Στην πραγματικότητα, καθένας μας είναι από μόνος του ένα νησί και μπορεί να χτίσει γέφυρες με άλλα νησιά μόνο εάν, αρχικά, είναι διατεθειμένος να είναι ο εαυτός του και του επιτρέπεται να είναι ο εαυτός του.
Θεωρώ λοιπόν πως όταν μπορώ να δεχτώ έναν άλλον άνθρωπο, πράγμα που σημαίνει να δεχτώ τα συναισθήματα, τις στάσεις, και τα πιστεύω του ως ένα αληθινό και ζωτικό κομμάτι του εαυτού του, τότε τον βοηθάω να γίνει «πρόσωπο», κι αυτό έχει μεγάλη αξία.
Το επόμενο δίδαγμα ίσως είναι δύσκολο να το επικοινωνήσω. Είναι το ακόλουθο:
Όσο περισσότερο ανοιχτός είμαι στις δικές μου πραγματικότητες και σε αυτές των άλλων ανθρώπων, τόσο λιγότερο εύχομαι να προλάβω «να διορθώσω τα πράγματα».
Όσο προσπαθώ να ακούω τον εαυτό μου και την εμπειρία που συντελείται μέσα μου, κι όσο προσπαθώ να επεκτείνω μια τέτοια στάση και στους άλλους, τόσο περισσότερο σεβασμό νιώθω για την περίπλοκη διαδικασία της ζωής.
Έτσι τείνω όλο και λιγότερο να προσπαθώ να διορθώσω τα πράγματα, να βάζω στόχους, να διαπλάθω τους ανθρώπους, να τους χειρίζομαι και να τους ωθώ στις κατευθύνσεις που θέλω.
Είμαι πολύ πιο ευχαριστημένος με το να είμαι απλά ο εαυτός μου και να αφήνω και τους άλλους να κάνουν το ίδιο.
Καταλαβαίνω πολύ καλά πως ίσως ακούγεται κάπως περίεργο, σχεδόν σαν ανατολίτικη άποψη.
Τι είναι η ζωή, αν δεν πρόκειται να κάνουμε πράγματα στους ανθρώπους;
Τι είναι η ζωή, αν δεν πρόκειται να τους διδάξουμε τα πράγματα που εμείς νομίζουμε πως πρέπει να μάθουν;
Τι είναι η ζωή αν δεν πρόκειται να τους κάνουμε να σκέφτονται και να νιώθουν όπως εμείς;
Πως μπορεί κάποιος να υιοθετήσει μια τόσο ανενεργή άποψη σαν αυτή που εκφράζω;
Είμαι σίγουρος πως παρόμοιες στάσεις αποτελούν μέρος των αντιδράσεων πολλών από εσάς.
Κι όμως το παράδοξο της εμπειρίας μου είναι πως όσο περισσότερο είμαι διατεθειμένος να είμαι απλά ο εαυτός μου, μέσα σε όλη την περιπλοκότητα της ζωής, κι όσο περισσότερο είμαι διατεθειμένος να κατανοήσω και να αποδεχτώ τις πραγματικότητες σ’ εμένα και στους άλλους, τόσο περισσότερο συντελείται η αλλαγή.
Το ακόμα πιο παράδοξο είναι πως ο καθένας μας, στο βαθμό που είναι πρόθυμος να είναι ο εαυτός του, ανακαλύπτει πως δεν αλλάζει μόνο αυτός, αλλά και αυτοί με τους οποίους συνδέεται.
Πρόκειται για ένα πολύ ζωντανό κομμάτι της εμπειρίας μου κι ένα από τα πιο ουσιαστικά πράγματα που νομίζω πως έχω μάθει στην προσωπική και επαγγελματική μου ζωή.
Κυριακή 25 Σεπτεμβρίου 2022
ΟΙ ΥΞΩΣ, ΟΙ ΛΑΟΙ ΤΗΣ ΘΑΛΑΣΣΑΣ ΚΑΙ Η ΣΧΕΣΗ ΤΟΥΣ ΜΕ ΤΟΥΣ ΕΛΛΗΝΕΣ
Το ανατολικό μέρος της Μεσογειακής λεκάνης φαίνεται, συμφώνως με όσα μας λένε επιστήμονες και ερευνητές της ιστορίας και των πολιτισμών της περιοχής, να συγκλονίζεται εδώ και χιλιάδες χρόνια από πολέμους, μετακινήσεις λαών, ακμή και πτώση μεγάλων δυνάμεων και πολιτισμών. Επειδή κυρίαρχο στοιχείο σε όλα αυτά στη συγκεκριμένη περιοχή είναι η θάλασσα, οι λαοί που ζούσαν από αυτήν και που χάραξαν δρόμους επάνω της ήσαν πολλοί και με πολλές διαφορές μεταξύ τους Για χιλιετίες, ισχυρή δύναμη της περιοχής ήταν η Αίγυπτος και οι αναφορές που βρίσκουμε στα μνημεία της αποτελούν για μας κύρια πηγή πληροφόρησης για επιδρομές λαών στην περιοχή. Το δεύτερο μισό του 17ου αιώνα π.Χ. οι «Ερυθρομέλανοι» Υξώς, ένας λαός ή συμμαχικό μείγμα λαών, που ακόμη καλύπτονται από πέπλο μυστηρίου, επιτίθενται, καταλαμβάνουν την Κάτω Αίγυπτο μεταξύ 1650 (1) και 1630 π.Χ. και κυριαρχώντας στην περιοχή, καταλύουν την παρηκμασμένη 13η δυναστεία και τη βασιλεία του τελευταίου της Φαραώ Νεφερχοτέπ Γ΄ και εγκαθιστούν τη δική τους 15η (2), με δικούς τους Φαραώ, για έναν αιώνα με πρωτεύουσα την Άβαρι στο Δέλτα του Νείλου.
Η επικράτησή τους έγινε χάρη της βίαιης ορμής τους, των ισχυρών όπλων τους και στη χρήση του πολεμικού άρματος που ήταν άγνωστο μέχρι τότε στην Αίγυπτο. «Υξώς» ονομάστηκαν από τους Αιγυπτίους, ενώ ο Μανέθων (3) τους ονόμαζε «Βασιλείς Ποιμένες» προφανώς θέλοντας να τους υποβαθμίσει, κάτι που γίνεται στις Αιγυπτιακές αναφορές, όταν οι μεταγενέστερες εξαφανίζουν τις ανεπιθύμητες προγενέστερες, όπως αυτές των Υξώς. Για την προέλευση τους οι απόψεις διίστανται. Πιστεύεται πως ή ήσαν σημιτικής καταγωγής με προέλευση περιοχές που θεωρούνται κοιτίδα τους ή ήσαν από περιοχές της Ινδίας. Αυτοί που, με Εβραιοκεντρικό χαρακτήρα, θεωρούν τους Υξώς ως τέτοιας σημιτικής καταγωγής, πέραν των άλλων αναφέρονται και σε κείμενα του κορυφαίου Ιουδαίου ιστορικού και συγ- γραφέα του 1ου μ.Χ. αιώνα Iώσηπου,όπου λέει ότι συμφώνως με χαμένες αναφορές του Μανέθωνα οι Υξώς ήσαν τα 12 παιδιά του Ιακώβ, που με τα στρατεύματά τους κατέλαβαν την Κάτω Αίγυπτο και ότι μετά την εκδίωξή τους από την Αίγυπτο επέστρεψαν στα πατρώα εδάφη. Επικρατέστερη όμως σήμερα χρονολογική περίοδος της Εξόδου των φυλών του Ισραήλ, θεωρούνται τα μέσα του 13ου αιώνα π.Χ., στα τελευταία χρόνια του Φαραώ Ραμσή Β΄ ή τα πρώτα της βασιλείας του διαδόχου του Μερνεπτά, άρα δεν συμπίπτει χρονικά με την εκδίωξη των Υξώς. Πιο διευρυμένες απόψεις περί σημιτικής καταγωγής θεωρούν τους Υξώς συροπαλαιστινιακής προέλευσης και πως φυλές του Ισραήλ ήσαν μέρος των δυνάμεων των Υξώς, οι οποίες ενισχύθηκαν κατά την εισβολή τους, από φυλές του Ισραήλ που προϋπήρχαν των Υξώς στην Αίγυπτο.
Η άλλη άποψη θέλει τους Υξώς να προέρχονται από περιοχές των Ινδιών και τη δύναμή τους να συγκροτείται από λαούς των περιοχών αυτών. Επίσης ως πολεμιστές και διώκτες που κατατρόπωσαν τους Υξώς και συνέβαλαν στην εκδίωξή τους, αναφέρονται και πρόσωπα όπως ο Περσέας, ο Διόνυσος Β΄ και ο Μίνωας Α΄ που χρονολογικά δεν συμπίπτουν. Θα μπορούσαμε όμως να θεωρήσουμε πιθανό, στην εκδίωξη των Υξώς από τους Αιγυπτίους να συνέδραμαν Μινωίτες, αφού είχαν καλές σχέσεις μαζί τους και ίσως η κατοχή της Κάτω Αιγύπτου από τους Υξώς να είχε πλήξει τα συμφέροντα των Μινωιτών στην περιοχή. Προϋπόθεση γι’ αυτή την εκδοχή είναι να μην έχει προηγηθεί η έκρηξη του ηφαιστείου της Θήρας, αν θεωρήσουμε αυτό το γεγονός υπεύθυνο για τον αφανισμό τους, για την οποία δεν υπάρχει ακριβής χρονολόγηση. Οι Υξώς εκδιώχθηκαν περί το 1540 π.Χ., όταν Φαραώ τους ήταν ο Χαμουντί, από τον Άμωση Α’ (Αχμόσες) Φαραώ της 18ης δυναστείας της Άνω Αιγύπτου με πρωτεύουσα τη Θήβα (4) , ο οποίος και αποκατέστησε την ενότητα του Αιγυπτιακού βασιλείου ή από τον Κάμωση τελευταίο της 17ης (1640-1550). Δεν αποκλείουμε ο Κάμωσης να ξεκίνησε τον αγώνα της εκδίωξης και ο Άμωσις να τον ολοκλήρωσε ή να πρόκειται για το ίδιο πρόσωπο και για σύγχυση ημερομηνιών. Λίγα χρόνια μετά ο Τούθμωσης Α΄ αποκαθιστά το μεγαλείο της Αιγύπτου, κατακτά τη Νουβία και περιοχές της Ασίας που εκτείνονται πέραν του Ευφράτη. Πιστεύεται ότι μετά την πτώση της δυναστείας τους και το διωγμό τους από την Αίγυπτο οι Υξώς κατέφυγαν στο Ουγκαρίτ (παράλια περιοχή της σημερινής Συρίας) ενισχύοντας το εκεί βασίλειο που είχε ιδρυθεί από τους δικούς τους Φαραώ και που καταστράφηκε αργότερα, όπως θα δούμε, από τους «Λαούς της Θάλασσας». Αναφορές για επιδρομές από συνασπισμένους λαούς που έρχονταν από τη θάλασσα και για τη δράση τους, που κρατάει πάνω από δύο αιώνες, υπάρχουν από τις αρχές του 14ου αιώνα π.Χ. και κορυφώνονται τον 12ο αιώνα. Μέσα σε ένα τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα είναι προφανές ότι όχι μόνο η μορφή των συμμαχιών, των ισορροπιών, των επιδιώξεων και των συμφερόντων διαφοροποιείται, αλλά και αυτή η σύσταση και η υπόσταση των λαών. Έτσι δεν μπορούμε να δεχτούμε αυτούς τους συνασπισμούς ή τις συμμαχίες ως συμπαγείς χρονικά και απολύτως όμοιες, αλλά ως μεταλλασσόμενες. Οι πηγές που τους αναφέρουν είναι για την ώρα πενιχρές και ασαφείς και για το λόγο αυτό ίδια είναι και η εικόνα που μπορούμε να σχηματίσουμε γι’ αυτούς και για την προέλευσή τους.
Οι απόψεις γι’ αυτούς ποικίλουν και πολλές φορές είναι αντικρουόμενες. Αναγκαστικά λοιπόν για να τους «εντοπίσουμε» προχωράμε συγκριτικά και συνθετικά, με τα στοιχεία που έχουμε από κάθε πηγή της συγκεκριμένης εποχής ή νεότερη. Ο 12ος αιώνας είναι για την ανατολική Μεσόγειο συγκλονιστικός. Οι εθνολογικές ανακατατάξεις είναι ευρύτατες και αφορούν όχι μόνο μικρά φύλα ή λαούς αλλά και μεγάλες αυτοκρατορίες τις εποχής, που έπαψαν να υπάρχουν. Σημαντικό ρόλο στις σαρωτικές αυτές αλλαγές φαίνεται να έπαιξαν οι λεγόμενοι «Λαοί της Θάλασσας». Τον όρο «Λαοί της Θάλασσας» εισήγαγε το 1881 ο Γάλλος Αιγυπτιολόγος Γκαστόν Μασπερό, συμφώνως με αναφορές σε ανάγλυφα της νεκρόπολης Μέντινετ Χαμπού, κοντά στη Θήβα της Αιγύπτου. Βεβαίως επειδή η ιερογλυφική ή ιερατική γραφή δεν έχει γραμματική, συντακτικό και φωνήεντα, μπορούμε να δεχτούμε ότι αυτοί οι «Ξένοι» των Αιγυπτίων μπορούν να κληθούν και «Λαοί από τη Θάλασσα» ή «Θαλασσινοί Λαοί» κ.ο.κ. Επίσης επειδή είναι κοινώς αποδεκτό ότι οι λαοί αυτοί είχαν ως ορμητήρια τις χώρες τους, που κάποιες από αυτές ήταν νησιωτικές και που όλες περιλαμβάνονταν στην ανατολική λεκάνη της Μεσογείου, δεν μπορεί παρά να είχαν κρατική οργάνωση αν όχι υπόσταση, αφού διέθεταν εφοδιασμένα πλοία και εξοπλισμένο στρατό ακόμη και με άρματα, ικανό να διεξάγει οργανωμένες επιδρομές, κυρίως από τη θάλασσα αλλά και από τη στεριά, επί πολλά έτη και να δίνει πολυήμερες μάχες με άριστα οργανωμένους στρατούς όπως της Αιγύπτου.
Οι ανάγλυφες επιγραφές μας πληροφορούν ότι οι επιδρομείς «Άπλωσαν τα χέρια τους πάνω στις χώρες τόσο μακριά όσο ή περιφέρεια της γης», δηλαδή σε όλο τον τότε γνωστό κόσμο που όσο κι αν λάβουμε υπ’ όψιν μας το υπερβολικό και πομπώδες ύφος αυτών των επιγραφών δεν μπορούμε να παραβλέψουμε το βάσιμο των αναφορών τους. Από αυτό συμπεραίνουμε ότι δεν ήσαν περιστασιακοί επιδρομείς, αντάρτες ή πειρατές αλλά λαοί με συγκεκριμένο σχέδιο δράσεων, από επιδρομές και λαφυραγωγήσεις μέχρι την κατάλυση κρατών και τον εποικισμό. Ας δούμε όμως ποιοι ήσαν αυτοί οι λαοί κατά τους Αιγυπτίους και πια η πιθανότερη αντιστοίχιση τους με γνωστούς σε μας λαούς της περιοχής που προαναφέραμε. Οι Αιγυπτιακές πηγές αναφέρουν λαούς με διαφορετικά χαρακτηριστικά, ένδυση και οπλισμό, που τους ονομάζουν: -Πελεσέτ ή Πελέστ (Prst). Οι Πελασγοί, Φιλισταίοι οι οποίοι συμφώνως με αναφορές του Θουκυδίδη και τις Παλαιάς Διαθήκης προέρχονταν από την Μινωική Κρήτη. Δεν είναι τυχαίο που οι Έλληνες αργότερα ονόμασαν τον τόπο εγκατάστασής τους Παλαιστίνη. – Τζεκέρ (Tk,r ). Μπορεί να αποδοθεί ως Τεύκροι, αυτοί που ακολούθησαν τον Τεύκρο τον Τελαμώνιο αδελφό του Αίαντα από τη Σαλαμίνα και οι οποίοι μετά τον Τρωικό πόλεμο, αφού περιπλανήθηκαν, εγκαταστάθηκαν στη Μυσία. -Ντενυέν (Dnn). Όνο μα που ταιριάζει με των Δαναών και με τους Τανάγια των Αιγυπτίων -Σεκελές (Škrš) Ίωνες Σικελοί -Σακάλσα. Πισίδες της Σαγαλασσού. Η πόλη δεν βρίσκεται στα παράλια της Πισιδίας αλλά αυτό δεν αποκλείει τη συμμετοχή της. -Αχαϊβάσα ή Ακβάσα. Θεωρούνται ως οι Αχιγιάβα – Αχαιοί των Χετιτικών κειμένων. -Εκβές (Ikws).
Ταυτίσθηκαν με τους Ακβάσα, όμως οι Εκβές εμφανίζονται στις αιγυπτιακές παραστάσεις να έχουν κάνει περιτομή. -Λαμπού ή Λιμπού. Είναι ασφαλώς οι Λίβυοι. -Μεσβές. Γείτονες και σύμμαχοι των Λιβύων. -Σερντέν ή Σαρντάνα (Šrdn). Οι από τις Σάρδεις της Λυδίας, οι οποίοι πιθανολογείται πως είχαν δημιουργήσει σημαντική αποικία στη Σαρδηνία. -Λούκα ή Λουκού (Lk). Ταυτίζονται με τους Lukka των χετιτικών πηγών που γεωγραφικά τοποθετούνται στην περιοχή της Λυκίας. -Τερές ή Τουρσά (Trs). Συνδέονται με τους Τυρρηνούς, όπως τους έλεγαν οι Έλληνες, δηλαδή τους Ετρούσκους, αλλά λογική φαίνεται και η εκδοχή να πρόκειται για τους Τρώες. Θα μπορούσαμε ενισχύοντας αυτή την άποψη να τους τοποθετήσουμε στην Ιουλούσα που αναφέρεται από τους Χετταίους και θεωρείται ως το Ίλιο-Τροία. -Βεσές (Wss). Δεν υπάρχει αποδεκτή άποψη. Σχετικά με τους Εκβές, η περιτομή χαρακτηρίζει λαούς ασιατικούς όπως π.χ. οι Εβραίοι. Αυτοί δεν ήσαν βεβαίως θαλασσινός λαός. Την εποχή της μεγάλης δράσης των Λαών της Θάλασσας οι Εβραίοι έχουν πραγματοποιήσει την έξοδό τους και πολεμούν για να κατακτήσουν εδάφη στη Γη Χαναάν. Θα μπορούσαν όμως να συνδράμουν τους επιδρομείς αφού ο εχθρός ήταν κοινός. Το συλλογισμό κάνουμε γιατί πολλές φορές λαοί χαρακτηρίζονται και ονοματίζονται από τη θρησκεία τους και το Ikws που αποδίδεται Εκβές θα μπορούσε να είναι Ιακβές- Ιαχβές οι οπαδοί του Γιαχβέ, θεού των Εβραίων.
Επίσης δίκαια μπορεί να αναρωτηθεί κάποιος, ανάμεσα σε όλους αυτούς τους λαούς πού είναι οι Φοίνικες, ισχυρή ναυτική δύναμη, με συμφέροντα στην περιοχή που δεν μπορεί να μην εμπλέκονται στις καταιγιστικές εξελίξεις των αρχών του 12ου π.Χ. αιώνα και στις πολεμικές αναμετρήσεις που γίνονται στη «γειτονιά» τους. Οι Φοίνικες που αυτοαποκαλούνται Kana’ani (Χαναανίτες) εγκαταστάθηκαν μετά το 3.000 π.Χ. στη Χαναάν (σημερινός Λίβανος), στη Φοινίκη κατά τους Έλληνες, προερχόμενοι, κατά τον Ηρόδοτο, από την Ερυθρά Θάλασσα. Υπάρχει η άποψη ότι η ονομασία «Φοίνικες» προέρχεται από την ελληνική ηχητική απόδοση Αιγυπτιακής λέξης, που με αυτή χαρακτήριζαν οι Αιγύπτιοι αυτούς τους ασιάτες. Εξ’ άλλου στην αρχαία φοινός σήμαινε κόκκινος σαν αίμα. «Πορφυρούς Άνθρωπους» και που οι Έλληνες απέδωσαν ως «Φοίνιξ» και σήμαινε μελαμψός. Άλλη εκδοχή, όχι ισχυρή, είναι ότι ονομάζονταν Φοίνικες λόγω του ότι, μεταξύ άλλων, εμπορεύονταν ένα είδος πορφύρας και τη βαθυκόκκινη βαφή της. Εμείς βρίσκουμε μια ηχητική συγγένεια μεταξύ του Wss (που αποδίδεται ως Βεσές) και του Φοίνιξ, αν και παρακινδυνευμένο γιατί ίσως είναι αυτοί που οι Αιγύπτιοι αποκαλούν Fenkhw. Θα μπορούσαν όμως οι Φοίνικες να ήσαν ένας από τους επιδρομείς θαλασσινούς λαούς, αφού για μεγάλα διαστήματα ήσαν υποτελής στους Αιγυπτίους και την επίμαχη εποχή δεν φαίνεται να υφίστανται καμία μεγάλη καταστροφή άρα ήσαν με το μέρος των νικητών. Εδώ μπαίνει ένας προβληματισμός, πως Εβραίοι και Φοίνικες-Χαναναίοι θα συμπολεμούσαν κατά της Αιγύπτου. Όμως στους πολέμους η σύμπραξη δεν σημαίνει πάντα και συμμαχία, πόσο μάλλον όταν δεν γίνεται απευθείας αλλά μέσω τρίτης δύναμης. Παρατηρούμε επίσης πως όλος ο χαρακτηρισμός των Φοινίκων περιστρέφεται γύρω από το βαθύ κόκκινο χρώμα: Ερυθρά Θάλασσα, Κοκκινωποί Άνθρωποι, Φοίνικες, πορφυρά υφάσματα και βαφή. Την εποχή της επιδρομής των Υξώς αυτοί ήσαν προ πολλού στην περιοχή. Οι «Ερυθρομέλανοι» Υξώς μπορεί να μην είχαν καμία σχέση μαζί τους; Η γεωγραφική τους θέση ήταν προνομιακή για όποιον θα ήθελε να οργανώσει επίθεση από ξηρά και θάλασσα κατά των Αιγυπτίων. Εξάλλου οι ίδιοι οι Αιγύπτιοι στην ευρύτερη περιοχή τους τοποθετούν και το μεγαλύτερο οργανωμένο στρατόπεδο των Υξώς. Την πρώτη καταγραμμένη εισβολή στην Αίγυπτο βρίσκουμε σε επιγραφές του Καρνάκ και του Ατριμπίς, που αναφέρονται στο 5ο έτος της βασιλείας του Φαραώ Μερνεπτά και σε μάχη στα δυτικά του Δέλτα του Νείλου που χρονολογείται μεταξύ 1220 και 1209 π.Χ. Η επίθεση έγινε από μια συμμαχία Λίβυων με τους «Λαούς της Θάλασσας». Οι εισβολείς απέτυχαν και αποκρούστηκαν. Η δεύτερη εισβολή έγινε το 1186 π.Χ., με επίθεση από ξηρά και θάλασσα, με το πιο οργανωμένο στρα- τόπεδό τους στην περιοχή των Αμουρού μετά των αφανισμό τους, κατά το 8ο έτος της βασιλείας του Ραμσή Γ΄. Είναι αυτή που περιγράφεται σε επιγραφή του ταφικού ναού του Ραμσή στο Μεντινέτ Χαμπού και η οποία μας δίνει και τα περισσότερα στοιχεία. Η επιγραφή αλλά και πάπυροι που υμνούν τον Ραμσή λένε ότι κατατροπώθηκαν από τον ένδοξο βασιλιά.
Το βέβαιο είναι ότι απωθήθηκαν αλλά προκαλώντας μεγάλες φθορές. Η Αίγυπτος χάνει εδάφη και περιορίζεται στην κοιλάδα του Νείλου και στο Δέλτα του. Στις αρχές του 12ου αιώνα π.Χ. οι Λαοί της Θάλασσας είχαν γίνει σοβαρή πολεμική απειλή για την Αίγυπτο, ενώ οι μαζικές εισβολές τους κατέστρεψαν την επικράτεια των Χετταίων και άλλα κράτη και λαούς της ανατολικής Μεσογείου και της Μέσης Ανατολής. Πρόκειται για την Αλασία ή Αλασγία, το Ουγκαρίτ και το Αμουρού, που βρίσκονταν κάτω από την επιρροή των Αιγυπτίων και των Χετταίων, κάτι σαν προτεκτοράτα τους. Κύριος στόχος τους δηλαδή ήταν οι δύο μεγάλες δυνάμεις τις εποχής, οι Αιγύπτιοι και οι Χετταίοι που κυριαρχούσαν σε κάθε διακίνηση και εκμετάλλευση πλούτου στην ανατολική Μεσόγειο, καθώς και οι μικρότεροι σύμμαχοί τους. Βλέπουμε λοιπόν δυο μεγάλες κυρίαρχες δυνάμεις και μία τρίτη που τις αντιμάχεται και προσπαθεί να γίνει κυρίαρχη. Αποτέλεσμα, μια σκληρή και εκτεταμένη σύρραξη. Οι τρεις αυτές δυνάμεις έχουν, πέραν των οικονομικών, και άλλες βασικές διαφορές, φυλετικές, πολιτισμικές και γεωγραφικές. Οι Αιγύπτιοι είναι στην Αφρικανική ήπειρο, οι Χετταίοι είναι Ασιάτες και οι λαοί που έρχονται από τη θάλασσα, προέρχονται από ναυτικά κράτη που βρίσκονται σε Ευρωπαϊκό έδαφος ή σε αποικίες τους στα Αφρικανικά ή Μικρασιατικά παράλια και δύναμή τους είναι η θάλασσα και οι δρόμοι της.
Στο Νότιο ελλαδικό χώρο επικρατούν οι Αχαιοί, που περιβάλλονται από άλλα ελληνικά φύλα και ως εκ τούτου δεν θα ήταν υπερβολικό να δεχθούμε ότι οι Έλληνες επικρατούν στο συγκεκριμένο Ευρωπαϊκό χώρο. Έτσι μπαίνουμε στον πειρασμό να θεωρήσουμε ότι ο κύριος κορμός των «Λαών της Θάλασσας» ήταν ελληνικός ή ελληνογενής με σύμμαχούς τους λαούς με τους οποίους τους συνέδεαν κοινοί στόχοι και συμφέροντα. Για το ότι η θάλασσα είναι συνυφασμένη με την ύπαρξη των Ελλήνων και η σχέση μαζί της προαιώνια, δεν χρειάζεται να επιχειρηματολογήσουμε. Πάντοτε πίστευαν (5) στην έννοια της φράσης «Μέγα το της Θαλάττης κράτος», που ο Θουκυδίδης αποδίδει στον Περικλή και με την πίστη τους αυτή, πως ισχυρός είναι αυτός που στηρίζεται στη δύναμη που του δίνει η θάλασσα, επιβίωσαν. Ο τρόπος που επέλεξαν οι θαλασσινοί λαοί για να πετύχουν το σκοπό τους είναι ο μακροχρόνιος πόλεμος φθοράς αφού η απευθείας προσπάθειες για κατάλυση της παντοδυναμίας των ισχυρών δεν έφερνε αποτελέσματα. Οι Αιγύπτιοι, παρ’ όλες τις φθορές και τις απώλειες που είχαν, απέκρουσαν αποτελεσματικά τις επιθέσεις που δέχτηκαν, απέφυγαν τελικά την ολοκληρωτική καταστροφή και όχι μόνο δεν πέρασαν στο περιθώριο της ιστορίας αλλά παρέμειναν στο προσκήνιο για πάνω από χίλια ακόμα χρόνια. Όσα διασώθηκαν από τον πολιτισμό τους μας δίνουν σαφή εικόνα γι’ αυτούς και μας είναι τόσο γνωστοί που δεν χρειάζεται να επεκταθούμε για να τους γνωρίσουμε. Παράλληλα αποτελούν κύρια πηγή πληροφόρησης γενικώς για τα γεγονότα της εποχής τους και ειδικότερα για το θέμα που εξετάζουμε. Οι Χετταίοι ή Χιττίτες, λαός ασιατικός, ίδρυσαν ισχυρό κράτος και ηγήθηκαν μίας ομοσπονδίας λαών-κρατών (κατ’ άλλους αυτοκρατορία), με σημαντικό πολιτισμό, που κατελάμβανε σχεδόν όλο τον κεντρικό κορμό της Μικράς Ασίας με διείσδυση προς ανατολάς. Η παρουσία τους χρονολογείται πριν από το 1500 π.Χ., μέχρι την καταστροφή τους τον 12ο π.Χ. αιώνα. Πρωτεύουσά τους ήταν η Χαττούσα στο βορειοανατολικό τμήμα της. Οι Αιγύπτιοι, οι Βαβυλώνιοι και οι Αχαιοί είχαν συνάψει μαζί τους διπλωματικές, εμπορικές αλλά και, κατά καιρούς, συμμαχικές σχέσεις και οι βασιλείς τους, θεωρούσαν αλλήλους ισότιμους. Δεν έλειπαν βέβαια και οι μεταξύ τους εχθροπραξίες. Οι Χετταίοι θεωρούνται οι πρώτοι που διατάραξαν το εμπόριο στην περιοχή με τον αποκλεισμό της επικοινωνίας μεταξύ ανατολικών και δυτικών περιοχών και ασφαλώς των Ασσυρίων και των Αχαιών που είχαν αποικίες και συμφέροντα στο δυτικό τμήμα της Μικράς Ασίας και στα παράλιά της. Αυτό αναπόφευκτα προκάλεσε πολεμικές συγκρούσεις μεγάλης έκτασης και μεγέθους, κάτι που επιβεβαιώνεται με την εκστρατεία των Αχαιών κατά της Τροίας και τις αλλεπάλληλες εκστρατείες των Χετταίων προς τα δυτικά.
Τα εκτεταμένα μέτωπα που άνοιξαν οι Χετταίοι τους έφεραν αντιμέτωπους με νέους αντιπάλους τους οποίους δεν κατάφεραν να αναχαιτίσουν. Αυτή τη δεινή θέση φαίνεται να εκμεταλλεύτηκαν και οι Λαοί της Θάλασσας, για να δώσουν το τελειωτικό χτύπημα στη πρωτεύουσά τους Χαττούσα να την καταστρέψουν και να καταλύσουν την κυριαρχία τους στην περιοχή. Μετά την πτώση τους οι Χετταίοι εξέπεσαν, τα υπολείμματά τους απετέλεσαν μικρούς πληθυσμούς που αποσύρθηκαν στις γύρω περιοχές και η κυριαρχία του χώρου περιήλθε στους Ασσυρίους. Με το τέλος τους τερματίζεται και η αποκλειστικότητα της επεξεργασίας του σιδήρου, την οποία οι Χετταίοι κρατούσαν ως μυστική τέχνη και που μετά την πτώση τους διαδόθηκε σε όλη την Ανατολή και στην Μεσόγειο, τερματίζοντας έτσι, χωρίς να το θέλουν και χωρίς να το ξέρουν, την εποχή του χαλκού, η οποία θεωρείται ότι για την περιοχή του Αιγαίου άρχισε περίπου το 3.000 π.Χ..
Την Αλασία τη βρίσκουμε σε Αιγυπτιακές και Χετιτικές αναφορές και συνδέεται με την παραγωγή και το εμπόριό του χαλκού. Ήταν ισχυρή και πλούσια περιοχή και είχε εμπορικές συναλλαγές με τα γύρω κράτη. Ο τόπος της δεν είναι απολύτως εξακριβωμένος, αλλά τοποθετείται στην Κύπρο και ιδιαίτερα στην αρχαία Έγκωμη κοντά στη Σαλαμίνα στον κόλπο της Αμμοχώστου, βάσει σφηνοειδών κειμένων που τους ταυτίζουν με το νησί. Από αυτά μαθαίνουμε ότι κοντά στο 1430 οι Αλασοί νικήθηκαν από τους Αχιγιάβα (Αχαιοί) και ο βασιλιάς τους βρήκε καταφύγιο στους Χετταίους. Σημαντικές παραδόσεις επίσης αναφέρουν τον Τεύκρο ως ιδρυτή της Σαλαμίνας της Κύπρου κάτι που προφανώς έγινε μετά την εγκατάσταση των Τεύκρων στη Μυσία και που ενισχύει την άποψη του αφανισμού των Αλασγών κατά την συγκεκριμένη χρονική περίοδο. Σημειώνουμε ότι Βορείως της Κύπρου, στην απέναντι Μικρασιατική Κιλικία της Παλαιστίνης στη σημερινή Συρία. Φαίνεται πως στην τελική φάση ήσαν υποτελή στους Χετταίους και επειδή ήσαν υποχρεωμένα να στείλουν στρατιωτική βοήθεια σ’ αυτούς, για να αντιμετωπιστούν οι θαλασσινοί εισβολείς, έμειναν ανυπεράσπιστα δέχτηκαν και εκείνα επίθεση και εν τέλει καταστράφηκαν ολοσχερώς. Οι Ασσύριοι από το 1100 π.Χ. και μετά αναφέρονται στην περιοχή Αμουρού, καμμία όμως αναφορά δεν γίνεται για σχετικό κράτος, λαό ή γλώσσα. υπάρχει πόλη Αλάγια, την οποία η Έλληνες κάτοικοί της αναγκάσθηκαν να εγκαταλείψουν κατά την Μικρασιατική καταστροφή και μετά την πρώτη αποβίβασή τους στην Κύπρο, να καταφύγουν σε ελλαδικό έδαφος. Η παραδόσεις τους μιλούν για προαιώνιες στενές σχέσεις με τους Κύπριους. Πολλοί από αυτούς εγκαταστάθηκαν στους Ποδαράδες – Νέα Ιωνία Αττικής. Η Τούρκοι την ονομάζουν Αλάνια (Alanya).
Ο συσχετισμός Αλασγίας και Αλάγιας αναζητείται. Οι Αχαιοί ως ένα από τα τέσσερα μεγάλα ελληνικά φύλα (Αχαιοί, Ίωνες, Αιολείς και Δωριείς), απετέλεσαν πρώιμο ελληνικό έθνος που, θα μπορούσαμε να πούμε με σημερινούς όρους, λειτουργούσε με ομοσπονδιακό σύστημα και επεκράτησε κατά τη Μυκηναϊκή εποχή, με τη δύναμη των όπλων, στον αρχαίο ελλαδικό χώρο. Το αχαϊκό κράτος, αναγνωρίστηκε ως ισάξιο από την Αίγυπτο και τη Χετιτική αυτοκρατορία και κείμενα των Χετταίων από το 1300 π.Χ. αναγνωρίζουν την κραταιή παρουσία των Αχιγιάβα – Αχαιών «πέρα από τη θάλασσα»(6) και είναι τόσο καλές οι σχέσεις τους που ο Χετταίος ηγεμόνας αποκαλεί το βασιλιά τους «αδελφό». Στην Κρήτη οι Αχαιοί συνάντησαν το Μινωικό πολιτισμό (7), που τους επηρέασε καθοριστικά και η συνύπαρξη με αυτόν ήταν σε γενικές γραμμές ειρηνική. Οι κάτοικοι της Κρήτης ήσαν δεινοί στη ναυτιλία και στο εμπόριο και, ως έμπειροι και θαρραλέοι ποντοπόροι, αποτελούσαν τον συνδετικό κρίκο λαών με την Αίγυπτο, με την οποία είχαν πολύ καλές σχέσεις, μέχρι ίσως και τις βαρβαρικές περιοχές του Δούναβη. Οι Αχαιοί διαδέχτηκαν τους Μινωίτες ως ναυτική δύναμη στην ανατολική Μεσόγειο και θεωρείται πως αυτοί εκτόπισαν Πελασγούς από τα νησιά του Αιγαίου και υπολείμματα των Μινωιτών από την Κρήτη, που εγκαταστάθηκαν στην Παλαιστίνη και αναφέρονται ως Φιλισταίοι. Μετά την πολύχρονη επικράτηση και σταθεροποίησή τους στον ελλαδικό χώρο, προς το τέλος της ακμής τους, έθεσαν ως στόχο την εκμετάλλευση πόρων και αγαθών της Δυτικής Μικρασιατικής χερσονήσου και τον έλεγχο των στενών προς τον Ελλήσποντο και, γιατί όχι, προς τον Εύξεινο Πόντο. Εμπόδιο στα σχέδιά τους αποτελούσε το μικρό αλλά πλούσιο και ισχυρό κράτος της Τροίας, που στηριζόταν από ομοεθνείς και αλλοεθνείς συμμάχους, γι’ αυτό και εκστράτευσαν εναντίων τους προκαλώντας τον Τρωικό Πόλεμο. Πιστεύεται σήμερα ότι κύρια αίτια του Τρωικού Πολέμου ήσαν οι στόχοι που προαναφέρθηκαν και η αναζήτηση νέων χωρών για την επίτευξή τους, λόγω της καθόδου των Δωριέων γύρω στα 1200 π.Χ, με Ελλήσποντο μέχρι τη Λυκία είναι εγκατεστημένα άλλα ελληνικά ή συγγενικά τους φύλα. (7)
Ως Μινωική περίοδος της εποχής του Χαλκού ορίζεται το χρονικό διάστημα από περίπου 2600 έως 1100 π.Χ. Η χρονολόγηση είναι ακόμη σχετική και κυρίαρχα γεγονότα θεωρούνται η οικοδόμηση της Κνωσού το 1900, η έκρηξη του ηφαιστείου της Θήρας, και η καταστροφή της Κνωσού το 1375. Η επικράτεια των Μινωιτών απλωνόταν σε όλη την Κρήτη όπου ήκμασαν περί τις 100 Μινωικές πόλεις, αλλά η επιρροή τους απλωνόταν και στα νησιά του Αιγαίου, στα Μικρασιατικά παράλια, αλλά και στην ανατολική λεκάνη της Μεσογείου. Γενικά οι Μινωίτες δεν θεωρούνται φιλοπόλεμοι. Σήμερα πιστεύεται ότι μια έκρηξη του ηφαιστείου της Σαντορίνης και το παλιρροϊκό κύμα που την ακολούθησε, απετέλεσε σημαντική αιτία της παρακμής του Μινωικού πολιτισμού αποτέλεσμα τα εγκατεστημένα φύλα να δέχονται αφόρητη πίεση αφού με αυτήν τέθηκε θέμα επικράτησης και επιβίωσης. Η Αχαϊκή «πανστρατιά» περιγράφεται στην Ιλιάδα από τον ‘Ομηρο στον «Νηών Κατάλογο» και συγκροτείται από δυνάμεις που προέρχονταν από 28διαφορετικές περιοχές του ελλαδικού χώρου. Επικρατούσε, αλλά και ακόμα έχει υποστηρικτές, η άποψη ότι οι Τρώες δεν ήσαν ελληνικό φύλο, αν καιo Όμηρος είναι σαφέστατος ως προς αυτό αφού οι αντιμαχόμενοι έχουν αναφορά σε κοινούς προγόνους και κοινά ήθη, έθιμα, θρησκεία και γλώσσα. Και σε ότι αφορά στη θρησκεία ο Ποιητής βάζει τους Ολύμπιους θεούς, ούτε λίγο ούτε πολύ, να διχάζονται για χάρη τους και όχι να μάχονται με διαφορετικές θεότητες της περιοχής, που προφανώς δεν αγνοούσε και αυτό το κάνει για να καταδείξει με ποιητικό τρόπο, το ισοδύναμο των δύο στρατοπέδων, το αμφίρροπο των μαχών και το αβέβαιο της τελικής έκβασης. Όσο για τη γλώσσα μεταξύ των συμμάχων των Τρώων, λαών της Μακεδονίας, της Θράκης, της δυτικής και κεντρικής Μικράς Ασίας, ξεχωρίζει αυτούς που δεν μιλούσαν ελληνικά (ή ελληνικές διαλέκτους) αλλά άλλες γλώσσες.
Η άποψη ότι ο Όμηρος «ποιητική αδεία» παρέθεσε έτσι τα γεγονότα καταρρίπτεται όσο προχωρά η έρευνα, όπως και η άποψη ότι τα Ομηρικά έπη στερούνται ιστορικότητας. Αν και ο Τρωικός Πόλεμος έληξε με νίκη των Αχαιών, η απώλειες σε ανθρώπινο δυναμικό και η οικονομική αιμορραγία απέβη γι’ αυτούς μοιραία. Ακολούθησε επιδρομή κάποιων θαλασσινών λαών με τους οποίους οι Τρώες είχαν φυλετικές και συμμαχικές σχέσεις. Υπάρχει δε η άποψη ότι αυτοί κατέστρεψαν τα μυκηναϊκά ανάκτορα και διέλυσαν τη συμμαχία Αχαιών και Χεταίων. Θα μπορούσε να υποτεθεί ότι αυτό αποτέλεσε ένα είδος αντιποίνων για τον αφανισμό των Τρώων. Αυτή όμως φαίνεται να είναι μια συγκυριακή συμμαχία γιατί σύμφωνα με τις περισσότερες ενδείξεις, δεν μπορούμε να μην θεωρούμε τους Αχαιούς «Λαό της Θάλασσας», αφού δεν τους ήσαν άγνωστες οι επιδρομές και η λαφυραγώγηση. Στην Ιλιάδα ο Αχιλλέας απευθυνόμενος στον Αγαμέμνονα του θυμίζει πόσα λάφυρα είχαν αποκομίσει «πατώντας» πολλούς λαούς και στην Οδύσσεια, όπως είδαμε σ’ αυτή τη ραψωδία, ο μικρός στόλος του Μενέλαου παρασυρμένος από τους ανέμους περιπλανιέται για οκτώ χρόνια, περνώντας από την Κρήτη, την Κύπρο, τη Φοινίκη, την Αίγυπτο, την Αιθιοπία, τη Σιδώνα και τη Λιβύη, επιστρέφει όμως στην Πελλάνα με πολύτιμο φορτίο. Το αν το απέκτησε από δώρα ηγεμόνων που βοήθησε πολεμώντας, αν ήσαν λάφυρα ή και τα δύο μαζί, είναι θέμα ιδιαίτερης μελέτης. Αυτό όμως που βλέπουμε, είναι μία χαρακτηριστική συμπεριφορά ηγέτη λαού της θάλασσας. Πιθανά ορμητήρια και οι στόχοι των «Λαών της Θάλασσας». Λίγα μόλις χρόνια μετά από αυτά τα συμβάντα, έγινε η Κάθοδος των Δωριέων, που κατέστρεψε τελείως το Μυκηναϊκό κόσμο και έφερε το τέλος των Αχαιών. Η κάθοδος των Δωριέων προ- κάλεσε ομαδική φυγή των Αχαιών προς το Αιγαίο, την Κρήτη, την Κύπρο, τη Μικρά Ασία και τη Μέση Ανατολή και μόνο λίγοι παρέμειναν και αγωνίστηκαν εναντίον τους, ιδιαίτερα στην νότια Πελοπόννησο, ενώ λίγοι διασώθηκαν στην Αιγιάλεια, απωθώντας τους εγκατεστημένους εκεί Ίωνες, στην Αττική. Από αυτούς λοιπόν πήρε το όνομά της η Αχαΐα και το διατηρεί ως σήμερα. Σε ότι αφορά στους Δαναούς, ας αρχίσουμε από το γενάρχη τους. Κατά τη Μυθολογία ο Δαναός, πρόγονος του Περσέα, ήταν γιος του βασιλιά Βήλου της Αιγύπτου, της «χώρας των Μελαμπόδων» όπως την αποκαλούσαν τότε, απογόνου της Ιούς και δίδυμος αδελφός του Αίγυπτου. Ο Ευριπίδης αναφέρει ότι είχε αδέλφια και τους Κηφέα και Φινέα και κατά άλλο μύθο και τους Φοίνικα και Αγήνορα. Μητέρα του ήταν η κόρη του Νείλου Αγχινόη. Ο Βήλος πριν πεθάνει όρισε το Δαναό ως βασιλιά της Λιβύης, όπου και ίδρυσε το ιερό του Άμμωνος, και τον Αίγυπτο βασιλιά του ανατολικού βασιλείου το οποίο παίρνοντας το όνομά του ονομάστηκε Αίγυπτος. Από το γάμο τους με πολλές γυναίκες τα δύο αδέλφια απέκτησαν πολλά παιδιά, πενήντα γιους ο Αίγυπτος, και πενήντα κόρες ο Δαναός, τις Δαναΐδες, από τις γυ- ναίκες που παντρεύτηκε την Ευρώπη, την Αντινόη, την Τεγέα και την Κασιέπεια. Όμως μετά τον θάνατο του πατέρα τους, τα αδέλφια ήρθαν σε ρήξη, εξαιτίας των επεκτατικών βλέψεων του Αιγύπτου στην πατρική κληρονομιά και ο Δαναός φοβούμενος τους γιους του Αίγυπτου και την εκπλήρωση χρησμού, που έλεγε πως θα δολοφονηθεί από γιο του αδελφού του, καθοδηγούμενος από την Θεά Αθηνά ναυπήγησε πρώτος μια πεντηκόντορο (πλοίο με 50 κουπιά) και έφυγε μαζί με τις κόρες του, εγκαταλείποντας το βασίλειό του για να ζητήσει καταφύγιο στην προγονική του κοιτίδα την Ελλάδα και συγκεκριμένα στο Άργος.
Εκεί βασίλευε ο Γελάνωρ από τον οποίο ο Δαναός ζήτησε να του παραδώσει την εξουσία, αφού η προγιαγιά του Ιώ, ήταν κόρη του βασιλιά Ινάχου του Άργους. Ο ηλικιωμένος και χωρίς διάδοχο βασιλιάς δεν έφερε αντιρρήσεις, αλλά έπρεπε να συμφωνήσει και ο λαός και ενώ αναμενόταν η απάντησή του λαού, ένας λύκος μπήκε στην πόλη, επιτέθηκε σε ταύρο που ζούσε μέσα σε αυτή και τον κατασπάραξε. Ο λαός θεώρησε το γεγονός ως οιωνό ευνοϊκό για το Δα- ναό και του παραχώρησαν το βασίλειο. Αυτός έχτισε στο Άργος ακρόπολη έθεσε νόμους, δίδαξε γράμματα και τέχνες, καθιέρωσε την λατρεία της Αθηνάς και τα θεσμοφόρια, δίδαξε την ναυπήγηση νέου τύπου πλοίων, καταλληλότερων για μακρινά ταξίδια και η γη του Άργους έγινε πλούσια με τα αρδευτικά έργα και την καλλιέργεια των αγρών και νέων άγνωστων φυτών. Ο Δαναός όρισε με νόμο οι Αργείοι από Πελασγοί στο εξής να λέγονται Δαναοί, ονομασία που στα Ομηρικά έπη εναλλάσσεται με το «Αργείοι» «Αχαιοί» και «Έλληνες» στον κατάλογο των Νηών, όπου θέλει να υπογραμμίσει την πανελλαδική μορφή της εκστρατείας συμπεριλαμβάνοντας το σύνολο των Ελλήνων της ηπειρωτικής και νησιωτικής Ελλάδας και της Κρήτης, χαρακτηρίζοντάς τους «Έλληνες» ως μίαν εθνική ολότητα. Κατά δε τον Ευριπίδη: «Πελασγιώτας δ’ ονομασμένους το πριν, Δαναούς καλείσθαι νόμον έθηκαν Ελλάδα». Από τις παραπάνω αναφορές είναι προφανές πως οι αρχαίοι Έλληνες γνώριζαν τους εποικισμούς τις μετακινήσεις αλλά και τις συγκρούσεις των προγόνων τους Αχαιών- Δαναών, με στους Αιγυπτίους, και τη γνώση τους αυτή την κληροδότησαν σε μας με μυθολογικές αναφορές, με ιστορικά και λογοτεχνικά κείμενα. Σύμφωνα λοιπόν με όσα τώρα γνωρίζουμε, θα ήταν άστοχο να μην συμπεριλάβουμε, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, στους «Λαούς της Θάλασσας» και τους Δαναούς – Αχαιούς. Εν κατακλείδι οι «Λαοί της Θάλασσας», παρ’ όλο που η παρουσία τους καθίσταται ασαφής από τη χρονική ομίχλη που τους περιβάλει, η δράση τους φαίνεται να έχει διαμορφώσει ριζικά την ιστορική και πολιτισμική ροή των γεγονότων που καθορίζουν την μετέπειτα πορεία όλων των λαών της ανατολικής Μεσογείου και των ίδιων συμπεριλαμβανομένων, αφού συνετέλεσαν στον αφανισμό μιας υπερδύναμης, περιόρισαν την άλλη, προκάλεσαν σοβαρές ανακατατάξεις και συνέβαλαν αποφασιστικά στο τέλος μιας εποχής και στην ανατολή μιας νέας.
ΑΙΓΥΠΤΟΣ ΚΑΙ ΟΙ ΣΧΕΣΕΙΣ ΜΕ ΤΟ ΑΙΓΑΙΟ ΣΤΗΝ ΕΠΟΧΗ ΤΟΥ ΧΑΛΚΟΥ
Η επικράτησή τους έγινε χάρη της βίαιης ορμής τους, των ισχυρών όπλων τους και στη χρήση του πολεμικού άρματος που ήταν άγνωστο μέχρι τότε στην Αίγυπτο. «Υξώς» ονομάστηκαν από τους Αιγυπτίους, ενώ ο Μανέθων (3) τους ονόμαζε «Βασιλείς Ποιμένες» προφανώς θέλοντας να τους υποβαθμίσει, κάτι που γίνεται στις Αιγυπτιακές αναφορές, όταν οι μεταγενέστερες εξαφανίζουν τις ανεπιθύμητες προγενέστερες, όπως αυτές των Υξώς. Για την προέλευση τους οι απόψεις διίστανται. Πιστεύεται πως ή ήσαν σημιτικής καταγωγής με προέλευση περιοχές που θεωρούνται κοιτίδα τους ή ήσαν από περιοχές της Ινδίας. Αυτοί που, με Εβραιοκεντρικό χαρακτήρα, θεωρούν τους Υξώς ως τέτοιας σημιτικής καταγωγής, πέραν των άλλων αναφέρονται και σε κείμενα του κορυφαίου Ιουδαίου ιστορικού και συγ- γραφέα του 1ου μ.Χ. αιώνα Iώσηπου,όπου λέει ότι συμφώνως με χαμένες αναφορές του Μανέθωνα οι Υξώς ήσαν τα 12 παιδιά του Ιακώβ, που με τα στρατεύματά τους κατέλαβαν την Κάτω Αίγυπτο και ότι μετά την εκδίωξή τους από την Αίγυπτο επέστρεψαν στα πατρώα εδάφη. Επικρατέστερη όμως σήμερα χρονολογική περίοδος της Εξόδου των φυλών του Ισραήλ, θεωρούνται τα μέσα του 13ου αιώνα π.Χ., στα τελευταία χρόνια του Φαραώ Ραμσή Β΄ ή τα πρώτα της βασιλείας του διαδόχου του Μερνεπτά, άρα δεν συμπίπτει χρονικά με την εκδίωξη των Υξώς. Πιο διευρυμένες απόψεις περί σημιτικής καταγωγής θεωρούν τους Υξώς συροπαλαιστινιακής προέλευσης και πως φυλές του Ισραήλ ήσαν μέρος των δυνάμεων των Υξώς, οι οποίες ενισχύθηκαν κατά την εισβολή τους, από φυλές του Ισραήλ που προϋπήρχαν των Υξώς στην Αίγυπτο.
Η άλλη άποψη θέλει τους Υξώς να προέρχονται από περιοχές των Ινδιών και τη δύναμή τους να συγκροτείται από λαούς των περιοχών αυτών. Επίσης ως πολεμιστές και διώκτες που κατατρόπωσαν τους Υξώς και συνέβαλαν στην εκδίωξή τους, αναφέρονται και πρόσωπα όπως ο Περσέας, ο Διόνυσος Β΄ και ο Μίνωας Α΄ που χρονολογικά δεν συμπίπτουν. Θα μπορούσαμε όμως να θεωρήσουμε πιθανό, στην εκδίωξη των Υξώς από τους Αιγυπτίους να συνέδραμαν Μινωίτες, αφού είχαν καλές σχέσεις μαζί τους και ίσως η κατοχή της Κάτω Αιγύπτου από τους Υξώς να είχε πλήξει τα συμφέροντα των Μινωιτών στην περιοχή. Προϋπόθεση γι’ αυτή την εκδοχή είναι να μην έχει προηγηθεί η έκρηξη του ηφαιστείου της Θήρας, αν θεωρήσουμε αυτό το γεγονός υπεύθυνο για τον αφανισμό τους, για την οποία δεν υπάρχει ακριβής χρονολόγηση. Οι Υξώς εκδιώχθηκαν περί το 1540 π.Χ., όταν Φαραώ τους ήταν ο Χαμουντί, από τον Άμωση Α’ (Αχμόσες) Φαραώ της 18ης δυναστείας της Άνω Αιγύπτου με πρωτεύουσα τη Θήβα (4) , ο οποίος και αποκατέστησε την ενότητα του Αιγυπτιακού βασιλείου ή από τον Κάμωση τελευταίο της 17ης (1640-1550). Δεν αποκλείουμε ο Κάμωσης να ξεκίνησε τον αγώνα της εκδίωξης και ο Άμωσις να τον ολοκλήρωσε ή να πρόκειται για το ίδιο πρόσωπο και για σύγχυση ημερομηνιών. Λίγα χρόνια μετά ο Τούθμωσης Α΄ αποκαθιστά το μεγαλείο της Αιγύπτου, κατακτά τη Νουβία και περιοχές της Ασίας που εκτείνονται πέραν του Ευφράτη. Πιστεύεται ότι μετά την πτώση της δυναστείας τους και το διωγμό τους από την Αίγυπτο οι Υξώς κατέφυγαν στο Ουγκαρίτ (παράλια περιοχή της σημερινής Συρίας) ενισχύοντας το εκεί βασίλειο που είχε ιδρυθεί από τους δικούς τους Φαραώ και που καταστράφηκε αργότερα, όπως θα δούμε, από τους «Λαούς της Θάλασσας». Αναφορές για επιδρομές από συνασπισμένους λαούς που έρχονταν από τη θάλασσα και για τη δράση τους, που κρατάει πάνω από δύο αιώνες, υπάρχουν από τις αρχές του 14ου αιώνα π.Χ. και κορυφώνονται τον 12ο αιώνα. Μέσα σε ένα τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα είναι προφανές ότι όχι μόνο η μορφή των συμμαχιών, των ισορροπιών, των επιδιώξεων και των συμφερόντων διαφοροποιείται, αλλά και αυτή η σύσταση και η υπόσταση των λαών. Έτσι δεν μπορούμε να δεχτούμε αυτούς τους συνασπισμούς ή τις συμμαχίες ως συμπαγείς χρονικά και απολύτως όμοιες, αλλά ως μεταλλασσόμενες. Οι πηγές που τους αναφέρουν είναι για την ώρα πενιχρές και ασαφείς και για το λόγο αυτό ίδια είναι και η εικόνα που μπορούμε να σχηματίσουμε γι’ αυτούς και για την προέλευσή τους.
Οι απόψεις γι’ αυτούς ποικίλουν και πολλές φορές είναι αντικρουόμενες. Αναγκαστικά λοιπόν για να τους «εντοπίσουμε» προχωράμε συγκριτικά και συνθετικά, με τα στοιχεία που έχουμε από κάθε πηγή της συγκεκριμένης εποχής ή νεότερη. Ο 12ος αιώνας είναι για την ανατολική Μεσόγειο συγκλονιστικός. Οι εθνολογικές ανακατατάξεις είναι ευρύτατες και αφορούν όχι μόνο μικρά φύλα ή λαούς αλλά και μεγάλες αυτοκρατορίες τις εποχής, που έπαψαν να υπάρχουν. Σημαντικό ρόλο στις σαρωτικές αυτές αλλαγές φαίνεται να έπαιξαν οι λεγόμενοι «Λαοί της Θάλασσας». Τον όρο «Λαοί της Θάλασσας» εισήγαγε το 1881 ο Γάλλος Αιγυπτιολόγος Γκαστόν Μασπερό, συμφώνως με αναφορές σε ανάγλυφα της νεκρόπολης Μέντινετ Χαμπού, κοντά στη Θήβα της Αιγύπτου. Βεβαίως επειδή η ιερογλυφική ή ιερατική γραφή δεν έχει γραμματική, συντακτικό και φωνήεντα, μπορούμε να δεχτούμε ότι αυτοί οι «Ξένοι» των Αιγυπτίων μπορούν να κληθούν και «Λαοί από τη Θάλασσα» ή «Θαλασσινοί Λαοί» κ.ο.κ. Επίσης επειδή είναι κοινώς αποδεκτό ότι οι λαοί αυτοί είχαν ως ορμητήρια τις χώρες τους, που κάποιες από αυτές ήταν νησιωτικές και που όλες περιλαμβάνονταν στην ανατολική λεκάνη της Μεσογείου, δεν μπορεί παρά να είχαν κρατική οργάνωση αν όχι υπόσταση, αφού διέθεταν εφοδιασμένα πλοία και εξοπλισμένο στρατό ακόμη και με άρματα, ικανό να διεξάγει οργανωμένες επιδρομές, κυρίως από τη θάλασσα αλλά και από τη στεριά, επί πολλά έτη και να δίνει πολυήμερες μάχες με άριστα οργανωμένους στρατούς όπως της Αιγύπτου.
Οι ανάγλυφες επιγραφές μας πληροφορούν ότι οι επιδρομείς «Άπλωσαν τα χέρια τους πάνω στις χώρες τόσο μακριά όσο ή περιφέρεια της γης», δηλαδή σε όλο τον τότε γνωστό κόσμο που όσο κι αν λάβουμε υπ’ όψιν μας το υπερβολικό και πομπώδες ύφος αυτών των επιγραφών δεν μπορούμε να παραβλέψουμε το βάσιμο των αναφορών τους. Από αυτό συμπεραίνουμε ότι δεν ήσαν περιστασιακοί επιδρομείς, αντάρτες ή πειρατές αλλά λαοί με συγκεκριμένο σχέδιο δράσεων, από επιδρομές και λαφυραγωγήσεις μέχρι την κατάλυση κρατών και τον εποικισμό. Ας δούμε όμως ποιοι ήσαν αυτοί οι λαοί κατά τους Αιγυπτίους και πια η πιθανότερη αντιστοίχιση τους με γνωστούς σε μας λαούς της περιοχής που προαναφέραμε. Οι Αιγυπτιακές πηγές αναφέρουν λαούς με διαφορετικά χαρακτηριστικά, ένδυση και οπλισμό, που τους ονομάζουν: -Πελεσέτ ή Πελέστ (Prst). Οι Πελασγοί, Φιλισταίοι οι οποίοι συμφώνως με αναφορές του Θουκυδίδη και τις Παλαιάς Διαθήκης προέρχονταν από την Μινωική Κρήτη. Δεν είναι τυχαίο που οι Έλληνες αργότερα ονόμασαν τον τόπο εγκατάστασής τους Παλαιστίνη. – Τζεκέρ (Tk,r ). Μπορεί να αποδοθεί ως Τεύκροι, αυτοί που ακολούθησαν τον Τεύκρο τον Τελαμώνιο αδελφό του Αίαντα από τη Σαλαμίνα και οι οποίοι μετά τον Τρωικό πόλεμο, αφού περιπλανήθηκαν, εγκαταστάθηκαν στη Μυσία. -Ντενυέν (Dnn). Όνο μα που ταιριάζει με των Δαναών και με τους Τανάγια των Αιγυπτίων -Σεκελές (Škrš) Ίωνες Σικελοί -Σακάλσα. Πισίδες της Σαγαλασσού. Η πόλη δεν βρίσκεται στα παράλια της Πισιδίας αλλά αυτό δεν αποκλείει τη συμμετοχή της. -Αχαϊβάσα ή Ακβάσα. Θεωρούνται ως οι Αχιγιάβα – Αχαιοί των Χετιτικών κειμένων. -Εκβές (Ikws).
Ταυτίσθηκαν με τους Ακβάσα, όμως οι Εκβές εμφανίζονται στις αιγυπτιακές παραστάσεις να έχουν κάνει περιτομή. -Λαμπού ή Λιμπού. Είναι ασφαλώς οι Λίβυοι. -Μεσβές. Γείτονες και σύμμαχοι των Λιβύων. -Σερντέν ή Σαρντάνα (Šrdn). Οι από τις Σάρδεις της Λυδίας, οι οποίοι πιθανολογείται πως είχαν δημιουργήσει σημαντική αποικία στη Σαρδηνία. -Λούκα ή Λουκού (Lk). Ταυτίζονται με τους Lukka των χετιτικών πηγών που γεωγραφικά τοποθετούνται στην περιοχή της Λυκίας. -Τερές ή Τουρσά (Trs). Συνδέονται με τους Τυρρηνούς, όπως τους έλεγαν οι Έλληνες, δηλαδή τους Ετρούσκους, αλλά λογική φαίνεται και η εκδοχή να πρόκειται για τους Τρώες. Θα μπορούσαμε ενισχύοντας αυτή την άποψη να τους τοποθετήσουμε στην Ιουλούσα που αναφέρεται από τους Χετταίους και θεωρείται ως το Ίλιο-Τροία. -Βεσές (Wss). Δεν υπάρχει αποδεκτή άποψη. Σχετικά με τους Εκβές, η περιτομή χαρακτηρίζει λαούς ασιατικούς όπως π.χ. οι Εβραίοι. Αυτοί δεν ήσαν βεβαίως θαλασσινός λαός. Την εποχή της μεγάλης δράσης των Λαών της Θάλασσας οι Εβραίοι έχουν πραγματοποιήσει την έξοδό τους και πολεμούν για να κατακτήσουν εδάφη στη Γη Χαναάν. Θα μπορούσαν όμως να συνδράμουν τους επιδρομείς αφού ο εχθρός ήταν κοινός. Το συλλογισμό κάνουμε γιατί πολλές φορές λαοί χαρακτηρίζονται και ονοματίζονται από τη θρησκεία τους και το Ikws που αποδίδεται Εκβές θα μπορούσε να είναι Ιακβές- Ιαχβές οι οπαδοί του Γιαχβέ, θεού των Εβραίων.
Επίσης δίκαια μπορεί να αναρωτηθεί κάποιος, ανάμεσα σε όλους αυτούς τους λαούς πού είναι οι Φοίνικες, ισχυρή ναυτική δύναμη, με συμφέροντα στην περιοχή που δεν μπορεί να μην εμπλέκονται στις καταιγιστικές εξελίξεις των αρχών του 12ου π.Χ. αιώνα και στις πολεμικές αναμετρήσεις που γίνονται στη «γειτονιά» τους. Οι Φοίνικες που αυτοαποκαλούνται Kana’ani (Χαναανίτες) εγκαταστάθηκαν μετά το 3.000 π.Χ. στη Χαναάν (σημερινός Λίβανος), στη Φοινίκη κατά τους Έλληνες, προερχόμενοι, κατά τον Ηρόδοτο, από την Ερυθρά Θάλασσα. Υπάρχει η άποψη ότι η ονομασία «Φοίνικες» προέρχεται από την ελληνική ηχητική απόδοση Αιγυπτιακής λέξης, που με αυτή χαρακτήριζαν οι Αιγύπτιοι αυτούς τους ασιάτες. Εξ’ άλλου στην αρχαία φοινός σήμαινε κόκκινος σαν αίμα. «Πορφυρούς Άνθρωπους» και που οι Έλληνες απέδωσαν ως «Φοίνιξ» και σήμαινε μελαμψός. Άλλη εκδοχή, όχι ισχυρή, είναι ότι ονομάζονταν Φοίνικες λόγω του ότι, μεταξύ άλλων, εμπορεύονταν ένα είδος πορφύρας και τη βαθυκόκκινη βαφή της. Εμείς βρίσκουμε μια ηχητική συγγένεια μεταξύ του Wss (που αποδίδεται ως Βεσές) και του Φοίνιξ, αν και παρακινδυνευμένο γιατί ίσως είναι αυτοί που οι Αιγύπτιοι αποκαλούν Fenkhw. Θα μπορούσαν όμως οι Φοίνικες να ήσαν ένας από τους επιδρομείς θαλασσινούς λαούς, αφού για μεγάλα διαστήματα ήσαν υποτελής στους Αιγυπτίους και την επίμαχη εποχή δεν φαίνεται να υφίστανται καμία μεγάλη καταστροφή άρα ήσαν με το μέρος των νικητών. Εδώ μπαίνει ένας προβληματισμός, πως Εβραίοι και Φοίνικες-Χαναναίοι θα συμπολεμούσαν κατά της Αιγύπτου. Όμως στους πολέμους η σύμπραξη δεν σημαίνει πάντα και συμμαχία, πόσο μάλλον όταν δεν γίνεται απευθείας αλλά μέσω τρίτης δύναμης. Παρατηρούμε επίσης πως όλος ο χαρακτηρισμός των Φοινίκων περιστρέφεται γύρω από το βαθύ κόκκινο χρώμα: Ερυθρά Θάλασσα, Κοκκινωποί Άνθρωποι, Φοίνικες, πορφυρά υφάσματα και βαφή. Την εποχή της επιδρομής των Υξώς αυτοί ήσαν προ πολλού στην περιοχή. Οι «Ερυθρομέλανοι» Υξώς μπορεί να μην είχαν καμία σχέση μαζί τους; Η γεωγραφική τους θέση ήταν προνομιακή για όποιον θα ήθελε να οργανώσει επίθεση από ξηρά και θάλασσα κατά των Αιγυπτίων. Εξάλλου οι ίδιοι οι Αιγύπτιοι στην ευρύτερη περιοχή τους τοποθετούν και το μεγαλύτερο οργανωμένο στρατόπεδο των Υξώς. Την πρώτη καταγραμμένη εισβολή στην Αίγυπτο βρίσκουμε σε επιγραφές του Καρνάκ και του Ατριμπίς, που αναφέρονται στο 5ο έτος της βασιλείας του Φαραώ Μερνεπτά και σε μάχη στα δυτικά του Δέλτα του Νείλου που χρονολογείται μεταξύ 1220 και 1209 π.Χ. Η επίθεση έγινε από μια συμμαχία Λίβυων με τους «Λαούς της Θάλασσας». Οι εισβολείς απέτυχαν και αποκρούστηκαν. Η δεύτερη εισβολή έγινε το 1186 π.Χ., με επίθεση από ξηρά και θάλασσα, με το πιο οργανωμένο στρα- τόπεδό τους στην περιοχή των Αμουρού μετά των αφανισμό τους, κατά το 8ο έτος της βασιλείας του Ραμσή Γ΄. Είναι αυτή που περιγράφεται σε επιγραφή του ταφικού ναού του Ραμσή στο Μεντινέτ Χαμπού και η οποία μας δίνει και τα περισσότερα στοιχεία. Η επιγραφή αλλά και πάπυροι που υμνούν τον Ραμσή λένε ότι κατατροπώθηκαν από τον ένδοξο βασιλιά.
Το βέβαιο είναι ότι απωθήθηκαν αλλά προκαλώντας μεγάλες φθορές. Η Αίγυπτος χάνει εδάφη και περιορίζεται στην κοιλάδα του Νείλου και στο Δέλτα του. Στις αρχές του 12ου αιώνα π.Χ. οι Λαοί της Θάλασσας είχαν γίνει σοβαρή πολεμική απειλή για την Αίγυπτο, ενώ οι μαζικές εισβολές τους κατέστρεψαν την επικράτεια των Χετταίων και άλλα κράτη και λαούς της ανατολικής Μεσογείου και της Μέσης Ανατολής. Πρόκειται για την Αλασία ή Αλασγία, το Ουγκαρίτ και το Αμουρού, που βρίσκονταν κάτω από την επιρροή των Αιγυπτίων και των Χετταίων, κάτι σαν προτεκτοράτα τους. Κύριος στόχος τους δηλαδή ήταν οι δύο μεγάλες δυνάμεις τις εποχής, οι Αιγύπτιοι και οι Χετταίοι που κυριαρχούσαν σε κάθε διακίνηση και εκμετάλλευση πλούτου στην ανατολική Μεσόγειο, καθώς και οι μικρότεροι σύμμαχοί τους. Βλέπουμε λοιπόν δυο μεγάλες κυρίαρχες δυνάμεις και μία τρίτη που τις αντιμάχεται και προσπαθεί να γίνει κυρίαρχη. Αποτέλεσμα, μια σκληρή και εκτεταμένη σύρραξη. Οι τρεις αυτές δυνάμεις έχουν, πέραν των οικονομικών, και άλλες βασικές διαφορές, φυλετικές, πολιτισμικές και γεωγραφικές. Οι Αιγύπτιοι είναι στην Αφρικανική ήπειρο, οι Χετταίοι είναι Ασιάτες και οι λαοί που έρχονται από τη θάλασσα, προέρχονται από ναυτικά κράτη που βρίσκονται σε Ευρωπαϊκό έδαφος ή σε αποικίες τους στα Αφρικανικά ή Μικρασιατικά παράλια και δύναμή τους είναι η θάλασσα και οι δρόμοι της.
Στο Νότιο ελλαδικό χώρο επικρατούν οι Αχαιοί, που περιβάλλονται από άλλα ελληνικά φύλα και ως εκ τούτου δεν θα ήταν υπερβολικό να δεχθούμε ότι οι Έλληνες επικρατούν στο συγκεκριμένο Ευρωπαϊκό χώρο. Έτσι μπαίνουμε στον πειρασμό να θεωρήσουμε ότι ο κύριος κορμός των «Λαών της Θάλασσας» ήταν ελληνικός ή ελληνογενής με σύμμαχούς τους λαούς με τους οποίους τους συνέδεαν κοινοί στόχοι και συμφέροντα. Για το ότι η θάλασσα είναι συνυφασμένη με την ύπαρξη των Ελλήνων και η σχέση μαζί της προαιώνια, δεν χρειάζεται να επιχειρηματολογήσουμε. Πάντοτε πίστευαν (5) στην έννοια της φράσης «Μέγα το της Θαλάττης κράτος», που ο Θουκυδίδης αποδίδει στον Περικλή και με την πίστη τους αυτή, πως ισχυρός είναι αυτός που στηρίζεται στη δύναμη που του δίνει η θάλασσα, επιβίωσαν. Ο τρόπος που επέλεξαν οι θαλασσινοί λαοί για να πετύχουν το σκοπό τους είναι ο μακροχρόνιος πόλεμος φθοράς αφού η απευθείας προσπάθειες για κατάλυση της παντοδυναμίας των ισχυρών δεν έφερνε αποτελέσματα. Οι Αιγύπτιοι, παρ’ όλες τις φθορές και τις απώλειες που είχαν, απέκρουσαν αποτελεσματικά τις επιθέσεις που δέχτηκαν, απέφυγαν τελικά την ολοκληρωτική καταστροφή και όχι μόνο δεν πέρασαν στο περιθώριο της ιστορίας αλλά παρέμειναν στο προσκήνιο για πάνω από χίλια ακόμα χρόνια. Όσα διασώθηκαν από τον πολιτισμό τους μας δίνουν σαφή εικόνα γι’ αυτούς και μας είναι τόσο γνωστοί που δεν χρειάζεται να επεκταθούμε για να τους γνωρίσουμε. Παράλληλα αποτελούν κύρια πηγή πληροφόρησης γενικώς για τα γεγονότα της εποχής τους και ειδικότερα για το θέμα που εξετάζουμε. Οι Χετταίοι ή Χιττίτες, λαός ασιατικός, ίδρυσαν ισχυρό κράτος και ηγήθηκαν μίας ομοσπονδίας λαών-κρατών (κατ’ άλλους αυτοκρατορία), με σημαντικό πολιτισμό, που κατελάμβανε σχεδόν όλο τον κεντρικό κορμό της Μικράς Ασίας με διείσδυση προς ανατολάς. Η παρουσία τους χρονολογείται πριν από το 1500 π.Χ., μέχρι την καταστροφή τους τον 12ο π.Χ. αιώνα. Πρωτεύουσά τους ήταν η Χαττούσα στο βορειοανατολικό τμήμα της. Οι Αιγύπτιοι, οι Βαβυλώνιοι και οι Αχαιοί είχαν συνάψει μαζί τους διπλωματικές, εμπορικές αλλά και, κατά καιρούς, συμμαχικές σχέσεις και οι βασιλείς τους, θεωρούσαν αλλήλους ισότιμους. Δεν έλειπαν βέβαια και οι μεταξύ τους εχθροπραξίες. Οι Χετταίοι θεωρούνται οι πρώτοι που διατάραξαν το εμπόριο στην περιοχή με τον αποκλεισμό της επικοινωνίας μεταξύ ανατολικών και δυτικών περιοχών και ασφαλώς των Ασσυρίων και των Αχαιών που είχαν αποικίες και συμφέροντα στο δυτικό τμήμα της Μικράς Ασίας και στα παράλιά της. Αυτό αναπόφευκτα προκάλεσε πολεμικές συγκρούσεις μεγάλης έκτασης και μεγέθους, κάτι που επιβεβαιώνεται με την εκστρατεία των Αχαιών κατά της Τροίας και τις αλλεπάλληλες εκστρατείες των Χετταίων προς τα δυτικά.
Τα εκτεταμένα μέτωπα που άνοιξαν οι Χετταίοι τους έφεραν αντιμέτωπους με νέους αντιπάλους τους οποίους δεν κατάφεραν να αναχαιτίσουν. Αυτή τη δεινή θέση φαίνεται να εκμεταλλεύτηκαν και οι Λαοί της Θάλασσας, για να δώσουν το τελειωτικό χτύπημα στη πρωτεύουσά τους Χαττούσα να την καταστρέψουν και να καταλύσουν την κυριαρχία τους στην περιοχή. Μετά την πτώση τους οι Χετταίοι εξέπεσαν, τα υπολείμματά τους απετέλεσαν μικρούς πληθυσμούς που αποσύρθηκαν στις γύρω περιοχές και η κυριαρχία του χώρου περιήλθε στους Ασσυρίους. Με το τέλος τους τερματίζεται και η αποκλειστικότητα της επεξεργασίας του σιδήρου, την οποία οι Χετταίοι κρατούσαν ως μυστική τέχνη και που μετά την πτώση τους διαδόθηκε σε όλη την Ανατολή και στην Μεσόγειο, τερματίζοντας έτσι, χωρίς να το θέλουν και χωρίς να το ξέρουν, την εποχή του χαλκού, η οποία θεωρείται ότι για την περιοχή του Αιγαίου άρχισε περίπου το 3.000 π.Χ..
Την Αλασία τη βρίσκουμε σε Αιγυπτιακές και Χετιτικές αναφορές και συνδέεται με την παραγωγή και το εμπόριό του χαλκού. Ήταν ισχυρή και πλούσια περιοχή και είχε εμπορικές συναλλαγές με τα γύρω κράτη. Ο τόπος της δεν είναι απολύτως εξακριβωμένος, αλλά τοποθετείται στην Κύπρο και ιδιαίτερα στην αρχαία Έγκωμη κοντά στη Σαλαμίνα στον κόλπο της Αμμοχώστου, βάσει σφηνοειδών κειμένων που τους ταυτίζουν με το νησί. Από αυτά μαθαίνουμε ότι κοντά στο 1430 οι Αλασοί νικήθηκαν από τους Αχιγιάβα (Αχαιοί) και ο βασιλιάς τους βρήκε καταφύγιο στους Χετταίους. Σημαντικές παραδόσεις επίσης αναφέρουν τον Τεύκρο ως ιδρυτή της Σαλαμίνας της Κύπρου κάτι που προφανώς έγινε μετά την εγκατάσταση των Τεύκρων στη Μυσία και που ενισχύει την άποψη του αφανισμού των Αλασγών κατά την συγκεκριμένη χρονική περίοδο. Σημειώνουμε ότι Βορείως της Κύπρου, στην απέναντι Μικρασιατική Κιλικία της Παλαιστίνης στη σημερινή Συρία. Φαίνεται πως στην τελική φάση ήσαν υποτελή στους Χετταίους και επειδή ήσαν υποχρεωμένα να στείλουν στρατιωτική βοήθεια σ’ αυτούς, για να αντιμετωπιστούν οι θαλασσινοί εισβολείς, έμειναν ανυπεράσπιστα δέχτηκαν και εκείνα επίθεση και εν τέλει καταστράφηκαν ολοσχερώς. Οι Ασσύριοι από το 1100 π.Χ. και μετά αναφέρονται στην περιοχή Αμουρού, καμμία όμως αναφορά δεν γίνεται για σχετικό κράτος, λαό ή γλώσσα. υπάρχει πόλη Αλάγια, την οποία η Έλληνες κάτοικοί της αναγκάσθηκαν να εγκαταλείψουν κατά την Μικρασιατική καταστροφή και μετά την πρώτη αποβίβασή τους στην Κύπρο, να καταφύγουν σε ελλαδικό έδαφος. Η παραδόσεις τους μιλούν για προαιώνιες στενές σχέσεις με τους Κύπριους. Πολλοί από αυτούς εγκαταστάθηκαν στους Ποδαράδες – Νέα Ιωνία Αττικής. Η Τούρκοι την ονομάζουν Αλάνια (Alanya).
Ο συσχετισμός Αλασγίας και Αλάγιας αναζητείται. Οι Αχαιοί ως ένα από τα τέσσερα μεγάλα ελληνικά φύλα (Αχαιοί, Ίωνες, Αιολείς και Δωριείς), απετέλεσαν πρώιμο ελληνικό έθνος που, θα μπορούσαμε να πούμε με σημερινούς όρους, λειτουργούσε με ομοσπονδιακό σύστημα και επεκράτησε κατά τη Μυκηναϊκή εποχή, με τη δύναμη των όπλων, στον αρχαίο ελλαδικό χώρο. Το αχαϊκό κράτος, αναγνωρίστηκε ως ισάξιο από την Αίγυπτο και τη Χετιτική αυτοκρατορία και κείμενα των Χετταίων από το 1300 π.Χ. αναγνωρίζουν την κραταιή παρουσία των Αχιγιάβα – Αχαιών «πέρα από τη θάλασσα»(6) και είναι τόσο καλές οι σχέσεις τους που ο Χετταίος ηγεμόνας αποκαλεί το βασιλιά τους «αδελφό». Στην Κρήτη οι Αχαιοί συνάντησαν το Μινωικό πολιτισμό (7), που τους επηρέασε καθοριστικά και η συνύπαρξη με αυτόν ήταν σε γενικές γραμμές ειρηνική. Οι κάτοικοι της Κρήτης ήσαν δεινοί στη ναυτιλία και στο εμπόριο και, ως έμπειροι και θαρραλέοι ποντοπόροι, αποτελούσαν τον συνδετικό κρίκο λαών με την Αίγυπτο, με την οποία είχαν πολύ καλές σχέσεις, μέχρι ίσως και τις βαρβαρικές περιοχές του Δούναβη. Οι Αχαιοί διαδέχτηκαν τους Μινωίτες ως ναυτική δύναμη στην ανατολική Μεσόγειο και θεωρείται πως αυτοί εκτόπισαν Πελασγούς από τα νησιά του Αιγαίου και υπολείμματα των Μινωιτών από την Κρήτη, που εγκαταστάθηκαν στην Παλαιστίνη και αναφέρονται ως Φιλισταίοι. Μετά την πολύχρονη επικράτηση και σταθεροποίησή τους στον ελλαδικό χώρο, προς το τέλος της ακμής τους, έθεσαν ως στόχο την εκμετάλλευση πόρων και αγαθών της Δυτικής Μικρασιατικής χερσονήσου και τον έλεγχο των στενών προς τον Ελλήσποντο και, γιατί όχι, προς τον Εύξεινο Πόντο. Εμπόδιο στα σχέδιά τους αποτελούσε το μικρό αλλά πλούσιο και ισχυρό κράτος της Τροίας, που στηριζόταν από ομοεθνείς και αλλοεθνείς συμμάχους, γι’ αυτό και εκστράτευσαν εναντίων τους προκαλώντας τον Τρωικό Πόλεμο. Πιστεύεται σήμερα ότι κύρια αίτια του Τρωικού Πολέμου ήσαν οι στόχοι που προαναφέρθηκαν και η αναζήτηση νέων χωρών για την επίτευξή τους, λόγω της καθόδου των Δωριέων γύρω στα 1200 π.Χ, με Ελλήσποντο μέχρι τη Λυκία είναι εγκατεστημένα άλλα ελληνικά ή συγγενικά τους φύλα. (7)
Ως Μινωική περίοδος της εποχής του Χαλκού ορίζεται το χρονικό διάστημα από περίπου 2600 έως 1100 π.Χ. Η χρονολόγηση είναι ακόμη σχετική και κυρίαρχα γεγονότα θεωρούνται η οικοδόμηση της Κνωσού το 1900, η έκρηξη του ηφαιστείου της Θήρας, και η καταστροφή της Κνωσού το 1375. Η επικράτεια των Μινωιτών απλωνόταν σε όλη την Κρήτη όπου ήκμασαν περί τις 100 Μινωικές πόλεις, αλλά η επιρροή τους απλωνόταν και στα νησιά του Αιγαίου, στα Μικρασιατικά παράλια, αλλά και στην ανατολική λεκάνη της Μεσογείου. Γενικά οι Μινωίτες δεν θεωρούνται φιλοπόλεμοι. Σήμερα πιστεύεται ότι μια έκρηξη του ηφαιστείου της Σαντορίνης και το παλιρροϊκό κύμα που την ακολούθησε, απετέλεσε σημαντική αιτία της παρακμής του Μινωικού πολιτισμού αποτέλεσμα τα εγκατεστημένα φύλα να δέχονται αφόρητη πίεση αφού με αυτήν τέθηκε θέμα επικράτησης και επιβίωσης. Η Αχαϊκή «πανστρατιά» περιγράφεται στην Ιλιάδα από τον ‘Ομηρο στον «Νηών Κατάλογο» και συγκροτείται από δυνάμεις που προέρχονταν από 28διαφορετικές περιοχές του ελλαδικού χώρου. Επικρατούσε, αλλά και ακόμα έχει υποστηρικτές, η άποψη ότι οι Τρώες δεν ήσαν ελληνικό φύλο, αν καιo Όμηρος είναι σαφέστατος ως προς αυτό αφού οι αντιμαχόμενοι έχουν αναφορά σε κοινούς προγόνους και κοινά ήθη, έθιμα, θρησκεία και γλώσσα. Και σε ότι αφορά στη θρησκεία ο Ποιητής βάζει τους Ολύμπιους θεούς, ούτε λίγο ούτε πολύ, να διχάζονται για χάρη τους και όχι να μάχονται με διαφορετικές θεότητες της περιοχής, που προφανώς δεν αγνοούσε και αυτό το κάνει για να καταδείξει με ποιητικό τρόπο, το ισοδύναμο των δύο στρατοπέδων, το αμφίρροπο των μαχών και το αβέβαιο της τελικής έκβασης. Όσο για τη γλώσσα μεταξύ των συμμάχων των Τρώων, λαών της Μακεδονίας, της Θράκης, της δυτικής και κεντρικής Μικράς Ασίας, ξεχωρίζει αυτούς που δεν μιλούσαν ελληνικά (ή ελληνικές διαλέκτους) αλλά άλλες γλώσσες.
Η άποψη ότι ο Όμηρος «ποιητική αδεία» παρέθεσε έτσι τα γεγονότα καταρρίπτεται όσο προχωρά η έρευνα, όπως και η άποψη ότι τα Ομηρικά έπη στερούνται ιστορικότητας. Αν και ο Τρωικός Πόλεμος έληξε με νίκη των Αχαιών, η απώλειες σε ανθρώπινο δυναμικό και η οικονομική αιμορραγία απέβη γι’ αυτούς μοιραία. Ακολούθησε επιδρομή κάποιων θαλασσινών λαών με τους οποίους οι Τρώες είχαν φυλετικές και συμμαχικές σχέσεις. Υπάρχει δε η άποψη ότι αυτοί κατέστρεψαν τα μυκηναϊκά ανάκτορα και διέλυσαν τη συμμαχία Αχαιών και Χεταίων. Θα μπορούσε να υποτεθεί ότι αυτό αποτέλεσε ένα είδος αντιποίνων για τον αφανισμό των Τρώων. Αυτή όμως φαίνεται να είναι μια συγκυριακή συμμαχία γιατί σύμφωνα με τις περισσότερες ενδείξεις, δεν μπορούμε να μην θεωρούμε τους Αχαιούς «Λαό της Θάλασσας», αφού δεν τους ήσαν άγνωστες οι επιδρομές και η λαφυραγώγηση. Στην Ιλιάδα ο Αχιλλέας απευθυνόμενος στον Αγαμέμνονα του θυμίζει πόσα λάφυρα είχαν αποκομίσει «πατώντας» πολλούς λαούς και στην Οδύσσεια, όπως είδαμε σ’ αυτή τη ραψωδία, ο μικρός στόλος του Μενέλαου παρασυρμένος από τους ανέμους περιπλανιέται για οκτώ χρόνια, περνώντας από την Κρήτη, την Κύπρο, τη Φοινίκη, την Αίγυπτο, την Αιθιοπία, τη Σιδώνα και τη Λιβύη, επιστρέφει όμως στην Πελλάνα με πολύτιμο φορτίο. Το αν το απέκτησε από δώρα ηγεμόνων που βοήθησε πολεμώντας, αν ήσαν λάφυρα ή και τα δύο μαζί, είναι θέμα ιδιαίτερης μελέτης. Αυτό όμως που βλέπουμε, είναι μία χαρακτηριστική συμπεριφορά ηγέτη λαού της θάλασσας. Πιθανά ορμητήρια και οι στόχοι των «Λαών της Θάλασσας». Λίγα μόλις χρόνια μετά από αυτά τα συμβάντα, έγινε η Κάθοδος των Δωριέων, που κατέστρεψε τελείως το Μυκηναϊκό κόσμο και έφερε το τέλος των Αχαιών. Η κάθοδος των Δωριέων προ- κάλεσε ομαδική φυγή των Αχαιών προς το Αιγαίο, την Κρήτη, την Κύπρο, τη Μικρά Ασία και τη Μέση Ανατολή και μόνο λίγοι παρέμειναν και αγωνίστηκαν εναντίον τους, ιδιαίτερα στην νότια Πελοπόννησο, ενώ λίγοι διασώθηκαν στην Αιγιάλεια, απωθώντας τους εγκατεστημένους εκεί Ίωνες, στην Αττική. Από αυτούς λοιπόν πήρε το όνομά της η Αχαΐα και το διατηρεί ως σήμερα. Σε ότι αφορά στους Δαναούς, ας αρχίσουμε από το γενάρχη τους. Κατά τη Μυθολογία ο Δαναός, πρόγονος του Περσέα, ήταν γιος του βασιλιά Βήλου της Αιγύπτου, της «χώρας των Μελαμπόδων» όπως την αποκαλούσαν τότε, απογόνου της Ιούς και δίδυμος αδελφός του Αίγυπτου. Ο Ευριπίδης αναφέρει ότι είχε αδέλφια και τους Κηφέα και Φινέα και κατά άλλο μύθο και τους Φοίνικα και Αγήνορα. Μητέρα του ήταν η κόρη του Νείλου Αγχινόη. Ο Βήλος πριν πεθάνει όρισε το Δαναό ως βασιλιά της Λιβύης, όπου και ίδρυσε το ιερό του Άμμωνος, και τον Αίγυπτο βασιλιά του ανατολικού βασιλείου το οποίο παίρνοντας το όνομά του ονομάστηκε Αίγυπτος. Από το γάμο τους με πολλές γυναίκες τα δύο αδέλφια απέκτησαν πολλά παιδιά, πενήντα γιους ο Αίγυπτος, και πενήντα κόρες ο Δαναός, τις Δαναΐδες, από τις γυ- ναίκες που παντρεύτηκε την Ευρώπη, την Αντινόη, την Τεγέα και την Κασιέπεια. Όμως μετά τον θάνατο του πατέρα τους, τα αδέλφια ήρθαν σε ρήξη, εξαιτίας των επεκτατικών βλέψεων του Αιγύπτου στην πατρική κληρονομιά και ο Δαναός φοβούμενος τους γιους του Αίγυπτου και την εκπλήρωση χρησμού, που έλεγε πως θα δολοφονηθεί από γιο του αδελφού του, καθοδηγούμενος από την Θεά Αθηνά ναυπήγησε πρώτος μια πεντηκόντορο (πλοίο με 50 κουπιά) και έφυγε μαζί με τις κόρες του, εγκαταλείποντας το βασίλειό του για να ζητήσει καταφύγιο στην προγονική του κοιτίδα την Ελλάδα και συγκεκριμένα στο Άργος.
Εκεί βασίλευε ο Γελάνωρ από τον οποίο ο Δαναός ζήτησε να του παραδώσει την εξουσία, αφού η προγιαγιά του Ιώ, ήταν κόρη του βασιλιά Ινάχου του Άργους. Ο ηλικιωμένος και χωρίς διάδοχο βασιλιάς δεν έφερε αντιρρήσεις, αλλά έπρεπε να συμφωνήσει και ο λαός και ενώ αναμενόταν η απάντησή του λαού, ένας λύκος μπήκε στην πόλη, επιτέθηκε σε ταύρο που ζούσε μέσα σε αυτή και τον κατασπάραξε. Ο λαός θεώρησε το γεγονός ως οιωνό ευνοϊκό για το Δα- ναό και του παραχώρησαν το βασίλειο. Αυτός έχτισε στο Άργος ακρόπολη έθεσε νόμους, δίδαξε γράμματα και τέχνες, καθιέρωσε την λατρεία της Αθηνάς και τα θεσμοφόρια, δίδαξε την ναυπήγηση νέου τύπου πλοίων, καταλληλότερων για μακρινά ταξίδια και η γη του Άργους έγινε πλούσια με τα αρδευτικά έργα και την καλλιέργεια των αγρών και νέων άγνωστων φυτών. Ο Δαναός όρισε με νόμο οι Αργείοι από Πελασγοί στο εξής να λέγονται Δαναοί, ονομασία που στα Ομηρικά έπη εναλλάσσεται με το «Αργείοι» «Αχαιοί» και «Έλληνες» στον κατάλογο των Νηών, όπου θέλει να υπογραμμίσει την πανελλαδική μορφή της εκστρατείας συμπεριλαμβάνοντας το σύνολο των Ελλήνων της ηπειρωτικής και νησιωτικής Ελλάδας και της Κρήτης, χαρακτηρίζοντάς τους «Έλληνες» ως μίαν εθνική ολότητα. Κατά δε τον Ευριπίδη: «Πελασγιώτας δ’ ονομασμένους το πριν, Δαναούς καλείσθαι νόμον έθηκαν Ελλάδα». Από τις παραπάνω αναφορές είναι προφανές πως οι αρχαίοι Έλληνες γνώριζαν τους εποικισμούς τις μετακινήσεις αλλά και τις συγκρούσεις των προγόνων τους Αχαιών- Δαναών, με στους Αιγυπτίους, και τη γνώση τους αυτή την κληροδότησαν σε μας με μυθολογικές αναφορές, με ιστορικά και λογοτεχνικά κείμενα. Σύμφωνα λοιπόν με όσα τώρα γνωρίζουμε, θα ήταν άστοχο να μην συμπεριλάβουμε, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, στους «Λαούς της Θάλασσας» και τους Δαναούς – Αχαιούς. Εν κατακλείδι οι «Λαοί της Θάλασσας», παρ’ όλο που η παρουσία τους καθίσταται ασαφής από τη χρονική ομίχλη που τους περιβάλει, η δράση τους φαίνεται να έχει διαμορφώσει ριζικά την ιστορική και πολιτισμική ροή των γεγονότων που καθορίζουν την μετέπειτα πορεία όλων των λαών της ανατολικής Μεσογείου και των ίδιων συμπεριλαμβανομένων, αφού συνετέλεσαν στον αφανισμό μιας υπερδύναμης, περιόρισαν την άλλη, προκάλεσαν σοβαρές ανακατατάξεις και συνέβαλαν αποφασιστικά στο τέλος μιας εποχής και στην ανατολή μιας νέας.
ΔΕΣ:
ΜΙΝΩΙΚΗ ΚΡΗΤΗ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ
ΜΥΚΗΝΑΪΚΗ ΕΛΛΑΔΑ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ
--------------------------------------
1. Οι χρονολογήσεις και τα αντίστοιχα ονόματα εκείνης της εποχής δεν είναι συγκεκριμένα και ίδια σε όλες τις πηγές, γι’ αυτό και είναι πιθανή η aνακρίβεια κάποιων στοιχείων.
2. Παρεμβάλλεται η 14η με ένα μόνο Φαραώ το Νεχεσί, άρα βραχύβια και μεταβατική μέχρι την τελική επικράτηση των Υξώς.
3. Ο Μανέθων ήταν Αιγύπτιος αρχιερέας και ιστορικός του 3ου αιώνα π.Χ. Έγραψε στα Ελληνικά την ιστορία της Αιγύπτου από την αρχαιότητα μέχρι την εποχή του Μεγάλου Αλέξανδρου.
4. Στην Άνω Αίγυπτο εγκαθιδρύθηκαν ανεξάρτητες δυναστείες παράλληλες με αυτές των Υξώς.
5. Η Αργοναυτική εκστρατεία που έγινε πριν από την χρονική περίοδο που εξετάζουμε, επιβεβαιώνει την άποψη πως το βλέμμα των Ελλήνων ήταν πάντα στραμμένο προς τη θάλασσα και τα πλούτη που αυτή παρέχει στους τολμηρούς που την διαπλέουν.
6. Η αναφορά αυτή των Χετταίων, που αφορά στο Αιγαίο, είναι ακριβής, γιατί στα δυτικά παράλια της Μικράς Ασίας, από τον Ελλήσποντο μέχρι τη Λυκία είναι εγκατεστημένα άλλα ελληνικά ή συγγενικά τους φύλα.
7. Ως Μινωική περίοδος της εποχής του Χαλκού ορίζεται το χρονικό διάστημα από περίπου 2600 έως 1100 π.Χ. Η χρονολόγηση είναι ακόμη σχετική και κυρίαρχα γεγονότα θεωρούνται η οικοδόμηση της Κνωσού το 1900, η έκρηξη του ηφαιστείου της Θήρας, και η καταστροφή της Κνωσού το 1375. Η επικράτεια των Μινωιτών απλωνόταν σε όλη την Κρήτη όπου ήκμασαν περί τις 100 Μινωικές πόλεις, αλλά η επιρροή τους απλωνόταν και στα νησιά του Αιγαίου, στα Μικρασιατικά παράλια, αλλά και στην ανατολική λεκάνη της Μεσογείου. Γενικά οι Μινωίτες δεν θεωρούνται φιλοπόλεμοι. Σήμερα πιστεύεται ότι μια έκρηξη του ηφαιστείου της Σαντορίνης και το παλιρροϊκό κύμα που την ακολούθησε, απετέλεσε σημαντική αιτία της παρακμής του Μινωικού πολιτισμού.
2. Παρεμβάλλεται η 14η με ένα μόνο Φαραώ το Νεχεσί, άρα βραχύβια και μεταβατική μέχρι την τελική επικράτηση των Υξώς.
3. Ο Μανέθων ήταν Αιγύπτιος αρχιερέας και ιστορικός του 3ου αιώνα π.Χ. Έγραψε στα Ελληνικά την ιστορία της Αιγύπτου από την αρχαιότητα μέχρι την εποχή του Μεγάλου Αλέξανδρου.
4. Στην Άνω Αίγυπτο εγκαθιδρύθηκαν ανεξάρτητες δυναστείες παράλληλες με αυτές των Υξώς.
5. Η Αργοναυτική εκστρατεία που έγινε πριν από την χρονική περίοδο που εξετάζουμε, επιβεβαιώνει την άποψη πως το βλέμμα των Ελλήνων ήταν πάντα στραμμένο προς τη θάλασσα και τα πλούτη που αυτή παρέχει στους τολμηρούς που την διαπλέουν.
6. Η αναφορά αυτή των Χετταίων, που αφορά στο Αιγαίο, είναι ακριβής, γιατί στα δυτικά παράλια της Μικράς Ασίας, από τον Ελλήσποντο μέχρι τη Λυκία είναι εγκατεστημένα άλλα ελληνικά ή συγγενικά τους φύλα.
7. Ως Μινωική περίοδος της εποχής του Χαλκού ορίζεται το χρονικό διάστημα από περίπου 2600 έως 1100 π.Χ. Η χρονολόγηση είναι ακόμη σχετική και κυρίαρχα γεγονότα θεωρούνται η οικοδόμηση της Κνωσού το 1900, η έκρηξη του ηφαιστείου της Θήρας, και η καταστροφή της Κνωσού το 1375. Η επικράτεια των Μινωιτών απλωνόταν σε όλη την Κρήτη όπου ήκμασαν περί τις 100 Μινωικές πόλεις, αλλά η επιρροή τους απλωνόταν και στα νησιά του Αιγαίου, στα Μικρασιατικά παράλια, αλλά και στην ανατολική λεκάνη της Μεσογείου. Γενικά οι Μινωίτες δεν θεωρούνται φιλοπόλεμοι. Σήμερα πιστεύεται ότι μια έκρηξη του ηφαιστείου της Σαντορίνης και το παλιρροϊκό κύμα που την ακολούθησε, απετέλεσε σημαντική αιτία της παρακμής του Μινωικού πολιτισμού.
Περί απόφασης και αποτελεσματικότητας
«Στα 15 μου κυριεύτηκα από την επιθυμία να μελετήσω, στα 30 στάθηκα στα πόδια μου, στα 40 δεν είχα πια αμφιβολίες, στα 50 γνώριζα την Ουράνια εντολή, στα 60 το αυτί μου είχε ασκηθεί να την ακούει, στα 70 μπορούσα να ακολουθώ ό,τι επιθυμούσε η καρδιά μου χωρίς να παραβαίνω τους κανόνες.» -Κομφούκιος 6ος αι. π.Χ. (Ανάλεκτα 2,2).
Υπάρχουν άνθρωποι που δείχνουν να τα καταφέρνουν καλά στη ζωή τους. Η επιτυχία (επί της τύχης) δεν θα πρέπει να μπαίνει όμως μέσα στα στενά πλαίσια που πολλά βιβλία εκλαϊκευμένης ψυχολογίας δίνουν στον όρο. Η επιτυχία δεν έχει να κάνει με κάτι το οποίο δίνεται από κάπου έξω (π.χ. το πρότυπο ζωής του Cosmopolitan) αλλά με το ίδιο το νόημα και τις αυστηρά προσωπικές επιθυμίες του υποκειμένου.
Η ανεύρεση της προσωπικής επιθυμίας (πράγμα όχι και τόσο εύκολο για πολλούς) σημαίνει και την έναρξη της ενήλικης ζωής και έχει ως αποτέλεσμα την κατασκευή ενός στόχου προς επίτευξη. Η ύπαρξη των στόχων είναι και αυτή που δίνει στη ζωή ουσία και ταυτόχρονα κινητοποιεί τη δράση. Δίνει νόημα στο πρωινό ξύπνημα και τη νέα μέρα που ξεκινά και ο άνθρωπος δεν λειτουργεί ως ρομπότ που εκτελεί μηχανιστικά λειτουργίες επιβίωσης.
Όλη αυτή η διεργασία, ο δρόμος προς, και η επίτευξη του στόχου φαίνεται να συνδέεται άμεσα με το αίσθημα ευτυχίας που κάποιος νοιώθει. Μέσα σε αυτόν τον προσωπικό δρόμο το υποκείμενο έρχεται αντιμέτωπο με τη λήψη αποφάσεων, άλλοτε ευκολότερων κι άλλοτε δυσκολότερων, αποφάσεις που θα κρίνουν και την αποτελεσματικότητα, δηλαδή την εκπλήρωση της επιθυμίας και την κατάκτηση του στόχου.
Η αποτελεσματικότητα, λοιπόν, σχετίζεται άμεσα με τις αποφάσεις που παίρνουμε καθημερινά και με την ευκολία που γίνεται αυτό. Η αποπεράτωση των εκκρεμών υποθέσεων συνοδεύεται από ικανοποίηση και την αίσθηση ότι η ζωή προχωρά με το τιμόνι της στα χέρια του ατόμου που λαμβάνει αποφάσεις για ό,τι το αφορά, σχέσεις, δουλειά, τόπο διαμονής, αλλά και πράγματα πιο απλά, όπως τα ρούχα που θα φορέσει, ή πού θα επιλέξει να πάει διακοπές.
Θα λέγαμε γενικότερα ότι αποτελεσματικός είναι κάποιος που μπορεί να φέρει σε πέρας μία εργασία, μία υπόθεση, ένα πρόβλημα, να υπερνικήσει ένα εμπόδιο που θα σταθεί στον δρόμο του. Σε οποιαδήποτε από αυτές τις συνθήκες έχει να επιλέξει ανάμεσα σε πολλούς δυνητικούς δρόμους και χρειάζεται να πάρει μία απόφαση προκειμένου να συνεχίσει την πορεία του.
Αν παρατηρήσετε γύρω σας, θα δείτε πολλούς ανθρώπους που δυσκολεύονται υπερβολικά να πάρουν μία απόφαση, ίσως να ανήκετε και εσείς σε αυτή την κατηγορία. Η δυσκολία αυτή σχετίζεται κυρίως με το φόβο του λάθους, μέσα από μία λανθασμένη απόφαση, όταν υπάρχουν περισσότερες από μία επιλογές.
Σκεφτείτε πόσο περισσότερο μεγαλώνει αυτή η δυσκολία όταν το υποκείμενο έχει μεγαλώσει μέσα σε ένα περιβάλλον όπου δεν υπάρχει ανοχή στα λάθη. Επιρρεπή σε αυτή την περίπτωση είναι συχνά παιδιά των οποίων οι γονείς είχαν χαμηλή ανοχή στο λάθος του παιδιού. Το αποτέλεσμα μίας τέτοιας διαπαιδαγώγησης είναι ο δισταγμός μπροστά στις αποφάσεις και το βαρύ αίσθημα αποτυχίας όταν γίνει λάθος.
Μία άλλη αιτία δυσκολίας λήψης απόφασης είναι η ύπαρξη αντίθετων συναισθημάτων ταυτόχρονα (δηλ. η αμφιθυμία). Αυτή η συναισθηματική κατάσταση, για τον Φρόυντ σχετίζεται με το ένστικτο του θανάτου, έχει ως αποτέλεσμα την καθήλωση του ατόμου μπροστά σε οποιαδήποτε απόφαση, ιδιαίτερα σε αυτές που κάτι κερδίζει και κάτι χάνει.
Η αμφιθυμία μπορεί να εμφανιστεί μπροστά σε ένα δύσκολο δίλημμα και να καθηλώσει τον άνθρωπο για κάποιο χρόνο στην ακινησία στην οποία υπολογίζει τα θετικά και τα αρνητικά κάθε δυνατού δρόμου (απόφασης) που καλείται να επιλέξει. Αυτό βιώνεται ως βασανιστικό, καθώς η ψυχική σύγκρουση ανάμεσα στα δύο αντίθετα ή διαφορετικά συναισθήματα απαιτεί μεγάλα ψυχικά αποθέματα και οδηγεί σε μεγάλη κόπωση το υποκείμενο.
Η αμφιθυμία μπορεί να είναι και μία συναισθηματική κατάσταση οικεία για το υποκείμενο. Εμφανίζεται δηλαδή συχνά, ακόμη και σε περιπτώσεις μικρής βαρύτητας, όπου η λήψη μίας απόφασης δεν σχετίζεται με κάποιο διακύβευμα υψηλού κόστους. Η αμφιθυμία ως στοιχείο προσωπικότητας είναι συνυφασμένη με την εξάρτηση, αφού το άτομο ακινητοποιείται, μένοντας προσκολλημένο στο σημείο που βρίσκεται μην μπορώντας να πάρει μία απόφαση.
Έτσι, η ίδια η αναποτελεσματικότητα σχετίζεται πρωτίστως με την εξάρτηση. Η ίδια η λέξη αποτελεσματικός, συμπεριλαμβάνει το τέλος (που σημαίνει τόσο σκοπός, όσο και τέλος).
Όπως ξέρουμε το βασικό στοιχείο της εξάρτησης είναι η δυσκολία αποχωρισμών, με κυριότερη την δυσκολία αποχωρισμού από τη μητέρα (που χαρακτηρίζεται ως η εγγύτερη σχέση των πρώτων τουλάχιστον χρόνων ζωής).
Αλλά ας δούμε αυτή την δυσκολία του αποχωρισμού σε σχέση με τη λήψη απόφασης.
Κάθε φορά που καλούμαστε να πάρουμε μία απόφαση, επιλέγουμε έναν δρόμο, αφήνοντας τους άλλους πίσω. Για να μπορεί να γίνει αυτό, το υποκείμενο έρχεται αναπόφευκτα σε επαφή με την απώλεια και ένα μικρό πένθος για αυτό που αφήνει όταν δεν το επιλέγει.
Έτσι, όταν κάποιος χαρακτηρίζεται από εξαρτητική συμπεριφορά, δυσκολεύεται πολύ να αποφασίσει. Οι αποφάσεις καθορίζουν την πορεία της ζωής αλλά και συμβάλλουν στην συνεχή αναδιαμόρφωση της ταυτότητας. Οι αποφάσεις είναι αυτές που μας βάζουν αντιμέτωπους με την προσωπική ευθύνη, αφού εμείς καλούμαστε να τις πάρουμε. Τελικά είναι μέσα από τις προσωπικές αυτές επιλογές που ωριμάζουμε και διαμορφωνόμαστε.
Όσο δεν λαμβάνεται μία απόφαση, τόσο το άτομο είναι κολλημένο στο κέντρο ενός σταυροδρομιού το οποίο είναι περιτριγυρισμένο από διαφορετικούς δρόμους. Και δεν θα ήταν βλαβερό αυτό αν ο χρόνος έπαυε να υπάρχει κι αν οι υπόλοιποι γύρω μας είχαν την ίδια στάση με μας. Και επειδή τα πάντα ρει, ακόμη κι αν κάποιος δεν το θέλει, η λύση θα έρθει απ’ έξω αλλά τις περισσότερες φορές δεν είναι προς όφελος της ζωής του υποκειμένου, συχνότερα δε είναι καταστροφική για το μέλλον του.
Σίγουρα η λήψη μίας απόφασης, ακόμη κι αν αποδειχθεί ότι ήταν λάθος εκ των υστέρων, είναι καλύτερη από τη μη λήψη απόφασης. Κι αυτό γιατί στην πρώτη περίπτωση τα πράγματα κινούνται από το ίδιο το άτομο και δεν μπορεί συνεχώς να παίρνει λάθος αποφάσεις, ενώ στη δεύτερη περίπτωση το υποκείμενο έχει την αίσθηση ότι δεν ελέγχει τη ζωή του και μένει ακινητοποιημένο στην κατάσταση που ήδη βρίσκεται περιμένοντας τη λύση απ' έξω. Σκεφτείτε με πόσο μεγάλες δόσεις απογοήτευσης και ματαιότητας τροφοδοτεί κάποιος τον εαυτό του, μέσα από μία τέτοια στάση.
Φυσικά και δεν είναι απαραίτητο να κινούμαστε συνεχώς. Η παραμονή όμως σε μία κατάσταση θα πρέπει να έχει προκύψει από μία απόφαση, μία επιθυμία κι όχι από αδυναμία λήψης απόφασης.
Στα είκοσι, ο καθένας νομίζει ότι μπορεί να κάνει τα πάντα. Όλος ο χρόνος είναι μπροστά και όλες οι επιλογές ανοιχτές. Αργότερα καταλαβαίνει ότι δεν μπορεί να τα κάνει όλα, τα περισσότερα μάλιστα δεν θα τα κάνει ποτέ. Αυτή η ματαίωση, αυτός ο αποχαιρετισμός των δρόμων που ποτέ δεν θα ταξιδευτούν, ανοίγει ένα νέο κύκλο, το δρόμο για την προσωπική κατασκευή της ζωής και τη συνεχή αναδιαμόρφωση της ταυτότητας. Έτσι, ευτυχώς, δεν είμαστε όλοι ίδιοι, θα ήταν εξαιρετικά βαρετό...
Υπάρχουν άνθρωποι που δείχνουν να τα καταφέρνουν καλά στη ζωή τους. Η επιτυχία (επί της τύχης) δεν θα πρέπει να μπαίνει όμως μέσα στα στενά πλαίσια που πολλά βιβλία εκλαϊκευμένης ψυχολογίας δίνουν στον όρο. Η επιτυχία δεν έχει να κάνει με κάτι το οποίο δίνεται από κάπου έξω (π.χ. το πρότυπο ζωής του Cosmopolitan) αλλά με το ίδιο το νόημα και τις αυστηρά προσωπικές επιθυμίες του υποκειμένου.
Η ανεύρεση της προσωπικής επιθυμίας (πράγμα όχι και τόσο εύκολο για πολλούς) σημαίνει και την έναρξη της ενήλικης ζωής και έχει ως αποτέλεσμα την κατασκευή ενός στόχου προς επίτευξη. Η ύπαρξη των στόχων είναι και αυτή που δίνει στη ζωή ουσία και ταυτόχρονα κινητοποιεί τη δράση. Δίνει νόημα στο πρωινό ξύπνημα και τη νέα μέρα που ξεκινά και ο άνθρωπος δεν λειτουργεί ως ρομπότ που εκτελεί μηχανιστικά λειτουργίες επιβίωσης.
Όλη αυτή η διεργασία, ο δρόμος προς, και η επίτευξη του στόχου φαίνεται να συνδέεται άμεσα με το αίσθημα ευτυχίας που κάποιος νοιώθει. Μέσα σε αυτόν τον προσωπικό δρόμο το υποκείμενο έρχεται αντιμέτωπο με τη λήψη αποφάσεων, άλλοτε ευκολότερων κι άλλοτε δυσκολότερων, αποφάσεις που θα κρίνουν και την αποτελεσματικότητα, δηλαδή την εκπλήρωση της επιθυμίας και την κατάκτηση του στόχου.
Η αποτελεσματικότητα, λοιπόν, σχετίζεται άμεσα με τις αποφάσεις που παίρνουμε καθημερινά και με την ευκολία που γίνεται αυτό. Η αποπεράτωση των εκκρεμών υποθέσεων συνοδεύεται από ικανοποίηση και την αίσθηση ότι η ζωή προχωρά με το τιμόνι της στα χέρια του ατόμου που λαμβάνει αποφάσεις για ό,τι το αφορά, σχέσεις, δουλειά, τόπο διαμονής, αλλά και πράγματα πιο απλά, όπως τα ρούχα που θα φορέσει, ή πού θα επιλέξει να πάει διακοπές.
Θα λέγαμε γενικότερα ότι αποτελεσματικός είναι κάποιος που μπορεί να φέρει σε πέρας μία εργασία, μία υπόθεση, ένα πρόβλημα, να υπερνικήσει ένα εμπόδιο που θα σταθεί στον δρόμο του. Σε οποιαδήποτε από αυτές τις συνθήκες έχει να επιλέξει ανάμεσα σε πολλούς δυνητικούς δρόμους και χρειάζεται να πάρει μία απόφαση προκειμένου να συνεχίσει την πορεία του.
Αν παρατηρήσετε γύρω σας, θα δείτε πολλούς ανθρώπους που δυσκολεύονται υπερβολικά να πάρουν μία απόφαση, ίσως να ανήκετε και εσείς σε αυτή την κατηγορία. Η δυσκολία αυτή σχετίζεται κυρίως με το φόβο του λάθους, μέσα από μία λανθασμένη απόφαση, όταν υπάρχουν περισσότερες από μία επιλογές.
Σκεφτείτε πόσο περισσότερο μεγαλώνει αυτή η δυσκολία όταν το υποκείμενο έχει μεγαλώσει μέσα σε ένα περιβάλλον όπου δεν υπάρχει ανοχή στα λάθη. Επιρρεπή σε αυτή την περίπτωση είναι συχνά παιδιά των οποίων οι γονείς είχαν χαμηλή ανοχή στο λάθος του παιδιού. Το αποτέλεσμα μίας τέτοιας διαπαιδαγώγησης είναι ο δισταγμός μπροστά στις αποφάσεις και το βαρύ αίσθημα αποτυχίας όταν γίνει λάθος.
Μία άλλη αιτία δυσκολίας λήψης απόφασης είναι η ύπαρξη αντίθετων συναισθημάτων ταυτόχρονα (δηλ. η αμφιθυμία). Αυτή η συναισθηματική κατάσταση, για τον Φρόυντ σχετίζεται με το ένστικτο του θανάτου, έχει ως αποτέλεσμα την καθήλωση του ατόμου μπροστά σε οποιαδήποτε απόφαση, ιδιαίτερα σε αυτές που κάτι κερδίζει και κάτι χάνει.
Η αμφιθυμία μπορεί να εμφανιστεί μπροστά σε ένα δύσκολο δίλημμα και να καθηλώσει τον άνθρωπο για κάποιο χρόνο στην ακινησία στην οποία υπολογίζει τα θετικά και τα αρνητικά κάθε δυνατού δρόμου (απόφασης) που καλείται να επιλέξει. Αυτό βιώνεται ως βασανιστικό, καθώς η ψυχική σύγκρουση ανάμεσα στα δύο αντίθετα ή διαφορετικά συναισθήματα απαιτεί μεγάλα ψυχικά αποθέματα και οδηγεί σε μεγάλη κόπωση το υποκείμενο.
Η αμφιθυμία μπορεί να είναι και μία συναισθηματική κατάσταση οικεία για το υποκείμενο. Εμφανίζεται δηλαδή συχνά, ακόμη και σε περιπτώσεις μικρής βαρύτητας, όπου η λήψη μίας απόφασης δεν σχετίζεται με κάποιο διακύβευμα υψηλού κόστους. Η αμφιθυμία ως στοιχείο προσωπικότητας είναι συνυφασμένη με την εξάρτηση, αφού το άτομο ακινητοποιείται, μένοντας προσκολλημένο στο σημείο που βρίσκεται μην μπορώντας να πάρει μία απόφαση.
Έτσι, η ίδια η αναποτελεσματικότητα σχετίζεται πρωτίστως με την εξάρτηση. Η ίδια η λέξη αποτελεσματικός, συμπεριλαμβάνει το τέλος (που σημαίνει τόσο σκοπός, όσο και τέλος).
Όπως ξέρουμε το βασικό στοιχείο της εξάρτησης είναι η δυσκολία αποχωρισμών, με κυριότερη την δυσκολία αποχωρισμού από τη μητέρα (που χαρακτηρίζεται ως η εγγύτερη σχέση των πρώτων τουλάχιστον χρόνων ζωής).
Αλλά ας δούμε αυτή την δυσκολία του αποχωρισμού σε σχέση με τη λήψη απόφασης.
Κάθε φορά που καλούμαστε να πάρουμε μία απόφαση, επιλέγουμε έναν δρόμο, αφήνοντας τους άλλους πίσω. Για να μπορεί να γίνει αυτό, το υποκείμενο έρχεται αναπόφευκτα σε επαφή με την απώλεια και ένα μικρό πένθος για αυτό που αφήνει όταν δεν το επιλέγει.
Έτσι, όταν κάποιος χαρακτηρίζεται από εξαρτητική συμπεριφορά, δυσκολεύεται πολύ να αποφασίσει. Οι αποφάσεις καθορίζουν την πορεία της ζωής αλλά και συμβάλλουν στην συνεχή αναδιαμόρφωση της ταυτότητας. Οι αποφάσεις είναι αυτές που μας βάζουν αντιμέτωπους με την προσωπική ευθύνη, αφού εμείς καλούμαστε να τις πάρουμε. Τελικά είναι μέσα από τις προσωπικές αυτές επιλογές που ωριμάζουμε και διαμορφωνόμαστε.
Όσο δεν λαμβάνεται μία απόφαση, τόσο το άτομο είναι κολλημένο στο κέντρο ενός σταυροδρομιού το οποίο είναι περιτριγυρισμένο από διαφορετικούς δρόμους. Και δεν θα ήταν βλαβερό αυτό αν ο χρόνος έπαυε να υπάρχει κι αν οι υπόλοιποι γύρω μας είχαν την ίδια στάση με μας. Και επειδή τα πάντα ρει, ακόμη κι αν κάποιος δεν το θέλει, η λύση θα έρθει απ’ έξω αλλά τις περισσότερες φορές δεν είναι προς όφελος της ζωής του υποκειμένου, συχνότερα δε είναι καταστροφική για το μέλλον του.
Σίγουρα η λήψη μίας απόφασης, ακόμη κι αν αποδειχθεί ότι ήταν λάθος εκ των υστέρων, είναι καλύτερη από τη μη λήψη απόφασης. Κι αυτό γιατί στην πρώτη περίπτωση τα πράγματα κινούνται από το ίδιο το άτομο και δεν μπορεί συνεχώς να παίρνει λάθος αποφάσεις, ενώ στη δεύτερη περίπτωση το υποκείμενο έχει την αίσθηση ότι δεν ελέγχει τη ζωή του και μένει ακινητοποιημένο στην κατάσταση που ήδη βρίσκεται περιμένοντας τη λύση απ' έξω. Σκεφτείτε με πόσο μεγάλες δόσεις απογοήτευσης και ματαιότητας τροφοδοτεί κάποιος τον εαυτό του, μέσα από μία τέτοια στάση.
Φυσικά και δεν είναι απαραίτητο να κινούμαστε συνεχώς. Η παραμονή όμως σε μία κατάσταση θα πρέπει να έχει προκύψει από μία απόφαση, μία επιθυμία κι όχι από αδυναμία λήψης απόφασης.
Στα είκοσι, ο καθένας νομίζει ότι μπορεί να κάνει τα πάντα. Όλος ο χρόνος είναι μπροστά και όλες οι επιλογές ανοιχτές. Αργότερα καταλαβαίνει ότι δεν μπορεί να τα κάνει όλα, τα περισσότερα μάλιστα δεν θα τα κάνει ποτέ. Αυτή η ματαίωση, αυτός ο αποχαιρετισμός των δρόμων που ποτέ δεν θα ταξιδευτούν, ανοίγει ένα νέο κύκλο, το δρόμο για την προσωπική κατασκευή της ζωής και τη συνεχή αναδιαμόρφωση της ταυτότητας. Έτσι, ευτυχώς, δεν είμαστε όλοι ίδιοι, θα ήταν εξαιρετικά βαρετό...
Η φύση της αλήθειας στον Παρμενίδη δεν είναι η δοξασία του κοινού νου
Το «Είναι» μπορεί να αποτελέσει αυθεντικό αντικείμενο της νόησης.
Παρμενίδης: “το γαρ αυτό νοείν εστί τε και είναι”
Οι δύο μεγάλοι φιλόσοφοι της εποχής, ο Ηράκλειτος και ο Παρμενίδης, θα υποδείξουν μια άλλη προσέγγιση. Συνήθως θεωρούμε ότι εκπροσωπούν αντίθετους πόλους στη φιλοσοφία: ο Ηράκλειτος είναι ο φιλόσοφος της αέναης αλλαγής και ο Παρμενίδης της απόλυτης ακινησίας. Και όμως η αφετηρία της σκέψης τους είναι κοινή. Και για τους δύο η φιλοσοφία είναι άρνηση του κοινού νου. Στις διαδεδομένες πεποιθήσεις των ανθρώπων, στις θρησκευτικές τους πρακτικές, ακόμη και στις απλές εικόνες που σχηματίζουν για τον κόσμο, δεν υπάρχει η παραμικρή δόση αλήθειας. Ο φιλόσοφος δεν θα κολακέψει ποτέ το πλήθος, δεν θα επιδιώξει να το προσεταιριστεί. Για να το αποσπάσει από τις βεβαιότητές του δεν θα διστάσει να κατακρίνει ανοιχτά τις συνήθειες, τις αξίες και τις αντιλήψεις του.
«Θέλουν να καθαρθούν και μολύνονται με άλλο αίμα και μπροστά σ᾽ αυτά τα αγάλματα προσεύχονται, όπως θα φλυαρούσε κανείς στο σπίτι του χωρίς να ξέρει τι είναι οι θεοί και τι οι ήρωες.» Ηράκλειτος, απόσπ. 5
«Οι άνθρωποι δεν ξέρουν τι κάνουν όταν είναι ξύπνιοι, όπως ξεχνούν όσα κάνουν κοιμισμένοι.» Ηράκλειτος, απόσπ. 1
«Οι πολλοί δεν βασανίζουν το μυαλό τους με αυτά που τους τυχαίνουν, ούτε κι αν τα μάθουν τα καταλαβαίνουν, αλλά νομίζει ο καθένας ότι κάτι ξέρει.» Ηράκλειτος, απόσπ. 17
«Γιατί σε κρατώ μακριά και από εκείνο τον δρόμο,
όπου οι θνητοί αδαείς περιφέρονται,
δικέφαλοι· γιατί η αδυναμία μες στο στήθος τους
κατευθύνει τον περιπλανώμενο νου· κι αυτοί παρασύρονται,
κουφοί αλλά και τυφλοί, έκθαμβοι, ορδές χωρίς κρίση.»
Παρμενίδης, απόσπ. 6
Η φιλοσοφία είναι μια εντελώς νέα μορφή γνώσης, η οποία διεκδικεί ευθαρσώς την πρωτοτυπία και την αυτονομία της. Δεν συνδέεται με τη θρησκευτική πρακτική, δεν χρωστά τίποτε στην ποιητική παράδοση και στην αρχαία σοφία ούτε αποτελεί συνέχεια της ιωνικής ιστορίας. Ο φιλόσοφος θα διαχωρίσει τη θέση του από κάθε μορφή παλαιότερης γνώσης, θα αποκαθηλώσει τους δασκάλους των προηγούμενων γενεών.
«Η πολυμάθεια δεν φωτίζει τον νου· αλλιώς θα είχε διδάξει τον Ησίοδο και τον Πυθαγόρη κι ακόμη τον Ξενοφάνη και τον Εκαταίο.» Ηράκλειτος, απόσπ. 40
«Τον Όμηρο θα άξιζε να τον διώχνουν από τους αγώνες και να τον χτυπούν και τον Αρχίλοχο το ίδιο.» Ηράκλειτος, απόσπ. 42
«Αρχηγός των αγυρτών [ο Πυθαγόρης]. Ηράκλειτος, απόσπ. 81
Ο φιλόσοφος τοποθετείται απέναντι στο πλήθος και στην παράδοση και διδάσκει την αληθινή γνώση. Γνωρίζει ότι η αποστολή του είναι δύσκολη. Η αλήθεια της φιλοσοφίας απαιτεί μεγάλη διανοητική προσπάθεια, δεν είναι αυτονόητη ούτε προσιτή σε όλους. Για να την κατανοήσει κανείς θα πρέπει να απαλλαγεί από τις προκαταλήψεις του και να δει την πραγματικότητα μέσα από ένα ριζικά νέο πρίσμα. Γιατί όμως να ακολουθήσει κανείς αυτό τον δρόμο; Από πού αντλεί το κύρος της μια τέτοια δύσκολη γνώση;
Ο Ηράκλειτος και ο Παρμενίδης θα παρουσιαστούν ως θεματοφύλακες μιας αλήθειας η οποία τους ξεπερνά. Ο φιλόσοφος είχε την τύχη ή το χάρισμα να του αποκαλυφθεί κάποια στιγμή η αλήθεια, και τώρα ανέλαβε την αποστολή να τη μεταδώσει και στους άλλους. «Μην ακούσετε εμένα αλλά τον Λόγο» είναι η συμβουλή του Ηράκλειτου. Ο Παρμενίδης αφηγείται τη φιλοσοφική του μύηση από μια θεά που του αποκάλυψε ότι η μόνη αληθινή γνώση είναι η γνώση του Όντος. «Λόγος» και «Ον» με την φιλοσοφία κατακτά βήμα με βήμα το βασικό της λεξιλόγιο.
Η φιλοσοφία του Παρμενίδη εμπεριέχεται σε ένα αποκαλυπτικό ποίημα, γραμμένο σε δακτυλικό εξάμετρο, από το οποίο ευτυχώς διασώθηκαν τα πιο σημαντικά μέρη. Στο ποίημα ένας νέος (ο ίδιος ο Παρμενίδης) διηγείται τη μύησή του στη φιλοσοφία από μια θεά, η οποία αναλαμβάνει να τον κρατήσει μακριά από τις κοινές αντιλήψεις των ανθρώπων, «όπου αληθινή εμπιστοσύνη δεν υπάρχει», και να τον οδηγήσει στην «ατρόμητη καρδιά της ολοστρόγγυλης αλήθειας».
Το ποίημα του Παρμενίδη χωρίζεται σε τρία μέρη. Στο εκτενές προοίμιο, σε καθαρά επική γλώσσα, περιγράφεται η ανάβαση του νέου προς τις πύλες της Ημέρας και της Νύκτας, όπου θα συναντήσει τη θεά. Το δεύτερο και κύριο μέρος του ποιήματος είναι ο λόγος της θεάς [Α] για τη φύση της αλήθειας. Το τρίτο και πιο αινιγματικό, από το οποίο έχουν σωθεί λίγα αποσπάσματα, θα πρέπει να ήταν μάλλον μια ανάπλαση κοσμολογικών αντιλήψεων που θυμίζουν προγενέστερους φιλοσόφους.
Στα χρόνια του Παρμενίδη ο φιλόσοφος είναι ακόμη ελεύθερος να εκφραστεί μέσα από το είδος του λόγου που ο ίδιος θεωρεί πρόσφορο. Η φιλοσοφική πραγματεία σε πεζό λόγο, όπως τη γνωρίζουμε σήμερα, θα καθιερωθεί μόνο μετά τον Αριστοτέλη. Το γεγονός λοιπόν ότι ο Παρμενίδης επιλέγει τον ποιητικό λόγο, την ίδια στιγμή που ο Ηράκλειτος εκφράζεται με χρησμούς και οι Πυθαγόρειοι αποφεύγουν τη γραφή, έχει σημασία.
Η γλώσσα του έπους δεν είναι απλώς υποβλητική, είναι η γλώσσα της παιδείας και της θρησκείας των Ελλήνων, η γλώσσα μέσα από την οποία οι Έλληνες έχουν εμπεδώσει την κοινή τους καταγωγή και τις κοινές τους αξίες. Ο Παρμενίδης εντάσσει τον εαυτό του στην παράδοση του Όμηρου και του Ησίοδου. Φιλοδοξεί μέσα από την καθιερωμένη οδό να μεταδώσει ένα νέο μήνυμα παιδείας: ο φιλοσοφικός λόγος μπορεί να αντικαταστήσει τον μύθο.
Τη θέση της Μούσας του ποιητή παίρνει τώρα η θεά του Παρμενίδη. Ο λόγος της είναι υποβλητικός και δογματικός, είναι η ίδια η αποκάλυψη μιας μοναδικής Αλήθειας. Είναι όμως ταυτοχρόνως ένας λόγος συνεκτικός και αποδεικτικός, ένας λόγος που μπορεί να γίνει κατανοητός μόνο αν αφυπνιστεί η λογική ικανότητα και το κριτικό πνεύμα του αποδέκτη. Αυτή είναι άλλωστε και η συμβουλή της στον νεαρό Παρμενίδη:
«Να κρίνεις με τον λόγο τον επίμαχο έλεγχο που εγώ πρότεινα» (απόσπ. 7).
Οι αρχαίοι δεν εκτιμούσαν ιδιαίτερα τα ποιητικά χαρίσματα του Παρμενίδη. Τον θεωρούσαν μεγάλο φιλόσοφο αλλά μέτριο ποιητή. Οι αφηρημένες έννοιες και οι αποδεικτικοί συλλογισμοί της Παρμενίδειας φιλοσοφίας ασφυκτιούν μέσα στο περίβλημα της επικής ποίησης. Η φιλοσοφία έπρεπε να βρει τον δικό της τρόπο έκφρασης.
Η θεωρία του Παρμενίδη, είναι διάχυτη από την αμφιβολία, κατά πόσο οι αισθήσεις μπορούν να μας δώσουν την αντικειμενική αλήθεια. Ακόμα και ο Ηράκλειτος αναρωτιόταν για την αντικειμενικότητα της Λογικής. Τις φιλοσοφικές του ιδέες και τις προσπάθειές του να ερμηνεύσει τον κόσμο εκθέτει στο φιλοσοφικό ποίημά του «Περί φύσεως» από το οποίο σώθηκαν μόνο αποσπάσματα.
Κατά την θεωρία του το ον είναι αδιατάρακτο και αγέννητο και μέσα στην ενότητά του διαλύεται ο κόσμος των φαινομένων και εντυπώσεων. Άρα, το αληθινό ον είναι διαφορετικό απ` αυτό που μας δίνουν οι αισθήσεις και η επιστήμη της γνώσης διαφορετική από την υποκειμενική γνώμη. Είναι ο φιλόσοφος του Είναι, σε αντιπαραβολή με τον Ηράκλειτο που είναι ο φιλόσοφος του Γίγνεσθαι.
Θεωρεί ότι ο κόσμος αποτελείται από ένα σύνολο πολλαπλών φαινομένων, στον κόσμο αυτόν το κάθε φαινόμενο ή αντικείμενο είναι κάτι και παράλληλα δεν είναι κάτι άλλο, δηλαδή το καθετί μέσα στον κόσμο έχει τη δική του φύση, τις δικές του ιδιότητες, τα δικά του κύρια χαρακτηριστικά.
Σ` αυτό το σκεπτικό στηρίζει τη θέση του πάνω στο Είναι και Μη Είναι των πραγμάτων. Καθετί συνεπώς Είναι και συγχρόνως δεν Είναι. Γι’ αυτό και για τον Παρμενίδη, δεν υπάρχει ούτε γένεση ούτε φθορά. Η πολλαπλότητα των αντικειμένων είναι μόνο μια δοξασία. Αληθινό είναι μόνο ό,τι μπορεί να εκφραστεί με το Είναι. Η γνώση φτάνει μέχρι την πλήρη αντίληψη του όντος, από τη στιγμή που και η νόηση είναι ταυτόσημη με την ύπαρξη, δηλ. μπορεί να νοήσει κανείς ό,τι είναι αληθινά υπαρκτό.
Τα κύρια στοιχεία της σύνθεσης του κόσμου είναι το θερμό και το αντίθετό του ψυχρό. Το θερμό μέσα στη σφαίρα που συνθέτει τον κόσμο κατέχει τη θέση του όντος. Ο Παρμενίδης εκθέτει τη φιλοσοφία του σε έμμετρο λόγο (δακτυλικό εξάμετρο), επιθυμώντας πιθανώς να την παρουσιάσει ως αποτέλεσμα θείας αποκάλυψης. Στο προοίμιο του ποιήματoς περιγράφεται το ταξίδι του ποιητή πάνω σε άρμα, καθοδηγούμενο από κόρες του ΄Ηλιου σε μια ανώνυμη θεά. Ακολουθεί η Αλήθεια, στην οποία μιλά η θεά επιχειρώντας μια προσέγγιση της καρδιάς της αλήθειας.
«αλλά ωστόσο θα μάθεις και τούτο, πως τα δοκούντα θα έπρεπε να είναι απολύτως δεκτά, όλα δεκτά στο σύνολό τους ως όντα».
Παρουσιάζοντας τα φαινόμενα ως όντα, εισάγεται στο ποίημα το Είναι και γεννιέται εκείνος ο κλάδος της φιλοσοφίας που ονομάζεται Οντολογία, δηλαδή λόγος περί του όντος, περί του Είναι. Σε αντίθεση με τους Ίωνες ο Παρμενίδης δεν ρωτά για το τι των όντων, αλλά στρέφει την προσοχή μας στο Είναι.
Με τον όρο Οντολογία αναφερόμαστε στο λόγο περί του όντος ή στην επιστήμη του όντος, τη φιλοσοφική αναζήτηση που εξετάζει τις αρχές της ύπαρξης και συγκρότησης του Όντος, μελετά τη φύση και την ουσία των Όντων (Ον= αυτό που πραγματικά υπάρχει, καθετί που έχει υπόσταση). Στη φιλοσοφία η έρευνα της φύσης του όντος γίνεται σε διάκριση από το φαινόμενο.
Όταν η οντολογία αναδεικνύει την ουσία, σε σχέση με τα επιμέρους όντα, τότε αποκαλείται ουσιοκρατία, ουσιολογική οντολογία, ουσιοκρατική οντολογία ή σπανιότερα, εσενσιαλισμός (essentialismus) από τη λατινική λέξη essentia (ουσία).
Όταν η οντολογία προκρίνει το πρόσωπο έναντι της ουσίας, τότε ονομάζεται προσωποκρατία, προσωποκεντρισμός, περσοναλισμός (personalismus) ή προσωποκρατική οντολογία. Όταν η οντολογία δίνει προτεραιότητα στο άτομο έναντι του προσώπου, τότε ονομάζεται ατομοκρατική οντολογία ή ατομοκρατία.
Σε ένα άλλο απόσπασμα ο Παρμενίδης αντιδιαστέλλει το Είναι, την ύπαρξη των όντων, με το μηδέν και το απορρίπτει, μη αποδεχόμενος τη σύλληψη του απόλυτου μηδενός ως αντίθετου στο Είναι. Παρόλο που αναφέρει αρχικά τις δύο οδούς του είναι και του μηδενός, ως τις μόνες που μπορούν να νοηθούν, σπεύδει να υπογραμμίσει ότι η οδός του «Είναι» είναι η μόνη αληθινή και ότι μόνον το «Είναι» μπορεί να αποτελέσει αυθεντικό αντικείμενο της νόησης. Η νόηση εδώ δεν εξαρτάται βέβαια από τις αισθήσεις, ούτε τις λέξεις, αλλά εισδύει στη βαθύτερη ουσία των πραγμάτων.
Άσχετα από τη μεταβολή των εξωτερικών πραγμάτων το «Είναι» που αφορά αδιακρίτως κάθε ον, αποτελεί το μοναδικό αντικείμενο της Αλήθειας, η οποία δεν αρνείται τον Κόσμο και την πολλαπλότητα, την κίνηση και την πολυμορφία, αλλά υπογραμμίζει την «ΕΝΟΤΗΤΑ» και συνέχεια που τον διέπει, αν φυσικά τον δούμε γεμάτο από το «Είναι».
Ο μονισμός της Αλήθειας και ο δυισμός της Δόξας δε βρίσκονται σε αντίθεση, αλλά αλληλοσυμπληρώνονται και συνδέονται στενά. Η Αλήθεια ασχολείται με το Αμετάβλητο «Είναι» ενώ η Δόξα με το Κοσμικό «Γίγνεσθαι». Ανάμεσα στα δύο τμήματα το τμήμα της Αλήθειας ήταν εκείνο που επηρέασε την εξέλιξη της ελληνικής φιλοσοφίας περισσότερο από οποιοδήποτε άλλο προσωκρατικό κείμενο. Η επίδρασή του είναι εμφανής τόσο στους μεταγενέστρεους προσωκρατικούς όσο και στο έργο του Πλάτωνα [Πυθαγόρη] και του Αριστοτέλη.
Στα κείμενά του παρουσιάζεται, ο Ελεάτης φιλόσοφος, πως έρχεται με μια άμαξα από τον ουρανό και συνομιλεί, αναπτύσσοντας τις φιλοσοφικές του απόψεις, όχι με θνητό αλλά με μια θεά. Αποδίδει με τον τρόπο αυτό την πνευματική δύναμη των απόψεων του.
Ο λόγος του είναι αρχέγονος:
Εἰ δ΄ ἄγ΄ ἐγὼν ἐρέω, κόμισαι δὲ σὺ μῦθον ἀκούσας,
αἵπερ ὁδοὶ μοῦναι διζήσιός εἰσι νοῆσαι
ἡ μὲν ὅπως ἔστιν τε καὶ ὡς οὐκ ἔστι μὴ εἶναι,
Πειθοῦς ἐστι κέλευθος
ἀληθείῃ γὰρ ὀπηδεῖ
ἡ δ΄ ὡς οὐκ ἔστιν τε καὶ ὡς χρεών ἐστι μὴ εἶναι,
τὴν δή τοι φράζω παναπευθέα ἔμμεν ἀταρπόν
οὔτε γὰρ ἂν γνοίης τό γε μὴ ἐὸν – οὐ γὰρ ἀνυστόν –
οὔτε φράσαις.
[Εμπρός λοιπόν, εγώ θα σου μιλώ, κι εσύ σκέψου, αφού ακούσεις
τον λόγο μου, ποιοι μόνοι δρόμοι έρευνας μπορούν να είναι προσιτοί στη νόηση
ο ένας, πως το Είναι υπάρχει και δεν μπορεί να μην υπάρχει,
είναι ο δρόμος της Πειθούς
γιατί ακολουθεί την αλήθεια
ο άλλος όμως πως δεν υπάρχει και πως είναι ανάγκη να μην υπάρχει
αυτό το μονοπάτι, σου λέω, είναι εντελώς απρόσιτο/μη-γνωρίσιμο
γιατί ούτε να γνωρίσεις θα μπορούσες το μη ον, κάτι δηλαδή το
ανέφικτο ούτε να το εκφράσεις, να το πεις.]
Και πιο κάτω με στοχασμό μεταφυσικό:
«Χρὴ τὸ λέγειν τε νοεῖν τ΄ ἐὸν ἔμμεναι ἔστι γὰρ εἶναι,
μηδὲν δ΄ οὐκ ἔστιν»
[Είναι απαραίτητο να λέγεται και να νοείται πως το Ον υπάρχει.
Γιατί το Είναι, η ουσία του σύμπαντος υπάρχει. Το μηδέν όμως δεν υπάρχει.]
Είναι ακριβώς η αντιγραφή του Καρτέσιου, που κυριάρχησε στην ευρωπαϊκή διανόηση:
‘ex nihilo nihil fit’ [από το τίποτε δεν δημιουργείται τίποτε.]
ή κατά Παρμενίδη – δύο χιλιάδες χρόνια πριν τον Καρτέσιο:
« ἔστι γὰρ εἶναι,
μηδὲν δ΄ οὐκ ἔστιν»
[Δηλαδή, δεν υπάρχει γένεση ούτε φθορά.
Γιατί η γένεση προϋποθέτει μια κατάσταση «Μη Είναι»
που μεταβαίνει στην κατάσταση του «Είναι»
και αντίστροφα για τη φθορά (θάνατο).]
Για το ίδιο το σύμπαν θα εκφράσει την άποψη:
«πῶς γαῖα καὶ ἥλιος ἠδὲ σελήνη
αἰθήρ τε ξυνὸς γάλα τ΄ οὐράνιον καὶ ὄλυμπος
ἔσχατος ἠδ΄ ἄστρων θερμὸν μένος ὡρμήθησαν
γίγνεσθαι.»
[η γη, ο ήλιος και η σελήνη, ο κοινός αέρας αλλά και ο ουράνιος γαλαξίας κι ο Όλυμπος ο έσχατος (το απάτητο σύμπαν, δηλαδή) και τα φλέγοντα αστέρια διεγέρθηκαν, μπήκαν βίαια σε κίνηση.]
Η γλώσσα της φιλοσοφίας: Αρκεί η αρχή της ταυτότητας για να κάνει κανείς φιλοσοφία; Πόσο μακριά μπορεί να πάει κανείς μόνο με αυτή την αρχή; Ας παρακολουθήσουμε τον βασικό συλλογισμό του Παρμενίδη.
«Ένας πια μόνο λόγος για οδό απομένει: ότι είναι. Και υπάρχουν σημάδια σ᾽ αυτή την οδό πάμπολλα, ότι το ον είναι αγέννητο και άφθαρτο, όλο και μοναδικό, ακλόνητο και πλήρες. Ούτε ποτέ ήταν ούτε θα είναι, γιατί είναι τώρα όλο μαζί, ένα, συνεχές. Γιατί ποια γέννησή του θα αναζητούσες; Από τα πού και προς πού να αυξήθηκε; Ούτε θα σ᾽ αφήσω από το μη ον να πεις ή να σκεφτείς· γιατί δεν είναι δυνατό να πεις ή να σκεφτείς ότι δεν είναι. Ποια ανάγκη θα το έκανε αργότερα ή νωρίτερα να αυξηθεί, ενώ θα είχε αρχίσει από το τίποτε; Επομένως, πρέπει είτε να είναι εντελώς είτε να μην είναι καθόλου.» Παρμενίδης, απόσπ. 8.1-11
Ο Παρμενίδης έχει ήδη δείξει δύο πράγματα. Πρώτον, ότι για κάτι που δεν υπάρχει, για το μη ον, δεν μπορεί κανείς να πει τίποτε. Και δεύτερον, ότι για κάτι υπαρκτό, για το ον, μπορεί κανείς να πει με βεβαιότητα μόνο ότι Είναι. Από την πιστοποίηση του όντος ο Παρμενίδης εξάγει τις βασικές του ιδιότητες: το ον είναι αγέννητο και ανώλεθρο, μοναδικό, ακίνητο, πλήρες, συνεχές.
Στο χωρίο επάνω αποδεικνύεται γιατί το ον δεν μπορεί να έχει γεννηθεί. Με παρόμοιο συλλογισμό ο Παρμενίδης θα αποδείξει ότι το ον δεν έχει θάνατο (είναι ανώλεθρο), δεν έχει κίνηση και μεταβολή (είναι αμετάβλητο), δεν έχει μέρη (είναι πλήρες και συνεχές), δεν αποτελεί μέρος μιας δυάδας (είναι μοναδικό). Πώς γίνονται αυτές οι αποδείξεις;
Όταν λέμε για κάποιο πράγμα ότι έχει γεννηθεί, εννοούμε ότι αυτό το πράγμα προηγουμένως δεν υπήρχε. Γέννηση είναι η μετάβαση από την ανυπαρξία στην ύπαρξη. Αυτές οι δύο καταστάσεις είναι όμως μεταξύ τους ασυμβίβαστες. Κατά τον Παρμενίδη, κάτι υπάρχει ή δεν υπάρχει. Δεν μπορεί ταυτοχρόνως να υπάρχει και να μην υπάρχει. Για την ανυπαρξία έτσι κι αλλιώς δεν μπορώ να πω τίποτε. Μπορώ να μιλήσω μόνο για την ύπαρξη. Άρα, αν κάτι υπάρχει, δεν μπορεί να έχει γεννηθεί. Το ον είναι αγέννητο.
Η βασική σκέψη του Παρμενίδη είναι ότι, αν δεχτούμε την οποιαδήποτε μεταβολή (είτε αυτή είναι γέννηση είτε φθορά είτε κίνηση είτε διαίρεση), πέφτουμε κατ᾽ ανάγκην σε αντίφαση. Αναγκαζόμαστε να ισχυριστούμε ότι την ίδια χρονική στιγμή κάτι υπάρχει και δεν υπάρχει, κάτι είναι Α και όχι Α. Σκεφτείτε μια μεταβολή στο χρώμα ενός αντικειμένου. Όταν λέμε ότι κάτι από άσπρο έγινε μαύρο, δεχόμαστε ότι σε μια δεδομένη χρονική στιγμή το ίδιο πράγμα ήταν και άσπρο και μαύρο.
Αυτό όμως είναι αντιφατικό. Ή σκεφτείτε την κίνηση ενός αντικειμένου σε μια ευθεία γραμμή. Για να πούμε ότι το αντικείμενο αυτό κινείται, πρέπει να ισχυριστούμε ότι βρίσκεται ταυτοχρόνως στο σημείο Α της γραμμής και στο αμέσως επόμενο σημείο Β. Αυτό όμως είναι αδύνατο. Τα παράδοξα που προκύπτουν από την εφαρμογή της αρχής της ταυτότητας στην κίνηση θα τα αναπτύξει με ιδιαίτερη επιδεξιότητα ο Ζήνων, ο μαθητής του Παρμενίδη και θα αποτελέσουν περίφημους φιλοσοφικούς γρίφους σε όλη την αρχαιότητα.
Ο κόσμος του Παρμενίδη είναι ένα σύνολο αιώνιων, ακίνητων και αδιαίρετων οντοτήτων. Καθώς μάλιστα ο Παρμενίδης μιλά για το «ον» αδιακρίτως, και το ίδιο το σύμπαν θα πρέπει να θεωρηθεί μια κλειστή, αιώνια και αμετάβλητη ολότητα. Αμετάβλητες οντότητες μέσα σε ένα αμετάβλητο σύμπαν. Πόσο διατεθειμένοι είμαστε να αποδεχτούμε έναν τόσο παράδοξο κόσμο; Έναν κόσμο ξένο προς τον δικό μας, έναν κόσμο από όπου «η γέννηση έχει σβηστεί, ενώ για τη φθορά κανείς ποτέ δεν άκουσε» Θαυμάζει κανείς τη συλλογιστική δεινότητα του Παρμενίδη, αντιλαμβάνεται (ή υποψιάζεται) ότι κάτι πολύ σημαντικό έχει πει, διστάζει ωστόσο να τον ακολουθήσει στα συμπεράσματά του.
Αυτή ήταν και η στάση των μεταγενέστερων φιλοσόφων. Από τον Εμπεδοκλή και τον Δημόκριτο ως τον Πλάτωνα και τον Αριστοτέλη, όλοι θα προσπαθήσουν να απαντήσουν στην πρόκληση του Παρμενίδη. Η φιλοσοφία μετά τον Παρμενίδη διαθέτει επιτέλους τη δική της γλώσσα, χρησιμοποιεί έννοιες και συλλογισμούς, απεχθάνεται τις λογικές αντιφάσεις, τείνει προς τον αποδεικτικό λόγο. Δεν θέλει όμως και να αποστρέψει το βλέμμα της από την έκδηλη πραγματικότητα της μεταβολής.
Ο κόσμος μέσα στον οποίο ζούμε σίγουρα δεν είναι ο αμετάβλητος κόσμος του Παρμενίδη. Η σκέψη μας όμως έχει παρμενίδεια χαρακτηριστικά. Όταν μιλώ για την έννοια της ισότητας ή για το γεωμετρικό τρίγωνο δεν μπορώ παρά να ακολουθήσω τον Παρμενίδη: το γεωμετρικό τρίγωνο δεν έχει γεννηθεί ποτέ, δεν μεταβάλλεται και δεν θα πεθάνει. Το φυσικό όμως περιβάλλον, οι ψυχικές μου διεργασίες και τα ηθικά μου προβλήματα ούτε αγέννητα είναι ούτε αμετάβλητα.
Ένας συμβιβασμός είναι τελικά αναγκαίος. Ο Παρμενίδης αναγνωρίζεται από τον Πλάτωνα ως ένας από τους ιδρυτές του ορθολογισμού και ένας από τους σημαντικότερους αρχαίους Έλληνες φιλόσοφους. Μπορεί βασίμως να θεωρηθεί και δίκαια, ως ο πατέρας της κλασικής μεταφυσικής.
Η ζωή του Παρμενίδη
Ο Παρμενίδης είναι Έλληνας αρχαίος φιλόσοφος που γεννήθηκε το 514 π.κ.ε. περίπου στην Ελέα τής κάτω Ιταλίας και πέθανε περί το 440 π.κ.ε. Θεωρείται ο βασικότερος εκπρόσωπος της Ελεατικής σχολής, που ιδρύθηκε από τον ποιητή Ξενοφάνη τον Κολοφώνιο. Μαθήτευσε κοντά στον Ξενοφάνη, αλλά δέχτηκε και την επίδραση των πυθαγόρειων.
Οι τρεις Μιλήσιοι φιλόσοφοι ο Θαλής, ο Αναξίμανδρος και ο Αναξιμένης όπως είδαμε πίστευαν σε ένα – και μόνο – πρωταρχικό στοιχείο, από το οποίο είχαν προκύψει τα πάντα. Αλλά πώς μπορούσε ένα στοιχείο ν’ αλλάξει ξαφνικά μορφή και να γίνει κάτι εντελώς διαφορετικό; Το πρόβλημα αυτό μπορούμε να το ονομάσουμε πρόβλημα της μεταβολής.
M’ αυτά τα ερωτήματα ασχολήθηκαν μεταξύ των άλλων οι λεγόμενοι Ελεάτες φιλόσοφοι, που πήραν τ’ όνομα τους από την ελληνική αποικία Ελέα στη Νότια Ιταλία. Οι Ελεάτες έζησαν περίπου το 500 π.κ.ε και ο πιο γνωστός ανάμεσα τους ήταν ο Παρμενίδης (540-480 π.κ.ε)
Ο Παρμενίδης ήταν λίγο νεότερος από τον Ηράκλειτο. Γεννήθηκε στην Ελέα της νότιας Ιταλίας γύρω στο 520 π.κ.ε. και η φιλοσοφική του δραστηριότητα καλύπτει το πρώτο μισό του 5ου αιώνα. Ο Πλάτων του αφιερώνει έναν σημαντικό διάλογο, όπου ο Παρμενίδης εμφανίζεται να επισκέπτεται σε προχωρημένη ηλικία την Αθήνα και να δίνει ένα φιλοσοφικό μάθημα στον νεαρό και άσημο ακόμη Σωκράτη. Η συνάντηση αυτή είναι μάλλον προϊόν της φαντασίας του Πλάτωνα, δείχνει όμως την καθοριστική επίδραση της σκέψης του Παρμενίδη στις νεότερες γενεές των φιλοσόφων.
Και ο Παρμενίδης προερχόταν από γνωστή οικογένεια, μία από αυτές που ίδρυσαν την πόλη της Ελέας το 540 π.κ.ε. Αυτός όμως, αντίθετα από τον Ηράκλειτο, μετείχε ενεργά στα κοινά, αφού λέγεται ότι συνέταξε τους νόμους της πατρίδας του. Θα πρέπει στα νιάτα του στην Ελέα να γνώρισε τον Ξενοφάνη, χωρίς να εντυπωσιαστεί από τον ανατρεπτικό διαφωτισμό του.
Μόνο στην απόφασή του να εκφραστεί μέσα από ένα μακροσκελές ποίημα θα μπορούσε να διακρίνει κανείς κάποια επιρροή του Ξενοφάνη. Είναι σίγουρο ότι ο Παρμενίδης γνώριζε τη φιλοσοφία των Πυθαγορείων, αφού γεννήθηκε και έζησε σε μια περιοχή όπου κυριαρχούσε το Πυθαγόρειο κίνημα. Ωστόσο, ακόμη κι αν μυήθηκε στη φιλοσοφία από κάποιους Πυθαγόρειους, δεν υιοθέτησε τον τρόπο ζωής τους ούτε τις αντιλήψεις τους.
Ο Παρμενίδης ενδιαφέρθηκε για τη διάδοση των φιλοσοφικών του ιδεών και συγκέντρωσε γύρω του μαθητές. Οι μεταγενέστεροι αναφέρονται συχνά στην «ελεατική σχολή», εννοώντας κυρίως τον Παρμενίδη, τον νεότερο συμπολίτη του Ζήνωνα και τον Μέλισσο από τη Σάμο. Η σχέση όμως του Παρμενίδη με τους μαθητές του είναι σχέση διανοητικής συγγένειας, δεν θυμίζει σε τίποτε την ιεραρχική οργάνωση της πυθαγόρειας αδελφότητας.
Παρμενίδης: “το γαρ αυτό νοείν εστί τε και είναι”
Οι δύο μεγάλοι φιλόσοφοι της εποχής, ο Ηράκλειτος και ο Παρμενίδης, θα υποδείξουν μια άλλη προσέγγιση. Συνήθως θεωρούμε ότι εκπροσωπούν αντίθετους πόλους στη φιλοσοφία: ο Ηράκλειτος είναι ο φιλόσοφος της αέναης αλλαγής και ο Παρμενίδης της απόλυτης ακινησίας. Και όμως η αφετηρία της σκέψης τους είναι κοινή. Και για τους δύο η φιλοσοφία είναι άρνηση του κοινού νου. Στις διαδεδομένες πεποιθήσεις των ανθρώπων, στις θρησκευτικές τους πρακτικές, ακόμη και στις απλές εικόνες που σχηματίζουν για τον κόσμο, δεν υπάρχει η παραμικρή δόση αλήθειας. Ο φιλόσοφος δεν θα κολακέψει ποτέ το πλήθος, δεν θα επιδιώξει να το προσεταιριστεί. Για να το αποσπάσει από τις βεβαιότητές του δεν θα διστάσει να κατακρίνει ανοιχτά τις συνήθειες, τις αξίες και τις αντιλήψεις του.
«Θέλουν να καθαρθούν και μολύνονται με άλλο αίμα και μπροστά σ᾽ αυτά τα αγάλματα προσεύχονται, όπως θα φλυαρούσε κανείς στο σπίτι του χωρίς να ξέρει τι είναι οι θεοί και τι οι ήρωες.» Ηράκλειτος, απόσπ. 5
«Οι άνθρωποι δεν ξέρουν τι κάνουν όταν είναι ξύπνιοι, όπως ξεχνούν όσα κάνουν κοιμισμένοι.» Ηράκλειτος, απόσπ. 1
«Οι πολλοί δεν βασανίζουν το μυαλό τους με αυτά που τους τυχαίνουν, ούτε κι αν τα μάθουν τα καταλαβαίνουν, αλλά νομίζει ο καθένας ότι κάτι ξέρει.» Ηράκλειτος, απόσπ. 17
«Γιατί σε κρατώ μακριά και από εκείνο τον δρόμο,
όπου οι θνητοί αδαείς περιφέρονται,
δικέφαλοι· γιατί η αδυναμία μες στο στήθος τους
κατευθύνει τον περιπλανώμενο νου· κι αυτοί παρασύρονται,
κουφοί αλλά και τυφλοί, έκθαμβοι, ορδές χωρίς κρίση.»
Παρμενίδης, απόσπ. 6
Η φιλοσοφία είναι μια εντελώς νέα μορφή γνώσης, η οποία διεκδικεί ευθαρσώς την πρωτοτυπία και την αυτονομία της. Δεν συνδέεται με τη θρησκευτική πρακτική, δεν χρωστά τίποτε στην ποιητική παράδοση και στην αρχαία σοφία ούτε αποτελεί συνέχεια της ιωνικής ιστορίας. Ο φιλόσοφος θα διαχωρίσει τη θέση του από κάθε μορφή παλαιότερης γνώσης, θα αποκαθηλώσει τους δασκάλους των προηγούμενων γενεών.
«Η πολυμάθεια δεν φωτίζει τον νου· αλλιώς θα είχε διδάξει τον Ησίοδο και τον Πυθαγόρη κι ακόμη τον Ξενοφάνη και τον Εκαταίο.» Ηράκλειτος, απόσπ. 40
«Τον Όμηρο θα άξιζε να τον διώχνουν από τους αγώνες και να τον χτυπούν και τον Αρχίλοχο το ίδιο.» Ηράκλειτος, απόσπ. 42
«Αρχηγός των αγυρτών [ο Πυθαγόρης]. Ηράκλειτος, απόσπ. 81
Ο φιλόσοφος τοποθετείται απέναντι στο πλήθος και στην παράδοση και διδάσκει την αληθινή γνώση. Γνωρίζει ότι η αποστολή του είναι δύσκολη. Η αλήθεια της φιλοσοφίας απαιτεί μεγάλη διανοητική προσπάθεια, δεν είναι αυτονόητη ούτε προσιτή σε όλους. Για να την κατανοήσει κανείς θα πρέπει να απαλλαγεί από τις προκαταλήψεις του και να δει την πραγματικότητα μέσα από ένα ριζικά νέο πρίσμα. Γιατί όμως να ακολουθήσει κανείς αυτό τον δρόμο; Από πού αντλεί το κύρος της μια τέτοια δύσκολη γνώση;
Ο Ηράκλειτος και ο Παρμενίδης θα παρουσιαστούν ως θεματοφύλακες μιας αλήθειας η οποία τους ξεπερνά. Ο φιλόσοφος είχε την τύχη ή το χάρισμα να του αποκαλυφθεί κάποια στιγμή η αλήθεια, και τώρα ανέλαβε την αποστολή να τη μεταδώσει και στους άλλους. «Μην ακούσετε εμένα αλλά τον Λόγο» είναι η συμβουλή του Ηράκλειτου. Ο Παρμενίδης αφηγείται τη φιλοσοφική του μύηση από μια θεά που του αποκάλυψε ότι η μόνη αληθινή γνώση είναι η γνώση του Όντος. «Λόγος» και «Ον» με την φιλοσοφία κατακτά βήμα με βήμα το βασικό της λεξιλόγιο.
Η φιλοσοφία του Παρμενίδη εμπεριέχεται σε ένα αποκαλυπτικό ποίημα, γραμμένο σε δακτυλικό εξάμετρο, από το οποίο ευτυχώς διασώθηκαν τα πιο σημαντικά μέρη. Στο ποίημα ένας νέος (ο ίδιος ο Παρμενίδης) διηγείται τη μύησή του στη φιλοσοφία από μια θεά, η οποία αναλαμβάνει να τον κρατήσει μακριά από τις κοινές αντιλήψεις των ανθρώπων, «όπου αληθινή εμπιστοσύνη δεν υπάρχει», και να τον οδηγήσει στην «ατρόμητη καρδιά της ολοστρόγγυλης αλήθειας».
Το ποίημα του Παρμενίδη χωρίζεται σε τρία μέρη. Στο εκτενές προοίμιο, σε καθαρά επική γλώσσα, περιγράφεται η ανάβαση του νέου προς τις πύλες της Ημέρας και της Νύκτας, όπου θα συναντήσει τη θεά. Το δεύτερο και κύριο μέρος του ποιήματος είναι ο λόγος της θεάς [Α] για τη φύση της αλήθειας. Το τρίτο και πιο αινιγματικό, από το οποίο έχουν σωθεί λίγα αποσπάσματα, θα πρέπει να ήταν μάλλον μια ανάπλαση κοσμολογικών αντιλήψεων που θυμίζουν προγενέστερους φιλοσόφους.
Στα χρόνια του Παρμενίδη ο φιλόσοφος είναι ακόμη ελεύθερος να εκφραστεί μέσα από το είδος του λόγου που ο ίδιος θεωρεί πρόσφορο. Η φιλοσοφική πραγματεία σε πεζό λόγο, όπως τη γνωρίζουμε σήμερα, θα καθιερωθεί μόνο μετά τον Αριστοτέλη. Το γεγονός λοιπόν ότι ο Παρμενίδης επιλέγει τον ποιητικό λόγο, την ίδια στιγμή που ο Ηράκλειτος εκφράζεται με χρησμούς και οι Πυθαγόρειοι αποφεύγουν τη γραφή, έχει σημασία.
Η γλώσσα του έπους δεν είναι απλώς υποβλητική, είναι η γλώσσα της παιδείας και της θρησκείας των Ελλήνων, η γλώσσα μέσα από την οποία οι Έλληνες έχουν εμπεδώσει την κοινή τους καταγωγή και τις κοινές τους αξίες. Ο Παρμενίδης εντάσσει τον εαυτό του στην παράδοση του Όμηρου και του Ησίοδου. Φιλοδοξεί μέσα από την καθιερωμένη οδό να μεταδώσει ένα νέο μήνυμα παιδείας: ο φιλοσοφικός λόγος μπορεί να αντικαταστήσει τον μύθο.
Τη θέση της Μούσας του ποιητή παίρνει τώρα η θεά του Παρμενίδη. Ο λόγος της είναι υποβλητικός και δογματικός, είναι η ίδια η αποκάλυψη μιας μοναδικής Αλήθειας. Είναι όμως ταυτοχρόνως ένας λόγος συνεκτικός και αποδεικτικός, ένας λόγος που μπορεί να γίνει κατανοητός μόνο αν αφυπνιστεί η λογική ικανότητα και το κριτικό πνεύμα του αποδέκτη. Αυτή είναι άλλωστε και η συμβουλή της στον νεαρό Παρμενίδη:
«Να κρίνεις με τον λόγο τον επίμαχο έλεγχο που εγώ πρότεινα» (απόσπ. 7).
Οι αρχαίοι δεν εκτιμούσαν ιδιαίτερα τα ποιητικά χαρίσματα του Παρμενίδη. Τον θεωρούσαν μεγάλο φιλόσοφο αλλά μέτριο ποιητή. Οι αφηρημένες έννοιες και οι αποδεικτικοί συλλογισμοί της Παρμενίδειας φιλοσοφίας ασφυκτιούν μέσα στο περίβλημα της επικής ποίησης. Η φιλοσοφία έπρεπε να βρει τον δικό της τρόπο έκφρασης.
Η θεωρία του Παρμενίδη, είναι διάχυτη από την αμφιβολία, κατά πόσο οι αισθήσεις μπορούν να μας δώσουν την αντικειμενική αλήθεια. Ακόμα και ο Ηράκλειτος αναρωτιόταν για την αντικειμενικότητα της Λογικής. Τις φιλοσοφικές του ιδέες και τις προσπάθειές του να ερμηνεύσει τον κόσμο εκθέτει στο φιλοσοφικό ποίημά του «Περί φύσεως» από το οποίο σώθηκαν μόνο αποσπάσματα.
Κατά την θεωρία του το ον είναι αδιατάρακτο και αγέννητο και μέσα στην ενότητά του διαλύεται ο κόσμος των φαινομένων και εντυπώσεων. Άρα, το αληθινό ον είναι διαφορετικό απ` αυτό που μας δίνουν οι αισθήσεις και η επιστήμη της γνώσης διαφορετική από την υποκειμενική γνώμη. Είναι ο φιλόσοφος του Είναι, σε αντιπαραβολή με τον Ηράκλειτο που είναι ο φιλόσοφος του Γίγνεσθαι.
Θεωρεί ότι ο κόσμος αποτελείται από ένα σύνολο πολλαπλών φαινομένων, στον κόσμο αυτόν το κάθε φαινόμενο ή αντικείμενο είναι κάτι και παράλληλα δεν είναι κάτι άλλο, δηλαδή το καθετί μέσα στον κόσμο έχει τη δική του φύση, τις δικές του ιδιότητες, τα δικά του κύρια χαρακτηριστικά.
Σ` αυτό το σκεπτικό στηρίζει τη θέση του πάνω στο Είναι και Μη Είναι των πραγμάτων. Καθετί συνεπώς Είναι και συγχρόνως δεν Είναι. Γι’ αυτό και για τον Παρμενίδη, δεν υπάρχει ούτε γένεση ούτε φθορά. Η πολλαπλότητα των αντικειμένων είναι μόνο μια δοξασία. Αληθινό είναι μόνο ό,τι μπορεί να εκφραστεί με το Είναι. Η γνώση φτάνει μέχρι την πλήρη αντίληψη του όντος, από τη στιγμή που και η νόηση είναι ταυτόσημη με την ύπαρξη, δηλ. μπορεί να νοήσει κανείς ό,τι είναι αληθινά υπαρκτό.
Τα κύρια στοιχεία της σύνθεσης του κόσμου είναι το θερμό και το αντίθετό του ψυχρό. Το θερμό μέσα στη σφαίρα που συνθέτει τον κόσμο κατέχει τη θέση του όντος. Ο Παρμενίδης εκθέτει τη φιλοσοφία του σε έμμετρο λόγο (δακτυλικό εξάμετρο), επιθυμώντας πιθανώς να την παρουσιάσει ως αποτέλεσμα θείας αποκάλυψης. Στο προοίμιο του ποιήματoς περιγράφεται το ταξίδι του ποιητή πάνω σε άρμα, καθοδηγούμενο από κόρες του ΄Ηλιου σε μια ανώνυμη θεά. Ακολουθεί η Αλήθεια, στην οποία μιλά η θεά επιχειρώντας μια προσέγγιση της καρδιάς της αλήθειας.
«αλλά ωστόσο θα μάθεις και τούτο, πως τα δοκούντα θα έπρεπε να είναι απολύτως δεκτά, όλα δεκτά στο σύνολό τους ως όντα».
Παρουσιάζοντας τα φαινόμενα ως όντα, εισάγεται στο ποίημα το Είναι και γεννιέται εκείνος ο κλάδος της φιλοσοφίας που ονομάζεται Οντολογία, δηλαδή λόγος περί του όντος, περί του Είναι. Σε αντίθεση με τους Ίωνες ο Παρμενίδης δεν ρωτά για το τι των όντων, αλλά στρέφει την προσοχή μας στο Είναι.
Με τον όρο Οντολογία αναφερόμαστε στο λόγο περί του όντος ή στην επιστήμη του όντος, τη φιλοσοφική αναζήτηση που εξετάζει τις αρχές της ύπαρξης και συγκρότησης του Όντος, μελετά τη φύση και την ουσία των Όντων (Ον= αυτό που πραγματικά υπάρχει, καθετί που έχει υπόσταση). Στη φιλοσοφία η έρευνα της φύσης του όντος γίνεται σε διάκριση από το φαινόμενο.
Όταν η οντολογία αναδεικνύει την ουσία, σε σχέση με τα επιμέρους όντα, τότε αποκαλείται ουσιοκρατία, ουσιολογική οντολογία, ουσιοκρατική οντολογία ή σπανιότερα, εσενσιαλισμός (essentialismus) από τη λατινική λέξη essentia (ουσία).
Όταν η οντολογία προκρίνει το πρόσωπο έναντι της ουσίας, τότε ονομάζεται προσωποκρατία, προσωποκεντρισμός, περσοναλισμός (personalismus) ή προσωποκρατική οντολογία. Όταν η οντολογία δίνει προτεραιότητα στο άτομο έναντι του προσώπου, τότε ονομάζεται ατομοκρατική οντολογία ή ατομοκρατία.
Σε ένα άλλο απόσπασμα ο Παρμενίδης αντιδιαστέλλει το Είναι, την ύπαρξη των όντων, με το μηδέν και το απορρίπτει, μη αποδεχόμενος τη σύλληψη του απόλυτου μηδενός ως αντίθετου στο Είναι. Παρόλο που αναφέρει αρχικά τις δύο οδούς του είναι και του μηδενός, ως τις μόνες που μπορούν να νοηθούν, σπεύδει να υπογραμμίσει ότι η οδός του «Είναι» είναι η μόνη αληθινή και ότι μόνον το «Είναι» μπορεί να αποτελέσει αυθεντικό αντικείμενο της νόησης. Η νόηση εδώ δεν εξαρτάται βέβαια από τις αισθήσεις, ούτε τις λέξεις, αλλά εισδύει στη βαθύτερη ουσία των πραγμάτων.
Άσχετα από τη μεταβολή των εξωτερικών πραγμάτων το «Είναι» που αφορά αδιακρίτως κάθε ον, αποτελεί το μοναδικό αντικείμενο της Αλήθειας, η οποία δεν αρνείται τον Κόσμο και την πολλαπλότητα, την κίνηση και την πολυμορφία, αλλά υπογραμμίζει την «ΕΝΟΤΗΤΑ» και συνέχεια που τον διέπει, αν φυσικά τον δούμε γεμάτο από το «Είναι».
Ο μονισμός της Αλήθειας και ο δυισμός της Δόξας δε βρίσκονται σε αντίθεση, αλλά αλληλοσυμπληρώνονται και συνδέονται στενά. Η Αλήθεια ασχολείται με το Αμετάβλητο «Είναι» ενώ η Δόξα με το Κοσμικό «Γίγνεσθαι». Ανάμεσα στα δύο τμήματα το τμήμα της Αλήθειας ήταν εκείνο που επηρέασε την εξέλιξη της ελληνικής φιλοσοφίας περισσότερο από οποιοδήποτε άλλο προσωκρατικό κείμενο. Η επίδρασή του είναι εμφανής τόσο στους μεταγενέστρεους προσωκρατικούς όσο και στο έργο του Πλάτωνα [Πυθαγόρη] και του Αριστοτέλη.
Στα κείμενά του παρουσιάζεται, ο Ελεάτης φιλόσοφος, πως έρχεται με μια άμαξα από τον ουρανό και συνομιλεί, αναπτύσσοντας τις φιλοσοφικές του απόψεις, όχι με θνητό αλλά με μια θεά. Αποδίδει με τον τρόπο αυτό την πνευματική δύναμη των απόψεων του.
Ο λόγος του είναι αρχέγονος:
Εἰ δ΄ ἄγ΄ ἐγὼν ἐρέω, κόμισαι δὲ σὺ μῦθον ἀκούσας,
αἵπερ ὁδοὶ μοῦναι διζήσιός εἰσι νοῆσαι
ἡ μὲν ὅπως ἔστιν τε καὶ ὡς οὐκ ἔστι μὴ εἶναι,
Πειθοῦς ἐστι κέλευθος
ἀληθείῃ γὰρ ὀπηδεῖ
ἡ δ΄ ὡς οὐκ ἔστιν τε καὶ ὡς χρεών ἐστι μὴ εἶναι,
τὴν δή τοι φράζω παναπευθέα ἔμμεν ἀταρπόν
οὔτε γὰρ ἂν γνοίης τό γε μὴ ἐὸν – οὐ γὰρ ἀνυστόν –
οὔτε φράσαις.
[Εμπρός λοιπόν, εγώ θα σου μιλώ, κι εσύ σκέψου, αφού ακούσεις
τον λόγο μου, ποιοι μόνοι δρόμοι έρευνας μπορούν να είναι προσιτοί στη νόηση
ο ένας, πως το Είναι υπάρχει και δεν μπορεί να μην υπάρχει,
είναι ο δρόμος της Πειθούς
γιατί ακολουθεί την αλήθεια
ο άλλος όμως πως δεν υπάρχει και πως είναι ανάγκη να μην υπάρχει
αυτό το μονοπάτι, σου λέω, είναι εντελώς απρόσιτο/μη-γνωρίσιμο
γιατί ούτε να γνωρίσεις θα μπορούσες το μη ον, κάτι δηλαδή το
ανέφικτο ούτε να το εκφράσεις, να το πεις.]
Και πιο κάτω με στοχασμό μεταφυσικό:
«Χρὴ τὸ λέγειν τε νοεῖν τ΄ ἐὸν ἔμμεναι ἔστι γὰρ εἶναι,
μηδὲν δ΄ οὐκ ἔστιν»
[Είναι απαραίτητο να λέγεται και να νοείται πως το Ον υπάρχει.
Γιατί το Είναι, η ουσία του σύμπαντος υπάρχει. Το μηδέν όμως δεν υπάρχει.]
Είναι ακριβώς η αντιγραφή του Καρτέσιου, που κυριάρχησε στην ευρωπαϊκή διανόηση:
‘ex nihilo nihil fit’ [από το τίποτε δεν δημιουργείται τίποτε.]
ή κατά Παρμενίδη – δύο χιλιάδες χρόνια πριν τον Καρτέσιο:
« ἔστι γὰρ εἶναι,
μηδὲν δ΄ οὐκ ἔστιν»
[Δηλαδή, δεν υπάρχει γένεση ούτε φθορά.
Γιατί η γένεση προϋποθέτει μια κατάσταση «Μη Είναι»
που μεταβαίνει στην κατάσταση του «Είναι»
και αντίστροφα για τη φθορά (θάνατο).]
Για το ίδιο το σύμπαν θα εκφράσει την άποψη:
«πῶς γαῖα καὶ ἥλιος ἠδὲ σελήνη
αἰθήρ τε ξυνὸς γάλα τ΄ οὐράνιον καὶ ὄλυμπος
ἔσχατος ἠδ΄ ἄστρων θερμὸν μένος ὡρμήθησαν
γίγνεσθαι.»
[η γη, ο ήλιος και η σελήνη, ο κοινός αέρας αλλά και ο ουράνιος γαλαξίας κι ο Όλυμπος ο έσχατος (το απάτητο σύμπαν, δηλαδή) και τα φλέγοντα αστέρια διεγέρθηκαν, μπήκαν βίαια σε κίνηση.]
Η γλώσσα της φιλοσοφίας: Αρκεί η αρχή της ταυτότητας για να κάνει κανείς φιλοσοφία; Πόσο μακριά μπορεί να πάει κανείς μόνο με αυτή την αρχή; Ας παρακολουθήσουμε τον βασικό συλλογισμό του Παρμενίδη.
«Ένας πια μόνο λόγος για οδό απομένει: ότι είναι. Και υπάρχουν σημάδια σ᾽ αυτή την οδό πάμπολλα, ότι το ον είναι αγέννητο και άφθαρτο, όλο και μοναδικό, ακλόνητο και πλήρες. Ούτε ποτέ ήταν ούτε θα είναι, γιατί είναι τώρα όλο μαζί, ένα, συνεχές. Γιατί ποια γέννησή του θα αναζητούσες; Από τα πού και προς πού να αυξήθηκε; Ούτε θα σ᾽ αφήσω από το μη ον να πεις ή να σκεφτείς· γιατί δεν είναι δυνατό να πεις ή να σκεφτείς ότι δεν είναι. Ποια ανάγκη θα το έκανε αργότερα ή νωρίτερα να αυξηθεί, ενώ θα είχε αρχίσει από το τίποτε; Επομένως, πρέπει είτε να είναι εντελώς είτε να μην είναι καθόλου.» Παρμενίδης, απόσπ. 8.1-11
Ο Παρμενίδης έχει ήδη δείξει δύο πράγματα. Πρώτον, ότι για κάτι που δεν υπάρχει, για το μη ον, δεν μπορεί κανείς να πει τίποτε. Και δεύτερον, ότι για κάτι υπαρκτό, για το ον, μπορεί κανείς να πει με βεβαιότητα μόνο ότι Είναι. Από την πιστοποίηση του όντος ο Παρμενίδης εξάγει τις βασικές του ιδιότητες: το ον είναι αγέννητο και ανώλεθρο, μοναδικό, ακίνητο, πλήρες, συνεχές.
Στο χωρίο επάνω αποδεικνύεται γιατί το ον δεν μπορεί να έχει γεννηθεί. Με παρόμοιο συλλογισμό ο Παρμενίδης θα αποδείξει ότι το ον δεν έχει θάνατο (είναι ανώλεθρο), δεν έχει κίνηση και μεταβολή (είναι αμετάβλητο), δεν έχει μέρη (είναι πλήρες και συνεχές), δεν αποτελεί μέρος μιας δυάδας (είναι μοναδικό). Πώς γίνονται αυτές οι αποδείξεις;
Όταν λέμε για κάποιο πράγμα ότι έχει γεννηθεί, εννοούμε ότι αυτό το πράγμα προηγουμένως δεν υπήρχε. Γέννηση είναι η μετάβαση από την ανυπαρξία στην ύπαρξη. Αυτές οι δύο καταστάσεις είναι όμως μεταξύ τους ασυμβίβαστες. Κατά τον Παρμενίδη, κάτι υπάρχει ή δεν υπάρχει. Δεν μπορεί ταυτοχρόνως να υπάρχει και να μην υπάρχει. Για την ανυπαρξία έτσι κι αλλιώς δεν μπορώ να πω τίποτε. Μπορώ να μιλήσω μόνο για την ύπαρξη. Άρα, αν κάτι υπάρχει, δεν μπορεί να έχει γεννηθεί. Το ον είναι αγέννητο.
Η βασική σκέψη του Παρμενίδη είναι ότι, αν δεχτούμε την οποιαδήποτε μεταβολή (είτε αυτή είναι γέννηση είτε φθορά είτε κίνηση είτε διαίρεση), πέφτουμε κατ᾽ ανάγκην σε αντίφαση. Αναγκαζόμαστε να ισχυριστούμε ότι την ίδια χρονική στιγμή κάτι υπάρχει και δεν υπάρχει, κάτι είναι Α και όχι Α. Σκεφτείτε μια μεταβολή στο χρώμα ενός αντικειμένου. Όταν λέμε ότι κάτι από άσπρο έγινε μαύρο, δεχόμαστε ότι σε μια δεδομένη χρονική στιγμή το ίδιο πράγμα ήταν και άσπρο και μαύρο.
Αυτό όμως είναι αντιφατικό. Ή σκεφτείτε την κίνηση ενός αντικειμένου σε μια ευθεία γραμμή. Για να πούμε ότι το αντικείμενο αυτό κινείται, πρέπει να ισχυριστούμε ότι βρίσκεται ταυτοχρόνως στο σημείο Α της γραμμής και στο αμέσως επόμενο σημείο Β. Αυτό όμως είναι αδύνατο. Τα παράδοξα που προκύπτουν από την εφαρμογή της αρχής της ταυτότητας στην κίνηση θα τα αναπτύξει με ιδιαίτερη επιδεξιότητα ο Ζήνων, ο μαθητής του Παρμενίδη και θα αποτελέσουν περίφημους φιλοσοφικούς γρίφους σε όλη την αρχαιότητα.
Ο κόσμος του Παρμενίδη είναι ένα σύνολο αιώνιων, ακίνητων και αδιαίρετων οντοτήτων. Καθώς μάλιστα ο Παρμενίδης μιλά για το «ον» αδιακρίτως, και το ίδιο το σύμπαν θα πρέπει να θεωρηθεί μια κλειστή, αιώνια και αμετάβλητη ολότητα. Αμετάβλητες οντότητες μέσα σε ένα αμετάβλητο σύμπαν. Πόσο διατεθειμένοι είμαστε να αποδεχτούμε έναν τόσο παράδοξο κόσμο; Έναν κόσμο ξένο προς τον δικό μας, έναν κόσμο από όπου «η γέννηση έχει σβηστεί, ενώ για τη φθορά κανείς ποτέ δεν άκουσε» Θαυμάζει κανείς τη συλλογιστική δεινότητα του Παρμενίδη, αντιλαμβάνεται (ή υποψιάζεται) ότι κάτι πολύ σημαντικό έχει πει, διστάζει ωστόσο να τον ακολουθήσει στα συμπεράσματά του.
Αυτή ήταν και η στάση των μεταγενέστερων φιλοσόφων. Από τον Εμπεδοκλή και τον Δημόκριτο ως τον Πλάτωνα και τον Αριστοτέλη, όλοι θα προσπαθήσουν να απαντήσουν στην πρόκληση του Παρμενίδη. Η φιλοσοφία μετά τον Παρμενίδη διαθέτει επιτέλους τη δική της γλώσσα, χρησιμοποιεί έννοιες και συλλογισμούς, απεχθάνεται τις λογικές αντιφάσεις, τείνει προς τον αποδεικτικό λόγο. Δεν θέλει όμως και να αποστρέψει το βλέμμα της από την έκδηλη πραγματικότητα της μεταβολής.
Ο κόσμος μέσα στον οποίο ζούμε σίγουρα δεν είναι ο αμετάβλητος κόσμος του Παρμενίδη. Η σκέψη μας όμως έχει παρμενίδεια χαρακτηριστικά. Όταν μιλώ για την έννοια της ισότητας ή για το γεωμετρικό τρίγωνο δεν μπορώ παρά να ακολουθήσω τον Παρμενίδη: το γεωμετρικό τρίγωνο δεν έχει γεννηθεί ποτέ, δεν μεταβάλλεται και δεν θα πεθάνει. Το φυσικό όμως περιβάλλον, οι ψυχικές μου διεργασίες και τα ηθικά μου προβλήματα ούτε αγέννητα είναι ούτε αμετάβλητα.
Ένας συμβιβασμός είναι τελικά αναγκαίος. Ο Παρμενίδης αναγνωρίζεται από τον Πλάτωνα ως ένας από τους ιδρυτές του ορθολογισμού και ένας από τους σημαντικότερους αρχαίους Έλληνες φιλόσοφους. Μπορεί βασίμως να θεωρηθεί και δίκαια, ως ο πατέρας της κλασικής μεταφυσικής.
Η ζωή του Παρμενίδη
Ο Παρμενίδης είναι Έλληνας αρχαίος φιλόσοφος που γεννήθηκε το 514 π.κ.ε. περίπου στην Ελέα τής κάτω Ιταλίας και πέθανε περί το 440 π.κ.ε. Θεωρείται ο βασικότερος εκπρόσωπος της Ελεατικής σχολής, που ιδρύθηκε από τον ποιητή Ξενοφάνη τον Κολοφώνιο. Μαθήτευσε κοντά στον Ξενοφάνη, αλλά δέχτηκε και την επίδραση των πυθαγόρειων.
Οι τρεις Μιλήσιοι φιλόσοφοι ο Θαλής, ο Αναξίμανδρος και ο Αναξιμένης όπως είδαμε πίστευαν σε ένα – και μόνο – πρωταρχικό στοιχείο, από το οποίο είχαν προκύψει τα πάντα. Αλλά πώς μπορούσε ένα στοιχείο ν’ αλλάξει ξαφνικά μορφή και να γίνει κάτι εντελώς διαφορετικό; Το πρόβλημα αυτό μπορούμε να το ονομάσουμε πρόβλημα της μεταβολής.
M’ αυτά τα ερωτήματα ασχολήθηκαν μεταξύ των άλλων οι λεγόμενοι Ελεάτες φιλόσοφοι, που πήραν τ’ όνομα τους από την ελληνική αποικία Ελέα στη Νότια Ιταλία. Οι Ελεάτες έζησαν περίπου το 500 π.κ.ε και ο πιο γνωστός ανάμεσα τους ήταν ο Παρμενίδης (540-480 π.κ.ε)
Ο Παρμενίδης ήταν λίγο νεότερος από τον Ηράκλειτο. Γεννήθηκε στην Ελέα της νότιας Ιταλίας γύρω στο 520 π.κ.ε. και η φιλοσοφική του δραστηριότητα καλύπτει το πρώτο μισό του 5ου αιώνα. Ο Πλάτων του αφιερώνει έναν σημαντικό διάλογο, όπου ο Παρμενίδης εμφανίζεται να επισκέπτεται σε προχωρημένη ηλικία την Αθήνα και να δίνει ένα φιλοσοφικό μάθημα στον νεαρό και άσημο ακόμη Σωκράτη. Η συνάντηση αυτή είναι μάλλον προϊόν της φαντασίας του Πλάτωνα, δείχνει όμως την καθοριστική επίδραση της σκέψης του Παρμενίδη στις νεότερες γενεές των φιλοσόφων.
Και ο Παρμενίδης προερχόταν από γνωστή οικογένεια, μία από αυτές που ίδρυσαν την πόλη της Ελέας το 540 π.κ.ε. Αυτός όμως, αντίθετα από τον Ηράκλειτο, μετείχε ενεργά στα κοινά, αφού λέγεται ότι συνέταξε τους νόμους της πατρίδας του. Θα πρέπει στα νιάτα του στην Ελέα να γνώρισε τον Ξενοφάνη, χωρίς να εντυπωσιαστεί από τον ανατρεπτικό διαφωτισμό του.
Μόνο στην απόφασή του να εκφραστεί μέσα από ένα μακροσκελές ποίημα θα μπορούσε να διακρίνει κανείς κάποια επιρροή του Ξενοφάνη. Είναι σίγουρο ότι ο Παρμενίδης γνώριζε τη φιλοσοφία των Πυθαγορείων, αφού γεννήθηκε και έζησε σε μια περιοχή όπου κυριαρχούσε το Πυθαγόρειο κίνημα. Ωστόσο, ακόμη κι αν μυήθηκε στη φιλοσοφία από κάποιους Πυθαγόρειους, δεν υιοθέτησε τον τρόπο ζωής τους ούτε τις αντιλήψεις τους.
Ο Παρμενίδης ενδιαφέρθηκε για τη διάδοση των φιλοσοφικών του ιδεών και συγκέντρωσε γύρω του μαθητές. Οι μεταγενέστεροι αναφέρονται συχνά στην «ελεατική σχολή», εννοώντας κυρίως τον Παρμενίδη, τον νεότερο συμπολίτη του Ζήνωνα και τον Μέλισσο από τη Σάμο. Η σχέση όμως του Παρμενίδη με τους μαθητές του είναι σχέση διανοητικής συγγένειας, δεν θυμίζει σε τίποτε την ιεραρχική οργάνωση της πυθαγόρειας αδελφότητας.
Λεύκιππος & Δημόκριτος: Οι πατέρες της πληθωριστικής κοσμολογίας
Οι ατομικοί φιλόσοφοι Λεύκιππος και Δημόκριτος θεωρούνται από όλους πατέρες της Ατομικής Φυσικής. Λίγοι γνωρίζουν όμως ότι η Κοσμολογία τους αποτελεί μια θεωρία ταυτόσημη με τη σύγχρονη Πληθωριστική Κοσμολογία. Το Σύμπαν για τους μεγάλους Έλληνες διανοητές αποτελείται από έναν άπειρο αριθμό κόσμων που σαν φυσαλίδες το γεμίζουν. Ας ταξιδέψουμε λοιπόν στα άδυτα του Σύμπαντος με οδηγούς τον Λεύκιππο και τον Δημόκριτο.
Όλοι στην εποχή μας στεκόμαστε εντυπωσιασμένοι μπροστά στα επιτεύγματα της σύγχρονης επιστήμης και τεχνολογίας. Το περίεργο όμως είναι πολλοί επιστήμονες έχουν την εσφαλμένη εντύπωση πως όλα αυτά τα επιτεύγματα στηρίχτηκαν σε γνώσεις και φαινόμενα τα οποία για πρώτη φορά ανακαλύφθηκαν και διατυπώθηκαν την περίοδο της μεγάλης επιστημονικής επανάστασης των 16ου, 17ου και 18ου αιώνων.
Η άποψη αυτή δεν είναι αληθινή και ως απόδειξη θα αναφερθούμε στην επιστημονική σκέψη δύο πολύ μεγάλων Ελλήνων θετικών επιστημόνων της αρχαιότητας, του Λεύκιππου και του Δημόκριτου.
Βασικά θα αναφερθούμε στην Κοσμολογία την οποία ανέπτυξαν οι δύο μεγάλοι θετικοί φιλόσοφοι, η οποία υπήρξε εντελώς διαφορετική από τις κοσμολογίες όλων των άλλων προσωκρατικών φιλοσόφων. Γι’ αυτόν το λόγο θα αναφέρουμε μια σειρά επιστημονικών θέσεών τους που επαναδιατυπώθηκαν στη Δύση έπειτα από πολλούς αιώνες, ως κάτι καινούργιο, από επιστήμονες οι οποίοι κατά τεκμήριο υπήρξαν αναγνώστες των κειμένων τους.
Οι σύγχρονες παλαιές γνώσεις
Η ταύτιση των απόψεων της σύγχρονης Φυσικής και Κοσμολογίας με τις απόψεις των δύο ατομικών φιλοσόφων πολλές φορές είναι εκπληκτική. Ως παράδειγμα αναφέρουμε τη γνώση του τι είναι ένας Γαλαξίας. Όπως διαβάζουμε στα περισσότερα βιβλία, ο Γαλιλαίος χρησιμοποιώντας ένα μικρό τηλεσκόπιο ανακάλυψε ότι ένας γαλαξίας αποτελείται από πολλά αστέρια τα οποία λόγω της απόστασής τους φαίνονται σαν ένα ενιαίο σύνολο. Αυτό δεν είναι αλήθεια, αφού πολλούς αιώνες πριν ο Δημόκριτος [Αχιλλεύς Τάτιος Των Αράτου φαινομένων προς εισαγωγήν εκ του Αχχιλλέως περί του παντός 24, εκδ. Maas, 55, 24 (Περί του γαλαξίου)] έγραφε: «…Λένε ότι ο Γαλαξίας αποτελείται από πολύ μικρά και πυκνά αστέρια, που σ’ εμάς φαίνονται ενωμένα λόγω του μεγάλου διαστήματος από τον Ουρανό μέχρι τη Γη, όπως ένα αντικείμενο που πασπαλίζεται με πολλούς κόκκους αλατιού…»
Ένα άλλο, που κινεί το ενδιαφέρον κάθε επιστήμονα, είναι ότι ο Λεύκιππος και ο Δημόκριτος είχαν κατανοήσει και διατυπώσει την πλάνη των ανθρωπίνων αισθήσεων, η οποία, μολονότι αποτελεί το σκληρό πυρήνα της σύγχρονης επιστημονικής σκέψης, δεν γίνεται κατανοητή από πολλούς. Όπως αναφέρει ο Σέξτος ο Εμπειρικός στο έργο του «Προς Μαθηματικούς» (Δημόκριτος, απόσπ. 11, Σέξτος, Προς Μαθηματικούς VII, 138): «ο Δημόκριτος στους Κανόνες λέγει ότι υπάρχους δύο μορφές γνώσης, μια γνήσια και μια νόθα. Στη νόθα ανήκουν όλα τα παρακάτω, η όραση, η ακοή, η οσμή, η γεύση, η αφή. Η άλλη μορφή γνώσης είναι γνήσια, που είναι ξέχωρη από αυτή».
Ένα δεύτερο φαινόμενο το οποίο πολλοί θεωρούν επίτευγμα της σύγχρονης επιστήμης είναι το γεγονός ότι η εντύπωση της επαφής δύο υλικών αντικειμένων είναι μια πλάνη των αισθήσεων. Αυτό πιστεύαμε ότι είναι μια σχετικά νέα ανακάλυψη. Ωστόσο, για το θέμα αυτό ο Ιωάννης ο Φιλόπονος, στο έργο του «Υπόμνημα εις τα Αριστοτέλους – Περί γενέσεως και φθοράς» (Φιλόπονος, Υπόμνημα εις τα Αριστοτέλους Περί γενέσεως και φθοράς, σ. 158,26) αναφέρει: «όταν έλεγε ο Δημόκριτος ότι τα άτομα εφάπτονται αμοιβαία, δεν εννοούσε την επαφή με το καθαυτό νόημα της λέξης…Πράγματι αυτός ονομάζει επαφή το αμοιβαίο πλησίασμα των ατόμων και τη μικρή απόσταση ανάμεσα τους. Το κενό τα χωρίζει από όλες τις πλευρές».
Ο Δημόκριτος, όμως, πού πριν από την μεγάλη επιστημονική επανάσταση του 17ου αιώνα είχε συνειδητοποιήσει διαισθητικά την έννοια της ηλεκτρομαγνητικής ακτινοβολίας που είναι το αίτιο της όρασης. Ο Αλέξανδρος ο Αφροδισιεύς στο «Σχόλιο στον Αριστοτέλη –Περί Αισθήσεως και Αισθητών» (Αλέξανδρος Αφροδισιεύς, Σχόλιο στον Αριστοτέλη, Περί Αισθήσεως και Αισθητών, σ. 24, 14) λέει: «ο Δημόκριτος πιστεύει, και πριν αυτόν ο Λεύκιππος και ύστερα από αυτόν οι οπαδοί του Επίκουρου, ότι κάποια ομοιώματα που ξεκολλούν από τα αντικείμενα έχοντας σχήμα όμοιο με αυτά πάνε και πέφτουν πάνω στα μάτια αυτών που βλέπουν κι έτσι παράγεται η αίσθηση της όρασης».
Εκτός όμως όλων των προηγούμενων και η διατύπωση της αρχής «δράσης-αντίδρασης» που μαθαίνουμε ότι αποτελεί ανακάλυψη των μεγάλων επιστημόνων της Δύσης, διατυπώθηκε από τον Δημόκριτο. Γι’ αυτό ακριβώς το θέμα ο Αριστοτέλης στο έργο του «Περί γενέσεως και φθοράς» (Αριστοτέλης, Περί γενέσεως και φθοράς Α7.323b10.Δ.) αναφέρει: «ο Δημόκριτος διατύπωσε μια προσωπική θεωρία. Λέει πράγματι ότι αυτό που ενεργεί και αυτό που υφίσταται μιαν ενέργεια είναι το ίδιο και το όμοιο. Διότι (όντα) διαφορετικά και με άλλα γνωρίσματα δεν μπορούν να υποστούν το καθένα τις ενέργειες των άλλων, κι ακόμα κι αν διαφορετικά όντα ενεργούν κατά κάποιο τρόπο το καθένα πάνω στα άλλα, αυτό συμβαίνει όχι επειδή είναι διαφορετικά, αλλά επειδή έχουν κάτι όμοιο».
Θα ολοκληρώσουμε τη σύντομη αναφορά μας στα θέματα τα οποία ανέλυσε ο Δημόκριτος αναφερόμενοι στην πλήρη κατανόηση της ψευδαίσθησης από τον σπουδαίο αυτόν σοφό, της έννοιας που ονομάζουμε ανθρώπινο χρόνο. Συγκεκριμένα, ο Σέξτος ο Εμπειρικός [Σέξτος X 181 (Δημόκριτος Α72)] γράφει: «Στους φυσικούς που ήταν οπαδοί του Επίκουρου και του Δημόκριτου αποδίδουν μια τέτοια επινόηση για τον χρόνο: “χρόνος (ο ανθρωπίνως μετρούμενος) είναι ένα φάντασμα όμοιο με την ημέρα και τη νύχτα”».
Απλώς για τη σύγκριση αναφέρουμε την άποψη του Αϊνστάιν στο θέμα αυτό: «Για μας τους ορκισμένους φυσικούς, η διάκριση ανάμεσα στο παρελθόν, το παρόν και το μέλλον είναι μόνο μια ψευδαίσθηση, ακόμη κι αν είναι τόσο επίμονη».
Η κοσμολογία των Λεύκιππου και Δημόκριτου
Μεγάλο ενδιαφέρον όμως παρουσιάζει η κοσμολογική άποψη που διατυπώθηκε από τον Λεύκιππο και τον Δημόκριτο [Διογένης, Φιλοσόφων βίων και δογμάτων συναγωγή ΙΧ 30 (Λεύκ. Α1)] που θεωρούν ότι τα τρία βήματα της κοσμικής δημιουργίας είναι τα επόμενα:
Στην αρχή υπήρχε ένα μη αισθητό υλικό, ανάλογο του χάους και του ερέβους, το οποίο οι Λεύκιππος και Δημόκριτος ανέφεραν ότι αποτελούνταν από δύο οντότητες, το Ον και το Μη Ον.
Το ενδιαφέρον είναι ότι στην περίπτωση αυτή οι δύο προσωκρατικοί φιλόσοφοι συγκεκριμενοποιούσαν το υλικό αυτό εφ’ όσον με τη έννοια Μη Ον αναφέρονταν σ’ αυτό που σήμερα ονομάζουμε μαθηματικό χώρο, ενώ με την έννοια Ον στα άτομα.
Επαναλαμβάνουμε ότι –σύμφωνα με τη καταγεγραμμένη άποψή τους- τα άτομα και ο χώρος είναι αληθινές και αντικειμενικές πραγματικότητες οι οποίες όμως βρίσκονται έξω από το πεδίο των ανθρωπίνων αισθήσεων. Ο Κόσμος μας, λοιπόν, γεννήθηκε από ένα μη αισθητό υλικό το οποίο προϋπήρχε, όπως ακριβώς έψαλλε η κοσμολογία του ποιητή Αλκμάνα (7ος αι. π.Χ.).
Η άποψη αυτή βρίσκει σύμφωνη τη σύγχρονη κοσμολογική άποψη που υποστηρίζει ότι το Σύμπαν γεννήθηκε από ένα μη αισθητό υλικό το οποίο ονομάζει «ψευδοκενό».
Ο σχηματισμός των μεγάλων κενών
Μέσα στο μη αισθητό αυτό υλικό του χώρου και των ατόμων –με κάποιον αδιευκρίνιστο τρόπο- σχηματίστηκαν πολλά μεγάλα κενά. Η άποψη αυτή ταυτίζεται με την άποψη της σύγχρονης Πληθωριστικής Κοσμολογίας, που διατυπώνει ομοίως την άποψη της δημιουργίας μεγάλων κενών (φυσαλίδες πραγματικού κενού) μέσα στο αρχικό μη αισθητό υλικό του ψευδοκενού. Βεβαίως, στην περίπτωση αυτή η δημιουργία των μεγάλων κενών αποδίδεται στην ύπαρξη ενός πεδίου, του «πεδίου πληθωρισμού», ενώ ένα άλλο αναπτυσσόμενο πεδίο, το «πεδίο Χιγκς» είναι το αίτιο της δημιουργίας των συγκεκριμένων φυσικών νόμων μέσα στα διαστελλόμενα μεγάλα κενά.
Όπως είναι φανερό, τόσο η σύγχρονη Πληθωριστική Κοσμολογία όσο και οι ατομικοί φιλόσοφοι συμφωνούν ότι αρχικά δημιουργήθηκαν μεγάλα κενά μέσα στα οποία, στη συνέχεια, δημιουργήθηκαν Κόσμοι όπως αυτός που βλέπουμε γύρω μας και λανθασμένα ονομάζουμε Σύμπαν.
Ειδικότερα, όπως καταγράφεται στην αρχαία Ελληνική Γραμματεία [Ελ. Ι. 13, 2 (DK 68a 40)]: «ο Δημόκριτος υποστηρίζει τα ίδια με τον Λεύκιππο, ότι υπάρχουν άπειροι κόσμοι με διαφορετικά μεγέθη. Σε μερικούς απ’ αυτούς δεν υπάρχει ούτε Ήλιος ούτε Σελήνη, σε άλλους τα δύο αυτά ουράνια αντικείμενα είναι μεγαλύτερα απ’ όσο στο δικό μας κόσμο, και σε άλλους περισσότερα. Τα διαστήματα μεταξύ των κόσμων είναι άνισα, σε μερικά μέρη υπάρχουν περισσότεροι κόσμοι, σε άλλα λιγότεροι, μερικοί αναπτύσσονται, μερικοί είναι στο αποκορύφωμα της ανάπτυξής τους και μερικοί παρακμάζουν. Αλλού οι κόσμοι γίνονται και αλλού αποσυντίθενται. Η καταστροφή τους οφείλεται στην αμοιβαία τους σύγκρουση».
Η δημιουργία της υλικής σφαιρικής συμπύκνωσης
Η συνέχεια της κοσμικής δημιουργίας του Λεύκιππου και του Δημόκριτου θεωρεί ότι αφού ανοίξουν μέσα στο μη αισθητό υλικό τα μεγάλα κενά, σώματα από το πρωταρχικό μη αισθητό υλικό αποσπώμενα από το άπειρο οδηγούνται στα μεγάλα κενά μέσω μιας αντίστοιχης δίνης. Στην άκρη της δίνης –λόγω της περιστροφής της- το υλικό που εξέρχεται γίνεται αισθητό, τακτοποιείται, ενώ στη συνέχεια σταματά η περιστροφή της δίνης και παύει να υφίσταται.
Όταν σταματά η περιστροφή της γενεσιουργού δίνης το αισθητό υλικό έχει χωριστεί σε δύο ειδών σώματα, τα «λεπτά» και τα «αδρά» . Από αυτά, τα λεπτά εκτοξεύονται προς τα έξω, ενώ τα αδρά σχηματίζουν ένα «σφαιρικό συμπύκνωμα». Εδώ πλέον είναι σαφής η περιγραφή του πρωτοατόμου της θεωρίας της Μεγάλης Έκρηξης της σύγχρονης Κοσμολογίας και όχι μόνον. Η σύγχρονη Κοσμολογία δέχεται ότι μετά τη στιγμή της Μεγάλης Έκρηξης υπήρξαν δύο φάσεις κατά την διάρκεια των οποίων δημιουργήθηκαν αντιστοίχως δύο είδη υποατομικών σωματιδίων, τα «αδρόνια» και τα «λεπτόνια». Οι αντίστοιχες κοσμολογικές φάσεις δημιουργίας πήραν το όνομα αυτών των σωματιδίων. Η αντιστοιχία των σύγχρονων ονομάτων των προηγούμενων στοιχειωδών σωματιδίων με την ορολογία των ατομικών φιλοσόφων είναι χαρακτηριστική.
Οι Λεύκιππος και Δημόκριτος αναφέρουν ακόμη ότι η εκτόξευση του «λεπτού» υλικού δεν είναι αποτέλεσμα της έκρηξης του σφαιροειδούς συστήματος που σχηματίζουν τα «μη λεπτά» υλικά, άρα δεν ταυτίζεται με το φαινόμενο της Μεγάλης Έκρηξης. Συνεπώς, υποστηρίζουν ότι από ένα μίγμα «λεπτών» και «μη λεπτών» που ισορροπεί και δεν περιστρέφεται, η εκτόξευση των λεπτών προς τα έξω δημιουργεί μια αντίθετη κίνηση –συστολή- των «αδρών», τα οποία τείνουν να σχηματίσουν μια μικρή σε διαστάσεις, αλλά πυκνή, σφαιροειδή συγκρότηση ύλης.
Η έκρηξη υπερκαινοφανούς
Όπως αναφέραμε προηγουμένως, η εκτόξευση των λεπτών προς τα έξω δημιουργεί μια αντίθετη κίνηση –συστολή- των «αδρών» που τείνουν να σχηματίσουν μια μικρή σε διαστάσεις, αλλά πυκνή, σφαιροειδή συγκρότηση ύλης. Το φαινόμενο αυτό είναι γνωστό σήμερα και αιτιολογεί σε επιστημονικό επίπεδο τα φαινόμενα που σύμφωνα με τους μεγάλους φιλοσόφους ακολούθησαν.
Όπως πλέον γνωρίζουμε, μια έντονη συστολή της αρχικής σφαιρικής συμπύκνωσης ενός τόσο μεγάλου υλικού, όπως αυτή που περιγράφουν οι Λεύκιππος και Δημόκριτος, οδηγεί σε μια βίαιη έκρηξη ενός επιφανειακού στρώματος υλικού της σφαιρικής συμπύκνωσης. Το φαινόμενο αυτό παρατηρείται στην περίπτωση του σχηματισμού ενός υπερκαινοφανούς.
Το περίεργο είναι ότι αυτό ακριβώς το φαινόμενο –το οποίο πιστεύαμε ότι ανακαλύφθηκε πριν λίγα χρόνια- περιγράφει ο Δημόκριτος, που αναφέρει ότι μετά την εκτόξευση των λεπτών προς τα έξω και τη συστολή της σφαιρικής συμπύκνωσης των αδρών: «Από την σφαιρική συμπύκνωση αποσπάται και κινείται προς τα έξω ένας λεπτός υμένας, ενώ η υπόλοιπη σφαίρα αρχίζει να περιστρέφεται εκ νέου και να συστέλλεται».
Στο σημείο αυτό οι δύο σοφοί μας εκπλήττουν εκ νέου, εφ’ όσον αναφέρουν ένα φυσικό φαινόμενο που πιστεύαμε ότι ανακαλύψαμε σχετικά πρόσφατα. Αναφέρουν, λοιπόν, ότι η βίαιη εκτόξευση του λεπτού υμένα επιταχύνει τη συστολή του εναπομένοντος υλικού της σφαιρικής συμπύκνωσης και μάλιστα το αναγκάζει να περιστραφεί βιαίως.
Το Σύμπαν σαν μια μελανή οπή
Οι απόψεις τους συνεχίζονται και ολοκληρώνονται με την περιγραφή ενός φαινομένου το οποίο λογικά δεν θα έπρεπε να γνωρίζουν. Αναφέρουν, λοιπόν, ότι η βίαιη συστολή και περιστροφή της εναπομένουσας κεντρικής σφαιρικής συμπύκνωσης οδηγεί στη δημιουργία μιας νέας γιγάντιας δίνης, που τείνει εκ νέου να συγκεντρώσει το διασκορπισμένο υλικό προς το σημείο της σφαιρικής συμπύκνωσης.
Με λίγα λόγια περιγράφουν ολόκληρο τον μηχανισμό δημιουργίας μιας μελανής οπής, εισηγούμενοι ότι το Σύμπαν μας εξελίσσεται στο πλαίσιο μιας γιγαντιαίας μελανής οπής… Αυτό είναι κάτι το εκπληκτικό, που το προτείνει πλέον μια σειρά σύγχρονων αστροφυσικών.
Κάποιες σκέψεις
Φτάνοντας στο τέλος των σκέψεών μας δεν μπορούμε παρά να διατυπώσουμε και τη δική μας έκπληξη για όσα διατυπώνουν οι προσωκρατικοί θετικοί φιλόσοφοι Λεύκιππος και Δημόκριτος τον 5ο αι. π.Χ.
Το Σύμπαν, σύμφωνα με τις απόψεις τους, γεννήθηκε μέσω των διαδικασιών μιας λευκής οπής, ενώ μετά τη γέννησή του εξελίσσεται στο πλαίσιο μιας μελανής οπής, στη σημειακή ιδιομορφία της οποίας συνθλιβόμενο, κάποια στιγμή, θα διαλυθεί.
Για να καταλήξουν στο συμπέρασμα αυτό, οι Λεύκιππος και Δημόκριτος, περιγράφουν έναν τεράστιο αριθμό φαινομένων τα οποία πιστεύαμε ότι είναι σύγχρονες ανακαλύψεις.
Τι σημαίνει αυτό; Ασφαλώς στην ερώτηση αυτή καταθέτουμε την επιστημονική μας άγνοια. Δεν έχουμε στη διάθεσή μας κανένα επιστημονικό στοιχείο προκειμένου να λύσουμε μια σειρά από απορίες μας.
Το βέβαιο είναι ένα. Ήλθε πλέον ο καιρός οι θετικοί επιστήμονες να σκύψουν με αγάπη, επιμονή και υπομονή πάνω από τα κείμενα της αρχαίας ελληνικής γραμματείας. Η μελέτη αυτών των κειμένων δεν έχει πια στόχο της την διερεύνηση ξεπερασμένων θεωριών και απόψεων που αποτελούν απλώς τις ρίζες της γνώσης της σύγχρονης θετικής επιστήμης.
Η μελέτη της αρχαίας ελληνικής γραμματείας ίσως μας βοηθήσει, όπως στην περίπτωση της Κοσμολογίας του Λεύκιππου και του Δημόκριτου, να βρούμε λύσεις για πολλά ανοιχτά θέματα του σύγχρονου επιστημονικού προβληματισμού.
Ας ανακαλύψουμε εκ νέου τη γνώση του παρελθόντος με στόχο τη λύση των επιστημονικών προβλημάτων του μέλλοντός μας.
Όλοι στην εποχή μας στεκόμαστε εντυπωσιασμένοι μπροστά στα επιτεύγματα της σύγχρονης επιστήμης και τεχνολογίας. Το περίεργο όμως είναι πολλοί επιστήμονες έχουν την εσφαλμένη εντύπωση πως όλα αυτά τα επιτεύγματα στηρίχτηκαν σε γνώσεις και φαινόμενα τα οποία για πρώτη φορά ανακαλύφθηκαν και διατυπώθηκαν την περίοδο της μεγάλης επιστημονικής επανάστασης των 16ου, 17ου και 18ου αιώνων.
Η άποψη αυτή δεν είναι αληθινή και ως απόδειξη θα αναφερθούμε στην επιστημονική σκέψη δύο πολύ μεγάλων Ελλήνων θετικών επιστημόνων της αρχαιότητας, του Λεύκιππου και του Δημόκριτου.
Βασικά θα αναφερθούμε στην Κοσμολογία την οποία ανέπτυξαν οι δύο μεγάλοι θετικοί φιλόσοφοι, η οποία υπήρξε εντελώς διαφορετική από τις κοσμολογίες όλων των άλλων προσωκρατικών φιλοσόφων. Γι’ αυτόν το λόγο θα αναφέρουμε μια σειρά επιστημονικών θέσεών τους που επαναδιατυπώθηκαν στη Δύση έπειτα από πολλούς αιώνες, ως κάτι καινούργιο, από επιστήμονες οι οποίοι κατά τεκμήριο υπήρξαν αναγνώστες των κειμένων τους.
Οι σύγχρονες παλαιές γνώσεις
Η ταύτιση των απόψεων της σύγχρονης Φυσικής και Κοσμολογίας με τις απόψεις των δύο ατομικών φιλοσόφων πολλές φορές είναι εκπληκτική. Ως παράδειγμα αναφέρουμε τη γνώση του τι είναι ένας Γαλαξίας. Όπως διαβάζουμε στα περισσότερα βιβλία, ο Γαλιλαίος χρησιμοποιώντας ένα μικρό τηλεσκόπιο ανακάλυψε ότι ένας γαλαξίας αποτελείται από πολλά αστέρια τα οποία λόγω της απόστασής τους φαίνονται σαν ένα ενιαίο σύνολο. Αυτό δεν είναι αλήθεια, αφού πολλούς αιώνες πριν ο Δημόκριτος [Αχιλλεύς Τάτιος Των Αράτου φαινομένων προς εισαγωγήν εκ του Αχχιλλέως περί του παντός 24, εκδ. Maas, 55, 24 (Περί του γαλαξίου)] έγραφε: «…Λένε ότι ο Γαλαξίας αποτελείται από πολύ μικρά και πυκνά αστέρια, που σ’ εμάς φαίνονται ενωμένα λόγω του μεγάλου διαστήματος από τον Ουρανό μέχρι τη Γη, όπως ένα αντικείμενο που πασπαλίζεται με πολλούς κόκκους αλατιού…»
Ένα άλλο, που κινεί το ενδιαφέρον κάθε επιστήμονα, είναι ότι ο Λεύκιππος και ο Δημόκριτος είχαν κατανοήσει και διατυπώσει την πλάνη των ανθρωπίνων αισθήσεων, η οποία, μολονότι αποτελεί το σκληρό πυρήνα της σύγχρονης επιστημονικής σκέψης, δεν γίνεται κατανοητή από πολλούς. Όπως αναφέρει ο Σέξτος ο Εμπειρικός στο έργο του «Προς Μαθηματικούς» (Δημόκριτος, απόσπ. 11, Σέξτος, Προς Μαθηματικούς VII, 138): «ο Δημόκριτος στους Κανόνες λέγει ότι υπάρχους δύο μορφές γνώσης, μια γνήσια και μια νόθα. Στη νόθα ανήκουν όλα τα παρακάτω, η όραση, η ακοή, η οσμή, η γεύση, η αφή. Η άλλη μορφή γνώσης είναι γνήσια, που είναι ξέχωρη από αυτή».
Ένα δεύτερο φαινόμενο το οποίο πολλοί θεωρούν επίτευγμα της σύγχρονης επιστήμης είναι το γεγονός ότι η εντύπωση της επαφής δύο υλικών αντικειμένων είναι μια πλάνη των αισθήσεων. Αυτό πιστεύαμε ότι είναι μια σχετικά νέα ανακάλυψη. Ωστόσο, για το θέμα αυτό ο Ιωάννης ο Φιλόπονος, στο έργο του «Υπόμνημα εις τα Αριστοτέλους – Περί γενέσεως και φθοράς» (Φιλόπονος, Υπόμνημα εις τα Αριστοτέλους Περί γενέσεως και φθοράς, σ. 158,26) αναφέρει: «όταν έλεγε ο Δημόκριτος ότι τα άτομα εφάπτονται αμοιβαία, δεν εννοούσε την επαφή με το καθαυτό νόημα της λέξης…Πράγματι αυτός ονομάζει επαφή το αμοιβαίο πλησίασμα των ατόμων και τη μικρή απόσταση ανάμεσα τους. Το κενό τα χωρίζει από όλες τις πλευρές».
Ο Δημόκριτος, όμως, πού πριν από την μεγάλη επιστημονική επανάσταση του 17ου αιώνα είχε συνειδητοποιήσει διαισθητικά την έννοια της ηλεκτρομαγνητικής ακτινοβολίας που είναι το αίτιο της όρασης. Ο Αλέξανδρος ο Αφροδισιεύς στο «Σχόλιο στον Αριστοτέλη –Περί Αισθήσεως και Αισθητών» (Αλέξανδρος Αφροδισιεύς, Σχόλιο στον Αριστοτέλη, Περί Αισθήσεως και Αισθητών, σ. 24, 14) λέει: «ο Δημόκριτος πιστεύει, και πριν αυτόν ο Λεύκιππος και ύστερα από αυτόν οι οπαδοί του Επίκουρου, ότι κάποια ομοιώματα που ξεκολλούν από τα αντικείμενα έχοντας σχήμα όμοιο με αυτά πάνε και πέφτουν πάνω στα μάτια αυτών που βλέπουν κι έτσι παράγεται η αίσθηση της όρασης».
Εκτός όμως όλων των προηγούμενων και η διατύπωση της αρχής «δράσης-αντίδρασης» που μαθαίνουμε ότι αποτελεί ανακάλυψη των μεγάλων επιστημόνων της Δύσης, διατυπώθηκε από τον Δημόκριτο. Γι’ αυτό ακριβώς το θέμα ο Αριστοτέλης στο έργο του «Περί γενέσεως και φθοράς» (Αριστοτέλης, Περί γενέσεως και φθοράς Α7.323b10.Δ.) αναφέρει: «ο Δημόκριτος διατύπωσε μια προσωπική θεωρία. Λέει πράγματι ότι αυτό που ενεργεί και αυτό που υφίσταται μιαν ενέργεια είναι το ίδιο και το όμοιο. Διότι (όντα) διαφορετικά και με άλλα γνωρίσματα δεν μπορούν να υποστούν το καθένα τις ενέργειες των άλλων, κι ακόμα κι αν διαφορετικά όντα ενεργούν κατά κάποιο τρόπο το καθένα πάνω στα άλλα, αυτό συμβαίνει όχι επειδή είναι διαφορετικά, αλλά επειδή έχουν κάτι όμοιο».
Θα ολοκληρώσουμε τη σύντομη αναφορά μας στα θέματα τα οποία ανέλυσε ο Δημόκριτος αναφερόμενοι στην πλήρη κατανόηση της ψευδαίσθησης από τον σπουδαίο αυτόν σοφό, της έννοιας που ονομάζουμε ανθρώπινο χρόνο. Συγκεκριμένα, ο Σέξτος ο Εμπειρικός [Σέξτος X 181 (Δημόκριτος Α72)] γράφει: «Στους φυσικούς που ήταν οπαδοί του Επίκουρου και του Δημόκριτου αποδίδουν μια τέτοια επινόηση για τον χρόνο: “χρόνος (ο ανθρωπίνως μετρούμενος) είναι ένα φάντασμα όμοιο με την ημέρα και τη νύχτα”».
Απλώς για τη σύγκριση αναφέρουμε την άποψη του Αϊνστάιν στο θέμα αυτό: «Για μας τους ορκισμένους φυσικούς, η διάκριση ανάμεσα στο παρελθόν, το παρόν και το μέλλον είναι μόνο μια ψευδαίσθηση, ακόμη κι αν είναι τόσο επίμονη».
Η κοσμολογία των Λεύκιππου και Δημόκριτου
Μεγάλο ενδιαφέρον όμως παρουσιάζει η κοσμολογική άποψη που διατυπώθηκε από τον Λεύκιππο και τον Δημόκριτο [Διογένης, Φιλοσόφων βίων και δογμάτων συναγωγή ΙΧ 30 (Λεύκ. Α1)] που θεωρούν ότι τα τρία βήματα της κοσμικής δημιουργίας είναι τα επόμενα:
Στην αρχή υπήρχε ένα μη αισθητό υλικό, ανάλογο του χάους και του ερέβους, το οποίο οι Λεύκιππος και Δημόκριτος ανέφεραν ότι αποτελούνταν από δύο οντότητες, το Ον και το Μη Ον.
Το ενδιαφέρον είναι ότι στην περίπτωση αυτή οι δύο προσωκρατικοί φιλόσοφοι συγκεκριμενοποιούσαν το υλικό αυτό εφ’ όσον με τη έννοια Μη Ον αναφέρονταν σ’ αυτό που σήμερα ονομάζουμε μαθηματικό χώρο, ενώ με την έννοια Ον στα άτομα.
Επαναλαμβάνουμε ότι –σύμφωνα με τη καταγεγραμμένη άποψή τους- τα άτομα και ο χώρος είναι αληθινές και αντικειμενικές πραγματικότητες οι οποίες όμως βρίσκονται έξω από το πεδίο των ανθρωπίνων αισθήσεων. Ο Κόσμος μας, λοιπόν, γεννήθηκε από ένα μη αισθητό υλικό το οποίο προϋπήρχε, όπως ακριβώς έψαλλε η κοσμολογία του ποιητή Αλκμάνα (7ος αι. π.Χ.).
Η άποψη αυτή βρίσκει σύμφωνη τη σύγχρονη κοσμολογική άποψη που υποστηρίζει ότι το Σύμπαν γεννήθηκε από ένα μη αισθητό υλικό το οποίο ονομάζει «ψευδοκενό».
Ο σχηματισμός των μεγάλων κενών
Μέσα στο μη αισθητό αυτό υλικό του χώρου και των ατόμων –με κάποιον αδιευκρίνιστο τρόπο- σχηματίστηκαν πολλά μεγάλα κενά. Η άποψη αυτή ταυτίζεται με την άποψη της σύγχρονης Πληθωριστικής Κοσμολογίας, που διατυπώνει ομοίως την άποψη της δημιουργίας μεγάλων κενών (φυσαλίδες πραγματικού κενού) μέσα στο αρχικό μη αισθητό υλικό του ψευδοκενού. Βεβαίως, στην περίπτωση αυτή η δημιουργία των μεγάλων κενών αποδίδεται στην ύπαρξη ενός πεδίου, του «πεδίου πληθωρισμού», ενώ ένα άλλο αναπτυσσόμενο πεδίο, το «πεδίο Χιγκς» είναι το αίτιο της δημιουργίας των συγκεκριμένων φυσικών νόμων μέσα στα διαστελλόμενα μεγάλα κενά.
Όπως είναι φανερό, τόσο η σύγχρονη Πληθωριστική Κοσμολογία όσο και οι ατομικοί φιλόσοφοι συμφωνούν ότι αρχικά δημιουργήθηκαν μεγάλα κενά μέσα στα οποία, στη συνέχεια, δημιουργήθηκαν Κόσμοι όπως αυτός που βλέπουμε γύρω μας και λανθασμένα ονομάζουμε Σύμπαν.
Ειδικότερα, όπως καταγράφεται στην αρχαία Ελληνική Γραμματεία [Ελ. Ι. 13, 2 (DK 68a 40)]: «ο Δημόκριτος υποστηρίζει τα ίδια με τον Λεύκιππο, ότι υπάρχουν άπειροι κόσμοι με διαφορετικά μεγέθη. Σε μερικούς απ’ αυτούς δεν υπάρχει ούτε Ήλιος ούτε Σελήνη, σε άλλους τα δύο αυτά ουράνια αντικείμενα είναι μεγαλύτερα απ’ όσο στο δικό μας κόσμο, και σε άλλους περισσότερα. Τα διαστήματα μεταξύ των κόσμων είναι άνισα, σε μερικά μέρη υπάρχουν περισσότεροι κόσμοι, σε άλλα λιγότεροι, μερικοί αναπτύσσονται, μερικοί είναι στο αποκορύφωμα της ανάπτυξής τους και μερικοί παρακμάζουν. Αλλού οι κόσμοι γίνονται και αλλού αποσυντίθενται. Η καταστροφή τους οφείλεται στην αμοιβαία τους σύγκρουση».
Η δημιουργία της υλικής σφαιρικής συμπύκνωσης
Η συνέχεια της κοσμικής δημιουργίας του Λεύκιππου και του Δημόκριτου θεωρεί ότι αφού ανοίξουν μέσα στο μη αισθητό υλικό τα μεγάλα κενά, σώματα από το πρωταρχικό μη αισθητό υλικό αποσπώμενα από το άπειρο οδηγούνται στα μεγάλα κενά μέσω μιας αντίστοιχης δίνης. Στην άκρη της δίνης –λόγω της περιστροφής της- το υλικό που εξέρχεται γίνεται αισθητό, τακτοποιείται, ενώ στη συνέχεια σταματά η περιστροφή της δίνης και παύει να υφίσταται.
Όταν σταματά η περιστροφή της γενεσιουργού δίνης το αισθητό υλικό έχει χωριστεί σε δύο ειδών σώματα, τα «λεπτά» και τα «αδρά» . Από αυτά, τα λεπτά εκτοξεύονται προς τα έξω, ενώ τα αδρά σχηματίζουν ένα «σφαιρικό συμπύκνωμα». Εδώ πλέον είναι σαφής η περιγραφή του πρωτοατόμου της θεωρίας της Μεγάλης Έκρηξης της σύγχρονης Κοσμολογίας και όχι μόνον. Η σύγχρονη Κοσμολογία δέχεται ότι μετά τη στιγμή της Μεγάλης Έκρηξης υπήρξαν δύο φάσεις κατά την διάρκεια των οποίων δημιουργήθηκαν αντιστοίχως δύο είδη υποατομικών σωματιδίων, τα «αδρόνια» και τα «λεπτόνια». Οι αντίστοιχες κοσμολογικές φάσεις δημιουργίας πήραν το όνομα αυτών των σωματιδίων. Η αντιστοιχία των σύγχρονων ονομάτων των προηγούμενων στοιχειωδών σωματιδίων με την ορολογία των ατομικών φιλοσόφων είναι χαρακτηριστική.
Οι Λεύκιππος και Δημόκριτος αναφέρουν ακόμη ότι η εκτόξευση του «λεπτού» υλικού δεν είναι αποτέλεσμα της έκρηξης του σφαιροειδούς συστήματος που σχηματίζουν τα «μη λεπτά» υλικά, άρα δεν ταυτίζεται με το φαινόμενο της Μεγάλης Έκρηξης. Συνεπώς, υποστηρίζουν ότι από ένα μίγμα «λεπτών» και «μη λεπτών» που ισορροπεί και δεν περιστρέφεται, η εκτόξευση των λεπτών προς τα έξω δημιουργεί μια αντίθετη κίνηση –συστολή- των «αδρών», τα οποία τείνουν να σχηματίσουν μια μικρή σε διαστάσεις, αλλά πυκνή, σφαιροειδή συγκρότηση ύλης.
Η έκρηξη υπερκαινοφανούς
Όπως αναφέραμε προηγουμένως, η εκτόξευση των λεπτών προς τα έξω δημιουργεί μια αντίθετη κίνηση –συστολή- των «αδρών» που τείνουν να σχηματίσουν μια μικρή σε διαστάσεις, αλλά πυκνή, σφαιροειδή συγκρότηση ύλης. Το φαινόμενο αυτό είναι γνωστό σήμερα και αιτιολογεί σε επιστημονικό επίπεδο τα φαινόμενα που σύμφωνα με τους μεγάλους φιλοσόφους ακολούθησαν.
Όπως πλέον γνωρίζουμε, μια έντονη συστολή της αρχικής σφαιρικής συμπύκνωσης ενός τόσο μεγάλου υλικού, όπως αυτή που περιγράφουν οι Λεύκιππος και Δημόκριτος, οδηγεί σε μια βίαιη έκρηξη ενός επιφανειακού στρώματος υλικού της σφαιρικής συμπύκνωσης. Το φαινόμενο αυτό παρατηρείται στην περίπτωση του σχηματισμού ενός υπερκαινοφανούς.
Το περίεργο είναι ότι αυτό ακριβώς το φαινόμενο –το οποίο πιστεύαμε ότι ανακαλύφθηκε πριν λίγα χρόνια- περιγράφει ο Δημόκριτος, που αναφέρει ότι μετά την εκτόξευση των λεπτών προς τα έξω και τη συστολή της σφαιρικής συμπύκνωσης των αδρών: «Από την σφαιρική συμπύκνωση αποσπάται και κινείται προς τα έξω ένας λεπτός υμένας, ενώ η υπόλοιπη σφαίρα αρχίζει να περιστρέφεται εκ νέου και να συστέλλεται».
Στο σημείο αυτό οι δύο σοφοί μας εκπλήττουν εκ νέου, εφ’ όσον αναφέρουν ένα φυσικό φαινόμενο που πιστεύαμε ότι ανακαλύψαμε σχετικά πρόσφατα. Αναφέρουν, λοιπόν, ότι η βίαιη εκτόξευση του λεπτού υμένα επιταχύνει τη συστολή του εναπομένοντος υλικού της σφαιρικής συμπύκνωσης και μάλιστα το αναγκάζει να περιστραφεί βιαίως.
Το Σύμπαν σαν μια μελανή οπή
Οι απόψεις τους συνεχίζονται και ολοκληρώνονται με την περιγραφή ενός φαινομένου το οποίο λογικά δεν θα έπρεπε να γνωρίζουν. Αναφέρουν, λοιπόν, ότι η βίαιη συστολή και περιστροφή της εναπομένουσας κεντρικής σφαιρικής συμπύκνωσης οδηγεί στη δημιουργία μιας νέας γιγάντιας δίνης, που τείνει εκ νέου να συγκεντρώσει το διασκορπισμένο υλικό προς το σημείο της σφαιρικής συμπύκνωσης.
Με λίγα λόγια περιγράφουν ολόκληρο τον μηχανισμό δημιουργίας μιας μελανής οπής, εισηγούμενοι ότι το Σύμπαν μας εξελίσσεται στο πλαίσιο μιας γιγαντιαίας μελανής οπής… Αυτό είναι κάτι το εκπληκτικό, που το προτείνει πλέον μια σειρά σύγχρονων αστροφυσικών.
Κάποιες σκέψεις
Φτάνοντας στο τέλος των σκέψεών μας δεν μπορούμε παρά να διατυπώσουμε και τη δική μας έκπληξη για όσα διατυπώνουν οι προσωκρατικοί θετικοί φιλόσοφοι Λεύκιππος και Δημόκριτος τον 5ο αι. π.Χ.
Το Σύμπαν, σύμφωνα με τις απόψεις τους, γεννήθηκε μέσω των διαδικασιών μιας λευκής οπής, ενώ μετά τη γέννησή του εξελίσσεται στο πλαίσιο μιας μελανής οπής, στη σημειακή ιδιομορφία της οποίας συνθλιβόμενο, κάποια στιγμή, θα διαλυθεί.
Για να καταλήξουν στο συμπέρασμα αυτό, οι Λεύκιππος και Δημόκριτος, περιγράφουν έναν τεράστιο αριθμό φαινομένων τα οποία πιστεύαμε ότι είναι σύγχρονες ανακαλύψεις.
Τι σημαίνει αυτό; Ασφαλώς στην ερώτηση αυτή καταθέτουμε την επιστημονική μας άγνοια. Δεν έχουμε στη διάθεσή μας κανένα επιστημονικό στοιχείο προκειμένου να λύσουμε μια σειρά από απορίες μας.
Το βέβαιο είναι ένα. Ήλθε πλέον ο καιρός οι θετικοί επιστήμονες να σκύψουν με αγάπη, επιμονή και υπομονή πάνω από τα κείμενα της αρχαίας ελληνικής γραμματείας. Η μελέτη αυτών των κειμένων δεν έχει πια στόχο της την διερεύνηση ξεπερασμένων θεωριών και απόψεων που αποτελούν απλώς τις ρίζες της γνώσης της σύγχρονης θετικής επιστήμης.
Η μελέτη της αρχαίας ελληνικής γραμματείας ίσως μας βοηθήσει, όπως στην περίπτωση της Κοσμολογίας του Λεύκιππου και του Δημόκριτου, να βρούμε λύσεις για πολλά ανοιχτά θέματα του σύγχρονου επιστημονικού προβληματισμού.
Ας ανακαλύψουμε εκ νέου τη γνώση του παρελθόντος με στόχο τη λύση των επιστημονικών προβλημάτων του μέλλοντός μας.
Ο δε θρήσκος ίνα φοβήται τη λαγνεία
Θα έλεγε κανείς πως είναι πραγματικά αστείο πόσο ασχολείται η θρησκεία ως έννοια με το σεξ, ενώ ταυτόχρονα είναι κάτι που το κύριο όργανό της, η εκκλησία, στις περισσότερες μορφές του απαρνείται και διώχνει από τη ζωή του ως ανασταλτικό παράγοντα της ανάπτυξης της πνευματικότητάς του. Αφελής λοιπόν όποιος τολμήσει και υποπτευθεί έστω ότι η θρησκεία δεν έχει επηρεάσει τη γνώμη που έχουμε για το σεξ και τη σεξουαλικότητα, αφού φαίνεται να είναι από τα βασικότερα θέματα που έχει ασχοληθεί, για να μην πούμε το βασικότερο, μετά τον θάνατο.
Μη σκεπτόμενη λοιπόν η θρησκεία, αν την αντιμετωπίσουμε ως κατασκεύασμα, την άγουρη αυτή φύση του ανθρώπου και με μια τεράστια ανάγκη της να ελέγξει αυτό που δεν ελέγχεται -το ένστικτο-, βιάστηκε να βάλει όρους, θέλοντας -κι ίσως μην έχοντας και τόσο αγαθά αισθήματα- να είναι εκείνη ο οδηγός.
Κι είναι μια πικρή ιστορία, καθώς ο Χριστιανισμός πάσχει από παντού σε σχέση με τη σεξουαλικότητα. Αναγνωρίζοντας δύο βασικά φύλα στη Γένεση «Κι άρχισε ο Θεός να δημιουργεί τον άνθρωπο κατά την εικόνα του· κατά την εικόνα του Θεού τον δημιούργησε· αρσενικό και θηλυκό τούς δημιούργησε» απευθείας όρισε και το φυσιολογικό της. Το γεγονός δε ότι το ένα εκ των δύο φτιάχτηκε ως ολότητα αλλά το άλλο ως μέρος του πρώτου, δείχνει ξεκάθαρα την κατώτερη θέση της γυναίκας στη δυαδική αυτή σκακιέρα. Κι είναι πολλοί εκείνοι που κατά καιρούς βγήκαν να υποστηρίξουν πως όχι, οι γραφές δεν καταδικάζουν το σεξ και τη λαγνεία, μα το προγαμιαίο σεξ και την άκριτη λαγνεία. Κι είναι λες και προσπαθείς να χωρέσεις σαντιγί σε μύτη καρφίτσας χωρίς να στάξει. Γιατί τι ακριβώς σημαίνει λαγνεία μεν, αλλά με μέτρο;
ΔΕΣ:
Μη σκεπτόμενη λοιπόν η θρησκεία, αν την αντιμετωπίσουμε ως κατασκεύασμα, την άγουρη αυτή φύση του ανθρώπου και με μια τεράστια ανάγκη της να ελέγξει αυτό που δεν ελέγχεται -το ένστικτο-, βιάστηκε να βάλει όρους, θέλοντας -κι ίσως μην έχοντας και τόσο αγαθά αισθήματα- να είναι εκείνη ο οδηγός.
Κι είναι μια πικρή ιστορία, καθώς ο Χριστιανισμός πάσχει από παντού σε σχέση με τη σεξουαλικότητα. Αναγνωρίζοντας δύο βασικά φύλα στη Γένεση «Κι άρχισε ο Θεός να δημιουργεί τον άνθρωπο κατά την εικόνα του· κατά την εικόνα του Θεού τον δημιούργησε· αρσενικό και θηλυκό τούς δημιούργησε» απευθείας όρισε και το φυσιολογικό της. Το γεγονός δε ότι το ένα εκ των δύο φτιάχτηκε ως ολότητα αλλά το άλλο ως μέρος του πρώτου, δείχνει ξεκάθαρα την κατώτερη θέση της γυναίκας στη δυαδική αυτή σκακιέρα. Κι είναι πολλοί εκείνοι που κατά καιρούς βγήκαν να υποστηρίξουν πως όχι, οι γραφές δεν καταδικάζουν το σεξ και τη λαγνεία, μα το προγαμιαίο σεξ και την άκριτη λαγνεία. Κι είναι λες και προσπαθείς να χωρέσεις σαντιγί σε μύτη καρφίτσας χωρίς να στάξει. Γιατί τι ακριβώς σημαίνει λαγνεία μεν, αλλά με μέτρο;
Η Καλβινιστική Κατάκτηση
Στις αρχές του 1600, μια χούφτα Προτεστάντες πάστορες και ιερείς από το Άμστερνταμ άρχισαν να συνοδεύουν τα πλοία της United East India Company (VOC) σε μικρούς ολλανδικούς εμπορικούς οικισμούς στην Νοτιοανατολική Ασία. Αυτοί οι Καλβινιστές (Μεταρρυθμισμένοι Προτεστάντες) λειτουργοί πήγαν σε μακρινές χώρες για να εμποδίσουν τους υπαλλήλους της εταιρείας να πέσουν θύματα «ψεύτικων» θρησκειών και να προσηλυτίσουν «ειδωλολάτρες» και «μαυριτανούς» (μουσουλμάνους) στον προτεσταντικό χριστιανισμό. Έτσι, ο Καλβινισμός έγινε παγκόσμιος τον 17ο αιώνα και, όταν η VOC έκλεισε τις πόρτες της τον Δεκέμβριο του 1799, η Ολλανδική Μεταρρυθμισμένη Εκκλησία είχε ιδρύσει δεκάδες εκκλησίες, είχε φυτέψει εκατοντάδες σχολεία και είχε προσηλυτίσει βίαια χιλιάδες αυτόχθονες πληθυσμούς σε όλο τον κόσμο.
Ο Καλβινισμός είναι χριστιανικό προτεσταντικό θεολογικό κίνημα που ανέπτυξε ο Γάλλος θεολόγος Ιωάννης Καλβίνος (John Calvin).
Στο κέντρο της καλβινιστικής θεολογίας βρίσκεται η παντοδύναμη κυριαρχία του Θεού και η δυνατότητά του να προγνωρίζει την πορεία των ανθρώπων είτε προς την σωτηρία είτε προς την απώλεια. Βασικό στοιχείο της είναι το δόγμα του προορισμού, στο οποίο τονίζεται η παντοδύναμη κυριαρχία του Θεού, και η άποψη πως όλοι οι άνθρωποι είναι ίσοι ως προς την ανικανότητά τους να αποκτήσουν την σωτηρία τους με τα δικά τους έργα και δυνάμεις. Ο Ιωάννης Καλβίνος υποστήριζε ότι το σχέδιο του Θεού σχετικά με την σωτηρία της ψυχής είναι επακόλουθο της Θείας Χάρης και επιτυγχάνεται μόνο δια της πίστεως και ότι ο Θεός πρέπει να είναι αντικείμενο σεβασμού.
Οι Καλβινιστές πιστεύουν ότι ο Θεός, ως κυρίαρχος, μπορεί να επέμβει στην ζωή του ανθρώπου. Κατά τον Καλβινισμό, οι άνθρωποι είναι είτε προγνωρισμένοι και προορισμένοι για αιώνια δόξα και τον παράδεισο, είτε προγνωρισμένοι και προορισμένοι για την αιώνια καταδίκη. Ο Καλβινισμός ακολουθώντας την Προτεσταντική διδασκαλία, δέχεται μόνο την Αγία Γραφή, που την θεωρεί αυθεντία, και απορρίπτει όσες παραδόσεις θεωρεί πως δεν συμφωνούν με αυτήν. Οι τελετές που δέχεται είναι η Θεία Ευχαριστία και το Βάπτισμα. Στον καλβινισμό βασίζονται οι Πρεσβυτεριανές και οι Αναμορφωμένες εκκλησίες.
Ο Καλβινισμός πέτυχε αυτές τις διακρίσεις ενάντια σε όλες τις πιθανότητες. Οι επιχειρήσεις του ξεκίνησαν έναν αιώνα μετά τις καθολικές αποστολές. Ο αριθμός των παστόρων της ήταν ωχρός σε σύγκριση με τις λεγεώνες που έστειλε η Ρωμαϊκή Εκκλησία και οι Καλβινιστές επέμειναν στο δόγμα του προορισμού, το οποίο δίδασκε ότι ο Θεός είχε ήδη αποφασίσει την αιώνια μοίρα του καθενός πριν δημιουργήσει τον κόσμο. Υπό το φως αυτών των σημαντικών μειονεκτημάτων, πώς το κατάφεραν αυτό οι Ολλανδοί Καλβινιστές; Και τι έμαθαν από τις εμπειρίες τους; Οι σύντομες απαντήσεις είναι, πρώτον, ότι αποδείχτηκε ότι διέπρεψαν στην οργάνωση σχολείων και στην μετάφραση γλωσσών και, δεύτερον, ότι οι παγκόσμιες προοπτικές τους έδωσαν νέους τρόπους να βλέπουν την θρησκεία και τον πολιτισμό στην Ευρώπη.
Από αυτές τις απαρχές στην Ολλανδική Δημοκρατία και στην Εταιρεία Ενωμένης Ανατολικής Ινδίας, ο Καλβινισμός έγινε μια παγκόσμια θρησκεία μπλεγμένη στους ιστούς του εμπορίου και της αυτοκρατορίας. Ξεκίνησε το 1602, η VOC (Vereenigde Oost-Indische Compagnie) έγινε ιδιαίτερα κερδοφόρο και διαχειρίστηκε μια ασιατική/αφρικανική εμπορική αυτοκρατορία, που εκτείνεται από τις Ανατολικές Ινδίες (Ινδονησία) έως την Κεϊλάνη (Σρι Λάνκα) μέχρι το Ακρωτήριο της Καλής Ελπίδας (Νότια Αφρική) και πολλές τοποθεσίες ενδιάμεσα. Σχεδόν 20 χρόνια αργότερα, οι Ολλανδοί αποκάλυψαν μια άλλη εταιρεία για εμπορικές αποικίες στον κόσμο του Ατλαντικού, γνωστή ως West India Company (WIC).
Οι Λειτουργοί της Ολλανδικής Μεταρρυθμισμένης Εκκλησίας, οι λεγόμενοι Καλβινιστές επειδή ακολούθησαν τις προτεσταντικές διδασκαλίες του Τζον Κάλβιν, διέκριναν ένα προνοητικό χέρι που κρύβεται πίσω από την καλή τύχη της δημοκρατίας και των εταιρειών. Πίστευαν ότι ο Θεός άνοιγε την πόρτα για να μεταφέρει το μήνυμα του αληθινού χριστιανισμού στους ειδωλολάτρες και τους Μαυριτανούς στα πέρατα της γης.
Μερικοί Καλβινιστές πρότειναν μάλιστα ότι το κήρυγμα της αυθεντικής, βιβλικής εκδοχής του χριστιανισμού, και όχι της ψεύτικης θρησκείας της καθολικής εκκλησίας, θα οδηγούσε σε έναν παγκόσμιο προσηλυτισμό μουσουλμάνων και εβραίων, που θα πυροδοτούσε στην συνέχεια την δεύτερη έλευση του Ιησού. Ως αποτέλεσμα αυτών των συνθηκών, κάπου κοντά στους 1.000 καλβινιστές πάστορες εντάχθηκαν στις εμπορικές εταιρείες από το 1605 έως το 1799 για να υπηρετήσουν ως προσωπικό της εταιρείας, αλλά και για να μετατρέψουν τους ανθρώπους στις διάφορες χώρες της Αμερικής, της Αφρικής και της Ασίας σε σωστούς, εκκλησιαζόμενους, προτεστάντες χριστιανούς.
Αυτή η προσπάθεια ήταν η πρώτη και πιο διαρκής προτεσταντική ιεραποστολική προσπάθεια εκτός Ευρώπης. Ωστόσο, κάνοντας αυτό, οι Ολλανδοί πάστορες προτεστάντες ενέκριναν το δουλεμπόριο, συμφώνησαν με την αυτοκρατορική βία και υπέφεραν σε μακρινά ξένα περιβάλλοντα. Οι καλβινιστικές αποστολές και οι εμπλοκές τους με την αυτοκρατορία αποκαλύπτουν την περίπλοκη αλληλεπίδραση των πολιτισμών καθώς ο κόσμος μεταβαλλόταν στην βιομηχανική εποχή τον 19ο αιώνα.
Η παγκόσμια εμβέλεια του Καλβινισμού στα 1600 και 1700 έχει ξεφύγει από τους περισσότερους ιστορικούς και έχει καταποντίσει τους περισσότερους Ολλανδούς ειδικούς. Αυτή η έλλειψη προσοχής πηγάζει εν μέρει από τις μαζικές ιεραποστολικές προσπάθειες της καθολικής εκκλησίας, οι οποίες επισκίασαν τις πολύ μικρότερες επιχειρήσεις των Ολλανδών Καλβινιστών. Θρησκευτικά τάγματα εντός της καθολικής εκκλησίας, όπως οι Ιησουίτες, οι Φραγκισκανοί και οι Δομινικανοί, έστειλαν χιλιάδες ιεραποστόλους σε τεράστιες χώρες που αποίκησαν οι ισπανικές, πορτογαλικές και γαλλικές αυτοκρατορίες. Δίπλα στον παγκόσμιο καθολικισμό, ο παγκόσμιος καλβινισμός ήταν πολύ μικρότερος σε έκταση και έτσι έχει πέσει κάτω από το ραντάρ των περισσότερων ιστορικών.
Φαίνεται επίσης αδιανόητο ότι ο Καλβινισμός, ο οποίος εξαπλώθηκε σε διάφορες Μεταρρυθμισμένες Προτεσταντικές ονομασίες (π.χ. Πρεσβυτεριανοί, Κογκρεγκασιοναλιστές, Αγγλικανοί) θα είχε μεγάλο αντίκτυπο εκτός των ευρωπαϊκών εκκλησιών και πανεπιστημίων, λόγω του δόγματος του προορισμού. Γιατί να διακινδυνεύσουμε την ζωή και τα μέλη μας σε μαραζωμένες ασθένειες, πνιγμό, φαγοπότι από ένα μεγάλο ψάρι και άλλες μορφές βίαιου θανάτου για να προσηλυτίσουμε ανθρώπους –οι οποίοι, στις περισσότερες περιπτώσεις, δεν εκτιμούσαν την προσπάθεια– αν ο Θεός είχε ήδη αποφασίσει το αποτέλεσμα;
Αυτή η ερώτηση προέρχεται από τον τρόπο που σκεφτόμαστε σήμερα, που δεν είναι ο τρόπος που σκέφτονταν οι Καλβινιστές τον 17ο αιώνα. Πίστευαν ότι το κήρυγμα του λόγου του Θεού από την Βίβλο ήταν το μέσο με το οποίο οι σωσμένοι θα ανταποκρινόταν στην υπόσχεση του Θεού για σωτηρία. Θα μπορούσαν να υποδείξουν πολλές μορφές στην Παλαιά και την Καινή Διαθήκη, όπως ο Ιωνάς, οι προφήτες, ο Ιωάννης ο Βαπτιστής και οι απόστολοι που ακολούθησαν την εντολή του Θεού να κηρύξουν, ακόμη και όταν ο Θεός ήξερε ότι οι περισσότεροι άνθρωποι θα απέρριπταν το μήνυμα. Έτσι, μόλις πρόσφατα οι ιστορικοί άρχισαν να ερευνούν πληρέστερα το παγκόσμιο έργο των Καλβινιστών και τις κληρονομιές τους.
Τι έκαναν οι Καλβινιστές στο εξωτερικό;
Πρώτα απ’ όλα φύτεψαν εκκλησίες. Η ίδρυση εκκλησιών λειτούργησε ως ο πρωταρχικός τρόπος με τον οποίο η Ολλανδική Μεταρρυθμισμένη Εκκλησία διέδωσε το μήνυμα και τις διακονίες της. Οι χειροτονημένοι λειτουργοί κήρυξαν το ευαγγέλιο και τέλεσαν τα δύο μυστήρια που αναγνωρίζουν οι Μεταρρυθμισμένοι Προτεστάντες: το βάπτισμα και η θεία κοινωνία (επίσης το Δείπνο του Κυρίου). Οι λαϊκοί πρεσβύτεροι παρείχαν ηγεσία και, σε συνεργασία με λειτουργούς, επέβαλαν ηθική διόρθωση επισκεπτόμενοι μέλη και τιμωρώντας όσους δεν ανταποκρίνονταν στις προσδοκίες της εκκλησίας.
Υπάρχουν πολλές ζουμερές ιστορίες στα αρχεία αυτών των αλληλεπιδράσεων από τους αυτόχθονες λαούς που ένιωσαν δυσαρεστημένοι και τσαντισμένοι! Οι απατημένοι σύζυγοι, οι αγανακτισμένες σύζυγοι, οι απελπισμένοι μεθυσμένοι, οι θυμωμένοι καβγατζήδες, οι μικροκλέφτες, οι κολλητοί κουτσομπόληδες και άλλοι κάνουν επίσης την εμφάνισή τους. Μαζί με τους πρεσβυτέρους, λαϊκοί διάκονοι διαχειρίζονταν μορφές κοινωνικής πρόνοιας, μοιράζοντας ελεημοσύνη.
Εφόσον οι κληρικοί ήταν λίγοι και πολύ κοντά αναμεταξύ τους, δεν είχε κάθε εκκλησία διορισμένο διάκονο. Έτσι, οι Καλβινιστές δημιούργησαν δορυφορικές εκκλησίες σε απομακρυσμένες περιοχές, όπου ένας τοπικός λαϊκός μέλος διάβαζε ένα κήρυγμα και οδηγούσε την εκκλησία σε τραγούδια και προσευχές τις Κυριακές. Κάθε αρκετούς μήνες, ένας λειτουργός, μερικές φορές μαζί με έναν πρεσβύτερο ή έναν διάκονο, επισκεπτόταν αυτές τις κοινότητες, σαν ιππέας, για να εξετάσει υποθέσεις, να κάνει κήρυγμα, να βαφτίσει νεοπροσήλυτους, να παντρέψει ζευγάρια και να κάνει άλλα ποιμαντικά πράγματα.
Η σημαντικότερη δραστηριότητα, όσον αφορά την διάδοση της επιρροής του Καλβινισμού, ήταν η ίδρυση σχολείων. Τα σχολεία ξεπήδησαν παντού όπου εγκαταστάθηκαν οι Ολλανδοί. Ο κυβερνήτης Cornelis Matelief ίδρυσε το πρώτο ολλανδικό σχολείο εκτός Ευρώπης στην Amboina στην Ινδονησία λίγο μετά την ρίζα της VOC εκεί το 1605. Πρώτος δάσκαλός του ήταν ο Johannes Wogma, ο οποίος έδωσε μαθήματα σε παιδιά Amboinese στην ολλανδική γλώσσα, γραφή, αριθμητική και τους δίδαξε πολλές προσευχές.
Υπουργοί και ιερείς ίδρυσαν σχολεία σε απομακρυσμένες περιοχές που δεν εξυπηρετούνται από μόνιμο υπουργό. Ολλανδοί καλβινιστές οργάνωσαν εκατοντάδες σχολεία στα νησιά Μολούκα, Τζακάρτα, Μπάντα (Ινδονησία), Μελάκα (Μαλαϊσία), Φορμόζα (Ταϊβάν), Σρι Λάνκα, τοποθεσίες στις ακτές Coromandel και Malabar της Ινδίας, το Ακρωτήριο της Καλής Ελπίδας στην Νότια Αφρική, Βραζιλία, Νέα Ολλανδία (Νέα Υόρκη), κατά μήκος της δυτικής αφρικανικής ακτής και στην Καραϊβική. Για παράδειγμα, μέχρι το 1633,32 σχολεία στις Ανατολικές Ινδίες πρόσφεραν διδασκαλία σε 1.200 μαθητές – αριθμός που αυξήθηκε σε 54 σχολεία με 5.190 μαθητές έως το 1700. Στην Κεϊλάνη, περίπου 30 σχολεία λειτουργούσαν την δεκαετία του 1660 με 18.000 μαθητές.
Οι αυτόχθονες δάσκαλοι αντιπροσώπευαν την καλύτερη ελπίδα για την επιτυχία του παγκόσμιου Καλβινισμού.
Η δημιουργία σχολείων και η διαχείρισή τους ήταν μια κοινή επιχείρηση μεταξύ μεταρρυθμισμένων υπουργών, περιφερειακών κυβερνητών, διευθυντών εταιρειών στην Ολλανδία και γηγενών δασκάλων στις διάφορες περιοχές. Οι εταιρείες διαπραγματεύτηκαν συμβόλαια, πλήρωναν μισθούς και επένδυσαν πολλά σε εκατοντάδες θεολογικά βιβλία για λειτουργούς, βιβλία γραμματικής για δασκάλους, μετέφρασαν κατηχητικά, ταχυδρομεία, τμήματα της Βίβλου και άλλο παιδαγωγικό υλικό.
Αν και το VOC και το WIC ασκούσαν δικαιοδοσία στα σχολεία, κληρικοί που κατοικούσαν σε πιο κεντρική τοποθεσία, διεξήγαγαν επισκέψεις για να επιθεωρήσουν την ποιότητα της διδασκαλίας και την πρόοδο των μαθητών στην ενδοχώρα. Αυτές οι επισκέψεις έπρεπε να πραγματοποιούνται σε τακτά χρονικά διαστήματα, αλλά συχνά καθυστερούσαν ή ακυρώνονταν για διάφορους λόγους.
Όταν επισκέπτονταν σχολεία, οι διάκονοι κήρυτταν, εξέταζαν τους μαθητές και τους δασκάλους, βάφτιζαν νεοπροσήλυτους, πάντρευαν ζευγάρια και έλεγχαν την απογραφή του θρησκευτικού υλικού. Στην συνέχεια, οι ποιμενικοί επιθεωρητές συνέτασσαν έναν απολογισμό για την «κατάσταση του εγγενούς χριστιανικού κόσμου» μέσα στο κύκλωμα. Η περιγραφή προσέφερε μια ποσοτική περίληψη και μια ποιοτική αξιολόγηση της προόδου της μεταρρυθμιστικής πίστης. Οι λειτουργοί υπέβαλαν αυτές τις εκθέσεις στους συναδέλφους τους υπουργούς και τις αποικιακές αρχές, οι οποίοι στην συνέχεια τις έστελναν σε ετήσιες επιστολές για εκκλησιαστικά σώματα πίσω στην Ολλανδία.
Οι Ολλανδοί υπουργοί και οι αποικιακές αρχές βασίστηκαν σε μεγάλο βαθμό σε αυτόχθονες δασκάλους για να υπηρετήσουν ως δάσκαλοι στα σχολεία της εταιρείας. Οι εταιρείες στρατολόγησαν ιθαγενείς με γλωσσική εξειδίκευση για να διδάξουν στους μαθητές να διαβάζουν, να γράφουν και να κατανοούν την μεταρρυθμιστική πίστη. Οι αυτόχθονες δάσκαλοι, επομένως, έφεραν τεράστιες ευθύνες για την διάδοση του Καλβινισμού διδάσκοντας παιδιά, κρατώντας αρχεία, καθοδηγώντας τις Κυριακάτικες λειτουργίες σε περιοχές χωρίς κατηχητή και μεταφράζοντας υλικό στις τοπικές γλώσσες. Μερικοί δάσκαλοι στην Τζακάρτα υπηρέτησαν ως ιδιωτικοί κατηχητές.
Οι κληρικοί του εξωτερικού αναγνώρισαν ότι οι αυτόχθονες διδάσκαλοι αντιπροσώπευαν την καλύτερη ελπίδα για την επιτυχία του παγκόσμιου Καλβινισμού. Αυτή η αναγνώριση είναι που ώθησε κληρικούς και λαϊκούς αξιωματικούς να αφιερώσουν τόσο πολύ χρόνο και ενέργεια στους γύρους επιθεώρησης.
Οι αρχές της εταιρείας χρησιμοποίησαν ένα μείγμα καταναγκασμού και αποζημίωσης για να δελεάσουν τους γονείς να στείλουν τα παιδιά τους στα σχολεία της εταιρείας. Η καθιερωμένη σχολική μέρα για τα παιδιά διαρκούσε δύο ώρες τόσο το πρωί όσο και το απόγευμα, με διάλειμμα δύο ωρών την Δευτέρα, την Τρίτη, την Πέμπτη και την Παρασκευή. Οι μαθητές παρακολουθούσαν μόνο την πρωινή συνεδρία τις Τετάρτες και τα Σάββατα. Δεδομένου ότι οι γονείς εξαρτώνται από την εργασία των παιδιών, η απώλεια της παραγωγικότητας, εκτός από την όποια εχθρότητα προς την ολλανδική κυριαρχία, λειτούργησε ως ισχυρό αντικίνητρο για την φοίτηση στο σχολείο.
Για να καταπολεμηθεί αυτό το εμπόδιο, οι κυβερνήτες επιδότησαν την σχολική φοίτηση παρέχοντας επιδόματα σε οικογένειες των οποίων τα παιδιά πήγαιναν στο σχολείο. Χιλιάδες άνθρωποι σε όλο τον κόσμο φοιτούσαν σε αυτά τα σχολεία, όπου έμαθαν να διαβάζουν και να γράφουν, μερικές φορές στα ολλανδικά αλλά συνήθως σε μια τοπική καθομιλουμένη ή στα πορτογαλικά, την lingua franca του Ινδικού Ωκεανού. Αλλά, κυρίως, οι δάσκαλοι εκπαίδευαν τους νέους στις διδασκαλίες του χριστιανισμού όπως τον κατανοούσαν οι Καλβινιστές. Κανονικός προσηλυτισμός των δούλων γηγενών.
Εικόνα κάτω: Ανώτερος έμπορος VOC με την σύζυγό του και έναν σκλάβο υπηρέτη, του Aelbert Cuyp (κύκλος του), γ. 1650 – περ. 1655. Η φιγούρα που στέκεται στα αριστερά είναι ένας έμπορος της Ολλανδικής Εταιρείας Ανατολικών Ινδιών (VOC), πιθανώς ο Jakob Martensen, δίπλα στην σύζυγό του. Πίσω τους είναι ένας σκλαβωμένος γηγενής άντρας που κρατάει πάνω από τα κεφάλια τους μια ομπρέλα, ένα pajong. Αυτό ήταν ένα σύμβολο κατάστασης στον πολιτισμό της Ιάβας. Το κάστρο Batavia είναι ορατό στο βάθος. Στα δεξιά, ο στόλος της Εταιρείας, έτοιμος να επιστρέψει στην Ολλανδία. Ο έμπορος δείχνει με το ραβδί του τα πλοία, υποδεικνύοντας την συμμετοχή του.
Τα αρχεία που κρατούσαν οι Ολλανδοί σχετικά με τα σχολεία και τους δασκάλους δείχνουν ότι δεν ήταν καθόλου δημοφιλή στους ντόπιους. Οι καλβινιστές, που είχαν την τάση να παραπονιούνται για περισσότερα, γκρίνιαζαν για τις εκπαιδευτικές ικανότητες των ντόπιων πληθυσμών. Ωστόσο, όπως τα παιδιά παντού, τα αγόρια και τα κορίτσια προτιμούσαν να ψαρεύουν, να κυνηγούν και να διασκεδάζουν. Καθώς οι Ολλανδοί κληρικοί προσπαθούσαν να βγουν από την Φορμόζα πριν από την εισβολή των κινεζικών δυνάμεων το 1661, ένας διαχειριστής σημείωσε με πικρία ότι τα παιδιά της περιοχής «είναι χαρούμενα που τώρα απαλλάσσονται από την φοίτηση στα σχολεία. Παντού έχουν καταστρέψει τα βιβλία και τα σκεύη».
Στο πλαίσιο του ιεραποστολικού τους προγράμματος, καλβινιστές διάκονοι συνεργάστηκαν με ντόπιους γλωσσολόγους για να μεταφράσουν υλικό, όπως κατηχήσεις, βιβλία γραμματικής, κηρύγματα και τμήματα της Βίβλου στις τοπικές γλώσσες και στα πορτογαλικά. Για πολλά χρόνια, οι Ολλανδοί υπουργοί Melchior Leijdekker και Petrus van derΟ Βορμ προσπάθησε να βάλει ολόκληρη την Βίβλο σε μια διάλεκτο της Μαλαισίας (πρόδρομος της Ινδονησιακής) και μια έκδοση είδε τελικά το φως στο 1733. Ολόκληρες εκδόσεις της Βίβλου εμφανίστηκαν επίσης στα Ταμίλ το 1759 και στα Σινχαλικά το 1813, γλώσσες σε Κεϊλάνη (Σρι Λάνκα).
Το VOC και το WIC ήταν πρόθυμα να προσφέρουν δασκάλους και πάστορες για να καλλιεργήσουν τα ολλανδικά ως την γλώσσα των οικισμών, αλλά δεν το χειρίστηκαν τόσο καλά. Οι Ολλανδοί πάστορες σκέφτηκαν ότι πρέπει να συμβαίνει επειδή η μητρική τους γλώσσα ήταν τόσο προηγμένη και περίπλοκη. Ένας Φλαμανδός θεωρητικός της γλώσσας, ο Johannes Goropius Becanus, υποστήριξε ότι μια μορφή ολλανδικών ήταν η αρχαιότερη γλώσσα στον κόσμο – τόσο παλιά, στην πραγματικότητα, που μιλιούνταν από τον Αδάμ και την Εύα στον Κήπο της Εδέμ! (sic)
Εφόσον οι πάστορες αντιμετώπισαν δυσκολίες να συγκεντρώσουν αποδοχή για την ολλανδική γλώσσα, επέλεξαν την τοπική καθομιλουμένη γλώσσα, προς μεγάλη απογοήτευση των αξιωματούχων της εταιρείας. Οι λειτουργοί, μαζί με τους Καθολικούς ιεραπόστολους, έπαιξαν σημαντικό ρόλο από το 1500 έως το 1700 στην δημιουργία lingua francas που ομιλούνται σε πολλά μέρη του κόσμου σήμερα. Στην Λατινική Αμερική, οι Ισπανοί ιεραπόστολοι τυποποίησαν τα Ναχουάτλ, μια γλώσσα των Αζτέκων, και την Κέτσουα, μια καθομιλουμένη στα Ίνκα, και το Γκουαρανί, μια διάλεκτο στην Παραγουάη.
Οι Ολλανδοί ιεραπόστολοι συνέβαλαν σημαντικά στην γλωσσική ανάπτυξη των Μαλαισιανών, Ταμίλ και Σινχαλέζων. Μία από τις μεγαλύτερες προκλήσεις σε μια ιεραποστολική επιχείρηση είναι η επικοινωνία σκοτεινών αρχών, με ακρίβεια μεταξύ των γλωσσικών διαφορών. Το πρόβλημα αυτό έγινε ακόμη πιο έντονο τον 17ο και 18ος αιώνα, όπου ως διάλεκτοι παρέμειναν σε μεγάλο βαθμό προφορικές και πολύ τοπικές. Στην συνέχεια, οι ιεραπόστολοι συνεργάστηκαν με τοπικούς γλωσσολόγους για να προσδιορίσουν μια κατάλληλη μητρική γλώσσα σε μια περιοχή, να την κωδικοποιήσουν, να επιβάλουν ευρωπαϊκούς γραμματικούς κανόνες σε αυτήν, να μεταφράσουν υλικό σε αυτήν και στην συνέχεια να εκπαιδεύσουν όσο το δυνατόν περισσότερους κατοίκους της περιοχής.
Οι καλβινιστές λειτουργοί που επέλεξαν να υπηρετήσουν στο εξωτερικό το έκαναν για διάφορους λόγους. Οι περισσότεροι εμπνεύστηκαν, τουλάχιστον εν μέρει, από το ιεραποστολικό ιδεώδες της μεταφοράς του ευαγγελίου στους «φτωχούς, τυφλούς, ειδωλολάτρες». Πολλοί πάστορες, όπως ο Robert Junius στη Formosa, ο Justus Heurnius στην Τζακάρτα και ο Ambon και ο Philip Baldaeus στην Κεϋλάνη, διακρίθηκαν ως ευαγγελιστές, συγγραφείς, μεταφραστές και διοργανωτές.
Άλλοι, όπως ο François Valentijn στο Amboina και ο Jacob Canter Visscher στην ακτή Malabar στις αρχές του 1700, βρήκαν μια αίσθηση περιπέτειας και έγραψαν για τις παρατηρήσεις και τα κατορθώματά τους. Ο Valentijn έγραψε ένα πολύτομο έργο, Old and New East-India ( 1724-26), στο οποίο περιέγραψε τα εδάφη, τους λαούς, τα φυτά και τα έθιμα που βρίσκονται στην Νοτιοανατολική Ασία.
Ο Visscher έγραψε γράμματα στην μητέρα του στο Harlingen (Friesland). Σε ένα γράμμα, διηγήθηκε ένα παράξενο επεισόδιο στο οποίο παρακαλούσε τους στρατιώτες της εταιρείας να μοιραστούν μερικά από τα λάφυρά τους από έναν ναό που είχαν λεηλατήσει. Έγραψε: «Εγώ μάζεψα από τους στρατιώτες πολλά ειδωλολατρικά είδωλα που βγήκαν έξω από το ναό, τα οποία κρατάω ως ενθύμιο». Ίσως ο Visscher είδε τις εικόνες ως αναμνηστικά για να δείξει στους άλλους πίσω στο σπίτι και να τους μιλήσει για τις μέρες του στο πεδίο της αποστολής προσηλυτίζοντας περίεργους λαούς.
Είναι αξιοσημείωτο ότι τα “διαβολικά” είδωλα που οι Καλβινιστές ιεραπόστολοι καταδίκαζαν τακτικά και δυνατά έγιναν αναμνηστικά μιας παράξενης κουλτούρας γι’ αυτόν τον λειτουργό. Ήταν ένας γενναίος νέος κόσμος ειδωλολατρίας και δεισιδαιμονίας για αυτούς τους αυστηρούς καλβινιστές που μισούσαν τα είδωλα.
Άλλοι διάκονοι διέψευσαν την αύρα που έρχεται συχνά με εικόνες ιεραποστόλων. Μερικοί απλώς διαλύθηκαν σε ένα άγνωστο τροπικό περιβάλλον μακριά από το σπίτι. Ο Johannes Anthoniszoon Dubbeltrijck στο Ambon επιδόθηκε σε βαριά αλκοόλ και άτακτη συμπεριφορά και, το 1625, η γυναίκα του τον άφησε για έναν άλλο άντρα. Ο Johannes du Praet κέρδισε την περιφρόνηση των συναδέλφων καλβινιστών, το 1633, για το εκτεταμένο δουλεμπόριό του. Ο Abraham Ruteau, το 1638, μέθυσε και άφησε έγκυο μια γυναίκα που δεν ήταν γυναίκα του. Ο Johannes Nathaniel Doncker κακοποιούσε σεξουαλικά γυναίκες, έπινε πολύ και χρησιμοποιούσε βέβηλη γλώσσα, σύμφωνα με αναφορές στην δεκαετία του 1660. Φυσικά, οι περισσότεροι πάστορες ήταν ικανοί και υπεράνω του διοικητικού συμβουλίου, αλλά, όταν οι πάστορες ήταν λίγοι και πολύ κοντά μεταξύ τους, μερικά κακά μήλα μπορούσαν να χαλάσουν το ιεραποστολικό σώμα.
Ήταν πράγματι ένας γενναίος νέος κόσμος ειδωλολατρίας και δεισιδαιμονίας για αυτούς τους αυστηρούς, που μισούν τα είδωλα, που κατακλύζουν την Βίβλο Καλβινιστές από τις βαλτώδεις πεδιάδες της βόρειας Ευρώπης. Απεχθάνονταν απολύτως τις θρησκευτικές εικόνες, καταδικάζοντας τις ως ειδωλολατρία και βλέποντας στραβά κάθε τελετουργία ως δεισιδαιμονία.
Ωστόσο, οι περισσότεροι άνθρωποι σε όλο τον κόσμο ασχολούνταν με κάποιο είδος τελετουργικής πρακτικής και χρησιμοποιούσαν φυλαχτά, εικόνες, αντικείμενα και αγάλματα για να κάνουν συνδέσεις με το θείο. Οι Καθολικοί, πολλοί Ολλανδοί παραπονέθηκαν, είχαν ένα άδικο πλεονέκτημα στο ιεραποστολικό πεδίο καθώς μπορούσαν να χρησιμοποιήσουν τις εικόνες της Παναγίας, των αγίων, του σταυρού κ.λπ. ως γέφυρες προς τον Καθολικισμό. Στο Cochin (στην ακτή του Malabar), για παράδειγμα, ο Visscher, ο ίδιος πάστορας που έφυγε με «ειδωλολατρικά είδωλα» από στρατιώτες VOC, γκρίνιαζε στα τέλη της δεκαετίας του 1710 ότι οι πιθανότητες να προσηλυτίσουν Ινδούς ήταν αρκετά περιορισμένες επειδή «Οι Ρωμαίοι ιερείς είχαν κρεμάσει σαγηνευτικές εικόνες μπροστά στα μάτια τους για τόσο πολύ καιρό, οι οποίες συμφωνούσαν με τα ειδωλολατρικά είδωλά τους».
Σχεδόν έναν αιώνα αργότερα, ο Ολλανδός εθνογράφος Jacob Haafner επανέλαβε ένα κοινό αξίωμα για τις ελλείψεις των καλβινιστικών αποστολών, δηλαδή ότι οι ειδωλολάτρες μπορούσαν να σχετίζονται με τον καθολικισμό λόγω της εξωτερικής φύσης των λατρευτικών τους πρακτικών, με την σειρά των τελετουργιών, εικόνων και αντικειμένων.
Παρά το τι θα προτιμούσαν οι Καλβινιστές, οι ντόπιοι είχαν τους δικούς τους λόγους να βαφτίζονται, να πηγαίνουν στην εκκλησία, να στέλνουν τα παιδιά τους στο σχολείο και να συμμετέχουν σε άλλα επίπεδα. Όταν το έκαναν αυτό, οι αυτόχθονες πληθυσμοί συνέχιζαν συχνά να ασκούν την παραδοσιακή τους θρησκεία, προς μεγάλη έκπληξη των κοκκινομάλληδων λειτουργών.
Οι μετακλητοί μπορούσαν να λάβουν ελεημοσύνη στην εκκλησία, να παντρευτούν έναν χριστιανό, να αποκτήσουν θέση διδασκαλίας και να κερδίσουν την εύνοια της εταιρείας. Οι ολλανδικές μεταρρυθμισμένες εκκλησίες πρόσφεραν υλικά οφέλη, αλλά στην συνέχεια οι λειτουργοί παραπονέθηκαν ότι οι άνθρωποι προσηλυτίστηκαν για κοσμικά κίνητρα.
Ο Caspar Wiltens, ο πρώτος Ολλανδός Καλβινιστής πάστορας στο εξωτερικό, το έθεσε ως εξής: “Είναι ανήκουστο σε αυτήν την περιοχή ότι ένας Μαυριτανός θα γινόταν χριστιανός, εκτός κι αν θεωρεί τον εαυτό του σε μεγάλη ανάγκη… Πάντα έχουν άλλα κίνητρα και μετά έρχονται να γίνουν χριστιανοί, χωρίς να έχουν καμία γνώση τι σημαίνει να είσαι χριστιανός ή τι πρέπει πιστεύουν ή πρέπει να κάνουν.”
Αυτές οι αντικρουόμενες προσδοκίες οδήγησαν σε μια απαισιοδοξία μεταξύ των Ολλανδών Καλβινιστών σχετικά με την ικανότητα των ειδωλολατρών και των Μαυριτανών για τον αληθινό χριστιανισμό. Πολλοί λειτουργοί απλώς κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι οι ειδωλολατρικές και οι μουσουλμανικές κουλτούρες ήταν τόσο μολυσμένες από ειδωλολατρία και αχαλίνωτη σεξουαλικότητα (οι Καλβινιστές πέρασαν δύσκολα με την πολυγαμία) που ήταν τυφλοί στην αλήθεια. Φυσικά, υπήρχε πάντα η ελπίδα ότι η χάρη του Θεού θα διαπερνούσε την ομίχλη της ειδωλολατρίας και της ακολασίας, έτσι οι Καλβινιστές συνέχισαν να ακολουθούν το κάλεσμα να κηρύξουν και να διδάξουν τους απίστους.
Οι καλβινιστικές προσπάθειες για την διάδοση του καλβινισμού έγιναν μέσα στην ζοφερή επιχείρηση της Ολλανδικής Αυτοκρατορίας.
Ίσως επειδή οι Ολλανδοί ήταν τόσο μακριά από το σπίτι τους και περικυκλωμένοι από εχθρούς, οι κυβερνήτες των VOC ήταν αδίστακτοι όταν αντιλαμβάνονταν απειλές. Όταν ο γενικός κυβερνήτης Jan Pieterszoon Coen έμαθε το 1621 ότι οι έμποροι Banda πουλούσαν γαρύφαλλο και μοσχοκάρυδο στους Άγγλους κατά παράβαση σύμβασης με τους Ολλανδούς, εισέβαλε στα νησιά Banda το 1621, σκοτώνοντας και διώχνοντας πολλούς ιθαγενείς. Στην συνέχεια πήρε σκλάβους για να καλλιεργήσουν μπαχαρικά. Αυτό το αιματηρό επεισόδιο ήταν μια από τις πολλές ιστορίες που κυκλοφόρησαν στον Ινδικό Ωκεανό και την Ευρώπη για τους Ολλανδούς. Αυτό ήταν μέρος της συμφωνίας που έκαναν οι Καλβινιστές με την οικοδόμηση αυτοκρατορίας στις αρχές του 1600.
Και ο Καλβινισμός συνέβαλε πάρα πολύ στην οικοδόμηση της ολλανδικής αυτοκρατορίας. Οι υπουργοί και οι πρεσβύτεροι έπαιξαν κρίσιμο ρόλο στην δημιουργία νοικοκυριών στους ολλανδικούς οικισμούς. Όλες οι ευρωπαϊκές αυτοκρατορίες πριν από τον 19ο αιώνα εξαρτιόταν από ένα παντρεμένο νοικοκυριό για την προώθηση της τάξης και της σταθερότητας. Τα νεύρα της αυτοκρατορίας – οι ναυτικοί, οι στρατιώτες, οι έμποροι, οι διοικητές και οι ελεύθεροι εργάτες – ήταν φυσικά όλοι άντρες και οι περισσότεροι από αυτούς ανήκαν σε μια τραχιά και θορυβώδη παρτίδα που ενδιαφέρεται σε μεγάλο βαθμό για την λεηλασία και την λεία.
Για να κρατήσουν υπό έλεγχο αυτούς τους άνδρες και την λίμπιντο τους, οι αυτοκρατορικοί διαχειριστές εργάστηκαν για να καλλιεργήσουν οικογένειες. Οι Ολλανδοί το έκαναν αυτό ενθαρρύνοντας το προσωπικό τους να παντρευτεί ντόπιες γυναίκες. Δεδομένου ότι ο γάμος έγινε στο πλαίσιο του χριστιανισμού, οι σύζυγοι αυτών των ανδρών έπρεπε να προσηλυτιστούν στην Ολλανδική Μεταρρυθμισμένη Εκκλησία. Οποιοσδήποτε άλλος ήθελε να παντρευτεί έναν χριστιανό, ίσως την κόρη ενός διαφυλετικού ζευγαριού, έπρεπε να πληροί τις απαιτήσεις του συμβουλίου της Καλβινιστικής εκκλησίας. Πάστορες και πρεσβύτεροι άσκησαν τεράστιες ενέργειες για την αστυνόμευση της σεξουαλικότητας και την διατήρηση της οικογένειας.
Οι Καλβινιστές υποστήριξαν επίσης τον ιμπεριαλισμό χρησιμοποιώντας την ιεραποστολική επιχείρηση ως υπεράσπιση της υποδούλωσης. Οι Ολλανδοί συγγραφείς επέκριναν ανελέητα τους καθολικούς Ισπανούς και Πορτογάλους εχθρούς τους για την ψυχρή, σκληράδα τους, για την δουλεία και το εμπόριο σκλάβων στις αμερικανικές αποικίες τους.
Παρά τις έντονες πολεμικές για την Καθολική σκληρότητα, οι Καλβινιστές δεν είχαν πολλά να πουν για την αρχή της υποδούλωσης. Αλλά αφού οι εμπορικές εταιρείες κατέλαβαν τα χωράφια με γαρίφαλο στην Μπάντα (1621) και τις φυτείες ζάχαρης στην Βραζιλία (1630), οι Καλβινιστές άλλαξαν το τροπάρι τους. Αντιπαραβάλλουν την ανθρώπινη υποδούλωση των Ολλανδών με τα βάναυσα καθεστώτα Καθολικών και Μουσουλμάνων. Τόσο το VOC όσο και το WIC επένδυσαν σε μεγάλο βαθμό στην εκμετάλλευση σκλάβων και στην εμπορία σκλάβων.
Ισχυριζόμενοι ότι προωθούν το ευαγγέλιο, οι λειτουργοί και οι θεολόγοι υποστήριξαν ότι οι ιδιοκτήτες πρέπει να παρουσιάζουν το ευαγγέλιο σε σκλαβωμένους ανθρώπους και, αν μεταστραφεί, το σκλαβωμένο άτομο, θα έπρεπε να ελευθερωθεί κάποια στιγμή στην ζωή του. Τα αποτελέσματα ήταν μικτά. Μερικοί Ολλανδοί άποικοι εξαπέλυσαν τους σκλάβους τους όταν δεν ήταν πλέον υγιείς και παραγωγικοί, αλλά άλλοι απλώς αρνήθηκαν να τους βαφτίσουν.
Ακόμη και ένας πρώην σκλάβος από την Γκάνα που προσηλυτίστηκε στον Καλβινισμό και έγινε χειροτονημένος πάστορας, ο Jacobus Capitein, γνωστός και ως Jacob Eliza Johannes, έγραψε μια διατριβή για την υπεράσπιση της δουλείας και ισχυρίστηκε ότι οι ιδιοκτήτες δεν χρειάζεται να απελευθερώσουν τους δεσμευμένους εργάτες τους. Μερικοί πάστορες έχασαν το ενδιαφέρον τους να προσηλυτίσουν υπόδουλους, ισχυριζόμενοι ότι προσηλυτίστηκαν μόνο και μόνο για να αποκτήσουν την ελευθερία τους. Παρακωλυμένη από βαθιές ασυνέπειες, η καλβινιστική ιεραποστολική προσπάθεια έριξε την πλήρη υποστήριξή της πίσω από την υποδούλωση στην αυτοκρατορία.
Καλβινιστές πάστορες βγήκαν στον κόσμο για να προσηλυτίσουν μη χριστιανούς, ωστόσο αυτοί έφτασαν επίσης στις πόλεις και τις κωμοπόλεις της Ολλανδικής Δημοκρατίας. Ειδωλολάτρες και μουσουλμάνοι άντρες και γυναίκες που είχαν προσηλυτιστεί στον Καλβινισμό – και στην συνέχεια οπισθοχώρησαν από τον Καλβινισμό, γέμισαν ποιμαντικές εκθέσεις που διαβάζονταν σε εκκλησιαστικές συναθροίσεις σε όλη την Ολλανδία. Ινδουιστικές και βουδιστικές εικόνες, παρόμοιες με αυτές που συνέλεξε ο κυρίαρχος Visscher, μπήκαν στα γραφεία περιέργειας των κοσμοπολίτικων ελίτ. Ο μπουργκάστος του Άμστερνταμ Nicolaes Witsen είχε 23 είδωλα. Ο Willem Konijn, ένας υπουργός στην Κεϊλάνη που αλληλοεπικαλύπτεται με τον Visscher στην Νότια Ασία, έστειλε τοπικά σκίτσα του Βούδα και των βουδιστικών ιερών τόπων, σε συλλέκτες στο Άμστερνταμ, οι οποίοι αναγνώρισαν, εσφαλμένα, την φιγούρα ως τον Αδάμ. Όπως μαρτυρούν αυτές οι περιπτώσεις, οι Καλβινιστές και άλλοι Ολλανδοί προτεστάντες είχαν περίπλοκες σχέσεις με τους ειδωλολάτρες και τα είδωλά τους.
Τι δίδαξαν οι αυτόχθονες πληθυσμοί στους Καλβινιστές;
Αυτό είναι μεγάλο ερώτημα. Ακολουθεί ένα επεισόδιο για να δούμε ποια εκπαίδευση έδωσαν οι ειδωλολάτρες και οι Μαυριτανοί, από τα χρόνια της ενασχόλησής τους με τους Ευρωπαίους, στους Ολλανδούς Καλβινιστές και μετά στην Ευρώπη.
Οι ειδωλολάτρες διαφώτισαν πολλούς προτεστάντες σχετικά με τους φόβους τους για τον διάβολο και τις δεισιδαιμονίες σχετικά με την μαγεία. Το 1691, ο Balthasar Bekker, ένας καλβινιστής πάστορας, έγραψε μια αμφιλεγόμενη πραγματεία κατά της μαγείας, Ο Μαγεμένος κόσμος (De Betoverde Weereld), για να επικρίνει την δίωξη των «μαγισσών». Η δίωξη για μαγεία ήταν μια νόμιμη πανδημία στην Ευρώπη από το 1500 έως την εποχή του Bekker, καθώς οι αρχές κατηγόρησαν περισσότερους από 200.000 ανθρώπους και εκτέλεσαν τον μισό από αυτόν τον αριθμό, επειδή έκανε την “δουλειά του διαβόλου”.
Αλλά ο Bekker υποστήριξε ότι η λεγόμενη «Αυτοκρατορία του Διαβόλου» ήταν μια αυταπάτη, καθώς οι πρακτικές που θεωρούνται μαγεία στην Ευρώπη δεν ήταν τίποτα άλλο από ανόητες ειδωλολατρικές δεισιδαιμονίες. Ο Bekker κάλεσε τις κοινωνίες σε όλο τον κόσμο ως μάρτυρες να δείξουν ότι οι περισσότεροι λαοί πίστευαν στα πνεύματα και διεξήγαγαν παράξενα τελετουργικά, τα οποία οι περισσότεροι Ευρωπαίοι χαρακτήρισαν παράξενα αλλά αβλαβή.
Το βιβλίο του ήταν εξαιρετικά δημοφιλές (ακόμα κι αν η Ολλανδική Μεταρρυθμισμένη Εκκλησία τον έδιωξε). Οι καλβινιστές πίστευαν ότι ο διάβολος και η μαγεία ήταν ζωντανοί και καλά. Ένας πάστορας στο Άμστερνταμ, ο Bekker χρησιμοποίησε τις εμπειρίες που είχαν καταγράψει και συγκεντρώσει οι καλβινιστές αδελφοί του για να υποστηρίξει ότι η μαγεία, το κοινό νόμισμα του παγανισμού, δεν ήταν τίποτα άλλο από ένα τέχνασμα.
Αυτό που είναι χαρακτηριστικό για τον Bekker και τους Ολλανδούς Καλβινιστές είναι ότι μια παγκόσμια προοπτική παρείχε ένα νέο πλεονέκτημα από το οποίο μπορούμε να δούμε κοινές υποθέσεις και αποδεκτές πρακτικές στην Ευρώπη. Η προσοχή στις παγκόσμιες κοινωνίες αποκάλυψε την καθολικότητα των παγανιστικών τελετουργιών και μύθων, όχι μόνο στην Ασία και την Αφρική, αλλά και στην Ευρώπη.
Δεδομένου ότι το συγκρότημα του Άμστερνταμ στο οποίο ανήκε ο Bekker αντιστοιχούσε με όλες τις υπερπόντιες εκκλησίες, ήταν βαθιά συγκινημένος με τις ροές πληροφοριών για ειδωλολάτρες και Μαυριτανούς στην Ολλανδική Αυτοκρατορία. Ο Bekker διάβασε επίσης ευρέως μεταξύ άλλων ιεραποστόλων και εθνογράφων, συμπεριλαμβανομένων των Ολλανδών Καλβινιστών Baldaeus και Abraham Rogerius, οι οποίοι δημοσίευσαν έργα για τον «ειδωλολατρικό κόσμο» με βάση τις εμπειρίες τους στην Νότια Ασία στα μέσα του 1600. Αν και εξοστρακισμένος, ο Bekker δεν ήταν μόνος, όπως και η εμπειρία των καλβινιστικών αποστολών και της αυτοκρατορίας.
Ο Καλβινισμός είναι χριστιανικό προτεσταντικό θεολογικό κίνημα που ανέπτυξε ο Γάλλος θεολόγος Ιωάννης Καλβίνος (John Calvin).
Στο κέντρο της καλβινιστικής θεολογίας βρίσκεται η παντοδύναμη κυριαρχία του Θεού και η δυνατότητά του να προγνωρίζει την πορεία των ανθρώπων είτε προς την σωτηρία είτε προς την απώλεια. Βασικό στοιχείο της είναι το δόγμα του προορισμού, στο οποίο τονίζεται η παντοδύναμη κυριαρχία του Θεού, και η άποψη πως όλοι οι άνθρωποι είναι ίσοι ως προς την ανικανότητά τους να αποκτήσουν την σωτηρία τους με τα δικά τους έργα και δυνάμεις. Ο Ιωάννης Καλβίνος υποστήριζε ότι το σχέδιο του Θεού σχετικά με την σωτηρία της ψυχής είναι επακόλουθο της Θείας Χάρης και επιτυγχάνεται μόνο δια της πίστεως και ότι ο Θεός πρέπει να είναι αντικείμενο σεβασμού.
Οι Καλβινιστές πιστεύουν ότι ο Θεός, ως κυρίαρχος, μπορεί να επέμβει στην ζωή του ανθρώπου. Κατά τον Καλβινισμό, οι άνθρωποι είναι είτε προγνωρισμένοι και προορισμένοι για αιώνια δόξα και τον παράδεισο, είτε προγνωρισμένοι και προορισμένοι για την αιώνια καταδίκη. Ο Καλβινισμός ακολουθώντας την Προτεσταντική διδασκαλία, δέχεται μόνο την Αγία Γραφή, που την θεωρεί αυθεντία, και απορρίπτει όσες παραδόσεις θεωρεί πως δεν συμφωνούν με αυτήν. Οι τελετές που δέχεται είναι η Θεία Ευχαριστία και το Βάπτισμα. Στον καλβινισμό βασίζονται οι Πρεσβυτεριανές και οι Αναμορφωμένες εκκλησίες.
Ο Καλβινισμός πέτυχε αυτές τις διακρίσεις ενάντια σε όλες τις πιθανότητες. Οι επιχειρήσεις του ξεκίνησαν έναν αιώνα μετά τις καθολικές αποστολές. Ο αριθμός των παστόρων της ήταν ωχρός σε σύγκριση με τις λεγεώνες που έστειλε η Ρωμαϊκή Εκκλησία και οι Καλβινιστές επέμειναν στο δόγμα του προορισμού, το οποίο δίδασκε ότι ο Θεός είχε ήδη αποφασίσει την αιώνια μοίρα του καθενός πριν δημιουργήσει τον κόσμο. Υπό το φως αυτών των σημαντικών μειονεκτημάτων, πώς το κατάφεραν αυτό οι Ολλανδοί Καλβινιστές; Και τι έμαθαν από τις εμπειρίες τους; Οι σύντομες απαντήσεις είναι, πρώτον, ότι αποδείχτηκε ότι διέπρεψαν στην οργάνωση σχολείων και στην μετάφραση γλωσσών και, δεύτερον, ότι οι παγκόσμιες προοπτικές τους έδωσαν νέους τρόπους να βλέπουν την θρησκεία και τον πολιτισμό στην Ευρώπη.
Από αυτές τις απαρχές στην Ολλανδική Δημοκρατία και στην Εταιρεία Ενωμένης Ανατολικής Ινδίας, ο Καλβινισμός έγινε μια παγκόσμια θρησκεία μπλεγμένη στους ιστούς του εμπορίου και της αυτοκρατορίας. Ξεκίνησε το 1602, η VOC (Vereenigde Oost-Indische Compagnie) έγινε ιδιαίτερα κερδοφόρο και διαχειρίστηκε μια ασιατική/αφρικανική εμπορική αυτοκρατορία, που εκτείνεται από τις Ανατολικές Ινδίες (Ινδονησία) έως την Κεϊλάνη (Σρι Λάνκα) μέχρι το Ακρωτήριο της Καλής Ελπίδας (Νότια Αφρική) και πολλές τοποθεσίες ενδιάμεσα. Σχεδόν 20 χρόνια αργότερα, οι Ολλανδοί αποκάλυψαν μια άλλη εταιρεία για εμπορικές αποικίες στον κόσμο του Ατλαντικού, γνωστή ως West India Company (WIC).
Οι Λειτουργοί της Ολλανδικής Μεταρρυθμισμένης Εκκλησίας, οι λεγόμενοι Καλβινιστές επειδή ακολούθησαν τις προτεσταντικές διδασκαλίες του Τζον Κάλβιν, διέκριναν ένα προνοητικό χέρι που κρύβεται πίσω από την καλή τύχη της δημοκρατίας και των εταιρειών. Πίστευαν ότι ο Θεός άνοιγε την πόρτα για να μεταφέρει το μήνυμα του αληθινού χριστιανισμού στους ειδωλολάτρες και τους Μαυριτανούς στα πέρατα της γης.
Μερικοί Καλβινιστές πρότειναν μάλιστα ότι το κήρυγμα της αυθεντικής, βιβλικής εκδοχής του χριστιανισμού, και όχι της ψεύτικης θρησκείας της καθολικής εκκλησίας, θα οδηγούσε σε έναν παγκόσμιο προσηλυτισμό μουσουλμάνων και εβραίων, που θα πυροδοτούσε στην συνέχεια την δεύτερη έλευση του Ιησού. Ως αποτέλεσμα αυτών των συνθηκών, κάπου κοντά στους 1.000 καλβινιστές πάστορες εντάχθηκαν στις εμπορικές εταιρείες από το 1605 έως το 1799 για να υπηρετήσουν ως προσωπικό της εταιρείας, αλλά και για να μετατρέψουν τους ανθρώπους στις διάφορες χώρες της Αμερικής, της Αφρικής και της Ασίας σε σωστούς, εκκλησιαζόμενους, προτεστάντες χριστιανούς.
Αυτή η προσπάθεια ήταν η πρώτη και πιο διαρκής προτεσταντική ιεραποστολική προσπάθεια εκτός Ευρώπης. Ωστόσο, κάνοντας αυτό, οι Ολλανδοί πάστορες προτεστάντες ενέκριναν το δουλεμπόριο, συμφώνησαν με την αυτοκρατορική βία και υπέφεραν σε μακρινά ξένα περιβάλλοντα. Οι καλβινιστικές αποστολές και οι εμπλοκές τους με την αυτοκρατορία αποκαλύπτουν την περίπλοκη αλληλεπίδραση των πολιτισμών καθώς ο κόσμος μεταβαλλόταν στην βιομηχανική εποχή τον 19ο αιώνα.
Η παγκόσμια εμβέλεια του Καλβινισμού στα 1600 και 1700 έχει ξεφύγει από τους περισσότερους ιστορικούς και έχει καταποντίσει τους περισσότερους Ολλανδούς ειδικούς. Αυτή η έλλειψη προσοχής πηγάζει εν μέρει από τις μαζικές ιεραποστολικές προσπάθειες της καθολικής εκκλησίας, οι οποίες επισκίασαν τις πολύ μικρότερες επιχειρήσεις των Ολλανδών Καλβινιστών. Θρησκευτικά τάγματα εντός της καθολικής εκκλησίας, όπως οι Ιησουίτες, οι Φραγκισκανοί και οι Δομινικανοί, έστειλαν χιλιάδες ιεραποστόλους σε τεράστιες χώρες που αποίκησαν οι ισπανικές, πορτογαλικές και γαλλικές αυτοκρατορίες. Δίπλα στον παγκόσμιο καθολικισμό, ο παγκόσμιος καλβινισμός ήταν πολύ μικρότερος σε έκταση και έτσι έχει πέσει κάτω από το ραντάρ των περισσότερων ιστορικών.
Φαίνεται επίσης αδιανόητο ότι ο Καλβινισμός, ο οποίος εξαπλώθηκε σε διάφορες Μεταρρυθμισμένες Προτεσταντικές ονομασίες (π.χ. Πρεσβυτεριανοί, Κογκρεγκασιοναλιστές, Αγγλικανοί) θα είχε μεγάλο αντίκτυπο εκτός των ευρωπαϊκών εκκλησιών και πανεπιστημίων, λόγω του δόγματος του προορισμού. Γιατί να διακινδυνεύσουμε την ζωή και τα μέλη μας σε μαραζωμένες ασθένειες, πνιγμό, φαγοπότι από ένα μεγάλο ψάρι και άλλες μορφές βίαιου θανάτου για να προσηλυτίσουμε ανθρώπους –οι οποίοι, στις περισσότερες περιπτώσεις, δεν εκτιμούσαν την προσπάθεια– αν ο Θεός είχε ήδη αποφασίσει το αποτέλεσμα;
Αυτή η ερώτηση προέρχεται από τον τρόπο που σκεφτόμαστε σήμερα, που δεν είναι ο τρόπος που σκέφτονταν οι Καλβινιστές τον 17ο αιώνα. Πίστευαν ότι το κήρυγμα του λόγου του Θεού από την Βίβλο ήταν το μέσο με το οποίο οι σωσμένοι θα ανταποκρινόταν στην υπόσχεση του Θεού για σωτηρία. Θα μπορούσαν να υποδείξουν πολλές μορφές στην Παλαιά και την Καινή Διαθήκη, όπως ο Ιωνάς, οι προφήτες, ο Ιωάννης ο Βαπτιστής και οι απόστολοι που ακολούθησαν την εντολή του Θεού να κηρύξουν, ακόμη και όταν ο Θεός ήξερε ότι οι περισσότεροι άνθρωποι θα απέρριπταν το μήνυμα. Έτσι, μόλις πρόσφατα οι ιστορικοί άρχισαν να ερευνούν πληρέστερα το παγκόσμιο έργο των Καλβινιστών και τις κληρονομιές τους.
Τι έκαναν οι Καλβινιστές στο εξωτερικό;
Πρώτα απ’ όλα φύτεψαν εκκλησίες. Η ίδρυση εκκλησιών λειτούργησε ως ο πρωταρχικός τρόπος με τον οποίο η Ολλανδική Μεταρρυθμισμένη Εκκλησία διέδωσε το μήνυμα και τις διακονίες της. Οι χειροτονημένοι λειτουργοί κήρυξαν το ευαγγέλιο και τέλεσαν τα δύο μυστήρια που αναγνωρίζουν οι Μεταρρυθμισμένοι Προτεστάντες: το βάπτισμα και η θεία κοινωνία (επίσης το Δείπνο του Κυρίου). Οι λαϊκοί πρεσβύτεροι παρείχαν ηγεσία και, σε συνεργασία με λειτουργούς, επέβαλαν ηθική διόρθωση επισκεπτόμενοι μέλη και τιμωρώντας όσους δεν ανταποκρίνονταν στις προσδοκίες της εκκλησίας.
Υπάρχουν πολλές ζουμερές ιστορίες στα αρχεία αυτών των αλληλεπιδράσεων από τους αυτόχθονες λαούς που ένιωσαν δυσαρεστημένοι και τσαντισμένοι! Οι απατημένοι σύζυγοι, οι αγανακτισμένες σύζυγοι, οι απελπισμένοι μεθυσμένοι, οι θυμωμένοι καβγατζήδες, οι μικροκλέφτες, οι κολλητοί κουτσομπόληδες και άλλοι κάνουν επίσης την εμφάνισή τους. Μαζί με τους πρεσβυτέρους, λαϊκοί διάκονοι διαχειρίζονταν μορφές κοινωνικής πρόνοιας, μοιράζοντας ελεημοσύνη.
Εφόσον οι κληρικοί ήταν λίγοι και πολύ κοντά αναμεταξύ τους, δεν είχε κάθε εκκλησία διορισμένο διάκονο. Έτσι, οι Καλβινιστές δημιούργησαν δορυφορικές εκκλησίες σε απομακρυσμένες περιοχές, όπου ένας τοπικός λαϊκός μέλος διάβαζε ένα κήρυγμα και οδηγούσε την εκκλησία σε τραγούδια και προσευχές τις Κυριακές. Κάθε αρκετούς μήνες, ένας λειτουργός, μερικές φορές μαζί με έναν πρεσβύτερο ή έναν διάκονο, επισκεπτόταν αυτές τις κοινότητες, σαν ιππέας, για να εξετάσει υποθέσεις, να κάνει κήρυγμα, να βαφτίσει νεοπροσήλυτους, να παντρέψει ζευγάρια και να κάνει άλλα ποιμαντικά πράγματα.
Η σημαντικότερη δραστηριότητα, όσον αφορά την διάδοση της επιρροής του Καλβινισμού, ήταν η ίδρυση σχολείων. Τα σχολεία ξεπήδησαν παντού όπου εγκαταστάθηκαν οι Ολλανδοί. Ο κυβερνήτης Cornelis Matelief ίδρυσε το πρώτο ολλανδικό σχολείο εκτός Ευρώπης στην Amboina στην Ινδονησία λίγο μετά την ρίζα της VOC εκεί το 1605. Πρώτος δάσκαλός του ήταν ο Johannes Wogma, ο οποίος έδωσε μαθήματα σε παιδιά Amboinese στην ολλανδική γλώσσα, γραφή, αριθμητική και τους δίδαξε πολλές προσευχές.
Υπουργοί και ιερείς ίδρυσαν σχολεία σε απομακρυσμένες περιοχές που δεν εξυπηρετούνται από μόνιμο υπουργό. Ολλανδοί καλβινιστές οργάνωσαν εκατοντάδες σχολεία στα νησιά Μολούκα, Τζακάρτα, Μπάντα (Ινδονησία), Μελάκα (Μαλαϊσία), Φορμόζα (Ταϊβάν), Σρι Λάνκα, τοποθεσίες στις ακτές Coromandel και Malabar της Ινδίας, το Ακρωτήριο της Καλής Ελπίδας στην Νότια Αφρική, Βραζιλία, Νέα Ολλανδία (Νέα Υόρκη), κατά μήκος της δυτικής αφρικανικής ακτής και στην Καραϊβική. Για παράδειγμα, μέχρι το 1633,32 σχολεία στις Ανατολικές Ινδίες πρόσφεραν διδασκαλία σε 1.200 μαθητές – αριθμός που αυξήθηκε σε 54 σχολεία με 5.190 μαθητές έως το 1700. Στην Κεϊλάνη, περίπου 30 σχολεία λειτουργούσαν την δεκαετία του 1660 με 18.000 μαθητές.
Οι αυτόχθονες δάσκαλοι αντιπροσώπευαν την καλύτερη ελπίδα για την επιτυχία του παγκόσμιου Καλβινισμού.
Η δημιουργία σχολείων και η διαχείρισή τους ήταν μια κοινή επιχείρηση μεταξύ μεταρρυθμισμένων υπουργών, περιφερειακών κυβερνητών, διευθυντών εταιρειών στην Ολλανδία και γηγενών δασκάλων στις διάφορες περιοχές. Οι εταιρείες διαπραγματεύτηκαν συμβόλαια, πλήρωναν μισθούς και επένδυσαν πολλά σε εκατοντάδες θεολογικά βιβλία για λειτουργούς, βιβλία γραμματικής για δασκάλους, μετέφρασαν κατηχητικά, ταχυδρομεία, τμήματα της Βίβλου και άλλο παιδαγωγικό υλικό.
Αν και το VOC και το WIC ασκούσαν δικαιοδοσία στα σχολεία, κληρικοί που κατοικούσαν σε πιο κεντρική τοποθεσία, διεξήγαγαν επισκέψεις για να επιθεωρήσουν την ποιότητα της διδασκαλίας και την πρόοδο των μαθητών στην ενδοχώρα. Αυτές οι επισκέψεις έπρεπε να πραγματοποιούνται σε τακτά χρονικά διαστήματα, αλλά συχνά καθυστερούσαν ή ακυρώνονταν για διάφορους λόγους.
Όταν επισκέπτονταν σχολεία, οι διάκονοι κήρυτταν, εξέταζαν τους μαθητές και τους δασκάλους, βάφτιζαν νεοπροσήλυτους, πάντρευαν ζευγάρια και έλεγχαν την απογραφή του θρησκευτικού υλικού. Στην συνέχεια, οι ποιμενικοί επιθεωρητές συνέτασσαν έναν απολογισμό για την «κατάσταση του εγγενούς χριστιανικού κόσμου» μέσα στο κύκλωμα. Η περιγραφή προσέφερε μια ποσοτική περίληψη και μια ποιοτική αξιολόγηση της προόδου της μεταρρυθμιστικής πίστης. Οι λειτουργοί υπέβαλαν αυτές τις εκθέσεις στους συναδέλφους τους υπουργούς και τις αποικιακές αρχές, οι οποίοι στην συνέχεια τις έστελναν σε ετήσιες επιστολές για εκκλησιαστικά σώματα πίσω στην Ολλανδία.
Οι Ολλανδοί υπουργοί και οι αποικιακές αρχές βασίστηκαν σε μεγάλο βαθμό σε αυτόχθονες δασκάλους για να υπηρετήσουν ως δάσκαλοι στα σχολεία της εταιρείας. Οι εταιρείες στρατολόγησαν ιθαγενείς με γλωσσική εξειδίκευση για να διδάξουν στους μαθητές να διαβάζουν, να γράφουν και να κατανοούν την μεταρρυθμιστική πίστη. Οι αυτόχθονες δάσκαλοι, επομένως, έφεραν τεράστιες ευθύνες για την διάδοση του Καλβινισμού διδάσκοντας παιδιά, κρατώντας αρχεία, καθοδηγώντας τις Κυριακάτικες λειτουργίες σε περιοχές χωρίς κατηχητή και μεταφράζοντας υλικό στις τοπικές γλώσσες. Μερικοί δάσκαλοι στην Τζακάρτα υπηρέτησαν ως ιδιωτικοί κατηχητές.
Οι κληρικοί του εξωτερικού αναγνώρισαν ότι οι αυτόχθονες διδάσκαλοι αντιπροσώπευαν την καλύτερη ελπίδα για την επιτυχία του παγκόσμιου Καλβινισμού. Αυτή η αναγνώριση είναι που ώθησε κληρικούς και λαϊκούς αξιωματικούς να αφιερώσουν τόσο πολύ χρόνο και ενέργεια στους γύρους επιθεώρησης.
Οι αρχές της εταιρείας χρησιμοποίησαν ένα μείγμα καταναγκασμού και αποζημίωσης για να δελεάσουν τους γονείς να στείλουν τα παιδιά τους στα σχολεία της εταιρείας. Η καθιερωμένη σχολική μέρα για τα παιδιά διαρκούσε δύο ώρες τόσο το πρωί όσο και το απόγευμα, με διάλειμμα δύο ωρών την Δευτέρα, την Τρίτη, την Πέμπτη και την Παρασκευή. Οι μαθητές παρακολουθούσαν μόνο την πρωινή συνεδρία τις Τετάρτες και τα Σάββατα. Δεδομένου ότι οι γονείς εξαρτώνται από την εργασία των παιδιών, η απώλεια της παραγωγικότητας, εκτός από την όποια εχθρότητα προς την ολλανδική κυριαρχία, λειτούργησε ως ισχυρό αντικίνητρο για την φοίτηση στο σχολείο.
Για να καταπολεμηθεί αυτό το εμπόδιο, οι κυβερνήτες επιδότησαν την σχολική φοίτηση παρέχοντας επιδόματα σε οικογένειες των οποίων τα παιδιά πήγαιναν στο σχολείο. Χιλιάδες άνθρωποι σε όλο τον κόσμο φοιτούσαν σε αυτά τα σχολεία, όπου έμαθαν να διαβάζουν και να γράφουν, μερικές φορές στα ολλανδικά αλλά συνήθως σε μια τοπική καθομιλουμένη ή στα πορτογαλικά, την lingua franca του Ινδικού Ωκεανού. Αλλά, κυρίως, οι δάσκαλοι εκπαίδευαν τους νέους στις διδασκαλίες του χριστιανισμού όπως τον κατανοούσαν οι Καλβινιστές. Κανονικός προσηλυτισμός των δούλων γηγενών.
Εικόνα κάτω: Ανώτερος έμπορος VOC με την σύζυγό του και έναν σκλάβο υπηρέτη, του Aelbert Cuyp (κύκλος του), γ. 1650 – περ. 1655. Η φιγούρα που στέκεται στα αριστερά είναι ένας έμπορος της Ολλανδικής Εταιρείας Ανατολικών Ινδιών (VOC), πιθανώς ο Jakob Martensen, δίπλα στην σύζυγό του. Πίσω τους είναι ένας σκλαβωμένος γηγενής άντρας που κρατάει πάνω από τα κεφάλια τους μια ομπρέλα, ένα pajong. Αυτό ήταν ένα σύμβολο κατάστασης στον πολιτισμό της Ιάβας. Το κάστρο Batavia είναι ορατό στο βάθος. Στα δεξιά, ο στόλος της Εταιρείας, έτοιμος να επιστρέψει στην Ολλανδία. Ο έμπορος δείχνει με το ραβδί του τα πλοία, υποδεικνύοντας την συμμετοχή του.
Τα αρχεία που κρατούσαν οι Ολλανδοί σχετικά με τα σχολεία και τους δασκάλους δείχνουν ότι δεν ήταν καθόλου δημοφιλή στους ντόπιους. Οι καλβινιστές, που είχαν την τάση να παραπονιούνται για περισσότερα, γκρίνιαζαν για τις εκπαιδευτικές ικανότητες των ντόπιων πληθυσμών. Ωστόσο, όπως τα παιδιά παντού, τα αγόρια και τα κορίτσια προτιμούσαν να ψαρεύουν, να κυνηγούν και να διασκεδάζουν. Καθώς οι Ολλανδοί κληρικοί προσπαθούσαν να βγουν από την Φορμόζα πριν από την εισβολή των κινεζικών δυνάμεων το 1661, ένας διαχειριστής σημείωσε με πικρία ότι τα παιδιά της περιοχής «είναι χαρούμενα που τώρα απαλλάσσονται από την φοίτηση στα σχολεία. Παντού έχουν καταστρέψει τα βιβλία και τα σκεύη».
Στο πλαίσιο του ιεραποστολικού τους προγράμματος, καλβινιστές διάκονοι συνεργάστηκαν με ντόπιους γλωσσολόγους για να μεταφράσουν υλικό, όπως κατηχήσεις, βιβλία γραμματικής, κηρύγματα και τμήματα της Βίβλου στις τοπικές γλώσσες και στα πορτογαλικά. Για πολλά χρόνια, οι Ολλανδοί υπουργοί Melchior Leijdekker και Petrus van derΟ Βορμ προσπάθησε να βάλει ολόκληρη την Βίβλο σε μια διάλεκτο της Μαλαισίας (πρόδρομος της Ινδονησιακής) και μια έκδοση είδε τελικά το φως στο 1733. Ολόκληρες εκδόσεις της Βίβλου εμφανίστηκαν επίσης στα Ταμίλ το 1759 και στα Σινχαλικά το 1813, γλώσσες σε Κεϊλάνη (Σρι Λάνκα).
Το VOC και το WIC ήταν πρόθυμα να προσφέρουν δασκάλους και πάστορες για να καλλιεργήσουν τα ολλανδικά ως την γλώσσα των οικισμών, αλλά δεν το χειρίστηκαν τόσο καλά. Οι Ολλανδοί πάστορες σκέφτηκαν ότι πρέπει να συμβαίνει επειδή η μητρική τους γλώσσα ήταν τόσο προηγμένη και περίπλοκη. Ένας Φλαμανδός θεωρητικός της γλώσσας, ο Johannes Goropius Becanus, υποστήριξε ότι μια μορφή ολλανδικών ήταν η αρχαιότερη γλώσσα στον κόσμο – τόσο παλιά, στην πραγματικότητα, που μιλιούνταν από τον Αδάμ και την Εύα στον Κήπο της Εδέμ! (sic)
Εφόσον οι πάστορες αντιμετώπισαν δυσκολίες να συγκεντρώσουν αποδοχή για την ολλανδική γλώσσα, επέλεξαν την τοπική καθομιλουμένη γλώσσα, προς μεγάλη απογοήτευση των αξιωματούχων της εταιρείας. Οι λειτουργοί, μαζί με τους Καθολικούς ιεραπόστολους, έπαιξαν σημαντικό ρόλο από το 1500 έως το 1700 στην δημιουργία lingua francas που ομιλούνται σε πολλά μέρη του κόσμου σήμερα. Στην Λατινική Αμερική, οι Ισπανοί ιεραπόστολοι τυποποίησαν τα Ναχουάτλ, μια γλώσσα των Αζτέκων, και την Κέτσουα, μια καθομιλουμένη στα Ίνκα, και το Γκουαρανί, μια διάλεκτο στην Παραγουάη.
Οι Ολλανδοί ιεραπόστολοι συνέβαλαν σημαντικά στην γλωσσική ανάπτυξη των Μαλαισιανών, Ταμίλ και Σινχαλέζων. Μία από τις μεγαλύτερες προκλήσεις σε μια ιεραποστολική επιχείρηση είναι η επικοινωνία σκοτεινών αρχών, με ακρίβεια μεταξύ των γλωσσικών διαφορών. Το πρόβλημα αυτό έγινε ακόμη πιο έντονο τον 17ο και 18ος αιώνα, όπου ως διάλεκτοι παρέμειναν σε μεγάλο βαθμό προφορικές και πολύ τοπικές. Στην συνέχεια, οι ιεραπόστολοι συνεργάστηκαν με τοπικούς γλωσσολόγους για να προσδιορίσουν μια κατάλληλη μητρική γλώσσα σε μια περιοχή, να την κωδικοποιήσουν, να επιβάλουν ευρωπαϊκούς γραμματικούς κανόνες σε αυτήν, να μεταφράσουν υλικό σε αυτήν και στην συνέχεια να εκπαιδεύσουν όσο το δυνατόν περισσότερους κατοίκους της περιοχής.
Οι καλβινιστές λειτουργοί που επέλεξαν να υπηρετήσουν στο εξωτερικό το έκαναν για διάφορους λόγους. Οι περισσότεροι εμπνεύστηκαν, τουλάχιστον εν μέρει, από το ιεραποστολικό ιδεώδες της μεταφοράς του ευαγγελίου στους «φτωχούς, τυφλούς, ειδωλολάτρες». Πολλοί πάστορες, όπως ο Robert Junius στη Formosa, ο Justus Heurnius στην Τζακάρτα και ο Ambon και ο Philip Baldaeus στην Κεϋλάνη, διακρίθηκαν ως ευαγγελιστές, συγγραφείς, μεταφραστές και διοργανωτές.
Άλλοι, όπως ο François Valentijn στο Amboina και ο Jacob Canter Visscher στην ακτή Malabar στις αρχές του 1700, βρήκαν μια αίσθηση περιπέτειας και έγραψαν για τις παρατηρήσεις και τα κατορθώματά τους. Ο Valentijn έγραψε ένα πολύτομο έργο, Old and New East-India ( 1724-26), στο οποίο περιέγραψε τα εδάφη, τους λαούς, τα φυτά και τα έθιμα που βρίσκονται στην Νοτιοανατολική Ασία.
Ο Visscher έγραψε γράμματα στην μητέρα του στο Harlingen (Friesland). Σε ένα γράμμα, διηγήθηκε ένα παράξενο επεισόδιο στο οποίο παρακαλούσε τους στρατιώτες της εταιρείας να μοιραστούν μερικά από τα λάφυρά τους από έναν ναό που είχαν λεηλατήσει. Έγραψε: «Εγώ μάζεψα από τους στρατιώτες πολλά ειδωλολατρικά είδωλα που βγήκαν έξω από το ναό, τα οποία κρατάω ως ενθύμιο». Ίσως ο Visscher είδε τις εικόνες ως αναμνηστικά για να δείξει στους άλλους πίσω στο σπίτι και να τους μιλήσει για τις μέρες του στο πεδίο της αποστολής προσηλυτίζοντας περίεργους λαούς.
Είναι αξιοσημείωτο ότι τα “διαβολικά” είδωλα που οι Καλβινιστές ιεραπόστολοι καταδίκαζαν τακτικά και δυνατά έγιναν αναμνηστικά μιας παράξενης κουλτούρας γι’ αυτόν τον λειτουργό. Ήταν ένας γενναίος νέος κόσμος ειδωλολατρίας και δεισιδαιμονίας για αυτούς τους αυστηρούς καλβινιστές που μισούσαν τα είδωλα.
Άλλοι διάκονοι διέψευσαν την αύρα που έρχεται συχνά με εικόνες ιεραποστόλων. Μερικοί απλώς διαλύθηκαν σε ένα άγνωστο τροπικό περιβάλλον μακριά από το σπίτι. Ο Johannes Anthoniszoon Dubbeltrijck στο Ambon επιδόθηκε σε βαριά αλκοόλ και άτακτη συμπεριφορά και, το 1625, η γυναίκα του τον άφησε για έναν άλλο άντρα. Ο Johannes du Praet κέρδισε την περιφρόνηση των συναδέλφων καλβινιστών, το 1633, για το εκτεταμένο δουλεμπόριό του. Ο Abraham Ruteau, το 1638, μέθυσε και άφησε έγκυο μια γυναίκα που δεν ήταν γυναίκα του. Ο Johannes Nathaniel Doncker κακοποιούσε σεξουαλικά γυναίκες, έπινε πολύ και χρησιμοποιούσε βέβηλη γλώσσα, σύμφωνα με αναφορές στην δεκαετία του 1660. Φυσικά, οι περισσότεροι πάστορες ήταν ικανοί και υπεράνω του διοικητικού συμβουλίου, αλλά, όταν οι πάστορες ήταν λίγοι και πολύ κοντά μεταξύ τους, μερικά κακά μήλα μπορούσαν να χαλάσουν το ιεραποστολικό σώμα.
Ήταν πράγματι ένας γενναίος νέος κόσμος ειδωλολατρίας και δεισιδαιμονίας για αυτούς τους αυστηρούς, που μισούν τα είδωλα, που κατακλύζουν την Βίβλο Καλβινιστές από τις βαλτώδεις πεδιάδες της βόρειας Ευρώπης. Απεχθάνονταν απολύτως τις θρησκευτικές εικόνες, καταδικάζοντας τις ως ειδωλολατρία και βλέποντας στραβά κάθε τελετουργία ως δεισιδαιμονία.
Ωστόσο, οι περισσότεροι άνθρωποι σε όλο τον κόσμο ασχολούνταν με κάποιο είδος τελετουργικής πρακτικής και χρησιμοποιούσαν φυλαχτά, εικόνες, αντικείμενα και αγάλματα για να κάνουν συνδέσεις με το θείο. Οι Καθολικοί, πολλοί Ολλανδοί παραπονέθηκαν, είχαν ένα άδικο πλεονέκτημα στο ιεραποστολικό πεδίο καθώς μπορούσαν να χρησιμοποιήσουν τις εικόνες της Παναγίας, των αγίων, του σταυρού κ.λπ. ως γέφυρες προς τον Καθολικισμό. Στο Cochin (στην ακτή του Malabar), για παράδειγμα, ο Visscher, ο ίδιος πάστορας που έφυγε με «ειδωλολατρικά είδωλα» από στρατιώτες VOC, γκρίνιαζε στα τέλη της δεκαετίας του 1710 ότι οι πιθανότητες να προσηλυτίσουν Ινδούς ήταν αρκετά περιορισμένες επειδή «Οι Ρωμαίοι ιερείς είχαν κρεμάσει σαγηνευτικές εικόνες μπροστά στα μάτια τους για τόσο πολύ καιρό, οι οποίες συμφωνούσαν με τα ειδωλολατρικά είδωλά τους».
Σχεδόν έναν αιώνα αργότερα, ο Ολλανδός εθνογράφος Jacob Haafner επανέλαβε ένα κοινό αξίωμα για τις ελλείψεις των καλβινιστικών αποστολών, δηλαδή ότι οι ειδωλολάτρες μπορούσαν να σχετίζονται με τον καθολικισμό λόγω της εξωτερικής φύσης των λατρευτικών τους πρακτικών, με την σειρά των τελετουργιών, εικόνων και αντικειμένων.
Παρά το τι θα προτιμούσαν οι Καλβινιστές, οι ντόπιοι είχαν τους δικούς τους λόγους να βαφτίζονται, να πηγαίνουν στην εκκλησία, να στέλνουν τα παιδιά τους στο σχολείο και να συμμετέχουν σε άλλα επίπεδα. Όταν το έκαναν αυτό, οι αυτόχθονες πληθυσμοί συνέχιζαν συχνά να ασκούν την παραδοσιακή τους θρησκεία, προς μεγάλη έκπληξη των κοκκινομάλληδων λειτουργών.
Οι μετακλητοί μπορούσαν να λάβουν ελεημοσύνη στην εκκλησία, να παντρευτούν έναν χριστιανό, να αποκτήσουν θέση διδασκαλίας και να κερδίσουν την εύνοια της εταιρείας. Οι ολλανδικές μεταρρυθμισμένες εκκλησίες πρόσφεραν υλικά οφέλη, αλλά στην συνέχεια οι λειτουργοί παραπονέθηκαν ότι οι άνθρωποι προσηλυτίστηκαν για κοσμικά κίνητρα.
Ο Caspar Wiltens, ο πρώτος Ολλανδός Καλβινιστής πάστορας στο εξωτερικό, το έθεσε ως εξής: “Είναι ανήκουστο σε αυτήν την περιοχή ότι ένας Μαυριτανός θα γινόταν χριστιανός, εκτός κι αν θεωρεί τον εαυτό του σε μεγάλη ανάγκη… Πάντα έχουν άλλα κίνητρα και μετά έρχονται να γίνουν χριστιανοί, χωρίς να έχουν καμία γνώση τι σημαίνει να είσαι χριστιανός ή τι πρέπει πιστεύουν ή πρέπει να κάνουν.”
Αυτές οι αντικρουόμενες προσδοκίες οδήγησαν σε μια απαισιοδοξία μεταξύ των Ολλανδών Καλβινιστών σχετικά με την ικανότητα των ειδωλολατρών και των Μαυριτανών για τον αληθινό χριστιανισμό. Πολλοί λειτουργοί απλώς κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι οι ειδωλολατρικές και οι μουσουλμανικές κουλτούρες ήταν τόσο μολυσμένες από ειδωλολατρία και αχαλίνωτη σεξουαλικότητα (οι Καλβινιστές πέρασαν δύσκολα με την πολυγαμία) που ήταν τυφλοί στην αλήθεια. Φυσικά, υπήρχε πάντα η ελπίδα ότι η χάρη του Θεού θα διαπερνούσε την ομίχλη της ειδωλολατρίας και της ακολασίας, έτσι οι Καλβινιστές συνέχισαν να ακολουθούν το κάλεσμα να κηρύξουν και να διδάξουν τους απίστους.
Οι καλβινιστικές προσπάθειες για την διάδοση του καλβινισμού έγιναν μέσα στην ζοφερή επιχείρηση της Ολλανδικής Αυτοκρατορίας.
Ίσως επειδή οι Ολλανδοί ήταν τόσο μακριά από το σπίτι τους και περικυκλωμένοι από εχθρούς, οι κυβερνήτες των VOC ήταν αδίστακτοι όταν αντιλαμβάνονταν απειλές. Όταν ο γενικός κυβερνήτης Jan Pieterszoon Coen έμαθε το 1621 ότι οι έμποροι Banda πουλούσαν γαρύφαλλο και μοσχοκάρυδο στους Άγγλους κατά παράβαση σύμβασης με τους Ολλανδούς, εισέβαλε στα νησιά Banda το 1621, σκοτώνοντας και διώχνοντας πολλούς ιθαγενείς. Στην συνέχεια πήρε σκλάβους για να καλλιεργήσουν μπαχαρικά. Αυτό το αιματηρό επεισόδιο ήταν μια από τις πολλές ιστορίες που κυκλοφόρησαν στον Ινδικό Ωκεανό και την Ευρώπη για τους Ολλανδούς. Αυτό ήταν μέρος της συμφωνίας που έκαναν οι Καλβινιστές με την οικοδόμηση αυτοκρατορίας στις αρχές του 1600.
Και ο Καλβινισμός συνέβαλε πάρα πολύ στην οικοδόμηση της ολλανδικής αυτοκρατορίας. Οι υπουργοί και οι πρεσβύτεροι έπαιξαν κρίσιμο ρόλο στην δημιουργία νοικοκυριών στους ολλανδικούς οικισμούς. Όλες οι ευρωπαϊκές αυτοκρατορίες πριν από τον 19ο αιώνα εξαρτιόταν από ένα παντρεμένο νοικοκυριό για την προώθηση της τάξης και της σταθερότητας. Τα νεύρα της αυτοκρατορίας – οι ναυτικοί, οι στρατιώτες, οι έμποροι, οι διοικητές και οι ελεύθεροι εργάτες – ήταν φυσικά όλοι άντρες και οι περισσότεροι από αυτούς ανήκαν σε μια τραχιά και θορυβώδη παρτίδα που ενδιαφέρεται σε μεγάλο βαθμό για την λεηλασία και την λεία.
Για να κρατήσουν υπό έλεγχο αυτούς τους άνδρες και την λίμπιντο τους, οι αυτοκρατορικοί διαχειριστές εργάστηκαν για να καλλιεργήσουν οικογένειες. Οι Ολλανδοί το έκαναν αυτό ενθαρρύνοντας το προσωπικό τους να παντρευτεί ντόπιες γυναίκες. Δεδομένου ότι ο γάμος έγινε στο πλαίσιο του χριστιανισμού, οι σύζυγοι αυτών των ανδρών έπρεπε να προσηλυτιστούν στην Ολλανδική Μεταρρυθμισμένη Εκκλησία. Οποιοσδήποτε άλλος ήθελε να παντρευτεί έναν χριστιανό, ίσως την κόρη ενός διαφυλετικού ζευγαριού, έπρεπε να πληροί τις απαιτήσεις του συμβουλίου της Καλβινιστικής εκκλησίας. Πάστορες και πρεσβύτεροι άσκησαν τεράστιες ενέργειες για την αστυνόμευση της σεξουαλικότητας και την διατήρηση της οικογένειας.
Οι Καλβινιστές υποστήριξαν επίσης τον ιμπεριαλισμό χρησιμοποιώντας την ιεραποστολική επιχείρηση ως υπεράσπιση της υποδούλωσης. Οι Ολλανδοί συγγραφείς επέκριναν ανελέητα τους καθολικούς Ισπανούς και Πορτογάλους εχθρούς τους για την ψυχρή, σκληράδα τους, για την δουλεία και το εμπόριο σκλάβων στις αμερικανικές αποικίες τους.
Παρά τις έντονες πολεμικές για την Καθολική σκληρότητα, οι Καλβινιστές δεν είχαν πολλά να πουν για την αρχή της υποδούλωσης. Αλλά αφού οι εμπορικές εταιρείες κατέλαβαν τα χωράφια με γαρίφαλο στην Μπάντα (1621) και τις φυτείες ζάχαρης στην Βραζιλία (1630), οι Καλβινιστές άλλαξαν το τροπάρι τους. Αντιπαραβάλλουν την ανθρώπινη υποδούλωση των Ολλανδών με τα βάναυσα καθεστώτα Καθολικών και Μουσουλμάνων. Τόσο το VOC όσο και το WIC επένδυσαν σε μεγάλο βαθμό στην εκμετάλλευση σκλάβων και στην εμπορία σκλάβων.
Ισχυριζόμενοι ότι προωθούν το ευαγγέλιο, οι λειτουργοί και οι θεολόγοι υποστήριξαν ότι οι ιδιοκτήτες πρέπει να παρουσιάζουν το ευαγγέλιο σε σκλαβωμένους ανθρώπους και, αν μεταστραφεί, το σκλαβωμένο άτομο, θα έπρεπε να ελευθερωθεί κάποια στιγμή στην ζωή του. Τα αποτελέσματα ήταν μικτά. Μερικοί Ολλανδοί άποικοι εξαπέλυσαν τους σκλάβους τους όταν δεν ήταν πλέον υγιείς και παραγωγικοί, αλλά άλλοι απλώς αρνήθηκαν να τους βαφτίσουν.
Ακόμη και ένας πρώην σκλάβος από την Γκάνα που προσηλυτίστηκε στον Καλβινισμό και έγινε χειροτονημένος πάστορας, ο Jacobus Capitein, γνωστός και ως Jacob Eliza Johannes, έγραψε μια διατριβή για την υπεράσπιση της δουλείας και ισχυρίστηκε ότι οι ιδιοκτήτες δεν χρειάζεται να απελευθερώσουν τους δεσμευμένους εργάτες τους. Μερικοί πάστορες έχασαν το ενδιαφέρον τους να προσηλυτίσουν υπόδουλους, ισχυριζόμενοι ότι προσηλυτίστηκαν μόνο και μόνο για να αποκτήσουν την ελευθερία τους. Παρακωλυμένη από βαθιές ασυνέπειες, η καλβινιστική ιεραποστολική προσπάθεια έριξε την πλήρη υποστήριξή της πίσω από την υποδούλωση στην αυτοκρατορία.
Καλβινιστές πάστορες βγήκαν στον κόσμο για να προσηλυτίσουν μη χριστιανούς, ωστόσο αυτοί έφτασαν επίσης στις πόλεις και τις κωμοπόλεις της Ολλανδικής Δημοκρατίας. Ειδωλολάτρες και μουσουλμάνοι άντρες και γυναίκες που είχαν προσηλυτιστεί στον Καλβινισμό – και στην συνέχεια οπισθοχώρησαν από τον Καλβινισμό, γέμισαν ποιμαντικές εκθέσεις που διαβάζονταν σε εκκλησιαστικές συναθροίσεις σε όλη την Ολλανδία. Ινδουιστικές και βουδιστικές εικόνες, παρόμοιες με αυτές που συνέλεξε ο κυρίαρχος Visscher, μπήκαν στα γραφεία περιέργειας των κοσμοπολίτικων ελίτ. Ο μπουργκάστος του Άμστερνταμ Nicolaes Witsen είχε 23 είδωλα. Ο Willem Konijn, ένας υπουργός στην Κεϊλάνη που αλληλοεπικαλύπτεται με τον Visscher στην Νότια Ασία, έστειλε τοπικά σκίτσα του Βούδα και των βουδιστικών ιερών τόπων, σε συλλέκτες στο Άμστερνταμ, οι οποίοι αναγνώρισαν, εσφαλμένα, την φιγούρα ως τον Αδάμ. Όπως μαρτυρούν αυτές οι περιπτώσεις, οι Καλβινιστές και άλλοι Ολλανδοί προτεστάντες είχαν περίπλοκες σχέσεις με τους ειδωλολάτρες και τα είδωλά τους.
Τι δίδαξαν οι αυτόχθονες πληθυσμοί στους Καλβινιστές;
Αυτό είναι μεγάλο ερώτημα. Ακολουθεί ένα επεισόδιο για να δούμε ποια εκπαίδευση έδωσαν οι ειδωλολάτρες και οι Μαυριτανοί, από τα χρόνια της ενασχόλησής τους με τους Ευρωπαίους, στους Ολλανδούς Καλβινιστές και μετά στην Ευρώπη.
Οι ειδωλολάτρες διαφώτισαν πολλούς προτεστάντες σχετικά με τους φόβους τους για τον διάβολο και τις δεισιδαιμονίες σχετικά με την μαγεία. Το 1691, ο Balthasar Bekker, ένας καλβινιστής πάστορας, έγραψε μια αμφιλεγόμενη πραγματεία κατά της μαγείας, Ο Μαγεμένος κόσμος (De Betoverde Weereld), για να επικρίνει την δίωξη των «μαγισσών». Η δίωξη για μαγεία ήταν μια νόμιμη πανδημία στην Ευρώπη από το 1500 έως την εποχή του Bekker, καθώς οι αρχές κατηγόρησαν περισσότερους από 200.000 ανθρώπους και εκτέλεσαν τον μισό από αυτόν τον αριθμό, επειδή έκανε την “δουλειά του διαβόλου”.
Αλλά ο Bekker υποστήριξε ότι η λεγόμενη «Αυτοκρατορία του Διαβόλου» ήταν μια αυταπάτη, καθώς οι πρακτικές που θεωρούνται μαγεία στην Ευρώπη δεν ήταν τίποτα άλλο από ανόητες ειδωλολατρικές δεισιδαιμονίες. Ο Bekker κάλεσε τις κοινωνίες σε όλο τον κόσμο ως μάρτυρες να δείξουν ότι οι περισσότεροι λαοί πίστευαν στα πνεύματα και διεξήγαγαν παράξενα τελετουργικά, τα οποία οι περισσότεροι Ευρωπαίοι χαρακτήρισαν παράξενα αλλά αβλαβή.
Το βιβλίο του ήταν εξαιρετικά δημοφιλές (ακόμα κι αν η Ολλανδική Μεταρρυθμισμένη Εκκλησία τον έδιωξε). Οι καλβινιστές πίστευαν ότι ο διάβολος και η μαγεία ήταν ζωντανοί και καλά. Ένας πάστορας στο Άμστερνταμ, ο Bekker χρησιμοποίησε τις εμπειρίες που είχαν καταγράψει και συγκεντρώσει οι καλβινιστές αδελφοί του για να υποστηρίξει ότι η μαγεία, το κοινό νόμισμα του παγανισμού, δεν ήταν τίποτα άλλο από ένα τέχνασμα.
Αυτό που είναι χαρακτηριστικό για τον Bekker και τους Ολλανδούς Καλβινιστές είναι ότι μια παγκόσμια προοπτική παρείχε ένα νέο πλεονέκτημα από το οποίο μπορούμε να δούμε κοινές υποθέσεις και αποδεκτές πρακτικές στην Ευρώπη. Η προσοχή στις παγκόσμιες κοινωνίες αποκάλυψε την καθολικότητα των παγανιστικών τελετουργιών και μύθων, όχι μόνο στην Ασία και την Αφρική, αλλά και στην Ευρώπη.
Δεδομένου ότι το συγκρότημα του Άμστερνταμ στο οποίο ανήκε ο Bekker αντιστοιχούσε με όλες τις υπερπόντιες εκκλησίες, ήταν βαθιά συγκινημένος με τις ροές πληροφοριών για ειδωλολάτρες και Μαυριτανούς στην Ολλανδική Αυτοκρατορία. Ο Bekker διάβασε επίσης ευρέως μεταξύ άλλων ιεραποστόλων και εθνογράφων, συμπεριλαμβανομένων των Ολλανδών Καλβινιστών Baldaeus και Abraham Rogerius, οι οποίοι δημοσίευσαν έργα για τον «ειδωλολατρικό κόσμο» με βάση τις εμπειρίες τους στην Νότια Ασία στα μέσα του 1600. Αν και εξοστρακισμένος, ο Bekker δεν ήταν μόνος, όπως και η εμπειρία των καλβινιστικών αποστολών και της αυτοκρατορίας.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις
(
Atom
)





