Πέμπτη 21 Οκτωβρίου 2021

ΔΡΑΜΑΤΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ: ΣΟΦΟΚΛΗΣ - Τραχίνιαι (94-140)

ΧΟΡΟΣ
ὃν αἰόλα νὺξ ἐναριζομένα [στρ. α]
95 τίκτει κατευνάζει τε φλογιζόμενον,
Ἅλιον, Ἅλιον αἰτῶ
τοῦτο καρῦξαι τὸν Ἀλκμή-
νας, πόθι μοι πόθι μοι παῖς
ναίει ποτ᾽, ὦ λαμπρᾷ στεροπᾷ φλεγέθων,
100 ἢ ποντίας αὐλῶνας, ἢ
δισσαῖσιν ἀπείροις κλιθείς,
εἴπ᾽, ὦ κρατιστεύων κατ᾽ ὄμμα.

ποθουμένᾳ γὰρ φρενὶ πυνθάνομαι [ἀντ. α]
τὰν ἀμφινεικῆ Δηιάνειραν ἀεί,
105 οἷά τιν᾽ ἄθλιον ὄρνιν,
οὔποτ᾽ εὐνάζειν ἀδακρύ-
των βλεφάρων πόθον, ἀλλὰ
εὔμναστον ἀνδρὸς δεῖμα τρέφουσαν ὁδοῦ
ἐνθυμίοις εὐναῖς ἀναν-
110 δρώτοισι τρύχεσθαι, κακὰν
δύστανον ἐλπίζουσαν αἶσαν.

πολλὰ γὰρ ὥστ᾽ ἀκάμαντος [στρ. β]
ἢ νότου ἢ βορέα τις
κύματ᾽ ἂν εὐρέι πόντῳ
115 βάντ᾽ ἐπιόντα τ᾽ ἴδοι,
οὕτω δὲ τὸν Καδμογενῆ
στρέφει, τὸ δ᾽ αὔξει βιότου
πολύπονον, ὥσπερ πέλαγος
Κρήσιον. ἀλλά τις θεῶν
120 αἰὲν ἀναμπλάκητον Ἅι-
δα σφε δόμων ἐρύκει.

ὧν ἐπιμεμφομένα σ᾽ αἰ- [ἀντ. β]
δοῖα μέν, ἀντία δ᾽ οἴσω.
φαμὶ γὰρ οὐκ ἀποτρύειν
125 ἐλπίδα τὰν ἀγαθὰν
χρῆναί σ᾽· ἀνάλγητα γὰρ οὐδ᾽
ὁ πάντα κραίνων βασιλεὺς
ἐπέβαλε θνατοῖς Κρονίδας·
ἀλλ᾽ ἐπὶ πῆμα καὶ χαρὰ
130πᾶσι κυκλοῦσιν, οἷον ἄρ-
κτου στροφάδες κέλευθοι.

μένει γὰρ οὔτ᾽ αἰόλα [ἐπῳδ.]
νὺξ βροτοῖσιν οὔτε κῆ-
ρες οὔτε πλοῦτος, ἀλλ᾽ ἄφαρ
135 βέβακε, τῷ δ᾽ ἐπέρχεται
χαίρειν τε καὶ στέρεσθαι.
ἃ καὶ σὲ τὰν ἄνασσαν ἐλπίσιν λέγω
τάδ᾽ αἰὲν ἴσχειν· ἐπεὶ τίς ὧδε
140 τέκνοισι Ζῆν᾽ ἄβουλον εἶδεν;

***
ΧΟΡΟΣ
Σένα, που η αστρόφεγγη Νύχτα γεννά, σαν πεθαίνει,
και φλογισμένο τα βράδια πάλι κοιμίζει,
Ήλιε μου, ω Ήλιε, ζητώ σου
να μου μηνύσεις, ο γιος της Αλκμήνης
πού να μου βρίσκεται, πού,
ω μ᾽ αστραπόβολη λάμψη ζωσμένε;
100 τάχα σε θάλασσες κάπου στενά,
ή στις διπλές τις στεριές να κονεύει;
πε μου, εσύ π᾽ όλους νικάς στη ματιά.

Γιατί μαθαίνω πως πάντα ποθοπλανταγμένη
η πολυγύρευτη κόρη του Οινέα
όμοια σαν ένα πουλί θλιβερό,
δεν την κοιμίζει σ᾽ αδάκρυτα μάτια
ποτέ τη λαχτάρα της,
μα με του αντρός της που λείπει τη θύμηση
θρέφει όλο φόβους στα στήθια της
110 κι η συλλογή στ᾽ ορφανό της κρεβάτι τη λιώνει,
να περιμένει, η ταλαίπωρη, κάποιο κακό.

Γιατ᾽ όπως τ᾽ αμέτρητα κύματα
του ασύχαστου νότου ή βοριά
στον πλατύ πόντο θα δεις
να πηγαίνουν και να ᾽ρχουνται,
έτσι και τον Καδμογέννητο
μια τον ποδίζει και μια τον φέρνει εμπρός
η πολυαντάριαστη, σαν το κανάλι
της Κρήτης, ζωή του·
120 μα ένας θεός πάντ᾽ ανέβλαβο
τον κρατάει μακριά ᾽πό τα δώματα του Άδη.

Γι᾽ αυτά όλα σού ρίχνω κι εγώ άδικο
και μ᾽ όλο το σέβας μου, μα
θ᾽ αντιγνωμήσω μαζί σου·
γιατί, λέω, δε θα ᾽πρεπε
κάθ᾽ ελπίδα καλή να ξοφλάς.
Βέβαια, ζωή δίχως πόνο ουδ᾽ αυτός
ο παντοδύναμος Δίας σε κανένα θνητό
δε χάρισε, μα όλους
130 τριγυρνούνε και λύπες και χαρές
σαν του Χορού του εφταπάρθενου οι γύρες.

Πάντα η αστροπλούμιστη νύχτα δε μένει,
ούτε κι οι αντίμαχες μοίρες του ανθρώπου,
ούτε τα πλούτη, μα πέταξαν
μεμιάς και πάνε,
και πίσω το ᾽να ᾽πό τ᾽ άλλο ακλουθούν
τα χαροκόπια κι οι στέρησες.
Σ᾽ αυτά λέω και συ να στηρίζεις, βασίλισσα,
τις ελπίδες σου πάντα·
γιατί ποιός είδε το Δία ποτέ
140 έτσι ανέγνοιαστο για τα παιδιά του;

ΟΜΗΡΟΣ: Ἰλιάς (2.455-2.526)

455 Ἠΰτε πῦρ ἀΐδηλον ἐπιφλέγει ἄσπετον ὕλην
οὔρεος ἐν κορυφῇς, ἕκαθεν δέ τε φαίνεται αὐγή,
ὣς τῶν ἐρχομένων ἀπὸ χαλκοῦ θεσπεσίοιο
αἴγλη παμφανόωσα δι᾽ αἰθέρος οὐρανὸν ἷκε.
Τῶν δ᾽, ὥς τ᾽ ὀρνίθων πετεηνῶν ἔθνεα πολλά,
460 χηνῶν ἢ γεράνων ἢ κύκνων δουλιχοδείρων,
Ἀσίῳ ἐν λειμῶνι, Καϋστρίου ἀμφὶ ῥέεθρα,
ἔνθα καὶ ἔνθα ποτῶνται ἀγαλλόμενα πτερύγεσσι,
κλαγγηδὸν προκαθιζόντων, σμαραγεῖ δέ τε λειμών,
ὣς τῶν ἔθνεα πολλὰ νεῶν ἄπο καὶ κλισιάων
465 ἐς πεδίον προχέοντο Σκαμάνδριον· αὐτὰρ ὑπὸ χθὼν
σμερδαλέον κονάβιζε ποδῶν αὐτῶν τε καὶ ἵππων.
ἔσταν δ᾽ ἐν λειμῶνι Σκαμανδρίῳ ἀνθεμόεντι
μυρίοι, ὅσσα τε φύλλα καὶ ἄνθεα γίγνεται ὥρῃ.
Ἠΰτε μυιάων ἁδινάων ἔθνεα πολλά,
470 αἵ τε κατὰ σταθμὸν ποιμνήϊον ἠλάσκουσιν
ὥρῃ ἐν εἰαρινῇ, ὅτε τε γλάγος ἄγγεα δεύει,
τόσσοι ἐπὶ Τρώεσσι κάρη κομόωντες Ἀχαιοὶ
ἐν πεδίῳ ἵσταντο διαρραῖσαι μεμαῶτες.
Τοὺς δ᾽, ὥς τ᾽ αἰπόλια πλατέ᾽ αἰγῶν αἰπόλοι ἄνδρες
475 ῥεῖα διακρίνωσιν, ἐπεί κε νομῷ μιγέωσιν,
ὣς τοὺς ἡγεμόνες διεκόσμεον ἔνθα καὶ ἔνθα
ὑσμίνηνδ᾽ ἰέναι, μετὰ δὲ κρείων Ἀγαμέμνων,
ὄμματα καὶ κεφαλὴν ἴκελος Διὶ τερπικεραύνῳ,
Ἄρεϊ δὲ ζώνην, στέρνον δὲ Ποσειδάωνι.
480 ἠΰτε βοῦς ἀγέληφι μέγ᾽ ἔξοχος ἔπλετο πάντων
ταῦρος· ὁ γάρ τε βόεσσι μεταπρέπει ἀγρομένῃσι·
τοῖον ἄρ᾽ Ἀτρεΐδην θῆκε Ζεὺς ἤματι κείνῳ,
ἐκπρεπέ᾽ ἐν πολλοῖσι καὶ ἔξοχον ἡρώεσσιν.
Ἔσπετε νῦν μοι Μοῦσαι Ὀλύμπια δώματ᾽ ἔχουσαι—
485 ὑμεῖς γὰρ θεαί ἐστε, πάρεστέ τε, ἴστέ τε πάντα,
ἡμεῖς δὲ κλέος οἶον ἀκούομεν οὐδέ τι ἴδμεν—
οἵ τινες ἡγεμόνες Δαναῶν καὶ κοίρανοι ἦσαν·
πληθὺν δ᾽ οὐκ ἂν ἐγὼ μυθήσομαι οὐδ᾽ ὀνομήνω,
οὐδ᾽ εἴ μοι δέκα μὲν γλῶσσαι, δέκα δὲ στόματ᾽ εἶεν,
490 φωνὴ δ᾽ ἄρρηκτος, χάλκεον δέ μοι ἦτορ ἐνείη,
εἰ μὴ Ὀλυμπιάδες Μοῦσαι, Διὸς αἰγιόχοιο
θυγατέρες, μνησαίαθ᾽ ὅσοι ὑπὸ Ἴλιον ἦλθον·
ἀρχοὺς αὖ νηῶν ἐρέω νῆάς τε προπάσας.
Βοιωτῶν μὲν Πηνέλεως καὶ Λήϊτος ἦρχον
495 Ἀρκεσίλαός τε Προθοήνωρ τε Κλονίος τε,
οἵ θ᾽ Ὑρίην ἐνέμοντο καὶ Αὐλίδα πετρήεσσαν
Σχοῖνόν τε Σκῶλόν τε πολύκνημόν τ᾽ Ἐτεωνόν,
Θέσπειαν Γραῖάν τε καὶ εὐρύχορον Μυκαλησσόν,
οἵ τ᾽ ἀμφ᾽ Ἅρμ᾽ ἐνέμοντο καὶ Εἰλέσιον καὶ Ἐρυθράς,
500 οἵ τ᾽ Ἐλεῶν᾽ εἶχον ἠδ᾽ Ὕλην καὶ Πετεῶνα,
Ὠκαλέην Μεδεῶνά τ᾽, ἐϋκτίμενον πτολίεθρον,
Κώπας Εὔτρησίν τε πολυτρήρωνά τε Θίσβην,
οἵ τε Κορώνειαν καὶ ποιήενθ᾽ Ἁλίαρτον,
οἵ τε Πλάταιαν ἔχον ἠδ᾽ οἳ Γλισᾶντ᾽ ἐνέμοντο,
505 οἵ θ᾽ Ὑποθήβας εἶχον, ἐϋκτίμενον πτολίεθρον,
Ὀγχηστόν θ᾽ ἱερόν, Ποσιδήϊον ἀγλαὸν ἄλσος,
οἵ τε πολυστάφυλον Ἄρνην ἔχον, οἵ τε Μίδειαν
Νῖσάν τε ζαθέην Ἀνθηδόνα τ᾽ ἐσχατόωσαν·
τῶν μὲν πεντήκοντα νέες κίον, ἐν δὲ ἑκάστῃ
510 κοῦροι Βοιωτῶν ἑκατὸν καὶ εἴκοσι βαῖνον.
Οἳ δ᾽ Ἀσπληδόνα ναῖον ἰδ᾽ Ὀρχομενὸν Μινύειον,
τῶν ἦρχ᾽ Ἀσκάλαφος καὶ Ἰάλμενος, υἷες Ἄρηος,
οὓς τέκεν Ἀστυόχη δόμῳ Ἄκτορος Ἀζεΐδαο,
παρθένος αἰδοίη, ὑπερώϊον εἰσαναβᾶσα,
515 Ἄρηϊ κρατερῷ· ὁ δέ οἱ παρελέξατο λάθρῃ·
τοῖς δὲ τριήκοντα γλαφυραὶ νέες ἐστιχόωντο.
Αὐτὰρ Φωκήων Σχεδίος καὶ Ἐπίστροφος ἦρχον,
υἷες Ἰφίτου μεγαθύμου Ναυβολίδαο,
οἳ Κυπάρισσον ἔχον Πυθῶνά τε πετρήεσσαν
520 Κρῖσάν τε ζαθέην καὶ Δαυλίδα καὶ Πανοπῆα,
οἵ τ᾽ Ἀνεμώρειαν καὶ Ὑάμπολιν ἀμφενέμοντο,
οἵ τ᾽ ἄρα πὰρ ποταμὸν Κηφισὸν δῖον ἔναιον,
οἵ τε Λίλαιαν ἔχον πηγῇς ἔπι Κηφισοῖο·
τοῖς δ᾽ ἅμα τεσσαράκοντα μέλαιναι νῆες ἕποντο.
525 οἱ μὲν Φωκήων στίχας ἵστασαν ἀμφιέποντες,
Βοιωτῶν δ᾽ ἔμπλην ἐπ᾽ ἀριστερὰ θωρήσσοντο.

***
455 Όπως κακή πυρκαϊά μεγάλο δάσος καίει,
σ᾽ άκρην βουνού και φαίνεται μακράν η αναλαμπή της,
ομοίως απ᾽ τον άπειρον χαλκόν, καθώς κινούντο,
ο αιθέρας ως τον ουρανόν λαμποκοπούσεν όλος.
Και όπως πλήθη αμέτρητα πουλιών συμμαζωμένα,
460 χηνών κοπάδ᾽ ή γερανών ή κύκνων μακρολαίμων
στ᾽ Άσιο λιβάδι, στες ροές σιμά του Καϋστρίου
φτεροκοπούν περήφανα στο ᾽να και στ᾽ άλλο μέρος
κι όταν καθίζουν κλαγγηκτά και ο κάμπος αντηχάει,
τόσα τα πλήθη των ανδρών από σκηνές και πλοία
465 στο σιάδι το Σκαμάνδριον χυνόνταν κι απ᾽ τον κτύπον
ίππων και ανδρών τρομακτικά η γη βροντοκοπούσεν·
κι έμειναν στο Σκαμάνδριον λιβάδι το ανθοφόρο
άπειροι ωσάν της άνοιξης τα άνθη και τα φύλλα.
Κι όπως σωρεύοντ᾽ άπειρες οι μύγες εις την στάνην
470 την άνοιξιν οπού τ᾽ αγγειά με γάλα ξεχειλίζουν,
ομοίως και των Αχαιών τ᾽ ανδρειωμένα πλήθη
στην πεδιάδ᾽ αμέτρητα, πυκνότατα, εστεκόνταν
κι ελαχταρούσαν όλεθρον να φέρουν εις τους Τρώας.
Και όπως εύκολα γιδιών κοπάδια σκορπισμένα
475 και στην βοσκήν ανάμεικτα χωρίζουν οι ποιμένες,
ομοίως εις τον πόλεμον εσύνταζαν τα πλήθη
οι αρχηγοί και ανάμεσα ο κραταιός Ατρείδης
στα μάτια και στην κεφαλήν αστραποφόρος Δίας
στην ζώσιν Άρης έδειχνε και Ποσειδών στα στήθη.
480 Κι όπως σ᾽ αγέλην έξοχος απ᾽ όλους είναι ο ταύρος,
και στην βοσκήν διακρίνεται, ομοίως τον Ατρείδην
ο Βροντητής ηθέλησεν εκείνην την ημέραν
λαμπρόν να κάμει κι έξοχον στο πλήθος των ηρώων.
Μούσες, του Ολύμπου κάτοικες, διδάξετέ με τώρα —
485 είσθε θεές και βρίσκεσθε παντού και ηξεύρετ᾽ όλα,
τίποτ᾽ εμείς δεν ξεύρομεν, την φήμην μόνο ακούμε,—
των Δαναών οι βασιλείς και οι άρχοι τίνες ήσαν·
του πλήθους τα ονόματα να ειπώ δεν θα ημπορούσα
εγώ κι αν δέκα στόματα κι αν δέκα γλώσσες είχα,
490 κι αν είχ᾽ ασύντριφτην φωνήν και χάλκινα τα στήθη·
μόνον οι κόρες του Διός αιγιδοφόρου, οι Μούσες
Ολυμπιάδες θα ᾽λεγαν πόσοι στην Τροίαν ήλθαν·
αλλά θα ειπώ τους αρχηγούς και όλα τα καράβια.
Των Βοιωτών οι αρχηγοί Πηνέλαος, Κλονίος,
495 Προθήνωρ, Αρκεσίλαος, και Λήτος διοικούσαν
όσους απόστειλ᾽ η Αυλίς πετρώδης, η Υρία,
η Σχοίνος, ο Ετεωνός πολύλοφος, η Σκώλος,
η ευρύχωρη Μυκαλησσός, η Θέσπεια κι η Γραία,
όσους το Άρμ᾽ απόστειλε, το Ειλέσιον, οι Ερύθρες,
500 ακόμη όσους ο Ελεών, ο Πετεών, η Ύλη,
ο Μεδεών πόλις καλή και όσους η Ωκαλέη,
η Θίσβ᾽ η πολυτρύγονη, η Εύτρησις, οι Κώπες,
κι ο χλοερός Αλίαρτος, κι όσους ακόμη εστείλαν
ο Γλίσας, η Κορώνεια, η Πλάταια και η πόλις
505 ωραία των Υποθηβών, και η πόλις η αγία
η Όγχηστος, πολύδενδρο του Ποσειδώνος κτήμα,
η θεία Νίσα, η Μίδεια, η Άρνη αμπελοφόρα,
και όσοι από την έσχατην έφθασαν Ανθηδόνα.
Πενήντα σαν τα πλοία των κι επάνω στο καθένα
510 ήσαν εκατόν είκοσι των Βοιωτών αγόρια.
Του Ορχομενού των Μινυών τους άνδρες και Ασπληδόνος
εδιοικούσε ο Ιάλμενος και Ασκάλαφος, αγόρια
του Άρη και της θυγατρός του Άκτορος Αζείδη
της Αστυόχης, οπού αγνή στ᾽ ανώγι της ανέβη
515 κι ο Άρης, δυνατός θεός, με αυτήν κρυφά κοιμήθη·
κι είχαν τριάντα βαθουλά κατόπι τους καράβια.
Με τους Φωκείς ο Επίστροφος ερχόταν και ο Σχεδίος
υιοί του μεγαλόψυχου Ιφίτου Ναυβουλίδη.
Τους έστειλε η Κυπάρισσος και η Πυθώ πετρώδης,
520 η θεία Κρίσα και η Δαυλίς, ο Πανοπεύς και ακόμη
τα μέρη της Υαμπόλεως, και της Ανεμωρείας
κι αυτά που ο θείος ποταμός ο Κηφισός ποτίζει,
και η Λίλαια που κτίστηκεν επάνω στες πηγές του·
κι είχαν σαράντα ολόμαυρα κατόπι τους καράβια
525 και κολλητά στους Βοιωτούς, στο αριστερό τους πλάγι
οι πολεμάρχοι εσύνταζαν τα πλήθη των Φωκέων.

Ο φόβος της εγκατάλειψης

Ο φόβος της εγκατάλειψης είναι ένα ψυχολογικό φαινόμενο που συναντάται σε μεγάλο μέρος του πληθυσμού κι αποτελεί μια από τις βασικότερες αιτίες για την εμφάνιση της ανασφάλειας. Πρόκειται για την κατάσταση κατά την οποία κάποιος φοβάται σε υπερβολικό βαθμό πως κάποια στιγμή, οι γύρω του θα τον εγκαταλείψουν και θα μείνει μόνος. Δεν είναι η μοναξιά που φοβάται να διαχειριστεί όποιος βιώνει κάτι τέτοιο, μα η εγκατάλειψη εξ’ ολοκλήρου και η συναισθηματική φόρτιση που θα βιώσει όταν αυτή πραγματοποιηθεί.

Ο φόβος της εγκατάλειψης συνοδεύει αρκετά άτομα από πολύ μικρή ηλικία. Έρευνες παρουσιάζουν το συγκεκριμένο φαινόμενο ως σχετιζόμενο με την εγκατάλειψη του ατόμου σε μικρή ηλικία από τους γονείς του ή με καταστάσεις που έκαναν το άτομο να νιώσει μόνο κι αβοήθητο. Ακόμη, ένας αναπάντεχος πρόωρος χωρισμός στην πρώτη ερωτική μας σχέση, μπορεί να προκαλέσει το φόβο της εγκατάλειψης για τις υπόλοιπες σχέσεις μας. Κι αυτό, γιατί όταν εμπιστεύεσαι κάποιον και θεωρείς πως θα είναι δίπλα σου ό,τι κι αν συμβεί, όταν τελικά δεν είναι, χάνεις την εμπιστοσύνη σου σε σένα πρώτα απ’ όλα που δεν μπόρεσες να προβλέψεις μια τέτοια συμπεριφορά. Καταλήγεις να θεωρείς πως δεν μπορείς να κρίνεις ποια άτομα αξίζουν την εμπιστοσύνη σου κι επιλέγεις υποσυνείδητα να μην εμπιστεύεσαι κανέναν.

Πώς όμως θα καταλάβεις αν αυτό το ψυχολογικό φαινόμενο συμβαίνει και σε σένα; Ένα από τα χαρακτηριστικά που παρουσιάζουν όσοι ζουν και παλεύουν με το φόβο της εγκατάλειψης, είναι ότι συχνά προσπαθούν να τους ικανοποιούν όλους, βάζοντας σε δεύτερη μοίρα τον εαυτό τους. Αντλούν ευχαρίστηση με το ευχαριστούν τους γύρω τους, θεωρητικά λοιπόν αυτό είναι το κίνητρό τους, όμως στην πραγματικότητα πρόκειται για μια άμυνα η οποία στοχεύει στην ενδεχόμενη αναβολή της εγκατάλειψης του ατόμου προς αυτούς. Αποκτούν μια δουλοπρεπή στάση γιατί θεωρούν πως έτσι θα φτιάξουν τις ιδανικές συνθήκες για να μην τους αφήσουν όσοι αγαπούν.

Τα άτομα που βιώνουν αυτού του είδους το φόβο σπάνια θα πουν «όχι» κι ακόμη πιο σπάνια θα εκφράσουν τα «θέλω» τους. Πολύ συχνά κάνουν πράγματα και μπλέκονται σε καταστάσεις που δεν επιθυμούν ή δεν περνάνε καλά, μόνο και μόνο επειδή μέσα σε αυτές εμπλέκεται κάποιο σημαντικό για εκείνα πρόσωπο. Επιπλέον, είναι πολύ πιθανό να παραμείνουν σε μια σχέση με στοιχεία χειρισμού ή να γυρίζουν ξανά και ξανά σε αυτή, ακόμη κι όταν γνωρίζουν πως κάτι τέτοιο δεν τους ωφελεί.

Τα άτομα που παρουσιάζουν στοιχεία του φόβου της εγκατάλειψης, μπορεί πολλές φορές να γίνονται κουραστικά σε μια πιο επιφανειακή προσέγγιση, αφού υπεραναλύουν τα πάντα και συχνά εκφράζουν έντονα το άγχος του αποχωρισμού. Ακόμη κι όταν αποχωρίζονται για λίγες ώρες μονάχα το άτομο που αγαπούν, μπορεί να αντιδράσουν ακραία και να στεναχωρηθούν υπερβολικά αφού μέσα τους πιστεύουν πως μπορεί αυτή να είναι και η τελευταία φορά που αποχωρίζονται το συγκεκριμένο άτομο και πως δε θα επιστρέψει. Επιπλέον, συχνά τείνουν να γίνονται χειριστικά και να προσπαθούν να ελέγξουν τους γύρω τους και να προβλέψουν ή να καθοδηγήσουν τις αντιδράσεις τους. Δεν αγαπούν ιδιαίτερα τις αλλαγές και προτιμούν τη σταθερότητα αν και συχνά είναι εκείνοι αυτοί που θα εγκαταλείψουν κάποιον, μονάχα για να μην προλάβει ο άλλος να τους εγκαταλείψει και να βιώσουν αυτή τη συναισθηματική κατάσταση που τους συντρίβει.

Τα άτομα που ζουν με το φόβο της εγκατάλειψης, συχνά παρουσιάζουν υψηλά επίπεδα άγχους και σημάδια κατάθλιψης. Ο φόβος της εγκατάλειψης είναι ένα αρκετά σύνθετο φαινόμενο που δεν μπορεί να περιγραφεί μέσα σε δυο γραμμές ούτε να διαγνωστεί εύκολα μέσα από ένα ψυχογράφημα. Απαιτείται χρόνος, σκέψη κι υπομονή προκειμένου να καταλάβει κανείς αν παρουσιάζει κάποια συμπτώματα. Επιπλέον, όσοι γνωρίζουν την ύπαρξή του μέσα τους, παλεύουν καθημερινά γνωρίζοντας πως η μάχη με κάτι τέτοιο είναι άνιση και πως οι πιθανότητες δεν είναι με το μέρος τους. Εκείνοι ωστόσο που ζουν με αυτό από πολύ μικρή ηλικία, έχουν μάθει να το διαχειρίζονται σε μεγάλο βαθμό.

Ο φόβος της εγκατάλειψης ταλαιπωρεί τόσο αυτόν που τη βιώνει όσο και τον περίγυρό του. Η συμβουλευτική και η ψυχοθεραπεία καθώς και η ανοιχτή συζήτηση με τους κοντινούς του ανθρώπους αποτελούν τις καλύτερες προοπτικές προκειμένου να έρθει η γαλήνη και να νιώσει το άτομο ασφαλές μέσα στην αβεβαιότητα που ούτως ή άλλως έχουν οι ανθρώπινες σχέσεις, μαθαίνοντας να στηρίζεται στα πόδια του. Κι αυτή είναι μια διαδρομή που χρειάζεται να διανύσει, κυρίως για να απολαύσει την ομορφιά των σχέσεων χωρίς να αγωνιά κάθε στιγμή πως θα τις χάσει.

Πώς συμφιλιώνομαι με τα συναισθήματά μου;

Η έκφραση των συναισθημάτων γενικά θεωρείται αποδεκτή, υπό τον όρο να γίνεται μέσα σε κατάλληλες συνθήκες: να απευθυνθούμε σε κάποιον που είναι διαθέσιμος, αυτός να έχει τις ίδιες πολιτισμικές αναφορές μ' εμάς, να είναι σαφή αυτά που λέμε κ.λπ.

Έκφραση Vs Καταπίεση συναισθημάτων

Το να εκφράσουμε τα συναισθήματά μας πάση θυσία δεν είναι πάντα η κατάλληλη αντίδραση. Η ένταση της έκφρασης μπορεί να φοβίσει τον άλλο, οπότε η μέθοδος αυτή ίσως να μην είναι τόσο αποτελεσματική.

Από την άλλη, η καταπίεση των συναισθημάτων δεν θεωρείται σωστή, ειδικά όταν πρόκειται για συναισθηματικές εξάρσεις μεγάλης έντασης. Δεν είναι ένα παροδικό συναίσθημα που συνδέεται με κούραση ή έλλειψη ύπνου, αλλά μάλλον ένα συναίσθημα που διαρκεί στο χρόνο, είναι συχνό και έντονο.

Σε μια τέτοια περίπτωση, το να στρέφουμε αλλού την προσοχή μας για να ξεχάσουμε τα συναισθήματά μας δεν είναι καθόλου χρήσιμο. Όσο για την απώθηση/αναστολή, τη στρατηγική της καταπίεσης των συναισθημάτων, αυτή είναι ακόμα πιο επώδυνη («Μην το σκέφτεσαι, μην ανησυχείς»).

Τα συναισθήματα επανεμφανίζονται, όπως ακριβώς συμβαίνει και όταν προσπαθούμε να αποδιώξουμε τις σκέψεις μας: πάντα ξαναγυρίζουν...

Ρυθμίζοντας τα συναισθήματά μας

Για να ρυθμίσουμε τα συναισθήματά μας, πρέπει πρώτα να καταλάβουμε καλύτερα πώς γίνεται η ενεργοποίησή τους και να αναρωτηθούμε για τη χρησιμότητά της (ναι, είναι χρήσιμο να δείξω ενοχλημένος αν κάποιος μου πατήσει το πόδι, ή να νιώθω δυσαρεστημένη αν δεν πέρασα το μάθημα).

Στη συνέχεια είναι σημαντικό να καταστρώσουμε ένα σχέδιο δράσης για να απαντήσουμε στο πρόβλημα που αυτό το συναίσθημα μας έδειξε ότι υπάρχει (τραβώ το πόδι μου ή ετοιμάζομαι καλύτερα για την επόμενη εξέταση).

Διότι, ναι, αυτό το συναίσθημα είναι έξυπνο, μας λέει κάποια πράγματα που ίσως δεν συνειδητοποιούμε. Ακόμη κι αν δεν το αφουγκραστούμε εμείς, αυτό θα προσπαθήσει να ακουστεί με κάθε τρόπο.

Το να έχουμε συναισθήματα είναι σωτήριο, και δεν υπάρχουν καλύτερα ή χειρότερα συναισθήματα.

Στην πραγματικότητα, η ευεξία μας σημαίνει ότι νιώθουμε λίγο περισσότερα θετικά απ' ό,τι αρνητικά συναισθήματα (κι αυτό μπορεί να έχει κάποια σκαμπανεβάσματα -αν και όχι σοβαρά- στη διάρκεια μιας μέρας).

Το σημαντικότερο σχετικά με τα συναισθήματα, όπως ακριβώς και με τις σκέψεις, είναι να δεχτούμε να εκτεθούμε σε αυτά, να τα κοιτάξουμε κατάματα, να τα ακούσουμε και να τα νιώσουμε.

Η πρώτη φάση προϋποθέτει να προσέξουμε ακριβώς αυτά που αισθανόμαστε στο σώμα μας. Με αυτό τον τρόπο ανοίγουμε μια πόρτα που μας επιτρέπει να εκτεθούμε και να νιώθουμε «κάπου» τα συναισθήματά μας. Αυτό το «κάπου» συχνά επανέρχεται: τα χέρια που τρέμουν, η ζέστη που ανεβαίνει από την κοιλιά προς το κεφάλι, το «μικρό ασανσέρ» μέσα στο στομάχι... Νιώστε τα συναισθήματά σας στο σώμα σας, διότι εκεί είναι πραγματικά.

Αντιμετωπίζοντάς τα σταδιακά, ακόμη και τα πιο τρομαχτικά θα πάψουν να σας φαίνονται επικίνδυνα. Θα διαπιστώσετε ότι μπορείτε «να επιζήσετε» με αυτά (ακόμη και με τα πιο δύσκολα). Αυτή η εργασία έκθεσης στα συναισθήματα μας επιτρέπει να έχουμε λιγότερο έντονες συναισθηματικές αντιδράσεις. Μετά τη φάση του εντοπισμού, μπορείτε να χρησιμοποιήσετε πολλούς τρόπους για να εντάξετε κάθε συναίσθημα στο ρεπερτόριό σας. Ένας από τους πλέον αποτελεσματικούς τρόπους είναι να γράφετε κάθε μέρα αυτό που νιώθετε.

Μπορείτε να προχωρήσετε ακόμη περισσότερο στη συναισθηματική σφαίρα και να εμβαθύνετε στα συναισθήματά σας.

Αποδεχτείτε τα συναισθήματά σας

Μερικοί άνθρωποι δεν δέχονται ότι μπορεί να έχουν δυσάρεστα συναισθήματα. Όταν βιώνουν αρνητικά συναισθήματα -ενοχές, σύγχυση, ντροπή- νιώθουν πραγματικό πανικό. Ίσως σκέφτονται ότι, αν αποδεχτούν τα συναισθήματά τους, δεν θα μπορέσουν να κάνουν τίποτα για να απαλλαγούν από αυτά. Αλλά αν δεν αποδεχτούμε τα συναισθήματά μας, θα είναι πολύ δύσκολο να τους δώσουμε ένα νόημα και να τα αντιμετωπίσουμε.

Χρησιμοποιήστε τα συναισθήματά σας για να γνωρίσετε τι είναι ακριβώς αυτό που έχετε ανάγκη.

Τα συναισθήματά σας περιέχουν πληροφορίες. Ο φόβος είναι πιθανό να προσπαθεί να σας στείλει ένα μήνυμα γύρω από τις ανάγκες σας, αλλά εσείς δεν τον ακούτε...

Ζήστε τα συναισθήματά σας. Για να αποδεχτείτε τα συναισθήματά σας, πρέπει να τα νιώσετε ολοκληρωτικά.

Τα περισσότερα συναισθήματα καταγράφονται στο σώμα: εντάσεις, ξέφρενοι χτύποι της καρδιάς, τρέμουλο, εφίδρωση. Νιώστε τα στο σώμα σας. Αυτό θα σας οδηγήσει στα συναισθήματά σας. Και μη σταματάτε σε ένα και μόνο συναίσθημα. Εξερευνήστε πολλά.

Χρησιμοποιήστε εικόνες για να δημιουργήσετε συναισθήματα. Όταν νιώθετε ένα συναίσθημα, προσπαθήστε να φτιάξετε μια οπτική εικόνα που να του ταιριάζει. Η οπτική απεικόνιση ενός συναισθήματος μπορεί να αλλάξει το ίδιο το συναίσθημα. Αυτή η τεχνική της «μεταγραφής σε εικόνες» έχει μεγάλη σημασία. Όταν αναπαριστάνετε με εικόνα τους συναισθηματικούς σας φόβους, τους βιώνετε και τους δίνετε αξία. Με αυτή την τεχνική μαθαίνετε επίσης να τους εξαφανίζετε. Έτσι, αυτό που φοβόμαστε περισσότερο καταλήγει να μην είναι και τόσο απειλητικό.

Αποδεχτείτε τα αντιφατικά σας συναισθήματα. Φανερώνουν σε ποιο βαθμό ο άνθρωπος είναι σύνθετο ον. Δεν είναι όλα τα πράγματα άσπρα ή μαύρα.

Αν σκέφτεστε με απόλυτους όρους, τότε είναι φυσικό να είστε ανήσυχοι και να αναμασάτε τα ίδια και τα ίδια... Μπορεί να είναι δύσκολο να αποδεχτείτε τις αντιφάσεις και την αμφισημία. Κάνοντάς το όμως θα αισθανθείτε φυσιολογικοί, όπως όλος ο κόσμος, όπως κάθε ανθρώπινο ον πάνω στη Γη, και δεν θα σας κατατρέχουν τα δυσάρεστα συναισθήματα.

Ας είστε παράλογοι! Νομίζετε ότι πρέπει να είστε πάντα λογικοί, ότι όλα πρέπει να είναι λογικά. Θεωρείτε τα συναισθήματα συγκεχυμένες και ανώριμες εκδηλώσεις. Αλλά όσο επιμένετε να είστε πάντα λογικοί, τόσο πιο απογοητευμένοι θα νιώθετε. Είναι σαν να αρνείστε ότι πεινάτε επειδή δεν είναι η ώρα να φάτε. Αν το παιδί σας ή ένας φίλος σας θέλει να κλάψει, τι κάνετε; Θα του πείτε να σταματήσει να κλαίει ή να μοιραστεί τα συναισθήματά του μ' εσάς;

Αυτή είναι η δύναμη της συναισθηματικής νοημοσύνης: να κάνουμε καλή χρήση των συναισθημάτων μας, έτσι ώστε να γίνουν -όπως η λογική- ένας καλός οδηγός για τον τρόπο που χειριζόμαστε την ύπαρξή μας και ζούμε τη ζωή μας.

Σενέκας: Τα ιδανικά ενός μεγάλου ανθρώπου

Θα υπομένω προσωπικά όλους τους μόχθους όλο μεγάλοι κι αν είναι αυτοί, χαλυβδώνοντας το σώμα μου με τη δύναμη του πνεύματος.

Θα περιφρονώ τα υλικά αγαθά, είτε τα έχω είτε όχι, και δε θα μου στοιχίσει αν τα έχει κάποιος άλλος, ούτε και θα πάρουν τα μυαλά μου αέρα αν τα αγαθά αυτά αστράφτουν γύρω μου.

Δε θα δίνω σημασία στην τύχη, είτε αυτή έρχεται είτε φεύγει. Όλα τα κτήματα θα τα βλέπω σαν δικά μου, και θα θεωρώ τα δικά μου σαν να ανήκουν σε όλους τους άλλους.

Θα ζω πάντα με τη συνείδηση ότι γεννήθηκα για τους άλλους, και γι' αυτό το λόγο θα είμαι ευγνώμων στη φύση• γιατί πώς θα μπορούσε αυτή να εξυπηρετήσει το έργο μου με καλύτερο τρόπο;

Έχει προσφέρει εμένα, τον ένα, σε όλους τους άλλους, και όλους τους άλλους τους πρόσφερε σ' εμένα, τον ένα.

Ό,τι τύχει να αποκτήσω, ούτε ως φιλάργυρος θα το αποθησαυρίσω ούτε ως σπάταλος θα το διασπαθίσω.

Τίποτε δε θα πιστέψω ότι κατέχω περισσότερο, όσο τα δώρα που πρόσφερα ύστερα από ώριμη σκέψη.

Δε θα εκτιμώ τις ευεργεσίες μου με βάση το πλήθος τους ούτε το μέγεθος τους ούτε με βάση οτιδήποτε άλλο πέρα από την εκτίμηση του αποδέκτη• ποτέ δε θα φανεί σπουδαίο στα μάτια μου ό,τι παίρνει ένας αξιόλογος άνθρωπος.

Τίποτε δε θα κάνω για να σχηματιστούν εντυπώσεις γύρω από το πρόσωπό μου• τα πάντα θα πράττω για τη συνείδησή μου.

Ό,τι κι αν κάνω όταν μόνο εγώ είμαι παρών, θα το θεωρώ σαν να έχει γίνει μπροστά στα μάτια ολόκληρου του ρωμαϊκού λαού.

Όταν τρώω και πίνω, στόχος μου θα είναι να απαλείψω την ανάγκη της φύσης, όχι να γεμίσω και να αδειάσω την κοιλιά μου.

Θα είμαι ευχάριστος στους φίλους μου. ήπιος και συγκαταβατικός στους εχθρούς μου.

Θα δίνω τη συγγνώμη μου πριν καν μου την απαιτήσουν, και θα σπεύδω να προσφέρω ό,τι έντιμο μου ζητηθεί.

Θα ξέρω ότι ολόκληρος ο κόσμος είναι πατρίδα μου, ότι οι θεοί την κυβερνούν και ότι αυτοί ζουν πάνω μου και γύρω μου και ελέγχουν τα λόγια και τις πράξεις μου.

Και, όποτε η φύση ζητήσει πίσω την πνοή μου ή η λογική μου την απελευθερώσει, θα φύγω δηλώνοντας ότι αγάπησα την ορθή συνείδηση και κάθε αγαθή προσπάθεια, ότι δεν περιόρισα την ελευθερία κανενός και, οπωσδήποτε, όχι τη δική μου».

Ο άνθρωπος που θα τα θέσει όλα αυτά ως στόχο του, που θα τα θελήσει και θα τα προσπαθήσει, ο άντρας αυτός θα ακολουθήσει δρόμο που τον φέρνει στους θεούς, και ένας τέτοιος άντρας, ακόμη κι αν αποτύχει, νικήθηκε τολμώντας για τα μεγάλα.

Σενέκας, Για μια ευτυχισμένη Ζωή

Ο Λούκιος ή Λεύκιος Ανναίος Σενέκας (Lucius Anneus Seneca), γνωστός ως Σενέκας ο Νεότερος ή απλώς Σενέκας (περίπου 4 π.Χ.-65 μ.Χ.), ήταν Ρωμαίος πολιτικός, ρήτορας, δραματουργός και στωικός φιλόσοφος. Ήταν γιος του Σενέκα του Πρεσβύτερου, φιλοσόφου, τραγωδού και διδασκάλου του Ρωμαίου Αυτοκράτορα Νέρωνα. Καταγόταν από την Κόρδοβα της ρωμαϊκής επαρχίας της Ισπανίας. Η ηθική πραγματεία «Για μια ευτυχισμένη ζωή» (De vita beata), που δεν σώζεται πλήρης, έχει γραφτεί στα τέλη της δεκαετίας του 50 μ.Χ. και απευθύνεται στον αδερφό του Σενέκα, Νοβάτο, που τώρα φέρει το καινούριο όνομα Γαλλίων, Γαλλίωνας. Το έργο έχει τη μορφή απολογίας για τον τρόπο ζωής του φιλοσόφου -ασυνεπή, σύμφωνα με τις κατηγορίες πολλών. Ο κύριος όγκος του πεζού έργου του Σενέκα έχει καθαρή φιλοσοφική χροιά και, όσο κι αν ήταν μεγάλη η επίδραση των Πυθαγορείων στη σκέψη του, το έργο του αποτελεί σπουδαιότατη πηγή της ιστορίας του στωικισμού, στον οποίο ο συγγραφέας έδωσε πνευματικότερη μορφή και τον οποίο έκανε πολύ πιο ανθρώπινο.

Η μη αντίδραση δεν είναι αδυναμία, αλλά δύναμη

Η μη αντίδραση στο Εγώ των άλλων είναι ένας από τους πιο αποτελεσματικούς τρόπους όχι μόνο για να πας πέρα από το Εγώ στον εαυτό σου, αλλά και για να διαλύσεις το συλλογικό ανθρώπινο Εγώ.

Όμως μπορείς να είσαι σε κατάσταση μη αντίδρασης μόνο αν αναγνωρίζεις ότι η συμπεριφορά κάποιου προέρχεται από το Εγώ, ότι είναι έκφραση της συλλογικής ανθρώπινης δυσλειτουργίας.

Όταν συνειδητοποιείς ότι δεν είναι προσωπικό, δεν υπάρχει πια ο ψυχαναγκασμός να αντιδράσεις σαν να ήταν.

Μην αντιδρώντας στο Εγώ, θα μπορείς συχνά να φέρνεις στην επιφάνεια την ψυχική υγεία των άλλων, που είναι η συνειδητότητα που δεν έχει αποκτηθεί μέσω εξαρτημένης μάθησης, σε αντίθεση μ' εκείνη που έχει αποκτηθεί μέσω αυτής.

Μερικές φορές μπορεί να χρειαστεί να κάνεις πρακτικά βήματα για να προστατευτείς από ανθρώπους που πάσχουν από βαθιά έλλειψη συνειδητότητας.

Αυτό μπορείς να το κάνεις χωρίς να τους κάνεις εχθρούς σου.

Η μεγαλύτερή σου προστασία όμως, είναι το να είσαι συνειδητός.

Κάποιος γίνεται εχθρός αν προσωποποιήσεις την έλλειψη συνειδητότητας, που είναι το Εγώ.

Η μη αντίδραση δεν είναι αδυναμία, αλλά δύναμη.

Μια άλλη λέξη για τη μη αντίδραση είναι η συγχώρεση.

Συγχωρώ σημαίνει παραβλέπω ή, μάλλον, βλέπω πέρα από κάτι.

Κοιτάζεις μέσα από το Εγώ την ψυχική υγεία που υπάρχει σε κάθε ανθρώπινο πλάσμα ως ουσία του.

Δες αν μπορείς να συλλάβεις, δηλαδή να αντιληφθείς, τη φωνή μέσα στο κεφάλι, ίσως τη στιγμή ακριβώς που γκρινιάζει για κάτι, και να αναγνωρίσεις τι πραγματικά είναι: η φωνή του Εγώ, τίποτα περισσότερο από ένα νοητικό πρότυπο αποκτημένο μέσω εξαρτημένης μάθησης, μια σκέψη.

Όποτε αντιλαμβάνεσαι αυτή τη φωνή, θα συνειδητοποιείς επίσης ότι δεν είσαι η φωνή, αλλά αυτός που έχει επίγνωσή της.

Στην πραγματικότητα είσαι η επίγνωση που έχει επίγνωση της φωνής.

Στο παρασκήνιο υπάρχει η επίγνωση.

Στο προσκήνιο υπάρχει η φωνή, αυτός που σκέφτεται.

Μ' αυτόν τον τρόπο ελευθερώνεσαι από το Εγώ, ελευθερώνεσαι από τον απαρατήρητο νου.

Μην ψάχνεις την αποδοχή. Ζήσε τη ζωή σου ελεύθερα και γέμισε τη ψυχή σου με νέες εμπειρίες


Οι νέες εμπειρίες γεμίζουν την ψυχή, ενώ η ανάγκη γι' αποδοχή την αδειάζει. Οι νέες εμπειρίες είναι κάτω απ’ τον έλεγχο σου ενώ η άποψη των άλλων όχι…

Ποτέ μην θυσιάσεις εμπειρίες μόνο και μόνο επειδή δεν είναι αποδεχτές από τους άλλους. Σε μια έρευνα, βρήκε πως τα άτομα που αναζητούν νέες εμπειρίες είναι πιο ευτυχισμένα απ’ τα άτομα που κυνηγούν υλικά αγαθά.

Το κυνήγι της αποδοχής δεν πρόκειται να τελειώσει ποτέ πολύ απλά γιατί δεν θέτεις εσύ τα όρια αλλά το άτομο που προσφέρει την αποδοχή. Ακόμα, η ηρεμία σου θα εξαρτάται απ’ το αν θα πάρεις αποδοχή ή όχι.

Απ’ την άλλη, η δημιουργία νέων εμπειριών προσφέρει μακροπρόθεσμη αξία στην ζωή σου – είναι ένα είδος επένδυσης που δεν χάνει ποτέ την αξία του. Έρευνες έχουν δείξει ότι εμπειρίες που ήταν δύσκολες, άλλαξαν πιο γρήγορα και πιο θετικά τα άτομα που ενεπλάκησαν σ’ αυτές απ’ ότι εμπειρίες που ήταν εύκολες και άνετες.

5 Συνέπειες του να έχεις ανάγκη την αποδοχή

#1. Χάνεις την δημιουργικότητα σου

Είναι αδύνατο να είσαι δημιουργικός όταν αναζητάς συνεχώς αποδοχή απ’ τους άλλους. Οι ιδέες σου είναι τα δικά σου, προσωπικά, δημιουργήματα και δεν γίνεται να τις αλλάζεις ή να τις καταπιέζεις επειδή κάποιος δεν τις εγκρίνει. Αν το κάνεις, μειώνεις δραματικά την μάθηση που πρόκειται να πάρεις βάζοντας σ’ εφαρμογή τις ιδέες σου.

#2. Χάνεις την ταυτότητα σου

Όταν αναζητάς συνεχώς αποδοχή, χάνεις την αίσθηση του εαυτού σου. Οι απόψεις σου και οι συμπεριφορές σου είναι άμεση έκφραση της προσωπικότητας σου. Όσο περισσότερο την καταπιέζεις τόσο περισσότερο χάνει την υπόσταση της.

#3. Η καριέρα σου φτάνει γρήγορα σε τέλμα

Το μονοπάτι που σου ταιριάζει περισσότερο είναι και αυτό που αισθάνεσαι πιο εύκολα την παρόρμηση ν’ ακολουθήσεις. Κανείς δεν μπορεί να κρίνει τα όνειρα σου και το ένστικτο σου.

Αντί να μένεις συγκεντρωμένος για το που θέλεις να φτάσεις, συγκεντρώνεσαι στο τι πρόκειται να πουν οι άλλοι. Σε δεύτερο επίπεδο, δεν πρόκειται ποτέ να κάνεις κάτι σπουδαίο αν περιμένεις να σου προσφέρει κίνητρο κάποιος εξωτερικός παράγοντας.

#4. Βρίσκεσαι συνεχώς σε μια κατάσταση πίεσης και ενοχής

Για να καταφέρνεις συνεχώς να παίρνεις αποδοχή απ’ τους άλλους, θα πρέπει διαρκώς να καταπιέζεις τις δικές σου ανάγκες έναντι των άλλων. Θα προσπαθείς να κάνεις τους άλλους ευτυχισμένους αντί τον εαυτό σου.

Θα ζεις για τους άλλους και όχι για εσένα….

#5. Ζεις στον φόβο

Η συνεχής ανησυχία για το αν θα πάρεις την αποδοχή ή όχι, σε τοποθετεί σε ένα πλαίσιο φόβου. Φοβάσαι μήπως οι αποφάσεις σου δεν γίνουν αποδεχτές και τι συνέπειες θα υπάρξουν έπειτα.

Το παράδοξο με την ανάγκη για αποδοχή βρίσκεται πως όταν αν τα πράγματα δεν πάνε καλά, θα είσαι ο πρώτος που θα δεχτεί τις συνέπειες.

5 Πλεονεκτήματα του να Κυνηγάς Νέες Εμπειρίες

#1. Μαθαίνεις τι να μην κάνεις

Ανάπτυξη σημαίνει να δημιουργείς τις διαδικασίες μέσω των οποίων μαθαίνεις τι δεν θέλεις. Οι εμπειρίες είναι εξαιρετικοί δάσκαλοι επειδή μας δείχνουν όχι μόνο τι χρειάζεται να κάνουμε αλλά και τι χρειάζεται ν’ αποφεύγουμε.

#2. Μαθαίνεις τις αξίες σου και τις δυνάμεις σου

Η αποδοχή απ’ τους άλλους είναι ένας φτωχός τρόπος να καταλάβεις εις βάθος σε τι είσαι πραγματικά καλός. Αν κάποιος έχει ως κεντρική αξία την ασφάλεια, μέσω της άποψης του, θα σε αποτρέψει στο να κυνηγήσεις μια ιδέα ή ένα όραμα.

Όσες περισσότερες εμπειρίες έχεις τόσο πιο γρήγορα θα καταλάβεις τις δυνάμεις σου και τα φυσικά σου ταλέντα.

#3. Γίνεσαι πιο ενδιαφέρον άνθρωπος

Το να κάνεις τα ίδια πράγματα και δραστηριότητες κάθε μέρα δεν είναι εμπειρία. Είναι έλλειψη εμπειρίας και κάτι βαρετό. Κυνηγώντας εμπειρίες όμως, προσφέρεις τις ευκαιρίες στον εαυτό σου να ξεδιπλώσει τα χαρίσματα του.

#4. Οι σχέσεις σου θα δυναμώσουν

Όταν ζεις ξεχωριστές εμπειρίες με άλλα άτομα, οι δεσμοί που σας ενώνουν μένουν για πάντα. Ακόμα, οι άνθρωποι που θα σταθούν δίπλα σου στο κυνήγι νέων εμπειριών, είναι άτομα που σου ταιριάζουν.

#5. Αποκτάς καλύτερη αντίληψη του κόσμου

Οι εμπειρίες, σου προσφέρουν το χάρισμα της στρατηγικής σκέψης. Όταν δοκιμάζεις νέα πράγματα, επεκτείνεις την αντίληψη σου. Ανυψώνεις τον εαυτό σου στο επόμενο επίπεδο και αποκτάς μεγαλύτερη σιγουριά στον εαυτό σου.

Το κυνήγι νέων εμπειριών είναι ένα παράθυρο προς νέους κόσμους που σου δίνουν την δυνατότητα να τους διαμορφώσεις στηριζόμενος στις βαθύτερες αξίες σου.

Περί της σημαντικότητας του γέλιου

Ο Λουκιανός γράφει επίσης τα λόγια που θα μπορούσαν να θεωρηθούν το πιστεύω του Μενίππου, μια φόρμουλα, θα λέγαμε, που εισβάλλει στην καρδιά της αξίας του γέλιου και συνοψίζει γιατί είναι τόσο πολύτιμο κομμάτι της ζωής η ευθυμία.

Σύμφωνα με την ιστορία, ο Μένιππος αναζητούσε το νόημα της ζωής. Ρωτούσε ποιητές, πολιτικούς και φιλοσόφους, αλλά κανένας δεν είχε κατορθώσει να τον βοηθήσει. Οι οξυδερκείς τους υποθέσεις ήσαν απολύτως ασυνεπείς. Έτσι, ο Μένιππος επισκέφθηκε έναν Μάγο Ζωροάστρη, ο οποίος του είπε ότι πρέπει να ταξιδέψει στον Άδη για να συμβουλευθεί τον μυθικό προφήτη Τειρεσία. Ο Μένιππος οπλίστηκε με μία λύρα, μία λεοντή κι έναν ναυτικό σκούφο, στη μνήμη των τριών ανθρώπων που είχαν κάνει παλαιότερα αυτό το ίδιο ταξίδι – τον Ορφέα, τον Ηρακλή και τον Οδυσσέα.

Κατέβηκε και ταξίδεψε στον Κάτω Κόσμο, ζώντας διάφορες περιπέτειες στην πορεία. Και, τελικά, όταν συνάντησε τον Τειρεσία, του έθεσε το ερώτημα: ποιό είναι το νόημα της ζωής; Και ο τυφλός σοφός μάντης έχει την απάντηση. Γέρνει προς το μέρος του – ο Μένιππος ανυπομονεί – και ψιθυρίζει τα παρακάτω λόγια στο πρόθυμο αυτί του φιλοσόφου:

«Να ρυθμίζεις καλά το παρόν και να συνεχίζεις γελώντας πολύ και χωρίς να παίρνεις τίποτε στα σοβαρά».

Σενέκας: Μοιάζουν με ηθοποιούς πάνω στη σκηνή

Ο πλούτος και η εξουσία, με άλλα λόγια, γεννάνε κυρίως ψευδαισθήσεις κενές περιεχομένου. Το υπενθυμίζει με εύγλωττο τρόπο και ο Σενέκας, στις Επιστολές στον Λουκίλιο, χρησιμοποιώντας τη μεταφορά του θεάτρου του κόσμου. Οι πλούσιοι και οι ισχυροί είναι ευτυχείς όπως μπορούν να είναι οι ηθοποιοί που ερμηνεύουν το ρόλο του βασιλιά πάνω στη σκηνή. Μόλις τελειώσει η παράσταση και βγάλουν τα βασιλικά ρούχα, ο καθένας τους γίνεται πάλι εκείνος που είναι πραγματικά στην καθημερινή ζωή του:

Απ’ όλους τους ανθρώπους που βλέπεις ντυμένους στην πορφύρα, ούτε ένας τους δεν είναι ευτυχισμένος. Μοιάζουν με ηθοποιούς πάνω στη σκηνή, στους οποίους το σκήπτρο και η χλαμύδα έχουν δοθεί για τις ανάγκες του έργου. Μπροστά στο κοινό περπατούν καμαρωτοί, φορώντας τους κοθόρνους τους, κι έπειτα, μόλις επιστρέψουν στα παρασκήνια, βγάζουν τους κοθόρνους και επανέρχονται στο φυσικό τους μέγεθος. Από όλους αυτούς που τα πλούτη και οι τιμές τους έχουν ανεβάσει στα ύπατα αξιώματα, κανένας δεν είναι μεγάλος (Ένατο βιβλίο, επιστολή 76,παρ. 31 ).

Για τον Σενέκα, το λάθος μας καθορίζεται κυρίως από το γεγονός πως δεν αξιολογούμε τους ανθρώπους για εκείνο που είναι αλλά από τα ρούχα και τα στολίδια που φοράνε:

Όταν λοιπόν θέλεις να δεις τι πραγματικά αξίζει κάποιος και τι άνθρωπος είναι, δες τον γυμνό, απαλλαγμένο από την κληρονομιά του, απαλλαγμένο από τους τίτλους κι όλα τα απατηλά της τύχης, γυμνωμένο ακόμα και από το ίδιο του το σώμα. Κοίτα την ψυχή του, ποια είναι, πόση είναι, αν είναι ξένο ή πηγάζει από μέσα της το μεγαλείο του (Ένατο βιβλίο, επιστολή 76, παρ. 32).

ΟΚΝΗΡΙΑ

Αν το καλοσκεφθούμε η αναβλητικότητα είναι ίσως συνώνυμο της τεμπελιάς, ίσως ακόμη καλύτερα, πηγάζει απ’ την φυγοπονία. Ο Δάντης σίγουρα κάτι τέτοιο είχε στο μυαλό του όταν όριζε την οκνηρία ως θανάσιμο αμάρτημα.

Έχετε αναλογιστεί ποτέ, πόσες μέρες πήγαν χαμένες, πόσες ευκαιρίες χάθηκαν, πόση ευτυχία αφήσαμε να γλιστρήσει από τα χέρια μας, επειδή δεν πήραμε μια μεγάλη απόφαση, επειδή πιστέψαμε πως υπήρχε αρκετός χρόνος και αύριο, επειδή δειλιάσαμε να κάνουμε εκείνο το βήμα, εκείνη την κίνηση που έπρεπε – όταν έπρεπε;

Η οκνηρία σε αντίθεση με τα άλλα θανάσιμα αμαρτήματα, τα οποία σχετίζονται με την υπερβολή και την έλλειψη ελέγχου, έχει να κάνει με την υπερβολική στασιμότητα, με την έλλειψη κινήτρων, μέσα μας ή έξω μας.

Τι μας κάνει όμως να μένουμε αδρανείς; Τι είναι αυτό που μας κάνει να θέλουμε ν’ αποφύγουμε πράξεις, έργα, κατ’ επέκταση κάθε είδους εξέλιξη και διαφορετικότητα; Ένας άνθρωπος φυγόπονος, δειλός, αναβλητικός είναι συνήθως ένας άνθρωπος φοβισμένος. Το να μην αρπάζουμε μια ευκαιρίας ζωής, είτε αυτή είναι επαγγελματικής φύσεως, είτε συναισθηματικής, έχει να κάνει με το φόβο που έχει ριζώσει μέσα μας ή καλύτερα με τον φόβο που εμείς επιτρέψαμε να ριζώσει μέσα μας.

Αυτός ο φόβος, είναι συνήθως φόβος παρελθόντος, πληγωμένο κομμάτι του εγωισμού μας, αποτέλεσμα περασμένης αποτυχίας μας, η οποία μας αποθαρρύνει να οδηγήσουμε τον εαυτό μας σε καινούργιες χαρές και εμπειρίες. Έτσι προβάλλουμε στο παρόν μας φόβους, λάθη και αποτυχίες του παρελθόντος μας.

Αναβάλλουμε κάθε εξέλιξη, τσιγκουνευόμαστε όλα αυτά που νιώθουμε και δίνουμε, αποφεύγοντας τελικά, την ουσιαστική συσχέτιση και τον έντονο συναισθηματικό εμπλεγμό σε οτιδήποτε κάνουμε, με φόβο πως αν πράξουμε διαφορετικά, αν δώσουμε και δοθούμε θα πληγωθούμε ξανά, θα στερέψουμε ξανά, θα βρεθούμε στο τίποτα ξανά.

Αυτό όμως είναι φαύλος κύκλος. Αποφεύγοντας να αναλάβουμε δράση, αποφεύγοντας την ζωή δηλαδή, για να γλιτώσουμε από ενδεχόμενο πόνο και επαναλαμβανόμενο λάθος, απογοητευόμαστε έτσι και αλλιώς από την άνοστη, βαρετή, δίχως εκπλήξεις ζωή που ζούμε. Ένας δειλός είναι ανίκανος να δείξει και να νιώσει αγάπη. Αυτό είναι προνόμιο των γενναίων.

Η αναβλητικότητα μας δεν πηγάζει όμως μόνο από φόβους ξαναειδωμένους. Υπάρχουν και οι φόβοι δειλίας του άγνωστου πόνου. Προτιμούμε να μένουμε άπραγοι, ζώντας σε ένα αποστειρωμένο κόσμο, αποστειρώνοντας ό,τι νιώθουμε, γεμίζοντας τα κενά της ζωής μας, με δήθεν ενδιαφέροντα, καταπιέζοντας τα πραγματικά θέλω μας, την πραγματική επιθυμία μας, που ναι ίσως να έχει ένα ρίσκο μέσα της, αλλά μας φέρνει πιο κοντά στην ευτυχία μας. Μεγαλύτερο όμως είναι το ρίσκο όταν συνεχώς αναβάλλουμε μια επιθυμία, ένα σχέδιο ψυχής. Κάθε καθυστέρηση του, το φέρνει πιο κοντά στην καταστροφή. Γιατί το να γνωρίζουμε πιο είναι το σωστό για εμάς και να μην το κάνουμε είναι η μεγαλύτερη δειλία.

Πρέπει να καταλάβουμε ότι δεν υπάρχει χώρος για δειλία, αναβολές και καθυστερήσεις στη ζωή μας. Όχι γιατί έτσι απλώς ζούμε μισά, αλλά γιατί έτσι δεν ζούμε καν.

Μια ευκαιρία ζωής μας έχει δοθεί και πρέπει να την αδράξουμε. Είμαστε πολύ πιο δυνατοί απ’ όσο νομίζουμε. Δεν έχει νόημα να “κλειστούμε” σε μια ζωή δίχως ρίσκα. Δεν αποφεύγουμε τα απρόοπτα και τον πόνο έτσι. Αποφεύγουμε να ζήσουμε.

Οφείλουμε να ζούμε την κάθε μέρα μας σαν να είναι η τελευταία, να αντιμετωπίζουμε τους ανθρώπους που έχουμε στη ζωή μας με αυτό τον τρόπο. Έτσι τίποτα δε θα έχουμε ως δεδομένο στη ζωή μας. Τα πάντα θα εκτιμώνται την στιγμή που υπάρχουν και τα ζούμε. Δε θα αφήνουμε τίποτα για αύριο. Οι ευκαιρίες και οι στιγμές είναι μοναδικές. Οι αναβολές και οι δισταγμοί τις καταστρέφουν.

«Μια φορά ζούμε, δεν υπάρχει τρόπος να υπάρξουμε δύο φορές. Και μάλλον δε θα υπάρξουμε ξανά ποτέ. Και εσύ που δεν εξουσιάζεις το αύριο, αναβάλλεις την χαρά. Και η ζωή πάει χαμένη με τις αναβολές και ο καθένας πεθαίνει απασχολημένος». -ΕΠΙΚΟΥΡΟΣ

ΑΙΩΝΙΑ ΣΠΑΡΤΗ: Οι Πολύθεοι

Του Κωστή Παλαμά (αφιερωμένο στον Πλήθωνα)

Μακαρισμένος εσύ που μελέτησες
να τον ορθώσης απάνω στους ώμους σου
το συντριμμένο ναό των Ελλήνων!
Του Νόμου τ’ άγαλμα σταίνεις κορώνα του,
στις μαρμαρένιες κολώνες του σκάλισες
τους λογισμούς των Πλωτίνων.

Είδες τον κόσμο κι ατέλειωτο κι άναρχο
ψυχών και θεών, μαζί κύριων και υπάκουων,
σφιχτοδετά κρατημένη αρμονία
και των καπνών και των ίσκιων τα είδωλα
παραμερίζοντας όλα, ίσα τράβηξες
προς την Αιτία
και σε κρυψώνα ιερό, και σωπαίνοντας
έσπειρες, έξω απ’ το μάτι του βέβηλου,
κ’ έπλασες λιόκαλη εσύ σπαρτιάτισσα
τη θυγατέρα σου την Πολιτεία.

Στους χριστιανούς τους μισόζωους ανάμεσα
ξαναζωντάνεψες Ολύμπιους άγνωρους,
έθνη καινούριων αθανάτων κι άστρων
μέσα σε σένα Λυκούργοι και Πλάτωνες
απαντηθήκαν, το λόγο ξανάνιωσες
των Ζωροάστρων.

Κι αφού το τέκνο μεγάλωσες, ένιωσες
τότε μονάχα την κούραση, κ’ έγυρες
ζωή κατόχρονη ισόθεης σκέψης,
κι αλαφροπήρε σε ο θάνατος κ’ έφυγες
το μυστικό, τρισμκάριε, τον ίακχο
με τους Ολύμπιους θεούς να χορέψης.
Σοφός, κριτής και προφήτης μας μοίρασες
από το γάλα που εσένα σε πότισε
της Ουρανίας Αφροδίτης η ρώγα.

Του κόσμου αφήνεις το τέκνο, το θάμα σου
μα ο μισερός κι ο στραβός κι ο ζηλόφτονος
λυσσομανάει και το ρίχνει στη φλόγα.
Όμως ο αέρας τριγύρω στη φλόγα σου
πνοή σοφίας κι αλήθειες πνοή γίνεται,
κι από τη θράκα της φλόγας πετάχτη
στον ήλιο ολόισα ένας νους μεγαλόφτερος
τ’ αποκαΐδια σου κρύβουμε γκόλφια μας,
και θησαυρός της φωτιάς σου είν’ η στάχτη!

ΑΡΡΙΑΝΟΣ - Ἀλεξάνδρου Ἀνάβασις (7.17.1-7.18.6)

[7.17.1] Ἦν δέ τι καὶ ὕποπτον αὐτῷ ἐς τοὺς Χαλδαίους, ὡς οὐ κατὰ μαντείαν τι μᾶλλον ἢ ἐς ὠφέλειαν τὴν αὑτῶν φέροι αὐτοῖς ἡ κώλυσις τῆς Ἀλεξάνδρου ἐς Βαβυλῶνα ἐν τῷ τότε ἐλάσεως. ὁ γὰρ τοῦ Βήλου νεὼς ἐν μέσῃ τῇ πόλει ἦν τῶν Βαβυλωνίων, μεγέθει τε μέγιστος καὶ ἐκ πλίνθου ὀπτῆς ἐν ἀσφάλτῳ ἡρμοσμένης. [7.17.2] τοῦτον τὸν νεών, ὥσπερ καὶ τὰ ἄλλα ἱερὰ τὰ Βαβυλωνίων, Ξέρξης κατέσκαψεν, ὅτε ἐκ τῆς Ἑλλάδος ὀπίσω ἀπενόστησεν· Ἀλέξανδρος δὲ ἐν νῷ εἶχεν ἀνοικοδομεῖν οἱ μὲν λέγουσιν ὅτι ἐπὶ τοῖς θεμελίοις τοῖς πρόσθεν, καὶ τούτου ἕνεκα τὸν χοῦν ἐκφέρειν ἐκέλευε τοὺς Βαβυλωνίους, οἱ δέ, ὅτι καὶ μείζονα ἔτι τοῦ πάλαι ὄντος. [7.17.3] ἐπεὶ δὲ ἀποστάντος αὐτοῦ μαλθακῶς ἀνθήψαντο τοῦ ἔργου οἷς ταῦτα ἐπετέτραπτο, ὁ δὲ τῇ στρατιᾷ πάσῃ ἐπενόει τὸ ἔργον ἐργάσασθαι. εἶναι δὲ τῷ θεῷ τῷ Βήλῳ πολλὴν μὲν τὴν χώραν ἀνειμένην ἐκ τῶν Ἀσσυρίων βασιλέων, πολὺν δὲ χρυσόν. [7.17.4] καὶ ἀπὸ τούτου πάλαι μὲν τὸν νεὼν ἐπισκευάζεσθαι καὶ τὰς θυσίας τῷ θεῷ θύεσθαι, τότε δὲ τοὺς Χαλδαίους τὰ τοῦ θεοῦ νέμεσθαι, οὐκ ὄντος ἐς ὅ τι ἀναλωθήσεται τὰ περιγιγνόμενα. τούτων δὴ εἵνεκα ὕποπτοι Ἀλεξάνδρῳ ἦσαν οὐκ ἐθέλειν παρελθεῖν εἴσω Βαβυλῶνος Ἀλέξανδρον, ὡς μὴ δι᾽ ὀλίγου τὸν νεὼν ἐπιτελεσθέντα ἀφελέσθαι αὐτοὺς τὰς ἐκ τῶν χρημάτων ὠφελείας. [7.17.5] ὅμως δὲ τά γε τῆς ἐπιστροφῆς τῆς κατὰ τὴν εἴσοδον τὴν ἐς τὴν πόλιν ἐθελῆσαι αὐτοῖς πεισθῆναι λέγει Ἀριστόβουλος, καὶ τῇ πρώτῃ μὲν παρὰ τὸν ποταμὸν τὸν Εὐφράτην καταστρατοπεδεῦσαι, ἐς δὲ τὴν ὑστεραίαν ἐν δεξιᾷ ἔχοντα τὸν ποταμὸν παρ᾽ αὐτὸν πορεύεσθαι, θέλοντα ὑπερβάλλειν τῆς πόλεως τὸ μέρος τὸ ἐς δυσμὰς τετραμμένον, ὡς ταύτῃ ἐπιστρέψαντα πρὸς ἕω ἄγειν· [7.17.6] ἀλλὰ οὐ γὰρ δυνηθῆναι ὑπὸ δυσχωρίας οὕτως ἐλάσαι ξὺν τῇ στρατιᾷ, ὅτι τὰ ἀπὸ δυσμῶν τῆς πόλεως εἰσιόντι, εἰ ταύτῃ πρὸς ἕω ἐπέστρεφεν, ἑλώδη τε καὶ τεναγώδη ἦν. καὶ οὕτω καὶ ἑκόντα καὶ ἄκοντα ἀπειθῆσαι τῷ θεῷ.
[7.18.1] Ἐπεὶ καὶ τοῖόνδε τινὰ λόγον Ἀριστόβουλος ἀναγέγραφεν, Ἀπολλόδωρον τὸν Ἀμφιπολίτην τῶν ἑταίρων τῶν Ἀλεξάνδρου, στρατηγὸν τῆς στρατιᾶς ἣν παρὰ Μαζαίῳ τῷ Βαβυλῶνος σατράπῃ ἀπέλιπεν Ἀλέξανδρος, ἐπειδὴ συνέμιξεν ἐπανιόντι αὐτῷ ἐξ Ἰνδῶν, ὁρῶντα πικρῶς τιμωρούμενον τοὺς σατράπας ὅσοι ἐπ᾽ ἄλλῃ καὶ ἄλλῃ χώρᾳ τεταγμένοι ἦσαν, ἐπιστεῖλαι Πειθαγόρᾳ τῷ ἀδελφῷ, μάντιν γὰρ εἶναι τὸν Πειθαγόραν τῆς ἀπὸ σπλάγχνων μαντείας, μαντεύσασθαι καὶ ὑπὲρ αὐτοῦ τῆς σωτηρίας. [7.18.2] ἀντεπιστεῖλαι δὲ αὐτῷ Πειθαγόραν πυνθανόμενον τίνα μάλιστα φοβούμενος χρήσασθαι ἐθέλοι τῇ μαντείᾳ. τὸν δὲ γράψαι αὖθις ὅτι τόν τε βασιλέα αὐτὸν καὶ Ἡφαιστίωνα. θύεσθαι δὴ τὸν Πειθαγόραν πρῶτα μὲν ἐπὶ τῷ Ἡφαιστίωνι· ὡς δὲ ἐπὶ τοῦ ἥπατος τοῦ ἱερείου ὁ λοβὸς ἀφανὴς ἦν, οὕτω δὴ ἐγγράψαντα καὶ κατασημηνάμενον τὸ γραμμάτιον πέμψαι παρὰ τὸν Ἀπολλόδωρον ἐκ Βαβυλῶνος εἰς Ἐκβάτανα, δηλοῦντα μηδέν τι δεδιέναι Ἡφαιστίωνα· ἔσεσθαι γὰρ αὐτοῖς ὀλίγου χρόνου ἐκποδών. [7.18.3] καὶ ταύτην τὴν ἐπιστολὴν λέγει Ἀριστόβουλος κομίσασθαι Ἀπολλόδωρον μιᾷ πρόσθεν ἡμέρᾳ ἢ τελευτῆσαι Ἡφαιστίωνα. αὖθις δὲ θύεσθαι τὸν Πειθαγόραν ἐπὶ τῷ Ἀλεξάνδρῳ ‹καὶ› γενέσθαι καὶ ἐπ᾽ Ἀλεξάνδρῳ ἄλοβον τὸ ἧπαρ τοῦ ἱερείου. καὶ Πειθαγόραν τὰ αὐτὰ καὶ ὑπὲρ Ἀλεξάνδρου γράψαι Ἀπολλοδώρῳ. Ἀπολλόδωρον δὲ οὐ κατασιωπῆσαι, ἀλλὰ φράσαι γὰρ πρὸς Ἀλέξανδρον τὰ ἐπεσταλμένα, ὡς εὔνοιαν μᾶλλόν τι ἐπιδειξόμενον τῷ βασιλεῖ, εἰ φυλάττεσθαι παραινέσειε μή τις αὐτῷ κίνδυνος ἐν τῷ τότε ξυμπέσοι. [7.18.4] καὶ Ἀπολλόδωρόν τε λέγει ὅτι Ἀλέξανδρος ἐπῄνεσε καὶ τὸν Πειθαγόραν, ἐπειδὴ παρῆλθεν εἰς Βαβυλῶνα, ἤρετο ὅτου γενομένου αὐτῷ σημείου ταῦτα ἐπέστειλεν πρὸς τὸν ἀδελφόν· τὸν δὲ εἰπεῖν ὅτι ἄλοβόν οἱ τὸ ἧπαρ ἐγένετο τοῦ ἱερείου· ἐρομένου δὲ ὅ τι νοοῖ τὸ σημεῖον μέγα εἰπεῖν εἶναι χαλεπόν. Ἀλέξανδρον δὲ τοσούτου δεῆσαι χαλεπῆναι τῷ Πειθαγόρᾳ, ὡς καὶ δι᾽ ἐπιμελείας ἔχειν αὐτὸν πλείονος, ὅτι ἀδόλως τὴν ἀλήθειάν οἱ ἔφρασε. [7.18.5] ταῦτα αὐτὸς Ἀριστόβουλος λέγει παρὰ Πειθαγόρου πυθέσθαι· καὶ Περδίκκᾳ δὲ μαντεύσασθαι αὐτὸν λέγει καὶ Ἀντιγόνῳ χρόνῳ ὕστερον· καὶ τοῦ αὐτοῦ σημείου ἀμφοῖν γενομένου Περδίκκαν τε ἐπὶ Πτολεμαῖον στρατεύσαντα ἀποθανεῖν καὶ Ἀντίγονον ἐν τῇ μάχῃ τῇ πρὸς Σέλευκον καὶ Λυσίμαχον τῇ ἐν Ἰψῷ γενομένῃ. [7.18.6] καὶ μὲν δὴ καὶ ὑπὲρ Καλάνου τοῦ σοφιστοῦ τοῦ Ἰνδοῦ τοῖόσδε τις ἀναγέγραπται λόγος, ὁπότε ἐπὶ τὴν πυρὰν ᾔει ἀποθανούμενος, τότε τοὺς μὲν ἄλλους ἑταίρους ἀσπάζεσθαι αὐτόν, Ἀλεξάνδρῳ δὲ οὐκ ἐθελῆσαι προσελθεῖν ἀσπασόμενον, ἀλλὰ φάναι γὰρ ὅτι ἐν Βαβυλῶνι αὐτῷ ἐντυχὼν ἀσπάσεται. καὶ τοῦτον τὸν λόγον ἐν μὲν τῷ τότε ἀμεληθῆναι, ὕστερον δέ, ἐπειδὴ ἐτελεύτησεν ἐν Βαβυλῶνι Ἀλέξανδρος, ἐς μνήμην ἐλθεῖν τῶν ἀκουσάντων, ὅτι ἐπὶ τῇ τελευτῇ ἄρα τῇ Ἀλεξάνδρου ἐθειάσθη.

***
[7.17.1] Είχε όμως ο Αλέξανδρος και κάποιες υποψίες για τους Χαλδαίους, ότι δηλαδή παρεμπόδιζαν την είσοδό του τότε στη Βαβυλώνα όχι εξαιτίας του χρησμού, αλλά επειδή μάλλον απέβλεπαν σε κάποια δική τους ωφέλεια. Γιατί ο ναός του Βήλου βρισκόταν στο μέσο της πόλης των Βαβυλωνίων και ήταν ο μεγαλύτερος σε μέγεθος, κατασκευασμένος από ψημένους πλίνθους συγκολλημένους με άσφαλτο. [7.17.2] Τον ναό αυτόν, όπως και τα άλλα ιερά των Βαβυλωνίων, κατεδάφισε ο Ξέρξης, όταν επέστρεψε από την Ελλάδα. Ο Αλέξανδρος είχε στον νου του να τον ξαναχτίσει, όπως λένε μερικοί, επάνω στα παλιά του θεμέλια και για αυτόν τον λόγο διέταξε τους Βαβυλωνίους να απομακρύνουν τα χώματα, ενώ άλλοι λένε ότι σχεδίαζε να τον χτίσει ακόμη μεγαλύτερο από ό,τι ήταν ο παλιός. [7.17.3] Επειδή όμως μετά την αναχώρησή του εκείνοι στους οποίους είχε αναθέσει την εργασία την εκτελούσαν με νωθρότητα, σκεφτόταν να αποπερατώσει το έργο με ολόκληρο τον στρατό του. Οι βασιλείς της Ασσυρίας είχαν αφιερώσει στον θεό Βήλο μεγάλη έκταση γης καθώς και πολύ χρυσό. [7.17.4] Από τον χρυσό αυτόν επισκευαζόταν ο ναός την παλιά εποχή και γίνονταν οι θυσίες στον θεό, τότε όμως οι Χαλδαίοι νέμονταν την περιουσία του θεού, χωρίς να έχουν πού να ξοδεύσουν το πλεόνασμα. Για αυτόν τον λόγο τούς υποπτευόταν ο Αλέξανδρος ότι δεν ήθελαν να μπει μέσα στη Βαβυλώνα, μήπως στερηθούν το κέρδος που είχαν από τα χρήματα με τη γρήγορη ανέγερση του ναού. [7.17.5] Ο Αριστόβουλος αναφέρει ότι παρόλα αυτά ο Αλέξανδρος θέλησε και πείσθηκε σε αυτούς σχετικά με την αλλαγή κατεύθυνσης κατά την είσοδό του στην πόλη και ότι την πρώτη μέρα στρατοπέδευσε κοντά στον Ευφράτη ποταμό και την επομένη μέρα έχοντας τον ποταμό στα δεξιά του βάδιζε πλάι σε αυτόν· ήθελε να προσπεράσει το μέρος της πόλης που ήταν στραμμένο προς τα δυτικά, έτσι ώστε να κάμει εκεί στροφή και να προχωρήσει προς τα ανατολικά. [7.17.6] Αλλά δεν μπόρεσε στο δύσβατο έδαφος να προχωρήσει με τον στρατό του, επειδή όποιος έμπαινε στην πόλη από τα δυτικά, αν στο σημείο εκείνο έκανε στροφή προς τα ανατολικά, συναντούσε εκεί έλη και ρηχά νερά. Και έτσι θέλοντας και μη δεν υπάκουσε στον θεό.
[7.18.1] Ο Αριστόβουλος αναφέρει ακόμη και την εξής ιστορία· ο Απολλόδωρος ο Αμφιπολίτης, ένας από τους εταίρους του Αλεξάνδρου και επικεφαλής του στρατού που ο Αλέξανδρος άφησε πίσω κοντά στον Μαζαίο, τον σατράπη της Βαβυλώνας, αφού συνάντησε τον Αλέξανδρο κατά την επιστροφή του από την Ινδία και συνενώθηκε μαζί του, έβλεπε ότι ο βασιλιάς τιμωρούσε αυστηρά τους σατράπες που είχε διορίσει στις διάφορες χώρες· έστειλε έτσι επιστολή στον αδελφό του Πειθαγόρα και του ζητούσε να προφητεύσει και για τη δική του σωτηρία, γιατί ο Πειθαγόρας ήταν μάντης που προφήτευε από τα σπλάχνα. [7.18.2] Ο Πειθαγόρας τού έγραψε με τη σειρά του για να μάθει ποιόν προπάντων φοβάται και θέλει να κάμει χρήση της μαντείας. Ο Απολλόδωρος του ξανάγραψε ότι φοβάται και τον ίδιο τον βασιλιά και τον Ηφαιστίωνα. Τότε ο Πειθαγόρας έκαμε πρώτα θυσία για τον Ηφαιστίωνα. Επειδή όμως δεν φάνηκε ο λοβός επάνω στο συκώτι του σφαγίου, του έγραψε τότε σχετικά και αφού σφράγισε τη μικρή επιστολή, την έστειλε στον Απολλόδωρο από τη Βαβυλώνα στα Εκβάτανα ανακοινώνοντάς του να μη φοβάται καθόλου τον Ηφαιστίωνα, γιατί έπειτα από λίγο θα εξαφανισθεί από εμπρός του. [7.18.3] Ο Αριστόβουλος αναφέρει ότι ο Απολλόδωρος έλαβε την επιστολή μια μέρα πριν από τον θάνατο του Ηφαιστίωνα. Και ο Πειθαγόρας θυσίασε ξανά για τον Αλέξανδρο ‹και› το συκώτι του θύματος βρέθηκε χωρίς λοβό. Ο Πειθαγόρας έγραψε τα ίδια και για τον Αλέξανδρο. Ο Απολλόδωρος όμως δεν το αποσιώπησε, αλλά ανακοίνωσε στον Αλέξανδρο αυτά που είχε γράψει ο αδελφός του, μάλλον για να δείξει την καλή του διάθεση απέναντι στον βασιλιά, αφού τον συμβούλευε να φυλάγεται, μη τυχόν του παρουσιασθεί κάποιος κίνδυνος εκείνο τον καιρό. [7.18.4] Αναφέρει ακόμη ο Αριστόβουλος ότι ο Αλέξανδρος επαίνεσε τον Απολλόδωρο και τον Πειθαγόρα και αφού μπήκε στη Βαβυλώνα, ρώτησε τον Πειθαγόρα ποιός οιωνός τον έκανε να γράψει αυτά στον αδελφό του. Και εκείνος είπε ότι βρήκε το συκώτι του σφαγίου χωρίς λοβό· όταν τον ρώτησε ο Αλέξανδρος τί σήμαινε ο οιωνός, ο Πειθαγόρας είπε κακό μεγάλο. Ο Αλέξανδρος όχι μόνο δεν οργίστηκε κατά του Πειθαγόρα, αλλά και τον εκτιμούσε ακόμη περισσότερο, γιατί του είπε την αλήθεια χωρίς δόλο. [7.18.5] Αυτά αναφέρει ο Αριστόβουλος ότι τα πληροφορήθηκε ο ίδιος από τον Πειθαγόρα. Αναφέρει ακόμη ότι ο Πειθαγόρας προφήτευσε και για τον Περδίκκα και αργότερα για τον Αντίγονο· ότι και για τους δύο παρουσιάσθηκε ο ίδιος οιωνός και ότι ο Περδίκκας σκοτώθηκε, όταν εκστράτευσε εναντίον του Πτολεμαίου, και ο Αντίγονος χάθηκε στη μάχη εναντίον του Σελεύκου και του Λυσιμάχου που έγινε στην Ιψό. [7.18.6] Αλλά και για τον Κάλανο, τον Ινδό σοφιστή, έχει γραφεί κάποια παρόμοια ιστορία, ότι δηλαδή ενώ βάδιζε προς την πυρά για να πεθάνει, ασπάσθηκε τότε τους υπόλοιπους εταίρους, αλλά αρνήθηκε να πλησιάσει τον Αλέξανδρο για να τον ασπασθεί, όταν τον συναντήσει στη Βαβυλώνα. Στους λόγους αυτούς τότε δεν δόθηκε σημασία, αργότερα όμως, όταν πέθανε στη Βαβυλώνα ο Αλέξανδρος, τους θυμήθηκαν όσοι είχαν ακούσει την προφητεία του για τον θάνατο του Αλεξάνδρου.

Τετάρτη 20 Οκτωβρίου 2021

ΔΡΑΜΑΤΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ: ΣΟΦΟΚΛΗΣ - Τραχίνιαι (61-93)

ΔΗ. ὦ τέκνον, ὦ παῖ, κἀξ ἀγεννήτων ἄρα
μῦθοι καλῶς πίπτουσιν· ἥδε γὰρ γυνὴ
δούλη μέν, εἴρηκεν δ᾽ ἐλεύθερον λόγον.
ΥΛΛΟΣ
ποῖον; δίδαξον, μῆτερ, εἰ διδακτά μοι.
65 ΔΗ. σὲ πατρὸς οὕτω δαρὸν ἐξενωμένου
τὸ μὴ πυθέσθαι ποῦ ᾽στιν αἰσχύνην φέρειν.
ΥΛ. ἀλλ᾽ οἶδα, μύθοις εἴ τι πιστεύειν χρεών.
ΔΗ. καὶ ποῦ κλύεις νιν, τέκνον, ἱδρῦσθαι χθονός;
ΥΛ. τὸν μὲν παρελθόντ᾽ ἄροτον ἐν μήκει χρόνου
70 Λυδῇ γυναικί φασί νιν λάτριν πονεῖν.
ΔΗ. πᾶν τοίνυν, εἰ καὶ τοῦτ᾽ ἔτλη, κλύοι τις ἄν.
ΥΛ. ἀλλ᾽ ἐξαφεῖται τοῦδέ γ᾽, ὡς ἐγὼ κλύω.
ΔΗ. ποῦ δῆτα νῦν ζῶν ἢ θανὼν ἀγγέλλεται;
ΥΛ. Εὐβοῖδα χώραν φασίν, Εὐρύτου πόλιν,
75 ἐπιστρατεύειν αὐτόν, ἢ μέλλειν ἔτι.
ΔΗ. ἆρ᾽ οἶσθα δῆτ᾽, ὦ τέκνον, ὡς ἔλειπέ μοι
μαντεῖα πιστὰ τῆσδε τῆς χώρας πέρι;
ΥΛ. τὰ ποῖα, μῆτερ; τὸν λόγον γὰρ ἀγνοῶ.
ΔΗ. ὡς ἢ τελευτὴν τοῦ βίου μέλλει τελεῖν,
80 ἢ τοῦτον ἄρας ἆθλον ἐς τό γ᾽ ὕστερον
τὸν λοιπὸν ἤδη βίοτον εὐαίων᾽ ἔχειν.
ἐν οὖν ῥοπῇ τοιᾷδε κειμένῳ, τέκνον,
οὐκ εἶ ξυνέρξων, ἡνίκ᾽ ἢ σεσώμεθα
[ἢ πίπτομεν σοῦ πατρὸς ἐξολωλότος]
85 κείνου βίον σώσαντος, ἢ οἰχόμεσθ᾽ ἅμα;
ΥΛ. ἀλλ᾽ εἶμι, μῆτερ· εἰ δὲ θεσφάτων ἐγὼ
βάξιν κατῄδη τῶνδε, κἂν πάλαι παρῆ.
ἀλλ᾽ ὁ ξυνήθης πότμος οὐκ εἴα πατρὸς
ἡμᾶς προταρβεῖν οὐδὲ δειμαίνειν ἄγαν.
90 νῦν δ᾽ ὡς ξυνίημ᾽, οὐδὲν ἐλλείψω τὸ μὴ
πᾶσαν πυθέσθαι τῶνδ᾽ ἀλήθειαν πέρι.
ΔΗ. χώρει νυν, ὦ παῖ· καὶ γὰρ ὑστέρῳ, τό γ᾽ εὖ
πράσσειν ἐπεὶ πύθοιτο, κέρδος ἐμπολᾷ.

***
ΔΗΙ. Γιε μου, παιδί μου, κι απ᾽ των ταπεινών
λοιπόν το στόμα πέφτουν σοφά λόγια·
νά, κι η γυναίκα᾽ αυτή, μολονπού σκλάβα,
μου ᾽πε σα να ᾽ταν λεύτερη ένα λόγο.
ΥΛΛΟΣ
Σαν ποιόν, μητέρα; δε μπορώ να μάθω;
ΔΗΙ. Πως εσύ, ενώ ο πατέρας σου στα ξένα
λείπει τόσον καιρό, να μη εξετάσεις
πού βρίσκεται ντροπή μεγάλη σου είναι.
ΥΛΛ. Μα ξέρω αν πρέπει να πιστέψω αυτά
που λένε. ΔΗΙ. Πού άκουσες λοιπόν, παιδί μου,
πως βρίσκεται; ΥΛΛ. Τον περασμένο χρόνο
όλο του τον καιρό δούλευε σκλάβος
70 σε μια γυναίκα, λένε, απ᾽ τη Λυδία.
ΔΗΙ. Το παν λοιπόν μπορεί κανείς ν᾽ ακούσει,
αν ως και αυτό έχει υποφέρει ακόμα.
ΥΛΛ. Μ᾽ απ᾽ αυτή τη σκλαβιά, καθώς ακούω,
λευτερώθηκε πια. ΔΗΙ. Πού λοιπόν τώρα
τον ξέρουν ζωντανόν ή πεθαμένο;
ΥΛΛ. Στην Εύβοια, λένε, στου Εύρυτου την πόλη
έχει εκστρατεύσει, ή έτοιμος πως είναι.
ΔΗΙ. Τάχα να ξέρεις, γιε μου, τί χρησμούς
μου άφησε καθαρούς γι᾽ αυτή τη χώρα;
ΥΛΛ. Τους ποιούς, μητέρα; είδηση δεν έχω.
ΔΗΙ. Πως ή το τέλος θά ᾽βρει της ζωής του,
80 ή πως αν βγάλει πέρ᾽ αυτό τον άθλο,
ύστερα τις επίλοιπές του μέρες
ευτυχισμένες πια θα τις περάσει.
Σε τέτοια λοιπόν θέση κρίσιμη
που βρίσκεται, δε θενα πας, παιδί μου,
και συ βοηθός του, αφού ή θενα σωθούμε
και μεις, αν σώσει εκείνος τη ζωή του,
ή μαζί του χαμένοι θενα πάμε;
ΥΛΛ. Θα πάω μητέρα· κι αν τα γνώριζα
αυτά που οι θεϊκές μαντείες προβλέπουν,
θα ᾽μουν κι από καιρό τώρα κοντά του.
Μα η καλή τύχη, που τον συνοδεύει
πάντα, δεν άφηνε ν᾽ ανησυχούμε
κι ούτε υπερβολικούς να ᾽χομε φόβους
για τον πατέρα· τώρα όμως που ξέρω,
90 δε θ᾽ αμελήσω τίποτα ως να μάθω
την πάσ᾽ αλήθεια για όλ᾽ αυτά που μου ᾽πες.
ΔΗΙ. Πήγαινε, γιε μου, γιατί κι αν κανένας
καθυστερήσει, τα καλά μαντάτα,
μια και τα μάθει, κέρδος του είναι πάντα.

ΟΜΗΡΟΣ: Ἰλιάς (2.394-2.454)

Ὣς ἔφατ᾽, Ἀργεῖοι δὲ μέγ᾽ ἴαχον, ὡς ὅτε κῦμα
395 ἀκτῇ ἐφ᾽ ὑψηλῇ, ὅτε κινήσῃ Νότος ἐλθών,
προβλῆτι σκοπέλῳ· τὸν δ᾽ οὔ ποτε κύματα λείπει
παντοίων ἀνέμων, ὅτ᾽ ἂν ἔνθ᾽ ἢ ἔνθα γένωνται.
ἀνστάντες δ᾽ ὀρέοντο κεδασθέντες κατὰ νῆας,
κάπνισσάν τε κατὰ κλισίας, καὶ δεῖπνον ἕλοντο.
400 ἄλλος δ᾽ ἄλλῳ ἔρεζε θεῶν αἰειγενετάων,
εὐχόμενος θάνατόν τε φυγεῖν καὶ μῶλον Ἄρηος.
αὐτὰρ ὁ βοῦν ἱέρευσεν ἄναξ ἀνδρῶν Ἀγαμέμνων
πίονα πενταέτηρον ὑπερμενέϊ Κρονίωνι,
κίκλησκεν δὲ γέροντας ἀριστῆας Παναχαιῶν,
405 Νέστορα μὲν πρώτιστα καὶ Ἰδομενῆα ἄνακτα,
αὐτὰρ ἔπειτ᾽ Αἴαντε δύω καὶ Τυδέος υἱόν,
ἕκτον δ᾽ αὖτ᾽ Ὀδυσῆα, Διὶ μῆτιν ἀτάλαντον.
αὐτόματος δέ οἱ ἦλθε βοὴν ἀγαθὸς Μενέλαος·
ᾔδεε γὰρ κατὰ θυμὸν ἀδελφεὸν ὡς ἐπονεῖτο.
410 βοῦν δὲ περιστήσαντο καὶ οὐλοχύτας ἀνέλοντο·
τοῖσιν δ᾽ εὐχόμενος μετέφη κρείων Ἀγαμέμνων·
Ζεῦ κύδιστε μέγιστε, κελαινεφές, αἰθέρι ναίων,
μὴ πρὶν ἐπ᾽ ἠέλιον δῦναι καὶ ἐπὶ κνέφας ἐλθεῖν,
πρίν με κατὰ πρηνὲς βαλέειν Πριάμοιο μέλαθρον
415 αἰθαλόεν, πρῆσαι δὲ πυρὸς δηΐοιο θύρετρα,
Ἑκτόρεον δὲ χιτῶνα περὶ στήθεσσι δαΐξαι
χαλκῷ ῥωγαλέον· πολέες δ᾽ ἀμφ᾽ αὐτὸν ἑταῖροι
πρηνέες ἐν κονίῃσιν ὀδὰξ λαζοίατο γαῖαν.»
Ὣς ἔφατ᾽, οὐδ᾽ ἄρα πώ οἱ ἐπεκραίαινε Κρονίων,
420 ἀλλ᾽ ὅ γε δέκτο μὲν ἱρά, πόνον δ᾽ ἀμέγαρτον ὄφελλεν.
αὐτὰρ ἐπεί ῥ᾽ εὔξαντο καὶ οὐλοχύτας προβάλοντο,
αὐέρυσαν μὲν πρῶτα καὶ ἔσφαξαν καὶ ἔδειραν,
μηρούς τ᾽ ἐξέταμον κατά τε κνίσῃ ἐκάλυψαν
δίπτυχα ποιήσαντες, ἐπ᾽ αὐτῶν δ᾽ ὠμοθέτησαν.
425 καὶ τὰ μὲν ἂρ σχίζῃσιν ἀφύλλοισιν κατέκαιον,
σπλάγχνα δ᾽ ἄρ᾽ ἀμπείραντες ὑπείρεχον Ἡφαίστοιο.
αὐτὰρ ἐπεὶ κατὰ μῆρ᾽ ἐκάη καὶ σπλάγχνα πάσαντο,
μίστυλλόν τ᾽ ἄρα τἆλλα καὶ ἀμφ᾽ ὀβελοῖσιν ἔπειραν,
ὤπτησάν τε περιφραδέως, ἐρύσαντό τε πάντα.
430 αὐτὰρ ἐπεὶ παύσαντο πόνου τετύκοντό τε δαῖτα,
δαίνυντ᾽, οὐδέ τι θυμὸς ἐδεύετο δαιτὸς ἐΐσης.
αὐτὰρ ἐπεὶ πόσιος καὶ ἐδητύος ἐξ ἔρον ἕντο,
τοῖς ἄρα μύθων ἦρχε Γερήνιος ἱππότα Νέστωρ·
«Ἀτρεΐδη κύδιστε, ἄναξ ἀνδρῶν Ἀγάμεμνον,
435 μηκέτι νῦν δήθ᾽ αὖθι λεγώμεθα, μηδ᾽ ἔτι δηρὸν
ἀμβαλλώμεθα ἔργον, ὃ δὴ θεὸς ἐγγυαλίζει.
ἀλλ᾽ ἄγε, κήρυκες μὲν Ἀχαιῶν χαλκοχιτώνων
λαὸν κηρύσσοντες ἀγειρόντων κατὰ νῆας,
ἡμεῖς δ᾽ ἀθρόοι ὧδε κατὰ στρατὸν εὐρὺν Ἀχαιῶν
440 ἴομεν, ὄφρα κε θᾶσσον ἐγείρομεν ὀξὺν Ἄρηα.»
Ὣς ἔφατ᾽, οὐδ᾽ ἀπίθησεν ἄναξ ἀνδρῶν Ἀγαμέμνων.
αὐτίκα κηρύκεσσι λιγυφθόγγοισι κέλευσε
κηρύσσειν πόλεμόνδε κάρη κομόωντας Ἀχαιούς·
οἱ μὲν ἐκήρυσσον, τοὶ δ᾽ ἠγείροντο μάλ᾽ ὦκα.
445 οἱ δ᾽ ἀμφ᾽ Ἀτρεΐωνα διοτρεφέες βασιλῆες
θῦνον κρίνοντες, μετὰ δὲ γλαυκῶπις Ἀθήνη,
αἰγίδ᾽ ἔχουσ᾽ ἐρίτιμον ἀγήρων ἀθανάτην τε,
τῆς ἑκατὸν θύσανοι παγχρύσεοι ἠερέθονται,
πάντες ἐϋπλεκέες, ἑκατόμβοιος δὲ ἕκαστος·
450 σὺν τῇ παιφάσσουσα διέσσυτο λαὸν Ἀχαιῶν
ὀτρύνουσ᾽ ἰέναι· ἐν δὲ σθένος ὦρσεν ἑκάστῳ
καρδίῃ ἄλληκτον πολεμίζειν ἠδὲ μάχεσθαι.
τοῖσι δ᾽ ἄφαρ πόλεμος γλυκίων γένετ᾽ ἠὲ νέεσθαι
ἐν νηυσὶ γλαφυρῇσι φίλην ἐς πατρίδα γαῖαν.

***
Είπε και όλοι εβόησαν, καθώς βοά το κύμα
395 από του Νότου την ορμήν επάνω σ᾽ ακρωτήρι,
που βγαίνει εμπρός στην θάλασσαν και πάντοτε το δέρνουν
τα κύματ᾽ όπως έρχονται απ᾽ όλους τους ανέμους.
Τα πλήθη τότ᾽ εσκόρπισαν τριγύρω στα καράβια,
φωτιά στες σκηνές άναψαν κι εκάθισαν να φάγουν·
400 κι εις έναν από τους θεούς θυσίαζε ο καθένας
κι εύχονταν νά ᾽βγει ζωντανός απ᾽ τον φρικτόν αγώνα·
αλλά βόδι πεντάχρονον ο μέγας Αγαμέμνων
παχύτατο εθυσίασε του φοβερού Κρονίδη,
και των Παναχαιών εκεί τους γέροντας καλούσε
405 και πρώτιστα τον Νέστορα και τον Ιδομενέα,
τους δυο κατόπιν Αίαντες, και τον Τυδείδην, κι έκτον
τον Οδυσσέα, πόμοιαζε στην γνώση με τον Δία,
και μόνος αυτοκάλεστος του ήλθεν ο γενναίος
Μενέλαος που εγνώριζε πόσες φροντίδες είχε·
410 και αφού στο βόδι ολόγυρα επήραν τα κριθάρια,
άρχισ᾽ ο Ατρείδης την ευχήν: «Υπέρτατε Κρονίδη,
ένδοξε, μαυρονέφελε, εγκάτοικε του αιθέρος,
δώσε πριν πέσει ο ήλιος και το σκοτάδι φθάσει
χάμω στην γην το μέγαρον να ρίξω του Πριάμου
415 ασβολωτό και στη φωτιά τες πύλες του να λιώσω,
και τον Εκτόρειον θώρακα με το σπαθί να σχίσω
στα αιματωμένα στήθη του, κι επίστομα στην σκόνη
γύρω του σύντροφοι πολλοί το χώμα να δαγκάσουν».
Είπε, αλλ᾽ ο Δίας την ευχήν δεν έστεργε, κι εδέχθη
420 την προσφοράν και δυνατόν του ετοίμαζεν αγώνα·
και αφού τες ευχές έκαμαν κι ερίξαν τα κριθάρια,
τον τράχηλον του εσήκωσαν, το σφάξαν και το γδάραν,
και αφού χωρίσαν τα μεριά με διπλωτό κνισάρι
τα σκέπασαν κι επάνω των ωμά κομμάτια θέσαν·
425 και αυτά με σχίζες άφυλλες εκαίαν, και τα σπλάχνα
εσούβλισαν και στην φωτιάν επάνω τα κρατούσαν·
και αφού καήκαν τα μεριά κ εγεύθηκαν τα σπλάχνα
ελιάνισαν τα επίλοιπα, τα επέρασαν στες σούβλες,
και αφού με τέχνην τα ᾽ψησαν απ᾽ την φωτιά τα πήραν.
430Κι άμ᾽ απ᾽ τον κόπον έπαυσαν, κι ετοίμασαν το γεύμα,
έτρωγαν κι όλ᾽ ισόμοιρα χαρήκαν το τραπέζι,
και άμα εφάγαν κι έπϊαν όσ᾽ ήθελε η ψυχή τους,
ο Νέστωρ είπε προς αυτούς: «Ατρείδη βασιλέα,
με ομιλίες τον καιρό μη τρίβομ᾽ εδώ πέρα,
435 και ανάγκη είναι ν᾽ αρχίσομε χωρίς αργοπορίαν
το έργον τούτο, που ο θεός μας έδωκε στο χέρι·
και οι κήρυκες των Αχαιών τα χαλκοφόρα πλήθη
ας κράξουν να συναθροισθούν απ᾽ όλα τα καράβια,
κι εμείς ας πάμε όλοι μαζί στο στράτευμα τριγύρω
440 στα στήθη των ν᾽ ανάψομεν την λύσσαν του πολέμου».
Αυτά είπεν ο γέροντας, και ο μέγας Αγαμέμνων
τους ψηλοφώνους κήρυκες παράγγειλε να κράξουν
στον πόλεμον των Αχαιών τ᾽ αντρειωμένα πλήθη
και γρήγορα στο κήρυγμα συναθροιζόνταν όλοι.
445 Τους διαχωρίζαν με σπουδήν οι βασιλείς οι θείοι
με τον Ατρείδη κι η Αθηνά στην μέσ᾽ η γλαυκομάτα
με ατίμητην, αγέραστην, αθάνατην αιγίδα·
που εκατόν κρόσες γύρω της ολόχρυσες κρεμόνταν,
καλοπλεγμένες κι εκατόν αξίζει βόδια η μία·
450 με αυτήν περνούσε ως αστραπή των Αχαιών τα πλήθη
και τ᾽ άναφτε κι εγέμιζε τα στήθη τους ανδρείαν
να μάχονται να πολεμούν και παύσιν να μη θέλουν.
Και αγάπησαν τον πόλεμον καλύτερα ή να γύρουν
με τα βαθιά καράβια τους, στην ποθητήν πατρίδα.

Αν έχει φτιάξει ένας Θεός αυτόν τον κόσμο, δεν θα ήθελα να είμαι αυτός ο Θεός

Νοιώθουμε τον πόνο, αλλά όχι και την έλλειψη του πόνου· -νοιώθουμε την έγνοια, αλλά όχι και την έλλειψή της· το φόβο, Αλλά όχι και τη σιγουριά. Νοιώθουμε τον πόνο και την επιθυμία, όπως νοιώθουμε και την πείνα και τη δίψα. Μόλις όμως εισακουστούν, τελειώνουν όλα, σαν την μπουκιά, που μόλις την καταπιούμε, παύει να υπάρχει για την αίσθησή μας.

Αυτά τα τρία μεγαλύτερα αγαθά της ζωής, υγεία, νιάτα και Ελευθερία, όσο καιρό τα κατέχουμε, δεν τα κατέχουμε ευσυνείδητα, και τα εκτιμούμε μόνο όταν τα χάσουμε, γιατί είναι και αρνητικά αγαθά. Τις ευτυχισμένες μέρες της περασμένης μας ζωής τις παρατηρούμε μόνο όταν αντικατασταθούν με μέρες οδύνης...—Όσο μεγαλώνουν οι απολαύσεις μας, τόσο πιο Αναίσθητοι γινόμαστε : η συνήθεια δεν είναι πια ευχαρίστηση. Απ’ αυτό και μόνο αυξάνεται η ικανότητά μας να υποφέρουμε· κάθε συνήθεια που καταργείται, προξενεί οδυνηρό συναίσθημα. Οι ώρες κυλούν τόσο πιο γρήγορα όσο πιο ευχάριστες είναι, και τόσο πιο αργά, όσο είναι πιο θλιβερές, γιατί το θετικό δεν είναι η απόλαυση, Αλλά η οδύνη, γιατί αυτής γίνεται αισθητή η παρουσία. Η ανία μας δίνει την έννοια του χρόνου, και η διασκέδαση μας την αφαιρεί. Κι’ αυτό αποδείχνει πως η ύπαρξή μας είναι τόσο πιο ευτυχισμένη, όσο λιγότερο την αισθανόμαστε: γι’ αυτό, καλλίτερα θα ήταν να απαλλασσόμαστε απ’ αυτήν.

Δεν θα μπορούσαμε απόλυτα να φανταστούμε μια μεγάλη έντονη χαρά, αν δεν την διαδεχόταν μια μεγάλη δυστυχία: γιατί τίποτα δεν μπορεί να φτάσει σε μια κατάσταση γαλήνης και μόνιμης χαράς· το πολύ να καταφέρουμε να διασκεδάσουμε, και να ικανοποιηθούμε την ματαιοδοξία μας.

Έτσι, όλοι οι ποιητές αναγκάζονται να ρίχνουν τούς ήρωες τους σε καταστάσεις γεμάτες αγωνίες και βάσανα, για να μπορέσουν να τους απαλλάξουν πάλι απ’ αυτά και το δράμα και η επική ποίηση δεν μας δείχνουν άλλο από ανθρώπους που αγωνίζονται, πού υποφέρουν χιλιάδες βάσανα, και κάθε μυθιστόρημα μας δίνει για θέαμα τους σπασμούς και τους κλονισμούς της δύστυχης ανθρώπινης καρδιάς. Ο Βολταίρος, ο τυχερός Βολταίρος, αν και τόσο ευνοήθηκε από την φύση, σκέφτεται το ίδιο πράγμα μ’ εμένα, όταν λέει:

«Η ευτυχία δεν είναι παρά ένα όνειρο, ενώ Η οδύνη είναι πραγματική»

και προσθέτει: 

«Αυτό το νοιώθω τώρα και ογδόντα χρόνια. Δεν ξέρω τίποτ’ άλλο παρά να καρτερώ, και να λέω μέσα μου πώς οι μύγες γεννιούνται για να τις τρώνε οι αράχνες, και οι άνθρωποι για να τούς τρώνε οι θλίψεις».

Αυτός ο κόσμος, τόπος σφαγής όπου αγωνιώδη και βασανισμένα όντα ζουν μόνο καταβροχθίζοντας το ένα το άλλο, όπου κάθε θήραμα γίνεται ζωντανός τάφος χιλιάδων άλλων, και συντηρεί τη ζωή του μόνο σαν την πληρώσει με μια μακριά σειρά από μαρτύρια, όπου η ικανότητά του να υποφέρει μεγαλώνει ανάλογα με την νόηση, και κατά συνέπεια στον άνθρωπο φθάνει στην ανώτατη της βαθμίδα· αυτόν τον κόσμο, οι αισιόδοξοι θέλησαν να τον προσαρμόσουν με το σύστημά τους, και να μας τον αποδείξουν a priori σαν τον καλύτερο δυνατό κόσμο.

Είναι κραυγαλέος ο παραλογισμός. Μου λένε ν’ ανοίξω τα μάτια μου και να στρέψω τα βλέμματά μου στην ομορφιά του κόσμου που τον φωτίζει ο ήλιος, να θαυμάσω τα βουνά του, τις κοιλάδες του, τα ποτάμια του, τα φυτά του, τα ζώα του, και ξέρω ’γώ τί άλλο: Δεν είναι λοιπόν ο κόσμος άλλο παρά ένας μαγικός φανός; Βέβαια είναι λαμπρό το θέαμα, άλλο είναι όμως να παίζεις και συ το ρόλο σου σ’ αυτόν.

Ύστερα από τον αισιόδοξο, έρχεται ο άνθρωπος των τελικών αιτίων αυτός μου επαινεί τη σοφή διάταξη που απαγορεύει στους πλανήτες να συγκρούονται με τη μύτη στο τρέξιμό τους, που εμποδίζει τη γης με τη θάλασσα να μπερδευτούν σε ένα τεράστιο αμάλγαμα, και τη κρατάει όπως πρέπει χωρισμένες, που κάνει ώστε να μην μένουν όλα ακίνητα μέσα σ’ έναν αιώνιο πάγο, ή να τα τρώει η φωτιά, που, χάρη στην κλίση της εκλειπτικής, δεν επιτρέπει στην άνοιξη να είναι αιώνια κι’ αφήνει φρούτα να ωριμάζουν, κτλ... αλλά αυτά είναι απλές conditiones sine quibus non.

Γιατί αν πρέπει να υπάρχει ένας κόσμος, αν πρέπει να διαρκέσουν αυτοί οι πλανήτες, έστω και για ίσο χρόνο με όσον κάνει η ακτίνα ενός απλανούς αστέρα για να φτάσει ως αυτούς, κι’ αν δεν εξαφανίζονται σαν τον γιο του Λέσσιγκ αμέσως μόλις γεννιούνται, θα έπρεπε να μην είχαν στηθεί τόσο αδέξια τα πράγματα ώστε να κινδυνεύει τώρα να καταρρεύσει το βασικό οικοδόμημα.

Ας έρθουμε τώρα στα αποτελέσματα αυτού του τόσο εξυμνημένου έργου, ας κοιτάξουμε τους ηθοποιούς που κινούνται πάνω σ’ αυτήν την τόσο γερά κατασκευασμένη μηχανή ν βλέπουμε τον πόνο να εμφανίζεται ταυτόχρονα με την ευαισθησία, και να μεγαλώνει όσο αυτή γίνεται νοήμων βλέπουμε να συμβαδίζουν ο πόθος και η οδύνη, να αναπτύσσονται απεριόριστα, ώσπου τελικά η ανθρώπινη ζωή να μην προσφέρει τίποτ’ άλλο παρά θέματα για τραγωδίες ή για κωμωδίες. Γι’ αυτό, αν είμαστε ειλικρινείς, πολύ λίγη διάθεση θα έχουμε για να ψάλλουμε το αλληλούια των αισιόδοξων.

Αν έχει φτιάξει ένας Θεός αυτόν τον κόσμο, δεν θα ήθελα να είμαι αυτός ο Θεός, η δυστυχία του κόσμου θα μου σπάραζε την καρδιά.

Αν φανταζόμαστε έναν δημιουργό δαίμονα, θα είχαμε ωστόσο το δικαίωμα να του φωνάζουμε, δείχνοντάς του την δημιουργία του: «Πώς τόλμησες να διακόψεις την Ιερή ακινησία του χάους, για να ξεπετάξεις από μέσα του μια τέτοια μάζα δυστυχίας και αγωνίας;

Nietzsche: Η εύρεση ενός δρόμου προς την απόλυτη Ελευθερία

Ο Νίτσε έλεγε ότι για να γίνεις αυτό που είσαι, απαραίτητη προϋπόθεση είναι να μάθεις ποιος είσαι.

Το "γνώθι σαυτόν", όμως, ν' ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Το να ξεχνά κανείς τον εαυτό του, να τον παρανοεί, να τον μειώνει, να περιορίζει τους ορίζοντες του και να τον καθιστά μέτριο θα ήταν η συνταγή για την καταστροφή του. Ενώ παράλληλα τονίζει ότι αγαπάει ό,τι μας κάνει μεγαλύτερους από αυτό που είμαστε.

Η φιλοσοφία του δεν είναι οδηγός που επιβάλλει τη σκέψη του, αλλά που ενθαρρύνει την ανεξάρτητη σκέψη.

Η επιρροή του έφερε χαλάρωση των παγιωμένων ιδεών και την ιδέα της απόλυτης ελευθερίας.

Θα 'ρθει μια εποχή που οι άνθρωποι θα πάψουν να φοβούνται τη γνώση, που δε θα μεταμφιέζουν την αδυναμία σε «ηθικό νόμο», που θα βρουν το θάρρος να σπάσουν τα δεσμά του «πρέπει».

Η υπέρβαση όλων των αξιών είναι η φόρμουλά μου, για την υπέρτατη επανεξέταση εκ μέρους της ανθρωπότητας.

Κάθε αληθινή πίστη είναι αλάνθαστη. Εκτελεί όσα ο πιστός ελπίζει να βρει σε αυτή, αλλά δεν προσφέρει τη βάση για την εδραίωση μιας αντικειμενικής αλήθειας.

Αν θες να επιτύχεις ηρεμία και ευτυχία, έχε πίστη.

Αν θες να γίνεις οπαδός της αλήθειας... ψάξε!

Δεν είναι η αλήθεια ιερή, ιερή είναι η αναζήτηση της αλήθειας του καθενός μας! Μπορεί να υπάρχει πιο ιερή πράξη από την αυτοαναζήτηση;

Αυτός που αναζητάει την αλήθεια πρέπει να υποστεί μια προσωπική ψυχολογική ανάλυση - την ονομάζει «ηθική ανατομία»... Και για να το κάνει αυτό, πρέπει πρώτα ν΄ απομακρυνθεί από την εποχή του και τη χώρα του και τότε να εξετάσει τον εαυτό του από μακριά!

Ο ίδιος ο εαυτός σου είναι θέληση για δύναμη. Η αποστολή σου είναι να γνωρίσεις τον εαυτό σου. Ένα είδος αυτογνωσίας που δεν είναι απλά πνευματική ή αφηρημένη. Η γνώση έχει τις ρίζες της στο σώμα.

Η αυτογνωσία είναι η απόκτηση όσο το δυνατόν περισσότερης γνώσης σχετικά με το ανθρώπινο σώμα, το σώμα σου, ανατομία-ψυχολογία.

Η ανθρωπότητα είναι κάτι που πρέπει να ξεπεραστεί και προτείνει το ιδανικό της υπέρβασης του εαυτού. Ένα ιδανικό που αποκαλεί «ο Υπεράνθρωπος». Όχι καταφεύγοντας σε ένα μεταφυσικό βασίλειο έξω από το ανθρώπινο, αλλά εντός των ανθρώπινων δυνατοτήτων.

Ο άνθρωπος βρίσκεται μεταξύ ζώου και υπεράνθρωπου. Η πρόκληση είναι να γίνεις υπεράνθρωπος, όχι να παραμείνεις άνθρωπος ή να εκπέσεις σε ζώο.

Καθήκον μας είναι να τελειοποιήσουμε τη φύση, να ξεπεράσουμε τον εαυτό μας, την κουλτούρα μας, την οικογένεια, τον σαρκικό πόθο μας, την ωμή κτηνώδη μας φύση, να γίνουμε αυτοί που είμαστε, να γίνουμε ό,τι είμαστε.

Οι μεγάλοι διανοητές πάντα επιλέγουν τη συντροφιά του εαυτού τους και σκέφτονται τις δικές τους σκέψεις, ανενόχλητοι από τον όχλο.

Αντιπαθώ τους άλλους που μου κλέβουν την μοναχικότητά μου χωρίς να μου προσφέρουν αληθινή συντροφιά.

Ξέρω τη μοίρα μου. Κάποια μέρα το όνομά μου θα συνδεθεί με κάτι φοβερό. Μια άνευ προηγουμένου κρίση στη γη. Την πιο βαθιά αλλαγή συνειδήσεων, ενάντια σε όσα πίστευαν μέχρι πρότινος. Ενώ εσείς βλέπετε ιδανικά, εγώ βλέπω τι είναι ανθρώπινο, πολύ ανθρώπινο.

Η μεγαλύτερη αρετή του σπουδαίου στοχαστή είναι η μεγαλοψυχία με την οποία, σαν γνώστης, χωρίς φόβο, συχνά με κάποια αμηχανία, συχνά εν μέσω χλευασμών, προσφέρει τον εαυτό του και τη ζωή του ως υπέρτατη θυσία.

Nietzsche, Θέληση για Δύναμη

Γιατί η αρχή είναι το δυσκολότερο κομμάτι κάθε ταξιδιού

Βρίσκοντας το κουράγιο για να ξεκινήσετε αποτελεί πάντα το δυσκολότερο έργο, όταν προσπαθείτε να βγείτε από τη ζώνη ασφάλειάς σας. Η εκκίνηση είναι πολύ πιο δύσκολη από τη βελτίωση. Το άγχος και μόνο μας παραλύει. Η σκέψη ότι μπορεί να ξεκινήσατε πολύ αργά και ότι μπορεί ποτέ να μην καταφέρετε να προλάβετε όσα θέλετε, μπορεί να βάλει φρένο στα κίνητρα και στον ενθουσιασμό σας.

Θα ψάξετε να βρείτε τα πράγματα εκείνα που χρειάζεται να μάθετε πρώτα πριν ξεκινήσετε• το θέμα είναι ότι θα υπάρξουν τόσα πολλά που θα βρείτε σκάβοντας. Πάντα θα υπάρχει κάτι νέο να μάθετε και πριν το καταλάβετε, θα έχετε ενθουσιαστεί με κάτι που δεν γνωρίζετε καν πώς να το κάνετε. Οι αρχάριοι πάντα υποτιμούν τον εαυτό τους. Μόλις, όμως, αποφασίσετε να αντιμετωπίσετε ένα πρόβλημα, θα συνειδητοποιήσετε πόσο ικανοί είστε τελικά: πολύ περισσότερο απ’ όσο είχατε ποτέ φανταστεί.

Ο φόβος έχει ένα πολύ περίεργο timing. Από τη στιγμή που συλλαμβάνετε το πλάνο σας, μέχρι τη στιγμή που αρχίζετε να το πραγματοποιείτε, ο φόβος θα είναι παρών. Θα σταματήσει να υπάρχει τη στιγμή που θα κάνετε το πρώτο βήμα και ύστερα θα συνειδητοποιήσετε πόσο άχρηστο συναίσθημα είναι τελικά.

Θα μάθετε πολλά περισσότερα, πράττοντας, παρά εξετάζοντας πώς μπορεί να γίνει. Θα μάθετε περισσότερα και θα βελτιώνεστε περισσότερο ζωγραφίζοντας όντως, ανακαλύπτοντας στην πορεία τα ελαττώματά σας και χρησιμοποιώντας την εμπειρία για να προοδεύετε, παρά διαβάζοντας ένα βιβλίο οδηγιών για τη ζωγραφική.

Βέβαια, ο φόβος αποδεικνύεται χρήσιμος όσον αφορά στην αποφυγή θηρευτών, επικίνδυνων περιοχών και δηλητηριωδών τροφών. Είναι αυτός που μας κάνει να επιβιώνουμε. Είναι απαραίτητος σε τέτοιες περιπτώσεις, αλλά όταν κάνετε κάτι που αγαπάτε, χρειάζεται να κλείσετε τα αυτιά στα ζωικά σας ένστικτα και να υπενθυμίσετε στον εαυτό σας ότι είναι απλά ένα στυλό και ένα κομμάτι χαρτί, όχι ένα ύποπτο φυτό που μπορεί να σας σκοτώσει, δηλητηριάζοντάς σας.

Κάνε θρησκεία σου την ευτυχία σου

Το μόνο καθήκον που έχεις σαν άνθρωπος, είναι να είσαι ευτυχισμένος. Κάνε θρησκεία σου το να είσαι ευτυχισμένος. Αν δεν είσαι ευτυχισμένος, τότε σε οτιδήποτε κάνεις κάτι δεν πηγαίνει καλά και χρειάζεται κάποια δραστική αλλαγή.

Άσε την ευτυχία να αποφασίσει. Και η ευτυχία είναι το μόνο κριτήριο που έχει ο άνθρωπος. Επομένως, να κοιτάς πάντοτε τι συμβαίνει, όταν κάνεις κάτι: αν σε ηρεμεί και σε ξεκουράζει όταν είσαι σπίτι, αν σε χαλαρώνει, τότε είναι εντάξει. Αυτό είναι το κριτήριο. Τίποτε άλλο δεν είναι το κριτήριο. Αυτό που είναι σωστό για σένα, μπορεί να μην είναι σωστό για κάποιον άλλον. Να το θυμάσαι κι αυτό. Γιατί αυτό που μπορεί να είναι εύκολο για σένα, μπορεί να μην είναι εύκολο για κάποιον άλλον, κάτι άλλο μπορεί να είναι εύκολο για εκείνον. Επομένως, δεν μπορεί να υπάρξει ένας γενικός νόμος γι’ αυτό. Κάθε άτομο πρέπει να το επεξεργαστεί και να αποφασίσει για τον εαυτό του. Εσένα τι σου είναι εύκολο;

Αν όλη η ανθρωπότητα μάθει να χαλαρώνει αντί να παλεύει, αν μάθει να αφήνεται αντί να κάνει επίπονη προσπάθεια, θα υπάρξει μεγάλη αλλαγή στην ποιότητα της συνείδησης. Χαλαροί άνθρωποι, που απλώς κινούνται αθόρυβα με τη ροή του ποταμού, χωρίς δικούς τους στόχους, χωρίς “εγώ”…

Δεν υπάρχει τίποτε μεγάλο, τίποτε σπουδαίο. Η ζωή συνίσταται σε πολύ μικρά πράγματα. Αν λοιπόν στρέφεις το ενδιαφέρον σου στα δήθεν μεγάλα πράγματα θα χάνεις τη ζωή. Τα πουλιά τραγουδούν κάθε μέρα και δεν το έχεις σκεφθεί ποτέ, αλλά κάποια μέρα πρέπει να ανταποδώσεις το κάλεσμα. Απλώς μικρά πράγματα, πολύ μικρά πράγματα… Να σέβεσαι τη ζωή σου. Χάρη σ’ αυτόν τον σεβασμό θα αρχίσεις να σέβεσαι τη ζωή του άλλου.

Η ζωή πραγματικά είναι ένας χορός, αν είσαι αυθεντικός. Και είναι ο προορισμός σου να είσαι αυθεντικός. Κανένας άνθρωπος δεν είναι όμοιος με κάποιον άλλον, οπότε ο δικός μου τρόπος ζωής δεν μπορεί να γίνει ο δικός σου τρόπος ζωής. Η καρδιά μιλά με μια πολύ γαλήνια, χαμηλή φωνή. Δεν φωνάζει….

Ξέχνα ό, τι σου έχουν πει, “αυτό είναι σωστό και αυτό είναι λάθος”. Η ζωή δεν είναι τόσο προκαθορισμένη. Κάτι που είναι σωστό σήμερα, μπορεί να είναι λάθος αύριο, κάτι που είναι λάθος αυτή τη στιγμή μπορεί να είναι σωστό την επόμενη. Δεν μπορείς να αρχειοθετήσεις τη ζωή, δεν μπορείς να της βάζεις ετικέτες του τύπου “αυτό είναι σωστό και αυτό είναι λάθος”. Η ζωή δεν είναι φαρμακείο, όπου κάθε μπουκαλάκι έχει την ετικέτα του και ξέρεις τι είναι τι. Η ζωή είναι ένα μυστήριο. Τη μια στιγμή κάτι ταιριάζει και, επομένως, είναι σωστό. Κάποια άλλη στιγμή, έχει κατέβει τόσο νερό στον ποταμό που πλέον δεν ταιριάζει και είναι λάθος.

Ποιός είναι ο ορισμός για το σωστό; Αυτό που είναι εναρμονισμένο με την ύπαρξη είναι σωστό και εκείνο που είναι σε δυσαρμονία με την ύπαρξη είναι λάθος. Θα πρέπει να είσαι σε εγρήγορση κάθε στιγμή, γιατί θα πρέπει να αποφασίζεται κάθε στιγμή εκ νέου. Δεν μπορείς να βασίζεσαι σε έτοιμες απαντήσεις για το τι είναι σωστό και τι λάθος.

Η ζωή κινείται τόσο γρήγορα. Έχει μια δυναμική, δεν είναι στατική. Δεν είναι νερό που λιμνάζει, είναι ένας ποταμός, συνεχώς κυλά. Δεν είναι ποτέ ίδια σε δύο διαδοχικές στιγμές. Συνεπώς, ένα πράγμα μπορεί να είναι σωστό αυτήν τη στιγμή και μπορεί να μην είναι σωστό την επόμενη.

Τότε τι μπορούμε να κάνουμε; Το μόνο που μπορούμε είναι να κάνουμε τους ανθρώπους τόσο συνειδητοποιημένους, που αυτοί οι ίδιοι να μπορούν να αποφασίζουν πως θα ανταποκριθούν στη ζωή που αλλάζει.

Η ζωή είναι δυναμική. Δεν μπορείς να προετοιμάζεσαι γι’ αυτήν, δεν μπορείς να είσαι έτοιμος για αυτήν. Αυτή είναι η ομορφιά της, αυτό είναι το θαύμα της, πως πάντα σε αιφνιδιάζει, πάντα σε εκπλήσσει. Αν έχεις μάτια, θα δεις ότι κάθε στιγμή είναι μια έκπληξη και καμία έτοιμη απάντηση δεν έχει ποτέ εφαρμογή.

Πάρε όλα τα ρίσκα που πρέπει για να είσαι μια μοναδική προσωπικότητα και δέξου τις προκλήσεις, ώστε να μπορέσουν να σε ακονίσουν, να μπορέσουν να σου δώσουν μεγαλοπρέπεια και ευφυϊα.

Η αλήθεια δεν είναι μια πεποίθηση, είναι η απόλυτη ευφυΐα. Είναι μια αναζωπύρωση των κρυμμένων πηγών της ζωής σου, είναι μια διαφωτιστική βίωση της συνειδητότητάς σου. Αλλά θα πρέπει να δώσεις τον σωστό χώρο για να συμβεί. Και ο σωστός χώρος είναι το να δεχτείς τον εαυτό σου όπως είναι. Μην αρνείσαι τίποτε, μην διχάζεσαι, μην νιώθεις ένοχος.

Αίτιο και αποτέλεσμα συνδέονται, δεν μπορεί να υπάρξει κανενός είδους απόσταση. Αν το καταλάβεις, μπορεί να συμβεί αυτήν ακριβώς τη στιγμή. Γιατί αυτήν ακριβώς τη στιγμή μπορείς να δεις ότι δεν υπάρχει δυστυχία, οδύνη.

Είσαι σιωπηλός, μπροστά στην πόρτα του τίποτα. Ένα βήμα πιο μέσα και θα έχεις βρει τον μεγαλύτερο θησαυρό που σε περίμενε εδώ και χιλιάδες ζωές.

Ενσυναίσθηση είναι η ικανότητα να βλέπουμε τον κόσμο μέσα από τα μάτια των άλλων

Πόσο συχνά λειτουργούμε με ενσυναίσθηση και αφήνουμε τα σημαντικά πρόσωπα της ζωής μας να μπορούν να εκφράσουν ελεύθερα τα συναισθήματα, τις στάσεις και τις απόψεις τους χωρίς να νιώθουν ότι βάλλονται, ότι κατευθύνονται ή ελέγχονται;

Η ενσυναίσθηση δεν είναι μόνο μία πολύ όμορφη δεξιότητα επικοινωνίας, μοιράσματος και επαφής άλλα θα μπορούσε να αποτελεί και μία βαθιά στάση ζωής που έχει να κάνει με το πώς επιλέγω να στέκομαι, να σκέφτομαι, να δρω, να επικοινωνώ και να υπάρχω. Μία δεξιότητα που καλλιεργεί την βαθιά εμπιστοσύνη και αποδοχή μέσα μας, κάτι που βελτιώνει την ποιότητα της επαφής με τους γύρω μας.

Τι σημαίνει αυτή η έννοια;

Ο όρος της ενσυναίσθησης εισήχθη αρχικά από τον εκφραστή της προσωποκεντρικής προσέγγισης τον Carl Roger το 1951 και εφαρμόστηκε κυρίως στο εκπαιδευτικό και ψυχοθεραπευτικό πλαίσιο με πολύ θετικά αποτελέσματα στην ενίσχυση των δυνατοτήτων του ατόμου προς την αυτοπραγμάτωσή του και την θεραπευτική αλλαγή. Το ερώτημα είναι αν μπορεί η ενσυναίσθηση να εφαρμοστεί και στην καθημερινή ζωή με τα ίδια επιτυχή αποτελέσματα.

Η ενσυναίσθηση στην καθημερινή ζωή μεταφράζεται σαν την τέχνη του να μπορείς για λίγο να αφήνεις τον δικό σου κόσμο και να εισέρχεσαι στα θέλω, τις ανάγκες και τα συναισθήματα των άλλων, βλέποντας μέσα από τα δικά τους μάτια. Να κάνεις δηλαδή αληθινό χώρο στον άλλο να ακουστεί, να εκφραστεί και να υπάρχει με τον τρόπο που εκείνος επιθυμεί και αποφασίζει.

Η ενσυναίσθηση αποτελεί ένα δρόμο βαθειάς ενεργητικής ακρόασης, συνδιαλλαγής και αλληλεπίδρασης με τον έξω κόσμο. Εμπεριέχει την βαθιά άνευ όρων αποδοχή της διαφορετικότητας του άλλου, την μη κριτική στάση που απορρέει από την αναγνώριση της αξίας του άλλου ως πρόσωπο και της δυνατότητάς του να δρα, να σκέφτεται και να αποφασίζει με τον τρόπο που εκείνος επιθυμεί. Μπορεί να φαίνεται απλό αλλά δεν είναι και αρκεί μία δοκιμή για να σε πείσει πως αυτή η διαδικασία απαιτεί πολλές φορές μια βαθιά αναμέτρηση με τον ίδιο τον εαυτό.

Εσύ έχεις ενσυναίσθηση;

Αναλογίσου πόσο συχνά στην καθημερινότητα θέλεις να επιβάλλεις τα θέλω σου και να ορίσεις στους άλλους πώς θα πρέπει να δρουν, να σκέφτονται, να ενεργούν και να αισθάνονται. Κάποιες φορές όταν οι άλλοι μιλούν μπορεί να σου συμβαίνει να δείχνεις ότι ακούς αλλά στην πραγματικότητα απλά να σκέφτεσαι τι θα απαντήσεις, όχι με την διάθεση πραγματικά να τους κατανοήσεις και να τους αφουγκραστείς αλλά με την διάθεση να τους διορθώσεις, να τους ελέγξεις, να τους δείξεις πως κάνουν λάθος ή να τους επιλύσεις εσύ το πρόβλημα.

Κάποιες μάλιστα φορές εξαιτίας αυτού μπορεί να σου συμβαίνει να τους διακόπτεις βίαια γιατί δεν αντέχεις να ακούς κάτι που δεν συνάδει με τις δικές σου θέσεις, να γίνεσαι επικριτικός μαζί τους, να υψώνεις τον τόνο της φωνής σου, να νιώθεις αρνητικά συναισθήματα που μπορεί στην χειρότερη μορφή τους να καταλήξουν σε ακραίες συναισθηματικές εκδηλώσεις και ενέργειες.

Αν θυμηθείς τις σημαντικές σχέσεις στην ζωή σου, στην οικογένεια, στο σχολείο, στην εργασία θα δεις πως κάποιες φορές φαντάζει δύσκολο να παραμερίσεις την δική σου θέση, την υπεράσπιση της δικής σου γνώμης, την έντονη ανάγκη να ακουστείς, την ανάγκη να κατευθύνεις, να διορθώσεις, να ελέγξεις, να νιώσεις ότι υπερτερείς έναντι των άλλων.

Πόσο συχνά αφήνουμε τα σημαντικά πρόσωπα της ζωής μας να μπορούν να εκφράσουν ελεύθερα τα συναισθήματα, τις στάσεις και τις απόψεις τους χωρίς να νιώθουν ότι βάλλονται, ότι κατευθύνονται ή ελέγχονται; Πόσο συχνά μας το επέτρεψαν οι σημαντικοί άλλοι σε μάς να το κάνουμε; Πόσο συχνά τους δίνουμε και μας δίνουν το δικαίωμα να αποφασίσουμε οι ίδιοι τον τρόπο που επιθυμούμε να ζούμε, να αποφασίζουμε, να δρούμε και να υπάρχουμε;

Τι μας εμποδίζει να δρούμε στις σχέσεις μας με ενσυναίσθηση;

Συχνά οι άνθρωποι που αλληλοεπιδρούμε τείνουν να έχουν πολλές αντιθέσεις με εμάς στον τρόπο που σκέφτονται, αισθάνονται, συμπεριφέρονται, καθώς και στον τρόπο που εκλαμβάνουν και νοηματοδοτούν την πραγματικότητά τους. Οι άνθρωποι τείνουν επίσης πολλές φορές να βλέπουν ανεπάρκειες στους άλλους και να μην αντιλαμβάνονται ή να αγνοούν πλήρως τις δικές τους.

Οι ανεπάρκειες των άλλων συχνά καταπιέζουν τις δικές μας ανάγκες για αγάπη, αποδοχή, ασφάλεια κ.α. Η καταπίεση των βαθύτερων αναγκών μας, επιθυμιών και προσδοκιών μας από τους άλλους μπορεί να επιφέρει βαθιά ρήξη στις σχέσεις μας μαζί τους. Αυτό συμβαίνει γιατί η καταπίεση των αναγκών δημιουργεί μέσα μας συχνά αρνητικά συναισθήματα και σκέψεις που είναι δύσκολο να διαχειριστούμε με αποτέλεσμα να τα εκφράζουμε πολλές φορές με έναν εκρηκτικό και μη αποτελεσματικό τρόπο.

Έτσι η αλληλεπίδραση πολλές φορές μπορεί να γίνεται δύσκολη και η μη υγιής σύγκρουση και επικοινωνία πολλές φορές να εμφανίζεται. Αν το δεις πιο προσεκτικά θα αντιληφθείς πως αυτή η συνεχής στάση σταδιακά ολοένα και δυσχεραίνει τις σχέσεις και την αληθινή ανθρώπινη επικοινωνία και επαφή με αποτέλεσμα να απομακρύνει αντί να ενώνει. Μέσα σε ένα τέτοιο πλαίσιο πως να χωρέσει μια ενσυναισθαντική στάση ζωής;

Η ενσυναίσθηση περνά μέσα από τον δρόμο της αυτογνωσίας

Η αληθινή ενσυναίσθηση στην καθημερινή ζωή είναι ένας δρόμος δύσκολος, συνεχής και με σκαμπανεβάσματα, είναι προορισμός και όχι δεδομένη κατάσταση. Είναι ένας δρόμος που επιτυγχάνεται σταδιακά μέσα από την διαρκή αναμέτρηση και κατανόηση του ίδιου του εαυτού. Η ενσυναίσθηση προς τους άλλους πηγάζει πρώτα από την καλλιέργεια της ικανότητας να ακούμε, να αφουγκραζόμαστε και να αποδεχόμαστε τον ίδιο μας τον εαυτό, όχι ως τελειότητα αλλά ως όντα με ανεπάρκειες και προτερήματα.

Ενσυναίσθηση στις καθημερινές μας επαφές σημαίνει όχι μόνο την δυνατότητα να ακούμε, αλλά την ικανότητα να αφουγκραζόμαστε πότε πρέπει να μιλήσουμε, πότε να σιωπήσουμε και τον τρόπο επικοινωνίας που πρέπει να υιοθετήσουμε προκειμένου να γίνουμε πιο πλούσιοι μέσα από την διαφορετικότητα των άλλων, να βιώσουμε την σχέση και επαφή μας με τους άλλους, να μάθουμε και όχι να διδάξουμε, να ανοίξουμε μέσα από την επικοινωνία και όχι να κλείσουμε στον άκαμπτο κόσμο μας.

Τότε μόνο ίσως μπορούμε καλύτερα να χωρέσουμε και να αποδεχτούμε με ενσυναίσθηση τους άλλους ως ολότητα στην ζωή μας, τότε μόνο μπορούμε να παραμερίσουμε το εγώ στο εσύ και οι σχέσεις μας να γίνουν πιο ουσιαστικές, βαθιές και με νόημα.

Δικαίωμα της Προσωπικότητας

Η τάξη που διέπει την κοινωνική ζωή δεν είναι παρά η επιφάνεια. Στην πραγματικότητα στα βάθη της μαίνεται πόλεμος, ένας πόλεμος που τα κίνητρά του δεν διαφέρουν σε τίποτα από εκείνα που οπλίζουν τα χέρια των λαών. Ο κάθε άνθρωπος έρχεται στη ζωή για να εξυπηρετήσει αποκλειστικά και μόνο τα δικά του συμφέροντα και τα δικά του πάθη, στο όνομα της φύσης του, η έκφραση της οποίας αποκαλείται Δικαίωμα της Προσωπικότητας. Το δικαίωμα αυτό, έτσι όπως εκφράζεται σε κάθε εποχή, καθορίζει τόσο τους κανόνες της μάχης όσο και τα όπλα που επιτρέπεται να χρησιμοποιηθούν.

Προκύπτει ένας ολόκληρος κόσμος από στρατηγικές, ίντριγκες και τεχνάσματα, μια ολόκληρη τέχνη επίθεσης και άμυνας, μια ολόκληρη στρατηγική, πού, με παραλλαγές, ισχύει σε κάθε εποχή και σε κάθε τόπο. Η μάχη δίνεται άνθρωπο με άνθρωπο, κοινωνική τάξη σε κοινωνική τάξη. Και πάνω από τη μάχη αυτή υπερίπταται ως όραμα η ανεξάντλητη έννοια της Φιλοδοξίας, κύρια σημεία της οποίας είναι η Εξουσία, η Ισχύς, η Κοινωνική θέση, το Χρήμα και η Δόξα.

Αυτό δεν αποτελεί φαινόμενο της εποχής μας. Έτσι γινόταν πάντα. Η διαφορά είναι πως οι σύγχρονες κοινωνίες διεξάγουν τη μάχη κάτω από συνθήκες ιδιαίτερα ασαφείς. Δεν υπάρχει κάποια αυστηρή ταξική διάκριση που να περιορίζει τις δραστηριότητες του καθενός σε μια συγκεκριμένη σφαίρα. Ολόκληρη η κοινωνική μάζα καλείται να μπει στην αρένα με αιχμή του δόρατος την προσωπική πρωτοβουλία. Τίποτα δεν μπορεί πλέον να σταθεί εμπόδιο στο μέλλον ακόμα και του πιο ταπεινού ανθρώπου, αν αυτός έχει γεννηθεί με το μικρόβιο της Φιλοδοξίας.

• Πώς είναι λοιπόν δυνατόν να διατηρηθεί η ισορροπία κάτω από αυτές τις συνθήκες;

Ποιος μπορεί να κάνει τις μάζες να ανεχθούν το ζυγό της δουλείας και της φτώχειας; Οι θρησκευτικές πεποιθήσεις; Η φιλοσοφία; Η αγάπη για τον ηγέτη ή η αγάπη για την πατρίδα; Οι ερωτήσεις αυτές μένουν αναπάντητες. ‘Η τάχα ο φόβος των νόμων;

Πόσοι είναι οι άνθρωποι που η κοινωνία ευνοεί σε σχέση με τα εκατομμύρια αυτών που στην ουσία περιφρονεί; Μα απλώς ένα μικρό τρέμουλο να πιάσει όλους τους αδικημένους, θα γεμίσει μονομιάς με ερείπια η Οικουμένη.

Ο ήλιος και το Ηλιακό σύστημα ταξιδεύουν μέσα σε μία μαγνητική σήραγγα στο Διάστημα

Ένα από τα μεγαλύτερα ερωτήματα που υπήρξαν ποτέ αφορούν το κατά πόσο ο πλανήτης μας είναι μόνος του στο διάστημα.

Ο Ήλιος και το Ηλιακό Σύστημα ταξιδεύουν μέσα σε μία μαγνητική σήραγγα στο Διάστημα, όπως προκύπτει από έρευνα Καναδών αστροφυσικών.

Mελέτη επιστημόνων του Πανεπιστημίου του Τορόντο, προδημοσίευση της οποίας βλέπει το φως στην επιθεώρηση «Αστροφυσική», εξηγεί το φαινόμενο ρίχνοντας φως σε δύο ουράνιες δομές που μοιάζουν με σχοινί στον Γαλαξία μας.

Η επικεφαλής της μελέτης, Δρ. Τζένιφερ Γουέστ, εξηγεί ότι αν μπορούσαμε να κοιτάξουμε στον ουρανό χωρίς τηλεσκόπιο, θα βλέπαμε μία σήραγγα ινών που μοιάζουν με σχοινιά από ραδιοκύματα. Αυτή η δομή θα είχε μήκος περίπου 1.000 ετών φωτός.

Για την αστροφυσικό Τζένιφερ Γουέστ, η Γη όπως και το ηλιακό μας σύστημα είναι «περικυκλωμένα» από μία δομή που μοιάζει με τούνελ από μαγνητικά νήματα που είναι αόρατα, λέει η Καναδή Γουέστ.

«Αν μπορούσαμε να δούμε τα ραδιοκύματα, θα βλέπαμε αυτό το φωτεινό υλικό να εκτείνεται σε όλο τον ουρανό σε διάφορες κατευθύνσεις. Μια έκρηξη ραδιοκυμάτων στον Γαλαξία μας δίνει μία εικόνα για τις μυστηριώδεις "γρήγορες ραδιοεκρήξεις"», προσθέτει.

Τα πορίσματα της 15ετούς μελέτης της Γουέστ βλέπουν το φως της δημοσιότητας με την ομάδα της να επισημαίνει ότι, δύο τεράστιες και μυστηριώδεις φωτεινές δομές που είναι ορατές μόνο μέσω τηλεσκοπίων- οι «North Polar Spur« και «Fan Region»- θα έπρεπε να αναλυθούν ως μία δομή.

«Οι αστρονόμοι έχουν από καιρό προβληματιστεί για το τι είναι αυτές οι δομές», επισημαίνει η Καναδή ερευνήτρια στον ιστότοπο «Vice».

«Αν τα μάτια μας μπορούσαν να δουν το φως ραδιοκυμάτων, θα έβλεπαν να γεμίζουν το μεγαλύτερο μέρος του ουρανού», προσθέτει.

Από τότε που εντοπίστηκαν οι δύο δομές, δηλαδή τα τελευταία 60 χρόνια, οι επιστήμονες προσπαθούν να τις αποκωδικοποιήσουν.

Όμως, η έρευνα της Καναδής αστρονόμου τις αντιμετώπισε ως μέρος της ίδιας δομής καταλήγοντας στο συμπέρασμα ότι ο πλανήτης μας ταξιδεύει μέσα σε ένα μαγνητικό τούνελ.

Ας φρόντιζαν…

Ας φρόντιζαν… Είναι ο τίτλος ποιήματος του Καβάφη που γράφτηκε το 1930 και περιγράφει την παρακμιακή σχέση συνενοχής κυβερνήτη και κυβερνωμένου. Ο πολίτης ενστερνίζεται την πολιτική σήψη, ενώ παράλληλα απαιτεί να ενσωματωθεί στο σύστημα για να απολαύσει κι αυτός όσα πιστεύει ότι δικαιούται.

Η αποδοχή του πολιτικού μιθριδατισμού και η μοιρολατρία δεν έχει εκλείψει και βασικό εργαλείο για την επιβολή της είναι η λεξιπενία. Η γλώσσα είναι ο διαμεσολαβητής των σκέψεων με την πραγματικότητα. Ως εκ τούτου, η φτωχή γλώσσα δεν προάγει την κριτική σκέψη και οδηγεί σε παραίτηση και μη συμμετοχή στα κοινά.

Σήμερα, όπως επισημαίνει ο Ζαν Πολ Φιτουσί, πέρα από τη γλωσσική ένδεια, η πολιτική ορολογία έχει εξελιχτεί σε μια ακατανόητη ασαφής καινούρια γλώσσα που τα μέσα ενημέρωσης αναπαράγουν συνεχώς. Αυτή η επαναληπτικότητα συνοδεύεται από μαθηματική/λογιστική τεκμηρίωση, γεγονός που οδηγεί στην νομιμοποίηση των κυβερνητικών αποφάσεων για αδήριτες “διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις”, οι οποίες κατ’ ουσία σημαίνουν το τέλος του κοινωνικού κράτους.

Οι πολίτες αδύναμοι να κατανοήσουν τι σημαίνουν όσα ακούν να επαναλαμβάνονται πλαισιωμένα με τα αριθμητικά μεγέθη, οδηγούνται στην υιοθέτηση των κανόνων της πολιτικής ορθότητας. Αποδέχονται τις κυβερνητικές επιταγές πιο εύκολα και αφήνουν τη ζωή τους στα χέρια αυτών που κυβερνούν, επειδή αυτοί που κυβερνούν έχουν την απαραίτητη γνώση για να επιλύσουν τα προβλήματα και να βγάλουν την κοινωνία από κάθε κρίση.

Το σύνδρομο αυτό ενισχύεται και η πολιτισμική φτώχεια καθηλώνει τον πολίτη και τον καθιστά αμέτοχο και υποταγμένο, τον οδηγεί να δυσπιστεί απέναντι στην ίδια τη δημοκρατία και να αντιμετωπίζει τη διακυβέρνηση ως ένα σύστημα εξυπηρετήσεων και συναλλαγών για λίγους προνομιούχους. Σε αυτή τη συνθήκη, οι άνθρωποι είτε προσπαθούν να παρεισφρέουν στο σύστημα, είτε αντιλαμβάνονται τον εαυτό τους αδύναμο και λειτουργούν ως μονάδες που επικεντρώνονται στη δική τους καθημερινότητα. Επομένως οποιαδήποτε απαίτηση για συλλογική προσπάθεια όχι μόνο είναι άστοχη, αλλά δημιουργεί μια συγκρουσιακή σχέση με το κράτος αφού παραμένουν άλυτα βασικά κοινωνικά ζητήματα (ανεργία, εργασιακή εκμετάλλευση, κοινωνικοί αποκλεισμοί κλπ.).

Η φράση του Βιντγκενστάιν “τα όρια της γλώσσας μου είναι τα όρια του κόσμου μου”, αποτυπώνει την αξία της γλώσσας στη λειτουργία της σκέψης. Η γλώσσα είναι το μέσο για την επικοινωνία όχι μόνο με τον κοινωνικό περίγυρο, αλλά και με τον εαυτό μας. Η γλώσσα βοηθά να επεξεργαστούμε τις ιδέες μας. Όπως ανέφερε ο Τόνι Τζαντ, ο λόγος αποτελεί δημόσιο χώρο και οφείλουμε να τον διατηρούμε. “Αν τα λόγια ρημάξουν, τι θα τα αντικαταστήσει; Είναι το μόνο που έχουμε”, τονίζει.

Ο περιορισμός της γλώσσας οδηγεί σε περιορισμό της σκέψης και η μονόπλευρη σκέψη κάμπτει τις αντιστάσεις και παράγει ανοχή και ανεκτικότητα στη μοίρα και το κατεστημένο. Γυρνώντας πίσω στον χρόνο, συναντάμε έναν κορυφαίο αρχιτέκτονα της πολιτικής αυτής, τον Γκέμπελς, ο οποίος στόχευε στη γλωσσική ένδεια, ώστε οι άνθρωποι να είναι ανίκανοι να σκεφτούν με διαφορετικό τρόπο πέρα από αυτόν που τους επέβαλλε το καθεστώς. Αφού δεν υπάρχουν λόγια να πεις αυτό που σκέφτεσαι, με ποιον τρόπο να εκφραστείς; Και ναι, αυτό είναι βία!