Κυριακή 22 Ιανουαρίου 2023

Ανθρωπολογία της Θέωσης

Η Ψυχή θα μπορούσε να χαρακτηριστεί σαν Ουσιώδης Φύση του ανθρώπου... Η πραγματική ουσία της Ψυχής μπορεί να «βρεθεί» μόνο στην ίδια την «φύση» της (δηλαδή στα χαρακτηριστικά που έχει από την ίδια την φύση της, από μόνη της) κι όχι στις ιδιότητες και λειτουργίες της που προκύπτουν από την σχέση της με το σώμα... Με αυτή την έννοια η Ψυχή είναι «καθαρή συνείδηση» (συνείδηση λογική που αντιλαμβάνεται την ύπαρξή της) κι όχι η «αυτοσυνείδηση του ψυχοβιολογικού όλου) (που προκύπτει από τη σχέση της Ψυχής με το σώμα...), ή η διανόηση, ή η αντίληψη... του εξωτερικού κόσμου...

Μονάχα όταν η Ψυχή (η συνείδηση) αποκτά «αυτογνωσία», αντιλαμβάνεται δηλαδή τον εαυτό της άμεσα, με τις δυνάμεις της, και διερευνά τα βάθη της, μπορεί να «συνειδητοποιήσει» τι «είναι», κι όχι από την σχέση της με το σώμα, ή μέσω της διανόησης, ή της αντίληψης, της αίσθησης....

Η Ψυχή, στην αληθινή της ουσία και ύπαρξη, υπερβαίνει και περικλείνει τις κατώτερες λειτουργίες, το εγώ, την διανόηση, την αντίληψη (αίσθηση). Η αληθινή ουσία της είναι κάτι πολύ πιο πλατύ από τις περιορισμένες λειτουργίες του εγώ. Η Ψυχή στην αληθινή ουσία της, είναι ο αληθινός άνθρωπος, ο ανώτερος άνθρωπος, ο πνευματικός άνθρωπος, σε σχέση με την κατώτερη προσωπικότητα, με την οποία ταυτίζεται ο συνηθισμένος άνθρωπος... Η πνευματική γέννηση (για την οποία μιλά ο Ιησούς στον Νικόδημο, στο ευαγγέλιο του Ιωάννη) είναι το ξύπνημα, η συνειδητοποίηση του άπειρου βάθους της ψυχής, που εκτείνεται μέσα στον χώρο του υπερβατικού, πέρα από τον χρόνο... είναι μία ανώτερη επίγνωση (μία θέαση της πραγματικότητας από ένα πιο υψηλό σημείο) που περιλαμβάνει μέσα της την κατώτερη φυσική ύπαρξη και τον εξωτερικό φυσικό κόσμο. Γι’ αυτό χαρακτηρίζεται και σαν «φώτιση». Οι κατώτερες λειτουργίες δεν καταργούνται, αλλά χρησιμοποιούνται υπό το νέο φως (της ανώτερης εμπειρίας)... Επομένως το μυστικό βίωμα είναι θέαση από ένα ανώτερο επίπεδο επίγνωσης κι όχι αποκοπή ή απομόνωση από τον αντικειμενικό κόσμο...

Ο Γρηγόριος ο Παλαμάς («Υπέρ των ιερώς ησυχαζόντων») ανέλυσε διεξοδικά ότι το γνήσιο χριστιανικό μυστικό βίωμα είναι ανώτερη επίγνωση (κατά την οποία ο νους γίνεται καθαρός, ανείδεος, άυλος... αποδεσμευμένος από τις κατώτερες λειτουργίες της νόησης και της αίσθησης...), που δεν εμποδίζει την φυσική λειτουργία της νόησης ή του σώματος (αντίθετα αυτά λειτουργούν υπό το φως της εμπειρίας απολύτως «φυσικά»...)... Το μυστικό βίωμα δεν είναι έκσταση, απομόνωση της συνείδησης από την νόηση, το σώμα, τον εξωτερικό κόσμο, σε ένα «άλλο χώρο» (όπως υποστήριζε ο Βαρλαάμ ο Καλαβρός...)... Βεβαίως υπάρχει και η περίπτωση της έκστασης (είτε αθέλητα, είτε ηθελημένα) όπως το βίωμα του απόστολου Παύλου που αρπάχτηκε «ως τον τρίτο ουρανό» και δεν αντιλαμβανόταν αν ήταν «εν σώματι ή εκτός του σώματος», αλλά αυτή είναι μία εξαιρετική περίπτωση κι όχι μία φυσική κατάσταση... Κι όταν γίνεται «ηθελημένα» σκοπό έχει να πραγματοποιήσει, να εγκαθιδρύσει, την ανώτερη επίγνωση, την ανώτερη θέαση της πραγματικότητας (από ένα υψηλότερο σημείο θέασης)... Το αληθινό μυστικό βίωμα (όσο είμαστε εν ζωή, συνδεδεμένοι με ένα σώμα) είναι ανώτερη επίγνωση (με «φωτισμένη» λειτουργία της νόησης και του σώματος) κι όχι έκσταση (έξοδος από το σώμα)...

Ακόμα και σε εξωχριστιανικές παραδόσεις η έκσταση είναι προπαρασκευαστικό στάδιο για να μπορέσουμε να απελευθερώσουμε την συνείδηση και να «δούμε την πραγματικότητα από ένα υψηλότερο σημείο... Αυτή την έννοια έχει η Πλωτινική έκσταση («άπλωσις»)... κι ακόμα αυτό τον σκοπό έχει στην παράδοση του Γιόγκα το «σαμάντι»... Να μας κάνει να αντιληφθούμε από ένα υψηλότερο σημείο κι όχι να μας βγάλει από το σώμα και τον κόσμο... Όχι πως δεν υπάρχει αυτή η δυνατότητα, ή ότι δεν γίνεται, αλλά πάντως δεν είναι ο πρωταρχικός σκοπός ενόσω ζούμε στο σώμα, στον κόσμο... (υπάρχει κάποιος λόγος που «βρισκόμαστε» εδώ...)

Η Ψυχή είναι το Αληθινό Πρόσωπο του ανθρώπου (σε αντίθεση με την ψεύτικη προσωπικότητα που προκύπτει από την σχέση της Ψυχής με το σώμα...). Η αποδέσμευση από τις κατώτερες ψυχονοητικές λειτουργίες φανερώνει τον αληθινό χαρακτήρα της. Είναι απεριόριστος, άπειρος, ανεμπόδιστος χώρος, που απλώνεται μέσα στο Αντικειμενικό, μέσα στην Ανώτερη Πραγματικότητα, σε Κοινωνία με την Ανώτερη Δύναμη που της δίνει ύπαρξη και ουσία... Ξεφεύγοντας η Ψυχή από τις κατώτερες ψυχονοητικές λειτουργίες, έρχεται σε άμεση επικοινωνία με τον Θεό (καθώς καθαρίζει ο νους, ανοίγει η όραση, κι αντιλαμβάνεται τον Θεό, μέσα στην Θεία Πραγματικότητα), και μέσα από αυτή την επικοινωνία εμπλουτίζεται και πληρούται Πνεύματος, άνωθεν... Μόνο όταν η Ψυχή (ο νους, η συνείδηση) γίνει τελείως καθαρή, όταν επανέλθει στην «φυσική κατάστασή» της, στην «αληθινή κατάστασή» της, που είναι η «προπτωτική κατάστασή» της (μέσα στον αγιογραφικό συμβολισμό), μπορεί να αντιληφθεί την Πραγματικότητα, τον Ήλιο της Ζωής, το Αληθινό Φως, το Θεό, που μέσα στην Θεία Πραγματικότητά Του Αγκαλιάζει όλα τα σύμπαντα, αόρατα και ορατά, και τον φυσικό κόσμο...

Η επάνοδος της Ψυχής στην «φυσική κατάστασή» της, η αποκατάσταση της «Κοινωνίας» με τον Θεό, η είσοδος στην Θεία Πραγματικότητα, είναι μόνο, μία έλαμψη κι όχι ένας φωτισμός... Αυτή η κατάσταση επικοινωνίας με τον Θεό, πρέπει να μονιμοποιηθεί, και τότε μόνο μπορούμε να μιλάμε για «μεταμόρφωση» του ανθρώπου, για θέωση, τότε μόνο μπορούμε να μιλάμε για Εν Θεώ Ζωή, για Αληθινή Ζωή (που είναι να Ζούμε με τον Θεό)...

Η Ψυχή στην Ουσιώδη Φύση της (σαν καθαρός νους, καθαρή συνείδηση) είναι πνευματικής φύσης, αόρατη, άχρονη... Η ψυχή, στο σύνολό της, μαζί δηλαδή με τις ψυχικές λειτουργίες της (τις ψυχικές ενέργειές της), που «αναπτύσσονται όταν συσχετίζεται με το σώμα (τον εγκέφαλο, το νευρικό σύστημα, το σώμα) «είναι» και εκτός σώματος και εντός του σώματος, παντού στο σώμα (μέσω του εγκεφάλου, του νευρικού συστήματος). Συνεπώς δεν έχει νόημα μία «τοπολογία» της ψυχής... Η Ψυχή με το σώμα, σαν σύνολο είναι και στον υπερβατικό χώρο και μέσα στον χωρόχρονο ταυτόχρονα... Το από που θεάται την πραγματικότητα εξαρτάται αποκλειστικά από την πνευματική ανάπτυξή της... Η εμπειρία που αποκομίζουμε εξαρτάται από το «που» διοχετεύουμε την συνειδητότητά μας... Αν δεν «βλέπουμε» τον Θεό, είναι γιατί ο Θεός Είναι Απών, ή επειδή ο Θεός δεν Υπάρχει...

Το DNA των αρχαίων Ελλήνων «έδειξε» ποιους διάλεγαν για να αποκτήσουν απογόνους στην εποχή του Χαλκού

Όταν ο Χάινριχ Σλήμαν ανακάλυψε τους πλούσιους σε χρυσό λακκοειδείς τάφους των Μυκηνών με τις περίφημες χρυσές μάσκες τους πριν από 100 χρόνια, δεν μπορούσε παρά να κάνει υποθέσεις για τη βιολογική συγγένεια των ανθρώπων που ήταν θαμμένη σε αυτούς.

Σήμερα, με τη βοήθεια της ανάλυσης του αρχαίου DNA, κατέστη δυνατό να αποκτήσουμε τις πρώτες πληροφορίες για τη βιολογική συγγένεια και το πλαίσιο στο οποίο διαμορφωνόταν η επιλογή συζύγων στη μινωική Κρήτη και τη μυκηναϊκή Ελλάδα.

Μια διεθνής ομάδα ερευνητών από το Ινστιτούτο Max Planck για την Εξελικτική Ανθρωπολογία στη Λειψία φέρνει στο «φως» μοναδικά ευρήματα για τη μορφή της οικογένειας και του γάμου στον ελλαδικό χώρο κατά την εποχή του Χαλκού.

Οι αναλύσεις των αρχαίων ανθρώπινων γονιδιωμάτων δείχνουν ότι στην επιλογή των συζύγων καθοριστικό ρόλο έπαιζε ο βαθμός της βιολογικής τους συγγένειας.

Η μελέτη δημοσιεύθηκε στο έγκριτο επιστημονικό περιοδικό Nature Ecology & Evolution.



Χάρη σε καινοτόμες μεθοδολογικές εξελίξεις στην ανάλυση του αρχαίου DNA, έγινε εφικτή η παραγωγή εκτεταμένων γενετικών δεδομένων ακόμη και στην Ελλάδα, όπου η διατήρηση του αρχαίου DNA παραμένει ανεπαρκής λόγω των κλιματικών συνθηκών.

Η ερευνητική ομάδα, με επικεφαλής την Δρ. Ειρήνη Σκουρτανιώτη, για τη μελέτη αυτή ανέλυσε πάνω από 100 ανθρώπινα γονιδιώματα από την περιοχή του Αιγαίου της Εποχής του Χαλκού. Η διεθνής ερευνητική ομάδα ήταν πολυπληθής και διεπιστημονική.

«Χωρίς τη σπουδαία συνεισφορά των συνεργατών μας στην Ελλάδα και παγκοσμίως, αυτό δεν θα ήταν εφικτό», λέει ο αρχαιολόγος Philipp Stockhammer, ένας από τους επικεφαλής συγγραφείς της μελέτης.



Το πρώτο βιολογικό γενεαλογικό δέντρο μιας μυκηναϊκής οικογένειας

Πρόκειται για το πρώτο γενεαλογικό δέντρο, που έχει ανακατασκευαστεί μέχρι στιγμής σε ολόκληρη την αρχαία περιοχή της Μεσογείου και αφορά στους κατοίκους ενός μικρού μυκηναϊκού οικισμού στην Πελοπόννησο του 16ου αι. π.Χ., συγκεκριμένα στην αρχαιολογική θέση της Μυγδαλιάς Αχαΐας.

Αναλυτικά, η έρευνα κατέδειξε πως ορισμένοι από τους γιους της οικογένειας εξακολουθούσαν να ζουν στον πατρικό οικισμό και αφότου απέκτησαν δική τους οικογένεια, αφού παιδιά τους ήταν θαμμένα από κοινού σε έναν τάφο κάτω από την αυλή του σπιτιού. Μάλιστα, φαίνεται πως μία από τις συντρόφους τους έφερε και την αδελφή της στην οικογένεια, το παιδί της οποίας τάφηκε επίσης στον ίδιο τάφο.

Συνηθιζόταν να παντρεύεται κανείς τον πρώτο του ξάδελφο

Ένα άλλο εύρημα ήταν εντελώς απροσδόκητο: στην Κρήτη και σε άλλα ελληνικά νησιά, όπως η Πάρος και η Αίγινα, καθώς και στην ηπειρωτική χώρα, ήταν πολύ συνηθισμένο να παντρεύεται κανείς τον πρώτο του ξάδελφο πριν από 4.000 χρόνια.

«Περισσότερα από χίλια αρχαία γονιδιώματα από διάφορες περιοχές του κόσμου έχουν πλέον δημοσιευθεί, αλλά φαίνεται ότι ένα τόσο αυστηρό σύστημα ομοαίματου γάμου δεν υπήρχε πουθενά αλλού στον αρχαίο κόσμο», λέει η Ειρήνη Σκουρτανιώτη.

«Αυτό αποτέλεσε πλήρη έκπληξη για όλους μας και εγείρει πολλά ερωτήματα».



Για το πώς εξηγείται το συγκεκριμένο πλαίσιο καθορισμού της επιλογής συζύγου, η ερευνητική ομάδα μπορεί μόνο να κάνει υποθέσεις.

«Ίσως αυτός ήταν ένας τρόπος για να διατηρηθεί η ακεραιότητα των κληρονομημένων αγροτικών εκτάσεων; Σε κάθε περίπτωση, θα εξασφάλιζε μια ορισμένη συνέχεια της οικογένειας σε κάποιες περιοχές, η οποία θα αποτελούσε σημαντική προϋπόθεση για την καλλιέργεια ελαιών και αμπέλου, για παράδειγμα», εικάζει ο Stockhammer.

«Το βέβαιο είναι ότι η ανάλυση των αρχαίων γονιδιωμάτων θα συνεχίσει να μας παρέχει εκπληκτικές, νέες γνώσεις για τις αρχαίες οικογενειακές δομές», προσθέτει η Σκουρτανιώτη.

Μετακινήσεις πληθυσμών στην Υστερομινωική Κρήτη

Η ομάδα προχώρησε και σε νέα συμπεράσματα σχετικά με την πληθυσμιακή δομή και τις μετακινήσεις των αρχαίων ανθρώπων. Ενώ οι πληθυσμοί της Μυκηναϊκής περιόδου από την Τίρυνθα στην Πελοπόννησο έως την Αττική ήταν γενετικά πολύ ομοιογενείς, στην Κρήτη και συγκεκριμένα στην αρχαία Κυδωνία (σημερινά Χανιά) φαίνεται ότι ντόπιοι κάτοικοι σε μεγάλο βαθμό είχαν αναμειχθεί με ομάδες, που έφτασαν στο νησί από διάφορες περιοχές της ηπειρωτικής Ελλάδας αλλά και της Κεντρικής Μεσογείου.

«Είναι χαρακτηριστικό ότι αυτή η δημογραφική αλλαγή είχε συντελεστεί σε μια πολύ δυναμική περίοδο για την πολιτική και κοινωνική ζωή του νησιού, την λεγόμενη Κρητομυκηναϊκή περίοδο (14ος – 13ος αι. π.Χ.)», λέει η Μαρία Ανδρεαδάκη-Βλαζάκη, διευθύντρια των συστηματικών ανασκαφών της Μινωικής Κυδωνίας, η οποία συμμετείχε στη μελέτη.

Τι είναι ευδαιμονία; Ο διάλογος “Ευθύδημος” του Πλάτωνος

Μεταβατικός διάλογος ανάμεσα στην πρώιμη και τη μέση συγγραφική περίοδο του Πλάτωνα με θέμα την αναζήτηση της ευδαιμονίας, αλλά και την αντιπαράθεση σωκρατικής και εριστικής διαλεκτικής.

Θέμα του διαλόγου

Το κεντρικό φιλοσοφικό ερώτημα του διαλόγου είναι το εξής: πώς οδηγείται κανείς στην ευδαιμονία; Ταυτόχρονα ο Ευθύδημος αντιπαραβάλλει τη Σωκρατική μέθοδο διεξαγωγής φιλοσοφικού διαλόγου με την εριστική. Τέλος, ο διάλογος εγείρει σοβαρά γνωσιολογικά και οντολογικά ζητήματα, τα οποία αρθρώνονται κυρίως στις εριστικές σκηνές του έργου.

Πρόσωπα του διαλόγου

Ο Κρίτων είναι φίλος του Σωκράτη, παρών στο Φαίδωνα και συνομιλητής του στον Κρίτωνα. Για τους σοφιστές Ευθύδημο και Διονυσόδωρο γνωρίζουμε ελάχιστα πέραν όσων πληροφορούμαστε από τον ίδιο το διάλογο. Ο Κλεινίας είναι ο νεαρός ξάδελφος του γνωστού Αλκιβιάδη. Ως εραστής του παρουσιάζεται ο Κτήσιππος, ο οποίος μνημονεύεται επίσης στον Λύσι και το Φαίδωνα. Τέλος, στη συζήτηση παρίστανται και άλλοι άνδρες, οι οποίοι παραμένουν ανώνυμοι και σιωπούν, αλλά ενίοτε ξεσπούν σε γέλια και χειροκροτήματα. Το επίσης ανώνυμο πρόσωπο της τελευταίας σκηνής του διαλόγου συνήθως ταυτίζεται με το ρήτορα Ισοκράτη.

Χρόνος συγγραφής

Ο διάλογος τοποθετείται συνήθως στην πρώιμη ή τη μεταβατική από την πρώιμη στη μέση περίοδο της συγγραφικής δραστηριότητας του Πλάτωνα. Ορισμένοι μελετητές ωστόσο τον τοποθετούν αργότερα.

Δομή και περιεχόμενο του διαλόγου

Στην αρχή του Ευθυδήμου ο Κρίτων ζητά από το Σωκράτη να του διηγηθεί τη συζήτηση την οποία είχε ο φιλόσοφος την προηγούμενη μέρα στο Λύκειο, και την οποία ο Κρίτων, μολονότι παρών, δεν κατάφερε να παρακολουθήσει. Η συζήτηση αυτή διεξήχθη με τους σοφιστές Ευθύδημο και Διονυσόδωρο, οι οποίοι παρουσιάζονται ως διδάσκαλοι της αρετής. Ο Σωκράτης τους παρακινεί να κάνουν μια επίδειξη της τέχνης τους, πείθοντας τον νεαρό Κλεινία πως πρέπει να φιλοσοφεί και να επιδιώκει την αρετή.

Οι σοφιστές αρχικά συνδιαλέγονται με τον Κλεινία, αλλά στόχος τους είναι απλώς να τον κατατροπώσουν – και το επιτυγχάνουν. Ο Σωκράτης παρεμβαίνει και συζητά ο ίδιος με τον νεαρό, δίνοντας ένα παράδειγμα στους σοφιστές του τρόπου με τον οποίο τους καλεί να επιδείξουν τη μέθοδό τους. Στη δεύτερη εριστική σκηνή οι σοφιστές συζητούν με τον Κτήσιππο, ο οποίος, όπως ο προκάτοχός του, κατατροπώνεται. Ο Σωκράτης δίνει ένα δεύτερο παράδειγμα της μεθόδου του. Μετά την ολοκλήρωση αυτού του δεύτερου προτρεπτικού οι σοφιστές επανέρχονται για μια τρίτη εριστική σκηνή, αλλά διατυπώνουν ακραίες θέσεις σε μια σειρά από σοφιστείες. Οι παριστάμενοι ξεσπούν σε ενθουσιώδη χειροκροτήματα. Έτσι ολοκληρώνεται η αφήγηση του Σωκράτη στον Κρίτωνα, η οποία επιτυγχάνει σε πρώτο επίπεδο την αντιπαραβολή δύο μεθόδων, της σωκρατικής και της εριστικής.

Με την ολοκλήρωση της αφήγησης ο Σωκράτης προτρέπει ειρωνικά τον Κρίτωνα να γίνει μαθητής των σοφιστών. Ο Κρίτων εμφανίζεται διστακτικός, και αναφέρεται για πρώτη φορά σε ένα πρόσωπο το οποίο δεν κατονομάζει, αλλά του οποίου την αρνητική κριτική έναντι των σοφιστών παραθέτει στον Σωκράτη. Ο διάλογος ολοκληρώνεται με ένα ερώτημα το οποίο παραμένει ανοιχτό: ο Κρίτων καλείται να αναλογιστεί σε τι συνίσταται πραγματικά η φιλοσοφία, προτού στραφεί στην αναζήτηση των κατάλληλων δασκάλων.

Οι επιμέρους σκηνές

α) Οι δύο προτρεπτικές σκηνές Η διαλεκτική πορεία της πρώτης σκηνής στην οποία ο Σωκράτης συζητά με τον Κλεινία έχει ως εξής. Αρχικά οι συνομιλητές συμφωνούν στο ότι κάθε άνθρωπος επιδιώκει την ευδαιμονία. Για την κατάκτησή της απαιτείται η κατοχή μιας σειράς αγαθών διαφορετικής τάξεως: υλικά (όπως ο πλούτος), σωματικά (όπως η υγεία), κοινωνικά (όπως η καλή καταγωγή), και ηθικής τάξεως αγαθά, όπως η δικαιοσύνη. Ως επιστέγασμα όλων αυτών προστίθεται η σοφία.

Εφόσον τα συστατικά στοιχεία της ευδαιμονίας έχουν προσδιοριστεί, ο Σωκράτης υπογραμμίζει ότι όλα τα προαναφερθέντα είναι αγαθά μόνο στην περίπτωση που κάποιος επωφελείται από αυτά, και για να επωφεληθεί πρέπει να τα χρησιμοποιεί• δεν αρκεί να τα κατέχει. Μάλιστα, πρέπει να τα χρησιμοποιεί ορθά, γιατί η κακή χρήση του πλούτου, επί παραδείγματι, θα μπορούσε να αποδειχθεί ολέθρια για τον κάτοχό του. Τη σωστή χρήση αυτών των αγαθών μπορεί να προσδιορίσει η σοφία. Συνεπώς η σοφία πρέπει να επιδιώκεται από τον άνθρωπο που επιθυμεί να κατακτήσει την ευδαιμονία – και για το σκοπό αυτό είναι χρήσιμη η φιλο-σοφία. Έτσι ολοκληρώνεται ο πρώτος προτρεπτικός λόγος του Σωκράτη.

Το σημείο εκκίνησης του δεύτερου προτρεπτικού αποτελεί μια υπενθύμιση του συμπεράσματος του πρώτου: η φιλοσοφία ορίζεται εδώ ως η απόκτηση της γνώσης, και το ερώτημα που ανακύπτει είναι ποια μορφή γνώσης επιδιώκεται. Ο Σωκράτης τονίζει πως πρέπει να είναι μια μορφή γνώσης η οποία ωφελεί, και μας ωφελεί όχι μόνο όταν υποδεικνύει πώς μπορούν να αποκτηθούν τα αγαθά, αλλά και πώς μπορούν να χρησιμοποιηθούν. Ο Σωκράτης και ο Κλεινίας εξετάζουν μια σειρά από τέχνες για να διαπιστώσουν ποια από αυτές πληροί τα κριτήρια που έχουν οριστεί. Αλλά στην αναζήτηση αυτή αποτυγχάνουν, και το ερώτημα σχετικά με τη μορφή γνώσης που απαιτείται για την κατάκτηση της ευδαιμονίας παραμένει αναπάντητο.

β) Οι τρεις εριστικές σκηνές Στην πρώτη εριστική σκηνή οι σοφιστές θέτουν ερωτήματα στον Κλεινία, τα οποία έχουν τη μορφή διλήμματος. Οι ίδιοι οι σοφιστές εναλλάσσονται στην υπεράσπιση πρώτα της μίας και ύστερα της άλλης πλευράς του διλήμματος, στηριζόμενοι σε λεκτικές αμφισημίες. Το αποτέλεσμα της εριστικής σοφίας είναι ένας κενός θρίαμβος, τον οποίο ωστόσο επικροτεί το κοινό που παρακολουθεί την επίδειξη.

Η δεύτερη εριστική σκηνή ξεκινά με το Διονυσόδωρο να ισχυρίζεται ότι όσοι επιθυμούν να γίνει σοφός ο Κλεινίας επιθυμούν να πάψει να είναι αυτός που είναι, δηλαδή επιθυμούν το θάνατό του. Ο Κτήσιππος αναφωνεί πως ο Διονυσόδωρος ψεύδεται, και ο Ευθύδημος σπεύδει να απαντήσει ότι το να ψεύδεται κανείς είναι αδύνατο. Εν συνεχεία ο Διονυσόδωρος ισχυρίζεται πως το να υποστηρίζει κανείς την αντίθετη θέση από το συνομιλητή του είναι αδύνατο. Ο Κτήσιππος δεν καταφέρνει να διαχειριστεί τα αλλεπάλληλα «χτυπήματα» των σοφιστών• ο Σωκράτης παρεμβαίνει και καταδεικνύει πως οι σοφιστές είναι ασυνεπείς ως προς τους προηγούμενους ισχυρισμούς τους.

Στην τρίτη εριστική σκηνή τον ρόλο του συνομιλητή αναλαμβάνει ο ίδιος ο Σωκράτης. Οι σοφιστές διατυπώνουν τον πιο ακραίο ισχυρισμό τους, σύμφωνα με τον οποίο οι ίδιοι, αλλά και ο Σωκράτης και όλοι οι άνθρωποι είναι παντογνώστες• ο διάλογος μετατρέπεται σε κωμωδία. Ο Κτήσιππος παρεμβαίνει εκ νέου. Αυτή τη φορά ωστόσο έχει αλλάξει στάση: υιοθετώντας εριστικές μεθόδους εξαπολύει δριμεία επίθεση. Στο τέλος της σκηνής επανέρχεται ο Σωκράτης, τον οποίο ο Διονυσόδωρος κατηγορεί για ασέβεια, παραπέμποντας στις κατηγορίες που διατυπώθηκαν εναντίον του ιστορικού Σωκράτη και οδήγησαν στο θάνατό του• το κωμικό και το τραγικό στοιχείο του διαλόγου συνδέονται άρρηκτα.

Ερμηνευτικά ζητήματα

Τους μελετητές έχουν απασχολήσει κυρίως οι προτρεπτικές σκηνές του διαλόγου, στις οποίες πρωταγωνιστεί ο Σωκράτης και παρουσιάζεται το κεντρικό φιλοσοφικό επιχείρημα σχετικά με την κατάκτηση της ευδαιμονίας. Η κυρίαρχη ερμηνεία είναι ότι αυτή απαιτεί έναν συνδυασμό αγαθών και αρετής, η οποία ταυτίζεται με τη γνώση. Ωστόσο, ορισμένοι μελετητές υποστηρίζουν πως η ευδαιμονία απαιτεί μόνο αρετή (ή μόνο γνώση).

Οι εριστικές σκηνές έχουν μελετηθεί σε μικρότερο βαθμό. Οι σκηνές αυτές, ωστόσο, έχουν επίσης φιλοσοφικό ενδιαφέρον: στη δεύτερη εριστική σκηνή η συζήτηση περιστρέφεται γύρω από το ζήτημα του όντος και του μη όντος, ενώ στην τρίτη οι ισχυρισμοί των σοφιστών θυμίζουν πλατωνικές θεωρίες, οι οποίες παρουσιάζονται με διαστρεβλωμένο τρόπο. Για παράδειγμα ο ισχυρισμός των σοφιστών ότι γνωρίζουν τα πάντα, και ότι τις γνώσεις αυτές διέθεταν και πριν από τη γέννησή τους δεν απέχει πολύ από την πλατωνική θέση ότι οι ψυχές έχουν έρθει σε επαφή με τις Ιδέες πριν από την είσοδό τους στο σώμα, και πως η διαδικασία της μάθησης δεν είναι παρά ανάκληση στη μνήμη αυτής της προϋπάρχουσας γνώσης. Με αυτόν, όπως και με άλλους τρόπους στον συγκεκριμένο διάλογο, υπογραμμίζεται η συχνά δύσκολη διάκριση μεταξύ σοφιστικής και φιλοσοφίας.

Η ΓΕΩΓΡΑΦΙΑ ΚΑΙ ΟΙ ΦΥΛΕΣ ΣΤΟ ΒΑΣΙΛΕΙΟ ΤΟΥ ΑΧΙΛΛΕΑ ΚΑΙ ΣΤΗ ΓΥΡΩ ΠΕΡΙΟΧΗ

Η γεωγραφία της ομηρικής και ιστορικής αρχαιότητας

Επειδή η προσπάθειά μας περιλαμβάνει παρατηρήσεις ιστορικού και γεωγραφικού χαρακτήρα θα επιχειρήσουμε, με την παράθεση γεωγραφικών πληροφοριών και τοπογραφικών δεδομένων, να ανασυστήσουμε την εικόνα της ομηρικής γεωγραφίας, η οποία, πράγματι, αποτελεί ένα ακανθώδες και αινιγματικό ζήτημα. Πολλές φορές αρχαιολόγοι και ιστορικοί διαφώνησαν για την αξιοπιστία του Ομήρου. Είναι γεγονός ότι τα ομηρικά έπη, συνειδητά ή όχι, αγνοούν σημαντικά στοιχεία της πολιτικής γεωγραφίας του ελλαδικού χώρου, αφού αγνοούν γνωστά ονόματα από την ιστορική αρχαιότητα, όπως π.χ. Θεσσαλία, Λάρισα, Λάρισα Κρεμαστή, Φάρσαλος κ.ά. Όμως, είναι επίσης αξιοπρόσεκτο, ότι οι Έλληνες της ιστορικής αρχαιότητας, από την πλευρά τους, αγνοούσαν τη θέση ενός εξαιρετικά μεγάλου αριθμού ομηρικών τοπωνυμίων, π.χ. ο Ελαιώνας, η πατρίδα του Φοίνικα, ή το Δουλίχι και η Ιθάκη του Οδυσσέα. Κατά την αρχαιότητα, πολλά τοπωνύμια, που η δόξα τους οφείλονταν στα έπη, τα διεκδικούσαν πολλοί ταυτόχρονα και άσχετοι μεταξύ τους τόποι. Έτσι, τρεις Πύλοι, διεκδικούσαν τη δόξα και το όνομα της πρωτεύουσας του Νέστορα, ενώ το ίδιο συνέβαινε και με τα ομηρικά ονόματα των πόλεων της πατρίδας του Αχιλλέα, αφού οι μνηστήρες των ονομασιών ήταν πολλοί.

Η παρερμηνεία των ομηρικών κειμένων για καθαρά τοπικιστικούς και πολιτικούς λόγους, είχε βαθύτατες αλλοιωτικές συνέπειες στη μετα- ομηρική πολιτική γεωγραφία. Η έρευνα αποδεικνύει ότι, τα τοπωνύμια αυτά δεν ήταν από σύμπτωση ίδια με τα ομηρικά. Δόθηκαν σε τόπους, που ομολογημένα είχαν άλλα παρόμοια πρωτύτερα, στα πλαίσια διεκδίκησης επικών τίτλων. Οι ονοματοθεσίες με βάση τα έπη, είχαν ως αποτέλεσμα το συντεταγμένο «εξομηρισμό» της αρχαίας πολιτικής γεωγραφίας.

Αναφερόμενοι στο χωροχρόνο της αρχαίας γεωγραφίας πρέπει να έχουμε υπόψη μας τις παρακάτω παραμέτρους. Οι ομηρικές πόλεις (ανακτορικά κέντρα) δεν ήταν τίποτε περισσότερο από ακροπόλεις, όπου διέμενε ο βασιλιάς, τα συγγενικά μέλη και μια μικρή ομάδα ανωτάτων αξιωματούχων. Είναι γεγονός ότι, μετά το 12ο αιώνα όλα αυτά τα κέντρα καταστράφηκαν, ενώ μετά την καταστροφή και την εγκατάλειψή τους και τις ριζικές ανακατατάξεις στο εσωτερικό της κοινωνίας και τις μετακινήσεις των πληθυσμών, την τοπική ή την ταξική μεταφορά του κοινωνικοοικονομικού κέντρου βάρους, ήταν φυσικό να χάσουν τα ονόματά τους. Μαζί με την καταστροφή τους χάθηκε και η γραφή των Μυκηναίων, η γραμμική Β΄, και μια νέα γραφή αποτυπώνει πλέον την ελληνική γλώσσα κατά τον 8ο αιώνα π. Χ. Οι ιστορικοί πιθανολογούν ότι ίσως επικράτησε ένας μεσαίωνας και το σκοτάδι στη γνώση και στην ιστορία των τόπων για περισσότερα από 400 χρόνια!

Οι πρώτοι που ξανάδωσαν αυτά τα ονόματα σε κάποιες περιοχές ή πολιτείες, δεν ήταν ιστορικοί ή δεινοί ομηριστές, αλλά φιλόδοξοι πολιτικοί, που είχαν κάθε λόγο να διεκδικήσουν, όπου μπορούσαν, τα ένδοξα επικά τοπωνύμια. Επειδή η ψυχική σύνδεση Ομήρου-Ελλήνων ήταν ισχυρότατη, και θα την παρομοίαζε κανείς με αυτή που έχουμε σήμερα ως χριστιανοί με τη βίβλο, για μια πόλη ήταν αρκετή η μνεία της στα κείμενα του Ομήρου, για να μπορέσει να κατοχυρώσει τα σύνορά της, τις διεκδικήσεις της, το παρελθόν της, τη δόξα, την πολιτική της…Το γνωστό παράδειγμα του Σόλωνα, ο οποίος παραχάραξε τους στίχους της Ιλιάδας, βάζοντας ένα νόθο στίχο, για να ισχυροποιήσει (όπως λένε) τις διεκδικήσεις των Αθηναίων, προς τους Μεγαρείς, αποδεικνύει του λόγου το αληθές, ότι για πολιτική σκοπιμότητα αξιοποιήθηκαν οι επικοί τίτλοι και ότι η αυθαιρεσία των Ελλήνων, κατά τους ιστορικούς χρόνους, αλλοίωσε το χάρτη των ονομάτων και των τοπωνυμίων.

Συνεπώς, πρέπει να κατανοήσουμε και να αποδεχθούμε ότι στις επιλογές ονομασιών έγιναν μεγάλες αποκλίσεις από την πραγματική εικόνα των μυκηναϊκών χρόνων, ώστε είναι φυσιολογικό να πιστέψουμε ότι είναι άλλη η εικόνα του Ομήρου για τη Φθία (ως περιοχή) και άλλη είναι η «Φθία» των μεταγενέστερων, που γνωρίζουμε από τους συγγραφείς. Βέβαια, ακόμη και στην Ιλιάδα ο κατάλογος των νεών (πλοίων) με το υπόλοιπο ομηρικό κείμενο, παρουσιάζει αντιφάσεις, όπως π.χ. στο βασίλειο του Οδυσσέα, που έχουν επισημανθεί, όμως θεωρείται δεδομένο ότι ο ποιητής στον κατάλογο μεταφέρει μια αυθεντική εικόνα, γιατί παρόμοιοι κατάλογοι, όπως αυτός ενδεχομένως, να υπήρχαν κάπου σε κοινή θέα, αφού οι Μυκηναίοι γνώριζαν γραφή και ν΄ αποτύπωνε τη μυκηναϊκή πολιτική διαίρεση.

Δεν πρέπει σε καμία περίπτωση να παραβλέψουμε ότι τα έπη και κυρίως η Ιλιάδα, εκτός από τη φιλολογική τους αξία, περιέχουν και αψευδή στοιχεία ιστορικότητας. Με βάση τις περιγραφές του Ομήρου ο Σλήμαν ανακάλυψε την Τροία και ο Σπυρόπουλος, διενεργώντας ανασκαφές στον Ταϋγετο, ανακάλυψε τα ανάκτορα και τους τάφους του Μενέλαου και της Ελένης, στο δήμο Πέλανα. Μόνο οι βασικοί πρωταγωνιστές των επών, ο Αχιλλέας και ο Οδυσσέας παραμένουν αιωρούμενοι από τόπο σε τόπο, γιατί οι πρωτεύουσές τους και τα ανάκτορά τους δεν έχουν ακόμα αποκαλυφθεί.

Το ερώτημα που τίθεται είναι πώς εκτιμά ο ποιητής ότι χρειάζεται ν΄ αποτυπώσει τη γεωγραφία της μυκηναϊκής Ελλάδας και πώς τελικά αποτυπώνει τη γεωγραφική της εικόνα και ειδικότερα της Φθίας, που ο ίδιος γνωρίζει; Ο Όμηρος λοιπόν ακολουθεί μια πρακτική αποτύπωσης του χώρου αναφέροντας:

· Βασίλεια, μικρά κράτη που έχουν όρια και πολίτευμα (βασιλεία).

· Γεωγραφικά στοιχεία του χώρου: ποτάμια, βουνά, σημαντικές πόλεις.

· Λαούς, που κατοικούν σε μια περιοχή.

Η περιοχή της κεντρικής Ελλάδας ξεχωρίζει στην Ιλιάδα, γιατί αποτυπώνεται με κέντρο το Σπερχειό ποταμό και το βασίλειο του Πηλέα. Η Ομηρική επίσης περιγραφή τοποθετεί βορείως του Σπερχειού, σε μια ασαφή γειτνίαση, οχτώ βασίλεια, νότια το βασίλειο των Λοκρών και χαμηλότερα τα βασίλεια των Μινύων και των Βοιωτών. Ειδικότερα:

Βασίλεια

Βασίλειο του Πηλέα (Μυρμηδόνες- Σπερχειός ποταμός).

Βασίλειο του Πρωτεσίλαου (Φθίοι).

Βασίλειο του Ευρύπυλου (Φθίοι).

Βασίλειο του Εύμηλου (Φερές- Ιωλκός).

Βασίλειο του Φιλοκτήτη (Φθίοι- Θαυμακία- Μηθών).

Βασίλειο του Πρόθου (Μάγνητες)

Βασίλειο του Γουνέα (Αινιάνες- Περραιβοί).

Βασίλειο του Πολυποίτη (Λαπίθες).

Βασίλειο του Μαχάονα-Ποδαλείριου (Οιχαλία, Τρίκη, Ιθώμη).

Νότια:

Βασίλειο του Αίαντα (Λοκροί).

Νοτιότερα:

Βασίλειο των Μινύων.

Βασίλειο των Βοιωτών.

Γεωγραφικά στοιχεία

Τα γεωγραφικά χαρακτηριστικά που συνδέονται μαζί τους είναι: Ο Σπερχειός, ο Πηνειός, το Πήλιο, η Βοϊβία λίμνη, ο Τιταρήσιος, η Υπερεία, που, όπως είναι φυσικό, αφορούν τη Θεσσαλία συνολικά και όχι μόνο τη Φθία του Πηλέα. Σ΄ αυτό το περιβάλλον ανήκουν πολλές πόλεις, που κατανέμονται στα διάφορα βασίλεια από βορρά προς νότο, μάλιστα τα ονόματά τους είναι γνωστά και από τους μύθους: Ιωλκός, Φερρές, Οπούντα, Ορχομενός, Πλάταια, Γραία, Θέσπεια…

Λαοί

Η πρώτη γεωγραφική προσέγγιση του χώρου, με βάση το ομηρικό κείμενο, επιβάλλει την αποτύπωση του χάρτη των λαών, όπως αυτοί τοποθετούνται από τον Όμηρο, με κέντρο την κοιλάδα του Σπερχειού. Ο ποιητής δείχνει να είναι καλά ενημερωμένος για την ποικιλία των ελληνικών φύλων, την ονομασία των, καθώς και τη γεωγραφική τοποθέτησή των στον ελλαδικό χώρο, ώστε να μας εντυπωσιάζει με τη γνώση του.

Ένα από τα σημαντικά βήματα της έρευνάς μας είναι ν΄ αποτυπώσουμε το χάρτη των λαών στην περιοχή που υπήρξε το βασίλειο του Αχιλλέα, σύμφωνα με την ομηρική μαρτυρία και τις σύγχρονες επιστημονικές γνώσεις.

Οι λαοί στο βασίλειο του Πηλέα

Οι Μυρμηδόνες

Εμφανίζονται ως αρχαίο θεσσαλικό φύλο, που ζούσε στην Αχαϊα Φθιώτιδα, χωρίς να γνωρίζουμε γι΄ αυτό πολλά στοιχεία ή αν ήταν αιολόφωνο. Η μόνη αναφορά που έχουμε γι΄ αυτούς προέρχεται από τον Όμηρο, ο οποίος τους συνδέει στενά με τον Αχιλλέα και διευκρινίζει ότι ονομάζονταν Έλληνες και Αχαιοί (Β 683-685).

Αυτή η τριπλή θεώρηση σημαίνει πολλά για την καταγωγή τους, γιατί τους συνδέει στενά με τους Έλληνες, συνεπώς και με την Ελλάδα (πόλη ή περιοχή), αλλά και με το φύλο των Αχαιών. Οι μύθοι που προαναφέραμε τους σχετίζουν με τον Αιακό και την Αίγινα και την προέλευσή τους από τα μυρμήγκια. Αξιοπρόσεκτη είναι η αναφορά του Ησιόδου προς τον Αιακό, τον οποίο ονομάζει «ιππιοχάρμη», που σημαίνει «αυτός που μάχεται με τους ίππους». Η ιδιότητά του αυτή σχετίζεται στενά με τον Αχιλλέα και τους Μυρμηδόνες του, οι οποίοι στην Τροία διέθεταν πολλά και καλά άλογα. Επίσης ενδιαφέρουσα είναι και η εκτίμηση του Ησύχιου, ότι η λέξη Μυρμηδόνες προέρχεται από το «μύρμος» που σημαίνει φόβος.

Οι Έλληνες

Εμφανίζονται ως λαός πρώτη φορά στον Όμηρο και το όνομά τους φαίνεται να αποτελεί μια παράλληλη ονομασία των Μυρμηδόνων, χωρίς να επεκτείνεται σ΄ άλλα φύλα. Συνδέονται στενά με τον Αχιλλέα και η διάκριση που κάνει ο Όμηρος μεταξύ Ελλάδας και Φθίας, δείχνει ότι είναι οι κάτοικοι της Ελλάδας, ένα κομμάτι των Μυρμηδόνων, γι΄ αυτό και η σύγχρονη έρευνα δέχεται ότι ήταν μόνο ένα μικρό φύλο, που βρισκόταν στην Αχαϊα Φθιώτιδα. Το γεγονός ότι αναφέρεται στην Ιλιάδα τοποθεσία ή πόλη Ελλάς και λαός Έλληνες στην περιοχή του βασιλείου του Αχιλλέα (Φθία), δείχνει ότι η ονομασία συνδέεται στενά με την περιοχή αυτή και με τους λαούς της, με μια μακρόχρονη παράδοση.

Έτσι ο μύθος του κατακλυσμού, ο κοινός γενάρχης των Ελλήνων, ο Έλληνας, που οι γιοι του υπήρξαν οι γενάρχες των ελληνικών φύλων, αποτελούν τη μυθική (;) εκδοχή της ελληνικής φυλής.

Πώς όμως το συγκεκριμένο όνομα επεκράτησε παντού στον ελληνικό χώρο και κάτω από ποιες συνθήκες συνέβη αυτό, είναι ένα μεγάλο ζήτημα, που θα μας απασχολήσει πιο κάτω.

Οι Δόλοπες

Δόλοπες ονομάστηκαν οι κάτοικοι της περιοχής βορείως του Τυμφρηστού, μεταξύ Ευρυτανίας και Φθιώτιδας, που έφερε το όνομα Δολοπία. Συνδέθηκαν από τον Όμηρο με το βασίλειο του Πηλέα (βρισκόταν στα όρια της Φθίας) και ήταν πολυάριθμος λαός (Ι 485). Ο Πηλέας τους στέλνει βασιλιά το Φοίνικα, ο οποίος φέρεται να διοικεί το τέταρτο σώμα των Μυρμηδόνων στην εκστρατεία κατά της Τροίας (Π 195). Αυτό μπορεί να ερμηνευθεί ότι προέρχονταν από τους Δόλοπες.

Ο Θουκυδίδης αναφέρει ότι οι Δόλοπες κατοικούσαν στη Σκύρο μέχρι το 470 π.Χ. Ως βασιλιάς των Δολόπων της Σκύρου εμφανίζεται ο Λυκομήδης. Ο Όμηρος αναφέρει επίσης ότι ο Αχιλλέας κατέκτησε τη Σκύρο, κατά τις εκστρατείες από την Τροία, ότι έζησε στο νησί και παντρεύτηκε την κόρη του Λυκομήδη, αποκτώντας μαζί της τον Νεοπτόλεμο.

Στα ιστορικά χρόνια οι Δόλοπες αναφέρονται ότι συντάχθηκαν το 480 π.Χ. με τον Ξέρξη, το 334 π.Χ. συμμάχησαν με το Φίλιππο Β΄ της Μακεδονίας, το 323 π.Χ. συμμετείχαν στο Λαμιακό πόλεμο και , τέλος, εντάχθηκαν στην Αιτωλική Συμπολιτεία.

Οι Αχαιοί ως ελληνικό φύλο της Φθίας

Οι Αχαιοί ανήκουν σ΄ εκείνα τα ελληνικά φύλα, που αποτέλεσαν την Πρωτο-Αιολική ομάδα, κάτι που συμπεραίνεται από τα κείμενα των μυκηναϊκών πινακίδων, τα οποία μας πληροφορούν, κυρίως, για τη γλώσσα που μιλούσαν. Σύμφωνα με την επιστημονική έρευνα, πρώτα εισήλθαν στη νότια Θεσσαλία, περίπου στα 1900 π.Χ. και εκεί συνάντησαν έναν προελληνικό λαό, τους «Πρωτο-Αχαιούς», τους οποίους υπέταξαν και πήραν από αυτούς το όνομά τους, καθώς, επίσης και δυο λατρείες: του Αχιλλέα (θεού των υδάτων) και της Δήμητρας (θεάς της γης). Γύρω στα 1600, κινήθηκαν προς το νότο, φτάνοντας μέχρι τη βόρεια Πελοπόννησο, άλλοτε εισδύοντας ειρηνικά και άλλοτε κατακτώντας λαούς. Ειρηνική διείσδυση διαφαίνεται στην περίπτωση των Δαναών, γιατί η παράδοση αναφέρει τους γάμους με τις κόρες του Δαναού. Εκεί στην Πελοπόννησο (Αργολίδα), εξέλιξαν την αιολόφωνη γλώσσα τους, η οποία απέκτησε άλλα χαρακτηριστικά (επαφή και με άλλους αρκαδόφωνες).

Οι Αχαιοί είναι φορείς ενός από τους πιο ένδοξους και τους πιο πολυσυζητημένους πολιτισμούς, του Μυκηναϊκού, που άκμασε από 1600-1100 π.Χ., ενώ η γλώσσα τους είναι γλώσσα που διαβάζουμε στις πήλινες πινακίδες.

Η παράδοση και οι μύθοι αναφέρουν ότι, ως φύλο, κατάγονται από το μυθικό γενάρχη «Αχαιό», το γιο του Ξούθου και εγγονού του Έλληνα. Ο Ξούθος, κατά την παράδοση, ήρθε στην Αθήνα και παντρεύτηκε την Κρέουσα, την κόρη του Ερεχθέα. Ο γιος του Αχαιός, ξεκινώντας από την Αθήνα, έδιωξε τους Πελασγούς της Αργολίδας και της Λακωνίας, ενώ κατ΄ άλλες παραδόσεις, επέστρεψε πίσω στη Θεσσαλία, από όπου οι δυο γιοι του, Άρχανδρος και Αρχιτέλης, ήρθαν στην Πελοπόννησο και κυρίευσαν πρώτα το Άργος και στη συνέχεια ολόκληρη την Πελοπόννησο, εκτός από την Αρκαδία. Ο Οβίδιος μνημονεύει Αχαιούς ακόμα και στις βόρειες ακτές του Εύξεινου Πόντου.

Μεγάλη σημασία έχει η αναφορά του Ομήρου, για τους Αχαιούς, αφού στα έπη του μνημονεύει, κυρίως το φύλο των Αχαιών, περιγράφοντάς το ως πολεμικό λαό, που διαχειρίζεται έναν πολιτισμό υψηλού επιπέδου, με στενή σχέση με τη θάλασσα. Κέντρο του αχαϊκού κόσμου είναι οι Μυκήνες, τις οποίες ονομάζει «πολύχρυσες», ενώ με τις συχνές περιγραφές του στα παλάτια των Αχαιών βασιλέων, εκθειάζει το μεγάλο τους πλούτο, κάτι που σήμερα επιβεβαιώθηκε από τα αρχαιολογικά ευρήματα.

Έμμεση αναφορά στους Αχαιούς κάνει και ο Ησίοδος, αναφερόμενος στο γένος των «ηρώων», που έζησε πριν το σιδερένιο γένος (1100 π.Χ. και πριν). Επίσης και ο Ηρόδοτος μιλάει για τους Αχαιούς, τον Αχαιό γενάρχη, που καταγόταν από τη Θεσσαλία…

Οι Αχαιοί, αφού είχαν επικρατήσει απόλυτα στην κυρίως Ελλάδα, εξαπλώνονται αργότερα και κατακτούν την Κρήτη, φθάνοντας μέχρι την Κύπρο, όπου δημιουργούν αποικίες. Κατά την παράδοση εκδιώχτηκαν από την Πελοπόννησο με την κάθοδο των Δωριέων.

Οι Γράικες

Οι Γράικες ή Γραικοί δεν μνημονεύονται από τον Όμηρο, όμως σχετίζονται με την ονομασία των Ελλήνων. Ήταν αρχαίο ελληνικό φύλο, που είχε κοιτίδα την Ήπειρο και τοποθετούνται στην περιοχή της Δωδώνης. Ο Αριστοτέλης αναφέρει ότι έτσι ονομάζονταν οι Έλληνες προ του κατακλυσμού, όταν κατοικούσαν στην αρχαία Ελλάδα, κοντά στη Δωδώνη και στον Αχελώο.

Πιστεύεται ότι ένα τμήμα του φύλου πέρασε από τον Αχελώο και κατόπιν στη Θεσσαλία, όπου έγινε ένδοξο στη Φθία, με τον Αχιλλέα. Κάποιο άλλο τμήμα κατέβηκε νοτιότερα στη Βοιωτία, την Εύβοια και πιθανόν και στην Αττική. Βέβαια κάποιες ομάδες Γραικών παρέμειναν στην Ήπειρο, που αφομοιώθηκαν, ενώ, όπως όλα δείχνουν, ένα τμήμα μετακινήθηκε δυτικά προς την Ιταλία, όπου οι Λατίνοι γνώρισαν πρώτα τους Γραικούς ως ελληνόφωνους, πρώτα από όλους τους Έλληνες. Με το όνομά τους Graeci ονόμασαν κατόπιν όλους τους Έλληνες και έτσι πέρασε στην παράδοση της Δύσης.

Οι λαοί βορείως του Σπερχειού, της ευρύτερης Φθίας

Οι Κένταυροι ήταν τερατώδη όντα, βουνίσια θηρία τα ονόμαζε ο Όμηρος, που κατοικούσαν στο Πήλιο, έως ότου εκδιωχθούν από τους Λαπίθες. Η Κενταυρομαχία και γενικά οι κένταυροι, ήταν το αγαπημένο μυθολογικό θέμα των αρχαίων Ελλήνων.

Οι Λαπίθες ήταν αρχαίο αιολόφωνο φύλο, οι οποίοι από τη Μακεδονία μετακινήθηκαν προς την Πίνδο, τη Θεσσαλία και νοτιότερα. Οι ομηρικές αναφορές τους φέρουν να κατέχουν πόλεις στη βόρεια Πελασγιώτιδα και τη νότια Περραιβία, να συμμετέχουν στον Τρωικό πόλεμο με μεγάλη δύναμη, 40 πλοία και βασιλείς τους Πολυποίτη και Λεοντέα. Αξιοπρόσεκτη είναι συμμετοχή ονομαστών Λαπιθών σε όλες τις συλλογικές ηρωικές δράσεις των Ελλήνων. Πιστεύεται ότι κατοίκησαν και στην κοιλάδα του Σπερχειού, αφού αναφέρεται κάποια πόλη με το όνομα Λαπίθη.

Οι Αινιάνες ήταν αιολικό ελληνικό φύλο, που στα 1900 π.Χ. περίπου μετακινήθηκε από τη δυτική Μακεδονία προς τη Θεσσαλία. Η μαρτυρία του Ομήρου τους τοποθετεί στην περιοχή της Όσσας και να εκστρατεύουν μαζί με τους Περραιβούς κατά της Τροίας, με κοινό αρχηγό το Γουνέα. Εκδιώχθηκαν από εκεί, από άλλα φύλα, και ύστερα από μακροχρόνια περιπλάνηση εγκαταστάθηκαν οριστικά στην κοιλάδα του Σπερχειού, στην περιοχή περί τον Ίναχο, παραπόταμό του, που την ονόμασαν Αινίδα. Στα ιστορικά χρόνια τους συναντάμε με πρωτεύουσα την Υπάτη και μαζί με τους γειτόνους τους Δόλοπες, Μαλιείς, Λοκρούς και Αιτωλούς να ιδρύουν την Πυλαία Αμφικτυονία.

Oι Περραιβοί ήταν αιολικό φύλο που έζησε μαζί με τους Αινιάνες και συμπεριλαμβάνονταν στο βασίλειο του Γουνέα.

Οι Μάγνητες ήταν φύλο συγγενικό με τους Μακεδόνες. Το 1400 π.Χ. φθάνουν στην Πιερία και από εκεί εκτοπίζονται προς την Όσσα και το Πήλιο, ονομάζοντας την περιοχή Μαγνησία. Ο Όμηρος τους τοποθετεί στα Τέμπη και το Πήλιο και αναφέρει ότι πήραν μέρος στον Τρωικό πόλεμο, με αρχηγό τον Πρόθοο και 40 πλοία. Ο Ησίοδος παρουσιάζει γενάρχη τους το Μάγνητα να συνδέεται στενά με τον Έλληνα, αφού ήταν γιος της κόρης του Δευκαλίωνα, της Θυίας και αδερφής του Έλληνα.

Οι Φθίοι. Τους αναφέρει ο Όμηρος, σε ειδικά σημεία και το όνομα καλύπτει τους στρατιώτες των Φιλοκτήτη και Πρωτεσίλαου. Η ονομασία αφορούσε, πιθανόν, και τους υπόλοιπους κατοίκους των άλλων βασιλείων της περιοχής (Εύμηλος-Ευρύπυλος).

Οι λαοί νοτίως του Σπερχειού και του βασιλείου του Πηλέα

Οι Λοκροί ήταν τρία συγγενικά φύλα (Οπούντιοι, Επικνημίδες και Οζόλες) και ανήκαν στο βασίλειο του Αίαντα. Οι επιστήμονες σήμερα εκτιμούν ότι ήταν ηπειρωτικό φύλο και πριν το 1200 π.Χ. μετακινήθηκαν προς τη Στερεά Ελλάδα, όπου ήλθαν σε επιμειξία με τους Λέλεγες, τους οποίους και θα αφομοίωσαν, ενώ θα υιοθετήσουν πολλά έθιμα τους, όπως τη λατρεία της Αριάδνης (μινωικής προέλευσης). Συμμετείχαν στον Τρωικό πόλεμο με αρχηγό τον Αίαντα, που κατά την παράδοση ήταν εγωιστής και αθυρόστομος. Από την Οπούντα ήλθε ο Πάτροκλος στη Φθία, ύστερα από έναν ακούσιο φόνο που διέπραξε.

Οι Μινύες υπήρξαν πρωτοαιολικό φύλο που μετακινήθηκε από τη Θεσσαλία προς τη Βοιωτία, με κεντρική πόλη τον Ορχομενό. Οι ερευνητές παρατηρούν στενή σχέση των Μινύων με τη δράση πολλών πρώιμων ηρωικών μορφών της ελληνικής μυθολογίας και κυρίως της Αργοναυτικής εκστρατείας. Ο Όμηρος τους φέρει να εκστρατεύουν κατά της Τροίας, με αρχηγούς τους Ασκάλαφο και Ιάλμενο, με τόπο διαμονής τους τη δυτική Βοιωτία. Το όνομά τους συνδέθηκε με την «μινυακή κεραμική», ένα από τα καλύτερα είδη προϊστορικής κεραμικής.

Οι Βοιωτοί συμπεριλαμβάνονταν στο βασίλειο των Πηνέλεω, Λήιτου, είχαν κοιτίδα τη βόρεια Πίνδο και μετακινήθηκαν περί το 1200 π.Χ. νότια και εγκαταστάθηκαν στην περιοχή που ονομάστηκε από αυτούς Βοιωτία.

Η εικόνα των ιστορικών χρόνων –Οι Θεσσαλοί

Οι Θεσσαλοί, στις αρχές του 12ου π.Χ. αιώνα, μετά τον Τρωικό πόλεμο, αρχίζουν να μετακινούνται σταδιακά και καταλαμβάνουν τη χώρα που ονομάσθηκε από αυτούς Θεσσαλία. Ήρθαν από τα σύνορα της Ηπείρου με τη Θεσσαλία, όπου ζούσαν στις αρχές της 2ης χιλιετίας π.Χ.. και εκεί είχαν διαμορφώσει τη δική τους διάλεκτο, που βρίσκεται μεταξύ της δυτικής ηπειρωτικής και αιολικής. Η έλευση των Θεσσαλών επέβαλε τη μετακίνηση σε άλλα φύλα που ζούσαν εκεί, ενώ κάποιοι υποδουλώθηκαν.

Στην αρχή, ο ανώτατος άρχοντάς τους ήταν αιρετός και ονομαζόταν ταγός, όμως μετά χωρίστηκαν σε τέσσερις περιοχές, με επικεφαλείς τους τετράρχες: Θεσσαλιώτιδα, Πελασγιώτιδα, Ισταιώτιδα, Φθιώτιδα ή Αχαϊα Φθιώτιδα. Οι ονομασίες Πελασγιώτιδα- Αχαϊα Φθιώτιδα μας υποψιάζουν για το μυκηναϊκό παρελθόν των περιοχών αυτών.

Όσκαρ Ουάιλντ: Ο Σκοπός της Zωής είναι η Eξέλιξη του Eαυτού μας

«Δεν υπάρχει καλή επιρροή, κύριε Γκρέι. Κάθε επιρροή είναι ανήθικη, ανήθικη από επιστημονική άποψη».

– «Γιατί»;

– «Διότι να ασκείς επιρροή πάνω σε έναν άνθρωπο σημαίνει ότι του δίνεις την ίδια σου την ψυχή.

Εκείνος τότε δεν έχει τον δικό του φυσικό τρόπο σκέψης, δεν τον φλογίζουν τα δικά του πάθη.

Οι αρετές του δεν είναι αληθινές. Οι αμαρτίες του, αν υπάρχει αυτό που ονομάζουμε αμαρτία, είναι δανεικές.

Γίνεται η ηχώ της μουσικής κάποιου άλλου, ο ηθοποιός ενός έργου που δε γράφτηκε για αυτόν.

Ο σκοπός της ζωής είναι η εξέλιξη του εαυτού μας. Να πραγματοποιήσουμε τις επιταγές της φύσης μας –γι’ αυτό το σκοπό ήρθαμε στη γη.

Οι άνθρωποι φοβούνται τον εαυτό τους στις μέρες μας. Έχουν ξεχάσει το ύψιστο καθήκον, το χρέος που έχουμε απέναντι στον ίδιο μας τον εαυτό.

Φυσικά είναι γεμάτοι ευσπλαχνία. Ταΐζουν τους πεινασμένους και ντύνουν τους ζητιάνους.

Αλλά οι ίδιες τους οι ψυχές πεινούν και είναι γυμνές.

Το θάρρος έχει εκλείψει απ’ την φυλή μας. Ίσως και ποτέ να μην το είχαμε.

Ο φόβος μπροστά στην κοινωνία, που είναι η βάση της ηθικής, ο φόβος μπροστά στο Θεό, που είναι το μυστικό της θρησκείας –αυτά μας κυβερνούν.

Αλλά.... Πιστεύω ότι αν ένας άνθρωπος ζούσε τη ζωή του με πληρότητα, αν την εξαντλούσε ως την τελευταία της σταγόνα, αν έδινε μορφή σε κάθε του συναίσθημα κι έκφραση σε κάθε του σκέψη, αν υλοποιούσε κάθε του όνειρο- πιστεύω ότι ο κόσμος θα κέρδιζε μια τόσο καινούρια και ορμητική χαρά, που θα ξεχνούσε όλες τις αρρώστιες του μεσαιωνισμού και θα επιστρέφαμε στο ελληνικό ιδεώδες –ίσως και σε κάτι λεπτότερο, πλουσιότερο κι από το ελληνικό ιδεώδες.

Αλλά ακόμη και ο πιο γενναίος ανάμεσά μας φοβάται τον ίδιο του τον εαυτό.

Ο αυτοακρωτηριασμός των αγρίων επιβιώνει τραγικά στην αυταπάρνηση που φθείρει τις ζωές μας. Τιμωρούμαστε για τις αρνήσεις μας.

Κάθε παρόρμηση που πολεμάμε να καταπνίξουμε, μένει κρυμμένη και δουλεύει μέσα στο μυαλό και μας δηλητηριάζει.

Το σώμα αμαρτάνει μια φορά και ξεμπερδεύει, γιατί η πράξη είναι ένας τρόπος εξαγνισμού.

Δε μένει τιποτ’ άλλο παρά η ανάμνηση μιας απόλαυσης ή η πολυτέλεια της μεταμέλειας. Ο μόνος τρόπος να ξεφορτωθείς έναν πειρασμό είναι να ενδώσεις σε αυτόν.

Αν του αντισταθείς, η ψυχή σου θ’ αρρωστήσει απ΄ τη λαχτάρα για τα πράγματα που η ίδια απαγόρευσε στον εαυτό της, απ’ την επιθυμία για όσα οι τερατώδεις νόμοι της έχουν κηρύξει τερατώδη και παράνομα.

Κάποιος είπε ότι τα πιο σημαντικά γεγονότα του κόσμου συντελούνται μέσα στο μυαλό.

Στο μυαλό, λοιπόν, και μόνο σ’ αυτό γίνονται και οι μεγαλύτερες αμαρτίες του κόσμου».

Όσκαρ Ουάιλντ, Το Πορτρέτο του Ντόριαν Γκρέυ

Η αγάπη που προσφέρεται από μια αίσθηση καθήκοντος ή υποχρέωσης, είναι η μεγαλύτερη προσβολή

Οι ολοκληρωμένοι άνθρωποι αναγνωρίζουν ότι χρειάζονται τους άλλους.

Δεν θεωρούν την ανάγκη αυτή για αγάπη και οικειότητα σαν υποχρέωση να υποβιβάζουν τον εαυτό τους, αλλά περισσότερο σαν μέσο αντανάκλασης των μεγάλων δυνατοτήτων τους και μοιράσματός τους με άλλους.

Δεν αισθάνονται περιορισμένοι από την αγάπη και τις στενές σχέσεις, αλλά τις θεωρούν ιδιαίτερη ευκαιρία για ανάπτυξη.

Κατανοούν πως ποτέ δεν μπορούν να κατέχουν κάποιον άλλο και δεν έχουν καμιά επιθυμία να ανήκουν σε κάποιον.

Ξέρουν ότι η οικειότητα φέρνει κοντά τους ανθρώπους, αλλά ότι είναι ευθύνη του καθένα να διατηρήσει την αυτονομία του. Ότι πρέπει να αναπτύσσονται χωριστά για να εξακολουθήσουν να αναπτύσσονται με άλλους.

Ο έρωτας και οι στενές σχέσεις προκαλούνται, δεν απειλούνται από τις διαφορές.

Οι ολοκληρωμένοι άνθρωποι που ξέρουν πώς όταν δυο άνθρωποι αποφασίζουν να κάνουν στενή σχέση, ενώνουν, δύο διαφορετικούς κόσμους, κι έτσι, όχι μόνον φέρνουν ο ένας στον άλλον κοινά στοιχεία, αλλά και διαφορές.

Οι διαφορές είναι που θα συνεχίζουν να τους κινητοποιούν ν’ αναπτυχθούν.

Το βάθος της αγάπης μας μπορεί συνήθως να μετρηθεί από το βαθμό στον οποίο είμαστε διατεθειμένοι να μοιράζουμε τον εαυτό μας με άλλους.

Αρχίζουμε με ξεχωριστά Εγώ. Φτιάχνουμε έναν κοινό χώρο ανάμεσα στα δύο Εγώ και τον ονομάζουμε Εμείς. Αυτός είναι ο χώρος στον οποίο αναπτύσσεται η οικειότητα. Όσο μεγαλύτερη είναι η κοινή εμπειρία, τόσο μεγαλύτερος και ο χώρος του Εμείς.

Ο έρωτας και η οικειότητα έχουν πολλά στάδια και γι’ αυτό μεταβάλλονται διαρκώς.

Η οικειότητα της πρώτης συνάντησης δεν θα είναι η οικειότητα του μήνα του μέλιτος, αλλά θα υπάρξουν πολλές περίοδοι μήνα του μέλιτος.

Η περίοδος του διαμερίσματος ενός δωματίου με δανεικά έπιπλα, η περίοδος του πρώτου παιδιού, η περίοδος της αγοράς του σπιτιού, η περίοδος της πρώτης σημαντικής προαγωγής, η περίοδος της ανάπτυξης με την οικογένεια, παρατηρώντας τα παιδιά να φτιάχνουν τη δική τους οικογένεια, η περίοδος των γηρατειών.

Κάθε περίοδος θα είναι καινούργια και θα δημιουργεί νέες διαστάσεις στην οικειότητα.

Επιβάλλεται γι’αυτό ο ολοκληρωμένος άνθρωπος να έχει πάντα συνειδητότητα και να είναι ανοιχτός στην αλλαγή.

Το πρόσωπο στα χέρια σήμερα κάποιου δεν θα είναι το ίδιο πρόσωπο αύριο, ή ακόμα για το λόγο αυτό, την επόμενη ώρα. Ο έρωτας δεν ανατρέφεται ούτε αυξάνεται κοιτάζοντας προς τα πίσω, βιώνεται πάντα στο παρόν.

Η ώριμη οικειότητα και η αγάπη δεν στηρίζονται στις προσδοκίες.

Αφού κανείς, ούτε κι ένας άγιος, δεν μπορεί να ξέρει ή να εκπληρώσει όλες μας τις προσδοκίες, το να έχουμε προσδοκίες από τους άλλους σημαίνει ότι επιζητούμε τον πόνο και την απογοήτευση.

Η μόνη βάσιμη προσδοκία στον έρωτά βρίσκεται στην ελπίδα ότι αυτοί που αγαπάμε θα γίνουν ο εαυτός τους, όπως κι εμείς. Η αγάπη που προσφέρεται από μια αίσθηση καθήκοντος ή υποχρέωσης είναι η μεγαλύτερη προσβολή και γι’ αυτό δεν είναι καθόλου αγάπη.

Ο αληθινός έρωτας και η οικειότητα αναπτύσσονται με τον καλύτερο τρόπο αυθόρμητα και προσφέρουν μια πληθώρα ευκαιριών για εμπειρίες χαράς, ομορφιάς και γέλιου.

Όλοι έχουμε γνωρίσει τη θαυμάσια αίσθηση του κοινού βιώματος μιας έντονης εμπειρίας με κάποιον, είτε γέλιου είτε πόνου. Στιγμιαία, η κοινή εμπειρία παίρνει τους δύο και τους κάνει ένα.

Οι στιγμές αυτές βαθειάς οικειότητας θα συνεχίσουν να κάνουν τον έρωτα πιο φρέσκο, γοητευτικό και αναζωογονημένο.

Η ώριμη οικειότητα, όπως αναφέρθηκε πιο πάνω, εμπεριέχει τη σωματική επαφή.

Ενσωματωμένη σ’ αυτή φαίνεται να είναι μια αισθησιακή ανάγκη να βρεθούμε κοντά στους αγαπημένους μας, να έχουμε σωματική επαφή, να τους αγκαλιάζουμε και να τους κρατάμε κοντά μας. Θα χρειαστεί γι’ αυτό ο ολοκληρωμένος άνθρωπος να συμφιλιωθεί με τη σεξουαλικότητά του. Δεν υπάρχει ίσως πιο φυσική, ούτε πιο ικανοποιητική πράξη που μπορεί να κάνει ο άνθρωπος απ’ αυτή που βρίσκεται σε μια ώριμη σεξουαλική οικειότητα.

Εδώ, στην υψηλότερη μορφή της, υπάρχει μια βαθειά επιθυμία ολοκληρωτικής συγχώνευσης με τον άλλο. Είναι μια έσχατη έκφραση αγάπης που συνδυάζει όλα τα θετικά της χαρακτηριστικά -φροντίδα, προσφορά, μοίρασμα. επιβεβαίωση, αποδοχή παραχώρηση και παραδοχή. Η σεξουαλικότητα, όταν είναι η έκφραση πραγματικής αγάπης, μπορεί να είναι η θεμελιώδης ανθρώπινη ένωση.

Η αγάπη και η οικειότητα απαιτούν κάποια λεκτική έκφραση. Πολύ συχνά υποθέτουμε ότι το άλλο ή τα άλλα πρόσωπα ξέρουν τι σκεφτόμαστε ή πώς αισθανόμαστε. Πολλές φορές εκπλησσόμαστε όταν ανακαλύπτουμε ότι αυτό δεν ισχύει. Είναι ευθύνη του καθένα να απλώσει το χέρι και ν’ αγγίξει την καρδιά αυτού που αγαπάει – μια κουβέντα, ένα σημείωμα, ένα λουλούδι, ένα απλό ποίημα, μπορούν να δώσουν το πολύ αναγκαίο μήνυμα της επιβεβαίωσης. Κανείς δεν κουράζεται ποτέ από την έκφραση αγάπης.

Η αγάπη και η οικειότητα απαιτούν κάποια συμπάθεια. Αν δεν μπορούμε να συναισθανόμαστε με κάποιον, δεν είμαστε ικανοί να αγαπάμε.

Αυτό δεν σημαίνει ότι μπορούμε να έχουμε τέλεια εμπάθεια με τα συναισθήματα και τη συμπεριφορά ενός άλλου.

Μου είναι οδυνηρό ν’ ακούω κάποιον να λέει, “Ξέρω ακριβώς πώς αισθάνεσαι”! Δεν ξέρει! Δεν μπορεί να ξέρει! Στην καλύτερη περίπτωση μπορούμε να καταλάβουμε μόνον αυτό που έχουμε βιώσει πραγματικά, και κάθε εμπειρία είναι πάντα πολύ προσωπική.

Όταν όμως έχουμε μια γνώση των προσωπικών μας συγκρούσεων και συναισθημάτων που στηρίζονται πάνω σε γενικές ανθρώπινες εμπειρίες μπορούμε ν’ αρχίσουμε να καταλαβαίνουμε πως αισθάνονται ίσως οι άλλοι. Σ’ αυτό το σημείο αρχίζει η συμπάθεια.

Η αγάπη και η οικειότητα δεν έχουν καμιά σχέση με την εκμετάλλευση. Υπάρχει ένα παλιό ρητό, αλλά ισχύει ακόμα, “Χρησιμοποίησε τα πράγματα, αγάπα τους ανθρώπους”.

Είναι τρομακτικό το πόσο πολλοί κάνουν ακριβώς το αντίθετο στο όνομα της αγάπης: Γονείς που χρησιμοποιούν τα παιδιά τους, σύζυγοι που χρησιμοποιούν τις/τους συζύγους τους, εκπαιδευτικοί που χρησιμοποιούν τους μαθητές τους, προοδευτικοί που χρησιμοποιούν την κοινωνία τους.

Χρησιμοποιούν τη ζωή άλλων για να επιβεβαιώσουν την δική τους ύπαρξη και αξία. Αυτός είναι ο κύριος λόγος που η αγάπη έχει γίνει τόσο αμφίβολη και απειλητική έννοια. Χρησιμοποιείται τόσο συχνά για να καταστρέφει παρά να προάγει.

Η εκμετάλλευση σε μια σχέση, ανεξάρτητα από το πώς την δικαιολογούμε, δεν μπορεί ποτέ να είναι αγάπη!

ΕΜΠΕΔΟΚΛΗΣ: ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ TOY ΣΟΦΟΥ ME ΤΙΣ ΜΟΥΣΕΣ

Μετά τον Παρμενίδη, ο στοχαστής που πρώτος εισηγήθηκε μια νέα πρακτική του μύθου υπήρξε ο Εμπεδοκλής από τον Ακράγαντα (490-430). Από το έργο του διασώζονται πολυάριθμα αποσπάσματα, εκατόν πενήντα περίπου, τετρα­κόσιοι πενήντα στίχοι στο σύνολό τους, στους οποίους πρέπει στο εξής να προ­σθέτουμε εβδομήντα επιπλέον στίχους τους οποίους ανακάλυψε πρόσφατα ο συνάδελφος στο Πανεπιστήμιο των Βρυξελλών Alain Martin και βρίσκονται υ­πό έκδοση. Πρόκειται για μια σημαντική ανακάλυψη που συμπληρώνει λεπτο­μερώς ορισμένες ιδέες σχετικά με το γίγνεσθαι. Παρόλο που ο πάπυρος δεν προβλέπεται να αλλάξει την οπτική μας πάνω στη σκέψη του Εμπεδοκλή, θα μπορούσε να μας διαφωτίσει σχετικά με τη δική του πρακτική του μύθου.

Ο Εμπεδοκλής ανέτρεξε στις Μούσες που τον ενέπνεαν και ακόμη αντιστρατεύτηκε τον Παρμενίδη προσπαθώντας να εδραιώσει τη δυνατότητα ενός λόγου «μη απατηλού» (fr. 17, 25). Η πεποίθηση ότι ο τρόπος με τον οποίο α­σκούσε τη σοφία προσιδίαζε σε αυτόν των Ιώνων, παρακάμπτοντας τον εκκο­λαπτόμενο φιλόσοφο και στηρίζοντας το μυθικό του έργο στις Μούσες, εγείρει μια σειρά ερωτημάτων. Η πρώτη διαπίστωση απορρέει σαφώς από το έργο του: ο Εμπεδοκλής, αντίθετα από τον Παρμενίδη, παρουσιάζεται ως σοφός που μεταδίδει στον μαθητή του Παυσανία μια γνώση χάρη στην οποία κανείς δεν θα μπορέσει να τον ξεπεράσει (fr. 1· 2, 9· 3, 8· 15). Στο ίδιο πλαίσιο, κάνει επί­σης την απολογία της τεχνικής, την οποία ασκεί ως μηχανικός (είχε κατα­σκευάσει συστήματα άρδευσης και αντιανεμικά φράγματα) και ιατρός (καυ­χιόταν ότι είχε αναστήσει έναν νεκρό). Η πρακτική αυτή σκοπιά, ξένη στον Παρμενίδη, τον ώθησε να συμπληρώσει το ποίημά του Περί Φύσεως με ένα άλ­λο, που έμεινε γνωστό ως Καθαρμοί. Τίποτε ωστόσο δεν μας διαβεβαιώνει ότι τα δύο αυτά ποιήματα δεν αποτελούν ένα μοναδικό, αν τουλάχιστον δεχτούμε ότι η φυσική του Εμπεδοκλή εγκρύπτει πυθαγόρειες δομές που παραπέμπουν στην αρχή της μετενσάρκωσης. Εν πάση περιπτώσει, αυτό μοιάζει να είναι το συμπέρασμα στο οποίο μπορούμε να καταλήξουμε υστέρα από τις πρόσφατες ανακαλύψεις, που ερμηνεύονται υπό ένα νέο πρίσμα (βλ. A. Martin). Εάν δε προσθέσουμε την οπτική που υποστηρίζω, σύμφωνα με την οποία ο μύθος δύναται να συνενώσει πράγματα που δεν έχουν απαραιτήτως αντικειμενικούς δε­σμούς μεταξύ τους, η ενότητα του κειμένου δεν θα έπρεπε ουσιαστικά να αποτελεί ζήτημα. Εάν η σκηνοθεσία του καθαρμού δεν είναι ανεξάρτητη από την τοποθέτηση υπέρ της μετενσάρκωσης, τότε οι κύκλοι της ζωής δεν είναι λιγότερο φυσικοί, με αποτέλεσμα η μυθική προσέγγιση του γίγνεσθαι να μπορεί να συμπλησιάσει τη φύση με τον καθαρμό, όπως ήδη συμβαίνει στον πυθαγορισμό. Εντούτοις ο πυθαγορισμός του Εμπεδοκλή μοιάζει περιορισμένος: συμ­φωνεί περισσότερο με τη σοφία παρά με τη φιλοσοφία. Τούτο εξηγεί μάλλον γιατί επανέρχεται στις Μούσες, όπως ορισμένοι πυθαγόρειοι, με σκοπό όμως να προαγάγει τον «σοφό» που διδάσκει στον μαθητή του (Παυσανία). Εξ ου και η νέα αυτή εναλλακτική της επανεφαρμογής του μύθου, κατά το παράδειγ­μα του Παρμενίδη, τροποποιώντας όμως ριζικά τα δεδομένα του.

Δεν πρέπει να μας εκπλήσσει ο θαυμασμός του Εμπεδοκλή για την τεχνική, μιας και η «σοφία» με την αρχαϊκή σημασία του όρου συμπεριλάμβανε και την τεχνική, και μάλιστα εξέφραζε πρώτα από όλα την τεχνική επιδεξιότητα. Φτά­νει κατά πάσα πιθανότητα στο αποκορύφωμά της με τον μύθο των αυτομάτων, που επανεμφανίζεται στη ραψωδία Ρ της Ιλιάδας, όπου περιγράφεται το εργα­στήρι του Ήφαιστου με τα τελειοποιημένα αυτόματά του: τους φυσητήρες, τους τρίποδες που κατασκευάζει ώστε να μεταφέρουν από μόνοι τους τα μηνύματα στις συνελεύσεις των θεών, και τις θεραπαινίδες από χρυσό που, προικισμένες με ανθρώπινο νου, κατέχουν τον λόγο. Ο Ήφαιστος, η Αθηνά, ακόμη και ο Προμηθέας, φωτίζονται στην Αρχαιότητα από την άλω της σοφίας, συνήθως ό­μως σε σχέση με τεχνικά και σπανιότερα με θεωρητικά επιτεύγματα. Την προ­αγωγή της τεχνικής, που ενισχύεται εκείνα τα χρόνια από τον μύθο του Προμη­θέα, την ξαναβρίσκουμε αργότερα στους σοφιστές, οι οποίοι συστήνονται ως σοφοί - ο Πρωταγόρας θεωρούνταν εφευρέτης του σαμαριού για τη διευκόλυν­ση των αχθοφόρων (τύλη), ενώ ο Ιππίας καυχιόταν συνεχώς ότι μπορούσε να κάνει τα πάντα με τα χέρια του - ή σε ορισμένους ατομικούς, όπως ο Δημόκρι­τος, που πίστευε ότι τα αντικείμενα που κατασκεύαζε η τεχνολογία ήταν αντι­κείμενα της φωτιάς. Σε κάποια χωρία που αποδίδονται στους Καθαρμούς ο Ε­μπεδοκλής κάνει επίσης νύξη για τη δόξα που έχει κερδίσει χάρη στα τεχνολο­γικά επιτεύγματα και τη σοφία του, με αποτέλεσμα οι άνθρωποι να τον θεω­ρούν ικανό να επιλύει κάθε τους πρόβλημα και να τους παρέχει τρόπους να α­ποκτήσουν πλούτη. Παραδέχεται ωστόσο ότι ορισμένοι κερδίζουν τιμές που δεν τους αξίζουν, εκμεταλλευόμενοι τον πόνο και την εξαθλίωση που μαστί­ζουν τους ανθρώπους. Γι’ αυτό μας προειδοποιεί ότι ο λόγος του δεν θα είναι ευχάριστος, μια και η αλήθεια είναι πάντοτε επώδυνη. Όμως για ποια αλήθεια πρόκειται άραγε;

Υπάρχει, ισχυρίζεται ο Εμπεδοκλής, ένα αρχαίο διάταγμα των θεών το ο­ποίο εξαγγέλλει η Ανάγκη, σύμφωνα με το οποίο ορισμένες πράξεις -όπως η αι­ματοχυσία, η επιορκία και άλλες ομοειδείς- εξορίζουν τον δράστη τους ανάμεσα στους φριχτούς δαίμονες και τον υποχρεώνουν να περιπλανάται «δέκα χιλιάδες εποχές» (ώραι) μακριά από τους μακάριους θεούς και να υφίσταται τους κύ­κλους της μετενσάρκωσης παίρνοντας κάθε λογής θνητή μορφή, από την απλού­στερη έως την πιο τερατώδη. Η εικόνα όμως που έχουν διαμορφώσει οι θνητοί για τον «σοφό» που είναι ο ίδιος δείχνει πως αγνοούν ότι ανήκει στο είδος των εξόριστων που εμπιστεύτηκαν το μανιασμένο μίσος, καθώς και ότι είχε υπάρξει αγόρι, κορίτσι, φυτό, πουλί και βουβό ψάρι, θρηνώντας τη μοίρα που του έλαχε στον παράξενο τόπο τον ερημωμένο από κάθε χαρά. Εφεξής το ερώτημα που τί­θεται είναι να μάθουμε ποιες γνήσιες τιμές και ποια ευτυχία στερήθηκε για να ακολουθήσει τον δρόμο της εξορίας. Με άλλα λόγια, η διαδικασία της μετενσάρ­κωσης, την οποία καταφανώς παραδέχεται ο Εμπεδοκλής και μάλιστα ομολογεί ότι την έχει βιώσει, αποτελεί σημάδι κάποιου κακού και μάρτυρα της δυστυχίας, δύο συνθηκών με τις οποίες ο άνθρωπος υποχρεούται να έρθει αντιμέτωπος.

Προκειμένου να επιτύχει αυτόν τον καθαρμό, ο Εμπεδοκλής ακολουθεί το πρότυπο ενός ανθρώπου (ενδεχομένως του Πυθαγόρα) ο οποίος διέθετε απε­ριόριστες γνώσεις και ήταν ικανός να πράττει σοφά σε όλους τους τομείς, σε βαθμό που πέτυχε με τη δύναμη της σκέψης του να συλλάβει γεγονότα του πα­ρελθόντος που εκτείνονταν σε πολλές ανθρώπινες γενιές. Έτσι διανοίγεται η οδός της Αγάπης, η οποία νοείται μονάχα εάν κανείς κατακτήσει τη γονιμότητα των θείων σκέψεων και μπορεί να διακρίνει την πραγματική τους φύση. Καθώς όμως δεν είναι δυνατόν να έχουμε άμεση πρόσβαση στη θεία γνώση, δέον είναι αρχικά να απελευθερωθούμε από τον ανθρωπομορφισμό που είχε ήδη στηλιτεύσει ο Ξενοφάνης, με σκοπό να δούμε ότι ο Θεός μοιάζει με νόηση που δια­τρέχει τον πραγματικό κόσμο στο σύνολό του (fr. 134).

Ο Εμπεδοκλής στηρίζει την ιδέα αυτήν στον πυρήνα του ποιήματος του Πε­ρί Φύσεως, που διαγράφει τις φυσικές συνθήκες της βασιλείας της Αγάπης. Χά­ρη σε αυτήν ο άνθρωπος μπορεί να διακρίνει τις συνθήκες υπό τις οποίες πράτ­τει και να καταφέρει να απαλλαγεί από τη βίαιη ζωή που κυβερνά το Μίσος και ωθεί τους ανθρώπους στον αλληλοσπαραγμό. Η Αγάπη βοηθά στην εξύψω­ση του ανθρώπου μέσω της σοφίας, και άλλους τους κάνει μάντεις, άλλους ρα­ψωδούς, άλλους ιατρούς, ούτως ώστε να βρεθούν στην πρώτη γραμμή επί Γης και εν συνεχεία να ξαναγεννηθούν ως τιμημένοι θεοί (fr. 146). Η εξύμνηση του σοφού περνά, συνεπώς, μέσα από την ενεστώσα δράση, αλλά καθαιρείται μετά θάνατον, προκειμένου η επιστροφή του στη ζωή να του προσδώσει μια δόξα α­γνότερη, όχι πλέον κερδίζοντας μάταιες τιμές, αλλά επιτυγχάνοντας μια εγγύ­τητα μεταξύ των ανθρώπων. Έτσι λοιπόν, όταν πια θα μοιράζονται την εστία και την τράπεζα των άλλων αθανάτων μακριά από τις δυστυχίες, δεν θα έχουν πλέον τίποτε να φοβηθούν (fr. 147). Ενώ αυτό το συμπέρασμα του Εμπεδοκλή οδηγεί σε σχάση με τον πυθαγορισμό, ταυτόχρονα πραγματοποιεί μια σύνθεση του πυθαγορισμού και της νόησης των σοφών, ακριβώς επειδή παραδέχεται την πιθανότητα μιας σοφίας που θεοποιεί τον άνθρωπο. Σύμφωνα δηλαδή με τον Εμπεδοκλή, ο άνθρωπος δύναται μέσω της σοφίας να διανύσει τον κύκλο της μετενσάρκωσης φτάνοντας ως τη θέωση. Η σοφία αυτή, που πραγματώνε­ται με τον έλεγχο της Φύσης στο σύνολό της, εξασφαλίζει στον γνώστη την οδό της σωτηρίας. Εάν αυτή η παρατήρηση αποδεικνυόταν ορθή, θα βρισκόμασταν αντιμέτωποι με μια απόπειρα του σοφού να προσδώσει στη σοφία τη δύναμη που της είχε αποστερήσει ο πυθαγορισμός: να μην αρκεστεί να γίνει ένας δαί­μονας στο παιχνίδι της ζωής. αλλά να φτάσει, ει δυνατόν, στη θέωση. Στην εν λόγω αποκατάσταση της σοφίας των Ιώνων φαίνεται πως οδηγεί η πίστη του Ε­μπεδοκλή στην τεχνολογία, περνώντας όμως μέσω της πυθαγόρειας εναλλακτι­κής διάστασης. Ο μύθος ξαναδίνει νόημα σε ό,τι είναι θείο.

Ωστόσο την ανάλυση του Εμπεδοκλή διέπει λιγότερο το σχήμα της αγάπης και περισσότερο η αντικειμενοποίησή του ως υπόβαθρου του πραγματικού - που βρίσκεται σε εξέλιξη και άρχεται από τις τέσσερις θεϊκές ρίζες: τον Δία (φωτιά), την Ήρα (γη), τον Αϊδωνέα (αέρα) και τη Νήστη (νερό). Οι δρόμοι των παραπάνω διασταυρώνονται διαρκώς και περιπλέκονται μεταξύ τους, μένο­ντας όμως αναλλοίωτοι, και άρα λόγω της διαρκούς τους κίνησης μοιάζουν «α­κίνητοι», καθώς ούτε τους προστίθεται ούτε τους λείπει κάτι ώστε να υποστούν κάποια αλλαγή. Αυτή η σταθεροποίηση του υπόβαθρου, που εντούτοις εγκρύπτει την αυτονομία καθεμιάς από τις οντότητες που βρίσκονται στη ρίζα κάθε πράγματος, θα έπρεπε θεωρητικά να ευνοεί τη διάκρισή τους και να καταλήγει σε έναν κόσμο χαοτικό -απότοκο του Μίσους εάν δεν υπάκουε στον νόμο του Ενός- όπου κυριαρχεί ο Σφαίρος, που κινείται όμοια με τον εαυτό του μέσα στη μοναχική του επανάσταση και εμφανίζεται ως ο κοσμογονικός εγγυητής της Α­γάπης. Αρνούμενος τη φύση ως άνθηση που ξεκινά από μια ενική βάση και θεω­ρώντας την απλώς ένα «όνομα» που το εμπνεύστηκαν οι Ίωνες στοχαστές, ο σο­φός από τον Ακράγαντα εξετάζει τη δημιουργία του Ενός με αφετηρία το πολ­λαπλό και τον διαχωρισμό του Ενός ως δημιουργό του πολλαπλού. Ο κύκλος του γίγνεσθαι κατά πάσα πιθανότητα πραγματοποιείται στον Σφαίρο, ο τελευ­ταίος όμως εμφανίζεται στην πληρότητά του μονάχα όταν είναι Εν, όταν ορίζε­ται από την καθαρή ενότητα πέρα από κάθε διαχωρισμό. Επομένως, έρχεται σε αντίθεση με την οριακή κατάσταση όπου οι τέσσερις ρίζες διαχωρίζονταν εντε­λώς, με αποτέλεσμα η γένεση των πραγμάτων να επισυμβαίνει μονάχα σε ένα ενδιάμεσο διάστημα, όπου η κυριαρχία της Αγάπης και του Μίσους καταφέρνει να ισορροπήσει, παρόλο που το καθένα άρχει εναλλάξ.

Οι ερμηνευτές συνεχίζουν ακόμη να συζητούν έντονα περί της σημασίας του γίγνεσθαι, κυρίως θέλοντας να μάθουν εάν υπάρχουν ή όχι ακραίες σφαιρικές φάσεις, καθώς και ποιες είναι οι ενδιάμεσες καταστάσεις του γίγνεσθαι. Η α­πάντηση είναι δύσκολη, μιας και τα υπάρχοντα αποσπάσματα δεν επεξηγούν σχετικά. Δεν πρέπει ωστόσο να ξεχνάμε ότι πρόκειται για μύθο, γεγονός που στη συνέχεια επέτρεψε στους νεοπλατωνικούς να επανεντάξουν τη σκέψη του Εμπεδοκλή σε ένα αιώνιο σύστημα, όπου η Αγάπη αντιστοιχούσε σε έναν ιδανι­κό και νοητό κόσμο και το Μίσος στον αισθητό και εν τω γίγνεσθαι κόσμο που μας περιβάλλει. Γι’ αυτό πιστεύω πως μια ουσιαστική απάντηση θα δοθεί μονά­χα όταν θα έχουμε διαφωτίσει τις διαφορετικές αρχαϊκές πρακτικές του μύθου. Ωστόσο μπορούμε να πούμε ήδη ότι με την παρώθηση της Αγάπης, που αναφύε­ται από το κέντρο, όλα τα πράγματα συνενώνονται στο Εν, ενώ όταν κυβερνά το Μίσος, που ξεκινά από την περιφέρεια και επεκτείνεται προς το κέντρο, όλα διασκορπίζονται, τα πράγματα και οι άνθρωποι απομονώνονται, προκαλώντας αντιθέσεις, βιαιότητες και πολέμους. Στο μεταξύ τους διάστημα, θα μπορούσα­με να πούμε, οι επιμέρους κύκλοι του γίγνεσθαι υπαγορεύονται από τη συμφω­νία ή την ασυμφωνία, ανάλογα με τη δύναμη που κυριαρχεί κάθε φορά. Μπο­ρούμε λοιπόν να υποθέσουμε ότι η σοφία συνίσταται στην κατανόηση της πραγ­ματικής υπόστασης αυτών των γίγνεσθαι, προκειμένου να καταλάβουμε τον ε­νεργητικό ρόλο της Αγάπης και την ικανότητα που έχει ο άνθρωπος να εναρμο­νίζεται με την Αγάπη και να μην επιτρέπει να παρεισφρέουν στη ζωή του άν­θρωποι «εφήμεροι» που άγονται και φέρονται από το μίσος, ζουν δίχως να σκέ­φτονται την επαύριον και υπομένουν τα πλήγματα της μοίρας. Έτσι, επικαλού­μενος τις Μούσες, ο σοφός παρακαλεί να του φανερώσουν τους νόμους που θα βοηθήσουν τον άνθρωπο να εξυψωθεί προς τη σοφία. Επανέρχεται, άρα, στην ησιοδική αντίληψη της δυνατής για τον άνθρωπο ανάτασης, όχι πια δουλεύο­ντας τη γη, αλλά με την πράξη που εμπνέει η αγάπη εις βάρος του μίσους.

Το μήνυμα είναι νέο: ολοκληρώνει το κίνημα που εγκαινίασε η δελφική ιδεο­λογία, το οποίο ο Εμπεδοκλής επιχείρησε να ξαναθέσει όχι πλέον στον στενό πολιτικό τομέα αλλά και στο πλαίσιο της ατομικής δράσης, για να μπορέσει ο άνθρωπος να φτάσει τη θέωση. Βλέποντας στην ύπαρξή τους μονάχα ένα μέρος της Ζωής, οι άνθρωποι, υποστηρίζει ο Εμπεδοκλής, κινούνται και σκορπίζονται σαν καπνός, αφήνονται να βουτηχτούν στο κακό που τους παρασύρει στους ζο­φερούς κύκλους της μετενσάρκωσης, χωρίς καμία ελπίδα σωτηρίας. Διατρέχουν έτσι τον κίνδυνο να μη δουν ότι υπάρχει η δυνατότητα ενός άλλον τρόπου ζωής, όπου μπορεί κανείς, ακολουθώντας τους δρόμους της Αγάπης, να εντάξει τους κύκλους της ζωής όπως οι θεοί, ακολουθώντας την κίνηση του Σφαίρου.

Η γενική ανάλυση του Εμπεδοκλή εμπνέεται σαφώς από τον Παρμενίδη, μιας και εισάγει -όπως και εκείνος- μια φυσική της ανάμιξης και του διαχωρι­σμού, συμπληρώνοντας τις θεμελιώδεις οντότητες και συγκεντρώνοντάς τις σε τέσσερις θεϊκές ρίζες: Γη, Νερό, Αέρα, Φωτιά. Οι τέσσερις αυτές οντότητες θα μετεξελιχθούν στα τέσσερα στοιχεία της αρχαίας και μεσαιωνικής φυσικής, γε­γονός που καθιστά αδιαμφισβήτητη την ιστοριακή σημασία της σκέψης του. Α­πό την άλλη όμως, η ανάλυσή του απομακρύνεται σαφώς από εκείνη του Ελεάτη και περισσότερο ασπάζεται τα ηθικά διδάγματα του πυθαγορισμού, όπου ε­πανέρχεται για να εξασφαλίσει εγκυρότητα στις αρχές του, καθώς τοποθετεί τον κύκλο της μετενσάρκωσης στην τάξη μιας πιθανής μεταμόρφωσης του σο­φού σε θεό και υποθέτει, μέσω της αντικειμενοποίησης της Αγάπης, το ενδεχό­μενο μιας κοινωνικής και πολιτικής ειρήνης. Θεωρώντας, σε αντιδιαστολή με τον Παρμενίδη, ότι ο λόγος του δεν είναι απατηλός, εξαλείφει την ανθρώπινη περατότητα, την οποία παραδεχόταν ο Ελεάτης, καθώς και τη θεμελίωση του Είναι στον άνθρωπο ως προϋπόθεση της νόησης (το Είναι καθίσταται άχρηστο, μιας και την ακινησία εξασφαλίζει η κυκλική και διαρκής κίνηση των τεσσά­ρων στοιχείων). Φέρνοντας, από την άλλη, σε πρώτο πλάνο την Αγάπη ως προϋπόθεση μιας ενότητας, ο Εμπεδοκλής δρομολογεί μια ιδέα που θα κυριαρ­χήσει στο πνεύμα των μεταπλατωνικών φιλοσόφων, και συγκεκριμένα την ιδέα μιας εμμενούς πραγματικότητας όπου βασιλεύει η ενότητα και η ομόνοια. Εάν αληθεύει ότι τα τεχνολογικά επιτεύγματα για τα οποία επαίρεται -των οποίων το εύρος προβλήθηκε ανεπαρκώς- συνηγορούν υπέρ της επιστροφής στη «σο­φία» και ορίζουν ιστοριακά τη μοντερνικότητα, τότε η προαγωγή του θέματος της αγάπης ανοίγει τον δρόμο στην πλατωνική και χριστιανική σκέψη, που θα την αναγάγουν σε κεντρική τους έννοια. Στο μεταξύ η αραβική σκέψη, που α­ντλεί από τις πηγές μιας απόκρυφης ιστορίας, της αλχημείας, εκλαμβάνει τον Εμπεδοκλή ως κορυφαία μορφή - γεγονός που δίνει την ευκαιρία στους εξηγη­τές να μιλήσουν για τη νεοεμπεδόκλεια σκέψη, την οποία και θεωρούν ληξιαρ­χική πράξη γέννησης της ισλαμικής φιλοσοφίας στην Ισπανία.

Ανατριχιαστικό: Ζήτησαν από πρόγραμμα Τ.Ν. να απεικονίσει το «Πρόσωπο του Θεού» και αυτά είναι τα αποτελέσματα

Μάλλον ανατριχιαστικά είναι τα αποτελέσματα που παρουσίασε πρόγραμμα Τεχνητής Νοημοσύνης (ΤΝ) στο πώς θα μπορούσε να μοιάζει το «Πρόσωπο του Θεού» σε σημείο που κάποιος αναρωτιέται εάν οι επιστήμονες πράγματι ζήτησαν να απεικονίσει το πρόσωπο του Θεού ή του αντίχριστου, όπως αναφέρει η βρετανική Sun.

Ανταποκρινόμενοι σε προτροπές όπως «Face of God», «God’s Face» και «God» – το πρόγραμμα AI αποκάλυψε μια σειρά από παράξενες, απόκοσμες εικόνες.

Όλες οι εικόνες που παρατίθενται παρακάτω είναι υποτιθέμενες απεικονίσεως του «Προσώπου του Θεού» από το σύστημα Τ.Ν.

Το σύστημα Τ.Ν. Night Cafe δημιούργησε αυτόν τον γενειοφόρο άνδρα που κοιτάζει από το βουνό – αλλά δημιούργησε και πολλά άλλα

Πάντως οι εικόνες δείχνουν ένα μείγμα ανθρώπων, αλλά η συντριπτική τους πλειοψηφία φαίνεται να είναι γυναίκες, κάνοντας πολλούς να αναρωτηθούν μήπως ο Θεός είναι γυναίκα…

Μια από τις πιο εικόνες δείχνει το μαυρισμένο πρόσωπο ενός ηλικιωμένου άνδρα που φαίνεται να αναδύεται από μια βουνοπλαγιά.

Το κεφάλι του είναι γεμάτο με ένα μείγμα από δέντρα και φυτά που μοιάζουν με κέρατα καθώς κοιτάζει έξω από την οροσειρά.

Είναι μια από τις πολλές απεικονίσεις που παράχθηκαν χρησιμοποιώντας το πρόγραμμα Τ.Ν. Night Cafe Creator – ένα από τα νέας γενιάς εργαλεία υπολογιστή που χρησιμοποιούνται για τη δημιουργία τέχνης.

Τα πρόσωπα μοιάζουν να είναι ανθρώπινα – αλλά έχουν μια ευδιάκριτα απόκοσμη και αιθέρια χροιά.

Το φύλο του θεού συζητείται συχνά μεταξύ των θρησκευτικών μελετητών – και πολλές θρησκείες έχουν θηλυκούς θεούς.

Τα περισσότερα φαίνονται θηλυκά ή ανδρόγυνα – ακόμα και τόσες θρησκείες αναφέρονται στον θεό τους ως «αυτός», «αυτός» ή «πατέρας».

Άλλες εικόνες δείχνουν μια όμορφη γυναίκα με ένα στέμμα.

Έχει μια έντονη λάμψη και γύρω της και κάθεται με κλειστά μάτια.

Και η μία δείχνει ένα άλλο θηλυκό πρόσωπο με τα μάτια της κλειστά καθώς αυτό που φαίνεται να είναι φωτοστέφανο υψώνεται πάνω από το κεφάλι της.

Οι εικόνες προσώπων που δημιουργήθηκαν από το AI φαίνεται να είναι ένας συνδυασμός αγγελικού και αιθέριου.

Αυτό όμως που προκαλεί εντύπωση είναι πως οι επιλογές του τοπίου από το πρόγραμμα Τ.Ν. είναι σκοτεινές με απόκρημνες βουνοπλαγιές φωτισμένες από φωτιά, ενώ μερικές φαίνεται να έχουν πάνω τους δομές που μοιάζουν με ναούς.

Το σύστημα Τ.Ν. φυσικά απλώς ανταποκρίνεται στις περιορισμένες εντολές που του δίνονται αντί να έχει οποιαδήποτε βαθιά ή άλλη θρησκευτική γνώση.

Το σύστημα AI Night Cafe Creator λειτουργεί απλά προφέροντας κάποιος μόνο μερικές λέξεις ως πριν το σύστημα δημιουργήσει ένα κομμάτι «τέχνη».

Το σύστημα επινοήθηκε από τον Άνγκους Ράσελ και πήρε το όνομά του από τον διάσημο Βίνσεντ Βαν Γκογκ που ζωγραφίζει το «The Night Cafe».

Χρησιμοποιεί μηχανική μάθηση και ένα νευρωνικό δίκτυο για να συνθέτει εικόνες με βάση τις εντολές που του προσφέρονται από τους ανθρώπους.

Το πρώτο έργο τέχνης τεχνητής νοημοσύνης που πωλήθηκε στις ΗΠΑ είχε τον τίτλο Πορτρέτο του Έντμοντ Μπέλαμι – ξεπερνώντας την τιμή που ζητήθηκε στα 432.000 $ το 2018.

Η «επιστολή» τού Ιησού και το «Άγιο Μανδήλιο»

Μια από τις πάμπολλες χριστιανικές μυθοπλασίες που κυκλοφόρησαν οι Ιουδαιοχριστιανοί πλαστογράφοι και αεριτζήδες, στους πρώτους αιώνες τού Χριστιανισμού, έτσι ώστε να «πιστοποιήσουν» και να «αποδείξουν» την ύπαρξη, τού ιστορικά…ανύπαρκτου Ιησού, ήταν και η ιστορία με μια δήθεν «επιστολή» του…

Την αναφορά σ’ αυτό το μοναδικό γραπτό που -υποτίθεται- άφησε πίσω του ο Ιησούς, την κάνει ο μέγας παραμυθάς και παραχαράκτης, επίσκοπος Καισαρείας, Ευσέβιος. Σύμφωνα λοιπόν με τα όσα «εξιστορεί» ο Ευσέβιος, ο βασιλιάς τής Έδεσσας (η μετέπειτα Αντιόχεια, πρωτεύουσα τής Μεσοποταμίας), Άβγαρος, έστειλε επιστολή στον Ιησού, ζητώντας του να τον επισκεφθεί και να τον θεραπεύσει από μια αρρώστια που είχε.

Διαβάζουμε λοιπόν στην «Εκκλησιαστική ιστορία» (Τόμος Α’, ΙΓ [«Ἱστορία περὶ τοῦ τῶν Ἐδεσσηνῶν δυνάστου»]):

«Ἄβγαρος Οὐχαμα τοπάρχης Ἰησοῦ σωτῆρι ἀγαθῷ ἀναφανέντι ἐν τόπῳ Ἱεροσολύμων χαίρειν. ἤκουσταί μοι τὰ περὶ σοῦ καὶ τῶν σῶν ἰαμάτων, ὡς ἄνευ φαρμάκων καὶ βοτανῶν ὑπὸ σοῦ γινομένων. ὡς γὰρ λόγος, τυφλοὺς ἀναβλέπειν ποιεῖς, χωλοὺς περιπατεῖν, καὶ λεπροὺς καθαρίζεις, καὶ ἀκάθαρτα πνεύματα καὶ δαίμονας ἐκβάλλεις, καὶ τοὺς ἐν μακρονοσίᾳ βασανιζομένους θεραπεύεις, καὶ νεκροὺς ἐγείρεις. καὶ ταῦτα πάντα ἀκούσας περὶ σοῦ, κατὰ νοῦν ἐθέμην τὸ ἕτερον τῶν δύο, ἢ ὅτι σὺ εἶ ὁ θεὸς καὶ καταβὰς ἀπὸ τοῦ οὐρανοῦ ποιεῖς ταῦτα, ἢ υἱὸς εἶ τοῦ θεοῦ ποιῶν ταῦτα. διὰ τοῦτο τοίνυν γράψας ἐδεήθην σου σκυλῆναι πρός με καὶ τὸ πάθος, ὃ ἔχω, θεραπεῦσαι. καὶ γὰρ ἤκουσα ὅτι καὶ Ἰουδαῖοι καταγογγύζουσί σου καὶ βούλονται κακῶσαί σε. πόλις δὲ μικροτάτη μοί ἐστι καὶ σεμνή, ἥτις ἐξαρκεῖ ἀμφοτέροις».

Μετάφραση: «Ο Άβγαρος του Ουχάμα, τοπάρχης, προς τον Ιησού, τον αγαθό σωτήρα, που εμφανίστηκε στην Ιερουσαλήμ, χαίρε. Άκουσα σχετικά με σένα και με τις θεραπείες σου, πως πραγματοποιούνται δίχως φάρμακα και βότανα. Όπως λένε, κάνεις τυφλούς να βλέπουν, χωλούς να περπατούν, καθαρίζεις λεπρούς, βγάζεις ακάθαρτα πνεύματα και δαίμονες, θεραπεύεις όσους βασανίζονται από ανίατες αρρώστιες, ανασταίνεις νεκρούς. Έχοντας λοιπόν ακούσει όλα αυτά για σένα, σκέφτηκα ότι ένα από τα δύο συμβαίνει: ή είσαι εσύ ο ίδιος Θεός που κατέβηκες από του ουρανό και πράττεις αυτά ή είσαι ο υιός του Θεού. Γι’ αυτό λοιπόν σου έγραψα, για να σε παρακαλέσω να ‘ρθεις σε μένα και να θεραπεύσεις το βάσανο που έχω. Άκουσα άλλωστε ότι οι Ιουδαίοι αγανακτούν εναντίον σου και θέλουν να σε κατηγορήσουν. Έχω μια πολύ μικρή, αλλά σεμνή πόλη, που είναι αρκετή και για τους δυο μας».

Όλο το ενδιαφέρον τώρα, βρίσκεται στην -γραπτή- «απάντηση» τού Ιησού:

«Μακάριος εἶ πιστεύσας ἐν ἐμοί, μὴ ἑορακώς με. γέγραπται γὰρ περὶ ἐμοῦ τοὺς ἑορακότας με μὴ πιστεύσειν ἐν ἐμοί, καὶ ἵνα οἱ μὴ ἑορακότες με αὐτοὶ πιστεύσωσι καὶ ζήσονται. περὶ δὲ οὗ ἔγραψάς μοι ἐλθεῖν πρὸς σέ, δέον ἐστὶ πάντα δι᾿ ἃ ἀπεστάλην ἐνταῦθα, πληρῶσαι καὶ μετὰ τὸ πληρῶσαι οὕτως ἀναληφθῆναι πρὸς τὸν ἀποστείλαντά με. καὶ ἐπειδὰν ἀναληφθῶ, ἀποστελῶ σοί τινα τῶν μαθητῶν μου, ἵνα ἰάσηταί σου τὸ πάθος καὶ ζωήν σοι καὶ τοῖς σὺν σοὶ παράσχηται».

Μετάφραση: «Μακάριος είσαι, γιατί πίστεψες σε μένα χωρίς να με έχεις δει. Γιατί έχει γραφτεί για μένα ότι “όσοι μ’ έχουν δει δε θα πιστέψουν σε μένα” και “ώστε εκείνοι που δε θα μ’ έχουν δει, αυτοί να πιστέψουν και θα ζήσουν”. Όσον αφορά αυτά που γράφεις, το να ‘ρθω κοντά σου δηλαδή, πρέπει να ολοκληρώσω όλα εκείνα για τα οποία έχω σταλεί εδώ και μετά την ολοκλήρωση να αναληφθώ προς Εκείνον που μ’ έστειλε. Και αφού αναληφθώ, θα σου στείλω κάποιον από τους μαθητές μου για να σε θεραπεύσει και να δώσει ζωή σ’ εσένα και στους δικούς σου».

Τί «θεϊκή» απάντηση!… «Δεν προλαβαίνω τώρα, γιατί πρέπει να…αναληφθώ»!

Κι αναρωτιέται τώρα ο «αφελής»: Μα καλά, ολόκληρος θεός χρειάζεται να μεταβεί προσωπικώς για να επιτελέσει ένα θαύμα; Έχει πρόβλημα…χώρου και χρόνου ένας θεός; Τί εμπόδιζε άραγες τον Ιησού, να θεραπεύσει τον αιτούντα βασιλιά, με μια απλή προσταγή του, ή μόνο με την σκέψη του; Ή έστω βρε αδελφέ, να τον επισκεφθεί στ’ όνειρό του, όπως «έκανε» και «κάνει» μέχρι σήμερα σε αναρίθμητους πιστούς; (Διακτινισμός δηλαδή σε χριστιανική εκδοχή και θαύματα «αλά κάρτ»). Εκτός κι αν οι κομπογιαννιτισμοί τού Ιησού, περιορίζονταν μόνο σε «θεραπείες» με…πηλό από σάλιο και χώμα…

Η απορίες γίνονται ακόμα πιο βασανιστικές, αν αναλογιστεί κάποιος, πως αυτή η επιστολή, το μοναδικό γραπτό «ντοκουμέντο» που έχει αφήσει πίσω του ο Ιησούς, δεν θεωρήθηκε και τόσο…σημαντική και μοναδική, ώστε να πάρει την θέση της στην Καινή Διαθήκη και να τοποθετηθεί, έστω και μετά από τις «Επιστολές» τού Παύλου… Τί ώθησε άραγες τούς «άγιους πατέρες» τής Εκκλησίας, έτσι ώστε ν’ αφήσουν απ’ έξω μια απ’ τις πιο ηχηρές «αποδείξεις» υπάρξεως τού «σωτήρα» τους; Μήπως το ότι δεν υπάρχει η πρωτότυπη επιστολή; Μα ούτε και τα πρωτότυπα τών Ευαγγελίων, καθώς και άλλων «ιερών» κειμένων υπάρχουν. Ως προς τί λοιπόν αυτή η διάκριση;

Το παραμύθι τού Ευσέβιου, μπορεί να μην έχει δράκους και φίδια, φρόντισαν όμως αντάξιοί του παραμυθάδες να το πλαισιώσουν με…«Άγιο Μανδήλιο» (και όχι μόνο)…

Σύμφωνα λοιπόν με την εκκλησιαστική «παράδοση» (δηλαδή τρίχες κατσαρές), η ιστορία αυτή είχε περισσότερη πλοκή. Διαβάζουμε λοιπόν, την συνοπτική απόδοση από το «Μηναῖο τοῦ Αὐγούστου»:

Ὁ βασιλιὰς τῆς Ἔδεσσας, Ἄβγαρος, ἦταν λεπρός. Ἄκουσε γιὰ τὰ θαύματα τοῦ Χριστοῦ καὶ ἔστειλε πρὸς Αὐτὸν τὸν ἀρχειοφύλακά του, Ἀνανία, μὲ ἐπιστολὲς στὶς ὁποῖες παρακαλοῦσε τὸν Χριστὸ νὰ πάει στὴν Ἔδεσσα νὰ τὸν θεραπεύσει. Ὁ Ἀνανίας ἦταν ζωγράφος, γι’ αὐτὸ ὁ Ἄβγαρος τὸν ἐπιφόρτισε νὰ φτιάξει τὸ πορτραῖτο τοῦ Σωτήρα σὲ περίπτωση ποὺ ὁ Χριστὸς ἀρνεῖτο νὰ πάει. Ὁ Ἀνανίας βρῆκε τὸν Χριστὸ περιστοιχισμένο ἀπὸ ἕνα μεγάλο πλῆθος καὶ δὲν μποροῦσε νὰ τὸν πλησιάσει. Γι’ αὐτὸ ἀνέβηκε σ’ ἕνα βράχο ἀπὸ ὅπου μποροῦσε νὰ τὸν βλέπει καλύτερα. Προσπάθησε νὰ φτιάξει ἕνα πορτραῖτο τοῦ Σωτήρα, ἀλλὰ δὲν μποροῦσε «ἐξ αἰτίας τῆς ἀπερίγραπτης δόξας τοῦ προσώπου Του, τὸ ὁποῖο ἄλλαζε διὰ τῆς χάριτος». Βλέποντας ὅτι ὁ Ἀνανίας ἤθελε νὰ φτιάξει τὸ πορτραῖτο Του, ὁ Χριστὸς ζήτησε νερό, νίφτηκε, σκούπισε τὸ πρόσωπο Τοῦ σ’ ἕνα κομμάτι λινὸ ὕφασμα, καὶ τὰ χαρακτηριστικά του ἔμειναν ἀποτυπωμένα σ’ αὐτὸ τὸ λινὸ ὕφασμα. Εἶναι γι’ αὐτὸ ποὺ ἡ εἰκόνα αὐτὴ εἶναι ἐπίσης γνωστὴ μὲ τὸ ὄνομα Μανδήλιον. ( Ἡ Ἑλληνικὴ λέξη μανδήλιον προέρχεται ἀπὸ τὴ σημιτικὴ λέξη mindil). Ὁ Χριστὸς τὸ ἔδωσε στὸν Ἀνανία, καὶ τοῦ εἶπε νὰ τὸ πάρει, μὲ μία ἐπιστολή, στὸ πρόσωπο ποὺ τὸν εἶχε στείλει. Στὴν ἐπιστολή, ὁ Χριστὸς ἀρνεῖτο νὰ πάει ὁ ἴδιος στὴν Ἔδεσσα, ἐπειδὴ εἶχε μιὰ ἀποστολὴ νὰ ἐκπληρώσει. Ὑπόσχετο στὸν Ἄβγαρο ὅτι, ὅταν θὰ ἐκπληρώνετο αὐτὴ ἡ ἀποστολή, θὰ ἔστελλε ἕνα ἀπὸ τοὺς μαθητές Του πρὸς αὐτόν.

Ὅταν ὁ Ἄβγαρος πῆρε τὸ πορτραῖτο, θεραπεύθηκε ἀπὸ τὴν ἀρρώστια του, ἀλλὰ ἔμειναν στὸ πρόσωπό του ἀρκετὰ σημάδια. Μετὰ τὴν Ἀνάληψη, ὁ ἀπόστολος Ἅγιος Θαδδαῖος, ἕνας ἀπὸ τοὺς ἑβδομήκοντα, πῆγε στὴν Ἔδεσσα καὶ θεράπευσε τὸ βασιληὰ πλήρως προσηλυτίζοντάς τον στὸ Χριστιανισμό. Πάνω στὸ θαυματουργὸ πορτραῖτο τοῦ Χριστοῦ, ὁ Ἄβγαρος ἔγραψε αὐτὰ τὰ λόγια: «Ὢ Χριστὲ Θεέ, αὐτὸς ποὺ ἐλπίζει σὲ Σένα δὲν θὰ πεθάνει». Ἀφαίρεσε ἕνα εἴδωλο ἀπὸ τὸ κοίλωμά του πάνω ἀπὸ μία πύλη τῆς πόλης καὶ τὸ ἀντικατέστησε μὲ τὴν ἁγία εἰκόνα. Ὁ Ἄβγαρος ἔκανε πολλὰ γιὰ τὴ διάδοση τοῦ Χριστιανισμοῦ στοὺς ὑπηκόους του. Ἀλλὰ ὁ δισέγγονός του ἐπέστρεψε στὴν εἰδωλολατρεία καὶ ἤθελε νὰ καταστρέψει τὴν εἰκόνα τοῦ Ἁγίου Μανδηλίου. Γι’ αὐτὸ ὁ ἐπίσκοπος τῆς πόλης τὴν ἐντείχισε στὸ κοίλωμα ἀφοῦ προηγουμένως τοποθέτησε μία ἀναμμένη κανδήλα μπροστά της. Ἔτσι ἡ εἰκόνα διασώθηκε.

Αν παραβλέψει κάποιος την ανεξήγητη πεποίθηση τού Άβγαρου, πώς θα μπορούσε να θεραπευθεί ακόμη κι απ’ την παρουσία τής προσωπογραφίας τού Ιησού, η παραπάνω φανταστική διήγηση, μπορεί κάλλιστα να θεωρηθεί, ως ένα απ’ τα πιο συκοφαντικά και δυσφημιστικά κείμενα που αφορούν τον Ιησού!

Που ακούστηκε, «θαύμα» σε… δόσεις;!

Αμ η αποτυχία τού «σωτήρα» Ιησού να επιτελέσει το θαύμα μόνος του, χωρίς να χρειαστεί η…ολοκλήρωση από τον μαθητή του; Τί ξεφτίλα είναι αυτή;

Ο δε ταλαίπωρος Ανανίας, παιδεύεται να ζωγραφίσει τον Ιησού χωρίς επιτυχία… Και καλά, μπορεί αυτού να τού έλειπε η «θεία έμπνευση»… Ο Ιησούς όμως, που μ’ ένα μόνο «Λάζαρε δεύρο έξω!» ανάστησε νεκρό (λέμε τώρα…), γιατί δεν τον διευκόλυνε με έναν πολύ πιο απλούστερο τρόπο; Ήταν δύσκολο άραγες ν’ αποτυπώσει απευθείας την εικόνα του πάνω στο υλικό που «ζωγράφιζε» ο Ανανίας, χωρίς περιττό…«σασπένς» που παραπέμπει σε παραστάσεις τού Μάικ Λαμάρ για μικρά παιδιά;

Αν και το ιλαρό αυτό «γεγονός», τιμάται από την Εκκλησία στις 16 Αυγούστου, ως «ανάμνηση τής εισόδου της αχειροτεύκτου μορφής του Κυρίου και Θεού και Σωτήρος ημών ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ (δηλαδή το άγιο Μανδήλιο) εκ της Εδεσσηνών πόλεως, εις ταύτην την θεοφύλακτον Βασιλίδα (Κωνσταντινούπολη) ανακομισθείσης», εν τούτοις δεν υπάρχει κάποια εύλογη απάντηση στο γιατί μέχρι και τον 6ο αιώνα μ.Χ. (μέχρις ότου μάς «γνωστοποιήθηκε» μέσα από το κείμενο «Doctrine of Addai» [Δόγμα τού Addai], τού ομώνυμου επισκόπου Έδεσσας), η ύπαρξη αυτού τού μανδηλίου απλά αγνοούνταν, ενώ ο Ευσέβιος έγραφε «ιστορία», δύο αιώνες πριν…

Τέλος, για καθαρά «ιστορικούς» λόγους, αναφέρεται και μία ακόμη προέκταση τού άνωθεν μυθολογήματος (πληροφοριακά, η τύχη τού «Αγίου Μανδηλίου», αγνοείται από την άλωση τού 1204), από το οποίο προκύπτει και…«Άγιο Κεράμιο»

Το Άγιο Κεράμιο λέγεται έτσι για τον εξής λόγο. Ο εγγονός του Αυγάρου εξέκλινε απ’ την ευσέβεια των προγόνων του και έγινε ασεβής, και ως τέτοιος θέλησε να αφαιρέσει το Άγιο Μανδήλιο από την πύλη της πόλης, όπου το είχε βάλει ο ευσεβής παππούς του, για να το προσκυνεί ο κάθε εισερχόμενος στην πόλη, και να στήσει κάποιο άγαλμα στη θέση του. Ο δε επίσκοπος της πόλης, γνωρίζοντας από θεία αποκάλυψη την κακή πρόθεση του βασιλιά, έκρυψε την εικόνα μέσα σ’ ένα θόλο που υπήρχε πάνω απ’ την εικόνα, ανάβοντας και λύχνο μπροστά της, και, αφού σκέπασε το Άγιο Μανδήλιο με μια κεραμίδα, έχτισε τον τοίχο με πλίνθους. Μετά από πολλά χρόνια, τον καιρό που ο βασιλιάς Χοσρόης πολιόρκησε την Έδεσσα, ο επίσκοπος Ευλάβιος είδε στον ύπνο του μια γυναίκα επίσημη, η οποία του είπε να σκάψει για να βρει την αχειροποίητο εικόνα του Κυρίου, όπως και έγινε. Αλλά μαζί με το Άγιο Μανδήλιο είδε την εικόνα τυπωμένη και στην κεραμίδα, και αυτή ονομάστηκε Άγιο Κεράμιο. Οι δε Πέρσες κακήν κακώς εκδιώχθηκαν με την χάρη του Αγίου Κεραμίου και Μανδηλίου.

Τα σχόλια είναι περιττά…

Οι φίλοι είναι η οικογένεια που επιλέγεις

Αν και τη φιλία δεν μπορείς να την παρουσιάσεις με λόγια, αλλά με έργα, υπάρχουν κάποιες ρήσεις οι οποίες μπορούν επάξια να την αγγίξουν και να σταθούν επάξια στον χαρακτηρισμό της. Η φιλία είναι πολύ σημαντική στις μέρες μας και «αγαθό» που πρέπει να κοπιάσεις για να το αποκτήσεις, αλλά και να το διατηρήσεις στη ζωή σου.

Εκείνοι που θα μας στηρίξουν στα δύσκολα, εκείνοι που θα μας συμπαρασταθούν στις άσχημες στιγμές της ζωής μας, εκείνοι που θα μοιραστούμε μαζί τους τη χαρά, την αγωνία, τα μυστικά και τους φόβους μας, δεν είναι άλλοι από τους φίλους. Η αξία της φιλίας είναι σταθερή, ανεκτίμητη και βαθιά ριζωμένη με την ανθρώπινη υπόσταση, πράγμα που την καθιστά αναγκαία και απαραίτητη.

Γι’ αυτό και είναι τόσοι πολλοί εκείνοι που ένιωσαν την ανάγκη να μιλήσουν για τη φιλιά, προσπαθώντας με αυτόν τον τρόπο να εκφράσουν τη δική τους εκδοχή αλλά και για να την τοποθετήσουν ψηλά, στο βάθρο που της πρέπει.

Επέλεξα δέκα αποφθέγματα μέσα στα χιλιάδες που υπάρχουν για να μοιραστώ μαζί σας όμορφα λόγια για την αληθινή και ανιδιοτελή φιλια.
  • Διάλεξε τους εχθρούς σου. Αλλά άφησε τους φίλους να σε διαλέξουν. / Αντρέ Ζιντ, Γάλλος Νομπελίστας συγγραφέας
  • Οι αληθινοί φίλοι είναι σαν τ’ αστέρια. Μπορείς να τους αναγνωρίσεις μόνο όταν γύρω είναι σκοτάδι. / Bob Marley
  • Αληθινός φίλος είναι αυτός που παραβλέπει τις αποτυχίες σου και αντέχει τις επιτυχίες σου. / Doug Larson, 1926, Αμερικανός αρθρογράφος
  • Φιλία εστί μία ψυχή εν δυσί σώμασιν ενοικουμένη. μτφρ: Η φιλία είναι μια ψυχή που κατοικεί σε δυο σώματα. / Αριστοτέλης, 384-322 π.Χ., Αρχαίος Έλληνας φιλόσοφος
  • Εκτιμώ τον φίλο που βρίσκει χρόνο για μένα στην ατζέντα του, αλλά βασίζομαι στον φίλο που για μένα, δεν συμβουλεύεται την ατζέντα του. / Robert Brault, σύγχρονος Αμερικανός γνωμικογράφος
  • Το να περπατάς με ένα φίλο στο σκοτάδι είναι καλύτερο από το να περπατάς μόνος στο φως. / Helen Keller, 1880-1968, Αμερικανίδα συγγραφέας
  • Οι φίλοι είναι η οικογένεια που επιλέγεις. / Jess C. Scott
  • Πάντα ένιωθα ότι το μεγάλο προνόμιο, ανακούφιση και παρηγοριά της φιλίας είναι ότι δεν χρειάζεται να εξηγήσεις τίποτα. / Katherine Mansfield
  • Η γλώσσα της φιλίας δεν είναι λόγια, αλλά νοήματα. / Henry David Thoreau
  • Μην περπατάς πίσω μου, μπορεί να μην σε οδηγήσω. Μην περπατάς μπροστά μου, μπορεί να μην ακολουθήσω. Απλά περπάτα δίπλα μου και γίνε φίλος μου. / Albert Camus

To όνειρο: Mια ψευδαίσθηση που δεν προκαλεί τρέλλα

Τα όνειρα είναι μία παράδοξη αλλά και φυσιολογική κατάσταση. Ένα φαινόμενο που απασχολεί τον άνθρωπο και προσπαθεί να του δώσει νόημα αλλά και να το κατανοήσει από την αρχαία Κίνα, τον Αριστοτέλη έως σήμερα.

Οι πιο πρωτόγονες αντιλήψεις συνδέουν το όνειρο με την μαντεία, αποδίδοντάς του ένα μεταφυσικό νόημα, ενώ πριν τον Αριστοτέλη και τον Ιπποκράτη θεωρείτο θεόσταλτο. Ακόμη και σήμερα, βρίσκουμε αυτή την αρχαϊκή αντίληψη του ονείρου τόσο σε άτομα όσο και σε ολόκληρες κοινότητες και στον Ελλαδικό χώρο. Παράδειγμα αποτελεί ο ρόλος του ονείρου στο έθιμο των Αναστενάρηδων, όπου το όνειρο κάποιου μέλους της κοινότητας για κάποιο άλλο μέλος μπορεί να οδηγήσει το τελευταίο να πατήσει τα αναμμένα κάρβουνα της τελετής χωρίς τον φόβο να καεί.

Από τον Φρόυντ ιδιαίτερα και μετά ξεκινά μία συστηματική μελέτη των ονείρων. Η ψυχανάλυση, περισσότερο από κάθε άλλη μέθοδο, αλλά και η εξέλιξη της νευροφυσιολογίας, συνέβαλαν στο να θεωρήσουμε τα όνειρα ένα φυσιολογικό ενδογενές προϊόν του ψυχισμού και όχι προερχόμενο από κάπου αλλού.

Τα όνειρα, ακόμη και για τον Αριστοτέλη είναι συνδεδεμένα με ένα είδος γνώσης. Για τον Φρόυντ, που εισήγαγε την αφήγηση και ανάλυση ονείρων στην ψυχαναλυτική πρακτική, το όνειρο αποτελεί βασική δίοδο για την πρόσβαση στο ασυνείδητο.

Στην πραγματικότητα το όνειρο μοιάζει πολύ με την ψευδαίσθηση. Και τα δύο αυτά φαινόμενα είναι κυρίως εικονοποιήσεις που απορρέουν από το ίδιο βιολογικό όργανο, το εγκεφαλικό στέλεχος και στέλνονται στον οπτικό φλοιό του εγκεφάλου. Αυτές οι ενδογενείς εικόνες δεν είναι χαρακτηριστικές μόνο του ανθρώπου αλλά και όλων των θηλαστικών και των πτηνών, ενώ δεν ονειρεύονται τα ψάρια και τα ερπετά. Οι νευροφυσιολόγοι υποστηρίζουν τη θεωρία ότι τα όνειρα σχετίζονται με την εξέλιξη της ομοιοθερμίας των οργανισμών, τη διατήρηση δηλαδή μίας σταθερής θερμότητας του σώματος που δεν εξαρτάται από τις εξωτερικές συνθήκες.

Πιο συγκεκριμένα, τα όνειρα εμφανίζονται στο παράδοξο στάδιο του ύπνου REM (ανακαλύφθηκε το 1957), που εμφανίζεται μετά τα πρώτα 80 λεπτά ύπνου. Σε αυτό το στάδιο υπάρχουν κάποιες νευροφυσιολογικές μεταβολές, όπως κίνηση των βλεφάρων, στύση, αύξηση των καρδιακών παλμών. Κατά τη διάρκεια του ύπνου εμφανίζονται 4-5 τέτοιες φάσεις και η καθεμία διαρκεί περίπου 20 λεπτά.

Στην αρχή της ζωής, για το βρέφος η φάση του ονείρου καλύπτει περίπου το 50% του ύπνου και ώς την εφηβεία σταθεροποιείται στο 20%.

Όταν ξυπνήσουμε στη φάση αυτή θυμόμαστε τα όνειρα, ενώ όσο περισσότερο απομακρύνεται η αφύπνιση τόσο περισσότερο ξεθωριάζει η μνήμη.

Το όνειρο βρίσκεται ανάμεσα στο βιολογικό και το ψυχικό, ή για να το πούμε καλύτερα αφορά στην ψυχικοποίηση του βιολογικού. Έτσι, ενορμήσεις και σωματικές αισθήσεις συνδυάζονται με ψυχικό περιεχόμενο και δημιουργούν την εικονοποίηση του ονείρου, που όσο μεγαλώνει ο άνθρωπος τόσο περισσότερο σύνθετη γίνεται.

Το μικρό παιδί δεν ξεχωρίζει ακόμη με σαφήνεια την πραγματικότητα από τη φαντασία. Έτσι, θα λέγαμε ότι περισσότερο από κάθε άλλη περίπτωση, το όνειρο στο μικρό παιδί μοιάζει εξαιρετικά με την ψευδαίσθηση του ψυχωσικού. Δεν είναι τυχαίο άλλωστε που οι ψυχωσικοί επικοινωνούν καλύτερα με τα παιδιά απ’ ό,τι με τους ενήλικες.

Επίσης, στην πολύ νεαρή ηλικία είναι συχνοί και οι νυχτερινοί τρόμοι. Πρόκειται για αφύπνιση μέσα σε αίσθημα τρόμου που δεν έχει προκύψει από κάποια εικονοποίηση και σχετίζεται με την προλεκτική περίοδο του μικρού παιδιού, που είναι ακόμη πρόσφατη. Σε αυτή την περίπτωση το παιδί κλαίει γοερά, δεν αναγνωρίζει πρόσωπα και περιβάλλον και παρηγορείται δύσκολα.

Συχνοί είναι και οι εφιάλτες στο παιδί. Πολλοί ερευνητές, ιδιαίτερα της ψυχαναλυτικής σχολής, υποστηρίζουν ότι το παιδί εκφράζει μέσα στα όνειρά του τον ψυχισμό της μητέρας. Έτσι, αν η μητέρα είναι αγχωμένη, το παιδί το εισπράττει-ήδη από την προλεκτική περίοδο- και το εκφράζει μέσα στον ύπνο.

Από την άλλη, το παιδί δεν έχει ακόμη αναπτύξει επαρκώς τη γλώσσα κι έτσι δύσκολα μπορεί να αφηγηθεί το όνειρο πόσο μάλλον να κάνει συνειρμούς πάνω σε αυτό προκειμένου να αποκαλυφθεί το κρυφό νόημα. Η Μέλανι Κλάιν ωστόσο, πρότεινε τον συνδυασμό ζωγραφικής, παιχνιδιού και δραματοποίησης για την κατανόηση των παιδικών ονείρων. Παρόμοιες τεχνικές χρησιμοποιούμε και οι δραματοθεραπευτές στην αναλυτική δουλειά των ονείρων των ενηλίκων με εντυπωσιακά αποτελέσματα στην προσέγγιση και αντιμετώπιση του τραυματικού, χρησιμοποιώντας σκηνικά, κατάλληλα φώτα, κοστούμια κλπ.

Τα όνειρα έχουν διαφορετικά περιεχόμενα. Άλλοτε σχετίζονται με την εκπλήρωση μίας επιθυμίας, ενώ συχνά επαναλαμβάνουν ένα περιεχόμενο τραυματικό και απωθημένο.

Τόσο το όνειρο όσο και η ψευδαίσθηση είναι μεταφορές και ως τέτοιες δύνανται να αποκαλύψουν το πραγματικό νόημα που κρύβεται μασκαρεμένο από κάτω. Τα κατάλοιπα της μέρας είναι μόνο οι αφορμές για να συνδεθεί το όνειρο με το τραυματικό ή το περιεχόμενο επιθυμίας του υποκειμένου και να αρχίσει η διαδικασία παραγωγής εικόνων και κατασκευής του ονειρικού σεναρίου.

Η αναγκαιότητα της ελεύθερης έκφρασης κατά τον John Stuart Mill

Η Μπενθαμική θεωρία συχνά, όπως προαναφέρθηκε, βρέθηκε στο
κέντρο της νέας προοδευτικής σκέψης του Mill. Ένα από τα σημεία της
θεωρίας του Jeremy Bentham για το οποίο δέχτηκε αυστηρή κριτική από
τον Mill ήταν αυτό που αφορούσε στην ανθρώπινη φύση και τις
δυνατότητές της.

Για τον Bentham η ανθρώπινη φύση μπορεί να πράττει και να
σκέφτεται μηχανικά, σαν ένα εργαλείο, υπολογίζοντας το συμφέρον του
και έχοντας ως μοναδικό στόχο την απόκτηση όσο το δυνατόν
περισσότερης ηδονής. Για τον Mill όμως η ανθρώπινη φύση είναι κάτι
πολύ πιο περίπλοκο και σύνθετο: «Η ανθρώπινη φύση δεν είναι μηχανή
για να κατασκευάζεται σύμφωνα με ένα πρότυπο και να εκτελεί την
εργασία που ορίζεται στις προδιαγραφές της, αλλά ένα δέντρο που πρέπει
να μεγαλώνει και να αναπτύσσεται προς όλες τις κατευθύνσεις».

Γι’ αυτόν το λόγο η ζωή του καθενός έχει συνεχώς περιθώρια
βελτίωσης, αφού τα άτομα θα έχουν πάντα τη δυνατότητα να επιλέγουν
τις πράξεις τους ελεύθερα. Η αυτενέργεια λοιπόν είναι αυτή που βοηθά
τα άτομα να συνειδητοποιήσουν τις ατομικές τους δυνατότητες και να
οδηγηθούν στην αυτοολοκλήρωση.

Η δυνατότητα της ελεύθερης έκφρασης σε συνδυασμό με τη
δυνατότητα για αυτενέργεια καλλιεργεί την υπευθυνότητα των ατόμων
και συμβάλλει στην ωρίμανση της σκέψης και της κρίσης τους. Το ότι το
άτομο είναι ελεύθερο να πράξει και συνεπώς να εκφραστεί δε σημαίνει
ότι δεν μπορεί να κάνει λάθος επιλογές ή να υιοθετήσει λανθασμένες
αντιλήψεις. Εφόσον όμως δεν υπάρχει πλήρης βεβαιότητα για την
ορθότητα μιας πράξης, όταν διαπιστώνονται λάθη στις επιλογές των
ατόμων, αυτά δεν πρέπει να τιμωρούνται και να έρχονται αντιμέτωπα με
το νόμο και κυρίως με την κοινωνική κατακραυγή.

Είναι σημαντικό για τον Mill τα άτομα να μην καταπιέζουν την
ελεύθερη σκέψη και έκφρασή τους υπό το βάρος και την καταπίεση της
βούλησης των άλλων, που ίσως και να ανήκουν στο πλειοψηφικό
κομμάτι της κοινωνίας στην οποία εντάσσονται. Η καλύτερη
αντιμετώπιση των ατόμων που υπέπεσαν σε λάθος επιλογές είναι να
παροτρύνονται και να δέχονται συμβουλές προκειμένου να διορθωθούν.
Ο Mill με αυτό του το επιχείρημα δίνει περιθώρια αποδοκιμασίας, η
οποία όχι μόνο δε θα καλλιεργεί την καταπίεση και το φόβο στα άτομα
του κοινωνικού συνόλου, αλλά θα δίνει σε αυτά συνεχείς ευκαιρίες και
δυνατότητες εξέλιξης και προόδου, οι οποίες θα στοχεύουν στον
αντικειμενικό σκοπό της αυτοολοκλήρωσης.

Είναι ξεκάθαρη λοιπόν η πρόθεση του Mill για σύσφιξη των σχέσεων
του κοινωνικού συνόλου. Η κοινωνική ενότητα, η οποία σαφώς προάγει
τόσο την ατομική όσο και την κοινωνική ευημερία, επιτυγχάνεται
απορρίπτοντας την ακραία αποδοκιμασία και τις βιαιότητες. Η άμεση
παρέμβαση είναι επιτρεπτή μόνο σε πράξεις που κρίνονται άμεσα
επιζήμιες. Ο βαθμός λοιπόν ελέγχου και επιρροής στις πράξεις των
ατόμων καθορίζουν τη συμπεριφορά όλων. Ο μόνος λόγος επέμβασης
στις πράξεις των άλλων είναι η αυτο- προστασία με την παράλληλη όμως
διαφύλαξη της πολύτιμης ελευθερίας.

Το επιχείρημα της ελευθερίας της γνώμης και της έκφρασης φέρνει
την πρόοδο μέσα από τη φαντασία και την αυθόρμητη πρωτοβουλία, ενώ
ο φόβος στο νέο, το διαφορετικό, το εκκεντρικό ωθεί τον πολιτισμό στην
οπισθοδρόμηση. Όλοι πρέπει να διατυπώνουν ελεύθερα τις γνώμες τους,
όσο ριζοσπαστικές και αν είναι. Η ανάγκη αυτή όμως γίνεται επιτακτική
ιδίως, όταν οι γνώμες διατυπώνονται από ιδιοφυείς ανθρώπους. Ο
στοχασμός του Mill θεμελιώθηκε στο προβάδισμα του πνεύματος των
πεφωτισμένων και κατάφερε να συνδέσει την πολιτική του θεωρία με την
οικονομική και τη θεωρία της ατομικής ελευθερίας. Η πολυγνωμία
φέρνει την αλήθεια πιο κοντά στον άνθρωπο, ενώ η φίμωσή της βυθίζει
τα άτομα στο σκοτάδι.

Η φύση των ανθρώπων είναι τέτοια που κάνει τις δυνάμεις τους να
διαφέρουν μεταξύ τους. Έτσι, όσοι κατέχουν από τη φύση τους
περισσότερα εφόδια, είναι πιο εύκολο να υπερπηδήσουν τα εμπόδια της
ζωής, τα οποία επίσης διαφέρουν από άνθρωπο σε άνθρωπο. Οι
άνθρωποι κατέχουν δυνάμεις διαφορετικού τύπου και γι’ αυτό και οι
ικανότητές τους, οι επιδόσεις τους και οι κλίσεις τους ποικίλουν σε κάθε
τομέα. Αυτή είναι η πραγματικότητα της ζωής, να υπάρχουν τόσο οι
δυνατοί και ταλαντούχοι όσο και οι αδύναμοι και ατάλαντοι.

Οι πιο δυνατοί, οι ιδιοφυείς άνθρωποι αναλαμβάνουν το καθήκον της
καθοδήγησης των αδυνάτων, προκειμένου να επέλθει η βελτίωση μέσω
της αφύπνισης: «Αυτοί οι ελάχιστοι είναι το άλας της γης. Χωρίς αυτούς
η ανθρώπινη ζωή θα έμοιαζε λάκκος με στάσιμα νερά. Πρόκειται για
ανθρώπους οι οποίοι εγκαινιάζουν τα καλά πράγματα που δεν υπήρχαν
πριν και ταυτόχρονα διατηρούν ζωντανά τα ήδη υπάρχοντα». 22
Η ατομικότητα και η ελεύθερη ανάπτυξη για τον Mill είναι έννοιες
ταυτόσημες και επιτυγχάνονται μέσω της αυτοβελτίωσης της ενεργητικής
φύσης κυρίως αυτών των πνευματικότερων ανθρώπων. Έχουν χρέος
τους να κοινοποιήσουν τις πολύτιμες σκέψεις τους στην ανθρωπότητα,
χωρίς φόβο και περιορισμούς, αλλά ελεύθερα: «Η ιδιοφυΐα μπορεί να
αναπνέει ελεύθερα μόνο σε ατμόσφαιρα ελευθερίας».

Πολλοί κατηγόρησαν άδικα τον Mill για ελιτισμό εξαιτίας του
προβαδίσματος που δίνει σε αυτούς τους λίγους καλλιεργημένους
ανθρώπους των κοινωνιών. Ο Mill όμως δεν ισχυριζόταν ότι μόνο οι
ιδιοφυείς άνθρωποι είχαν δικαίωμα έκφρασης. Αντιθέτως, κάθε
άνθρωπος έχει το δικαίωμα να εκφράζεται χωρίς να μπορεί να παρέμβει
κανείς: «Ακόμα και αν όλοι οι άνθρωποι, εκτός από έναν, είχαν την ίδια
γνώμη, δε θα είχαν το δικαίωμα να φιμώσουν αυτόν τον έναν, όπως
ακριβώς και αυτός δε θα είχε το δικαίωμα, αν διέθετε την αντίθετη
άποψη, να φιμώσει όλους τους άλλους».

Η μόνη περίπτωση στην οποία μπορεί το κράτος να παρέμβει είναι,
όταν διαδίδονται ιδέες προκλητικές που σκοπό δεν έχουν να προάγουν
την αλήθεια και τη γενική ευημερία, αλλά στοχεύουν στο να
προκαλέσουν βιαιότητες, εχθροπραξίες, μισαλλοδοξία και φανατισμό. Σε
καμία άλλη περίπτωση η παρακώλυση της αυτόνομης σκέψης δεν
υποστηρίζεται από τον Mill.

Κανείς δεν πρέπει να μένει αδρανής και να δέχεται παθητικά ό,τι είχε
έως τώρα ισχύ, οτιδήποτε θεωρείται αδιαμφισβήτητο. Ο χαρακτήρας για
να διαμορφωθεί απαιτεί δράση, αυτενέργεια, ελευθερία έκφρασης,
ξεκάθαρη βούληση. Κάθε έλλογο ον υποχρεούται να επιλέξει το δικό του
προσωπικό δρόμο για να ευημερήσει και γι’ αυτό χρειάζεται σθένος και
όχι νωθρότητα. Μόνο έτσι ικανοποιείται η εσωτερική μας ανάγκη να
γνωρίσουμε το βαθύτερό μας εαυτό.

Για τον Mill αυτός που υπάρχει και εξελίσσεται δημιουργεί συνεχώς
ένα νέο εαυτό με τη σταθερά αυξανόμενη διαδικασία της ωρίμανσης. Η
ενεργητική φύση φτάνει στα ανώτερα επίπεδα με τη συνεχή εξάσκηση
και αυτοβελτίωση. «Οι ζωηρές ορμές δεν είναι παρά η ενεργητικότητα
του ατόμου. Η ενεργητικότητα μπορεί να χρησιμοποιηθεί με κακό τρόπο.
Αλλά είναι πάντα η ενεργητική και όχι η απαθής και αδρανής φύση που
κάνει το καλό».

Η ασθενής φύση λοιπόν είναι καταδικασμένη στην αδράνεια και στην
αυτοκαταστροφή. Η αντιγνωμία φέρνει επαγρύπνιση, γι’ αυτό μια γνώμη
έχει νόημα, όταν την αντιμαχόμαστε και όχι όταν τη θεωρούμε
αναμφισβήτητη.

Η αυτοβελτίωση επέρχεται με την αυτοϋπέρβαση μέσω του αιώνιου
πειραματισμού. Αυτή η ελευθερία λοιπόν δηλώνει την κυριαρχία και
αναδεικνύει την υπεροχή της ανθρώπινης φύσης, την οποία έχουμε
καθήκον να προάγουμε. Οι λίγοι που καταφέρνουν να
αυτοολοκληρώνονται πρέπει να εκφράζουν τις απόψεις τους, ακόμα και
αν αυτές θεωρούνται αιρετικές, προκειμένου να βελτιωθεί η κοινωνία και
να προοδεύσει η ανθρωπότητα χωρίς να αναπαύεται στην ευκολία της
μετριότητας.