Δευτέρα 18 Ιουλίου 2022

ΟΜΗΡΟΣ: Ὀδύσσεια (7.1-7.77)

Ραψωδία η' Ὀδυσσέως εἴσοδος πρὸς Ἀλκίνουν


Ὣς ὁ μὲν ἔνθ᾽ ἠρᾶτο πολύτλας δῖος Ὀδυσσεύς,
κούρην δὲ προτὶ ἄστυ φέρεν μένος ἡμιόνοιϊν.
ἡ δ᾽ ὅτε δὴ οὗ πατρὸς ἀγακλυτὰ δώμαθ᾽ ἵκανε,
στῆσεν ἄρ᾽ ἐν προθύροισι, κασίγνητοι δέ μιν ἀμφὶς
5 ἵσταντ᾽ ἀθανάτοις ἐναλίγκιοι, οἵ ῥ᾽ ὑπ᾽ ἀπήνης
ἡμιόνους ἔλυον ἐσθῆτά τε ἔσφερον εἴσω.
αὐτὴ δ᾽ ἐς θάλαμον ἑὸν ἤϊε· δαῖε δέ οἱ πῦρ
γρηῢς Ἀπειραίη, θαλαμηπόλος Εὐρυμέδουσα,
τήν ποτ᾽ Ἀπείρηθεν νέες ἤγαγον ἀμφιέλισσαι·
10 Ἀλκινόῳ δ᾽ αὐτὴν γέρας ἔξελον, οὕνεκα πᾶσι
Φαιήκεσσιν ἄνασσε, θεοῦ δ᾽ ὣς δῆμος ἄκουεν·
ἣ τρέφε Ναυσικάαν λευκώλενον ἐν μεγάροισιν.
ἥ οἱ πῦρ ἀνέκαιε καὶ εἴσω δόρπον ἐκόσμει.
Καὶ τότ᾽ Ὀδυσσεὺς ὦρτο πόλινδ᾽ ἴμεν· ἀμφὶ δ᾽ Ἀθήνη
15 πολλὴν ἠέρα χεῦε φίλα φρονέουσ᾽ Ὀδυσῆϊ,
μή τις Φαιήκων μεγαθύμων ἀντιβολήσας
κερτομέοι ἐπέεσσι καὶ ἐξερέοιθ᾽ ὅτις εἴη.
ἀλλ᾽ ὅτε δὴ ἄρ᾽ ἔμελλε πόλιν δύσεσθαι ἐραννήν,
ἔνθα οἱ ἀντεβόλησε θεὰ γλαυκῶπις Ἀθήνη
20 παρθενικῇ ἐϊκυῖα νεήνιδι, κάλπιν ἐχούσῃ.
στῆ δὲ πρόσθ᾽ αὐτοῦ· ὁ δ᾽ ἀνείρετο δῖος Ὀδυσσεύς·
«Ὦ τέκος, οὐκ ἄν μοι δόμον ἀνέρος ἡγήσαιο
Ἀλκινόου, ὃς τοῖσδε μετ᾽ ἀνθρώποισιν ἀνάσσει;
καὶ γὰρ ἐγὼ ξεῖνος ταλαπείριος ἐνθάδ᾽ ἱκάνω
25 τηλόθεν ἐξ ἀπίης γαίης· τῷ οὔ τινα οἶδα
ἀνθρώπων, οἳ τήνδε πόλιν καὶ ἔργα νέμονται.»
Τὸν δ᾽ αὖτε προσέειπε θεὰ γλαυκῶπις Ἀθήνη·
«τοιγὰρ ἐγώ τοι, ξεῖνε πάτερ, δόμον ὅν με κελεύεις
δείξω, ἐπεί μοι πατρὸς ἀμύμονος ἐγγύθι ναίει.
30 ἀλλ᾽ ἴθι σιγῇ τοῖον, ἐγὼ δ᾽ ὁδὸν ἡγεμονεύσω,
μηδέ τιν᾽ ἀνθρώπων προτιόσσεο μηδ᾽ ἐρέεινε.
οὐ γὰρ ξείνους οἵδε μάλ᾽ ἀνθρώπους ἀνέχονται,
οὐδ᾽ ἀγαπαζόμενοι φιλέουσ᾽, ὅς κ᾽ ἄλλοθεν ἔλθῃ.
νηυσὶ θοῇσιν τοί γε πεποιθότες ὠκείῃσι
35 λαῖτμα μέγ᾽ ἐκπερόωσιν, ἐπεί σφισι δῶκ᾽ ἐνοσίχθων·
τῶν νέες ὠκεῖαι ὡς εἰ πτερὸν ἠὲ νόημα.»
Ὣς ἄρα φωνήσασ᾽ ἡγήσατο Παλλὰς Ἀθήνη
καρπαλίμως· ὁ δ᾽ ἔπειτα μετ᾽ ἴχνια βαῖνε θεοῖο.
τὸν δ᾽ ἄρα Φαίηκες ναυσικλυτοὶ οὐκ ἐνόησαν
40 ἐρχόμενον κατὰ ἄστυ διὰ σφέας· οὐ γὰρ Ἀθήνη
εἴα ἐϋπλόκαμος, δεινὴ θεός, ἥ ῥά οἱ ἀχλὺν
θεσπεσίην κατέχευε φίλα φρονέουσ᾽ ἐνὶ θυμῷ.
θαύμαζεν δ᾽ Ὀδυσεὺς λιμένας καὶ νῆας ἐΐσας,
αὐτῶν θ᾽ ἡρώων ἀγορὰς καὶ τείχεα μακρά,
45 ὑψηλά, σκολόπεσσιν ἀρηρότα, θαῦμα ἰδέσθαι.
ἀλλ᾽ ὅτε δὴ βασιλῆος ἀγακλυτὰ δώμαθ᾽ ἵκοντο,
τοῖσι δὲ μύθων ἄρχε θεὰ γλαυκῶπις Ἀθήνη·
«Οὗτος δή τοι, ξεῖνε πάτερ, δόμος, ὅν με κελεύεις
πεφραδέμεν· δήεις δὲ διοτρεφέας βασιλῆας
50 δαίτην δαινυμένους· σὺ δ᾽ ἔσω κίε μηδέ τι θυμῷ
τάρβει· θαρσαλέος γὰρ ἀνὴρ ἐν πᾶσιν ἀμείνων
ἔργοισιν τελέθει, εἰ καί ποθεν ἄλλοθεν ἔλθοι.
δέσποιναν μὲν πρῶτα κιχήσεαι ἐν μεγάροισιν·
Ἀρήτη δ᾽ ὄνομ᾽ ἐστὶν ἐπώνυμον, ἐκ δὲ τοκήων
55 τῶν αὐτῶν οἵ περ τέκον Ἀλκίνοον βασιλῆα.
Ναυσίθοον μὲν πρῶτα Ποσειδάων ἐνοσίχθων
γείνατο καὶ Περίβοια, γυναικῶν εἶδος ἀρίστη,
ὁπλοτάτη θυγάτηρ μεγαλήτορος Εὐρυμέδοντος,
ὅς ποθ᾽ ὑπερθύμοισι Γιγάντεσσιν βασίλευεν.
60 ἀλλ᾽ ὁ μὲν ὤλεσε λαὸν ἀτάσθαλον, ὤλετο δ᾽ αὐτός,
τῇ δὲ Ποσειδάων ἐμίγη, καὶ ἐγείνατο παῖδα
Ναυσίθοον μεγάθυμον, ὃς ἐν Φαίηξιν ἄνασσε·
Ναυσίθοος δ᾽ ἔτεκεν Ῥηξήνορά τ᾽ Ἀλκίνοόν τε.
τὸν μὲν ἄκουρον ἐόντα βάλ᾽ ἀργυρότοξος Ἀπόλλων
65 νυμφίον ἐν μεγάρῳ, μίαν οἴην παῖδα λιπόντα
Ἀρήτην· τὴν δ᾽ Ἀλκίνοος ποιήσατ᾽ ἄκοιτιν,
καί μιν ἔτισ᾽ ὡς οὔ τις ἐπὶ χθονὶ τίεται ἄλλη,
ὅσσαι νῦν γε γυναῖκες ὑπ᾽ ἀνδράσιν οἶκον ἔχουσιν.
ὣς κείνη περὶ κῆρι τετίμηταί τε καὶ ἔστιν
70 ἔκ τε φίλων παίδων ἔκ τ᾽ αὐτοῦ Ἀλκινόοιο
καὶ λαῶν, οἵ μίν ῥα θεὸν ὣς εἰσορόωντες
δειδέχαται μύθοισιν, ὅτε στείχῃσ᾽ ἀνὰ ἄστυ.
οὐ μὲν γάρ τι νόου γε καὶ αὐτὴ δεύεται ἐσθλοῦ·
οἷσί τ᾽ εὖ φρονέῃσι, καὶ ἀνδράσι νείκεα λύει.
75 εἴ κέν τοι κείνη γε φίλα φρονέῃσ᾽ ἐνὶ θυμῷ,
ἐλπωρή τοι ἔπειτα φίλους ἰδέειν καὶ ἱκέσθαι
οἶκον ἐς ὑψόροφον καὶ σὴν ἐς πατρίδα γαῖαν.»

***
Ύψωνε εκείνος την ευχή του, βασανισμένος ο Οδυσσέας και θείος,
ενώ την κόρη προς την πόλη οι μούλες πρόθυμες την οδηγούσαν.
Κι όταν σε λίγο στο λαμπρό παλάτι φτάνει του πατέρα της,
στα πρόθυρά του τις σταμάτησε, κι ευθύς τα αδέλφια της,
ωραίοι στην όψη σαν αθάνατοι, βγήκαν να της παρασταθούν·
λύνουν τις μούλες απ᾽ το αμάξι κι έφεραν μέσα τις φορεσιές.
Τότε κι εκείνη βάδιζε στην κάμαρή της, όπου της είχε ανάψει
η Ευρυμέδουσα φωτιά· γερόντισσα θαλαμηπόλος, φερμένη
με καράβια ευέλικτα από την Απείρη, όταν τη διάλεξαν
10 για να τιμήσουν τον Αλκίνοο, όλης της χώρας των Φαιάκων
βασιλιά, που ο κόσμος τον υπάκουε, τον είχε σαν θεό.
Αυτή μεγάλωσε τη Ναυσικά, άσπιλη και λευκή, μες στο παλάτι,
αυτή της άναψε φωτιά, και τώρα της ετοίμαζε το δείπνο.
Στο μεταξύ κι ο Οδυσσέας κίνησε να πάει στην πόλη· τότε
επεμβαίνει η Αθηνά γύρω του χύνοντας, από φροντίδα φιλική, σύννεφο
ομίχλης, μήπως, περήφανοι όπως είναι οι Φαίακες, κάποιος τον απαντήσει
και τον προσβάλει με τα λόγια του τον Οδυσσέα,
επίμονα ρωτώντας τον ποιος είναι.
Κι όπως πια κόντευε να μπει στην τρισχαριτωμένη πόλη,
βγήκε, τα μάτια λάμποντας, στον δρόμο του η θεά Αθηνά,
20 την όψη παίρνοντας κόρης παρθενικής μ᾽ ένα σταμνί στο χέρι.
Κι όταν σταμάτησε μπροστά του, ο θείος Οδυσσέας τη ρωτούσε:
«Κόρη μου, αν ήθελες εσύ να γίνεις οδηγός μου, το σπίτι
να μου δείξεις του Αλκινόου που βασιλεύει ανάμεσά σας;
Γιατί, πολύπαθος εγώ και ξένος, φτασμένος από χώρα μακρινή,
εδώ δεν ξέρω άνθρωπο κανένα, από όσους νέμονται την πόλη αυτή
και τα αγαθά της.»
Αμέσως, λάμποντας τα μάτια, ανταποκρίθηκε η θεά Αθηνά:
«Μετά χαράς, πατέρα ξένε, θα σου δείξω το σπίτι εκείνο που γυρεύεις·
είναι γειτονικό στο τιμημένο πατρικό μου.
30 Μόνο ξοπίσω μου να προχωρείς αμίλητος, εγώ θα προπορεύομαι,
το μάτι σου μην πέσει σε περαστικό, μήτε και να ρωτήσεις πια
άλλον κανένα. Να ξέρεις πως στα μέρη αυτά δεν υποφέρουν
οι άνθρωποι τους ξένους, δεν καταδέχονται να χαιρετήσουν φιλικά,
αν κάποιος φτάσει από αλλού.
Καμάρι τους τα γρήγορα καράβια· ταχύπλοα, μ᾽ αυτά περνούν
το μέγα κύμα· έχουν του Κοσμοσείστη χάρισμα να τρέχουν
με τα πλεούμενά τους σαν πουλιά κι όπως πετά του ανθρώπου η σκέψη.»
Έτσι μιλώντας η Αθηνά Παλλάδα, κίνησε πρώτη με σπουδή
κι ακολουθούσε εκείνος της θεάς τα χνάρια.
Δεν πήραν είδηση τον ερχομό του οι Φαίακες, θαλασσινοί με φήμη,
40 που βάδιζε στην πόλη ανάμεσά τους, γιατί δεν άφησε η καλλιπλόκαμη
Αθηνά να τον γνωρίσουν· δαιμονική θεά, τον τύλιγε
μ᾽ αχλύ θεσπέσια, δείχνοντας την αγάπη της καρδιάς της.
Κι ο Οδυσσέας θαύμαζε: λιμάνια και καράβια καλοζυγισμένα,
τις αγορές που συναθροίζονται οι σπουδαίοι, τείχη μακρά,
ψηλά, προσαρμοσμένα με πασσάλους ορθωμένους —
θαύμα και χάρμα των ματιών.
Κι όταν πολύ κοντά στο τιμημένο βρέθηκαν βασιλικό παλάτι,
πήρε τον λόγο πάλι, λάμποντας τα μάτια, η θεά Αθηνά:
«Να το, πατέρα ξένε, το αρχοντικό που γύρευες να μάθεις·
εδώ θα βρεις τους βασιλείς, θεών βλαστάρια,
50 στο βραδινό τραπέζι καθισμένους· μέσα προχώρησε κι εσύ,
δίχως να σ᾽ εμποδίζει ο φόβος· το ξέρεις, κερδισμένος βγαίνει
παντού και πάντα ο θαρραλέος σ᾽ ό,τι ανέλαβε, ακόμη κι όταν
ξένος φτάνει κι από ξένα μέρη.
Ωστόσο μέσα στο παλάτι, φρόνιμο είναι ν᾽ απαντήσεις
πρώτη τη βασίλισσα.
Αρήτη το όνομά της και την προσφωνούν Αρήτη, από το ίδιο γένος
με τη γενιά που ανάστησε τον βασιλιά Αλκίνοο.
Αρχή αρχή, γέννησε τον Ναυσίθοο ο κοσμοσείστης Ποσειδών
με την Περίβοια, γυναίκα ασυναγώνιστη στην ομορφιά,
κόρη στερνή του τολμηρού Ευρυμέδοντα, που υπήρξε ο βασιλιάς
των υπερήφανων Γιγάντων, ωσότου αφάνισε τον αλαζονικό λαό του,
60 κι εξαφανίστηκε τότε κι αυτός.
Με την Περίβοια σμίγοντας ο Ποσειδών, γέννησε τον Ναυσίθοο,
γενναίο γιο, που έγινε ο πρώτος των Φαιάκων βασιλιάς.
Γέννησε κι ο Ναυσίθοος δυο γιους, Ρηξήνορα κι Αλκίνοο·
τον πρώτο, προτού προλάβει να χαρεί κι αυτός αγόρια,
νιόγαμπρο μέσα στο παλάτι,
με το αργυρό δοξάρι του τον τόξευσε ο Απόλλων,
κι έμεινε μόνη της η Αρήτη, μονάκριβή του θυγατέρα.
Αυτήν ο Αλκίνοος την πήρε νόμιμη γυναίκα του και την ετίμησε,
όπως καμιά στον κόσμο άλλη δεν τιμήθηκε, όσες γυναίκες κυβερνούν
το σπιτικό τους, κυβερνημένες απ᾽ τους άντρες τους.
Τόσο μεγάλη της Αρήτης η τιμή, που την τιμούν εγκάρδια
70 τα παιδιά της, ο βασιλιάς Αλκίνοος αλλά και σύμπας ο λαός.
Όταν στην τειχισμένη πόλη περπατεί, όλοι τη χαιρετούν μ᾽ αγάπη,
τη βλέπουν και την έχουν σαν θεά.
Γιατί σε νου και γνώση κανενός δεν υπολείπεται,
σ᾽ όποιους την αγαθή της γνώμη φανερώνει· και των αντρών ακόμη
λύνει τις διαφορές.
Μόνο αν εκείνη με συμπάθεια σε δεχτεί, υπάρχει ελπίδα
ν᾽ απαντήσεις τους δικούς σου, να φτάσεις στο αψηλό σου σπίτι,
και να πατήσεις της πατρίδας σου το χώμα.»

Κατηγόρησε!

Κατηγόρησε τις αρνητικές σου σκέψεις.

Κατηγόρησε τα συναισθήματά σου.

Κατηγόρησε τη συμπεριφορά σου.

Κατηγόρησε τις πράξεις σου και την απραξία σου.

Κατηγόρησε τις επιθυμίες σου.

Κατηγόρησε τον εαυτό σου.

Κατηγόρησέ τα όλα και δεν θα έχεις τίποτα. Μετά θα σου φταίνε οι πάντες και τα πάντα. Ό,τι κι αν πιάνεις θα μεταμορφώνεται σε πίκρα.

Ο απόλυτος παραλογισμός, που συνεχίζεται για το μόνο λόγο πως όλα παραμένουν κρυμμένα, καλά κλειδωμένα μέσα στο νου και στην καρδιά σου.

Στην επιφάνεια η ειρωνεία....

Σου λένε πως έχεις απέραντη δύναμη, πως μπορείς να θεραπεύσεις τα πάντα, να γίνεις τα πάντα, να έχεις τα πάντα, φτάνει να το θελήσεις. Φτάνει να σκέφτεσαι θετικά, φτάνει να κάνεις παρέα με τους σωστούς ανθρώπους, φτάνει να αποφεύγεις τα "ενεργειακά βαμπίρ", φτάνει να επαναλαμβάνεις θετικές επιβεβαιώσεις γεμάτες "φως και αγάπη".

Και εσύ συνεχίζεις να κυνηγάς, να κρίνεις, να απογοητεύεσαι, να περιμένεις, ενώ προσπαθείς να αλλάξεις τις σκέψεις σου, να μεταμορφώσεις τα συναισθήματά σου, να απαρνηθείς τις ανάγκες σου... Σε μια μάταιη επανάληψη, που δεν αντιλαμβάνεσαι φυσικά όσο βρίσκεσαι μέσα σε αυτόν τον κυκεώνα της πλάνης, που μαστίζει τη συνείδηση.

Πολλά λέγονται/γράφονται για το φόβο. Έχει κατηγορηθεί για τα πάντα και παρουσιάζεται ως ο υπέρτατος εχθρός της αγάπης. Για την ενοχή τίποτα....

Και δώσ' του η ανάγκη για "συγχώρεση"...η αλαζονεία του κατήγορου και του κατηγορούμενου εξίσου. Αλλά εσωτερικά, πολύ βαθιά μέσα σου, η κατηγορία συνεχίζεται, ακόμα κι αν το αρνείσαι. Φαίνεται αυτό!

Όταν έχεις μάθει να βλέπεις αληθινά, καθαρά, αγνά, μπορείς να το δεις κι εσύ: στα λόγια σου, στο ύφος σου, στη στάση σου, φαίνεται... Σε όλη την κοσμοθεωρία σου, την πολιτική σου αντίληψη, τον καταμερισμό της κοινωνίας, την βολική διάσπαση των πάντων, για να μη βλέπεις την αλήθεια κατάματα.

Μόνο αν απαλλαγείς από τις θεωρίες/δογματισμούς, αν αναγνωρίσεις τις πεποιθήσεις σου, αν αναλάβεις την ευθύνη για τις απόψεις σου, αν αμφισβητήσεις τη σιγουριά της θέασής σου, τις κατατάξεις του δυαδικού νου σου, την εκλογίκευση των φοβιών σου, τη μετάλλαξη του εαυτού σου...

Είναι πιο δύσκολο και σίγουρα όχι τόσο ανώδυνο όσο θα το 'θελες.

Αγγίζω, σημαίνει υπάρχω

Τη στιγμή που κανείς δεν θέλει να είναι μόνος, τη στιγμή που ο καθένας μας αισθάνεται την ανάγκη να συντροφεύεται, κάτι που μπορεί να μας φέρει κοντά μοιάζει ώρες ώρες απειλητικό.

Το άγγιγμα. Αυτή η κίνηση εγγύτητας και συντροφιάς, η σιωπηλή δήλωση συγκατάβασης, νοιαξίματος και φροντίδας φαίνεται να είναι ριψοκίνδυνη ακόμα και για τους πιο τολμηρούς.

Κάποτε μου είπε μια νεαρή κοπέλα, πως όταν αγκαλιάζω τη μητέρα μου ή το σύντροφό μου αισθάνομαι κάτι να συμβαίνει μέσα μου. Σαν κάτι να κινείται. Απροσδιόριστο, άπιαστο αλλά ονειρικό.

Τη στιγμή που βλέπουμε πως οι λέξεις που λέμε δεν συμβαδίζουν με τα μη λεκτικά μηνύματα που στέλνουμε, αντιλαμβανόμαστε ωστόσο πως το άγγιγμα συνηγορεί στο ευ ζην, μεταδίδει μηνύματα, ασκεί ουσιαστική επίδραση στην επικοινωνία και στις σχέσεις.

Το άγγιγμα, από τη στιγμή που γεννιόμαστε αποτελεί τη μοναδική ευκαιρία επικοινωνίας και έκφρασης. Έρευνες αποδεικνύουν πια χωρίς αντίρρηση πως το άγγιγμα μεταξύ του βρέφους και της μητέρας του δεν αποτελεί μόνο μια απαραίτητη συνθήκη εδραίωσης ενός ασφαλούς δεσμού, αλλά πολύ περισσότερο το άγγιγμα από μόνο του είναι θεραπευτικό. Ναι με τη στενή σημασία του όρου.

Άλλωστε θεραπεία τι σημαίνει; Η θεραπεία προκύπτει από το θερμός και το άπτω, συνεπώς δεν είναι τίποτα άλλο από ένα ζεστό άγγιγμα. Και όσο συνδέουμε τη θεραπεία με την ιατρική τόσο ανακαλούμε εικόνες γιατρών να φορούν γάντια, μάσκες και οτιδήποτε άλλο προστατεύει από την επικινδυνότητα του αγγίγματος. Θα σκεφτεί κανείς πως η προστασία είναι ζητούμενο, αλλά τη στιγμή της οδύνης, του πόνου, της μοναξιάς τι είναι αυτό που θα κάνει ανακουφίσει;

Τα χέρια μπλέκονται, τα ακροδάχτυλα παιχνιδίζουν, οι παλάμες παλεύουν για το ποια θα επικρατήσει. Κρύβονται σε μια διάσταση τόσο προσωπική που αν τολμήσεις να την ψηλαφίσεις, έχασες. Κορμιά που λαχταρούν να αγγιχτούν, σάρκες που εκλιπαρούν να τις δαμάσεις. Χείλη διψασμένα για ένα άλλο ζευγάρι, αυτό που όταν το γευτείς, δεν θα' ναι ξένο, θα 'ναι γνώριμο, ή θα επιτρέψει να συστηθείτε μαζί σε μια καινούργια εμπειρία, αυτή της απόλυτης προσμονής. Της προσμονής για την ιδέα της απελευθέρωσης από κάθε τι που σε κρατάει πίσω, βάζοντας όρια που μόνο ο νους ελέγχει.

Αγγίζω σημαίνει έρχομαι κοντά. Σημαίνει γνωρίζω κάτι νέο, από μια άλλη διάσταση στην οποία ο φόβος ξεμακραίνει. Αγγίζω σημαίνει, σταματώ να βάζω όρια σε αυτό που γινόμαστε μαζί. Αγγίζω σημαίνει παρατάω τις ανησυχίες και γυμνός από κάθε αμφιβολία αφήνομαι. Όχι μόνο αφήνομαι σε σένα, αλλά αφήνομαι να με γνωρίσω καλύτερα. Αφήνομαι να μάθω πως μονάχος μου στερώ τη δύναμη της εγγύτητας. Αφήνομαι να ζήσω πλάι σου, έστω για μια στιγμή, δίχως ενοχές.

Άλλωστε, σχεδόν αντανακλαστικά έρχονται οι δεύτερες σκέψεις, που σαν δαιμόνια στέκουν έτοιμες να υψώσουν το δάχτυλο και σαν τη δασκάλα στο δημοτικό να σε μαλώσουν, γιατί επέτρεψες στον εαυτό σου να νιώσει πως είναι να μην είσαι μόνος.

Αγγίζω ένα βιβλίο και πριν το ξεφυλλίσω, νιώθω να διάβασα ήδη τον πρόλογό του. Κλείνω τα μάτια και αγγίζω ένα ρούχο και αισθάνομαι σαν να είναι έτοιμο να μου καλύψει μια ανάγκη που ποτέ πριν δεν είχα σκεφτεί, αλλά μόλις τη συνειδητοποίησα, κατάλαβα πως το κενό της ήταν ήδη εκεί.

Αγγίζω το σημείο που πονάω, για να επικοινωνήσω τη δυσφορία μου. Αγγίζω για να δηλώσω τη συμπαράστασή μου, τη συμπόνοια μου. Αγγίζω για να δείξω πως είμαι παρών. Αγγίζω σαν να μην χρειάζεται να συλλαβίσω ούτε μια λέξη ή αγγίζω επειδή δεν έχω λέξη να πω. Αγγίζω γιατί φοβάμαι να μιλήσω και έτσι σιγουρεύομαι πως θα καταλάβεις το μήνυμά μου. Αγγίζω γιατί διστάζω να σε κοιτάξω στα μάτια.

Σε αγγίζω και όσο πιο δυνατό είναι το άγγιγμά μου, τόσο δυνατότερο είναι αυτό που νιώθω για σένα. Έτσι θέλω να καταλάβεις.

Όχι το άγγιγμα δεν υποκαθιστά τις λέξεις, ούτε είναι εκεί να υπονοήσει αυτά που θέλω να σου πω. Δεν είναι εκεί για να δώσει ήχο στα λόγια μου. Κάνει όμως θόρυβο. Εκκωφαντικό, όχι δυσάρεστο, αλλά δυνατό. Τόσο που δεν μπορείς να πάρεις τα μάτια σου από πάνω του. Μου επιτρέπει να γίνω σαφής, όσο σαφής νομίζω πως είμαι.

Σε αγγίζω και μαγικά το σώμα μου συνηγορεί στην ευεργετική διάσταση αυτής της στιγμής. Οι καρδιακοί παλμοί πέφτουν, εκκρίνεται ωκυτοκίνη, και οι ορμόνες του στρες μειώνονται.

Μια αγκαλιά από μόνη της είναι ευεργετική. Και αυτός που αγκαλιάζεται βιώνει ακριβώς τις ίδιες ευεργετικές ιδιότητες από αυτόν που αγκαλιάζει. Σαν να γίνεται δίκαιη μοιρασιά στο παιχνίδι. Δεν θα χάσεις, γιατί νικητής δεν υπάρχει. Και όσο το σκέφτομαι καλύτερα, δεν υπάρχει καν παιχνίδι. Όχι, δεν είναι παιχνίδι. Είναι ευκαιρία.

Και αν σκεφτεί κανείς, πως όσο είμαστε παιδιά αγγίζουμε και μας αγγίζουν περισσότερο, μάλλον κάτι πάει στραβά όσο μεγαλώνουμε.

Ναι, τα ξέρω αυτά για τους κοινωνικούς κανόνες, ή τις οδηγίες περί καλής συμπεριφοράς. Ξέρω επίσης πως το πολιτισμικό πλαίσιο μπορεί να είναι ιδιαίτερα αποθαρρυντικό για το άγγιγμα. Το άγγιγμα όμως μπορεί να γίνει ο κοινωνός σου, αυτό που θα βοηθήσει να μεταδώσεις ενσυναίσθηση, συμπόνια, παρηγοριά, ενθάρρυνση, υποστήριξη, φροντίδα, αγάπη. Και δεν φτάνει μόνο να τα νιώθεις, χρειάζεται να τα επικοινωνείς.

Σοπενχάουερ: Η απόλαυση

Είναι κοινός τόπος να θεωρούνται τα νιάτα ευτυχισμένα και τα γηρατειά θλιβερά. Αυτό θα μπορούσε να ισχύει αν τα πάθη έκαναν τον άνθρωπο ευτυχισμένο.

Η νεολαία ωστόσο άγεται και φέρεται απ’ αυτά, κι ας της προκαλούν μεγάλο πόνο και ελάχιστη χαρά.

Σε μεγάλη ηλικία, τα πάθη καταλαγιάζουν κι αφήνουν τον άνθρωπο ήσυχο, οπότε αμέσως το μυαλό του παίρνει στοχαστική χροιά: η γνώση απελευθερώνεται και παίρνει το πάνω χέρι.

Και καθώς η γνώση βρίσκεται πέρα από τα όρια του πόνου, όσο περισσότερο κυριαρχεί στη συνείδησή του, τόσο πιο ευτυχισμένος νιώθει ο άνθρωπος.

Στα γηρατειά, ο άνθρωπος ξέρει πώς να αποτρέπει τις αναποδιές, σε μικρή ηλικία, αντίθετα, τις υπομένει.

Δεν έχουμε παρά να σκεφτούμε ότι όλες οι ηδονές είναι αρνητικές, κι ότι ο πόνος είναι από τη φύση του θετικός, για να καταλάβουμε ότι τα πάθη δεν μπορούν ποτέ ν’ αποτελέσουν πηγή ευτυχίας, και ότι είναι λάθος να οικτίρουμε τις προχωρημένες ηλικίες επειδή στερούνται κάποιες απολαύσεις.

Γιατί η κάθε απόλαυση δεν είναι παρά ο κατευνασμός μιας ανάγκης: το ότι η απόλαυση θα πάρει τέλος μόλις εξαφανιστεί η ανάγκη θεωρείται αυτονόητο, όσο αυτονόητο είναι ότι μετά από ένα γεύμα δε συνεχίζουμε να τρώμε, και ότι μετά από μια νύχτα χορταστικού ύπνου παραμένουμε ξυπνητοί.

Πολύ πιο σωστή είναι η άποψη που εκφράζει ο Πλάτωνας στην αρχή της Πολιτείας, ότι η προχωρημένη ηλικία είναι πιο ευτυχισμένη, γιατί έχει επιτέλους απελευθερωθεί από το σαρκικό πάθος που μας καταδυναστεύει αδιάκοπα.

Θα μπορούσαμε μάλιστα να ισχυριστούμε, ότι οι ατέλειωτες και πολλαπλές εναλλαγές συναισθημάτων που προκαλεί αυτό το πάθος, και τα συναισθήματα που ξεπηδούν απ’ αυτό, προκαλούν μια κατάσταση ελαφριάς τρέλας, για όσο καιρό ο άνθρωπος βρίσκεται υπό την επήρεια του σεξουαλικού ενστίκτου ή μάλλον του δαίμονα που έχει καταλάβει το είναι του, ώστε να μην μπορεί να ανακτήσει το λογικό του, παρά μόνο όταν εξαλειφθεί το ένστικτο αυτό. (Πάρεργα και παραλειπόμενα)

Άδικα, λοιπόν, θεωρείται η μεγάλη ηλικία άχαρη, με αιτιολογικό ότι στερείται κάποιες απολαύσεις.

Η απόλαυση είναι κάτι σχετικό, και συγκεκριμένα μπορεί να σημαίνει είτε καθαρή ικανοποίηση, είτε κατευνασμό κάποιας ανάγκης· το ότι με την εξαφάνιση της ανάγκης εξαφανίζεται και η απόλαυση δεν είναι καθόλου θλιβερό, αφού το ίδιο συμβαίνει με τον άνθρωπο που δε θέλει να φάει μετά το φαί ή δε θέλει να κοιμηθεί μετά από έναν χορταστικό, νυχτερινό ύπνο.

Πολύ πιο σωστά εκτιμάει ο Πλάτωνας (Πολιτεία, I) ότι τα βαθιά γηρατειά είναι σ’ αυτόν τον τομέα πιο ευτυχισμένα, αφού το πάθος για τις γυναίκες έχει πια εξαφανιστεί.

Η άνεση και η σιγουριά είναι οι βασικές ανάγκες της μεγάλης ηλικίας: γι’ αυτό και όταν γερνάμε αγαπάμε κυρίως το χρήμα -σαν υποκατάστατο των δυνάμεων που έχουν παρακμάσει.

Τις χαρές του έρωτα τις αντικαθιστούν οι χαρές του φαγητού.

Στη θέση της ανάγκης για καινούργια πράγματα, για ταξίδια και για μάθηση εμφανίζεται η ανάγκη για διδασκαλία και για κουβέντα.

Κι αποτελεί μεγάλη ευτυχία, όταν ο ηλικιωμένος έχει διατηρήσει την αγάπη του για τη μελέτη, τη μουσική, ακόμα και για το θέατρο. (Η τέχνη του να είσαι ευτυχισμένος)

Άρθουρ Σοπενχάουερ, Η τέχνη να επιβιώνεις

Να μη φοβάστε τη μοναξιά αλλά τις αδιάφορες σχέσεις

Το να ανοίγετε κάθε βράδυ την πόρτα σ’ ένα σπίτι στο οποίο δε σας περιμένει κανείς, τουλάχιστον άνθρωπος, δεν είναι και τόσο τρομαχτικό τελικά. Για σκεφτείτε το λίγο. Πιο τρομαχτικό θα ήταν αν σας περίμενε ένας άνθρωπος τον οποίο πια δεν αντέχετε ή κάποιος που θα σας έλεγε ένα αδιάφορο “καλησπέρα” χωρίς καν να σας κοιτάξει.

Δυστυχώς, πολλοί άνθρωποι επιλέγουν στις μέρες μας να μείνουν σε μία σχέση που πια δεν τους γεμίζει είτε για οικονομικούς λόγους, είτε για τα παιδιά τους, είτε γιατί φοβούνται να μείνουν μόνοι, είτε γιατί βαριούνται τη διαδικασία του χωρισμού και τις κριτικές των άλλων. Για να χωρίζεις όταν πια είσαι δυστυχισμένος, χρειάζεται αρχικά να αποδεχθείς την αποτυχία της σχέσης και κατά δεύτερον να βρεις την ψυχική δύναμη που χρειάζεται για να προχωρήσεις μόνος.

Είναι, όμως, πραγματικά μόνος όποιος ζει single; Ακόμη πιο μόνοι νιώθουν και πολλοί άνθρωποι που συζούν ή έχουν μια σχέση. Εξάλλου, υπάρχει ζωή και για τους single ανθρώπους. Υπάρχουν οι φίλοι, η οικογένεια και τα χόμπι τους.

Το να είστε σε μία σχέση που σας πληγώνει ή που δε σας γεμίζει ή χειρότερα που σας κάνει να νιώθετε άσχημα με τον εαυτό σας, είναι σίγουρα χειρότερο από το να επιλέξετε τη μοναχικότητα. Εξάλλου, πώς θα γνωρίσετε την πραγματική αγάπη αν συνεχώς επιλέγετε να μένετε δίπλα από ανθρώπους που σας ρουφάνε το αίμα αργά, σιωπηλά και οδυνηρά.

Ο χρόνος περνάει και κανέναν δεν περιμένει. Κι όταν επιτέλους αποφασίσετε ν’ αγαπήσετε τον εαυτό σας και να του δώσετε όσα αξίζει, ίσως να είναι πια αργά. Για να δώσετε στον εαυτό σας, λοιπόν, αυτό που πραγματικά θα τον κάνει ευτυχισμένο, απαντήστε σε αυτές τις ερωτήσεις:

– Τι φοβάστε περισσότερο; Να είστε κύριοι του εαυτού σας ή να είστε με κάποιον που δε σας αφήνει να είστε ο εαυτός σας;

– Τι προτιμάτε; Να περνάτε κάποιο χρόνο μόνοι ή να περνάτε το χρόνο σας με τη λάθος, βαρετή ή εκνευριστική παρέα;

– Φοβάστε να κάνετε οι ίδιοι λάθη ή να είστε με τον λάθος άνθρωπο;

– Φοβάστε περισσότερο να μην κάνετε έρωτα ή να κάνετε έρωτα κάθε βράδυ ενώ δε νιώθετε τίποτα;

– Φοβάστε το ότι δε θα έχετε κάποιον για να μιλήσετε ή να μιλάτε σε κάποιον που δε σας καταλαβαίνει ή δε σας ακούει καν πραγματικά;

– Φοβάστε ότι κάποια βράδια θα κλαίτε επειδή είστε μόνοι ή φοβάστε περισσότερο να κλαίτε επειδή σας πληγώνουν;

– Και τέλος, φοβάστε πιο πολύ να είστε μόνοι ή να είστε σε μία αδιάφορη σχέση;

Ευτυχισμένοι άνθρωποι είναι οι άνθρωποι που βρίσκονται σε μία υγιή σχέση όπου νιώθουν ασφαλείς, γεμάτοι και αγαπιούνται όπως είναι. Ένας άνθρωπος που δεν έχει όρεξη ή χρόνο να κάνει έρωτα μαζί σας αντί για σεξ, που δεν έχει χρόνο να σας ακούσει, να παίξει μαζί σας, να χαρεί με τα επιτεύγματά σας και γενικά να σας αγαπήσει, δεν είναι ο άνθρωπός σας. Γι’ αυτό, μη φοβάστε να είστε μόνοι αν δεν έχετε βρει τον άνθρωπό σας. Θα είστε σίγουρα καλύτερα με τον εαυτό σας παρά με τον λάθος άνθρωπο.

Η ζωή μου είναι οι σκέψεις μου, τίποτα δεν γίνεται στην τύχη

Η ζωή είναι πολύ απλή. Ό, τι δίνουμε- αυτό και λαμβάνουμε.

Εμείς είμαστε υπεύθυνοι 100% για όλα τα γεγονότα, που συμβαίνουν στην ζωή μας- τα πιο ευχάριστα και τα πιο άσχημα. Η κάθε μας σκέψη δημιουργεί το μέλλον μας.

Όλα τα γεγονότα δημιουργούνται από εμάς τους ίδιους με την βοήθεια των σκέψεων και των αισθημάτων μας. Το νόημα, που εμείς βάζουμε στις σκέψεις μας και τα λόγια μας φέρουν αυτό, που εμείς βιώνουμε στην ζωή μας.

Εμείς οι ίδιοι δημιουργούμε τις συγκεκριμένες καταστάσεις στην ζωή μας και μετά καταναλώνουμε τις δυνάμεις μας, βρίζοντας τους άλλους ανθρώπους η στέλνοντας τις κατάρες στις συνθήκες, που μας εμποδίζουν.

Η αιτία όλων των δεινών μας και της πραγματικότητάς μας είμαστε εμείς οι ίδιοι.

Μπορούμε να πούμε, ότι:

ΕΓΩ = ΕΓΩ + ΚΑΤΑΣΤΑΣΕΙΣ ΚΑΙ ΠΕΡΙΣΤΑΣΕΙΣ ΜΟΥ

Εάν ο νους μας είναι αρμονικός και ισορροπημένος, τότε στην ζωή μας εμείς θα βρίσκουμε ακριβώς το ίδιο.

Προσπαθήστε να εντοπίσετε, ποιο χαρακτηριστικό με το πλέον παραστατικό τρόπο σας περιγράφει;

1. «Οι άνθρωποι κοιτούν να μου κάνουν κακό».

2. «Όλοι θέλουν το καλό μου και προσπαθούν να βοηθήσουν στην λύση των προβλημάτων μου».

Αυτό, που εμείς πιστεύουμε- γίνεται η πραγματικότητά μας.

Το υποσυνείδητό μας υλοποιεί τις σκέψεις μας, τις ορμές, τις επιθυμίες, στην ουσία λέγοντάς μας, ότι εμείς οι ίδιοι επιλέγουμε τις σκέψεις μας.

Έχουμε πολύ μεγάλη δυνατότητα της επιλογής.

Οι Δυνάμεις της Ζωής ποτέ δεν μας κρίνουν, ούτε μας κατακρίνουν. Μας αποδέχονται έτσι, όπως είμαστε. Μετά οι Δυνάμεις Αυτές αντανακλούν τις πεποιθήσεις μας αυτόματα.

Εάν εσείς προτιμάτε να θεωρείτε, ότι στην ζωή σας είσαστε μόνοι και δεν σας αγαπάει κανείς, τότε ακριβώς αυτό θα λάβετε στην ζωή σας.

Αν όμως θα αρχίσετε να συγκεντρώνεστε στις θετικές σκέψεις, τότε θα φανεί το ανάλογο αποτέλεσμα. Θα μεταμορφωθεί όλη η ζωή, η ύπαρξη σας θα γεμίσει με το καινούριο νόημα, που θα φέρει την χαρά της ύπαρξης.

Αλλά ας δούμε, από πού προέρχονται οι σκέψεις μας, που αυτές σχηματίζονται, ποια είναι η πηγή τους;

Βέβαια, είναι κατανοητό, ότι ο λόγος γίνεται για την παιδική ηλικία.

Στην παιδική ηλικία μας ανοίγεται η ζωή, στην παιδική ηλικία εμείς μαθαίνουμε για την ζωή από τις αντιδράσεις των ενηλίκων.

Εάν σας έτυχε να ζήσετε με ανθρώπους, που δεν ήσαν ευτυχισμένοι, ήσαν κακιωμένοι η ένιωθαν ένοχοι, τότε εσείς μάθατε πολλά αρνητικά πράγματα στην ζωή ως προς τον εαυτόν σας και προς τον γύρω κόσμο.

Συνηθίσατε να σκέφτεστε για τον εαυτό σας αρνητικά, να τοποθετείτε τον εαυτό σας στο αρνητικό πεδίο ενέργειας των σκέψεών σας:

«Είμαι συνεχώς ένοχος», «Ποτέ μου δεν κάνω τίποτε το σωστό», «Με θεωρούν κακό άνθρωπο».

Είναι πολύ φυσικό οι σκέψεις αυτές να σας δημιουργήσουν μια ζωή, γεμάτη απογοητεύσεις.

ΟΤΑΝ ΕΜΕΙΣ ΜΕΓΑΛΩΝΟΥΜΕ, ΜΕΣΑ ΜΑΣ ΕΜΦΑΝΙΖΕΤΑΙ Η ΤΑΣΗ ΝΑ ΑΝΑΠΑΡΑΓΟΥΜΕ ΤΟ ΣΥΝΑΙΣΘΗΜΑΤΙΚΟ ΠΕΡΙΓΥΡΟ ΤΗΣ ΠΑΙΔΙΚΗΣ ΜΑΣ ΗΛΙΚΙΑΣ.

Πρόκειται για τον φυσικό νόμο της εξέλιξης και είτε το θέλουμε, είτε όχι, αυτός ο νόμος λειτουργεί.

Στις προσωπικές μας σχέσεις, στις σχέσεις με τους προϊσταμένους και τους συναδέλφους εμείς αναπαράγουμε τις σχέσεις, που έχουν δημιουργηθεί με τους γονείς μας.

Φερόμαστε με την ακρίβεια έτσι, όπως μας φέρονταν οι γονείς μας. Βρίζουμε και τιμωρούμε τους εαυτούς μας έτσι, όπως μας έβριζαν και μας τιμωρούσαν οι γονείς μας.

Επίσης αγαπάμε τους εαυτούς μας έτσι, όπως μας αγαπούσαν, όταν ήμασταν παιδιά.

ΑΛΛΑ ΕΓΩ ΔΕΝ ΒΡΙΖΩ ΤΟΥΣ ΓΟΝΕΙΣ ΜΟΥ ΓΙ’ ΑΥΤΟ ΤΟ ΠΡΑΓΜΑ.

Όλοι μας είμαστε τα θύματα των θυμάτων και αυτοί (οι γονείς μας) δεν μπορούσαν να μας μάθουν κάτι, που οι ίδιοι δεν γνώριζαν.

Εάν η μητέρα σας δεν ήξερε πώς να αγαπάει τον εαυτό της η ο πατέρας σας δεν ήξερε πώς να αγαπάει τον εαυτό του, τότε είναι απολύτως φυσικό αυτοί να μην ήξεραν να σας μάθουν να αγαπάτε τον εαυτό σας.

Ρωτήστε τους γονείς σας για τα παιδικά τους χρόνια και θα τους καταλάβετε καλλίτερα και αν θα τους ακούτε με συμπόνια, εσείς θα καταλάβετε την πηγή του φόβου τους και την στάση τους προς την ζωή.

Οι άνθρωποι, που σας «προκάλεσαν τον πόνο», ήσαν οι ίδιοι τρομοκρατημένοι, όπως είσαστε εσείς τώρα.

Εμείς σχηματίζουμε τις πεποιθήσεις μας στην παιδική ηλικία και μετά πορευόμαστε στην ζωή, αναπαράγοντας τις καταστάσεις, που ταιριάζουν στις πεποιθήσεις μας.

Κοιτάξτε πίσω την ζωή σας και θα δείτε, ότι ουσιαστικά εσείς δημιουργείτε την ίδια πάλι κατάσταση με διαφορετικές αποχρώσεις και εκδοχές.

Και η κατάσταση αυτή είναι η υλοποίηση των δικών σας υποσυνείδητων ροπών.

Γι’ αυτό, πρέπει να ξέρετε καλά, ότι

ΤΟ ΑΡΧΙΚΟ ΣΗΜΕΙΟ ΤΗΣ ΔΥΝΑΜΗΣ – ΕΙΝΑΙ ΣΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΑ ΣΤΙΓΜΗ.

Τα πάντα ανεξαιρέτως γεγονότα στην ζωή σας μέχρις αυτής της στιγμής ήσαν δημιουργημένα από σας τους ίδιους με την βοήθεια των πεποιθήσεών σας, πάνω στην εμπειρία σας.

Τα γεγονότα δημιουργούνταν από τις σκέψεις σας και τα λόγια σας, που χρησιμοποιούσατε χθες, την προηγούμενη εβδομάδα, τον προηγούμενο μήνα, τον προηγούμενο χρόνο, 10, 20, 30, 40 χρόνια πριν, αναλόγως της ηλικίας σας.

Όμως όλα αυτά ήταν στο παρελθόν. Το σημαντικό τώρα είναι η επιλογή σας, η επιλογή των σκέψεων, των λέξεων, της πίστης. Να θυμάστε, ότι ακριβώς και πριν απ’ όλα οι σκέψεις σας και τα λόγια σας δημιουργούν το μέλλον σας.

Η παρούσα στιγμή είναι εκείνη η αφετηρία, από την οποία εσείς κάνετε το άλμα προς το δικό σας αύριο.

Σημειώστε τι σκέφτεστε αυτήν την στιγμή, όταν διαβάζετε αυτά τα λόγια.

ΤΟ ΜΟΝΟ ΠΡΑΓΜΑ, ΜΕ ΤΟ ΟΠΟΙΟ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΔΟΥΛΕΨΕΤΕ- ΕΙΝΑΙ Η ΣΚΕΨΗ ΣΑΣ. Η ΣΚΕΨΗ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΑΛΛΑΞΕΙ ΜΕ ΣΥΝΕΙΔΗΤΟ ΤΡΟΠΟ.

Δεν έχει σημασία η φύση του προβλήματός σας, το πρόβλημά σας είναι η αντανάκλαση της πορείας των σκέψεών σας.

Π.χ. σας εμφανίζεται η σκέψη:

«Είμαι ένας άχρηστος άνθρωπος».

Η σκέψη αυτή προκαλεί αμέσως ως απάντηση το αίσθημα, που επιδρά ενδόμυχα, αλλά πολύ κυριαρχικά πάνω σε όλη την ύπαρξή σας και η προσωπικότητά σας αυθόρμητα αναπτύσσεται ειδικά προς αυτήν την κατεύθυνση.

Αλλά είναι στο χέρι σας εδώ και τώρα, αυτήν την στιγμή να απορρίψετε αυτήν την σκέψη και η μοίρα σας θα κινηθεί προς άλλη κατεύθυνση.

Γι’ αυτό ελάτε από δω και τώρα να απελευθερωνόμαστε από τις αρνητικές μας σκέψεις, διότι η βασική πηγή των προβλημάτων μας και των δεινών μας- είναι το μίσος προς τον εαυτό μας και το αίσθημα της ενοχής ποικίλου βαθμού.

Η ΔΥΝΑΜΗ ΤΗΣ ΕΠΙΛΟΓΗΣ

Θεωρείται πως οι συναισθηματικές μας αντιδράσεις προέρχονται από τα γεγονότα. Όταν βιώνουμε ένα δυσάρεστο γεγονός, νομίζουμε πως δεν έχουμε άλλη επιλογή από το να το δεχτούμε και να προχωρήσουμε με τα αρνητικά συναισθήματα που προκαλούνται όπως ο θυμός, το άγχος, η κατάθλιψη κτλ.

Όμως, δεν ισχύει πάντοτε αυτό. Υπάρχει μία παράμετρος που δεν υπολογίζεται, αυτή της Επιλογής. Γίνεται να επιλέξουμε να μην αναστατωθούμε για κάτι που έχει συμβεί, ενώ “κανονικά” θα μας αναστάτωνε!

Αναλογιστείτε το. Βρίσκεστε στο συγκεκριμένο σημείο στη ζωή σας λόγω των επιλογών που έχετε κάνει μέχρι σήμερα. Μερικές επιλογές οι οποίες επαναλαμβάνονται ξανά και ξανά οδηγούν σε αποτυχία, ενώ ενώ σοφές επιλογές που επαναλαμβάνονται οδηγούν στην επιτυχία.

Έτσι, εάν έχετε κάνει κάποιο λάθος πρόσφατα και αναρωτιέστε πώς μπορείτε να επιτύχετε, μη χάνετε χρόνο αυτό-μειώνοντας τον εαυτό σας. Αντ ‘αυτού, μάθετε από τα λάθη και κάνετε ό,τι θα έκανε ένας επιτυχημένος άνθρωπος. Χρησιμοποιήστε τη δύναμη της επιλογής! Αναρωτηθείτε:

Τι πραγματικά συνέβη;

Τι θα μπορούσα να είχα κάνει διαφορετικά;

Την επόμενη φορά που θα αντιμετωπίσω μια παρόμοια κατάσταση, πώς μπορώ με θετικότητα να χρησιμοποιήσω τη δύναμη της επιλογής;

Η ζωή σας είναι το αποτέλεσμα των επιλογών που κάνετε. Εάν δε σας αρέσουν τα αποτελέσματα που βιώνεται, ξεκινήστε με μία απλή αλλαγή και η μία θα φέρει και την επόμενη. Στοχεύστε σε σοφότερες επιλογές και θα παραχθούν καλύτερα αποτελέσματα!

Αριστοτέλης: ποιες είναι οι φυσικές αιτίες που φθείρουν ή διατηρούν τη μοναρχία

Τώρα απομένει να ερευνήσουμε ποιες είναι οι φυσικές αιτίες που φθείρουν ή διατηρούν τη μοναρχία. Ό,τι λοιπόν συμβαίνει στα πολιτεύματα, για τα οποία μιλήσαμε, ανάλογα πράγματα συμβαίνουν και στις βασιλείες και τις τυραννίδες. Η βασιλεία κλίνει προς την αριστοκρατία και η τυραννίδα περιέχει στοιχεία του χειρότερου τύπου και της ολιγαρχίας και της δημοκρατίας.

Γι’ αυτό και βλάπτει ιδιαίτερα τους αρχόμενους, αφού δημιουργείται από δυο κακά πολιτεύματα και περιλαμβάνει τόσο τις παρεκβάσεις όσο και τα ελαττωματικά στοιχεία των δυο κακών τούτων πολιτευμάτων.

Τα δυο τούτα πολιτεύματα είναι αντίθετα από τη στιγμή της δημιουργίας τους. Γιατί η βασιλεία δημιουργήθηκε για να βοηθά ο λαός τους επιφανείς πολίτες, και βασιλιάς αναδεικνύεται ένας από τους επιφανείς, από εξέχουσα οικογένεια, με βάση την υπεροχή της αρετής του ή τις ενάρετες πράξεις του ή την εξέχουσα καταγωγή του. Αντίθετα ο τύραννος προέρχεται από τον λαό και το πλήθος κι έχει σκοπό να προστατέψει τον λαό από τους προνομιούχους, για να μην τον αδικούν. Και τούτο αποδεικνύεται από τα γεγονότα. Μπορούμε να ισχυριστούμε πως οι περισσότεροι τύραννοι προήλθαν από τους δημαγωγούς, αφού κέρδισαν την εμπιστοσύνη του λαού, κατηγορώντας τους προνομιούχους. Έτσι ορισμένες τυραννίδες επικράτησαν όταν οι πόλεις έγιναν πιο πολυάνθρωπες, ενώ άλλες νωρίτερα, επειδή οι βασιλείς παρέβησαν τους παραδοσιακούς νόμους και επιδίωξαν μεγαλύτερη απολυταρχία.

Αλλες δημιουργήθηκαν από άτομα που πήραν αξιώματα με εκλογή (αφού τα χρόνια τα παλιά τα δημοκρατικά πολιτεύματα έκαναν μακρόχρονες τις θητείες των θρησκευτικών και πολιτικών αρχόντων). Άλλες πάλι γεννήθηκαν μέσα από τα ολιγαρχικά πολιτεύματα, αφού τα τελευταία αναδείκνυαν ένα μόνο ανώτατο άρχοντα. Με όλες τούτες τις συνθήκες εύκολα γινόταν κάποιος τύραννος, φτάνει να το ήθελε, αφού η βασιλεία και τα αξιώματα του έδιναν τη δυνατότητα.

Έτσι από βασιλιάς ο Φείδων έγινε τύραννος στο Αργός και άλλοι αλλού. Στην Ιωνία ο Φάλαρης, που κατείχε υψηλά αξιώματα. Στους Λεοντίνους της Σικελίας ο Παναίτιος, στην Κόρινθο ο Κύψελος, στην Αθήνα ο Πεισίστρατος και στις Συρακούσες ο Διονύσιος, κι άλλοι από δημαγωγοί έγιναν βασιλείς. Είπαμε λοιπόν ότι η βασιλεία κλίνει προς την αριστοκρατία, γιατί η βασιλική εξουσία βασίζεται στην αξία καθενός ή στην ευγενική καταγωγή ή στις υπηρεσίες που προσφέρει ή σε όλα μαζί και στη δύναμη. Γιατί το αξίωμα τούτο το πήραν όσοι πρόσφεραν υπηρεσίες στην πόλη ή στο έθνος, ενώ άλλοι, όπως για παράδειγμα ο Κόδρος, επειδή ελευθέρωσαν τον λαό με πόλεμο, ή όπως ο Κύρος, άλλοι πάλι, επειδή ίδρυσαν πόλεις ή κατέκτησαν εδάφη, όπως οι βασιλείς των Σπαρτιατών, των Μακεδόνων και των Μολοσσών.

Ο βασιλιάς έχει χρέος να φροντίζει να μην βλάπτονται όσοι έχουν περιουσίες και να μην προσβάλλεται ο λαός. Όπως έχουμε ξαναπεί, η τυραννία δεν έχει κανένα καλό σκοπό για το σύνολο, αλλά επιδιώκει μόνο το δικό της συμφέρον. Ο τύραννος επιδιώκει τις απολαύσεις, ενώ ο βασιλιάς να κάνει καλό. Γι’ αυτό χαρακτηριστικό πλεονέκτημα του τυράννου είναι τα χρήματα, ενώ του βασιλιά οι τιμές. Αλλά και τη φρουρά του βασιλιά την αποτελούν πολίτες, ενώ του τυράννου μισθοφόροι.

Είναι φανερό ότι η τυραννίδα περιέχει όλα τα κακά της δημοκρατίας και της ολιγαρχίας. Από την ολιγαρχία έχει την επιδίωξη του πλούτου (γιατί έτσι μόνο εξασφαλίζει τη διατήρηση και την τρυφηλότητα) και την έλλειψη εμπιστοσύνης προς τον λαό (γι’ αυτό του παίρνει τα όπλα, φέρεται άσχημα στο πλήθος, βασανίζει τους πολίτες, εξαναγκάζοντάς τους να φεύγουν για άλλους τόπους). Τούτα είναι ελαττώματα τόσο της τυραννίδας όσο και της ολιγαρχίας. Κι από την ακραία όμως δημοκρατία η τυραννίδα έχει πάρει τη δίωξη των επιφανών και την κρυφή και φανερή εξόντωσή τους και την εξόριση τους, αφού τους θεωρεί αντιπάλους και εμπόδιο στην εξουσία. Γιατί σ’ αυτούς οφείλονται συνήθως οι προσπάθειες ανατροπής, αφού υπάρχουν άλλοι που θέλουν να ανεβούν στην εξουσία κι άλλοι που δεν ανέχονται να είναι δούλοι. Σε τούτο οφείλεται και η παραίνεση του Περιάνδρου στον Θρασύβουλο να κόψει τις κορφές από τα ψηλότερα στάχυα, με την έννοια ότι πρέπει να αποκεφαλίζονται όσοι θέλουν να είναι ανώτεροι από τους άλλους.

Είπαμε λοιπόν ότι πρέπει να πιστέψουμε πως ίδιες αιτίες μεταβολής του πολιτεύματος υπάρχουν τόσο στις πολιτείες, όσο και στις μοναρχίες. Ενάντια στη μοναρχία επιτίθενται οι πολίτες εξαιτίας της αδικίας, του φόβου και της προσβολής (και περισσότερο εξαιτίας της αδικίας που συνιστά προσβολή), και κάποτε και της δήμευσης της περιουσίας. Γι’ αυτό λοιπόν γίνονται οι επαναστάσεις ενάντια στις τυραννίδες και τις βασιλείες’ γιατί όλοι θέλουν να αποκτήσουν τα πλούτη και τις τιμές που έχει ο μονάρχης. Αλλοτε οι επιθέσεις στοχεύουν στη ζωή κι άλλοτε στην εξουσία τους. Οι επιθέσεις που στοχεύουν στη ζωή οφείλονται στην αλαζονεία τους· κι επειδή η αλαζονεία έχει πολλές μορφές, όλες οι μορφές προκαλούν οργή.

Έτσι οι περισσότεροι απ’ όσους οργίζονται, επιτίθενται με σκοπό την εκδίκηση και όχι την κατάληψη της εξουσίας. Η συνωμοσία εναντίον των γιων του Πεισιστράτου έγινε γιατί πρόσβαλαν την αδερφή του Αρμοδίου και τον έκαναν να θυμώσει (η συνωμοσία έγινε και εξαιτίας της προσβολής της αδελφής του Αρμοδίου, αλλά κι από τον Αριστογείτονα εξαιτίας της προσβολής εναντίον του Αρμοδίου). Παρόμοια συνωμοσία έγινε και εναντίον του τυράννου της Αμβρακίας Περιάνδρου, επειδή ρώτησε τον ερωμένο του, που έπινε μαζί του, αν είχε μείνει έγκυος.

Ο Παυσανίας επιτέθηκε στον Φίλιππο επειδή ο Φίλιππος δεν τιμώρησε τους φίλους του Αττάλου που τον είχαν προσβάλει. Και ο Δέρδας επιτέθηκε στον Αμύντα τον μικρό, επειδή καυχήθηκε ότι τον είχε ερωμένο, όταν ήταν νέος. Και ο ευνούχος που επιτέθηκε στον Ευαγόρα τον Κύπριο, το έκανε επειδή ένας γιος του Ευαγόρα απήγαγε τη γυναίκα του. Σκότωσε τον Ευαγόρα, γιατί θεώρησε ότι είχε προσβληθεί. Πολλές επιθέσεις σε μονάρχες έγιναν επειδή ασέλγησαν σε βάρος υπηκόων τους, όπως για παράδειγμα ο Κραταιός επιτέθηκε στον βασιλιά Αρχέλαο. Ο Κραταιός δυσανασχετούσε πάντα για τη σχέση του με τον Αρχέλαο, οπότε ένα ασήμαντο γεγονός αποτέλεσε πρόσχημα για την επίθεση. Ο Αρχέλαος δηλαδή, αν και υποσχέθηκε να του δώσει γυναίκα μια κόρη του, παραβίασε την υπόσχεση και πάντρεψε τη μεγαλύτερη με τον βασιλιά της Ελίμειας, κάτω από την πίεση του πολέμου εναντίον του Σίρρα και του Αρραβαίου. Έδωσε τη μικρότερη στον γιο του Αμύντα, πιστεύοντας πως με τον τρόπο τούτο θα έλυνε τις διαφορές με τον αδελφό του από την Κλεοπάτρα. Αλλά η εχθρότητα του Κραταιού οφειλόταν στο ότι τον ενοχλούσε η σωματική σχέση με τον Αρχέλαο. Για τον ίδιο λόγο, μαζί με τον Κραταίο, επιτέθηκε στον Αρχέλαο και ο Ελλανοκράτης ο Λαρισαίος. Ο Αρχέλαος χαιρόταν το σώμα του δίνοντας την υπόσχεση ότι θα τον επαναπάτριζε” αθέτησε όμως την υπόχεσή του με συνέπεια ο Ελλανοκράτης να πιστεύει ότι η σχέση δεν οφειλόταν στο ότι τον είχε ερωτευτεί ο βασιλιάς, αλλά στο ότι ήθελε να τον προσβάλει. Τον Κότυ τον σκότωσαν ο ΙΙύθων και ο Ηρακλείδης από την Αίνη της Θράκης, για να πάρουν εκδίκηση για τον πατέρα τους· και ο Αδάμας προσπάθησε να εξεγερθεί ενάντια στον Κότυ, επειδή εκείνος τον είχε ευνουχίσει όταν ήταν μικρός και πίστευε πως τον είχε προσβάλει.

Πολλοί άλλοι πάλι ταλαιπωρήθηκαν σωματικά και οργίστηκαν, κι άλλοι σκότωσαν, άλλοι προσπάθησαν να σκοτώσουν άρχοντες και βασιλικές οικογένειες, με τον ισχυρισμό ότι είχαν εξευτελιστεί. Στη Μυτιλήνη ο Μεγακλής και οι οπαδοί του επιτέθηκαν στους Πενθιλίδες, που τριγύριζαν στην πόλη και χτυπούσαν τους πολίτες. Αργότερα ο Σμέρδης σκότωσε τον Πένθιλο, γιατί η γυναίκα του τον ξυλοκόπησε και τον πέταξε έξω σέρνοντάς τον. Ο Δεκάμινχος τάχθηκε επικεφαλής της επίθεσης εναντίον τού Αρχελάου, ενθαρρύνοντας πρώτος τους επιτιθέμενους’ θύμωσε επειδή τον παρέδωσε στον ποιητή Ευριπίδη να τον μαστιγώσει. Ο Ευριπίδης είχε οργιστεί, επειδή τον είχε κοροϊδέψει που μύριζε το στόμα του. Κι άλλοι πολλοί σκοτώθηκαν ή έγιναν στόχος συνωμοσιών για παρόμοιες αιτίες. Τέτοιες πράξεις οφείλονταν στον φόβο. Γιατί ο φόβος είναι ένας από τους λόγους που προκαλούν επιθέσεις στα πλαίσια των μοναρχιών και των άλλων πολιτευμάτων. Ο Αρταπάνης σκότωσε τον Ξέρξη γιατί φοβήθηκε τις κατηγορίες του Δαρείου, αφού είχε απαγχονίσει άτομα χωρίς εντολή του Ξέρξη, νομίζοντας ότι θα τον συγχο^ρούσε, γιατί θα είχε ξεχάσει την εντολή που είχε δώσει στο συμπόσιο.

Άλλες επαναστάσεις προκάλεσε η περιφρόνηση, όπως έγινε με τον Σαρδανάπαλο που τον σκότωσε κάποιος όταν τον είδε να ξαίνει μαλλιά μαζί με τις γυναίκες (αν είναι αλήθεια όσα λένε οι μυθοποιοί” αν όμως δεν συνέβη σ’ αυτόν, θα συνέβη σε κάποιον άλλο). Ο Δίων επιτέθηκε στον Διονύσιο τον νεότερο επειδή τον περιφρονούσε, γιατί οι πολίτες περιφρονούσαν τον ίδιο, που ήταν συνέχεια μεθυσμένος. Κάποτε στον τύραννο επιτίθενται και οι οπαδοί του, επειδή τον περιφρονούν.

ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ, ΠΟΛΙΤΙΚΩΝ Ε'

Ανθολόγιο Αττικής Πεζογραφίας

ΔΗΜΟΣΘΕΝΗΣ, ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΠΑΡΑΠΡΕΣΒΕΙΑΣ

ΔΗΜ 19.182–186

Τα καθήκοντα των πρεσβευτών

Ο ρήτορας επανήλθε στο θέμα της καθυστέρησης επικύρωσης με όρκο της "ειρήνης του Φιλοκράτη" από την πλευρά του Φιλίππου, γεγονός που έδωσε στον Μακεδόνα βασιλιά την ευκαιρία για δημιουργία τετελεσμένων σε Θράκη και Ελλήσποντο. Κατά τη γνώμη του Δημοσθένη, όλα αυτά θα είχαν αποφευχθεί, αν οι συμπρεσβευτές του είχαν ακολουθήσει τη συμβουλή του να μεταβούν κατευθείαν στο θέατρο επιχειρήσεων του Φιλίππου και όχι στην Πέλλα. Μετά την ανακεφαλαίωση όσων αποδείκνυαν την προδοτική συμπεριφορά του Αισχίνη (βλ. σχετικά ΔΗΜ 19.64–66), και την προτροπή για καταδίκη του σε θάνατο συνεχίζει:

[182] Ἀγανακτήσει τοίνυν αὐτίκα δὴ μάλα, ὡς ἐγὼ πυνθάνομαι,
εἰ μόνος τῶν ἐν τῷ δήμῳ λεγόντων λόγων εὐθύνας ὑφέξει.
ἐγὼ δ’ ὅτι μὲν πάντες ἂν εἰκότως ὧν λέγουσι δίκην ὑπέχοιεν,
εἴπερ ἐπ’ ἀργυρίῳ τι λέγοιεν, παραλείψω, ἀλλ’ ἐκεῖνο λέγω·
εἰ μὲν Αἰσχίνης ἰδιώτης ὢν ἀπελήρησέ τι καὶ διήμαρτε, μὴ
σφόδρ’ ἀκριβολογήσησθε, ἐάσατε, συγγνώμην ἔχετε· εἰ δὲ
πρεσβευτὴς ὢν ἐπὶ χρήμασιν ἐπίτηδες ἐξηπάτηκεν ὑμᾶς, μὴ
ἀφῆτε, μηδ’ ἀνάσχησθ’ ὡς οὐ δεῖ δίκην ὧν εἶπεν ὑποσχεῖν.
[183] τίνος γὰρ ἄλλου δεῖ δίκην παρὰ πρέσβεων ἢ λόγων λαμ-
βάνειν; εἰσὶ γὰρ οἱ πρέσβεις οὐ τριήρων οὐδὲ τόπων οὐδ’
ὁπλιτῶν οὐδ’ ἀκροπόλεων κύριοι (οὐδεὶς γὰρ πρέσβεσι ταῦτ’
ἐγχειρίζει), ἀλλὰ λόγων καὶ χρόνων. τοὺς μὲν τοίνυν χρόνους
εἰ μὲν μὴ προανεῖλε τῆς πόλεως, οὐκ ἀδικεῖ, εἰ δ’ ἀνεῖλεν,
ἠδίκηκε· τοὺς δὲ λόγους εἰ μὲν ἀληθεῖς ἀπήγγελκεν ἢ
συμφέροντας, ἀποφευγέτω, εἰ δὲ καὶ ψευδεῖς καὶ μισθοῦ καὶ
ἀσυμφόρους, ἁλισκέσθω. [184] οὐδὲν γὰρ ἔσθ’ ὅ τι μεῖζον ἂν ὑμᾶς
ἀδικήσειέ τις ἢ ψευδῆ λέγων. οἷς γάρ ἐστ’ ἐν λόγοις ἡ
πολιτεία, πῶς, ἂν οὗτοι μὴ ἀληθεῖς ὦσιν, ἀσφαλῶς ἔστι
πολιτεύεσθαι; ἂν δὲ δὴ καὶ πρὸς ἃ τοῖς ἐχθροῖς συμφέρει
δῶρά τις λαμβάνων λέγῃ, πῶς οὐχὶ καὶ κινδυνεύσετε; οὐδέ
γε τοὺς χρόνους ἴσον ἔστ’ ἀδίκημ’ ὀλιγαρχίας ἢ τυράννου
παρελέσθαι καὶ ὑμῶν· [185] οὐδ’ ὀλίγου δεῖ. ἐν ἐκείναις μὲν γάρ,
οἶμαι, ταῖς πολιτείαις πάντ’ ἐξ ἐπιτάγματος ὀξέως γίγνεται·
ὑμῖν δὲ πρῶτον μὲν τὴν βουλὴν ἀκοῦσαι περὶ πάντων καὶ
προβουλεῦσαι δεῖ, καὶ τοῦθ’ ὅταν ᾖ κήρυξι καὶ πρεσβείαις
προγεγραμμένον, οὐκ ἀεί· εἶτ’ ἐκκλησίαν ποιῆσαι, καὶ ταύτην
ὅταν ἐκ τῶν νόμων καθήκῃ. εἶτα κρατῆσαι καὶ περιγενέσθαι
δεῖ τοὺς τὰ βέλτιστα λέγοντας τῶν ἢ δι’ ἄγνοιαν ἢ διὰ
μοχθηρίαν ἀντιλεγόντων. [186] ἐφ’ ἅπασι δὲ τούτοις, ἐπειδὰν
καὶ δεδογμένον ᾖ καὶ συμφέρον ἤδη φαίνηται, χρόνον δεῖ
δοθῆναι τῇ τῶν πολλῶν ἀδυναμίᾳ, ἐν ᾧ καὶ ποριοῦνται ταῦθ’
ὧν ἂν δέωνται, ὅπως τὰ δόξαντα καὶ δυνηθῶσι ποιῆσαι. ὁ δὴ
τοὺς χρόνους τούτους ἀναιρῶν τῆς οἵα παρ’ ἡμῖν ἐστι πολι-
τείας, οὐ χρόνους ἀνῄρηκεν οὗτος, οὔ, ἀλλὰ τὰ πράγμαθ’
ἁπλῶς ἀφῄρηται.

***
[182] Θα αγανακτήση δε πάρα πολύ τώρα αμέσως, διότι από όλους όσοι ομιλούν προς τον λαόν, αυτός θα τιμωρηθή μόνον. Εγώ δε, ότι μεν όλοι ευλόγως ήθελον υπέχει ευθύνην διά τους λόγους των, τους οποίους λέγουν λαμβάνοντες χρήματα, θα παραλείψω, αλλά λέγω το εξής· εάν ο Αισχίνης ως απλούς ιδιώτης εφλυάρησε κάτι και διέπραξε κάποιο σφάλμα, μη δείξετε μεγάλην αυστηρότητα, μη εξετάσετε αυτό λεπτομερώς, αλλά αθωώσετέ τον· εάν δε πρεσβευτής ων σας εξηπάτησεν επίτηδες λαβών χρήματα, μη τον αθωώσετε και να μη ανεχθήτε το επιχείρημά του, ότι δεν πρέπει να τιμωρηθή δι' όσα είπεν. [183] Διότι διά ποίον άλλο πρέπει κανείς να ζητή λόγον από τους πρεσβευτάς παρά διά τους λόγους των; Διότι οι πρεσβευταί δεν είναι κύριοι ούτε πλοίων, ούτε τόπων, ούτε οπλιτών, ούτε ακροπόλεων (διότι κανείς δεν παραδίδει αυτά εις τους πρέσβεις), αλλά είναι κύριοι του χρόνου και του λόγου. Τους μεν λοιπόν χρόνους εάν δεν αφήκε να χαθούν διά την πόλιν, δεν διαπράττει αδίκημα, εάν δε αφήκε να περάσουν ανεκμετάλλευτοι, έχει διαπράξει αδίκημα· εάν δε οι λόγοι, τους οποίους απήγγειλεν εδώ εις σας, είναι αληθείς ή συμφέροντες, να αθωωθή, εάν δε και ψευδείς και ασύμφοροι και ελέχθησαν, αντί χρημάτων, να καταδικασθή. [184] Διότι δεν υπάρχει μεγαλύτερον αδίκημα από το να σας αδικήση κανείς λέγων ψέματα· διότι εκείνοι, εις τους οποίους η πολιτεία εξαρτάται από τους λόγους, εάν οι λόγοι ούτοι είναι ψευδείς, πώς δύνανται να ζουν ασφαλώς ως πολίται; Αν δε προς τούτοις και όσα συμφέρουν εις τους εχθρούς υποστηρίζη κανείς λαμβάνων δώρα, πώς τότε δεν θα κινδυνεύσετε; Ουδέ είναι βεβαίως το ίδιον αδίκημα διά την ολιγαρχίαν ή την τυραννίαν και σας το να σας αφαιρέσουν τας καταλλήλους περιστάσεις· [185] είναι πολύ μεγάλη η διαφορά. Διότι εις εκείνας μεν τας πολιτείας νομίζω, ότι όλα γίνονται αμέσως κατόπιν μιας διαταγής· εις σας δε δι' όλας τας υποθέσεις πρώτον μεν πρέπει να διαφωτισθή η βουλή και να καταρτίση το νομοσχέδιον, και τούτο το σώμα δεν συνέρχεται εκτάκτως παρά μόνον όταν έχη να απαντήση εις αγγελιαφόρους ή πρεσβείας· πρέπει κατόπιν να συναθροισθή ο λαός και μόνον την ωρισμένην υπό του νόμου ημέραν. Έπειτα πρέπει να υπερισχύσουν και επικρατήσουν οι ρήτορες, οι συμβουλεύοντες τα άριστα, εκείνων οι οποίοι από άγνοιαν ή από μοχθηρίαν έχουν αντίθετον γνώμην. [186] Έπειτα δε από όλα αυτά, όταν ληφθή κάποια απόφασις, η οποία φαίνεται ότι είναι συμφέρουσα να εκτελεσθή, πρέπει να δοθή χρόνος εις την αδυναμίαν των πολιτών, κατά τον οποίον θα προμηθευθούν αυτά, διά των οποίων θα δυνηθούν να εκπληρώσουν τας ληφθείσας αποφάσεις. Εκείνος λοιπόν, ο οποίος καταστρέφει τας προθεσμίας ταύτας τοιαύτης πολιτείας, οποία είναι η ιδική μας, δεν καταστρέφει απλώς αυτάς, όχι, της αφαιρεί πάσαν ευκολίαν ενεργείας.

Κυριακή 17 Ιουλίου 2022

ΟΜΗΡΟΣ: Ὀδύσσεια (6.223-6.331)

Ὣς ἔφαθ᾽, αἱ δ᾽ ἀπάνευθεν ἴσαν, εἶπον δ᾽ ἄρα κούρῃ.
αὐτὰρ ὁ ἐκ ποταμοῦ χρόα νίζετο δῖος Ὀδυσσεὺς
225 ἅλμην, ἥ οἱ νῶτα καὶ εὐρέας ἄμπεχεν ὤμους·
ἐκ κεφαλῆς δ᾽ ἔσμηχεν ἁλὸς χνόον ἀτρυγέτοιο.
αὐτὰρ ἐπεὶ δὴ πάντα λοέσσατο καὶ λίπ᾽ ἄλειψεν,
ἀμφὶ δὲ εἵματα ἕσσαθ᾽ ἅ οἱ πόρε παρθένος ἀδμής,
τὸν μὲν Ἀθηναίη θῆκεν, Διὸς ἐκγεγαυῖα,
230 μείζονά τ᾽ εἰσιδέειν καὶ πάσσονα, κὰδ δὲ κάρητος
οὔλας ἧκε κόμας, ὑακινθίνῳ ἄνθει ὁμοίας.
ὡς δ᾽ ὅτε τις χρυσὸν περιχεύεται ἀργύρῳ ἀνὴρ
ἴδρις, ὃν Ἥφαιστος δέδαεν καὶ Παλλὰς Ἀθήνη
τέχνην παντοίην, χαρίεντα δὲ ἔργα τελείει,
235 ὣς ἄρα τῷ κατέχευε χάριν κεφαλῇ τε καὶ ὤμοις.
ἕζετ᾽ ἔπειτ᾽ ἀπάνευθε κιὼν ἐπὶ θῖνα θαλάσσης,
κάλλεϊ καὶ χάρισι στίλβων· θηεῖτο δὲ κούρη.
δή ῥα τότ᾽ ἀμφιπόλοισιν ἐϋπλοκάμοισι μετηύδα·
«Κλῦτέ μευ, ἀμφίπολοι λευκώλενοι, ὄφρα τι εἴπω.
240 οὐ πάντων ἀέκητι θεῶν, οἳ Ὄλυμπον ἔχουσι,
Φαιήκεσσ᾽ ὅδ᾽ ἀνὴρ ἐπιμίσγεται ἀντιθέοισι·
πρόσθεν μὲν γὰρ δή μοι ἀεικέλιος δέατ᾽ εἶναι,
νῦν δὲ θεοῖσιν ἔοικε, τοὶ οὐρανὸν εὐρὺν ἔχουσιν.
αἲ γὰρ ἐμοὶ τοιόσδε πόσις κεκλημένος εἴη
245 ἐνθάδε ναιετάων, καί οἱ ἅδοι αὐτόθι μίμνειν.
ἀλλὰ δότ᾽, ἀμφίπολοι, ξείνῳ βρῶσίν τε πόσιν τε.»
Ὣς ἔφαθ᾽, αἱ δ᾽ ἄρα τῆς μάλα μὲν κλύον ἠδ᾽ ἐπίθοντο,
πὰρ δ᾽ ἄρ᾽ Ὀδυσσῆϊ ἔθεσαν βρῶσίν τε πόσιν τε.
ἦ τοι ὁ πῖνε καὶ ἦσθε πολύτλας δῖος Ὀδυσσεὺς
250 ἁρπαλέως· δηρὸν γὰρ ἐδητύος ἦεν ἄπαστος.
Αὐτὰρ Ναυσικάα λευκώλενος ἄλλ᾽ ἐνόησεν·
εἵματ᾽ ἄρα πτύξασα τίθει καλῆς ἐπ᾽ ἀπήνης,
ζεῦξεν δ᾽ ἡμιόνους κρατερώνυχας, ἂν δ᾽ ἔβη αὐτή.
ὄτρυνεν δ᾽ Ὀδυσῆα ἔπος τ᾽ ἔφατ᾽ ἔκ τ᾽ ὀνόμαζεν·
255 «Ὄρσεο δὴ νῦν, ξεῖνε, πόλινδ᾽ ἴμεν, ὄφρα σε πέμψω
πατρὸς ἐμοῦ πρὸς δῶμα δαΐφρονος, ἔνθα σέ φημι
πάντων Φαιήκων εἰδησέμεν ὅσσοι ἄριστοι.
ἀλλὰ μάλ᾽ ὧδ᾽ ἕρδειν· δοκέεις δέ μοι οὐκ ἀπινύσσειν·
ὄφρ᾽ ἂν μέν κ᾽ ἀγροὺς ἴομεν καὶ ἔργ᾽ ἀνθρώπων,
260 τόφρα σὺν ἀμφιπόλοισι μεθ᾽ ἡμιόνους καὶ ἄμαξαν
καρπαλίμως ἔρχεσθαι· ἐγὼ δ᾽ ὁδὸν ἡγεμονεύσω.
αὐτὰρ ἐπὴν πόλιος ἐπιβήομεν ἣν πέρι πύργος
ὑψηλός, καλὸς δὲ λιμὴν ἑκάτερθε πόληος,
λεπτὴ δ᾽ εἰσίθμη· νῆες δ᾽ ὁδὸν ἀμφιέλισσαι
265 εἰρύαται· πᾶσιν γὰρ ἐπίστιόν ἐστιν ἑκάστῳ.
ἔνθα δέ τέ σφ᾽ ἀγορή, καλὸν Ποσιδήϊον ἀμφίς,
ῥυτοῖσιν λάεσσι κατωρυχέεσσ᾽ ἀραρυῖα.
ἔνθα δὲ νηῶν ὅπλα μελαινάων ἀλέγουσι,
πείσματα καὶ σπείρα, καὶ ἀποξύνουσιν ἐρετμά.
270 οὐ γὰρ Φαιήκεσσι μέλει βιὸς οὐδὲ φαρέτρη,
ἀλλ᾽ ἱστοὶ καὶ ἐρετμὰ νεῶν καὶ νῆες ἐῗσαι,
ᾗσιν ἀγαλλόμενοι πολιὴν περόωσι θάλασσαν.
τῶν ἀλεείνω φῆμιν ἀδευκέα, μή τις ὀπίσσω
μωμεύῃ· μάλα δ᾽ εἰσὶν ὑπερφίαλοι κατὰ δῆμον·
275 καί νύ τις ὧδ᾽ εἴπῃσι κακώτερος ἀντιβολήσας·
“τίς δ᾽ ὅδε Ναυσικάᾳ ἕπεται καλός τε μέγας τε
ξεῖνος; ποῦ δέ μιν εὗρε; πόσις νύ οἱ ἔσσεται αὐτῇ.
ἦ τινά που πλαγχθέντα κομίσσατο ἧς ἀπὸ νηὸς
ἀνδρῶν τηλεδαπῶν, ἐπεὶ οὔ τινες ἐγγύθεν εἰσίν·
280 ἤ τίς οἱ εὐξαμένῃ πολυάρητος θεὸς ἦλθεν
οὐρανόθεν καταβάς, ἕξει δέ μιν ἤματα πάντα.
βέλτερον, εἰ καὐτή περ ἐποιχομένη πόσιν εὗρεν
ἄλλοθεν· ἦ γὰρ τούσδε γ᾽ ἀτιμάζει κατὰ δῆμον
Φαίηκας, τοί μιν μνῶνται πολέες τε καὶ ἐσθλοί.”
285 ὣς ἐρέουσιν, ἐμοὶ δέ κ᾽ ὀνείδεα ταῦτα γένοιτο.
καὶ δ᾽ ἄλλῃ νεμεσῶ, ἥ τις τοιαῦτά γε ῥέζοι,
ἥ τ᾽ ἀέκητι φίλων πατρὸς καὶ μητρὸς ἐόντων
ἀνδράσι μίσγηται πρίν γ᾽ ἀμφάδιον γάμον ἐλθεῖν.
ξεῖνε, σὺ δ᾽ ὦκ᾽ ἐμέθεν ξυνίει ἔπος, ὄφρα τάχιστα
290 πομπῆς καὶ νόστοιο τύχῃς παρὰ πατρὸς ἐμοῖο.
δήεις ἀγλαὸν ἄλσος Ἀθήνης ἄγχι κελεύθου
αἰγείρων· ἐν δὲ κρήνη νάει, ἀμφὶ δὲ λειμών.
ἔνθα δὲ πατρὸς ἐμοῦ τέμενος τεθαλυῖά τ᾽ ἀλωή,
τόσσον ἀπὸ πτόλιος ὅσσον τε γέγωνε βοήσας·
295 ἔνθα καθεζόμενος μεῖναι χρόνον, εἰς ὅ κεν ἡμεῖς
ἄστυδε ἔλθωμεν καὶ ἱκώμεθα δώματα πατρός.
αὐτὰρ ἐπὴν ἡμέας ἔλπῃ ποτὶ δώματ᾽ ἀφῖχθαι,
καὶ τότε Φαιήκων ἴμεν ἐς πόλιν ἠδ᾽ ἐρέεσθαι
δώματα πατρὸς ἐμοῦ μεγαλήτορος Ἀλκινόοιο.
300 ῥεῖα δ᾽ ἀρίγνωτ᾽ ἐστὶ καὶ ἂν πάϊς ἡγήσαιτο
νήπιος· οὐ μὲν γάρ τι ἐοικότα τοῖσι τέτυκται
δώματα Φαιήκων, οἷος δόμος Ἀλκινόοιο
ἥρως. ἀλλ᾽ ὁπότ᾽ ἄν σε δόμοι κεκύθωσι καὶ αὐλή,
ὦκα μάλα μεγάροιο διελθέμεν, ὄφρ᾽ ἂν ἵκηαι
305 μητέρ᾽ ἐμήν· ἡ δ᾽ ἧσται ἐπ᾽ ἐσχάρῃ ἐν πυρὸς αὐγῇ,
ἠλάκατα στρωφῶσ᾽ ἁλιπόρφυρα, θαῦμα ἰδέσθαι,
κίονι κεκλιμένη· δμῳαὶ δέ οἱ ἥατ᾽ ὄπισθεν.
ἔνθα δὲ πατρὸς ἐμοῖο θρόνος ποτικέκλιται αὐτῇ,
τῷ ὅ γε οἰνοποτάζει ἐφήμενος ἀθάνατος ὥς.
310 τὸν παραμειψάμενος μητρὸς περὶ γούνασι χεῖρας
βάλλειν ἡμετέρης, ἵνα νόστιμον ἦμαρ ἴδηαι
χαίρων καρπαλίμως, εἰ καὶ μάλα τηλόθεν ἐσσί.
εἴ κέν τοι κείνη γε φίλα φρονέῃσ᾽ ἐνὶ θυμῷ,
ἐλπωρή τοι ἔπειτα φίλους ἰδέειν καὶ ἱκέσθαι
315 οἶκον ἐϋκτίμενον καὶ σὴν ἐς πατρίδα γαῖαν.»
Ὣς ἄρα φωνήσασ᾽ ἵμασεν μάστιγι φαεινῇ
ἡμιόνους· αἱ δ᾽ ὦκα λίπον ποταμοῖο ῥέεθρα.
αἱ δ᾽ εὖ μὲν τρώχων, εὖ δὲ πλίσσοντο πόδεσσιν.
ἡ δὲ μάλ᾽ ἡνιόχευεν, ὅπως ἅμ᾽ ἑποίατο πεζοὶ
320 ἀμφίπολοί τ᾽ Ὀδυσεύς τε· νόῳ δ᾽ ἐπέβαλλεν ἱμάσθλην.
δύσετό τ᾽ ἠέλιος, καὶ τοὶ κλυτὸν ἄλσος ἵκοντο
ἱρὸν Ἀθηναίης, ἵν᾽ ἄρ᾽ ἕζετο δῖος Ὀδυσσεύς.
αὐτίκ᾽ ἔπειτ᾽ ἠρᾶτο Διὸς κούρῃ μεγάλοιο·
«Κλῦθί μοι, αἰγιόχοιο Διὸς τέκος, Ἀτρυτώνη·
325 νῦν δή πέρ μευ ἄκουσον, ἐπεὶ πάρος οὔ ποτ᾽ ἄκουσας
ῥαιομένου, ὅτε μ᾽ ἔρραιε κλυτὸς ἐννοσίγαιος.
δός μ᾽ ἐς Φαίηκας φίλον ἐλθεῖν ἠδ᾽ ἐλεεινόν.»
Ὣς ἔφατ᾽ εὐχόμενος, τοῦ δ᾽ ἔκλυε Παλλὰς Ἀθήνη·
αὐτῷ δ᾽ οὔ πω φαίνετ᾽ ἐναντίη· αἴδετο γάρ ῥα
330 πατροκασίγνητον· ὁ δ᾽ ἐπιζαφελῶς μενέαινεν
ἀντιθέῳ Ὀδυσῆϊ πάρος ἣν γαῖαν ἱκέσθαι.

***
Κι όπως τους μίλησε, αποτραβήχτηκαν εκείνες,
λέγοντας και στη Ναυσικά όσα τους είπε.
Κι αυτός με το νερό του ποταμού,
ο θείος Οδυσσεύς, την άλμη απόνιψε που είχε καθήσει
στους φαρδείς του ώμους και στην πλάτη, κι έτριβε το κεφάλι του καλά,
ώσπου το αλάτι να του φύγει της ατρύγητης θαλάσσης.
Κι όταν όλα τα μέλη του τ᾽ απόλουσε,
με λάδι αλείφτηκε και φόρεσε τα ρούχα,
εκείνα που του πρόσφερε η ανύπαντρη παρθένα.
Τότε κι η Αθηνά, του Δία το γέννημα, τον έκανε να φαίνεται
230 σαν πιο ψηλός και στιβαρός· κι απ᾽ το κεφάλι του να πέφτουν
τα μαλλιά σγουρά, σαν άνθη ζουμπουλιάς.
Πώς στο ασήμι πάνω μάλαμα χύνει ο επιδέξιος τεχνίτης —
τον δίδαξαν την τέλεια τέχνη ο Ήφαιστος κι η Αθηνά Παλλάδα,
κι αυτός τα έργα του αποτελειώνει ωραία·
τόση ομορφιά χύνει η θεά στην κεφαλή του και στους ώμους.
Επήγε τότε να καθήσει απόμερα μόνος του στο ακρογιάλι,
λάμποντας όλος ομορφιά και χάρη,
ενώ η κόρη τον κοιτούσε και τον θαύμαζε.
Ύστερα γύρισε να πει στις καλλιπλόκαμες κοπέλες:
«Ακούστε με, ωραίες κοπέλες, γιατί έχω κάτι να σας πω:
λέω πως δεν έσμιξε ένας τέτοιος άντρας με τους ισόθεους Φαίακες,
240 αν κάποιος δεν το θέλησε θεός απ᾽ όσους κατοικούν τον Όλυμπο.
Μόλις πριν από λίγο φαντάστηκα πως είναι κι άσκημος·
τώρα μου φαίνεται να μοιάζει στους θεούς που τον πλατύ ουρανό κατέχουν.
Μακάρι τέτοιος να βρεθεί γαμπρός κι εμένα να με πάρει —
αν κατοικούσε εδώ, αν ήθελε να μείνει εδώ.
Μα τώρα πρέπει να του δώσετε του ξένου κάτι να φάει, να πιει.»
Τους μίλησε, αυτές την άκουσαν κι υπάκουσαν.
Κι αμέσως έστρωσαν στον Οδυσσέα μπροστά, να φάει, να πιει.
Εκείνος, βασανισμένος ο Οδυσσέας και θείος,
έπινε κι έτρωγε με λαίμαργη σπουδή, καθώς τόσον καιρό
250 δεν είχε αγγίξει φαγητό.
Μα τώρα η Ναυσικά, τα χέρια της λευκά, στοχάζεται άλλα·
τα ρούχα της διπλώνει, τα βάζει πάνω στο ωραίο αμάξι,
έζεψε και τις μούλες που δυνατές έχουν οπλές,
μετά κι εκείνη ανέβηκε.
Τότε, τον Οδυσσέα παροτρύνοντας, άρχισε να μιλά
με λόγο καλομοιρασμένο:
«Έφτασε η ώρα τώρα, ξένε· σήκω να προχωρήσουμε στην πόλη,
θα σε προπέμψω στο παλάτι του γενναίου πατέρα μου,
όπου και θα γνωρίσεις όλους,
όσους σπουδαίους έχει η χώρα των Φαιάκων.
Και θα σου πω πώς πρέπει να φερθείς,
βλέπω πως είσαι γνωστικός και θα μ᾽ ακούσεις.
Λοιπόν, όσο εμείς θα προχωρούμε σ᾽ αγρούς κι αμπελοχώραφα,
260 μαζί κι εσύ με τις κοπέλες μπορείς ν᾽ ακολουθείς βήμα προς βήμα
πίσω απ᾽ τις μούλες και τ᾽ αμάξι· τον δρόμο θα τον δείχνω εγώ.
Όμως όταν ανηφορίσουμε κατά την πόλη —
την περιβάλλουν πυργωμένα τείχη
κι έχει μπροστά της όμορφο, διπλό λιμάνι στο κάθε γύρισμα του κάστρου·
εκεί και τα καράβια μας ευέλικτα βρίσκουν το καταφύγιό τους,
όλα και το καθένα στη σειρά του.
Εδώ θα δεις την αγορά, στου Ποσειδώνα πλάι τον ωραίο βωμό,
χτισμένη με κομμένες πέτρες, χωστές στη γη·
όπου κι οι ναυτικοί μας φτιάχνουν ξάρτια για τα μελανά μας σκάφη,
χοντρά σχοινιά, πανιά, ξύνουν και τα κουπιά.
270 Γιατί να ξέρεις, τους Φαίακες δεν τους μέλει το τόξο κι η φαρέτρα,
μόνο κατάρτια, καραβιών κουπιά, πλεούμενα που να ζυγίζονται σωστά·
μ᾽ αυτά περνούν και χαίρονται την αφρισμένη θάλασσα.
Την άσχημή τους όμως φήμη τη φοβάμαι,
μήπως ξοπίσω μας κάποιος κακολογήσει, ο κόσμος είναι εδώ περίεργος.
Ένας που θα μας έβλεπε μαζί, αν ήταν παρακατιανός, θα φώναζε ίσως:
«Η Ναυσικά, ποιος είναι αυτός που σέρνει πίσω της,
ψηλός κι ωραίος, μα ξένος;
Πού να τον βρήκε; Σίγουρα τον θέλει για γαμπρό δικό της.
Κοίτα, μας φέρνει κάποιον άγνωστο από μια χώρα μακρινή,
που εδώ μας έφτασε δαρμένος με το σκάφος του·
εμείς δεν έχουμε γειτόνους κοντινούς.
280 Εκτός κι ανίσως στην προσευχή της συγκατένευσε κάποιος θεός
και, παρακαλεστός, από τον ουρανό κατέβηκε,
δική του να την κάνει για το μέλλον.
Όμως καλύτερα έτσι, που γυρνώντας μόνη κι απ᾽ αλλού,
βρήκε τον σύζυγο, αφού περιφρονεί τους ντόπιους Φαίακες,
κι ας τη ζητούν για νύφη τόσοι ξακουστοί μας.»
Αν κάτι τέτοιο πουν, θα ᾽ταν για μένα όνειδος·
θα αγανακτούσα κι αν σε τέτοια ξέπεφτε καμώματα μια άλλη
που, δίχως να το εγκρίνουν κύρης και μητέρα της,
πήγαινε μ᾽ άλλους άντρες, πριν από γάμο επίσημο.
Γι᾽ αυτό σου λέω, ξένε,
τη συμβουλή μου πάραυτα σεβάσου, για να πετύχεις
290 από τον πατέρα μου γρήγορα συνοδούς και νόστο.
Θα δεις λοιπόν, στον δρόμο μας κοντά, της Αθηνάς
το τιμημένο άλσος με τις λεύκες, όπου μια κρήνη
με τα νάματά της δροσίζει ολόγυρα ένα λιβάδι.
Εκεί και του πατέρα μου το τέμενος, με περιβόλι καταπράσινο.
Πολύ από την πόλη δεν απέχει, αν φώναζες, θα σ᾽ άκουαν.
Εκεί να ξαποστάσεις και να περιμένεις, ώσπου
να μπούμε εμείς στην πόλη και στο βασιλικό παλάτι να προφτάσουμε.
Τον χρόνο υπολογίζοντας πως έχουμε πια φτάσει,
ξεκίνησε τότε κι εσύ, κι όταν στην πολιτεία των Φαιάκων μπεις,
ρώτησε να σου πουν ποιο το παλάτι του πατέρα μου,
του μεγαλόπρεπου Αλκινόου —
300 αναγνωρίζεται εύκολα, κι ένα μωρό παιδί μπορεί να σ᾽ οδηγήσει. Γιατί
από τ᾽ άλλα αρχοντικά, όσα έχουν χτίσει οι Φαίακες,
κανένα τους δεν μοιάζει στη λάμψη με το χτίσμα του λαμπρού Αλκινόου.
Κι όταν αυλή και τοίχοι θα σε κρύψουν,
τότε στην αίθουσα προχώρα με σπουδή μεγάλη, ψάχνοντας
τη μητέρα μου. Και θα τη βρεις να κάθεται πλάι στην εστία,
απ᾽ της φωτιάς τη λάμψη φωτισμένη,
να κλώθει νήματα βαμμένα στην πορφύρα της θαλάσσης,
γερμένη στην κολόνα — θα ᾽λεγες θαύμα που το βλέπεις·
της παραστέκουν πίσω της κι οι δούλες.
Εκεί κι ο θρόνος του πατέρα μου, στον ίδιο στύλο ακουμπισμένος·
πάνω του κάθεται και πίνει το κρασί του — θα ᾽λεγες είναι αθάνατος.
310 Σε συμβουλεύω να τον προσπεράσεις, τα χέρια σου να περιβάλουν
της μάνας μου τα γόνατα, αν θέλεις μέρα επιστροφής να δεις
γρήγορη και χαρούμενη, όσο μακριά κι αν είναι ο τόπος σου.
Μόνο αν εκείνη με συμπάθεια σε κοιτάξει,
υπάρχει ελπίδα ν᾽ απαντήσεις τους δικούς σου,
στο σπίτι σου να φτάσεις το καλόχτιστο και να πατήσεις
χώμα της πατρίδας.»
Κι όπως απόσωσε τον λόγο της, τις μούλες βίτσισε κι έφεξε
το μαστίγιο. Εκείνες γρήγορα του ποταμού τα ρείθρα αφήνουν.
Ωραία που τρέχουν, ωραία που αργοπορούσαν,
καθώς η Ναυσικά κρατούσε τα λουριά,
για να μπορούν ν᾽ ακολουθούν πεζοπορώντας οι κοπελιές κι ο Οδυσσεύς —
320 με νου και γνώση τα μαστίγωνε, όσο πρέπει.
Κι έδυε πια ο ήλιος, φτάνοντας στο τιμημένο κι ιερό
άλσος της Αθηνάς, όπου και ξέμεινε ο θείος Οδυσσέας.
Τότε στην κόρη του μεγάλου Δία προσεύχεται:
«Επάκουσέ με, ω Ατρυτώνη,
γέννημα του Διός εσύ, που έχει ασπίδα τη βροντή.
Τώρα παρακαλώ σε να μ᾽ ακούσεις. Πιο πριν δεν μ᾽ άκουσες
στη συντριβή μου, όταν με σύντριβε ο Κοσμοσείστης.
Αγάπη δώσε κι έλεος οι Φαίακες να μου δείξουν.»
Τέλειωσε, και την ευχή του η Αθηνά Παλλάδα εισάκουσε,
όμως μπροστά του να φανερωθεί δεν το αποφάσιζε. Γιατί σεβόταν
του πατέρα της τον αδελφό, που ακόμη τον θυμό του κρεμούσε φοβερό
στον ήρωα Οδυσσέα, προτού πατήσει της πατρίδας του το χώμα.

Η Ρώμη και ο κόσμος της: 9. Σινέ «Ρώμη»

9.1. Ιστορία (δεν) υπάρχει μόνο μία


Ποιοι και πόσοι τρόποι υπάρχουν για να μάθουμε ιστορία; Οι περισσότεροι ιστορικοί θα απαντούσαν σ᾽ αυτό το ερώτημα με τον ακόλουθο πάνω κάτω τρόπο: ο πιο έγκυρος και αξιόπιστος τρόπος είναι να μελετήσουμε προσεκτικά τις πηγές πληροφοριών που διαθέτουμε για μια συγκεκριμένη εποχή, με άλλα λόγια, τα επίσημα κρατικά έγγραφα και υπουργικά αρχεία (αν υπάρχουν), τις δηλώσεις των επισήμων, τις ανακοινώσεις των κρατικών φορέων και τα στρατιωτικά ανακοινωθέντα, τα ρεπορτάζ και τα σχόλια του γραπτού και ηλεκτρονικού τύπου, και, ασφαλώς, την ανάλυση και ερμηνεία αυτών των πρωταρχικών πηγών από τους ανθρώπους που διαθέτουν τη γνώση, την πείρα και την κατάλληλη επιστημονική μέθοδο, δηλαδή τους ιστορικούς.

Μέχρι πρόσφατα (και στο μεγαλύτερο διάστημα του περασμένου αιώνα) οι ιστορικοί, όποιες διαφορές κι αν είχαν μεταξύ τους σχετικά με το ποια ιστοριογραφική-ιστοριοδιφική μέθοδος είναι προτιμότερη, συμφωνούσαν ότι η μελέτη των ιστορικών πηγών, και η συγκριτική εξέταση των διαφόρων μαρτυριών που μας έρχονται από την ιστορική περίοδο που θέλουμε να μελετήσουμε, αποκαλύπτει την ιστορική αλήθεια στο μεγαλύτερο μέρος της. Ωστόσο, κατά τις τελευταίες δεκαετίες του περασμένου αιώνα εμφανίστηκαν μελετητές της ιστορίας και της ιστοριογραφικής μεθόδου που διατύπωσαν αμφιβολίες και, σε ορισμένες περιπτώσεις, αμφισβήτησαν ολοκληρωτικά τη δυνατότητά μας να επιτύχουμε βεβαιότητα στις ιστορικές μας αναλύσεις και περιγραφές. Οι αμφισβητίες αυτοί δεν υποστηρίζουν απλώς ότι διαφορετικοί ιστορικοί φτάνουν σε διαφορετικά συμπεράσματα, όπως διαφορετικοί γιατροί ή νομικοί είναι πιθανό να κάνουν διαφορετική γνωμάτευση για το ίδιο ιατρικό ή νομικό πρόβλημα. Μακάρι το πράγμα να ήταν τόσο απλό… Οι σύγχρονοι αμφισβητίες για τους οποίους μιλάμε λένε κάτι πολύ πιο «ανησυχητικό»: ότι ακόμη και οι ίδιες οι λεγόμενες πρωταρχικές πηγές, στις οποίες βασίζουμε την ιστοριογραφική μας έρευνα, δεν προσφέρουν με κανένα τρόπο αξιόπιστες μαρτυρίες, αφού δεν αποτελούν καταγραφή αλλά ερμηνεία των ιστορικών γεγονότων. Με την έννοια αυτή, ακόμη και τα επίσημα κρατικά αρχεία αποτελούν ένα σύνολο ήδη «ερμηνευμένου» και «φιλτραρισμένου» υλικού, και έτσι πολύ δύσκολα μπορούν να θεωρηθούν ως πρωταρχική, έγκυρη και αξιόπιστη αφετηρία για τον εντοπισμό της ιστορικής αλήθειας.

Με την ίδια έννοια, ακόμη και τα προσωπικά απομνημονεύματα μεγάλων πολιτικών που έζησαν τα γεγονότα εξ επαφής και «από πρώτο χέρι», ή που προκάλεσαν τα γεγονότα, δεν συνιστούν γνώμονα για την ιστορική αλήθεια, όχι αναγκαστικά επειδή οι συγγραφείς των απομνημονευμάτων αυτών μας λένε συνειδητά ανακρίβειες (μπορεί να συμβαίνει κι αυτό!), αλλά απλούστατα επειδή όποιος καταπιάνεται με την καταγραφή της ιστορίας είναι υποχρεωμένος, είτε το συνειδητοποιεί είτε όχι, να κατασκευάσει στο μυαλό του ένα «σενάριο», μια «πλοκή» που περιέχει αιτίες και αποτελέσματα και έχει μια αρχή, μια μέση και ένα τέλος· ένα σενάριο που μπορεί να είναι «τραγικό» ή να βαδίζει σε «αίσια» κατάληξη ή να έχει σατιρική και επικριτική διάθεση. Με άλλα λόγια, ενώ νομίζεις ότι γράφεις ιστορία και κάνεις «επιστήμη», στην πραγματικότητα επινοείς σε μεγαλύτερο ή μικρότερο βαθμό ένα «ιστορικό αφήγημα» με τον ίδιο τρόπο που ένας αφηγηματογράφος «στήνει» και αφηγείται μια ιστορία με αρχή, μέση και τέλος. Με την έννοια αυτή κάθε ιστορικός είναι ένας «παραμυθάς» που προτείνει μια δική του εκδοχή για το πώς συνέβησαν τα πράγματα.

Σύμφωνα με τους αμφισβητίες μας, λοιπόν, δεν υπάρχει ιστορία αλλά μόνο ιστορικοί· δεν υπάρχει ιστορική αλήθεια παρά μόνο αφηγήσεις για την ιστορική αλήθεια· δεν υπάρχουν καν «ιστορικά γεγονότα» παρά μόνο «ερμηνευτικές απόπειρες» των ιστορικών γεγονότων. Έτσι, λοιπόν, κάθε φορά που ακούτε μια αναγγελία ή διαφήμιση του τύπου «Διαβάστε τώρα τα δημοσιοποιημένα αρχεία του βρετανικού Υπουργείου Εξωτερικών και μάθετε όλη την αλήθεια και το πολιτικό παρασκήνιο για την τουρκική εισβολή στην Κύπρο», ή «Όλη η αλήθεια για τον Πόλεμο στον Κόλπο από ένα επιτελείο διακεκριμένων ιστορικών που μελέτησαν αρχεία και πήραν συνεντεύξεις από τους πρωταγωνιστές των γεγονότων», ή «Τι πραγματικά συνέβη στα Ίμια τη νύκτα της τάδε. Τα γεγονότα όπως τα κατέγραψαν ανώτατοι αξιωματικοί του Γ.Ε.Σ.» - όταν ακούτε τέτοιες αναγγελίες, σύμφωνα πάντα με τους αμφισβητίες μας, πάρτε μικρό καλάθι, γιατί τα κεράσια είναι λίγα, ή μην παίρνετε καλάθι, γιατί κεράσια δεν υπάρχουν.

Διαθρησκευτική Αλήθεια

Η Εσωτερική Θεώρηση

Ερμηνεία της Εικόνας:

Η Πραγματικότητα:

Η Συνείδηση Είναι Μία, η Αντίληψη Είναι Συνεχής και Περιέχει Όλα τα Φαινόμενα.

Η Συνείδηση σαν η Μία Πραγματικότητα είναι Πάντα το Υπόβαθρο κάθε Δραστηριότητας και κάθε Αντιληπτικής Κατάστασης, Κάθε Φαινομένου.

Όταν η Συνείδηση Δραστηριοποιείται Αναδύεται η Παροδική Δημιουργία. Η Μία Πραγματικότητα Παραμένει Πάντα το Ενιαίο Υπόβαθρο της Δημιουργίας ενώ Ταυτόχρονα Διακρίνονται Δύο Περιοχές του Φαινομένου της Δημιουργίας:

Η Περιοχή των Ανώτερων Ουρανών,

Η Περιοχή των Κάτω Κόσμων (του Νοητικού Κόσμου, του Δυναμικού Κόσμου και του Υλικού Κόσμου).

Η Εικόνα:

Στρόβιλος είναι μια Δυναμική Διαδικασία ( «μηχανισμός», «μηχάνημα») που μετατρέπει την «Ενέργεια» σε άλλες μορφές ενέργειας ή «ενεργήματα». Στην Εικόνα η Αντίληψη Απεικονίζεται σαν «Στρόβιλος». Η «Βούληση» που «Διοχετεύεται» στην Αντίληψη «Μετατρέπεται» σε Κοσμικά Ενεργήματα, σε όλα τα Αντικειμενικά και Υποκειμενικά Φαινόμενα.

Το Δυναμικό Φαινόμενο της Δημιουργίας που Απεικονίζεται στην Εικόνα είναι ένα Ανοικτό Σύστημα που φανερώνει ότι η Πραγματικότητα Είναι Μία και δεν υπάρχει πραγματικός Διαχωρισμός στην Δημιουργία. Όλοι οι Κόσμοι είναι Μέσα στην Μία Συνείδηση.

Η Οδός της Κατανόησης οδηγεί στην συνειδητοποίηση ότι η Συνείδηση (η Κάθε Συνείδηση) λειτουργεί σε όλη την Πραγματικότητα, σε όλες της Περιοχές. Η «Εστίαση», ο Περιορισμός της Αντίληψης σε μια Περιοχή (σε μια Κατάσταση Επίγνωσης) είναι (όχι Οντολογικός αλλά) Γνωσιολογικός. Η Απελευθέρωση της Αντίληψης από «παγιωμένες καταστάσεις» οδηγεί στην Ποιοτική Ανάδυση της Συνειδητότητας προς την Πλήρη Αντίληψη της Πραγματικότητας.

Η Βίωση της Απόλυτης Ενότητας του Όντος είναι η Πλήρης Αφύπνιση.

Η Θρησκειολογική Προσέγγιση

Προφανώς... αγαπητοί φίλοι... Κάποιος μπορεί να γνωρίζει περισσότερα (και να έχει εμπειρία όσων γνωρίζει...).. από όσα λέει... Και μπορεί κάποιος, απλά να μιλάει στο μέτρο της κατανόησης, αυτών, στους οποίους απευθύνεται....

Είναι αναγκαίο και πρέπον, να μιλάμε με όρους που είναι κατανοητοί, στα πλαίσια μίας πνευματικής καλλιέργειας και μίας γλώσσας...

Οι θρησκείες κι οι διδασκαλίες αποτελούν «διανοητικούς χάρτες» που όντως οδηγούν στην Αλήθεια... Αρκεί να μην μπερδεύουμε την αληθινή διαδρομή με τον «χάρτη»...

Όταν όμως αναφερόμαστε στις διδασκαλίες θα πρέπει να επεξηγούμε επαρκώς αυτό που λέμε... έχοντας υπόψη μας ότι κάποιοι μπορεί να μην έχουν την γνώση μίας διδασκαλίας...

Είναι επίσης καλό να κάνουμε σύγκριση ανάμεσα σε διάφορες διδασκαλίες... επειδή έτσι επιβεβαιώνεται η Αλήθεια και κατανοούν οι άνθρωποι μίας διδασκαλίας ή κοσμοθεωρίας, τους ανθρώπους μίας άλλης διδασκαλίας ή κοσμοθεωρίας...

Μπορούμε έτσι να φτάσουμε σε μία δια-θρησκευτική, δια-φιλοσοφική, δια-διδασκαλική, «Ερμηνεία της Πραγματικότητας», κατανοητής και από τον χριστιανό, και από τον βουδιστή, και από τον βεδαντιστή, και από τον σούφι, και από τον οπαδό της Καβάλα, και από τον οπαδό της αρχαιοελληνικής φιλοσοφίας, και από τον οπαδό του σύγχρονου εσωτερισμού...

Η εξέλιξη της σύγχρονης θρησκειολογίας και της σύγχρονης φιλοσοφικής σκέψης... οδηγεί ακριβώς προς αυτό τον σκοπό...

Σε όλες τις θρησκείες και διδασκαλίες, μιλούν για μία κατάσταση «διαφώτισης του ανθρώπου», για μία «ανώτερη επίγνωση»...

Οι χριστιανοί το ονομάζουν καθαρό νου (απλό νου)... που μπορεί να οδηγήσει (βαθμιαία) στην Ένωση με το Θεό (στον φυσικό κόσμο)...

Οι Βουδιστές μιλούν για «εσωτερικές καταστάσεις της συνείδησης»... που μπορούν να οδηγήσουν στο Ασαμσκρίτα, (με το νιρβάνα στον φυσικό κόσμο)...

Οι Βεδαντιστές αναφέρονται στις εσωτερικές καταστάσεις του Άτμαν... που μπορούν να οδηγήσουν στην Βίωση του Βράχμαν, στον φυσικό κόσμο...

Το Σαμκύα-Γιόγκα, μιλά για την «κοσμική νόηση» (Μαχατ)... που αντανακλά σε διάφορες διαβαθμίσεις το Υπερκοσμικό Πουρουσά (Πνεύμα)... και για το ξεπέρασμα της κοσμικής νόησης... ώστε να φτάσουμε στην Απελευθέρωση (Καϊβαλγία, στον φυσικό κόσμο)...

Οι Σούφι μιλούν για το ξεπέρασμα του εσωτερικού νου που βιώνει το Είναι σε διάφορες διαβαθμίσεις... ώστε να φτάσουμε στο σβήσιμο μέσα στο Θεό, στον φυσικό κόσμο...

Οι οπαδοί της Καβάλα μιλούν για τον αληθινό εαυτό του ανθρώπου (που είναι ταυτόχρονα η Τιφερέθ της Γιετσιρά και το Κέτερ της Ασίγια), την κατάσταση Γκαντλούτ της συνείδησης, μία ανώτερη επίγνωση, που πραγματοποιείται στον φυσικό κόσμο, και που οδηγεί στην επίγνωση του Θεού, στον φυσικό κόσμο... κι όπου αρχίζει το εσωτερικό ταξίδι προς τους ανώτερους κόσμους και το Άπειρο (Έιν)..

Ο Πλατωνισμός μιλά για την επίγνωση του «καθολικού είναι»... που μπορεί να οδηγήσει στην βίωση του «τελείως είναι», του Αγαθού...

Όλες αυτές οι αναφορές θα ήταν άνευ ουσίας... αν δεν οδηγούσαν σε κάποια πολύ σημαντικά συμπεράσματα...

1) Όλες οι διδασκαλίες μιλούν για την ίδια Πραγματικότητα...

2) Όλες οι διδασκαλίες υποστηρίζουν, ότι ο άνθρωπος μπορεί εδώ, στον φυσικό κόσμο, να φτάσει σε μία «ανώτερη επίγνωση»...

3) Οι άνθρωποι όλων των διδασκαλιών μπορούν να συνεννοηθούν γιατί υπάρχει αντιστοιχία ακόμα και στους όρους που χρησιμοποιούν για να περιγράψουν την Πραγματικότητα... κι υπάρχουν ακόμα και ομοιότητες στην περιγραφή τους...

4) Όλες οι διδασκαλίες λένε την ίδια Αλήθεια, άρα δεν μπορούν να ψεύδονται ή να παραπλανούν, ταυτόχρονα...

5) Όλα όσα λένε οι διδασκαλίες για την πραγματοποίηση μίας «ανώτερης επίγνωσης» είναι επαληθεύσιμα...

6) Ενώ η Αληθινή Γνώση είναι Ελεύθερη και επαληθεύσιμη... κάποιοι που θέλουν να χειραγωγούν την ανθρωπότητα, προς ίδιον όφελος, είτε αμφισβητούν πράγματα αποδεδειγμένα από καιρό (ακόμα και μέσα στα πανεπιστήμια...), για να κρατούν τους ανθρώπους σε άγνοια... είτε θέλουν να κάνουν τη μεταφυσική γνώση εμπόριο και να την πουλάνε σε μαθήματα...

Στον δρόμο για την «Ιθάκη», θα συναντήσετε πολλά τέρατα... μη φοβηθείτε φίλοι... από το φόβο σας αντλούν δύναμη... είναι μονάχα σαπουνόφουσκες, σαν αυτές που παίζουν τα παιδιά...

Η «ανώτερη επίγνωση», για την οποία μιλούν οι διδασκαλίες αν και μας φέρνει σε επαφή με ανώτερους κόσμους δεν μας αποκόβει από την καθημερινή ζωή και τις καθημερινές υποχρεώσεις...

Αυτή όμως η «ανώτερη επίγνωση» μας προετοιμάζει παράλληλα για μία ανώτερη ζωή...

Στην πραγματικότητα η «ανώτερη επίγνωση» ξεπερνά τα όρια της γήινης ύπαρξης και δομεί μία πιο λεπτή ύπαρξη που μπορεί να επιβιώνει σε ένα ανώτερο κόσμο ( Η άλλη προοπτική μας είναι να ξαναγυρίσουμε εδώ, στον φυσικό κόσμο)... Υπάρχουν άνθρωποι που έχουν ήδη μία τέτοια εμπειρία (σε όλες τις εποχές υπήρξαν...)... κι έχουν μεταβεί συνειδητά στον πιο πάνω κόσμο... που δεν είναι βέβαια το τέρμα...

Αλλά σε ποιόν να μιλήσουν αυτοί οι άνθρωποι; Σε μένα; Σε σένα, στον άλλο;.. Απλά χαμογελάνε με την παιδικότητά μας και σιωπούν... περιμένουν να ωριμάσει ο χρόνος.

Παθητική Επιθετικότητα. Ή αλλιώς, «Το Θυμωμένο Χαμόγελο»

Η παθητική επιθετικότητα είναι ένα μοτίβο συμπεριφοράς κατά το οποίο τα αρνητικά συναισθήματα εκφράζονται έμμεσα, και όχι ανοιχτά και ευθέως. Με άλλα λόγια, άλλα νιώθει και άλλα εκφράζει το άτομο που επιλέγει τον δρόμο της παθητικής επιθετικότητας. Οι πράξεις και οι λέξεις δεν φαίνεται να ταυτίζονται ως προς το νόημά τους.

Για παράδειγμα, μπορεί να λέει, και μάλιστα με ενθουσιώδη τρόπο, ότι συμφωνεί με την εκπόνηση ενός έργου, με τις πράξεις του όμως δείχνει ότι διαφωνεί, κι έτσι καθυστερεί στις ημερομηνίες παράδοσης, εφευρίσκει δικαιολογίες για να μην εργαστεί, αργεί στα ραντεβού, κλπ.

Σημάδια και ενδείξεις παθητικής επιθετικότητας:

• Δυσαρέσκεια και αντιρρήσεις προς τις απαιτήσεις των άλλων

• Παράπονα ότι οι άλλους τους υποτιμούν ή τους κοροϊδεύουν

• Αναβλητικότητα

• Πείσμα

• Αναποτελεσματικότητα

• Κενά μνήμης

• Κυνισμός

• Φόβος ανταγωνισμού

• Θυματοποίηση

• Δημιουργία χαοτικών καταστάσεων

• Φόβος εξάρτησης

• Δικαιολογίες

• Κωλυσιεργία

Το πρόβλημα

Η διεκδικητικότητα είναι η μέση λύση ανάμεσα στα άκρα της παθητικότητας και της επιθετικότητας και αυτό είναι κάτι που είναι μέσα στη φύση μας. Από μωρά και πριν ακόμα μιλήσουμε, κατακτήσαμε την ικανότητα να επικοινωνούμε. μάθαμε πώς και πότε να χαμογελάμε, να χασμουριόμαστε, να δείχνουμε έκπληκτοι, να θυμώνουμε, και γενικά να δείχνουμε τα συναισθήματά μας χωρίς περιορισμό.

Αν όμως μεγαλώσαμε σε μία οικογένεια η οποία δεν έδινε πολλή σημασία στις βασικές μας ανάγκες και τις επιθυμίες μας, η φυσική μας αυτή ικανότητα να εκφραζόμαστε και να διεκδικούμε καταπιέστηκε. Αν κάθε φορά που εκφράζαμε μία επιθυμία, μας αντιμετώπιζαν ως εγωιστές ή ακόμα χειρότερα ως ένα βάρος που συνεχώς απαιτεί πράγματα που δεν του αξίζουν, τότε αυτές οι φωνές και οι κατηγορίες μας γέμισαν με άγχος και τύψεις. Και ακόμα κι αν εκφράζαμε το θυμό μας απέναντί σε μία άδικη μεταχείριση, και τότε η αντίδραση των άλλων γινόταν ακόμα πιο τιμωρητική και αυστηρή, τότε είναι πολύ πιθανό να νιώσαμε ότι μας απαγορεύεται να εκφράσουμε και το θυμό μας.

Όταν όμως ως παιδιά πασχίζουμε να δημιουργήσουμε έναν ασφαλή δεσμό με τους γονείς μας, τότε είναι φυσικό να υιοθετούμε μία πιο παθητική συμπεριφορά σε καταστάσεις σαν αυτές που περιγράφηκαν παραπάνω, προκειμένου να μη χά(λα)σουμε αυτό τον δεσμό. Έτσι μαθαίνουμε να αποσιωπούμε τις πραγματικές μας επιθυμίες και να μην διεκδικούμε τα θέλω μας, όταν κάθε φορά που εκφραζόμαστε αντιμετωπίζουμε μία αρνητική συμπεριφορά. Όμως, οι βασικές μας ανάγκες και τα θέλω μας, ακόμα κι αν αποσιωπούνται ή καταπιέζονται, ποτέ δεν εξαφανίζονται. Απλά παραμένουν κρυμμένα. Και η οποιαδήποτε προσπάθεια έκφρασής τους θα πρέπει κάθε φορά να περνάει από λογοκρισία.

Η παθητικότητα είναι το αναπόφευκτο αποτέλεσμα. Και οι ανάγκες μας να επιμένουν. Και κάπου μέσα μας υπάρχει ο θυμός που έχουμε για τους γονείς μας, οι οποίοι δεν μας αγαπούσαν αρκετά ώστε να μας αποδεκτούν και να ικανοποιήσουν τις επιθυμίες μας.

Η «λύση»

Έχουμε αποκλείσει την κατά πρόσωπο έκφραση του θυμού, καθώς θα μας αποκαλούσαν εγωιστές, κακούς και παράλογους. Ίσως και να μας τιμωρούσαν ή να μας περιγελούσαν. Καταστάσεις που δημιουργούν μεγάλη ένταση και πολύ άγχος. Και μέσα σε όλο αυτό, βρισκόμαστε σε μία συναισθηματική απόγνωση να ικανοποιήσουμε τη δική μας επιθυμία και ταυτόχρονα τον καταπιεσμένο μας θυμό. Γιατί είναι αδύνατο να ακυρώσεις το θυμό και την ανάγκη να εκφράσεις κάτι που όσο πιο πολύ το καταπιέζεις, τόσο μεγαλώνει. Σταδιακά, αρχίζουμε και βρίσκουμε/ εφευρίσκουμε τρόπους για να ανακουφίσουμε όλο αυτό το μένος χωρίς να προκαλούμε ιδιαίτερα σημαντική φθορά σε μία σχέση που ήδη θεωρείται επισφαλής.

Εδώ είναι που καταλήγουμε στην απώλεια της προσωπικής ακεραιότητας. Και αρχίζουμε να λέμε ψέμματα στους άλλους και φυσικά στον εαυτό μας. Σαμποτάρουμε, υποβιβάζουμε, εξαπατούμε, προδίδουμε. Κατά κάποιο τρόπο, εκδικούμαστε τους δικούς μας ανθρώπους με το να τους επιστρέφουμε αυτό ακριβώς που μας έκαναν κι αυτοί. Τους απογοητεύουμε, αποσυρόμαστε από τις επιθυμίες τους, απαντάμε με δικαιολογίες και τους κατηγορούμε για τα δικά μας λάθη και συμπεριφορές. Αρνούμαστε αυτό που εκείνοι μας ζητούν, αλλά πάντα με μία εξήγηση που μας απαλλάσσει: "Το ξέχασα", "Δεν το ήθελα", "Δεν κατάλαβα ότι το εννοούσες", "Ήταν ένα ατύχημα", "Δεν φταίω εγώ" και άλλες πολλές δικαιολογίες.

Πέρα από το κομμάτι των δικαιολογιών, όλο αυτό μπορεί να μετατραπεί πολύ εύκολα σε χειριστική συμπεριφορά. Ναι, χειριζόμαστε τους άλλους μέσω της παθητικής επιθετικότητας. Ψάχνουμε να βρούμε τρόπους να απευθύνουμε στους άλλους τις επιθυμίες μας, χωρίς να τις διατυπώνουμε ευθέως. Σε κάποιο σημείο ίσως χρειαστεί να πληρώσουμε το τίμημα γι΄ αυτά τα "κατά λάθος" λάθη μας, αλλά αν έχουμε "εξασκηθεί" καλά στην τέχνη της παθητικής επιθετικότητας και έχουμε καλύψει τα ίχνη μας με καλές δικαιολογίες, ίσως οι άλλοι να μην μπορέσουν να καταλάβουν τα πραγματικά μας κίνητρα. Κι έτσι οποιαδήποτε τιμωρία δεχτούμε, είμαστε σίγουροι ότι θα είναι μικρότερη απ' ότι αν ήμασταν ευθείς και ειλικρινείς από την αρχή.

Η Αθηναϊκή δημοκρατία

Η δημοκρατία είναι, χωρίς αμφιβολία, ένα ιδιοφυές σύστημα διακυβέρνη­σης που στοχάστηκε ο αρχαίος Ελληνικός πολιτισμός, με διαχρονική και παγκόσμια αξία. Σύμφωνα μ’ αυτήν, οι «πολλοί» κυβερνούν και οι «ολί­γοι» ελέγχουν. Κύριο χαρακτηριστικό της είναι η ελευθερία. Μια ελευθε­ρία όμως όχι ανεξέλεγκτη (αυτή σίγουρα οδηγεί στη δουλεία και την τυ­ραννίδα), αλλά ελεγχόμενη από νόμους, έτσι ώστε να διασφαλίζονται τα αγαθά της, που είναι η «ἰσονομία», δηλαδή η ισότητα όλων απέναντι στους νόμους, η «παρρησία», δηλαδή η δυνατότητα να μιλούν ελεύθερα για όλα, και η «ἰσηγορία», δηλαδή να έχουν όλοι ίσο δικαίωμα στο λόγο.

Η δημοκρατία γεννήθηκε στην Αθήνα στα τέλη του 6ου αι. π.Χ., αμέ­σως μετά την πτώση της τυραννίας. Είχε προηγηθεί, το 514 π.Χ., η δολο­φονία του Πεισιστρατίδη Ιππάρχου από τους Αρμόδιο και Αριστογείτονα, ενώ το 510 π.Χ. ακολούθησε η αναγκαστική φυγή του Ιππία, του άλλου Πεισιστρατίδη και τελευταίου τυράννου. Ιδρυτής της δημοκρατίας θεωρεί­ται ο Κλεισθένης, από το γνωστό επιφανές γένος των Αλκμαιωνιδών, ο οποίος το 508/507 π.Χ., με μια σειρά μέτρων που πήρε, ενίσχυσε το Δήμο, τους «πολλούς», και τον κατέστησε ρυθμιστικό παράγοντα του πολιτεια­κού βίου. Για να το κατορθώσει αυτό, περιόρισε τις αντιδράσεις των κοι­νωνικών εκείνων τάξεων που θίγονταν από το νέο τρόπο διακυβέρνησης, δηλαδή των ευγενών, των «ολίγων», εμποδίζοντας την πολιτική τους ένω­ση. Μοίρασε έτσι την Αττική σε δήμους, σε μικρές κοινότητες, ο καθένας από τους οποίους είχε τη δική του διοίκηση. Ο κάθε πολίτης ήταν εγγε­γραμμένος στους καταλόγους ενός δήμου. Το όνομα του δήμου του, μαζί με το ατομικό του όνομα, επιβεβαίωνε την ιδιότητά του ως Αθηναίου πο­λίτη. Όλοι οι δήμοι μοιράστηκαν σε δέκα φυλές. Μ’ αυτόν τον τρόπο η συ­γκρότηση των φυλών έπαψε να βασίζεται στη συγγένεια αίματος. Για να αποτρέψει ταραχές που τυχόν θα προκαλούνταν ανάμεσα σε γειτονικές φυλές ή για να εμποδίσει τη σύναψη επικίνδυνων συμμαχιών ανάμεσα τους, σκέφτηκε έναν πολύ έξυπνο τρόπο. Χώρισε την Αττική σε τρεις πε­ριοχές και πιο συγκεκριμένα στο Άστυ, στην Παραλία και στη Μεσογαία, και καθεμιά απ’ αυτές σε δέκα μικρότερα τμήματα, τις λεγάμενες τριττύες. Μ' αυτήν την κατάτμηση η κάθε φυλή δεν είχε γεωγραφική συνοχή, αφού συγκροτούνταν από τρεις διαφορετικής προέλευσης τριττύες: μία από το Άστυ, μία από την Παραλία και μία από τη Μεσογαία. Επομένως, σε κάθε φυλή υπήρχαν πολίτες που έμεναν σε διαφορετικά μέρη και συγχρόνως ήταν ποικίλης ενασχόλησης και κοινωνικής διαστρωμάτωσης. Μέσα απ’ αυτόν τον κατακερματισμό δημιουργήθηκε μια φυλετική συνείδηση που δεν βασιζόταν σε κοινούς δεσμούς αίματος ούτε σε οικονομικούς ή τοπι­κούς παράγοντες.

Δεν υπήρχε εκδήλωση της πολιτικής, στρατιωτικής και θρησκευτικής ζωής στην αρχαία Αθήνα στην οποία οι πολίτες να μην έπαιρναν μέρος κατά φυλές. Π.χ., κατά φυλές συμμετείχαν στις συνεδριάσεις της Βουλής οι βουλευτές, κατά φυλές πολεμούσαν οι οπλίτες και κατά φυλές θάβονταν μετά το πέρας των πολεμικών συγκρούσεων. Ακόμη, στα ομαδικά αγωνί­σματα κατά τη διάρκεια μεγάλων γιορτών, όπως ήταν, π.χ., τα Παναθήναια, οι ομάδες διαγωνίζονταν κατά φυλές. Έτσι, σε παραστάσεις που δια­κοσμούν αττικά αγγεία από τα τέλη του 5ου αι. π.Χ. έχουμε αθλητές της Αντιοχίδας φυλής να διαγωνίζονται στο αγώνισμα της λαμπαδηδρομίας, όπως μας πληροφορούν επιγραφές που διακοσμούν τις ιδιόρρυθμες επι­στέψεις των κεφαλιών τους. Στην αθηναϊκή Αγορά, στο λεγόμενο μνημείο των Επωνύμων Ηρώων, όπου είχαμε τα αγάλματα των δέκα μυθικών ηρώ­ων που έδωσαν το όνομά τους στις δέκα αθηναϊκές φυλές, κάτω από την εικόνα π.χ. του Αντιόχου, του Ακάμαντα, του Αίαντα, του Ερεχθέα κτλ., είχαμε αναρτημένες ανακοινώσεις που, ως επί το πλείστον, αφορούσαν τις αντίστοιχες φυλές, π.χ. την Αντιοχίδα, την Ακαμαντίδα, την Αιαντίδα, την Ερεχθηίδα κτλ., και διαβάζονταν από τα μέλη τους. Κάθε φυλή, ύστερα από κλήρωση, έδινε κάθε χρόνο πενήντα βουλευτές. Όλοι αυτοί συγκρο­τούσαν τη Βουλή των Πεντακοσίων, που συνεδρίαζε μέχρι τα τέλη του 5ου αι. π.Χ. στο παλιό Βουλευτήριο και μετά στο νέο Βουλευτήριο. Και τα δύο βρίσκονταν, πολύ κοντά το ένα στο άλλο, στη ΝΔ γωνία της Αγοράς. Για το ένα δέκατο του έτους, και πιο συγκεκριμένα για 35 ή 36 μέρες, η κάθε φυλή ήταν πρυτανεύουσα, αποτελούσε δηλαδή μια μόνιμη επιτροπή με ει­δικά καθήκοντα, ένα είδος σημερινής κυβέρνησης. Κατά τη διάρκεια της πρυτανείας μιας φυλής, οι βουλευτές της ονομάζονταν «πρύτανεις»- διέμε­ναν και σιτίζονταν, καθ’ όλο το διάστημα της υπηρεσίας τους, σ’ ένα κυ­κλικό οικοδόμημα, τη Θόλο, που βρισκόταν κοντά στο Βουλευτήριο. Για μία μέρα ένας από τους πενήντα πρυτάνεις-βουλευτές κληρωνόταν Επι­στάτης των Πρυτάνεων, ένα αξίωμα που αντίστοιχό του σήμερα θα μπο­ρούσε να θεωρηθεί αυτό του πρωθυπουργού ή του Προέδρου της Δημο­κρατίας. Αυτός ήταν που κρατούσε τη σφραγίδα του κράτους, τα κλειδιά των ιερών όπου φυλάσσονταν τα θησαυροφυλάκια της πόλης, καθώς και αυτά των δημόσιων αρχείων. Είναι χαρακτηριστικό ότι στο αξίωμα αυτό δεν μπορούσε να εκλεγεί κάποιος για δεύτερη φορά. Ένα από τα βασικά καθήκοντα της Βουλής ήταν να επεξεργάζεται όλα τα θέματα, καθώς και τους νόμους, που επρόκειτο να συζητηθούν στην Εκκλησία του Δήμου.

Στην Εκκλησία του Δήμου, που ήταν το κυρίαρχο όργανο της αθηναϊ­κής δημοκρατίας, έπαιρναν μέρος όλοι οι Αθηναίοι πολίτες που είχαν συ­μπληρώσει το 20ό έτος της ηλικίας τους. Η Εκκλησία του Δήμου ήταν αυ­τή που διαμόρφωνε την εξωτερική πολιτική, αποφάσιζε για σύναψη ειρή­νης ή κήρυξη πολέμου, εξέδιδε νόμους, επέβλεπε τη δικαιοσύνη και ήλεγ- χε την εκτελεστική εξουσία, αφού είχε την επίβλεψη των αρχόντων, όπως του Επωνύμου Άρχοντα, του Άρχοντα-Βασιλέα, του Πολεμάρχου, των έξι Θεσμοθετών και του Γραμματέα τους. Η επιλογή των αρχόντων γινόταν με κλήρωση (π.χ., για το αξίωμα του Επωνύμου Άρχοντα) ή με εκλογή (π.χ., για το αξίωμα του Στρατηγού, το οποίο και απέκτησε ιδιαίτερη σημασία και κύρος). Όλες οι αποφάσεις του αθηναϊκού κράτους αρχίζουν με τη φράση «Ἔδοξεν τῇ βουλῇ καί τῷ Δήμῳ» («αποφάσισε η Βουλή και ο Δή­μος»). Τόπος συνεδριάσεων της Εκκλησίας του Δήμου ήταν η κεντρική πλατεία της Αγοράς, το διονυσιακό θέατρο και -κατά την Κλασική εποχή- συνήθως ο λόφος της Πνύκας, όπου είχε διαμορφωθεί κατάλληλος αμφι­θεατρικός χώρος, ενώ το βήμα για τους ομιλητές ήταν σκαλισμένο σε βρά­χο. Κανονικά η Εκκλησία του Δήμου συνερχόταν σε τέσσερις τακτικές συ­νεδριάσεις στη διάρκεια κάθε πρυτανείας, επομένως σαράντα φορές μέσα σε ένα έτος. Στις συνελεύσεις της μπορούσαν να μιλήσουν όλοι οι πολίτες. Η φωνή του κήρυκα «τίς ἀγορεύειν βούλεται» τους προέτρεπε γι’ αυτό. Το δικαίωμα του λόγου, ωστόσο, δεν ήταν απεριόριστο. Ειδικές κατασκευές, οι κλεψύδρες, καθόριζαν τη διάρκεια των αγορεύσεων, όπως δύο δοχεία της Αντιοχίδας φυλής που βρέθηκαν κατά τις ανασκαφές της αθηναϊκής Αγοράς. Το ένα ήταν γεμάτο νερό και, ώσπου να αδειάσει αυτό από μια μικρή οπή που υπάρχει στο κάτω μέρος και να γεμίσει το άλλο, θα έπρεπε ο ομιλητής να έχει ολοκληρώσει την αγόρευσή του. Ακόμη, οι αγορητές θα έπρεπε να σέβονται τους πάτριους νόμους και να μην προτείνουν κάτι που θα ήταν αντίθετο προς αυτούς ή θα έβλαπτε τα συμφέροντα του κράτους. Αν συνέβαινε κάτι τέτοιο, κινδύνευαν να καταδικαστούν, με πιθανή απώ­λεια των πολιτικών τους δικαιωμάτων.

Η δημοκρατία και η ελευθερία είναι έννοιες συγγενικές. Ωστόσο, η κύ­ρια αρετή του δημοκρατικού πολιτεύματος, δηλαδή η ελευθερία για όλους, αποτελεί συγχρόνως και την αχίλλειο πτέρνα του. Γιατί με το δικαίωμα αυ­τό η δημοκρατία δίνει τη δυνατότητα ακόμη και στους εχθρούς της να την καταπολεμούν, εν ονόματι αυτής ακριβώς της ελευθερίας. Ήταν λοιπόν ανάγκη να αντιμετωπιστούν οι κάθε λογής αντιδημοκρατικοί, «μισόδημοι», και γι’ αυτό, από τα πρώτα κιόλας χρόνια της αθηναϊκής δημοκρα­τίας, πάρθηκαν ορισμένα μέτρα για να την προστατεύσουν, όπως π.χ. ο θεσμός του ὀστρακισμοῦ. Σύμφωνα με αυτόν, οι Αθηναίοι πολίτες χάρασσαν πάνω σε κομμάτια σπασμένων πήλινων αγγείων (όστρακα) το όνομα εκείνου που θεωρούσαν ως πιθανό καταλυτή της δημοκρατίας τους. Αν σε σχετική ψηφοφορία 6.000 πολίτες συμφωνούσαν ότι διέτρεχαν έναν τέ­τοιον κίνδυνο, τότε εκείνος του οποίου το όνομα αναγραφόταν πάνω στα περισσότερα όστρακα θα έπρεπε να εγκαταλείψει το αθηναϊκό κράτος για δέκα χρόνια. Μας έχουν σωθεί εκατοντάδες τέτοια όστρακα, αρκετά από τα οποία φέρουν πολύ γνωστά ονόματα της αθηναϊκής πολιτικής, όπως του Θεμιστοκλή, του Αριστείδη, του Κίμωνα και του Περικλή. Απ’ αυτούς είναι γνωστό ότι οι τρεις πρώτοι δεν απέφυγαν τελικά την καταδίκη τους με τον οστρακισμό και την εξορία. Αυτοπροστασία του αθηναϊκού δημο­κρατικού πολιτεύματος μαρτυρεί και το ψήφισμα που εισηγήθηκε το 337/336 π.Χ. ο Ευκράτης, ο γιος του Αριστοτίμου από τον Πειραιά: «Αν κάποιος σκοτώσει εκείνον που θα επαναστατήσει ενάντια στο Δήμο για να εγκαθιδρύσει τυραννίδα ή για να βοηθήσει στην εγκαθίδρυση τυραννίδας ή σκοτώσει εκείνον που θα έχει καταλύσει το δημοκρατικό πολίτευμα των Αθηναίων, να θεωρείται καθαρός και καθαγιασμένος». Είναι πολύ χαρα­κτηριστική και η επίστεψη αυτού του τόσο διαφωτιστικού ψηφίσματος, όπου εικονίζεται καθιστάς και γενειοφόρος ο αθηναϊκός Δήμος να στεφα­νώνεται από τη Δημοκρατία.

Ένα κύριο γνώρισμα της αθηναϊκής δημοκρατίας ήταν και η δυνατότη­τα ελέγχου κάθε συλλογικού οργάνου ή οποιουδήποτε, από κάθε πολίτη.

 Για να κατορθωθεί αυτό, δεν υπήρχε άλλη δυνατότητα από το να παραχωρηθεί στον ίδιο το Δήμο η απονομή της δικαιοσύνης. Από τους καταλόγους των πολιτών στους δήμους, οι Εννέα Άρχοντες και ο Γραμματέας των Θεσμοθετών κλήρωναν, με τη βοήθεια ειδικών κληρωτηρίων, εξακόσια άτομα από κάθε φυλή. Κληρώνονταν δηλαδή 6.000 Αθηναίοι πολίτες, που αποτελούσαν την Ηλιαία, το μεγάλο δικαστήριο της αρχαίας Αθήνας, οι οποίοι και αναλάμβαναν το ρόλο του δικαστή, χωρίς όμως να έχουν επαγγελματική συνείδηση δικαστή. Εξαιτίας του μεγάλου αριθμού τους είχαν I ριστεί σε δέκα τμήματα. Συνήθως συνεδρίαζαν κατά τμήματα των 501, 1001 ή και περισσότερων δικαστών, ανάλογα με τη σοβαρότητα των υποθέσεων, σε χώρους ως επί το πλείστον της Αγοράς, όπου βρισκόταν και η Ηλιαία, η ακριβής θέση της οποίας δεν είναι βέβαιη (συνήθως τοποθετεί­ται στη νότια πλευρά της Αγοράς). Κάθε δικαστής είχε μια πινακίδα που έφερε το όνομά του, το πατρωνυμικό του, το δημοτικό του και ένα γράμμα α που υποδήλωνε το τμήμα του δικαστηρίου στο οποίο είχε κληρωθεί. Οι αποφάσεις λαμβάνονταν έπειτα από καταμέτρηση των αθωωτικών ψήφων, που είχαν στέλεχος συμπαγές, και των καταδικαστικών, που είχαν στέλεχος διαμπερές. Η σκοπιμότητα όλων των παραπάνω διαδικασιών ήταν πρόδηλη. Δεν ήθελαν να δημιουργηθεί ένα σώμα νομομαθών που θα επηρέαζε την ψήφο των πολιτών, ούτε να σχηματιστεί ένα μόνιμο σώμα δι­καστικών που θα μπορούσε να επηρεάζεται από την εκάστοτε εξουσία ή παρα-εξουσία και επομένως να βγάζει μεροληπτικές αποφάσεις. Ο θεσμός της κλήρωσης, που χρησιμοποιήθηκε ευρέως από το αθηναϊκό πολίτευμα, προκαλεί ίσως αμφισβητήσεις ως προς τη σοβαρότητά του ή έστω ως προς την ορθότητά του. Ωστόσο, μ’ αυτόν η αθηναϊκή δημοκρατία εξασφάλιζε σε όλους τους πολίτες της ίσα δικαιώματα και ίσες ευκαιρίες για την κα­τοχή αξιωμάτων, ακόμη και πολύ υψηλών, όπως π.χ. ήταν αυτό του Επι­στάτη των Πρυτάνεων, δηλαδή του σημερινού πρωθυπουργού.

Ο βαθμός της δημοκρατικότητας ενός πολιτεύματος εξαρτάται από το ποσοστό συμμετοχής στα κοινά που επιτρέπεται για τους πολίτες. Από τα μέσα περίπου του 5ου αι. π.Χ. στην αθηναϊκή δημοκρατία όλοι οι Αθηναί­οι πολίτες είχαν πρόσβαση σε κάθε συλλογικό όργανο εφόσον είχαν συμπληρώσει το 20ό έτος της ηλικίας τους και σε κάθε αξίωμα εφόσον είχαν συμπληρώσει το 30ό. Πρέπει ωστόσο εδώ να τονιστεί ότι το δικαίωμα του Αθηναίου πολίτη δεν το είχαν οι γυναίκες, τα παιδιά, οι μέτοικοι και οι δούλοι. IV αυτό και από τους 300.000 κατοίκους στους οποίους υπολογίζεται ο πληθυσμός της Αττικής μετά τα μέσα του 5ου αι. π.Χ., μόνον οι 40.000 με 45.000 φαίνεται ότι είχαν το δικαίωμα του Αθηναίου πολίτη. Αλλά και από αυτούς ένα σημαντικό ποσοστό δεν συμμετείχε συχνά στα κοινά. Σε καιρό πολέμου ένας αριθμός πολιτών βρίσκονταν ως οπλίτες μα­κριά από την Αθήνα, ενώ σε καιρό ειρήνης οι χωρικοί, με μόνη έγνοια τους τα χωράφια τους και την καλυτέρευση των οικονομικών τους, απέφευγαν το μακρύ και μάλλον δαπανηρό ταξίδι από την αγροικία τους, π.χ. στο Ραμνούντα, το Μαραθώνα, το Θορικό, το Σούνιο, την Ελευσίνα, τη Βάρη κτλ., ως την Αθήνα, όταν μάλιστα δεν είχαν κανένα ή σχεδόν κανένα ου­σιαστικό οικονομικό κίνητρο. Ακόμη και αν κληρώνονταν ή εκλέγονταν σε κάποιο αξίωμα, η αμοιβή τους ήταν μηδαμινή ή στην καλύτερη περίπτωση όχι ελκυστική. Και ακόμη, πριν αναλάβουν τα καθήκοντά τους στο αξίω­μα, θα έπρεπε να ελεγχθεί η καταλληλότητά τους γι’ αυτό. Και ήταν δυνα­τό κατά τη διάρκεια της συγκεκριμένης διαδικασίας να αποκαλυφθούν δυσάρεστα γι’ αυτούς πράγματα, που δεν θα ήθελαν να δημοσιοποιηθούν, ενώ μετά το πέρας της θητείας τους θα έπρεπε και πάλι να λογοδοτήσουν για τα πεπραγμένα τους.

Η πρόνοια για τις ασθενέστερες οικονομικά ομάδες του πληθυσμού απασχολούσε την αθηναϊκή δημοκρατία. Με το θεσμό της κληρουχίας το κράτος προσπάθησε να ανακουφίσει τους φτωχούς. Σύμφωνα μ’ αυτόν, ακτήμονες Αθηναίοι πολίτες έφευγαν από την Αττική και εγκαθίσταντο σε κράτη-μέλη της Αθηναϊκής Συμμαχίας, όπου τους δινόταν γη, χωρίς να χά­νουν τα πολιτικά τους δικαιώματα. Επίσης, με το θεσμό των λειτουργιών οι πλούσιοι Αθηναίοι ήταν υποχρεωμένοι να προσφέρουν στο κράτος τα μέσα προκειμένου αυτό να παρέχει δημόσια γεύματα, να εξοπλίζει τριήρεις ή να διοργανώνει δραματικούς ή μουσικούς αγώνες για την πνευματι­κή καλλιέργεια των πολιτών του. Η δημοκρατία και η τραγωδία αποτελούν πολύτιμες προσφορές της αρχαίας Αθήνας στη σύγχρονη εποχή μας.

Η αθηναϊκή δημοκρατία γνώρισε λαμπρές ημέρες κατά την εποχή του Περικλή. Τότε που η Αθήνα, εκτός από μεγάλη στρατιωτική δύναμη, ήταν και η πολιτιστική πρωτεύουσα της εποχής της, όπως μας βεβαιώνουν ακό­μη και σήμερα τα λαμπρά οικοδομήματα, π.χ. ο Παρθενώνας και το Ερέχθειο, πάνω στον Ιερό Βράχο της Ακρόπολης. Ο σπουδαίος αυτός πολιτι­κός και στρατηγός είχε το μεγάλο προτέρημα να πείθει τον Δήμο και τον βοηθούσε να παίρνει τις σωστές αποφάσεις που επέβαλλαν οι εκάστοτε συνθήκες. Όπως έχει γραφθεί, «υπήρξε ο κύριος συντελεστής του “αιώνιου θαύματος”, δηλαδή της Αθήνας της κλασικής εποχής, και με τον επιτάφιο λόγο που εξεφώνησε το 431 π.Χ.», μπροστά στους πρώτους νεκρούς του Πελοποννησιακού πολέμου, «έκανε την ίδια τη Δημοκρατία να γίνει έργο τέχνης, ένα αισθητικό αριστούργημα, ο Παρθένων του πολιτικού λόγου και λογισμού». Από τον ίδιο επιτάφιο λόγο είναι παρμένα και τα παρακά­τω λόγια του μεγάλου άνδρα. Πρόκειται για προσωπικές του απόψεις και κρίσεις για την αθηναϊκή δημοκρατία και τις παραθέτουμε σύμφωνα με τη μετάφραση του Ελ. Βενιζέλου: «Ζῶμεν τῷ ὄντι ὑπὸ πολίτευμα, τὸ ὁποῖον δεν ἐπιζητεῖ ν’ ἀντιγρὰφτ/ τοὺς νόμους τῶν ἄλλων, ἂλλ’ εἴμεθα ἡμεῖς μᾶλλον ὑπόδειγμα εἰς τοὺς ἄλλους παρὰ μιμηταὶ αὐτῶν. Καὶ καλεῖται μὲν τὸ πολίτευμα μας δημοκρατία, λόγῳ τοῦ ὅτι ἡ κυβέρνησις τοῦ κράτους εὑρίσκεται ὄχι εἰς χεῖρας τῶν ὀλίγων, ἀλλά τῶν πολλῶν. Ἀλλὰ διὰ μὲν τῶν νόμων ἀσφαλιζεται εἰς ὅλους ἰσότης δικαιοσύνης διὰ τὰ ἰδιωτικὰ των συμφέροντα, ἐνῶ ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῆς κοινῆς ἐκτιμήσεως, ἕκαστος πολίτης προτιμᾶται εἰς τὰ δημόσια άξιώματα, ὄχι διότι ἀνήκει εἰς ὡρισμένην κοινωνικὴν τάξιν, ἀλλὰ διὰ τὴν προσωπικὴν του ἀξίαν, ἐφόσον διακρίνεται εἰς κάποιον κλάδον. Οὔτε, ἐξ ἅλλου, ἐκεῖνος πού εἶναι πτωχός, ἠμπορεῖ ὅμως νὰ προσφέρῃ ὑπηρεσίας εἰς τὴν πόλιν, εὑρίσκει ἐμπόδιον εἰς τοῦτο, ἕνεκα τῆς κοινωνικῆς του ἀφανείας [...] εἰς τὸν δημόσιον μας βίον ἀποφεύγομεν τὴν παρανομίαν, ἀπὸ εὐλάβειαν πρὸ πάντων πρὸς τάς ἐπιταγὰς τῶν ἑκάστοτε ἀρχόντων καὶ τῶν νόμων...».

Το ουσιαστικό τέλος της αθηναϊκής δημοκρατίας μπορεί ίσως να τοπο­θετηθεί λίγο μετά την ήττα των Αθηναίων και των συμμάχων τους στη Χαιρώνεια το 338 π.Χ. από τις δυνάμεις του Φιλίππου, παρ’ όλο που βα­σικοί της θεσμοί επέζησαν και στα μεταγενέστερα χρόνια. Και αυτό γιατί μετά τη σημαντική αυτή μάχη δεν φαίνεται να υπήρχε πλέον πραγματικά ελεύθερη ελληνική πόλη. Πρέπει ωστόσο να σημειώσουμε εδώ ότι τα θεμέ­λια της αθηναϊκής δημοκρατίας είχαν αρχίζει να τρίζουν πριν από το 338 π.Χ. Το λιοντάρι, λοιπόν, που φυλάει τον ομαδικό τάφο των Θηβαίων που έπεσαν στη μάχη αυτή της Χαιρώνειας μπορούμε να πούμε ότι σηματοδο­τεί συγχρόνως όχι το τυπικό αλλά πιθανότατα το ουσιαστικό τέλος της αθηναϊκής δημοκρατίας.