό του, εννοούμε ότι καθένας από μας διαλέγεται αυτό που είναι, αλλά επίσης ότι εκλέγοντας τον εαυτό του, εκλέγει ταυτόχρονα και όλους τους ανθρώπους. Πραγματικά, δεν υπάρχει έστω και μια απ’ τις πράξεις μαs που, δημιουργώντας τον άνθρωπο που θέλουμε να είμαστε, δεν δημιουργεί ταυτόχρονα μια εικόνα του ανθρώπου γενικά, όπως θεωρούμε ότι πρέπει να είναι. Εκλέγοντας να είμαστε τούτο ή το άλλο, επιβεβαιώνουμε ταυτόχρονα την αξία αυτού που εκλέγουμε, γιατί δεν μπορούμε ποτέ να εκλέξουμε το κακό- αυτό που εκλέγουμε, θεωρούμε πως είναι πάντα το καλό, και τίποτα δεν μπορεί να είναι καλό για μαs χωρίς να είναι και για όλους τους άλλους.
Έτσι, η ευθύνη μαs είναι πολύ μεγαλύτερη απ’ ό,τι θα μπορούσαμε να υποθέσουμε, γιατί δεσμεύει ολόκληρη την ανθρωπότητα. Αν, για παράδειγμα, είμαι εργάτης κι αποφασίσω να προσχωρήσω σ’ ένα χριστιανικό συνδικάτο κι όχι να γίνω κομμουνιστής, αν μ’ αυτή την προσχώρηση θέλω να δείξω πως, κατά τη γνώμη μου, η εγκαρτέρηση είναι στο βάθος η λύση που ταιριάζει στον άνθρωπο και πως το βασίλειο του ανθρώπου δεν βρίσκεται πάνω στη γη, δεν δεσμεύω μόνο τον εαυτό μου, την ατομική μου περίπτωση: το διάβημά μου δέσμευσε ολόκληρη την ανθρωπότητα.
Κι αν θέλω, πάλι, γεγονός πιο ατομικό, να παντρευτώ, ν’ αποκτήσω παιδιά, ακόμα κι όταν ο γάμος αυτός εξαρτάται αποκλειστικά και μόνο απ’ την οικονομική μου κατάσταση, ή απ’ το πάθος μου, ή απ’ την επιθυμία μου, δεσμεύω με την πράξη μου όχι μόνο τον εαυτό μου, αλλά κι όλη την ανθρωπότητα στο δρόμο της μονογαμίας. Έτσι, είμαι υπεύθυνος για τον εαυτό μου και για όλους και δημιουργώ μια ορισμένη εικόνα του ανθρώπου που διαλέγω εκλέγοντας, λοιπόν, τον εαυτό μου, εκλέγω τον άνθρωπο.
Ο άνθρωπος που εκλέγει και δεσμεύει και που έχει τη συναίσθηση πως δεν είναι μόνο αυτό που διάλεξε να είναι, αλλά κι ο νομοθέτης που εκλέγει ταυτόχρονα για τον εαυτό του και την ανθρωπότητα ολόκληρη, δεν είναι δυνατό να ξεφύγει απ’ το συναίσθημα της πλήρους και βαθιάς του ευθύνης.
Βέβαια, πολλοί άνθρωποι δεν είναι καθόλου αγχώδεις ισχυριζόμαστε, όμως, πως απλούστατα κρύβουν το άγχος τους απ’ τον εαυτό τους, προσπαθούν να του ξεφύγουν – βέβαια πολλοί πιστεύουν πως ενεργώντας δεν δεσμεύουν παρά τον εαυτό τους κι όταν τους λέει κανείς: μα αν όλος ο κόσμος έκανε το ίδιο; σηκώνουν τους ώμους και απαντούν: όλος ο κόσμος δεν κάνει το ίδιο. Ωστόσο, πρέπει πραγματικά ν’ αναρωτιέται κανείς: τι θα συνέβαινε αν όλος ο κόσμος έκανε το ίδιο;
JEAN-PAUL SARTRE, Ο ΥΠΑΡΞΙΣΜΟΣ ΕΙΝΑΙ ΕΝΑΣ ΑΝΘΡΩΠΙΣΜΟΣ
Όταν λέμε ότι ο άνθρωπος εκλέγει τον εαυτό του, εννοούμε ότι καθένας από μας διαλέγεται αυτό που είναι, αλλά επίσης ότι εκλέγοντας τον εαυτό του, εκλέγει ταυτόχρονα και όλους τους ανθρώπους. Πραγματικά, δεν υπάρχει έστω και μια απ’ τις πράξεις μαs που, δημιουργώντας τον άνθρωπο που θέλουμε να είμαστε, δεν δημιουργεί ταυτόχρονα μια εικόνα του ανθρώπου γενικά, όπως θεωρούμε ότι πρέπει να είναι. Εκλέγοντας να είμαστε τούτο ή το άλλο, επιβεβαιώνουμε ταυτόχρονα την αξία αυτού που εκλέγουμε, γιατί δεν μπορούμε ποτέ να εκλέξουμε το κακό- αυτό που εκλέγουμε, θεωρούμε πως είναι πάντα το καλό, και τίποτα δεν μπορεί να είναι καλό για μαs χωρίς να είναι και για όλους τους άλλους.
Έτσι, η ευθύνη μαs είναι πολύ μεγαλύτερη απ’ ό,τι θα μπορούσαμε να υποθέσουμε, γιατί δεσμεύει ολόκληρη την ανθρωπότητα. Αν, για παράδειγμα, είμαι εργάτης κι αποφασίσω να προσχωρήσω σ’ ένα χριστιανικό συνδικάτο κι όχι να γίνω κομμουνιστής, αν μ’ αυτή την προσχώρηση θέλω να δείξω πως, κατά τη γνώμη μου, η εγκαρτέρηση είναι στο βάθος η λύση που ταιριάζει στον άνθρωπο και πως το βασίλειο του ανθρώπου δεν βρίσκεται πάνω στη γη, δεν δεσμεύω μόνο τον εαυτό μου, την ατομική μου περίπτωση: το διάβημά μου δέσμευσε ολόκληρη την ανθρωπότητα.
Κι αν θέλω, πάλι, γεγονός πιο ατομικό, να παντρευτώ, ν’ αποκτήσω παιδιά, ακόμα κι όταν ο γάμος αυτός εξαρτάται αποκλειστικά και μόνο απ’ την οικονομική μου κατάσταση, ή απ’ το πάθος μου, ή απ’ την επιθυμία μου, δεσμεύω με την πράξη μου όχι μόνο τον εαυτό μου, αλλά κι όλη την ανθρωπότητα στο δρόμο της μονογαμίας. Έτσι, είμαι υπεύθυνος για τον εαυτό μου και για όλους και δημιουργώ μια ορισμένη εικόνα του ανθρώπου που διαλέγω εκλέγοντας, λοιπόν, τον εαυτό μου, εκλέγω τον άνθρωπο.
Ο άνθρωπος που εκλέγει και δεσμεύει και που έχει τη συναίσθηση πως δεν είναι μόνο αυτό που διάλεξε να είναι, αλλά κι ο νομοθέτης που εκλέγει ταυτόχρονα για τον εαυτό του και την ανθρωπότητα ολόκληρη, δεν είναι δυνατό να ξεφύγει απ’ το συναίσθημα της πλήρους και βαθιάς του ευθύνης.
Βέβαια, πολλοί άνθρωποι δεν είναι καθόλου αγχώδεις ισχυριζόμαστε, όμως, πως απλούστατα κρύβουν το άγχος τους απ’ τον εαυτό τους, προσπαθούν να του ξεφύγουν – βέβαια πολλοί πιστεύουν πως ενεργώντας δεν δεσμεύουν παρά τον εαυτό τους κι όταν τους λέει κανείς: μα αν όλος ο κόσμος έκανε το ίδιο; σηκώνουν τους ώμους και απαντούν: όλος ο κόσμος δεν κάνει το ίδιο. Ωστόσο, πρέπει πραγματικά ν’ αναρωτιέται κανείς: τι θα συνέβαινε αν όλος ο κόσμος έκανε το ίδιο;
JEAN-PAUL SARTRE, Ο ΥΠΑΡΞΙΣΜΟΣ ΕΙΝΑΙ ΕΝΑΣ ΑΝΘΡΩΠΙΣΜΟΣ
Ελάχιστοι νικούν… Οι πλείστοι πεθαίνουν χωρίς να γνωρίσουν το αληθινό πρόσωπό τους
Ψεύδος και νοθεία στην έκφραση δεν είναι το ίδιο πράγμα. Μολονότι και η μία και η άλλη εκτροπή παρατηρείται όχι μόνο στη συγκινησιακή, αλλά και στη νοητική και στη βουλητική σφαίρα του ψυχικού είναι, ευκολότερη γίνεται η διαστολή στις συναισθηματικές παρορμήσεις. Άλλα είναι τα αναληθή, τα ψεύτικα συναισθήματα και άλλα τα νόθα. Όταν λ.χ. σκόπιμα παίρνω την εξωτερική πρόσοψη της λύπης, για ν’ αποκρύψω τα αληθινά εσωτερικά γεγονότα του ψυχικού μου κόσμου, υποκρίνομαι, και η έκφρασή μου είναι ένα ψεύδος, που μπορεί να μου προσφέρει πολλές υπηρεσίες: να προσθέσει στην υπόληψή μου, ή στην τσέπη μου. Ούτε λυπούμαι ούτε θέλω να λυπηθώ∙ προσποιούμαι τον λυπημένο, για να επιτύχω σ’ αυτήν ή σ’ εκείνη την επιδίωξή μου. —Στην περίπτωση του νόθου συναισθήματος η κατάσταση είναι διαφορετική. Εδώ είμαι τίμιος στις προθέσεις μου και προσπαθώ με ειλικρίνεια να λυπηθώ για ένα περιστατικό (για το ατύχημα π.χ. ενός συναδέλφου μου), αλλά δεν το κατορθώνω∙ το «εσωτερικό» μου, το βάθος της ψυχής μου δεν παρακολουθεί (είτε γιατί άλλα, συνειδητά ή ασύνειδα, ελατήρια εμποδίζουν, είτε γιατί η φιλαλληλία ως αληθινό βίωμα είναι μέσα στον ψυχικό μου κόσμο μια φτωχή και ασήμαντη φλέβα). Ντύνομαι λοιπόν εξωτερικά τη λύπη, επειδή ντρέπομαι, φοβούμαι να προδοθώ, αλλά όλη η συμπεριφορά μου είναι απλούστατα μια ηθοποιία. Και στις δύο λοιπόν περιπτώσεις (του ψεύδους και της νοθείας) φορώ μια μάσκα, παρουσιάζομαι εξωτερικά διαφορετικός από κείνον που είμαι εσωτερικά. Αλλά στο ψεύδος έχω στην ψυχή μου ένα γεγονός που με την πλαστή έκφραση το κρύβω, ενώ στη νοθεία μέσα μου υπάρχει κενό∙ η εξωτερική συμπεριφορά είναι μια φόρμα αδειανή.
Με τη μικρή αυτή ανάλυση καταλαβαίνομε, νομίζω, καλύτερα τι είναι στην υπόσταση του ανθρώπου το πρόσωπο, και τι το προσωπείο. Όπου η φανέρωση (έκφραση, λόγος, ζωή) αναβλύζει από τον μέσα μας κόσμο με αλήθεια και γνησιότητα, αυθόρμητα και ειλικρινά, με ακρίβεια και συνέπεια, εκεί είμαστε και για τους άλλους αυτοί που είμαστε για τον εαυτό μας, καθαροί και ακέραιοι∙ επομένως αυτό που δείχνομε προς τα έξω είναι το πρόσωπό μας. Όπου όμως καμιά αντιστοιχία δεν υπάρχει μεταξύ της εξωτερικής μας επιφάνειας και του εσωτερικού μας είναι, αλλά η φανέρωσή μας είναι μια κατασκευή που έγινε για να κρύψει στους άλλους ό,τι είμαστε για τον εαυτό μας ή για να σκεπάζει το μέσα μας κενό, εκεί αυτό που δείχνομε δεν είναι το πρόσωπο αλλά το προσωπείο μας.
—Κατά βάθος συμβατικός, ψεύτικος και νόθος είναι ο άνθρωπος που πάσχει από ψυχική πενία, από έλλειψη δημιουργικότητας, από δειλία ή οκνηρία, από αδυναμία (με μια λέξη) να προχωρήσει έως τις πηγές της αληθινής ζωής και εκεί μέσα να καθαρίσει και ν’ ανανεώσει τον εαυτό του.
Ο Nietzsche διατύπωσε επιγραμματικά αυτή τη μεγάλη αλήθεια. «Όσο μεγαλύτερη» γράφει «είναι η ουσία της πραγματικότητας και η δημιουργική δύναμη του ανθρώπου, τόσο περισσότερο αναπηδάει από τα μέσα προς τα έξω η φυσιογνωμία του∙ όταν είναι μικρή η δημιουργική δύναμη, η προσωπικότητα διαπλάσσεται από τα έξω προς τα μέσα και διαμορφώνεται κάτω από την επίδραση της παράδοσης, του ειδώλου του παρελθόντος, της κοινωνίας και της κοινής γνώμης».
Ο άνθρωπος είναι απ’ όλα τα ζώα το εφευρετικότερο και το ικανότερο να ψευτίζει και τα πράγματα γύρω του και τον ίδιο τον εαυτό του. Για τούτο η αλήθεια έγινε ανέκαθεν ο μεγάλος καημός, το ιδανικό και η αρετή του. Από τα πρώτα βήματα της ζωής το ψεύδος μας πολιορκεί και προσπαθεί να μας υποτάξει. Αδύνατοι καθώς είμαστε στην αρχή, πριν γνωρίσομε το αληθινό μας πρόσωπο, κατασκευάζομε σιγά ‐ σιγά το προσωπείο μας — για να αμυνόμαστε με τις περισσότερες ελπίδες και να κάνομε τις επιθέσεις μας με τις λιγότερες απώλειες. Όσο δυναμώνομε και πλουτίζομε τον εσωτερικό μας κόσμο, όσο γινόμαστε στερεώτεροι, τόσο η «ηθοποιία» μάς στενοχωρεί και μας ντροπιάζει και αναζητούμε στην αλήθεια την ελευθερία μας, το φανέρωμα και την πραγμάτωση του γνήσιου εαυτού μας. Η αναζήτηση αυτή είναι ένας θανάσιμος, τραχύς και επικίνδυνος αγώνας, όπου ελάχιστοι νικούν και σώζονται. Οι πλείστοι πεθαίνουν χωρίς ούτε οι άλλοι, ούτε οι ίδιοι να γνωρίσουν το αληθινό πρόσωπό τους.
Με τη μικρή αυτή ανάλυση καταλαβαίνομε, νομίζω, καλύτερα τι είναι στην υπόσταση του ανθρώπου το πρόσωπο, και τι το προσωπείο. Όπου η φανέρωση (έκφραση, λόγος, ζωή) αναβλύζει από τον μέσα μας κόσμο με αλήθεια και γνησιότητα, αυθόρμητα και ειλικρινά, με ακρίβεια και συνέπεια, εκεί είμαστε και για τους άλλους αυτοί που είμαστε για τον εαυτό μας, καθαροί και ακέραιοι∙ επομένως αυτό που δείχνομε προς τα έξω είναι το πρόσωπό μας. Όπου όμως καμιά αντιστοιχία δεν υπάρχει μεταξύ της εξωτερικής μας επιφάνειας και του εσωτερικού μας είναι, αλλά η φανέρωσή μας είναι μια κατασκευή που έγινε για να κρύψει στους άλλους ό,τι είμαστε για τον εαυτό μας ή για να σκεπάζει το μέσα μας κενό, εκεί αυτό που δείχνομε δεν είναι το πρόσωπο αλλά το προσωπείο μας.
—Κατά βάθος συμβατικός, ψεύτικος και νόθος είναι ο άνθρωπος που πάσχει από ψυχική πενία, από έλλειψη δημιουργικότητας, από δειλία ή οκνηρία, από αδυναμία (με μια λέξη) να προχωρήσει έως τις πηγές της αληθινής ζωής και εκεί μέσα να καθαρίσει και ν’ ανανεώσει τον εαυτό του.
Ο Nietzsche διατύπωσε επιγραμματικά αυτή τη μεγάλη αλήθεια. «Όσο μεγαλύτερη» γράφει «είναι η ουσία της πραγματικότητας και η δημιουργική δύναμη του ανθρώπου, τόσο περισσότερο αναπηδάει από τα μέσα προς τα έξω η φυσιογνωμία του∙ όταν είναι μικρή η δημιουργική δύναμη, η προσωπικότητα διαπλάσσεται από τα έξω προς τα μέσα και διαμορφώνεται κάτω από την επίδραση της παράδοσης, του ειδώλου του παρελθόντος, της κοινωνίας και της κοινής γνώμης».
Ο άνθρωπος είναι απ’ όλα τα ζώα το εφευρετικότερο και το ικανότερο να ψευτίζει και τα πράγματα γύρω του και τον ίδιο τον εαυτό του. Για τούτο η αλήθεια έγινε ανέκαθεν ο μεγάλος καημός, το ιδανικό και η αρετή του. Από τα πρώτα βήματα της ζωής το ψεύδος μας πολιορκεί και προσπαθεί να μας υποτάξει. Αδύνατοι καθώς είμαστε στην αρχή, πριν γνωρίσομε το αληθινό μας πρόσωπο, κατασκευάζομε σιγά ‐ σιγά το προσωπείο μας — για να αμυνόμαστε με τις περισσότερες ελπίδες και να κάνομε τις επιθέσεις μας με τις λιγότερες απώλειες. Όσο δυναμώνομε και πλουτίζομε τον εσωτερικό μας κόσμο, όσο γινόμαστε στερεώτεροι, τόσο η «ηθοποιία» μάς στενοχωρεί και μας ντροπιάζει και αναζητούμε στην αλήθεια την ελευθερία μας, το φανέρωμα και την πραγμάτωση του γνήσιου εαυτού μας. Η αναζήτηση αυτή είναι ένας θανάσιμος, τραχύς και επικίνδυνος αγώνας, όπου ελάχιστοι νικούν και σώζονται. Οι πλείστοι πεθαίνουν χωρίς ούτε οι άλλοι, ούτε οι ίδιοι να γνωρίσουν το αληθινό πρόσωπό τους.
Όταν δεν θέλετε να αντιμετωπίσετε μια κατάσταση, ακρωτηριάζετε τη ζωή σας
Μπορείτε να είστε ευγνώμονες μόνο όταν είστε ευδαίμονες.
Η ευγνωμοσύνη ακολουθεί σαν σκιά όταν έχετε μια εσωτερική ευλογία, ένα αίσθημα διαρκούς ευλογίας.
Να είστε άνθρωπος της πειθαρχίας, αλλά ποτέ άνθρωπος του ελέγχου. Εγκαταλείψτε όλους τους κανόνες και τις ρυθμίσεις και ζήστε τη ζωή με μια βαθύτερη εγρήγορση, αυτό είναι όλο. Η κατανόηση πρέπει να είναι ο μόνος νόμος. Αν καταλάβετε, θα αγαπάτε, αν αγαπάτε, δεν θα βλάψετε κανέναν. Αν καταλάβετε, θα είστε χαρούμενοι, αν είστε χαρούμενοι, θα μοιραστείτε. Αν καταλάβετε, θα γίνετε τόσο μακάριοι που από όλη σας την ύπαρξη, ως συνεχές, όπως ένα ποτάμι, θα προκύψει μια ευγνωμοσύνη προς την ύπαρξη.
Προσπαθήστε να κατανοήσετε τη ζωή, μην την εξαναγκάζετε, και παραμείνετε πάντα ελεύθεροι από το παρελθόν.
Γιατί αν το παρελθόν είναι εκεί και εσείς ελέγχετε, δεν μπορείτε να καταλάβετε τη ζωή. Και η ζωή είναι τόσο παροδική, που δεν περιμένει.
Όμως γιατί οι άνθρωποι προσπαθούν να φτιάχνουν κανόνες; Γιατί πέφτουν στην παγίδα; Πέφτουν στην παγίδα γιατί η ζωή της κατανόησης είναι μια ζωή κινδύνου. Πρέπει να βασίζεστε μόνο πάνω σας. Η ζωή του ελέγχου είναι άνετη και ασφαλής, δεν χρειάζεται να βασίζεστε στον εαυτό σας, δεν χρειάζεται να ασχολείστε με τα προβλήματα, μπορείτε να ξεφύγετε από αυτά. Βρίσκετε καταφύγιο σε παλιές λέξεις, πειθαρχίες, σκέψεις, προσκολλάτε σε αυτές. Έτσι μπορείτε να διάγετε μια άνετη ζωή, μια ζωή ευκολίας. Αλλά μια ζωή ευκολίας δεν είναι μια ζωή ευτυχίας. Τότε χάνετε τη χαρά, γιατί η χαρά είναι δυνατή μόνο όταν ζείτε επικίνδυνα. Δεν υπάρχει άλλος τρόπος να ζήσουμε επικίνδυνα, και όταν λέω «ζήστε επικίνδυνα», εννοώ ζήστε σύμφωνα με τον εαυτό σας, όποιο κι αν είναι το κόστος. Ό,τι κι αν διακυβεύεται, ζήστε σύμφωνα με τη συνειδητότητά σας, σύμφωνα με τη δική σας καρδιά και το δικό σας αίσθημα. Εάν χαθεί όλη η ασφάλεια, αν χαθεί όλη η άνεση και η ευκολία, τότε, επίσης, θα είστε ευτυχισμένοι. Μπορεί να είστε ζητιάνοι, μπορεί να μην είστε βασιλιάδες, μπορεί να είστε στους δρόμους με κουρέλια, αλλά κανένας αυτοκράτορας δεν μπορεί να σας ανταγωνιστεί. Ακόμα και οι αυτοκράτορες θα αισθάνονται ζήλια για εσάς, γιατί θα έχετε πλούτο, όχι υλικό, αλλά έναν πλούτο συνειδητότητας. Θα έχετε ένα λεπτό φως γύρω σας και ένα αίσθημα μακαριότητας. Ακόμα και οι άλλοι μπορούν να αγγίξουν αυτό το συναίσθημα. Είναι τόσο ορατό, τόσο ουσιαστικό, που οι άλλοι θα επηρεαστούν από αυτό, θα γίνει μαγνήτης. Μπορεί να γίνετε ζητιάνοι, αλλά εσωτερικά θα έχετε γίνει βασιλιάδες.
Αν ζείτε μια ζωή ευκολίας, ασφάλειας και άνεσης, θα αποφύγετε τον κίνδυνο, θα αποφύγετε πολλές δυσκολίες και βάσανα. Αποφεύγοντας όμως αυτές τις δυσκολίες και τα βάσανα, θα αποφύγετε όλη την ευδαιμονία που είναι δυνατή στη ζωή. Όταν αποφεύγετε τις δυσκολίες, αποφεύγετε την ευδαιμονία, να το θυμάστε αυτό. Όταν προσπαθείτε να ξεφύγετε από ένα πρόβλημα, δραπετεύετε και από τη λύση του. Όταν δεν θέλετε να αντιμετωπίσετε μια κατάσταση, ακρωτηριάζετε τη ζωή σας. Ποτέ μη ζείτε μια ελεγχόμενη ζωή – αυτή είναι η ζωή ενός φυγά. Να είστε, όμως, πειθαρχημένοι. Πειθαρχημένοι όχι σύμφωνα με εμένα, όχι σύμφωνα με τον καθένα, αλλά σύμφωνα με το δικό σας φως. «Γίνετε εσείς το φως για τον εαυτό σας». Αυτό είναι η πειθαρχία.
Η ευγνωμοσύνη ακολουθεί σαν σκιά όταν έχετε μια εσωτερική ευλογία, ένα αίσθημα διαρκούς ευλογίας.
Να είστε άνθρωπος της πειθαρχίας, αλλά ποτέ άνθρωπος του ελέγχου. Εγκαταλείψτε όλους τους κανόνες και τις ρυθμίσεις και ζήστε τη ζωή με μια βαθύτερη εγρήγορση, αυτό είναι όλο. Η κατανόηση πρέπει να είναι ο μόνος νόμος. Αν καταλάβετε, θα αγαπάτε, αν αγαπάτε, δεν θα βλάψετε κανέναν. Αν καταλάβετε, θα είστε χαρούμενοι, αν είστε χαρούμενοι, θα μοιραστείτε. Αν καταλάβετε, θα γίνετε τόσο μακάριοι που από όλη σας την ύπαρξη, ως συνεχές, όπως ένα ποτάμι, θα προκύψει μια ευγνωμοσύνη προς την ύπαρξη.
Προσπαθήστε να κατανοήσετε τη ζωή, μην την εξαναγκάζετε, και παραμείνετε πάντα ελεύθεροι από το παρελθόν.
Γιατί αν το παρελθόν είναι εκεί και εσείς ελέγχετε, δεν μπορείτε να καταλάβετε τη ζωή. Και η ζωή είναι τόσο παροδική, που δεν περιμένει.
Όμως γιατί οι άνθρωποι προσπαθούν να φτιάχνουν κανόνες; Γιατί πέφτουν στην παγίδα; Πέφτουν στην παγίδα γιατί η ζωή της κατανόησης είναι μια ζωή κινδύνου. Πρέπει να βασίζεστε μόνο πάνω σας. Η ζωή του ελέγχου είναι άνετη και ασφαλής, δεν χρειάζεται να βασίζεστε στον εαυτό σας, δεν χρειάζεται να ασχολείστε με τα προβλήματα, μπορείτε να ξεφύγετε από αυτά. Βρίσκετε καταφύγιο σε παλιές λέξεις, πειθαρχίες, σκέψεις, προσκολλάτε σε αυτές. Έτσι μπορείτε να διάγετε μια άνετη ζωή, μια ζωή ευκολίας. Αλλά μια ζωή ευκολίας δεν είναι μια ζωή ευτυχίας. Τότε χάνετε τη χαρά, γιατί η χαρά είναι δυνατή μόνο όταν ζείτε επικίνδυνα. Δεν υπάρχει άλλος τρόπος να ζήσουμε επικίνδυνα, και όταν λέω «ζήστε επικίνδυνα», εννοώ ζήστε σύμφωνα με τον εαυτό σας, όποιο κι αν είναι το κόστος. Ό,τι κι αν διακυβεύεται, ζήστε σύμφωνα με τη συνειδητότητά σας, σύμφωνα με τη δική σας καρδιά και το δικό σας αίσθημα. Εάν χαθεί όλη η ασφάλεια, αν χαθεί όλη η άνεση και η ευκολία, τότε, επίσης, θα είστε ευτυχισμένοι. Μπορεί να είστε ζητιάνοι, μπορεί να μην είστε βασιλιάδες, μπορεί να είστε στους δρόμους με κουρέλια, αλλά κανένας αυτοκράτορας δεν μπορεί να σας ανταγωνιστεί. Ακόμα και οι αυτοκράτορες θα αισθάνονται ζήλια για εσάς, γιατί θα έχετε πλούτο, όχι υλικό, αλλά έναν πλούτο συνειδητότητας. Θα έχετε ένα λεπτό φως γύρω σας και ένα αίσθημα μακαριότητας. Ακόμα και οι άλλοι μπορούν να αγγίξουν αυτό το συναίσθημα. Είναι τόσο ορατό, τόσο ουσιαστικό, που οι άλλοι θα επηρεαστούν από αυτό, θα γίνει μαγνήτης. Μπορεί να γίνετε ζητιάνοι, αλλά εσωτερικά θα έχετε γίνει βασιλιάδες.
Αν ζείτε μια ζωή ευκολίας, ασφάλειας και άνεσης, θα αποφύγετε τον κίνδυνο, θα αποφύγετε πολλές δυσκολίες και βάσανα. Αποφεύγοντας όμως αυτές τις δυσκολίες και τα βάσανα, θα αποφύγετε όλη την ευδαιμονία που είναι δυνατή στη ζωή. Όταν αποφεύγετε τις δυσκολίες, αποφεύγετε την ευδαιμονία, να το θυμάστε αυτό. Όταν προσπαθείτε να ξεφύγετε από ένα πρόβλημα, δραπετεύετε και από τη λύση του. Όταν δεν θέλετε να αντιμετωπίσετε μια κατάσταση, ακρωτηριάζετε τη ζωή σας. Ποτέ μη ζείτε μια ελεγχόμενη ζωή – αυτή είναι η ζωή ενός φυγά. Να είστε, όμως, πειθαρχημένοι. Πειθαρχημένοι όχι σύμφωνα με εμένα, όχι σύμφωνα με τον καθένα, αλλά σύμφωνα με το δικό σας φως. «Γίνετε εσείς το φως για τον εαυτό σας». Αυτό είναι η πειθαρχία.
Ο Αριστοτέλης, η επιστήμη και οι τέχνες σε σχέση με τη φρόνηση
Ο Αριστοτέλης ξεκινώντας την εννοιολογική αναζήτηση της φρόνησης επισημαίνει αυτό που οι περισσότεροι αντιλαμβάνονται ως γνώρισμα του φρόνιμου ανθρώπου: «Κατά την κοινή λοιπόν αντίληψη γνώρισμα του φρόνιμου ανθρώπου είναι το να μπορεί να σκέφτεται σωστά ποια πράγματα είναι καλά και ωφέλιμα γι’ αυτόν, όχι, πάντως, έχοντας στο νου του επιμέρους ειδικές περιπτώσεις, π.χ. ποια πράγματα είναι καλά και ωφέλιμα για την υγεία ή για τη σωματική δύναμη, αλλά ποια πράγματα είναι καλά και ωφέλιμα για μια καλή και ευτυχισμένη ζωή γενικά» (1140a 5, 28-32).
Κι εδώ ακριβώς ξεκινούν οι παρανοήσεις, αφού η «καλή και ευτυχισμένη ζωή γενικά» τείνει στο ανυπολόγιστο, σε αντίθεση με την εξειδικευμένη γνώση «για την υγεία ή για τη σωματική δύναμη», που από θέση αρχής κάνει το πλαίσιο πολύ πιο συγκεκριμένο. Η φρόνηση εμπεριέχει την ορθή σκέψη («ο φρόνιμος είναι ο άνθρωπος που έχει την ικανότητα να σκέφτεται σωστά» 1140a 5, 34-35), αλλά εν τέλει δεν είναι ούτε κάτι μετρήσιμο ούτε κάτι χειροπιαστό. Εμπεριέχει τη δυνατότητα της πρόβλεψης σε σχέση με τα πράγματα που μεταβάλλονται, ώστε να είναι κανείς σε θέση να προλάβει καταστάσεις ή να επωφεληθεί από αυτές, αλλά με κανένα τρόπο δε θα μπορούσε να συμπεριληφθεί στις επιστήμες ή στις τέχνες.
Επί της ουσίας η φρόνηση δεν αποτελεί στοιχείο που μπορεί να αποδειχθεί με την αυστηρότητα της λογικής, όπως ορίζεται από την επιστημονική μεθοδολογία: «Αφού, από τη μια, η επιστημονική γνώση στηρίζεται στην απόδειξη, και απόδειξη δεν υπάρχει για πράγματα που οι βασικές αρχές τους υπόκεινται σε μεταβολή (γιατί σ’ αυτά τα πράγματα υπάρχει γενικά η δυνατότητα της μεταβολής), και αφού, από την άλλη, είναι αδύνατο να σκεφτεί κανείς για πράγματα που είναι εξανάγκης αυτό που είναι, η φρόνηση δεν μπορεί, λέω, να είναι ούτε επιστήμη ούτε τέχνη» (1140a 5, 38-40 και 1140b 5, 1-3).
Το ότι δε θα σκεφτεί κανείς «για πράγματα που είναι εξανάγκης αυτό που είναι» έχει να κάνει με τα ζητήματα που κρίνονται υπεράνω σκέψης ως αυτονόητα. Δε χρειάζεται να σκεφτεί κανείς ιδιαίτερα γιατί το χειμώνα πρέπει να φορά χοντρά ρούχα. Κι ο πιο άφρων είναι σε θέση να το καταλάβει. Σε αντίθεση όμως με την επιστήμη, η φρόνηση σχετίζεται με εκείνα τα πράγματα που «υπάρχει γενικά η δυνατότητα μεταβολής», δηλαδή με όλα όσα μπορούν να αλλάξουν χωρίς να καθορίζονται από την αποδεικτική ισχύ της επιστημονικής σκέψης.
Θα έλεγε κανείς ότι η φρόνηση εμπεριέχει τη σε βάθος κατανόηση τόσο της ζωής και της εξέλιξης της κοινωνίας σε όλα τα επίπεδα, όσο και της ψυχολογίας των άλλων ανθρώπων. Είναι αδύνατο να πάρει κανείς σωστές (φρόνιμες) αποφάσεις για τη ζωή του, αν δεν κατανοεί την πορεία των γεγονότων που τον περιβάλλουν ή τις διαθέσεις των ανθρώπων που τον περιστοιχίζουν.
Σε τελική ανάλυση ως φρόνηση μπορεί να οριστεί η δυνατότητα του ανθρώπου να διαβλέπει και να υπηρετεί με επάρκεια το συμφέρον του μέσα σ’ ένα μεταβαλλόμενο κόσμο. Και η έννοια του συμφέροντος δεν τίθεται με τη στυγνή οπτική του αμοραλισμού ή της κερδοσκοπικής αντίληψης που ταυτίζεται με τη συσσώρευση του χρήματος, αλλά με την πληρέστερη σημασία των ορθών επιλογών που θα οδηγήσουν στην ευτυχία.
Ο χρηματιστής-αρπακτικό που κατανοεί τους μηχανισμούς της σύγχρονης οικονομίας κερδίζοντας εκατομμύρια δεν είναι κατ’ ανάγκη και σώφρων, όπως δεν είναι κατ’ ανάγκη και ευτυχισμένος. Σώφρων είναι εκείνος που ξέρει να κρατά τις ισορροπίες αποδίδοντας στα πράγματα τη διάσταση που τους αξίζει. Η θεοποίηση του χρήματος δεν είναι ένδειξη σωφροσύνης, αλλά αποπροσανατολισμού και ανισορροπίας. Είναι η προοπτική της ευτυχίας μέσα από την κατανάλωση ηδονών. Κι αυτή η οπτική τείνει στο έκλυτο, δηλαδή στο ζωώδες.
Γι’ αυτό κι ως πρότυπο σωφροσύνης δεν τίθεται ούτε κάποιος πλούσιος ούτε κάποιος διαπλεκόμενος που αισχροκερδεί με τις πλάτες της εξουσίας, αλλά «ο Περικλής και οι όμοιοί του» καθιστώντας σαφές ότι η φρόνηση δεν μπορεί παρά να είναι αλληλένδετη με την αρετή: «Αυτός είναι ο λόγος που θεωρούμε ότι ο Περικλής και οι όμοιοί του είναι φρόνιμοι: γιατί μπορούν να βλέπουν τι είναι καλό για τους ίδιους και, γενικά, για τους ανθρώπους· τέτοιοι άνθρωποι θεωρούμε ότι είναι όσοι είναι ικανοί να κυβερνούν το σπιτικό τους ή την πόλη τους» (1140b 5, 9-13).
Η φράση «μπορούν να βλέπουν τι είναι καλό για τους ίδιους και, γενικά, για τους ανθρώπους» καθιστά σαφές ότι η φρόνηση είναι αλληλένδετη με τους άλλους. Είναι, δηλαδή, δυνατότητα όχι μόνο ατομικής, αλλά συνολικής ευημερίας. Εκείνος που εκλαμβάνει την άμετρη απόλαυση ηδονών ως μοναδική ευτυχία δεν μπορεί παρά να ταυτίσει τη φρόνηση με την εξασφάλιση της ανεξάντλητης καταναλωτικής δυνατότητας. Ένας τέτοιος άνθρωπος, ακόμη κι αν κάνει τους πιο πετυχημένα ορθολογικούς υπολογισμούς προκειμένου να κερδίσει, είναι αδύνατο να χαρακτηριστεί σώφρων, αφού σε τελική ανάλυση η ηδονή διαστρέφει την κρίση του.
Ο Αριστοτέλης θα θέσει τα πράγματα στην ορθή τους βάση: «Η ηδονή δηλαδή και η λύπη δεν καταστρέφουν ούτε διαστρέφουν κάθε κρίση (επιπαραδείγματι την κρίση ότι το τρίγωνο έχει ή δεν έχει τις γωνίες του ίσες με δύο ορθές), αλλά μόνο αυτές που σχετίζονται με την (ηθική) πράξη. Γιατί οι αρχές/τα αίτια των (ηθικών) πράξεων είναι ο τελικός σκοπός για τον οποίο αυτές πράττονται. Ο άνθρωπος όμως που έχει διαφθαρεί από την ηδονή ή τη λύπη παύει αμέσως να βλέπει την αρχή· παύει δηλαδή να βλέπει ότι ό,τι επιλέγει και ό,τι πράττει πρέπει να το επιλέγει και να το πράττει για χάρη αυτού του σκοπού ή εξαιτίας του» (1140b 5, 15-22).
Με άλλα λόγια, ο αποδεικτικός λόγος της επιστήμης δε σχετίζεται με τη φρόνηση. Το ότι μπορεί κανείς να καταλάβει και να εφαρμόσει τους κανόνες της τριγωνομετρίας δε σημαίνει ότι διέπεται κι από την αρετή της μεσότητας. Δε σημαίνει, δηλαδή, ότι θα παίρνει κι ορθές αποφάσεις για τη ζωή του χωρίς να παρασύρεται από την ηδονή ή τη λύπη. Είναι πλέον σαφές ότι άλλο επιστήμων κι άλλο σώφρων. Ο επιστήμονας μπορεί να διαφθαρεί από τις ηδονές, ενώ ο σώφρων όχι (αλλιώς δε θα ήταν σώφρων).
Ο επιστήμονας που ασκεί την επιστήμη του χωρίς φρόνηση είναι σε θέση να την υποτάξει στην υπηρεσία των παθών του διαστρέφοντας την ίδια την έννοιά της. Ενδέχεται να την εναποθέσει προς την επίτευξη οποιουδήποτε σκοπού, αρκεί να του υποσχεθούν χρήμα. Η πόλη που αποδέχεται αυτή τη λογική ως κάτι φυσιολογικό είναι η πόλη που έχει μετατρέψει τη διαφθορά των ηδονών σε επικρατούσα αξία. Κι όταν προβάλλονται ως πρότυπα τέτοιου είδους επιστήμονες, τότε η αφροσύνη είναι η κοινωνική αξία που ξεπερνά όλες τις άλλες. Κι αυτή είναι η έσχατη μορφή ισοπέδωσης.
Αφού κατέστη σαφές ότι η φρόνηση δεν αφορά τις επιστήμες, αυτό που μένει είναι ο διαχωρισμός της και από τις τέχνες: «Μεταξύ των πραγμάτων που επιδέχονται μεταβολή μπορούμε να διακρίνουμε αυτά που κατασκευάζονται και αυτά που πράττονται: άλλο πράγμα η κατασκευή κι άλλο η πράξη» (1140a 4, 1-2). Κατανοώντας ότι η φρόνηση δεν αφορά την κατασκευή αλλά την πράξη (δεν ανήκει δηλαδή στην κατασκευαστική αλλά στην πρακτική έξη, που είναι διαφορετικές και δεν εμπεριέχεται η μία στην άλλη), είναι σαφές ότι αυτό που πρέπει να διερευνηθεί αφορά το κατά πόσο οι τέχνες ανήκουν στις κατασκευαστικές ή στις πρακτικές έξεις.
Ο Αριστοτέλης θα φέρει το παράδειγμα του οικοδόμου: «Δεδομένου, τώρα, ότι η οικοδομική είναι μια τέχνη και ουσιαστικά είναι μια έλλογη κατασκευαστική έξη, και δεδομένου ότι δεν υπάρχει τέχνη που να μην είναι μια έλλογη κατασκευαστική έξη, ούτε καμιά αυτού του είδους έξη που να μην είναι τέχνη, θα πει ότι “τέχνη” και “κατασκευαστική έξη που καθοδηγείται από μια αληθινή λογική” ταυτίζονται» (1140a 4, 7-11).
Κι όχι μόνο αυτό: «Κάθε τέχνη έχει να κάνει με τη γένεση ενός πράγματος, με την επινόηση των απαραίτητων γι’ αυτό μέσων και την εξέταση του πώς μπορεί να έρθει στην ύπαρξη κάτι από αυτά που μπορούν να υπάρξουν ή να μην υπάρξουν και που η αρχή τους βρίσκεται στον κατασκευαστή και όχι στο παραγόμενο προϊόν» (1140a 4, 12-15).
Το συμπέρασμα είναι προφανές: «Αφού λοιπόν η κατασκευή και η πράξη είναι δύο διαφορετικά πράγματα, αναγκαστικά η τέχνη πρέπει να έχει σχέση με την κατασκευή, όχι με την πράξη» (1140a 4, 17-19). Κι αν αυτό δεν είναι αρκετό, ο Αριστοτέλης θα προχωρήσει στην τελική σύνοψη: «Η τέχνη λοιπόν είναι, όπως είπαμε, μια έλλογη κατασκευαστική έξη· αντίθετα, η α-τεχνία είναι μια κατασκευαστική έξη που καθοδηγείται από μια λανθασμένη λογική» (1140a 4, 23-25). Είναι πλέον σαφές ότι η φρόνηση ως πρακτική έξη «δεν μπορεί να είναι τέχνη, γιατί άλλο είναι το γένος της πράξης και άλλο το γένος της κατασκευής» (1140b 5, 4-5).
Οι επιστήμες αφορούν πράγματα που δε μεταβάλλονται και λειτουργούν με βάση την αυστηρότητα της απόδειξης των συλλογισμών, ενώ η φρόνηση αφορά πράγματα που μεταβάλλονται και δεν μπορεί να τεκμηριωθεί με τον τρόπο που ορίζουν οι επιστήμες. Από την άλλη, οι τέχνες αφορούν πράγματα που μεταβάλλονται, αλλά έχουν να κάνουν με την κατασκευαστική κι όχι με την πρακτική έξη. Αυτό που συσχετίζει τις τρεις αυτές έννοιες (επιστήμη – τέχνες – φρόνηση) είναι η λογική, καθώς όλες διέπονται από την έλλογη δράση. Πέρα από αυτό, όμως, δεν υπάρχει κανένας άλλος συσχετισμός. Από αυτή την άποψη καθίσταται και πάλι σαφές ότι, όπως ένας επιστήμονας (ακόμη και ο καλύτερος του είδους του) δε διέπεται κατ’ ανάγκη από σωφροσύνη, έτσι κι ένας τεχνίτης (ή και καλλιτέχνης), ακόμη κι ο πιο διαπρεπής, δεν είναι κατ’ ανάγκη σώφρων.
Από την άλλη, η φρόνηση δεν μπορεί να ταυτιστεί ούτε με τη φιλοσοφία, αφενός γιατί η φιλοσοφία (όπως και η επιστήμη) οφείλει να αποδείξει με αυστηρότητα αυτά που ισχυρίζεται («γνώρισμα του φιλοσόφου είναι να έχει απόδειξη για ορισμένα πράγματα» 1141a 6, 3-4), και αφετέρου γιατί η φιλοσοφία οφείλει να ασχοληθεί με τις καθολικές αλήθειες που διέπουν το σύμπαν, ενώ η φρόνηση με τις πράξεις που θα είναι ωφέλιμες στον άνθρωπο: «Αν λοιπόν το “υγιεινό” και το “καλό” είναι άλλο για τους ανθρώπους και άλλο για τα ψάρια, το “λευκό” όμως και το “ευθύ” έχουν πάντοτε την ίδια σημασία, όλοι θα έλεγαν ότι η φιλοσοφική σοφία είναι πάντοτε η ίδια, η φρόνηση όμως είναι τώρα αυτό και ύστερα ένα άλλο πράγμα. Γιατί φρόνιμο λέει κανείς ότι είναι αυτό που σκέφτεται και μελετάει καλά τα επιμέρους θέματα που σχετίζονται με το ίδιο, – και είναι γι’ αυτό πρόθυμος κανείς να εμπιστευτεί σ’ αυτό τα δικά του επιμέρους θέματα» (1141a 7, 26-30).
Από αυτή την άποψη δε θα ήταν υπερβολή ότι και τα ζώα έχουν κάποιο είδος στοιχειώδους φρόνησης, αφού κι αυτά είναι σε θέση να γνωρίζουν αυτό που τα ωφελεί και να προβαίνουν σε ενέργειες που δείχνουν προνοητικότητα για μελλοντικούς κινδύνους: «Αυτός είναι ο λόγος που οι άνθρωποι λένε ότι φρόνηση έχουν και κάποια ζώα, αυτά δηλαδή που είναι φανερό ότι έχουν κάποια προβλεπτική ικανότητα για τη διαφύλαξη της ζωής τους» (1141a 7, 31-33). Κι αυτός είναι ακόμη ένας διαχωρισμός ανάμεσα στη φρόνηση και τη φιλοσοφία, αφού η φιλοσοφία είναι κάτι απολύτως ξένο για τα ζώα.
Όμως, πέρα από αυτά, με δεδομένο ότι η φρόνηση απαιτεί διαφορετικές πράξεις από τον κάθε άνθρωπο, έχει δηλαδή πολλές εκδοχές σε σχέση με τα συμφέροντα του ανθρώπου που εξυπηρετεί, αν ταυτιζόταν με τη φιλοσοφία, θα έλεγε κανείς ότι και η φιλοσοφία οφείλει να έχει τις αντίστοιχες εκδοχές ανάλογα με τα συμφέροντα αυτών που την εκφράζουν: «αν θα χαρακτήριζε κανείς φιλοσοφική σοφία την ικανότητα ενός ανθρώπου να αντιλαμβάνεται και να υπηρετεί τα δικά του συμφέροντα, τότε θα υπήρχαν πολλές μορφές φιλοσοφικής σοφίας». (1141a 7, 34-35).
Κάτι τέτοιο όμως δεν ισχύει. Η φιλοσοφία δε σχετίζεται με τα συμφέροντα του καθενός, αλλά με την ερμηνεία της καθολικότητας που διέπει τον άνθρωπο και τη φύση, τα επίγεια και τα ουράνια, τη ζωή και το θάνατο. Η φιλοσοφία που εκλαμβάνεται ως εργαλείο προώθησης συμφερόντων δεν είναι φιλοσοφία αλλά προπαγανδιστικός μηχανισμός και δεν έχει καμία σχέση μ’ αυτό που προτάσσει ο Αριστοτέλης. Οι διαφορετικές φιλοσοφικές απόψεις οφείλουν να τεκμηριωθούν και να βασίζονται στην εντιμότητα της διαφωνίας κι όχι στο υστερόβουλο της μετατροπής του προσωπικού συμφέροντος σε ιδεολογία.
Κι εδώ βρίσκεται και η –κατά τον Αριστοτέλη– διαφορά της φιλοσοφίας με την επιστήμη. Γιατί και η επιστήμη δεν αποβλέπει στο καθολικό, αλλά στο εξατομικευμένο παίρνοντας αναγκαστικά πολλές μορφές ανάλογα με το πού απευθύνεται: «δεν υπάρχει μόνο μία επιστήμη για το καλό όλων συνολικά των ζώων, αλλά διαφορετική για το κάθε ξεχωριστό είδος – εκτός κι αν υπάρχει μία μόνο ιατρική για όλα τα όντα!» (1141a 7, 36-38).
Ο τελικός ορισμός της φιλοσοφίας που ακολουθεί καθιστά σαφές ότι –κατά τον Αριστοτέλη πάντα– πρόκειται για την αποκορύφωση της ανθρώπινης πνευματικότητας: «Από όσα λοιπόν έχουμε πει έγινε πια φανερό ότι η φιλοσοφική σοφία είναι και επιστημονική γνώση και διανοητική αντίληψη των πιο αξιόλογων και των πιο πολύπλοκων από την άποψη της φύσης τους πραγμάτων» (1141b 7, 2-4).
Κι αυτό είναι ένας επιπλέον διαχωρισμός της φιλοσοφίας από τη φρόνηση: «Αυτός είναι ο λόγος που τον Αναξαγόρα, το Θαλή και τους όμοιούς τους οι άνθρωποι τους λένε σοφούς, όχι όμως φρόνιμους, αφού τους βλέπουν να μην ξέρουν τι είναι συμφέρον για τον εαυτό τους· λένε δηλαδή γι’ αυτούς ότι ξέρουν πράγματα μοναδικά, θαυμαστά, δυσνόητα και θεϊκά, που είναι όμως άχρηστα – με το νόημα ότι δεν ψάχνουν να βρουν τι είναι αυτό που λέμε “καλό για τον άνθρωπο”» (1141b 7, 4-9).
Η φρόνηση έχει να κάνει με την ορθή σκέψη πάνω σε ζητήματα της καθημερινότητας που ενδέχεται να υποστούν μεταβολές, ακόμη και απρόβλεπτες ή ακαριαίες: «“Άνθρωπος που σκέφτεται σωστά” είναι γενικά αυτός που, με οδηγό του τους κανόνες της λογικής, βάζει ως στόχο του το καλύτερο για τον άνθρωπο από όσα μπορούν να επιτευχθούν με τις πράξεις. Η φρόνηση, επίσης, δεν έχει ως αντικείμενό της μόνο το γενικό/καθολικό· πρέπει να γνωρίζει και τα επιμέρους, αφού έχει να κάνει με τις πράξεις, και αυτές με επιμέρους περιπτώσεις» (1141b 7, 14-19).
Με άλλα λόγια, η φρόνηση εμπεριέχει και τη γνώση· γιατί δε φτάνει να θέλει κανείς να τρώει υγιεινά, πρέπει και να ξέρει ποιες είναι οι κατάλληλες τροφές γι’ αυτό: «αν ένας άνθρωπος γνωρίζει ότι τα ελαφριά κρέατα είναι ευκολοχώνευτα και υγιεινά, αγνοεί όμως ποια κρέατα είναι ελαφριά, ο άνθρωπος αυτός δεν πρόκειται να κάνει τίποτε καλό για την υγεία του· αντίθετα, αυτός που γνωρίζει ότι τα κρέατα των πουλιών είναι ελαφριά και άρα υγιεινά, αυτός θα βοηθήσει περισσότερο από τον άλλο την υγεία του» (21-24).
Ο φρόνιμος άνθρωπος οφείλει να γνωρίζει και τα καθολικά (ότι πρέπει να τρώει υγιεινά) και τα επιμέρους (τι πρέπει να φάει). Πρέπει να ξέρει να παίρνει ορθές αποφάσεις που θα τον ωφελήσουν προνοώντας για το μέλλον. Πρέπει να επιλέγει το ορθό χωρίς να παρασύρεται από την ηδονή ή από τη λύπη. Κι αυτός δεν είναι κατ’ ανάγκη ούτε ο επιστήμονας ούτε ο φιλόσοφος. Γιατί η φρόνηση είναι συνυφασμένη με την αρετή και η πραγμάτωσή της δεν αφορά το μορφωτικό ή το διανοητικό επίπεδο, αλλά την ουσιαστική καλλιέργεια. Είναι δηλαδή θέμα παιδείας…
Αριστοτέλης, Ηθικά Νικομάχεια
Κι εδώ ακριβώς ξεκινούν οι παρανοήσεις, αφού η «καλή και ευτυχισμένη ζωή γενικά» τείνει στο ανυπολόγιστο, σε αντίθεση με την εξειδικευμένη γνώση «για την υγεία ή για τη σωματική δύναμη», που από θέση αρχής κάνει το πλαίσιο πολύ πιο συγκεκριμένο. Η φρόνηση εμπεριέχει την ορθή σκέψη («ο φρόνιμος είναι ο άνθρωπος που έχει την ικανότητα να σκέφτεται σωστά» 1140a 5, 34-35), αλλά εν τέλει δεν είναι ούτε κάτι μετρήσιμο ούτε κάτι χειροπιαστό. Εμπεριέχει τη δυνατότητα της πρόβλεψης σε σχέση με τα πράγματα που μεταβάλλονται, ώστε να είναι κανείς σε θέση να προλάβει καταστάσεις ή να επωφεληθεί από αυτές, αλλά με κανένα τρόπο δε θα μπορούσε να συμπεριληφθεί στις επιστήμες ή στις τέχνες.
Επί της ουσίας η φρόνηση δεν αποτελεί στοιχείο που μπορεί να αποδειχθεί με την αυστηρότητα της λογικής, όπως ορίζεται από την επιστημονική μεθοδολογία: «Αφού, από τη μια, η επιστημονική γνώση στηρίζεται στην απόδειξη, και απόδειξη δεν υπάρχει για πράγματα που οι βασικές αρχές τους υπόκεινται σε μεταβολή (γιατί σ’ αυτά τα πράγματα υπάρχει γενικά η δυνατότητα της μεταβολής), και αφού, από την άλλη, είναι αδύνατο να σκεφτεί κανείς για πράγματα που είναι εξανάγκης αυτό που είναι, η φρόνηση δεν μπορεί, λέω, να είναι ούτε επιστήμη ούτε τέχνη» (1140a 5, 38-40 και 1140b 5, 1-3).
Το ότι δε θα σκεφτεί κανείς «για πράγματα που είναι εξανάγκης αυτό που είναι» έχει να κάνει με τα ζητήματα που κρίνονται υπεράνω σκέψης ως αυτονόητα. Δε χρειάζεται να σκεφτεί κανείς ιδιαίτερα γιατί το χειμώνα πρέπει να φορά χοντρά ρούχα. Κι ο πιο άφρων είναι σε θέση να το καταλάβει. Σε αντίθεση όμως με την επιστήμη, η φρόνηση σχετίζεται με εκείνα τα πράγματα που «υπάρχει γενικά η δυνατότητα μεταβολής», δηλαδή με όλα όσα μπορούν να αλλάξουν χωρίς να καθορίζονται από την αποδεικτική ισχύ της επιστημονικής σκέψης.
Θα έλεγε κανείς ότι η φρόνηση εμπεριέχει τη σε βάθος κατανόηση τόσο της ζωής και της εξέλιξης της κοινωνίας σε όλα τα επίπεδα, όσο και της ψυχολογίας των άλλων ανθρώπων. Είναι αδύνατο να πάρει κανείς σωστές (φρόνιμες) αποφάσεις για τη ζωή του, αν δεν κατανοεί την πορεία των γεγονότων που τον περιβάλλουν ή τις διαθέσεις των ανθρώπων που τον περιστοιχίζουν.
Σε τελική ανάλυση ως φρόνηση μπορεί να οριστεί η δυνατότητα του ανθρώπου να διαβλέπει και να υπηρετεί με επάρκεια το συμφέρον του μέσα σ’ ένα μεταβαλλόμενο κόσμο. Και η έννοια του συμφέροντος δεν τίθεται με τη στυγνή οπτική του αμοραλισμού ή της κερδοσκοπικής αντίληψης που ταυτίζεται με τη συσσώρευση του χρήματος, αλλά με την πληρέστερη σημασία των ορθών επιλογών που θα οδηγήσουν στην ευτυχία.
Ο χρηματιστής-αρπακτικό που κατανοεί τους μηχανισμούς της σύγχρονης οικονομίας κερδίζοντας εκατομμύρια δεν είναι κατ’ ανάγκη και σώφρων, όπως δεν είναι κατ’ ανάγκη και ευτυχισμένος. Σώφρων είναι εκείνος που ξέρει να κρατά τις ισορροπίες αποδίδοντας στα πράγματα τη διάσταση που τους αξίζει. Η θεοποίηση του χρήματος δεν είναι ένδειξη σωφροσύνης, αλλά αποπροσανατολισμού και ανισορροπίας. Είναι η προοπτική της ευτυχίας μέσα από την κατανάλωση ηδονών. Κι αυτή η οπτική τείνει στο έκλυτο, δηλαδή στο ζωώδες.
Γι’ αυτό κι ως πρότυπο σωφροσύνης δεν τίθεται ούτε κάποιος πλούσιος ούτε κάποιος διαπλεκόμενος που αισχροκερδεί με τις πλάτες της εξουσίας, αλλά «ο Περικλής και οι όμοιοί του» καθιστώντας σαφές ότι η φρόνηση δεν μπορεί παρά να είναι αλληλένδετη με την αρετή: «Αυτός είναι ο λόγος που θεωρούμε ότι ο Περικλής και οι όμοιοί του είναι φρόνιμοι: γιατί μπορούν να βλέπουν τι είναι καλό για τους ίδιους και, γενικά, για τους ανθρώπους· τέτοιοι άνθρωποι θεωρούμε ότι είναι όσοι είναι ικανοί να κυβερνούν το σπιτικό τους ή την πόλη τους» (1140b 5, 9-13).
Η φράση «μπορούν να βλέπουν τι είναι καλό για τους ίδιους και, γενικά, για τους ανθρώπους» καθιστά σαφές ότι η φρόνηση είναι αλληλένδετη με τους άλλους. Είναι, δηλαδή, δυνατότητα όχι μόνο ατομικής, αλλά συνολικής ευημερίας. Εκείνος που εκλαμβάνει την άμετρη απόλαυση ηδονών ως μοναδική ευτυχία δεν μπορεί παρά να ταυτίσει τη φρόνηση με την εξασφάλιση της ανεξάντλητης καταναλωτικής δυνατότητας. Ένας τέτοιος άνθρωπος, ακόμη κι αν κάνει τους πιο πετυχημένα ορθολογικούς υπολογισμούς προκειμένου να κερδίσει, είναι αδύνατο να χαρακτηριστεί σώφρων, αφού σε τελική ανάλυση η ηδονή διαστρέφει την κρίση του.
Ο Αριστοτέλης θα θέσει τα πράγματα στην ορθή τους βάση: «Η ηδονή δηλαδή και η λύπη δεν καταστρέφουν ούτε διαστρέφουν κάθε κρίση (επιπαραδείγματι την κρίση ότι το τρίγωνο έχει ή δεν έχει τις γωνίες του ίσες με δύο ορθές), αλλά μόνο αυτές που σχετίζονται με την (ηθική) πράξη. Γιατί οι αρχές/τα αίτια των (ηθικών) πράξεων είναι ο τελικός σκοπός για τον οποίο αυτές πράττονται. Ο άνθρωπος όμως που έχει διαφθαρεί από την ηδονή ή τη λύπη παύει αμέσως να βλέπει την αρχή· παύει δηλαδή να βλέπει ότι ό,τι επιλέγει και ό,τι πράττει πρέπει να το επιλέγει και να το πράττει για χάρη αυτού του σκοπού ή εξαιτίας του» (1140b 5, 15-22).
Με άλλα λόγια, ο αποδεικτικός λόγος της επιστήμης δε σχετίζεται με τη φρόνηση. Το ότι μπορεί κανείς να καταλάβει και να εφαρμόσει τους κανόνες της τριγωνομετρίας δε σημαίνει ότι διέπεται κι από την αρετή της μεσότητας. Δε σημαίνει, δηλαδή, ότι θα παίρνει κι ορθές αποφάσεις για τη ζωή του χωρίς να παρασύρεται από την ηδονή ή τη λύπη. Είναι πλέον σαφές ότι άλλο επιστήμων κι άλλο σώφρων. Ο επιστήμονας μπορεί να διαφθαρεί από τις ηδονές, ενώ ο σώφρων όχι (αλλιώς δε θα ήταν σώφρων).
Ο επιστήμονας που ασκεί την επιστήμη του χωρίς φρόνηση είναι σε θέση να την υποτάξει στην υπηρεσία των παθών του διαστρέφοντας την ίδια την έννοιά της. Ενδέχεται να την εναποθέσει προς την επίτευξη οποιουδήποτε σκοπού, αρκεί να του υποσχεθούν χρήμα. Η πόλη που αποδέχεται αυτή τη λογική ως κάτι φυσιολογικό είναι η πόλη που έχει μετατρέψει τη διαφθορά των ηδονών σε επικρατούσα αξία. Κι όταν προβάλλονται ως πρότυπα τέτοιου είδους επιστήμονες, τότε η αφροσύνη είναι η κοινωνική αξία που ξεπερνά όλες τις άλλες. Κι αυτή είναι η έσχατη μορφή ισοπέδωσης.
Αφού κατέστη σαφές ότι η φρόνηση δεν αφορά τις επιστήμες, αυτό που μένει είναι ο διαχωρισμός της και από τις τέχνες: «Μεταξύ των πραγμάτων που επιδέχονται μεταβολή μπορούμε να διακρίνουμε αυτά που κατασκευάζονται και αυτά που πράττονται: άλλο πράγμα η κατασκευή κι άλλο η πράξη» (1140a 4, 1-2). Κατανοώντας ότι η φρόνηση δεν αφορά την κατασκευή αλλά την πράξη (δεν ανήκει δηλαδή στην κατασκευαστική αλλά στην πρακτική έξη, που είναι διαφορετικές και δεν εμπεριέχεται η μία στην άλλη), είναι σαφές ότι αυτό που πρέπει να διερευνηθεί αφορά το κατά πόσο οι τέχνες ανήκουν στις κατασκευαστικές ή στις πρακτικές έξεις.
Ο Αριστοτέλης θα φέρει το παράδειγμα του οικοδόμου: «Δεδομένου, τώρα, ότι η οικοδομική είναι μια τέχνη και ουσιαστικά είναι μια έλλογη κατασκευαστική έξη, και δεδομένου ότι δεν υπάρχει τέχνη που να μην είναι μια έλλογη κατασκευαστική έξη, ούτε καμιά αυτού του είδους έξη που να μην είναι τέχνη, θα πει ότι “τέχνη” και “κατασκευαστική έξη που καθοδηγείται από μια αληθινή λογική” ταυτίζονται» (1140a 4, 7-11).
Κι όχι μόνο αυτό: «Κάθε τέχνη έχει να κάνει με τη γένεση ενός πράγματος, με την επινόηση των απαραίτητων γι’ αυτό μέσων και την εξέταση του πώς μπορεί να έρθει στην ύπαρξη κάτι από αυτά που μπορούν να υπάρξουν ή να μην υπάρξουν και που η αρχή τους βρίσκεται στον κατασκευαστή και όχι στο παραγόμενο προϊόν» (1140a 4, 12-15).
Το συμπέρασμα είναι προφανές: «Αφού λοιπόν η κατασκευή και η πράξη είναι δύο διαφορετικά πράγματα, αναγκαστικά η τέχνη πρέπει να έχει σχέση με την κατασκευή, όχι με την πράξη» (1140a 4, 17-19). Κι αν αυτό δεν είναι αρκετό, ο Αριστοτέλης θα προχωρήσει στην τελική σύνοψη: «Η τέχνη λοιπόν είναι, όπως είπαμε, μια έλλογη κατασκευαστική έξη· αντίθετα, η α-τεχνία είναι μια κατασκευαστική έξη που καθοδηγείται από μια λανθασμένη λογική» (1140a 4, 23-25). Είναι πλέον σαφές ότι η φρόνηση ως πρακτική έξη «δεν μπορεί να είναι τέχνη, γιατί άλλο είναι το γένος της πράξης και άλλο το γένος της κατασκευής» (1140b 5, 4-5).
Οι επιστήμες αφορούν πράγματα που δε μεταβάλλονται και λειτουργούν με βάση την αυστηρότητα της απόδειξης των συλλογισμών, ενώ η φρόνηση αφορά πράγματα που μεταβάλλονται και δεν μπορεί να τεκμηριωθεί με τον τρόπο που ορίζουν οι επιστήμες. Από την άλλη, οι τέχνες αφορούν πράγματα που μεταβάλλονται, αλλά έχουν να κάνουν με την κατασκευαστική κι όχι με την πρακτική έξη. Αυτό που συσχετίζει τις τρεις αυτές έννοιες (επιστήμη – τέχνες – φρόνηση) είναι η λογική, καθώς όλες διέπονται από την έλλογη δράση. Πέρα από αυτό, όμως, δεν υπάρχει κανένας άλλος συσχετισμός. Από αυτή την άποψη καθίσταται και πάλι σαφές ότι, όπως ένας επιστήμονας (ακόμη και ο καλύτερος του είδους του) δε διέπεται κατ’ ανάγκη από σωφροσύνη, έτσι κι ένας τεχνίτης (ή και καλλιτέχνης), ακόμη κι ο πιο διαπρεπής, δεν είναι κατ’ ανάγκη σώφρων.
Από την άλλη, η φρόνηση δεν μπορεί να ταυτιστεί ούτε με τη φιλοσοφία, αφενός γιατί η φιλοσοφία (όπως και η επιστήμη) οφείλει να αποδείξει με αυστηρότητα αυτά που ισχυρίζεται («γνώρισμα του φιλοσόφου είναι να έχει απόδειξη για ορισμένα πράγματα» 1141a 6, 3-4), και αφετέρου γιατί η φιλοσοφία οφείλει να ασχοληθεί με τις καθολικές αλήθειες που διέπουν το σύμπαν, ενώ η φρόνηση με τις πράξεις που θα είναι ωφέλιμες στον άνθρωπο: «Αν λοιπόν το “υγιεινό” και το “καλό” είναι άλλο για τους ανθρώπους και άλλο για τα ψάρια, το “λευκό” όμως και το “ευθύ” έχουν πάντοτε την ίδια σημασία, όλοι θα έλεγαν ότι η φιλοσοφική σοφία είναι πάντοτε η ίδια, η φρόνηση όμως είναι τώρα αυτό και ύστερα ένα άλλο πράγμα. Γιατί φρόνιμο λέει κανείς ότι είναι αυτό που σκέφτεται και μελετάει καλά τα επιμέρους θέματα που σχετίζονται με το ίδιο, – και είναι γι’ αυτό πρόθυμος κανείς να εμπιστευτεί σ’ αυτό τα δικά του επιμέρους θέματα» (1141a 7, 26-30).
Από αυτή την άποψη δε θα ήταν υπερβολή ότι και τα ζώα έχουν κάποιο είδος στοιχειώδους φρόνησης, αφού κι αυτά είναι σε θέση να γνωρίζουν αυτό που τα ωφελεί και να προβαίνουν σε ενέργειες που δείχνουν προνοητικότητα για μελλοντικούς κινδύνους: «Αυτός είναι ο λόγος που οι άνθρωποι λένε ότι φρόνηση έχουν και κάποια ζώα, αυτά δηλαδή που είναι φανερό ότι έχουν κάποια προβλεπτική ικανότητα για τη διαφύλαξη της ζωής τους» (1141a 7, 31-33). Κι αυτός είναι ακόμη ένας διαχωρισμός ανάμεσα στη φρόνηση και τη φιλοσοφία, αφού η φιλοσοφία είναι κάτι απολύτως ξένο για τα ζώα.
Όμως, πέρα από αυτά, με δεδομένο ότι η φρόνηση απαιτεί διαφορετικές πράξεις από τον κάθε άνθρωπο, έχει δηλαδή πολλές εκδοχές σε σχέση με τα συμφέροντα του ανθρώπου που εξυπηρετεί, αν ταυτιζόταν με τη φιλοσοφία, θα έλεγε κανείς ότι και η φιλοσοφία οφείλει να έχει τις αντίστοιχες εκδοχές ανάλογα με τα συμφέροντα αυτών που την εκφράζουν: «αν θα χαρακτήριζε κανείς φιλοσοφική σοφία την ικανότητα ενός ανθρώπου να αντιλαμβάνεται και να υπηρετεί τα δικά του συμφέροντα, τότε θα υπήρχαν πολλές μορφές φιλοσοφικής σοφίας». (1141a 7, 34-35).
Κάτι τέτοιο όμως δεν ισχύει. Η φιλοσοφία δε σχετίζεται με τα συμφέροντα του καθενός, αλλά με την ερμηνεία της καθολικότητας που διέπει τον άνθρωπο και τη φύση, τα επίγεια και τα ουράνια, τη ζωή και το θάνατο. Η φιλοσοφία που εκλαμβάνεται ως εργαλείο προώθησης συμφερόντων δεν είναι φιλοσοφία αλλά προπαγανδιστικός μηχανισμός και δεν έχει καμία σχέση μ’ αυτό που προτάσσει ο Αριστοτέλης. Οι διαφορετικές φιλοσοφικές απόψεις οφείλουν να τεκμηριωθούν και να βασίζονται στην εντιμότητα της διαφωνίας κι όχι στο υστερόβουλο της μετατροπής του προσωπικού συμφέροντος σε ιδεολογία.
Κι εδώ βρίσκεται και η –κατά τον Αριστοτέλη– διαφορά της φιλοσοφίας με την επιστήμη. Γιατί και η επιστήμη δεν αποβλέπει στο καθολικό, αλλά στο εξατομικευμένο παίρνοντας αναγκαστικά πολλές μορφές ανάλογα με το πού απευθύνεται: «δεν υπάρχει μόνο μία επιστήμη για το καλό όλων συνολικά των ζώων, αλλά διαφορετική για το κάθε ξεχωριστό είδος – εκτός κι αν υπάρχει μία μόνο ιατρική για όλα τα όντα!» (1141a 7, 36-38).
Ο τελικός ορισμός της φιλοσοφίας που ακολουθεί καθιστά σαφές ότι –κατά τον Αριστοτέλη πάντα– πρόκειται για την αποκορύφωση της ανθρώπινης πνευματικότητας: «Από όσα λοιπόν έχουμε πει έγινε πια φανερό ότι η φιλοσοφική σοφία είναι και επιστημονική γνώση και διανοητική αντίληψη των πιο αξιόλογων και των πιο πολύπλοκων από την άποψη της φύσης τους πραγμάτων» (1141b 7, 2-4).
Κι αυτό είναι ένας επιπλέον διαχωρισμός της φιλοσοφίας από τη φρόνηση: «Αυτός είναι ο λόγος που τον Αναξαγόρα, το Θαλή και τους όμοιούς τους οι άνθρωποι τους λένε σοφούς, όχι όμως φρόνιμους, αφού τους βλέπουν να μην ξέρουν τι είναι συμφέρον για τον εαυτό τους· λένε δηλαδή γι’ αυτούς ότι ξέρουν πράγματα μοναδικά, θαυμαστά, δυσνόητα και θεϊκά, που είναι όμως άχρηστα – με το νόημα ότι δεν ψάχνουν να βρουν τι είναι αυτό που λέμε “καλό για τον άνθρωπο”» (1141b 7, 4-9).
Η φρόνηση έχει να κάνει με την ορθή σκέψη πάνω σε ζητήματα της καθημερινότητας που ενδέχεται να υποστούν μεταβολές, ακόμη και απρόβλεπτες ή ακαριαίες: «“Άνθρωπος που σκέφτεται σωστά” είναι γενικά αυτός που, με οδηγό του τους κανόνες της λογικής, βάζει ως στόχο του το καλύτερο για τον άνθρωπο από όσα μπορούν να επιτευχθούν με τις πράξεις. Η φρόνηση, επίσης, δεν έχει ως αντικείμενό της μόνο το γενικό/καθολικό· πρέπει να γνωρίζει και τα επιμέρους, αφού έχει να κάνει με τις πράξεις, και αυτές με επιμέρους περιπτώσεις» (1141b 7, 14-19).
Με άλλα λόγια, η φρόνηση εμπεριέχει και τη γνώση· γιατί δε φτάνει να θέλει κανείς να τρώει υγιεινά, πρέπει και να ξέρει ποιες είναι οι κατάλληλες τροφές γι’ αυτό: «αν ένας άνθρωπος γνωρίζει ότι τα ελαφριά κρέατα είναι ευκολοχώνευτα και υγιεινά, αγνοεί όμως ποια κρέατα είναι ελαφριά, ο άνθρωπος αυτός δεν πρόκειται να κάνει τίποτε καλό για την υγεία του· αντίθετα, αυτός που γνωρίζει ότι τα κρέατα των πουλιών είναι ελαφριά και άρα υγιεινά, αυτός θα βοηθήσει περισσότερο από τον άλλο την υγεία του» (21-24).
Ο φρόνιμος άνθρωπος οφείλει να γνωρίζει και τα καθολικά (ότι πρέπει να τρώει υγιεινά) και τα επιμέρους (τι πρέπει να φάει). Πρέπει να ξέρει να παίρνει ορθές αποφάσεις που θα τον ωφελήσουν προνοώντας για το μέλλον. Πρέπει να επιλέγει το ορθό χωρίς να παρασύρεται από την ηδονή ή από τη λύπη. Κι αυτός δεν είναι κατ’ ανάγκη ούτε ο επιστήμονας ούτε ο φιλόσοφος. Γιατί η φρόνηση είναι συνυφασμένη με την αρετή και η πραγμάτωσή της δεν αφορά το μορφωτικό ή το διανοητικό επίπεδο, αλλά την ουσιαστική καλλιέργεια. Είναι δηλαδή θέμα παιδείας…
Αριστοτέλης, Ηθικά Νικομάχεια
Ανθολόγιο Αττικής Πεζογραφίας
ΞΕΝΟΦΩΝ, ΕΛΛΗΝΙΚΑ
ΞΕΝ Ελλ 2.2.1–2.2.23
Ο Λύσανδρος συνέτριψε τους Αθηναίους στους Αιγός ποταμούς (405 π.Χ.). Από την καταστροφή γλίτωσαν μόνο εννέα αθηναϊκά πλοία με τα πληρώματά τους. Ένα από αυτά, η Πάραλος, κατευθύνθηκε προς την Αθήνα, για να αναγγείλει το τραγικό για τους Αθηναίους νέο, ενώ ο Λύσανδρος μετέβη στη Λάμψακο, πόλη που είχε καταλάβει λίγες ημέρες πριν.
[2.2.1] Ἐπεὶ δὲ τὰ ἐν τῇ Λαμψάκῳ κατεστήσατο, ἔπλει ἐπὶ τὸ
Βυζάντιον καὶ Καλχηδόνα. οἱ δ’ αὐτὸν ὑπεδέχοντο, τοὺς
τῶν Ἀθηναίων φρουροὺς ὑποσπόνδους ἀφέντες. οἱ δὲ
προδόντες Ἀλκιβιάδῃ τὸ Βυζάντιον τότε μὲν ἔφυγον εἰς
τὸν Πόντον, ὕστερον δ’ εἰς Ἀθήνας καὶ ἐγένοντο Ἀθηναῖοι.
[2.2.2] Λύσανδρος δὲ τούς τε φρουροὺς τῶν Ἀθηναίων καὶ εἴ τινά
που ἄλλον ἴδοι Ἀθηναῖον, ἀπέπεμπεν εἰς τὰς Ἀθήνας,
διδοὺς ἐκεῖσε μόνον πλέουσιν ἀσφάλειαν, ἄλλοθι δ’ οὔ,
εἰδὼς ὅτι ὅσῳ ἂν πλείους συλλεγῶσιν εἰς τὸ ἄστυ καὶ τὸν
Πειραιᾶ, θᾶττον τῶν ἐπιτηδείων ἔνδειαν ἔσεσθαι. κατα-
λιπὼν δὲ Βυζαντίου καὶ Καλχηδόνος Σθενέλαον ἁρμοστὴν
Λάκωνα, αὐτὸς ἀποπλεύσας εἰς Λάμψακον τὰς ναῦς ἐπε-
σκεύαζεν.
[2.2.3] Ἐν δὲ ταῖς Ἀθήναις τῆς Παράλου ἀφικομένης νυκτὸς
ἐλέγετο ἡ συμφορά, καὶ οἰμωγὴ ἐκ τοῦ Πειραιῶς διὰ τῶν
μακρῶν τειχῶν εἰς ἄστυ διῆκεν, ὁ ἕτερος τῷ ἑτέρῳ παραγ-
γέλλων· ὥστ’ ἐκείνης τῆς νυκτὸς οὐδεὶς ἐκοιμήθη, οὐ μόνον
τοὺς ἀπολωλότας πενθοῦντες, ἀλλὰ πολὺ μᾶλλον ἔτι αὐτοὶ
ἑαυτούς, πείσεσθαι νομίζοντες οἷα ἐποίησαν Μηλίους τε
Λακεδαιμονίων ἀποίκους ὄντας, κρατήσαντες πολιορκίᾳ, καὶ
Ἱστιαιέας καὶ Σκιωναίους καὶ Τορωναίους καὶ Αἰγινήτας καὶ
ἄλλους πολλοὺς τῶν Ἑλλήνων. [2.2.4] τῇ δ’ ὑστεραίᾳ ἐκκλησίαν
ἐποίησαν, ἐν ᾗ ἔδοξε τούς τε λιμένας ἀποχῶσαι πλὴν ἑνὸς
καὶ τὰ τείχη εὐτρεπίζειν καὶ φυλακὰς ἐφιστάναι καὶ τἆλλα
πάντα ὡς εἰς πολιορκίαν παρασκευάζειν τὴν πόλιν.
καὶ οὗτοι μὲν περὶ ταῦτα ἦσαν.
[2.2.5] Λύσανδρος δ’ ἐκ τοῦ Ἑλλησπόντου ναυσὶ διακοσίαις
ἀφικόμενος εἰς Λέσβον κατεσκευάσατο τάς τε ἄλλας πόλεις
ἐν αὐτῇ καὶ Μυτιλήνην· εἰς δὲ τὰ ἐπὶ Θρᾴκης χωρία ἔπεμψε
δέκα τριήρεις ἔχοντα Ἐτεόνικον, ὃς τὰ ἐκεῖ πάντα πρὸς
Λακεδαιμονίους μετέστησεν. [2.2.6] εὐθὺς δὲ καὶ ἡ ἄλλη Ἑλλὰς
ἀφειστήκει Ἀθηναίων μετὰ τὴν ναυμαχίαν πλὴν Σαμίων·
οὗτοι δὲ σφαγὰς τῶν γνωρίμων ποιήσαντες κατεῖχον τὴν
πόλιν. [2.2.7] Λύσανδρος δὲ μετὰ ταῦτα ἔπεμψε πρὸς Ἆγίν τε
εἰς Δεκέλειαν καὶ εἰς Λακεδαίμονα ὅτι προσπλεῖ σὺν δια-
κοσίαις ναυσί. Λακεδαιμόνιοι δ’ ἐξῇσαν πανδημεὶ καὶ οἱ
ἄλλοι Πελοποννήσιοι πλὴν Ἀργείων, παραγγείλαντος τοῦ
ἑτέρου Λακεδαιμονίων βασιλέως Παυσανίου. [2.2.8] ἐπεὶ δ’ ἅπαν-
τες ἡθροίσθησαν, ἀναλαβὼν αὐτοὺς πρὸς τὴν πόλιν ἐστρα-
τοπέδευσεν ἐν τῇ Ἀκαδημείᾳ [τῷ καλουμένῳ γυμνασίῳ].
[2.2.9] Λύσανδρος δὲ ἀφικόμενος εἰς Αἴγιναν ἀπέδωκε τὴν πόλιν
Αἰγινήταις, ὅσους ἐδύνατο πλείστους αὐτῶν ἁθροίσας, ὡς δ’
αὔτως καὶ Μηλίοις καὶ τοῖς ἄλλοις ὅσοι τῆς αὑτῶν ἐστέ-
ροντο. μετὰ δὲ τοῦτο δῃώσας Σαλαμῖνα ὡρμίσατο πρὸς
τὸν Πειραιᾶ ναυσὶ πεντήκοντα καὶ ἑκατόν, καὶ τὰ πλοῖα
εἶργε τοῦ εἴσπλου.
[2.2.10] Οἱ δ’ Ἀθηναῖοι πολιορκούμενοι κατὰ γῆν καὶ κατὰ θάλατ-
ταν ἠπόρουν τί χρὴ ποιεῖν, οὔτε νεῶν οὔτε συμμάχων αὐτοῖς
ὄντων οὔτε σίτου· ἐνόμιζον δὲ οὐδεμίαν εἶναι σωτηρίαν †εἰ
μὴ παθεῖν ἃ οὐ τιμωρούμενοι ἐποίησαν, ἀλλὰ διὰ τὴν ὕβριν
ἠδίκουν ἀνθρώπους μικροπολίτας οὐδ’ ἐπὶ μιᾷ αἰτίᾳ ἑτέρᾳ ἢ
ὅτι ἐκείνοις συνεμάχουν. [2.2.11] διὰ ταῦτα τοὺς ἀτίμους ἐπιτίμους
ποιήσαντες ἐκαρτέρουν, καὶ ἀποθνῃσκόντων ἐν τῇ πόλει λιμῷ
πολλῶν οὐ διελέγοντο περὶ διαλλαγῆς. ἐπεὶ δὲ παντελῶς
ἤδη ὁ σῖτος ἐπελελοίπει, ἔπεμψαν πρέσβεις παρ’ Ἆγιν,
βουλόμενοι σύμμαχοι εἶναι Λακεδαιμονίοις ἔχοντες τὰ τείχη
καὶ τὸν Πειραιᾶ, καὶ ἐπὶ τούτοις συνθήκας ποιεῖσθαι. [2.2.12] ὁ δὲ
αὐτοὺς εἰς Λακεδαίμονα ἐκέλευεν ἰέναι· οὐ γὰρ εἶναι κύριος
αὐτός. ἐπεὶ δ’ ἀπήγγειλαν οἱ πρέσβεις ταῦτα τοῖς Ἀθη-
ναίοις, ἔπεμψαν αὐτοὺς εἰς Λακεδαίμονα. [2.2.13] οἱ δ’ ἐπεὶ ἦσαν
ἐν Σελλασίᾳ [πλησίον τῆς Λακωνικῆς] καὶ ἐπύθοντο οἱ ἔφοροι
αὐτῶν ἃ ἔλεγον, ὄντα οἷάπερ καὶ πρὸς Ἆγιν, αὐτόθεν αὐ-
τοὺς ἐκέλευον ἀπιέναι, καὶ εἴ τι δέονται εἰρήνης, κάλλιον
ἥκειν βουλευσαμένους. [2.2.14] οἱ δὲ πρέσβεις ἐπεὶ ἧκον οἴκαδε
καὶ ἀπήγγειλαν ταῦτα εἰς τὴν πόλιν, ἀθυμία ἐνέπεσε πᾶσιν·
ᾤοντο γὰρ ἀνδραποδισθήσεσθαι, καὶ ἕως ἂν πέμπωσιν ἑτέ-
ρους πρέσβεις, πολλοὺς τῷ λιμῷ ἀπολεῖσθαι. [2.2.15] περὶ δὲ τῶν
τειχῶν τῆς καθαιρέσεως οὐδεὶς ἐβούλετο συμβουλεύειν· Ἀρ-
χέστρατος γὰρ εἰπὼν ἐν τῇ βουλῇ Λακεδαιμονίοις κράτιστον
εἶναι ἐφ’ οἷς προὐκαλοῦντο εἰρήνην ποιεῖσθαι, ἐδέθη· προὐ-
καλοῦντο δὲ τῶν μακρῶν τειχῶν ἐπὶ δέκα σταδίους καθελεῖν
ἑκατέρου· ἐγένετο δὲ ψήφισμα μὴ ἐξεῖναι περὶ τούτων συμ-
βουλεύειν. [2.2.16] τοιούτων δὲ ὄντων Θηραμένης εἶπεν ἐν ἐκκλησίᾳ
ὅτι εἰ βούλονται αὐτὸν πέμψαι παρὰ Λύσανδρον, εἰδὼς ἥξει
Λακεδαιμονίους πότερον ἐξανδραποδίσασθαι τὴν πόλιν βουλό-
μενοι ἀντέχουσι περὶ τῶν τειχῶν ἢ πίστεως ἕνεκα. πεμφθεὶς
δὲ διέτριβε παρὰ Λυσάνδρῳ τρεῖς μῆνας καὶ πλείω, ἐπιτηρῶν
ὁπότε Ἀθηναῖοι ἔμελλον διὰ τὸ ἐπιλελοιπέναι τὸν σῖτον
ἅπαντα ὅ τι τις λέγοι ὁμολογήσειν. [2.2.17] ἐπεὶ δὲ ἧκε τετάρτῳ
μηνί, ἀπήγγειλεν ἐν ἐκκλησίᾳ ὅτι αὐτὸν Λύσανδρος τέως
μὲν κατέχοι, εἶτα κελεύοι εἰς Λακεδαίμονα ἰέναι· οὐ γὰρ
εἶναι κύριος ὧν ἐρωτῷτο ὑπ’ αὐτοῦ, ἀλλὰ τοὺς ἐφόρους.
μετὰ ταῦτα ᾑρέθη πρεσβευτὴς εἰς Λακεδαίμονα αὐτοκράτωρ
δέκατος αὐτός. [2.2.18] Λύσανδρος δὲ τοῖς ἐφόροις ἔπεμψεν ἀγγε-
λοῦντα μετ’ ἄλλων Λακεδαιμονίων Ἀριστοτέλην, φυγάδα
Ἀθηναῖον ὄντα, ὅτι ἀποκρίναιτο Θηραμένει ἐκείνους κυρίους
εἶναι εἰρήνης καὶ πολέμου. [2.2.19] Θηραμένης δὲ καὶ οἱ ἄλλοι
πρέσβεις ἐπεὶ ἦσαν ἐν Σελλασίᾳ, ἐρωτώμενοι δὲ ἐπὶ τίνι
λόγῳ ἥκοιεν εἶπον ὅτι αὐτοκράτορες περὶ εἰρήνης, μετὰ ταῦτα
οἱ ἔφοροι καλεῖν ἐκέλευον αὐτούς. ἐπεὶ δ’ ἧκον, ἐκκλησίαν
ἐποίησαν, ἐν ᾗ ἀντέλεγον Κορίνθιοι καὶ Θηβαῖοι μάλιστα,
πολλοὶ δὲ καὶ ἄλλοι τῶν Ἑλλήνων, μὴ σπένδεσθαι Ἀθη-
ναίοις, ἀλλ’ ἐξαιρεῖν. [2.2.20] Λακεδαιμόνιοι δὲ οὐκ ἔφασαν πόλιν
Ἑλληνίδα ἀνδραποδιεῖν μέγα ἀγαθὸν εἰργασμένην ἐν τοῖς
μεγίστοις κινδύνοις γενομένοις τῇ Ἑλλάδι, ἀλλ’ ἐποιοῦντο
εἰρήνην ἐφ’ ᾧ τά τε μακρὰ τείχη καὶ τὸν Πειραιᾶ καθελόντας
καὶ τὰς ναῦς πλὴν δώδεκα παραδόντας καὶ τοὺς φυγάδας
καθέντας τὸν αὐτὸν ἐχθρὸν καὶ φίλον νομίζοντας Λακεδαι-
μονίοις ἕπεσθαι καὶ κατὰ γῆν καὶ κατὰ θάλατταν ὅποι ἂν
ἡγῶνται. [2.2.21] Θηραμένης δὲ καὶ οἱ σὺν αὐτῷ πρέσβεις ἐπαν-
έφερον ταῦτα εἰς τὰς Ἀθήνας. εἰσιόντας δ’ αὐτοὺς ὄχλος
περιεχεῖτο πολύς, φοβούμενοι μὴ ἄπρακτοι ἥκοιεν· οὐ γὰρ
ἔτι ἐνεχώρει μέλλειν διὰ τὸ πλῆθος τῶν ἀπολλυμένων τῷ
λιμῷ. [2.2.22] τῇ δὲ ὑστεραίᾳ ἀπήγγελλον οἱ πρέσβεις ἐφ’ οἷς οἱ
Λακεδαιμόνιοι ποιοῖντο τὴν εἰρήνην· προηγόρει δὲ αὐτῶν
Θηραμένης, λέγων ὡς χρὴ πείθεσθαι Λακεδαιμονίοις καὶ τὰ
τείχη περιαιρεῖν. ἀντειπόντων δέ τινων αὐτῷ, πολὺ δὲ
πλειόνων συνεπαινεσάντων, ἔδοξε δέχεσθαι τὴν εἰρήνην.
[2.2.23] μετὰ δὲ ταῦτα Λύσανδρός τε κατέπλει εἰς τὸν Πειραιᾶ καὶ
οἱ φυγάδες κατῇσαν καὶ τὰ τείχη κατέσκαπτον ὑπ’ αὐλητρί-
δων πολλῇ προθυμίᾳ, νομίζοντες ἐκείνην τὴν ἡμέραν τῇ
Ἑλλάδι ἄρχειν τῆς ἐλευθερίας.
ΞΕΝ Ελλ 2.2.1–2.2.23
Πολιορκία και συνθηκολόγηση της Αθήνας
Ο Λύσανδρος συνέτριψε τους Αθηναίους στους Αιγός ποταμούς (405 π.Χ.). Από την καταστροφή γλίτωσαν μόνο εννέα αθηναϊκά πλοία με τα πληρώματά τους. Ένα από αυτά, η Πάραλος, κατευθύνθηκε προς την Αθήνα, για να αναγγείλει το τραγικό για τους Αθηναίους νέο, ενώ ο Λύσανδρος μετέβη στη Λάμψακο, πόλη που είχε καταλάβει λίγες ημέρες πριν.
[2.2.1] Ἐπεὶ δὲ τὰ ἐν τῇ Λαμψάκῳ κατεστήσατο, ἔπλει ἐπὶ τὸ
Βυζάντιον καὶ Καλχηδόνα. οἱ δ’ αὐτὸν ὑπεδέχοντο, τοὺς
τῶν Ἀθηναίων φρουροὺς ὑποσπόνδους ἀφέντες. οἱ δὲ
προδόντες Ἀλκιβιάδῃ τὸ Βυζάντιον τότε μὲν ἔφυγον εἰς
τὸν Πόντον, ὕστερον δ’ εἰς Ἀθήνας καὶ ἐγένοντο Ἀθηναῖοι.
[2.2.2] Λύσανδρος δὲ τούς τε φρουροὺς τῶν Ἀθηναίων καὶ εἴ τινά
που ἄλλον ἴδοι Ἀθηναῖον, ἀπέπεμπεν εἰς τὰς Ἀθήνας,
διδοὺς ἐκεῖσε μόνον πλέουσιν ἀσφάλειαν, ἄλλοθι δ’ οὔ,
εἰδὼς ὅτι ὅσῳ ἂν πλείους συλλεγῶσιν εἰς τὸ ἄστυ καὶ τὸν
Πειραιᾶ, θᾶττον τῶν ἐπιτηδείων ἔνδειαν ἔσεσθαι. κατα-
λιπὼν δὲ Βυζαντίου καὶ Καλχηδόνος Σθενέλαον ἁρμοστὴν
Λάκωνα, αὐτὸς ἀποπλεύσας εἰς Λάμψακον τὰς ναῦς ἐπε-
σκεύαζεν.
[2.2.3] Ἐν δὲ ταῖς Ἀθήναις τῆς Παράλου ἀφικομένης νυκτὸς
ἐλέγετο ἡ συμφορά, καὶ οἰμωγὴ ἐκ τοῦ Πειραιῶς διὰ τῶν
μακρῶν τειχῶν εἰς ἄστυ διῆκεν, ὁ ἕτερος τῷ ἑτέρῳ παραγ-
γέλλων· ὥστ’ ἐκείνης τῆς νυκτὸς οὐδεὶς ἐκοιμήθη, οὐ μόνον
τοὺς ἀπολωλότας πενθοῦντες, ἀλλὰ πολὺ μᾶλλον ἔτι αὐτοὶ
ἑαυτούς, πείσεσθαι νομίζοντες οἷα ἐποίησαν Μηλίους τε
Λακεδαιμονίων ἀποίκους ὄντας, κρατήσαντες πολιορκίᾳ, καὶ
Ἱστιαιέας καὶ Σκιωναίους καὶ Τορωναίους καὶ Αἰγινήτας καὶ
ἄλλους πολλοὺς τῶν Ἑλλήνων. [2.2.4] τῇ δ’ ὑστεραίᾳ ἐκκλησίαν
ἐποίησαν, ἐν ᾗ ἔδοξε τούς τε λιμένας ἀποχῶσαι πλὴν ἑνὸς
καὶ τὰ τείχη εὐτρεπίζειν καὶ φυλακὰς ἐφιστάναι καὶ τἆλλα
πάντα ὡς εἰς πολιορκίαν παρασκευάζειν τὴν πόλιν.
καὶ οὗτοι μὲν περὶ ταῦτα ἦσαν.
[2.2.5] Λύσανδρος δ’ ἐκ τοῦ Ἑλλησπόντου ναυσὶ διακοσίαις
ἀφικόμενος εἰς Λέσβον κατεσκευάσατο τάς τε ἄλλας πόλεις
ἐν αὐτῇ καὶ Μυτιλήνην· εἰς δὲ τὰ ἐπὶ Θρᾴκης χωρία ἔπεμψε
δέκα τριήρεις ἔχοντα Ἐτεόνικον, ὃς τὰ ἐκεῖ πάντα πρὸς
Λακεδαιμονίους μετέστησεν. [2.2.6] εὐθὺς δὲ καὶ ἡ ἄλλη Ἑλλὰς
ἀφειστήκει Ἀθηναίων μετὰ τὴν ναυμαχίαν πλὴν Σαμίων·
οὗτοι δὲ σφαγὰς τῶν γνωρίμων ποιήσαντες κατεῖχον τὴν
πόλιν. [2.2.7] Λύσανδρος δὲ μετὰ ταῦτα ἔπεμψε πρὸς Ἆγίν τε
εἰς Δεκέλειαν καὶ εἰς Λακεδαίμονα ὅτι προσπλεῖ σὺν δια-
κοσίαις ναυσί. Λακεδαιμόνιοι δ’ ἐξῇσαν πανδημεὶ καὶ οἱ
ἄλλοι Πελοποννήσιοι πλὴν Ἀργείων, παραγγείλαντος τοῦ
ἑτέρου Λακεδαιμονίων βασιλέως Παυσανίου. [2.2.8] ἐπεὶ δ’ ἅπαν-
τες ἡθροίσθησαν, ἀναλαβὼν αὐτοὺς πρὸς τὴν πόλιν ἐστρα-
τοπέδευσεν ἐν τῇ Ἀκαδημείᾳ [τῷ καλουμένῳ γυμνασίῳ].
[2.2.9] Λύσανδρος δὲ ἀφικόμενος εἰς Αἴγιναν ἀπέδωκε τὴν πόλιν
Αἰγινήταις, ὅσους ἐδύνατο πλείστους αὐτῶν ἁθροίσας, ὡς δ’
αὔτως καὶ Μηλίοις καὶ τοῖς ἄλλοις ὅσοι τῆς αὑτῶν ἐστέ-
ροντο. μετὰ δὲ τοῦτο δῃώσας Σαλαμῖνα ὡρμίσατο πρὸς
τὸν Πειραιᾶ ναυσὶ πεντήκοντα καὶ ἑκατόν, καὶ τὰ πλοῖα
εἶργε τοῦ εἴσπλου.
[2.2.10] Οἱ δ’ Ἀθηναῖοι πολιορκούμενοι κατὰ γῆν καὶ κατὰ θάλατ-
ταν ἠπόρουν τί χρὴ ποιεῖν, οὔτε νεῶν οὔτε συμμάχων αὐτοῖς
ὄντων οὔτε σίτου· ἐνόμιζον δὲ οὐδεμίαν εἶναι σωτηρίαν †εἰ
μὴ παθεῖν ἃ οὐ τιμωρούμενοι ἐποίησαν, ἀλλὰ διὰ τὴν ὕβριν
ἠδίκουν ἀνθρώπους μικροπολίτας οὐδ’ ἐπὶ μιᾷ αἰτίᾳ ἑτέρᾳ ἢ
ὅτι ἐκείνοις συνεμάχουν. [2.2.11] διὰ ταῦτα τοὺς ἀτίμους ἐπιτίμους
ποιήσαντες ἐκαρτέρουν, καὶ ἀποθνῃσκόντων ἐν τῇ πόλει λιμῷ
πολλῶν οὐ διελέγοντο περὶ διαλλαγῆς. ἐπεὶ δὲ παντελῶς
ἤδη ὁ σῖτος ἐπελελοίπει, ἔπεμψαν πρέσβεις παρ’ Ἆγιν,
βουλόμενοι σύμμαχοι εἶναι Λακεδαιμονίοις ἔχοντες τὰ τείχη
καὶ τὸν Πειραιᾶ, καὶ ἐπὶ τούτοις συνθήκας ποιεῖσθαι. [2.2.12] ὁ δὲ
αὐτοὺς εἰς Λακεδαίμονα ἐκέλευεν ἰέναι· οὐ γὰρ εἶναι κύριος
αὐτός. ἐπεὶ δ’ ἀπήγγειλαν οἱ πρέσβεις ταῦτα τοῖς Ἀθη-
ναίοις, ἔπεμψαν αὐτοὺς εἰς Λακεδαίμονα. [2.2.13] οἱ δ’ ἐπεὶ ἦσαν
ἐν Σελλασίᾳ [πλησίον τῆς Λακωνικῆς] καὶ ἐπύθοντο οἱ ἔφοροι
αὐτῶν ἃ ἔλεγον, ὄντα οἷάπερ καὶ πρὸς Ἆγιν, αὐτόθεν αὐ-
τοὺς ἐκέλευον ἀπιέναι, καὶ εἴ τι δέονται εἰρήνης, κάλλιον
ἥκειν βουλευσαμένους. [2.2.14] οἱ δὲ πρέσβεις ἐπεὶ ἧκον οἴκαδε
καὶ ἀπήγγειλαν ταῦτα εἰς τὴν πόλιν, ἀθυμία ἐνέπεσε πᾶσιν·
ᾤοντο γὰρ ἀνδραποδισθήσεσθαι, καὶ ἕως ἂν πέμπωσιν ἑτέ-
ρους πρέσβεις, πολλοὺς τῷ λιμῷ ἀπολεῖσθαι. [2.2.15] περὶ δὲ τῶν
τειχῶν τῆς καθαιρέσεως οὐδεὶς ἐβούλετο συμβουλεύειν· Ἀρ-
χέστρατος γὰρ εἰπὼν ἐν τῇ βουλῇ Λακεδαιμονίοις κράτιστον
εἶναι ἐφ’ οἷς προὐκαλοῦντο εἰρήνην ποιεῖσθαι, ἐδέθη· προὐ-
καλοῦντο δὲ τῶν μακρῶν τειχῶν ἐπὶ δέκα σταδίους καθελεῖν
ἑκατέρου· ἐγένετο δὲ ψήφισμα μὴ ἐξεῖναι περὶ τούτων συμ-
βουλεύειν. [2.2.16] τοιούτων δὲ ὄντων Θηραμένης εἶπεν ἐν ἐκκλησίᾳ
ὅτι εἰ βούλονται αὐτὸν πέμψαι παρὰ Λύσανδρον, εἰδὼς ἥξει
Λακεδαιμονίους πότερον ἐξανδραποδίσασθαι τὴν πόλιν βουλό-
μενοι ἀντέχουσι περὶ τῶν τειχῶν ἢ πίστεως ἕνεκα. πεμφθεὶς
δὲ διέτριβε παρὰ Λυσάνδρῳ τρεῖς μῆνας καὶ πλείω, ἐπιτηρῶν
ὁπότε Ἀθηναῖοι ἔμελλον διὰ τὸ ἐπιλελοιπέναι τὸν σῖτον
ἅπαντα ὅ τι τις λέγοι ὁμολογήσειν. [2.2.17] ἐπεὶ δὲ ἧκε τετάρτῳ
μηνί, ἀπήγγειλεν ἐν ἐκκλησίᾳ ὅτι αὐτὸν Λύσανδρος τέως
μὲν κατέχοι, εἶτα κελεύοι εἰς Λακεδαίμονα ἰέναι· οὐ γὰρ
εἶναι κύριος ὧν ἐρωτῷτο ὑπ’ αὐτοῦ, ἀλλὰ τοὺς ἐφόρους.
μετὰ ταῦτα ᾑρέθη πρεσβευτὴς εἰς Λακεδαίμονα αὐτοκράτωρ
δέκατος αὐτός. [2.2.18] Λύσανδρος δὲ τοῖς ἐφόροις ἔπεμψεν ἀγγε-
λοῦντα μετ’ ἄλλων Λακεδαιμονίων Ἀριστοτέλην, φυγάδα
Ἀθηναῖον ὄντα, ὅτι ἀποκρίναιτο Θηραμένει ἐκείνους κυρίους
εἶναι εἰρήνης καὶ πολέμου. [2.2.19] Θηραμένης δὲ καὶ οἱ ἄλλοι
πρέσβεις ἐπεὶ ἦσαν ἐν Σελλασίᾳ, ἐρωτώμενοι δὲ ἐπὶ τίνι
λόγῳ ἥκοιεν εἶπον ὅτι αὐτοκράτορες περὶ εἰρήνης, μετὰ ταῦτα
οἱ ἔφοροι καλεῖν ἐκέλευον αὐτούς. ἐπεὶ δ’ ἧκον, ἐκκλησίαν
ἐποίησαν, ἐν ᾗ ἀντέλεγον Κορίνθιοι καὶ Θηβαῖοι μάλιστα,
πολλοὶ δὲ καὶ ἄλλοι τῶν Ἑλλήνων, μὴ σπένδεσθαι Ἀθη-
ναίοις, ἀλλ’ ἐξαιρεῖν. [2.2.20] Λακεδαιμόνιοι δὲ οὐκ ἔφασαν πόλιν
Ἑλληνίδα ἀνδραποδιεῖν μέγα ἀγαθὸν εἰργασμένην ἐν τοῖς
μεγίστοις κινδύνοις γενομένοις τῇ Ἑλλάδι, ἀλλ’ ἐποιοῦντο
εἰρήνην ἐφ’ ᾧ τά τε μακρὰ τείχη καὶ τὸν Πειραιᾶ καθελόντας
καὶ τὰς ναῦς πλὴν δώδεκα παραδόντας καὶ τοὺς φυγάδας
καθέντας τὸν αὐτὸν ἐχθρὸν καὶ φίλον νομίζοντας Λακεδαι-
μονίοις ἕπεσθαι καὶ κατὰ γῆν καὶ κατὰ θάλατταν ὅποι ἂν
ἡγῶνται. [2.2.21] Θηραμένης δὲ καὶ οἱ σὺν αὐτῷ πρέσβεις ἐπαν-
έφερον ταῦτα εἰς τὰς Ἀθήνας. εἰσιόντας δ’ αὐτοὺς ὄχλος
περιεχεῖτο πολύς, φοβούμενοι μὴ ἄπρακτοι ἥκοιεν· οὐ γὰρ
ἔτι ἐνεχώρει μέλλειν διὰ τὸ πλῆθος τῶν ἀπολλυμένων τῷ
λιμῷ. [2.2.22] τῇ δὲ ὑστεραίᾳ ἀπήγγελλον οἱ πρέσβεις ἐφ’ οἷς οἱ
Λακεδαιμόνιοι ποιοῖντο τὴν εἰρήνην· προηγόρει δὲ αὐτῶν
Θηραμένης, λέγων ὡς χρὴ πείθεσθαι Λακεδαιμονίοις καὶ τὰ
τείχη περιαιρεῖν. ἀντειπόντων δέ τινων αὐτῷ, πολὺ δὲ
πλειόνων συνεπαινεσάντων, ἔδοξε δέχεσθαι τὴν εἰρήνην.
[2.2.23] μετὰ δὲ ταῦτα Λύσανδρός τε κατέπλει εἰς τὸν Πειραιᾶ καὶ
οἱ φυγάδες κατῇσαν καὶ τὰ τείχη κατέσκαπτον ὑπ’ αὐλητρί-
δων πολλῇ προθυμίᾳ, νομίζοντες ἐκείνην τὴν ἡμέραν τῇ
Ἑλλάδι ἄρχειν τῆς ἐλευθερίας.
***
Μετά την τακτοποίηση των υποθέσεών του στη Λάμψακο, ο Λύσανδρος έβαλε πλώρη για το Βυζάντιο και την Καλχηδόνα, όπου οι κάτοικοι τον δέχτηκαν, αφού συμφώνησαν με τις αθηναϊκές φρουρές να τις αφήσουν να φύγουν ανενόχλητες· εκείνοι πάλι που είχαν προδώσει το Βυζάντιο στον Αλκιβιάδη κατέφυγαν πρώτα στον Πόντο κι αργότερα στην Αθήνα, όπου έγιναν Αθηναίοι πολίτες. Στην Αθήνα έστελνε κι ο Λύσανδρος τις αθηναϊκές φρουρές, καθώς κι όσους άλλους Αθηναίους έβρισκε ― δεν εγγυόταν ασφάλεια παρά μόνο σ' αυτούς που ταξίδευαν για κει, κι όχι γι' αλλού, με τη σκέψη ότι όσο περισσότεροι μαζεύονταν στην πόλη και στον Πειραιά, τόσο γρηγορότερα θα τους τέλειωναν τα τρόφιμα. Τέλος άφησε αρμοστή στην Καλχηδόνα τον Λάκωνα Σθενέλαο και γύρισε στη Λάμψακο να επισκευάσει τα πλοία του.
Νύχτα έφερε η «Πάραλος» την είδηση της συμφοράς στην Αθήνα, και θρήνος σύρθηκε από τον Πειραιά στα Μακρά Τείχη και στην πόλη καθώς το μήνυμα περνούσε από στόμα σε στόμα, έτσι που κανένας δεν κοιμήθηκε εκείνη τη νύχτα ― δεν έκλαιγαν μονάχα τους νεκρούς τους αλλά πιο πολύ τη δική τους μοίρα, πιστεύοντας ότι θα πάθαιναν τα ίδια που είχαν κάνει κι αυτοί στους Μηλίους (τους αποίκους των Λακεδαιμονίων που είχαν νικήσει κι υποτάξει), στους Ιστιαιείς, στους Σκιωναίους, στους Τορωναίους, στους Αιγινήτες και σε πολλούς άλλους Έλληνες. Την άλλη μέρα ωστόσο συγκάλεσαν τη Συνέλευση, κι εκεί αποφάσισαν να φράξουν τα λιμάνια τους εκτός από ένα, να επισκευάσουν τα τείχη, να εγκαταστήσουν σκοπιές και γενικά να ετοιμάσουν την πόλη για πολιορκία.
Ενόσω οι Αθηναίοι τα 'καναν αυτά, ο Λύσανδρος ήρθε με διακόσια πλοία από τον Ελλήσποντο στη Λέσβο, όπου έβαλε τάξη στη Μυτιλήνη και στις άλλες πόλεις του νησιού. Έστειλε και τον Ετεόνικο με δέκα πλοία στα μέρη της Θράκης, κι αυτός κατόρθωσε ολόκληρη η περιοχή να πάρει το μέρος των Λακεδαιμονίων. Άλλωστε ευθύς μετά τη ναυμαχία εγκατέλειψε τους Αθηναίους κι όλη η υπόλοιπη Ελλάδα, εκτός από τη Σάμο, όπου ο λαός έσφαξε τους αφέντες και κατέλαβε την εξουσία στην πόλη.
Έπειτ' απ' αυτά ο Λύσανδρος ειδοποίησε τη Λακεδαίμονα, καθώς και τον Άγι που βρισκόταν στη Δεκέλεια, ότι έρχεται με διακόσια πλοία. Τότε με διαταγή του Παυσανία ―του άλλου βασιλιά― επιστρατεύτηκαν όλοι οι μάχιμοι Λακεδαιμόνιοι κι οι υπόλοιποι Πελοποννήσιοι, εκτός από τους Αργείους. Όταν συγκεντρώθηκαν όλοι, ο Παυσανίας τους οδήγησε προς την Αθήνα και στρατοπέδευσε στην Ακαδημία. Στο μεταξύ ο Λύσανδρος έφτασε στην Αίγινα, σύναξε όσους Αιγινήτες μπόρεσε να βρει και τους έδωσε πίσω την πόλη, όπως είχε κάνει και με τους Μηλίους και τους άλλους που 'χαν διωχτεί από την πατρίδα τους. Κατόπιν λεηλάτησε τη Σαλαμίνα και τέλος αγκυροβόλησε έξω από τον Πειραιά με εκατόν πενήντα καράβια, αποκλείοντας την είσοδο του λιμανιού στα εμπορικά πλοία.
Οι Αθηναίοι ωστόσο, πολιορκημένοι κι από στεριά κι από θάλασσα, βρέθηκαν σε πολύ στενόχωρη θέση: μήτε καράβια είχαν, μήτε συμμάχους, μήτε τρόφιμα, και πίστευαν ότι τίποτα δεν τους έσωζε ― θα πάθαιναν τα ίδια που είχαν κάνει κι αυτοί στους πληθυσμούς μικρών πόλεων, τον καιρό που μέσα στην άμετρη υπεροψία τους τούς αδικούσαν δίχως αφορμή και για τον μόνο λόγο ότι ήταν σύμμαχοι των αντιπάλων τους. Για τούτο έδωσαν πίσω τα πολιτικά τους δικαιώματα σ' όσους τα 'χαν στερηθεί κι υπέμεναν καρτερικά· μ' όλο που πολλοί μέσα στην πόλη πέθαιναν από πείνα, λόγος δεν γινόταν για συνθηκολόγηση. Μόνο σαν έλειψαν ολότελα τα τρόφιμα έστειλαν πρεσβεία στον Άγι με την πρόταση να γίνουν σύμμαχοι των Λακεδαιμονίων, κρατώντας όμως τα Τείχη και τον Πειραιά ― μ' αυτούς τους όρους ήταν έτοιμοι να κάνουν συνθήκη.
Ο Άγις είπε στους πρέσβεις να πάνε στη Λακεδαίμονα, γιατί ο ίδιος δεν είχε πληρεξουσιότητα. Όταν τ' ανέφεραν αυτό στους Αθηναίους, τους έστειλαν στη Λακεδαίμονα. Σαν έφτασαν στη Σελλασία κι έμαθαν απ' αυτούς οι έφοροι τι προτάσεις φέρνουν ―ήταν οι ίδιες που είχαν κάνει στον Άγι―, τους παράγγειλαν να γυρίσουν πίσω από κει που βρίσκονταν, κι αν θέλουν στ' αλήθεια ειρήνη να βάλουν πιο πολύ μυαλό κι έπειτα να ξανάρθουν.
Μόλις οι πρέσβεις γύρισαν πίσω και τ' ανέφεραν αυτά στην πόλη, απελπίστηκαν όλοι: ο εχθρός είχε σκοπό να τους υποδουλώσει, πίστευαν, και πάντως, ώσπου να στείλουν καινούργιους πρέσβεις, θα πέθαιναν πολλοί από την πείνα. Μολοντούτο κανένας δεν τολμούσε να προτείνει να γκρεμίσουν τα Τείχη· τον Αρχέστρατο, που είπε στη Βουλή ότι το καλύτερο που είχαν να κάνουν ήταν να δεχτούν ειρήνη με τους όρους των Λακεδαιμονίων ―και όρος ήταν να γκρεμιστούν τα Μακρά Τείχη σε μήκος δέκα σταδίων το καθένα―, τον φυλάκισαν, και βγήκε και ψήφισμα που απαγόρευε να υποβάλλονται τέτοιες προτάσεις.
Εκεί βρίσκονταν τα πράγματα, όταν ο Θηραμένης είπε στη Συνέλευση ότι αν θελήσουν να τον στείλουν στον Λύσανδρο θα ξέρει, γυρίζοντας, για ποιον λόγο είν' ανένδοτοι οι Λακεδαιμόνιοι στο ζήτημα των Τειχών ― αν το κάνουν με σκοπό να υποδουλώσουν την πόλη ή για να 'χουν κάποια εγγύηση. Όταν τον έστειλαν, έμεινε κοντά στον Λύσανδρο περισσότερο από τρεις μήνες, παραφυλάγοντας την ώρα που οι τροφές θα σώνονταν ολωσδιόλου κι οι Αθηναίοι θα 'ταν πρόθυμοι να δεχτούν ό,τι τους έλεγαν. Γύρισε λοιπόν τον τέταρτο μήνα κι ανέφερε στη Συνέλευση ότι τάχα ο Λύσανδρος δεν τον άφηνε ως τότε να φύγει, και τώρα του λέει να πάει στη Λακεδαίμονα επειδή δεν έχει ο ίδιος εξουσία ν' απαντήσει στις ερωτήσεις του, παρά μόνο οι έφοροι. Τότε οι Αθηναίοι τον εκλέξαν να πάει στη Λακεδαίμονα πρέσβης με γενική πληρεξουσιότητα, μαζί μ' άλλους εννιά. Στο μεταξύ ο Λύσανδρος ειδοποίησε τους εφόρους, στέλνοντάς τους τον Αθηναίο εξόριστο Αριστοτέλη και άλλους, Λακεδαιμονίους, ότι είπε του Θηραμένη πως αυτοί μονάχα είχαν εξουσία ν' αποφασίζουν για πόλεμο και για ειρήνη.
Σαν έφτασε ο Θηραμένης με τους υπόλοιπους πρέσβεις στη Σελλασία και τους ρώτησαν τι έρχονται να κάνουν, αποκρίθηκαν ότι έρχονται πληρεξούσιοι να διαπραγματευτούν ειρήνη. Τότε οι έφοροι πρόσταξαν να τους φωνάξουν, κι όταν ήρθαν συγκάλεσαν Συνέλευση. Εκεί διαμαρτυρήθηκαν πολλοί άλλοι Έλληνες, και ιδίως οι Κορίνθιοι κι οι Θηβαίοι, λέγοντας ότι δεν πρέπει να κάνουν συνθήκη με τους Αθηναίους, αλλά να τους αφανίσουν. Οι Λακεδαιμόνιοι όμως δήλωσαν ότι αρνούνται να υποδουλώσουν πόλη ελληνική που τόσες υπηρεσίες είχε προσφέρει τον καιρό του μεγαλύτερου κινδύνου που είχε απειλήσει ποτέ την Ελλάδα· δέχτηκαν λοιπόν να γίνει ειρήνη με τον όρο ότι οι Αθηναίοι θα γκρεμίσουν τα Μακρά Τείχη και τα τείχη του Πειραιά, θα παραδώσουν όλα τους τα πλοία εκτός από δώδεκα, θα φέρουν πίσω τους εξόριστους, θα 'χουν τους ίδιους εχθρούς και φίλους με τους Λακεδαιμονίους και θα εκστρατεύουν μαζί τους στη στεριά και στη θάλασσα, όπου τους οδηγούν αυτοί.
Μ' αυτό το μήνυμα επέστρεψαν ο Θηραμένης κι οι άλλοι πρέσβεις στην Αθήνα. Καθώς έμπαιναν στην πόλη, τους περικύκλωσε πλήθος κόσμου, τρέμοντας μην τυχόν γύριζαν άπρακτοι· δεν άντεχαν άλλη αναβολή, τόσο πολλοί ήταν οι θάνατοι από την πείνα. Την άλλη μέρα οι πρέσβεις ανέφεραν τους όρους που έβαζαν οι Λακεδαιμόνιοι για ειρήνη· στ' όνομα ολωνών μίλησε ο Θηραμένης, λέγοντας ότι έπρεπε να εισακούσουν τους Λακεδαιμονίους και να γκρεμίσουν τα Τείχη. Μερικοί αντιμίλησαν, η μεγάλη πλειοψηφία όμως τον επιδοκίμασε κι αποφάσισαν να δεχτούν την ειρήνη.
Μετά απ' αυτά ο Λύσανδρος αγκυροβόλησε στον Πειραιά, οι εξόριστοι γύρισαν, και βάλθηκαν με πολλήν όρεξη να γκρεμίζουν τα Τείχη, στους ήχους αυλού που έπαιζαν κορίτσια ― νομίζοντας ότι από κείνη τη μέρα ελευθερωνόταν η Ελλάδα.
Μετά την τακτοποίηση των υποθέσεών του στη Λάμψακο, ο Λύσανδρος έβαλε πλώρη για το Βυζάντιο και την Καλχηδόνα, όπου οι κάτοικοι τον δέχτηκαν, αφού συμφώνησαν με τις αθηναϊκές φρουρές να τις αφήσουν να φύγουν ανενόχλητες· εκείνοι πάλι που είχαν προδώσει το Βυζάντιο στον Αλκιβιάδη κατέφυγαν πρώτα στον Πόντο κι αργότερα στην Αθήνα, όπου έγιναν Αθηναίοι πολίτες. Στην Αθήνα έστελνε κι ο Λύσανδρος τις αθηναϊκές φρουρές, καθώς κι όσους άλλους Αθηναίους έβρισκε ― δεν εγγυόταν ασφάλεια παρά μόνο σ' αυτούς που ταξίδευαν για κει, κι όχι γι' αλλού, με τη σκέψη ότι όσο περισσότεροι μαζεύονταν στην πόλη και στον Πειραιά, τόσο γρηγορότερα θα τους τέλειωναν τα τρόφιμα. Τέλος άφησε αρμοστή στην Καλχηδόνα τον Λάκωνα Σθενέλαο και γύρισε στη Λάμψακο να επισκευάσει τα πλοία του.
Νύχτα έφερε η «Πάραλος» την είδηση της συμφοράς στην Αθήνα, και θρήνος σύρθηκε από τον Πειραιά στα Μακρά Τείχη και στην πόλη καθώς το μήνυμα περνούσε από στόμα σε στόμα, έτσι που κανένας δεν κοιμήθηκε εκείνη τη νύχτα ― δεν έκλαιγαν μονάχα τους νεκρούς τους αλλά πιο πολύ τη δική τους μοίρα, πιστεύοντας ότι θα πάθαιναν τα ίδια που είχαν κάνει κι αυτοί στους Μηλίους (τους αποίκους των Λακεδαιμονίων που είχαν νικήσει κι υποτάξει), στους Ιστιαιείς, στους Σκιωναίους, στους Τορωναίους, στους Αιγινήτες και σε πολλούς άλλους Έλληνες. Την άλλη μέρα ωστόσο συγκάλεσαν τη Συνέλευση, κι εκεί αποφάσισαν να φράξουν τα λιμάνια τους εκτός από ένα, να επισκευάσουν τα τείχη, να εγκαταστήσουν σκοπιές και γενικά να ετοιμάσουν την πόλη για πολιορκία.
Ενόσω οι Αθηναίοι τα 'καναν αυτά, ο Λύσανδρος ήρθε με διακόσια πλοία από τον Ελλήσποντο στη Λέσβο, όπου έβαλε τάξη στη Μυτιλήνη και στις άλλες πόλεις του νησιού. Έστειλε και τον Ετεόνικο με δέκα πλοία στα μέρη της Θράκης, κι αυτός κατόρθωσε ολόκληρη η περιοχή να πάρει το μέρος των Λακεδαιμονίων. Άλλωστε ευθύς μετά τη ναυμαχία εγκατέλειψε τους Αθηναίους κι όλη η υπόλοιπη Ελλάδα, εκτός από τη Σάμο, όπου ο λαός έσφαξε τους αφέντες και κατέλαβε την εξουσία στην πόλη.
Έπειτ' απ' αυτά ο Λύσανδρος ειδοποίησε τη Λακεδαίμονα, καθώς και τον Άγι που βρισκόταν στη Δεκέλεια, ότι έρχεται με διακόσια πλοία. Τότε με διαταγή του Παυσανία ―του άλλου βασιλιά― επιστρατεύτηκαν όλοι οι μάχιμοι Λακεδαιμόνιοι κι οι υπόλοιποι Πελοποννήσιοι, εκτός από τους Αργείους. Όταν συγκεντρώθηκαν όλοι, ο Παυσανίας τους οδήγησε προς την Αθήνα και στρατοπέδευσε στην Ακαδημία. Στο μεταξύ ο Λύσανδρος έφτασε στην Αίγινα, σύναξε όσους Αιγινήτες μπόρεσε να βρει και τους έδωσε πίσω την πόλη, όπως είχε κάνει και με τους Μηλίους και τους άλλους που 'χαν διωχτεί από την πατρίδα τους. Κατόπιν λεηλάτησε τη Σαλαμίνα και τέλος αγκυροβόλησε έξω από τον Πειραιά με εκατόν πενήντα καράβια, αποκλείοντας την είσοδο του λιμανιού στα εμπορικά πλοία.
Οι Αθηναίοι ωστόσο, πολιορκημένοι κι από στεριά κι από θάλασσα, βρέθηκαν σε πολύ στενόχωρη θέση: μήτε καράβια είχαν, μήτε συμμάχους, μήτε τρόφιμα, και πίστευαν ότι τίποτα δεν τους έσωζε ― θα πάθαιναν τα ίδια που είχαν κάνει κι αυτοί στους πληθυσμούς μικρών πόλεων, τον καιρό που μέσα στην άμετρη υπεροψία τους τούς αδικούσαν δίχως αφορμή και για τον μόνο λόγο ότι ήταν σύμμαχοι των αντιπάλων τους. Για τούτο έδωσαν πίσω τα πολιτικά τους δικαιώματα σ' όσους τα 'χαν στερηθεί κι υπέμεναν καρτερικά· μ' όλο που πολλοί μέσα στην πόλη πέθαιναν από πείνα, λόγος δεν γινόταν για συνθηκολόγηση. Μόνο σαν έλειψαν ολότελα τα τρόφιμα έστειλαν πρεσβεία στον Άγι με την πρόταση να γίνουν σύμμαχοι των Λακεδαιμονίων, κρατώντας όμως τα Τείχη και τον Πειραιά ― μ' αυτούς τους όρους ήταν έτοιμοι να κάνουν συνθήκη.
Ο Άγις είπε στους πρέσβεις να πάνε στη Λακεδαίμονα, γιατί ο ίδιος δεν είχε πληρεξουσιότητα. Όταν τ' ανέφεραν αυτό στους Αθηναίους, τους έστειλαν στη Λακεδαίμονα. Σαν έφτασαν στη Σελλασία κι έμαθαν απ' αυτούς οι έφοροι τι προτάσεις φέρνουν ―ήταν οι ίδιες που είχαν κάνει στον Άγι―, τους παράγγειλαν να γυρίσουν πίσω από κει που βρίσκονταν, κι αν θέλουν στ' αλήθεια ειρήνη να βάλουν πιο πολύ μυαλό κι έπειτα να ξανάρθουν.
Μόλις οι πρέσβεις γύρισαν πίσω και τ' ανέφεραν αυτά στην πόλη, απελπίστηκαν όλοι: ο εχθρός είχε σκοπό να τους υποδουλώσει, πίστευαν, και πάντως, ώσπου να στείλουν καινούργιους πρέσβεις, θα πέθαιναν πολλοί από την πείνα. Μολοντούτο κανένας δεν τολμούσε να προτείνει να γκρεμίσουν τα Τείχη· τον Αρχέστρατο, που είπε στη Βουλή ότι το καλύτερο που είχαν να κάνουν ήταν να δεχτούν ειρήνη με τους όρους των Λακεδαιμονίων ―και όρος ήταν να γκρεμιστούν τα Μακρά Τείχη σε μήκος δέκα σταδίων το καθένα―, τον φυλάκισαν, και βγήκε και ψήφισμα που απαγόρευε να υποβάλλονται τέτοιες προτάσεις.
Εκεί βρίσκονταν τα πράγματα, όταν ο Θηραμένης είπε στη Συνέλευση ότι αν θελήσουν να τον στείλουν στον Λύσανδρο θα ξέρει, γυρίζοντας, για ποιον λόγο είν' ανένδοτοι οι Λακεδαιμόνιοι στο ζήτημα των Τειχών ― αν το κάνουν με σκοπό να υποδουλώσουν την πόλη ή για να 'χουν κάποια εγγύηση. Όταν τον έστειλαν, έμεινε κοντά στον Λύσανδρο περισσότερο από τρεις μήνες, παραφυλάγοντας την ώρα που οι τροφές θα σώνονταν ολωσδιόλου κι οι Αθηναίοι θα 'ταν πρόθυμοι να δεχτούν ό,τι τους έλεγαν. Γύρισε λοιπόν τον τέταρτο μήνα κι ανέφερε στη Συνέλευση ότι τάχα ο Λύσανδρος δεν τον άφηνε ως τότε να φύγει, και τώρα του λέει να πάει στη Λακεδαίμονα επειδή δεν έχει ο ίδιος εξουσία ν' απαντήσει στις ερωτήσεις του, παρά μόνο οι έφοροι. Τότε οι Αθηναίοι τον εκλέξαν να πάει στη Λακεδαίμονα πρέσβης με γενική πληρεξουσιότητα, μαζί μ' άλλους εννιά. Στο μεταξύ ο Λύσανδρος ειδοποίησε τους εφόρους, στέλνοντάς τους τον Αθηναίο εξόριστο Αριστοτέλη και άλλους, Λακεδαιμονίους, ότι είπε του Θηραμένη πως αυτοί μονάχα είχαν εξουσία ν' αποφασίζουν για πόλεμο και για ειρήνη.
Σαν έφτασε ο Θηραμένης με τους υπόλοιπους πρέσβεις στη Σελλασία και τους ρώτησαν τι έρχονται να κάνουν, αποκρίθηκαν ότι έρχονται πληρεξούσιοι να διαπραγματευτούν ειρήνη. Τότε οι έφοροι πρόσταξαν να τους φωνάξουν, κι όταν ήρθαν συγκάλεσαν Συνέλευση. Εκεί διαμαρτυρήθηκαν πολλοί άλλοι Έλληνες, και ιδίως οι Κορίνθιοι κι οι Θηβαίοι, λέγοντας ότι δεν πρέπει να κάνουν συνθήκη με τους Αθηναίους, αλλά να τους αφανίσουν. Οι Λακεδαιμόνιοι όμως δήλωσαν ότι αρνούνται να υποδουλώσουν πόλη ελληνική που τόσες υπηρεσίες είχε προσφέρει τον καιρό του μεγαλύτερου κινδύνου που είχε απειλήσει ποτέ την Ελλάδα· δέχτηκαν λοιπόν να γίνει ειρήνη με τον όρο ότι οι Αθηναίοι θα γκρεμίσουν τα Μακρά Τείχη και τα τείχη του Πειραιά, θα παραδώσουν όλα τους τα πλοία εκτός από δώδεκα, θα φέρουν πίσω τους εξόριστους, θα 'χουν τους ίδιους εχθρούς και φίλους με τους Λακεδαιμονίους και θα εκστρατεύουν μαζί τους στη στεριά και στη θάλασσα, όπου τους οδηγούν αυτοί.
Μ' αυτό το μήνυμα επέστρεψαν ο Θηραμένης κι οι άλλοι πρέσβεις στην Αθήνα. Καθώς έμπαιναν στην πόλη, τους περικύκλωσε πλήθος κόσμου, τρέμοντας μην τυχόν γύριζαν άπρακτοι· δεν άντεχαν άλλη αναβολή, τόσο πολλοί ήταν οι θάνατοι από την πείνα. Την άλλη μέρα οι πρέσβεις ανέφεραν τους όρους που έβαζαν οι Λακεδαιμόνιοι για ειρήνη· στ' όνομα ολωνών μίλησε ο Θηραμένης, λέγοντας ότι έπρεπε να εισακούσουν τους Λακεδαιμονίους και να γκρεμίσουν τα Τείχη. Μερικοί αντιμίλησαν, η μεγάλη πλειοψηφία όμως τον επιδοκίμασε κι αποφάσισαν να δεχτούν την ειρήνη.
Μετά απ' αυτά ο Λύσανδρος αγκυροβόλησε στον Πειραιά, οι εξόριστοι γύρισαν, και βάλθηκαν με πολλήν όρεξη να γκρεμίζουν τα Τείχη, στους ήχους αυλού που έπαιζαν κορίτσια ― νομίζοντας ότι από κείνη τη μέρα ελευθερωνόταν η Ελλάδα.
Κυριακή 7 Μαΐου 2023
Αρχές Σύνταξης της Αρχαιοελληνικής Γλώσσας: 11. ΕΠΙΡΡΗΜΑΤΙΚΕΣ ΔΕΥΤΕΡΕΥΟΥΣΕΣ ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ
ΕΙΣΑΓΩΓΗ
§11.0. Οι δευτερεύουσες ή εξαρτημένες προτάσεις ενγένει συμπληρώνουν ή προσδιορίζουν την κύρια πρόταση, αποτελώντας κατά κάποιον τρόπο όρους αυτής της τελευταίας, οι οποίοι όροι, ωστόσο, έχουν τη μορφή προτάσεων. Έτσι στη συνάφειά τους με την κύρια πρόταση οι δευτερεύουσες προτάσεις αντιστοιχούν προς τα γραμματικο-συντακτικά συστατικά στοιχεία αυτής της πρότασης και τις σχέσεις και λειτουργίες τους. Ειδικότερα οι δευτερεύουσες προτάσεις αντιστοιχούν αφενός προς τις γραμματικές κατηγορίες του ουσιαστικού, του επιθέτου και του επιρρήματος, αφετέρου προς τις συντακτικές κατηγορίες του υποκειμένου, του αντικειμένου, του επιθετικού προσδιορισμού και του επιρρηματικού προσδιορισμού. Με άλλα λόγια: Με εξαίρεση το κατηγόρημα, το οποίο ως θεμέλιο της πρότασης φέρει τα υπόλοιπα στοιχεία της και γι' αυτό δεν επιδέχεται μετατροπή, όλα τα άλλα συστατικά στοιχεία της πρότασης μπορούν να εκφραστούν με δευτερεύουσες προτάσεις, οι οποίες αποτελούν περιφραστικούς αντικαταστάτες ενός ουσιαστικού, επιθέτου ή επιρρήματος και των συντακτικών λειτουργιών τους.
• Οι δευτερεύουσες προτάσεις που αντιστοιχούν προς ένα όνομα ουσιαστικό ή επίθετο και τις συντακτικές λειτουργίες αυτών των ονομάτων λέγονται ονοματικές δευτερεύουσες προτάσεις (βλ. κεφ. 10).
• Οι επιρρηματικές δευτερεύουσες προτάσεις, οι οποίες αποτελούν αντικείμενο της παρούσας ενότητας, είναι, από την άλλη πλευρά, εκείνες οι εξαρτημένες προτάσεις, οι οποίες ισοδυναμούν με ένα επίρρημα (ή μια επιρρηματική έκφραση) και λειτουργούν συντακτικά ακριβώς όπως αυτό, δηλαδή ως επιρρηματικοί προσδιορισμοί, οι οποίοι διευρύνουν ή εμπλουτίζουν την πρόταση από την οποία εξαρτώνται, προσδιορίζοντας ειδικότερα τη ρηματική έννοια αυτής της πρότασης ως προς τον χρόνο, τον τόπο, την αιτία, τον σκοπό, το αποτέλεσμα, τις προϋποθέσεις, τον τρόπο ή τις περιστάσεις.
§11.1. Οι δευτερεύουσες επιρρηματικές προτάσεις εισάγονται μευποτακτικούς συνδέσμους. Οι σύνδεσμοι που εισάγουν τις δευτερεύουσες επιρρηματικές προτάσεις δηλώνουν τη σχέση υποταγής ή εξάρτησης της δευτερεύουσας επιρρηματικής πρότασης προς την κύρια πρόταση. Οι σύνδεσμοι αυτοί είναι συνήθως "συσχετικοί" καθώς ανταποκρίνονται προς δεικτικές λέξεις της κύριας πρότασης συνιστώντας έτσι ό,τι οι Αρχαίοι αποκαλούσαν ἄρθρα, "αρθρώσεις" ή "αρμούς" που αλληλοσυμπλέκονται συνδέοντας την κύρια με τη δευτερεύουσα πρόταση, π.χ.:
ΞΕΝ Ελλ 3.5.8 ὅτε δὲ παρεκάλουν ἡμᾶς οἱ Λακεδαιμόνιοι ἐπὶ τὸν Πειραιᾶ, τότε ἅπασα ἡ πόλις ἀπεψηφίσατο μὴ συστρατεύειν αὐτοῖς || όταν οι Λακεδαιμόνιοι μας προσκαλούσαν να βαδίσουμε εναντίον του Πειραιά, τότε όλη η πόλη αποφάσισε με ψηφοφορία να μην εκστρατεύσουμε μαζί τους.
Αντί του συσχετικού δεικτικού ενδέχεται στην κύρια πρόταση να χρησιμοποιείται ένα ουσιαστικό:
ΠΛ Νομ 698b κατ' ἐκεῖνον τὸν χρόνον, ὅτε ἡ Περσῶν ἐπίθεσις τοῖς Ἕλλησιν ἐγίγνετο (αντί του τότε…, ὅτε) || κατά την περίοδο εκείνη, όταν γινόταν η επίθεση των Περσών εναντίον των Ελλήνων.
Το δεικτικό, ωστόσο, αποσιωπάται όταν δεν επιδιώκεται να εξαρθεί ο αμοιβαίος συσχετισμός:
ΞΕΝ ΚΠαιδ 5.1.2 ὅτε παρ' Ἀστυάγους εἰς Πέρσας ἀπῄει, τοῦτον [Κῦρος] ἐκέλευσε διαφυλάξαι αὐτῷ τήν τε γυναῖκα καὶ τὴν σκηνήν || όταν αναχωρούσε από τα ανάκτορα του Αστυάγη για την Περσία, ο Κύρος τον διέταξε να του φυλάξει και τη γυναίκα και τη σκηνή.
§11.2. Ο τύπος του δεικτικού της κύριας πρότασης, είτε αυτό το δεικτικό εκφράζεται ρητά είτε αποσιωπάται και απλώς υπονοείται, αποτελεί, ακολούθως, ένα από τα κριτήρια για την ειδολογική κατάταξη των εξαρτημένων προτάσεων εν γένει καθώς καθορίζει το είδος της δευτερεύουσας πρότασης: Το επιρρηματικό δεικτικό υποδηλώνει, όπως στα προηγούμενα παραδείγματα, ότι πρόκειται για δευτερεύουσες επιρρηματικές προτάσεις, ενώ τα ονοματικά δεικτικά σημαίνουν ότι πρόκειται για ονοματικές (ουσιαστικοειδείς ή επιθετικές) προτάσεις.
Ο χαρακτήρας των δευτερευουσών προτάσεων υποδηλώνεται όμως και από τους συνδέσμους που τις εισάγουν καθώς και τον τρόπο σύνταξής τους. Οι εισαγωγικοί αυτοί σύνδεσμοι και η σύνταξή τους δεν αποτελούν ωστόσο πάντοτε ασφαλή κριτήρια για την ειδολογική κατάταξη των εξαρτημένων προτάσεων. Οι εξαρτημένες προτάσεις, λ.χ., που εισάγονται με το ὅπως και παρουσιάζουν την ίδια σύνταξη ενδέχεται βέβαια να είναι επιρρηματικές δευτερεύουσες τελικές προτάσεις όπως συμβαίνει στην ακόλουθη περίπτωση:
ΞΕΝ Απομν 3.9.11 καὶ ἀπόντας μεταπεμπομένους, ὅπως ἐκείνοις πειθόμενοι τὰ δέοντα πράττωσιν (= μεταπεμπόμενοι ἐπὶ τούτῳ, ὅπως … πράττωσιν) καλούν και όσους απουσιάζουν [για το εξής:] για να πράξουν αυτά που πρέπει ακούγοντας εκείνους [που είναι γνώστες του πράγματος].
Οι εισαγόμενες με το ὅπως και συντασσόμενες με υποτακτική δευτερεύουσες πρότάσεις ενδέχεται όμως να είναι και ονοματικές, όπως στο παράδειγμα:
ΞΕΝ Απομν 2.2.6 οἱ γονεῖς […] ἐπιμελοῦνται […], ὅπως οἱ παῖδες αὐτοῖς γένωνται ὡς δυνατὸν βέλτιστοι (= οἱ γονεῖς ἐπιμελοῦνται τούτου, ὅπως … γένωνται) || οι γονείς φροντίζουν για τούτο, πως δηλαδή τα παιδιά τους να γίνονται όσο το δυνατόν καλύτερα.
Το ίδιο μπορεί να συμβαίνει και με τις εξαρτημένες προτάσεις που εισάγονται με το ὥστε, οι οποίες, παρουσιάζοντας την ίδια σύνταξη, ενδέχεται να έχουν επιρρηματική σημασία και να δηλώνουν τον τρόπο, όπως λ.x:
ΣΟΦ Ηλ 393 καλὸς γὰρ οὑμὸς βίοτος ὥστε θαυμάσαι (= θαυμασίως καλός ἐστιν = οὕτω καλῶς ἐστιν, ὥστε θαυμάσαι) || πραγματικά, ωραία είναι η ζωή μου, αξιοθαύμαστα ωραία,
ενδέχεται όμως να έχουν και τη σημασία ενός εκφερόμενου σε αιτιατική ουσιαστικού ή απαρεμφάτου όπως στο παράδειγμα:
ΗΡΟΔ 7.6 ἀνέπεισε Ξέρξην ὥστε ποιέειν ταῦτα(= ἀνέπεισε Ξέρξην ποιεῖν, δηλαδή αιτιατική όπως στο: ἀνέπεισε Ξέρξην τοῦτο [= ουσιαστικοειδές δεικτικό] ὥστε ποιέειν ταῦτα) || έβαλε στο νου του Ξέρξη τούτο, να πραγματοποιήσει αυτή την επιχείρηση.
Σε τέτοιες περιπτώσεις μόνο το ρητά διατυπωμένο ή απλώς υπονοούμενο δεικτικό της κύριας πρότασης (όπως παρατίθεται στις παρενθέσεις) μπορεί να διασαφηνίσει το είδος της δευτερεύουσας πρότασης, εάν δηλαδή αυτή έχει επιρρηματικό ή ονοματικό χαρακτήρα.
Ο τύπος του επιρρηματικού δεικτικού της κύριας πρότασης καθορίζει και το είδος της εξαρτημένης επιρρηματικής πρότασης: Όπως δηλαδή τα δεικτικά επιρρήματα (στα οποία συγκαταλέγονται και οι δεικτικές αντωνυμίες που συνοδεύονται από μια πρόθεση και χρησιμοποιούνται επιρρηματικά) προσδιορίζουν το κατηγόρημα ως προς τον τόπο (π.χ. ἐνταῦθα, ἐκεῖ), τον χρόνο (τότε), τον τρόπο (οὕτως), την αιτία (ἐκ τούτου, ἐπὶ τούτῳ) κ.λπ., έτσι ακριβώς χρησιμοποιούνται και οι εξαρτημένες επιρρηματικές προτάσεις.
§11.3. Οι υποτακτικοί σύνδεσμοι που εισάγουν τις εξαρτημένες επιρρηματικές προτάσεις προέρχονται συνήθως από παγιωμένες πτώσεις της αναφορικής αντωνυμίας. Παλαιοί παγιωμένοι πτωτικοί τύποι της αναφορικής αντωνυμίας είναι λ.χ. το ὅθεν, ὅθι. Πιο πρόσφατοι είναι οι πτωτικοί τύποι που συνοδεύονται από προθέσεις, όπως το ἐν ᾧ, και τα επιρρήματα. Η σημασία όλων αυτών των τύπων ήταν αρχικά τοπική ή χρονική, από τις οποίες προέκυψαν κατόπιν οι διάφορες τροπικές αποχρώσεις (αιτία, όρος, συμπέρασμα, αντίθεση κ.λπ.).
§11.4. Με την προέλευση των υποτακτικών συνδέσμων συνδέονται κατά κάποιον τρόπο και οι δυσχέρειες που παρουσιάζονται αφενός στη λογική σειρά πραγμάτευσης και αφετέρου στην ειδολογική ταξινόμηση των δευτερευουσών προτάσεων εν γένει και των εξαρτημένων επιρρηματικών προτάσεων ειδικότερα.
Επειδή οι περισσότεροι από τους συνδέσμους που εισάγουν τις εξαρτημένες προτάσεις προέρχονται από αναφορικούς τύπους (π.χ. το ὅτι, ὡς, ὅπως, ὥστε κ.λπ.), η πραγμάτευση των προτάσεων αυτών θα έπρεπε να αρχίζει από τις αναφορικές. Ωστόσο και οι ίδιες οι εξαρτημένες αναφορικές προτάσεις υποδιαιρούνται σε ονοματικές και επιρρηματικές, οι οποίες όμως για να γίνουν κατανοητές προϋποθέτουν την γνώση εννοιών όπως "χρονικές", "αιτιολογικές", "τελικές", "συμπερασματικές", κ.λπ. Για τον λόγο αυτόν στα συντακτικά συνήθως προτάσσεται η πραγμάτευση των "ονοματικών" και "επιρρηματικών" εξαρτημένων προτάσεων και έπονται οι "αναφορικές" προτάσεις.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα των προβλημάτων που παρουσιάζονται στην ειδολογική ταξινόμηση των δευτερευουσών προτάσεων εν γένει και των εξαρτημένων επιρρηματικών προτάσεων ειδικότερα είναι οι"τοπικές" προτάσεις. Ως τέτοιες χαρακτηρίζονται από τους θεωρητικούς εκείνες οι εξαρτημένες επιρρηματικές προτάσεις, οι οποίες εισάγονται με αναφορικά τοπικά επιρρήματα ή, καλύτερα, τοπικούς συνδέσμους (οὗ, ὅπῃ, ὅπου, ἔνθα, ἵνα, ὅθεν, ἔνθεν, οἷ, ὅποι κ.λπ.), και οι οποίες δηλώνουν, όπως τα τοπικά επιρρήματα, τις τρεις τοπικές σχέσεις: το "που", το "από που" και το "προς τα που". Τα αναφορικά τοπικά επιρρήματα της εξαρτημένης πρότασης ενδέχεται να ανταποκρίνονται σε δεικτικά τοπικά επιρρήματα της κύριας πρότασης (ἐνταῦθα, ἐκεῖ, ἐκεῖσε, ταύτῃ κ.λπ.).
Κατ' αναλογία προς τις εξαρτημένες επιρρηματικές χρονικές προτάσεις όπως π.x.:
ΞΕΝ ΚΑναβ 1.4.13 [Κῦρος] ὑπέσχετο ἀνδρὶ ἑκάστῳ δώσειν πέντε ἀργυρίου μνᾶς, ἐπὴν εἰς Βαβυλῶνα ἥκωσι || ο Κύρος υποσχέθηκε ότι θα δώσει σε κάθε άνδρα το ποσόν των πέντε μνων όταν θα έχουν φθάσει στην Βαβυλώνα,
μπορεί σε περιπτώσεις όπως:
ΘΟΥΚ 2.11.9 ἕπεσθε, ὅπῃ ἄν τις ἡγῆται || ακολουθείτε όπου σας οδηγούν οι στρατηγοί.
να γίνει λόγος για "τοπικές" επιρρηματικές προτάσεις.
Εάν όμως στην κύρια πρόταση υπάρχει μια δεικτική έκφραση, η οποία διασαφηνίζεται ή επεξηγείται από την εξαρτημένη πρόταση, τότε η δευτερεύουσα αυτή πρόταση μπορεί να υπαχθεί και στις ονοματικές αναφορικές προτάσεις. Μια τέτοια αμφίσημη περίπτωση θα μπορούσε π.χ. να θεωρηθεί η εξής:
ΠΛ Απολ 28d οὗ ἄν τις ἑαυτὸν τάξῃ, ἐνταῦθα δεῖ μένοντα κινδυνεύειν || όπου [σε αυτό, στο οποίο] τάξει κανείς τον εαυτό του, εκεί πρέπει να μείνει και να κινδυνέψει.
Ενώ γνήσια αναφορική πρόταση, εφόσον στην κύρια πρόταση υπάρχει ένα συσχετικό ουσιαστικό, είναι η ακόλουθη:
ΞΕΝ ΚΑναβ 4.7.20 ἄξει αὐτοὺς εἰς χωρίον ὅθεν ὄψονται θάλατταν || θα τους οδηγήσει σε μέρος, από το οποίο θα ιδούν τη θάλασσα.
Οι εξαρτημένες "τοπικές" προτάσεις δεν διαφέρουν στη σύνταξή τους από τις αντίστοιχες χρονικές αφενός και αναφορικές αφετέρου. Έτσι από τη μια φαίνεται να ανήκουν στις επιρρηματικές προτάσεις, αφού περιέχουν έναν τοπικό επιρρηματικό προσδιορισμό. Από την άλλη όμως, και στο μέτρο που επεξηγούν έναν όρο της πρότασης από την οποίαν εξαρτώνται, οι εξαρτημένες "τοπικές" προτάσεις είναι ονοματικές προσδιοριστικές προτάσεις. Η αμφισημία αυτή είναι ένας από τους λόγους για τους οποίους πολλοί θεωρητικοί δεν τις πραγματεύονται ως αυτόνομη κατηγορία εξαρτημένων προτάσεων.
§11.5. Η διάταξη που ακολουθείται στα επόμενα έχει ως εξής: προτάσσονται οι χρονικές προτάσεις, οι οποίες είναι, μαζί με τις "τοπικές", οι αρχαιότερες εξαρτημένες επιρρηματικές προτάσεις. Ακολουθεί μια ομάδα επιρρηματικών προτάσεων που θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν "αιτιώδεις" με την ευρεία έννοια καθώς περιλαμβάνουν όχι μόνο τις αιτιολογικές με τη στενή έννοια, αλλά και τις τελικές, αφού ο σκοπός δεν είναι τίποτα άλλο παρά ένα "τελικό αίτιο", τις υποθετικές, οι οποίες έχουν να κάνουν με έναν λόγο και την ακολουθία του ή μια προϋπόθεση που λειτουργεί ως αιτία, όπως και τις εναντιωματικές ή παραχωρητικές που συγγενεύουν με τις υποθετικές και επομένως και με τις υπόλοιπες αιτιολογικές. Ακολουθούν οι συμπερασματικές που έχουν συγκριτικό και τροπικό χαρακτήρα. Την κατακλείδα αποτελούν οι αναφορικές προτάσεις, η οποίες αποτελούν μιαν αυτόνομη κατηγορία και γι' αυτό παρουσιάζονται σε μια ξεχωριστή ενότητα.
§11.0. Οι δευτερεύουσες ή εξαρτημένες προτάσεις ενγένει συμπληρώνουν ή προσδιορίζουν την κύρια πρόταση, αποτελώντας κατά κάποιον τρόπο όρους αυτής της τελευταίας, οι οποίοι όροι, ωστόσο, έχουν τη μορφή προτάσεων. Έτσι στη συνάφειά τους με την κύρια πρόταση οι δευτερεύουσες προτάσεις αντιστοιχούν προς τα γραμματικο-συντακτικά συστατικά στοιχεία αυτής της πρότασης και τις σχέσεις και λειτουργίες τους. Ειδικότερα οι δευτερεύουσες προτάσεις αντιστοιχούν αφενός προς τις γραμματικές κατηγορίες του ουσιαστικού, του επιθέτου και του επιρρήματος, αφετέρου προς τις συντακτικές κατηγορίες του υποκειμένου, του αντικειμένου, του επιθετικού προσδιορισμού και του επιρρηματικού προσδιορισμού. Με άλλα λόγια: Με εξαίρεση το κατηγόρημα, το οποίο ως θεμέλιο της πρότασης φέρει τα υπόλοιπα στοιχεία της και γι' αυτό δεν επιδέχεται μετατροπή, όλα τα άλλα συστατικά στοιχεία της πρότασης μπορούν να εκφραστούν με δευτερεύουσες προτάσεις, οι οποίες αποτελούν περιφραστικούς αντικαταστάτες ενός ουσιαστικού, επιθέτου ή επιρρήματος και των συντακτικών λειτουργιών τους.
• Οι δευτερεύουσες προτάσεις που αντιστοιχούν προς ένα όνομα ουσιαστικό ή επίθετο και τις συντακτικές λειτουργίες αυτών των ονομάτων λέγονται ονοματικές δευτερεύουσες προτάσεις (βλ. κεφ. 10).
• Οι επιρρηματικές δευτερεύουσες προτάσεις, οι οποίες αποτελούν αντικείμενο της παρούσας ενότητας, είναι, από την άλλη πλευρά, εκείνες οι εξαρτημένες προτάσεις, οι οποίες ισοδυναμούν με ένα επίρρημα (ή μια επιρρηματική έκφραση) και λειτουργούν συντακτικά ακριβώς όπως αυτό, δηλαδή ως επιρρηματικοί προσδιορισμοί, οι οποίοι διευρύνουν ή εμπλουτίζουν την πρόταση από την οποία εξαρτώνται, προσδιορίζοντας ειδικότερα τη ρηματική έννοια αυτής της πρότασης ως προς τον χρόνο, τον τόπο, την αιτία, τον σκοπό, το αποτέλεσμα, τις προϋποθέσεις, τον τρόπο ή τις περιστάσεις.
§11.1. Οι δευτερεύουσες επιρρηματικές προτάσεις εισάγονται μευποτακτικούς συνδέσμους. Οι σύνδεσμοι που εισάγουν τις δευτερεύουσες επιρρηματικές προτάσεις δηλώνουν τη σχέση υποταγής ή εξάρτησης της δευτερεύουσας επιρρηματικής πρότασης προς την κύρια πρόταση. Οι σύνδεσμοι αυτοί είναι συνήθως "συσχετικοί" καθώς ανταποκρίνονται προς δεικτικές λέξεις της κύριας πρότασης συνιστώντας έτσι ό,τι οι Αρχαίοι αποκαλούσαν ἄρθρα, "αρθρώσεις" ή "αρμούς" που αλληλοσυμπλέκονται συνδέοντας την κύρια με τη δευτερεύουσα πρόταση, π.χ.:
ΞΕΝ Ελλ 3.5.8 ὅτε δὲ παρεκάλουν ἡμᾶς οἱ Λακεδαιμόνιοι ἐπὶ τὸν Πειραιᾶ, τότε ἅπασα ἡ πόλις ἀπεψηφίσατο μὴ συστρατεύειν αὐτοῖς || όταν οι Λακεδαιμόνιοι μας προσκαλούσαν να βαδίσουμε εναντίον του Πειραιά, τότε όλη η πόλη αποφάσισε με ψηφοφορία να μην εκστρατεύσουμε μαζί τους.
Αντί του συσχετικού δεικτικού ενδέχεται στην κύρια πρόταση να χρησιμοποιείται ένα ουσιαστικό:
ΠΛ Νομ 698b κατ' ἐκεῖνον τὸν χρόνον, ὅτε ἡ Περσῶν ἐπίθεσις τοῖς Ἕλλησιν ἐγίγνετο (αντί του τότε…, ὅτε) || κατά την περίοδο εκείνη, όταν γινόταν η επίθεση των Περσών εναντίον των Ελλήνων.
Το δεικτικό, ωστόσο, αποσιωπάται όταν δεν επιδιώκεται να εξαρθεί ο αμοιβαίος συσχετισμός:
ΞΕΝ ΚΠαιδ 5.1.2 ὅτε παρ' Ἀστυάγους εἰς Πέρσας ἀπῄει, τοῦτον [Κῦρος] ἐκέλευσε διαφυλάξαι αὐτῷ τήν τε γυναῖκα καὶ τὴν σκηνήν || όταν αναχωρούσε από τα ανάκτορα του Αστυάγη για την Περσία, ο Κύρος τον διέταξε να του φυλάξει και τη γυναίκα και τη σκηνή.
§11.2. Ο τύπος του δεικτικού της κύριας πρότασης, είτε αυτό το δεικτικό εκφράζεται ρητά είτε αποσιωπάται και απλώς υπονοείται, αποτελεί, ακολούθως, ένα από τα κριτήρια για την ειδολογική κατάταξη των εξαρτημένων προτάσεων εν γένει καθώς καθορίζει το είδος της δευτερεύουσας πρότασης: Το επιρρηματικό δεικτικό υποδηλώνει, όπως στα προηγούμενα παραδείγματα, ότι πρόκειται για δευτερεύουσες επιρρηματικές προτάσεις, ενώ τα ονοματικά δεικτικά σημαίνουν ότι πρόκειται για ονοματικές (ουσιαστικοειδείς ή επιθετικές) προτάσεις.
Ο χαρακτήρας των δευτερευουσών προτάσεων υποδηλώνεται όμως και από τους συνδέσμους που τις εισάγουν καθώς και τον τρόπο σύνταξής τους. Οι εισαγωγικοί αυτοί σύνδεσμοι και η σύνταξή τους δεν αποτελούν ωστόσο πάντοτε ασφαλή κριτήρια για την ειδολογική κατάταξη των εξαρτημένων προτάσεων. Οι εξαρτημένες προτάσεις, λ.χ., που εισάγονται με το ὅπως και παρουσιάζουν την ίδια σύνταξη ενδέχεται βέβαια να είναι επιρρηματικές δευτερεύουσες τελικές προτάσεις όπως συμβαίνει στην ακόλουθη περίπτωση:
ΞΕΝ Απομν 3.9.11 καὶ ἀπόντας μεταπεμπομένους, ὅπως ἐκείνοις πειθόμενοι τὰ δέοντα πράττωσιν (= μεταπεμπόμενοι ἐπὶ τούτῳ, ὅπως … πράττωσιν) καλούν και όσους απουσιάζουν [για το εξής:] για να πράξουν αυτά που πρέπει ακούγοντας εκείνους [που είναι γνώστες του πράγματος].
Οι εισαγόμενες με το ὅπως και συντασσόμενες με υποτακτική δευτερεύουσες πρότάσεις ενδέχεται όμως να είναι και ονοματικές, όπως στο παράδειγμα:
ΞΕΝ Απομν 2.2.6 οἱ γονεῖς […] ἐπιμελοῦνται […], ὅπως οἱ παῖδες αὐτοῖς γένωνται ὡς δυνατὸν βέλτιστοι (= οἱ γονεῖς ἐπιμελοῦνται τούτου, ὅπως … γένωνται) || οι γονείς φροντίζουν για τούτο, πως δηλαδή τα παιδιά τους να γίνονται όσο το δυνατόν καλύτερα.
Το ίδιο μπορεί να συμβαίνει και με τις εξαρτημένες προτάσεις που εισάγονται με το ὥστε, οι οποίες, παρουσιάζοντας την ίδια σύνταξη, ενδέχεται να έχουν επιρρηματική σημασία και να δηλώνουν τον τρόπο, όπως λ.x:
ΣΟΦ Ηλ 393 καλὸς γὰρ οὑμὸς βίοτος ὥστε θαυμάσαι (= θαυμασίως καλός ἐστιν = οὕτω καλῶς ἐστιν, ὥστε θαυμάσαι) || πραγματικά, ωραία είναι η ζωή μου, αξιοθαύμαστα ωραία,
ενδέχεται όμως να έχουν και τη σημασία ενός εκφερόμενου σε αιτιατική ουσιαστικού ή απαρεμφάτου όπως στο παράδειγμα:
ΗΡΟΔ 7.6 ἀνέπεισε Ξέρξην ὥστε ποιέειν ταῦτα(= ἀνέπεισε Ξέρξην ποιεῖν, δηλαδή αιτιατική όπως στο: ἀνέπεισε Ξέρξην τοῦτο [= ουσιαστικοειδές δεικτικό] ὥστε ποιέειν ταῦτα) || έβαλε στο νου του Ξέρξη τούτο, να πραγματοποιήσει αυτή την επιχείρηση.
Σε τέτοιες περιπτώσεις μόνο το ρητά διατυπωμένο ή απλώς υπονοούμενο δεικτικό της κύριας πρότασης (όπως παρατίθεται στις παρενθέσεις) μπορεί να διασαφηνίσει το είδος της δευτερεύουσας πρότασης, εάν δηλαδή αυτή έχει επιρρηματικό ή ονοματικό χαρακτήρα.
Ο τύπος του επιρρηματικού δεικτικού της κύριας πρότασης καθορίζει και το είδος της εξαρτημένης επιρρηματικής πρότασης: Όπως δηλαδή τα δεικτικά επιρρήματα (στα οποία συγκαταλέγονται και οι δεικτικές αντωνυμίες που συνοδεύονται από μια πρόθεση και χρησιμοποιούνται επιρρηματικά) προσδιορίζουν το κατηγόρημα ως προς τον τόπο (π.χ. ἐνταῦθα, ἐκεῖ), τον χρόνο (τότε), τον τρόπο (οὕτως), την αιτία (ἐκ τούτου, ἐπὶ τούτῳ) κ.λπ., έτσι ακριβώς χρησιμοποιούνται και οι εξαρτημένες επιρρηματικές προτάσεις.
§11.3. Οι υποτακτικοί σύνδεσμοι που εισάγουν τις εξαρτημένες επιρρηματικές προτάσεις προέρχονται συνήθως από παγιωμένες πτώσεις της αναφορικής αντωνυμίας. Παλαιοί παγιωμένοι πτωτικοί τύποι της αναφορικής αντωνυμίας είναι λ.χ. το ὅθεν, ὅθι. Πιο πρόσφατοι είναι οι πτωτικοί τύποι που συνοδεύονται από προθέσεις, όπως το ἐν ᾧ, και τα επιρρήματα. Η σημασία όλων αυτών των τύπων ήταν αρχικά τοπική ή χρονική, από τις οποίες προέκυψαν κατόπιν οι διάφορες τροπικές αποχρώσεις (αιτία, όρος, συμπέρασμα, αντίθεση κ.λπ.).
§11.4. Με την προέλευση των υποτακτικών συνδέσμων συνδέονται κατά κάποιον τρόπο και οι δυσχέρειες που παρουσιάζονται αφενός στη λογική σειρά πραγμάτευσης και αφετέρου στην ειδολογική ταξινόμηση των δευτερευουσών προτάσεων εν γένει και των εξαρτημένων επιρρηματικών προτάσεων ειδικότερα.
Επειδή οι περισσότεροι από τους συνδέσμους που εισάγουν τις εξαρτημένες προτάσεις προέρχονται από αναφορικούς τύπους (π.χ. το ὅτι, ὡς, ὅπως, ὥστε κ.λπ.), η πραγμάτευση των προτάσεων αυτών θα έπρεπε να αρχίζει από τις αναφορικές. Ωστόσο και οι ίδιες οι εξαρτημένες αναφορικές προτάσεις υποδιαιρούνται σε ονοματικές και επιρρηματικές, οι οποίες όμως για να γίνουν κατανοητές προϋποθέτουν την γνώση εννοιών όπως "χρονικές", "αιτιολογικές", "τελικές", "συμπερασματικές", κ.λπ. Για τον λόγο αυτόν στα συντακτικά συνήθως προτάσσεται η πραγμάτευση των "ονοματικών" και "επιρρηματικών" εξαρτημένων προτάσεων και έπονται οι "αναφορικές" προτάσεις.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα των προβλημάτων που παρουσιάζονται στην ειδολογική ταξινόμηση των δευτερευουσών προτάσεων εν γένει και των εξαρτημένων επιρρηματικών προτάσεων ειδικότερα είναι οι"τοπικές" προτάσεις. Ως τέτοιες χαρακτηρίζονται από τους θεωρητικούς εκείνες οι εξαρτημένες επιρρηματικές προτάσεις, οι οποίες εισάγονται με αναφορικά τοπικά επιρρήματα ή, καλύτερα, τοπικούς συνδέσμους (οὗ, ὅπῃ, ὅπου, ἔνθα, ἵνα, ὅθεν, ἔνθεν, οἷ, ὅποι κ.λπ.), και οι οποίες δηλώνουν, όπως τα τοπικά επιρρήματα, τις τρεις τοπικές σχέσεις: το "που", το "από που" και το "προς τα που". Τα αναφορικά τοπικά επιρρήματα της εξαρτημένης πρότασης ενδέχεται να ανταποκρίνονται σε δεικτικά τοπικά επιρρήματα της κύριας πρότασης (ἐνταῦθα, ἐκεῖ, ἐκεῖσε, ταύτῃ κ.λπ.).
Κατ' αναλογία προς τις εξαρτημένες επιρρηματικές χρονικές προτάσεις όπως π.x.:
ΞΕΝ ΚΑναβ 1.4.13 [Κῦρος] ὑπέσχετο ἀνδρὶ ἑκάστῳ δώσειν πέντε ἀργυρίου μνᾶς, ἐπὴν εἰς Βαβυλῶνα ἥκωσι || ο Κύρος υποσχέθηκε ότι θα δώσει σε κάθε άνδρα το ποσόν των πέντε μνων όταν θα έχουν φθάσει στην Βαβυλώνα,
μπορεί σε περιπτώσεις όπως:
ΘΟΥΚ 2.11.9 ἕπεσθε, ὅπῃ ἄν τις ἡγῆται || ακολουθείτε όπου σας οδηγούν οι στρατηγοί.
να γίνει λόγος για "τοπικές" επιρρηματικές προτάσεις.
Εάν όμως στην κύρια πρόταση υπάρχει μια δεικτική έκφραση, η οποία διασαφηνίζεται ή επεξηγείται από την εξαρτημένη πρόταση, τότε η δευτερεύουσα αυτή πρόταση μπορεί να υπαχθεί και στις ονοματικές αναφορικές προτάσεις. Μια τέτοια αμφίσημη περίπτωση θα μπορούσε π.χ. να θεωρηθεί η εξής:
ΠΛ Απολ 28d οὗ ἄν τις ἑαυτὸν τάξῃ, ἐνταῦθα δεῖ μένοντα κινδυνεύειν || όπου [σε αυτό, στο οποίο] τάξει κανείς τον εαυτό του, εκεί πρέπει να μείνει και να κινδυνέψει.
Ενώ γνήσια αναφορική πρόταση, εφόσον στην κύρια πρόταση υπάρχει ένα συσχετικό ουσιαστικό, είναι η ακόλουθη:
ΞΕΝ ΚΑναβ 4.7.20 ἄξει αὐτοὺς εἰς χωρίον ὅθεν ὄψονται θάλατταν || θα τους οδηγήσει σε μέρος, από το οποίο θα ιδούν τη θάλασσα.
Οι εξαρτημένες "τοπικές" προτάσεις δεν διαφέρουν στη σύνταξή τους από τις αντίστοιχες χρονικές αφενός και αναφορικές αφετέρου. Έτσι από τη μια φαίνεται να ανήκουν στις επιρρηματικές προτάσεις, αφού περιέχουν έναν τοπικό επιρρηματικό προσδιορισμό. Από την άλλη όμως, και στο μέτρο που επεξηγούν έναν όρο της πρότασης από την οποίαν εξαρτώνται, οι εξαρτημένες "τοπικές" προτάσεις είναι ονοματικές προσδιοριστικές προτάσεις. Η αμφισημία αυτή είναι ένας από τους λόγους για τους οποίους πολλοί θεωρητικοί δεν τις πραγματεύονται ως αυτόνομη κατηγορία εξαρτημένων προτάσεων.
§11.5. Η διάταξη που ακολουθείται στα επόμενα έχει ως εξής: προτάσσονται οι χρονικές προτάσεις, οι οποίες είναι, μαζί με τις "τοπικές", οι αρχαιότερες εξαρτημένες επιρρηματικές προτάσεις. Ακολουθεί μια ομάδα επιρρηματικών προτάσεων που θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν "αιτιώδεις" με την ευρεία έννοια καθώς περιλαμβάνουν όχι μόνο τις αιτιολογικές με τη στενή έννοια, αλλά και τις τελικές, αφού ο σκοπός δεν είναι τίποτα άλλο παρά ένα "τελικό αίτιο", τις υποθετικές, οι οποίες έχουν να κάνουν με έναν λόγο και την ακολουθία του ή μια προϋπόθεση που λειτουργεί ως αιτία, όπως και τις εναντιωματικές ή παραχωρητικές που συγγενεύουν με τις υποθετικές και επομένως και με τις υπόλοιπες αιτιολογικές. Ακολουθούν οι συμπερασματικές που έχουν συγκριτικό και τροπικό χαρακτήρα. Την κατακλείδα αποτελούν οι αναφορικές προτάσεις, η οποίες αποτελούν μιαν αυτόνομη κατηγορία και γι' αυτό παρουσιάζονται σε μια ξεχωριστή ενότητα.
Η Ελληνική Αρχαιότητα: Πόλεμος - Πολιτική - Πολιτισμός 2. Νομοθέτες και τύραννοι
2.2. Ένας μεγάλος βράχος έπεσε πάνω στους άρχοντες
Γύρω στο 500 οι Σπαρτιάτες κάλεσαν τους Πελοποννήσιους συμμάχους τους σε σύσκεψη. Είχαν κάνει ένα σοβαρό λάθος στην εξωτερική πολιτική και επιθυμούσαν να επανορθώσουν το ταχύτερο. Ισχυρίστηκαν ότι, παραπλανημένοι από χαλκευμένους χρησμούς, ανέτρεψαν τον τύραννο της Αθήνας, τον Ιππία, μολονότι ήταν φιλικός προς αυτούς, και παρέδωσαν την πόλη σε έναν αχάριστο δήμο. Οι Αθηναίοι ωστόσο, παρά την ευεργεσία, σήκωσαν κεφάλι και τους έδιωξαν από την πόλη (αντί να ενταχθούν, όπως αναμενόταν, στη συμμαχία τους). Ελεύθεροι πλέον και ανεξάρτητοι, γίνονταν καθημερινά ισχυρότεροι. Επιθυμούσαν λοιπόν οι Σπαρτιάτες, με τη βοήθεια των συμμάχων τους, να αποδώσουν την εξουσία και πάλι στον τύραννο.
Ο Ηρόδοτος, που αφηγείται την ιστορία, εμφανίζει τον αντιπρόσωπο των Κορίνθιων στη σύσκεψη να εξανίσταται και βάζει στο στόμα του τα ακόλουθα λόγια:
Ο ουρανός θα βρεθεί κάτω από τη γη και η γη θα βρεθεί μετέωρη πάνω από τον ουρανό και οι άνθρωποι θα ζουν με θαλασσινό νερό και τα ψάρια στη στεριά, όταν εσείς, Λακεδαιμόνιοι, ετοιμάζεστε να καταργήσετε στις διάφορες πόλεις την ἰσοκρατίαν και να επιβάλετε τυραννίες, που απ᾽ αυτές δεν υπάρχει πιο άδικο και σκληρό καθεστώς. Αν νομίζετε ότι είναι σωστό να υπάρχουν τυραννίες στις πόλεις, τότε εσείς πρώτοι διαλέξτε έναν τύραννο και τότε μόνο προσπαθήστε να επιβάλετε και στους άλλους τυραννία. Αλλά εσείς δεν έχετε δοκιμάσει την τυραννία και προφυλάσσετε με όλα τα μέσα τη Σπάρτη για να την αποφύγει, ενώ θέλετε να την επιβάλετε στους συμμάχους σας.
Την εποχή που έγινε η σύσκεψη, η τυραννία ήταν πολίτευμα μισητό στον ελληνικό κόσμο. Πολλές ελληνικές πόλεις είχαν διακυβερνηθεί από τυράννους τους οποίους, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, κατάφεραν να ανατρέψουν - συχνά με τη βοήθεια της Σπάρτης. Ο αντιπρόσωπος των Κορίνθιων, οι οποίοι διέθεταν μεγάλο κύρος στη συμμαχία, θεώρησε χρήσιμο να αφηγηθεί τη δική τους εμπειρία. Την πόλη τους διοικούσαν κάποτε οι Βακχιάδες, μια ομάδα ευγενών που παντρεύονταν μόνο μεταξύ τους. Μια από τις κόρες τους, ωστόσο, επειδή ήταν κουτσή και δεν βρήκε γαμπρό στον κύκλο της, παντρεύτηκε κάποιον από άλλο γένος. Μαζί του απέκτησε έναν γιο, τον Κύψελο. Με την ενθάρρυνση του μαντείου των Δελφών, ο Κύψελος ανέτρεψε τους Βακχιάδες και έγινε τύραννος. Έδιωξε αρκετούς Κορίνθιους από την πόλη, κατέσχεσε τις περιουσίες πολλών και σκότωσε ακόμη περισσότερους. Στην εξουσία παρέμεινε ευτυχής για τριάντα χρόνια και, όταν πέθανε, τον διαδέχθηκε ο γιος του Περίανδρος. Ο Περίανδρος ήταν στην αρχή ηπιότερος από τον πατέρα του, αλλά στη συνέχεια έγινε πολύ χειρότερος. Ασκώντας βία, θεώρησε επιπλέον σωστό να προσβάλει τις γυναίκες των Κορίνθιων για να τιμήσει τη δική του νεκρή σύζυγο.
Η ιστορία αυτή είναι διαφωτιστική, καθώς υπογραμμίζει βασικά χαρακτηριστικά της τυραννίας. Αφήνει ωστόσο κάποιες σημαντικές λεπτομέρειες αδιευκρίνιστες. Δεν είναι σαφές πώς κατάφερε ο Κύψελος να κερδίσει την εύνοια του μαντείου, να ανατρέψει τους ευγενείς και να παραμείνει στην εξουσία για πολύ μεγάλο διάστημα, μεταβιβάζοντάς την μάλιστα στον γιο του.
Για την τυραννία στην Κόρινθο συγκέντρωσε πληροφορίες και ένας μεταγενέστερος ιστορικός, ο Νικόλαος Δαμασκηνός, από το έργο του οποίου έχουν σωθεί αποσπάσματα. Σύμφωνα με τον Νικόλαο, ο Κύψελος δεν έγινε τύραννος αλλά βασιλιάς. Πριν ανατρέψει τους ευγενείς, κέρδισε την εμπιστοσύνη των πολιτών της Κορίνθου, επειδή, σε αντίθεση με τους Βακχιάδες που ήταν υβριστές και βίαιοι, αυτός είχε θεωρηθεί ανδρείος και σώφρων. Επιπλέον, διακρίθηκε ως πολέμαρχος, ασκώντας με ηπιότητα τα δικαστικά καθήκοντα που του αναλογούσαν. Διαπιστώνοντας ότι οι πολίτες της Κορίνθου εχθρεύονταν τους Βακχιάδες, έγινε αρχηγός τους. Είχε άλλωστε με το μέρος του και χρησμό από το μαντείο. Σκότωσε αυτόν που ασκούσε εκείνη τη χρονιά την εξουσία και αναγορεύτηκε από τον δήμο βασιλιάς στη θέση του. Δήμευσε τις περιουσίες ευγενών και τους έδιωξε από την πόλη. Επανέφερε όμως όσους είχαν εξοριστεί από τους Βακχιάδες και απέδωσε πολιτικά δικαιώματα σε εκείνους που τα είχαν στερηθεί.
Όσα χρόνια παρέμεινε στην εξουσία ο Κύψελος ήταν πράος και δεν χρειάστηκε ποτέ να χρησιμοποιήσει σωματοφύλακες (δορυφόρους), όπως συνήθιζαν οι τύραννοι. Όταν πέθανε, άφησε την εξουσία στον γιο του Περίανδρο, ο οποίος όμως υπήρξε ωμός και βίαιος. Αυτός χρειαζόταν τριακόσιους σωματοφύλακες για την προστασία του. Δεν άφηνε τους πολίτες να αγοράζουν δούλους και τους κρατούσε διαρκώς απασχολημένους. Ούτε τους επέτρεπε να κάθονται στην αγορά, από φόβο μήπως συνωμοτήσουν εναντίον του. Βρισκόταν σε διαρκείς πολέμους και ναυπηγούσε πολεμικές τριήρεις. Στον ερωτικό του βίο υπήρξε ανόσιος. Ο Περίανδρος, με δυο λόγια, εξέτρεψε τη βασιλεία σε τυραννία.
Οι δύο αφηγήσεις δεν είναι ασυμβίβαστες μεταξύ τους. Σε πολιτικά και κοινωνικά θέματα έχει πάντα σημασία η οπτική γωνία του αφηγητή. Ακόμη και όταν επιθυμεί να είναι αντικειμενικός, ο ιστορικός προσέχει διαφορετικές πλευρές των ίδιων φαινομένων και αποδίδει διαφορετικά κίνητρα στις ίδιες πράξεις. Σε βασικά ζητήματα, πάντως, οι δύο εκδοχές συμφωνούν. Πρώτον, ο Κύψελος πήρε την εξουσία με βία, ανατρέποντας το παλαιό πολιτικό σύστημα. Δεύτερον, κυβέρνησε με αυθαιρεσία, εξορίζοντας, δημεύοντας περιουσίες και θανατώνοντας. Τρίτον, προσπάθησε να καταστήσει την εξουσία του κληρονομική. Και οι δύο εκδοχές συμφωνούν επίσης ότι ο Περίανδρος, είτε από την αρχή είτε αργότερα, έγινε πολύ χειρότερος και, επιπλέον, δεν σεβόταν τα χρηστά ήθη.
Ενδιαφέρον παρουσιάζουν και οι συμπληρωματικές διευκρινίσεις της δεύτερης εκδοχής. Απέναντι στους Βακχιάδες ο Κύψελος ήταν σκληρός και αδίστακτος, αλλά μόνο ο Νικόλαος εξηγεί ότι εξέφραζε το γενικό αίσθημα του δήμου και ότι η επιτυχία του οφειλόταν στη διαφθορά του παλαιού καθεστώτος. Η μακρά παραμονή του στην εξουσία δείχνει άλλωστε ότι υπήρξε δημοφιλής. Η αυθαιρεσία του μπορεί να θεωρηθεί δεδομένη, στρεφόταν ωστόσο εναντίον μιας ολιγομελούς κλειστής ομάδας, όχι εναντίον των μαζών.
Η αρχαιολογία και διάσπαρτες ιστορικές μαρτυρίες βοηθούν να φανταστούμε κάπως τις συνθήκες που επικρατούσαν στην Κόρινθο πριν από την επικράτηση του Κύψελου. Για έναν περίπου αιώνα, την εποχή δηλαδή που κυβερνούσαν οι Βακχιάδες, η πόλη ευημερούσε. Αξιοποιούσε με επιτυχία τη γεωγραφική της θέση στον Ισθμό για τις χερσαίες μετακινήσεις μεταξύ Στερεάς Ελλάδας και Πελοποννήσου και τα δύο λιμάνια της για τις θαλάσσιες μετακινήσεις προς το Αιγαίο πέλαγος ανατολικά και το Ιόνιο δυτικά. Διακρίθηκε έτσι τόσο στο εμπόριο όσο και στην ίδρυση αποικιών, από τις οποίες ξεχώρισαν η Κέρκυρα και οι Συρακούσες. Στην ίδια την πόλη, τεχνίτες και έμποροι ήταν διαρκώς απασχολημένοι, κατασκευάζοντας και διακινώντας εμπορεύματα υψηλής ποιότητας και αισθητικής. Ο πλούτος που άρχισε να συσσωρεύεται διαμοιράστηκε σε ευρύτερα στρώματα του πληθυσμού και, σε μεγάλο βαθμό, επενδύθηκε στη γη, δημιουργώντας μια σημαντική τάξη εύπορων αγροτών.
Τα συμφέροντα και οι ανάγκες της Κορίνθου, μετά από έναν αιώνα ανάπτυξης, συγκρούονταν πλέον ευθέως με τα συμφέροντα και τις ανάγκες μιας κλειστής ομάδας ευγενών που δεν ήταν διατεθειμένοι να μοιραστούν την εξουσία με νέους άνδρες. Επιπλέον, ισχυροί και επικίνδυνοι γείτονες, όπως το Άργος και τα Μέγαρα, δεν αντιμετωπίζονταν πλέον αποτελεσματικά από την παλαιά αριστοκρατία. Η λύση βρέθηκε, καθώς φαίνεται, στο πρόσωπο του Κύψελου. Ως απόλυτος άρχοντας μπορούσε να αναδείξει και να κινητοποιήσει ευρύτερες δυνάμεις. Όταν εδραίωσε την εξουσία του, θα πρόβαλε ασφαλώς στο πλήθος ως αγαθός βασιλιάς και στους ευγενείς ως σφετεριστής δυνάστης, δηλαδή τύραννος.
Οι διαφορετικοί τίτλοι που αποδίδονται στον Κύψελο δεν δημιουργούν ιδιαίτερο πρόβλημα: βασιλεύς και τύραννος ήταν αρχικά λέξεις συνώνυμες. Στα ομηρικά έπη εμφανίζονται αρκετοί βασιλείς με μεγάλη εξουσία, αλλά ο τίτλος δίνεται κάποτε και σε άλλους ευγενείς. Στον Ησίοδο βασιλείς αποκαλούνται γενικά οι ευγενείς. Για «τυραννία» έγινε πρώτη φορά λόγος, όσο ξέρουμε, από τον ποιητή Αρχίλοχο, στο μέσον του 7ου αιώνα, ίσως για να δηλωθεί η απόλυτη εξουσία που δεν είχε μεταβιβαστεί κληρονομικά. Για άνδρες που επιβάλλονταν μόνοι τους, έξω από το αριστοκρατικό πλαίσιο, εξοντώνοντας ή εκτοπίζοντας άλλους ευγενείς, θεωρήθηκε χρήσιμο να χρησιμοποιηθεί ένας νέος όρος, δάνειο, μάλλον, από κάποιον ανατολικό πολιτισμό - ίσως από τη Λυδία, όπου κυβερνούσε εκείνη την εποχή ο σφετεριστής Γύγης. Το μαντείο των Δελφών πάντως, ακόμη και στην εκδοχή του Ηροδότου, προανήγγειλε τον Κύψελο ως βασιλιά.
Ο Κύψελος ήταν ένας από τους παλαιότερους Έλληνες τυράννους. Πήρε την εξουσία στο μέσον περίπου του 7ου αιώνα ή λίγο αργότερα. Παρόμοιες εξελίξεις σημειώθηκαν σε πολλές άλλες πόλεις. Στις περισσότερες περιπτώσεις οι τύραννοι επικράτησαν ύστερα από αναταραχή ή σφοδρή σύγκρουση, ενώ σε ορισμένες με πόλεμο. Συχνά είχαν ισχυρή υποστήριξη από τον δήμο. Ορκισμένοι τους εχθροί ήταν οι ευγενείς, που έχαναν την εξουσία και κάποτε τις περιουσίες ή τη ζωή τους. Συνέβαινε ωστόσο να τους υποστηρίζουν και ορισμένοι ευγενείς που αισθάνονταν αποκλεισμένοι από την πολιτική εξουσία.
Ο κυριότερος λόγος που καθιστούσε την εγκαθίδρυση μιας τυραννίας επιθυμητή από τον δήμο, ή πάντως από μια μεγάλη μερίδα του, ήταν ο πόλεμος. Οι περισσότερες ελληνικές πόλεις βρίσκονταν σε αυξανόμενη ένταση με γειτονικές κοινότητες για τον έλεγχο της γης, αλλά και με μακρινές για τον έλεγχο περιοχών κατάλληλων προς αποικισμό, επομένως πάλι για τον έλεγχο καλλιεργήσιμων εδαφών. Οι ανάγκες του πολέμου απαιτούσαν ικανούς στρατηγούς, όχι κληρονομικούς άρχοντες. Ο Κύψελος και ο Περίανδρος, μεταξύ άλλων, ήταν αποτελεσματικοί οργανωτές του στρατού και πρόθυμοι να στηριχτούν στη δύναμη και τη βούληση των οπλιτών. Για να επέλθει μια αλλαγή που θα περιόριζε την εξουσία και την αυθαιρεσία των ευγενών, χρειαζόταν μια επίσης αυθαίρετη και αποφασιστική παρέμβαση.
Προκειμένου να εξασφαλίσουν στρατιωτικές επιτυχίες, οι τύραννοι έδειξαν μεγάλο ενδιαφέρον για τον δήμο, από τον οποίο προέρχονταν οι οπλίτες. Σε αντίθεση με τους ευγενείς, που προτιμούσαν να επιδεικνύουν τη δόξα των προγόνων τους, αυτοί είχαν κάθε λόγο να αναδείξουν τη δόξα της πόλης και των πολιτών. Επέβλεψαν την κατασκευή λαμπρών ναών και την εκτέλεση άλλων δημόσιων έργων, δίνοντας στους αντιπάλους τους την εντύπωση ότι επιθυμούσαν απλώς να κρατούν τον λαό απασχολημένο. Επιπλέον, προσπάθησαν να καταστήσουν τις εορτές υπόθεση όλου του δήμου, τονώνοντας το ηθικό του και το αίσθημα ενότητας που απαιτούσαν οι περιστάσεις. Ο Περίανδρος μπορεί να απαγόρευσε την αγορά πολλών δούλων, για να περιορίσει την επίδειξη των ευγενών, ή να κατέσχεσε τα κοσμήματα που φορούσαν οι ευγενείς δέσποινες, αλλά αξιοποίησε πολυάριθμους δούλους και έκανε μεγάλες δαπάνες για έργα της πόλης. Ως πολιτικοί άνδρες, οι τύραννοι έθεσαν τον πολιτισμό στην υπηρεσία της πόλης και του πολέμου.
Οι πρώτοι τύραννοι είχαν αρκετούς εχθρούς αλλά πολύ περισσότερους φίλους. Το μαντείο ήξερε τι έκανε όταν τους ενθάρρυνε και τους στήριζε. Οι μύθοι που πλάστηκαν για τα παιδικά χρόνια του Κύψελου και τη διάσωσή του μέσα σε μια κυψέλη από τις επιβουλές των ευγενών φανερώνουν ότι κάποιοι τον φαντάστηκαν να επιβιώνει με σκοπό να επιτελέσει ηρωικά κατορθώματα. Η Πυθία, καθώς λεγόταν, το είχε πει καθαρά πριν γεννηθεί: «Ένας μεγάλος βράχος θα πέσει πάνω στους άνδρες που κατέχουν την εξουσία και θα αποδώσει στην Κόρινθο τη θέση που δικαιούται.» (μτφρ. Ά. Βλάχος) Άλλωστε, παρά τα όσα είχαν να προσάψουν πολλοί στον Περίανδρο, στην ιστορία παρέμεινε περισσότερο ως ένας από τους λεγόμενους Επτά Σοφούς και λιγότερο ως δυνάστης.
Η πρόθεση των τυράννων να καταστήσουν την εξουσία τους κληρονομική ήρθε πάντως σε σύγκρουση με τις φιλοδοξίες και τις ανάγκες του δήμου που τους είχε στηρίξει. Η πολυετής διακυβέρνηση μιας πόλης χωρίς ουσιαστικό έλεγχο καθιστούσε πολλούς από αυτούς άπληστους και μισαλλόδοξους. Κάθε προσπάθεια να αμφισβητηθεί η εξουσία τους αντιμετωπιζόταν με μεγάλη σκληρότητα. Εκτός από την παλαιά αριστοκρατία, που παρέμενε σταθερά εχθρική απέναντί τους, εναντίον τους στράφηκε τελικά και ο δήμος. Αρκετοί τύραννοι κατάφεραν να μεταβιβάσουν την εξουσία στα παιδιά τους, αλλά μόνο στην Κόρινθο η τυραννία πέρασε στην τρίτη γενιά - και αυτό για λίγα μόνο χρόνια. Στο τέλος ανατράπηκαν όλοι σε συνθήκες αναταραχών ή εξωτερικών επεμβάσεων, εξάπτοντας νέα πάθη. Η λέξη «τύραννος» κατέληξε να σημαίνει τον καταπιεστή και τον δυνάστη. Μόνο στην ποίηση, που επιθυμούσε να χρησιμοποιεί αρχαϊκό λεξιλόγιο, ο τύραννος μπορούσε να παραμένει αγαθός και καλοπροαίρετος άρχοντας. Ο Σοφοκλής προτίμησε να αποκαλέσει έτσι τον Οιδίποδα.
Στη Μυτιλήνη του ύστερου 7ου αιώνα επικρατούσαν συνθήκες που θύμιζαν πολύ την Κόρινθο. Η πόλη, την οποία κυβερνούσε το αριστοκρατικό γένος των Πενθιλιδών, ευημερούσε και είχε συμμετάσχει στην ίδρυση πολλών αποικιών. Αλλά οι Πενθιλίδες βασιλείς φέρονταν με υπεροψία. Λέγεται ότι περιδιάβαιναν τους δρόμους της πόλης και χτυπούσαν τους κατοίκους με ρόπαλα, χωρίς να δίνουν λογαριασμό. Στο μεταξύ οι αριστοκρατικές οικογένειες που δεν συμμετείχαν στην εξουσία διαμαρτύρονταν. Το πολίτευμα ανατράπηκε, και στη θέση των ευγενών κυβέρνησαν διαδοχικά διάφοροι τύραννοι. Η κατάσταση παρέμενε έκρυθμη, με διαρκείς συνωμοσίες και πολιτικές δολοφονίες.
Κάποια στιγμή δόθηκε απόλυτη εξουσία στον Πιττακό που, όπως ο Κύψελος, είχε αριστοκρατική καταγωγή μόνο από τη μητέρα του. Ο αριστοκράτης ποιητής Αλκαίος τον αποκαλούσε τύραννο και είχε πολλά να του προσάψει, αλλά ο Αριστοτέλης διευκρινίζει ότι ήταν αἰσυμνήτης, δηλαδή, όπως εξηγεί, ένας «αιρετός τύραννος». Σε άλλες πηγές ο Πιττακός αποκαλείται βασιλιάς. Άσκησε τα καθήκοντά του για δέκα χρόνια, όπως προβλεπόταν, και, όταν παραιτήθηκε, ιδιώτευσε για άλλα δέκα. Ένα από τα βασικά του καθήκοντα ήταν να αποτρέψει την επάνοδο των εξόριστων ευγενών στην πόλη και την εξουσία. Ο Πιττακός κέρδισε και αυτός μια θέση μεταξύ των Επτά Σοφών της αρχαίας Ελλάδας.
Η σχεδόν ταυτόχρονη εμφάνιση τυράννων σε πολλές ελληνικές πόλεις είναι εντυπωσιακή. Υπήρχαν δύο λόγοι που συνέβαλαν στη γρήγορη διάδοση του φαινομένου. Ο ένας ήταν ο μιμητισμός: οι επιτυχίες των τυράννων στην Κόρινθο έδωσαν την ιδέα σε άλλους να ακολουθήσουν τον ίδιο δρόμο. Ο άλλος λόγος ήταν η βοήθεια που έσπευδαν να προσφέρουν ο ένας στον άλλο. Ο Περίανδρος, για παράδειγμα, μπορούσε να γεφυρώσει τις παλαιές διαφορές της πόλης του με τη Μίλητο και να συνεργαστεί με τον τύραννό της, τον Θρασύβουλο.
Ισχυροί τύραννοι αναδείχθηκαν ορισμένες φορές μπροστά στον κίνδυνο μιας σοβαρής εξωτερικής απειλής. Ο Πολυκράτης της Σάμου οικοδόμησε μια ισχυρή συμμαχία ικανή να αντισταθεί, για ένα διάστημα, στην περσική επέκταση. Προκειμένου να επιβληθεί στην εξουσία, δέχτηκε τη βοήθεια του τυράννου της Νάξου Λύγδαμη και έγινε γρήγορα τόσο ισχυρός, ώστε έθεσε κάτω από τον έλεγχό του πολλά άλλα νησιά, όπως τη Ρόδο. Είχε στη διάθεσή του 100 πολεμικά πλοία και 1.000 τοξότες. Για τα κατορθώματά του κατέστη ο θρυλικότερος και ενδοξότερος τύραννος, με φιλίες που περιλάμβαναν τον φαραώ της Αιγύπτου. Τα δημόσια έργα που προώθησε ήταν για την εποχή του αξεπέραστα σε μεγαλείο και τεχνική αρτιότητα. Στην αυλή του συγκεντρώθηκαν ποιητές όπως ο Ανακρέων και ο Ίβυκος, που τον δόξασε και τον ύμνησε. Το καθεστώς του πάντως δεν το ανέχτηκε ο σοφός Πυθαγόρας, που προτίμησε να εγκατασταθεί στη νότια Ιταλία για να ιδρύσει τη σχολή του.
Η αυξανόμενη δύναμη του Πολυκράτη φόβισε πολλούς Έλληνες. Παρακινημένοι από εξόριστους Σάμιους, οι Σπαρτιάτες με τους συμμάχους τους προσπάθησαν να τον ανατρέψουν. Η επιχείρηση απέτυχε, αλλά ο Πολυκράτης δεν άργησε να βρει τον θάνατο στα χέρια των Περσών, που τον συνέλαβαν με δόλο. Στη συνέχεια οι Σπαρτιάτες κατάφεραν να ανατρέψουν τον Λύγδαμη της Νάξου και αργότερα τον Ιππία της Αθήνας. Προσπαθούσαν να οικοδομήσουν μια δική τους μεγάλη συμμαχία, ικανή να παίξει πρωταγωνιστικό ρόλο στην ανατολική Μεσόγειο. Στη συμμαχία αυτή οι φιλόδοξοι τύραννοι δεν είχαν θέση. Αλλά τα σχέδια των Σπαρτιατών σκόνταψαν στον αθηναϊκό δήμο, που αποδείχθηκε ακόμη πιο φιλόδοξος από τους τυράννους.
Προς το τέλος του 6ου αιώνα, όταν πολλές ελληνικές πόλεις προσπαθούσαν να απαλλαγούν από τους τυράννους τους, οι Πέρσες άρχισαν να καταλαμβάνουν τα μικρασιατικά παράλια. Για τη διοίκηση των ελληνικών πόλεων που εξουσίαζαν, οι Πέρσες θεώρησαν ότι το καταλληλότερο σύστημα διακυβέρνησης ήταν η τυραννία. Με τυράννους της δικής τους επιλογής μπορούσαν να ασκούν τον έλεγχο που επιθυμούσαν και να εξασφαλίζουν τους φόρους που απαιτούσαν. Με αυτή την εξέλιξη, στις συνειδήσεις των Ελλήνων οι τύραννοι έγιναν επιπλέον μισητοί εκπρόσωποι μιας ξένης δύναμης. Ακόμη και για την αντιμετώπιση επικίνδυνων εχθρών, οι περισσότεροι Έλληνες πίστευαν πλέον ότι καταλληλότερα ήταν άλλα πολιτεύματα με πολύ ευρύτερη συμμετοχή των πολιτών στα κοινά.
Παρόμοιες εσωτερικές και εξωτερικές συνθήκες δημιουργήθηκαν και στις δυτικές αποικίες. Εκτός από τις συγκρούσεις των ευγενών με τον δήμο, οι Έλληνες είχαν να αντιμετωπίσουν τους ντόπιους πληθυσμούς, τους Ετρούσκους από τη βόρεια και τη δυτική Ιταλία και τους Καρχηδόνιους από τη βόρεια Αφρική. Στον Ακράγαντα, τη Γέλα, τις Συρακούσες και άλλες πόλεις επιβλήθηκαν τυραννίες. Όπως και αλλού, οι τυραννίες αυτές αντικαταστάθηκαν με τη σειρά τους από συμμετοχικότερα πολιτεύματα, αλλά νέοι εξωτερικοί κίνδυνοι και εσωτερικές αναταραχές επέτρεψαν και πάλι την επιβολή τυράννων στις Συρακούσες, που παρέμεινε για πολλούς αιώνες η ισχυρότερη ελληνική πόλη στη Σικελία.
Γύρω στο 500 οι Σπαρτιάτες κάλεσαν τους Πελοποννήσιους συμμάχους τους σε σύσκεψη. Είχαν κάνει ένα σοβαρό λάθος στην εξωτερική πολιτική και επιθυμούσαν να επανορθώσουν το ταχύτερο. Ισχυρίστηκαν ότι, παραπλανημένοι από χαλκευμένους χρησμούς, ανέτρεψαν τον τύραννο της Αθήνας, τον Ιππία, μολονότι ήταν φιλικός προς αυτούς, και παρέδωσαν την πόλη σε έναν αχάριστο δήμο. Οι Αθηναίοι ωστόσο, παρά την ευεργεσία, σήκωσαν κεφάλι και τους έδιωξαν από την πόλη (αντί να ενταχθούν, όπως αναμενόταν, στη συμμαχία τους). Ελεύθεροι πλέον και ανεξάρτητοι, γίνονταν καθημερινά ισχυρότεροι. Επιθυμούσαν λοιπόν οι Σπαρτιάτες, με τη βοήθεια των συμμάχων τους, να αποδώσουν την εξουσία και πάλι στον τύραννο.
Ο Ηρόδοτος, που αφηγείται την ιστορία, εμφανίζει τον αντιπρόσωπο των Κορίνθιων στη σύσκεψη να εξανίσταται και βάζει στο στόμα του τα ακόλουθα λόγια:
Ο ουρανός θα βρεθεί κάτω από τη γη και η γη θα βρεθεί μετέωρη πάνω από τον ουρανό και οι άνθρωποι θα ζουν με θαλασσινό νερό και τα ψάρια στη στεριά, όταν εσείς, Λακεδαιμόνιοι, ετοιμάζεστε να καταργήσετε στις διάφορες πόλεις την ἰσοκρατίαν και να επιβάλετε τυραννίες, που απ᾽ αυτές δεν υπάρχει πιο άδικο και σκληρό καθεστώς. Αν νομίζετε ότι είναι σωστό να υπάρχουν τυραννίες στις πόλεις, τότε εσείς πρώτοι διαλέξτε έναν τύραννο και τότε μόνο προσπαθήστε να επιβάλετε και στους άλλους τυραννία. Αλλά εσείς δεν έχετε δοκιμάσει την τυραννία και προφυλάσσετε με όλα τα μέσα τη Σπάρτη για να την αποφύγει, ενώ θέλετε να την επιβάλετε στους συμμάχους σας.
Την εποχή που έγινε η σύσκεψη, η τυραννία ήταν πολίτευμα μισητό στον ελληνικό κόσμο. Πολλές ελληνικές πόλεις είχαν διακυβερνηθεί από τυράννους τους οποίους, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, κατάφεραν να ανατρέψουν - συχνά με τη βοήθεια της Σπάρτης. Ο αντιπρόσωπος των Κορίνθιων, οι οποίοι διέθεταν μεγάλο κύρος στη συμμαχία, θεώρησε χρήσιμο να αφηγηθεί τη δική τους εμπειρία. Την πόλη τους διοικούσαν κάποτε οι Βακχιάδες, μια ομάδα ευγενών που παντρεύονταν μόνο μεταξύ τους. Μια από τις κόρες τους, ωστόσο, επειδή ήταν κουτσή και δεν βρήκε γαμπρό στον κύκλο της, παντρεύτηκε κάποιον από άλλο γένος. Μαζί του απέκτησε έναν γιο, τον Κύψελο. Με την ενθάρρυνση του μαντείου των Δελφών, ο Κύψελος ανέτρεψε τους Βακχιάδες και έγινε τύραννος. Έδιωξε αρκετούς Κορίνθιους από την πόλη, κατέσχεσε τις περιουσίες πολλών και σκότωσε ακόμη περισσότερους. Στην εξουσία παρέμεινε ευτυχής για τριάντα χρόνια και, όταν πέθανε, τον διαδέχθηκε ο γιος του Περίανδρος. Ο Περίανδρος ήταν στην αρχή ηπιότερος από τον πατέρα του, αλλά στη συνέχεια έγινε πολύ χειρότερος. Ασκώντας βία, θεώρησε επιπλέον σωστό να προσβάλει τις γυναίκες των Κορίνθιων για να τιμήσει τη δική του νεκρή σύζυγο.
Η ιστορία αυτή είναι διαφωτιστική, καθώς υπογραμμίζει βασικά χαρακτηριστικά της τυραννίας. Αφήνει ωστόσο κάποιες σημαντικές λεπτομέρειες αδιευκρίνιστες. Δεν είναι σαφές πώς κατάφερε ο Κύψελος να κερδίσει την εύνοια του μαντείου, να ανατρέψει τους ευγενείς και να παραμείνει στην εξουσία για πολύ μεγάλο διάστημα, μεταβιβάζοντάς την μάλιστα στον γιο του.
Για την τυραννία στην Κόρινθο συγκέντρωσε πληροφορίες και ένας μεταγενέστερος ιστορικός, ο Νικόλαος Δαμασκηνός, από το έργο του οποίου έχουν σωθεί αποσπάσματα. Σύμφωνα με τον Νικόλαο, ο Κύψελος δεν έγινε τύραννος αλλά βασιλιάς. Πριν ανατρέψει τους ευγενείς, κέρδισε την εμπιστοσύνη των πολιτών της Κορίνθου, επειδή, σε αντίθεση με τους Βακχιάδες που ήταν υβριστές και βίαιοι, αυτός είχε θεωρηθεί ανδρείος και σώφρων. Επιπλέον, διακρίθηκε ως πολέμαρχος, ασκώντας με ηπιότητα τα δικαστικά καθήκοντα που του αναλογούσαν. Διαπιστώνοντας ότι οι πολίτες της Κορίνθου εχθρεύονταν τους Βακχιάδες, έγινε αρχηγός τους. Είχε άλλωστε με το μέρος του και χρησμό από το μαντείο. Σκότωσε αυτόν που ασκούσε εκείνη τη χρονιά την εξουσία και αναγορεύτηκε από τον δήμο βασιλιάς στη θέση του. Δήμευσε τις περιουσίες ευγενών και τους έδιωξε από την πόλη. Επανέφερε όμως όσους είχαν εξοριστεί από τους Βακχιάδες και απέδωσε πολιτικά δικαιώματα σε εκείνους που τα είχαν στερηθεί.
Όσα χρόνια παρέμεινε στην εξουσία ο Κύψελος ήταν πράος και δεν χρειάστηκε ποτέ να χρησιμοποιήσει σωματοφύλακες (δορυφόρους), όπως συνήθιζαν οι τύραννοι. Όταν πέθανε, άφησε την εξουσία στον γιο του Περίανδρο, ο οποίος όμως υπήρξε ωμός και βίαιος. Αυτός χρειαζόταν τριακόσιους σωματοφύλακες για την προστασία του. Δεν άφηνε τους πολίτες να αγοράζουν δούλους και τους κρατούσε διαρκώς απασχολημένους. Ούτε τους επέτρεπε να κάθονται στην αγορά, από φόβο μήπως συνωμοτήσουν εναντίον του. Βρισκόταν σε διαρκείς πολέμους και ναυπηγούσε πολεμικές τριήρεις. Στον ερωτικό του βίο υπήρξε ανόσιος. Ο Περίανδρος, με δυο λόγια, εξέτρεψε τη βασιλεία σε τυραννία.
Οι δύο αφηγήσεις δεν είναι ασυμβίβαστες μεταξύ τους. Σε πολιτικά και κοινωνικά θέματα έχει πάντα σημασία η οπτική γωνία του αφηγητή. Ακόμη και όταν επιθυμεί να είναι αντικειμενικός, ο ιστορικός προσέχει διαφορετικές πλευρές των ίδιων φαινομένων και αποδίδει διαφορετικά κίνητρα στις ίδιες πράξεις. Σε βασικά ζητήματα, πάντως, οι δύο εκδοχές συμφωνούν. Πρώτον, ο Κύψελος πήρε την εξουσία με βία, ανατρέποντας το παλαιό πολιτικό σύστημα. Δεύτερον, κυβέρνησε με αυθαιρεσία, εξορίζοντας, δημεύοντας περιουσίες και θανατώνοντας. Τρίτον, προσπάθησε να καταστήσει την εξουσία του κληρονομική. Και οι δύο εκδοχές συμφωνούν επίσης ότι ο Περίανδρος, είτε από την αρχή είτε αργότερα, έγινε πολύ χειρότερος και, επιπλέον, δεν σεβόταν τα χρηστά ήθη.
Ενδιαφέρον παρουσιάζουν και οι συμπληρωματικές διευκρινίσεις της δεύτερης εκδοχής. Απέναντι στους Βακχιάδες ο Κύψελος ήταν σκληρός και αδίστακτος, αλλά μόνο ο Νικόλαος εξηγεί ότι εξέφραζε το γενικό αίσθημα του δήμου και ότι η επιτυχία του οφειλόταν στη διαφθορά του παλαιού καθεστώτος. Η μακρά παραμονή του στην εξουσία δείχνει άλλωστε ότι υπήρξε δημοφιλής. Η αυθαιρεσία του μπορεί να θεωρηθεί δεδομένη, στρεφόταν ωστόσο εναντίον μιας ολιγομελούς κλειστής ομάδας, όχι εναντίον των μαζών.
Η αρχαιολογία και διάσπαρτες ιστορικές μαρτυρίες βοηθούν να φανταστούμε κάπως τις συνθήκες που επικρατούσαν στην Κόρινθο πριν από την επικράτηση του Κύψελου. Για έναν περίπου αιώνα, την εποχή δηλαδή που κυβερνούσαν οι Βακχιάδες, η πόλη ευημερούσε. Αξιοποιούσε με επιτυχία τη γεωγραφική της θέση στον Ισθμό για τις χερσαίες μετακινήσεις μεταξύ Στερεάς Ελλάδας και Πελοποννήσου και τα δύο λιμάνια της για τις θαλάσσιες μετακινήσεις προς το Αιγαίο πέλαγος ανατολικά και το Ιόνιο δυτικά. Διακρίθηκε έτσι τόσο στο εμπόριο όσο και στην ίδρυση αποικιών, από τις οποίες ξεχώρισαν η Κέρκυρα και οι Συρακούσες. Στην ίδια την πόλη, τεχνίτες και έμποροι ήταν διαρκώς απασχολημένοι, κατασκευάζοντας και διακινώντας εμπορεύματα υψηλής ποιότητας και αισθητικής. Ο πλούτος που άρχισε να συσσωρεύεται διαμοιράστηκε σε ευρύτερα στρώματα του πληθυσμού και, σε μεγάλο βαθμό, επενδύθηκε στη γη, δημιουργώντας μια σημαντική τάξη εύπορων αγροτών.
Τα συμφέροντα και οι ανάγκες της Κορίνθου, μετά από έναν αιώνα ανάπτυξης, συγκρούονταν πλέον ευθέως με τα συμφέροντα και τις ανάγκες μιας κλειστής ομάδας ευγενών που δεν ήταν διατεθειμένοι να μοιραστούν την εξουσία με νέους άνδρες. Επιπλέον, ισχυροί και επικίνδυνοι γείτονες, όπως το Άργος και τα Μέγαρα, δεν αντιμετωπίζονταν πλέον αποτελεσματικά από την παλαιά αριστοκρατία. Η λύση βρέθηκε, καθώς φαίνεται, στο πρόσωπο του Κύψελου. Ως απόλυτος άρχοντας μπορούσε να αναδείξει και να κινητοποιήσει ευρύτερες δυνάμεις. Όταν εδραίωσε την εξουσία του, θα πρόβαλε ασφαλώς στο πλήθος ως αγαθός βασιλιάς και στους ευγενείς ως σφετεριστής δυνάστης, δηλαδή τύραννος.
Οι διαφορετικοί τίτλοι που αποδίδονται στον Κύψελο δεν δημιουργούν ιδιαίτερο πρόβλημα: βασιλεύς και τύραννος ήταν αρχικά λέξεις συνώνυμες. Στα ομηρικά έπη εμφανίζονται αρκετοί βασιλείς με μεγάλη εξουσία, αλλά ο τίτλος δίνεται κάποτε και σε άλλους ευγενείς. Στον Ησίοδο βασιλείς αποκαλούνται γενικά οι ευγενείς. Για «τυραννία» έγινε πρώτη φορά λόγος, όσο ξέρουμε, από τον ποιητή Αρχίλοχο, στο μέσον του 7ου αιώνα, ίσως για να δηλωθεί η απόλυτη εξουσία που δεν είχε μεταβιβαστεί κληρονομικά. Για άνδρες που επιβάλλονταν μόνοι τους, έξω από το αριστοκρατικό πλαίσιο, εξοντώνοντας ή εκτοπίζοντας άλλους ευγενείς, θεωρήθηκε χρήσιμο να χρησιμοποιηθεί ένας νέος όρος, δάνειο, μάλλον, από κάποιον ανατολικό πολιτισμό - ίσως από τη Λυδία, όπου κυβερνούσε εκείνη την εποχή ο σφετεριστής Γύγης. Το μαντείο των Δελφών πάντως, ακόμη και στην εκδοχή του Ηροδότου, προανήγγειλε τον Κύψελο ως βασιλιά.
Ο Κύψελος ήταν ένας από τους παλαιότερους Έλληνες τυράννους. Πήρε την εξουσία στο μέσον περίπου του 7ου αιώνα ή λίγο αργότερα. Παρόμοιες εξελίξεις σημειώθηκαν σε πολλές άλλες πόλεις. Στις περισσότερες περιπτώσεις οι τύραννοι επικράτησαν ύστερα από αναταραχή ή σφοδρή σύγκρουση, ενώ σε ορισμένες με πόλεμο. Συχνά είχαν ισχυρή υποστήριξη από τον δήμο. Ορκισμένοι τους εχθροί ήταν οι ευγενείς, που έχαναν την εξουσία και κάποτε τις περιουσίες ή τη ζωή τους. Συνέβαινε ωστόσο να τους υποστηρίζουν και ορισμένοι ευγενείς που αισθάνονταν αποκλεισμένοι από την πολιτική εξουσία.
Ο κυριότερος λόγος που καθιστούσε την εγκαθίδρυση μιας τυραννίας επιθυμητή από τον δήμο, ή πάντως από μια μεγάλη μερίδα του, ήταν ο πόλεμος. Οι περισσότερες ελληνικές πόλεις βρίσκονταν σε αυξανόμενη ένταση με γειτονικές κοινότητες για τον έλεγχο της γης, αλλά και με μακρινές για τον έλεγχο περιοχών κατάλληλων προς αποικισμό, επομένως πάλι για τον έλεγχο καλλιεργήσιμων εδαφών. Οι ανάγκες του πολέμου απαιτούσαν ικανούς στρατηγούς, όχι κληρονομικούς άρχοντες. Ο Κύψελος και ο Περίανδρος, μεταξύ άλλων, ήταν αποτελεσματικοί οργανωτές του στρατού και πρόθυμοι να στηριχτούν στη δύναμη και τη βούληση των οπλιτών. Για να επέλθει μια αλλαγή που θα περιόριζε την εξουσία και την αυθαιρεσία των ευγενών, χρειαζόταν μια επίσης αυθαίρετη και αποφασιστική παρέμβαση.
Προκειμένου να εξασφαλίσουν στρατιωτικές επιτυχίες, οι τύραννοι έδειξαν μεγάλο ενδιαφέρον για τον δήμο, από τον οποίο προέρχονταν οι οπλίτες. Σε αντίθεση με τους ευγενείς, που προτιμούσαν να επιδεικνύουν τη δόξα των προγόνων τους, αυτοί είχαν κάθε λόγο να αναδείξουν τη δόξα της πόλης και των πολιτών. Επέβλεψαν την κατασκευή λαμπρών ναών και την εκτέλεση άλλων δημόσιων έργων, δίνοντας στους αντιπάλους τους την εντύπωση ότι επιθυμούσαν απλώς να κρατούν τον λαό απασχολημένο. Επιπλέον, προσπάθησαν να καταστήσουν τις εορτές υπόθεση όλου του δήμου, τονώνοντας το ηθικό του και το αίσθημα ενότητας που απαιτούσαν οι περιστάσεις. Ο Περίανδρος μπορεί να απαγόρευσε την αγορά πολλών δούλων, για να περιορίσει την επίδειξη των ευγενών, ή να κατέσχεσε τα κοσμήματα που φορούσαν οι ευγενείς δέσποινες, αλλά αξιοποίησε πολυάριθμους δούλους και έκανε μεγάλες δαπάνες για έργα της πόλης. Ως πολιτικοί άνδρες, οι τύραννοι έθεσαν τον πολιτισμό στην υπηρεσία της πόλης και του πολέμου.
Οι πρώτοι τύραννοι είχαν αρκετούς εχθρούς αλλά πολύ περισσότερους φίλους. Το μαντείο ήξερε τι έκανε όταν τους ενθάρρυνε και τους στήριζε. Οι μύθοι που πλάστηκαν για τα παιδικά χρόνια του Κύψελου και τη διάσωσή του μέσα σε μια κυψέλη από τις επιβουλές των ευγενών φανερώνουν ότι κάποιοι τον φαντάστηκαν να επιβιώνει με σκοπό να επιτελέσει ηρωικά κατορθώματα. Η Πυθία, καθώς λεγόταν, το είχε πει καθαρά πριν γεννηθεί: «Ένας μεγάλος βράχος θα πέσει πάνω στους άνδρες που κατέχουν την εξουσία και θα αποδώσει στην Κόρινθο τη θέση που δικαιούται.» (μτφρ. Ά. Βλάχος) Άλλωστε, παρά τα όσα είχαν να προσάψουν πολλοί στον Περίανδρο, στην ιστορία παρέμεινε περισσότερο ως ένας από τους λεγόμενους Επτά Σοφούς και λιγότερο ως δυνάστης.
Η πρόθεση των τυράννων να καταστήσουν την εξουσία τους κληρονομική ήρθε πάντως σε σύγκρουση με τις φιλοδοξίες και τις ανάγκες του δήμου που τους είχε στηρίξει. Η πολυετής διακυβέρνηση μιας πόλης χωρίς ουσιαστικό έλεγχο καθιστούσε πολλούς από αυτούς άπληστους και μισαλλόδοξους. Κάθε προσπάθεια να αμφισβητηθεί η εξουσία τους αντιμετωπιζόταν με μεγάλη σκληρότητα. Εκτός από την παλαιά αριστοκρατία, που παρέμενε σταθερά εχθρική απέναντί τους, εναντίον τους στράφηκε τελικά και ο δήμος. Αρκετοί τύραννοι κατάφεραν να μεταβιβάσουν την εξουσία στα παιδιά τους, αλλά μόνο στην Κόρινθο η τυραννία πέρασε στην τρίτη γενιά - και αυτό για λίγα μόνο χρόνια. Στο τέλος ανατράπηκαν όλοι σε συνθήκες αναταραχών ή εξωτερικών επεμβάσεων, εξάπτοντας νέα πάθη. Η λέξη «τύραννος» κατέληξε να σημαίνει τον καταπιεστή και τον δυνάστη. Μόνο στην ποίηση, που επιθυμούσε να χρησιμοποιεί αρχαϊκό λεξιλόγιο, ο τύραννος μπορούσε να παραμένει αγαθός και καλοπροαίρετος άρχοντας. Ο Σοφοκλής προτίμησε να αποκαλέσει έτσι τον Οιδίποδα.
Στη Μυτιλήνη του ύστερου 7ου αιώνα επικρατούσαν συνθήκες που θύμιζαν πολύ την Κόρινθο. Η πόλη, την οποία κυβερνούσε το αριστοκρατικό γένος των Πενθιλιδών, ευημερούσε και είχε συμμετάσχει στην ίδρυση πολλών αποικιών. Αλλά οι Πενθιλίδες βασιλείς φέρονταν με υπεροψία. Λέγεται ότι περιδιάβαιναν τους δρόμους της πόλης και χτυπούσαν τους κατοίκους με ρόπαλα, χωρίς να δίνουν λογαριασμό. Στο μεταξύ οι αριστοκρατικές οικογένειες που δεν συμμετείχαν στην εξουσία διαμαρτύρονταν. Το πολίτευμα ανατράπηκε, και στη θέση των ευγενών κυβέρνησαν διαδοχικά διάφοροι τύραννοι. Η κατάσταση παρέμενε έκρυθμη, με διαρκείς συνωμοσίες και πολιτικές δολοφονίες.
Κάποια στιγμή δόθηκε απόλυτη εξουσία στον Πιττακό που, όπως ο Κύψελος, είχε αριστοκρατική καταγωγή μόνο από τη μητέρα του. Ο αριστοκράτης ποιητής Αλκαίος τον αποκαλούσε τύραννο και είχε πολλά να του προσάψει, αλλά ο Αριστοτέλης διευκρινίζει ότι ήταν αἰσυμνήτης, δηλαδή, όπως εξηγεί, ένας «αιρετός τύραννος». Σε άλλες πηγές ο Πιττακός αποκαλείται βασιλιάς. Άσκησε τα καθήκοντά του για δέκα χρόνια, όπως προβλεπόταν, και, όταν παραιτήθηκε, ιδιώτευσε για άλλα δέκα. Ένα από τα βασικά του καθήκοντα ήταν να αποτρέψει την επάνοδο των εξόριστων ευγενών στην πόλη και την εξουσία. Ο Πιττακός κέρδισε και αυτός μια θέση μεταξύ των Επτά Σοφών της αρχαίας Ελλάδας.
Η σχεδόν ταυτόχρονη εμφάνιση τυράννων σε πολλές ελληνικές πόλεις είναι εντυπωσιακή. Υπήρχαν δύο λόγοι που συνέβαλαν στη γρήγορη διάδοση του φαινομένου. Ο ένας ήταν ο μιμητισμός: οι επιτυχίες των τυράννων στην Κόρινθο έδωσαν την ιδέα σε άλλους να ακολουθήσουν τον ίδιο δρόμο. Ο άλλος λόγος ήταν η βοήθεια που έσπευδαν να προσφέρουν ο ένας στον άλλο. Ο Περίανδρος, για παράδειγμα, μπορούσε να γεφυρώσει τις παλαιές διαφορές της πόλης του με τη Μίλητο και να συνεργαστεί με τον τύραννό της, τον Θρασύβουλο.
Ισχυροί τύραννοι αναδείχθηκαν ορισμένες φορές μπροστά στον κίνδυνο μιας σοβαρής εξωτερικής απειλής. Ο Πολυκράτης της Σάμου οικοδόμησε μια ισχυρή συμμαχία ικανή να αντισταθεί, για ένα διάστημα, στην περσική επέκταση. Προκειμένου να επιβληθεί στην εξουσία, δέχτηκε τη βοήθεια του τυράννου της Νάξου Λύγδαμη και έγινε γρήγορα τόσο ισχυρός, ώστε έθεσε κάτω από τον έλεγχό του πολλά άλλα νησιά, όπως τη Ρόδο. Είχε στη διάθεσή του 100 πολεμικά πλοία και 1.000 τοξότες. Για τα κατορθώματά του κατέστη ο θρυλικότερος και ενδοξότερος τύραννος, με φιλίες που περιλάμβαναν τον φαραώ της Αιγύπτου. Τα δημόσια έργα που προώθησε ήταν για την εποχή του αξεπέραστα σε μεγαλείο και τεχνική αρτιότητα. Στην αυλή του συγκεντρώθηκαν ποιητές όπως ο Ανακρέων και ο Ίβυκος, που τον δόξασε και τον ύμνησε. Το καθεστώς του πάντως δεν το ανέχτηκε ο σοφός Πυθαγόρας, που προτίμησε να εγκατασταθεί στη νότια Ιταλία για να ιδρύσει τη σχολή του.
Η αυξανόμενη δύναμη του Πολυκράτη φόβισε πολλούς Έλληνες. Παρακινημένοι από εξόριστους Σάμιους, οι Σπαρτιάτες με τους συμμάχους τους προσπάθησαν να τον ανατρέψουν. Η επιχείρηση απέτυχε, αλλά ο Πολυκράτης δεν άργησε να βρει τον θάνατο στα χέρια των Περσών, που τον συνέλαβαν με δόλο. Στη συνέχεια οι Σπαρτιάτες κατάφεραν να ανατρέψουν τον Λύγδαμη της Νάξου και αργότερα τον Ιππία της Αθήνας. Προσπαθούσαν να οικοδομήσουν μια δική τους μεγάλη συμμαχία, ικανή να παίξει πρωταγωνιστικό ρόλο στην ανατολική Μεσόγειο. Στη συμμαχία αυτή οι φιλόδοξοι τύραννοι δεν είχαν θέση. Αλλά τα σχέδια των Σπαρτιατών σκόνταψαν στον αθηναϊκό δήμο, που αποδείχθηκε ακόμη πιο φιλόδοξος από τους τυράννους.
Προς το τέλος του 6ου αιώνα, όταν πολλές ελληνικές πόλεις προσπαθούσαν να απαλλαγούν από τους τυράννους τους, οι Πέρσες άρχισαν να καταλαμβάνουν τα μικρασιατικά παράλια. Για τη διοίκηση των ελληνικών πόλεων που εξουσίαζαν, οι Πέρσες θεώρησαν ότι το καταλληλότερο σύστημα διακυβέρνησης ήταν η τυραννία. Με τυράννους της δικής τους επιλογής μπορούσαν να ασκούν τον έλεγχο που επιθυμούσαν και να εξασφαλίζουν τους φόρους που απαιτούσαν. Με αυτή την εξέλιξη, στις συνειδήσεις των Ελλήνων οι τύραννοι έγιναν επιπλέον μισητοί εκπρόσωποι μιας ξένης δύναμης. Ακόμη και για την αντιμετώπιση επικίνδυνων εχθρών, οι περισσότεροι Έλληνες πίστευαν πλέον ότι καταλληλότερα ήταν άλλα πολιτεύματα με πολύ ευρύτερη συμμετοχή των πολιτών στα κοινά.
Παρόμοιες εσωτερικές και εξωτερικές συνθήκες δημιουργήθηκαν και στις δυτικές αποικίες. Εκτός από τις συγκρούσεις των ευγενών με τον δήμο, οι Έλληνες είχαν να αντιμετωπίσουν τους ντόπιους πληθυσμούς, τους Ετρούσκους από τη βόρεια και τη δυτική Ιταλία και τους Καρχηδόνιους από τη βόρεια Αφρική. Στον Ακράγαντα, τη Γέλα, τις Συρακούσες και άλλες πόλεις επιβλήθηκαν τυραννίες. Όπως και αλλού, οι τυραννίες αυτές αντικαταστάθηκαν με τη σειρά τους από συμμετοχικότερα πολιτεύματα, αλλά νέοι εξωτερικοί κίνδυνοι και εσωτερικές αναταραχές επέτρεψαν και πάλι την επιβολή τυράννων στις Συρακούσες, που παρέμεινε για πολλούς αιώνες η ισχυρότερη ελληνική πόλη στη Σικελία.
Ο «Διαμορφωμένος» Άνθρωπος
Πως «Διαμορφώνεται» ο Άνθρωπος, από την Φύση, την Κοινωνία, την ζωή
1. Η Έλευση του Ανθρώπου στον κόσμο
Σύνοψη Προηγουμένων: Ο Άνθρωπος, αυτό που Είμαστε Πραγματικά, Είναι ο Αληθινός Άνθρωπος, ο Ζωντανός Άνθρωπος, που Υπάρχει Εδώ, Τώρα, σε Πραγματικό Χρόνο: Η Απλή Αυθόρμητη Ανόθευτη Καθαρή Παρουσία… όχι ό,τι σκεφτόμαστε, ό,τι συναισθανόμαστε, ό,τι αισθανόμαστε, το σώμα, ή οτιδήποτε άλλο… Αυτή η Παρουσία Είναι η Μόνη που Υπάρχει. Υπάρχει Μόνο Αυτή η Μία Παρουσία, δεν έχει Ιδιότητες, Όρια, Περιορισμούς… Είναι Απεριόριστη, Είναι περιορισμένη, ανάλογα με το «πως» βλέπουμε… Αυτή η Παρουσία Δημιουργεί τους Αντικειμενικούς Κόσμους κι Αυτή η Παρουσία Ενοικεί στους Κόσμους (Είναι η Μία Παρουσία που Λειτουργεί και στο Αντικειμενικό και στο Υποκειμενικό Πεδίο). Από Αυτή την Παρουσία Αναδυόμαστε κι είμαστε εμείς οι ίδιοι που «δημιουργούμε» την αντίληψη του εαυτού, περιοριζόμαστε μέσα στην αντίληψη μιας ξεχωριστής ύπαρξης… Υπάρχει Μια Παρουσία… δεν Υπάρχει Βούδας, εγώ, εσύ, ο καθένας… όλοι οι διαχωρισμοί κι οι «ταυτότητες» είναι τεχνητές κατασκευές της αντίληψης… Κι επειδή έχουμε κάνει ήδη αυτούς τους διαχωρισμούς στους Ανώτερους Κόσμους, ερχόμαστε εδώ, στη γη, σαν ξεχωριστές οντότητες μέσα σε ένα σώμα.
Η Αληθινή Ουσία, η Παρουσία (που Είμαστε), έρχεται εδώ, «στο μέρος που είναι το σώμα»… Είναι Έξω από το σώμα και μέσα στο σώμα. Δεν «ενσαρκώνεται», αλλά «διαπερνά» το σώμα, έχει επίγνωση του σώματος, γνωρίζει τι συμβαίνει παντού μέσα στο σώμα, και μέσω του σώματος έξω στοκ κόσμο. Μεταφέροντας την Προσοχή στις κατώτερες λειτουργίες, Αντίληψη, σκέψη, συναίσθημα, σώμα, «μαθαίνει» να λειτουργεί μέσα από το σώμα, μέσα από τις ιδιαίτερες λειτουργίες, στις αντίστοιχες λειτουργικές περιοχές, στα αντίστοιχα «κέντρα». Ξεχνιέται, Εγκλωβίζεται, Απορροφιέται,, Χάνεται στις λειτουργίες και στον κόσμο.
Δείτε το πώς «συνέβη» σε σας (εγώ το έχω κάνει ήδη), πως συμβαίνει σε ένα παιδί που έρχεται στον κόσμο. Στην αρχή το παιδί έχει μια ασαφή αντίληψη ενότητας όλων μέσα στην οποία όμως διακρίνει τα «πράγματα». Έχει γνώση ότι είναι εδώ, ότι πραγματικά είναι εδώ, απλώνει τα χέρια του, αγγίζει τα πράγματα, τα δοκιμάζει… Κι όταν αναδύονται ανάγκες, επειδή «αισθάνεται» δυσάρεστα αλλά δεν είναι σε θέση να ικανοποιήσει τις ανάγκες του κλαίει, χτυπάει συναγερμό… Κι αν ικανοποιηθούν οι ανάγκες ξαναγυρίζει στην ήρεμη ενατένιση των πραγμάτων… Στα τρία, τέσσερα χρόνια όμως, η αντίληψη αρχίζει να συγκεκριμενοποιεί την ύπαρξή της, να της αποδίδει ιδιότητες, χαρακτηριστικά… Η πρώτη ιδιότητα είναι «είμαι ξεχωριστός», διαφορετικός από το περιβάλλον… «Είμαι εγώ» απέναντι στον κόσμο. Αρχίζει να χτίζεται ο νοητικός πυρήνας, που δεν θα μείνει βέβαια ένα απλό εγώ – ο άνθρωπος, ο συγκεκριμένος άνθρωπος – αλλά θα «εμπλουτιστεί» με πλήθος ιδιότητες, εμπειρίες, πεποιθήσεις…
Στην αρχή-αρχή της πορείας του σχηματισμού του εγώ, ο άνθρωπος, αρχίζει να συσσωρεύει ιδιότητες, εμπειρίες-γνώσεις, μνήμες, και σιγά σιγά-σιγά οικοδομεί ένα σύστημα σκέψης… πάντα μέσα σε ένα περιβάλλον, και με την καθοδήγηση του περιβάλλοντος… Μέσα από αυτό το σύστημα σκέψης, το παιδί συναισθάνεται, δίνει αξίες, απαξίες στα πράγματα, παίρνει θέση απέναντί τους, προσανατολίζεται και όλα αυτά τα διοχετεύει σε δράσεις.
Αλλά το παιδί δεν μεγαλώνει, όπως είπαμε ήδη, ελεύθερο στη φύση… καθοδηγείται από την κοινωνία μέσα στην οποία γεννήθηκε… ακόμα κι ο Μόγλης του παραμυθιού των παιδικών χρόνων μας (από το βιβλίο «Το Βιβλίο της Ζούγκλας», του Κίπλινγκ), το παιδί της ζούγκλας, είχε τα αδέρφια του τους λύκους, τον Μπαλού, την αρκούδα, τον Μπαγκίρα, τον πάνθηρα, να του «μάθουν» πράγματα… Ο άνθρωπος στην κοινωνία δεν είναι ελεύθερος να διαλέξει τις γνώσεις του, τις πεποιθήσεις του, τον τρόπο ζωής του. «Εκπαιδεύεται» σύμφωνα με τα πρότυπα της κοινωνίας. «Κοινωνικοποιείται» το λένε αυτοί… «Διαμορφώνεται» το λέω εγώ… Και γίνεται νοητικά και πρακτικά κατ’ εικόνα και ομοίωση της κοινωνίας… Και μετά του λένε πήγαινε ζήσε σε αυτή την κοινωνία που σε εκπαίδευσε σαν εγώ, μέσα από τον ανταγωνισμό, την αδιαφορία για τους άλλους, ένα θηρίο μέσα σε μια ζούγκλα… γιατί μια κοινωνία ζούγκλα μόνο θηρία ανατρέφει.
2. Ο άνθρωπος στη ζωή
Είμαστε Εδώ, Εδώ που είναι το σώμα, Έξω από το σώμα, μέσα στο σώμα, χαμένοι στις επιμέρους λειτουργίες, κυρίως στην σκέψη, έτσι όπως έχουμε εκπαιδευτεί, όπως μας έμαθαν, όπως μάθαμε, να λειτουργούμε μέσα από ένα σύστημα σκέψης που μας επιβλήθηκε… και μεγαλώνουμε, και ζούμε, εξελισσόμαστε, και περνάνε τα χρόνια…. Και τι κάνουμε;
Δείτε το αυτό στον εαυτό σας, πως γίνεται. Ο άνθρωπος που γεννιέται εδώ, που έρχεται στο σώμα, ο καθένας μας, χωρίς πραγματική καθοδήγηση, μέσα σε μια κοινωνία άγνοιας, που είναι σε πρωτόγονη κατάσταση και πλάθει τους ανθρώπους σύμφωνα με την άγνοιά της και την αγριότητά της, δεν ξέρει που πηγαίνει. Η κοινωνία που δήθεν έχει πολιτισμό, έχει πανεπιστήμια της άγνοιας, της νοητικής πληροφορίας, έχει σοφούς που έχουν γράψει εκατομμύρια βιβλία, τέχνη, κοινωνική ζωή, μέσα πληροφόρησης, ίντερνετ σήμερα… τρισεκατομμύρια τόνους πληροφορίες… Όλα άχρηστα, γιατί κι οι άνθρωποι κι ο πολιτισμός τους στερούνται ανθρωπιάς.
Η Ζωή όμως ακολουθεί την δική της πορεία, ανεξάρτητα από τις αντιλήψεις και τις πράξεις των ανθρώπων… Από την πρώτη στιγμή που ο άνθρωπος έρχεται στον κόσμο, στο σώμα, ταυτόχρονα αρχίζει αθόρυβα η άνοδος προς το Πνεύμα, προς την Αλήθεια, προς την Έξοδο από τον υλικό κόσμο. Στα πρώτα δέκα χρόνια αναπτύσσεται το σώμα και μετά επιβραδύνεται η ανάπτυξη για να σταματήσει γύρω στα 20… Από τα 10 χρόνια αναπτύσσεται ο ψυχικός κόσμος, των συναισθημάτων, κλπ., για να επιβραδυνθεί η εξέλιξή του μετά τα 20 και κάπου να «παγώσει»… από τα 20 χρόνια κορυφώνεται η νοητική δραστηριότητα, για να επιβραδυνθεί μετά τα 30… και να δώσει την ευκαιρία να αναπτυχθούν ανώτερες λειτουργίες, μιας «ευρύτερης πνευματικής αντίληψης»… Από τα 30 και μετά αρχίζουν – σε όσους αρχίζουν - οι αληθινοί προβληματισμοί για το νόημα της ύπαρξης, της ζωής, όλα αυτά, και να δοθεί διέξοδος προς ένα ανώτερο φωτισμό που θα αποκαλύψει την Αλήθεια.
Κάπως έτσι συμβαίνει σε γενικές γραμμές… με εξαιρέσεις βέβαια. Ο άνθρωπος έρχεται παιδί, γίνεται έφηβος, ενήλικος, ώριμος άνθρωπος, για να φύγει μέσα στην σοφία που αποκόμισε – αν αποκόμισε – από την ζωή του… Κάπως έτσι. Οι περισσότεροι άνθρωποι όμως επειδή εκπαιδεύονται άσχημα από την κοινωνία των αγρίων, μένουν άγριοι, εγκλωβισμένοι σε τρόπους ζωής, σε ψυχολογικούς λαβύρινθους, και σε νοητικές σπηλιές, που θεωρούν ερμηνευτικά συστήματα του κόσμου, αλλά πάντα μακριά από το Ερεβοκτόνο Φως της Αλήθειας, μακριά από την Πραγματικότητα.
Οι περισσότεροι άνθρωποι, κι εμείς εδώ, που μιλάμε, κάπου χανόμαστε…Το πολύ-πολύ να φτάσουμε μέχρι την ενηλικίωση, της ανάπτυξη μιας διαμορφωμένης διανόησης… και τέρμα… Ποιας διανόησης; Αυτής που έχει διαμορφωθεί από την κοινωνία της άγνοιας. Οι περισσότεροι άνθρωποι είναι εικόνες της κοινωνίας, που ανατράφηκαν με την παράδοση και συνεχίζουν την παράδοση, ανατρέφοντας τα παιδιά τους με το ίδιο παλιό δοκιμασμένο μοντέλο της άγνοιας... Που πηγαίνει αυτή η ανθρωπότητα;
3. Προσανατολισμοί στον χρόνο
Και ναμαστε εμείς, Εδώ, Τώρα… ενήλικοι, διαμορφωμένοι, λειτουργώντας μέσα από ένα σύστημα σκέψης, που μας έχει επιβληθεί… Ίσως κάποια στιγμή να θελήσαμε να ξεπεράσουμε αυτά που μας έμαθαν, να ψάξαμε για την Αλήθεια, σε βιβλία, σε δασκάλους, σε ομάδες ανθρώπων… Να σκεφθήκαμε, να οραματιστήκαμε, να γκρεμίσαμε, να ξαναχτίσαμε απόψεις.
Τι ακριβώς κάνουμε; Που ακριβώς κινούμαστε; Πως ακριβώς εξελισσόμαστε; Η κοινωνία που νοιάζεται μόνο για την διατήρησή της, μέσω των πεποιθήσεων… της επικρατούσας κοσμοαντίληψης, που περιλαμβάνει κοσμοθεωρία, πολιτική, κοινωνική, οικονομική σταθερότητα, μας εκπαιδεύει να λειτουργούμε σαν εγώ, με το σύστημα σκέψης που επιβάλει, σαν αυτόματα… αδιαφορώντας για την προσωπική ύπαρξη, τις προσωπικές αγωνίες, τα προσωπικά όνειρα κι οράματα. Όλα τα διαμορφώνει και τα διοχετεύει μέσα σε κοινωνικές δραστηριότητες.
Έχεις αγωνίες; Πήγαινε στον Δάσκαλο ή στον Ιερέα να σε σώσει (sic)… Θες να ζήσεις; Πρέπει να αγωνιστείς μόνος… Θες να ξεφύγεις; Έχεις υποχρεώσεις απέναντι στην κοινωνία… Δεν μπορείς να ονειρευτείς ένα καλύτερο κόσμο. Δεν επιτρέπεται. Μπορείς μόνο να διεκδικήσεις μια καλύτερη θέση σε αυτή την κοινωνία. Πως; Πατώντας πάνω στους άλλους… Επαναστατείς; Είσαι εχθρός. Θα σε εξουδετερώσουν ή θα σε οδηγήσουν σε συμβιβασμό, ή στην απομόνωση... Θα κάνεις πολιτική επανάσταση; Θα επιβάλεις άλλο κοινωνικό πολιτικό σύστημα; Το ίδιο πράγμα θα ξαναφτιάξεις. Γιατί; Επειδή έχεις διαμορφωθεί να λειτουργείς σαν εγώ, όλοι σαν εγώ. Πολλά εγώ δεν κάνουν κοινωνία, δεν επικοινωνούν, δεν κοινωνούν, δεν συνεργάζονται… Ιδού η σχιζοφρένεια στην οποία η κοινωνία οδηγεί τους ανθρώπους: τους εκπαιδεύει να υπάρχουν, να ζουν σαν εγώ, και συνάμα απαιτεί να λειτουργούν σαν κοινωνία.
Και τελικά διαπιστώνουμε - μπορείτε να το Δείτε, Εδώ, Τώρα; - ότι είμαστε εγκλωβισμένοι, εμείς οι ίδιοι, σαν υπάρξεις, μέσα στην διαμόρφωσή μας, μέσα σε μια κοινωνία, εγκλωβισμένοι στην διαμόρφωσή της, στο σύστημα σκέψης και λειτουργίας και ύπαρξής της… και να επαναστατήσουμε πάλι, καθώς είμαστε μέσα σε προσωπική διαμόρφωση θα ξαναφτιάξουμε μια ίδια κοινωνία. Δεν υπάρχει επανάσταση, δεν υπάρχει διέξοδος, όχι με αυτόν τον τρόπο.
Η μόνη επανάσταση που μπορούμε να κάνουμε είναι μέσα μας. Να ελευθερωθούμε, να υπερβούμε τον εγκλωβισμό μας μέσα στις κατώτερες λειτουργίες, στην σκέψη, στα συστήματα σκέψης, στις διαμορφώσεις μας… Η μόνη διέξοδος είναι να Γνωρίσουμε τον Εαυτό μας, τις λειτουργίες μας, να απεγκλωβιστούμε, να ανυψωθούμε μέσα μας, προς μια Ευρύτερη Συνείδηση, να Ανυψωθούμε Βιωματικά προς την Αληθινή Ουσία μας, Εδώ, Τώρα, σε Πραγματικό Χρόνο, στον Πραγματικό Χώρο που είναι ο Χώρος της Ζωής, που Ρέει κάθε Στιγμή, χωρίς αλλοιώσεις που κάνει η σκέψη… όχι στον φανταστικό χώρο της σκέψης μας.
4. Οι επιλογές μας
Και Φτάνουμε στο Κατώφλι της Πραγματικότητας, Εδώ, Τώρα, σε Πραγματικό Χρόνο, όχι μέσα στη σκέψη… Προσέχουμε να Δούμε τι Συμβαίνει. Να αρχίσουμε, Εδώ, Τώρα, να Αντιλαμβανόμαστε τι συμβαίνει. Να αρχίσουμε να Ζούμε στον Πραγματικό Χώρο, στην Αληθινή Ζωή, Αυτού που συμβαίνει… όχι αυτού που «κατασκευάζει» η σκέψη… Είμαστε Εδώ, Τώρα, σε ένα σώμα. Επιτελούμε διάφορες λειτουργίες. Που είμαστε; Τι κάνουμε; Αντιλαμβανόμαστε; Σκεφτόμαστε, για να «παραποιήσουμε» την πραγματικότητα; Τι κάνουμε; Που πάμε;
Ας σταθούμε μια στιγμή. Ας έρθουμε λίγο στον Εαυτό μας. Εδώ, Τώρα, στον Ζωντανό Άνθρωπο που Είναι Εδώ, Τώρα, αυτή την στιγμή. Είμαστε Εδώ, είμαστε παρόντες Εδώ, στο σώμα, τίποτα άλλο. Είμαστε Εδώ. Παρουσία, σε ένα σώμα. Μέσα στο Όλο, που είναι Παρουσία. Μια Παρουσία Υπάρχει και Μέσα της όλα τα άλλα, οι κόσμοι, η αντίληψή μας, η σκέψη μας, το σώμα, ο εξωτερικός κόσμος.
Μπορούμε να Δούμε; Εμείς, η Αληθινή Ουσία, η Παρουσία, η Επίγνωση της ύπαρξης που είμαστε, η Προσοχή μας… μπορούμε να Δούμε Που Είναι; Αντιλαμβανόμαστε απλά αυτό που συμβαίνει; Λειτουργούμε μέσα από την σκέψη;, το σύστημα σκέψης, των πεποιθήσεων, κλπ., που μας έμαθαν; Είμαστε χαμηλότερα σε επιθυμίες, συναισθήματα, επιδιώξεις; Καταναλωνόμαστε σε εξωτερικές δραστηριότητες και πράξεις; Που είμαστε; Τι κάνουμε;
Αν θέλουμε πραγματικά να βγούμε από τον λαβύρινθο της σκέψης, του εγώ, σαν τον Θησέα του Μύθου, και να μην κατασπαραχθούμε από τον Μινώταυρο της αυταπάτης, αν θέλουμε να βγούμε από το Σπήλαιο των Σκιών που κατασκευάζει η σκέψη, στον Πλατωνικό Μύθο, υπάρχει μόνο μια επιλογή: Η Ελευθερία, η Απελευθέρωση, ο Απεγκλωβισμός από τις κατώτερες λειτουργίες, από τους περιορισμούς. Πρέπει να τα αφήσουμε όλα πίσω. Να απαρνηθούμε όλα τα παλιά, αγαπημένα, άχρηστα, πράγματα. Να τα πετάξουμε όλα. Να Ανυψωθούμε Μέσα μας στο Φως.
Η Ελευθερία (η Απελευθέρωση) είναι η Μόνη Επανάσταση. Να Βγεις από το σύστημα που λειτουργείς, στο σώμα σου… έξω από το σύστημα σκέψης που σου επιβάλει η κοινωνία, έξω από τον κόσμο όπως τον αντιλαμβάνονται οι άνθρωποι γύρω σου, έξω από τις αξίες-απαξίες των ανθρώπων, έξω από τον τρόπο ζωής τους… Πρέπει να Κατακτήσεις την Αλήθεια Μέσα σου. Μόνο τότε, Εσύ ο Ίδιος, Μόνος σου, Είσαι Μια άλλη Πραγματικότητα, μια Άλλη Κοινωνία, ένας Άλλος Κόσμος… Επειδή η Ελευθερία που Είσαι Θεσπίζει τους Αληθινούς Κανόνες της Αληθινής Ζωής… οι σκλάβοι υπακούνε μόνο σε όσα τους επιβάλλουν… Και μόνο όταν υπάρχουν Ελεύθεροι Άνθρωποι, μπορούν να φτιάξουν μια Ελεύθερη Κοινωνία Ελεύθερων Ανθρώπων, μια Αληθινή Κοινότητα Ανθρώπων, που Βιώνουν μέσα στην Ελευθερία τους, την Ενότητα, την Χωρίς Όρους κι Όρια Αγάπη, μια Αδελφότητα.
5. Η Ευθύνη του ανθρώπου
Αν πραγματικά Θέλουμε να Βρούμε την Αλήθεια, θα πρέπει να Απελευθερωθούμε. Τι σημαίνει να Απελευθερωθώ; Είναι κάτι που πρέπει να κάνω Μόνος μου, κανένας άλλος δεν μπορεί να το κάνει για μένα, να με απελευθερώσει. Δεν υπάρχουν Σωτήρες, δεν υπάρχουν Δάσκαλοι, Καθοδηγητές, Μεσολαβητές… είναι όλοι απατεώνες… Οι Αρχαίοι Σοφοί που αγαπούσαν τον άνθρωπο, σαν τον Ορφέα, τον Λάο Τσε, τον Βούδα… δεν είπαν ποτέ ότι είναι σωτήρες, δάσκαλοι, οτιδήποτε (αυτά τα έλεγαν οι άλλοι, εκ των υστέρων). Οι Αρχαίοι Σοφοί Έλεγαν πάντα… Μέσα σου είναι ο Δρόμος, η Λύση των δεσμών, η Ελευθερία, η Αλήθεια, το Υπέρτατο… Καν’ το, βρες, το. Βρες την Αλήθεια Μέσα σου κι η Αλήθεια θα σε Απελευθερώσει, κι Αυτή η Ελευθερία είναι η Αλήθεια, το Υπέρτατο, η Αληθινή Ουσία, Χωρίς Όρια, Περιορισμούς… εγκατέλειψε τις αυταπάτες σου, τις αλυσίδες σου, απεγκλωβίσου… κι ο ομιλών δεν λέει τίποτα περισσότερο.
Υπάρχει Μόνο Μια Ελευθερία. Η Ελευθερία που Κατακτάμε Μέσα μας. Και δεν γίνεται με επικλήσεις, με διδαχές, με διαβάσματα, ούτε με τεχνικές και τεχνοτροπίες. Γίνεται με το να Δούμε, με Προσοχή, τι ακριβώς συμβαίνει… Να σταματήσουμε να γυρίζουμε τον Τροχό της σκέψης… να αφήσουμε επιθυμίες, τις κοσμικές επιδιώξεις, να Κατανοήσουμε ότι είμαστε προσωρινοί στη γη.
Κανένας δεν έχει Ευθύνη για μας. Ούτε Θεός, ούτε άνθρωποι. Ελευθερία σημαίνει να μην εξαρτάσαι από τίποτα, από κανέναν. Να πατάς στα δικά σου πόδια. Να Βαδίζεις μόνος σου (χωρίς την βοήθεια κανενός). Να Κατανοείς ο Ίδιος.
Ακόμα κι ο Θεός, ο Θεός που Γνωρίζουμε μόνο Βιωματικά Μέσα μας, στην Εσωτερική Εμπειρία μας, Όλο Αυτό που Υπάρχει, που Στηρίζει τα Πάντα, που Είναι τα Πάντα, Είμαστε μόνο Εμείς, Όλοι… Ακόμα κι αυτός ο Βιωματικός Θεός μας, Στέκει Αμήχανος… Αναμένει από εμάς να αποφασίσουμε. Που θα πάμε; Που θα στρέψουμε την Προσοχή μας; Μέσα μας, Πάνω; Στο Όλον που Υπάρχει, που Είμαστε Όλοι;… η έξω, σε μια ατομική αντίληψη, μέσα από την διαστρέβλωση της σκέψης, μέσα σε επιθυμίες που μας ζαλίζουν ή κοσμικές δραστηριότητες που μας απομακρύνουν;
Εμείς, μόνο εμείς θα αποφασίσουμε. Αν θα Σωθούμε ή θα χαθούμε. Εμείς, μόνο εμείς θα κινηθούμε… Προς το Όλο, την Ενότητα, την Αγάπη, την Ζωή, την Αλήθεια… ή αν θα χαθούμε στους σκοτεινούς δρόμους της ατομικής ύπαρξης, της σκέψης, των προσωπικών επιδιώξεων και πράξεων. Εμείς, μόνο εμείς, έχουμε την Απόλυτη Ευθύνη του Εαυτού μας, της Πορείας μας, της Κατάστασής μας, της ζωής μας… Κανένας άλλος δεν θα το κάνει για μας…. Κι εμείς, μόνο εμείς θα είμαστε υπεύθυνοι για ό,τι συμβαίνει, κι ό,τι συμβεί, στην Στιγμή που Ρέει… Μόνοι μας Γινόμαστε Φως, μόνοι μας γινόμαστε σκοτεινοί, σκοτάδι, κόλαση… Δεν μπορούμε ποτέ να δοξάσουμε κανέναν για το Φως που Γινόμαστε, ούτε θα μπορέσουμε να καταραστούμε κανέναν για το σκοτάδι που επιλέξαμε.
1. Η Έλευση του Ανθρώπου στον κόσμο
Σύνοψη Προηγουμένων: Ο Άνθρωπος, αυτό που Είμαστε Πραγματικά, Είναι ο Αληθινός Άνθρωπος, ο Ζωντανός Άνθρωπος, που Υπάρχει Εδώ, Τώρα, σε Πραγματικό Χρόνο: Η Απλή Αυθόρμητη Ανόθευτη Καθαρή Παρουσία… όχι ό,τι σκεφτόμαστε, ό,τι συναισθανόμαστε, ό,τι αισθανόμαστε, το σώμα, ή οτιδήποτε άλλο… Αυτή η Παρουσία Είναι η Μόνη που Υπάρχει. Υπάρχει Μόνο Αυτή η Μία Παρουσία, δεν έχει Ιδιότητες, Όρια, Περιορισμούς… Είναι Απεριόριστη, Είναι περιορισμένη, ανάλογα με το «πως» βλέπουμε… Αυτή η Παρουσία Δημιουργεί τους Αντικειμενικούς Κόσμους κι Αυτή η Παρουσία Ενοικεί στους Κόσμους (Είναι η Μία Παρουσία που Λειτουργεί και στο Αντικειμενικό και στο Υποκειμενικό Πεδίο). Από Αυτή την Παρουσία Αναδυόμαστε κι είμαστε εμείς οι ίδιοι που «δημιουργούμε» την αντίληψη του εαυτού, περιοριζόμαστε μέσα στην αντίληψη μιας ξεχωριστής ύπαρξης… Υπάρχει Μια Παρουσία… δεν Υπάρχει Βούδας, εγώ, εσύ, ο καθένας… όλοι οι διαχωρισμοί κι οι «ταυτότητες» είναι τεχνητές κατασκευές της αντίληψης… Κι επειδή έχουμε κάνει ήδη αυτούς τους διαχωρισμούς στους Ανώτερους Κόσμους, ερχόμαστε εδώ, στη γη, σαν ξεχωριστές οντότητες μέσα σε ένα σώμα.
Η Αληθινή Ουσία, η Παρουσία (που Είμαστε), έρχεται εδώ, «στο μέρος που είναι το σώμα»… Είναι Έξω από το σώμα και μέσα στο σώμα. Δεν «ενσαρκώνεται», αλλά «διαπερνά» το σώμα, έχει επίγνωση του σώματος, γνωρίζει τι συμβαίνει παντού μέσα στο σώμα, και μέσω του σώματος έξω στοκ κόσμο. Μεταφέροντας την Προσοχή στις κατώτερες λειτουργίες, Αντίληψη, σκέψη, συναίσθημα, σώμα, «μαθαίνει» να λειτουργεί μέσα από το σώμα, μέσα από τις ιδιαίτερες λειτουργίες, στις αντίστοιχες λειτουργικές περιοχές, στα αντίστοιχα «κέντρα». Ξεχνιέται, Εγκλωβίζεται, Απορροφιέται,, Χάνεται στις λειτουργίες και στον κόσμο.
Δείτε το πώς «συνέβη» σε σας (εγώ το έχω κάνει ήδη), πως συμβαίνει σε ένα παιδί που έρχεται στον κόσμο. Στην αρχή το παιδί έχει μια ασαφή αντίληψη ενότητας όλων μέσα στην οποία όμως διακρίνει τα «πράγματα». Έχει γνώση ότι είναι εδώ, ότι πραγματικά είναι εδώ, απλώνει τα χέρια του, αγγίζει τα πράγματα, τα δοκιμάζει… Κι όταν αναδύονται ανάγκες, επειδή «αισθάνεται» δυσάρεστα αλλά δεν είναι σε θέση να ικανοποιήσει τις ανάγκες του κλαίει, χτυπάει συναγερμό… Κι αν ικανοποιηθούν οι ανάγκες ξαναγυρίζει στην ήρεμη ενατένιση των πραγμάτων… Στα τρία, τέσσερα χρόνια όμως, η αντίληψη αρχίζει να συγκεκριμενοποιεί την ύπαρξή της, να της αποδίδει ιδιότητες, χαρακτηριστικά… Η πρώτη ιδιότητα είναι «είμαι ξεχωριστός», διαφορετικός από το περιβάλλον… «Είμαι εγώ» απέναντι στον κόσμο. Αρχίζει να χτίζεται ο νοητικός πυρήνας, που δεν θα μείνει βέβαια ένα απλό εγώ – ο άνθρωπος, ο συγκεκριμένος άνθρωπος – αλλά θα «εμπλουτιστεί» με πλήθος ιδιότητες, εμπειρίες, πεποιθήσεις…
Στην αρχή-αρχή της πορείας του σχηματισμού του εγώ, ο άνθρωπος, αρχίζει να συσσωρεύει ιδιότητες, εμπειρίες-γνώσεις, μνήμες, και σιγά σιγά-σιγά οικοδομεί ένα σύστημα σκέψης… πάντα μέσα σε ένα περιβάλλον, και με την καθοδήγηση του περιβάλλοντος… Μέσα από αυτό το σύστημα σκέψης, το παιδί συναισθάνεται, δίνει αξίες, απαξίες στα πράγματα, παίρνει θέση απέναντί τους, προσανατολίζεται και όλα αυτά τα διοχετεύει σε δράσεις.
Αλλά το παιδί δεν μεγαλώνει, όπως είπαμε ήδη, ελεύθερο στη φύση… καθοδηγείται από την κοινωνία μέσα στην οποία γεννήθηκε… ακόμα κι ο Μόγλης του παραμυθιού των παιδικών χρόνων μας (από το βιβλίο «Το Βιβλίο της Ζούγκλας», του Κίπλινγκ), το παιδί της ζούγκλας, είχε τα αδέρφια του τους λύκους, τον Μπαλού, την αρκούδα, τον Μπαγκίρα, τον πάνθηρα, να του «μάθουν» πράγματα… Ο άνθρωπος στην κοινωνία δεν είναι ελεύθερος να διαλέξει τις γνώσεις του, τις πεποιθήσεις του, τον τρόπο ζωής του. «Εκπαιδεύεται» σύμφωνα με τα πρότυπα της κοινωνίας. «Κοινωνικοποιείται» το λένε αυτοί… «Διαμορφώνεται» το λέω εγώ… Και γίνεται νοητικά και πρακτικά κατ’ εικόνα και ομοίωση της κοινωνίας… Και μετά του λένε πήγαινε ζήσε σε αυτή την κοινωνία που σε εκπαίδευσε σαν εγώ, μέσα από τον ανταγωνισμό, την αδιαφορία για τους άλλους, ένα θηρίο μέσα σε μια ζούγκλα… γιατί μια κοινωνία ζούγκλα μόνο θηρία ανατρέφει.
2. Ο άνθρωπος στη ζωή
Είμαστε Εδώ, Εδώ που είναι το σώμα, Έξω από το σώμα, μέσα στο σώμα, χαμένοι στις επιμέρους λειτουργίες, κυρίως στην σκέψη, έτσι όπως έχουμε εκπαιδευτεί, όπως μας έμαθαν, όπως μάθαμε, να λειτουργούμε μέσα από ένα σύστημα σκέψης που μας επιβλήθηκε… και μεγαλώνουμε, και ζούμε, εξελισσόμαστε, και περνάνε τα χρόνια…. Και τι κάνουμε;
Δείτε το αυτό στον εαυτό σας, πως γίνεται. Ο άνθρωπος που γεννιέται εδώ, που έρχεται στο σώμα, ο καθένας μας, χωρίς πραγματική καθοδήγηση, μέσα σε μια κοινωνία άγνοιας, που είναι σε πρωτόγονη κατάσταση και πλάθει τους ανθρώπους σύμφωνα με την άγνοιά της και την αγριότητά της, δεν ξέρει που πηγαίνει. Η κοινωνία που δήθεν έχει πολιτισμό, έχει πανεπιστήμια της άγνοιας, της νοητικής πληροφορίας, έχει σοφούς που έχουν γράψει εκατομμύρια βιβλία, τέχνη, κοινωνική ζωή, μέσα πληροφόρησης, ίντερνετ σήμερα… τρισεκατομμύρια τόνους πληροφορίες… Όλα άχρηστα, γιατί κι οι άνθρωποι κι ο πολιτισμός τους στερούνται ανθρωπιάς.
Η Ζωή όμως ακολουθεί την δική της πορεία, ανεξάρτητα από τις αντιλήψεις και τις πράξεις των ανθρώπων… Από την πρώτη στιγμή που ο άνθρωπος έρχεται στον κόσμο, στο σώμα, ταυτόχρονα αρχίζει αθόρυβα η άνοδος προς το Πνεύμα, προς την Αλήθεια, προς την Έξοδο από τον υλικό κόσμο. Στα πρώτα δέκα χρόνια αναπτύσσεται το σώμα και μετά επιβραδύνεται η ανάπτυξη για να σταματήσει γύρω στα 20… Από τα 10 χρόνια αναπτύσσεται ο ψυχικός κόσμος, των συναισθημάτων, κλπ., για να επιβραδυνθεί η εξέλιξή του μετά τα 20 και κάπου να «παγώσει»… από τα 20 χρόνια κορυφώνεται η νοητική δραστηριότητα, για να επιβραδυνθεί μετά τα 30… και να δώσει την ευκαιρία να αναπτυχθούν ανώτερες λειτουργίες, μιας «ευρύτερης πνευματικής αντίληψης»… Από τα 30 και μετά αρχίζουν – σε όσους αρχίζουν - οι αληθινοί προβληματισμοί για το νόημα της ύπαρξης, της ζωής, όλα αυτά, και να δοθεί διέξοδος προς ένα ανώτερο φωτισμό που θα αποκαλύψει την Αλήθεια.
Κάπως έτσι συμβαίνει σε γενικές γραμμές… με εξαιρέσεις βέβαια. Ο άνθρωπος έρχεται παιδί, γίνεται έφηβος, ενήλικος, ώριμος άνθρωπος, για να φύγει μέσα στην σοφία που αποκόμισε – αν αποκόμισε – από την ζωή του… Κάπως έτσι. Οι περισσότεροι άνθρωποι όμως επειδή εκπαιδεύονται άσχημα από την κοινωνία των αγρίων, μένουν άγριοι, εγκλωβισμένοι σε τρόπους ζωής, σε ψυχολογικούς λαβύρινθους, και σε νοητικές σπηλιές, που θεωρούν ερμηνευτικά συστήματα του κόσμου, αλλά πάντα μακριά από το Ερεβοκτόνο Φως της Αλήθειας, μακριά από την Πραγματικότητα.
Οι περισσότεροι άνθρωποι, κι εμείς εδώ, που μιλάμε, κάπου χανόμαστε…Το πολύ-πολύ να φτάσουμε μέχρι την ενηλικίωση, της ανάπτυξη μιας διαμορφωμένης διανόησης… και τέρμα… Ποιας διανόησης; Αυτής που έχει διαμορφωθεί από την κοινωνία της άγνοιας. Οι περισσότεροι άνθρωποι είναι εικόνες της κοινωνίας, που ανατράφηκαν με την παράδοση και συνεχίζουν την παράδοση, ανατρέφοντας τα παιδιά τους με το ίδιο παλιό δοκιμασμένο μοντέλο της άγνοιας... Που πηγαίνει αυτή η ανθρωπότητα;
3. Προσανατολισμοί στον χρόνο
Και ναμαστε εμείς, Εδώ, Τώρα… ενήλικοι, διαμορφωμένοι, λειτουργώντας μέσα από ένα σύστημα σκέψης, που μας έχει επιβληθεί… Ίσως κάποια στιγμή να θελήσαμε να ξεπεράσουμε αυτά που μας έμαθαν, να ψάξαμε για την Αλήθεια, σε βιβλία, σε δασκάλους, σε ομάδες ανθρώπων… Να σκεφθήκαμε, να οραματιστήκαμε, να γκρεμίσαμε, να ξαναχτίσαμε απόψεις.
Τι ακριβώς κάνουμε; Που ακριβώς κινούμαστε; Πως ακριβώς εξελισσόμαστε; Η κοινωνία που νοιάζεται μόνο για την διατήρησή της, μέσω των πεποιθήσεων… της επικρατούσας κοσμοαντίληψης, που περιλαμβάνει κοσμοθεωρία, πολιτική, κοινωνική, οικονομική σταθερότητα, μας εκπαιδεύει να λειτουργούμε σαν εγώ, με το σύστημα σκέψης που επιβάλει, σαν αυτόματα… αδιαφορώντας για την προσωπική ύπαρξη, τις προσωπικές αγωνίες, τα προσωπικά όνειρα κι οράματα. Όλα τα διαμορφώνει και τα διοχετεύει μέσα σε κοινωνικές δραστηριότητες.
Έχεις αγωνίες; Πήγαινε στον Δάσκαλο ή στον Ιερέα να σε σώσει (sic)… Θες να ζήσεις; Πρέπει να αγωνιστείς μόνος… Θες να ξεφύγεις; Έχεις υποχρεώσεις απέναντι στην κοινωνία… Δεν μπορείς να ονειρευτείς ένα καλύτερο κόσμο. Δεν επιτρέπεται. Μπορείς μόνο να διεκδικήσεις μια καλύτερη θέση σε αυτή την κοινωνία. Πως; Πατώντας πάνω στους άλλους… Επαναστατείς; Είσαι εχθρός. Θα σε εξουδετερώσουν ή θα σε οδηγήσουν σε συμβιβασμό, ή στην απομόνωση... Θα κάνεις πολιτική επανάσταση; Θα επιβάλεις άλλο κοινωνικό πολιτικό σύστημα; Το ίδιο πράγμα θα ξαναφτιάξεις. Γιατί; Επειδή έχεις διαμορφωθεί να λειτουργείς σαν εγώ, όλοι σαν εγώ. Πολλά εγώ δεν κάνουν κοινωνία, δεν επικοινωνούν, δεν κοινωνούν, δεν συνεργάζονται… Ιδού η σχιζοφρένεια στην οποία η κοινωνία οδηγεί τους ανθρώπους: τους εκπαιδεύει να υπάρχουν, να ζουν σαν εγώ, και συνάμα απαιτεί να λειτουργούν σαν κοινωνία.
Και τελικά διαπιστώνουμε - μπορείτε να το Δείτε, Εδώ, Τώρα; - ότι είμαστε εγκλωβισμένοι, εμείς οι ίδιοι, σαν υπάρξεις, μέσα στην διαμόρφωσή μας, μέσα σε μια κοινωνία, εγκλωβισμένοι στην διαμόρφωσή της, στο σύστημα σκέψης και λειτουργίας και ύπαρξής της… και να επαναστατήσουμε πάλι, καθώς είμαστε μέσα σε προσωπική διαμόρφωση θα ξαναφτιάξουμε μια ίδια κοινωνία. Δεν υπάρχει επανάσταση, δεν υπάρχει διέξοδος, όχι με αυτόν τον τρόπο.
Η μόνη επανάσταση που μπορούμε να κάνουμε είναι μέσα μας. Να ελευθερωθούμε, να υπερβούμε τον εγκλωβισμό μας μέσα στις κατώτερες λειτουργίες, στην σκέψη, στα συστήματα σκέψης, στις διαμορφώσεις μας… Η μόνη διέξοδος είναι να Γνωρίσουμε τον Εαυτό μας, τις λειτουργίες μας, να απεγκλωβιστούμε, να ανυψωθούμε μέσα μας, προς μια Ευρύτερη Συνείδηση, να Ανυψωθούμε Βιωματικά προς την Αληθινή Ουσία μας, Εδώ, Τώρα, σε Πραγματικό Χρόνο, στον Πραγματικό Χώρο που είναι ο Χώρος της Ζωής, που Ρέει κάθε Στιγμή, χωρίς αλλοιώσεις που κάνει η σκέψη… όχι στον φανταστικό χώρο της σκέψης μας.
4. Οι επιλογές μας
Και Φτάνουμε στο Κατώφλι της Πραγματικότητας, Εδώ, Τώρα, σε Πραγματικό Χρόνο, όχι μέσα στη σκέψη… Προσέχουμε να Δούμε τι Συμβαίνει. Να αρχίσουμε, Εδώ, Τώρα, να Αντιλαμβανόμαστε τι συμβαίνει. Να αρχίσουμε να Ζούμε στον Πραγματικό Χώρο, στην Αληθινή Ζωή, Αυτού που συμβαίνει… όχι αυτού που «κατασκευάζει» η σκέψη… Είμαστε Εδώ, Τώρα, σε ένα σώμα. Επιτελούμε διάφορες λειτουργίες. Που είμαστε; Τι κάνουμε; Αντιλαμβανόμαστε; Σκεφτόμαστε, για να «παραποιήσουμε» την πραγματικότητα; Τι κάνουμε; Που πάμε;
Ας σταθούμε μια στιγμή. Ας έρθουμε λίγο στον Εαυτό μας. Εδώ, Τώρα, στον Ζωντανό Άνθρωπο που Είναι Εδώ, Τώρα, αυτή την στιγμή. Είμαστε Εδώ, είμαστε παρόντες Εδώ, στο σώμα, τίποτα άλλο. Είμαστε Εδώ. Παρουσία, σε ένα σώμα. Μέσα στο Όλο, που είναι Παρουσία. Μια Παρουσία Υπάρχει και Μέσα της όλα τα άλλα, οι κόσμοι, η αντίληψή μας, η σκέψη μας, το σώμα, ο εξωτερικός κόσμος.
Μπορούμε να Δούμε; Εμείς, η Αληθινή Ουσία, η Παρουσία, η Επίγνωση της ύπαρξης που είμαστε, η Προσοχή μας… μπορούμε να Δούμε Που Είναι; Αντιλαμβανόμαστε απλά αυτό που συμβαίνει; Λειτουργούμε μέσα από την σκέψη;, το σύστημα σκέψης, των πεποιθήσεων, κλπ., που μας έμαθαν; Είμαστε χαμηλότερα σε επιθυμίες, συναισθήματα, επιδιώξεις; Καταναλωνόμαστε σε εξωτερικές δραστηριότητες και πράξεις; Που είμαστε; Τι κάνουμε;
Αν θέλουμε πραγματικά να βγούμε από τον λαβύρινθο της σκέψης, του εγώ, σαν τον Θησέα του Μύθου, και να μην κατασπαραχθούμε από τον Μινώταυρο της αυταπάτης, αν θέλουμε να βγούμε από το Σπήλαιο των Σκιών που κατασκευάζει η σκέψη, στον Πλατωνικό Μύθο, υπάρχει μόνο μια επιλογή: Η Ελευθερία, η Απελευθέρωση, ο Απεγκλωβισμός από τις κατώτερες λειτουργίες, από τους περιορισμούς. Πρέπει να τα αφήσουμε όλα πίσω. Να απαρνηθούμε όλα τα παλιά, αγαπημένα, άχρηστα, πράγματα. Να τα πετάξουμε όλα. Να Ανυψωθούμε Μέσα μας στο Φως.
Η Ελευθερία (η Απελευθέρωση) είναι η Μόνη Επανάσταση. Να Βγεις από το σύστημα που λειτουργείς, στο σώμα σου… έξω από το σύστημα σκέψης που σου επιβάλει η κοινωνία, έξω από τον κόσμο όπως τον αντιλαμβάνονται οι άνθρωποι γύρω σου, έξω από τις αξίες-απαξίες των ανθρώπων, έξω από τον τρόπο ζωής τους… Πρέπει να Κατακτήσεις την Αλήθεια Μέσα σου. Μόνο τότε, Εσύ ο Ίδιος, Μόνος σου, Είσαι Μια άλλη Πραγματικότητα, μια Άλλη Κοινωνία, ένας Άλλος Κόσμος… Επειδή η Ελευθερία που Είσαι Θεσπίζει τους Αληθινούς Κανόνες της Αληθινής Ζωής… οι σκλάβοι υπακούνε μόνο σε όσα τους επιβάλλουν… Και μόνο όταν υπάρχουν Ελεύθεροι Άνθρωποι, μπορούν να φτιάξουν μια Ελεύθερη Κοινωνία Ελεύθερων Ανθρώπων, μια Αληθινή Κοινότητα Ανθρώπων, που Βιώνουν μέσα στην Ελευθερία τους, την Ενότητα, την Χωρίς Όρους κι Όρια Αγάπη, μια Αδελφότητα.
5. Η Ευθύνη του ανθρώπου
Αν πραγματικά Θέλουμε να Βρούμε την Αλήθεια, θα πρέπει να Απελευθερωθούμε. Τι σημαίνει να Απελευθερωθώ; Είναι κάτι που πρέπει να κάνω Μόνος μου, κανένας άλλος δεν μπορεί να το κάνει για μένα, να με απελευθερώσει. Δεν υπάρχουν Σωτήρες, δεν υπάρχουν Δάσκαλοι, Καθοδηγητές, Μεσολαβητές… είναι όλοι απατεώνες… Οι Αρχαίοι Σοφοί που αγαπούσαν τον άνθρωπο, σαν τον Ορφέα, τον Λάο Τσε, τον Βούδα… δεν είπαν ποτέ ότι είναι σωτήρες, δάσκαλοι, οτιδήποτε (αυτά τα έλεγαν οι άλλοι, εκ των υστέρων). Οι Αρχαίοι Σοφοί Έλεγαν πάντα… Μέσα σου είναι ο Δρόμος, η Λύση των δεσμών, η Ελευθερία, η Αλήθεια, το Υπέρτατο… Καν’ το, βρες, το. Βρες την Αλήθεια Μέσα σου κι η Αλήθεια θα σε Απελευθερώσει, κι Αυτή η Ελευθερία είναι η Αλήθεια, το Υπέρτατο, η Αληθινή Ουσία, Χωρίς Όρια, Περιορισμούς… εγκατέλειψε τις αυταπάτες σου, τις αλυσίδες σου, απεγκλωβίσου… κι ο ομιλών δεν λέει τίποτα περισσότερο.
Υπάρχει Μόνο Μια Ελευθερία. Η Ελευθερία που Κατακτάμε Μέσα μας. Και δεν γίνεται με επικλήσεις, με διδαχές, με διαβάσματα, ούτε με τεχνικές και τεχνοτροπίες. Γίνεται με το να Δούμε, με Προσοχή, τι ακριβώς συμβαίνει… Να σταματήσουμε να γυρίζουμε τον Τροχό της σκέψης… να αφήσουμε επιθυμίες, τις κοσμικές επιδιώξεις, να Κατανοήσουμε ότι είμαστε προσωρινοί στη γη.
Κανένας δεν έχει Ευθύνη για μας. Ούτε Θεός, ούτε άνθρωποι. Ελευθερία σημαίνει να μην εξαρτάσαι από τίποτα, από κανέναν. Να πατάς στα δικά σου πόδια. Να Βαδίζεις μόνος σου (χωρίς την βοήθεια κανενός). Να Κατανοείς ο Ίδιος.
Ακόμα κι ο Θεός, ο Θεός που Γνωρίζουμε μόνο Βιωματικά Μέσα μας, στην Εσωτερική Εμπειρία μας, Όλο Αυτό που Υπάρχει, που Στηρίζει τα Πάντα, που Είναι τα Πάντα, Είμαστε μόνο Εμείς, Όλοι… Ακόμα κι αυτός ο Βιωματικός Θεός μας, Στέκει Αμήχανος… Αναμένει από εμάς να αποφασίσουμε. Που θα πάμε; Που θα στρέψουμε την Προσοχή μας; Μέσα μας, Πάνω; Στο Όλον που Υπάρχει, που Είμαστε Όλοι;… η έξω, σε μια ατομική αντίληψη, μέσα από την διαστρέβλωση της σκέψης, μέσα σε επιθυμίες που μας ζαλίζουν ή κοσμικές δραστηριότητες που μας απομακρύνουν;
Εμείς, μόνο εμείς θα αποφασίσουμε. Αν θα Σωθούμε ή θα χαθούμε. Εμείς, μόνο εμείς θα κινηθούμε… Προς το Όλο, την Ενότητα, την Αγάπη, την Ζωή, την Αλήθεια… ή αν θα χαθούμε στους σκοτεινούς δρόμους της ατομικής ύπαρξης, της σκέψης, των προσωπικών επιδιώξεων και πράξεων. Εμείς, μόνο εμείς, έχουμε την Απόλυτη Ευθύνη του Εαυτού μας, της Πορείας μας, της Κατάστασής μας, της ζωής μας… Κανένας άλλος δεν θα το κάνει για μας…. Κι εμείς, μόνο εμείς θα είμαστε υπεύθυνοι για ό,τι συμβαίνει, κι ό,τι συμβεί, στην Στιγμή που Ρέει… Μόνοι μας Γινόμαστε Φως, μόνοι μας γινόμαστε σκοτεινοί, σκοτάδι, κόλαση… Δεν μπορούμε ποτέ να δοξάσουμε κανέναν για το Φως που Γινόμαστε, ούτε θα μπορέσουμε να καταραστούμε κανέναν για το σκοτάδι που επιλέξαμε.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις
(
Atom
)







