Πέμπτη 25 Απριλίου 2019

Τα πορτρέτα του Φαγιούμ

 Χαμένος κρίκος στην αλυσίδα της αρχαίας Ελληνικής ζωγραφικής, η οποία γονιμοποίησε την Βυζαντινή Χριστιανική αγιογραφία, αποτελούν τα πορτραίτα Φαγιούμ. Η διάσωση δύο εικόνων τον 6ο μ.Χ. αιώνα στο Μοναστήρι της Αγίας Αικατερίνης στο Σινά και η ανακάλυψη των νεκρικών πορτρέτων των Ελληνιστικών χρόνων στην μικρή πόλη Φαγιούμ της Αιγύπτου πολλούς αιώνες μετά αποτελούν το γεφύρωμα των δύο εποχών της Ελληνικής ζωγραφικής.

Τα πορτραίτα Φαγιούμ είναι κατασκευασμένα με την τεχνική της εγκαυστικής πάνω σε ξύλο. Ο Πλίνιος αναφέρει ότι στην Αρχαία Ελλάδα χρησιμοποιούσαν την εγκαυστική μέθοδος ζωγραφικής, δηλαδή την τεχνική που χρησιμοποιεί για συνδετική ουσία των χρωμάτων το λιωμένο κερί. Μέχρι σήμερα δεν είναι τελείως ξεκάθαρο τι είδους πινέλα χρησιμοποιούσαν ώστε να μη καίγεται η τρίχα του πινέλου από το λιωμένο κερί. Συνέχιση της τεχνικής αυτής βρίσκουμε στα πορτρέτα Φαγιούμ.

Οι φτωχοί Αιγύπτιοι, που κι αυτοί όπως και οι ευγενείς πίστευαν στη μετά θάνατο ζωή αλλά δεν είχαν την οικονομική δυνατότητα να χρησιμοποιούν σαρκοφάγους με επικάλυψη πολύτιμων μετάλλων, χρησιμοποιούσαν κυρίως Έλληνες ζωγράφους για να απαθανατίσουν τις μορφές των νεκρών. Χιλιάδες από αυτά τα πορτρέτα βρέθηκαν και κοσμούν σήμερα μεγάλα Μουσεία, όπως του Καΐρου και το Βρετανικό Μουσείο.


Προσωπογραφία νέας από το Φαγιούμ με τη χαρακτηριστική στάση που θα διατηρήσουν οι γυναικείες μορφές στη βυζαντινή τέχνη. (Αθήνα, Μουσείο Μπενάκη)

Τα πορτρέτα, που αποδίδουν με ρεαλιστικό τρόπο άλλοτε γυναίκες, άλλοτε άνδρες και άλλοτε παιδιά, κράτησαν το μυστικό τους και, κατά κάποιον τρόπο, τις αποστάσεις τους από το ευρύτερο κοινό. Σήμερα έχουνε ανακαλυφθεί περισσότερα από 1.000 πορτρέτα Φαγιούμ, τα οποία αποτελούν το μεγαλύτερο corpus ζωγραφικής που έφθασε στις ημέρες μας από την αρχαιότητα. Τα περισσότερα από τα πορτρέτα αυτά προέρχονται από την περιοχή του Φαγιούμ, ένα νομό της αρχαίας Αιγύπτου που κάλυπτε μια μεγάλη και εύφορη κοιλάδα κάπου 60 χιλιόμετρα νοτίως του Καΐρου, στη δυτική όχθη του Νείλου.

Οι προσωπογραφίες φυλάσσονταν στα σπίτια και ίσως να είχαν διακοσμητική χρήση, όπως γίνεται και σήμερα. Σε ανασκαφές έχουν βρεθεί ακόμη και τα πλαίσια με τα οποία κρεμούσαν τις προσωπογραφίες στον τοίχο όσο ζούσε ακόμη ο άνθρωπος που απεικόνιζαν ενώ ακτινογραφίες έχουν αποδείξει σε πολλές περιπτώσεις ότι η ηλικία του νεκρού δεν αντιστοιχούσε πάντα στην ηλικία του ειδώλου του πορτρέτου.

Τα πορτρέτα χρονολογούνται στους πρώτους τρεις αιώνες της Ρωμαιοκρατίας στην Αίγυπτο, μια εποχή δηλαδή όπου ανθούσε ακόμη το Ελληνικό στοιχείο, η τεχνοτροπία και ο ρεαλιστικός τρόπος με τον οποίον αποδίδονται οι μορφές μας υποδεικνύουν ότι οι ρίζες αυτής της ζωγραφικής βρίσκονται στη σχολή της Αλεξάνδρειας και είναι (αρχαίες) Ελληνικές. Λίγους αιώνες αργότερα, στο Σινά μια εικόνα του Χριστού «με νατουραλιστικά χαρακτηριστικά» και η προτομή του αποστόλου Πέτρου, «που φορά λευκοπράσινη ελληνιστική ενδυμασία», καταδεικνύουν την εξέλιξη της τέχνης Ελληνιστικής εποχής και τη μεταμόρφωσή της σε Βυζαντινή.

Η μετάβαση λοιπόν στην Χριστιανική αγιογραφία, ακολούθησε εμφανώς τις παγανιστικές φόρμες των Φαγιούμ, όπως αυτές διασώθηκαν έως σήμερα…

Ελληνιστική Γραμματεία: Ποιητική και αισθητική, Μύθος και Θεματογραφία, Αιτιολογική ποίηση

Το αἴτιον συνίσταται στην εξήγηση ηθών, εθίμων, λατρειών, τοπωνυμίων και καλλιτεχνικών έργων με βάση ένα μυθικό περιστατικό ή ένα ιστορικό γεγονός. Υπό την έννοια αυτή κάθε αιτιολογική αφήγηση επιχειρεί να γεφυρώσει το απώτερο παρελθόν, ριζωμένο βαθιά στη ζωή της πόλης, στη λατρεία και στους ηρωϊκούς θρύλους, με ένα «ζωντανό» κατάλοιπό του στο παρόν, είτε πρόκειται για την τέλεση μιας θυσίας, είτε για ένα παράξενο έθιμο, είτε για ένα δυσερμήνευτο όνομα, είτε για την κατασκευή ενός ασυνήθιστου αγάλματος. Η αιτιολογία, που γονιμοποιεί εξίσου πεζογραφία και ποίηση στα ελληνιστικά χρόνια, ανασύρει απόκρυφες μικροϊστορίες τοπικής εμβέλειας, επισκιάζοντας τον μύθο με την Πανελλήνια ακτινοβολία (αυτό είναι ένας από τους λόγους που ο Τρωικός μύθος, όπως μνημειώθηκε στο έπος, τον αρχαϊκό λυρισμό και την κλασική τραγωδία, απουσιάζει από την ελληνιστική ποίηση).
 
Ο Καλλίμαχος ο Κυρηναίος (ακμή 285-246 π.Χ.) ως λόγιος έδειξε ιδιαίτερη προτίμηση για την αρχαιοδιφική αναζήτηση σπάνιων ονομάτων, βαρβαρικών εθίμων, ιστοριών κτίσης και παραδόξων από όλο τον ελληνικό κόσμο. Αντλώντας από πεζογραφικές πηγές (τοπική ιστορία, γενεαλογίες, μυθογραφικά εγχειρίδια), ο Καλλίμαχος μετακένωσε το λόγιο αυτό υλικό σε μια πληθώρα σύντομων αφηγήσεων που συγκρότησαν την ελεγειακή συλλογή Αίτια σε 4 βιβλία. Η αιτιολογία γίνεται το βασικό αφηγηματικό τέχνασμα, καθώς ο ποιητής φέρεται να συναντιέται με τις Μούσες στον Ελικώνα και εκεί να τους θέτει πλήθος αιτιολογικά ερωτήματα:
 
Γιατί οι κάτοικοι της Πάρου θυσιάζουν χωρίς αυλούς και στεφάνια; Γιατί οι κάτοικοι της Ανάφης θυσιάζουν με αισχρολογίες και της Λίνδου θυσιάζουν με κατάρες; Γιατί στη νήσο Ίκο λατρεύουν τον Θεσσαλό Πηλέα; Γιατί οι Λόκριοι στέλνουν κάθε χρόνο στην Τροία και θυσιάζουν νεαρές παρθένες; Γιατί το άγαλμα της Αθηνάς στην Τευθίδα είναι πληγωμένο;
 
Οι απαντήσεις δίνονται από τις Μούσες, συνήθως την Καλλιόπη και την Κλειώ, από μυστηριώδεις μορφές όπως ο Ίκιος ξένος, αλλά και από τις ίδιες τις ιστορικές πηγές, όπως ο Ξενομήδης που «εξηγεί» την αρχαιολογία της νήσου Κέας.
 
Η αιτιολογία διαδραματίζει πρωτεύοντα ρόλο και στα Αργοναυτικά του Απολλώνιου Ρόδιου. Τα βιβλία 1, 2 και 4 που περιλαμβάνουν το ταξίδι της μετάβασης στην Κολχίδα και την επιστροφή στην Ιωλκό περιλαμβάνουν περισσότερα από 40 αίτια. Η σημαντική διαφορά σε σχέση με τον Καλλίμαχο είναι ότι ο Απολλώνιος παρουσιάζει τα αίτια μέσα από την προοπτική του μυθικού παρελθόντος, αφού οι Αργοναύτες μέσα από τις περιπλανήσεις τους αφήνουν το δικό τους αποτύπωμα για τις μελλοντικές γενιές. Έτσι, το ποίημα κλείνει όταν ο Απόλλωνας αποκαλύπτει μέσα στο σκοτάδι ένα λαμπερό αιγιοπελαγίτικο νησί, που έκτοτε ονομάζεται Ανάφη (δηλαδή «Το νησί που αποκαλύφθηκε») σε ανάμνηση της τελευταίας αργοναυτικής περιπέτειας.
 
Αιτιολογικό προσανατολισμό έχουν τα περισσότερα ελληνιστικά ποιήματα, όπως η Ἑκάλη του Καλλιμάχου, το αστρονομικό ποίημα Φαινόμενα του Αράτου και τα διδακτικά έπη του Νικάνδρου, ενώ ο Οβίδιος χρησιμοποιεί ευρύτατα την αιτιολογία ως κατακλείδα των μυθολογικών του αφηγήσεων στις Μεταμορφώσεις.

Κείμενα:

· Καλλίμαχος, Αίτια
· Απολλώνιος, Αργοναυτικά (βιβλία 1-2 και 4)

Τετάρτη 24 Απριλίου 2019

ΔΡΑΜΑΤΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ: ΑΡΙΣΤΟΦΑΝΗΣ - Ἱππῆς (551-610)

ἵππι᾽ ἄναξ Πόσειδον, ᾧ [στρ.]
χαλκοκρότων ἵππων κτύπος
καὶ χρεμετισμὸς ἁνδάνει
καὶ κυανέμβολοι θοαὶ
555 μισθοφόροι τριήρεις,
μειρακίων θ᾽ ἅμιλλα λαμ-
πρυνομένων ἐν ἅρμασιν
καὶ βαρυδαιμονούντων,
δεῦρ᾽ ἔλθ᾽ εἰς χορόν, ὦ χρυσοτρίαιν᾽, ὦ
560 δελφίνων μεδέων Σουνιάρατε,
ὦ Γεραίστιε παῖ Κρόνου,
Φορμίωνί τε φίλτατ᾽ ἐκ
τῶν ἄλλων τε θεῶν Ἀθη-
ναίοις πρὸς τὸ παρεστός.

565 εὐλογῆσαι βουλόμεσθα τοὺς πατέρας ἡμῶν, ὅτι
ἄνδρες ἦσαν τῆσδε τῆς γῆς ἄξιοι καὶ τοῦ πέπλου,
οἵτινες πεζαῖς μάχαισιν ἔν τε ναυφράκτῳ στρατῷ
πανταχοῦ νικῶντες ἀεὶ τήνδ᾽ ἐκόσμησαν πόλιν·
οὐ γὰρ οὐδεὶς πώποτ᾽ αὐτῶν τοὺς ἐναντίους ἰδὼν
570 ἠρίθμησεν, ἀλλ᾽ ὁ θυμὸς εὐθὺς ἦν ἀμυνίας·
εἰ δέ που πέσοιεν εἰς τὸν ὦμον ἐν μάχῃ τινί,
τοῦτ᾽ ἀπεψήσαντ᾽ ἄν, εἶτ᾽ ἠρνοῦντο μὴ πεπτωκέναι,
ἀλλὰ διεπάλαιον αὖθις. καὶ στρατηγὸς οὐδ᾽ ἂν εἷς
τῶν πρὸ τοῦ σίτησιν ᾔτησ᾽ ἐρόμενος Κλεαίνετον·
575 νῦν δ᾽ ἐὰν μὴ προεδρίαν φέρωσι καὶ τὰ σιτία,
οὐ μαχεῖσθαί φασιν. ἡμεῖς δ᾽ ἀξιοῦμεν τῇ πόλει
προῖκα γενναίως ἀμύνειν καὶ θεοῖς ἐγχωρίοις.
καὶ πρὸς οὐκ αἰτοῦμεν οὐδὲν πλὴν τοσουτονὶ μόνον·
ἤν ποτ᾽ εἰρήνη γένηται καὶ πόνων παυσώμεθα,
580 μὴ φθονεῖθ᾽ ἡμῖν κομῶσι μηδ᾽ ἀπεστλεγγισμένοις.

ὦ πολιοῦχε Παλλάς, ὦ [ἀντ.]
τῆς ἱερωτάτης ἁπα-
σῶν πολέμῳ τε καὶ ποη-
ταῖς δυνάμει θ᾽ ὑπερφερού-
585 σης μεδέουσα χώρας,
δεῦρ᾽ ἀφικοῦ λαβοῦσα τὴν
ἐν στρατιαῖς τε καὶ μάχαις
ἡμετέραν ξυνεργὸν
Νίκην, ἣ χορικῶν ἐστιν ἑταίρα
590 τοῖς τ᾽ ἐχθροῖσι μεθ᾽ ἡμῶν στασιάζει.
νῦν οὖν δεῦρο φάνηθι· δεῖ
γὰρ τοῖς ἀνδράσι τοῖσδε πά-
σῃ τέχνῃ πορίσαι σε νί-
κην εἴπερ ποτὲ καὶ νῦν.

595 ἃ ξύνισμεν τοῖσιν ἵπποις, βουλόμεσθ᾽ ἐπαινέσαι.
ἄξιοι δ᾽ εἴσ᾽ εὐλογεῖσθαι· πολλὰ γὰρ δὴ πράγματα
ξυνδιήνεγκαν μεθ᾽ ἡμῶν, εἰσβολάς τε καὶ μάχας.
ἀλλὰ τἀν τῇ γῇ μὲν αὐτῶν οὐκ ἄγαν θαυμάζομεν,
ὡς ὅτ᾽ εἰς τὰς ἱππαγωγοὺς εἰσεπήδων ἀνδρικῶς,
600 πριάμενοι κώθωνας, οἱ δὲ καὶ σκόροδα καὶ κρόμμυα·
εἶτα τὰς κώπας λαβόντες ὥσπερ ἡμεῖς οἱ βροτοὶ
ἐμβαλόντες ἀνεφρυάξανθ᾽· «ἱππαπαῖ, τίς ἐμβαλεῖ;
ληπτέον μᾶλλον. τί δρῶμεν; οὐκ ἐλᾷς, ὦ σαμφόρα;»
ἐξεπήδων τ᾽ εἰς Κόρινθον· εἶτα δ᾽ οἱ νεώτατοι
605 ταῖς ὁπλαῖς ὤρυττον εὐνὰς καὶ μετῇσαν βρώματα·
ἤσθιον δὲ τοὺς παγούρους ἀντὶ ποίας Μηδικῆς,
εἴ τις ἐξέρποι θύραζε κἀκ βυθοῦ θηρώμενοι·
ὥστ᾽ ἔφη Θέωρος εἰπεῖν καρκίνον Κορίνθιον·
«δεινά γ᾽, ὦ Πόσειδον, εἰ μηδ᾽ ἐν βυθῷ δυνήσομαι
610 μήτε γῇ μήτ᾽ ἐν θαλάττῃ διαφυγεῖν τοὺς ἱππέας.»

***
ΧΟΡ. Ποσειδώνα αφέντη, των ιππέων σκεπέ, που χαρά σου είναι το ποδοβολητό των αλόγων με τις χάλκινες οπλές και το χλιμίντρισμά τους, κι οι τριήρεις οι γοργοτάξιδες, που φέρνουν λεφτά στην πόλη, και των νέων παλικαριών τα ξεσυνερίσματα, που στέκουν όλο καμάρι πάνω στις αρμάμαξές τους και τα ᾽χουν με την κλήρωση που τους αδίκησε, κόπιασε εδώ στο χοροστάσι μας, χρυσοτρίαινε θεέ,
[560] των δελφινιών αφέντη, που στο Σούνιο δοξάζουν τ᾽ όνομά σου, της Γεραιστού σκεπέ, γιε του Κρόνου· εσένα που μες απ᾽ όλους τους θεούς ξεχωριστή αγάπη σου ᾽χει ο στρατηγός Φορμίωνας και οι Αθηναίοι, ύστερ᾽ από τα τελευταία γεγονότα.

ΚΟΡ. Εγκώμιο θέλουμε να πλέξουμε των πατεράδων μας, γιατί στάθηκαν άντρες άξιοι τούτης της γης και του πέπλου της Αθηνάς. Γιατί νικώντας παντού και πάντα σε μάχες στη στεριά και τη θάλασσα χάρισαν μεγαλείο σ᾽ αυτή την πόλη. Κανείς τους σε καμιά περίπτωση αντικρίζοντας τους εχτρούς δεν στάθηκε να τους μετρήσει,
[570] αλλά το φρόνημά τους ήταν απ᾽ την πρώτη στιγμή αγωνιστικό. Κι αν σε κάποια μάχη πέφτανε κάτω κι ο ώμος τους έτρωγε χώμα, τίναζαν τη σκόνη από πάνω τους κι αμέσως ύστερα φωνάζοντας «όχι! δεν πέσαμε» ξανάμπαιναν στον αγώνα. Και κανείς από τους στρατηγούς της περασμένης γενιάς δεν έγινε κολλητός στον Κλεαίνετο τον εθνοπατέρα, για να πετύχει τιμητική σύνταξη· την ώρα που οι σημερινοί, αν δεν τους τάξεις πρωτοκαθεδρία και τιμητική σύνταξη, αρνιένται να πολεμήσουν. Εμείς όμως δεχόμαστε να υπερασπιστούμε γενναία την πόλη και τους θεούς της χώρας χωρίς αμοιβή. Και ούτε ζητάμε κανένα προνόμιο — μόνο μια τόση δα παράκληση: αν κάποτε έρθει η ειρήνη και πάρουν τέλος οι αγώνες,
[580] να μη μένει το μάτι σας στις μαλλούρες μας και στις ξύστρες που διώχνουν από πάνω μας τη σκόνη της παλαίστρας.

ΧΟΡ. Παλλάδα, πολιούχε θεά, που βασιλεύεις στην ιερότερη απ᾽ όλες τις πολιτείες, στην πρώτη στον πόλεμο και σε ποιητές, έλα στη σύναξή μας. Φέρε μαζί σου και τη συμπολεμίστριά μας στις εκστρατείες και τις μάχες, τη Νίκη, που μας συντροφεύει στους χορούς και τα τραγούδια
[590] και μπαίνει στις γραμμές μας ενάντια στους εχτρούς. Τώρα λοιπόν πρόβαλε εδώ, γιατί ανάγκη πάσα, όσο ποτέ άλλοτε, να δώσεις με κάθε τρόπο τη νίκη στους ιππείς μας.

ΚΟΡ. Θέλουμε να παινέσουμε τ᾽ άλογά μας, για να τους εκφράσουμε την ευγνωμοσύνη μας. Και τ᾽ αξίζουν το εγκώμιο· γιατί μαζί μας παλικαρίσια τα ᾽βγαλαν πέρα σε πολλές επιχειρήσεις, σ᾽ επιδρομές και μάχες. Και δεν είναι τόσο τ᾽ ανδραγαθήματά τους στη στεριά που θαυμάζουμε όσο όταν πηδούσαν αντρειωμένα στα ιππαγωγά πλοία, κι είχαν κάνει τις προμήθειές τους:
[600] αγόρασαν καραβάνες κι ακόμα σκόρδα και κρεμμύδια. Πιάσαν κατόπι στα χέρια τα κουπιά σα να ᾽ταν άνθρωποι και βάλθηκαν να λάμνουν με δύναμη, βγάζοντας χλιμιντρίσματα που σου ᾽παιρναν τ᾽ αυτιά: «Άλογο-γιαμόλα, ποιός θα βαρέσει κουπί; Πιάστε το πιο γερά! Τί κάνουμε τώρα; Βάρα κουπί, Ντορή μου!». Και βρέθηκαν μ᾽ ένα σάλτο απ᾽ τα πλοία στη στεριά της Κόρινθος. Κατόπι, τα νεοσύλλεκτα σκάβανε γιατάκια με τις οπλές τους και κίνησαν να βρουν τροφές. Κι αντίς τριφύλλι τρώγανε χοντρά καβούρια, όποιο έβγαινε στη στεριά το ᾽πιαναν ή τα τσάκωναν στον βυθό της θάλασσας. Έτσι ο Θεωρός είπε ότι ένας Κορίνθιος κάβουρας φώναξε: «Τί φρίκη, Ποσειδώνα μου, δεν θα μπορέσω
[610] να γλιτώσω από τους ιππείς ούτε στον βυθό ούτε στη στεριά ούτε στη θάλασσα».

Μορφές και Θέματα της Αρχαίας Ελληνικής Μυθολογίας: ΜΥΘΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΝΕΡΟΥ,Συς, Τάναης, Τέθρυς, Τιταρήσιος, Υδάσπης

Συς (περιοχή Δίου)

Στους πρόποδες του Ολύμπου, κοντά στο Δίον, φυλάσσονταν τα οστά του Ορφέα σε υδρία τοποθετημένη σε κολώνα. Οι κάτοικοι των Λειβήθρων πήραν χρησμό ότι η πόλη τους θα καταστρεφόταν από κάπρο, την ημέρα που τα οστά του Ορφέα θα έβγαιναν στο φως. Κανείς όμως δεν πίστεψε ότι κάπρος θα μπορούσε να ρίξει τα τείχη της πόλης. Κάποτε, βοσκός αποκοιμήθηκε στη βάση του τάφου του Ορφέα και στον ύπνο του άρχισε να μελοποιεί τους γλυκούς στίχους του ποιητή από τη Θράκη. Μαζεύτηκαν όλοι οι βοσκοί και οι αγρότες του τόπου γύρω από την κολόνα, που τελικά από απροσεξία έπεσε κάτω. Ο Διόνυσος έστειλα τότε δυνατή καταιγίδα, ο ποταμός Συς (=κάπρος) πλημμύρισε και κατέστρεψε τελείως την πόλη. Αργότερα, μετά την καταστροφή, λέγεται ότι τα λείψανα του ποιητή μεταφέρθηκαν στο Δίον.
 
Τάναης (Τάναϊς-ιδος)
 
Θεός-ποταμός, γιος του Ωκεανού και της Τηθύος. Σήμερα ο ποταμός ονομάζεται Δον. Σύμφωνα με μεταγενέστερη μυθική παράδοση, ο Τάναης ήταν γιος του Βήρωσου (ή Βηρωσσού) και της Αμαζόνας Λυσίππης, που από όλους τους θεούς τιμούσε μόνο τον Άρη και περιφρονούσε τις γυναίκες. Η Αφροδίτη, θέλοντας να τιμωρήσει τον νέο, του ενέπνευσε άνομο έρωτα για τη μητέρα του. Ο Τάναης, μην μπορώντας να ξεφύγει από το πάθος του, ρίχτηκε στον ποταμό που ως τότε ονομαζόταν Αμαζόνιος, και από τότε Τάναης.
 
Τέθρυς ή Θήρην (κοντά στην Κνωσσό)
 
α) Κοντά στον ποταμό έγιναν οι γάμοι του Δία και της Ήρας. Κάθε χρόνο οι ντόπιοι τελούσαν θυσίες και έκαμναν αναπαράσταση του ιερού γάμου.
 
«λέγουσι δὲ καὶ τοὺς γάμους τοῦ τε Διὸς καὶ τῆς ῞Ηρας ἐν τῇ Κνωσίων χώρᾳ γενέσθαι κατά τινα τόπον πλησίον τοῦ Θήρηνος ποταμοῦ, καθ᾽ ὃν νῦν ἱερόν ἐστιν, ἐν ᾧ θυσίας κατ᾽ ἐνιαυτὸν ἁγίους ὑπὸ τῶν ἐγχωρίων συντελεῖσθαι, καὶ τοὺς γάμους ἀπομιμεῖσθαι, καθάπερ ἐξ ἀρχῆς γενέσθαι παρεδόθησαν». (Διόδωρος 5.72)
 
β) Σύμφωνα με μια εκδοχή ο Μίνωας κυριάρχησε στο παιγνίδι της ανάληψης της εξουσίας έναντι των αδελφών του Ραδάμανθυ και Σαρπηδόνα χάρη στη βοήθεια του Ποσειδώνα. Ο Μίνωας απέδειξε την υπεροχή του και την προτίμηση που του είχαν οι θεοί, όταν προσευχήθηκε στον θαλάσσιο θεό και του ζήτησε να του στείλει ταύρο από τη θάλασσα, για να του τον θυσιάσει. Επειδή όμως ο Μίνωας δεν τον θυσίασε ποτέ λόγω της ομορφιάς του, ο Ποσειδών έβαλε τον ταύρο να λυμαίνεται την περιοχή που υδροδοτούνταν από τον ποταμό, μέχρι που τον έπιασε ο Ηρακλής.
 
Τιταρήσιος
 
Ποταμός σε απροσδιόριστη περιοχή, πατρίδα του Αργοναύτη Μόψου.
 
Υδάσπης
 
Για τον Υδάσπη υπάρχουν δύο παραδόσεις. Η μία, του Νόννου, τον θέλει ποτάμιο θεό της Ινδίας που πολέμησε τον Διόνυσο, γιο του Θαύματα και της Ωκεανίδας Ηλέκτρας, επομένως αδελφό των Αρπυιών, της Άρκης και της Ίριδας, σύζυγο της Αστρίδας από την οποία απέκτησε ένα γιο, τον Δηριάδη (17.281-282, 23.224 κ.ε., 26.350 κ.ε.). Η άλλη εκδοχή τον κάνει βασιλιά της Ινδίας και πατέρα της Χρυσίππης, στην οποία η Αφροδίτη ενέβαλε άνομο έρωτα για τον πατέρα της, επειδή εξοργίστηκε μαζί της για άδηλους λόγους. Με τη βοήθεια της παραμάνας της η κόρη πλάγιασε μαζί του μια νύχτα. Όταν ο Υδάσπης αντιλήφθηκε τι είχε γίνει, έθαψε την παραμάνα ζωντανή και κάρφωσε την κόρη του σε σταυρό. Από τη θλίψη του έπεσε στον Ινδό ποταμό που μετονομάστηκε από αυτόν σε Υδάσπη (Ψ-Πλούτ., π. ποτ. 1.1.).

Βιργίλιος - Ρώμη και το Αρκαδικό Ιδεώδες

Μία από τις μεγαλύτερες μορφές της Αρχαιότητας που συνδέεται με το Αρκαδικό κίνημα είναι ο Βιργίλιος. Ο μεγάλος αυτός Ρωμαίος ποιητής γεννήθηκε το 70 π.χ. σε ένα αγρόκτημα κοντά στη Μάντοβα. Λέγεται ότι πιθανόν στις φλέβες του έρρεε Κελτικό αίμα, καθώς η περιοχή είχε κατοικηθεί για πολύ καιρό από Γαλάτες. Ο πατέρας του ήταν αρκετά εύπορος σαν δικαστικός γραμματέας και έτσι μπόρεσε να του προσφέρει κάποια ευτυχισμένα παιδικά χρόνια στην ηρεμία της εξοχής. Σε ηλικία δώδεκα ετών ο Βιργίλιος πήγε στην Κρεμόνα για να σπουδάσει. Ύστερα, βρέθηκε για δύο χρόνια στο Μιλάνο και τελικά σε ηλικία δέκα έξη ετών στη Ρώμη. Εκεί σπούδασε ρητορική και λέγεται ότι παρακολούθησε και τα μαθήματα του Σίρωνα του Επικούρειου στη Νάπολη.

Το 41 π.χ. οι Οκταβιανός και Αντώνιος, καθώς η περιοχή είχε ευνοήσει τους πολιτικούς τους αντιπάλους, δήμευσαν το αγρόκτημα του και ο Βιργίλιος αναγκάστηκε να καταφύγει στην Αυλή του Ασίνιου Πολλίωνα, κυβερνήτη της εντεύθεν των Άλπεων Γαλατίας. Στα επόμενα χρόνια εκδόθηκαν οι «Εκλογές» που έτυχαν αμέσως ενθουσιώδους υποδοχής. Τα ποιήματα ήταν ποιμενικές σκηνές. Σε αυτά η Αρκαδία παρουσιάζεται όχι σαν μια συγκεκριμένη γεωγραφική περιοχή αλλά σαν Αρχετυπικός τόπος Ειρήνης, Ευτυχίας, Αιώνιας νεότητας και απέραντης Αγάπης. Πρόκειται για μια χώρα Μαγική, γεμάτη δάση, μικρές κοιλάδες και ποτάμια όπου η ζωή βρίσκει το πραγματικό της νόημα.

Ο Μαικήνας, ένας πλούσιος αριστοκράτης, κάλεσε τον Βιργίλιο στη Ρώμη και τον μεταχειρίστηκε με γενναιοδωρία. Έπεισε τον Οκταβιανό να του επιστρέψει το αγρόκτημα και υπέδειξε στον ποιητή να συνθέσει στίχους που θα εξυμνούσαν την αγροτική ζωή. Αυτή η πρόταση δεν ήταν τυχαία. Απέκρυβε πολιτικές σκοπιμότητες καθώς ο Οκταβιανός είχε την πρόθεση να διαλύσει το μεγαλύτερο μέρος του στρατού και να εγκαταστήσει τους παλαίμαχους στη γη. Ο Βιργίλιος αποσύρθηκε στη Νάπολη και μετά από επτά χρόνια παρουσίασε τα «Γεωργικά» που από πολλούς θεωρείται η τελειότερη από τις ποιητικές του συλλογές.

Στο βιβλίο αυτό ο Βιργίλιος δανείζεται ιδέες από τον Ησίοδο, τον Άρατο, τον Κάτωνα και τον Ουάρρωνα, δηλώνοντας ότι η καλλιέργεια της γης είναι η πιο ευγενική από τις τέχνες καθώς είναι αυτή που γεννάει ζωή. Μιλάει για τους διάφορους κλάδους όπως την περιποίηση του εδάφους, τις εποχές για σπορά και θερισμό, την καλλιέργεια της ελιάς και του αμπελιού, την κτηνοτροφία και τη μελισσοκομία. Αυτό όμως που είναι πιο σημαντικό είναι ότι υφαίνει με τους στίχους του την ηθική της υπαίθρου, τονίζοντας με σαφήνεια ότι ο ισχυρός χαρακτήρας και η αξιοπρέπεια αναπτύσσονται μέσα από το μόχθο και την καθημερινή επαφή με τη Φύση.
 
«Κανένας Ρωμαίος» λέει ο Βιργίλιος, «δεν πρέπει να ντρέπεται να σέρνει το άροτρο καθώς η σπορά, η καλλιέργεια, το βοτάνισμα και η συγκομιδή έχουν αντίκτυπο στην ανάπτυξη της ψυχής». «Εκτός όμως από δύναμη και απλότητα η Φύση διδάσκει και ευαισθησία, θρησκευτική διαίσθηση, ταπεινοφροσύνη και ευλάβεια. Παρακολουθώντας το θαύμα της ανάπτυξης των φυτών ο καλλιεργητής βιώνει το μυστήριο της ύπαρξης και τη σοφία όλων των πραγμάτων. Παράλληλα, έρχεται σε επαφή με τις μυστικές δυνάμεις που δημιουργούν τη ζωή. - Όλες οι αρχαίες αρετές που ανέδειξαν τη Ρώμη αναπτύχθηκαν στους αγρούς Γι' αυτό», όπως λέει στους στίχους του, «Ευτυχισμένος είναι εκείνος που γνωρίζει τις αγροτικές θεότητες: Την Άρτεμη, τον Πάνα, τον γέροντα Σιλβανό και τις αδελφές Νύμφες».

Αυτή η λογική ακολουθείται και στο κλασσικό ρωμαϊκό έργο περί γεωργίας (De Re Rustica) του Ιουνίου Κολουμέλλα. «Η ζωή κοντά στη Φύση γίνεται η βάση ηθικής εκπαίδευσης και σφυρηλάτησης του χαρακτήρα» γράφει ο Κολουμέλλα, «Οι ελεύθεροι άνθρωποι εκφυλίζονται μέσα στις πόλεις, ενώ όφειλαν να δυναμώνουν καλλιεργώντας τη γη. Χρησιμοποιούμε τα χέρια για να χειροκροτούμε στα θέατρα και τους ιπποδρόμους, παρά για τους αμπελώνες και τους αγρούς. Η γεωργία είναι εξ αίματος συγγενής με τη σοφία» (consanguinea sapientiae).

Εκτός όμως από τις ηθικές αξίες ο Βιργίλιος επεκτείνει τα οφέλη της καλλιέργειας στις καλές τέχνες και στον πολιτισμό καθώς, όπως λέει, οι προσπάθειες να εξευμενίσουμε τις φυσικές δυνάμεις με θυσίες, οδηγούν σε εκδηλώσεις και γιορτές, δημιουργώντας τις βάσεις για το θέατρο, το χορό, την ποίηση και τη μουσική. Συνδέει δηλαδή με αυτό τον τρόπο την ηθική διαπαιδαγώγηση και την ενδυνάμωση του χαρακτήρα με μια αγροτική κοινωνία που παράγει τέχνες, πολιτισμό και μια θρησκευτική λατρεία επικεντρωμένη στην επαφή με τα πνεύματα της Φύσης.

Μετά από τα Γεωργικά, και με επιθυμία του αυτοκράτορα Αυγούστου, ο Βιργίλιος αφιέρωσε τα επόμενα δέκα χρόνια για να γράψει την «Αινειάδα», ένα επικό ποίημα που αφορούσε την ίδρυση της Ρώμης. Το έπος δεν ολοκληρώθηκε καθώς το 19 π.χ. ο Βιργίλιος επισκέφθηκε την Ελλάδα, προσβλήθηκε από ηλίαση στα Μέγαρα και πέθανε στην επιστροφή του, στο Μπρίντιζι. - Η Αινειάδα διηγείται τη φυγή των Τρώων μετά την καταστροφή της πόλης τους, τον έρωτα ανάμεσα στον Αινεία και τη Διδώ, βασίλισσα της Καρχηδόνας, την άφιξη των Τρώων στην Ιταλία και τις περιπέτειες τους που καταλήγουν στην ίδρυση της Ρώμης. Το μύθο της διήγησης κινούν τα πεπρωμένα της Αιώνιας Πόλης όμως ο ποιητής δεν παραλείπει να μνημονεύσει και να περιγράψει τις αγροτικές λατρείες. Εξυμνεί και πάλι το ιδεώδες της υπαίθρου και τη φυσική ζωή και εύχεται όπως οι άνθρωποι ξαναποκτήσουν σεβασμό και αγάπη για τους γονείς και την πατρίδα, όπως κάποτε πρόσταζε η αρχαία ευλάβεια και πίστη.

Φίλος του Βιργιλίου και προστατευόμενος του Μαικήνα ήταν και ο ποιητής Οράτιος. Γεννήθηκε το 65 π.χ. σε μια μικρή πόλη της Απουλίας, σπούδασε ρητορική στη Ρώμη και φιλοσοφία στην Αθήνα. Για ένα διάστημα είχε καταταγεί στο στρατό του Βρούτου έχοντας τη διοίκηση μιας λεγεώνας. Όταν όμως γνώρισε τη φρίκη του πολέμου, εγκατέλειψε το στρατό κι έγινε ποιητής. Στα 34 π.χ. ο Μαικήνας του παραχώρησε μια αγρέπαυλη και ο Οράτιος, ελεύθερος πλέον από τα προβλήματα της καθημερινότητας, γράφει δυο ποιητικά πεζογραφήματα, στα οποία σατιρίζει τον «καπνό», τον «πλούτο» και το «θόρυβο» της Ρώμης. Στις σάτιρες αυτές, καθώς και στις «Επωδές» που ακολουθούν, περιγράφει τον αμαθή και κακόβουλο όχλο της μεγαλούπολης, νοσταλγεί τη ζωή στη αγροτική του έπαυλη και εκφράζει την πικρία του για την παρακμή της ζωής μακριά από τη Φύση.

Με τον Οράτιο η Αρκαδία, συνυφασμένη με την έννοια της ευδαιμονίας, μιας ευδαιμονίας που προϋποθέτει ευαισθησία, αθωότητα και χαρά της ζωής, παύει να είναι όνειρο και γίνεται ένας δρόμος ζωής. «Το ρυάκι μου με το καθαρό νερό, τα λίγα στρέμματα του δάσους, η ασφαλής πεποίθηση για μια συγκομιδή σταριού μου παρέχουν περισσότερη ευτυχία», γράφει, «από τα άπειρα εισοδήματα του μεγαλοϊδιοκτήτη της γόνιμης Αφρικής». - Επηρεασμένος από τον Επίκουρο, ο Οράτιος περιγράφει τις απολαύσεις της φιλίας, του φαγητού, της διασκέδασης και του έρωτα.

«Γιατί να ασχολούμεθα με τη Ρωμαϊκή πολιτική και τους μακρινούς πολέμους;» αναρωτιέται. «Γιατί να σχεδιάζουμε με τόση επιμέλεια ένα μέλλον του οποίου η μορφή θα αποδείξει τη γελοιότητα των σχεδιασμών μας; Η νιότη και η ομορφιά περνούν και χάνονται. Ας τις απολαύσουμε τώρα, ξαπλωμένοι κάτω απ’ τα πεύκα με τα μαλλιά στολισμένα με τριαντάφυλλα. Ακόμα και τώρα που μιλάμε, ο ζηλόφθονος χρόνος μας προσπερνά. Ας ζήσουμε τη στιγμή» (Carpe diem).

Παρόμοιους προβληματισμούς εκφράζει και ο Άλβιος Τίβουλλος (54-19) που όπως ο Βιργίλιος έχασε τα πατρικά του κτήματα κατά τη διάρκεια του εμφύλιου πολέμου. Ο Τίβουλλος κατέφυγε στη Ρώμη όπου συνέθεσε ελεγειακούς στίχους περιπαίζοντας τους στρατοκράτες, που αναζητούσαν μάχες και εξυμνούσαν το θάνατο. Νοσταλγεί τη Χρυσή Εποχή του Κρόνου που όπως γράφει: «Δεν υπήρχαν στρατοί, ούτε μίσος, ούτε πόλεμος. Δώστε μου μόνο έρωτα κι αφήστε τους άλλους να τρέχουν σε θλιβερές και άχρηστες ανθρωποσφαγές. Ήρωας είναι εκείνος που, αφού έχει γεννήσει τα παιδιά του, γερνά στο φτωχικό του σπίτι καλλιεργώντας τον κήπο και συνοδεύοντας το κοπάδι, ενώ η σύζυγος ζεσταίνει νερό για τα κουρασμένα του μέλη. Με τέτοιο τρόπο αφήστε με να ζήσω μέχρι να ασπρίσουν τα μαλλιά μου και να διηγούμαι για τις όμορφες μέρες που πέρασαν».

Αλλά και ο Σέξτος Προπέρτιος (49-15), μέλος του κύκλου που είχε συγκεντρωθεί γύρω από το Μαικήνα, έψαλλε με τρυφερότητα το ειδύλλιο της ειρήνης και του φτερωτού Θεού. «Για πιο λόγο», έγραφε στην ερωμένη του Σύνθια, «να ανατρέφω γιους για Παρθικούς θριάμβους; Κανένα δικό μας παιδί δεν πρόκειται να γίνει στρατιώτης. Ολόκληρη η στρατιωτική δόξα του κόσμου δεν αξίζει μια δική μας νύχτα έρωτα.»

Πάνω στην ίδια λογική κινείται και ο Οβίδιος. Ο Πόπλιος Οβίδιος Νάσων, όπως είναι το πλήρες όνομα του γεννήθηκε σε μια μικρή κοιλάδα των Απεννίνων το 43 π.χ. Σπούδασε δίκαιο, ταξίδεψε στην Αθήνα, Σικελία και Μέση Ανατολή και μετά την επιστροφή του στη Ρώμη, κατέλαβε θέση δικαστή στα Πραιτορικά δικαστήρια. Αποφεύγοντας, παρόλες τις συμβουλές του πατέρα του, μια καριέρα που θα μπορούσε να τον κάνει συγκλητικό, ο Οβίδιος αφιερώθηκε στην ποίηση εξυμνώντας τον Έρωτα. Η πρώτη συλλογή, με τίτλο «Αmores», αφιερωμένη σε μια ωραία εταίρα με όνομα Κορίννα (14 π.χ.), θεμελιώνει τη ρομαντική παράδοση που θα συνεχίσουν οι τροβαδούροι χίλια χρόνια αργότερα. Λίγο μετά τον τρίτο γάμο του ο Οβίδιος εκδίδει ένα εγχειρίδιο ερωτικής κατάκτησης, με τίτλο «Ars amatoria» (2 π.χ.) αλλά και μια πραγματεία, την «Remedia amoris», που αφορούσε τη θεραπεία του έρωτα.

«Το καλύτερο πράγμα», λέει, «για μια ραγισμένη καρδιά είναι η έντονη εργασία, κατόπιν το κυνήγι και τρίτον η απουσία». Ακολουθούν οι «Ηρωίδες», ένα βιβλίο που περιλαμβάνει τη ζωή διασήμων γυναικών, όπως η Σαπφώ, η Πηνελόπη, η Ελένη, η Φαίδρα, η Ηρώ και η Αριάδνη και γύρω στο 7 μ.χ. ο ποιητής δημοσιεύει το μεγαλύτερο έργο του, τις «Μεταμορφώσεις». Στο δεκαπεντάτομο αυτό βιβλίο ο Οβίδιος αφηγείται τις περίφημες μεταμορφώσεις ζώων, θνητών, αντικειμένων και θεών που αναφέρονται στην Ελληνική και τη Ρωμαϊκή μυθολογία. Αυτοί οι μύθοι έγιναν πηγή έμπνευσης για εκατοντάδες καλλιτέχνες, ζωγράφους, ποιητές, γλύπτες και συγγραφείς. Ο Βοκκάκιος, ο Τάσσος, ο Σπένσερ, ο Σώσερ και οι ζωγράφοι της Αναγέννησης άντλησαν από αυτούς τα θέματα τους.

Τα τελευταία χρόνια του ο Οβίδιος τα πέρασε στην εξορία. Το 8 μ.χ. και με διαταγή του Αυτοκράτορα μετατοπίστηκε στον Εύξεινο Πόντο όπου και έγραψε την ποιητική συλλογή του «Tristia», (Θλίψεις) αλλά και επιστολές προς τους φίλους του «Ex Ponto». Εννέα χρόνια αργότερα πέθανε και τα οστά του, σύμφωνα με τη παράκληση του, μεταφέρθηκαν στην Ιταλία και θάφτηκαν κοντά στην πρωτεύουσα. Όμως, το έργο του παρέμεινε αθάνατο δημιουργώντας μια γέφυρα ανάμεσα στην Ελληνιστική Ρώμη και τον κόσμο που αναδύθηκε ξανά, γύρω στον 15ο αιώνα, μαζί με το ρεύμα του Αλφειού.

Από τα προλεγόμενα γίνεται κατανοητό ότι ήδη από τη Ρωμαϊκή εποχή ο Αρκαδισμός παρουσιάζεται σαν βιωματικό επίπεδο, σαν τρόπος ζωής, και σαν κοινωνικοπολιτικό όραμα. Η σύνδεση αυτών των τριών εννοιών δεν είναι φυσικά καινούργια. Έχει μια οικουμενική διάσταση και βαθιές ρίζες στην ιστορία. Ο Πολύβιος ο Μεγαλοπολίτης (203-120 π.χ.) περιγράφει το χαρακτήρα των ιστορικών Αρκάδων σε σχέση με το φυσικό περιβάλλον και το κλίμα. Καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η αγωνιστικότητα, η πίστη στις ηθικές αξίες, η ευσέβεια προς τους θεούς, η υπακοή στους νόμους και ο ενάρετος χαρακτήρας τους συνδέονταν με τη λιτή ζωή, την επίπονη καθημερινότητα και τα η στενή επαφή τους με τη Γη. Δεν είναι συνεπώς τυχαίο ότι ο Αρκαδισμός, σαν ιδεώδης τόπος συνάντησης ανθρώπου και Φύσης, γεννήθηκε στη συγκεκριμένη γεωγραφική περιοχή. Παρόμοια και οι Ρωμαίοι, στην εποχή της δημοκρατίας, είχαν βασίσει τη ζωή τους στη σχέση τους με τη Γαία, «Μητέρα και Τροφό όλων των πραγμάτων». Είχαν χτίσει τις πρώτες τους πόλεις στους τόπους συνάντησης των γεωργών και η καθημερινότητα ανάμεσα στην αγροτική εργασία και τις στρατιωτικές ασχολίες τους διατηρούσε υγιείς και ρωμαλέους.

Στη Ρωμαϊκή εποχή οι ιδανικές αυτές συνθήκες είχαν φυσικά καταργηθεί. Η λιτότητα, η ευσέβεια, το ανεπτυγμένο αίσθημα δικαιοσύνης και κοινωνικής συνοχής, είχαν αντικατασταθεί από την απληστία, το φόβο και τη διάβρωση της συνείδησης από μια οικονομίστικη λογική. - Οι διορθωτικές προσπάθειες που έγιναν προσέκρουαν πάντα σε μια παγιωμένη κατάσταση ηθικής σήψης, σε μια αρρωστημένη κοινωνία που σχεδόν πάντα αντιδρούσε βίαια για να εξασφαλίσει τα συμφέροντα της. Έτσι, αν εξετάσουμε την κοινωνική κατάσταση των γεωργών παρατηρούμε ότι την εποχή της Ρωμαϊκής δημοκρατίας, μέρος της Γης ήταν «ager publicus», δημόσιο κτήμα, που εθεωρείτο ιδιοκτησία του κράτους. Το υπόλοιπο ανήκε στις οικογένειες των καλλιεργητών, σαν ιδιωτική περιουσία. Οι πόλεμοι άλλαξαν αυτή την εικόνα. Πολλοί από τους γεωργούς φονεύθηκαν στις μάχες, είτε κατέφυγαν στις πόλεις και δεν ξαναγύρισαν στους αγρούς.

Άλλοι βρήκαν τα κτήματα τους κατεστραμμένα από τα στρατεύματα ή παραμελημένα σε τέτοιο βαθμό, ώστε δεν είχαν το θάρρος να αρχίσουν πάλι από την αρχή. Ένας μεγάλος αριθμός είχε αναγκαστεί να πάρει δάνεια και είχε συντριβεί από τα αλλεπάλληλα χρέη. Μετά τον πόλεμο συχνά ήταν υποχρεωμένοι να πουλήσουν την περιουσία τους σε εξευτελιστική τιμή στους διάφορους αριστοκράτες ή πλούσιους κτηματίες, οι οποίοι ένωναν τους μικρούς αυτούς κλήρους σχηματίζοντας «latifundia» δηλαδή μεγάλους αγρούς.

Οι κτηματίες χρησιμοποιούσαν δούλους και μετέτρεπαν τις καλλιεργήσιμες εκτάσεις σε βοσκοτόπια ή ελαιώνες, καθώς η κτηνοτροφία εθεωρείτο πιο αποδοτική. Ο Σενέκας περιέγραψε τεράστια κτήματα που τα καλλιεργούσαν αλυσοδεμένοι δούλοι ενώ ο Πλίνιος απήγγειλε ένα πρόωρο επιτάφιο: “latifundia perdidere Italiam” (Τα μεγάλα κτήματα κατέστρεψαν την Ιταλία).

Αυτή η κατάσταση δεν αφορά φυσικά μόνο τη Ρώμη. Σε όλες τις εποχές και σε όλες τις χώρες, ο πόλεμος ήταν παιχνίδι των εμπόρων και των χρηματιστών για να κερδίζουν σε φτηνή τιμή τη γη. Στο παιχνίδι συμμετέχουν φυσικά και οι εκπρόσωποι της στρατιωτικής και πολιτικής εξουσίας. Το βασικό πρόβλημα της γεωργικής τάξης είναι πως από τη φύση της είναι ευάλωτη στον πόλεμο, καθώς αυτός διεξάγεται κατά μεγάλο μέρος στον τόπο του μόχθου της. Τα στρατεύματα διατρέχουν την ύπαιθρο, λεηλατούν ή καταστρέφουν καλλιέργειες, καίνε δάση και λιβάδια, αντιμετωπίζουν με εχθρότητα τους χωρικούς.

Συχνά, η ερήμωση της υπαίθρου είναι μέρος στρατηγικής που επιθυμεί να δημιουργήσει πίεση στους αστικούς πληθυσμούς μέσω της πείνας. Αντίθετα χρηματιστές και έμποροι κερδίζουν, σχεδόν πάντοτε, από τον πόλεμο. Πουλάνε όπλα κι εξυπηρετήσεις στα στρατεύματα, δανείζουν μεγάλα ποσά στους ηγέτες, ενώ συγχρόνως μεταφέρουν τον δικό τους πλούτο σε περιοχές που βρίσκονται μακριά από τον τόπο σύγκρουσης. Το τέλος κάθε αναμέτρησης βρίσκει τους χωρικούς εξαθλιωμένους και αναγκασμένους να πουλήσουν σε φτηνή τιμή τα αγροκτήματα και τα χωράφια τους σε αυτούς που έχουν τη δύναμη να την αγοράσουν.
 
Αυτή η απλή στρατηγική της χυδαιότητας και της απληστίας επαναλαμβάνεται διαρκώς εδώ και χιλιάδες χρόνια. Ακολουθώντας ένα προκατασκευασμένο σενάριο, με τον ήχο ταμπούρλων και ακολουθώντας σημαίες, οι χωρικοί κατατάσσονται, έστω και χωρίς τη θέληση τους. Το φυσικό περιβάλλον καταστρέφεται και οι μεγαλέμποροι, ο κλήρος, οι χρηματιστές και μέρος της αριστοκρατίας μοιράζεται τη γη που οι δυστυχισμένες αυτές υπάρξεις αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν. - Ουσιαστικά, μέσω του πολέμου και της σύγκρουσης, τα νομίσματα και αργότερα τα χρωματιστά χαρτιά, που αποτελούν μια εικονική μορφή πλούτου, εξαγοράζουν τη γη που είναι η πραγματική πηγή αφθονίας για ολόκληρο το λαό. Αυτά είναι τα εθνικιστικά παιχνίδια, με βασιλιάδες, πάπες και πολέμαρχους, που έχει εξυμνήσει η ιστορία.

Εκτός όμως από την κοινωνική διάσταση και της σχέσης του με τη Φύση και με τη Γη, το Αρκαδικό Ιδεώδες έχει και δύο άλλες παραμέτρους. Τον ολοκληρωτικό και δίχως όρια Έρωτα και την αναζήτηση της Ομορφιάς στην τέχνη. Όσον αφορά την πρώτη, ήδη από το Θεόκριτο, η Βουκολική ποίηση παρουσιάζει την κοσμογονική αυτή θεότητα που έλκει τους ανθρώπους, σαν το βιωματικό κέντρο της ύπαρξης. Αυτή η βασική αρχή, ριζωμένη στη φιλοσοφία της Διοτίμας, είναι ο κινητήριος μοχλός για να κατανοήσουμε το όραμα της Αρκαδίας. Ο Έρωτας εναρμονίζει τον άνθρωπο με τον κόσμο και η ανάγκη που έχουμε για να αγαπήσουμε και να αγαπηθούμε, είναι η ανάμνηση του μονοπατιού που μας ενώνει με τη μαγική αυτή χώρα.

Οι περιπέτειες των βουκόλων μεταξύ τους αλλά και με τις νύμφες, εκφράζουν ουσιαστικά τον πρώτο ανάβαθμο του Πλατωνικού Συμποσίου, την ερωτική προσήλωση σε ένα πρόσωπο, το οποίο αυθόρμητα και φυσικά επιλέξαμε και με το οποίο είμαστε ερωτευμένοι. Μέσα από αυτή την εμπειρία αναγνωρίζουμε σιγά-σιγά την ανθρώπινη φύση. Τις ανασφάλειες, τους πόθους, τα ιδανικά, την τρυφερότητα, το πάθος. Αυτό μας βοηθάει να ωριμάσουμε και να εκτιμήσουμε την ψυχική ομορφιά που βρίσκεται κρυμμένη βαθιά στον κάθε άνθρωπο. Έτσι περνάμε στο δεύτερο επίπεδο, στον έρωτα για όλα τα ωραία πρόσωπα που είναι αδελφωμένα από την κατοχή του «Κάλλους».
 
Στο τρίτο στάδιο ο μύστης της Αρκαδικής παράδοσης νοιώθει τον Έρωτα για κάθε τι ωραίο που υπάρχει, για τους ηθικούς κανόνες, τις αξίες του πολιτισμού, τις επιστήμες και τις τέχνες. Από την αισθητή πραγματικότητα επεκτείνεται σε μια αδέσμευτη σύλληψη του «καλού και αγαθού» σε όλα τα επίπεδα του Κόσμου. Τέλος ο τέταρτος και τελευταίος ανάβαθμος αντιπροσωπεύει την ίδια την ουσία της Αρκαδίας, την αποκαλυπτική εμπειρία στην οποία περιέρχεται η ψυχή όταν ταυτίζεται με την εκτυφλωτική έκλαμψη του Ωραίου.

Από αυτό το τελευταίο γίνεται εύκολα κατανοητό ότι, όσον αφορά την Τέχνη, το Αρκαδικό ιδεώδες ταυτίζεται με το γενικότερο πλαίσιο της Ελληνικής αισθητικής. Αναζητά το ιδεώδες Κάλλος πραγματοποιώντας μια σύνθεση ανάμεσα στην ψυχή και το σώμα, δηλαδή το Κάλλος των μορφών με την καλοσύνη της ψυχής. Το ιδεώδες της Καλοκαγαθίας εκφράζεται με τη συμμετρία της όψης, την ευγενική απλότητα και το ήρεμο μεγαλείο στη στάση και στην έκφραση. Από την άλλη πλευρά, σε αντίθεση με τη σημερινή νοοτροπία του «Υποκειμενισμού», η Αρχαιοελληνική Τέχνη στηρίζεται στο αξίωμα ότι υπάρχουν κάποιες αδιασάλευτες αντικειμενικές αξίες τις οποίες ο καλλιτέχνης οφείλει να ανακαλύψει και να εκφράσει μέσα από την τέχνη του. Δεν την ενδιαφέρει δηλαδή το υποκειμενικό συναίσθημα του εφήμερου ανθρώπου αλλά ο τρόπος με τον οποίο η ίδια η Ένθεα Φύση εκφράζεται και σχηματοποιείται γύρω μας.

Οι καλλιτέχνες της Κλασσικής Αρχαιότητας θεωρούσαν ότι η ζωγραφική, η γλυπτική, η ποίηση ή η αρχιτεκτονική δεν είναι σύνολο προσωπικών εκφράσεων ενός ανθρώπου ή μιας ομάδας καλλιτεχνών αλλά ότι πράγματι υπάρχει μια αντικειμενική, κρυμμένη ομορφιά στις δομές της Φύσης, Η ομορφιά αυτή είναι οι Σωστές Αναλογίες, το Μέτρο και η Αρμονικότητα ανάμεσα στα διακριτά μέρη ενός ενιαίου όλου, με άλλα λόγια οι Παγκόσμιοι Μαθηματικοί νόμοι της Αρμονίας που διέπουν το Σύμπαν. -Ο Σωκράτης, στην Πολιτεία του Πλάτωνα, λέει ότι: Η γεωμετρία και τα ιερά μαθηματικά αποκαλύπτουν τον τρόπο που η Φύση αποτυπώνει τις δικές της αρχιτεκτονικές δομές αναγκάζοντας την ψυχή να αντικρίσει την ουσία των όντων. Τα γεωμετρικά σχήματα, οι ιεροί μαθηματικοί λόγοι και οι αναλογίες που ιστορικά αποτυπώθηκαν στην αρχιτεκτονική, τη ζωγραφική και τη μουσική, έλκουν την ψυχή προς την αλήθεια και αναπτύσσουν το φιλοσοφικό εκείνο πνεύμα που εξυψώνει το βλέμμα μας προς τη γνώση του αιώνιου (αεί) όντος και όχι του ευμετάβλητου και διαρκώς εναλλασσόμενου.

Σύμφωνα με την Πλατωνική άποψη, ο αισθητός, «αντικειμενικός» κόσμος είναι το ατελές αντίγραφο του κόσμου των Ιδεών. Οι Ιδέες παραμένουν άφθαρτες, αμετάβλητες και αιώνιες, ελεύθερες από τη ροή του αδιάκοπου γίγνεσθαι της θνητής μας πραγματικότητας. Στόχος του καλλιτέχνη είναι λοιπόν να κατανοήσει και εν συνεχεία να παραστήσει όσο το δυνατόν πληρέστερα την αόρατη αρμονία των ιδεών και το εσωτερικό Μαθηματικό Κάλλος που εκφράζεται με τη Χρυσή Τομή, τα Πυθαγόρεια Συστήματα των Ορθών Λόγων, την κρυφή σύνδεση των Αναλογιών ανάμεσα στην αρχιτεκτονική και το ανθρώπινο σώμα κ.ο.κ.

Η θέση αυτή δεν είναι απλά καλλιτεχνική. Είναι μια θέση Θρησκευτική. Σήμερα, στη χριστιανική Δύση, ο θεός νοείται σαν μεταφυσική Αρχή που βρίσκεται πέρα από τη Φύση, προϋπάρχει αυτής και δεν συνταυτίζεται μαζί της. Για το λόγο αυτό φιλοσοφία, επιστήμη και Τέχνη είναι ξεκομμένες από την θεολογία. Ανήκουν σε μια άλλη σφαίρα, τη σφαίρα όχι του προαιώνιου και τέλειου Δημιουργού αλλά στη σφαίρα του ατελούς και εφήμερου δημιουργήματος. Αντίθετα στην Αρχαία Ελλάδα, και κατά συνέπεια και στην Αρκαδία, Θεοί και Φύση είναι ένα και το αυτό. Συνταυτίζονται. Αυτό σημαίνει ότι από την στιγμή που το Θείο βρίσκεται μέσα στον Κόσμο ο καλλιτέχνης, ο επιστήμονας αλλά και ο φιλόσοφος ερευνώντας την Φύση και τους Νόμους της, ερευνούν τις ιδιότητες του Θείου, τον τρόπο δηλαδή που οι Θεότητες εμφανίζονται και εκφράζονται στην καθημερινή μας εμπειρία.  

Κάτω από αυτή τη λογική, η Φιλοσοφία είναι ερεύνα του Θείου. Η επιστήμη είναι έρευνα του Θείου. Η Τέχνη είναι έρευνα του Θείου. Για αυτό ακριβώς το λόγο στην Αρχαία Ελλάδα, η Τέχνη, δεν μπορεί να περιοριστεί στην έκφραση του υποκειμενικού συναισθήματος. Αντίθετα, επικεντρώνεται στη μίμηση της Αρμονίας, της Ισορροπίας και της Λογικής μέσα από την οποία εμφανίζονται στον κόσμο των αισθήσεων οι Θείοι Φυσικοί Νόμοι και τα Φαινόμενα.

Ουσιαστικά, ο Καλλιτέχνης ο Επιστήμονας και ο Φιλόσοφος μέσα από την διανόηση, την έρευνα και την καλλιτεχνική απόδοση προσπαθούν να μιμηθούν και εν συνεχεία να συνταυτιστούν με τους Θεούς τους. Όχι απλά να τους αναπαραστήσουν συμβολικά αλλά να τους ανακαλύψουν και να τους εκφράσουν μέσα από τη μίμηση των ιδιοτήτων τους. Η τέχνη λοιπόν, όπως και η φιλοσοφία, όπως και η επιστημονική έρευνα ήταν, στην Αρχαία Ελλάδα, πριν από όλα, μια θρησκευτική πράξη.

Αυτή η λογική μεταφέρθηκε και στη Ρώμη όπου την εποχή του Αυγούστου, η τέχνη ήταν κυρίως Ελληνική. Μέσα από τη Σικελία, την Νότια Ιταλία, την Αλεξάνδρεια, την κυρίως Ελλάδα και την Ελληνιστική Ανατολή οι αισθητικές μορφές, οι μέθοδοι και τα ιδεώδη του κλασικισμού είχαν διαποτίσει την Αιώνια Πόλη. Όταν οι ρωμαϊκές στρατιές κατέκτησαν το μεγαλύτερο μέρος του τότε γνωστού κόσμου, Έλληνες καλλιτέχνες συνέρευσαν στο νέο κέντρο του πλούτου και της εξουσίας κατασκευάζοντας αναρίθμητα αντίγραφα των ελληνικών αριστουργημάτων για την αγορά, τους δρόμους, τα ανάκτορα, τα δημόσια κτίρια, τις στοές και τις πλατείες. - Από την άλλη πλευρά, κάθε κατακτητής ή ανώτερος αξιωματούχος, λεηλατούσε τα Ελληνικά ιερά και μετέφερε στη Ρώμη αναθήματα, αγάλματα, διακοσμητικά αντικείμενα και άλλου είδους καλλιτεχνικούς θησαυρούς, μετατρέποντας σταδιακά ολόκληρη την Ιταλία σε μουσείο αγαλμάτων και εικόνων που είχαν αγοραστεί ή είχαν κλαπεί από τις ελληνικές πόλεις.

Σε επίπεδο λοιπόν καλλιτεχνικής έκφρασης, ο Αρκαδισμός εξακολουθούσε να υπάρχει στην Αιώνια Πόλη καθώς, αν εξαιρέσουμε τους αρχιτέκτονες, οι περισσότεροι από τους καλλιτέχνες ήταν Έλληνες δούλοι ή απελεύθεροι ή μισθωτοί. - Από την άλλη πλευρά, σε κοινωνικό επίπεδο, γύρω από τη Ρώμη υπήρχαν ακόμα λαοί που η κοινωνική τους οργάνωση ήταν επικεντρωμένη γύρω από την κοινότητα. Πέρα από τα όρια του αυτοαποκαλούμενου «πολιτισμένου» κόσμου, η γη ήταν ακόμα ελεύθερη και δοσμένη στους ελεύθερους καλλιεργητές, η αγάπη και η επαφή με τη φύση καθόριζε την καθημερινότητα.

Οι λαοί αυτοί δεν είχαν την εκλεπτυσμένη παιδεία και τέχνη του Ελληνισμού, διατηρούσαν όμως αναλλοίωτη την αγάπη για την ελευθερία, την απλότητα στον τρόπο ζωής και την επαφή με τη Φύση και πολιτικούς θεσμούς επικεντρωμένους γύρω από την κοινότητα.

Το επόμενο κύμα μετά από τη Ρώμη -το χριστιανικό- έμελλε να τα καταστρέψει όλα αυτά.

Aν όχι «τώρα», τότε πότε;

Πόσα και πόσα χρόνια ακούμε για τη δύναμη της αφοσίωσης στο «τώρα» και τη θεραπευτική, λυτρωτική αξία που αυτό μπορεί να έχει; Από φιλοσόφους, μύστες, ψυχοθεραπευτές, απλούς ανθρώπους.

Βέβαια, καλύτερα από όλους τους προηγούμενους, καταφέρνουν και το διδάσκουν τα μικρά παιδιά, που δεν έμαθαν, ή τουλάχιστον δεν πρόλαβαν να μάθουν ακόμη, τι εστί «αύριο», «μετά», «μέλλον». Εκείνα, που δε θα πουν ποτέ «θα συγκρατηθώ και θα κλάψω ύστερα, θα παίξω ύστερα, θα ανακαλύψω ύστερα, θα στενοχωρηθώ ύστερα, θα γελάσω ύστερα» και άλλα πολλά «ύστερα».

Αν αναλογιστούμε, είναι πολλές οι φορές που έχουμε συναντήσει ανθρώπους ή ακόμη πιο κοντινά, έχουμε πιάσει τον ίδιο μας τον εαυτό να λέει πως, το μόνο βέβαιο είναι το «τώρα» (όσο, βέβαια, μπορεί να θεωρηθεί κι αυτό βέβαιο) και την ίδια στιγμή ασυνείδητα να συνεχίζει να κάνει εικόνα χίλιες δυο σκέψεις που αφορούν το μέλλον και που κατά πάσα πιθανότητα δε θα συμβούν ποτέ έτσι όπως τις σκηνοθέτησε ο νους.

Είναι γεγονός ότι δεν ελέγχουμε τίποτα. Ακόμη και το εάν θα συνεχίσω να υπάρχω και μετά από αυτές τις λέξεις, αποτελεί καθαρά θέμα τύχης. Ούτε μεταφυσικής, ούτε μοίρας. Γι’ αυτό ακριβώς αξίζει να προσπαθούμε να «κατεβάσουμε» το μυαλό στο «τώρα», κατευθύνοντάς το να εστιάζει στο βίωμα κάθε στιγμής. Υπάρχουν εξάλλου, αμέτρητα παραδείγματα ανάμεσά μας που απέδειξαν πως τελικά αυτό το «ύστερα» δεν ήρθε ποτέ.

Δεν είπε κανείς ότι είναι εύκολο πράγμα. Καθόλου εύκολο. Ούτε ότι κάνοντάς το, κανείς θα βρει την πραγματική ευτυχία. Ίσως ο Σοπενχάουερ, μεταξύ άλλων, το έχει επικοινωνήσει πολύ ξεκάθαρα: το θέμα μάλλον δεν είναι να κοιτάμε να είμαστε ευτυχισμένοι, το θέμα είναι να φροντίσουμε να καταφέρουμε να μην πονάμε. Δε θέλει πολλή τριβή για να καταλάβει κανείς πως η ζωή είναι γεμάτη προκλήσεις, τις περισσότερες φορές δυσάρεστες μάλιστα. Το θέμα είναι πως αξίζει να προσπαθούμε να κάνουμε ό,τι κάνουμε για την ουσία της απόλαυσης του «τώρα», χωρίς από κάτω να υποβόσκει η ανάγκη μας να προσπαθούμε συνέχεια να βρούμε κάποιο νόημα (ό,τι πιο αόριστο μπορεί να μας παγιδεύσει).

Και ξαναγυρνώντας στους καλύτερους δασκάλους, τα παιδιά, αξίζει κανείς να αναλογιστεί μία από τις καίριες ιδέες που εκφράζονται στο «Τάδε έφη Ζαρατούστρα», όταν ο Νίτσε αναλύει το τρίτο στάδιο της Μεταμόρφωσης του Πνεύματος. Στο τρίτο στάδιο γίνεται μια επανασύνδεση με το εσωτερικό μας παιδί. Σε συνέχεια του σταδίου με την καμήλα και μετά με το λιοντάρι, σε αυτό το τελευταίο στάδιο, γίνεται μια επιστροφή στην αρχική «ιδιότητα» του ανθρώπου ως παιδί. Διότι ως παιδί μόνο ο άνθρωπος μπορεί να ανοικοδομήσει κάθε αρχή, πεποίθηση και άρα και κάθε σκέψη, πατώντας πάνω σε νέες, δικές του βάσεις, εδώ και τώρα.

Μόνο εάν κατανοήσουμε βαθιά την αβεβαιότητα των πάντων και συνάμα τη βεβαιότητα και του δικού μας θανάτου ανά πάσα στιγμή, θα μπορούμε κάθε φορά που έρχονται να ενοχλούν οι σκέψεις, οι αναστολές, οι αβεβαιότητες, οι ψεύτικοι φόβοι να τις αντικρούει το παιδί του Νίτσε. Μήπως η ζωή δεν είναι τίποτε άλλο από μια δημιουργική αποδοχή και παρατήρηση του «τώρα»; Όχι μόνο του ατομικού, αλλά του συλλογικού «τώρα»;

Ας κοιτάξουμε γύρω μας. Ας αφιερώνουμε λίγες στιγμές κάθε μέρα που απλά θα κοιτάμε, απλά θα παρατηρούμε ό,τι εμφανίζεται μπροστά μας σε εκείνο το «τώρα». Χωρίς να μεταφράζουμε, χωρίς να υποθέτουμε. Χωρίς να τρέχει το μυαλό προς οποιαδήποτε άλλη κατεύθυνση παρεκτός σε εκείνο το «εκεί».

Ας αναγνωρίζουμε μορφές, χρώματα, σχήματα, ήχους, μυρωδιές, τη σιωπηλή παρουσία τόσων πραγμάτων, χωρίς ανάγκη για περαιτέρω εξήγηση. Και φυσικά, ας μην προσπαθούμε να αποφεύγουμε να παρατηρήσουμε κάθε αίσθημα, οτιδήποτε νιώθουμε ωραίο ή δυσάρεστο, σημασία έχει να έχουμε επίγνωση πως είναι εκείνο που βιώνουμε «τώρα». Ίσως έτσι, να αρχίσουμε να μυριζόμαστε από λίγο πιο κοντά τα οφέλη αυτής της πραγματικότητας.

Ας μη ξεχνάμε πως, το μόνο βήμα που έχει πραγματική υπόσταση, είναι εκείνο που κάνουμε σε κάθε «τώρα». Τα υπόλοιπα, είναι βήματα του μυαλού, χορογραφίες της φαντασίας και άρα ανύπαρκτα. Και κάπως έτσι, ο νους θα ξεκινήσει να παίρνει μία άλλη θέση, όχι ισοπεδωτική αλλά πάντως σίγουρα αλλιώτικη και συνάμα θα αρχίσει να διαφαίνεται όλο και πιο έντονα το πραγματικό μέγεθος της καρδιάς.

Χρειάζεται κόπο και πειθαρχία μέχρι να μάθει να μένει ανοικτή, αφήνοντάς μας να γνωρίζουμε την πλήρη δυναμική μας. Μαθαίνοντας μας να βιώνουμε όσο πιο αληθινά μπορούμε το «τώρα».

Και κάτι τελευταίο προς διερώτηση. Αξίζει να επαναξιολογήσουμε φράσεις τύπου «μακάριοι οι πτωχοί το πνεύματι», ή «μόνο τα παιδιά κατέχουν μια θέση στο βασίλειο». Μήπως τελικά ελεύθερο πνεύμα είναι αυτό που έδωσε το πραγματικό μέγεθος σε νου και καρδιά, καταφέρνοντας μ ό ν ο ν έτσι να εξοικειωθεί με το φόβο, τον αδιάκοπο καθημερινό αγώνα, το επόμενο αναπόφευκτο ευχάριστο ή δυσάρεστο, το επόμενο αναπόφευκτο «τώρα»;

ΠΛΑΤΩΝ: ΠΕΡΙ ΠΑΙΔΕΙΑΣ

Ώστε λοιπόν μόνο τους ποιητές πρέπει να επιβλέπουμε και να τους αναγκάζουμε να περιλαμβάνουν στα ποιήματά τους την εικόνα του σωστού ήθους, διαφορετικά να μη μας φτιάχνουν ποιήματα, ή πρέπει να παρακολουθούμε και τους άλλους τεχνίτες και να τους εμποδίζουμε να βάζουν αυτή την κακοήθεια και την ακολασία, την ανελευθερία και την ασχήμια, είτε σε εικόνες ζώων είτε σε οικοδομήματα είτε σε όποιο άλλο έργο τέχνης, αλλιώς στον ανίκανο γι’ αυτά να μην επιτρέπεται να εργάζεται στην πόλη μας, έτσι ώστε να μη μεγαλώνουν οι φύλακές μας ανατρεφόμενοι με εικόνες κακίας, όπως ακριβώς σαν μέσα σε κακό χορτάρι, γιατί θερίζοντας και παίρνοντας κάθε μέρα πολλά από τα πολλά, λίγο-λίγο, και χωρίς να το καταλάβουν, θα συγκεντρώσουν ένα μεγάλο κακό μέσα στην ψυχή τους; Αλλά δεν πρέπει ν’ αναζητάμε εκείνους τους τεχνίτες που μπορούν με εξυπνάδα ν’ ανακαλύπτουν τη φύση του καλού και ωραίου, για να ωφελούνται οι νέοι απ’ όλες τις πλευρές, καθώς θα ζουν σε υγιεινό περιβάλλον; Γιατί αν έρχεται στην όραση ή στην ακοή τους κάποιο από τα ωραία έργα, σαν αεράκι που φέρνει την υγεία από καλά μέρη, έτσι, χωρίς να το καταλάβουν, θα οδηγεί τα παιδιά από μικρά στη μίμηση, στη φιλία και στη συμφωνία με τον καλό λόγο.

Πραγματικά, με αυτό τον τρόπο θ’ ανατρέφονταν καλύτερα.

Άρα λοιπόν, Γλαύκωνα, είπα εγώ, εξαιτίας αυτών η μουσική δεν είναι η κυριότερη πλευρά της ανατροφής, αφού μάλιστα βυθίζεται στα κατάβαθα της ψυχής ο ρυθμός και η αρμονία, και με ακατάπαυστη ορμή προσκολλώνται σ’ αυτή φέρνοντας το ωραίο και, αν κάποιος ανατραφεί σωστά, τον κάνουν ωραίο, αν όμως όχι, το αντίθετο; Και για το ότι, αν κανείς ανατραφεί όπως πρέπει, θα αισθάνεται με οξύνοια τις ατέλειες και τις ελλείψεις που θα έχουν τα έργα της τέχνης ή της φύσης και θα τα δέχεται με δυσκολία, ενώ θα επαινεί και θα χαίρεται τα καλά και θα επιθυμεί να τρέφεται η ψυχή του από αυτά και να γίνεται καλός και τίμιος, ενώ αντίθετα θα κατηγορεί και θα μισεί τα άσχημα, ενόσω ακόμα είναι παιδί, πριν αποκτήσει τη δύναμη να τα κρίνει, και αφού έρθει ο ορθός λόγος, θα τον ασπαστεί και μάλιστα με οικειότητα, σαν να τον γνώριζε, αυτός που έχει ανατραφεί με τέτοιο τρόπο;

Εμένα μου φαίνεται πως γι’ αυτούς τους λόγους η ανατροφή γίνεται με τη μουσική.

Έτσι ακριβώς και όταν μαθαίναμε τα γράμματα, νομίζαμε ότι τα ξέραμε καλά τότε, όταν δεν μιας διέφευγε κανένα από τα λίγα γράμματα που υπάρχουν σε όλους τους συνδυασμούς, και όταν δεν τα περιφρονούσαμε είτε επρόκειτο για μικρά είτε για μεγάλα, ούτε πιστεύαμε πως τάχα δεν χρειάζεται να τα αναγνωρίζουμε, αλλά, αντίθετα, με προθυμία παντού τα ξεχωρίζαμε, με την ιδέα δεν θα γινόμαστε σωστοί γραμματοδιδάσκαλοι αν προηγουμένως δεν καταφέρναμε αυτό. Αλήθεια.

ΗΠΑ- Κίνα: Βηματοδότης που παίρνει ενέργεια από τους χτύπους της καρδιάς

Μία νέα έρευνα έλαβε χώρα στις ΗΠΑ και την Κίνα, όπου επιστήμονες δημιούργησαν τον πρώτο βηματοδότη που δεν χρειάζεται μπαταρία, αλλά τροφοδοτείται με ενέργεια από τους χτύπους της καρδιάς.

Η εμφυτεύσιμη συσκευή, η οποία προς το παρόν έχει δοκιμασθεί με επιτυχία σε πειραματόζωα (χοίρους) που έχουν καρδιά παρόμοιου μεγέθους με την ανθρώπινη, εκτός από την κυρίως εργασία της, δηλαδή την παραγωγή ηλεκτρικών παλμών για τη ρυθμική σύσπαση της καρδιάς, μπορεί επίσης να διορθώσει την καρδιακή αρρυθμία. Οι ερευνητές του Ινστιτούτου Τεχνολογίας της Τζόρτζια (GeorgiaTech) στην Ατλάντα και του Ινστιτούτου Νανοενέργειας και Νανοσυστημάτων της Κινεζικής Ακαδημίας Επιστημών στο Πεκίνο, έκαναν τη σχετική δημοσίευση στο περιοδικό «Nature Communications».

Οι υπάρχοντες βηματοδότες και άλλες εμφυτεύσιμες ιατρικές συσκευές τροφοδοτούνται με ρεύμα από μικρές μπαταρίες, που όμως είναι βραχύβιες, άκαμπτες και εμποδίζουν την περαιτέρω συρρίκνωση του μεγέθους των συσκευών. Οι έως τώρα υπάρχουσες αυτοτροφοδοτούμενες εμφυτεύσιμες συσκευές είχαν δοκιμαστεί μόνο σε μικρά ζώα με μικρές ενεργειακές απαιτήσεις.

Ο νέος βηματοδότης -που δοκιμάσθηκε σε μεγάλο πλέον ζώο- είναι ο πρώτος που μπορεί να αντλήσει από την ίδια την καρδιά αρκετό ρεύμα, ώστε να τροφοδοτήσει με ενέργεια ένα κανονικό βηματοδότη για το εμπόριο. Η νανογεννήτρια μέσα στο βηματοδότη είναι βιοσυμβατή και ανθεκτική στο χρόνο.

Προς το παρόν ο βηματοδότης χωρίς μπαταρία δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί σε ανθρώπους, επειδή πρέπει να βελτιωθεί περαιτέρω και να ελεγχθεί η μακρόχρονη ασφάλεια του. Μελλοντικά, η εν λόγω τεχνολογία θα μπορούσε να αξιοποιηθεί και σε άλλες εφαρμογές, όπως η εμβιομηχανική ιστών, η αναγέννηση νεύρων και ο επαναπρογραμματισμός βλαστοκυττάρων.

Ο καθηγητής καρδιαγγειακής ιατρικής Τιμ Τσίκο του Πανεπιστημίου του Σέφιλντ δήλωσε ότι «εκατομμύρια ασθενείς υποβάλλονται σε επέμβαση εμφύτευσης βηματοδότη που θεραπεύει τους γρήγορους ή τους αργούς παλμούς της καρδιάς.

Οι βηματοδότες είναι πολύ αποτελεσματικοί, αλλά δυστυχώς η ζωή της μπαταρίας τους είναι περιορισμένη. Η αντικατάσταση της μπαταρίας απαιτεί άλλη επέμβαση κάθε λίγα χρόνια, η οποία ενέχει κίνδυνο μόλυνσης. Ο νέος αυτοτροφοδοτούμενος βηματοδότης δημιουργεί ελπίδες ότι θα καταστεί περιττή η αντικατάσταση της μπαταρίας».

Πρόσθεσε ότι «τα αποτελέσματα της έρευνας είναι πολύ ενθαρρυντικά, αλλά χρειάζεται να γίνει ακόμη πολλή δουλειά, προτού η συσκευή χρησιμοποιηθεί στους ανθρώπους».

InSight: Η «αρειανή σεισμολογία» είναι γεγονός- Καταγράφηκε ο πρώτος σεισμός στον Άρη

Η «αρειανή σεισμολογία» φαίνεται να γίνεται πραγματικότητα, αφού όπως όλα δείχνουν το ρομποτικό γεωλογικό εργαστήριο InSight της Αμερικανικής Διαστημικής Υπηρεσίας NASA ανίχνευσε κατά πάσα πιθανότητα τον πρώτο του σεισμό από το υπέδαφος του Άρη.

Είναι η πρώτη φορά που ανιχνεύεται σεισμός σε άλλο πλανήτη πέρα από τη Γη και το δορυφόρο της, τη Σελήνη.

Το αδύναμο σεισμικό σήμα έγινε αντιληπτό από το όργανο SEIS (Seismic Experiment for Interior Structure) στις 6 Απριλίου, κατά την 128η αρειανή μέρα του σκάφους. Είναι το πρώτο «τρέμουλο» που φαίνεται να προέρχεται από το εσωτερικό του γειτονικού πλανήτη και όχι από δυνάμεις στην επιφάνεια του, όπως ο άνεμος. Οι επιστήμονες μελετούν ακόμη το σήμα για να βρουν την ακριβή αιτία του.

«Με αυτό το πρώτο σήμα ξεκινά και επίσημα ένα νέο πεδίο: η αρειανή σεισμολογία», δήλωσε ο επικεφαλής επιστήμονας της αποστολής InSight Μπρους Μπάνερντ του Εργαστηρίου Αεριώθησης (JPL) της NASA.

Προς το παρόν, ο πρώτος αυτός μικροσεισμός ήταν πολύ αχνός (περίπου δύο βαθμών και σε απόσταση 50 έως 100 χιλιομέτρων από το σεισμογράφο) για να εξαχθούν από αυτόν συμπεράσματα σχετικά με το εσωτερικό του Άρη, κάτι που αποτελεί το βασικό στόχο του InSight. Η αρειανή επιφάνεια είναι συνήθως υπερβολικά ήσυχη, πράγμα που επιτρέπει στο σεισμογράφο του ρομποτικού εργαστηρίου να πιάνει ακόμη και πολύ αχνά σεισμικά σήματα. Αντίθετα η Γη κατακλύζεται από συνεχή σεισμικό θόρυβο, που δημιουργούν οι ωκεανοί και ο καιρός.

Οι αστροναύτες των αποστολών «Απόλλων» της NASA είχαν τοποθετήσει πέντε σεισμογράφους στη Σελήνη μεταξύ 1969-1077, σύμφωνα με τα όσα αναφέρει το ΑΠΕ-ΜΠΕ, αποκαλύπτοντας την ύπαρξη σεισμικής δραστηριότητας στο φεγγάρι. Ο πιο εξελιγμένος σεισμογράφος του InSight, που τοποθετήθηκε από το ρομποτικό βραχίονα του σκάφους στην αρειανή επιφάνεια στις 19 Δεκεμβρίου 2018, θα επιτρέψει στους επιστήμονες να συλλέξουν ανάλογα στοιχεία για πρώτη φορά από ένα άλλο πλανήτη και όχι δορυφόρο.

«Περιμέναμε για μήνες ένα σήμα σαν κι αυτό. Είναι τόσο συναρπαστικό να έχουμε επιτέλους απόδειξη ότι ο Άρης είναι ακόμη σεισμικά ενεργός», δήλωσε ο καθηγητής Φιλίπ Λονιόν του Ινστιτούτου Γεωφυσικής του Παρισιού (IPGP), ο οποίος συμμετείχε στην κατασκευή του σεισμογράφου SEIS από το IPGP και το Εθνικό Κέντρο Διαστημικών Μελετών (CNES) της Γαλλίας (οι αισθητήρες του οργάνου είναι γαλλικής και βρετανικής κατασκευής). Όπως είπε, αναμένει το InSight να πιάσει πολύ ισχυρότερους σεισμούς στον Άρη.

Στη Γη οι σεισμοί συμβαίνουν κυρίως στα ρήγματα που δημιουργούνται από την κίνηση των τεκτονικών πλακών. Ο Άρης και η Σελήνη δεν έχουν τεκτονικές πλάκες, αλλά παρόλα αυτά έχουν σεισμούς λόγω μιας συνεχούς διαδικασίας συστολής που προκαλεί στρες στο εσωτερικό τους.

Η προδοσία του Ιούδα - Μερικά ερωτήματα που ζητούν σαφείς απαντήσεις (για σκεπτώμενους ανθρώπους!)

Ερώτηση: Τί πρόδωσε ο Ιούδας;
Απάντηση: Μα το ρωτάτε; Δεν ξέρετε; Τον Χριστό για τριάκοντα αργύρια!

Μέχρις εκεί το ξέρουμε καλά το θέμα. Αυτή είναι η άμεση και αβασάνιστη απάντη­ση, τυ­φλοσούρτης. Δεν ρωτήσαμε βεβαίως το γιατί πρόδωσε, αν και αυτό επίσης είναι ένα μεγάλο ερώτημα. Τα τριάκοντα αργύρια είναι μια αφελέστατη απάντηση που ικα­νοποιεί τους πιστούς με την πλύση εγκεφάλου που έχουν υποστεί από μωρά παιδιά. Βεβαίως τα τέσσερα κανονικά Ευαγγέλια και πολλά τροπάρια της Μεγάλης Εβ­δομάδας δικαιολογούν την προδοσία με το να χώσουν μέσα στα κείμενα τα τριάκοντα αργύ­ρια. Δηλαδή ο Ιού­δας πρόδωσε τον Ιησού Χριστό επειδή νόσησε από φιλαργυρία. «Τότε Ιούδας ο δυσσεβής φιλαργυρίας νοσήσας εσκοτίζετο» (τροπάριο). Δεν πείθει αυτή η δι­και­ο­λο­γία κανέναν αμερόληπτο ερευνητή. Τα τριάκοντα αργύρια είναι μια φτηνή δικαιο­λο­γία που αντλείται από την Πα­λαιά Διαθήκη, επειδή σύμφωνα με τον Θεϊκό Μωσαϊκό Νόμο, ένας Εβραίος διατιμούσε την αξία ενός δούλου ή δούλης, φονευθέντος ή ταχ­θέντος ισοβίως στον Γιαχβέ, στη φτηνή τιμή των τριάντα ή πενήντα αργυρών νομισ­μάτων σεκέλ, (Έξοδος 21: 32, Λευιτικόν 27: 3-4, κ. ά.), και έτσι θέλησαν να παρουσιά­σουν άλλη μια πλασμένη (ψευδο)προφητεία.

Τα Ευαγγέλια και οι θεολό­γοι φρόντι­σαν να βρούνε και άλλες θε­ό­πνευστες δι­και­ολογίες:

1) Η προδο­σία έγινε για να εκπ­ληρωθούν οι γραφές και να επαληθευθούν οι προκαθορισμένες προφητείες της Εβραϊκής Πα­λαιάς Δια­θή­κης. Τώρα ποιες προφητείες, τρέχα βρες τις και διαπίστωσε αν πράγματι έχουν να κά­νουν καθόλου με τις χρισ­τιανικές αφ­η­γή­σεις των Ευαγγελίων. Αυτά που παρουσιάζουν ως προφητείες είναι παραποιήσεις των Εβραϊκών Γραφών και δεν έχουν απολύτως τίποτα να κάνουν με τις χριστιανικές αφ­η­γή­σεις. Οι χριστι­α­νοί όμως διαφήμι­σαν ψευδώς ότι πρόκειται για προφητείες, βασισμένοι στην αγραμ­ματοσύνη του πλήθους και μετά στην απαγόρευση της μελέτης των γρα­φών.

2) Ο Θε­ός Γιαχβέ είχε θείο σχέδιο για την σω­τηρία του ανθρωπίνου γέ­νους από τη γεμάτη αγάπη αρχική κατάρα του εναντίον των πρω­τοπ­λά­στων. Παρά τα παχιά λόγια για την ελευ­θέ­ρα βούληση, ο Ιού­δας και η προ­δοσία του ήταν προκαθορισμένο μέρος του θεί­ου σχεδίου.

3) Έτσι ήθελε ο Θεός Γιαχ­βέ να παιχθεί το θείο δράμα στο θέατρο της σωτηρίας κ.λπ.

Το ερώτημα εδώ έγκειται ως εξής: Βάσει των τεσσάρων κανονικών Ευαγ­γελίων σε τί συνί­στατο, ποιά ήταν δηλαδή τα στοιχεία που περιείχε, η προδοσία του Ιούδα; Πρωτίστως, ο Ιούδας πρόδωσε τον Χριστό ως τί; Ως εγκληματία, ως ληστή, ως στασιαστή, ως τί τέλος πάντων; Απαιτείται σαφής και αβίαστη απάντηση που βασίζε­ται καθαρά στις αφη­γή­σεις και στα στοιχεία που παραθέτουν τα τέσσερα κανονικά και «θεόπνευστα» Ευαγγέλια κι όχι ένας κατάλογος από εικασίες με όλα εκείνα τα: «Ίσως αυτό, αλλά όχι το άλ­λο» και ένα σωρό από υπο­θέσεις: «Αυτό μπορεί να έγινε κάπως έτσι, αλλά όχι αλλιώς» κ.λπ., σαν όλες αυτές τις απολογητικές απαντήσεις που συνεχώς δίνουν οι «θεοφώτι­στοι» θεολό­γοι και απολογητές όταν φτάνει ο κόμ­πος στο χτένι. Η εφεύρεση δικαιολογιών για να δικαιολογήσει κα­νείς οτιδήποτε, είναι το πιο εύκολο πράγμα στον κόσμο.

Όταν κάποιος προδώ­σει έναν συν­άνθρωπό του, για οποιουσδήποτε λόγους, στις αρχές ή τις μυστικές υπη­ρεσίες ενός κρά­τους ή κυβέρνησης ή δικτατορίας, κλπ., η προδοσία του περιέχει τα εξής στοι­χεία:

1) Ο προδότης που πράττει την προδοσία (κατάδοση στις αρχές) προδίδει πάντα τον άλλον ως κάτι. Π.χ. κακοποιό, λη­στή, στασιαστή, αναρχικό, κομμουνιστή, φασί­στα, τρομοκράτη, ανατρεπτικό κ.λπ.

2) Αν ο προδιδόμενος είναι άγνωστος φυσιογνωμικά, τότε ο προδότης φροντίζει να περιγράψει όσο πιο λεπτομερέστερα γίνεται την μορφή του· πως φαίνεται και πως μοιάζει ο άνθρωπος αυτός κ.λπ., ή δίνοντας ακόμα και φωτογραφία του. Έτσι με αυτή την περιγραφή να καθίσταται δυνατόν να αναγνωρισθεί και να συλληφθεί με την πρώτη ευκαιρία.

3) Αν κρύβεται ο άνθρωπος αυτός, ο προδότης μαρτυρά που μένει, που συχνάζει, ποι­ες ώρες πηγαίνει σε ορισμένα μέρη, κ.λπ., για να καιροφυλακτήσουν και να τον πιάσουν.

4) Αν έχει μυστικά σχέδια, τρομοκρατικές ενέργειες, υποχθόνιους και ανατρεπτι­κούς σκοπούς ή έχει διαπράξει εγκλήματα, ο προδότης φροντίζει να μάθει όλα αυτά και να τα μαρτυρή­σει.

5) Ο προδότης μαρτυρά και τον τρόπο με τον οποίο ο προδιδόμενος σκέπτεται, πως δρα, πως κι­νεί­ται, πως στρατο­λογεί άλλους, κ.λπ.

Τέτοια απάντηση που να περιέχει τέτοια στοιχεία στα Ευαγγέλια δεν υπάρ­χει. Αν­τιθέ­τως τα Ευαγγέλια παρέχουν πλείστα όσα στοιχεία που ανατρέπουν κατηγορη­ματικώς τα ανω­τέρω πέντε στοιχεία που αναφέρονται. Ο Ιησούς ήταν κάθε μέρα μαζί με τον κόσμο και τις ιουδαϊκές αρχές. Μυστικά δεν είχε. Ήταν δηλαδή μια προδοσία εντελώς αχρείαστη και για τους Ιουδαίους και για τους Ρωμαίους. Όλοι τον ξέρανε πολύ καλά και μπο­ρού­σαν να τον βρούνε πολύ εύκολα. Κήρυττε και δίδασκε χωρίς μυστικά. Κάθε μέρα τσα­κωνόταν με τους αρχιερείς, γραμματείς, φαρισαίους και εμ­πόρους μέσα στον ναό. Παντού δίδα­σκε, έκανε θαύματα, τέρατα και σημεία. Τα τρία πρώτα, τα συν­ο­πτικά, Ευαγ­γέ­λια μας λέ­νε ότι όταν η σπείρα με τους αρχιερείς και αξιωματούχους των Ιουδαίων συνελάμ­βαναν τον Ιησού μέσα στη νύχτα, αυτός παρα­ξενεύτηκε και τους είπε: «Μα καλά, κάθε μέρα ήμουν στον ναό μαζί σας δι­δά­σκων... και δεν απλώσατε χέρια πάνω μου να με συλ­λά­βετε και τώρα ήλθατε μέσα στην νύ­χ­τα με ξύλα και μαχαίρια... να με πιάσετε σαν λη­στή...». Το «Κατά Ιωάννην» ευαγγέλιο μας λέει ότι, ο Ιησούς είπε στις ιουδαϊκές αρχές: «Eγώ μίλησα φανερά στον κόσμο. Tην διδαχή μου εγώ την έκανα πάντοτε μέσα στη συναγωγή και μέσα στον ναό, όπου συγκεντρώνονται οι Iουδαίοι, και δε δίδαξα τίποτε στα κρυφά...» (18: 20-21). Το «Κατά Μάρκον» μας παρέχει ακόμα εκείνους τους δύο χαρι­τω­μέ­νους και ξεκάρφωτους στίχους (14: 51-52) για το επεισόδιο του «γυμνού νέου» που πετάχτηκε μέσα στο σκοτάδι κ.λπ. Τί να ήθελε άραγε ο γυμνός νεα­νίσκος εκεί­νη την ώρα της νύχτας να εμπλακεί με τους αρχιερείς και μια σπείρα 100 Ρωμαίων λογ­χο­φό­ρων;... Ο Ματθαίος αν και θεωρείται πιο κοντά στα «γεγονότα» δεν μας λέει τίποτα για τα στοιχεία που περιείχε η προδοσία του Ιούδα. Δηλαδή τέσσερις έγραψαν, δύο από τους οποίους (ο Ματ­θαίος και ο Ιωάννης) ήταν μέσα στην ομάδα των δώδεκα και άρα αυ­τόπτες μάρ­τυ­ρες, και όμως δεν στάθηκαν αρκετοί και ικανοί να μας δώσουν πλήρεις, ακριβείς και αλληλοστηριζόμενες πληροφο­ρίες για ένα τόσο φυσικό και σοβαρό ερώτημα. Δεν αναφέρει κανένας τους ούτε το στοιχει­ώ­δες συ­σ­τατικό της προ­οσίας που αβίαστα απαιτεί μια ειλικρινής και φυσιο­λο­γική έκ­θεση των πραγμάτων σε τέτοιες περι­πτώ­σεις. Δηλαδή το, ως τί ο Ιούδας πρόδωσε τον Χρι­στό. Ως ληστή, ως βλάσφημο, ως στασιαστή, ως τί τέλος πάντων... Περί­ερ­γα πράγ­μα­τα, διό­τι στην περίπτωση του Ιού­δα των Ευαγγελίων η προδοσία εί­ναι ξαφνι­κή, κατα­στρο­φι­κή και χω­ρίς γνωστό και συγκεκριμένο κίνητρο.

Μαζί με αυτήν την ερώτηση ανακύπτουν και οι εξής βασικές και σοβαρές επί μέρους ερωτήσεις:

1) Γιατί ένα τόσο πενιχρό ποσό των τριάκοντα αργυρίων ήταν ικανό να τον πεί­σει να κάνει μια τέτοια προδοσία εναντίον τού τόσο καλού, αγίου και θαυματουργού διδασκάλου του;

2) Γιατί οι άλλοι ένδεκα μαθητές δεν τον συνέλαβαν αμέσως μόλις ο Ιησούς τον απεκάλυψε ανοιχτά και φα­νερά κατά τον Μυστικό Δείπνο;

3) Σε τι χρειαζόταν ο Ιούδας για να ταυτοποιήσει, διά φιλήματος, την αναγνώρι­ση ενός πάρα πολύ γνωστού ανδρός και που όλοι ήξεραν καλά τα μέρη στα οποία σύ­χναζε;

4) Γιατί δεν τον έφεραν, έστω και αναγκαστικώς, σαν μάρτυρα στη δίκη, αλλά έφε­ραν ψευδομάρτυρες;

Όπως φαίνεται οι άγνωστοι και ανώνυμοι συγγραφείς των Ευαγγελίων ενεπ­λά­κησαν σε μυθοπλασίες και σκόπιμες επαληθεύσεις δήθεν προφητειών ή αντανακ­λάσεις άλλων ιστοριών και μύθων. Έτσι έπρεπε να αυτοσχεδιάσουν και να κατασ­κευ­άσουν τη μορφή του Ιούδα η οποία θα εξυπηρετούσε τις μυθοπλασίες τις οποίες σέρβιραν στον αμόρφωτο, κακόμοιρο και αφελή κοσμάκη. Όμως καμία από αυτές τις παραπάνω χον­δρικές αντιρρήσεις (τεθείσες υπό μορφήν ερωτήσεων για τον αντι­κειμενικό μελετητή) δεν επιτρέπεται να εισέλθει στο θείο δράμα των Ευαγ­γε­λίων. Οι αφηγήσεις των Ευαγ­γε­λί­ων απαιτούν την δημιουργία ενός ισχυρότατου ξαφνικού σοκ μαζί με μία τραγική έξαρση συναι­σθη­ματισμού. Με κανένα τρόπο δεν αφήνουν χώρο στη λογική, στον ορθολογισμό και στην απαγωγική μέθοδο «αι­τίας και αποτε­λέσ­μα­τος».

Επί τη ευκαιρία τίθενται και οι εξής ερωτήσεις για τις οποίες απαιτούνται απαν­τή­σεις βασισμένες στα τέσσερα κανονικά Ευαγγέλια και αποδεδειγμένες από τα γρα­πτά των Ευαγγελίων και της ιστορίας του Χριστιανισμού:

1) Ποιός τελικά κατεδίκασε τον Ιησού; Ποιός δηλαδή εξέδωσε και ποιος ανα­κοί­νω­σε την τελική καταδικα­στική απόφαση; Ποιά είναι η σαφής απάντηση των «θεόπνευστων» Ευαγγελίων;
  • Το ιουδαϊκό συνέδριο (δικαστήριο σαν­χεν­τρίν αποτελούμενο από 71 μέλη);
  • Ο Καϊάφας;
  • Ο Άννας;
  • Ο Πιλάτος;
  • Ο Ηρώδης Αντίπας;
  • Ο όχ­λος;
  • Όλοι τους;
  • Κάποιος άλλος;
  • Κανένας;
  • Τελικά ποιός;
2) Για ποιόν, έστω τυπικό, λόγο καταδικάστηκε ο Ιησούς στην εσχάτη των ποι­νών και μά­λιστα διά της φρικτής ρωμαϊκής σταυρώσεως; Ποιο ήταν δηλαδή το έγκλημά του του για το οποίο κατεδικάσθηκε εις θάνατον; Τί έγραψε κάτω στα επίσημα πρα­κτικά της δίκης ο γραμ­μα­τέας του δικαστηρίου που απο­φά­σισε (ή οι γραμματείς των δικαστη­ρί­ων που αποφάσισαν) αυτή τη καταδικαστική από­φαση;
  • Το ότι απεκάλεσε τον εαυ­τόν του υιόν του Θεού (Γιαχβέ);
  • Το ότι δεν τηρούσε τον Μωσαϊκό Νόμο;
  • Το ότι βλαστήμησε τον Θεόν (Γιαχβέ) με το να αποκαλέσει τον εαυτόν του υι­όν του Θεού και άλλα τέτοια παρεμφερή;
  • Το ότι ανέστησε τον Λάζαρο; (Σημειώσετε ότι η ανά­στα­ση του Λαζάρου ανα­φέ­ρε­ται μόνο στον Ιωάννη. Οι υπόλοιποι ευαγγελιστές καίτοι αυ­τό­πτες μάρ­τυρες δεν την θεώρησαν τόσο σπουδαία για να την αναφέρουν).
  • Το ότι είπε ψέματα για το γκρέμισμα και την ανοικοδόμηση του ναού του Σολο­μώντος εν­τός τριών ημερών, με χέρια ή χωρίς χέρια, με θεϊκές δυνάμεις που μόνο αυτός κατείχε;
  • Το ότι έδιωξε τους εμπόρους από τον ναό;
  • Οι συχνοί πυκνοί τσακωμοί του με τους αρχιερείς, γραμματείς και φαρισαίους που συνοδεύονταν με ισχυρά και ασύστολα υβρεολόγια;
  • Η ζήλια, το μίσος και ο φθόνος των Εβραίων αρχόντων εναντίον του;
  • Η αντιπαλότητά του με τον τετράρχη βασιλέα της Γαλιλαίας Ηρώδη Αντίπα;
  • Το ότι συνωμότησε και εστράφη κατά της ρωμαϊκής αρχής;
  • Το ότι ωθού­σε τον κόσμο στο να πλη­ρώ­νει ή στο να μην πληρώνει φόρους στους Ρωμαίους;
  • Το ότι απεκάλεσε τον εαυτόν του βασιλέα του Ισραήλ;
  • Το ότι δεν σέβονταν τον καί­σαρα;
  • Το ότι ήταν πολύ συμφερότερο να καταδικαστεί ένας άνδρας (εδώ ο Ιησούς) εις θάνατον από το να απολεσθεί ολόκληρος ο λαός του Ισραήλ στα χέρια του ρωμα­ϊκού στρατού;
3) Πως πέθανε ο Ιούδας;
  • Κρεμάστηκε, όπως αναφέρει το «Κατά Ματθαίον» (27: 5), εκπληρώνοντας έτσι την προφητεία του Ιερεμία (;) την οποία φαίνεται να είχε κατά νου ο συγγραφέας (27: 9-10);*
  • Έπεσε μπρούμυτα, άνοιξε η κοιλιά του και ξεχύθηκαν τα σπλάχνα του, όπως αναφέρουν οι «Πράξεις Αποστόλων» (1: 18);**
Κι ένα τελευταίο, θεολογικής φύσεως ερώτημα: Αφού ο Ιούδας ήταν μέρος ενός θείου σχεδίου*** (άρα δεν είχε το δικαίωμα επιλογής), γιατί θεωρείται κυριολεκτικώς «προδότης»;
------------------------
* Οι σύγχρονοι ιστορικοί τείνουν να θεωρούν ότι η περιγραφή του Ματθαίου είναι μια μιδρασική έκθεση που επιτρέπει στον συγγραφέα να παρουσιάσει το γεγονός ως επαλήθευση προφητικών αποσπασμάτων της Παλαιάς Διαθήκης. Υποστηρίζουν ότι ο συγγραφέας προσέθεσε φανταστικές λεπτομέρειες, όπως τα τριάντα αργύρια και το κρέμασμα του Ιούδα, σε μια παλαιότερη παράδοση για τον θάνατό του. Η αναφορά του Ματθαίου στο θάνατο του Ιούδα ως εκπλήρωση της «προφητείας του Ιερεμία» έχει προκαλέσει μια αντιπαράθεση, καθώς σαφώς παραφράζει μια ιστορία από το Βιβλίο του Ζαχαρία (Ζαχαρίας, 11: 12-13), που αναφέρεται στην επιστροφή μιας πληρωμής τριάντα αργυρίων. Πολλοί συγγραφείς, όπως ο Αυγουστίνος Ιππώνος, ο Ιερώνυμος και ο Ιωάννης Καλβίνος συμπέραναν πως αυτό ήταν ένα προφανές λάθος. Ωστόσο, κάποιοι σύγχρονοι συγγραφείς έχουν υποστηρίξει ότι ο ευαγγελιστής είχε στο νου του όντως κάποιο απόσπασμα από τον Ιερεμία, όπως τα κεφάλαια 18 και 19, τα οποία αναφέρονται σε έναν κεραμοποιό και ένα σημείο ταφής, και το κεφάλαιο 32, που αναφέρεται σε ένα σημείο ταφής και ένα κεραμικό σκεύος.
** Αρκετοί χριστιανοί απολογητές, διαπιστώνοντας την αντίφαση των δυο εκδοχών του θανάτου του Ιούδα, όπως αυτός αναφέρεται στα Ευαγγέλια, επιχειρούν ένα «πάντρεμα» των δυο αυτών εκδοχών, ως εξής: Κρεμάστηκε κι αφού έσπασε το σκοινί άνοιξε το σώμα του με την πρόσκρουσή του στο έδαφος.
*** Στο απόκρυφο μάλιστα «Ευαγγέλιο του Ιούδα», ο ίδιος ο Ιησούς φέρεται να εγκωμιάζει τον Ιούδα, για τον πολύ σημαντικό ρόλο που έχει σ' αυτό το «θείο σχέδιο», λέγοντάς του: «Εσύ θα τους υπερβείς όλους αυτούς (που έχουν βαπτιστεί). Γιατί εσύ θα θυσιάσεις τον άνθρωπο που με ενδύει».

Οι διαφορετικές παραδόσεις περί του Ιούδα

Πρόλογος Έχουμε ξαναγράψει και στο παρελθόν, ότι προκειμένου να εντοπίσουμε τις διαφορετικές εκδοχές στα υποτιθέμενα «γεγονότα» της Καινής Διαθήκης, πρέπει να εξετάζουμε τα κείμενα ανεξάρτητα το ένα από το άλλο, και εκ παραλλήλου. Δηλαδή, δεν πρέπει να έχουμε ως δεδομένο κάτι το οποίο δεν αναφέρεται στο κείμενο που διαβάζουμε, αλλά παρ' όλα αυτά, να ερμηνεύουμε με βάση αυτό, επειδή αναφέρεται σε άλλο βιβλίο της Καινής Διαθήκης. Είναι μία πλάνη στην οποία πέφτουμε συχνά, διότι έχουμε τα διαφορετικά επί μέρους βιβλία της Καινής Διαθήκης σε ένα.

Όμως, βάση των ειδικών, τα βιβλία αυτά:

α) γράφτηκαν μετά από πολλές δεκαετίες σε σχέση με αυτά που αφηγούνται,
β) γράφτηκαν από μη αυτόπτες,
γ) απευθύνονται σε διαφορετικές κοινότητες, και
δ) δεν γράφτηκαν με το σκεπτικό ότι κάποια στιγμή θα έμπαιναν δίπλα-δίπλα για να συγκριθούν.

Σε αυτά, ας συνυπολογίσουμε και τα άλλα βιβλία που κυκλοφορούσαν (επιστολές, «αποκαλύψεις», ευαγγέλια, πράξεις αποστόλων), τα οποία αποκηρύχθηκαν αργότερα από τους «νικητές» πρωτο-ορθοδόξους.

Έχοντας λοιπόν την ψευδή αίσθηση ότι πρόκειται περί ενός ενιαίου βιβλίου, και ότι το ένα επί μέρους βιβλίο «συμπληρώνει» το άλλο, δεν κατανοούμε πραγματικά αυτό που λέει το κείμενο, αλλά αυτό που εμείς έχουμε στο μυαλό μας.

Προκειμένου να γεφυρώσουμε τα χάσματα και να δικαιολογήσουμε τις διαφορές, τελικά κατασκευάζουμε ένα «νέο ευαγγέλιο», το δικό μας. Το οποίο μπορεί μεν να συνδυάζει τα τέσσερα ευαγγέλια, αλλά συγκρούεται αναπόφευκτα με τουλάχιστον ένα από αυτά.

Θα δώσω ένα παράδειγμα, για να γίνω περισσότερο κατανοητός. Ας δούμε τι λένε τα τέσσερα ευαγγέλια σχετικά με τις μυροφόρες που επισκέπτονται τον τάφο του Ιησού, αναφορικά με τον αριθμό των μυροφόρων και με το πότε πήγαν.

Σύμφωνα με το «Κατά Ματθαίον», πήγαν δύο· η Μαρία η Μαγδαληνή και η άλλη Μαρία, «τη επιφωσκουση», όταν δηλαδή άρχιζε να φωτίζει αμυδρά (28: 1).
Σύμφωνα με το «Κατά Μάρκον», πήγαν τρείς· η Μαρία η Μαγδαληνή, η Μαρία του Ιακώβου, και η Σαλώμη, «ανατείλαντος του ηλίου» (16: 1).
Σύμφωνα με το «Κατά Λουκάν», πήγαν αρκετές. Η Μαρία η Μαγδαληνή, η Ιωάννα, η Μαρία του Ιακώβου, και κάποιες άλλες που δεν κατονομάζονται, «όρθρου βαθέως». (24: 1.10).
Σύμφωνα με το «Κατά Ιωάννην», πήγε η Μαρία η Μαγδαληνή, «σκοτία έτι ούσης» (20: 1).

Ένας πιστός θα προσπαθήσει να συνδυάσει όλα τα παραπάνω στοιχεία, με την δικαιολογία ότι ο κάθε ευαγγελιστής καταγράφει μέρος της «ιστορίας». Όμως, λέγοντας αυτό, φτιάχνει -χωρίς απαραίτητα να το συνειδητοποιεί- ένα νέο ευαγγέλιο, κατά την εκδοχή του. Προσπαθήστε να τα συνδυάσετε και μόνοι σας. Στο τέλος θα έχετε φτιάξει μια νέα «ιστορία». Μάλιστα, θα έχετε αναγκαστεί ίσως να προσθέσετε στοιχεία που δεν αναφέρονται πουθενά. Για παράδειγμα, προκειμένου να δικαιολογήσετε τον αριθμό των μυροφόρων, θα μπορούσατε να πείτε ότι η Μαρία η Μαγδαληνή πήγε την πρώτη φορά ενώ ήταν σκοτάδι (όπως αναφέρεται στο «Κατά Ιωάννην»), αλλά μετά έφυγε και επέστρεψε φέρνοντας την Μαρία του Ιακώβου και την Σαλώμη. Και στο μεταξύ, είχε ανατείλει ο ήλιος, όπως αναφέρεται στο «Κατά Μάρκον». Αυτό όμως που θα ισχυριστείτε, δεν αναφέρεται σε κανένα ευαγγέλιο, και συγκρούεται με τις ίδιες τις αφηγήσεις των ευαγγελίων, που δείχνουν τις μυροφόρες να επισκέπτονται τον τάφο μόνο μία φορά.

ΔΕΣ: ΤΟ ΚΟΥΙΖ ΤΟΥ ΠΑΣΧΑ!

Το ίδιο μπορεί να εφαρμοστεί σε δεκάδες σημεία των διηγήσεων των ευαγγελίων.

Περί του Ιούδα
Για το πρόσωπο του Ιούδα υπάρχουν διαφορετικές εκδοχές-παραδόσεις στα κείμενα των πρώτων χριστιανών. Θα εξετάσουμε τις αναφορές, θα εντοπίσουμε τις διαφορές, και θα προσπαθήσουμε να κατανοήσουμε πως δημιουργήθηκε η παράδοση περί του Ιούδα και πως εμπλουτίστηκε.

Ο Παύλος αγνοεί την προδοσία (όπως και πολλά άλλα)
Κατά γενική ομολογία των ειδικών, ο Παύλος είναι ο πρώτος χριστιανός του οποίου διαθέτουμε κείμενα. Οι επιστολές του προηγούνται της συγγραφής των ευαγγελίων. Οι «Πράξεις των Αποστόλων», γράφονται σε ακόμα μεταγενέστερη εποχή, έχοντας ωστόσο σημεία που απηχούν αρχαιότερες παραδόσεις των ευαγγελίων.

Ο Παύλος φαίνεται ότι δεν γνώριζε καμία παράδοση σχετικά με τον Ιούδα και την προδοσία ή για τον θάνατο του Ιούδα. Και η μαρτυρία του είναι σημαντική, όχι μόνο από χρονολογικής απόψεως, αλλά διότι ο ίδιος επικαλείται την παράδοση που παρέλαβε. Δηλαδή, δεν εκφράζει την προσωπική του άποψη απλά.

Υπάρχουν δύο μόνο σημεία, σε ολόκληρη την επιστολογραφία του. Στην επιστολή του την πρώτη «προς Κορινθίους», αναφέρει σχετικά τα εξής:

«Παρέδωκα γαρ υμίν εν πρώτοις ο και παρέλαβον ότι Χριστός απέθανεν υπέρ των αμαρτιών ημών κατά τας γραφάς και ότι ετάφη και ότι εγήγερται τη ημέρα τη τρίτη κατά τας γραφάς και ότι ώφθη Κηφά είτα τοις δώδεκα» (15: 3-5).

Ο Παύλος είναι σαφής, ότι ο Ιησούς μετά την υποτιθέμενη «ανάστασή» του, φανερώθηκε στους δώδεκα. Αν ο Ιούδας είχε αυτοκτονήσει, θα έπρεπε να γράψει ότι εμφανίστηκε στους έντεκα. Ο Ματθίας που κληρώθηκε στην θέση του Ιούδα, κληρώθηκε μετά την υποτιθέμενη «ανάληψη» του Ιησού (Πράξεις Αποστόλων, 1: 9-26).

Στην ίδια επιστολή, γράφει επίσης:

«εγώ γαρ παρέλαβον από του Κυρίου ο και παρέδωκα υμίν ότι ο Κύριος Ιησούς εν τη νυκτί η παρεδίδετο έλαβεν άρτον…» (κεφ. 11:23).

Αν δούμε το εδάφιο προσεκτικά, ο Παύλος δεν αναφέρεται σε «προδοσία», αλλά στην νύχτα που «παρεδίδετο» ο Ιησούς. Αν γνώριζε περί «προδοσίας», θα το έγραφε.

Αργότερα, άρχισε η καταγραφή των θρύλων και των «ιστοριών» που κυκλοφορούσαν μεταξύ των οπαδών του Ιησού. Αυτά, ονομάστηκαν «ευαγγέλια».

Ένας από τους ακολούθους του Ιησού, ο Ιούδας, πάει στους αρχιερείς
Από την συγγραφή των ευαγγελίων και μετά, μπαίνει το στοιχείο της προδοσίας του Ιούδα.

Αργότερα, και ο φρικτός θάνατός του.

Θα εξετάσουμε τα τρία συνοπτικά ευαγγέλια μεταξύ τους, κατά χρονική σειρά συγγραφής, και το τέταρτο ξεχωριστά. Με βάση τους ειδικούς, πρώτο ευαγγέλιο θεωρείται το «Κατά Μάρκον», δεύτερο το «Κατά Ματθαίον», τρίτο το «Κατά Λουκάν», τέταρτο το «Κατά Ιωάννην». Είναι άγνωστο από πού παίρνει στοιχεία ο «Μάρκος». Πολύ πιθανόν, να υπήρχαν κάποια χαμένα αρχεία (οι ειδικοί τα λένε πηγή «Q»), και σε συνδυασμό με τις ιστορίες που κυκλοφορούσαν, να έγραψε το ευαγγέλιο. Ο «Ματθαίος» βασίζεται κατά πολύ στον «Μάρκο». Το ιδιαίτερο χαρακτηριστικό του είναι ότι κατά κανόνα προσθέτει στα γραφόμενα του «Μάρκου». Έχει όμως και άλλη πηγή (οι ειδικοί την ονομάζουν πηγή «Μ») και είναι όσα αναφέρονται μόνο στο «Κατά Ματθαίον» (π.χ., η τελική κρίση).

 Ο «Λουκάς» βασίζεται στους δύο προηγούμενους και προσπαθεί είτε να αγνοήσει ή να διορθώσει τις υπερβολές του «Ματθαίου». Για παράδειγμα, δεν αναφέρει καθόλου την ανάσταση των νεκρών που έγινε όταν πέθανε ο Ιησούς, ούτε την είσοδό τους στην Ιερουσαλήμ όταν αναστήθηκε ο Ιησούς, μετά από τρις μέρες. Βασίζεται όμως και σε μία άλλη πηγή (οι ειδικοί την λένε πηγή «Λ»), και είναι όσα αναφέρονται μόνο στο «Κατά Λουκάν» (π.χ., η παραβολή του ασώτου). Το «Κατά Ιωάννην» είναι ξεχωριστό και δεν στηρίζεται στους συνοπτικούς. Για αυτό και όταν οι «συνοπτικοί» έχουν τον Ιησού να πειράζεται στην έρημο, αμέσως μετά αφότου βαπτίστηκε στον Ιορδάνη, ο «Ιωάννης» τον έχει στον γάμο της Κανά.

Στο «Κατά Μάρκον» ευαγγέλιο, ο Ιούδας πάει στους αρχιερείς για να παραδώσει τον Ιησού, χωρίς ο συγγραφέας να εξηγεί το γιατί. Αφού το ακούν οι αρχιερείς, τότε του υποσχέθηκαν να του δώσουν χρήματα.

«και Ιούδας ο Ισκαριώτης εις των δώδεκα απήλθεν προς τους αρχιερείς ίνα αυτόν παραδοί αυτοίς· οι δε ακούσαντες εχάρησαν και επηγγείλαντο αυτώ αργύριον δούναι και εζήτει πως αυτόν ευκαίρως παραδοί» (Κατά Μάρκον, 14: 10-11).

Ο συγγραφέας του «Κατά Ματθαίον», παίρνει την ιστορία και προσθέτει κάποια στοιχεία, προσπαθώντας να την βελτιώσει. Αυτό το κάνει στο μεγαλύτερο μέρος του ευαγγελίου του. Μάλιστα, επιχειρεί να παρουσιάσει τον Ιησού ως τον αναμενόμενο Μεσσία που «προφητεύεται» στην Παλαιά Διαθήκη. Και για τον σκοπό του, δεν διστάζει να παραποιήσει τα κείμενα, να τα ερμηνεύσει κατά το δοκούν, και να εφεύρει «προφητείες» εκ του μηδενός. Έτσι λοιπόν, ο συγγραφέας του «Κατά Ματθαίον», δίδει το κίνητρο. Κάτι που έλειπε από το προηγούμενο ευαγγέλιο. Ήταν τα χρήματα.

Ο Ιούδας πήγε στους αρχιερείς και ζήτησε χρήματα για να προδώσει τον Ιησού.

«τότε πορευθείς εις των δώδεκα ο λεγόμενος Ιούδας Ισκαριώτης προς τους αρχιερείς· είπεν τι θέλετε μοι δούναι καγώ υμίν παραδώσω αυτόν· οι δε έστησαν αυτώ τριάκοντα αργύρια» (Κατά Ματθαίον, 26: 14-15).

Είναι διαφορετικό να πηγαίνει ο Ιούδας στους αρχιερείς για να τους παραδώσει τον Ιησού και εκείνοι να του προσφέρουν χρήματα, και διαφορετικό να πηγαίνει ο Ιούδας στους αρχιερείς και να τους ζητά χρήματα για να τους τον παραδώσει.

Ο συγγραφέας του «Κατά Λουκά», φαίνεται ότι θεωρεί κακό το σενάριο του «Ματθαίου». Κρατάει το σενάριο του «Μάρκου», αλλά προσπαθεί να αιτιολογήσει την στάση του Ιούδα, που οφείλετε στον «σατανά». Έτσι, «μπήκε ο Σατανάς στον Ιούδα», πήγε ο Ιούδας στους αρχιερείς και στους στρατηγούς, και εκείνοι του είπαν ότι θα του δώσουν τα χρήματα.

«εισήλθεν δε σατανάς εις Ιούδαν τον καλούμενον Ισκαριώτη όντα εκ του αριθμού των δώδεκα και απελθών συνελάλησεν τοις αρχιερεύσιν και στρατηγοίς το πως αυτοίς παραδώ αυτόν και εχάρησαν και συνέθεντο αυτώ αργύριον δούναι» (Κατά Λουκάν, 22: 3-5).

Ο συγγραφέας του «Κατά Ιωάννην» δεν αναφέρει την σκηνή, αλλά αρκείται στο ότι ο «σατανάς» είχε βάλει στην καρδιά του Ιούδα να τον προδώσει. Όμως, δίνει μια διαφορετική προσέγγιση του θέματος. Βάζει τον Ιησού να λέει στην προσευχή του:

«Ότε ήμην μετ’ αυτών εν τω κόσμω εγώ ετήρουν αυτούς εν τω ονόματί σου ους δέδωκας μοι και εφύλαξα και ουδείς εξ αυτών απώλετο ει μη ο υιός της απωλείας ίνα πληρωθή η γραφή πληρωθή» (17: 12).

Ποια γραφή έλεγε ότι ο Μεσσίας θα προδίδονταν; Καμία. Για αυτό και δεν παραπέμπει πουθενά. Τώρα, αν συνδυάσουμε αυτά, με αυτά που φέρεται να λέει σε άλλο κεφάλαιο (του ιδίου ευαγγελίου), ο Ιησούς διάλεξε… τον προδότη του.

«Ουχ υμείς με εξελέξασθε αλλ’ εγώ εξελεξάμην υμάς» (15: 16). Είναι παρών και ο Ιούδας.

Στον «Μυστικό Δείπνο»
Στους τρεις συνοπτικούς, ο Ιησούς αναφέρει ότι ένας από τους δώδεκα θα τον πρόδιδε. Και αυτό αναφέρεται στον λεγόμενο «Μυστικό Δείπνο», που ήταν ταυτόχρονα και ο Πασχαλινός, κατά τους συνοπτικούς. Στο «Κατά Ιωάννην», αναφέρεται η προδοσία, αλλά ο δείπνος δεν είναι Πασχαλινός. Διότι αναφέρεται σαφέστατα στο «Κατά Ιωάννην», ότι οι αρχιερείς «ουκ εισήλθον εις το πραιτώριον ίνα μη μιανθώσιν αλλά ίνα φάγωσιν το πάσχα» (18: 28). Που σημαίνει ότι, ο Ιησούς πεθαίνει πριν το Πάσχα και συνεπώς ο τελευταίος δείπνος που περιγράφει ο «Ιωάννης» δεν είναι Πασχαλινός. Οι τρεις συνοπτικοί όμως αναφέρονται στον τελευταίο δείπνο ως Πασχαλινό. Από την στιγμή που πάντα το Πάσχα ήταν στις 14 Νισάν, κατά τους συνοπτικούς έπεφτε την Πέμπτη την χρονιά εκείνη, ενώ κατά τον «Ιωάννη»14 Νισάν ήταν Παρασκευή. Το Πασχαλινό δείπνο τελούνταν το βράδυ, από 14 προς 15 Νισάν (οι Εβραίοι μετρούν την μέρα από την δύση του ηλίου μέχρι την δύση της επόμενης μέρας). Συνεπώς, αναφέρονται σε διαφορετική χρονιά οι συνοπτικοί και σε διαφορετική ο «Ιωάννης».

Στο «Κατά Μάρκον» αναφέρεται:

«Ανακειμένων αυτών και εσθιόντων ο Ιησούς είπεν· αμήν λέγω υμίν ότι εις εξ υμών παραδώσει με ο εσθίων μετ εμού· ήρξαντο λυπείσθαι και λέγειν αυτώ εις κατά εις· μήτι εγώ; ο δε είπεν αυτοίς· εις των δώδεκα ο εμβαπτόμενος μετ εμού εις το τρυβλίον· οτι ο μεν υιός του ανθρώπου υπάγει καθώς γέγραπται περί αυτού· ουαί δε τω ανθρώπω εκείνω δι ου ο υιός του ανθρώπου παραδίδοται· καλόν αυτώ ει ουκ εγεννήθη ο άνθρωπος εκείνος» (Κατά Μάρκον, 14: 18-21).

Στο «Κατά Ματθαίον»:

«Εσθιόντων αυτών είπεν αμήν λέγω υμιν ότι εις εξ υμών παραδώσει με και λυπούμενοι σφόδρα ήρξαντο λέγειν αυτώ εις έκαστος μήτι εγώ ειμί κύριε; ο δε αποκριθείς είπεν· ο εμβάψας μετ εμού την χείρα εν τω τρυβλίω ύυτος με παραδώσει· ο μεν υιός του ανθρώπου υπάγει καθώς γέγραπται περί αυτού· ουαί δε τω ανθρώπω εκείνω δι ου ο υιός του ανθρώπου παραδίδοται· καλόν ην αυτώ ει ουκ εγεννήθη ο άνθρωπος εκείνος· αποκριθείς δε Ιούδας ο παραδιδούς αυτόν· είπεν μήτι εγώ ειμί ραββί; λέγει αυτώ· συ είπας» (Κατά Ματθαίον, 26: 21-25).

Ο συγγραφέας δεν αρκείται στα γραφόμενα του «Κατά Μάρκον». Αν και ο συγγραφέας μιλάει συνεσκιασμένα, εφόσον όλοι βουτούσαν στο «τρυβλίον», ο συγγραφέας του «Κατά Ματθαίον» προσπαθεί να δραματοποιήσει την κατάσταση παρουσιάζοντας τον Ιούδα να ρωτάει με θράσος, αν ήταν αυτός ο προδότης. Και ο Ιησούς με την απάντησή του, ουσιαστικά τον αποκαλύπτει. Βέβαια, οι υπόλοιποι παρουσιάζονται σαν να μην έχουν καταλάβει.

Ο συγγραφέας του «Κατά Λουκάν», καταλαβαίνει ότι όσα λιγότερα γράφει σχετικά, τόσο καλύτερα είναι. Για αυτό, απλά αρκείται στο να γράψει: «Ότι ο Υιός μεν του ανθρώπου κατά το ωρισμένον πορεύεται πλην ουαί τω ανθρώπω εκείνω δι’ ου παραδίδοται» (22: 22).

Στο «Κατά Ιωάννην» ο Ιησούς αναγγέλλει ότι ένας από τους δώδεκα θα τον παραδώσει. Μάλιστα, παρουσιάζει τον απόστολο Ιωάννη, να πέφτει στο στήθος του Ιησού και να ρωτά ιδιαιτέρως, ποιος είναι ο προδότης. Περίεργη οικειότητα, εφόσον παραείναι τολμηρό να ακουμπάει ένας άνδρας το κεφάλι του στο στήθος ενός άλλου άνδρα.

Και ο Ιησούς απάντησε:

«Εκείνος εστίν ω εγώ βάψω το ψωμίον και δώσω αυτώ· βάψας ουν το ψωμίον δίδωσι Ιούδα Σίμωνος Ισκαριώτου· και μετά το ψωμίον τότε εισήλθεν εις εκείνον ο σατανάς· λέγει ουν αυτώ ο Ιησούς· ο ποιείς ποίησον τάχιον· τούτο ουδείς έγνω των ανακειμένων προς τι είπεν αυτώ» (13: 26-28).

Παρατηρούμε, ότι το «σημείο» που δίνει ο Ιησούς, είναι διαφορετικό από ότι στα άλλα ευαγγέλια. Επίσης, παρότι αποκαλύπτει ξεκάθαρα τον προδότη, οι υπόλοιποι εξακολουθούν... να μην καταλαβαίνουν. Ακόμα, ο Ιησούς του λέει, ότι κάνει, να το κάνει γρηγορότερα.

Ο τόπος της προδοσίας και το φιλί του Ιούδα
Η αφήγηση του συγγραφέα του «Κατά Μάρκον», είναι μάλλον απλή. Ο Ιούδας με το όχλο, βρίσκει τον Ιησού με τους υπόλοιπους μαθητές. Δίνει φιλί στον Ιησού, προκειμένου να τον αναγνωρίσουν. Ο Πέτρος βγάζει το μαχαίρι και κόβει το αφτί του δούλου του αρχιερέα. Δεν λέει τίποτα στον Πέτρο, και απευθυνόμενος στον όχλο, τους λέει ότι αυτά γίνονται για να εκπληρωθούν οι Γραφές.

Αξιοπρόσεκτα είναι τα εξής:
1) Πώς ήξερε ο Ιούδας τον τόπο που θα έβρισκε τον Ιησού την συγκεκριμένη ώρα;
2) Πώς ο Ιησούς βγάζει βόλτα τους μαθητές, εφόσον απαγορεύονταν μετά το πασχαλινό δείπνο η έξοδος από την οικεία; (Έξοδος, 12: 22-25).
3) Γιατί χρειάζονταν το φιλί του Ιούδα, για να αναγνωρίσουν τον Ιησού; Αφού τον ήξεραν. Αφού τους το λέει και ο ίδιος· «καθ ημέραν ήμην προς υμας εν τω ιερώ διδάσκων και ουκ εκρατήσατε με» (Κατά Μάρκον, 14: 49).
4) Ο Πέτρος κουβαλούσε μαχαίρι μαζί του, με το οποίο δεν δίστασε να κόψει το αφτί του δούλου.
5) Να εκπληρωθούν, ποιές γραφές ακριβώς;

Ο συγγραφέας του «Κατά Ματθαίον», ως συνήθως, προσθέτει στα γραφόμενα του «Κατά Μάρκον». Παρουσιάζει τον Ιησού να νουθετεί τον Πέτρο, λέγοντάς του, «απόστρεψον την μάχαιραν σου εις τον τόπον αυτής· πάντες γαρ οι λαβόντες μάχαιραν εν μαχαίρη απολούνται» (26: 52)

Του λέει όμως και άλλα, πιο εντυπωσιακά. «η δοκείς ότι ου δύναμαι παρακαλέσαι τον πατέρα μου και παραστήσει μοι άρτι πλείους η δώδεκα λεγεώνας αγγέλων». (26: 53). Αλλά, δεν το κάνει, γιατί πρέπει να εκπληρωθούν οι Γραφές...

Ο συγγραφέας του «Κατά Λουκάν» ευαγγελίου, βάζει όλους τους μαθητές να ρωτάνε τον Ιησού, αν θα έπρεπε να κτυπήσουν με μαχαίρι. Αυτό δείχνει ότι όλοι οπλοφορούσαν. Ο Πέτρος μπαίνει μπροστά και κόβει το αφτί του δούλου, το οποίο στην συνέχεια ο Ιησούς του το κολλά. Δεν αναφέρονται τα εντυπωσιακά περί αγγέλων που αναφέρονται στο «Κατά Ματθαίον».

Ο συγγραφέας του «Κατά Ιωάννην» ευαγγελίου, βάζει τον Ιησού να ρωτά τον όχλο, ποιον ζητάει. Ο όχλος απάντησε ότι ζητάει τον Ιησού. Και ο Ιησούς τους λέει ότι είναι ο ίδιος! Αυτοί έπεσαν κάτω. Για δεύτερη φορά, ρώτησε ο Ιησούς ποιον θέλουν. Και του ξαναλένε, τον Ιησού. Αυτή τη φορά, δεν έπεσαν κάτω. Δεν αναφέρεται κανένα φιλί του Ιούδα ως σημείο αναγνωρίσεως. Εδώ, ο ίδιος ο Ιησούς τους συστήθηκε. Είναι ξεκάθαρα, τελείως διαφορετική η περιγραφή από ότι στους συνοπτικούς (18: 2-9).

Ο θάνατος του Ιούδα
Αλλά και για αυτό το «γεγονός», υπάρχουν διαφορετικές εκδοχές. Και φαίνεται ότι δεν υπήρχε ομοιομορφία (και) σε αυτήν την παράδοση, καθώς αναφέρεται μόνο στον «Κατά Ματθαίον» και στις «Πράξεις», αλλά πάλι χωρίς να συμφωνούν. Είναι πολύ περίεργο να μην καταγράφεται ο θάνατος του Ιούδα στα υπόλοιπα ευαγγέλια. Οι εκκλησιαστικοί, συνήθως τις ημέρες του χριστιανικού Πάσχα, συγκρίνουν τις δύο πτώσεις· του Πέτρου και του Ιούδα. Είναι μια από τις πιο δημοφιλείς συγκρίσεις που «κοσμούν» τα χριστιανικά κηρύγματα. Και όμως, αγνοείται από μερίδα κοινοτήτων.

Στο «Κατά Ματθαίον», μεταμελείται ο Ιούδας, επιστρέφει τα αργύρια, και πάει να κρεμαστεί. Επειδή όμως τα χρήματα ήταν αντίτιμο προδοσίας, οι ιερείς αποφάσισαν με αυτά να αγοράσουν έναν αγρό για να θάβουν εκεί τους ξένους. Και συνεχίζει, λέγοντας ο άγνωστος συγγραφέας του ευαγγελίου, ότι εκπληρώθηκε μία «προφητεία» του Ιερεμία ότι «έλαβον τα τριάκοντα αργύρια την τιμήν του τετιμημένου ον ετιμήσαντο από υιών Ισραήλ και έδωκαν αυτά εις τον αγρόν του κεραμέως καθά συνέταξεν μοι Κύριος» (27: 3-10).

Η ρήση βέβαια αυτή, ούτε στον Ιερεμία βρίσκεται, ούτε είναι «προφητική», και το κυριότερο, δεν είναι έτσι. Ο «Ματθαίος» καταφεύγει στην πλαστογραφία και στην παραποίηση, όπως κάνει σε ανάλογες δήθεν «προφητικές» ρήσεις της Π. Διαθήκης.

Συγκεκριμένα, βρίσκεται στον Ζαχαρία, στο κεφάλαιο 11, και αναφέρεται σε καταστροφές στον Λίβανο και σε «πρόβατα της σφαγής», στο ότι ο Θεός παραδίδει τους ανθρώπους σε αλληλοσφαγές, εγκαταλείποντας την φροντίδα του. Και λέει: «και γνώσονται οι Χαναναίοι τα πρόβατα τα φυλασσόμενα διότι λόγος Κυρίου εστίν και ερώ προς αυτούς· ει καλόν ενώπιον υμών εστίν δότε στήσαντες τον μισθόν μου η απείπασθε και έστησαν τον μισθόν μου τριάκοντα αργυρούς και είπεν Κύριος προς με· κάθες αυτούς εις το χωνευτήριον και σκέψαι ει δόκιμον εστίν ον τρόπον εδοκιμάσθην υπέρ αυτών και έλαβον τους τριάκοντα αργυρούς και ενέβαλον αυτούς εις τον οίκον Κυρίου εις το χωνευτήριον (Ζαχαρίας, 11: 11-13).

Οι Χαναναίοι δίνουν τριάντα αργύρια στον Ζαχαρία, και ο Θεός του λέει να τα βάλει στο χωνευτήριο που βρίσκεται στον «οίκο του Κυρίου». Ο «Ματθαίος» όμως λέει ότι οι αρχιερείς πήραν τα τριάντα αργύρια από τον Ιούδα και τα έδωσαν για τον αγρό. Καμία σχέση δηλαδή!

Ο συγγραφέας των Πράξεων αναφέρει μία άλλη παράδοση για τον θάνατο του Ιούδα. Ο Ιούδας απέκτησε αγρό από τα λεφτά της προδοσίας «και πρηνής γενόμενος ελάκησεν μεσός και εξεχύθη πάντα τα σπλάχνα αυτού» (Πράξεις, 1: 18).

Δεν αναφέρει ότι έπεσε από ψηλά, αν υποθέσουμε ότι κρεμάστηκε. Επίσης, αναφέρει ότι αγόρασε αγρό. Συνεπώς, δεν θα μπορούσε να επιστρέψει το ποσό που πήρε πίσω στους ιερείς. Ακόμα, όπως φαίνεται, σκοτώθηκε στο χωράφι του.

Μέσω του Απολλιναρίου, μαθαίνουμε μια επιπλέον εκδοχή, που μαρτυρείται από τον Παπία. Βέβαια, και ο Παπίας δεν ήταν μπροστά, αλλά το μαθαίνει από τον Ιωάννη.

Γράφει ο Απολλινάριος:

«Μεγάλο παράδειγμα ασέβειας παρουσίασε στον κόσμο ο Ιούδας, διότι πρήσθηκε τόσο πολύ η σάρκα του, ώστε όχι μόνον εκείνος να μην μπορεί να περάσει απ’ εκεί όπου εύκολα μπορεί να περνά μία άμαξα, αλλ’ ούτε και αυτός όνο ο όγκος της κεφαλής του. Γιατί λέγουν, ότι τα μεν βλέφαρά των οφθαλμών του πρήσθηκαν τόσο πολύ, ώστε ο ίδιος μεν να μην μπορεί να βλέπει καθόλου το φως, τα δε μάτια του να μην μπορούν να φαίνονται από ιατρό ούτε με διόπτρες· τόσο πολύ βάθος είχαν από την εξωτερική επιφάνεια· το δε αιδοίο του φαινόταν αηδέστερο και μεγαλύτερο από κάθε ασχημοσύνη και όλο το σώμα του έρρεε πύον και ήταν γεμάτο από σκώληκες, προκαλώντας έτσι την αηδία. Λέγουν δε ότι ύστερα από πολλά βάσανα και τιμωρίες πέθανε σε ιδιαίτερο τόπο και ότι από τη δυσοσμία ο τόπος έχει γίνει μέχρι σήμερα έρημος και ακατοίκητος, αλλά ότι ούτε μέχρι σήμερα μπορεί κανείς να περάσει τον τόπο εκείνο, αν δεν φράξει την μύτη του με τα χέρια. Τόσο πολύ διασκορπίστηκε στη γη η δυσοσμία εκ του σώματός του» (Αποστολικοί Πατέρες, τ. Α΄, σ. 209).

Τέλος, θα αναφέρουμε και μία άλλη παράδοση που διαφέρει κατά πολύ και που κυκλοφορούσε μεταξύ άλλων χριστιανικών ομάδων. Σύμφωνα με αυτή, ο Ιούδας βοήθησε στην εκπλήρωση του πόθου του Ιησού να εξέλθει από το «αμαρτωλό» σώμα και να επιστρέψει από εκεί που ήρθε. Υπάρχει στο «Ευαγγέλιο του Ιούδα», και αναφέρεται στην σχέση και στην συνεργασία προδότη και προδομένου.

«Η απόκρυφη διήγηση της αποκάλυψης που φανέρωσε ο Ιησούς σε συνομιλία με τον Ιούδα τον Ισκαριώτη στη διάρκεια μιας εβδομάδας τρείς ημέρες προτού να εορτάσει το Πάσχα» (σ. 23).

«Αλλά εσύ θα τους υπερβείς όλους αυτούς. Γιατί εσύ θα θυσιάσεις τον άνθρωπο που με ενδύει. Προτού γεννηθείς έχει υψωθεί, η οργή σου έχει ανάψει, ο αστέρας σου φάνηκε με λαμπρότητα» (σ. 47)

«Οι αρχιερείς τους παραπονιόταν επειδή αυτός είχε εισέλθει στον ξενώνα για ην προσευχή του. Αλλά κάποιοι γραμματείς τον παρακολουθούσαν προσεκτικά με σκοπό να τον συλλάβουν κατά τη διάρκεια της προσευχής, γιατί φοβούνταν τους ανθρώπους, αφού είχε θεωρηθεί απ’ όλους προφήτης. Πλησίασαν τον Ιούδα και του είπαν, Τι κάνεις εδώ; Είσαι μαθητής του Ιησού. Ο Ιούδας τους απάντησε όπως επιθυμούσαν. Και έλαβε μερικά χρήματα και τον παρέδωσε σ’ αυτούς» (σ. 49) [Το ευαγγέλιο του Ιούδα, Ρόντολφ Κάσερ, Μάρβιν Μαϊερ, Γκρέγκορ Βούρστ, Εκδόσεις National Geographic, έκδοση 2006].