«Οι σημερινή Αθήνα δεν έχει πια τίποτε το σεμνό ή το αξιόλογο, παρά μόνο τα περίφημα ονόματα των τόπων της. Όπως από το θυσιασμένο ζώο απομένει το δέρμα, σημάδι ενός κάποτε ζωντανού οργανισμού, έτσι κι εδώ, αφού η φιλοσοφία έχει εκδιωχθεί, δεν απομένει στον περιηγητή τίποτε άλλο να θαυμάσει παρά την Ακαδημία, το Λύκειο και τη Στοά την Ποικίλη. Κάποτε η πόλη ήταν κατοικία σοφών· τώρα όμως ακόμη και οι μελισσοκόμοι της προσδίδουν κάποια φήμη.»
Σχολιο:
Η μαρτυρία του Συνεσίου Κυρηναίου αποτελεί μία από τις πιο εύγλωττες και ταυτόχρονα σκληρές αποτιμήσεις της Αθήνας κατά την ύστερη αρχαιότητα. Ο λόγος του εκφράζει τη συνείδηση μιας εποχής που βιώνει τη μετατόπιση του πνευματικού κέντρου του ελληνικού κόσμου. Η παρομοίωση της πόλης με το «δέρμα του θυσιασμένου ζώου», λειτουργεί ως κεντρικός άξονας της σκέψης του: η Αθήνα διατηρεί τη μορφή και τα ονόματα που τη συνέδεσαν με τη φιλοσοφία, αλλά έχει απολέσει τη ζωτική της ουσία. Η Ακαδημία και το Λύκειο υπάρχουν πλέον ως μνημεία μνήμης, όχι ως ζωντανές εστίες παραγωγής σκέψης.
Φιλολογικά, η εικόνα αυτή εντάσσεται στην παράδοση της ρητορικής αντιθέσεως ανάμεσα στο «τότε» και στο «νῦν», ένα σχήμα συχνό στους ύστερους λόγιους, αλλά εδώ αποκτά ιδιαίτερο βάρος, διότι προέρχεται από έναν άνθρωπο που έχει μαθητεύσει σε ένα άλλο, ακμαίο πνευματικό περιβάλλον. Ο Συνέσιος τη συγκρίνει με την Αλεξάνδρεια, τον τόπο όπου η φιλοσοφία, τα μαθηματικά και οι φυσικές επιστήμες εξακολουθούν να καλλιεργούνται δημιουργικά. Εκεί, η παράδοση δεν είναι απλώς σεβαστή, αλλά γόνιμη· δεν αναπαράγεται μηχανικά, αλλά εξελίσσεται.
Ιστορικά, η παρακμή που διαπιστώνει ο Συνέσιος δεν οφείλεται μόνο σε εξωτερικούς παράγοντες, όπως οι πολιτικές μεταβολές ή η επικράτηση του Xριστιανισμού. Αντανακλά κυρίως την απώλεια του ρόλου της Αθήνας ως κέντρου πρωτογενούς φιλοσοφικής δημιουργίας. Αντιθέτως, η Αλεξάνδρεια, με τη μακραίωνη Ελληνιστική της παράδοση, την πολυπολιτισμικότητα και τη σύνδεση φιλοσοφίας και επιστήμης, εμφανίζεται ως ο φυσικός διάδοχος του κλασικού ελληνικού πνεύματος. Δεν είναι τυχαίο ότι ο Συνέσιος θεωρεί την Υπατία –και όχι κάποιον Αθηναίο φιλόσοφο– ως την αυθεντική ενσάρκωση της φιλοσοφικής ζωής.
Το κείμενο του Συνεσίου είναι ένα ιστορικό τεκμήριο της μετάβασης από την κλασική στην ύστερη αρχαιότητα. Η Αθήνα μετατρέπεται σε σύμβολο παρελθόντος μεγαλείου, ενώ η Αλεξάνδρεια προσωποποιεί το παρόν της διανόησης. Μέσα από αυτή την αντίθεση, ο Συνέσιος καταγράφει με φιλολογική ακρίβεια και ιστορική διορατικότητα το τέλος μιας εποχής και τη γέννηση μιας άλλης. Η κρίση του Συνεσίου για την Αθήνα της ύστερης αρχαιότητας είναι αυστηρή και απογυμνωμένη από φιλοσοφικό, ή ρητορικό εξωραϊσμό. Η πόλη παρουσιάζεται ως «σκια» του παρελθόντος της, με διατηρημένα τα ονόματα αλλά χαμένη τη ζωτική φιλοσοφική της λειτουργία. Η θέση αυτή γίνεται ιδιαίτερα διαφωτιστική όταν συγκριθεί με τις μαρτυρίες άλλων λόγιων της ίδιας ή παραπλήσιας εποχής, οι οποίοι αντιμετωπίζουν την Αθήνα είτε με νοσταλγική ιδεολογία είτε με συνειδητή προσπάθεια αναβίωσης.
Ο Λιβάνιος, ρήτορας του 4ου αιώνα, εκφράζει μια εντελώς διαφορετική στάση. Στους λόγους και τις επιστολές του, η Αθήνα εξακολουθεί να κατέχει εξέχουσα θέση ως παιδευτικό πρότυπο, κυρίως στον τομέα της ρητορικής και της ανώτερης εκπαίδευσης. Αν και αναγνωρίζει έμμεσα την παρακμή της σε σχέση με το κλασικό παρελθόν, δεν φτάνει ποτέ στη δραστική απομυθοποίηση του Συνεσίου. Για τον Λιβάνιο, η Αθήνα παραμένει «διδάσκαλος της Ελλάδος», όχι επειδή παράγει νέα φιλοσοφία, αλλά επειδή μεταδίδει την πολιτισμική της κληρονομιά. Η διαφορά είναι ουσιώδης: εκεί όπου ο Συνέσιος ζητεί ζωντανή φιλοσοφία, ο Λιβάνιος αρκείται στη συνέχιση της παιδευτικής παράδοσης.
Ο Μέγας Ιουλιανός, επίσης του 4ου αιώνα, προσεγγίζει την Αθήνα με έντονη ιδεολογική φόρτιση. Για τον Ιουλιανό, η πόλη δεν είναι απλώς εκπαιδευτικό κέντρο, αλλά ιερός τόπος της εθνικής φιλοσοφίας και της παλαιάς θρησκείας. Στους λόγους του εξυμνεί την Αθήνα ως κοιτίδα της αληθινής ελληνικής ταυτότητας, ακόμη κι αν η πραγματικότητα δεν ανταποκρίνεται πλήρως στο ιδεώδες. Σε αντίθεση με τον Συνέσιο, ο Ιουλιανός δεν περιγράφει αυτό που βλέπει, αλλά αυτό που θέλει να επαναφέρει. Η Αθήνα του Ιουλιανού είναι μια πόλη-σύμβολο, ενώ η Αθήνα του Συνεσίου είναι μια πόλη-μαρτυρία ιστορικής φθοράς.
Ο Πρόκλος, τέλος, εκπροσωπεί μια τρίτη στάση, πιο σύνθετη και ισορροπημένη. Ως επικεφαλής της νεοπλατωνικής Ακαδημίας τον 5ο αιώνα, ζει και διδάσκει σε μια Αθήνα που, αν και πολιτικά και κοινωνικά περιορισμένη, γνωρίζει μια τελευταία φιλοσοφική άνθηση. Σε αντίθεση με τον Συνέσιο, ο Πρόκλος θεωρεί ότι η φιλοσοφική παράδοση της Αθήνας μπορεί ακόμη να ανανεωθεί μέσω της συστηματικής ερμηνείας του Πλάτωνα και της μεταφυσικής εμβάθυνσης. Ωστόσο, ακόμη και σε αυτόν, η Αθήνα δεν είναι πια παγκόσμιο πνευματικό κέντρο, αλλά μάλλον το τελευταίο προπύργιο μιας παράδοσης που αγωνίζεται να επιβιώσει.
Συνολικά, ο Συνέσιος διαφέρει από τους άλλους τρεις επειδή δεν εξιδανικεύει. Ο Λιβάνιος βλέπει την Αθήνα ως σχολείο ρητορικής, ο Ιουλιανός ως σύμβολο θρησκευτικοφιλοσοφικής αναγέννησης, ο Πρόκλος ως χώρο ύστατης φιλοσοφικής άσκησης. Ο Συνέσιος, αντίθετα, την κρίνει με μέτρο τη ζωντανή φιλοσοφική δημιουργία και, συγκρίνοντάς την με την Αλεξάνδρεια, καταλήγει στο πιο απαισιόδοξο αλλά και ιστορικά διαυγές συμπέρασμα: η Αθήνα έχει πάψει να είναι παρούσα δύναμη της σκέψης και έχει μεταβληθεί σε μνημείο του ίδιου της του εαυτού.
Ακριβώς γι’ αυτό η μαρτυρία του δεν είναι απλώς μία ακόμη φωνή της ύστερης αρχαιότητας, αλλά ένα από τα καθαρότερα σημεία όπου η ιστορική συνείδηση συλλαμβάνει το τέλος της κλασικής εποχής και τη μετατόπιση του ελληνικού πνεύματος σε νέα κέντρα.
Δεν υπάρχουν σχόλια :
Δημοσίευση σχολίου