Κυριακή 19 Ιανουαρίου 2020

Απλά μαθήματα πολιτικής οικονομίας για αρχάριους

ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟΣ: Έχεις 2 αγελάδες και δίνεις τη μία στον γείτονά σου.

ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΜΟΣ: Έχεις 2 αγελάδες, η κυβέρνηση παίρνει και τις δύο και σου δίνει λίγο γάλα.

ΦΑΣΙΣΜΟΣ : Έχεις 2 αγελάδες, η κυβέρνηση παίρνει και τις δύο και σου πουλά λίγο γάλα.

ΝΑΖΙΣΜΟΣ : Έχεις 2 αγελάδες, η κυβέρνηση τις παίρνει και σε σκοτώνει κιόλας.

ΓΡΑΦΕΙΟΚΡΑΤΙΑ : Έχεις 2 αγελάδες, η κυβέρνηση παίρνει και τις 2, σκοτώνει τη μία, αρμέγει την άλλη και στο τέλος πετά το γάλα.

ΠΑΡΑΔΟΣΙΑΚΟΣ ΚΑΠΙΤΑΛΙΣΜΟΣ : Έχεις 2 αγελάδες, πουλάς τη μία, αγοράζεις ένα ταύρο, πολλαπλασιάζεις το κοπάδι και η οικονομία αναπτύσσεται ομαλά. Στη συνέχεια, πουλάς όλο το κοπάδι, γίνεσαι εισοδηματίας και ζεις καλύτερα.

ΑΜΕΡΙΚΑΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ: Έχεις 2 αγελάδες, πουλάς τη μία και αναγκάζεις την άλλη να παράγει το γάλα που αντιστοιχεί σε 4 αγελάδες. Αργότερα,  προσλαμβάνεις έναν εμπειρογνώμονα για να αναλύσει τους λόγους για τους οποίους η αγελάδα έπεσε νεκρή.

ΓΑΛΛΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ: Έχεις 2 αγελάδες και απεργείς επειδή θέλεις 3.

ΓΙΑΠΩΝΕΖΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ: Έχεις 2 αγελάδες και τις ανασχεδιάζεις έτσι ώστε να έχουν το 1/10 του μεγέθους τους και να παράγουν 20 φορές περισσότερο γάλα. Μετά σχεδιάζεις ένα έξυπνο καρτούν, το ονομάζεις COWKEMON και το πουλάς σε όλο τον κόσμο.

ΓΕΡΜΑΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ: Έχεις 2 αγελάδες και τις ανασχεδιάζεις έτσι ώστε να ζουν 100 χρόνια, να τρώνε μία φορά το μήνα και να αυτοαρμέγονται.

ΙΤΑΛΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ: Έχεις δύο αγελάδες αλλά δεν ξέρεις που είναι, έτσι  κάνεις διάλειμμα για φαγητό.

ΡΩΣΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ: Έχεις δύο αγελάδες, τις μετράς και μαθαίνεις ότι στην πραγματικότητα έχεις 5. Τις ξαναμετράς και μαθαίνεις ότι έχεις 42. Την τρίτη φορά μαθαίνεις ότι έχεις δύο ξανά. Μετά σταματάς να μετράς και ανοίγεις ακόμη ένα μπουκάλι βότκα.

ΚΙΝΕΖΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ: Έχεις δύο αγελάδες, 300 ανθρώπους να τις αρμέγουν, ισχυρίζεσαι ότι εξασφαλίζεις πλήρη απασχόληση και υψηλή παραγωγικότητα και συλλαμβάνεις τον δημοσιογράφο που ανακοινώνει τους παραπάνω αριθμούς.

ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ: Έχεις δύο αγελάδες, τις πουλάς όσο-όσο, με τα λίγα  χρήματα που σου δίνουν δίνεις προκαταβολή για να πάρεις αυτοκίνητο, το οποίο αποπληρώνεις σε 7.083 δόσεις.

ΙΝΔΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ: Έχεις δύο αγελάδες και απλά τις λατρεύεις.

ΒΡΕΤΑΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ: Έχεις δύο αγελάδες και είναι και οι δύο τρελές.

Ο ΚΟΣΜΟΣ ΤΟΥ ΗΣΙΟΔΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΟΜΗΡΟΥ

Ο προφανέστερος τρόπος με τον οποίο η έλευση της γραφής επηρεάζει τη δυνατότητα μελέτης της αρχαίας Ελλάδας είναι το ότι σε αυτή οφείλεται η επιβίωση εκτενών κειμένων. Τα πρωιμότερα τέτοια κείμενα μας παραδόθηκαν ουσιαστικά με τη μορφή που απέκτησαν γύρω στο 700 π.Χ. ή λίγο αργότερα, και είναι μακρά ποιητικά έργα: πρόκειται για τα έπη Ιλιάδα και Οδύσσεια που αποδίδονται στον Όμηρο και Θεογονία και Έργα και Ημέραι που αποδίδονται στον Ησίοδο. Κα­νένα από αυτά τα ποιητικά κείμενα δεν προσφέρει πολλά από άποψη άμεσης καταγραφής της ιστορίας του ελληνικού κόσμου, όλα τους όμως προϋποθέτουν ότι οι ακροατές τους έχουν ορισμένα ενδιαφέροντα και ορισμένες εμπειρίες. Και επειδή διατηρήθηκαν λίγο πολύ με τη μορφή που πήραν κατά τον πρώιμο 7ο αι. π.Χ., η επίδρασή τους στη διάπλαση του αρχαϊκού και κλασικού κόσμου ήταν πολύ ισχυρότερη και θεμε­λιώδης από την επίδραση που θα μπορούσε να έχει ασκήσει ποτέ οποιαδήποτε άλλη διαρκώς μεταβαλλόμενη παράδοση προφορικής ποίησης. Στο παρόν κεφάλαιο άρθρο θα ασχοληθώ με το τι μπορούμε και τι δεν μπο­ρούμε να μάθουμε για τον ελληνικό κόσμο του 700 π.Χ. από αυτά τα θεμελιώδους σημασίας ποιητικά έργα.

ΔΕΣ:

ΚΟΣΜΟΓΟΝΙΑ - ΘΕΟΓΟΝΙΑ (ΜΥΘΟΛΟΓΙΑ ΚΑΙ ΕΠΙΣΤΗΜΗ)

Οι απαρχές της κοσμολογίας

Η ΠΑΡΑΔΟΣΗ ΤΗΣ ΠΡΟΦΟΡΙΚΗΣ ΠΟΙΗΣΗΣ

Η ποιητική σύνθεση και η παράδοσή της στους μεταγενέστερους δεν απαιτεί γραφή. Ιδιόμορφες στερεότυπες εκφράσεις (λογότυποι) και με­τρικές παραδοχές των ομηρικών και των ησιόδειων έργων δείχνουν ότι αποτελούν το τελικό προϊόν μιας ποιητικής παράδοσης που, διανύοντας διαρκώς διάφορα στάδια προγενέστερης χρήσης της γλώσσας, φτάνει ασφαλώς πολύ πίσω στο παρελθόν, πιο πίσω από τον τελευταίο αιώνα της μυκηναϊκής Ελλάδας στον οποίο χρονολογούνται οι πινακίδες της Γραμμικής Β. Γλωσσολογικές και μετρικές ενδείξεις παρόμοιου είδους υποδηλώνουν ότι η ποιητική αυτή παράδοση δεν ήταν κοινό κτήμα όλης της Ελλάδας και ότι πριν μεταδοθεί στους Έλληνες της Μικράς Ασίας και στη συνέχεια επανεισαχθεί στην κυρίως Ελλάδα, ίσως μέσω Εύ­βοιας, ανήκε σε έναν κόσμο που είχε προγόνους στη Θεσσαλία και έπει­τα στη Λέσβο και στις άλλες αιολικές αποικίες της Μικράς Ασίας. Η παράδοση των ομηρικών επών δείχνει ότι γλωσσικά τα τελευταία επη­ρεάστηκαν από την Ιωνία λιγότερο από ό,τι η παράδοση των ησιόδειων επών, πράγμα που ίσως υποδηλώνει ότι η ποίηση του ησιόδειου είδους είχε ιστορία ελαφρώς μικρότερης διάρκειας.

Η χρήση λογοτύπων στην προφορική ποίηση και η ιστορική της σημασία

Η παράδοση της σύνθεσης προφορικών ποιημάτων σε δακτυλικό εξά­μετρο διατηρήθηκε επί χίλια και πλέον έτη όχι γιατί οι άνθρωποι απομνημόνευαν προγενέστερα ποιήματα, αλλά επειδή συνεχώς τα ανέπλα­θαν. Σύνθεση στα πλαίσια αυτής της παράδοσης σήμαινε επανειλημμέ­νη αφήγηση μύθων με τις ίδιες πάντα στερεότυπες εκφράσεις και περι­γραφές. Οι στερεότυπες εκφράσεις (λογότυποι) συχνά αποτελούν συν­δυασμό ενός ονόματος και ενός επιθέτου και εισάγουν χαρακτήρες ή καταστάσεις με τρόπο ώστε να ικανοποιούνται οι μετρικές απαιτήσεις μέρους ή ολόκληρου του εξάμετρου στίχου- οι στερεότυπες περιγραφές, οι οποίες μπορεί να επεκτείνονται σε κάμποσους στίχους, καλύπτουν συνηθισμένα γεγονότα - γιορτές, θυσίες, κ.λπ., και στην Ιλιάδα πολε­μικά επεισόδια, όπως είναι η προετοιμασία για τη μάχη και ο θάνατος. Στους λόγους του Οδυσσέα ο ποιητής προτάσσει πάντα τη στερεότυπη έκφραση «Τον δ’ απαμειβόμενος προσέφη πολύμητις Οδυσσεύς», και το χάραμα μιας νέας μέρας το αναγγέλλει με την έκφραση «Ήμος δ’ ηριγένεια φάνη ροδοδάκτυλος Ηώς». Αυτός ο τρόπος σύνθεσης ενός προ­φορικού ποιήματος, δηλαδή η χρήση στερεότυπων εκφράσεων, απαντά­ται ενίοτε και στη σύγχρονη προφορική ποίηση· επιτόπια επιστημονι­κή έρευνα στη Βοσνία, π.χ., απέδειξε ότι οι βόσνιοι ποιητές του προφο­ρικού λόγου μπορούν να αναπλάθουν ποιήματα, διατηρώντας τα θέμα­τα και παραλλάσσοντας ελαφρώς μόνο ορισμένες λεπτομέρειες, και ότι τα αναπλασμένα αυτά ποιήματα σε ορισμένες περιπτώσεις μπορεί να απέχουν μεταξύ τους ολόκληρες δεκαετίες.

Για τον ιστορικό, όπως επίσης και για τον φιλολογικό κριτικό, ένα βασικό ερώτημα είναι έως ποιο σημείο τέτοιες τεχνικές προφορικής ποιητικής σύνθεσης περιόριζαν τον ποιητή επιβάλλοντάς του απλώς την αναπαραγωγή ενός έργου που ουσιαστικά ήταν «το ίδιο» ποίημα ή τα «ίδια» πάντα ποιήματα. Οι λογότυποι της επικής ποίησης δείχνουν υψηλό βαθμό «οικονομίας», διότι με ένα συγκεκριμένο ουσιαστικό συν­δυάζονται συνήθως ένα δυο επίθετα σε μία συγκεκριμένη μετρική θέση, έτσι ώστε εάν το όνομα αυτό πρέπει να εμφανιστεί σε ένα συγκεκριμέ­νο μέρος του στίχου να συνδυάζεται υποχρεωτικά με αυτό το επίθετο. Ορισμένοι μελετητές συμπέραναν ότι έτσι οι δυνατότητες του ποιητή του προφορικού λόγου να πρωτοτυπήσει περιορίζονται αισθητά. Επίσης, θεωρήθηκε ότι στην πράξη η οικονομία που συνεπάγεται αυτή η επα­νάληψη καθιστά ορισμένα επίθετα άνευ νοήματος. Αλλά σε πρόσφατες εργασίες υπογραμμίζεται ότι ούτε τα ομηρικά ούτε τα ησιόδεια έπη αποτελούνται καθ’ ολοκληρίαν ή έστω και κατά κύριο λόγο από στε­ρεότυπες εκφράσεις και ότι και στα μεν και στα δε ο αριθμός των μο­ναδικών υπερτερεί κατά πολύ του αριθμού των επαναλαμβανόμενων στίχων επίσης είναι προφανές ότι οι στερεότυπες εκφράσεις μπορούν να χρησιμοποιηθούν ή και να τροποποιηθούν έτσι ώστε το αποτέλεσμα να είναι μοναδικό, πράγμα που αποδεικνύει ότι η θέση του λογότυπου στον στίχο δεν είναι το μοναδικό κριτήριο για την επιλογή του. Στα ομηρικά έπη, που μεγάλη τους έκταση καλύπτει ο ευθύς λόγος, δεν μι­λούν όλοι οι ομιλητές αδιακρίτως το επικό ιδίωμα, ο καθένας έχει το δικό του ξεχωριστό ύφος. Ο ποιητής του προφορικού λόγου έκτισε το έργο του χρησιμοποιώντας δομικά στοιχεία προκατασκευασμένα κατά τη διάρκεια πολλών γενεών, και αυτά τα δομικά στοιχεία κατέστησαν δυνατή τη δημιουργία ταυτόσημων σχεδόν ποιημάτων σε διαφορετικές περιπτώσεις· αυτό όμως δεν σημαίνει ότι οι ποιητικές δημιουργίες έπρεπε να είναι υποχρεωτικά ταυτόσημες σε όλες τις περιπτώσεις, πόσο μάλλον σε όλες τις γενεές.

Η Ελληνική γλώσσα μεταβλήθηκε με τον καιρό, αλλά συγκεκριμέ­νες στερεότυπες εκφράσεις εξασφάλισαν τη διατήρηση των γλωσσικών τύπων μιας δεδομένης εποχής σε όλες τις μετέπειτα γενεές που συνέ­χισαν να τις χρησιμοποιούν για να οικοδομήσουν τα ποιήματά τους. Με αποτέλεσμα τα ομηρικά και τα ησιόδεια έπη να αποκαλύπτουν όχι όλα αλλά πάντως ορισμένα από τα χαρακτηριστικά της γλώσσας καθώς και από τα θέματα προηγούμενων σταδίων της ποιητικής αυτής παράδο­σης. Έτσι είναι λογικό να θεωρούμε ότι ποιητικά έργα που οι απαρχές τους τοποθετούνται στα μέσα της δεύτερης χιλιετίας π.Χ. μιλούσαν για πόλεμο και θάνατο, ότι περιελάμβαναν ευθύ λόγο και παρομοιώσεις, ανάμεσα τους και παρομοιώσεις με λιοντάρια, και ότι μιλούσαν για τον Αίαντα τον Τελαμώνιο, για τον αδελφό του Τεύκρο και για τον Οδυσσέα. Για την επική Τροία το μόνο που μπορεί να αποδειχτεί είναι ότι είναι λίγο μεταγενέστερη, ότι εμφανίζεται κατά την «αιολική» φάση και ίσως σε μία στιγμή που δεν απέχει πολύ από το 1200 π.Χ. περίπου, δηλαδή από τη χρονολογία καταστροφής της γνωστής ως Τροία Vila πόλης της Εποχής του Χαλκού. Την ίδια εποχή εισάγονται στο έπος ο Νέστωρ, ο Αίας ο Λοκρός και πιθανόν επίσης ο Αχιλλέας και ο Αγα­μέμνων, ακόμη και ο Θερσίτης. Αλλά αποδεικνύοντας ότι συγκεκριμέ­να γενικά θέματα και συγκεκριμένα πρόσωπα ή αντικείμενα ήταν διαρκώς παρόντα στην ποιητική παράδοση από ένα χρονικό σημείο και μετά, δεν σημαίνει πως αποδεικνύουμε ότι οι μύθοι που λέγονταν ήταν αμε­τάβλητοι: τα δομικά στοιχεία ήταν δεδομένα, προϋπήρχαν, αλλά δεν υπαγόρευαν την αφήγηση του μύθου, απλώς την καθιστούσαν δυνατή.

Ο υλικός κόσμος που περιγράφεται στα ομηρικά έπη είναι παράλ­ληλος με τον γλωσσικό. Όπως υπάρχουν γλωσσικά φαινόμενα της Επο­χής του Χαλκού που επιζούν στα έπη, επειδή επιτελούν μια χρήσιμη λειτουργία και ίσως επειδή ο ποιητής και το κοινό του θεωρούν τις αρχαϊκές αποχρώσεις τους ως συστατικό στοιχείο εκ των ων ουκ άνευ ενός επικού έργου, έτσι περιγράφονται και αντικείμενα που είναι σχε­δόν απολύτως βέβαιο ότι είναι κειμήλια της Εποχής του Χαλκού, τα οποία δεν υπήρχαν πλέον τον 8ο αι. π.Χ. Αντικείμενα όπως το αργυρόηλον ξίφος (Ιλιάδα Β' 45 κ.λπ.), το σάκος ηύτε πύργον που πάντα φέρει ο Αίας ο Τελαμώνιος (Ιλιάδα Η' 219, Λ' 484, Ρ' 128), η κυνέη ρινού ποιη­τήν (Ιλιάδα Λ' 261-5), φαίνεται πως ανάγονται όλα στη μυκηναϊκή, εάν όχι σε προγενέστερη εποχή (Κείμενο 13). Ορισμένα μπορεί να ήταν φο­ρείς συγκεκριμένων επεισοδίων και να διατηρήθηκαν ακριβώς μέσω της επαναχρησιμοποίησης αυτών των επεισοδίων αλλά, όπως και η παρου­σία ορισμένων γλωσσικών στοιχείων της Εποχής του Χαλκού, δεν ση­μαίνει ότι τα έπη αναπαράγουν απλώς τη γλώσσα της Εποχής του Χαλ­κού και πολύ περισσότερο ότι αντιγράφουν τα ενδιαφέροντα της, έτσι και η παρουσία αντικειμένων της Εποχής του Χαλκού δεν μεταμορ­φώνει τον υλικό κόσμο της εποχής που διαμορφώθηκαν σε κόσμο της Εποχής του Χαλκού.

Ο ΚΟΣΜΟΣ ΤΟΥ ΗΣΙΟΔΟΥ

Από τα διάφορα ποιητικά έργα που στην αρχαιότητα αποδίδονταν στον Ησίοδο και από τα οποία άλλα σώζονται και άλλα έχουν απωλεσθεί, δύο έχουν ιδιαίτερη σπουδαιότητα: τα έπη Θεογονία και Έργα και Ημέραι. Και τα δύο από τυπική άποψη είναι ύμνοι (η Θεογονία ύμνος στις Μούσες και το Έργα και Ημέραι στον Δία) και ίσως είναι σωστό να φανταζόμαστε ότι το αρχικό περιβάλλον διδασκαλίας των ποιημά­των αυτών ήταν θρησκευτικές τελετές, αν και ο Ησίοδος (Έργα και Ημέραι 653-9) αναφέρει ρητά ότι συμμετείχε στους επικήδειους αγώ­νες του Αμφιδάμαντος στη Χαλκίδα, όπου ορισμένοι μελετητές θεω­ρούν ότι έψαλε τη Θεογονία.

Ο κόσμος της Θεογονίας

Μετά από μία εισαγωγή, στην οποία μιλά για τις Μούσες που έργο τους είναι να τραγουδούν όλους τους θεούς και που έμαθαν στον Ησίοδο το τραγούδι τους όταν κάποτε βοσκούσε τα πρόβατά του κάτω από τον ιερό Ελικώνα, και μετά από έναν σύντομο ύμνο στις Μούσες, η Θεο­γονία εξιστορεί τη δημιουργία του κόσμου, τη γέννηση των θεών, την πάλη τους για τη διαδοχή και τη μάχη ανάμεσα στους θεούς και τους τιτάνες. Για τον ιστορικό τρία είναι τα πράγματα που ενδιαφέρουν στο ποίημα αυτό: 1) το ότι προσπαθεί να κατανοήσει τον κόσμο ως εύρυθμη δημιουργία, ως τόπο στον οποίο μπορεί να υπάρξει νόημα, 2) το ότι εκ­θέτει παραδείγματα ηθικής και ανήθικης, δίκαιης και άδικης συμπερι­φοράς και 3) το ότι παρουσιάζει μία παράδοση θεώρησης των θεών, η οποία, αν και όχι ασύμβατη προς την εικόνα των θεών στα ομηρικά έπη, εντούτοις είναι εντελώς διαφορετική από ό,τι στην Ιλιάδα και την Οδύσσεια.

Στην κοσμογονία της Θεογονίας μέσα από το Χάος γεννιούνται πρώτα η Γαία, ο Τάρταρος και ο Έρως. Στη συνέχεια γεννιούνται ο Ουρανός και ο Ωκεανός και όλα τα νερά. Θεοί, γίγαντες και άλλα τέ­ρατα γεννιούνται από την ένωση της Γαίας με τον Ουρανό, και η ιστο­ρία του κόσμου είναι η ιστορία του αγώνα κυριαρχίας ανάμεσα σε αυτά τα όντα και εξημέρωσης του άγριου, ώστε να γεννηθεί ένας κόσμος όπου θεοί και θνητοί να μπορούν να ζουν έχοντας σχέση σταθερή, αν και άνιση. Ο Ησίοδος παραθέτει διάφορους καταλόγους ονομάτων θεών και όντων που δεν είναι ανθρώπινα δημιουργώντας έτσι έναν τόπο στην τάξη των πραγμάτων για όντα που πρωταγωνιστούν σε ορισμένους μύθους.

Ο πιο προφανής τρόπος με τον οποίο η Θεογονία καθιερώνει τη σχέ­ση ανάμεσα στους θνητούς και τους αθανάτους είναι ο μύθος του Προ­μηθέα (που το όνομά του από το προμηθέομαι σημαίνει αυτός που σκέ­φτεται εκ των προτέρων, που προνοεί) και της δημιουργίας της γυναί­κας. Ο Προμηθέας είναι ένας από τους τέσσερις γιους του τιτάνος Ιαπετού, γιου της Γαίας και του Ουρανού και μεγαλύτερου αδελφού του Κρόνου. Αδελφοί του Προμηθέα είναι ο Άτλας, που αναγκάζεται να χρησιμοποιήσει τη δύναμή του για να κρατά τον Ουρανό, ο Μενοίτιος, χαρακτήρας βίαιος που χαίρεται υπερβολικά τη ρώμη και την ανδρειο- σύνη του και που εναντίον του αναγκάζεται ο Δίας να χρησιμοποιήσει τον κεραυνό του, και ο Επιμηθεύς (από το επιμηθέομαι, αυτός που σκέ­φτεται ή εννοεί εκ των υστέρων) που είναι παράφρων. Ο ίδιος ο Προ­μηθέας είναι δόλιος και πανούργος και ο Δίας τον τιμωρεί, γιατί όταν κάποτε ήταν να πάρουν οι θνητοί και οι θεοί τα μερτικά τους από ένα θυσιασμένο βόδι, ο Προμηθέας το μοίρασε άνισα εξαπατώντας τον Δία: στους θεούς έδωσε τα κόκκαλα σκεπασμένα με λίπος και στους αν­θρώπους το κρέας. Έτσι ο Ησίοδος εξηγεί και το έθιμο να καίνε πάνω στους βωμούς μόνο τα οστά και το λίπος των θυσιασμένων ζώων. Ο Δίας εκδικείται στερώντας από τους ανθρώπους τη φωτιά. Αλλά ο Προ­μηθέας την κλέβει, την παίρνει κρυφά μέσα σε κουφόξυλο («εν κοίλω νάρθηκι») και τη δίνει στους ανθρώπους. Τότε ο Δίας όχι μόνο τιμω­ρεί τον Προμηθέα αλλά βάζει τον Ήφαιστο και φτιάχνει το ομοίωμα μιας γυναίκας, της Πανδώρας, «που ’ναι άπειρα τα κάλλη της και τα κακά που φέρνει». Η παρουσία της στη γη καταδικάζει τους άνδρες είτε να μοχθούν για να συντηρούν γυναίκες και παιδιά είτε να μην έχουν καμία υποστήριξη και φροντίδα στα γερατειά τους. Πρόκειται για μια μελαγχολική θεώρηση του κόσμου διαπνεόμενη από μισογυνισμό, αλλά η σχέση ανάμεσα στους θεούς και τους θνητούς είναι λογική και κα­νονική, δεν είναι ούτε τυχαία ούτε αυθαίρετη. Το κρέας και η φωτιά θεωρούνται δώρα που ανυψώνουν τους ανθρώπους στη θέση των θεών και για τα οποία πληρώνουν με τον μόχθο τους για να στηρίξουν το οικογενειακό οικοδόμημα που τους διακρίνει από τα ζώα.

Η λογική ότι ο κόσμος των θεών είναι ένας κόσμος που τον κυβερνά βασικά η δικαιοσύνη εκφράζεται εναργέστατα στο χωρίο όπου ο Ησίο­δος αφηγείται την πάλη ανάμεσα στους θεούς και τους τιτάνες. Οι τιτά­νες παρουσιάζονται ως ανηλεείς πολέμιοι του Δία εξ αρχής- ο περιορι­σμός τους στα Τάρταρα, στην κατοικία της Νύκτας, του Ύπνου, του Θανάτου και του Άδη, και στον τόπο της στυγερής Στυγός, της κόρης του Ωκεανού που με το άφθιτον ύδωρ της κρατά τους Ολυμπίους μακριά από τα ψέματα (Θεογονία 775-806), είναι το προανάκρουσμα της επικεί­μενης κοσμοκρατορίας του Δία, της κυριαρχίας του σε έναν κόσμο όπου στους θεούς έχουν δοθεί διαφορετικοί ρόλοι και στον οποίο ο Δίας ζευ­γαρώνει με τη Θέμιδα και γεννά την Ειρήνη, τη Δίκη και την Ευνομία. Η εξουσία του Δία εγγυάται ότι θα επικρατήσει μάλλον το καλό παρά το κακό, ενώ η σοφία και η δικαιοσύνη των βασιλέων των ανθρώπων είναι έργο των Μουσών, θυγατέρων του Δία (Θεογονία 80-93).

Η λογική της θείας δίκης που διαπνέει τη Θεογονία έχει πολλά κοινά με τη λογική που διαπνέει την Ιλιάδα και την Οδύσσεια. Και στα τρία έπη οι θεοί πειράζουν το ανθρώπινο γένος, είναι ικανοί να ξεγε­λούν τους ανθρώπους και να παίρνουν αποφάσεις αμφίβολης ηθικής (ξακουστό παράδειγμα ο Ποσειδώνας που στην Οδύσσεια (Ν' 159-87) μεταμορφώνει σε βράχο το καράβι των Φαιάκων που φέρνει πίσω στην πατρίδα του τον Οδυσσέα). Αλλά παρά το γεγονός ότι ο Ησίοδος κι­νείται στα πλαίσια μιας παράδοσης που έχει πολλά κοινά με την πα­ράδοση μέσα στην οποία κινείται η Ιλιάδα και η Οδύσσεια, η κοσμο­γονία του αξιοποιεί μια εντελώς άλλη περιοχή του μύθου.

Τα θέματα που απασχολούν τη Θεογονία, η κοσμογονία, η πάλη των θεών για την κυριαρχία στον ουρανό και οι συγκρούσεις ανάμεσα στους θεούς, έχουν μάλλον ελάχιστα κοινά με τα θέματα των ομηρικών επών, αλλά πολύ περισσότερα με την επική ποίηση που γνωρίζουμε από την Εγγύς Ανατολή. Αν και δεν διατηρήθηκαν διαμέσου μιας συνεχούς προ­φορικής παράδοσης, έχουν σωθεί διάφορα έπη λίγο πολύ πλήρη, μετα­ξύ των οποίων η αρχή ενός επικού ποιήματος χωρίς τίτλο με θέμα την πάλη για την κατάκτηση της βασιλείας στον ουρανό, ένα έπος με θέμα τη δημιουργία των ανθρώπων από τους θεούς που τους επιβάλλουν να μοχθούν για το ψωμί τους, τη δυσαρέσκεια των θεών οι οποίοι, επειδή οι άνθρωποι είναι ενοχλητικοί, απειλούν να τους πνίξουν, και τη σω­τηρία των ανθρώπων από έναν σοφό άνδρα που έκτισε ένα καράβι (το Ατράχασις).

Πόσο στενά συνδέεται άραγε η ησιόδεια Θεογονία με τα κείμενα αυτά της Εγγύς Ανατολής; Αυτά που έχουν κοινά η Θεογονία και τα έπη της Εγγύς Ανατολής είναι ο καταμερισμός αρμοδιοτήτων των θεών, οι αγώνες διαδοχής μεταξύ θεών που ανήκουν σε διαφορετικές γενεές και η προνομιούχος θέση που απολαμβάνουν οι άνθρωποι, επειδή κά­ποιος σοφός άνθρωπος ξεγέλασε τους θεούς. Υπάρχουν επίσης και ορι­σμένες άλλες, ιδιαίτερες ομοιότητες: στον αγώνα για την κυριαρχία στο χετταϊκό κείμενο με θέμα τη βασιλεία στον ουρανό περιλαμβάνεται και ο ευνουχισμός του κορυφαίου θεού που από τα γεννητικά του όργανα γεννιούνται άλλοι θεοί, ένας μάλιστα στην κοιλιά αυτού που τον ευνούχισε· στη Θεογονία ο Κρόνος ευνουχίζει τον Ουρανό, από τα γεννητικά του όργανα γεννιέται η Αφροδίτη (Κείμενο 14) και ο Κρόνος καταπίνει τα παιδιά του αλλά έπειτα υποχρεώνεται να τα εξεμέοει. Πίσω όμως από αυτές τις ομοιότητες κρύβονται σημαντικές διαφορές. Στον Ησίοδο η μάχη διαδοχής περιορίζεται στους κόλπους ενός γένους, ενώ στο χετταϊκό κείμενο πολεμούν δύο γένη· στο κείμενο Περί της βασιλείας των Ουρανών (Κείμενο 15) τα γεννητικά όργανα κόβονται με τα δόντια και καταπίνονται, ενώ στη Θεογονία το γεγονός ότι ο Κρόνος αποκόβει τα μέλη του Ουρανού με ένα δρεπάνι δεν συνδέεται άμεσα με την απόφασή του να καταπιεί τα ίδια του τα παιδιά. Μύθοι με ευνουχισμούς και φάγωμα παιδιών απαντώνται σε πολιτισμούς που δεν έχουν σχέση με τον ινδοευρωπαϊκό κόσμο, π.χ. σε μύθους των Ιν­διάνων Ηορί της Αμερικής. Ως εναλλακτικός τρόπος παρέμβασης στη φυσική διαδοχή, η παρουσία των μύθων αυτών σε ιστορίες που προσπα­θούν να εξηγήσουν τη φύση της θείας δύναμης με μια σειρά διαδοχι­κών συγκρούσεων, δεν εκπλήσσει. Δεδομένης της παραδοσιακής φύ­σης της ησιόδειας ποίησης, δεν φαίνεται απίθανο να υπάρχουν κάποιοι δεσμοί ανάμεσα στην επική ποίηση της Εγγύς Ανατολής και του έπους του Ησιόδου, αλλά ελάχιστα συνηγορούν υπέρ της άποψης ότι αυτοί οι δεσμοί εμφανίστηκαν τον 8ο αι. π.Χ. ή ότι ο ποιητής είχε συνείδηση της ύπαρξής τους.

Ο κόσμος του έπους Έργα και Ημέραι

Στα έπη Ιλιάδα και Οδύσσεια ο ποιητής δεν παρουσιάζεται ποτέ. Στη Θεογονία ο Ησίοδος παρουσιάζεται μόνο στην εισαγωγή όταν αφηγείται πώς τον ενέπνευσαν οι Μούσες· στο Έργα και Ημέραι ο ποιητής είναι παντού παρών και, μολονότι το ποίημα ή μάλλον ο ύμνος αφιε­ρώνεται επίσημα στον Δία, στην πραγματικότητα απευθύνεται στον αδελφό τού ποιητή Πέρση, με τον οποίο ο Ησίοδος είχε κληρονομικές διαφορές. Και επειδή στο Έργα και Ημέραι ο Ησίοδος αναφέρεται τόσο συχνά στον εαυτό του, πολλές φορές έχει υποστηριχτεί η άποψη ότι το έπος αυτό ξεφεύγει από τα στενά όρια της παράδοσης, γιατί παίζει μείζονα ρόλο η προσωπική εμπειρία του ποιητή. Στην πραγματικότητα δεν μπορούμε να θεωρήσουμε δεδομένο τον αυτοβιογραφικό χαρακτήρα του έργου μόνο και μόνο επειδή ο ποιητής αναφέρεται στον εαυτό του, στον αδελφό του και στον πατέρα του που ήλθε από την Κύμη της Μικράς Ασίας στη Βοιωτία- δεν μπορούμε, γιατί λεπτομέρειες αυτού του είδους μπορεί κάλλιστα να συνθέτουν ένα παραδοσιακό ποιητικό πρόσωπο· άλ­λωστε ακόμη και το όνομα του Ησιόδου, που η ετυμολογική του σημα­σία είναι «αυτός που εκβάλλει φωνή», δεν είναι υπεράνω υποψίας. Ωστόσο, αν και πρέπει να είμαστε επιφυλακτικοί ως προς το πόσες προσωπικές εμπειρίες του Ησιόδου μπορούμε να ανακτήσουμε από το Έργα και Ημέραι, όσα αναφέρονται σ’ αυτό που σχετίζονται με τον κόσμο του μόχθου και με την εποχιακότητα των αγροτικών εργασιών, ακόμη και αν είναι παραδοσιακά, φωτίζουν από πολλές απόψεις μια περιοχή της ζωής των ανθρώπων εντελώς διαφορετική από αυτή που φωτίζει η Θεογονία. Στην πραγματικότητα η παραδοσιακή φύση του ποιήματος είναι ένα από τα στοιχεία που υποδηλώνουν ότι, αν και το­ποθετείται στη Βοιωτία, σε ένα «δυστυχισμένο χωριό, στην Άσκρα, το χειμώνα κακό, το καλοκαίρι ανυπόφορο, ποτέ καλό» (στίχοι 638-40), το έργο αυτό δεν είναι λιγότερο σχετικό με ολόκληρο τον ελληνικό κόσμο από ό,τι είναι η Θεογονία.

Το Έργα και Ημέραι διαιρείται σε τρία μέρη. Στο πρώτο (στίχοι 1- 382) ένας εισαγωγικός ύμνος στην εξουσιαστική δύναμη του Διός πάνω στους ταπεινούς ανθρώπους οδηγεί σε στοχασμούς πάνω στην καλή και την κακή Έριδα, στην αδικία του Πέρση και σε έναν αριθμό μύθων που εξηγούν γιατί οι άνθρωποι πρέπει να δουλεύουν και γιατί εάν δεν το κάνουν είναι αφενός μεν ληστές, αφού αρπάζουν το βιός των άλλων ανθρώπων, αφετέρου δε τυφλοί. Στο δεύτερο μέρος (στίχοι 383-694), ένα ημερολόγιο του γεωργικού έτους στο οποίο συμπεριλαμβάνονται και παρατηρήσεις για τις εποχές που μπορεί να σηκώσει κανείς πανιά και να φύγει, ο ποιητής εκθέτει τον ορθό τρόπο εργασίας. Στο τρίτο (στί­χοι 695-828) δίνονται πολλές και διάφορες χρήσιμες συμβουλές, μερι­κές από τις οποίες έχουν σχέση με το ημερολόγιο εργασίας του αγρό­τη. Το έπος Έργα και Ημέραι έχει χαρακτηριστεί συχνά διδακτικό, η διδασκαλία του όμως δεν είναι πρακτική, αλλά ηθική: παρά τις οδη­γίες περί του κατάλληλου χρόνου οργώματος και σποράς και της μακράς περιγραφής της κατασκευής ενός αρότρου, δεν μπορεί να μάθει κανείς από τον Ησίοδο πώς να γεωργεί. Στο Έργα και Ημέραι είναι επίσης παρούσα, όπως και στη Θεογονία, η λογική ενός κόσμου που τον κυβερνά επιτέλους η δικαιοσύνη, αλλά σε αντίθεση με ό,τι συμβαί­νει στη Θεογονία, εδώ η λογική αυτή μετατοπίζεται στον κόσμο της καθημερινής ζωής.

Το ενδιαφέρον του Έργα και Ημέραι για την ηθική της πράξης θα μπορούσε να είναι αποτελεσματικό μόνο εάν η δεδομένη πράξη εντασ­σόταν σε κοινωνικές, οικονομικές και πολιτικές συνθήκες οικείες στο κοινό του Ησιόδου. Αυτό ακριβώς καθιστά το έργο εξαιρετικά σημα­ντικό για τον ιστορικό.

Από πολιτική άποψη, ο κόσμος του έπους Έργα και Ημέραι είναι ένας κόσμος στον οποίο η επίλυση των διαφορών είναι στα χέρια των βασιλέων; αρχόντων που το αξίωμά τους δεν είναι αναγκαστικά κλη­ρονομικό, όπως θα φανταζόταν κανείς ότι υποδηλώνει ο όρος βασιλεύς.

Ο Ησίοδος παρουσιάζει τη διαφορά με τον αδελφό του Πέρση για τα κληρονομικά να τη διευθετούν προς όφελος του αδελφού του δωρο­δοκημένοι βασιλείς. Προειδοποιεί ότι αδυναμία και άδικες κρίσεις μπο­ρούν να επιφέρουν τον όλεθρο ολόκληρης της κοινότητας, αλλά δεν θεωρεί ότι υπάρχει τρόπος να προστατευτεί κανείς από τέτοιου είδους αποφάσεις, εκτός και αν επέμβουν οι θεοί, ο «πάντα ιδών Διός οφθαλ­μός» (στίχ. 248-73). Τον Ησίοδο δεν τον ενδιαφέρει τι είναι οι βασι­λείς, αλλά εάν είναι δίκαιες οι κρίσεις τους (Κείμενο 16)· αίτιο της δυσαρέσκειάς του δεν είναι οι φορείς της εξουσίας αλλά ο τρόπος λειτουργίας της εξουσίας, συνιστά δε να μη συμμετέχει κανείς σε συνα­θροίσεις όπου κρίνονται οι διαφορές τρίτων.

Μολονότι ο Ησίοδος γράφει σαν άνθρωπος που ούτε επεδίωξε ποτέ ούτε επιδιώκει να παίξει ενεργό πολιτικό ρόλο, το έπος θεωρεί δεδομέ­νο ότι είναι μέλος μιας πολιτικής κοινότητας που είναι η ίδια υπεύθυνη για την επίλυση των διαφορών μεταξύ των μελών της. Επίσης ο Ησίο­δος θεωρεί δεδομένο ότι μέλη αυτής της κοινότητας ζουν από τη γεωρ­γία και την κτηνοτροφία, ότι είναι στο χέρι τους να εξασφαλίσουν τα προς το ζην και ότι όποιος δεν δουλεύει και δεν κερδίζει το ψωμί του επιβαρύνει όλη την κοινότητα. Η αγοραπωλησία αγαθών σε ξένες χώρες είναι μία δυνατότητα που τη συζητάει ο Ησίοδος (στ. 618 κ.ε.) αναγνωρί­ζοντας ότι είναι ένας θεμιτός τρόπος να αποκομίσει κανείς κέρδη, αλλά θεωρεί ότι είναι λανθασμένο να φαντάζεται πως προσφέρει εύκολο τρό­πο φυγής από τα χρέη και την πείνα. Η απόρριψη της ιδέας ότι υπάρχει εύκολος τρόπος πλουτισμού αποτελεί θεμελιώδες συστατικό της αντί­ληψης του Ησιόδου περί του δίκαιου κατά βάση κόσμου που γίνεται άδι­κος όταν μοιράζεται άδικα η κληρονομιά του καθενός. Ο Ησίοδος θεω­ρεί δεδομένο ότι ο πλούτος δίνει δύναμη: το σημαντικό είναι να ανήκεις στην κατηγορία εκείνων που δίνουν και όχι εκείνων που έχουν ανάγκη να τους δίνουν, αλλιώς δεν μπορείς να εκμεταλλευτείς τη δύναμη να εξουσιάζεις, που προσφέρει ο πλούτος. Μολονότι οι βασιλείς έχουν τη δύναμη να προβούν στην ολέθρια ανατροπή της δίκαιης μοιρασιάς των υπάρχοντων πόρων, είναι ο πλούτος και όχι η καταγωγή ή το αξίωμα αυτό που, σύμφωνα με τον Ησίοδο, σου δίνει τη δυνατότητα να εξουσιά­ζεις τους άλλους στην καθημερινή ζωή.

Από την αντίληψη του Ησιόδου για την πολιτική σημασία της οι­κονομικής ευημερίας δεν μπορούμε να συμπεράνουμε σε ποια τάξη ανή­κε. Αν και έχει υποστηριχτεί ότι ασπάζεται τη θεωρία «περί περιορι­σμένων αγαθών», που μερικοί ανθρωπολόγοι θεωρούν ότι χαρακτηρί­ζει γενικά τις αγροτικές κοινωνίες, στην πραγματικότητα δεν είναι σαφές ότι ο Ησίοδος πρεσβεύει πως για την ευημερία σου πληρώνουν άλλοι· αλλά παρατηρεί ότι η ευημερία δίνει σε όποιον την απολαμβά­νει τη δυνατότητα να εξουσιάζει αυτούς που τυχαίνει να μην ευημερούν. Μικρή σημασία έχει η ένταξη του Ησιόδου σε κάποια από τις σύγχρονες κατηγορίες- άλλωστε πολλές από αυτές ορίζονται με βάση χαρακτηριστικά -στην περίπτωση των «χωρικών», ανεξάρτητη κουλτούρα, ηγεμονία και εκμετάλλευση από μη χωρικούς- που απουσιάζουν εντελώς στην περίπτωσή του. Πιο διαφωτιστικό είναι να δούμε την απουσία στο έργο του κάθε ίχνους κοινωνικής διαστρωμάτωσης και την εύκολη κοινωνική κινητικότητα που τη θεωρεί δεδομένη σε όλο του το έργο. Την εύκολη αυτή κινητικότητα δεν την αποδεικνύει μόνο η δυνατότητα μεταμόρφωσης της ένδειας σε πλούτο μέσω της δουλειάς, αλλά και ο τρόπος με τον οποίο παρουσιάζεται ο πατέρας του Ησιόδου ο οποίος, αν και ήλθε από την Κύμη της Αιολίας φτωχός, στο τέλος ήταν σε θέση να κληροδοτήσει στους γιους του μια σημαντική περιου­σία (Έργα και Ημέραι 37-41, 633-8, Κείμενο 17). Η έλλειψη οποιοσδή­ποτε νύξης στην κοινωνική διαστρωμάτωση καθιστά το Έργα και Ημέραι έπος το οποίο μπορεί να εξαχθεί εύκολα σε κοινότητες με διαφο­ρετική οργάνωση, η υποδοχή του όμως αλλού σίγουρα εξαρτιόταν από το κατά πόσο στη ζωή τόσο των πλούσιων όσο και των φτωχών κυ­ριαρχούσε η προσωπική δουλειά στη γεωργία και κατά πόσο η μάζα των καλλιεργητών ήσαν οικονομικά και πολιτικά ανεξάρτητοι.

Ο παρόν κόσμος, τη λογική και ηθική του οποίου ερευνά το έπος Έργα και Ημέραι, είναι απόλεμος. Πρέπει να είναι απόλεμος, γιατί οι αιφνίδιες απώλειες και τα αιφνίδια κέρδη που συνεπάγεται ο πόλεμος θα ανέτρεπαν ως αναληθή την αντίληψη του Ησιόδου ότι ο πλούτος συνδέεται άμεσα με την εργασία. Στην πραγματικότητα, εάν πάρουμε σοβαρά τις αυτοβιογραφικές πληροφορίες, η εποχή του Ησιόδου μπορεί να ήταν εποχή σοβαρών πολεμικών συγκρούσεων: ο Ησίοδος περηφα­νεύεται, λόγου χάριν, πως νίκησε στους επιτύμβιους αγώνες του Αμφιδάμαντος στη Χαλκίδα της Εύβοιας (Έργα και Ημέραι 654-9) τον θά­νατο του οποίου ένας μεταγενέστερος συγγραφέας τον συνδέει με τον πόλεμο για το Ληλάντιο πεδίο (Πλούταρχος, Ηθικά 153e-f). Ο πόλεμος αυτός στην παράδοση του 5ου αι. π.Χ. θεωρείται εξαιρετική περίπτωση γιατί και οι δύο αντίπαλες παρατάξεις ήταν συνασπισμένες κοινότη­τες (Θουκυδίδης 1.15.3). Επομένως μπορεί να είναι εντελώς πλασματι­κή η εικόνα μιας Άσκρας που δεν συγκρούεται με τον έξω κόσμο, πράγ­μα που σημαίνει ότι όσον αφορά την εικόνα της ζωής των ημερών του ο Ησίοδος κινείται μέσα σε αυστηρότατα όρια. Με άλλα λόγια δεν μπο­ρούμε να αγνοήσουμε τις παραμορφώσεις που επιφέρει σε αυτή την ει­κόνα το συγκεκριμένο θεματολόγιο του ποιητή· μάλιστα εκεί που πρέ­πει να είμαστε ιδιαίτερα δύσπιστοι είναι ακριβώς εκεί που το ποίημα έχει αυτοβιογραφικό χαρακτήρα.

Ο πόλεμος στο Έργα και Ημέραι ανήκει σε ένα παρελθόν στο οποίο ο Ησίοδος αναφέρεται εκτενώς στον μύθο για τα γένη των ανθρώπων (στίχ. 106-201). Στο παρελθόν αυτό είχαν ζήσει κατά σειρά το αργυρό, το χαλκό και το γένος των ηρώων που και τα τρία είχαν αποτύχει ποικιλοτρόπως μετά το τέλειο χρυσό γένος που δεν χρειαζόταν να δου­λεύει (η Εποχή του Χαλκού του Ησιόδου ταυτίζεται με την Εποχή των Ηρώων των ομηρικών επών). Το δικό του «σιδήρεον γένος» είναι το πέμπτο σε αυτή τη διαδοχική σειρά γενών, ένα γένος που δεν είναι εντελώς άμοιρο καλών αλλά που ηθικά εκφυλίζεται και τείνει προς ένα μέλλον που χαρακτηριστικό του θα είναι η δήωση των πόλεων. Δεν είναι σαφές σε ποιο βαθμό αυτή η σχηματική διαδοχική σειρά γενών αξιοποιεί ένα καθιερωμένο σχήμα στη γραμματεία της Εγγύς Ανατο­λής, από την οποία σώζονται μεταγενέστερα παρόμοια παραδείγματα· ωστόσο μία από τις λειτουργίες του μύθου των γενών στον Ησίοδο εί­ναι ότι επιτρέπει την αξιοποίηση ηθικών ελαττωμάτων πολύ σοβαρό­τερων από τα ελαττώματα που μπορούν να εκτεθούν μέσα στα πλαίσια της έριδάς του με τον Πέρση. Αυτή η ευρύτερη θέαση της ανθρώπινης φύσης, όπως και η ευρύτερη θέαση του ανθρώπινου διλήμματος που ενστερνίζεται ο μύθος του Προμηθέα και της Πανδώρας, ο οποίος επαναδιατυπώνεται σε αυτό το έπος, δείχνει μέχρι ποιο βαθμό το ερώτημα της ορθής σχέσης ανάμεσα στους ανθρώπους και τους θεούς αποτελεί τη βάση πάνω στην οποία στηρίζεται η διαγωγή του ανθρώπου μέσα στα πλαίσια μιας στενότερης κοινότητας.

Ο ΚΟΣΜΟΣ ΤΗΣ ΙΛΙΑΔΑΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΟΔΥΣΣΕΙΑΣ

Ενώ ο κόσμος του Έργα και Ημέραι έχει ως σκηνικό ένα απόλεμο παρόν, η Ιλιάδα έχει ως σκηνικό ένα παρελθόν που σπαράσσεται από πολέμους. Η στροφή από το Έργα και Ημέραι στην Ιλιάδα και την Οδύσσεια σημαίνει στροφή από μία, κατά τα φαινόμενα, ρεαλιστική περιγραφή σε έναν κόσμο, κατά τα φαινόμενα, φανταστικό και μυθικό. Μολονότι η Ιλιάδα και η Οδύσσεια είναι έργα πολύ λιγότερο φορτω­μένα με «μαγικές» επεμβάσεις και τέχνες από ό,τι άλλα επικά ποιήμα­τα που τα περισσότερα έχουν απωλεσθεί, οι άμεσες επεμβάσεις των θεών στο πεδίο των μαχών του Τρωικού Πολέμου στην Ιλιάδα, καθώς και οι Κύκλωπες και τα άλλα τερατώδη όντα των περιπλανήσεων στην Οδύσ­σεια ανήκουν σε ένα βασίλειο που απέχει παρασάγγας από τη γήινη πραγματικότητα του αγρότη που μοχθεί, και των βοδιών του. Εντού­τοις, όπως ο Ησίοδος αφηγείται ακόμη και στο Έργα και Ημέραι έναν μύθο διαμορφωμένο από την ποιητική παράδοση, έτσι και στα ομηρικά έπη ο ποιητής αφηγείται μύθους που ανάγονται στην παράδοση αλλά έχοντας αναγκαστικά κατά νου ένα σύγχρονο θεματολόγιο.

Προκειμένου να εκτιμήσουμε την ιστορική σημασία και χρησιμότη­τα της Ιλιάδας και της Οδύσσειας είναι σημαντικό να συνειδητοποιή­σουμε πως διαφορετικά στοιχεία στα έπη μπορεί να έχουν πολύ διαφο­ρετική ιστορική σημασία. Ανέκαθεν νιώθουμε τον πειρασμό να θεωρούμε ότι τα αντικείμενα πολύ ζωντανών περιγραφών, είτε πρόκειται για πό­λεις, είτε για σημαντικούς τόπους, είτε για προσωπικά αντικείμενα, υπήρξαν όντως σε κάποια φάση της ιστορίας. Αυτή ακριβώς η πεποί­θηση ώθησε τον Ερρίκο Σλήμαν να διενεργήσει τις γνωστές ανασκαφές, με αποτέλεσμα την ανακάλυψη της Τροίας, των Μυκηνών καθώς και άλλων λειψάνων της Εποχής του Χαλκού. Ωστόσο, όπως απέδει­ξαν επίσης αυτές οι ανασκαφές, οι τόποι και τα αντικείμενα που περιγράφονται στα ομηρικά έπη σε πολλές περιπτώσεις ήταν εντελώς ξένα στο κοινό των ραψωδών. Οι περιγραφές αυτές στα έπη χρωστούν την ύπαρξή τους όχι στην ευχαρίστηση που προκαλεί η έκπληξη της ανα­γνώρισης, αλλά στο γεγονός ότι αναπαριστούν έναν χαμένο κόσμο, πα­ρακινώντας τον θεατή να σκεφτεί κριτικά την πραγματικότητα στον δικό του, ακριβώς όπως ο εντελώς μυθικός κόσμος του χρυσού γένους διέγειρε την κριτική σκέψη μέσα στα συγκείμενα του έπους Έργα και Ημέραι. Οι απαιτήσεις των συμφραζομένων μπορεί να είναι τέτοιες ώστε να επιτρέπουν την παρουσία ενός «άθικτου» αντικειμένου ξένου προς το ακροατήριο, όπως λόγου χάριν της περικεφαλαίας από τομάρι βο­διού (κυνέη ρινού ποιητήν) που δανείζει ο Μηριόνης στον Οδυσσέα (Ιλιάδα Κ' 261-5) και η οποία μπορεί να επέζησε όπως ήταν άλλοτε, επειδή όλο αυτό το επεισόδιο είναι κάτι το ασυνήθιστο που δεν έχει όμοιό του στις συνθήκες της εποχής του ποιητή. Σε άλλες περιπτώσεις ένα αντικείμενο μεταμορφώνεται για να υπηρετήσει τρέχοντες σκοπούς, όπως η ασπίδα που φέρει ο Αίας στην Η' ραψωδία της Ιλιάδας που είναι από δορά και που για την κατασκευή της χρειαζόταν επιπλέον μία εξωτερική επένδυση από χαλκό και στο κέντρο ένας ομφαλός, διό­τι αυτό απαιτούσαν οι γνώσεις του ακροατηρίου για το πώς χρησιμο­ποιούνταν οι ασπίδες στη μάχη (Ιλιάδα Η' 219-23, 245-8, 266-7). Ή πάλι, κι αυτό ισχύει ιδιαίτερα για τις παρομοιώσεις, μια περιγραφή μπορεί να αποτύχει εντελώς, εάν το αντικείμενο που περιγράφεται είναι εντε­λώς άγνωστο.

Έως ποιο άραγε βαθμό ό,τι ισχύει για τα υλικά αντικείμενα ισχύει και για την κοινωνική οργάνωση; Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι ο ομηρι­κός κόσμος έχει γενικά λογική συνοχή: οι προσδοκίες όσον αφορά τις κοινωνικές ιεραρχίες, τη συμπεριφορά ανθρώπων της ίδιας τάξης απέ­ναντι στους συγγενείς τους και τα ηθικά θέματα παραμένουν αμετά­βλητες και στα δύο έπη. Το ερώτημα όμως είναι κατά πόσο η γενική αυτή συνοχή σημαίνει ότι περιγράφουν αμφότερα μια κοινωνία που χρο­νολογείται σε μία και μόνο δεδομένη στιγμή. Ή μήπως οι λεπτομέρειες που αφορούν την κοινωνική οργάνωση περιέχουν «απολιθώματα» δια­φόρων χρονολογιών τα οποία διατηρήθηκαν σε χωρία που τα θέματά τους παρέμειναν εν ζωή, ενώ άλλαξαν οι λεπτομέρειες του συμβάντος μέσω του οποίου διερευνάται το θέμα; Η διερεύνηση τριών τομέων του βίου -του γάμου και της περιουσίας, της πολιτικής και της στρατιωτι­κής οργάνωσης- θα μας αποκαλύψει τα σχετικά προβλήματα και θέ­ματα.

Ο γάμος στην Ιλιάδα και την Οδύσσεια

Επίκεντρο της Οδύσσειας είναι ο γάμος (Κείμενο 18). Επίκεντρο της ζωής στην Ιθάκη κατά τη μακρόχρονη απουσία του Οδυσσέα κατέληξε να είναι οι ερωτοτροπούντες μνηστήρες της Πηνελόπης που έχουν έρ­θει άλλοι από μακρινούς και άλλοι από κοντινούς τόπους, το δε έπος κορυφώνεται όχι με την εκδίωξη των μνηστήρων και τον φόνο τους από τον Οδυσσέα αλλά με την επιστροφή του ήρωα στο συζυγικό κρε­βάτι. Ο γάμος είναι κεντρικό θέμα και της Ιλιάδας: το ξελόγιασμα της Ελένης από τον Πάρη προκαλεί την εκστρατεία των Ελλήνων εναντίον της Τροίας για χάρη του απατημένου Μενέλαου, και οι γάμοι είναι από τα σημαντικότερα μέσα σύναψης συμμαχιών και στα δύο στρατόπεδα, και των Ελλήνων και των Τρώων.

Και στα δύο έπη περιγράφονται με αρκετές λεπτομέρειες πολλοί γάμοι, όλοι τους ανάμεσα σε μέλη της ελίτ. Σε πολλές περιπτώσεις η νύφη θεωρείται έπαθλο, την έχει εξαγοράσει ο γαμπρός με τις προσωπικές ικανότητές του αλλά και με τα δώρα που έχει κάνει στην οικογένειά της. Σε άλλες, η νύφη φέρεται να μην έχει αγοραστεί αλλά να έχει προσφέρει αυτή στη νέα της οικογένεια μεγάλα πλούτη: ο βασιλιάς της Λυκίας όταν ο Βελλερεφόντης παντρεύεται την κόρη του και εγκαθίσταται στη Λυκία του προσφέρει το μισό του βασίλειο (Ιλιάδα Ζ' 191-5)· ο πολύγαμος Πρίαμος ελπίζει να εξαγοράσει από τους Αχαιούς τους γιους του, Λυκάονα και Πολύδωρο, που έχει αποκτήσει με τη Λαοθόη, με χρυσάφι και χαλκό από την προίκα της μητέρας τους (Ιλιάδα X 46-51).

Δύο πράγματα εντυπωσιάζουν όταν βλέπουμε να προσφέρονται δώρα είτε από τον γαμπρό στην οικογένεια της νύφης είτε από την οικογέ­νεια της νύφης στον γαμπρό: πρώτον, δεν αναφέρεται ούτε μία περί­πτωση δώρων και προς τις δύο κατευθύνσεις και, δεύτερον, δεν υπάρ­χει σταθερό πρότυπο συμπεριφοράς που να εξαρτάται από την κοινω­νική θέση της νύφης και του γαμπρού, με άλλα λόγια η κοινωνική θέση δεν συνιστά ειδοποιό διαφορά. Σύμφωνα με ορισμένους σύγχρονους με­λετητές, η ύπαρξη και των δύο ειδών προίκας δείχνει ότι ο κανόνας ήταν να ανταλλάσσονται δώρα και προς τις δύο κατευθύνσεις· στο ίδιο το ποίημα όμως υπάρχουν ορισμένες ενδείξεις ότι τα δώρα εκ μέρους του πατέρα της νύφης στον γαμπρό θεωρούνται ως ενέργεια που η ασυ­νήθιστη φύση της δίνει τη δυνατότητα επισήμανσης μιας ασυνήθιστης κοινωνικής κατάστασης. Ο Αγαμέμνων, π.χ., για να πειστεί ο Αχιλλέας να γυρίσει στο πεδίο της μάχης (Ιλιάδα Γ 144-57) του προσφέρει γυναί­κα του μία από τις θυγατέρες του, όποια θέλει, χωρίς να δώσει δώρα ο Αχιλλέας, υπόσχεται μάλιστα πολλά δώρα στον γαμπρό του. Πράγμα που, ει μη τι άλλο, υπονοεί ότι στην επική παράδοση ενσωματώθηκαν διάφορα κοινωνικά έθιμα και ότι ένα παρωχημένο έθιμο αξιοποιήθηκε, επειδή έθετε κριτικά ερωτήματα που είχαν σχέση με την πλοκή του έπους.

Η πολιτική οργάνωση στην Ιλιάδα και την Οδύσσεια

Και η Ιλιάδα και η Οδύσσεια είναι άκρως πολιτικά ποιητικά έργα στα οποία η λήψη και η εκτέλεση των αποφάσεων από ηγεμόνες, από την ελίτ και από τον λαό παρουσιάζονται ως θέμα εξαιρετικής σημασίας και όπου οι τύχες των κοινοτήτων, ιδίως της Τροίας και της Ιθάκης, είναι σοβαρό θέμα. Είναι αξιοσημείωτο το γεγονός ότι και το ίδιο το στρατόπεδο των Ελλήνων μεταμορφώνεται σε κοινότητα με πολιτική δομή όπως και κάθε άλλη κοινότητα, καθώς και ότι η επίσκεψη του Οδυσσέα στο νησί των Φαιάκων δίνει την ευκαιρία στον ποιητή να εντάξει ένα πολιτικό σύστημα μέσα στο παραμυθένιο τοπίο των περι­πλανήσεων του ήρωα. Το κοινοτικό φρόνημα είναι πολύ υψηλό, πράγ­μα που εκφράζει με τον πιο εντυπωσιακό τρόπο η διάκριση μεταξύ «δη­μόσιων» και «ιδιωτικών» πραγμάτων και ο αποκλεισμός των «ιδιωτι­κών» υποθέσεων από τις συζητήσεις της κοινότητας σε ποιήματα που περιστρέφονται γύρω από συγκρούσεις ανάμεσα σε ατομικά και συλ­λογικά συμφέροντα (Κείμενο 19). Φαίνεται επίσης από την έμφαση που δίνεται, όπως σε ολόκληρη την πλοκή της Ιλιάδας, στον τρόπο με τον οποίο οι πράξεις των αρχηγών επηρεάζουν ολόκληρη την κοινότητα, καθώς και από την ανάγκη, την οποία υπογραμμίζει ειδικά ο Μέντωρ στην Οδύσσεια (Β' 229-41), να επωμίζεται και η κοινότητα με τη σειρά της την ευθύνη, ώστε η ζωή των αρχηγών να είναι υποφερτή. Ταυτό­χρονα αμφότερα τα έπη περιστρέφονται γύρω από την ύψιστη σπουδαιότητα των αρχηγών, των αποκαλούμενων ανάκτων και των βασιλέων, που δεν έχουν το γόητρο του άνακτος, γύρω από τις προσωπικές δραστηριότητές τους καθώς και γύρω από τη συνύφανση της δημόσιας με την ιδιωτική τους ζωή. Η προσωποποίηση της πολιτικής ισχύος θυμί­ζει έντονα τις καταστάσεις από την πραγματική ζωή στην Περσία του Ξέρξη που περιγράφει ο Ηρόδοτος, στη Μακεδονία του Φιλίππου και του Αλεξάνδρου, στη Ρώμη των αυτοκρατορικών χρόνων - όλες περι­πτώσεις όπου η ανώτατη εξουσία ενός ατόμου προσέδιδε ιδιαίτερη ση­μασία στις οικογενειακές και προσωπικές σχέσεις. Εντούτοις εκείνο που εντυπωσιάζει στους ηγεμόνες της Ιλιάδας και της Οδύσσειας είναι ότι δεν είναι φορείς της ανώτατης εξουσίας, ότι μάλιστα πρόκειται για άρχοντες συγκριτικά ανίσχυρους.

Αξίζει να αναφερθούμε κάπως διεξοδικότερα στη σχετικά ανίσχυ­ρη θέση των ηγεμόνων στα ομηρικά έπη. Ο Αγαμέμνων αδυνατεί να επιβάλει τη θέλησή του όχι μόνο στον Αχιλλέα αλλά και στον στρατό. Ο Οδυσσέας θριαμβεύει τελικά στην Ιθάκη όχι δυνάμει της πολιτικής του θέσης αλλά επειδή επιβάλλεται δια της βίας. Η πολιτική επιρροή των ατόμων εξαρτάται από τη θέση τους στην κοινωνική ιεραρχία, τη ρητορική τους δεινότητα και τα προσωπικά χαρίσματά τους, και όχι από το αξίωμα του ηγεμόνα, του άνακτος ή του βασιλέως. Αυτή την πε­ριέργως νεφελώδη πολιτική θέση του ηγεμόνα αντανακλά επίσης η ασάφεια ως προς το πώς γίνεται κανείς ηγεμόνας: ο Οδυσσέας «διαδέ­χτηκε» τον πατέρα του Λαέρτη ο οποίος στη συνέχεια δεν παίζει κανέναν πολιτικό ρόλο ούτε ασκεί πολιτική επιρροή, εντούτοις ο Τηλέ­μαχος δεν παίρνει τη θέση του Οδυσσέα κατά την απουσία του, ούτε είναι βέβαιος ότι θα την πάρει, εάν ο πατέρας του πεθάνει. Η συστημα­τική σχεδόν ασάφεια όσον αφορά τις εξουσίες του ηγεμόνα φαίνεται και από τον σημαντικό αλλά ακαθόριστο ρόλο της βασιλικής συζύγου: στο Άργος ο Αίγισθος παντρεύεται την Κλυταιμνήστρα και γίνεται βασιλεύς κατά την απουσία του Αγαμέμνονα, και στην Ιθάκη φαίνεται δεδομένο ότι όποιος μνηστήρας παντρευτεί την Πηνελόπη θα αποκτή­σει επίσης πολιτική επιρροή· εδώ όμως υπάρχει ταυτόχρονα και μια άλλη δυνατότητα: να σταλεί η Πηνελόπη πίσω στον πατέρα της Ικάριο (Οδύσ­σεια Α' 274-8), πράγμα που σημαίνει ότι η ίδια δεν είναι φορέας πολι­τικών εξουσιών. Η ίδια σχεδόν κατάσταση ισχύει στο νησί των Φαιάκων, όπου η εξουσία της γυναίκας του Αλκίνοου, Αρήτης, υπογραμμί­ζεται με διάφορες ευκαιρίες: η κόρη της, Ναυσικά, συμβουλεύει τον Οδυσσέα ότι φρόνιμο είναι «να απαντήσει στο παλάτι πρώτη τη βασί­λισσα», λέγοντας μάλιστα για τη μητέρα της πως «και των αντρών ακόμα λύνει τις διαφορές» (Οδύσσεια Η' 53, 74)· παρ’ όλα αυτά ο ρόλος της μέσα στο παλάτι είναι καθαρά οικιακός, μάλιστα ο Αντίνοος ενεργεί στο νησί των Φαιάκων με μεγαλύτε­ρο κύρος από ό,τι άλλοι ηγεμόνες που εμφανίζονται στο έπος.

Είναι σχετικά εύκολο να καταλάβουμε γιατί οι ηγεμόνες είναι τόσο σπουδαίοι και ταυτόχρονα τόσο ασήμαντοι στα ομηρικά έπη. Από τη μια μεριά η μορφή του ηγεμόνα επιτρέπει να φωτιστεί με δραματικό τρόπο η σύγκρουση μεταξύ προσωπικών και δημόσιων αξιών και ευθυ­νών: οι προσωπικές αποφάσεις μπορεί να έχουν πολιτικές επιπτώσεις, και το αντίστροφο, για όλους, αλλά για τους ηγεμόνες οι συνέπειες των προσωπικών τους αποφάσεων είναι ρεαλιστικό να αναμένει κανείς πως είναι άμεσες και δραματικές. Από την άλλη μεριά τη σπουδαιότητα της παρατήρησης ότι οι πολιτικές αποφάσεις είναι συνυφασμένες με τις προ­σωπικές την καταλαβαίνει πολύ καλύτερα μια κοινωνία στην οποία η εξουσία δεν είναι στα χέρια ενός ηγεμόνα, όταν, δηλαδή, οι επίσημες εξουσίες του ηγεμόνα χάνονται από την εικόνα. Οι μοναρχικοί άρχοντες αποτελούν καλά παραδείγματα ακόμη και για κοινότητες, ή ίσως ειδικά για κοινότητες, που δεν έχουν τέτοιους άρχοντες. Τα ομηρικά έπη δια­τηρούν μονάρχες, όχι επειδή εξακολουθούν να αποτελούν χαρακτηριστι­κό της κοινωνίας των «ημερών του Ομήρου», ούτε επειδή πρόκειται για την απολιθωμένη σε αυτά μορφή μιας βασιλείας που ανήκει σε προγενέ­στερη επική παράδοση, αλλά επειδή αποτελούν αναπόσπαστο στοιχείο της αποτελεσματικής διερεύνησης των θεμάτων με τα οποία ο ποιητής επιθυμούσε, όπως ίσως επιθυμούσαν προ πολλού και οι προγενέστεροί του φορείς αυτής της παράδοσης, να ψυχαγωγήσει το ακροατήριό του.

Ο πόλεμος στην Ιλιάδα

Το ίδιο συμβαίνει και με τον ομηρικό πόλεμο. Στην Ιλιάδα παρουσιά­ζονται πολεμιστές σε άρματα και ο πόλεμος επικεντρώνεται στη σύ­γκρουση ανάμεσα σε ήρωες των αντίπαλων πλευρών. Πολλοί έχουν διατυπώσει την άποψη ότι αυτό έρχεται σε κατάφωρη αντίθεση με τις πυκνές γραμμές βαριά οπλισμένων πεζών που, σύμφωνα με τις ιστορι­κές γραπτές πηγές, μάχονται στους πολέμους ανάμεσα σε ελληνικά κράτη (βλ. σ. 257-261). Αλλά στην άποψη αυτή μπορεί να αντιταχθεί το επιχείρημα ότι κανένας αρχαίος συγγραφέας δεν μας δίνει μια πλήρως κατανοητή εικόνα μάχης, και ασφαλώς είναι αδύνατο να αποκτήσουμε από την Ιλιάδα μια λογική εικόνα του τρόπου διεξαγωγής μαχών. Οι Μυρμιδόνες που ακολουθούν τον Αχιλλέα πυκνώνουν τους στοίχους τους για να πολεμήσουν (π.χ. Π' 211-17), αλλά όταν η μάχη αρχίζει, γί­νονται λίγο πολύ αόρατοι και στο προσκήνιο εμφανίζονται οι πρόμα­χοι που μονομαχούν ωστόσο μόλις πέσει ο ένας, είναι έτοιμοι άλλοι πρόμαχοι να πολεμήσουν για να πάρουν τον νεκρό του πεσόντος: ση­μαντική από αυτή την άποψη είναι η εξιστόρηση της επίθεσης του Πατρόκλου εναντίον των Τρώων (Ιλιάδα Π΄) και της μάχης για τον νε­κρό του Πατρόκλου (Ιλιάδα Ρ') (Κείμενο 20). Άρματα εμφανίζονται επα­νειλημμένα αλλά ως μεταφορικά μέσα που διατρέχουν το πεδίο της μάχης λες και δεν υπάρχει σώμα πολεμιστών ή και αν υπάρχει είναι άνευ σημασίας. Το θέμα της παρουσίας αντικειμένων οπλισμού των πολεμιστών που φαίνεται πως ανήκουν σε διαφορετικές εποχές συζητήθηκε σε προηγούμενο κεφάλαιο (σ. 213)· αλλά όσον αφορά τον πόλε­μο, εκείνο που έχει μεγαλύτερη σημασία είναι το γεγονός ότι αυτά τα αντικείμενα οπλισμού δεν εντάσσονται σε ένα πλαίσιο τακτικής στα­θερό σε όλο το ποίημα, επομένως από στρατιωτική άποψη δεν έχουν παρά ελάχιστο νόημα. Η απουσία στρατιωτικής λογικής αποδεικνύει ότι η εικόνα του πολέμου που μας δίνει η Ιλιάδα δεν είναι η εικόνα του τρόπου διεξαγωγής πολέμου σε μια ορισμένη εποχή, αλλά μια ει­κόνα που επιτρέπει την υπογράμμιση ορισμένων χαρακτηριστικών, δη­λαδή του τι πρέπει να πολεμηθεί και ποιος πρέπει να πολεμήσει. Στο έπος προβάλλονται και ο ρόλος του ατόμου και η ζωτική ανάγκη συμ­μετοχής στη μάχη όλων μέσα από τις γραμμές μιας οργανωμένης μά­ζας· και τα δύο αυτά χαρακτηριστικά είναι ουσιαστικής σημασίας για την πλοκή του έπους. Αυτό όμως δεν σημαίνει πως οι περιγραφές δεν ενδιαφέρουν τον ιστορικό ή δεν του είναι χρήσιμες. Όπως η περιγραφή του ατομικού οπλισμού μπορεί να αποδειχτεί ότι στηρίζεται σε γνή­σιες αναμνήσεις από το παρελθόν, έτσι μπορούμε να φανταστούμε, αν και αυτό είναι αδύνατο να το αποδείξουμε τόσο εύκολα, ότι οι διάφο­ρες τακτικές που υπογραμμίζονται στο έπος, όπως η εμμονή στις πυ­κνές γραμμές των Μυρμιδόνων, έχουν να κάνουν με τακτικές που χρησιμοποιήθηκαν όντως σε κάποια δεδομένη εποχή (βλ. σ. 260).

Το αναπόφευκτο συμπέρασμα που συνάγεται από τα παραπάνω εί­ναι ότι η Ιλιάδα και η Οδύσσεια δεν μας δίνουν την εικόνα της Ελλά­δας σε μια συγκεκριμένη εποχή: διαδοχικοί ποιητές προσεγγίζουν την παράδοση, στα πλαίσια της οποίας δουλεύουν, προκειμένου να δημιουρ­γήσουν ποιητικά έργα στα οποία χρησιμοποιούν το παρελθόν για να στοχαστούν πάνω στο παρόν και να ασχοληθούν με αυτό. Το γεγονός ότι περιλαμβάνουν στο έργο τους αντικείμενα και θεσμούς που δεν τα αναγνωρίζει το κοινό της εποχής τους δεν οφείλεται σε τυφλή επανά­ληψη στίχων ή αποσπασμάτων διατυπωμένων από προγενέστερους ποιη­τές, αλλά στην κριτική χρησιμοποίηση μιας κληρονομιάς προκειμένου να φωτιστούν προβλήματα του παρόντος. Τα χαρακτηριστικά αυτά προσ­δίδουν στον κόσμο που σκιαγραφούν τα ποιητικά έργα στοιχεία που τα απομακρύνουν από το παρόν και που αποκλείουν την ταύτιση των ακροατών με πρόσωπα του έπους, αλλά και την ταύτιση των επικών προσώπων με πρόσωπα της δικής τους κοινωνίας. Το ότι ο Οδυσσέας μπορεί να ταυτίζεται με τα πρόσωπα του ποιήματος που τραγουδά ο Δημόδοκος στη Θ' ραψωδία της Οδύσσειας και να συμπάσχει με αυτά και ότι δεν μπορεί να μην κλαίει ακούγοντάς το, τον κάνει να ντρέπε­ται και παρακινεί τον Αλκίνοο να αλλάξει είδος διασκέδασης, να στα­ματήσει το τραγούδι και να προτείνει αθλητικούς αγώνες: η απόσταση που αισθάνονται οι Φαίακες από την εκδήλωση απεικονίζει ασφαλώς την απόσταση που αναμένεται από κάθε ακροατήριο επικών έργων.

Ομηρικές αξίες

Η εικόνα αυτή όμως έχει και μια άλλη πλευρά: εάν ο υλικός κόσμος και οι θεσμοί που περιγράφονται στην Ιλιάδα και την Οδύσσεια δεν στοιχειοθετούν ιστορία, τότε οι αξίες που διερευνούν τα έπη πρέπει να είναι ανάλογες με τις αξίες των ακροατών τους και να τις φωτίζουν. Εκτός αυτού, ακριβώς όπως θα επιδρούσε στους ακροατές ένα φυσικό σκηνικό άκρως τοπικού χαρακτήρα (το πλεονέκτημα που απορρέει από τη χρησιμοποίηση της Τροίας ως σκηνικού ίσως οφείλεται στο ευρέως διαδεδομένο ενδιαφέρον των Ελλήνων για τα Δαρδανέλια), έτσι θα επιδρούσε και ένα ηθικό σκηνικό άκρως τοπικού χαρακτήρα καταδι­κάζοντας τα έπη σε ένα μέλλον περιορισμένο σε έναν μόνο τόπο. Επί­σης οι αξίες των επών πρέπει να είναι τέτοιες ώστε να αναγνωρίζο­νται και να θεωρούνται θεμελιώδεις όχι μόνο από ένα περιορισμένο κοινωνικά ακροατήριο. Σε αυτό ακριβώς το χαρακτηριστικό γνώρισμα των ομηρικών επών οφείλεται το γεγονός ότι διάφοροι μελετητές κατάφεραν να βρουν σε αυτά αριστοκρατικά στο έπακρο αλλά και λαϊκά συναισθήματα. Και τα δύο έπη έχουν ως επίκεντρο συγκεκριμένα ερω­τήματα και τα ερωτήματα αυτά προκύπτουν από τη δυνατότητα να κρίνεται η ίδια συμπεριφορά διαφορετικά, είτε ανάλογα με την ομάδα στην οποία ανήκει κανείς είτε ανάλογα με τα εκάστοτε συγκείμενα της δε­δομένης συμπεριφοράς. Το ένα ερώτημα, γύρω από το οποίο συγκρούο­νται τα άτομα, είναι μέχρι ποιο σημείο τα ατομικά δικαιώματα πρέπει να υποχωρούν μπροστά σε πολιτικές σκοπιμότητες και το άλλο, γύρω από το οποίο συγκρούονται ομάδες, είναι το ερώτημα περί του ποια είναι η ορθή συμπεριφορά σε πρωτόγνωρες καταστάσεις.

Υπάρχει ανέκαθεν η τάση να θεωρείται ότι στα ομηρικά έπη επι­κρατεί το ανταγωνιστικό ήθος, ότι τα άτομα προηγούνται των ομάδων και ότι προέχει η επιτυχία στο πεδίο του ανταγωνισμού. Δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι οι αντικρουόμενες αξίες κατέχουν εξέχουσα θέση και στα δύο έπη, αλλά μόνο για να τεθούν υπό αμφισβήτηση. Η σύ­γκρουση με την οποία ασχολείται η Ιλιάδα, όπως φαίνεται σαφέστατα στην τελευταία ραψωδία όπου ο Αχιλλέας παρακινείται να φερθεί με­γαλόψυχα στον Πρίαμο, δεν είναι η σύγκρουση ανάμεσα στους Έλλη­νες και τους Τρώες, αλλά ανάμεσα στις αξίες στις οποίες δίνει το προ­βάδισμα ο Αχιλλέας και στις αξίες με βάση τις οποίες ενεργεί ο Αγα­μέμνων. Η έριδα ανάμεσα στους ήρωες θέτει με έμφαση το πρόβλημα της εξουσίας: τι είναι αυτό που δίνει στον Αγαμέμνονα το δικαίωμα να εξουσιάζει τον Αχιλλέα; Ποια είναι τα όρια μέχρι τα οποία ο Αγα­μέμνων μπορεί να κάνει χρήση της εξουσίας του; Τι είναι αυτό που δίνει σε έναν άνθρωπο το δικαίωμα να αποφαίνεται και δυνάμει τίνος αποφαίνεται;

Η έμφαση στον εκφωνούμενο λόγο που παρατηρείται στην Ιλιάδα και στην Οδύσσεια και η οποία διακρίνει τα δύο αυτά έπη από άλλα ελληνι­κά επικά έργα (ενώ παρόμοια έμφαση βλέπουμε να δίνεται σε έπη της Εγγύς Ανατολής, όπως το έπος του Γιλγαμές) χρησιμεύει στο να δοθεί έμφαση στον τρόπο με τον οποίο οι αξίες μπορούν να γίνουν αντικείμε­νο διαπραγμάτευσης και στην αλληλεπίδραση μεταξύ συμβουλής και συμβουλεύοντος. Ο πειστικός λόγος είναι κεντρικής σημασίας και στα δύο έπη, και οι ομιλητές αναπτύσσουν μεταξύ τους ένα ευρύ φάσμα στρατη­γικών και τεχνικών πειθούς, αφενός μεν αξιοποιώντας άμεσα την καλά οργανωμένη επιχειρηματολογία, αφετέρου υποσκάπτοντας τις προσδοκίες που συνεπάγεται αυτό το είδος της επιχειρηματολογίας για να συγκινήσουν το κοινό. Βέβαια, θα περιμέναμε ότι μια μακρά ποιητική παράδοση θα είχε δημιουργήσει ποιητές εξαιρετικά ικανούς και έμπειρους στην τέ­χνη της αφήγησης- ο τρόπος, π.χ., με τον οποίο ο Οδυσσέας, όταν αρχίζει να διηγείται στους Φαίακες τις περιπλανήσεις του, κεντρίζει τις προσ­δοκίες του ακροατηρίου του, αντικατοπτρίζει τις δεξιότητες που αναπτύσ­σει ο ποιητής στο έπος εν γένει. Αλλά οι ρητορικές τεχνικές που επιδει­κνύονται σε επίσημες δημόσιες ομιλίες, που προλαμβάνουν τις τεχνικές της κλασικής ρητορικής των συνελεύσεων, υποδηλώνουν εξοικείωση με την πολιτική ρητορία, η οποία προϋποθέτει την ύπαρξη ενός θεσμικού υπόβαθρου ανάλογου με τον βαθμό ανάπτυξης τέτοιων δεξιοτήτων. Και ούτε είναι επουσιώδεις οι δεξιότητες αυτές στον ηρωικό κόσμο: ο ήρωας αναμένεται να έχει την ικανότητα να συμβουλεύει εύστοχα και μάλιστα με τρόπο πειστικό, και ακόμη πρέπει να είναι τόσο άριστος ομιλητής όσο και άριστος πολεμιστής. Και ο Αχιλλέας όσο και ο Οδυσσέας διακρίνονται από τους άλλους ήρωες για τον επιδέξιο τρόπο που χειρίζονται τις λέξεις (Κείμενο 21): ο Αχιλλέας είναι μέγιστος ήρωας, επειδή μάχεται καλύτερα από τους άλλους, αλλά είναι επίσης μέγιστος όσον αφορά την εξαιρετική του ικανότητα να εκφράζει με λέξεις τις εμπειρίες του και να συνάγει από αυτές συμπεράσματα- ο Οδυσσέας είναι πολύμητις, αλλά με­γάλο μέρος αυτής του της ιδιότητας έγκειται στην ικανότητα να ξεγελά με τα λόγια του, ικανότητα που συνοψίζεται εντυπωσιακά στο επεισόδιο με τον Πολύφημο που ο Οδυσσέας του λέει πως το όνομά του είναι Ούτις, δηλαδή Κανένας (έτσι ώστε όταν οι άλλοι Κύκλωπες ρωτούν τον Πολύφημο ποιος απειλεί να τον σκοτώσει, εκείνος απαντά «Κανένας» |Γ 405-10] και έτσι γλυτώνουν ο Οδυσσέας και οι σύντροφοί του από τους Κύκλωπες)· άλλωστε ένα από τα συνθετικά του επιθέτου πολύμητις εί­ναι η λέξη μήτις που θα πει «φρόνηση, σύνεση, πανουργία, συμβουλή, ικα­νότητα ή ευφυΐα ποιητή».

Ευρύτερη εικόνα των αξιών τις οποίες αναμένει κανείς ότι επιδο­κιμάζει το ακροατήριο αυτών των επών προσφέρει η αντίθεση ανάμε­σα στον κόσμο του Αχιλλέα και του Οδυσσέα από τη μια μεριά και τον κόσμο που συναντά ο Οδυσσέας κατά τις περιπλανήσεις του, αλλά και τον κόσμο των νεκρών τον οποίο επίσης επισκέπτεται, από την άλλη. Οι αντιθέσεις αυτές είναι εν μέρει πολιτικές: οι Κύκλωπες είναι αθέμιστοι (άνομοι, άδικοι), στη χώρα τους δεν υπάρχουν ούτε αγοραί βουληφόροι ούτε θέμιστες(δίκες) (Κείμενο 22) και δεν νοιάζονται ο ένας για τον άλλο. Υπάρχουν όμως και οι αντιθέσεις που αφορούν εν γένει τον τρόπο ζωής και τις προτεραιότητες: όλα τα μη ανθρώπινα όντα που συναντά ο Οδυσσέας, είτε καλά είναι είτε κακά, ούτε τη γη καλ­λιεργούν ούτε στους θεούς θυσιάζουν. Δεν μαγειρεύουν και δεν έχουν κρασί: εκμεταλλεύονται τη φύση κυνηγώντας ζώα και συλλέγοντας καρπούς, αλλά δεν την αλλάζουν ποτέ. Οι σχέσεις με τους άλλους είναι διεστραμμένες: για την Κίρκη φιλοξενία σημαίνει να μεταμορ­φώνει τους ξένους της σε ζώα· στην οικογένεια του Αιόλου η αιμομειξία είναι κανόνας [Κ' 6], Αντίθετα, οι φιλόξενοι Φαίακες που προ­σέχουν τα κορίτσια τους να μη βρουν γαμπρούς ξενοτοπίτες [Ζ' 276- 84] είναι αγρότες σε ένα περιβάλλον ιδιαίτερα ευνοϊκό για τη γεωρ­γία, όπου οι οπωρώνες δίνουν καρπό όλο τον χρόνο και όπου οι θυ­σίες όχι μόνο εξασφαλίζουν την επικοινωνία με τους θεούς αλλά κα­ταλήγουν σε γιορτές στις οποίες συμμετέχουν και οι ίδιοι οι θεοί. Η Οδύσσεια διερευνώντας κατ’ αυτόν τον τρόπο τα ελαττώματα και τις υπερβολές αποσαφηνίζει τα θεμελιώδη χαρακτηριστικά του πολιτισμέ­νου βίου και, επιμένοντας ότι μόνο η Ιθάκη είναι επαρκής από αυτή την άποψη, το έπος υπογραμμίζει τη μοναδική αξία της ελληνικής ταυ­τότητας.

Εξετάζοντας τις αξίες των ομηρικών επών κατ’ αυτόν τον τρόπο, ανακαλύπτουμε πόσο συγγενής είναι ο κόσμος τους με τον κόσμο του Ησιόδου. Στην Ιλιάδα και την Οδύσσεια μπορεί η καλλιέργεια της γης και οι θυσίες στους θεούς να μη γίνονται ρητά αντικείμενο ηθικολο­γίας ή θεωρητικολογίας όπως στο Έργα και ημέραι και στη Θεογονία, αλλά έχουν θεμελιώδη σημασία. Στην Ιλιάδα και την Οδύσσεια θέματα πολιτικής εξουσίας συζητούνται με φόντο ένα σκηνικό -το στρατόπε­δο ενός στρατεύματος που επιδίδεται σε μακρόχρονη πολιορκία μιας πόλης και το παλάτι ενός απόντος επί μεγάλο χρονικό διάστημα βασι­λιά- που φαίνεται να απέχει πολύ από την καθημερινή πραγματικότη­τα που νιώθουμε τον πειρασμό να θεωρήσουμε ότι καθρεφτίζεται στην έριδα του Ησιόδου με τον αδελφό του Πέρση- τα ζητήματα όμως αυτά καθεαυτά που απασχολούν και τους δύο ποιητές δεν είναι ανόμοια. Όλα αυτά τα έπη ανήκουν σε έναν κόσμο στον οποίο η πολιτική εξουσία είναι αντικείμενο προς συζήτηση και εξέταση, όπου η εξουσία δεν εί­ναι απλώς κληρονομική, όπου η κοινωνική θέση συνδέεται στενά με την πρόσβαση στην εξουσία, αλλά όπου η τελευταία δεν εξαρτάται απόλυτα από την κοινωνική θέση. Η δημόσια ομιλία και η επιχειρημα­τολογία υπέρ ή κατά μιας υπόθεσης στην αγορά είναι φαινόμενα απολύτως φυσιολογικά σε αυτόν τον κόσμο και η ρητορική δεινότητα αφε­νός μεν θαυμάζεται αφετέρου δε είναι άκρως ανεπτυγμένη.

Ένα άλλο θέμα που απασχολεί αυτά τα έπη είναι η θέση των γυ­ναικών: η Πανδώρα του Ησιόδου σκιαγραφεί τη γυναίκα ως «δομικό πρόβλημα», γιατί ούτε με γυναίκα ούτε χωρίς γυναίκα μπορεί να ζήσει κανείς· η Ιλιάδα στρέφεται σε έριδες με αντικείμενο γυναίκες -ο Πάρης βιάζει/αποπλανεί την Ελένη, ο Αγαμέμνων αρνείται να λυτρώσει την κόρη του Χρύση και να πάρει τα λύτρα που του προσφέρει ο γέρο­ντας [Ιλιάδα Α' 1-33] και έπειτα την παραχωρεί αλλά απαιτεί σε αντάλ­λαγμα το γέρας του Αχιλλέα, τη Βρισηίδα- υπογραμμίζοντας ότι ο τρό­πος μεταχείρισης των γυναικών οδηγεί σε συγκρούσεις ανάμεσα στο ιδιωτικό και το δημόσιο συμφέρον· η Οδύσσεια παραλληλίζει τις δρα­ματικές περιπέτειες του Οδυσσέα με την αντίσταση που προβάλλει υπο­μονετικά η Πηνελόπη στις προτάσεις των μνηστήρων που αποβλέπουν στην ερωτική της κατάκτηση και μέσω αυτής στον θρόνο της Ιθάκης, και αποσαφηνίζει επανειλημμένα τον σημαντικό πολιτικό ρόλο που παίζει η ποθητή γυναίκα.

Όλες αυτές οι αξίες δεν απορρέουν από τους λίθους με τους οποίους είναι κτισμένα τα παραδοσιακά αυτά ποιητικά έργα, αλλά από τον τρόπο που είναι αρμολογημένοι. Θα μπορούσαν να δημιουργηθούν άπειρα εναλ­λακτικά έπη με θέμα πολέμους ή περιπλανήσεις, και δεν υπάρχει αμφι­βολία ότι δημιουργήθηκαν, απέδιδαν όμως αξία σε έναν πολύ διαφορε­τικό τρόπο ζωής. Στην Ιλιάδα η έμφαση στις αξίες της άμιλλας προκύ­πτει από όσα δεν λέγονται, από τα κενά ανάμεσα στους στίχους και όχι από τις στερεότυπες εκφράσεις που περιγράφουν πρόσωπα ή εγκρί­νουν πράξεις, και σ’ αυτό έγκειται η νεοτερικότητα αυτής της έμφα­σης. Ο ιστορικός, ενώ πρέπει να είναι άκρως επιφυλακτικός όταν υπο­θέτει ότι οποιοδήποτε αντικείμενο ή οποιοσδήποτε θεσμός που περιγράφεται στην Ιλιάδα ή την Οδύσσεια ανήκει στον κόσμο του ποιητή ο οποίος φέρει την ευθύνη για τα έπη με τη μορφή που τα γνωρίζουμε, δεν χρειάζεται να έχει κανέναν ενδοιασμό όταν υποθέτει ότι ο κόσμος στον οποίο έζησε ο ποιητής είχε αξίες κοινές με αυτές τις οποίες πραγ­ματεύονται τα έπη του.

Ο ΗΣΙΟΔΟΣ, Ο ΟΜΗΡΟΣ ΚΑΙ Η ΙΣΤΟΡΙΑ

Λίγα από τα ζητήματα που πραγματευτήκαμε στο προηγούμενο κεφά­λαιο φωτίζονται σοβαρά από τα ησιόδεια και τα ομηρικά έπη. Τα έπη Θεογονία, Έργα και Ημέραι, Ιλιάδα και Οδύσσεια είναι καλά όσον αφο­ρά την κινητικότητα ατόμων και ομάδων, αλλά όσον αφορά μεταβολές του πληθυσμού, των ταφικών εθίμων, των οικιστικών προτιμήσεων, της χωροθέτησης των ιερών και των συνηθειών που έχουν σχέση με τις προσφορές στους θεούς, δεν σημάδεψαν παρά ελάχιστα την ποιητική παράδοση. Και όταν περιγράφουν όντως τον υλικό κόσμο, ιδιαίτερους θεσμούς ή έθιμα, δεν μπορούμε να συναγάγουμε αυθαίρετα το συμπέ­ρασμα ότι τα αντικείμενα ή τα έθιμα που περιγράφονται ανήκουν στην εποχή που έζησε ο ποιητής ή ότι όλες οι λεπτομέρειές τους είναι οι­κείες στο ακροατήριο.

Η συνεισφορά των ησιόδειων και των ομηρικών επών στην ιστορία έγκειται όχι σε τυχόν πρόσθετες πληροφορίες που παρέχουν γύρω από θέματα τα οποία έχουν φωτίσει οι αρχαιολόγοι, αλλά στο γεγονός ότι μας δείχνουν τρόπους αντίληψης του κόσμου που, στην καλύτερη πε­ρίπτωση, μόνον αμυδρά μπορεί να φωτίσει η αρχαιολογία. Όπου η αρ­χαιολογία μπορεί να μας δώσει ορισμένες πληροφορίες σχετικά με το πού και το πώς λατρεύονταν οι θεοί, ο Ησίοδος μας δίνει μια ιδέα του αποχρώντος λόγου αυτής της λατρείας καθώς και τρόπους εξήγησης τους οποίους αρμόζει να επικαλεστεί κανείς για να ερμηνεύσει υλικά ίχνη οικεία από την αρχαιολογία. Όπου η αρχαιολογία μας δίνει απο­δείξεις μετακινήσεων των Ελλήνων από τόπο σε τόπο και επαφών τους με μη Έλληνες, η Οδύσσεια μπορεί να μας δώσει μια ιδέα για το πώς οι Έλληνες όριζαν τι εστί Έλλην αντιδιαστέλλοντας τα δικά τους έθιμα και τις δικές τους προτεραιότητες στα διαφορετικά έθιμα και τις δια­φορετικές προτεραιότητες των άλλων λαών- ειδικά η Θεογονία μπο­ρεί να προσθέσει στα στοιχεία από την ιστορία της τέχνης και της γρα­φής μια ιδέα για το πώς αξιοποιήθηκε παραγωγικά από τις ελληνικές κοινότητες η επαφή με ξένα έθιμα και ξένα αντικείμενα.

Τα ησιόδεια και ομηρικά έπη φανερώνουν άκρως ανεπτυγμένη αυ­τοσυνείδηση όσον αφορά τις ηθικές και πολιτικές αξίες. Η εκλεπτυ­σμένη πολιτική ρητορική, ιδίως στην Ιλιάδα, ο ζήλος με τον οποίο στα ησιόδεια έπη καταβάλλεται προσπάθεια να θεμελιωθούν οι ηθικές αξίες στη γενική κοσμοαντίληψη που κυριαρχεί και στα τέσσερα έπη και στην οποία περιλαμβάνονται και οι θεοί, καθώς και η ενδελεχής εξέταση των πηγών, της φύσης και των ορίων της εξουσίας, αποδεικνύουν ότι τις κοινότητες που αποτελούσαν το ακροατήριό τους τις χαρακτήριζε απα­ράμιλλη ωριμότητα αυτοανάλυσης. Και αυτό το στοιχείο πρέπει να το λαμβάνουμε πάντα υπόψη όταν αποπειρώμεθα να κατανοήσουμε τα υλικά ίχνη που κατέλιπε η ζωή των Ελλήνων την εποχή που πρωτακούστηκαν αυτά τα ποιήματα.

Το περιβάλλον της ποιητικής σύνθεσης

Τα ίδια τα ποιητικά αυτά έργα πρέπει να αντιμετωπίζονται ως έργα τέχνης που η ύπαρξη και η φύση τους χρειάζεται ερμηνεία. Ο κόσμος του Ησιόδου και του Ομήρου πρέπει να υπήρξε ένας κόσμος, στον οποίο οι συνθήκες που επικρατούσαν ήταν τέτοιες, ώστε καθιστούσαν δυνατή τη δημιουργία αυτού του είδους των ποιητικών έργων. Τα αφηγη­ματικά άσματα στην Ιλιάδα και την Οδύσσεια, όπως και στον Ησίοδο, φαίνεται πως ήταν σχετικά σύντομα, ότι αποτελούσαν μέρος μιας βρα­δινής ψυχαγωγίας και ότι οι αοιδοί μπορούσαν να τα απαγγέλλουν και να διακόπτουν την απαγγελία τους λίγο πολύ κατά βούληση. Εύκολα μπορούμε να φανταστούμε τη δημιουργία τέτοιων ποιημάτων, γραμμέ­νων όχι αναγκαστικά σε εξάμετρο, σε ένα λίγο πολύ ιδιωτικό περιβάλ­λον, ποιημάτων που εύκολα προσαρμόζονταν σε διάφορες περιστάσεις, όπως είναι οι αγώνες προς τιμήν του νεκρού Αμφιδάμαντος στους οποίους συμμετείχε και ο Ησίοδος. Η Ιλιάδα και η Οδύσσεια όμως δια­φέρουν, γιατί η έκτασή τους (η Ιλιάδα έχει 16.000 σχεδόν στίχους, η Οδύσσεια 12.000) καθιστά και τα δύο έπη εντελώς ακατάλληλα για οποιαδήποτε ιδιωτική εκδήλωση. Πέρα απ’ αυτό όμως ούτε φαίνονται σχεδιασμένα για κάποιο ειδικό τοπικό κοινό, ούτε έχουν στο επίκεντρό τους χαρακτηριστικά ιδιαίτερα οικεία σε μία δεδομένη περιοχή· παρότι οι μελετητές έχουν υποψιαστεί την ύπαρξη αδρών γεωγραφικών ανα­φορών, το περιβάλλον στο οποίο απαγγέλλονταν πρέπει να ήταν ένα περιβάλλον στο οποίο τοπικά φρονήματα και συμφέροντα έπαιζαν ελά­χιστο ρόλο. Είναι αποδεδειγμένη η μεταγενέστερη απαγγελία των επών σε θρησκευτικές γιορτές, και είναι δελεαστική η άποψη πως μόνο μια θρησκευτική γιορτή που προσελκύει κόσμο από ένα ευρύ φάσμα διαφορετικών πόλεων θα μπορούσε να δώσει τον χρόνο και να εξα­σφαλίσει το πανελλήνιο ενδιαφέρον που προϋποθέτουν η Ιλιάδα και η Οδύσσεια. Αρχαιολογικά αυτού του είδους οι γιορτές ανιχνεύονται μέσω του αριθμού και της ποικίλης προέλευσης των αναθημάτων που βρέθηκαν σε ορισμένα ιερά, ειδικά στην Ολυμπία, και τα οποία χρο­νολογούνται στο δεύτερο μισό του 8ου αι. π.Χ. (προγενέστερα ευρή­ματα αυτού του είδους δεν υπάρχουν). Επομένως θα ήταν λογικό να υποθέσουμε ότι τουλάχιστον η Ιλιάδα και η Οδύσσεια δεν είναι δυνατόν να έχουν δημιουργηθεί πριν από το 750 περίπου π.Χ., έτσι όμως δεν έχουμε παρά μόνο την πρωιμότερη δυνατή χρονολογία σύνθεσης των επών. Το ερώτημα πότε ακριβώς τραγουδήθηκαν πρώτη φορά με τη μορφή ουσιαστικά με την οποία μας έχουν παραδοθεί είναι πολύ δυσκολότερο να απαντηθεί.

Εάν η Ιλιάδα και η Οδύσσεια απαιτούσαν ιδιαίτερες ιστορικές συν­θήκες για να δημιουργηθούν, απαιτούσαν ιδιαίτερες ιστορικές συνθήκες και για να επιβιώσουν. Προγενέστερα έργα της προφορικής επικής πα­ράδοσης εξαφανίζονταν επί αιώνες χωρίς να αφήνουν κανένα ίχνος, με εξαίρεση όσα ενσωματώνονταν σε μεταγενέστερα ποιητικά έργα: γιατί δεν εξαφανίστηκαν με τον ίδιο τρόπο και τα ομηρικά έπη; Η επιβίωση της Ιλιάδας και της Οδύσσσειας δεν θα ήταν εφικτή, εάν δεν είχε συμβεί κάτι στην προφορική παράδοση. Τα αρχαιότερα κείμενα των ομηρικών επών που σώζονται χρονολογούνται στον 3ο αι. π.Χ. και τα αρχαιότερα κείμενα για τα οποία έχουμε ακούσει χρονολογούνται στα μέσα του 6ου αι. π.Χ. Αυτή την εποχή τα εκτελούσαν οι λεγόμενοι ραψωδοί οι οποίοι απάγγελναν αποσπάσματά τους σε ποιητικούς αγώνες. Άραγε πότε και πώς η δημιουργική προφορική παράδοση που κατέστησε δυνατή τη μνη­μειακή σύνθεση της Ιλιάδας και της Οδύσσειας μεταμορφώθηκε σε μη δημιουργική παράδοση επανάληψης ενός υπάρχοντος ποιητικού έργου;

Υπάρχουν δύο ερμηνείες του τέλους της προφορικής ποιητικής πα­ράδοσης και των απαρχών της παράδοσης των ραψωδών. Η μία ερμη­νεία στηρίζεται στο περιβάλλον μέσα στο οποίο γνωρίζουμε ότι ελάμβανε χώρα η επανάληψη από τους ραψωδούς, στο περιβάλλον το οποίο μπορούμε να θεωρήσουμε αξιωματικά ότι κατέστησε δυνατή τη δημιουρ­γία του μνημειακού έπους, δηλαδή των θρησκευτικών γιορτών. Είναι λογικό να σκεφτεί κανείς ότι οι γιορτές, και ιδιαίτερα όσες περιλάμ­βαναν αγώνες (Κείμενο 23), δημιούργησαν ζήτηση τυποποιημένων δια­γωνισμών, προκαλώντας έτσι τη μετάβαση από την παραγγελία ενός άσματος κατάλληλου για την εκάστοτε περίσταση, όπως συμβαίνει στη Φαιακία, στην απαίτηση επανειλημμένης παρουσίασης ενός μόνο κειμένου «διαγωνισμού». Η άλλη εξήγηση προσφεύγει στην τεχνολογία: η μετάβαση από την προφορική σύνθεση στην επανάληψη ενός παγιωμένου κειμένου οφείλεται, υποστηρίζουν όσοι την ασπάζονται, στη γραφή η οποία κατέστησε δυνατή την ύπαρξη οριστικού κειμένου. Μάλιστα μερικοί θεωρούν πως η ιδέα ότι μπορεί να υπάρξει οριστικό κείμενο ήταν απόρροια της δυνατότητας καταγραφής του.

Την πιθανότητα ότι υπήρξε εξ αρχής γραπτό κείμενο των ομηρικών επών ενισχύουν ίσως τα ησιόδεια έπη. Τα «αυτοβιογραφικά» στοιχεία που περιλαμβάνονται σε αυτά και οι ενδείξεις πιθανών μεταγενέστερων προ­σθηκών σε ένα υπάρχον κείμενο από τον ίδιο τον ποιητή ενθάρρυναν την πεποίθηση ότι ο Ησίοδος συνέθεσε το έργο του με τη βοήθεια της γρα­φής. Όπως όμως και να έχουν τα πράγματα με τον Ησίοδο, η έκταση των ομηρικών επών δυσχεραίνει εξαιρετικά την καταγραφή τους· άλλω­στε στη μεταγενέστερη αρχαία παράδοση δεν διατηρείται η ανάμνηση ενός οριστικού πρώιμου κειμένου, στην παράδοση ξεχωρίζει μία μόνο στιγμή, η στιγμή κατά την οποία ο Ίππαρχος, ο γιος του Πεισίστρατου, λέγεται πως έφερε τα ομηρικά έπη στην Αθήνα και όρισε να απαγγέλλονται από ραψωδούς στα Παναθήναια (Πλάτων, Ίππαρχος 228b). Ο επιφανειακός χρωματισμός τους από την αττική διάλεκτο υποδηλώνει ότι η μετάδοσή τους μέσω Αθηνών επηρέασε αποφασιστικά το κείμενο των ομηρικών επών που έχουμε, αν και υπάρχουν επίσης γραμματικοί τύποι που ίσως να εξηγούνται καλύτερα με βάση την υπόθεση ότι είχε προϋπάρξει γρα­πτή παραλλαγή τους στην ανατολική ιωνική διάλεκτο. Κατά την ελλη­νιστική εποχή υπήρξαν σημαντικές αποκλίσεις στις λεπτομέρειες μετα­ξύ του ενός και του άλλου κειμένου, γι’ αυτό από την αρχαιότητα ακό­μη ορισμένοι φιλόλογοι θέλησαν να αφαιρέσουν ακόμη και ολόκληρες ραψωδίες θεωρώντας ότι δεν ήταν έργα του «Ομήρου». Λίγες από τις αποκλίσεις αυτές έχουν μεγάλη σημασία, οι παραλλαγές είναι εξαιρετι­κά συνήθεις σε όλα τα αρχαία κείμενα, καθιστώντας σαφές ότι ακόμη και σε ένα γραπτό μπορούσαν να γίνονται ελεύθερα διάφορες επεμβά­σεις, προσθήκες ή μετατροπές.

Η πιθανότητα να έχουν γίνει προσθήκες στα ομηρικά έπη μετά τη μνημειακή τους σύνθεση καθιστά τη χρονολόγησή τους άκρως προβλη­ματική. Όπως είδαμε, τα ομηρικά έπη περιγράφουν αντικείμενα προη­γούμενων εποχών που διατηρήθηκαν στην ποιητική παράδοση. Ίσως νο­μίσει κανείς ότι χρονολογούνται από την εποχή ή την αμέσως μεταγενέστερή της στην οποία χρονολογούνται τα πιο πρόσφατα αντικείμενα που περιγράφουν, αλλά αυτό δεν ισχύει διότι εκείνα τα οποία είναι σχε­δόν βέβαιο πως αποτελούν προσθήκες σε ένα ουσιαστικά δεδομένο κεί­μενο είναι ακριβώς τα εκάστοτε «σύγχρονα» αντικείμενα. Από αυτή την άποψη είναι εντυπωσιακό το γεγονός ότι ελάχιστα αντικείμενα στα έπη μπορούν να χρονολογηθούν πριν από το 650 π.Χ., ενώ ένας αριθμός άλ­λων αντικειμένων (όπως η ασπίδα με τη Γοργώ του Αγαμέμνονα, Ιλιάδα Λ' 32-40) ίσως να χρονολογούνται στο πρώτο μισό του 7ου αι. π.Χ., πράγμα που συμφωνεί με την πιθανότητα η αναφορά στον πλούτο των Θηβών της Αιγύπτου να μετατοπίζει τη χρονολογία καταστροφής αυτής της πόλης στο 663 π.Χ. (Ιλιάδα Θ' 381-4). Η αναφορά στην αιγυπτιακή Θήβα είναι ιδιαίτερα σημαντική, επειδή τα συμφραζόμενά της είναι τέτοια ώστε η εξάλειψή της θα μετέβαλλε ουσιαστικά τη φύση του ποιήματος. Η συμ­φωνία αυτή υποδηλώνει ότι τα κείμενα των επών είχαν παγιωθεί μέχρι περίπου το 650 π.Χ., αλλά όχι πολύ πριν από αυτή τη χρονολογία· επί­σης φαίνεται λογική η υπόθεση ότι η Ιλιάδα και η Οδύσσεια που γνωρί­ζουμε δεν δημιουργήθηκαν πολύ πριν από αυτή τη χρονολογία.

Εξίσου δύσκολη είναι η ακριβής χρονολόγηση των έργων του Ησιό­δου- πάντως το πιθανότερο είναι ότι σε γενικές γραμμές ή συμπίπτουν χρονικά με τα ομηρικά έπη ή είναι ελαφρώς προγενέστερό τους. Ο Ησίο­δος δεν περιγράφει αντικείμενα που θα μπορούσαν να χρονολογηθούν με βάση αρχαιολογικά τεκμήρια, αλλά οι αγώνες προς τιμήν του νεκρού Αμφιδάμαντος στη Χαλκίδα, που αναφέρει, μπορεί να συνδέονται με τον πόλεμο του Ληλαντίου ανάμεσα στη Χαλκίδα και την Ερέτρια (βλ. σ. 223). Η τακτική που λέγεται ότι εφαρμόστηκε σε αυτό τον πόλεμο και οι πι­θανές, σύμφωνα με τα αρχαιολογικά κατάλοιπα, συνέπειές του, υποδη­λώνουν ότι έλαβε χώρα γύρω στα 700 π.Χ. ή λίγο αργότερα. Ακριβέστε­ρη χρονολόγηση των ησιόδειων ποιημάτων είναι μη ρεαλιστική· ενόψει δε της φύσης των ιστορικών μαρτυριών που περιέχουν -ενδείξεις για αξίες και ενδιαφέροντα που μεταβάλλονται μάλλον μεσοπρόθεσμα και όχι βρα­χυπρόθεσμα- αυτή η γενική χρονολόγησή τους στις αρχές του 7ου αι. π.Χ. αρκεί. Σε κάθε περίπτωση τόσο τα ομηρικά όσο και τα ησιόδεια έπη εί­ναι συνθέσεις αρκετά μεταγενέστερες από τα τέλη του 9ου αι. π.Χ. που φαντάζεται ο Ηρόδοτος (Ηρόδοτος 2.53).

ΠΟΙΑ... “ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ”;

“Η ίδια είσαι εσύ, Δημοκρατία, αφρόντιστη και κακογερασμένη,
βρώμικη και ντυμένη με κουρέλια που δεν σου πρέπουν”
(παράφραση του Ομήρου, “Οδύσσεια” Ω 249-250)

Δύο από τις πιό χαρακτηριστικές ιδιότητες αυτού του μεταελληνικού κόσμου στον οποίον ζεί εδώ και 16 αιώνες η ανθρωπότητα, είναι η υπερβολική ασάφεια και η μεγάλη δεξιοτεχνία στην παραποίηση. Αυτή η ίδια η προέλευση άλλωστε του συγκεκριμένου “πολιτισμού” που τώρα κυριαρχεί, προϋποθέτει αξιωματικά κάτι τέτοιο, αφού ένας πολύ πονηρός τρόπος για να κρύβει κανείς την όποια ανεπιθύμητη, για αυτόν, αλήθεια είναι να μιλάει ακατανόητα ή με ασάφεια, αλλά και να παραχαράζει ή να παραποιεί γεγονότα και νοήματα. Ο E. A. Ράουτερ παρατηρούσε από την δεκαετία του 60 κιόλας ότι “όσο ασαφέστερα εκφράζεται κανείς, τόσο περισσότερο μένει κρυμμένο το ψέμα που υπάρχει στον λόγο του..” (“Η Κατασκευή Υπηκόων”) ΔΕΣ: Σχολεία: H Κατασκευή Υπηκόων    

Οι αρχαίοι, αβάπτιστοι και πραγματικοί Έλληνες πρόγονοί μας, έδιδαν μεγάλη προσοχή στην ακριβολογία, για αυτό άλλωστε και έφθασαν την ανθρώπινη νόηση στα ύπατα ιστορικά της σημεία. Κάθε λέξη σήμαινε ένα πολύ συγκεκριμένο πράγμα, ούτε ένα χ παραπλήσιο, ούτε ένα ψ παρόμοιο. Από τους ομηρικούς κιόλας χρόνους, βρίσκουμε να χρησιμοποιούν εν συνόλω δώδεκα (12 !!!) ρήματα για το “βλέπω”, και συγκεκριμένα τα βλέπειν, θεωρείν, ειδείν, οράν, λεύσσειν, αθρείν, θεάσθαι, σκέπτεσθαι, όσσεσθαι, δενδίλλειν, δέρκεσθαι και παπταίνειν, ένα διαφορετικό δηλαδή ρήμα για κάθε διαφορετικό κοίταγμα.      

Γίνεται σαφές εδώ λοιπόν ότι όποιος θέλει να πολεμήσει ενάντια στον “πολιτισμό” της ασάφειας και της παραποιήσεως, οφείλει, πριν από οτιδήποτε άλλο, να υπερασπισθεί και να παλινορθώσει το ΑΥΘΕΝΤΙΚΟ ΝΟΗΜΑ των λέξεων και των όρων. Διαφορετικά ασταμάτητα θα ιδρώνουμε και θα ματώνουμε σε κύκλους, αναπαράγοντας κυκλικά την απέραντη αχρηστία, όπως εκείνοι που ματαίως αγωνίσθησαν με τη λέξη “σύντροφος” στο στόμα, αγνοώντας ωστόσο παντελώς τι πραγματικά σημαίνει αυτή η λέξη, η πιό παρεξηγημένη λέξη του 20ου αιώνος, όπως και η λέξη “Θεός” κατέληξε η πιό παρεξηγημένη των τελευταίων δύο χιλιετιών.     

Στα τέλη του 18ου αιώνος, με τις, πολύ χρήσιμες για την ανθρώπινη ελευθερία, γκιλοτίνες των Γιακωβίνων, επανήλθε στο ιστορικό προσκήνιο ο αρχαιοελληνικός όρος “Δημοκρατία” που μέσα σε δύο μόνον αιώνες κατόρθωσε, όχι ο ίδιος βεβαίως αλλά μία παρωδία του που λέγεται “Κοινοβουλευτισμός”, να καλύψει ολόκληρη την ανθρωπότητα. Σήμερα όλοι είναι, ή παριστάνουν ότι είναι.. “Δημοκράτες”, ο δε πλανήτης κατακλύζεται από.. εμμεσό-“Δημοκρατίες” παντός είδους: αστικοκοινοβουλευτικές, βασιλευόμενες, στρατοκρατικές, τηλεοπτικές, φασιστικές και πάει λέγοντας, προς αύξηση των δόσεων της διαστρεβλώσεως και της αχρηστεύσεως των εννοιών.  

Τι εστί ωστόσο Δημοκρατία; Πέρα από τους όποιους ισχυρισμούς των σύγχρονων απατεώνων και μεταπρατών του όρου (και αυτοί είναι δισεκατομμύρια..), αυτός ο όρος, τον οποίο γέννησε η υψηλή ακριβολογία των πολυθεϊστών πραγματικών Ελλήνων της αρχαιότητος, σημαίνει ΚΥΡΙΑΡΧΙΑ ΤΟΥ ΔΗΜΟΥ, δηλαδή ΑΜΕΣΗ διαχείριση των πολιτικών πραγμάτων από το εύτακτο σώμα των ενεργών πολιτών. Η ερμηνεία αυτή, δημιουργεί ωστόσο από μόνη της πρόβλημα, αφού εισάγει ως απαιτούμενα, δύο παντελώς ξένα προς την σύγχρονη ψευτο-“Δημοκρατία” στοιχεία, δηλαδή την ΑΜΕΣΟΤΗΤΑ (Άμεση Δημοκρατία) και την πολιτική ΑΥΤΕΝΕΡΓΕΙΑ.    

Για τους προγόνους μας, τους πραγματικούς και αβάπτιστους Έλληνες, η Δημοκρατία αποτελούσε την ανώτατη βαθμίδα της πολιτικής Τέχνης, δηλαδή της διαχειρίσεως των πραγμάτων της Πατρίδος / Μητρίδος “Πόλεως” η οποία οριζόταν όχι με τρόπο μαγικό αλλά απτό, λογικό και άρα πλήρως κατανοήσιμο. Η Πατρίς / Μητρίς “Πόλις” (εκ της οποίας άλλωστε και η λέξη “Πολιτική”) μπορούσε να καταμετρηθεί και ορισθεί. Ήταν το σύνολο των κληρονομημένων χωμάτων που στοιχειώνονταν από τη σποδό των πατέρων και από τους φυλετικούς και οικογενειακούς Θεούς.   

Μία “Πόλις” δεν ήταν ωστόσο μόνον τα χώματα ή τα σπίτια της, όπως η ρωμαϊκή Urbs. Αυτό που επιπροσθέτως κοσμούσε τον όρο, ήταν η ύπαρξη του Δήμου, της ΜΟΙΡΑΣΙΑΣ δηλαδή των υποχρεώσεων και δικαιωμάτων, μέσα από (αυτο)θεσμούς που έδεναν σε συμπαγές πολιτικό σώμα τους πολίτες. Για τους πραγματικούς Έλληνες, δεν υπήρχε η σύγχρονη διάσταση, έως αντιπαλότητος, του προσωπικού στοιχείου από το πολιτικό, της προσωπικής συνειδήσεως από την κοινοτική. Δεν νοείτο για τους Έλληνες αδιαφορία για τα πολιτικά πράγματα ή αποφυγή σαφούς θέσεως, ιδίως σε περιπτώσεις διαμαχών.      

Αυτή η συμμετοχή, αυτή η μοιρασιά που προϋπέθετε η ύπαρξη του ΔΗΜΟΥ, γέννησε πολύ σύντομα ένα θαυμαστό χαρακτηριστικό του Έλληνος Ανθρώπου που λέγεται Παρρησία. Η Παρρησία, από το πάς και ρήσις, δεν είναι παρά η υποχρέωση να εκφέρει ο ελεύθερος άνθρωπος με κάθε κόστος τη γνώμη του, ακόμη και σε βάρος της προσωπικής τους ασφάλειας. Και δεν είναι φυσικά διόλου τυχαίο το ότι η λέξη “Παρρησία”, εξηφανίσθη μετά την πλήρη καταστροφή των Ελληνικών πολιτικών θεσμών (λ.χ. διάλυση επί Γιουτπράδα / Ιουστινιανού των τελευταίων Βουλευτηρίων των ελληνικών πόλεων) από τους εκχριστιανισμένους Ρωμαίους, που κακώς ονομάζονται “Βυζαντινοί”, και έκτοτε σε ελάχιστες μόνο περιπτώσεις, και αυτές στους σύγχρονους καιρούς μόνο, επέστρεψε αυτή ξανά στο αυθεντικό της νόημα και μέγεθος.     

“Αυτό το κάτι” που τσάκισε την ελληνική ΑΥΤΟΘΕΣΜΙΣΗ είχε, φυσικά, και όνομα, είχε και ιδεολογία. Αυτό που ενδιαφέρει εδώ τον γράφοντα, είναι ωστόσο η απαρίθμηση απλώς των προτεινομένων “αυτού του κάτι” προς τον άνθρωπο: σε προσωπικό επίπεδο αναχωρητισμό και ιδιώτευση και σε πολιτικό επίπεδο, αν μπορεί να λεχθεί πολιτικό, βασιλεία του τρόμου και ασυδοσία των θεοκρατών, των εχθρών του ανθρώπινου πνεύματος, των συνωμοτών και των ευνούχων παρακοιμωμένων, ζέχνοντα φαινόμενα που σήμερα έχουν επιβιώσει μεταλλαγμένα μέσα στην γενική διαφθορά του συστήματος της Παγκοσμίου Ιερουσαλήμ που διοικεί τον πλανήτη. Στην Παρρησία των Ελλήνων η χριστιανική αντιπρόταση υπήρξε, για το παρελθόν, το παρόν αλλά και το μέλλον μας, δουλοπρέπεια, κρυψίνοια και προς τα κάτω εξισωτισμός.

Ο κόσμος των Ελλήνων Εθνικών της αρχαιότητος, ανέπτυξε και δόξασε, αν όχι τις πρώτες, τουλάχιστον τις βέλτιστες των πολιτικά αυτοθεσμιζόμενων κοινωνιών που ενεφανίσθησαν πάνω σε τούτο τον πλανήτη. Λειτούργησε μέσα από κοινωνίες που κατά θαυμαστό τρόπο το ατομικό και το δημόσιο συμφέρον υπήρξαν απολύτως ταυτόσημα. Λειτούργησε μέσα από κοινωνίες που όριζαν την έννοια “ελευθερία” όχι ως ατομική συλλογή δικαιωμάτων άμυνας απέναντι σε μία διαχωρισμένη Εξουσία και απέναντι σε ανταγωνιστές συνυπήκοους (συν-υπακούοντες), αλλά, αντίθετα, ως το δικαίωμα του ενεργού πολίτη στην αξιοπρέπεια και την αυτορρύθμιση της καθημερινής του ζωής.

Όλα αυτά, η ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ δηλαδή, για τους χριστιανούς δεν ήσαν παρά “Πολίτευμα του Διαβόλου” (civitas diaboli κατά τον Ευσέβειο Καισαρείας). Αντιπρότειναν λοιπόν για πολλούς αιώνες μία στυγνή θεοκρατική Αυταρχία της Μοναρχίας και της Εκκλησίας πάνω σε απρόσωπους και ταπεινωμένους πνευματικά και πολιτικά υπήκοους. Στην “Βουληφόρο Αγορά” των πολυθείστών Ελλήνων, σε αυτόν τον ψυχογεωγραφικό χώρο που μέσα του, η κίνηση των ιδεών, ο Διάλογος και η λογική επιχειρηματολογία και γνώμη θεσμοποιούντο ως απαραίτητες προϋποθέσεις για την ανθρώπινη ιδιότητα, σε αυτόν τον χώρο που τον ενέπνευσαν Βουλαίοι, Αγοραίοι, Θέσμιοι, Φίλιοι, Εταιρείοι και Λεσχανόριοι Θεοί, αντιπρότειναν οι χριστιανοί την πλήρη κατάργηση όλων των πολιτικών θεσμών, εκμηδένιση του Διαλόγου και της λογικής επιχειρηματολογίας και γνώμης, ορίζοντας ως μοναδικό κοινωνικό (και όχι μόνο) θεσμό την... Εκκλησία. Το άτομο δεν δικαιούτο πλέον ν’ αγορεύει ενώπιον πλήθους ατόμων. Το δικαίωμα του λόγου το είχαν πλέον μόνο οι κρατούντες, σε έναν εφιαλτικό λόγο δίχως αντίλογο και μήτε καν στους ναούς δεν επιτρέπονταν (ούτε άλλωστε και σήμερα επιτρέπονται) οι ερωτήσεις ή οι αγορεύσεις από την απρόσωπη βάση.

Στα τέλη του 18ου αιώνος, όπως ήδη προείπαμε, η καρμανιόλα γκρέμισε την θεοκρατία, δεν μπόρεσε όμως να παλινορθώσει την πραγματική Δημοκρατία, δηλαδή την Άμεση, παρά τις κραυγές αρκετών “Ορεινών” ενάντια στην απάτη των εκπροσωπήσεων. Αυτό που επεκράτησε παγκοσμίως, ήταν τελικά ο αστείος αγγλικός “Κοινοβουλευτισμός”, ενώ από την γαλλική έκρηξη έμεινε τελικά ο αφελής εξισωτισμός του “εγκαλιτέ” που, αντίθετα από την πραγματική Δημοκρατία, επέτρεψε το ανέβασμα στο πολύ δύσκολο βάθρο του πολίτη, του οποιουδήποτε είχε απλώς.. ανθρώπινο σχήμα και ήξερε να.. ομιλεί: “.. η σύγχρονη δυτική πολιτική κουλτούρα έχει δημιουργηθεί επί τή βάσει ουτοπικών ιδανικών και ειδικά πάνω στην αντιφατική ουτοπία της Γαλλικής Επανάστασης.. της οποίας ο υποτιθέμενος μετασχηματισμός σε πολιτιστική πραγματικότητα, σήμαινε την σταθεροποίηση και την εξασφάλιση των δικαιωμάτων του ανθρώπου, αλλά δεν προέβαλλε επίσης και τις υποχρεώσεις του πολίτη” (Παν, Ν. Χιώτης, “Η Παράδοση του Διαφωτισμού στην Ελλάδα”, Ενάλιος, Αθήναι 1998, σελ. 306).

Αυτή η έκπτωση της Δημοκρατίας και του πολίτη οδήγησε τάχιστα σε αυτό που σήμερα όλοι μας διαπιστώνουμε γύρω μας, παρά το ότι σχεδόν κανείς δεν τολμάει να το ομολογήσει. Ένας τερατώδης συνδυασμός σκληρής ολιγαρχίας (πολύ επικίνδυνης μάλιστα αφού υποτίθεται ότι είναι, συν τοις άλλοις, και.. εκλεγμένη) και πλήρους “βλακοκρατίας” (στα μέτρα που τοποθέτησε σοφά τον όρο ο αείμνηστος Ευάγγελος Λεμπέσης) έρχεται σαν νέα απόλυτη αλήθεια, λες και δεν μας έφθανε η αλαζονεία του Χριστιανισμού, να ποζάρει ως το βέλτιστο τάχα Πολίτευμα, τη στιγμή που δεν αποτελεί παρά μία χυδαία παραποίηση της αληθινής, πατρογονικής και ΑΜΕΣΗΣ Δημοκρατίας των προγόνων μας.  

Η πραγματική και ΑΜΕΣΗ Δημοκρατία προϋποθέτει την εύκολη πρόσβαση του πολίτη στα αξιώματα της Εξουσίας, κάτι που ο σημερινός Κοινοβουλευτισμός δεν προσφέρει, με τα πλαφόν ποσοστών (στη χώρα μας μάλιστα μηδενίζεται ο όποιος πολιτικός λόγος αδυνατεί να ξεπεράσει το 3% των ψήφων), τις μη απλές αναλογικές και τα τεράστια οικονομικά μεγέθη που απαιτούνται για μία στοιχειωδώς αποτελεσματική προεκλογική προσπάθεια: “Ολιγαρχικό πολίτευμα υπάρχει όταν εξουσιάζουν το πολίτευμα εκείνοι που έχουν περιουσίες” τονίζει πολύ σωστά και με κάθε σαφήνεια ο Αριστοτέλης (“Πολιτικά” 1279β, 18). Προϋποθέτει επίσης την βουληφορία ΜΟΝΟΝ των ενεργών, ελευθεροφρόνων και πληροφορημένων πολιτών, αφού η εξίσωση των τελευταίων, μέσω της τρελής “λόγικής” μία ψήφος προς μία ψήφο, με τους αδιάφορους, τους φοβικούς και εν πλήρει άγνοια τυγχάνοντες, αποτελεί ουσιαστικά μία απαξίωση του ανθρώπου και μία τυραννία των αθλίων: “Ο πολιτισμός που προβάλλει την ισότητα του ατόμου ενώπιον του νόμου και την αδελφοσύνη βασισμένη στον χριστιανικό ηθικό κώδικα, είναι ένας πολιτικά, μορφωτικά και κοινωνικά κουτσουρεμένος πολιτισμός, γιατί αφήνει εκτός του πεδίου του την αρετή του ανθρώπου” (Π. Ν. Χιώτης, ως άνω, σελ. 307)    

Αυτές οι σημειώσεις του γράφοντος πάνω στην αληθινή φύση της Δημοκρατίας, ίσως ενοχλήσουν πολλούς και διάφορους υπηρέτες της απαξιωτικής και παραποιητικής Παγκοσμίου Ιερουσαλήμ. Λυπούμεθα πολύ ωστόσο, διότι στο θέμα αυτό θα επανέλθουμε πολύ σύντομα και μάλιστα με λεπτομερέστερες θέσεις και προτάσεις, τις οποίες κρίνουμε πλέον υπερεπείγουσες σε μία εποχή που εκλέγονται βουλευτές όχι πρόσωπα που χαρακτηρίζονται από πολιτική δράση ή ιδεογένεση αλλά διάφορες “διάσημες” φάτσες που προβάλλει -και άρα επιβάλλει στους τηλεβλάκες- το τηλεοπτικό τζάμι. Θα επανέλθουμε λ.χ. για την δίκαιη αυτοπεριθωριοποίηση των αδιάφορων για τα κοινά με την πρόσκληση, για παράδειγμα, των τακτικών, ενεργών και άρα φυσιολογικών πολιτών, να ψηφίζουν με τη βοήθεια της πληροφορικής ΣΕ ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ ΒΑΣΗ, τα νομοσχέδια που ένα απλό νομοπαρασκευαστικό σώμα, στη θέση της σημερινής Βουλής, θα συνθέτει και απλώς θα εισηγείται στον ΕΝΕΡΓΟ ΔΗΜΟ. ΔΕΣ: Ποια είναι η πατρίδα των Ορθόδοξων χριστιανών; 

Αυτά τα ολίγα και ελπίζει ο γράφων να μην έγινε υπέρ το δέον κουραστικός, ή, ακόμη χειρότερα, ενοχλητικός. Αν, πάντως, κάποιοι αισθάνονται εξαιρετικά άβολα για την αμείλικτη από μέρους του καταδίκη των βλακοκρατών και απαξιωτών της πολιτικής θέσεως, πράξεως, και εν τέλει ΜΕΘΕΞΕΩΣ, αν κάποιοι επίσης αγνοούν την επίσης αμείλικτη ρήση του Θουκυδίδου (Β, 40) ότι αυτός που δεν συμμετέχει στα κοινά πράγματα δεν είναι “φιλήσυχος” αλλά “αχρείος”(χαμένο κορμί, άχρηστος), λυπούμεθα αλλά πολύ ελάχιστα μπορούμε να πράξουμε για να τους ηρεμήσουμε. Άπαντες, ας θυμόμαστε πάντως, για επιδόρπιο, ότι η αρχή της υποδουλώσεώς μας εντοπίζεται στο σημείο που, εμείς οι ίδιοι, θεωρούμε μία σειρά από κακώς κείμενα πράγματα ως άξια να απολαμβάνουν αιωνίως ασυλίας και απυροβλήτου. Η αρχή της υποδουλώσεώς μας εντοπίζεται επίσης στο σημείο που μας έχουν κάποιοι άλλοι πείσει ότι ΟΛΕΣ τάχα οι σκέψεις που κουβαλάμε στο κεφάλι μας, είναι απολύτως δικές μας.

Η Αλήθεια και η φύση της σκέψης

Η Πραγματικότητα μπορεί να Βιωθεί μόνο με την Άμεση Επαφή με αυτό που συμβαίνει, στο Απόλυτο Παρόν, Εδώ, Τώρα, κι όχι μέσα από άλλες γνωστικές διαδικασίες, όπως η σκέψη ή η έμμεση πληροφόρηση. Η σκέψη δεν αποτελεί άμεση γνωστική διαδικασία, δεν είναι άμεση επαφή με το πραγματικό που είναι και το αληθινό. Η σκέψη είναι μια έμμεση διαδικασία που συλλαμβάνει κι εκφράζει ένα «νόημα» για την πραγματικότητα και τα πράγματα. Το «νόημα» που εκφράζεται αποκτά περιεχόμενο κι αξία όχι από αυτό το ίδιο που «λέγεται» αλλά από την συσχέτισή του με αυτό στο οποίο αναφέρεται, με το «αντικείμενο». Ολόκληρη η σκέψη, κάθε σκέψη, κάθε νοητική σύλληψη-έκφραση, έχει αυτόν τον έμμεσο χαρακτήρα αφού μιλά για ένα αντικείμενο που είναι «μακριά», απέναντι.

Η σκέψη, από την φύση της, σαν αναπαραστατική διαδικασία, δεν ενώνει με το αντικείμενο αλλά απλά αναφέρεται σε αυτό, «μιλά» για αυτό, και δεν μπορεί ποτέ να ξεπεράσει αυτό το χάσμα, δεν μπορεί ποτέ να γίνει άμεση γνώση, επαφή με το πραγματικό, που είναι βιωματική εμπειρία του πράγματος. Αυτό σημαίνει ότι όταν σκεφτόμαστε βρισκόμαστε στην αναπαραστατική τεχνητή πραγματικότητα της σκέψης κι όχι στην ζωντανή πραγματικότητα. Ό,τι κι αν συλλάβουμε με την σκέψη, τον Θεό, την Αλήθεια, την Πραγματικότητα, θα μένει πάντα διαχωρισμένο από εμάς, δεν μπορούμε να το βιώσουμε με αυτόν τον τρόπο (όχι με την σκέψη), γιατί αυτό που συλλαμβάνουμε είναι η εικόνα, το «νόημα», όχι το πραγματικό.

Η λειτουργία της διανόησης, της σκέψης, μπορεί να μας χρησιμεύσει σαν θεωρητική εξέταση που θα καθοδηγήσει την πρακτική εφαρμογή στον εξωτερικό κόσμο, αλλά αυτή η λειτουργία είναι τελείως άχρηστη όταν στρεφόμαστε εσωτερικά και θέλουμε να την εφαρμόσουμε στο Εσωτερικό Άγνωστο που Υπάρχει πέρα από την σκέψη, γιατί το Άγνωστο είναι Κάτι τελείως Αφηρημένο, Χωρίς Ιδιότητες. Είναι Κατάσταση Ύπαρξης κι όχι συγκεκριμένο αντικείμενο. Εισχωρώντας στον Χώρο του Αγνώστου πρέπει να μάθουμε να Είμαστε Διαφορετικοί, εμείς οι ίδιοι κι όχι (όπως στον κόσμο της δυαδικότητας) να προσεγγίσουμε ένα αντικείμενο. Με άλλα λόγια πρέπει να το Βιώσουμε Αυτό, να έχουμε βιωματική επαφή μαζί Του.

Για αυτό κι η Οδός που Οδηγεί στο Πραγματικό, στο Αληθινό, πηγαίνει πέρα από την σκέψη, πέρα από την λειτουργία της σκέψης, δηλαδή της έμμεσης γνωστικής διαδικασίας που μιλά για το αντικείμενο, στην άμεση επαφή με το αντικείμενο, με αυτό που συμβαίνει πραγματικά, μέσα στην οποία (επαφή) διαλύεται κάθε «απόσταση», κάθε διαχωρισμός. Η Άμεση Επαφή με το Πραγματικό προϋποθέτει ακριβώς το ξεπέρασμα της έμμεσης γνωστικής διαδικασίας και της αυταπάτης ενός ξεχωριστού εαυτού (και της δυαδικότητας που συνεπάγεται αυτός ο «διαχωρισμός») και του εικονικού κόσμου που δημιουργούν αυτές οι διαδικασίες.

Η Αλήθεια Είναι Έξω από την σκέψη. Η σκέψη μπορεί να μιλά όσο θέλει για την Αλήθειας αλλά ποτέ δεν μπορεί να την προσεγγίσει, γιατί ποτέ το φανταστικό, το τεχνητό, το ψεύτικο, δεν μπορεί να γίνει Αληθινό.

Διαλύει τελικά ο Λόγος την πλάνη;

Ο Λόγος επιβάλλεται στην πλάνη, αυτό είναι προφανές. Το απέδειξε η πνευματική ιστορία της ανθρωπότητας, το απέδειξε η αναγέννηση των Ιώνων φιλοσόφων και η Αναγέννηση στην Ευρώπη τον 15ο αιώνα, το πρόβλημα είναι πως δεν την διαλύει αυτόματα. Τέτοιες συνειδησιακές αλλαγές στον άνθρωπο δεν γίνονται από την μια μέρα στην άλλη, θέλουν βάθος χρόνου και μάλιστα σε επίπεδο κοινωνίας αρκετές γενιές.

Ο άνθρωπος είναι έλλογο ον και θέλει δεν θέλει το λογικό του, ο νους του, δουλεύει σε κάποιον βαθμό, άσχετα αν οι θρησκείες προσπαθούν στον τομέα αυτό να τον αποκοιμήσουν, να τον διαστρεβλώσουν. Αυτό το βλέπουμε ήδη από κάποιους που έχουν αλλάξει άποψη, πολύ ή λίγο.

Όταν όμως τα στοιχεία είναι συντριπτικά κατά της άποψής σου, κάτι πρέπει να κάνεις.

Τί γίνεται συνήθως και η διαδικασία αλλαγής αργεί και αυτό γίνεται τόσο σε προσωπικό επίπεδο όσο και σε επίπεδο θρησκείας; Το φαινόμενο της γνωστικής ασυμφωνίας ή η ψυχολογία της αυταπάτης είναι αυτό που δρα και αντιστέκεται στον Λόγο. Εν ολίγοις όταν πιστεύεις ακράδαντα μια θεώρηση ή μία ιδεοληψία, ακόμα και να σου έρθουν ατράνταχτα επιχειρήματα ότι η θεώρησή σου είναι λάθος, δεν το δέχεσαι και αν δεν μπορείς τα στοιχεία να τα ανατρέψεις κάτι που φυσικά το προσπαθείς αρχικά, διαμορφώνεις την θεώρησή σου με τέτοιο τρόπο, ώστε να φαίνεται πως συμβαδίζει τελικά με τα στοιχεία και δεν είναι λάθος όπως νομίζουν οι άλλοι. Εδώ το βασικό μέσο είναι η νέα Ερμηνεία των παλαιών ιδεοληψιών.

Αυτό συμβαίνει συνέχεια όσο η Επιστήμη βγάζει στοιχεία που δείχνουν χονδρά λάθη στην Αγία Γραφή. Αυτό συμβαίνει τώρα για παράδειγμα, στην θεώρηση της Εκκλησίας και της Ορθοδοξίας ειδικά, με το θέμα της “Εξέλιξης των ειδών”. Ήδη έχουν εμφανιστεί αρκετοί ταγοί τους και στο μέλλον θα είναι περισσότεροι, που ξεχνάνε τον πόλεμο που έκαναν στην επιστήμη για το θέμα αυτό και λένε ότι η “ιστορία” τους είναι συμβατή με την Εξέλιξη. Για παράδειγμα ο Αδάμ λένε, δεν ήταν ο πρώτος άνθρωπος, διαστρεβλώνοντας ακόμα και τις γραφές τους (καλά αυτό δεν ήταν πρόβλημα, το γνωρίζαμε), αλλά ο πρώτος που απέκτησε την βοήθεια του Αγίου Πνεύματος! Μάλιστα χρησιμοποιούν μια νέα ερμηνεία, γιατί στα Εβραϊκά “αδάμ”, εκτός από “χωμάτινος” σημαίνει επιπλέον και “άνδρας” ή και “άνθρωπος” για να πουν ότι μιλάει για το ανθρώπινο είδος γενικά, ξεχνώντας την συνέχεια της Γενέσεως και την συγκεκριμένη ιστορία του συγκεκριμένου Αδάμ και των συγκεκριμένων επίσης απόγονων του.

Ένα κλασικό παράδειγμα γνωστικής ασυμφωνίας είναι η περίπτωση του αρχέγονου Χριστιανισμού (Οι αποτυχημένες προφητείες του Ιησού των Ευαγγελίων), αλλά ακόμα πιο ξεκάθαρη των χιλιαστών. Έχουν βγάλει δεκάδες προφητείες για την 2α Παρουσία και την καταστροφή του κόσμου και οι ημερομηνίες έχουν παρέλθει, αλλά η ίδιοι δεν χάνουν την πίστη τους αφού βρίσκουν απίθανες δικαιολογίες ή οποίες προφανώς πείθουν τους ίδιους και τα πρόβατα. Μια ξεκάθαρη τέτοια περίπτωση φέτος μάλιστα ήταν ο γνωστός παλαιότερα “μαϊντανός” τηλεοπτικών παραθύρων Μάξιμος που μέσα από λογικοφανείς από τις Γραφές μετρήσεις, περίμενε την 2α Παρουσία εφέτος το Πάσχα. Στην δικαιολογία του φυσικά δεν παραδέχτηκε κανένα λάθος, αλλά πως το συμβάν ανεβλήθη άνωθεν από τον φιλεύσπλαχνο Θεό, για να…μας δοθεί μια ακόμα ευκαιρία και φυσικά για να…μετανοήσουμε!

Άλλο παράδειγμα είναι, κάποιοι που βλέποντας τα προβλήματα με τις ασυμφωνίες των ιερών κειμένων τους, επιλέγουν από αυτά οτιδήποτε θεωρούν σωστό και τα άλλα αυθαίρετα τα διαγράφουν, σαν να μην τους αφορούν, κάποιοι μάλιστα φθάνουν στο να καταγγέλλουν προσμίξεις ψεύδους σε ό,τι δεν τους βολεύει.

Εμπειρία και ερμηνείες

Η Πραγματικότητα, σαν Εμπειρία, βρίσκεται πέρα από την σκέψη (κι όσα δημιουργεί η σκέψη), στην Άμεση Επαφή με αυτό που πραγματικά συμβαίνει, σε όλα τα επίπεδα της ζωής. Η Εμπειρία της Πραγματικότητας, καθώς ανήκει σε ένα υπερδιανοητικό χώρο, δεν μπορεί να μεταφερθεί στο διανοητικό επίπεδο, παρά, ίσως, μόνο με φτωχές αναλογίες. Το λάθος που κάνουν οι άνθρωποι είναι να νομίζουν ότι γνωρίζοντας ένα πράγμα διανοητικά (με «πληροφορίες») το γνωρίζουν. Αλλά αυτό δεν έχει καμία σχέση με την Άμεση Εμπειρία.

Στην πραγματικότητα, η προσπάθεια του ανθρώπου να προσεγγίσει την Πραγματικότητα, αυτό που ονομάζουν θρησκεία, εσωτερική θεώρηση, μυστικό βίωμα, κλπ., εφόσον είναι Άμεση Επαφή με το πραγματικό, βρίσκεται πέρα από την θεωρητική διανοητική εξήγηση, πέρα από θεωρητικές διδασκαλίες, θεολογίες των εννοιών, πέρα από εξωτερικές δραστηριότητες των ανθρώπων. Το Βίωμα, αυτό που ζούμε, είναι η Ουσία της Θρησκείας κι όχι οι θεωρίες, κοσμοθεωρίες, διδασκαλίες, πρακτικές και δραστηριότητες.

Οι άνθρωποι που δεν μπορούν να προσεγγίσουν πραγματικά το Αληθινό και μένουν στο διανοητικό επίπεδο φτιάχνουν όλες αυτές τις θεωρίες, νομίζοντας ότι αυτό είναι Γνώση, Θεία Γνώση, Θρησκεία, Αλήθεια, ο Δρόμος της ζωής κλπ. Όλα αυτά είναι στην πραγματικότητα διανοητικά σκουπίδια. Δεν βοηθούν καθόλου, κανέναν, να γίνει καλύτερος άνθρωπος, πόσο μάλλον να γίνει Ολοκληρωμένος Άνθρωπος.

Όταν οι άνθρωποι έχουν μια διανοητική εικόνα για τα εξωτερικά πράγματα μπορούν, κατά προσέγγιση να εφαρμόσουν την θεώρηση αυτή στην πράξη, στον εξωτερικό κόσμο. Αλλά εδώ πρόκειται για πράγματα της κοινής εμπειρίας. Όταν όμως οι άνθρωποι, χωρίς να έχουν οι ίδιοι Εμπειρία του Αγνώστου, ακούνε για Αυτό, πληροφορούνται για Αυτό, νομίζουν ότι με μόνο εφόδιο αυτή την διανοητική γνώση και με διαφόρους μεθόδους (διαλογισμό, προσευχή, κλπ.) θα φτάσουν σε Αυτό το Άγνωστο. Ψάχνουν να πραγματοποιήσουν την διανοητική εικόνα που έχουν. Και το μόνο που μπορούν να βρουν είναι ακριβώς η φαντασία τους. Όλη αυτή η διαδικασία δεν υπερβαίνει το διανοητικό επίπεδο, τους κρατά δεμένους στον χώρο της σκέψης.

Προφανώς δεν είναι αυτός ο τρόπος για να φτάσουμε στο Άγνωστο. Κι ούτε ποτέ, κάποιος Σοφός δίδαξε αυτόν τον τρόπο. Αντίθετα Όλοι οι Μεγάλοι Σοφοί, σαν τον Ορφέα, τον Λάο Τσε, τον Βούδα, τον Ιησού, κλπ., δίδαξαν Πρακτικούς Τρόπους για να Φτάσουμε στην Καρδιά της Πραγματικότητας, όχι μέσω κάποιας δήθεν γνώσης ή με δραστηριότητες, αλλά ξεπερνώντας όλες τις περιοριστικές δραστηριότητες, διαλύοντας τις αυταπάτες, απελευθερώνοντας τον εαυτό μας από τις ψευδαισθήσεις. Ποτέ δεν ξεκινάμε με μια θεωρητική εικόνα, με μια ιδέα περί της Πραγματικότητας, για να την Αναζητήσουμε. Δεν γνωρίζουμε τι θα βρούμε. Αυτό μένει να το βιώσουμε, να το ανακαλύψουμε, να το κατανοήσουμε. Αντίθετα, αντί για μια θετική αναζήτηση (που είναι στην πραγματικότητα ψευδής), πολύ απλά απαλλασσόμαστε από τις αυταπάτες μας, από τις ψευδαισθήσεις και τις αδιέξοδες δραστηριότητες, Μόνο τότε μπορούμε να Φτάσουμε στην Αλήθεια που Αποκαλύπτεται Ασαφής και Θολή στην αρχή, Ολόλαμπρη και στην Πληρότητά της όσο Εμβαθύνουμε στην Πραγματικότητα.

Αν θέλουμε λοιπόν να πάμε στην ουσία των πραγμάτων πρέπει να εγκαταλείψουμε το διανοητικό επίπεδο των θεωρητικών ερμηνειών και των διανοητικών προσπαθειών να πραγματοποιήσουμε το Αληθινό, να εγκαταλείψουμε όλα αυτά τα δημιουργήματα του ανθρώπου που ονομάζουμε θρησκείες και μυστικές διδασκαλίες και να Αναδυθούμε στην Μόνη Αληθινή Θρησκεία του Βιώματος. Αυτή η Θρησκεία, που είναι η μόνη πραγματική προσέγγιση της Αλήθειας είναι ο Μόνος Δρόμος για να περάσουμε από το όνειρο στην Αληθινή Ζωή, όλοι οι άλλοι δρόμοι είναι αδιέξοδοι. Ακριβώς Εδώ Αρχίζει η Αλήθεια, η Ζωή, η Αιωνιότητα, έξω από τον χρόνο.

ΔΕΣ:

  • Περί του πνευματικού πατερικού βιώματος
  • Θρησκεία ή βίωμα;
  • Πίστη, βίωμα και εμπειρία
  • ΤΙ ΕΙΝΑΙ ΘΡΗΣΚΕΙΑ: Η Θρησκευτική Αντίληψη
  • Περιπέτειες στο Όλυμπο: Αθηνά και Ποσειδώνας

    To ευθυμογράφημα που ακολουθεί, βασίστηκε στον σατυρικό τρόπο γραφής του Λουκιανού του Σύρου (125 - 180 μ.Χ.). Ο Λουκιανός ήταν ρήτορας και σατιρικός συγγραφέας, δημιουργός του σατιρικού διαλόγου, και από τους σημαντικότερους Αττικιστές συγγραφείς της Δεύτερης σοφιστικής. Ο λόγος του Λουκιανού είναι αιχμηρός και διεισδυτικός, και χρησιμοποιεί κατά κόρον τον διάλογο για να σατιρίσει, να καυτηριάσει και να αναπτύξει τα θέματα που της αρχαίας Ελληνικής μυθολογίας.

    Η προσπάθεια που ακολουθεί, δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να συγκριθεί με την πρωτοτυπία και την αξία των έργων του Λουκιανού ή οποιουδήποτε άλλου αρχαίου Έλληνα συγγραφέα. Αποτελεί απλώς ένα σατυρικό κείμενο το οποίο αντλεί την έμπνευση του, από την μαγευτική και ανεξάντλητη αρχαία Ελληνική μυθολογία. Οι αναγνώστες του κειμένου θα πρέπει να το εκλάβουν ως τέτοιο και μόνο.

    Η πλάση ολόκληρη είχε σκοτεινιάσει από την οργή του Δία. Βροντές και κεραυνοί έσκιζαν τους Ουρανούς, καθώς ο βασιλιάς των Θεών ο παντοδύναμος Δίας, υπέφερε από ανυπόφορους πονοκεφάλους. Είχε καταπιεί την θεά Μήτιδα, θεά της σοφίας, καθώς σύμφωνα με έναν χρησμό, η Μήτις θα γεννούσε πρώτα μια κόρη και έπειτα έναν γιο, που θα καταλάμβανε την εξουσία του Δία, ώστε να κυβερνά θεούς και ανθρώπους.

    Ο Δίας φοβούμενος μην του κάνουν ότι αυτός έκανε στον πατέρα του Κρόνο, κατάπιε τη Μήτιδα, ενώ αυτή κυοφορούσε την Αθηνά. Από τότε ο Δίας κατέκτησε την σοφία όλου του κόσμου, των φανερών αλλά και των «αθέατων πραγμάτων», ακόμα και για τους Θεούς. Αλλά για μία τέτοια γνώση, υπάρχει ένα βαρύ τίμημα. Πάντα υπάρχει ένα τίμημα. Από την πολύ σοφία, αλλά και ευθύνη μίας τέτοιας γνώσης, το κεφάλι του Θεού ήταν μόνιμα έτοιμο να εκραγεί από τους πόνους. Οι πόνοι ήταν παρόμοιοι με τους πόνους του τοκετού, και καθόλου τυχαία! Με την μόνη διαφορά, πως οι πόνοι αυτοί δεν είχαν τελειωμό.

    Σε απόγνωση από την αναπάντεχη μοίρα που του φύλαγε η «ανάγκη», ο όχι και τόσο παντοδύναμος Δίας - όπως με έκπληξη διαπίστωσε-, έστειλε τον αγγελιοφόρο των θεών Ερμή, να καλέσει τον κακομούτσουνο γιο του Ήφαιστο, θεό της φωτιάς, της μεταλλουργίας, μέγα τεχνίτη και εφευρέτη, να έρθει και να δώσει λύση στο πρόβλημα του. Ο Ήφαιστος βρήκε τον πατέρα του, όχι στον ολόλαμπρο θρόνο του, αλλά στο κρεβάτι του, να «χτυπιέται» από τους πόνους, βαρυγκωμώντας.

    - «Πατέρα και βασιλιά των θεών σε χαιρετώ. Έλαβα το μήνυμα σου από τον γοργοπόδαρο Ερμή, και ήρθα αμέσως να σε δω, είπε ο Ήφαιστος στον Δία (ρίχνοντας «μπινελίκια» από μέσα του)».

    - «Κόψε τις μαλαγανιές, ασχημομούρη, και κάνε κάτι να σωθώ από τους πονοκεφάλους, κραύγασε ο Δίας.!! «Τι τις θέλω τις γυναίκες, ορίστε σε τι μπελάδες μπήκα, για λίγη χαρά, πολλά βάσανα, παραδέχθηκε».

    Ο Ήφαιστος, χαμογέλασε σαρδόνια. Ήρθε η ώρα να τον εκδικηθώ τον σαρδανάπαλο παλιόγερο, σκέφθηκε. Δεν τον ήθελε λέει, γιατί ήταν άσχημος, και δεν έχανε ευκαιρία να του το θυμίζει, όπως τώρα.

    -«Παντοδύναμε Δία, δεν μπορώ να κάνω κάτι για τον πονοκέφαλο σου. Καμία κατασκευή μου δεν μπορεί να απαλύνει το μαρτύριο σου», του είπε δήθεν με λύπη.

    - «Πλάκα μου κάνεις γιόκα; Θεοί είμαστε, κάνουμε ότι γουστάρουμε. Χτύπα μου μία με την σφύρα σου στο κεφάλι μου, να βρει διέξοδο η σοφία που συσσωρεύτηκε μέσα μου. Βαρύ το τίμημα, ακόμα και για τον βασιλιά των Θεών. Δεν το αντέχω, μα την αλήθεια», μούγκρισε ο Δίας.

    - «Όχι πατέρα δεν μπορώ να το κάνω, αναφώνησε ο Ήφαιστος» (αν και πολύ ήθελε να του σπάσει την κεφάλα).

    - «Κάντο τώρα, ούρλιαξε ο Δίας»!

    Σκοτείνιασε ο τόπος. Αστραπές και βροντές γέμισαν το σύμπαν. Σκιάχτηκε ο Ήφαιστος, δίνει μία με την σφύρα, στο κεφάλι του πατέρα του, το ανοίγει στα δύο, και από μέσα πετάγεται με μιας μία πανέμορφη Θεά αρματωμένη, κουνώντας απειλητικά το δόρυ της. Η θεά Αθηνά η θεά της σοφίας. Ο Δίας ανακουφίστηκε αμέσως, ενώ ο Ήφαιστος επέστρεψε και αυτός ανακουφισμένος στο εργαστήρι του.

    Η Αθηνά, κληρονόμησε την σοφία της Μήτιδας, και την δύναμη του πατέρα της. Θεά της σοφίας, των τεχνών και των γραμμάτων, της έμπνευσης, της ενδοσκόπησης και της αυτογνωσίας, αλλά και θεά του πολέμου. Όχι όμως του παρορμητικού ηρωικού πολέμου, ο οποίος ανήκει στην δικαιοδοσία του πολεμοχαρούς Άρεως, αλλά της στρατηγικής και του σχεδιασμού.

    Η θεά γεννήθηκε πάνοπλη αλληγορώντας πως η νόηση και η σοφία είναι το μεγαλύτερο όπλο των ανθρώπων, μετά το δώρο του Προμηθέα στην ανθρωπότητα. Με το που ξεπετάχτηκε η Αθηνά από το κεφάλι του Δία, ένοιωσε κάτι να γραπώνεται ξαφνικά στον ώμο της. Κοίταξε ξαφνιασμένη, και βλέπει μία κουκουβάγια να την κοιτά με τα μεγάλα της μάτια.

    - «Εσύ θα γίνεις το σύμβολο της σοφίας, ψιθύρισε η Αθηνά στην γλαύκα. Όπως εσύ μπορείς και γυρίζεις το κεφάλι προς όλες τις κατευθύνσεις ώστε να βλέπεις παντού ακόμα και στο σκοτάδι, έτσι και αυτός που θα χρησιμοποιεί τις αρετές που εγώ εκπροσωπώ, θα μπορεί να βλέπει, να σχεδιάζει και να προβλέπει, όχι μόνο το παρόν, αλλά το παρελθόν, και το μέλλον.

     Όπως εσύ πετάς μόνο το βράδυ μακριά από τον θόρυβο της ημέρας, όσοι ζητούν να ανασηκωθούν τα πέπλα των δώρων της σοφίας μου, θα πρέπει να καταλάβουν πως αυτό πρέπει να γίνει σε μέρος ήσυχο, με τα βλέφαρα κλειστά, ώστε να μπορέσουν να ‘ανοίξουν τα μάτια της ψυχής’, για να δουν την αθέατη πλευρά των πραγμάτων. Και που υπάρχει πιο ήσυχο μέρος από το εσωτερικό του ανθρώπου;

    Όσοι καταφέρουν να κοιτάξουν προς τα ‘μέσα’, δεν θα μείνουν ποτέ ξανά ‘απ΄ έξω’. Αν ο άνθρωπος καταφέρει και βρει την ευτυχία, αν βάλει τάξη στον εαυτό του, τότε θα βάλει τάξη και στον κόσμο γύρω του. Για αυτό, και στην πόλη που θα προστατεύω αργότερα, θα βρίσκεσαι παντού, και θα σε τιμούν οι κάτοικοι της, ώστε όλοι να θυμούνται πως ο νους είναι ο μέγας ‘μεταποιητής’, και πως στο νου δεν υπάρχει σκότος, αλλά μόνο η αμάθεια.

    Ολόκληρος ο κόσμος βρίσκεται μες στο μυαλό του ανθρώπου. Για αυτό τον λόγο θα πρέπει ο άνθρωπος να μάθει να βλέπει τα πράγματα ‘φωτισμένα’ σωστά. Θα πρέπει να γνωρίζει πως πίσω από κάθε συμπαντικό νόμο, κρύβεται η αρμονία ή ανάγκη, ο σκοπός, και πως το χαλινάρι της ψυχής για τον άνθρωπο είναι ο νους.

    Αν οι άνθρωποι ακούσουν τον λόγο μου και σε τιμήσουν ανάλογα, τότε η φιλοσοφία, οι τέχνες και η προστασία μου, θα είναι συμπαραστάτης τους. Όταν υπάρχουν ικανοί στρατηγοί στο πεδίο της μάχης, θα πετάς από πάνω τους, και αυτοί θα κερδίζουν τις μάχες. Φύγε τώρα καλή μου γλαύκα συναντήσεις το πεπρωμένο σου!».

    Και η γλαύκα πέταξε για την πόλη, που αργότερα θα ονομαζόταν Αθήνα...!

    Γλέντι τρικούβερτο στήθηκε στον Όλυμπο. Η Ήβη γέμιζε με αμβροσία της κούπες των Θεών, ενώ οι Μούσες εύφραιναν τις αισθήσεις των Θεών με τις τέχνες τους. Η μόνη που ήταν χολωμένη, ήταν η Ήρα, σιγόβραζε στο ζουμί της. «Ακούς εκεί», ο Δίας να έχει κόρη χωρίς την συμμετοχή της, «αμήτορ», η κόρη του, τι ήταν αυτή δηλαδή, διακοσμητικό στοιχείο; Πως θα την σέβονταν Θεοί και άνθρωποι;Ο Δίας ήξερε τι τον περίμενε, ατελείωτη Θεϊκή κρεβατομουρμούρα.

    «Την κάναμε», σκέφτηκε, ποιος την ακούει τώρα πάλι; Και ο αρχηγός του Ολύμπου, έκανε την ντρίπλα, και έβαλε γκολ από την σέντρα.

    - «Ολύμπιοι Θεοί ημέρα χαράς σήμερα, ήρθε νομίζω η ώρα» είπε, «να μοιράσουμε τις πολιτείες των ανθρώπων υπό την προστασία μας».

    Κάθε Θεός θα έπαιρνε υπό την προστασία κάποιες από τις πολιτείες των ανθρώπων, ώστε και αυτοί να προσφέρουν θυσίες στον προστάτη Θεό τους, αλλά και ο προστάτης Θεός να συμπαραστέκεται αρωγός στις αγαπημένες πολιτείες του. Έτσι μοιράστηκαν όλες οι πολιτείες, εκτός από μία μικρή πόλη, την Κεκροπία, η οποία βρισκόταν στην Αττική. Βασιλιάς σε αυτήν ήταν ο Κέκροπας, μισός άνθρωπος μισός φίδι. Τόσο ο Θεός της θάλασσας ο Ποσειδώνας, όσο και η νεογέννητη Αθηνά, διεκδικούσαν την πατρότητα της μικρής αυτής πόλης, που όμως στο μέλλον προοριζόταν να γίνει σπουδαία. Η πιο σπουδαία από όλες.

    «Για σκέψου φίλε μου» σκέφθηκε ο Ποσειδώνας για την Αθηνά, «μόλις ξεμύτισε το μούλικο», και με λογαριάζει για όμοιο και ισοδύναμο της. 

    - «Δία, συνέτισε την κόρη σου, γιατί Θεά της Σοφίας θέλει να γίνει όπως λέει, και εσύ βεβαίως το φρόντισες, αλλά δεν είναι σοφό τα πόδια να θέλουν να χτυπήσουν το κεφάλι. Είμαι ή δεν είμαι αδελφός σου, και ένας από τους τρείς φύλακες και τοποτηρητές του κόσμου; Η κόρη σου ακόμη δεν γεννήθηκε, και θέλει τιμές και λούσα....»

    «Την κάτσαμε την βάρκα», σκέφτηκε ο Δίας, πήγα να γλιτώσω την κρεβατομουρμούρα της Ήρας, και θα βρω μεγαλύτερο μπελά με τον Ποσειδώνα…! Τον συλλογισμό του διέκοψε η Αθηνά, η οποία αποκρίθηκε ως εξής στον Ποσειδώνα.

    - «Σεβάσμιε Θείε Ποσειδώνα κυβερνήτη της Θάλασσας και των υδάτων, συγχώρα με, μα ήδη έχεις πολλές πολιτείες υπό την εποπτεία σου, εγώ όμως καμία, δεν αξίζει λοιπόν η ανιψιά σου ένα δώρο υποδοχής στον Όλυμπο;»

    - «Τα δώρα δεν τα παίρνουν με το έτσι θέλω Αθηνά»-, της αποκρίθηκε ο Ποσειδώνας, στραβώνοντας τα χείλη του.

    - «Δεν υπάρχει λόγος να χαλάμε την διάθεση μας, τους διέκοψε ο Δίας, σήμερα είναι ημέρα χαράς και γλεντιού. Η πιο σωστή και δίκαιη λύση είναι να αποφασίσουν οι ίδιοι οι θνητοί, ποιόν θέλουν για προστάτη της πόλης τους. Θα προσφέρετε και οι δύο τα δώρα σας, και ας κερδίσει ο καλύτερος», πρότεινε ο Δίας.

    Ο Γοργοπόδαρος Ερμής πέταξε γρήγορα στον Κέκροπα, τον βασιλιά φίδι, αυτόν που είχε βγει από την γη καθώς έλεγαν, εφόσον ήταν αυτόχθων, ώστε να ανέβει στην Ακρόπολη μαζί με τους πολίτες της Κεκροπίας, και να διαλέξουν ποιο δώρο θα ήταν καλύτερο. Της Αθηνάς ή του Ποσειδώνα. Στην συνέχεια κατέβηκαν όλοι οι Θεοί στην Κεκροπία, ώστε να είναι μάρτυρες του Θεϊκού διαγωνισμού.

    Κοσμοσυρροή λοιπόν στης Ακρόπολης τα μέρη, Θεοί και θνητοί, μαζεμένοι για την μεγάλη απόφαση. Ξάφνου, εμφανίζεται ο Ποσειδώνας με όλη του την μεγαλοπρέπεια στο βράχο της Ακρόπολης όπου ήταν μαζεμένοι άπαντες, χτυπά την τρίαινα του σε έναν από τους βράχους της Ακροπόλεως, και αμέσως ως δια μαγείας, αναβλύζει από εκεί, διάφανο κρυστάλλινο πόσιμο νερό. Ένα επιφώνημα θαυμασμού απλώθηκε στην μεριά των υπηκόων του Κέκροπα.

    - «Αυτό είναι το δώρο μου σε εσάς πολίτες της Κεκροπίας. Αν διαλέξετε εμένα, τότε η πόλη αυτή, θα έχει πάντα νερό για τους πολίτες της και τα σπαρτά της», δήλωσε μεγαλόπρεπα και με αυτοπεποίθηση ο Ποσειδώνας. Για να σε δούμε τώρα μικρούλα σκέφτηκε χαιρέκακα ο Θεός της Θάλασσας.

    Γελά καλύτερα όποιος γελά τελευταίος, σκέφτηκε Αθηνά.

    - «Λαέ της Κεκροπίας», φώναξε η Αθηνά, εμφανιζόμενη μπροστά τους με την Αίγα και την Μέδουσα επάνω στην πανοπλία της, κραδαίνοντας το δόρυ της. Σιγή επικράτησε στους θνητούς, δεν είχαν ξαναδεί τέτοια όμορφη και συνάμα πολεμική Θεά. Όμορφη ψιλόλιγνη και αρματωμένη, εντυπωσιακή, αλλά και επικίνδυνη ταυτόχρονα.

    - «Το δικό μου δώρο, δεν θα είναι από τα γνωστά που έχετε συνηθίσει και που ξέρετε, είπε».

    Χτυπά το δόρυ της στον απέναντι βράχο από εκεί που προηγουμένως είχε χτυπήσει ο Ποσειδώνας, και αμέσως ξεπετάχτηκε, ένα δέντρο μοναδικό. Τα φύλλα του από την πάνω μεριά ήταν πράσινα, ενώ από την κάτω, είχαν χρώμα ασημένιο, δηλώνοντας έτσι την αξία και μοναδικότητα του δένδρου. Οι καρποί του μικροί και μαύροι.

    - «Το δέντρο αυτό» δήλωσε η Αθηνά στους έκπληκτους κατοίκους της Κεκροπίας, «θα σας δίνει το ξύλο του για να ζεσταίνεστε και να μαγειρεύεται, το καρπό του για να τον τρώτε, αλλά και το μαγικό χρυσαφένιο λάδι που θα παίρνετε από τους καρπούς του για να το χρησιμοποιείται στην διατροφή σας και όχι μόνο. Τα φύλλα της Ελιάς τέλος θα γίνουν το σύμβολο της ειρήνης».

    Δεν χρειάστηκε να πει περισσότερα η Αθηνά. Η πλάστιγγα είχε ήδη γείρει προς το μέρος της, ήταν φανερό από τους ψιθύρους ανάμεσα στους πολίτες της Κεκροπίας. Το δώρο αυτό θα ήταν εξαιρετικά χρήσιμο, καθώς θα κάλυπτε πολλές από τις ανάγκες των θνητών. Ο Κέκροπας, απλώς ανακοίνωσε, αυτό που ήδη είχαν καταλάβει οι Αθάνατοι Ολύμπιοι Θεοί, αλλά και οι Θνητοί. 

    - «Μακάριοι και τρισόλβιοι Θεοί , μικροί και ευεργετούντες εμείς οι λιγόχρονοι θνητοί, ανάξιοι για τα Θεϊκά σας δώρα», άρχισε με μαλαγανιές ο Κέκροπας φοβούμενος την οργή του κραταιού και μεγαλοσείστη Ποσειδώνα, «πως μπορούμε να διαλέξουμε το καλύτερο; Δώρα Θεϊκά το ένα καλύτερο από το άλλο. Ποσειδώνα παντοδύναμε το νερό δώρο ζωής μοναδικό σε ευχαριστούμε από τα βάθη της καρδιάς μας. Αθηνά κόρη μονάκριβη του Δία, το δώρο σου έκπληξη μεγάλη, την περιέργεια μας άναψε. Για αυτό και εμείς το δικό σου δώρο σεβάσμια Θεά, με μεγάλη χαρά θα δεχθούμε.»

    Ο Δίας χαμογέλασε, η κόρη του ήδη κέρδισε την πρώτη της μάχη. Ο Ποσειδώνας δεν έχασε λεπτό, χολωμένος στα βάθη του βασιλείου του, στην απέραντη Θάλασσα, γοργά εξαφανίστηκε. 

    Η Αθηνά έθεσε την πόλη υπό την προστασία της, και το όνομα της πια θα άλλαζε. Αθήνα πλέον θα λεγόταν η Κεκροπία, και στο μέλλον πόλη λαμπρή θα γινόταν στα πέρατα του κόσμου για τις τέχνες , την Φιλοσοφία, τις επιστήμες, αλλά και τους ανθρώπους της. Η γλαύκα της θα κοσμούσε κάθε γωνιά της πόλης, θυμίζοντας σε όλους πως η πόλη ανήκε στην Θεά της Σοφίας. Ο Νους και ο λογισμός θα νικούσε το άγνωστο, το χάος, την δεισιδαιμονία και το φόβο των ανθρώπων για το παράλογο. Για αυτό τον λόγο και αργότερα στις μετόπες του Παρθενώνα του ναού της σοφίας, προς τιμή της Θεάς της σοφίας, ναό που οι Αθηναίοι θα κατασκεύαζαν, θα αποτύπωναν καλλιτεχνικά την νίκη του λογικού στο παράλογο, απεικόνιση την οποία συμβόλιζε η Τιτανομαχία και η Κενταυρομαχία.