Παρασκευή 25 Μαρτίου 2022

O ρόλος του Κλήρου στην επανάσταση του 1821

Σε όλη τη διάρκεια της μακραίωνης δουλείας των Ελλήνων, ο ρόλος του κλήρου υπήρξε καταλυτικά αρνητικός σε κάθε ιδέα ξεσηκωμού του Γένους. Ορθόδοξος και καθολικός κλήρος, όχι απλώς συνιστούσαν υποταγή στον σουλτάνο, αλλά με κάθε τρόπο παρεμπόδιζαν κάθε ιδέα εξέγερσης.

Άλλωστε ο κλήρος απολάμβανε προνομίων και δεν είχε κανέναν λόγο να αλλάξει η κατάσταση. Δούλοι του Θεού και δούλοι του σουλτάνου έπρεπε να παραμείνουν εσαεί οι δύσμοιροι ραγιάδες. Αυτό ήταν το θέλημα του Θεού.

To είχε διακηρύξει ο πιο επίσημος θεϊκός εκπρόσωπος, ο γνήσιος ερμηνευτής της θέλησης του Θεού, ο Απόστολος Παύλος, ο επιλεγόμενος Απόστολος των Εθνών, ο πρώην Εβραίος Σαούλ, ο νεαρός Μπίν Λάντεν των Εβραίων, για τους χριστιανούς της εποχής του, στην αρχή της πολυτάραχης σταδιοδρομίας του. To ’λεγε και το ’γραψε, μήπως και το ξεχάσουν οι άνθρωποι. Ta γραπτά μένουν, scripta manent, που έλεγαν και οι Λατίνοι.

Και ήλθαν ύστερα οι διάδοχοι -δεν τους όρισε κανείς, μόνοι τους χρίστηκαν διάδοχοι— πήραν τα γραπτά του και με την κληρονομική αποστολική εξουσία, που δημιούργησαν για τον εαυτό τους, τα ενέταξαν εκεί όπου έπρεπε να τα εντάξουν, τα περιτύλιξαν με μία δήθεν θεοπνευστία και τα καθιέρωσαν πλέον ως δόγμα, αδιαφιλονίκητη εντολή και επιθυμία του Θεού. Και όποιος τυχόν δεν ήθελε να το πιστέψει, τον περίμενε η αιώνια φωτιά και η βρασμένη πίσσα στην κόλαση.

Άντε τώρα εσύ να πείσεις τους αγράμματους ραγιάδες ότι δεν είναι έτσι τα πράγματα και ότι ο Θεός δεν μπορούσε να θέλει τον άνθρωπο δούλο ούτε δικό Του, ούτε κάποιου άλλου συνανθρώπου του. Δεν ακούστηκε ποτέ, ούτε γράφτηκε πουθενά, ότι ο Αδάμ και η Εύα ήταν και πλάστηκαν δούλοι για να γίνουν τέτοιοι και οι απόγονοί τους. Τη θεωρία αυτή την κατασκεύασε ο Παύλος και τα κατάφερε μια χαρά, ώστε να καταστήσει πράγματι τον άνθρωπο δούλο, όχι μόνο του Θεού και του Ιερατείου, αλλά και κάθε ισχυρού αχρείου, αφού δίδασκε ότι, κάθε τάση για ελευθερία και ανυπακοή στην εξουσία, ήταν αντίθετη προς την εντολή του Θεού.

Αλλά ας ακούσουμε τον ίδιο τον Παύλο να μας εξηγεί τη θεωρία του: Αναφέρεται σε περισσότερες από μία επιστολές του, από αυτές που τις ακούμε (και δεν τις καταλαβαίνουμε), τακτικά στις εκκλησίες. Και μάλιστα για να μην υπάρξει καμμιά αμφιβολία και αμφισβήτηση ότι όντως ομιλεί εξ ονόματος του Θεοΰ, σε μία από αυτές το τονίζει καθαρά:

«Παύλος, απόστολος Ιησού Χριστού, κατ’ εντολήν του Θεού και του Σωτήρος μας και του Κυρίου Ιησού Χριστού, επιτάσσω: Όσοι είσιν ύπό ζυγόν δοϋλοι, τοϋς ιδίους δεσπότας πάσης τιμής άξίους ήγείσθωσαν, ινα μή τό όνομα του Θεού και ή διδασκαλία βλασφημήται».(Προς Τιμόθεον A’ κεφ. 6, στ. 1.)

Κατ’ εντολήν λοιπόν του Θεού και του Χριστού, διατάσσω: Όσοι είναι δούλοι, να εκτιμούν ιδιαίτερα τους κυρίους τους για να μη δυσφημείται το όνομα του Θεού και η διδασκαλία Του. Τώρα μαθαίνω και εγώ ότι, όταν δεν υπακούς και δεν εκτιμάς το βάρβαρο αφεντικό σου, διαπράττεις δυσφήμηση του Θεού και της διδασκαλίας του.

Ευτυχώς το ιερατείο δεν έχει θεσμοθετήσει ακόμη τις βρισιές και τις κατάρες κατά των πάσης φύσεως τυράννων, πέρα από την περιύβριση της αρχής, και ως συκοφαντική δυσφήμηση του Θεού και του Ευαγγελίου Του!

«Πάσα ψυχή έξουσίάις ΰπερεχοΰσαις ΰποτασσέσθω. Ού γάρ έστιν έξουσία εΙ μή ύπό Θεοΰ, αί δέ ούσαι έξουσίαι ύπό τοΰ Θεοΰ τεταγμέναι είσίν, ώστε ό αντιτασσόμενος τή έξουσία τή τοΰ Θεοϋ διαταγή άνθέστηκε. Oi δέ άνθεστηκότες έαυτοις κρΙμα λήψονται. Θέλεις δέ μή φοβεΐσθαι τήν έξουσίαν; τό άγαθόν ποίει, κα’ι έξεις έπαινον έξ αύτής. Θεοΰ γάρ διάκονός έστί σοι είς τό άγαθόν. Έάν δέ τό κακόν ποιής φοβοϋ. Οΰ γάρ είκή τήν μάχαιραν φορεΙ’ Θεοϋ γάρ διάκονος έστιν είς όργήν εκδικος τφ το κακόν πράσσοντι. Διό άνάγκη ΰποτάσσεσθαι ού μόνον διά τήν όργήν, άλλά κάι διά τήν συνείδησιν».(ΠροςΡωμαίους, Κεφ.13. 1-5.)

Κάθε άνθρωπος πρέπει να υποτάσσεται στις ανώτερες αρχές, διότι δεν υπάρχει καμιά εξουσία, χωρίς τη θέληση του Θεού, οι εξουσίες δε που υπάρχουν, έχουν ορισθεί από τον Θεό, εις τρόπον ώστε, εκείνος που αμφισβητεί την εξουσία, αντιτάσσεται στη διαταγή του Θεού. Όσοι δε, δεν υπακούουν θα τιμωρηθούν. Θέλεις να μη φοβάσαι την εξουσία; Κάνε το καλό και θα επαινεθείς από αυτήν, διότι η εξουσία είναι υπηρέτης του Θεού και αποβλέπει στο καλό σου. Εάν όμως πράξεις το κακό, τότε να φοβάσαι, διότι δεν είναι έτσι άσκοπα ζωσμένη με το μαχαίρι, έτοιμη να εκδικηθεί εκείνον που κάνει το κακό. Επομένως πρέπει να υποτάσσεστε, όχι μόνον για να αποφύγετε την οργή, αλλά και δια λόγους συνειδήσεως…!»

Ωραίος ο Παύλος. Όλα μέλι γάλα, αρκεί να μην βγάζεις γλώσσα στην εξουσία και να κάνεις ό,τι σου λέει, αφού υπάρχει και λειτουργεί ως όργανο του Θεού και θέλει πάντα το καλό σου. Κάτσε λοιπόν φρόνιμα, γιατί δεν είναι μόνο που θα πας στην κόλαση, αλλά θα δοκιμάσεις πρώτα και το μαχαίρι της στον λαιμό σου. Μπράβο ρε, Παύλο. Αλλά αφού έτσι πρέπει να είναι τα πράγματα, θεϊκά δοσμένα, γιατί μωρέ κατηγορείτε και μας λέτε άλλα στο σχολείο και άλλα στην κοινωνία, ότι ο Χίτλερ, ο Στάλιν, ο Πινοσέτ και τόσοι πολλοί άλλοι, για να περιορισθώ μόνο στη νεότερη εποχή, ήσαν δικτάτορες, αιμοσταγείς δολοφόνοι, χασάπηδες, θηρία, ανθρωπόμορφα κτήνη; Αυτοί δεν είχαν ορισθεί από τον Θεό και δεν ήσαν όργανά του και ο Θεός δεν τους είχε εφοδιάσει με το μαχαίρι τους; Εάν αυτό είναι το θέλημα του Θεοΰ, γιατί επιτρέπει τις επαναστάσεις, την αντίσταση κατά της τυραννίας και τους ξεσηκωμοΰς για την ελευθερία; Av έτσι έχουν τα πράγματα, έπρεπε όλοι να έχουμε συμμορφωθεί στις εντολές του Παύλου ασυζητητί και να προσκυνάμε, ιδιαίτερα εμείς οι Έλληνες, ακόμη τον σουλτάνο, που θα μας επέτρεπε να ζούμε υπό την Προστασία Του και τη Σκέπη του Μωάμεθ! Ή μήπως Παύλο, ο Αλλάχ δεν είναι Θεός; Τώρα, βέβαια, μού γεννήθηκε μία απορία: Ti θα γίνει από εδώ και πέρα με τους νεωτερισμούς του κ.κ. Χριστόδουλου, να διαβάζονται στην εκκλησία τα ευαγγέλια, και οι απόστολοι στην καθομιλούμενη γλώσσα; Πώς θα δικαιολογούν πλέον τις παραπάνω περίεργες φιλομοναρχικές θεωρίες του Παύλου, που φρόντισε να τις εξοπλίσει με θεϊκό κύρος;

Και πού να ακούσει το εκκλησίασμα, τί γράφει ο Παύλος για τις γυναίκες. Φοβάμαι ότι θα ξεσηκωθούν και οι πέτρες εναντίον του! Αλλά αυτό είναι άλλου παπά ευαγγέλιο. Νομίζω ότι ήταν καλύτερα τα πράγματα, ως είχαν. Oi νεωτερισμοί είναι κακό πράγμα. Ξυπνούν τον κόσμο και αρχίζει να ρωτάει. Πώς, γιατί, και τέτοια. Ενώ με την καθιερωμένη μιξοβάρβαρη γλώσσα των Αποστόλων, είναι ζήτημα αν ένας στους χίλιους καταλάβαινε τί θέλει να πει ο Παύλος και οι άλλοι. Δεν ήταν ηλίθιοι αυτοί που διατήρησαν “την παράδοση”,αφού ήξεραν καλά ότι το δυσνόητο είναι και ακατανόητο, και το ακατανόητο δεν δημιουργεί ερωτηματικά, ενώ τα ερωτηματικά δημιουργούν απορίες και οι απορίες αμφισβητήσεις. Γι’ αυτό σου λέω, πίστευε και μη ερεύνα!

Ειναι πικρή αλήθεια ότι μετά τη βιαίη επιβολή του χριστιανισμού, ο κόσμος σκοτείνιασε, το αρχαίο ελληνικό πνεύμα σίγησε, το πλήθος των ελεύθερων ανθρώπων μεταβλήθηκε σε ποίμνιο και η ζωή έγινε κολαστήριο. Παντού ενοχές, φωτιές, σκοτάδι πυκνό. Ακολούθησαν αιώνες σκοτεινοί, εγκληματικοί, βάρβαροι, με τους Κωσταντίνους, τους Κωνστάντιους, του Θεοδόσιους, τους Ιουστινιανούς και τα τόσα άλλα αστοιχείωτα ανδράποδα δεκανέων, υποδεκανέων, χιλιάρχων και υποχιλιάρχων, που δεν άφησαν τίποτε όρθιο, από τη μέχρι τότε πρόοδο του ανθρωπίνου γένους. H Ελλάδα είχε την ατυχία να υποστεί πρώτη τον εκβαρβαρισμό της νέας τάξης πραγμάτων και μετά την κατάργηση των Ολυμπιακών Αγώνων και το κλείσιμο των Φιλοσοφικών Σχολών, παραδόθηκε αμαχητί στο μεσαιωνικό Ιερατείο, που από τότε και στο εξής, δυστυχώς και μέχρι σήμερα, θα αποφάσιζε όχι μόνο το τί θα τρώει και τί θα πίνει και πώς θα ντύνεται, ο ονομαζόμενος πλέον, όχι ελεύθερος άνθρωπος, αλλά πιστός ή αμνός, αλλά και τί θα διαβάζει και τί θα σπουδάζει και τί θα διδάσκει.

H γνώση και η διδασκαλία πέρασε στην απόλυτη δικαιοδοσία, από τους φιλοσόφους και τους ποιητές στους άξεστους καλόγηρους και στους υποκριτές! Έτσι καθιερώθηκε ελέω Ιερατείου και κοσμικής εξουσίας να κάνει κουμάντο, σε ό,τι αφορά την παιδεία, η εκάστοτε ηγεσία της Εκκλησίας. Είμαστε η μοναδική χώρα στον κόσμο που διατηρούμε σήμερα κοινό Υπουργείο Θρησκείας και Παιδείας, όπου το είδος και το εύρος της εθνικής παιδείας, καθορίζει, όχι η Πολιτεία, αλλά η Εκκλησία. H διαπίστωση αυτή, κάνει τον κύριο εκφραστή, του λεγόμενου ελληνοχριστιανικού πολιτισμού, συντηρητικό, δεξιό ιστορικό Παπαρρηγόπουλο, να διαμαρτύρεται από τον περασμένο ήδη αιώνα* για την κατάσταση αυτή του εκκλησιασικού κατεστημένου και να γράφει σε ιδιαίτερο κεφάλαιο με τον τίτλο: Ή Έκκλησία ήμέλησε τόν έξελληγισμό τών άλλογλώσσων,

«Τό καθ’ ήμάς ήθέλομεν άνεχθή άπαντα τά λοιπά αύτοΰ άμαρτήματα,τήν θυσίαν τών προνομίων, τόν έξευτελισμόν, τήν φιλοχρηματίαν, έάν έφρόντιζε νά ύπηρετήση τό μέγιστο τών συμφερόντων εκείνων τοΰ Έλληνισμού, αφού ειχε πρός τοΰτο δύναμιν και καιρόν».

Αποκαλυπτικός, όμως, για την παρεχόμενη εκπαίδευση στο ελληνικό κράτος, στο τέλος του 19ου αιώνα, είναι ο ιστορικός Π. Σ. Φωτιάδης, που γράφει:

«…σήμερον έξερχόμενοι τών σοφών γυμνασίων μας οί πλείστοι ούτε τοΰς προγόνους συγγραφείς έννοοΰμεν ούτε, ώφέλειάν τινα ήθικήν έξ αύτών συνεπαγόμεθα ούτε ισως ορθογραφίαν γιγνώσκομεν, χωρ’ις νά προσθέσωμεν ότι πάντες άνεξαιρέτως άγνοοΰμεν τά στοιχειωδέστατα τής βοτανικής, τής χημείας, τής ζωγραφικής και τών λοιπών έκείνων γνώσεων, αίτινες σήμερον θεωροϋνται καί είσΐ πράγματι τό άναποσπαστον έφόδιον παντός τά έγκΰκλια πεπαιδευμένου άνθρώπου».

H κατάσταση αυτή οφείλεται στην εξάρτηση της εκπαίδευσης από την Εκκλησία, η οποία το μόνο που θα ήθελε να γνωρίζει ο χριστιανός είναι απλή ανάγνωση και γραφή για να μπορεί να διαβάζει τη Βίβλο και τους Ψαλμούς! Όλες οι υπόλοιπες γνώσεις οδηγούν, κατά την Εκκλησία, στην αθεΐα. Γι’ αυτό και για να μας προφυλάξει από την πλάνη, έχει αναλάβει εργολαβικά, από της συστάσεως του ελληνικού κράτους, διά του περιβόητου Υπουργείου Παιδείας και Θρησκευμάτων την παιδεία των ελληνοπαίδων.

Καλύτερη απόδειξη για τον αρνητικό ρόλο της Εκκλησίας στην παιδεία των υπόδουλων Ελλήνων και τη συνεργασία τους με τον κατακτητή δεν έχουμε, παρά τα ίδια τα λόγια του πρωτεργάτη του Ξεσηκωμού του Γένους Θεόδωρου Κολοκοτρώνη, που γνώριζε καλά από πρώτο χέρι και έζησε τα γεγονότα. Σε ομιλία του προς τους φοιτητές στην Αθήνα, στις 8 Οκτωβρίου το 1838, τοποθέτησε τα πράγματα έτσι όπως έπρεπε. Καυτηρίασε τη στάση του κλήρου -δηλαδή των αρχιερέων- γιατί οι απλοί παπάδες, όντες παντελώς αγράμματοι, ήσαν άβουλα ενεργούμενά τους -για την εχθρική τους στάση κατά των ελληνικών γραμμάτων ειδικώς και της προόδου γενικότερα, και αναγνώρισε τη σπουδαία συμβολή των Ελλήνων και των ξένων διανοουμένων του εξωτερικού και των οπαδών του Διαφωτισμού στην επανάσταση και στην αναγέννηση της Ελλάδας. Είπε ο Κολοκοτρώνης τότε:

«Σάν ειδε τούτο διόρισε έναν Βιτσερέ -έναν Πατριάρχην- και του έδωκε τήν έξουσίαν τής ’Εκκλησίας. Αύτός και ό λοιπός κλήρος έκαμαν ό,τι τοϋς έλεγεν ό Σουλτάνος. ‘Ύστερον έγιναν οί Κοτσαμπαοήδες είς όλα τά μέρη. Ή τρίτη τάξις καί, οί προκομμένοι τό καλύτερο μέρος τών πολιτών, μή ύποφέροντες τόν ζυγόν έφευγαν, κάι οί γραμματισμένοι έπήραν και έφυγαν άπό τήν Έλλάδα, τήν πατρίδα των, και έτσι έμεινε ο λαός, όστις στερημένος άπό τά μέσα τής προκοπής έκατήντησεν είς άθλίαν καταστάσιν και αύτή αύξαινε κάθε ήμέρα χειρότερα, διότι άν εύρίσκετο μεταξύ του λαού κανείς με όλίγην μαθήσιν, τόν έλάμβανε ό κλήρος, όστις έχαιρε προνόμια, ή εσύρετο άπό τόν έμπορον τής Εύρώπης ώς βοηθός του, ή έγίνετο γραμματικός τοϋ προεστοϋ. Και μερικοί, μήν ύποφέροντες τήν τυραννίαν τοΰ Τοΰρκου κα’ι βλέποντες τες δόξες αύτές και τες ηδονές, όπου άπελάμβαναν αύτοί, άφηναν τήν πίστην τους κάί έγένοντο μουλσουμάνοι. Κάί τοιουτοτρόπως κάθε ήμέραν ό λαός έλίγνευε κάί έπτώχαινε».( Θ. Κολοκοτρώνη, Αιήγησις συμβάντων της Ελληνικής Φυλής, Αθήναι 1846, σ. 283.)

Στη συνέχεια της ομιλίας του ξεκαθάρισε ότι οι ραγιάδες συνειδητοποίησαν την ελληνική τους καταγωγή και αποφάσισαν να ξεσηκωθοΰν, όταν για πρώτη φορά πληροφορήθηκαν το παρελθόν τους, μέσα απο τα έργα των αρχαίων Ελλήνων, τα οποία μέχρι τότε ήταν άγνωστα, εξαιτίας της καταδίκης τους και της απαγορεΰσεώς τους από την Εκκλησία. Oi Έλληνες και ξένοι διανοούμενοι που μετέφρασαν την αρχαία ελληνική γραμματεία και αποκάλυψαν τη σοφία της στους λαούς της Ευρώπης, βοήθησαν με τον τρόπο αυτό να αναπτυχθεί ένα μεγάλο κίνημα συμπαράστασης και υποστήριξης του ελληνικού Αγώνα για την απελευθέρωση της Ελλάδας από τον τουρκικό ζυγό.

« Είς αύτήν τήν δυστυχισμένην καταστάσιν μερικοι άπό τοΰς φυγάδες γραμματισμένους έμετάφραζαν και έστελναν είς τήν Έλλάδα βιβλία -και είς αύτοΰς πρέπει να χρωστοΰμε εύγνωμοσΰνην-, διότι εύθΰς όπου κανένας άνθρωπος άπό τόν άπλό λαό έμάνθανεν τά κοινά γράμματα, έδιάβαζεν αΰτά τά βιβλία, και έβλεπε ποίους εΐχαμε προγόνους καί τί έκαμεν ό Θεμιστοκλής, ο Αριστείδης και οί άλλοι παλαιοι μας, και έβλέπαμε και είς ποίαν κατάστασιν εύρισκόμεθα τότε. Όθεν μας ήλθεν είς τόν νοΰν νά τοΰς μιμηθοϋμε κα’ι νά γίνωμε εύτυχέστεροι».(Τερτσέτης, Άπαντα, εκδ. Βαλέτα, τ. Γ’, σ. 254.)

«H βυζαντινή ιστορία», γράφει ο Ιάκωβος-Ρίζος Νερουλός, αναφερόμενος στα έργα του κλήρου,

«ειναι άλληλένδετος σχεδόν, και μακροτάτη σειρά πράξεων μικρών και αισχρών βιαιοτήτων τοΰ είς τοΰ είς τό Βυζάντιον μετεμφυτευθέντος Τωμαϊκοϋ Κράτους. Ειναι στηλογραφία έπονείδιστος τής έσχάτης άθλιότητος και έξουθενώσεως τών Έλλήνων», ενώ ο ιστορικός K. Κοΰμας προσδιορίζοντας τον ρόλο του πατριάρχη, αποφαίνεται ότι« οΰτος δε άνελάμβανε δΰο τά πρώτιστα καθήκοντα: Να έπαγρυπνή είς τοΰς χριστιανοΰς νά διατηρώσιν άπαρασάλευτον τήν θρησκείαν των, και μετά τοΰτο, άκλόνητον ύπακοήν είς τήν εξουσίαν».

O πατριάρχης στην Οθωμανική Αυτοκρατορία δεν ήταν μόνο απλά πνευματικός ηγέτης των χριστιανών, αλλά ταυτόχρονα και πολιτικός. O Άγγλος ιστορικός Ουϊλιαμ Μίλλερ το ξεκαθαρίζει ρητά: «…έν τή οθωμανική αύτοκρατορία οί έπίσκοποι ειναι συνήθως πρώτον μέν πολιτευταί, έπειτα δέ πνευματικόι άρχηγοί…», ενώ ο δικός μας ιστορικός Δημ. Φωτιάδης γράφει ότι «H πολυπόθυτη λευτεριά άργησε πάρα πολΰ να έλθη, γιατί το πατριαρχικο-φαναριώτικο κράτος κατέπνιγε κάθε ελευθερωτική πνοή με αφορισμοΰς, αρές, κατάρες και διαβρώσεις μέσω πολυπληθών ρασοφόρων του, και ιδιαίτερα των αργόσχολων καλογέρων του, εκτός από το “σφάξε με, αγά μου, για ν’ αγιάσω”.

O Πατριάρχης πάλι, όχι μόνο δεν είχε μυηθεί στη Φιλική Εταιρεία, αλλά δεν ήθελε καν να ακούσει την λέξη “επανάσταση”.

«Πατριάρχης έταΐρος, ό έστι συνωμότης κατά τής τοΰρκικης εξουσίας, δέν ήτο, κα’ι όχι μόνον ουδόλως ένθάρρυνε τήν έλληνικήν έθνεγερσίαν, άλλά πάντοτε έπέτρεπε τοΰς πρός οΰς διελέγετο φιλεπαναστάτας, θεωρών έθνοφθόρον τό τοιοΰτον τόλμημα».

H εξουσία του κλήρου, μετά την επανάσταση είχε σχεδόν εκμηδενισθεί. Και αυτό εξαιτίας της συνεργασίας του με τους Τούρκους. Oi κοτζαμπάσηδες και ο κλήρος σύρθηκαν υποχρεωτικά με το μέρος των επαναστατών, γιατί είχε γίνει φανερό πια ότι οι Τούρκοι είχαν αποφασίσει την εξόντωσή τους. H προσχώρηση των κοτζαμπάσηδων και του ανώτερου κλήρου στην Επανάσταση δεν ήταν αυθόρμητη. Ήταν κατάσταση ανάγκης για όλους αυτούς. Ήταν ζήτημα ζωής ή θανάτου.

«H σκανδαλώδης σε ανηθικότητα διαγωγή του κλήρου τον είχε αποξενώσει από το ποίμνιο, ενώ οι ανελεύθερες ιδέες του, η εχθρότητά που έδειξε αρχικά εναντίον του επαναστατικού κινήματος, προκάλεσαν την καταφρόνηση του καλύτερα πληροφορημένου τμήματος του έθνους».

Φυσικά ο Millingen αναφέρεται στον ανώτερο κλήρο. O ανώτερος κλήρος αποτελούσε μία αριστοκρατική ομάδα που επέβαλε ζυγό στον τράχηλο των Ελλήνων, καταπιεστικό όσο σχεδόν και του πασά. Για να εξασφαλίσει ο επίσκοπος την προστασία των τουρκικών αρχών πρόσφερε δώρα κάθε χρόνο με δαπάνες φυσικά του ποιμνίου του και εξαγοράζοντας σιωπηρά την ατιμωρησία, μπορούσε να ικανοποιεί ανενόχλητα τις αρπακτικές του επιθυμίες ή αν είχε μεγάλες φιλοδοξίες να συσσωρεύει πλούτη που θα του χάριζαν μια πλουσιότερη επισκοπή, ακόμη καιτο πατριαρχικό αξίωμα, το οποίο έπαιρνε ο μεγαλύτερος πλειοδότης.

Γιατί οι “κοσμοπαπάδες”, όπως αποκαλεί τους λαϊκούς παπάδες των χωριών, ζούσαν και αυτοί τη μίζερη ζωή των συγχωριανών τους. Για να επιβιώσουν δούλευαν χειρωνακτικά, όπως ακριβώς και οι υπόλοιποι πολίτες. «H φτώχια, η εξαθλίωση και η αμάθειά τους δεν επέτρεπαν την ελάχιστη επιρροή πάνω στον λαό. Έτσι γίνονταν παθητικά όργανα στα χέρια του ανώτερου κλήρου. Αντίθετα οι ιεράρχες ζούσαν σαν μεγιστάνες. Στις δημόσιες εμφανίσεις τους, η συνοδεία τους ήταν ελάχιστα κατώτερη από την κουστωδία του πασά. H διαγωγή τους και η διαγωγή των μοναχών γενικά ήταν πολύ ανήθικη. Και για να μην αναφέρω άλλους, ο Αρχιεπίσκοπος Άρτας και ο Παπαφλέσσας, καθώς και ο επίσκοπος Μεθώνης και Κορώνης βαρύνονται με κατάφωρα εγκλήματα».

Τις κατηγορίες αυτές υιοθετεί και η Ελληνική Νομαρχία:

« Ή μέν Σΰνοδος, δπου έξοδεΰει διά νά κάμη τόν πατριάρχην οπως θέλει, λαμβάνει εύθύς άπό τόν ίδιον τά δσα έξώδευσεν, όμοίως κα’ι ό πατριάρχης τά ξαναλαμβάνει άπό τους άρχιεπισκόπους, διπλά και τρίδιπλα. Άλλά αύτοί, άφοϋ λάβουν μέρος άπό τους επισκόπους, τά λοιπά πρέπει νά τά έβγάλουν άπό τους χριστιανούς κα’ι είς αύτό μιμοϋνται τοΰς Όθωμανικοΰς διοικητάς τής άρχιεπισκοπής των, άπό τοΰς όποίους είς άλλα δέν διαφέρουσι είμή δτι οί άρχιεπίσκοποι πληρώνουν αΰτοΰς [τοΰς Τοΰρκους] κα’ι αΰτο’ι τοΰς δίδουν τήν άδεια να κλέψωσι δσα ήμποροΰσι. Ό χώρος τών επισκόπων άκολουθεΐ μετά τοΰς άρχιεπισκόπους. Αΰτοϊ πάλι ειναι λΰκοι, χειρότεροι άπό τοΰς πρώτους, έπειδή κυριεΰουσι τοΰς χωρικοΰς κα’ι ίδιώτας. Ανεκδιήγητα ειναι τά άνομήματά τους κα’ι ή σκληρότης των διαπερνά κατά πολλά έκείνην τής ίδίας παρδάλεως».

Και συνεχίζει η Ελληνική Νομαρχία:

«Πώς ζώσιν αυτοί οι άρχιεπίσκοποι είς τάς μητροπόλεις των κα’ι όποΐαι είσίν αί άρεται των; Τρώγωσι κα’ι πίνωσι ώς χοΐροι. Κοιμώνται δεκατέσσαρας ώρας τήν νΰκτα κα’ι δΰο ώρας τήν ήμέρα μετά τό μεσημέρι, λειτουργοϋσι δυο φοράς τόν χρόνον κα’ι όταν δεν τρώγωσι, δεν πίνωσι, δεν κοιμώνται, τότε κατεργάζονται τά πλέον άναίσχυντα κάί ουτιδανά έργα όποϋ τινάς ήμπορεΐ νά στοχασθή. Ό Άρτης, ό Γρεβενών κα’ι ό Ίωαννίνων ειναι οί πρώτοι προδόται τοϋ τυράννου, καθώς όλοι τό γνωρίζουσι. Ό ΰστερος άπό αΰτοΰς ίκέτευσεν τόν τΰραννον και έκοΰρευσε τόν έγγονά του ώς να τοϋ έγίνετο νουνός. Ό Άρτης ήπάτησεν κα’ι έπρόδωσεν τοΰς ήρωας Σουλιώτας. Ειναι δέ κα’ι οί τρεΐς άσελγεΙς, άσωτοι είς άκρον, μοιχοί, πόρνοι, κα’ι άρσενοκοϊται φανεροί. Κα’ι ούτως είς τον βόρβορον τής άμαρτίας κα’ι εις τήν ίδίαν άκρασίαν θησαυρίζουσι χρήματα κα’ι οί αναστεναγμοί τοϋ λαοΰ ειναι πρός αύτοϋς τόσοι ζέφυρες».

Και παρακάτω :

«Δεν ειναι κρύφον, άλλ’ όλοι τό ήξεύρουν ότι είς τά Ίωάννινα οί πνευματικο’ι άναφέρουσι κάθε ύπόθεσιν όποϋ άκούουσιν άπό τοϋς χριστιανοϋς είς τόν άρχιερέα κα’ι αύτός εύθϋς κάμνει ένα κατάλογόν με προσθήκην κα’ι τόν προσφέρει τοϋ τυράννου, είς τρόπον όπου ή έξομολόγησις ειναι τήν σήμερον έν μέσον προδοσίας».

O Αρχιεπίσκοπος Άρτας Πορφύριος, που αναφέρεται παραπάνω, στην εποχή της Επανάστασης πήρε το μέρος του Μαυροκορδάτου και βυσσοδομούσε σε βάρος του Κολοκοτρώνη και των άλλων οπλαρχηγών. Σε μία συνάντηση που είχε με τον Κολοκοτρώνη, φαίνεται να τον απείλησε, στηριζόμενος στις πλάτες του φίλου του Μαυροκορδάτου, για να πάρει την απάντηση από το λιοντάρι του Μοριά:

«Μη μου βροντάς εμένα το πόδι παπά, γιατί βροντώ το σπαθί και σου παίρνω το κεφάλι».

Επίσης σύμφωνα με την μαρτυρία του Βλαχογιάννη, που την αναφέρει ο ιστορικός της επανάστασης Κασομούλης, διάβασε συγχωρητική ευχή στους τάφους των δολοφόνων του Καποδίστρια.

O Γάλλος περιηγητής Bartholdy, επισημαίνει τον ιδίαιτερα αρνητικό ρόλο των μοναστηριών και του μοναχικού βίου στην εξέλιξη του νέου ελληνισμού.

«Αυτοί οι καλόγεροι καλλιεργούν κάθε δεισιδαιμονία, επιτρέπουν κάθε δολιότητα, καταδιώκουν τους φωτισμένους ανθρώπους. Όσες φορές βρέθηκα πλάι σε καλόγερους διαπίστωσα, με ελάχιστες εξαιρέσεις, πως είναι ιδιοτελείς, φιλοχρήματοι, μοχθηροί, απελέκητοι και απίθανα ρυπαροί. Είναι βδέλλες που απομυζούν το αίμα του λαού και βρίσκουν πάντοτε τον τρόπο να αρπάζουν για λογαριασμό τους το καλύτερο».

O ίδιος επισκέπτεται μοναστήρι της Χίου και βρίσκει τα βιβλία στην αποθήκη ανάμεσα σε λάδια, τυριά και άλλα τρόφιμα, πνιγμένα στη σκόνη. Στο μοναστήρι του Αγίου Ιακώβου στην Πάτμο, ρώτησε τον ηγούμενο αν υπήρχαν στη μονή χειρόγραφα και πήρε την εξής απάντηση:

«Θεός φυλάξοι! Εμείς είμαστε ορθόδοξοι και όσα έγραψαν αυτοί οι Ελληνοβριοί, όλο αιρετικά πράγματα, τα κάψαμε».

O κλήρος είχε εντελώς εξαχρειωθεί. Στα Γιάννενα ήταν όργανο του πασά. O Αλής χρησιμοποιούσε τους δεσποτάδες για να ελέγχει καλύτερα τους υπηκόους του. «Κι έτσι οι Έλληνες ήταν διπλά υποδουλωμένοι, διπλά καταπιεσμένοι και ηθικά εξουθενωμένοι».

Αναρίθμητα τα χρονικά και αμέτρητες οι μαρτυρίες για τη στάση του κλήρου. Εχθρικός σε κάθε προοδευτικό δάσκαλο, εχθρικός του διαφωτισμού και της αναγέννησης. Oi δάσκαλοι που επιχειρούσαν να φωτίσουν το Γένος, να μεταλαμπαδεύσουν τις νέες ανθρωπιστικές και δημοκρατικές ιδέες της Ευρώπης στην Ελλάδα, αντιμετώπιζαν λυσσαλέο διωγμό από την ηγεσία της Εκκλησίας. «Κάθε προοδευτική, νεωτεριστική, εθνοπαιδευτική προσπάθεια, η εισαγωγή εκσυχρονισμένων συστημάτων και η διδασκαλία των επιστημών χαρακτηρίζονταν από τους φωτοσβέστες ανώτερους κληρικούς και τα όργανά τους επιβουλή του Σατανά, της αθεϊας παρακίνηση…» αφού «Οί Νεύτωνες και οί Καρτέσιοι κα’ι τά τρίγωνα κα’ι αί φυσικαί έπιστήμαι και τά τοιοϋτα έφεραν άδιαφορίαν πρός τά θεια».

Στα Γιάννενα εμπόδια για τη λειτουργία των σχολείων παρενέβαλλε η Εκκλησία και όχι ο Αλή Πασάς. H διδασκαλία του Βολταίρου προκαλούσε υστερία. Tov σπουδαίο δάσκαλο της σχολής Ιωαννίνων Ψαλλίδα, έσωσε από τον αφορισμό και την κατηγορία για αθεΐα και τον προστάτευσε ο ίδιος ο Αλή πασάς. Δεν συνέβη, όμως, το ίδιο και για τον νεωτεριστή και φωτισμένο δάσκαλο Γεώργιο Σουγδουρή που πρωτοδίδαξε στα Γιάννενα, Φυσική και Φιλοσοφία, τον οποίο αφόρισε ο μητροπολίτης Κλήμης. O περίφημος Μεθόδιος Ανθρακίτης, ο πρώτος που δίδαξε συστηματικά Γεωμετρία, Άλγεβρα και Τριγωνομετρία στην Ελλάδα, χαρακτηρίστηκε, εξ αυτού του λόγου άθεος, καθαιρέθηκε -ήταν ιεροκήρυκας- και η διδασκαλία του αφορίστηκε από τον πατριάρχη Ιερεμία Γ. O άλλος γίγαντας των ελληνικών γραμμάτων κληρικός Ευγένιος Βούλγαρις που δίδασκε Φυσική και έκανε πειράματα, κατηγορήθηκε για αθεΐα και υποχρεώθηκε να ανακαλέσει.

O μεγάλος Γάλλος φιλόσοφος και συγγραφέας Βολταίρος ήταν το κόκκινο πανί για την Εκκλησία, εξ αιτίας της διδασκαλίας του, ότι για να γίνει ο άνθρωπος ευτυχισμένος έπρεπε να απαλλαγεί από τα δεσμά της θρησκείας, πηγής κάθε φανατισμού, από τη μεταφυσική θεώρηση των πραγμάτων, πηγής επίσης δυστυχίας για τον άνθρωπο, από τα δόγματα, την κληρικοκρατία, τους λειτουργούς κάθε θρησκείας και τις λειτουργίες της και να αμφισβητήσει τα πολιτικά καθεστώτα. Αυτόν λοιπόν τον καταξιωμένο παγκόσμια φιλόσοφο, έρχεται να τον αντικρούσει, ποιός νομίζετε; O Κύπριος… γίγαντας του πνεύματος καλόγερος Σέργιος!

Ακούστε με ποιον τρόπο και με ποια επιχειρήματα αντικρούει τον Βολταίρο: «Είναι αμαθής ιστορικός, συγκεχυμένος λογοποιός, αδιανόητος διαλεκτικός, χυδαιότατος φρονηματίας, ασυλλόγιστος γεωγράφος, χρονολογικός ταραξίας, αναιδέστατος ψεύτης, αδιάκριτος κριτικός, ακατάστατος συγγραφεύς, ασυνετος, φλύαρος, ψευδώνυμος φιλόσοφος, αηδέστατος κωμωδός και βδελυρός αδολέσχης, πάντολμος τολμητίας, κακεντρεχέστατος άθεος, και των ασεβών απάντων εξωλέστατος, του σύμπαντος χρόνου αφρονέστατον έκτρωμα, καιτης εσχάτης απονοίας αντάρτης του Θεού και των αγίων γραφών».

Τώρα μάλιστα. Έτσι μπράβο Σέργιε. Tov ξέσκισες τον Βολταίρο. Από βρισιές σκίζεις. Δεν έχεις το ταίρι σου. Βρισιές και κατάρες. H ειδικότητα του κλήρου. To 1819 ο πατριάρχης Γρηγόριος ο E’ με εγκύκλιό του στρέφεται ανοικτά κατά της διδασκαλίας των Θετικών Επιστημών και της Φιλοσοφίας και το μόνο που δέχεται είναι η γνώση μίας στείρας γραμματικής και των απλών πράξεων της αριθμητικής.

Ιδού η εγκύκλιος: «Έπιπολάζει ενιαχού μιά καταφρόνησις περι τά Γραμματικά μαθήματα και διόλου παράβλεψις περι τάς Λογικάς και ‘Ρητορικάς τέχνας, και περι αύτήν έπι πάση τήν διδασκαλίαν τής ύψηλοτάτης Θεολογίας, προερχομένη έκ τής ολοτελούς άφοσιώσεως μαθητών όμου και διδασκάλων είς μόνα τά μαθηματικά κα’ι τάς έπιστήμας, και άδιαφορία είς τάς παραδεδομένας νηστείας, προκΰπτουσα έκ τινών διεφθαρμένων άνδραρίων, τά όποΐα καθώς τά ζιζάνια μεταξύ τοΰ καθαροΰ σίτου, ούτω κα’ι αύτά μεταξΰ τών πεπαιδευμένων τοΰ Γένους άνεφύησαν, πλανώμενα ΰφ’ αύτών κα’ι πλανώντα τοΰς άφελεστέρους κα’ι άπεριφράκτους τήν διάνοιαν».

H τοποθέτηση αυτή του πατριάρχη κάνει τον Κοραή να δηλώσει ότι: «Περισσότερον ήθελε ώφελήσει τό Γένος σήμερον όστις καίει, παρά όστις γράφει Γραμματικάς».

ΔΕΣ

Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ ΤΟΥ 1821

Ο αφορισμός της Επανάστασης του 1821 από την Εκκλησία

ΠΑΝΗΓΥΡΙΚΟΣ ΤΗΣ 25ης ΜΑΡΤΙΟΥ 1821

Ο ΠΑΝΗΓΥΡΙΚΟΣ ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ

(Υπό του Υποστρατήγου ε.α. Θεοδώρου Ποτέα)

Η 25η ΜΑΡΤΙΟΥ 1821

Η 25η Μαρτίου είναι η ημέρα της Ελληνικής μεγαλουργίας, την οποίαν όλος ο εντός και εκτός της Ελλάδος Ελληνισμός εορτάζει και πανηγυρίζει με Εθνικήν συγκίνηση και ακράτητον Εθνικόν ενθουσιασμόν. Είναι η ημέρα, η χαρμόσυνη και ιστορική, η οποία συμπυκνώνει όλον το ιστορικόν νόημα του Ελληνικού γένους και αποτελεί ανεξάντλητη πηγή ζωής δια τον Ελληνισμόν και δίδαγμα μέγα δια την ανθρωπότητα. Είναι η ημέρα, η οποία όσος χρόνος κι αν παρέλθει, θα παραμένει εσαεί, φωτιζομένη από το ανέσπερον φως του παγκοσμίου θαυμασμού και θα αποτελεί δι’ όλους τους Έλληνας «εορτήν εορτών και πανήγυριν πανηγύρεων».

Είναι η αθάνατη εκείνη ημέρα, που υπενθυμίζει το μεγαλύτερον Εθνικόν γεγονός του 19ου αιώνος και που περικλείει ανάγλυφη την ιστορίαν του αιωνίου και ενδοξοτάτου Ελληνικού Έθνους. Του Έθνους, το οποίον υπερήφανον και περιβεβλημένον αειθαλείς δάφνες δόξης και τιμής, αλλά και κατάφορτον θυσιών παγκοσμίου απηχήσεως, βαδίζει θεία βουλήσει και δυνάμει, τον δρόμον των μεγάλων του πεπρωμένων και προσβλέπει πάντοτε με ευγνωμοσύνη προς τους ήρωας και συντελεστάς της μεγαλοδόξου ιστορικής σταδιοδρομίας του.

Είναι η ημέρα, την οποίαν από τα βάθη των αιώνων, η ανταύγεια της Σαλαμίνος, του Μαραθώνος και των Πλαταιών χαιρετίζει με έκφραση ευγνωμοσύνης εκείνων, που εκληροδότησαν την βαρείαν Ελληνική κληρονομιά προς τους χτεσινούς ήρωας, την μνήμη των οποίων θα αναπολήσει και εορτάσει αύριον ολόκληρος η Ελλάς.

«Ελλάς Ανάστα Χαίρε! ».

«Ήλθεν η ώρα πλέον, όπως απαλλαγής των δεσμών σου και ελευθερωθής από τον δυσβάστακτον της δουλείας σου ζυγόν, υπό τον οποίον επί τέσσαρας αιώνας εστέναζες ».
 
Αλήθεια! Τι ιερώτερον, τι τιμιώτερον αλλά και τι πολυτιμότερον μπορεί να υπάρξη δια το Ελληνικόν Έθνος από την ημέραν αυτήν; 

Ποίος Έλλην αγνοεί και τίνος την μνήμην διαφεύγει το γεγονός ότι η Ελληνική φυλή, η υπερασπίσασα την απολίτιστη και βάρβαρη τότε Ευρώπη επί χίλια εκατόν χρόνια ως Ανατολική Ρωμαική Αυτοκρατορία και ακολουθούσα πάντα τον δρόμον των μεγάλων της ιδανικών, έφθασε μέχρι του έτους 1453, οπότε και έπεσε; Έπεσεν υπό τα αδιάκοπα κτυπήματα των αιώνων και της αγνωμοσύνης της τότε Ευρώπης.

Από της μοιραίας εκείνης ημέρας, Τρίτης 29ης Μαΐου 1453, η Ελλάς ολόκληρη, περιέπιπτεν ημιλιπόθυμος εις την αφάνεια και τον απελπισμόν. Από τότε, διεγράφετο από τον κατάλογον των κρατών και εκοιμάτο κάτω από τα ερείπια ενός ενδόξου και λαμπρού παρελθόντος. Από της ζοφεράς εκείνης νύκτας της πτώσεως, άρχισε να απλώνεται επί του Έθνους μας η δουλεία και η δυστυχία και ένα σκοτάδι γεμάτο πόνους και δοκιμασίες να περιβάλλη την αδάμαστη φυλή μας.


Και η άλλοτε ένδοξη και υπερήφανη Ελλάς, η διδάξασα τον κόσμον και διαδώσασα παντού ανα τον κόσμον, τα φώτα της προόδου και του πολιτισμού, περιέπιπτε σε βαθύ σκοτάδι δουλείας.

Η Ελλάς, που κατά το διάστημα της τρισχιλιετούς σταδιοδρομίας της επί της ιστορικής σκηνής, υπήρξε το παγκόσμιον διδακτήριον των αιώνων, ο βωμός της ακτινοβολίας του πνεύματος, από το οποίον εφωτίζετο και εθερμαίνετο ολόκληρος η πνευματική ανθρωπότης ωδηγείτο τώρα, στενάζουσα και καταφρονημένη, προ του κατακτητού. Ωδηγείτο με δεμένας τας χείρας, με πληγωμένους τους πόδας και με σκεπασμένη από καπνούς και στάχτη την κεφαλή της, όπου άλλοτε έφερεν υπερήφανα το διπλούν διάδημα της σοφίας και της τέχνης.

Η Ελλάς, η βασίλισσα του πνευματικού κόσμου, που ανέκαθεν με την πέννα του πνεύματος εις το ένα χέρι της και με το ξίφος της δίκης εις το άλλο, άνοιγε τον πλατύ δρόμο του πολιτισμού και της ελευθερίας, δια να τον παραδώσει εις την υποανάπτυκτη τότε ανθρωπότητα, ωδηγείτο τώρα αιχμάλωτη, φέρουσα επί της κεφαλής της, αντί στεφάνου δόξης και τιμής, τον ακάνθινον του μαρτυρίου στέφανον.

Και χαμηλώνουσα τα λευκά και πληγωμένα φτερά της δόξης της, εις μάτην προσπαθούσε να σκεπάση και προστατεύση τα αγαπημένα τέκνα της, που περιεπλανώντο εδώ κι εκεί, ανά τα σπήλαια των βουνών, τα κύματα των θαλασσών και τας αφιλοξένους αυλάς των ξένων, φέροντα καταφανή επί του μετώπου των, τα ίχνη της δουλείας και της ντροπής.

Μάνα φωνάζει το παιδί και το παιδί η Μάνα. Όμως, δεν έχει η Μάνα πια παιδί και το παιδί γονέους. Τα σκλαβωμένα Ελληνόπουλα, σύροντα τις αλυσίδες της σκλαβιάς των, ατένιζον πάντοτε με ελπιδοφόρο βλέμμα προς την ελευθερία.

Η κατάσταση αυτή της δουλείας, διήρκεσε δυστυχώς περίπου τέσσαρας αιώνας. Η Ελλάς εφαίνετο, ότι είχε πλέον τελείως εξαφανισθή από το πρόσωπον της γής. Εφαίνετο, ότι είχε τελείως καταποντισθή, υπό τα κύματα της Ιστορίας, όπως τόσοι άλλοι λαοί και ότι παρέμενε μόνον, ως μία ιστορική και γεωγραφική έννοια.

Και αυτοί ακόμη, οι αγνώμονες Χριστιανικοί λαοί της Δύσεως, οι φωτισθέντες και εκπολιτισθέντες από τον Ελληνισμόν, ενόμιζον ότι κάτω από τα ερείπια της βασιλίδος των πόλεων, είχε πλέον ταφή δια παντός και ολόκληρος ο Ελληνισμός. Ο Ελληνισμός εκείνος, του οποίου ο πολιτισμός εκυμάτιζεν επί χιλιετίας επί των επάλξεων της ανθρωπότητος, του οποίου το υπέροχο πνεύμα εχώρισε τον κόσμον εις πολιτισμένον και βάρβαρον και είχε στήσει τόσα και τόσα τρόπαια εις τα πεδία του πνεύματος και εις τα τοιαύτα των μαχών.

Πόσον όμως ηπατήθησαν και πόσον επλανήθησαν, διότι δεν αποθνήσκουν εύκολα οι λαοί εκείνοι, τους οποίους εμπνέει και θερμαίνει αιώνων δόξα, παραδόσεις ευγενείς και ιδεώδη μεγάλα. Καταστρέφονται και αποθνήσκουν οι λαοί, που δεν έχουν ιστορίαν και εθνικά ιδανικά. Όχι όμως και οι Έλληνες, που έχουν αποστολήν και διαθήκην ιεράν, γραμμένη με αίμα ηρώων.


Δια τούτο, μέσα εις την ψυχήν των υποδούλων Ελλήνων ο πόθος της ελευθερίας, ποτέ δεν έσβησε, διότι ήτο αυτή δια τον Έλληνα ο αιώνιος και ακατάλυτος νόμος, το θεμελιώδες συστατικόν του πολιτισμού του. Δεν κατόρθωσαν να τον εξαλείψουν ούτε ο χρόνος, ούτε το φρικιαστικό παιδομάζωμα, μα ούτε και το θέαμα των πυρπολουμένων σπιτιών. Αι διηγήσεις, οι θρύλλοι και oι προφητείες συντηρούσαν εις την Ελληνικήν ψυχήν ακοίμητον τον πόθον της ελευθερίας.

«Μη σκιάζεστε στα σκότη» ενθάρρυναν τα Ελληνόπουλα, οι μπροστάρηδες στον μετέπειτα αγώνα, ήρωες, η λευτεριά σαν της αυγής το φεγγοβόλο αστέρι, της νύχτας το ξημέρωμα θα φέρει».
 
Και νά! Η ιστορική ώρα εσήμανε. Ιδού! Έφθασεν η ευλογημένη εκείνη ημέρα, η 25η Μαρτίου του 1821, που η προνομιούχος του κόσμου φυλή, η ουδέποτε νεκρωθείσα, ανεκαλείτο και πάλιν, από την νεκροφάνειαν εις την ζωήν, από την δουλείαν εις την ελευθερίαν. Και όπως λέγει και ο ποιητής δια την Ελληνικήν ψυχήν:

«Δεν χάνομαι στα τάρταρα, μονάχα ξαποσταίνω, 
στη ζωή ξαναφαίνομαι και λαούς Ανασταίνω…».
 
Τούτο κι έγινε! Ο Ελληνικός λαός, κληρονόμος και θεματοφύλακας του γνησιωτέρου πνευματικού θησαυρού της ανθρωπότητος, εκαλείτο να αγωνισθή εναντίον μιάς Οθωμανικής Λερναίας Ύδρας, της οποίας η κεφαλή εδροσίζετο εις τον Δούναβιν και οι πόδες της εκαίοντο εις τας αμμώδεις εκτάσεις της Αφρικής.

Ιδού ανέτειλεν η 25η Μαρτίου του 1821, που η φλόγα της ελευθερίας εφούντωσε και εφώτισεν ολόκληρη την Ελλάδα. Παντού αντήχησεν η αθάνατη Ελληνική κραυγή: «Ελευθερία ή Θάνατος!». Και εξηγέρθησαν όλοι οι Έλληνες, εις μίαν υπεράνθρωπη προσπάθεια, οι δούλοι κατά το σώμα, αδούλωτοι όμως κατά την ψυχήν και το φρόνημα δια να δώσουν το παρόν εις το προσκλητήριον της Ιστορίας και να αποτινάξουν τον τουρκικόν ζυγόν. Ήταν ένα «ΟΧΙ άλλο πιά, στη στεριά δεν ζεί το ψάρι, ουτ΄ανθός στην αμμουδιά». Τα αθάνατα Ελληνόπουλα, έχοντα συναίσθηση της βαριάς κληρονομιάς των πολεμούσαν τον κατακτητήν και τα χείλη των εψέλιζαν:

«Ώ γενναίοι του Λεωνίδα, για ξανάλθετε σε μας, τα παιδιά σας θέλ’ ιδήτε πόσο μοιάζουνε με σας!».
 
Και μη νομίσετε ότι, επεδόθησαν εις τον αγώνα των, από απελπισίαν ή παραφροσύνη, έστω κι αν η λογική απέκλειε κάθε πιθανότητα νίκης. Όχι! Οι άνθρωποι αυτοί, είχαν μίαν πρωτοφανή και ακαταμάχητον αυτοπεποίθηση, η οποία εξεχύνετο αυθόρμητα και ανεξάντλητα από τα βάθη της ελληνικής ψυχής. Οι καλλιεργούντες το εύοσμον της ελευθερίας δένδρον αρματωλοί και κλέφτες, σαν αετοί πετούν, με φλογισμένη την καρδιά από της Πατρίδος την ελευθερία, προσπαθούντες να καλύψουν εντός ολίγου το ιστορικόν χάσμα τετρακοσίων ετών.


Σφίγγουν στα χέρια των τα καρυοφύλλια και δημιουργούντες Σαλαμίνες και νέους Μαραθώνες, τολμούν πράγματι το αδιανόητον και εκτελούν το αφάνταστον. Ο ηρωισμός, η θυσία και τα κατορθώματα των συντελεστών του Εθνοσωτηρίου εκείνου πατριωτικού ξεσηκωμού όπως: Του πολέμαρχου Οδυσσέα Ανδρούτσου, ο οποίος μετέβαλλε το πλινθόκτιστο εκείνο Χάνι της Γραβιάς εις φρούριο απόρθητο και παρημπόδισε την εισβολή του Ομέρ Βρυώνη εις Πελοπόννησον. Του οπλαρχηγού Αθανασίου Διάκου, ο οποίος αντέστει ηρωικώς παρά την γέφυρα του Σπερχειού εις Αλαμάνα και ο οποίος πριν θανατωθή κατά τρόπον οικτρόν, εψέλισε το αμίμητον εκείνο:

«Για δες καιρό, που διάλεξε ο Χάρος να με πάρη,
τώρα π’ ανθίζουν τα κλαριά και βγάζ’ η γη χορτάρι…».
 
Του παράτολμου πυρπολητή Κωνσταντίνου Κανάρη, ο οποίος υψώνων πυρίνην ρομφαίαν επί των εχθρικών πλοίων κατηύγαζε τις Ελληνικές θάλασσες και συνεκίνει ολόκληρον την Ευρώπη. Των νεαρών Ιερολοχιτών, οι οποίοι , δια πρώτην φοράν τότε, ελάμβανον το όπλον εις χείρας των, βέβαιοι όμως πως ''θέλει αρετήν και τόλμην η Ελευθερία'', αντέστησαν καρτερικά εις το Δραγατσάνι και εις τον τάφον των οποίων κατόπιν ο ποιητής, εσκόρπισε τα ωραιότερα άνθη της τέχνης του ειπών:

«Ας μη βρέξη ποτέ το σύννεφο
κι ο άνεμος σκληρός, ας μη σκορπίση 
το χώμα το μακάριο που σας σκεπάζει…».

Και τόσων άλλων, δείχνουν το μεγαλείον της Ελληνικής ψυχής και αποτελούν τα ωραιότερα παραδείγματα καθήκοντος προς την πατρίδα. Ουδεμία λοιπόν ιστορία, έχει να επιδείξει τοιαύτα κατορθώματα αυτοθυσίας και ηρωισμού.Και όποιος θέλει να εύρη μεγαλουργήματα εφάμιλλα, πρέπει και πάλιν τας δέλτους της Ελληνικής Ιστορίας να ξεφυλίση. Το περιφρονητικόν «Μολών λαβέ» του Λεωνίδα γίνεται η ηρωική απάντησις του Διάκου εις τα ίδια στενά: 

« Σκυλιά, κι αν με σουβλίσετε, ένας Γραικός εχάθη.
Εγώ Γραικός γεννήθηκα, Γραικός και θα πεθάνω!».
 
Και ήδη καιρός να σταματήσωμεν εις το σημείον αυτό και καλούμεθα όπως, Στώμεν Ευλαβώς, Στώμεν μετά θαυμασμού πρό της αιωνίου Ελλάδος, πρό της 25ης Μαρτίου του 1821, ήτις αποτελεί το φωτεινόν μετέωρον της δόξης και της τιμής. Χωρίς τους αγώνας αυτών, θα είχομεν καταποντισθή μέσα εις τας θύελλας και τους κυκλώνας της ιστορίας, όπως τόσοι άλλοι λαοί, οι οποίοι απώλεσαν και γλώσσα και εθνικήν συνείδησιν και ιδίαν εθνική οντότητα.

Χωρίς αυτόν τον ξεσηκωμόν που έκαμαν οι πατέρες μας, πολεμώντας πιστοί εις τας παραδόσεις των Θερμοπύλων, ένας εναντίον εκατό, πεζοί εναντίον καβαλλαρέων, κλεφτουριά εναντίον οργανωμένων στρατών, μπουρλότα εναντίον πολυκρότων ναυαρχίδων, θα είμαστε ακόμη σήμερα υποανάπτυκτοι, ταπεινωμένοι ραγιάδες.

Συνεπώς, αν εμείς υπάρχωμεν σήμερα ως κράτος ελεύθερον και κατέχωμεν θέσιν έντιμον και σεβαστήν εις τον κόσμον, αν αναπνέωμεν τον καθαρόν αέρα της ελευθερίας, απηλλαγμένοι του εφιάλτου της δουλικής υποτελείας και αν βλέπωμεν την κυανόλευκον θροιζομένην από την αύραν της ελευθερίας, το οφείλομεν εις τον ηρωισμόν και την αυτοθυσίαν εκείνων, οι οποίοι δια της θυσίας των καθηγίασαν τον αγώνα, ετόνισαν την ηθική του σημασίαν δια τον Ελληνισμόν, αλλά και την αξία του δια την μετέπειτα πορείαν του Έθνους.


Δι’ αυτόν τον λόγον, αυτήν την τρισμέγιστη ημέρα, πρέπει να θυμόμαστε τους προσφάτους προγόνους μας, με αισθήματα βαθυτάτης ευγνωμοσύνης. Να τους απονέμουμε κάθε δόξα και τιμή και με φανατισμόν να τους επαναλαμβάνουμε σταθερά μίαν υπόσχεση: «δεν θα προδώσουμε την ιστορία τους». 

Ένα μόνον είναι λυπηρόν, που δεν εγεννήθη ακόμη εις την νεωτέραν Ελλάδα ένας ιστορικός, ένας νέος Θουκυδίδης ή ένας Όμηρος δια να αποθανατίση εις αναγλύφους εκφράσεις τα κατορθώματα εκείνων, οι οποίοι ηγωνίσθησαν δια να μας κληροδοτήσουν ό,τι πολυτιμότερον και προσφιλέστερον έχει ο άνθρωπος: «πατρίδαν ελευθέραν», χάριν της οποίας, η υπερτάτη του ανθρώπου θυσία αποτελεί ιερόν χρέος, προς τις ιστορικές και Ελληνορθόδοξες καταβολές μας, τις οποίες πρέπει να σεβόμαστε.

Προς αυτούς λοιπόν, τους πρώτους σημαιοφόρους των ελευθεριών του Ευρωπαικού κόσμου, τους συντελεστάς της ελευθερίας μας, τους ενδόξους προμάχους και ελευθερωτάς της πατρίδος μας, τους οποίους η μοίρα θέλησε να οδηγήση εις την αθανασίαν από την πύλην της ωραιοτέρας θυσίας, ας στρέφωμεν ευλαβώς την φαντασία μας. Άς κλίνωμεν ευλαβώς το γόνυ προ αυτών και τας ιεράς σκιάς των ας τας ραίνωμεν διαρκώς με τα αμάραντα και αθάνατα της ευγνωμοσύνης μας άνθη.

Δόξα λοιπόν, τιμήν και ευγνωμοσύνην εις την μνήμην όλων εκείνων, οι οποίοι συνετέλεσαν εις την ανάσταση και το μεγαλείον του Έθνους μας, οι αγώνες των οποίων τονίζουν έντονα το καθήκον μας να παραμείνουμε πιστοί στις προγονικές μας αρχές και αξίες και να υπερασπισθούμε με πάθος και αυταπάρνηση « τοις κείνων ρήμασι πειθόμενοι » ό,τι εκείνοι με την θυσία των μας παρέδωσαν. Ιδιαίτερα σήμερα, που τα Εθνικά μας θέματα βρίσκονται «επί ξυρού ακμής, οι δε καιροί, ου μενετοί». Τους το υποσχόμεθα και θα αναφωνούμε πάντοτε μετά του ποιητού:

«Χίλιες φορές αθάνατοι, πατέρες Τουρκομάχοι,
Σεις που τον Μάρτη κάματε, μια τέτοια σχόλη ν’άχη!».
 
Τελειώνοντας, ένα ακόμη λόγο έχω να σας πω, δεν έχω άλλον κανένα.

«Μεθύστε με το αθάνατο κρασί του εικοσιένα!».

ΘΕΟΔΩΡΟΣ ΠΟΤΕΑΣ 
(Υποστράτηγος ε.α.)

Ηρέμησε το άγχος σου

Όσο συλλογιζόμαστε ένα πρόβλημα —όσο δηλαδή το σκεφτόμαστε εποικοδομητικά, πράγμα που μπορεί να μοιάζει με ανησυχία — μπορεί να εμφανιστεί μια λύση. Και πράγματι, η αντίδραση που βρίσκεται πίσω από την ανησυχία είναι η επαγρύπνηση για τον πιθανό κίνδυνο, η οποία είχε ουσιαστική σημασία για την επιβίωση στην πορεία της εξέλιξης των ειδών. Όταν ο φόβος διεγείρει το συγκινησιακό εγκέφαλο, ένα μέρος του άγχους που προκύπτει εστιάζει την προσοχή στην επικείμενη απειλή, αναγκάζοντας το νου να βασανίζεται με το πώς πρέπει να χειριστεί και να αγνοήσει κάθε τι άλλο για την ώρα. Η ανησυχία είναι, με μια έννοια, μια «πρόβα» του τι μπορεί να πάει στραβά και πώς θα το αντιμετωπίσουμε. Το καθήκον της ανησυχίας είναι να προτείνει θετικές λύσεις στους κίνδυνους της ζωής, προνοώντας πριν αυτοί συμβούν.

Εκείνη που είναι δύσκολο να αντιμετωπιστεί είναι η χρόνια και επαναλαμβανόμενη ανησυχία, το είδος που ανακυκλώνεται αδιάκοπα και που ποτέ δε φθάνει τελικά σε μια θετική λύση. Μια εκ του σύνεγγυς ανάλυση της χρόνιας ανησυχίας εμφανίζει όλα τα στοιχεία μιας μικρής έκτασης «συγκινησιακής πειρατείας». οι ανησυχίες μοιάζουν να έρχονται από το πουθενά, είναι ανεξέλεγκτες, γεννούν ένα σταθερό βουητό άγχους, είναι απροσπέλαστες από τη λογική, και αιχμαλωτίζουν τον ανησυχούντα σε μια μονόπλευρη, άκαμπτη άποψη του ζητήματος που προκαλεί την ανησυχία.

Όταν αυτός ο κύκλος της ανησυχίας εντείνεται και επιμένει, στο τέλος καταλήγει σε «νευρωνικές πειρατείες», μετατρέπει δηλαδή την ανησυχία σε μιας μορφής αγχωτική διαταραχή. φοβίες, έμμονες ιδέες και ιδεοψυχαναγκασμοί, κρίσεις πανικού. Σε καθεμιά από αυτές τις διαταραχές η ανησυχία εντοπίζεται με ξεχωριστό τρόπο. Για τον νευρωτικό, τα άγχη καθηλώνονται στην κατάσταση που προκαλεί το φόβο. Για όποιον διακατέχεται από έμμονες ιδέες, η ανησυχία εστιάζεται στην πρόληψη κάποιας επαπειλούμενης καταστροφής. Σε περιπτώσεις πανικού, οι ανησυχίες μπορούν να επικεντρωθούν στο φόβο του θανάτου ή στην προοπτική έλευσης του ίδιου του πανικού.

Σε όλες αυτές τις καταστάσεις ο κοινός παρονομαστής είναι το αμόκ που κρίνει αυτή την ανησυχία. Για παράδειγμα, μια γυναίκα που έκανε θεραπεία για μανιοκαταθλιπτικές διαταραχές ακολουθούσε μια τελετουργική διαδικασία η οποία απασχολούσε τον περισσότερο χρόνο της. έκανε σαρανταπεντάλεπτα ντους αρκετές φορές την ημέρα, έπλενε τα χέρια της επί πέντε λεπτά, είκοσι και περισσότερες φορές την ημέρα. Δεν καθόταν αν πρώτα δε σκούπιζε το κάθισμα με οινόπνευμα για να το απολυμάνει. Δεν άγγιζε ούτε παιδί ούτε ζώο —και τα δύο ήταν πολύ «βρόμικα». Όλοι αυτοί οι καταναγκασμοί υποκινούνταν από τον υποκείμενο νοσηρό φόβο της για τα μικρόβια. Ανησυχούσε διαρκώς και πίστευε ότι αν δεν πλενόταν και δεν έκανε όλη αυτή την αντισηψία, θα κολλούσε κάποια αρρώστια και θα πέθαινε.

Μια γυναίκα που είχε υποβληθεί σε θεραπεία για «γενικευμένη διαταραχή λόγω άγχους» —ψυχιατρικός όρος για όσους ανησυχούν μόνιμα— αντέδρασε όταν της ζητήθηκε να εκδηλώσει την ανησυχία της για ένα λεπτό μεγαλόφωνα. Μπορεί να μην το κάνω σωστά αυτό. Μπορεί να είναι τόσο φτιαχτό, που να μη δίνει καμιά ένδειξη γι’ αυτό που συμβαίνει στην πραγματικότητα. Κι εμείς πρέπει να φθάσουμε στην πραγματικότητα, έτσι δεν είναι; Γιατί αν δε φθάσουμε στην αλήθεια, δε θα γίνω καλά. Και αν δε γίνω καλά, δε θα γίνω ποτέ ευτυχισμένη.

Σ’ αυτή τη δεξιοτεχνική περιγραφή μιας ανησυχίας για την ανησυχία, το ίδιο το ζήτημα της ενός λεπτού ανησυχίας εξελίχθηκε και διογκώθηκε μέσα σε ελάχιστα δευτερόλεπτα και μετατράπηκε σε διαπίστωση μιας αξεπέραστης δυσκολίας. «Δε θα γίνω ποτέ ευτυχισμένη». Οι ανησυχίες ακολουθούν τυπικά αυτή την πορεία, έναν εσωτερικό μονόλογο που μεταπηδάει από έγνοια σε έγνοια και σχεδόν πάντα περικλείει την καταστροφολογία, τη φαντασίωση μιας τρομερής τραγωδίας. Οι ανησυχίες σχεδόν πάντα εκφράζονται στο «αφτί» και όχι στο «μάτι» του νου —δηλαδή, με λέξεις και όχι με εικόνες — , γεγονός που είναι σημαντικό για τον έλεγχο της ανησυχίας.

Ο Μπόρκοβετς και οι συνάδελφοι του άρχισαν να μελετούν την ανησυχία καθαυτήν όταν προσπαθούσαν να βρουν μια θεραπεία για τις αϋπνίες. Το άγχος, παρατήρησαν άλλοι ερευνητές, εκδηλώνεται με δύο μορφές. τη γνωστική, ή με ανησυχητικές σκέψεις, και τη σωματική με τα βιοσωματικά συμπτώματα του άγχους, όπως ο ιδρώτας, η ταχυκαρδία ή η μυϊκή ένταση. Το βασικό πρόβλημα με τους πάσχοντες από αϋπνία, ανακάλυψε ο Μπόρκοβετς, δεν ήταν η σωματική διέγερση.

Αυτό που τους κρατούσε ξύπνιους ήταν οι παρεισφρέουσες σκέψεις. Είχαν χρόνιο άγχος και δεν μπορούσαν να πάψουν να άγχονται, όσο κι αν νύσταζαν. Αυτό που ωφέλησε και τους βοήθησε να κοιμηθούν ήταν το ότι πέτυχαν να απομακρύνουν το μυαλό τους από τις έγνοιες τους και να εστιαστούν σε αισθήσεις που επέρχονται από μια μέθοδο χαλάρωσης. Με λίγα λόγια, οι ανησυχίες μπορούσαν να πάψουν με την απόσπαση της προσοχής από αυτές.

Παρ’ όλα αυτά, οι περισσότεροι αγχωτικοί δε φαίνεται να πετυχαίνουν κάτι τέτοιο. Κατά την άποψη του Μπόρκοβετς, αυτό οφείλεται στη μερική αποσαφήνιση της ανησυχίας που ενισχύει πάρα πολύ τη συνήθεια. Κατά τα φαινόμενα, υπάρχουν θετικά στοιχεία στις ανησυχίες. οι ανησυχίες είναι τρόποι αντιμετώπισης πιθανών απειλών και κινδύνων που μπορεί να βρεθούν στο δρόμο του καθενός. Το έργο της ανησυχίας —όταν πετυχαίνει— είναι να δοκιμάσει τους κινδύνους αυτούς και να βρει τρόπους να τους αντιμετωπίσει. Όμως η ανησυχία δε λειτουργεί πάντα τόσο καλά. Νέες λύσεις και καινούριοι τρόποι αντιμετώπισης ενός προβλήματος δεν πηγάζουν αναγκαστικά από την ανησυχία, ιδιαίτερα τη χρόνια. Αντί να βρίσκουν λύσεις σ’ αυτά τα πιθανά προβλήματα, οι αγχωτικοί απλώς κλωθογυρίζουν γύρω από τον ίδιο τον κίνδυνο, και βυθίζονται μέσα στη φρίκη που συνδέεται με αυτόν, ενώ δε λένε να ξεφύγουν από αυτό το μονοπάτι της σκέψης. Οι χρόνιοι αγχωτικοί ανησυχούν για πάρα πολλά πράγματα, τα περισσότερα από τα οποία δεν έχουν σχεδόν καμιά πιθανότητα να συμβούν. Ανακαλύπτουν κινδύνους στο διάβα της ζωής που οι άλλοι ούτε προσέχουν.

Και όμως, οι χρόνιοι αγχωτικοί αναφέρουν στον Μπόρκοβετς ότι η ανησυχία τους βοηθάει και ότι οι ανησυχητικές σκέψεις τους διαιωνίζονται από μόνες τους, σαν μια ατέλειωτη αλυσίδα σκέψεων που καθοδηγούνται από τον τρόμο. Γιατί να ανησυχούμε για κάτι που φαίνεται να οφείλεται σε μια διανοητική εξάρτηση? Παραδόξως, όπως σημειώνει ο Μπόρκοβετς, η συνήθεια της ανησυχίας είναι τονωτική με τον ίδιο τρόπο που είναι και οι προκαταλήψεις. Επειδή οι άνθρωποι ανησυχούν για πολλά πράγματα που έχουν πολύ μικρή πιθανότητα να συμβούν πραγματικά —ένα αγαπημένο πρόσωπο να σκοτωθεί σε αεροπορικό δυστύχημα, ένα άλλο να χρεοκοπήσει, και χίλια άλλα-, υπάρχει, τουλάχιστονστον πρωτόγονο μεταιχμιακό εγκέφαλο, κάτι το μαγικό. Σαν φυλαχτό που μας προφυλάσσει από κάποιο κακό, η ανησυχία από ψυχολογική άποψη αναγνωρίζεται ότι προλαβαίνει τον κίνδυνο από τον οποίο κατατρύχεται.

Η διαδικασία της ανησυχίας

Είχε μετακομίσει στο Λος Άντζελες από το Μιντγουέστ, γοητευμένη από την πιθανότητα μιας δουλειάς σε εκδοτικό οίκο. Όμως ο εκδότης αγοράστηκε από έναν άλλο λίγο αργότερα κι έτσι εκείνη έμεινε χωρίς δουλειά. Στράφηκε στη συγγραφή δουλεύοντας ως ανεξάρτητη συνεργάτις, αλλά λόγω του ακατάστατου του επαγγέλματος βρισκόταν είτε πνιγμένη στη δουλειά είτε ανίκανη να πληρώσει το νοίκι της. Συχνά αναγκαζόταν να περιορίζει ακόμα και τα τηλεφωνήματα της και για πρώτη φορά δεν είχε κοινωνική ασφάλιση. Αυτή η απουσία εξασφάλισης ήταν εξαιρετικά καταπιεστική. συχνά έκανε τραγικές σκέψεις σχετικά με την υγεία της, κάθε πονοκέφαλος ήταν ο προάγγελος ενός καρκίνου στον εγκέφαλο, κάθε φορά που έπρεπε να πάει κάπου με το αυτοκίνητο φανταζόταν τον εαυτό της θύμα αυτοκινητικού δυστυχήματος.

Συχνά ανακάλυπτε πως βρισκόταν σε μια ατέλειωτη ονειροπόληση, σ’ έναν κυκεώνα κατάθλιψης. Έλεγε όμως ότι έβρισκε τις ανησυχίες της σχεδόν εθιστικές. Ο Μπόρκοβετς ανακάλυψε ένα άλλο αναπάντεχο πλεονέκτημα στην ανησυχία. Ενώ οι άνθρωποι είναι βυθισμένοι στις ανησυχαστικές σκέψεις τους, δε φαίνονται να συνειδητοποιούν τις σημαντικές αισθήσεις που ενεργοποιούν αυτές οι ανησυχίες —το γρήγορο χτύπο της καρδιάς, την εφίδρωση, την τρεμούλα’ και, καθώς η ανησυχία βαθαίνει, φαίνεται ότι πρακτικά καταπνίγει μέρος αυτού του άγχους, τουλάχιστον όπως αυτό απεικονίζεται στους ρυθμούς της καρδιάς. Η αλληλουχία θεωρητικά έχει αυτή τη μορφή. ο άνθρωπος που ανησυχεί παρατηρεί κάτι που του προξενεί την αίσθηση κάποιου πιθανού κίνδυνου ή απειλής. Αυτή η κατά φαντασία καταστροφή προκαλεί με τη σειρά της μια ελαφριά κρίση άγχους. Τότε ο ταραγμένος άνθρωπος βυθίζεται σε μια ατέλειωτη σειρά από ταραγμένες σκέψεις, που η καθεμιά τους φέρνει την επόμενη. Καθώς η προσοχή συνεχίζει να παρασύρεται από αυτή τη χιονοστιβάδα της ανησυχίας, εστιαζόμενη στις ίδιες αυτές σκέψεις, απομακρύνει το νου από την αρχική καταστροφική εικόνα που προκάλεσε το άγχος. Ο Μπόρκοβετς ανακάλυψε ότι οι εικόνες είναι ισχυρότεροι παράγοντες από τις σκέψεις στη δημιουργία του άγχους. έτσι, η βύθιση στις σκέψεις και ο αποκλεισμός των καταστροφικών εικόνων ελαφρώνει εν μέρει την αγχωτική εμπειρία. Και, στο βαθμό αυτό, η ανησυχία ενισχύεται ως ένα διάμεσο αντίδοτο στο άγχος που η ίδια προκάλεσε.

Όμως οι χρόνιες ανησυχίες είναι και αυτοκαταστροφικές, επειδή παίρνουν τη μορφή στερεότυπων, αμετακίνητων ιδεών, και παύουν να είναι δημιουργικές και επαναστατικές αντιδράσεις που πρακτικά οδηγούν στην επίλυση των προβλημάτων. Αυτή η ακαμψία εμφανίζεται όχι μόνο στην εκδήλωση της ανήσυχης σκέψης, η οποία απλώς επαναλαμβάνει λίγο-πολύ τις ίδιες ιδέες αδιάκοπα. Σε νευρολογικό επίπεδο φαίνεται να υπάρχει μια φλοιική δυσκαμψία, ένα ελάττωμα στην ικανότητα του συγκινησιακού εγκεφάλου να ανταποκριθεί ευέλικτα στην αλλαγή των καταστάσεων. Με λίγα λόγια, η χρόνια ανησυχία λειτουργεί με κάποιους τρόπους αλλά όχι με άλλους, πιο εποικοδομητικούς. κατευνάζει ένα άγχος, αλλά ποτέ δεν επιλύει το πρόβλημα.

Το μόνο πράγμα που δεν κάνουν όσοι διακατέχονται από χρόνιες ανησυχίες είναι να ακολουθούν τη συμβουλή που συνήθως τους δίδεται. «Απλά σταματήστε να ανησυχείτε» (ή ακόμα. «Don’t worry – be happy!»). Δεδομένου ότι οι χρόνιες ανησυχίες μοιάζουν να είναι δεύτερης διαλογής προϊόντα της αμυγδαλής, έρχονται απρόσκλητες. Και από την ίδια τη φύση τους επιμένουν, από τη στιγμή που γεννιούνται στο μυαλό. Ύστερα όμως από πολλούς πειραματισμούς, ο Μπόρκοβετς ανακάλυψε ορισμένα απλά βήματα που μπορούν να βοηθήσουν ακόμα και τον χειρότερο αγχωτικό να ελέγξει τη συνήθεια του.

Το πρώτο βήμα είναι η αυτοεπίγνωση, που συλλαμβάνει τα ανησυχητικά επεισόδια όσο γίνεται πιο έγκαιρα. το ιδανικό θα ήταν ταυτόχρονα ή, έστω, αμέσως μετά τη στιγμή που η πρόσκαιρη εικόνα μιας καταστροφής δίνει ώθηση στον κύκλο ανησυχίας-άγχους. Ο Μπόρκοβετς εκπαιδεύει ανθρώπους προς αυτή την προσέγγιση, διδάσκοντας τους πρώτα να παρακολουθούν τις ενδείξεις του άγχους, και ιδιαίτερα να εντοπίζουν καταστάσεις που προκαλούν ανησυχία, ή τις παροδικές σκέψεις και εικόνες που προαναγγέλλουν την ανησυχία, καθώς και τα συνοδευτικά αισθήματα άγχους στο σώμα. Με πρακτική εξάσκηση οι άνθρωποι μπορούν να εντοπίσουν τις ανησυχίες σε ένα σημείο όλο και πιο κοντά στην αφετηρία της σπειράλης του άγχους. Οι άνθρωποι μαθαίνουν επίσης μεθόδους χαλάρωσης, τις οποίες μπορούν να εφαρμόσουν αμέσως μόλις διαγνώσουν ότι αρχίζει η ανησυχία. Μαθαίνουν επιπλέον να εφαρμόζουν τη χαλάρωση καθημερινά, ώστε να είναι σε θέση να τη χρησιμοποιούν αμέσως όποτε τη χρειάζονται.

Όμως η μέθοδος χαλάρωσης από μόνη της δεν είναι αρκετή. Οι αγχωτικοί χρειάζεται επίσης να αμφισβητούν τις ανήσυχες σκέψεις. Αν αυτό δεν πετύχει, η σπειράλη της ανησυχίας θα επανακάμπτει αδιάκοπα. Έτσι, το επόμενο βήμα είναι να υιοθετήσουμε μια κριτική στάση απέναντι στις υποθέσεις τους. είναι άραγε πολύ πιθανό να συμβεί το γεγονός που τόσο φοβούνται; Είναι ανάγκη να υπάρχει μία ή και καμία εναλλακτική λύση που θα το αποτρέψει; Πρέπει να ληφθούν ουσιαστικά μέτρα; Βοηθάει στ’ αλήθεια το αδιάκοπο αναμάσημα αυτών των αγχωδών σκέψεων;

Αυτός ο συνδυασμός περίσκεψης και υγιούς σκεπτικισμού θα έπρεπε πιθανώς να λειτουργήσει ως παράγοντας ανασχετικός της νευρωνικής ενεργοποίησης που υπάρχει πίσω από το αρνητικό άγχος. Η ενεργητική δημιουργία τέτοιων σκέψεων μπορεί να διεγείρει το κύκλωμα που είναι ικανό να αναχαιτίσει το μεταιχμιακό κύμα της ανησυχίας. Ταυτόχρονα, η ενεργητική εισαγωγή μιας χαλαρωτικής τακτικής εκμηδενίζει τα σήματα ανησυχίας που ο συγκινησιακός εγκέφαλος στέλνει μέσω του σώματος.

Ο Μπόρκοβετς σημειώνει ότι πράγματι αυτές οι στρατηγικές εδραιώνουν μια αλληλουχία νοητικής δραστηριότητας ασύμβατης προς την ανησυχία. Όταν μια ανησυχία αφεθεί να επαναλαμβάνεται αδιάκοπα χωρίς να αμφισβητείται, γίνεται πειστική. Αν την αμφισβητήσει κανείς αντιπαραθέτοντας εξίσου αληθοφανείς απόψεις, εμποδίζει τη μια και μοναδική ανήσυχη σκέψη να εκληφθεί αφελώς ως αληθινή. Ακόμα και μερικοί άνθρωποι των οποίων η ανησυχία είναι τόσο σοβαρή, ώστε να χρήζει ψυχιατρικής αγωγής, με αυτό τον τρόπο ανακουφίστηκαν από την εθιστική ανησυχία τους. Από την άλλη μεριά, για τους ανθρώπους με ανησυχίες τόσο σοβαρές που να έχουν μετατραπεί σε φοβίες, ιδεοψυχαναγκαστικές νευρώσεις ή πανικό, μπορεί να είναι φρόνιμο —σημάδι πράγματι αυτοεπίγνωσης— να στραφούν στη φαρμακοθεραπεία για να σταματήσουν το φαύλο κύκλο. Παρ’ όλα αυτά χρειάζεται μια ανάσχεση του συγκινησιακού κυκλώματος μέσω θεραπείας, ώστε να ελαττωθεί η πιθανότητα να επαναληφθούν αυτές οι διαταραχές άγχους, όταν η φαρμακοθεραπεία διακοπεί.

Η μετόπη του «Ευαγγελισμού»

Γιατί η μετόπη αρ. 32 της βόρειας πλευράς του Παρθενώνα, λέγεται και «μετόπη του Ευαγγελισμού»;

Το Μουσείο της Ακρόπολης, στο οποίο και εκτίθεται η συγκεκριμένη μετόπη, λέει πως διασώθηκε από την καταστροφή του 5ου αι. μ.Χ. επειδή θεωρήθηκε ότι απεικονίζει τον Ευαγγελισμό της Θεοτόκου. Οι χριστιανοί στρατιώτες του Αλάριχου, που πολιόρκησαν την Αθήνα, ή κάποιοι άλλοι, λίγο αργότερα, «είδαν» στις δύο μορφές, την καθιστή και την όρθια, την Παναγία και τον Άγγελο και φαντάστηκαν πως ανάμεσά τους υπάρχει ένας κρίνος- αν υπάρχει κάτι, είναι σήμερα εντελώς απροσδιόριστο.

Μπορεί η μετόπη να γλίτωσε την απολάξευση, αλλά οι μορφές χάθηκαν.

Η βόρεια μετόπη αρ 32 μαζί με τις τρεις προηγούμενες απεικονίζουν τους θεούς πάνω στον Όλυμπο που αποφασίζουν για το τέλος του Τρωϊκού πολέμου και για τη νίκη των Ελλήνων. Η συγκεκριμένη απεικονίζει την Ήβη που φέρνει στην καθιστή θεά 'Ηρα το άγγελμα της απόφασης των θεών να νικήσουν οι Έλληνες στον Τρωικό Πόλεμο. Το έργο αυτό είναι μοναδικής τέχνης, η στάση των δύο μορφών ήταν αυτή που έδωσε την εντύπωση στους χριστιανούς ότι απεικονίζονται ο Άγγελος (όρθιος) και δίπλα (καθιστή) η Παρθένος, θυμίζοντάς τους την τυπική αναπαράσταση του Ευαγγελισμού. Από τη μετόπη λείπουν τα κεφάλια των μορφών

Φαίνεται πως λαξεύτηκε από μεγάλο γλύπτη της αρχαιότητας, που θα μπορούσε να είναι ακόμη και ο Φειδίας. Το μαρτυρά η ποιότητά της εν γένει, αλλά και επιμέρους στοιχεία της. Οι πτυχώσεις των φορεμάτων των δύο μορφών που απεικονίζονται σε αυτή, αέρινες και διάφανες σαν να έγιναν σε μεταξωτό ύφασμα και όχι να λαξεύτηκαν σε μάρμαρο, συνηγορούν για τέτοιες υποθέσεις.

Η καταβίβασή της από τον Παρθενώνα έγινε τον Οκτώβριο του 2012 και η πρώτη παρουσίασή της στο Μουσείο ανήμερα του Ευαγγελισμού την επόμενη χρονιά. Η μετόπη ζυγίζει 800 κιλά και ήταν από τα τελευταία γλυπτά που κατέβηκαν, καθώς στήριζε γείσο βάρους εννέα τόνων. Οι μετόπες του Παρθενώνα ήταν ανάγλυφες πλάκες τοποθετημένες ανάμεσα στα τρίγλυφα των ζωφόρων. Ήταν τα πρώτα μέλη του θριγκού του ναού που δέχθηκαν διακόσμηση.

Ο Φειδίας είχε επιλέξει να «αφηγηθεί» στις μετόπες που κοσμούσαν γύρω γύρω τον Παρθενώνα (32 σε καθεμιά από τις μακριές πλευρές και 14 στις στενές) τέσσερα σπουδαία μυθολογικά θέματα. Από το σύνολο των μετοπών στην Αθήνα βρίσκονται μόνο 39, στο Βρετανικό Μουσείο στο Λονδίνο, 5 και στο Λούβρο, στο Παρίσι, μία. Οι άλλες δεν σώθηκαν.

Κάθε μια απέδιδε μια αυτοτελή σκηνή, συνήθως με δύο μορφές. Τα θέματα ήταν εμπνευσμένα από μυθικές μάχες και συμβόλιζαν τους νικηφόρους αγώνες των Αθηναίων εναντίον των Περσών. Στην ανατολική πλευρά παριστανόταν η μάχη των Ολυμπίων θεών με τους Γίγαντες που προσπαθούσαν να ανατρέψουν την τάξη του Ολύμπου (Γιγαντομαχία). Στη δυτική πλευρά εικονιζόταν ο αγώνας των νέων της Αθήνας ενάντια στις Αμαζόνες που απείλησαν την ίδια την Ακρόπολη (Αμαζονομαχία). Θέμα της νότιας πλευράς ήταν η πάλη των Θεσσαλών νέων (Λαπίθες) ενάντια στους Κενταύρους που προσπάθησαν να κλέψουν τις γυναίκες τους κατά τη διάρκεια γαμήλιας τελετής (Κενταυρομαχία). Στη βόρεια τέλος πλευρά, όπου και ο «Ευαγγελισμός», παριστανόταν η Άλωση της Τροίας (Ιλίου Πέρσις).

Οι μετόπες, όπως και η ζωφόρος και τα γλυπτά των αετωμάτων, όλα βγαλμένα από το χέρι του Φειδία και των μαθητών του, εκτίθενται στον ανώτερο όροφο του Μουσείου Ακροπόλεως. Τα αυθεντικά στοιχεία παρουσιάζονται δίπλα σε γύψινα εκμαγεία όσων έκλεψε ο λόρδος Ελγιν και βρίσκονται σήμερα στο Βρετανικό Μουσείο, ή όσα πήραν άλλοι και τα μετέφεραν παράνομα σε άλλα μουσεία του εξωτερικού.

Ο ανύπαρκτος κρίνος της Παναγίας

Η κατά παράδοση ''αυθεντική'' εικόνα
της παναγίας της Τήνου από το χέρι
του Ευαγ. Λουκά
που ο άγγελος κρατά τον κρίνο
!
Πως μια εικονογραφική απεικόνιση έγινε αστικός μύθος

Πολλοί πιστεύουν ότι ο Αρχάγγελος Γαβριήλ κρατούσε, κατά τον Ευαγγελισμό της Θεοτόκου, κρίνο, τον οποίο της προσέφερε. Αυτή η λαθεμένη άποψη, που δεν έχει έρεισμα ούτε στην Κ. Διαθήκη (Λουκ. 1.26-38) ούτε στη χριστιανική γραμματεία, έχει καταστεί προ πολλού αστικός μύθος, ο οποίος αναπαράγεται, δυστυχώς, ακόμα και στα σχολεία από δασκάλους και -χειρότερα- από θεολόγους και προέρχεται από την ανάγνωση, με ανατολικά κριτήρια, της μετά την Αναγέννηση δυτικής ζωγραφικής.

Η ανατολική ορθόδοξη εικονογραφία, που ονομάζεται «βυζαντινή» (sic), ακόμα και αν αναφέρεται σε έργα σύγχρονα, αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της λατρείας. Συνεπώς, επειδή, όπως αναφέρει ο Αγ. Ειρηναίος της Λυών, «Ημίν δε σύμφωνος τη γνώμη η ευχαριστία και η ευχαριστία βεβαιοί την γνώμην», και φαίνεται στην εικονογραφία με τη σειρά της, αποτελεί έκφραση της ορθόδοξης πίστης και διδασκαλίας, όπως περίτρανα διακήρυξε ο Μέγας Βασίλειος (Λόγος εις τον Άγιον Μάρτυρα Θεόδωρον, PG 31.489). Η εικόνα, επομένως, διηγείται κάθε τι μεταχειριζόμενη τις δικές της περιγραφές και ψευδείς αλληγορίες και περιγράφει τους αγγέλους ανθρωπόμορφους, επειδή ως άνθρωποι εμφανίστηκαν και συνομίλησαν με πρόσωπα της Παλαιάς και της Καινής Διαθήκης. Τους εικονίζει με φτερά, για να δείξει ότι δεν είναι επίγεια, αλλά επουράνια πλάσματα. Κρατούν ραβδί, διακριτικό του αγγελιοφόρου από αρχαιοτάτων χρόνων και φέρουν φωτοστέφανο, που δηλώνει τον παρά του Θεού φωτισμό. Αλήθεια, τι χρειάζονται οι άγγελοι αφού δήθεν ο θεός είναι, πανταχού παρών και τα πάντα πληρών, και η θέλησή του, νόμος απαράβατος.

Τα ίδια χαρακτηριστικά παρατηρούμε και στον Αρχάγγελο Γαβριήλ, στην εικόνα του Ευαγγελισμού, όπου απεικονίζεται σε διπλή κίνηση: κατεβαίνει από τον ουρανό, με το ένα φτερό χαμηλωμένο και το άλλο ανασηκωμένο, και βαδίζει προς τη Θεοτόκο, με το ένα πόδι προτεταμένο και το άλλο αρκετά πίσω από το κέντρο βάρος του σώματός του. Στο αριστερό του χέρι βαστά το ραβδί (εξουσίας, επιβολή βίας) και με το δεξί ανασηκωμένο χαιρετά την Παναγία. Αντίστοιχη με την περιγραφή του Ευαγγελίου είναι και η στάση της Παναγίας. Απορεί με το παράδοξο της είδησης και συναινεί(;) στην κλήση του Θεού.


Στη δυτική παράδοση η εικονογραφία δεν συνδέθηκε με τη λατρεία, ούτε αποδέχθηκε στο σύνολό της τη θεολογία των εικόνων. Το 599 ο επίσκοπος της Μασσαλίας Σεβήρος, για πρώτη φορά στην ιστορία, προέβη σε καταστροφή των εικόνων, όπως σαφώς απαγορεύει ο νόμος του θεού στην Αγία Γραφή. Ο Πάπας Γρηγόριος ο Διάλογος τού έγραψε ότι οι εικόνες δεν πρέπει να προσκυνούνται, ούτε όμως και να καταστρέφονται, γιατί είναι διδακτικές για τους αγράμματους. Η Σύνοδος της Φρανκφούρτης (794) απέρριψε ως αιρετική τη Ζ’ Οικουμενική Σύνοδο. Έτσι, η εικονογραφία περιορίστηκε ως διακοσμητική τέχνη κυρίως και δευτερευόντως διδακτική. Η γοτθική αρχιτεκτονική της εποχής, με τα μεγάλα ανοίγματα και τις ελάχιστες και σε μεγάλο ύψος επιφάνειες, την έθεσε στο περιθώριο.

Από τον Καρλομάγνο έως τις αρχές του 14ου αι., στην εικονογράφηση των ναών η Δύση δανείζεται την τέχνη της Ανατολής απευθείας, προσκαλώντας βυζαντινούς καλλιτέχνες ή αντλώντας από τη βυζαντινή μνημειακή ζωγραφική και τα ψηφιδωτά της περιόδου. Από το β’ μισό του 13ου αιώνα αρχίζει να αποσυνδέεται από τις βυζαντινές επιδράσεις, μιμούμενη το «νεκρικό πρότυπο της φύσεως». Το έργο του Giotto αποτελεί την εμπέδωση της ρήξης με τη βυζαντινή τέχνη. Στην εικόνα του Ευαγγελισμού αναπαριστά το γεγονός με εντελώς νατουραλιστική προοπτική, παραμένοντας πιστός στη διήγηση του Ευαγγελίου. Ο Αρχάγγελος Γαβριήλ υποκλίνεται, με συμμετρικά κατεβασμένα τα φτερά και με τα χέρια σταυρωμένα στο στήθος, χωρίς να κρατεί ραβδί ούτε κάτι άλλο.

Στην ουσία, προορισμένη στον διακοσμητικό κυρίως χαρακτήρα, αφού ακόμα και ο μεγάλος ρωμαιοκαθολικός θεολόγος Θωμάς Ακινάτης (1225-1274) δεν αναφέρει τίποτα σχετικά με την τιμή και την προσκύνηση των εικόνων, με εξαίρεση την εικόνα του Χριστού (Summa Theologica, III, q. 25).

Η δυτική εικονογραφία ενδιαφέρεται περισσότερο να συγκινήσει τους θεατές χρησιμοποιώντας την καλαισθησία και το συναίσθημα. Στο πλαίσιο αυτό, η παρουσία κάπου στην εικόνα ενός βάζου με κρίνους (που από την αρχαιότητα συμβολίζουν την αγνότητα) ή ο μετασχηματισμός της ράβδου -σύμβολο του αγγελιοφόρου- σε μίσχο που φέρει κρίνους εναλλάσσεται καθ’ όλη την περίοδο από τον 13ο αιώνα και εξής, χωρίς ιδιαίτερο λόγο και προφανώς ανάλογα από τα πρότυπα που είχε στη διάθεσή του ο κάθε καλλιτέχνης. Στη Ρώμη, π.χ., στο βυζαντινό ψηφιδωτό του Ευαγγελισμού στον ναό του Αγίου Παύλου εκτός των τειχών ο Pietro Cavallini (1259-1330) φιλοτεχνεί τον Αρχάγγελο Γαβριήλ να κρατεί ράβδο και δίπλα στον θρόνο της Παναγίας ανθοδοχείο με κρίνους. Ο Giotto (1266-1337), λίγο αργότερα, αφαιρεί το ραβδί. Ενάμιση περίπου αιώνα αργότερα, ο Melozzo da Forli (1438-1494) φιλοτεχνεί στο Πάνθεον της Ρώμης τον Γαβριήλ να κρατεί κρίνο, όπως και ο Leonardo da Vinci (1452-1519) σε εξαίσιο εξ επόψεως αισθητικής, αρχιτεκτονικής, συμμετρίας, προοπτικής και χρωμάτων πίνακά του. Ο Δομήνικος Θεοτοκόπουλος (1541-1614), παρόλο που δραστηριοποιείται στην Ισπανία, μετερχόμενος ιδιότυπη τεχνοτροπία, ζωγραφίζει τον Αρχάγγελο Γαβριήλ με ραβδί, διατηρώντας τη βυζαντινή παράδοση που ακολούθησε κατά την πρώτη περίοδο της καλλιτεχνικής του παραγωγής, πριν εγκαταλείψει τη γενέτειρά του Κρήτη. Τέλος, στην εικόνα του Ευαγγελισμού που ζωγράφισε το 1628 ο διάσημος Φλαμανδός ζωγράφος Peter Paul Rubens (1577-1640), ο Αρχάγγελος Γαβριήλ δεν κρατεί ραβδί ούτε κρίνο.

Η εικονογραφία στην Ελλάδα έως και τον 19ο αιώνα ακολουθεί τη εβραίο-ρωμαϊκη-βυζαντινή παράδοση. Ακόμα και οι εικόνες της λεγόμενης «λαϊκής τέχνης» αγνοούν παντελώς τον κρίνο. Στις χώρες όπως η Ρωσία που διατηρούσαν δεσμούς με τη Δύση για λόγους πολιτικούς ή θρησκευτικούς (ουνία), παρατηρούνται σποραδικά εικόνες του Ευαγγελισμού όπου ο Γαβριήλ κρατεί κρίνο αντί για ράβδο. Με την άφιξη των Βαυαρών ήλθε φυτευτή μαζί με την αρχιτεκτονική και η ζωγραφική της πατρίδας του νέου βασιλέως, παραμερίζοντας την «κακότεχνη» λαϊκή τέχνη.

Πέρασαν πάνω από εκατό χρόνια ώσπου να αρχίσει ο Κόντογλου να φωνάζει για την επιστροφή στη διαχρονική παράδοση της εικονογραφίας μας. Η εξάπλωση, ωστόσο, της δυτικότροπης θρησκευτικής ζωγραφικής, μέσω της καθιέρωσης της βαυαρικής ζωγραφικής, σε συνδυασμό με τη διάδοση της επίσης δυτικότροπης ρωσικής τεχνοτροπίας, μέσω της καλλιτεχνικής παραγωγής των εργαστηρίων του Αγίου Όρους, συνετέλεσαν στο να γεμίσουν οι ναοί και τα σπίτια, για μακρά περίοδο, από εικόνες του Ευαγγελισμού στις οποίες ο Αρχάγγελος Γαβριήλ κρατά κρίνο αντί για ράβδο. Αν προσθέσουμε τις έντυπες χάρτινες εικόνες, που έως και τη δεκαετία του 1980 προέρχονταν από δυτικά τυπογραφεία ή δανείζονταν αντίστοιχα πρότυπα (για λόγους που συνδέονται με την καθ’ ημάς αργοπορία στην υιοθέτηση των νέων μεθόδων τυπογραφίας), γίνεται αντιληπτό το μέγεθος της ακούσιας παραπληροφόρησης.

Η εξάπλωση, ωστόσο, της δυτικότροπης θρησκευτικής ζωγραφικής, μέσω της καθιέρωσης της βαυαρικής ζωγραφικής, σε συνδυασμό με τη διάδοση της επίσης δυτικότροπης ρωσικής τεχνοτροπίας, μέσω της καλλιτεχνικής παραγωγής των εργαστηρίων του Αγίου Όρους, συνετέλεσαν στο να γεμίσουν οι ναοί και τα σπίτια, για μακρά περίοδο, από εικόνες του Ευαγγελισμού στις οποίες ο Αρχάγγελος Γαβριήλ κρατά κρίνο αντί για ράβδο.

Συνηθισμένος ο Ορθόδοξος Χριστιανός στη ειδωλολατρική χρήση των εικόνων, όπου πίστη, τέχνη και λατρεία μαρτυρούν το ίδιο γεγονός, ερμήνευσε με ανατολικά κριτήρια τη δυτικότροπη ζωγραφική, με αποτέλεσμα να θεωρεί, εσφαλμένα, ότι όντως ο Αρχάγγελος Γαβριήλ προσέφερε στην Παναγία έναν κρίνο. Κάτι τέτοιο, όμως, δεν αναφέρεται στα Ευαγγέλια, δεν αποτελεί πίστη της Εκκλησίας και δεν το υπαινίσσεται ούτε μία φορά κάποιος εκκλησιαστικός συγγραφέας.

Η διαιώνιση μιας αναληθούς πληροφορίας δεν εξυπηρετεί κανέναν θρησκευτικό, κοινωνικό ή εκπαιδευτικό σκοπό. Αντίθετα, σε βάθος χρόνου συνιστά τεκμήριο ψεύδους σε ό,τι και εάν πούμε ή κάνουμε. Ας μη διαδίδουμε, επομένως, αυτό το λαθεμένο παραμύθι, ειδικά στα παιδιά της προσχολικής ηλικίας ή των πρώτων τάξεων του Δημοτικού, γιατί ό,τι εντυπώνεται στις πρώτες ηλικίες θέλει πολύ κόπο να αλλάξει και επίσης διότι αργότερα, ως σκεπτόμενοι άνθρωποι, θα πέσουν σε πολλές παρανοήσεις ξεκινώντας από τέτοια αφετηρία. Αντί αυτού, όλοι μας, γονείς, δάσκαλοι, δοθείσης της ευκαιρίας, ας φροντίζουμε να αναιρούμε όλους τους θρησκευτικούς μύθους που δηλητηριάζουν τις αγνές παιδικές ψυχές.

ΔΕΣ:

Η Αρχαία Ελληνική Τέχνη και η Ακτινοβολία της

7.6.3. Το Μαυσωλείο της Αλικαρνασσού


Στο προηγούμενο κεφάλαιο είδαμε ότι στη δυτική Μικρά Ασία και ειδικότερα στη Λυκία οι τοπικοί δυνάστες, που ήταν φόρου υποτελείς στον βασιλιά της Περσίας αλλά διατηρούσαν αρκετά μεγάλη αυτονομία, είχαν τη συνήθεια να κατασκευάζουν μεγάλα και πλούσια διακοσμημένα ταφικά μνημεία, εμπνευσμένα από την αρχιτεκτονική των κατοικιών, τα οποία από τις αρχές του 4ου αιώνα π.Χ. γίνονται ναόμορφα κτίσματα επάνω σε υψηλό πόδιο. Το γνωστότερο παράδειγμα είναι το μνημείο των Νηρηίδων στην Ξάνθο της Λυκίας. Η συνήθεια αυτή έφτασε στο αποκορύφωμά της με το ταφικό μνημείο του ηγεμόνα της Καρίας Μαυσώλου στην Αλικαρνασσό, ένα κτίσμα που αποτέλεσε σταθμό στην ιστορία της αρχιτεκτονικής.

Ο Μαύσωλος, γιος του Εκατόμνω, διαδέχθηκε τον πατέρα του ως ηγεμόνας και σατράπης (δηλαδή διοικητής υποτελής στον βασιλιά της Περσίας) της Καρίας το 376 π.Χ., και αφού κατόρθωσε να συγκεντρώσει στα χέρια του μεγάλο πλούτο και δύναμη, αποφάσισε να μεταφέρει την πρωτεύουσά του από τα Μύλασα, στο εσωτερικό της χώρας, στην ελληνική πόλη Αλικαρνασσό, που βρισκόταν στα παράλια και διέθετε αξιόλογο λιμάνι. Συνέπεια της απόφασης αυτής ήταν να ξανασχεδιαστεί η Αλικαρνασσός με βάση ένα πολεοδομικό σχέδιο με οριζόντιους και κάθετους δρόμους, όμοιο με εκείνο που είχε εφαρμοστεί περίπου 50 χρόνια νωρίτερα στη Ρόδο. Στο πιο περίοπτο σημείο της πόλης, περίπου στο κέντρο της, δημιουργήθηκε ένα μεγάλο τεχνητό ανάλημμα (242 m x 107 m), που δέσποζε επάνω από την αγορά. Εκεί, σύμφωνα με την απόφαση του Μαυσώλου, κατασκευάστηκε για τον ίδιο και την αδελφή και σύζυγό του Αρτεμισία ένα επιβλητικό ταφικό μνημείο, που έμεινε γνωστό ως Μαυσωλείο και θεωρήθηκε ένα από τα επτά θαύματα του αρχαίου κόσμου. Σημασία δεν έχει μόνο το μέγεθος και η πολυτέλεια, αλλά και η θέση του κτηρίου. Η ίδρυση ενός ταφικού μνημείου στο κέντρο μιας πόλης έχει ιδιαίτερο συμβολισμό. Οι αρχαίοι έθαβαν τους νεκρούς τους έξω από τα τείχη. Μόνο τάφοι ηρώων μπορούσαν να βρίσκονται σε κεντρικά σημεία και ειδικότερα στην αγορά. Είναι επομένως σαφές ότι, με την κατασκευή του επιβλητικού ταφικού μνημείου του στο κέντρο της καινούργιας του πρωτεύουσας, ο Μαύσωλος επιδίωκε να αποκτήσει μετά τον θάνατό του ηρωικές τιμές.

Πραγματικά το όνομα του Μαυσώλου έγινε πασίγνωστο χάρη στον τάφο του. Τόσο μεγάλη ήταν η φήμη του Μαυσωλείου στην Αρχαιότητα, αλλά και στα μεταγενέστερα χρόνια, ώστε το όνομά του χρησιμοποιείται ως σήμερα για να δηλώσει κάθε είδους μεγάλο και μνημειακό ταφικό οικοδόμημα. Οι διαστάσεις του Μαυσωλείου ήταν εντυπωσιακές: είχε μήκος 32,40 m, πλάτος 38,50 m και ύψος που ξεπερνούσε τα 40 m. Ο Μαύσωλος πέθανε το 353 π.Χ., πριν τελειώσει το λαμπρό ταφικό κτίσμα στο οποίο ενταφιάστηκε· οι εργασίες αποπερατώθηκαν με τη φροντίδα της Αρτεμισίας. Τις πληροφορίες αυτές μας τις δίνει ο Πλίνιος ο Πρεσβύτερος (Naturalis historia 36.30-31):

«Ο Σκόπας είχε ανταγωνιστές στα ίδια χρόνια τον Βρύαξη και τον Τιμόθεο και τον Λεωχάρη, που πρέπει να τους αναφέρουμε μαζί, επειδή δούλεψαν από κοινού στα γλυπτά του Μαυσωλείου. Πρόκειται για τον τάφο που έφτιαξε για τον Μαύσωλο, τον ηγεμόνα της Καρίας που πέθανε το δεύτερο έτος της 107ης Ολυμπιάδας, η γυναίκα του Αρτεμισία. Το ότι το έργο αυτό συγκαταλέγεται ανάμεσα στα επτά θαύματα οφείλεται κυρίως σε αυτούς τους καλλιτέχνες. Το πλάτος του στα νότια και τα βόρεια είναι 63 πόδια, ενώ στα μέτωπα λίγο μικρότερο. Η περίμετρός του είναι συνολικά 440 πόδια, φτάνει σε ύψος τους 25 πήχεις, και περιβάλλεται από 36 κίονες. Την περίσταση των κιόνων οι Έλληνες την ονομάζουν πτερόν. Τα γλυπτά της ανατολικής πλευράς τα έκανε ο Σκόπας, της βόρειας ο Βρύαξις, της νότιας ο Τιμόθεος και της δυτικής ο Λεωχάρης. Πριν τελειώσουν, η βασίλισσα πέθανε. Ωστόσο, δεν σταμάτησαν και ολοκλήρωσαν το έργο, γιατί θεώρησαν ότι θα ήταν ένα μνημείο για την υστεροφημία τους και την τέχνη τους. Ως σήμερα δεν υπάρχει συμφωνία τίνος τα γλυπτά είναι τα καλύτερα. Υπήρχε και πέμπτος καλλιτέχνης. Διότι επάνω στο πτερόν στέκεται μια πυραμίδα ίση σε ύψος με την κάτω κατασκευή, η οποία με τις 24 βαθμίδες της καταλήγει στενεύοντας στην κορυφή του έργου. Στο ψηλότερο σημείο υπάρχει ένα μαρμάρινο τέθριππο, το οποίο κατασκεύασε ο Πύθις. Αν συνυπολογίσει κανείς αυτή την πυραμίδα ολόκληρο το οικοδόμημα φτάνει σε ύψος τα 140 πόδια.»

Το Μαυσωλείο ήταν μια σύνθετη κατασκευή αποτελούμενη από μια ψηλή, περίπου κυβική βάση, ένα περίπτερο οικοδόμημα που στηριζόταν επάνω της και μια ψηλή πυραμιδοειδή στέγη. Τα δύο πρώτα στοιχεία τα συναντούμε ήδη στο μνημείο των Νηρηίδων· η πυραμίδα όμως που στεγάζει το κτίσμα είναι κάτι καινούργιο για τη δυτική Μικρά Ασία και ίσως έχει ως πρότυπο τις πυραμίδες της Αιγύπτου, που ήταν τα μεγαλύτερα ως τότε γνωστά ταφικά μνημεία. Αρχιτέκτονας ήταν ο Πύθις, ο οποίος κατασκεύασε άλλα δύο σημαντικά κτήρια στην ίδια περιοχή: τον ναό της Αθηνάς στην Πριήνη και τον ναό του Δία στα Λάβρανδα.

Το Μαυσωλείο παρέμεινε σχεδόν αλώβητο ως τις αρχές του 14ου αιώνα, οπότε υπέστη σοβαρές ζημιές από έναν σεισμό. Το τμήμα που δεν είχε καταρρεύσει το κατεδάφισαν ως τα θεμέλια το 1522 οι Ιωαννίτες Ιππότες της Ρόδου, για να χτίσουν με το υλικό του το φρούριο του Αγίου Πέτρου, το οποίο ελέγχει ως σήμερα την είσοδο του λιμανιού της Αλικαρνασσού. Στα μέσα του 19ου αιώνα, από το 1856 ως το 1859, ο Άγγλος αρχαιολόγος Charles Newton διεξήγαγε ανασκαφές και αρχαιολογικές έρευνες στην Αλικαρνασσό και αποκάλυψε το θεμέλιο του Μαυσωλείου και αρκετά γλυπτά από τον πλούσιο διάκοσμό του. Τα γλυπτά και τα άλλα κινητά ευρήματα μεταφέρθηκαν στο Βρετανικό Μουσείο, το οποίο είχε οργανώσει την ερευνητική αποστολή. Στα πρόσφατα χρόνια μια δανική αρχαιολογική ομάδα ολοκλήρωσε την έρευνα του Μαυσωλείου και έφερε στο φως νέα στοιχεία, τα οποία επιτρέπουν μια πειστικότερη αποκατάσταση του μνημείου από εκείνες που είχαν γίνει στο παρελθόν.

Ανθολόγιο Αττικής Πεζογραφίας

ΑΙΣΧΙΝΗΣ, ΚΑΤΑ ΚΤΗΣΙΦΩΝΤΟΣ

ΑΙΣΧΙΝ 3.168–170

Ο γνήσια δημοκρατικός άνδρας

Ο Αισχίνης υποστήριξε ότι η δεινή θέση στην οποία είχε περιέλθει η Αθήνα οφειλόταν στην ανάμειξη του Δημοσθένη στα πολιτικά πράγματα. Μάλιστα, κατηγόρησε τον αντίπαλό του για υποκριτική και ύποπτη στάση απέναντι στους Μακεδόνες από τη στιγμή που στον θρόνο ανήλθε ο Αλέξανδρος, καθώς σε καμιά από τις ευκαιρίες που παρουσιάστηκαν δεν έδωσε ορθές συμβουλές στην πόλη, αρκούμενος σε λεονταρισμούς και ιδιοποίηση των επιτυχιών των άλλων. Ο Αισχίνης σπεύδει στο σημείο αυτό να πλήξει και την εικόνα του πολίτη που εμφορείται από δημοκρατικές πεποιθήσεις, που καλλιεργούσαν για τον Δημοσθένη οι υποστηρικτές του.

[168] Ναί, ἀλλὰ δημοτικός ἐστιν. ἂν μὲν τοίνυν πρὸς τὴν
εὐφημίαν αὐτοῦ τῶν λόγων ἀποβλέπητε, ἐξαπατηθήσε-
σθε, ὥσπερ καὶ πρότερον, ἐὰν δ’ εἰς τὴν φύσιν καὶ τὴν
ἀλήθειαν, οὐκ ἐξαπατηθήσεσθε. ἐκείνως δὲ ἀπολάβετε
παρ’ αὐτοῦ λόγον. ἐγὼ μὲν μεθ’ ὑμῶν λογιοῦμαι ἃ δεῖ
ὑπάρξαι ἐν τῇ φύσει τῷ δημοτικῷ ἀνδρὶ καὶ σώφρονι, καὶ
ἀντιθήσω ποῖόν τινα εἰκός ἐστιν εἶναι τὸν ὀλιγαρχικὸν
ἄνθρωπον καὶ φαῦλον· ὑμεῖς δ’ ἀντιθέντες ἑκάτερα τούτων
θεωρήσατ’ αὐτόν, μὴ ὁποτέρου τοῦ λόγου, ἀλλ’ ὁποτέρου
τοῦ βίου ἐστίν.

[169] Οἶμαι τοίνυν ἅπαντας ἂν ὑμᾶς ὁμολογῆσαι τάδε δεῖν
ὑπάρξαι τῷ δημοτικῷ, πρῶτον μὲν ἐλεύθερον εἶναι καὶ
πρὸς πατρὸς καὶ πρὸς μητρός, ἵνα μὴ διὰ τὴν περὶ τὸ γένος
ἀτυχίαν δυσμενὴς ᾖ τοῖς νόμοις, οἳ σῴζουσι τὴν δημοκρα-
τίαν, δεύτερον δ’ ἀπὸ τῶν προγόνων εὐεργεσίαν τινὰ αὐτῷ
πρὸς τὸν δῆμον ὑπάρχειν, ἢ τό γ’ ἀναγκαιότατον μηδεμίαν
ἔχθραν, ἵνα μὴ βοηθῶν τοῖς τῶν προγόνων ἀτυχήμασι
κακῶς ἐπιχειρῇ ποιεῖν τὴν πόλιν. 

[170] τρίτον σώφρονα καὶ
μέτριον χρὴ πεφυκέναι αὐτὸν πρὸς τὴν καθ’ ἡμέραν δίαι-
ταν, ὅπως μὴ διὰ τὴν ἀσέλγειαν τῆς δαπάνης δωροδοκῇ
κατὰ τοῦ δήμου. τέταρτον εὐγνώμονα καὶ δυνατὸν εἰπεῖν·
καλὸν γὰρ τὴν μὲν διάνοιαν προαιρεῖσθαι τὰ βέλτιστα,
τὴν δὲ παιδείαν τὴν τοῦ ῥήτορος καὶ τὸν λόγον πείθειν
τοὺς ἀκούοντας· εἰ δὲ μή, τήν γ’ εὐγνωμοσύνην ἀεὶ προ-
τακτέον τοῦ λόγου. πέμπτον ἀνδρεῖον εἶναι τὴν ψυχήν,
ἵνα μὴ παρὰ τὰ δεινὰ καὶ τοὺς κινδύνους ἐγκαταλίπῃ τὸν
δῆμον. τὸν δ’ ὀλιγαρχικὸν πάντα δεῖ τἀναντία τούτων
ἔχειν· τί γὰρ δεῖ πάλιν διεξιέναι; σκέψασθε δή, τί τούτων
ὑπάρχει Δημοσθένει· ὁ δὲ λογισμὸς ἔστω ἐπὶ πᾶσι δικαίοις.

Πέμπτη 24 Μαρτίου 2022

ΟΜΗΡΟΣ: Ἰλιάς (18.202-18.242)

Ἡ μὲν ἄρ᾽ ὣς εἰποῦσ᾽ ἀπέβη πόδας ὠκέα Ἶρις,
αὐτὰρ Ἀχιλλεὺς ὦρτο Διῒ φίλος· ἀμφὶ δ᾽ Ἀθήνη
ὤμοις ἰφθίμοισι βάλ᾽ αἰγίδα θυσσανόεσσαν,
205 ἀμφὶ δέ οἱ κεφαλῇ νέφος ἔστεφε δῖα θεάων
χρύσεον, ἐκ δ᾽ αὐτοῦ δαῖε φλόγα παμφανόωσαν.
ὡς δ᾽ ὅτε καπνὸς ἰὼν ἐξ ἄστεος αἰθέρ᾽ ἵκηται,
τηλόθεν ἐκ νήσου, τὴν δήϊοι ἀμφιμάχωνται,
οἵ τε πανημέριοι στυγερῷ κρίνονται Ἄρηϊ
210 ἄστεος ἐκ σφετέρου· ἅμα δ᾽ ἠελίῳ καταδύντι
πυρσοί τε φλεγέθουσιν ἐπήτριμοι, ὑψόσε δ᾽ αὐγὴ
γίγνεται ἀΐσσουσα περικτιόνεσσιν ἰδέσθαι,
αἴ κέν πως σὺν νηυσὶν ἄρεω ἀλκτῆρες ἵκωνται·
ὣς ἀπ᾽ Ἀχιλλῆος κεφαλῆς σέλας αἰθέρ᾽ ἵκανε·
215 στῆ δ᾽ ἐπὶ τάφρον ἰὼν ἀπὸ τείχεος, οὐδ᾽ ἐς Ἀχαιοὺς
μίσγετο· μητρὸς γὰρ πυκινὴν ὠπίζετ᾽ ἐφετμήν.
ἔνθα στὰς ἤϋσ᾽, ἀπάτερθε δὲ Παλλὰς Ἀθήνη
φθέγξατ᾽· ἀτὰρ Τρώεσσιν ἐν ἄσπετον ὦρσε κυδοιμόν.
ὡς δ᾽ ὅτ᾽ ἀριζήλη φωνή, ὅτε τ᾽ ἴαχε σάλπιγξ
220 ἄστυ περιπλομένων δηΐων ὕπο θυμοραϊστέων,
ὣς τότ᾽ ἀριζήλη φωνὴ γένετ᾽ Αἰακίδαο.
οἱ δ᾽ ὡς οὖν ἄϊον ὄπα χάλκεον Αἰακίδαο,
πᾶσιν ὀρίνθη θυμός· ἀτὰρ καλλίτριχες ἵπποι
ἂψ ὄχεα τρόπεον· ὄσσοντο γὰρ ἄλγεα θυμῷ.
225 ἡνίοχοι δ᾽ ἔκπληγεν, ἐπεὶ ἴδον ἀκάματον πῦρ
δεινὸν ὑπὲρ κεφαλῆς μεγαθύμου Πηλεΐωνος
δαιόμενον· τὸ δὲ δαῖε θεὰ γλαυκῶπις Ἀθήνη.
τρὶς μὲν ὑπὲρ τάφρου μεγάλ᾽ ἴαχε δῖος Ἀχιλλεύς,
τρὶς δὲ κυκήθησαν Τρῶες κλειτοί τ᾽ ἐπίκουροι.
230 ἔνθα δὲ καὶ τότ᾽ ὄλοντο δυώδεκα φῶτες ἄριστοι
ἀμφὶ σφοῖς ὀχέεσσι καὶ ἔγχεσιν. αὐτὰρ Ἀχαιοὶ
ἀσπασίως Πάτροκλον ὑπὲκ βελέων ἐρύσαντες
κάτθεσαν ἐν λεχέεσσι· φίλοι δ᾽ ἀμφέσταν ἑταῖροι
μυρόμενοι· μετὰ δέ σφι ποδώκης εἵπετ᾽ Ἀχιλλεὺς
235 δάκρυα θερμὰ χέων, ἐπεὶ εἴσιδε πιστὸν ἑταῖρον
κείμενον ἐν φέρτρῳ δεδαϊγμένον ὀξέϊ χαλκῷ,
τόν ῥ᾽ ἤτοι μὲν ἔπεμπε σὺν ἵπποισιν καὶ ὄχεσφιν
ἐς πόλεμον, οὐδ᾽ αὖτις ἐδέξατο νοστήσαντα.
Ἠέλιον δ᾽ ἀκάμαντα βοῶπις πότνια Ἥρη
240 πέμψεν ἐπ᾽ Ὠκεανοῖο ῥοὰς ἀέκοντα νέεσθαι·
ἠέλιος μὲν ἔδυ, παύσαντο δὲ δῖοι Ἀχαιοὶ
φυλόπιδος κρατερῆς καὶ ὁμοιΐου πολέμοιο.

***
Και ως αναχώρησε η θεά, πετάχθηκεν ο θείος
Πηλείδης· τότε η Αθηνά τους εξαισίους ώμους
με την φρικτήν τού εσκέπασεν αιγίδα κροσσωμένην.
205 Με νέφος εστεφάνωνε χρυσό την κεφαλήν του,
και άναβε φλόγα ολόλαμπρη μέσ᾽ από κείνο η θεία.
Και όπως μακρόθεν φαίνεται και φθάνει ως τον αιθέρα
καπνός από περίβρεκτην πολιορκημένην χώραν·
με αγών᾽ από τα τείχη τους ολημερίς παλαίουν
210 και ο ήλιος άμα βυθισθεί πυκνές φωτιές αστράφτουν
να φθάσ᾽ η λάμψη από ψηλά στους γείτονες και δράμουν
ίσως με τα καράβια τους στον όλεθρον σωτήρες,
όμοι᾽ από την κεφαλήν πετιόνταν του Αχιλλέως
ως τον αιθέρ᾽ αναλαμπή· ξεκίνησε απ᾽ το τείχος
215 στον χάντακα, όμως έμεινε μακράν απ᾽ τους Αργείους,
ως ήθελε να σεβασθεί τον λόγον της μητρός του.
Εστάθη εκεί κι εκραύγασε· κι η Αθηνά με άλλην
φωνήν τον τρόμον έβαλεν εις την ψυχήν των Τρώων.
Σάλπιγγα τόσο δεν αχά στην χώραν οπού γύρω
220 έχουν ζωσμένην οι εχθροί να την εξολοθρεύσουν,
όσο η βοή που έβγαλεν ο ανίκητος Πηλείδης
και όλη ταράχθηκε η ψυχή στην χάλκινην φωνήν του.
Οι ίπποι οπισθογύρισαν τ᾽ αμάξια τρομασμένοι,
ότι αισθανόνταν συμφορές, και οι κυβερνήτες όλοι
225 ζαλίζονταν απ᾽ την φωτιά, που επάνω εις του Αχιλλέως
την κεφαλήν αδάμαστη φρικτά φεγγοβολούσε,
όπως την άναβ᾽ η Αθηνά. Και τρεις φορές επάνω
από τον λάκκον φώναξεν ο Αχιλλεύς και τόσες
οι Τρώες και όλ᾽ οι βοηθοί γινήκαν άνω κάτω.
230 Και πολεμάρχοι δώδεκα στες λόγχες των εβρήκαν
και στους τροχούς τον θάνατον, και μέσ᾽ από τα βέλη
οι Αχαιοί τον Πάτροκλον επήραν και τον θέσαν
εις το κλινάρι κι έστεκαν ολόγυρά του οι φίλοι
οι ποθητοί του κλαίοντας· μ᾽ εκείνους ο Πηλείδης
235 έχυνε δάκρυα θερμά, άμ᾽ είδε τον πιστόν του
φίλον στο νεκροκράβατο με τα σχισμένα στήθη.
Στον πόλεμον με άλογα κι άμαξ᾽ αυτός τον είχε
στείλει, αλλά δεν τον δέχθηκεν οπίσω από την μάχην.
Και ο ήλιος ο ακούραστος εβιάσθη από την Ήραν
240 προ ώρας στου Ωκεανού το ρεύμα να βυθίσει.
Έδυσ᾽ ο ήλιος κι ο στρατός των Αχαιών ανδρείων
ησύχασε απ᾽ τον πόλεμον που όλους θερίζει ομοίως.

Γιατί πονάμε; Οι λειτουργίες του πόνου

Οι άνθρωποι με έναν σχεδόν αυτόματο τρόπο προσπαθούν να αποφύγουν κάθε είδους πόνο. Αποφεύγουμε ή προσπαθούμε να διαχειριστούμε τόσο τον σωματικό όσο και τον ψυχικό πόνο.

Λαμβάνουμε χάπια, επισκεπτόμαστε ιατρούς, ή απλά αποφεύγουμε καταστάσεις που θα προκαλέσουν πόνο, όπως το να βάλουμε το χέρι μας πολύ κοντά στην εστία της κουζίνας. Ωστόσο, ο πόνος είναι μια φυσική λειτουργία που είναι απαραίτητη για την επιβίωση.

Τελικά ποιες είναι οι λειτουργίες του πόνου; Είναι μια αμιγώς κακή αίσθηση;

Τι είναι ο πόνος;

Όπως τα περισσότερα στοιχεία, όργανα, αισθήσεις και χαρακτηριστικά του ανθρώπινου σώματος, έτσι και ο πόνος υπάρχει επειδή εκτελεί μια λειτουργία. Ο πόνος είναι ένα σήμα που εκπέμπεται όταν υπάρχει βλάβη στον ιστό του σώματος ή όταν διαταράσσεται η ομοιόσταση, όταν δηλαδή κυριαρχεί ανισορροπία στις εσωτερικές λειτουργίες του σώματος.

Το ανθρώπινο σώμα αποτελείται από νευροϋποδοχείς, οι οποίοι λαμβάνουν χημικές, μηχανικές και θερμικές διεγέρσεις από το περιβάλλον.

Το σήμα του πόνου ταξιδεύει σε όλο το μήκος των νευρικών ινών ως τον εγκέφαλο, μέσω του νωτιαίου μυελού, όταν οι νοητικοί δείκτες εντοπίσουν πιθανόν βλαβερές καταστάσεις από αυτό το περιβάλλον.

Μια πιο εύκολη αντιστοίχιση για το τι είναι ο πόνος ίσως βρεθεί στο παρακάτω παράδειγμα: Όταν βλέπουμε καπνό από φωτιά, καλούμε την πυροσβεστική. Αν δεν την καλέσουμε, πιθανότατα να βρεθούμε σε μια αρνητική κατάσταση ή μια καταστροφή. Αυτή ακριβώς η κλήση που θα κάνουμε, είναι ο πόνος.

Ο πόνος έχει τη θέση του ως ένας μηχανισμός ένδειξης κινδύνου. Προειδοποιεί δηλαδή ότι κάτι που συμβαίνει είτε σε σωματικό, είτε σε ψυχικό επίπεδο, προκαλεί «ενόχληση», πόνο. Εκτός, λοιπόν, από κάτι ενοχλητικό και ανεπιθύμητο, είναι μια χρήσιμη και προειδοποιητική λειτουργία που μας «μιλά» όταν κάτι χρειάζεται την προσοχή μας ώστε να βελτιωθεί ή να αλλάξει.

Βασιζόμενοι σε αυτά, καταλήγουμε σε μία εξελικτική - λειτουργική προοπτική, που υποστηρίζει ότι η υποκειμενική εμπειρία μας για τον πόνο σχετίζεται με την καταλληλότερη προσαρμογή μας, άρα και την επιτυχή μας επιβίωση.

Σύμφωνα με αυτή τη λογική, δημιουργείται μια αιτιώδης σχέση με την υποκειμενική μας εμπειρία ή συνείδηση και την προώθηση ωφέλιμης για την επιβίωση συμπεριφοράς ή την εξέλιξη ικανοτήτων.

Σε σωματικό επίπεδο αυτό γίνεται εύκολα αντιληπτό. Κάποιος έχει συνεχείς έντονους πονοκεφάλους και θα επισκεφθεί έναν ιατρό για να λάβει την κατάλληλη αγωγή και φροντίδα. Συνεπώς, η πράξη αυτή βοηθά το άτομο να επιβιώσει.

Όμως σε ένα ψυχικό επίπεδο, οι έρευνες δεν έχουν ολοκληρωθεί. Δεν έχει εξηγηθεί ακόμη πώς το άγχος, ο φόβος και άλλες συναισθηματικές αντιδράσεις μας βοηθούν στην εξέλιξη, πέραν της ενημέρωσης ότι κάτι δεν πάει καλά.

Απουσία πόνου και ασθένειες

Μπορεί ο πόνος να μην είναι ευχάριστος, όμως η απόλυτη απουσία του ίσως να είναι και χειρότερη.

50 καταγεγραμμένες περιπτώσεις παγκοσμίως πάσχουν από τη νόσο Hsan II (Hereditary sensory and automatic neuropathy type 2), η οποία προσβάλει το κεντρικό και περιφερειακό νευρικό σύστημα, με αποτέλεσμα να μη λειτουργούν τα νεύρα των αισθήσεων, αλλά και του πόνου.

Άτομα που πάσχουν από αυτή τη νόσο δηλώνουν συχνά τη δυσκολία τους να εντοπίσουν συμπτώματα ασθενειών (αφού δεν έχουν καμία αντίδραση), μιλούν για περιττές ιατρικές εξετάσεις που αναγκαστικά υποβάλλονται, ακόμη και για τα πιο απλά ζητήματα, αλλά και την καθημερινή δυσκολία και τραυματισμούς που έχουν χωρίς να το αντιλαμβάνονται.

Παρόμοιες ασθένειες, όπως η ασυμβολία πόνου βιώνουν αντίστοιχα αρνητικά αποτελέσματα. Οι άνθρωποι που πάσχουν από ασυμβολία πόνου έχουν μεγαλύτερες πιθανότητες χρόνιων ασθενειών ή και θνησιμότητας.

Φάρμακα placebo

Από την άλλη, ο εγκέφαλος μπορεί πολλές φορές να «ξεγελαστεί» με αποτέλεσμα να μην αισθάνεται πόνο ή τα ίδια ποσοστά πόνου σε σχέση με πριν. Οι συνθήκες στις οποίες έχουν εξεταστεί αυτά τα ενδεχόμενα ερευνητικά είναι μέσω της χρήσης των φαρμάκων «placebo».

Τα φάρμακα placebo, δηλαδή εκείνα που στην πραγματικότητα δεν περιέχουν καμία φαρμακευτική ουσία, αλλά οι ασθενείς νομίζουν ότι περιέχουν, αποδεικνύουν τις δυνατότητες του εγκεφάλου και της αντίληψης.

Έρευνες μάλιστα δείχνουν ότι με χορήγηση placebo φαρμάκων, οι ασθενείς δηλώνουν μικρότερα ποσοστά ή καθολική απουσία πόνου. Χρειάζεται να σημειωθεί ότι εφόσον τα φάρμακα είναι ψεύτικα, ο πόνος εξ’ αρχής δεν επηρεάζεται καθόλου.

Συνεπώς με τα ίδια ποσοστά πόνου, ο εγκέφαλος καταφέρνει να πιστεύει ότι δεν πονάει.

Εδώ αναδύεται και το ερώτημα: Αν μπορούμε να «ξεγελάσουμε» τον εγκέφαλό μας, γιατί δε γίνεται να ελέγχουμε και τον πόνο καθολικά;

Ο πόνος είναι πιθανό να εκτελεί περισσότερες λειτουργίες, οι οποίες ανακαλύπτονται σταδιακά από την επιστημονική κοινότητα.

Μια πρόταση ήταν και εκείνη του Shimon Edelman και των συνεργατών του, οι οποίοι θεωρούν πως ο πόνος μπορεί να αποτελέσει μια ανεξάρτητη πηγή επιλογής δράσης. Είναι μια αξιόπιστη μορφή επικοινωνίας του πώς να δράσει το άτομο σε δυσμενείς καταστάσεις. Μια φυσική σηματοδότηση, η οποία είναι τόσο χρήσιμη όσο και επώδυνη, κάτι που εντοπίζεται και στο φυσικό περιβάλλον.

Πώς η ειλικρινής σηματοδότηση συγχέεται στη διαδικασία του πόνου;

Ας υποθέσουμε ότι σε τσιμπάει μια σφήκα. Οι αισθητηριακές πληροφορίες που αντλούνται από τους νοοϋποδοχείς στο δέρμα, μετακινούνται μέσω των νευρικών ινών στον εγκέφαλο.

Οι υπολογιστικές διαδικασίες, υπεύθυνες για να προγραμματίζουν δράσεις, θα δεχθούν αυτά τα σήματα και θα ανταγωνιστούν μέχρι να αποκτήσουν έλεγχο της συμπεριφοράς. Οι συμπεριφορικές επιλογές μπορεί να ποικίλλουν: Η μια συμπεριφορά μπορεί να είναι η αφαίρεση του κεντριού, μια άλλη ο πανικός, μια άλλη τίποτα και ούτω καθεξής.

Για να επιτραπεί η δράση, πρώτα θα ελεγχθεί και θα εγκριθεί μέσω της κρίσης. Οι δράσεις είναι πιθανό να επιλεγούν, αν στο παρελθόν είχαν επιτυχία ή αν είναι αυτόματες. Η πιο πιθανή δράση, είναι εκείνη που παρέχει τους περισσότερους πόρους.

Συνεπώς, στο παράδειγμα της σφήκας, θα αφαιρούσες πιθανότατα το κεντρί.

Ο πόνος φαίνεται λοιπόν, σύμφωνα με τον Edelman να λαμβάνει θέση εξάντλησης ενός ζωτικού πόρου. Στο παράδειγμα, ο πόρος είναι αποθεματικός, όμως σε άλλες περιπτώσεις μπορεί απλά να συμβαίνει με φυσιολογικά αποθέματα που ενισχύουν την ομοιόσταση.

Οι πράξεις που παράγουν περισσότερους πόρους επιλέγονται να ελέγξουν τη συμπεριφορά επειδή στο παρελθόν έχουν αποδειχθεί ικανές και αξιόπιστες να αντιμετωπίσουν μια παρόμοια κατάσταση.

Οι νέες θεωρίες αναδύονται συνέχεια και αποτελούν μια βάση στην οποία θα μπορούσε να στηριχθεί μελλοντική έρευνα.

Γνωρίζουμε πλέον πως ο πόνος δεν είναι μια αμιγώς αρνητική αίσθηση, αλλά προσφέρει κιόλας. Μας καθοδηγεί στην αλλαγή, την εξέλιξη και την πράξη.

Όσες πληροφορίες και να γνωρίζουμε για το ανθρώπινο σώμα και την συμπεριφορά, πάντοτε θα χρειαζόμαστε ακόμη περισσότερα στοιχεία και γνώσεις. Ο άνθρωπος και η πολυπλοκότητά του δέχονται ακόμη αρκετή διερεύνηση.

Η καλύτερη δοκιμή της ανεξαρτησίας μας

Πρέπει να θέσει υπό έλεγχο κανείς τον εαυτό του για να διαπιστώσει αν είναι προορισμένος για ανεξαρτησία και διοίκηση- και πρέπει να το κάνει αυτό την κατάλληλη στιγμή. Δεν πρέπει να αποφύγει κανείς τους ελέγχους του, αν και ίσως να είναι το πιο επικίνδυνο παιχνίδι που μπορεί να παίξει κανείς, και τελικά είναι έλεγχοι που γίνονται μπροστά σε μας ως μάρτυρες και σε κανέναν άλλο δικαστή.

Να μην προσκολλόμαστε σε ένα πρόσωπο: κι ας είναι το πιο αγαπημένο — κάθε πρόσωπο είναι μια φυλακή και μαζί μια γωνιά.

Να μην προσκολλόμαστε σε μια πατρίδα: κι ας είναι η πιο βασανισμένη κι ας χρειάζεται επειγόντως βοήθεια — είναι ήδη λιγότερο δύσκολο να αποκόψει κανείς την καρδιά του από μια θριαμβεύουσα πατρίδα.

Να μην προσκολλόμαστε σε ένα αίσθημα οίκτου: έστω κι αν πρόκειται για ανώτερους ανθρώπους των οποίων το σπάνιο μαρτύριο και την αίσθηση του αβοήθητου μπορέσαμε να δούμε κατά τύχη.

Να μην προσκολλόμαστε σε μια επιστήμη: έστω κι αν μας γοητεύει με τις πιο πολύτιμες ανακαλύψεις που φαινομενικά κρατήθηκαν για μας.

Να μην προσκολλόμαστε στην ίδια μας την απόσπαση, σ' εκείνο το φιλήδονο ξεμάκρεμα και ξένωση του πουλιού, που πετά ολοένα και περισσότερο στα ύψη, ώστε να βλέπει ολοένα και περισσότερα πράγματα κάτω του — ο κίνδυνος εκείνου που πετάει.

Να μην προσκολλόμαστε στις ίδιες μας τις αρετές και να γινόμαστε ως σύνολο θύματα κάποιου μέρους του εαυτού μας, για παράδειγμα της «φιλοξενίας» μας, που είναι ο κίνδυνος των κινδύνων για ανώτερες και πλούσιες ψυχές, οι οποίες ξοδεύονται σπάταλα, σχεδόν αδιάφορα, και φέρνουν την αρετή της γενναιοδωρίας στο σημείο να γίνει ελάττωμα.

Πρέπει να ξέρουμε πώς να συντηρούμε τους εαυτούς μας: αυτή είναι η καλύτερη δοκιμή της ανεξαρτησίας.

Friedrich Wilhelm Nietzsche, Πέρα από το καλό και το κακό

Πώς συνδέονται οι σχέσεις και ο εθισμός

Ίσως γνωρίζετε ότι μια σχέση δεν κάνει καλό στη σωματική και συναισθηματική σας υγεία, αλλά νιώθετε ανίκανοι να την εγκαταλείψετε. Ή μπορεί να αισθάνεστε ότι δεν μπορείτε να σταματήσετε να σκέφτεστε τον σύντροφό σας και τις ανάγκες του σε σημείο που να αφήνετε τις δικές σας σε δεύτερη μοίρα. Στην πραγματικότητα, μπορεί να σκέφτεστε ότι είστε εθισμένοι σε αυτό το άτομο.

Αυτό που νιώθετε είναι πραγματικό και έχει μια εξήγηση. Αλλά αντί για εθισμό, οι περισσότεροι ψυχολόγοι αναφέρονται σε αυτή την εμπειρία ως συναισθηματική εξάρτηση.

Πώς συνδέονται οι σχέσεις και ο εθισμός

Ο εθισμός στον έρωτα ή ο εθισμός στους ανθρώπους δεν αποτελούν επίσημες διαγνώσεις ψυχικής υγείας. Στην πραγματικότητα, ο όρος «εθισμός» δεν χρησιμοποιείται πλέον γενικά. Αντ’ αυτού, οι ειδικοί ιατροί μιλούν για διαταραχή χρήσης ουσιών.

Όμως οι άνθρωποι και οι σχέσεις δεν είναι ουσίες και δεν έχουν τις ίδιες επιδράσεις πάνω μας. Αν και δεν συμφωνούν όλοι, ορισμένοι ερευνητές υποστηρίζουν ότι μπορεί να εμφανίζουμε συμπτώματα παρόμοια με εκείνα κάποιου που ζει με διαταραχή χρήσης ουσιών. Για παράδειγμα:

– Έντονη λαχτάρα

– σημαντικές αλλαγές στη διάθεση, συμπεριλαμβανομένου του αισθήματος φόβου ή άγχους

– παραμέληση άλλων ευθυνών και σχέσεων

– να περιστρέφεται η ζωή σας γύρω από το συγκεκριμένο άτομο

– παραμονή στη σχέση ακόμη και όταν βιώνουμε αρνητικές συνέπειες

– συμπτώματα στέρησης όταν είμαστε μακριά από το άτομο αυτό

Αλλά ενώ η συναισθηματική εξάρτηση μπορεί να μας οδηγήσει σε συμπεριφορές που μπορεί να αντικατοπτρίζουν τα συμπτώματα της διαταραχής χρήσης ουσιών, αυτό δεν είναι το ίδιο με τον εθισμό. Τα αίτια και οι διαδικασίες που εφαρμόζονται είναι διαφορετικά.

Είναι ο εθισμός σε ένα άτομο πραγματικός;

Δεν είναι δυνατόν να είναι κανείς εθισμένος σε ένα άτομο. Στην πραγματικότητα, το Διαγνωστικό και Στατιστικό Εγχειρίδιο Ψυχικών Διαταραχών, 5η έκδοση (DSM-5) δεν αναγνωρίζει καμία συμπεριφορά εθισμού εκτός ουσιών επειδή υπάρχουν περιορισμένες έως μηδενικές αποδείξεις γι’ αυτό. Αυτό περιλαμβάνει τον εθισμό στις σχέσεις και τον εθισμό στο σεξ.

Οι ειδικοί διακρίνουν επίσης μεταξύ του εθισμού σε ουσίες και του «εθισμού» στις σχέσεις, επειδή η αγάπη, σε αντίθεση με τη χρήση ουσιών, είναι μια επιθυμητή εμπειρία για τους περισσότερους ανθρώπους. Παρόλα αυτά, έρευνα από το 2016 δείχνει ότι επειδή το ειδύλλιο μπορεί να διεγείρει τα κέντρα ανταμοιβής του εγκεφάλου με παρόμοιο τρόπο με τις ουσίες, θα μπορούσε να οδηγήσει σε ορισμένα μοτίβα που μιμούνται αυτό που κάποιοι αποκαλούν εθισμό – ή, ακριβέστερα, καταναγκαστική συμπεριφορά.

Ορισμένοι άνθρωποι ζουν επίσης με μια κατάσταση που ονομάζεται ερωτομανία. Η ερωτομανία είναι ένα είδος αυταπάτης που μας κάνει να πιστεύουμε ότι κάποιος είναι ερωτευμένος μαζί μας, ακόμη και αν δεν υπάρχουν στοιχεία που να υποστηρίζουν αυτή την πεποίθηση. Τις περισσότερες φορές, αυτό το άλλο πρόσωπο είναι μια διασημότητα ή κάποιος που θαυμάζουμε.

Τι μας κάνει να αισθανόμαστε εθισμένοι σε ένα άτομο

Αν αισθάνεστε ότι είναι δύσκολο να αφήσετε κάποιον να φύγει, ακόμη και όταν ξέρετε ότι είναι για το καλύτερο, μπορεί να παίζουν ρόλο μερικοί διαφορετικοί παράγοντες εκτός από τον εθισμό.

Τύπος προσκόλλησης

Σύμφωνα με τη θεωρία της προσκόλλησης, ο τύπος προσκόλλησής σας – ή ο τρόπος με τον οποίο συνδέεστε με τους άλλους – διαμορφώνεται μέσα από κάποιες από τις πρώτες σας σχέσεις, όπως με τους γονείς σας ή τον κύριο φροντιστή σας.

Αν κι ένας ασφαλής τύπος προσκόλλησης τείνει να υποστηρίζει ισορροπημένες σχέσεις, ένας ανασφαλής τύπος μπορεί να προκαλέσει περισσότερο άγχος. Σύμφωνα με έρευνα του 2019, τα ανασφαλή στυλ προσκόλλησης -ιδιαίτερα οι αγχώδεις και οι αποφευκτικοί τύποι- συνδέονται με λιγότερη ικανοποίηση στις σχέσεις.

Άλλες έρευνες από το 2020 συνδέουν την αγχώδη προσκόλληση με χαμηλότερα επίπεδα εμπιστοσύνης στις ερωτικές σχέσεις. Η κατανόηση του τύπου προσκόλλησής σας μπορεί να σας βοηθήσει να προσδιορίσετε πώς περιμένετε από μια σχέση να ικανοποιήσει τις ανάγκες σας.

Για παράδειγμα, αν έχετε αγχώδη τύπο προσκόλλησης, μπορεί να αισθάνεστε ότι δεν μπορείτε να βασιστείτε στο σύντροφό σας για να ικανοποιεί με συνέπεια τις ανάγκες σας, γεγονός που μπορεί να οδηγήσει σε φόβο εγκατάλειψης.

Φόβος εγκατάλειψης

Ο φόβος της εγκατάλειψης μπορεί να μας κάνει να αισθανόμαστε ότι οποιαδήποτε σχέση είναι καλύτερη από το να είμαστε μόνοι. Και αν αισθάνεστε έτσι, μπορεί να είναι πιο δύσκολο να διακόψετε μια σχέση ακόμα κι όταν ξέρετε ότι μπορεί να μην είναι η σωστή επιλογή για εσάς.

Αν και οι ειδικοί πιστεύουν ότι η αγχώδης προσκόλληση παίζει σημαντικό ρόλο στο άγχος εγκατάλειψης, μπορεί να υπάρχουν και άλλα πράγματα στην ιστορία. Μπορεί επίσης να φοβόμαστε την εγκατάλειψη αν:

– ζούμε με διαταραχή προσωπικότητας

– εγκαταλειφθήκαμε στο παρελθόν από γονέα ή σύντροφο

– έχουμε ιστορικό τραύματος ή ζούμε με διαταραχή μετατραυματικού στρες (PTSD).
Συνεξάρτηση

Μερικοί άνθρωποι θεωρούν ότι η θεώρηση των συμπτωμάτων της συνεξάρτησης μέσα από τον φακό του εθισμού είναι χρήσιμη όταν επικοινωνούν την εμπειρία τους με άλλους, παρόλο που οι ειδικοί δεν αναγνωρίζουν τον όρο ως επίσημη κατάσταση. Στις σχέσεις, η συνεξάρτηση συνδέεται με:

– δυσκολία με την αυθεντικότητα

– μια ασαφή αίσθηση του εαυτού

– συμπεριφορές που ικανοποιούν τους ανθρώπους.

Έρευνα του 2021 υποδηλώνει ότι η συνεξάρτηση μπορεί να πηγάζει από εμπειρίες της πρώιμης παιδικής ηλικίας. Μια θεωρία είναι ότι τα άκαμπτα και μη υποστηρικτικά οικογενειακά περιβάλλοντα οδηγούν σε συνεξάρτηση, όταν αισθανόμαστε ότι η αλλαγή του εαυτού μας για να ταιριάζει στις προσδοκίες των γονέων είναι ο μόνος τρόπος για να γίνουμε αποδεκτοί. Αυτά τα συναισθήματα μπορεί να μεταφερθούν στις σχέσεις των ενηλίκων, καθιστώντας πιο δύσκολο να διατηρήσουμε την αίσθηση του εαυτού και των αναγκών μας.

Ψυχικές διαταραχές

Έρευνα από το 2019 αναφέρει ότι αυτό που μπορεί να αισθανόμαστε ως εθισμό σε ένα άτομο θα μπορούσε να εξηγηθεί καλύτερα από ψυχικές διαταραχές όπως:

– Διαταραχές προσωπικότητας. Η οριακή διαταραχή προσωπικότητας, η διαταραχή εξαρτημένης προσωπικότητας και η ιστριονική διαταραχή προσωπικότητας συνδέονται με αγχώδη τύπο προσκόλλησης και ευαισθησία στην απόρριψη.

– Διαταραχές άγχους. Εάν ζείτε με μια αγχώδη διαταραχή, θα μπορούσε να τροφοδοτήσει τη μη ισορροπημένη συναισθηματική εξάρτηση σε μια σχέση. Για παράδειγμα, το άγχος αποχωρισμού μπορεί να προκαλέσει έντονο άγχος στη σκέψη ότι θα αποχωριστείτε ένα αγαπημένο σας πρόσωπο.

– Διπολική διαταραχή. Έρευνα του 2021 αναφέρει ότι η έντονη ρομαντική προσκόλληση προκαλεί συμπτώματα υπομανίας παρόμοια με την υπομανία που βιώνουν τα άτομα με διπολική διαταραχή ΙΙ, γεγονός που υποδηλώνει ότι αυτές οι σχέσεις και η διπολική διαταραχή μπορεί να ενεργοποιούν τις ίδιες περιοχές του εγκεφάλου.

Επομένως, αν και ο εθισμός σε ένα άτομο δεν αποτελεί επίσημη ιατρική διάγνωση, είναι δυνατόν να πέσει κανείς σε ένα μοτίβο συναισθηματικής εξάρτησης από κάποιον.

Το να ξεφύγουμε από αυτό το μοτίβο σχέσης μπορεί να είναι δύσκολο και συχνά σημαίνει να φτάσουμε στη ρίζα του τι προκαλεί τη συναισθηματική μας εξάρτηση. Οι στρατηγικές συναισθηματικής ρύθμισης, η υπομονή και η αυτοσυμπόνια μπορούν να μας βοηθήσουν σε αυτή τη διαδικασία.