Κυριακή 2 Δεκεμβρίου 2018

Κι όμως ο μονόκερος υπήρξε, αλλά ως...

Ο σιβηρικός μονόκερως (ή μονόκερος), ένας γιγάντιος ρινόκερος με ένα τεράστιο κέρατο στο μέτωπό του, είχε επιβιώσει έως πριν από 36.000 χρόνια, συνεπώς είχε συνυπάρξει στη Γη με τους προγόνους του ανθρώπου (Homo sapiens) και τους Νεάντερταλ, σύμφωνα με νέα επιστημονικά στοιχεία.

Αυτό, κατά τους επιστήμονες, πιθανώς δίνει μια εξήγηση στο πώς...
εδώ και χιλιάδες χρόνια προέκυψαν οι μύθοι, που υπάρχουν σε πολλές περιοχές του κόσμου (και στην αρχαία Ελλάδα), περί ενός μυθικού όντος με ένα κέρατο στο κεφάλι του. Μέχρι τώρα, η επικρατούσα αντίληψη ήταν ότι ο σιβηρικός μονόκερως είχε εξαφανιστεί πολύ παλαιότερα, πριν από 100.000 έως 200.000 χρόνια.

Όμως μια νέα διεθνής επιστημονική έρευνα, με επικεφαλής τον 'Αντριαν Λίστερ του Μουσείου Φυσικής Ιστορίας του Λονδίνου, η οποία ανέλυσε με τη μέθοδο του ραδιενεργού άνθρακα 23 δείγματα οστών σιβηρικών μονόκερων και δημοσιεύθηκε στο περιοδικό "Nature Ecology and Evolution", κατέληξε στο συμπέρασμα ότι στην πραγματικότητα το εν λόγω γιγάντιο ζώο είχε επιβιώσει μέχρι σχετικά πρόσφατα. Η εξαφάνισή του πιθανολογείται ότι είχε να κάνει περισσότερο με περιβαλλοντικές πιέσεις, παρά με το κυνήγι του από τους προγόνους μας.

Σήμερα υπάρχουν μόνο πέντε είδη ρινόκερων, αλλά στο παρελθόν υπήρχαν έως 250. Ένα από αυτά, ο σιβηρικός μονόκερως (Elasmotherium sibiricum), που ζύγιζε περίπου 3,5 τόνους, περιφερόταν στις εκτεταμένες στέπες της Ευρασίας (της Ρωσίας, του Καζακστάν, της Μογγολίας και της βόρειας Κίνας).

Όπως, εξάλλου, αποκαλύπτει η ανάλυση του DNA του, που έγινε για πρώτη φορά, ο σιβηρικός μονόκερως και ο σημερινός αφρικανικός ρινόκερος είναι ακόμη πιο μακρινά «ξαδέρφια» από ότι οι άνθρωποι και οι μαϊμούδες μεταξύ τους.

Οι ερωτήσεις "γιατί"

Γιατί ο κόσμος είναι έτσι όπως είναι; ρωτάνε τα νέα παιδιά.

Γιατί δεν υπάρχει αγάπη, κατανόηση, αλληλεγγύη;

Όμως οι ερωτήσεις "γιατί" σπάνια μας οδηγούν κάπου διαφορετικά απ' όπου βρισκόμαστε ήδη.

Βοηθούν μόνο στο να τεθεί το πρώτο ερώτημα, να δημιουργηθεί η πρώτη απορία, να γίνει συνειδητό το πρώτο ρήγμα με τον πλαστό κόσμο της υποκειμενικής αντίληψης. Τίποτα άλλο!

Ο ίδιος νους που ρωτάει δεν έχει απαντήσεις αληθινές, δημιουργικές. Έχει όμως επιπλέον ψευδαισθήσεις, συνηθισμένες κατηγορίες, υποθετικές θεωρίες. Εξαρτάται τι πραγματικά ψάχνεις.

Γιατί οι ερωτήσεις είναι άλλες και ο δρόμος να βρεις τις απαντήσεις διαφορετικός. Πώς βρίσκομαι εγώ μέσα στον κόσμο; Πώς τιμώ τη ζωή, τον Εαυτό μου; Πώς βλέπω εγώ τους άλλους, το τοπίο, το μέλλον; Η δική μου όραση πώς διαμορφώνεται; Πώς συμμετέχω σε όλο αυτό που βλέπω; Ποια είναι η δική μου ευθύνη;

Ο άλλος κόσμος που ψάχνεις υπάρχει και βρίσκεται ακριβώς δίπλα σου, όμως δεν τον βλέπεις. Είναι αδύνατον να τον δεις ενόσω δεν συμμετέχεις σε αυτόν, ενόσω δεν ανήκεις, επιλεκτικά, σε αυτόν. Και αυτό δεν είναι απλό...είναι όμως επιλογή!

Πιο εύκολο είναι να αφήνεις τον άλλον κόσμο να σε παρασύρει, να σε πείθει για τη μονιμότητα και την αποκλειστικότητα του. Και έχει ισχύ, μην τον υποτιμάς, γιατί παίζει στα νούμερα, εξαρτάται από τα ποσοστά. Είναι θέμα στατιστικής και ισορροπίας. Και αυτή ακριβώς είναι και η επιλογή σου, η ελεύθερη βούλησή σου. Να αντιλαμβάνεσαι τα πάντα, να τα βλέπεις όλα, αλλά να επιλέγεις συνειδητά πού θέλεις να ανήκεις, σε τι θέλεις να συμμετέχεις, τι επιτρέπεις να διατηρείται στο νοητικό-ψυχικό-συναισθηματικό-οπτικό σου πεδίο.

Δική σου είναι η ενέργεια και εσύ την ορίζεις. Δεν τη βλέπεις, οι αισθήσεις σε ξεγελούν, κι όμως την ορίζεις. Σημαντικό είναι πρώτα να μάθεις πώς. Πώς λειτουργεί όλο αυτό; Πώς διαμορφώνεται, μοιράζεται, διαρρέει, διοχετεύεται η ενέργεια;

Είναι όλα όσα έχεις (η ενέργεια σου). Δεν κατέχεις πραγματικά τίποτ' άλλο. Όλα τα άλλα είναι εργαλεία, προσωρινά, που χρησιμοποιείς στο δρόμο σου: πτυχία, σχέσεις, χρήματα, χρόνος, πράγματα... με σύνεση ή ασυνείδητα.

Μεγαλώνοντας ψάχναμε όλοι την αλήθεια γύρω μας, σε πρότυπα, σε βιβλία, στο παρελθόν, σε ό,τι επιλέξαμε να πιστέψουμε. Αλλά διαπιστώνουμε, όλο και περισσότερο, πως δεν βρίσκεται η αλήθεια πουθενά. Δεν γεμίζει το εσωτερικό κενό με όσες ποσότητες μελέτης, συμβιβασμού ή πειθαρχίας στις προσταγές των θεωριών που μάς δόθηκαν κι εμείς πιστέψαμε.

Κι όμως, αυτό που ψάχνουμε, το αληθινό, το διαχρονικό, το δημιουργικό και απελευθερωτικό βρίσκεται πολύ πιο κοντά απ' ότι υποθέσαμε αρχικά...

Χθες καθόμασταν σε ένα μεγάλο παιδότοπο όπου βρίσκονταν πολλοί άνθρωποι, πολλά παιδιά. Ένας κόσμος, μια πραγματικότητα; Όχι, πολλοί κόσμοι, και ένας συνειδητός παρατηρητής που παρακολουθούσε ατάραχος, τα όσα διαδραματίζονταν. Την κάθε πραγματικότητα, τον κάθε υποκειμενικό κόσμο, τα κρυμμένα μυστικά που φανερώνονται τόσο απλά, όταν βρίσκεσαι απ' έξω να παρατηρείς. Όχι κριτής, όχι κατήγορος, μα με κατανόηση, με συμπάθεια, με την καθαρότητα της άφοβης θέασης.

Όμως τότε, θα πρέπει να μετακινηθείς. Θα πρέπει εσύ να επιλέξεις σε ποιον κόσμο θέλεις να ανήκεις ή να συμμετέχεις για όσο βρίσκεσαι εδώ. Και γιατί! Και εκεί ξεκινά, αναγκαστικά, ένα άλλο, διαφορετικό ταξίδι, με πολύ διαφορετικό τρόπο σκέψης, με άλλες επιλογές, με περισσότερη ευθύνη. Γιατί ανακαλύπτεις πως ΕΙΣΑΙ, πως συμβάλλεις, πως ενισχύεις τις όποιες ψευδαισθήσεις αντιπαθείς και κατηγορείς. Πως διατηρείς αυτό που φοβάσαι, πως αποφεύγεις αυτό που μπορείς και θέλεις να είσαι, επίσης από φόβο και άπειρες ψεύτικες πεποιθήσεις περί αυτού.

Δεν υπάρχουν μαγικές συνταγές και αυτόματες αλλαγές. Υπάρχει η ατομική βούληση που ισχυροποιείται με την δέσμευση, την αυτο-πειθαρχία, την αφοσίωση... ξεχασμένες ιδιότητες σε έναν κόσμο που τρέχει προς το πουθενά, ενώ παράλληλα υπάρχει και ένας άλλος κόσμος... ακριβώς δίπλα, ορατός και πραγματικός... Όταν βρίσκεσαι ΜΕΣΑ σε αυτόν!

Albert Camus: Με το ενδιαφέρον αρχίζουν όλα

Καμιά φορά, οι μεγάλες πράξεις κι οι μεγάλες σκέψεις αρχίζουν κάπως αστεία.

Τα μεγάλα έργα γεννιούνται συχνά στη στροφή κάποιου δρόμου ή στο καθάρισμα ενός καφενείου.

Έτσι και με το παράλογο.

Περισσότερο από κάθε άλλον, ο παράλογος κόσμος έχει τις ρίζες του σ’ αυτή την άθλια γέννηση.

Όταν μερικές φορές, σε μια ερώτηση που αφορά τις σκέψεις σου απαντάς: «τίποτε», ίσως να προσποιείσαι.

Οι αγαπημένες υπάρξεις το ξέρουν καλά.

Αν όμως η απάντηση αυτή είναι ειλικρινής, αν εκφράζει αυτό το μοναδικό ψυχικό συναίσθημα της σιωπηλής ευγλωττίας που σπάζει την αλυσίδα των καθημερινών χειρονομιών ενώ η καρδιά ψάχνει μάταια να βρει τον κρίκο που θα την ξανασυνδέσει, τότε αυτό φαίνεται πως είναι το πρώτο σημάδι του παραλογισμού.

Καμιά φορά τα σκηνικά καταρρέουν.

Ξύπνημα, συγκοινωνία, τέσσερις ώρες γραφείο ή εργοστάσιο, γεύμα, συγκοινωνία, τέσσερις ώρες δουλειά, φαγητό, ύπνος και Δευτέρα, Τρίτη, Τετάρτη, Πέμπτη, Παρασκευή και Σάββατο, αυτός ο κύκλος επαναλαμβάνεται εύκολα στον ίδιο ρυθμό τον περισσότερο καιρό.

Μια μέρα όμως γεννιέται το «γιατί» κι όλα αρχίζουν σ’ αυτή την πληκτική κούραση.

«Αρχίζουν», αυτό είναι ενδιαφέρον.

Στο τέλος μιας μηχανικής ζωής έρχεται η κούραση, την ίδια όμως στιγμή βάζει σε κίνηση τη συνείδηση.

Τη σηκώνει απ’ τον ύπνο και προξενεί τη συνέχεια.

Η συνέχεια είναι η ασυνείδητη επιστροφή στην αλυσίδα ή η οριστική αφύπνιση.

Στο τέλος της αφύπνισης βρίσκεται το αποτέλεσμα που φτάνει με τον καιρό: αυτοκτονία ή αναθεώρηση.

Η κούραση κλείνει μέσα της κάτι το αποκαρδιωτικό.

Εδώ, είμαι υποχρεωμένος να πω πως είναι καλή.

Γιατί με τη συνείδηση αρχίζουν όλα και μονάχα αυτή αξίζει.

Οι παρατηρήσεις αυτές δεν έχουν καμιά πρωτοτυπία.

Είναι όμως φανερές: κι αυτό φτάνει γιατί μας δίνει την ευκαιρία να γνωρίσουμε καθολικά το παράλογο στις πηγές του.

Με το «ενδιαφέρον» αρχίζουν όλα.
 
Albert Camus, Ο Μύθος του Σισύφου

Όσο φοβάσαι δε θα είσαι ποτέ ελεύθερος

Τι θα ήθελες να διαβάσεις; Κάτι που να έχει να κάνει με την ελευθερία, να είσαι ο εαυτός σου και να κάνεις αυτό που πραγματικά γουστάρεις. Κάτι που δε θα συμπεριλαμβάνει όρους, ρόλους, συνθήκες και πρέπει. Θα μπορούσε να είναι και το ερώτημα αυτό από μόνο του. Τελικά πόσο ελεύθεροι είμαστε; Και πόσο λυτρωτικό να κάνουμε εν τέλει αυτό που πραγματικά θα θέλαμε; Τι είναι αυτό που περιορίζει την ατομική ελευθερία; Να το απομονώσω και να ρωτήσω τι είναι αυτό που κάνουμε εμείς στον εαυτό μας, που σαν αποτέλεσμα έχει να καταλύουμε την ελευθερία μας;

Ίσως να είναι οι συμβιβασμοί που κάνουμε. Ίσως η αγωνία που έχουμε για κάτι διαφορετικό από την πεπατημένη. Ίσως η συμμόρφωση στα πρότυπα και τα θέλω που έχει θέσει η κοινωνία μας. Ίσως το ότι καταβάθος, φοβόμαστε την ελευθερία μας. Γιατί εάν δε μας βγει, τι γίνεται μετά;

Αν δε μας βγει ή εάν δε μας ακολουθήσει κάποιος σ’ αυτή; Και ποιος θα καθορίσει αν θα μας βγει; Πώς θα το αντιληφθούμε αυτό; Πότε νιώθουμε πραγματικά ελεύθεροι; Μήπως στη τελική δεν ξέρουμε καν τι σημαίνει ελευθερία; Και μήπως όλοι αυτοί οι φόβοι που έχουμε είναι απλά μια δικαιολογία γιατί δεν ξέρουμε τι πραγματικά ψάχνουμε; Γιατί, αν ισχύει κάτι τέτοιο, τότε ίσως να μην μπορούμε να πούμε ότι δε μας βγήκε.

Νομίζω, το τέλος, αν θέλουμε κάπως να το καθορίσουμε σε κάτι απτό, εμφανίζεται όταν κάτι άλλο έρχεται και κλονίζει τα πιστεύω, τα ίδια πιστεύω που καθόριζαν την ελευθερία. Αλλιώς δεν υπάρχει τέλος ή συνειδητοποίηση ότι η ελευθερία που έχουμε θέσει είναι εσφαλμένη. Και τι είναι αυτό το τόσο δυνατό, που είναι ικανό να κλονίσει ριζικά όλο μας το είναι; Ένας στίχος, μια μελωδία, ένα άρθρο, ένα βιβλίο, μια κατάσταση, μια ανακάλυψη, ένας άλλος άνθρωπος; Και όταν αυτός ο στίχος, αυτή η μελωδία, αυτό το άρθρο, το βιβλίο, εκείνη η κατάσταση, η σημαντική ανακάλυψη, αυτός ο από μηχανής άνθρωπος κλονίσουν αυτά τα πιστεύω, τι κάνεις;

Συνεχίζεις από εκεί που έμεινες. Απλά στο ίδιο μονοπάτι που έχεις χαράξει, θα πάρεις μια στροφή που θα σε οδηγήσει αλλού. Δε θα πετάξεις τον κόπο και τον δρόμο που έχεις κάνει μέχρι σήμερα. Γιατί αυτή την συνειδητοποίηση δε θα την κέρδιζες αν δεν είχες στερεώσει αυτή τη πεποίθηση που είχες στερεώσει μέσα σου. Σαν το παράδοξο με το ταξίδι χρόνου στο παρελθόν, που ό,τι και να αποφασίσεις να αλλάξεις θα μεταβάλει τόσο δραματικά τη πραγματικότητα του σήμερα, που δε θα έχει νόημα να ζεις μετά σ’ αυτή. Θα είναι ξένη. Δε θα είναι εσύ. Ναι, αλλά έγκειται το ζήτημα της ελευθερίας. Τελικά πόσο επιτρέπουμε στον εαυτό μας να ακολουθήσει αυτόν τον συλλογισμό; Στο τελικό ζύγισμα, πόσο είμαστε έτοιμοι για τις συνέπειες της ελευθερίας μας;

Όσο κυριαρχεί ο φόβος για τα μελλούμενα, δεν υπάρχει και ελευθερία. Και για ποια ελευθερία να μιλήσουμε και να ψάξουμε όταν η αγάπη χάθηκε, κι αυτό που έμεινε είναι ένα εγωιστικό απόβρασμα μιας μπίζνας, η ειρήνη εξαφανίσθηκε, ο άνθρωπος έχει εμπλακεί σε αναρίθμητες συγκρούσεις με τον ίδιο του τον εαυτό και με τους άλλους. Δε βρίσκει να συνεννοηθεί, δεν ησυχάζει, νευριάζει, αγανακτεί, τιμωρεί, παραδίνεται ρετάλι στη καθημερινότητα.

Έπειτα βγάζουμε πλακάτ και φωνάζουμε για ελευθερία και ειρήνη. Μα αφού μόνοι μας τη διώξαμε από τον εαυτό μας, από τον εσωτερικό μας κόσμο, μόνοι μας τη φοβίσαμε. Πώς θα την επιβάλουμε, με τόσο επαναστατικό χαρακτήρα, στον εξωτερικό κόσμο; Μαλώνουμε με την οικογένειά μας, διαλύουμε θεσμούς αιωνόβιους, και θα διδάξουμε ελευθερία, ειρήνη, ομόνοια και συνεννόηση στους άλλους; Καταντήσαμε γελοίοι. Καταντήσαμε εγκλωβισμένοι στα ίδια μας τα δεσμά, για ποια ελευθερία να μιλήσουμε;

Δέσμευση: Είναι η απάντηση σε όλα;

Ο ολοκληρωμένος άνθρωπος δεν θέλει να μοιάσει σε κανέναν και ούτε ψάχνει το άλλο του μισό. Νιώθει ολόκληρος και μόνο τότε μπορεί να μοιραστεί

Δέσμευση, σχέση, συντροφική ζωή, γάμος: Θέλουμε το «μαζί». Έχουμε προσδοκίες και απαιτήσεις. Απαιτήσεις ρεαλιστικές, αλλά και μη ρεαλιστικές σε πολλές περιπτώσεις. Ευελπιστούμε πως μέσα στη σχέση με τον/την σύντροφό μας θα καλυφθούν κενά και ελλείψεις του χαρακτήρα μας, της σχέσης με την οικογένεια μας και τους γύρω μας. Θα καλύψουμε τη μοναξιά, την δυστυχία και την κενότητά μας. «Και μάνα και αδερφή μου και αγάπη εσύ», το λέει και το γνωστό λαϊκό άσμα άλλωστε.

Είναι συνήθης η πεποίθηση πως ο/η σύντροφος θα εμφανιστεί και ως «δια μαγείας» θα μας σώσει και θα μας «απεγκλωβίσει» από όσα μας κρατούν «φυλακισμένους». Επενδύουμε την ευτυχία μας και την αφήνουμε να εξαρτηθεί από τον άλλο. Συχνά λοιπόν εσφαλμένα πιστεύουμε πως όντως η απάντηση σε όλα είναι ένας/μία σύντροφος. Ποια είναι όμως η αλήθεια;

Στην πλειοψηφία των ανθρώπων υπάρχει μια παγιωμένη αντίληψη η οποία μας καθιστά «μισούς», μη ολοκληρωμένους, μη δημιουργικούς και ελαττωματικούς να καταφέρουμε πράγματα. Αναζητούμε ένα/μία σύντροφο να έρθει να λύσει τα όποια προβλήματα έχουμε. Περιμένουμε από τον/την εκάστοτε σύντροφο για να ξεφορτώσουμε τα δικά μας ζητήματα, σε πολλές περιπτώσεις μάλιστα προβάλλοντάς τα σε εκείνον/εκείνη ως δικά του/της προβλήματα.

Η αλήθεια όμως είναι μάλλον διαφορετική. Το ότι μπορεί να βρήκαμε τον/την κατάλληλο/η για εμάς σύντροφο δεν σημαίνει αυτομάτως πως θα μπορέσει να καλύψει τις ελλείψεις και τα εσωτερικά συναισθηματικά μας κενά. Η ολοκλήρωση και η αίσθηση αυτοεκτίμησης θα πρέπει πρώτα από όλα να πηγάζει από μέσα μας. Τα επαγγελματικά προβλήματα ή οι οικογενειακές προστριβές δεν θα λυθούν με τρόπο μαγικό εφόσον έρχεται κάποιος στη ζωή μας.

Ό,τι υπήρχε πριν θα υπάρχει και μετά. Αρχικά, στον έρωτα όλα μοιάζουν ιδανικά και ενδεχομένως κάποιες στιγμές να γίνονται κιόλας. Με το πέρασμα του χρόνου όμως ό,τι συνέβαινε πριν την απόκτηση της σχέσης μας, θα συμβαίνει και μετά. Η ανασφάλεια και η έλλειψη αυτοπεποίθησης, το αίσθημα του κενού μέσα μας, δεν γεμίζει με την παρουσία ενός/μίας συντρόφου, αλλά μόνο μέσα από τη δική μας προσωπική ψυχική επεξεργασία.

Και το ερώτημα είναι ένα: «Αν ήσουν κάποιος άλλος, θα σε αγαπούσες;». Και η απάντηση έχει σαφώς να κάνει με το πώς εμείς οι ίδιοι είμαστε με τον εαυτό μας, πόσο πιστεύουμε σε εμάς και είμαστε ολοκληρωμένοι σαν προσωπικότητες ώστε να μπορέσουμε εν συνεχεία να σχετιστούμε με τους άλλους. Σημαντικό είναι να αισθανόμαστε πως είμαστε σε θέση να προσφέρουμε και όχι να απαιτούμε συναισθήματα. Χρειάζεται να μπορούμε να δώσουμε χωρίς η πρώτη σκέψη να είναι να πάρουμε πριν ακόμα δώσουμε.

Η πληρότητα έρχεται από μέσα προς τα έξω. Όταν χαιρόμαστε και εκτιμούμε την κάθε στιγμή, το τώρα, τότε χαιρόμαστε και τη ζωή στο σύνολό της. Σημαντικοί δεν είμαστε επειδή έχουμε τον τάδε σύντροφο, το τάδε χρηματικό ποσό στην τράπεζα και την τάδε εργασιακή καρέκλα. Αν το σκεφτούμε λίγο καλύτερα, σημαντικοί είμαστε διότι τα έχουμε καταφέρει μέχρι εδώ, μέσα σε αυτό τον κόσμο.

Την ευτυχία μας μπορούμε μόνο εμείς να την δημιουργήσουμε όταν αγκαλιάσουμε εμάς τους ίδιους. Μέσα μας υπάρχουν όλα αυτά που αναζητούμε «απ’ έξω». Κάποιες φορές χάνουμε το δρόμο καθώς ενδεχομένως να περάσαμε δύσκολα ή να χάσαμε συναισθήματα και στιγμές που θα ήταν πολύτιμα και καθοριστικά. Αυτό μπορεί να μας κάνει να χάνουμε την πίστη μας σε εμάς τους ίδιους, όμως θα πρέπει πάντα να μας ωθεί στο να ψάξουμε μέσα μας και να βρούμε όσα φαινομενικά χάθηκαν, όμως στην πραγματικότητα είναι πάντα εκεί.

Αυτή είναι η περίληψη όσων είναι απολύτως απαραίτητο να ξέρει κανείς

Λένε πως ήταν κάποτε ένας βασιλιάς που ήθελε να μείνει στην ιστορία, ως αυτός που χάρισε στην ανθρωπότητα τη δυνατότητα του διαφωτισμού.

Έτσι λοιπόν, αποφάσισε να καλέσει στο παλάτι του τους σπουδαιότερους σοφούς, επιστήμονες και μυστικιστές του κόσμου. Όταν συγκεντρώθηκαν όλοι εκεί, τους ζήτησε να εργαστούν από κοινού για να καταγράψουν σ’ ένα βιβλίο όλα όσα ήξεραν για τον κόσμο και θεωρούσαν σημαντικά για να μεταδοθούν στις μελλοντικές γενιές. Τους ζήτησε ιδιαιτέρως να απορρίψουν κάθε τι ασήμαντο και να κρατήσουν μόνο τα ουσιώδη.

Μήνες ολόκληρους δούλεψαν ακούραστα οι σοφοί, κι ένα χρόνο σχεδόν μετά από κείνη την πρώτη σύναξη, ψάχνουν τον βασιλιά για να του παραδώσουν το έργο που τους είχε παραγγείλει: μια συλλογή εκατόν σαράντα τόμων με πεντακόσιες σελίδες ο καθένας, όπου περιέχεται —κατά τους σοφούς— ό,τι είναι σημαντικό να ξέρει κανείς στον κόσμο.

Βλέπει τους τόμους ο βασιλιάς και λέει:

«Όχι, όχι. Είναι πολύ σπουδαία αυτή η συλλογή, αλλά δεν μπορεί να δοθεί στον κόσμο. Είναι υπερβολικά εκτενής και κανένας δεν θα τη διαβάσει ολόκληρη. Πρέπει να συντομευθεί. Σας παρακαλώ, συνεχίστε να δουλεύετε. Απομονώστε απ’ αυτές τις έννοιες τις λιγότερο σημαντικές και αφήστε μόνο τις βασικές.»

Δουλεύουν ακόμη ένα χρόνο οι μεγάλες αυτές προσωπικότητες, και συνοψίζουν όσα είχαν γράψει αρχικά. Μετά, παρουσιάζουν στον βασιλιά έναν και μοναδικό τόμο δυο χιλιάδων κρυπτογραφημένων σελίδων.

«Όχι» ξαναλέει ο βασιλιάς. «Τη σοφία πρέπει να μπορεί να την προσεγγίζει ο καθένας, κι όχι μόνο οι μυημένοι. Σας παρακαλώ, δουλέψτε ακόμη λίγο. Αφαιρέστε τα περιττά, συνοψίστε ό,τι έχετε γράψει, απλοποιήστε και ομαδοποιήστε τις ιδέες.»

Ο βασιλιάς χρειάστηκε να περιμένει άλλα δύο χρόνια για να πάρει το αποτέλεσμα. Μια μέρα, ζητούν ακρόαση οι σοφοί. Φαίνονται όλοι πολύ ικανοποιημένοι.

«Εδώ είναι» του λέει ο πρεσβύτερος. Αυτή είναι η περίληψη όσων είναι απολύτως απαραίτητο να ξέρει κανείς.»

Και δίνουν στον βασιλιά ένα μόνο φύλλο χαρτί, στο οποίο υπάρχει γραμμένη μία και μοναδική φράση:

«ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΕΙ ΤΡΟΦΗ ΔΩΡΕΑΝ

«Η ιδέα είναι ότι τίποτα καλό δεν σου προσφέρεται τσάμπα, και σε διαβεβαιώ πως η πληρωμή πάντα προκαταβάλλεται.»

Εμείς οι Sapiens

Ήταν πριν 65 εκ. χρόνια όταν ένα νέο κεφάλαιο άνοιγε για τη ζωή πάνω στον πλανήτη γη. Οι δεινόσαυροι εξαφανίζονται μέσα σε μια σχετικά σύντομη περίοδο, πιθανώς λόγω της σύγκρουσης ενός κομήτη με τη γη στην περιοχή του σημερινού κόλπου του Μεξικού στην χερσόνησο του Γιουκατάν. Σύμφωνα με τους επιστήμονες δεν ήταν τόσο η σύγκρουση αυτή καθαυτή που συντέλεσε στην εξαφάνιση ενός μεγάλου μέρους της ζωής στον πλανήτη, όσο οι επιπτώσεις της σύγκρουσης. Παλιρροϊκά κύματα, καταστροφικές πυρκαγιές και ένα είδος «πυρηνικού χειμώνα» με τη σκόνη από την σύγκρουση να μην επιτρέπει στις ακτίνες του ήλιου να φτάσουν στην επιφάνεια της γης για μεγάλο χρονικό διάστημα. Η καταστροφή αυτή των δεινοσαύρων αποτέλεσε την ευκαιρία για τα μικρόσωμα θηλαστικά να κυριαρχήσουν έχοντας απαλλαγεί από τους κυριότερους θηρευτές τους.
 
Μεταξύ των επιζησάντων και μια υποτάξη πρωτευόντων που ονομάστηκαν «ανθρωποειδή» (anthropoidea) κύριο χαρακτηριστικό των οποίων ήταν η ικανότητα δίποδης βάδισης και η χρήση των δυο άλλων άκρων για να πιάνουν και να χειρίζονται διάφορα αντικείμενα με μεγαλύτερη ευκολία. Το εξελικτικό άλμα γίνεται όταν περίπου 30 εκ. χρόνια πριν εμφανίζεται η οικογένεια των «ανθρωπίδων» (hominoidae) που έμοιαζαν ακόμη περισσότερο με ανθρώπινα όντα και επιπρόσθετα δεν είχαν ουρά. Ο πρόγονος πάντως των πρώτων Homo θα εμφανιστεί γύρω στα 5 εκ. χρόνια σε περιοχές της σημερινής Αιθιοπίας και ανήκε στο είδος Ardipithecus ramidus. Το εξελικτικό πλεονέκτημα σχετίζεται με τη διάπλαση της σπονδυλικής στήλης που αποκτά σταδιακά μορφή σχήματος «S» με ήπιες καμπυλώσεις που επιτρέπει στον πρόγονο μας να κινείται έχοντας το σώμα του σε κατακόρυφη στάση, ενώ παράλληλα δίνει στο βάδισμα ένα «tempo», έναν παλμό. Η μεγάλη ανακάλυψη γίνεται σε ένα λατομείο της Νότιας Αφρικής στα 1924 όταν ανακαλύπτεται ένα κρανίο, μικρότερο του δικού μας, από τον Raymond Arthur Dart ο οποίος προτείνει και την ονομασία «Αυστραλοπίθηκος» (Australopithecus), δηλαδή «πίθηκος του νότου». Στα 1974 έρχεται στο φώς και η διάσημη «Λούσυ» από τον αμερικανό ανθρωπολόγο Donald Johanson, ένα δείγμα Αυστραλοπίθηκου του αφαρενσίου (Australopithecus afarensis) που πήρε το όνομα του από την τοποθεσία Αφάρ. Από αυτό το είδος θα προκύψουν και οι παραλλαγές των Αυστραλοπιθήκων του Australopithecus Bosei, Aethiopicus, και Robustus που διέθεταν μεγάλα δόντια και κατά πάσα πιθανότητα διατροφή φυτοφάγου. Έτσι πριν από 3 εκ. περίπου χρόνια οι μόνοι ανθρωπίδες κάτοικοι της γης ήταν τα διάφορα είδη αυστραλοπιθήκων που ήταν εγκατεστημένοι στην ανατολική και νότια Αφρική.
 
Ο αρχαιότερος Homo ανακαλύπτεται στα 1960 από τον ανθρωπολόγο Luis S.B. Leaky στο φαράγγι Ολντουβάι της Τανζανίας με ηλικία 1,8 εκ. χρόνια. Ο ανθρωπίδης ονομάστηκε Homo Habilis (Άνθρωπος ο επιδέξιος) και είχε πιο στρογγυλό κεφάλι από κάθε άλλο είδος αυστραλοπιθήκου με μεγαλύτερο εγκέφαλο, ενώ τα πόδια του ήταν σχεδόν όμοια με τα δικά μας. Πρόκειται για το πρώτο είδος Homo που έχει τη δυνατότητα κατασκευής λίθινων εργαλείων κυρίως για την κοπή κρέατος ή σκαλίσματος ξύλων. Η εγκεφαλική του ανάπτυξη του έδινε ένα στρατηγικό πλεονέκτημα επιβίωσης αφού κατανοούσε την τεχνική της μορφοποίησης του λίθου για ποικίλες εργασίες. Θα μπορούσε κανείς να υποθέσει βάσιμα ότι αυτός είναι και ο γεννήτορας αυτού που εμείς οι σύγχρονοι ονομάζουμε τεχνολογία. Μάλιστα το πλεονέκτημα της χρήσης εργαλείων ίσως να οδήγησε και στην ανάπτυξη των κυνηγετικών ικανοτήτων του αντί να περιορίζεται στην πτωματοφαγία. Επιπρόσθετα καμένα οστά που βρέθηκαν στη νότια Αφρική δείχνουν ότι περίπου πριν από 1.5 εκ. χρόνια ο Homo Habilis είχε στοιχειώδη γνώση μαγειρικής, τέχνης απαραίτητης για τη διάσπαση των πρωτεϊνών του κρέατος που βοηθούν στην εγκεφαλική ανάπτυξη.
 
Ένα απολίθωμα του 1894 που ανακάλυψε ο Ολλανδός  ανθρωπολόγος Eugene Dubois στην Ιάβα εξέπληξε την επιστημονική κοινότητα. Ένα κρανίο, ένα μηριαίο οστό και δυο δόντια είναι τα πρώτα δείγματα ενός είδους Homo μεταγενέστερου του Homo Habilis που ονομάστηκε από τον Dubois Pithecanthropus Erectus (πιθηκάνθρωπος ο όρθιος). Μερικά χρόνια αργότερα στα 1927 ένα παρόμοιο εύρημα ανακαλύφθηκε στο Πεκίνο από τον Καναδό ανθρωπολόγο Davidson Black που ονόμασε το εύρημα του  Sinanthropus Pekinensis (Σινάνθρωπος του Πεκίνου). Τα λείψανα αναγνωρίστηκαν ως του ιδίου είδους και τελικά συμπεριλήφθηκαν στο γένος Homo ως Erectus (όρθιος). Το ύψος του ανερχόταν πιθανώς πάνω από 1,70 μέτρα ενώ το βάρος του υπολογίζεται γύρω στα 80 κιλά. Ο εγκέφαλος του ήταν αρκετά μεγάλος, σχεδόν τα τρία τέταρτα του δικού μας, γεγονός που του επέτρεπε να κατασκευάζει ακόμη καλύτερα λίθινα εργαλεία εν σχέσει με τον Habilis αλλά και να κυνηγά μεγαλύτερα θηράματα, όπως μαμούθ. Αυτές οι τακτικές που απαιτούσαν συνεργασία μεταξύ των κυνηγών ίσως να συνέβαλαν στην κοινωνικοποίηση του είδους και το οδήγησαν να εποικίσει και περιοχές πέραν της υποσαχάριας Αφρικής με καλύτερο κλίμα και πλουσιότερους κυνηγότοπους όπως η βόρεια Αφρική και η μέση Ανατολή.
 
Η νοητική εξέλιξη του είδους Homo ήταν και το καταλυτικό στοιχείο της κυριαρχίας του. Για χιλιάδες χρόνια το είδος συνυπήρχε πλάι-πλάι με τους αυστραλοπίθηκους σε μια σχέση φυσικού ανταγωνισμού για τροφή. Η καλύτερη νοημοσύνη των Homo τους έδινε το τακτικό πλεονέκτημα της καλύτερης συνεργασίας και της τελικής επικράτησης στο κυνηγετικό πεδίο. Ο μεγαλύτερος εγκέφαλος των Homo τους επέτρεψε να οργανώνονται, να συνεννοούνται, να θυμούνται με συνθετότερους τρόπους δημιουργώντας έτσι και πιο προηγμένες κοινωνικές δομές. Δεν μπορεί να αποκλειστεί τέλος και η εξόντωση των αυστραλοπιθήκων από τους Homo στη διάρκεια του αγώνα για επικράτηση στους κυνηγότοπους της ανατολικής Αφρικής. Σε αυτήν την υπόθεση μας οδηγεί το γεγονός της ολικής εξαφάνισης του είδους των αυστραλοπιθήκων πριν από περίπου 1 εκ. χρόνια.
 
Από τότε και έπειτα ξεκινάει και ο αποικισμός της νότιας Ευρώπης καθώς και της Ινδίας από τον εξελικτικό συνεχιστή των Homo του επονομαζόμενου Heidelbergensis, με παρόμοια φυσιολογικά χαρακτηριστικά με τον Erectus αλλά καλύτερη τεχνολογία. Ο λίθος πλέον επεξεργάζεται λεπτομερέστερα πράγμα που επιτρέπει την κατασκευή πιο εξειδικευμένων εργαλείων και όπλων. Η ανάπτυξη της τεχνολογίας επέτρεψε σε μικρότερες ομάδες να μετακινηθούν και να αποικίσουν περιοχές στην Ασία και την Ινδονησία χωρίς το φόβο της εξόντωσης από μεγαλύτερα σαρκοφάγα. Στην εποχή του τοποθετείται και η τιθάσευση της φωτιάς. Η φωτιά έδινε φώς τη νύχτα, προστασία από τα θηρία και ζεστασιά το χειμώνα. Επέτρεπε παράλληλα το ψήσιμο της τροφής κάνοντας το κρέας πιο εύγευστο ενώ  σκοτώνοντας τα διάφορα παράσιτα και βακτήρια καθιστούσε τη βρώση του ασφαλέστερη. Το μόνο μειονέκτημα που είχε ήταν ότι έπρεπε να διατηρείται συνεχώς αναμμένη αφού μόνο από τη φύση μπορούσε ο Homo να την προμηθευτεί, όπως από ενεργά ηφαίστεια, πυρκαγιές των δασών ή κεραυνούς.
 
300 χιλιάδες χρόνια πριν οι ανθρωπίδες έχουν εξελιχτεί σε τέτοιο βαθμό που να μοιάζουν φυσιολογικά με τον σύγχρονο άνθρωπο. Στα 1856 στην κοιλάδα του Νεάντερ της Γερμανίας ανακαλύφθηκαν τα απολιθώματα του διάσημου Homo Neanderthalensis. Κρανίο με προεξέχοντα φρύδια, μεγάλα σαγόνια, ευρύ μέτωπο ήταν χαρακτηριστικά και του Erectus.  Οι Νεαντερτάλιοι όμως ήταν πιο κοντοί και εύσωμοι από εμάς αλλά και πιο μυώδεις. Εγκεφαλικά ήταν σαν και εμάς αλλά με διαφορετική κατανομή βάρους, βαρύτερος πίσω και ελαφρύτερος μπροστά. Οι Νεαντερτάλιοι είναι και οι πρώτοι «Ευρωπαίοι» αφού καταφέρνουν να κυριαρχήσουν στην Ευρώπη 200 χιλιάδες χρόνια πριν. Κύριο πλεονέκτημα που είχαν απέναντι στον προγενέστερο Heidelbergensis ήταν πως διέθεταν τη δυνατότητα να ανάβουν φωτιά εκεί που πριν δεν υπήρχε καθόλου. Τα θηράματα τους δεν ήταν μόνο για τροφή, όπως ελάφια αλλά και θηρία που τους προμήθευαν με μέσα επιβίωσης όπως γούνες από αρκούδες και ελεφαντόδοντο από μαμούθ για την κατασκευή αιχμηρών εργαλείων και όπλων. Η κοινωνική εξέλιξη τους διαπιστώνεται και από το γεγονός της ταφής των νεκρών τους. Πέρα από την επιβίωση της ομάδας δείχνουν και ενδιαφέρον για τους νεκρούς τους πράγμα πρωτόγνωρο για τους προγενέστερους που άφηναν τους νεκρούς εκεί που πέθαιναν να τους φάνε τα άγρια θηρία. Τέλος τα διάφορα κτερίσματα που έχουν βρεθεί στους τάφους δηλώνουν και μια κάποια μεταφυσική ανησυχία των Νεαντερτάλιων.
 
Επιτέλους γύρω στο 200.000 π. Χ. στη σκηνή εμφανιζόμαστε και εμείς. Ένας τύπος Homo ψηλότερος, λεπτότερος και λιγότερο μυώδης του Νεαντερτάλιου με ελαφρώς μικρότερο εγκέφαλο αλλά καλύτερα κατανεμημένο, γεγονός που του επιτρέπει να αναπτύξει την ικανότητα της αφηρημένης σκέψης και του λόγου, κυριαρχεί στη γη ως το 30.000 π.Χ. χρονολογία που ορίζεται ως το τέλος της ύπαρξης των Νεαντερτάλιων. Κατά πάσα πιθανότητα συνέβη ότι και στο παρελθόν με το πιο εξελιγμένο είδος να επικρατεί. Από τότε και μέχρι σήμερα μιλάμε για τα μέλη του σύγχρονου ή σκεπτόμενου ανθρώπου, Homo Sapiens. Το μόνο του πλεονέκτημα έγκειτο στη διανόηση αφού φυσιολογικά μάλλον δεν είχε τύχη απέναντι στις προκλήσεις της φύσης. Μάλιστα η επιβίωση του Sapiens αποκτά τα χαρακτηριστικά άθλου αν αναλογιστούμε ότι η περίοδος εμφάνισης του συμπίπτει χρονικά με την τελευταία παγετώνια περίοδο της γης, που λήγει 30.000 χρόνια πριν. Ο μεγάλος νικητής ήταν αυτός που όχι μόνο μπόρεσε να προσαρμοστεί στο περιβάλλον αλλά παράλληλα μπόρεσε να προσαρμόσει το περιβάλλον στις ανάγκες του εφευρίσκοντας αργότερα τη γεωργία, την μεταλλευτική και πλήθος άλλες επιστήμες ανοίγοντας την ιστορική εποχή του Homo Sapiens. Το υπερόπλο του Homo Sapiens ήταν η τεχνολογία. Δάμασε τη φωτιά, τη γη, τα ζώα με αποτέλεσμα να αυξήσει το βιοτικό του επίπεδο σε σχέση με τους προγενέστερους Homo. Έχει υπολογιστεί χονδρικώς πως ο πληθυσμός των αυστραλοπιθήκων ίσως ποτέ να μην ξεπέρασε τις 200.000 παγκοσμίως. Ο  Homo Erectus ίσως να πλησίασε το 1 εκ. ενώ την εποχή της αγροτικής επανάστασης 10.000 π. Χ. ο σοφός άνθρωπος αριθμούσε ήδη 6 εκ. Το χαρακτηριστικό του Sapiens είναι η συνεχής αύξηση του πληθυσμού του σε όλη τη διάρκεια της ιστορίας του. Μάλιστα σημείο καμπής στην εξέλιξη του αποτέλεσε η επιλογή του να διακόψει τη ζωή του πλάνητα τροφοσυλλέκτη για τη σταθερή εγκατάσταση του γεωργού γεγονός που τον εκτόξευσε πληθυσμιακά. Από κει και ύστερα όλα τα άλλα είναι ιστορία…

Η απάτη των απολογητών για τις δήθεν αρχαιοελληνικές προφητείες για τον Χριστό

Πρόλογος

Διαβάζουμε σε αρκετούς χριστιανικούς απολογητικούς ιστότοπους, ότι οι αρχαίοι Έλληνες «προφήτευσαν» τον ερχομό του Ιησού. Δηλαδή, αυτοί οι άνθρωποι δεν αρκούνται μόνο στην υπεράσπιση των διαστρεβλώσεων στα ιουδαϊκά κείμενα, τα οποία άλλοτε «τεντώνουν» κι άλλοτε «κόβουν» από τα συμφραζόμενα, προκειμένου να τα κάνουν να μοιάζουν με δήθεν εκπληρωθείσες «προφητείες». Διαστρεβλώνουν επίσης και την αρχαιοελληνική γραμματεία. Η απάτη όμως γίνεται κατάδηλη με μια απλή ανάγνωση ολόκληρου του επίμαχου αποσπάσματος ή κεφαλαίου. Δυστυχώς, λίγοι είναι εκείνοι που μελετούν ώστε να έχουν δική τους άποψη. Οι περισσότεροι αρκούνται σε όσα τους προσφέρουν οι χριστιανικές ιστοσελίδες.

Προφητεύει ο Σωκράτης τον ερχομό του Χριστού; Προφητεύει ο Αισχύλος την λύτρωση και την κατάβαση του Μεσσία στον Άδη για την «σωτηρία»; Προφητεύει ότι ο Χριστός θα γεννηθεί από Παρθένο; Είπαν κάτι οι Σίβυλλες για τον Χριστό; Μίλησε σχετικά ο σοφός νομοθέτης Σόλων, ο πανεπιστήμων Αριστοτέλης, ο Θουκυδίδης, οι επτά σοφοί, ο Μένανδρος;

Όσο αστεία και αν φαίνονται αυτά σε όσους έχουν μια κάποια επαφή με τα κλασσικά κείμενα, εντούτοις υπάρχουν απολογητικές ιστοσελίδες που προπαγανδίζουν αυτά τα απίστευτα ψέματα, προκειμένου να πείσουν τους πιστούς τους ότι ο Χριστιανισμός «προφητεύονταν» από την αρχαιότητα. Και το τραγικότερο είναι ότι αρκετοί τα πιστεύουν, χωρίς να έχουν διαβάσει ποτέ τα κείμενα αυτά!

Θα τα πάρουμε τα πράγματα κατά σειρά και κατά τάξη, ώστε με πολύ απλό τρόπο να δείξουμε και αυτήν την Χριστιανική απάτη. Ας αναλογιστούν οι πιστοί ποιους εμπιστεύονται

Εισαγωγή

Πριν προχωρήσουμε στο κυρίως θέμα, θα πρέπει εξ αρχής να ξεκαθαρίσουμε ορισμένα βασικά πράγματα, που παραπλανητικώς τα συνδέουν οι χριστιανοί με την ελληνική κοσμοαντίληψη.

Η ιδέα του μεσσιανισμού είναι καθαρά ανατολικής προέλευσης και ουδεμία σχέση έχει με τον ελληνικό τρόπο σκέψης.

Ο μεσσιανισμός, σε γενικές γραμμές, είναι η πίστη ότι κάποια στιγμή θα έρθει από τον Θεό κάποιος «χρισμένος» ηγέτης («Μεσιάχ» στα Εβραϊκά, εξ ου «Μεσσίας»- «Χριστός»), ο οποίος θα επιβραβεύσει τους δικαίους, θα τιμωρήσει τους κακούς και φαύλους, και θα εγκαθιδρύσει μια νέα εποχή βασιλείας, όπου το κακό και η αδικία θα έχουν πλέον καταργηθεί. Αυτό το μοντέλο καλλιεργήθηκε από ορισμένους ανατολικούς λαούς, προκειμένου να επιχειρηθεί να δοθεί απάντηση στο πρόβλημα του «κακού» και της θεοδικίας. Αυτός είναι ο βασικός πυρήνας, και από εκεί και πέρα όλο αυτό διαφοροποιείται, διαμορφώνεται, και αναμιγνύεται στις θρησκευτικές παραδόσεις των ανατολικών λαών.

Αυτό το μοντέλο προϋποθέτει την χρονική αρχή του κόσμου (που συνοδεύεται από κάποια «πτώση» και «παρακοή», προκειμένου να εισαχθεί το «κακό»). Επίσης, μια μέση περίοδο αναμονής, και ένα τέλος της ανθρώπινης ιστορίας. Μετά αρχίζει μια νέα περίοδος, όπου θα θριαμβεύει η δικαιοσύνη.

Ο χρόνος λογίζεται λοιπόν, γραμμικός. Σαν μια γραμμή. Οι Χριστιανοί, προερχόμενοι από αυτό το σύστημα, απλά προσθέτουν και μία «κάθετη γραμμή», όπου θεωρούν ότι είναι η «κάθοδος» ή η «ενανθρώπηση» του «Θεού Λόγου», και με αυτόν τον τρόπο κάνουν το χρόνο «σταυρωτό». Για την ελληνική κοσμοθεώρηση, τόσο την θρησκευτική όσο και την φιλοσοφική, υπάρχει ένα διαρκές γίγνεσθαι. Ο χρόνος είναι «κύκλος», χωρίς αρχή και τέλος. Αυτό το γίγνεσθαι είναι η αέναη εναλλαγή. Για αυτόν τον λόγο, ποτέ οι αρχαίοι δεν μιλούν για «κτίση», για «αρχή της δημιουργίας», για «δημιουργία εκ του μηδενός», για «ανακαίνιση της κτίσης» κοκ. Για αυτούς, ο κόσμος είναι αυτοσυντηρούμενος, αιώνιος. Η φθορά δεν είναι κάτι το «κακό» που ήρθε εξαιτίας κάποιας παρακοής στο θείο θέλημα, αλλά αποτελεί μηχανισμό της φύσης, ο οποίος σχετίζεται με το γίγνεσθαι που είπαμε πριν.

Ακόμα και ο πατέρας του ιδεαλισμού, ο Παρμενίδης, ο οποίος μαζί με τους άλλους Ελεάτες αποτελούν εξαίρεση μη δεχόμενοι το «γίγνεσθαι» και την κίνηση, δεν αναφέρεται σε δημιουργία. Ο Πλάτων, ίσως ο μεγαλύτερος ιδεαλιστής του αρχαίου κόσμου, στον «Τίμαιο», αναφέρεται στον σχηματισμό του κόσμου από προϋπάρχουσα ύλη, με βάση τα πρότυπα του κόσμου των Ιδεών.

Οι αρχαίοι Έλληνες δεν περίμεναν παθητικά κάποια λύτρωση. Ούτε την είχαν ανάγκη, ούτε περίμεναν από άλλους την λύση. Και πολύ περισσότερο, από τον ουρανό. Ο απόστολος Παύλος αναφέρεται σε αυτήν την αλήθεια επιγραμματικά: «Ἰουδαῖοι σημεῖον αἰτοῦσιν καὶ Ἕλληνες σοφίαν ζητοῦσιν» (Α’ Προς Κορινθίους, 1:22). Η διαφορά του «αιτώ» από το «ζητώ», δείχνει και την διαφορά στην αντίληψη. Το «αιτώ» δείχνει παθητικότητα, ενώ το «ζητώ» ενεργητικότητα. Οι μεν αιτούν σημείο, οι δε ζητούν σοφία. Οι μεν έχουν ως κέντρο κάποιον θεό, για αυτό και οι Ιουδαίοι αιτούσαν σημείο από τον ουρανό, σύμφωνα με την ευαγγελική διήγηση. Οι Έλληνες έχουν κέντρο τον κόσμο και τον άνθρωπο. Ζητούν να ανακαλύψουν τους αιώνιους φυσικούς νόμους και τον τρόπο ώστε ο άνθρωπος, αφού του προσφέρθηκε το ζειν, να κατακτήσει το ευ ζειν.

Τα επιτεύγματα του πολιτισμού, όπως νομοθεσία, πολιτική, φιλοσοφία, τέχνες, γράμματα, θρησκεία, τα οποία αποσκοπούσαν στο να κάνουν τον άνθρωπο καλύτερο, στο «σοφία ζητούσιν» οφείλονται.

Ένα επιπλέον στοιχείο που θα πρέπει να αναφέρουμε, είναι η διαφορά μεταξύ «χρησμού» και «προφητείας». Όπως προκύπτει από την αρχαιοελληνική γραμματεία, ο χρησμός είχε χαρακτήρα συμβουλευτικό, και ήταν η απάντηση των «θεών» προς αποκατάσταση ενός λάθους, ή μιας αδικίας, ή το πώς θα ήταν καλύτερο να κινηθεί κάποιος προκειμένου να αποφύγει συμφορές. Η «προφητεία» όμως έχει χαρακτήρα «αποκάλυψης» του μέλλοντος. Ο «Θεός», αφού είναι εκτός χωροχρόνου (άραγε στο «ποτέ» και στο «πουθενά»;), ως «παντογνώστης», γνωρίζει αυτό που εμείς λέμε «μέλλον» και το αποκαλύπτει σε μας.

Όσοι λοιπόν ισχυρίζονται ότι οι αρχαίοι Έλληνες «προφήτευσαν» τον ερχομό κάποιου που θα μας «σώσει», ψεύδονται ασυστόλως. Διότι πολύ απλά, αυτό που λένε δεν ταιριάζει με τα αρχαιοελληνικά πρότυπα.

Η απάτη των χριστιανών της ΟΟΔΕ για τον Σωκράτη

 Η απολογητική ιστοσελίδα ΟΟΔΕ, σε άρθρο της που φέρει τον τίτλο «Μερικές προφητείες των φιλοσόφων για τον Χριστό», παρουσιάζει αποσπάσματα από δύο έργα του Πλάτωνα, όπου υποτίθεται ότι ο Σωκράτης «προφητεύει» τον «λυτρωτή». Είναι αδύνατον, για όσους εντρυφούν στα πλατωνικά έργα, να μην μειδιάσουν.

α) Το πρώτο πλατωνικό έργο είναι ο διάλογος «Αλκιβιάδης Β΄» ή αλλιώς «Ερασταί».

Ο δεύτερος τίτλος του έργου έχει σπουδαία σημασία, διότι γίνονται φανερές οι πραγματικές έννοιες των όρων «εραστής-ερώμενος», όπως έχουμε δείξει με στοιχεία εδώ, παλαιότερα.

Όταν ο Αλκιβιάδης τον ρωτά πότε θα έρθει ο χρόνος αυτός και ποιός θα είναι ο δάσκαλος, ο Σωκράτης απαντά, «οὗτος ᾧ μέλει περὶ σοῦ». Εκείνος που ενδιαφέρεται για σένα. Δηλαδή, ο «εραστής». Επίσης, ας προσέξουμε ότι ο Σωκράτης αναφέρεται συγκεκριμένα στο πρόσωπο του Αλκιβιάδη. Ο Αλκιβιάδης όμως, ούτε τον «Χριστό» γνώρισε, ούτε την χριστιανική Εκκλησία, ώστε να διδαχτεί από τον «Χριστό» μέσω αυτής.

β) Επίσης, ισχυρίζεται ο χριστιανός απολογητής, «επίσης προφητεύει ότι δια του Θεού μόνο γίνεται ο άνθρωπος να απολυτρωθεί από την αμαρτία», παραθέτοντας από την «Απολογία του Σωκράτους»…

«Τοιούτος ουν άλλος ου ραδίως υμίν γενήσεται, ω άνδρες, αλλ’ εάν εμοί πείθησθε, φείσεσθε μου, υμείς δ’ ίσως ταχ’ αν αχθόμενοι, ώσπερ οι νυστάζοντες εγειρόμενοι, κρούσαντες αν με, πειθόμενοι Ανύτω ραδίως αν αποκτείναιτε, είτα τον λοιπόν βίον καθεύδοντες διατελεοίτ’ αν, ει μη τινα άλλον ο Θεός υμίν επιπέμψειε κηδόμενος υμών».

Σταματούν εδώ και συνεχίζουν:

«Σαφέστατα λοιπόν, εδώ ο Σωκράτης, μίλησε για «κάποιον άλλον, που ο Θεός θα στείλει στους ανθρώπους μετά τη δική του εκτέλεση». Λοιπόν, εμείς τα λέμε ή ο Σωκράτης; Αυτός τίμησε τον εαυτό του προφητεύοντας για τον Χριστό».

Η παραπομπή που δίνουν στο σημείο αυτό «Απολογία Σωκράτους, ΙΗ», δεν είναι σωστή. Η σωστή είναι «Απολογία Σωκράτους, 31a 1-6».

Αμέσως μετά όμως ο Σωκράτης διευκρινίζει με τον πλέον σαφή τρόπο αν αναφέρεται στον Χριστό ή σε άλλον. Κάτι που όμως δεν το αναφέρει η ΟΟΔΕ…

«Ότι δ’ εγώ τυγχάνω ων τοιούτος οίος υπό του θεού τη πόλει δεδόσθαι, ενθένδε αν κατανοήσαιτε», δηλαδή, «Το ότι πράγματι εγώ είμαι εκείνος που έδωσε ο θεός στην πόλη γι’ αυτόν το σκοπό, μπορείτε να το καταλάβετε εύκολα» (31a 7-8).

Συνεπώς, δεν αναφέρεται σε κάποιον ουρανοκατέβατο «μεσσία», αλλά σε κάποιον που θα δρα όπως ο ίδιος. Πώς δρούσε ο Σωκράτης; Με το να συζητά στην αγορά και να οδηγεί ανθρώπους στην αρετή.

Η απάτη της ΟΟΔΕ για τον Αισχύλο

Στο ίδιο άρθρο όμως, ισχυρίζονται ότι και ο Αισχύλος, ο μεγάλος τραγικός, «προφήτευσε» και αυτός, στον «Προμηθέα δεσμώτη».

Παρακαλώ πολύ, να διαβάσετε την συνέχεια του άρθρου της ΟΟΔΕ, και να κάνετε την σύγκριση με τα στοιχεία που θα παρατεθούν εδώ. Για να συνειδητοποιήσουμε πόσο αναξιόπιστη σελίδα είναι και πόσο παραπλανά τους χριστιανούς αναγνώστες της.

Έτσι, δήθεν προφητεύει ο Αισχύλος δια στόματος Ερμή, ότι τα βάσανα του Προμηθέα θα λάβουν τέλος μόνο όταν κάποιος θεός θα πάρει πάνω του τα βάσανά του και να πάει στον Άδη. Ποιός; Ο Χριστός.

Και παραθέτουν:

«Σ’ αυτά τα βάσανά σου τέρμα κανένα να μην περιμένεις πριν να φανεί και να θελήσει κάποιος απ’ τους θεούς να πάρει τα βάσανά σου επάνω του και να πάει στον σκοτεινό Άδη στα σκοτεινιασμένα βάθη του Ταρτάρου».

Η παραπομπή που δίνουν είναι και πάλι λάθος. Δεν είναι οι στίχοι 1026-1028, αλλά οι στίχοι 1040-1043.

Και ισχυρίζονται:

«Πρόσεξε προφητεία! Προδιέγραψε εδώ ο Αισχύλος, τη βούληση του Θεού Λόγου, του Ιησού Χριστού, να πάρει πάνω του τα βάσανά μας, και να κατεβεί ως τον Άδη με τη σταυρική του θυσία για να μας σώσει!».

Όμως, ο Αισχύλος (που παραποιείται βάναυσα από τους χριστιανούς), συνεχίζει τα λόγια του Ερμή:

«Σκέψου καλά, δεν είναι τούτα μονάχα κούφιος κομπασμός, μα λόγος που αλήθεια θα γένει· δεν ξέρει ο Δίας ψέματα ν’ αραδιάζει, μα ό, τι λέει το κάνει πράξη ευθύς» (1044-1047).

Δηλαδή, ο ίδιος ο Δίας είναι που δίνει την υπόσχεση και ο ίδιος θα την εκτελέσει. Πώς είναι δυνατόν, μπορεί να διερωτηθεί κανείς. Ο «κακός» Δίας δεν είναι που τον έδεσε επειδή ευεργέτησε την ανθρωπότητα; Αυτά έχουν εξηγηθεί από τον Ησίοδο από παλαιότερα, τα οποία θα δούμε στο τέλος. Προς το παρόν, μένουμε στον Αισχύλο, ο οποίος αντλεί και αυτός από εκεί που άντλησε και ο Ησίοδος, δηλαδή από την ελληνική μυθολογική παράδοση. Αν αυτά θα γίνουν με την βούληση του Δία, ο Χριστός που κολλάει;

Ακόμα ένα σημείο που παραποιούν, βρίσκεται στον διάλογο Ιούς-Προμηθέα, όπου ο Προμηθέας αναγγέλλει ότι ο ελευθερωτής του θα προέλθει από απόγονο της Ιούς, από την 13η γενεά. Και σταματούν εδώ, χωρίς να αναφέρουν και τα υπόλοιπα, διότι αν τα αναφέρουν, θα τους χαλάσει η «προφητεία». Λέει λοιπόν ο Αισχύλος:

«Ιώ: Ποιος θα σε λύσει, ο Δίας άμα δε θέλει;
Προμηθεύς: Κάποιος δικός σου γόνος πρέπει να’ ναι.
Ιώ: Τι λες; Θα σε λυτρώσει γιος δικός μου;
Προμηθεύς: Τρίτη γενιά μετά τις δέκα πρώτες»
.
(στίχοι 781-784)

Οι 13 γενιές, συνεπώς, μετρούν από την Ιώ, όχι από τον Αισχύλο. Και αυτό, είναι απόλυτα συνεπές με την μυθολογία, από όπου ο Αισχύλος αντλεί το υλικό για την τραγωδία του. Ο 13ος απόγονος της Ιούς είναι ο Ηρακλής.

Η γενεαλογία πάει έτσι: Ιώ – Έπαφος – Λιβύη – Βήλος – Αίγυπτος – Λυγκέας – Άβας – Ακρίσιος – Δανάη – Περσεύς – Ηλεκτρύων – Αλκμήνη – Ηρακλής. 13 γενιές λοιπόν (Αθ. Σταγειρίτης, Ωγυγία, Δ’ τόμος, σελ. 356-373).

Περί του Ηρακλή πρόκειται και όχι περί του Χριστού! Για αυτό και στο «Προμηθεύς λυόμενος», μέρος της τριλογίας του Αισχύλου, από το οποίο έχουμε μόνο αποσπάσματα, ο Ηρακλής λύνει τον Προμηθέα. Τα στοιχεία όμως, δεν τελειώνουν εδώ.

Ο Αισχύλος, συνεπέστατος προς την μυθολογία, δίνει και την καταγωγή του Ηρακλή.

«Στο Άργος αυτή η βασιλική γενιά θα δώσει. Μα ο λόγος μου θα πήγαινε σε μάκρος, αν όλα τα ιστορούσα ένα προς ένα. Απ’ τη σπορά της κάποιος αντρειωμένος άντρας θα γεννηθεί, λαμπρός τοξότης, που απ’ τα πάθη αυτά θα με λυτρώσει» (στίχοι 880-883).

Αυτά παραλείπονται από τους νεοαπολογητές, αν και αναφέρονται σαφέστατα στο έργο που επικαλούνται, «Προμηθέας δεσμώτης».

Ο ελευθερωτής του Προμηθέα, θα έχει καταγωγή από το Άργος. Πράγματι, με βάση την μυθολογία, η μητέρα του Ηρακλή, η Αλκμήνη, ήταν από το Άργος, και μαζί με τον άνδρα της έφυγαν από εκεί κυνηγημένοι και εγκαταστάθηκαν στην Θήβα, όπου γεννήθηκε ο Ηρακλής, εξ ου και καλείται ο Ηρακλής Θηβαίος.

Ας περάσουμε τώρα και στον Ησίοδο, για να συμπληρωθεί η εικόνα.

Λέει ο Ησίοδος στην «Θεογονία»:

«Κι έδεσε με βασανιστικά τον ποικιλόβουλο Προμηθέα πικρά δεσμά περνώντας του κολόνα στη μέση κι ενάντια του ύψωσε μακρόφτερο αετό· κι αυτός το συκώτι το αθάνατο έτρωγε, κι αυτό μεγάλωνε το ίδιο γύρω τη νύχτα, όσο όλη τη μέρα έτρωγε το μακροφτέρουγο πουλί. Αυτόν όμως της ομορφόσφυρης Αλκμήνης ο γερός γιος ο Ηρακλής σκότωσε κι έδιωξε το κακό βλάψιμο απ’ το γιο του Ιαπετού και τον ελευθέρωσε απ’ το μαρτύριο όχι χωρίς τη θέληση του Ολύμπιου Δία του υψηλού βασιλιά, για να πάρει τη δόξα ο Θηβογέννητος Ηρακλής πιο μεγάλη ακόμη από πριν στην πολύτροφη γη» (στίχοι 521-531).

Τέλος, ας δοθεί απάντηση και στα λεγόμενα των «απολογητών» περί του κακού Δία που τιμώρησε τον Προμηθέα επειδή έκανε καλό στην ανθρωπότητα.

Μετά την Τιτανομαχία, μαζεύτηκαν οι θεοί και οι άνθρωποι στην Μηκώνη, για να ορίσουν τα δικαιώματα του κάθε ένα. Εκεί, ο Προμηθέας προσπάθησε να ξεγελάσει τον Δία. Πήρε ένα βόδι, το έσφαξε, το τεμάχισε, και με το μισό τομάρι τύλιξε όλα τα ψαχνά, και με το άλλο μισό όλα τα λίπη και τα κόκαλα, και πρότεινε στον Δία να διαλέξει. Ο Δίας το κατάλαβε, αλλά προσποιήθηκε ότι δεν ήξερε, και διάλεξε αυτό με τα κόκαλα. Το ψαχνό το πρόσφερε ο Προμηθέας στους ανθρώπους. Ο Δίας οργίστηκε με τον Προμηθέα και τους ανθρώπους για τον δόλο τους, και έτσι διέκοψε την παροχή της «φωτιάς». Όμως, ο Προμηθέας, ξαναπήρε την «φωτιά» και την έδωσε στους ανθρώπους (Θεογονία, στίχοι 535-569). Τότε τιμωρήθηκε, αλλά αργότερα ο ίδιος ο Δίας επέτρεψε στον Ηρακλή να τον ελευθερώσει.

Οι απάτες του «Ανώνυμου Απολογητή» για τις δήθεν αρχαιοελληνικές προφητείες

 Αλλά και «ο έτερος Καππαδόκης», ο «Ανώνυμος Απολογητής», εξαπατά κατά τον ίδιο τρόπο τους αναγνώστες του. Προς το παρόν, θα ασχοληθούμε με τις αρχαιοελληνικές «προφητείες».

Παρουσιάζονται ένα σωρό ρήσεις που μιλούν για τον Χριστό και την Μαρία με…εκπληκτική σαφήνεια, από το συγγραφικό έργο του Αθανασίου, «Περί του ναού, και περί των διδασκαλείων, και των θεάτρων των εν Αθήναις».

Ισχυρίζονται, ότι ο Αθανάσιος, σε αυτό το έργο, διέσωσε τους χρησμούς κάποιου μάντη Απόλλωνα, τον οποίο θεωρεί άνθρωπο σοφό, ο οποίος έκτισε ναό, και στο βωμό έγραψε «τω αγνώστω θεώ». Τότε συγκεντρώθηκαν οι συγκεκριμένοι σοφοί για να τον ρωτήσουν. Και τότε, είπε χρησμούς για τον Χριστό, και για την Παρθένο Μαρία.

Έτσι ο Απόλλων μιλάει για την Τριάδα, για την κυοφορία του Λόγου από την Παρθένο της οποίας το όνομα θα είναι «Μαρία», ο Τίτων υμνεί την Παρθένο Μαρία, ο Βίας υμνεί την δύναμη του Θεού Λόγου, ο Σόλων μιλάει για την ενανθρώπηση τα βάσανα και την λύτρωση. Ακόμα, για το ότι θα μισηθεί από άπιστο λαό που θα τον κρεμάσει ψηλά. Ο Χείλων αναφέρεται στο «ομοούσιο», όπως και ο Αριστοτέλης. Όλα όσα αποδίδονται σε αυτούς, στο συγκεκριμένο χριστιανικό κατασκεύασμα, αλλά και σε διάφορα άλλα χειρόγραφα -πολύ μεταγενέστερα- δεν υπάρχουν ούτε αυτούσια ούτε παραπλήσια ως απόψεις σε κανένα σωζόμενο έργο αυτών των αρχαίων συγγραφέων, ούτε κάπου υπάρχει κάποια μαρτυρία από τους αρχαίους σχολιαστές.

Σύμφωνα με το καθηγητή Πατρολογίας Στ. Παπαδόπουλο, το έργο αυτό είναι νόθο (Β΄ τόμος Πατρολογίας). Δεν το έγραψε ο Αθανάσιος, αλλά άλλοι στο όνομα του Αθανασίου, προφανώς για να το περιβάλλουν με κύρος…

«Μέγας αριθμός κειμένων, κάποτε συγχρόνων αλλά συνήθως μεταγενεστέρων του Αθανασίου, κυκλοφόρησαν με το όνομά του, για να εξασφαλίσουν επιτυχία και αναγνώριση του περιεχομένου τους» (ο. π., σελ. 310).

Η συνάντηση αυτών των προσώπων δεν είναι ιστορικό γεγονός, διότι αυτά τα πρόσωπα έζησαν σε διαφορετικές χρονολογίες. Κατ’ επέκταση, τίποτα δεν ειπώθηκε στην πραγματικότητα. Απλά, χριστιανοί συγγραφείς, έβαλαν στο στόμα τους πράγματα που δεν είπαν ποτέ. Είναι απλά ένα χριστιανικό κατασκεύασμα, από χριστιανούς που ήθελαν ανεπιτυχώς να συνδυάσουν Ελληνισμό με Χριστιανισμό, αναδεικνύοντας τον δεύτερο.

Άλλη απάτη του Ανώνυμου Απολογητή, είναι η χρήση των «σιβυλλικών χρησμών». Ο καθηγητής Πατρολογίας Στ. Παπαδόπουλος, αναφέρει ότι είναι παραχαραγμένοι, αρχικά από τους Ιουδαίους της διασποράς και μετέπειτα από τους χριστιανούς.

«Ιουδαίοι ελληνιστές επεξεργάστηκαν καταλλήλως τα υπάρχοντα κείμενα ή έγραψαν άλλα με τη δομή των παλαιών. Έτσι τα 14 (από τα 15) σωζόμενα σιβυλλικά βιβλία, που γράφονταν σε ηρωικά εξάμετρα, εξ ολοκλήρου ιουδαϊκά ή με ιουδαϊκά στοιχεία είναι τα βιβλία Α-Ε και ΙΑ-ΙΓ» (Ά Τόμος Πατρολογίας, σελ. 256).

Φυσικά, ο Στ. Παπαδόπουλος ήταν χριστιανός. Όμως ήταν και επιστήμονας. Δεν ήταν απολογητής ο άνθρωπος. Έτσι, σεβόμενος τα γράμματα που σπούδασε και μην έχοντας να υπερασπιστεί ψεύδη, μεταφέρει με υπεύθυνο τρόπο αυτό που λέει η σύγχρονη έρευνα.

Ακόμα: «τα βιβλία 6,7,και 8, τα οποία εν όλο ή εν μέρει γράφτηκαν από χριστιανούς συγγραφείς στον 2ο αιώνα μ.Χ. με τη δομή και στο πλαίσιο των αρχαιότερων ελληνο-ιουδαϊκών σιβυλλικών βιβλίων» (ο. π, σελ. 256).

Ακόμα: «Από τα χριστιανίζοντα σιβυλλικά βιβλία το 8ο γράφτηκε οπωσδήποτε προ του 180 και το 7ο με τα πολλά γνωστικά στοιχεία ίσως περί τα τέλη του 2ου αιώνα. Το 6ο, που έχει μόνον 28 στίχους, περιλαμβάνει ύμνο στο Χριστό και στο ξύλο του Σταυρού. Το 8ο, που έχει 500 στίχους, διακρίνεται σε τρία τμήματα, είναι το σπουδαιότερο και το γνωστότερο από όλα και περιλαμβάνει: α) Αναγγελία της θείας τιμωρίας και της καταστροφής της Ρώμης, β) Ύμνο για τον τελικό θρίαμβο του Χριστού με την ακροστιχίδα “ΙΗΣΟΥΣ ΧΡΕΙΣΤΟΣ ΘΕΟΥ ΥΙΟΣ ΣΩΤΗΡ ΣΤΑΥΡΟΣ”, και αναφορά στο έργο του Χριστού και στην βασιλεία του παντοδύναμου Θεού μετά την τιμωρία των κακών. Οι Σίβυλλες και μάλιστα η Ερυθραία προφητεύει με ακρίβεια για τον Χριστό και το έργο του και θεωρείται προφήτης του Σωτήρα, μολονότι κατά παράδοση έζησε έξι γενεές μετά τον κατακλυσμό και ήταν ιέρεια του Απόλλωνα (Ευσεβίου, Κωνσταντίνου λόγος 18 και 19)· αλλά φυσικά ο χριστιανός συγγραφέας εργάζεται στο β’ ήμισυ του 2ου αιώνα. Ανάλογα προφητεύει και η Κυμαία Σίβυλλα. γ) Ύμνο στο δημιουργό Θεό και το Λόγο του που έγινε άνθρωπος» (ο. π. σελ. 257).

ΔΕΣ: «Αγία Γραφή»: Το μεγαλύτερο παραμύθι τού κόσμου - Η Βίβλος τού μίσους, τής κτηνωδίας και τής πλαστογραφίας

Πώς εφευρέθηκε ο εβραϊκός λαός - Βιβλικές αλήθειες και το άλλοθι του «περιούσιου» λαού

Η ιλαροτραγωδία στην «θεόπνευστη» Αγία Γραφή - «Ιερής» ανοησίας το ανάγνωσμα...
 

Κανείς δεν θα σου επιστρέψει τα χρόνια σου

Κανείς όμως δεν πρόκειται να σου αποκαταστήσει τα χρόνια σου, κανείς δεν θα σου τα επιστρέψει.

Η ζωή θα ακολουθήσει το δρόμο που άρχισε και δεν πρόκειται ούτε να αναστρέψει, αλλ’ ούτε και να περιορίσει την πορεία της. Δεν θα κάνει θόρυβο, δεν θα σου θυμίσει πόσο γρήγορη είναι.

Θα γλιστρήσει σιωπηλή` δεν πρόκειται να γίνει μεγαλύτερη με βασιλικές διαταγές ή λαϊκές επιδοκιμασίες.

Όπως άρχισε την πρώτη μέρα, έτσι θα εξακολουθήσει` πουθενά δεν θα αλλάξει τη διαδρομή της, πουθενά δεν θα καθυστερήσει. Και τελικά ποιο θα είναι το αποτέλεσμα;

Εσύ θα έχεις απορροφηθεί από τις ασχολίες σου και η ζωή θα προχωρεί ακάθεκτη` και κάπου στο μεταξύ θα έρθει ο θάνατος, για τον οποίο, είτε το θέλεις είτε όχι, θα πρέπει να βρεις κάποιον ελεύθερο χρόνο.

ΣΕΝΕΚΑΣ, Περί της συντομίας της ζωής

Γιατί τελικά ο χρόνος ανακοινώνει τη δικαστική απόφαση της φύσης για την αξία όλων των πλασμάτων

Η μαγεία της απόστασης μας δείχνει παραδείσους οι οποίοι, όπως οι οπτικές αυταπάτες, εξαφανίζονται όταν τους πλησιάζουμε. Η ευτυχία βρίσκεται επομένως πάντα στο μέλλον ή επίσης στο παρελθόν, και το παρόν μπορεί να συγκριθεί με ένα μικρό σκοτεινό σύννεφο που ο αέρας το παρασέρνει πάνω από μια ηλιόλουστη επιφάνεια- πριν και πίσω από αυτό είναι όλα φωτεινά. Μόνο αυτό το ίδιο ρίχνει πάντα έναν ίσκιο. Έτσι το παρόν εμφανίζεται πάντοτε ανεπαρκές, το μέλλον αβέβαιο, το παρελθόν ανεπίστρεπτο. Η ζωή, με τις μικρές, μεγαλύτερες και μεγάλες αντιξοότητές της, που συμβαίνουν κάθε ώρα, κάθε μέρα, κάθε εβδομάδα, κάθε χρόνο, με τις απατηλές ελπίδες της και τις ατυχίες που ανατρέπουν όσα λογαριάζαμε, έχει τόσο καθαρά τη σφραγίδα από κάτι το οποίο είναι προορισμένο να μην μπορούμε να το χαρούμε, ώστε είναι δύσκολο να καταλάβουμε πώς μπορέσαμε να το παραγνωρίσουμε και να πιστέψουμε ότι αυτό βρίσκεται εδώ για να προσφέρει την απόλαυση και για να είναι ο άνθρωπος ευτυχισμένος.

Πιο πολύ εκείνη η συνεχής παραπλάνηση και απογοήτευση, όπως και η γενική ιδιοσυστασία της ζωής, παρουσιάζεται σαν να έχει σκοπό και σχέδιο να δημιουργήσει την πεποίθηση ότι όλες μας οι προσπάθειες, οι ενέργειες και οι αγώνες δεν έχουν καμία αξία, ο κόσμος είναι σε όλες του τις άκρες χρεοκοπημένος, και η ζωή μια επιχείρηση που δεν καλύπτει τα έξοδα – για να αποτραπεί η βούλησή μας γι’ αυτή. Εκείνος μέσα από τον οποίο αυτή η μηδαμινότητα όλων των αντικειμένων της βούλησής μας γίνεται αντιληπτή από τη νόηση που είναι ριζωμένη στο άτομο είναι κατ’ αρχάς ο χρόνος. Αυτός είναι η μορφή μέσα από την οποία εκείνη η μηδαμινότητα των πραγμάτων εμφανίζεται σαν η φθορά τους, δυνάμει της οποίας όλες οι απολαύσεις και οι χαρές μας περνάνε μέσα από τα χέρια μας και μεταβάλλονται σε τίποτα, και εμείς ρωτάμε μετά παραξενευμένοι πού είναι. Εκείνη η ίδια η μηδαμινότητα είναι επομένως το μόνο αντικειμενικό του χρόνου, δηλαδή αυτό που αντιστοιχεί στη φύση των πραγμάτων αυτών καθαυτών, δηλαδή αυτό, έκφραση του οποίου είναι η μηδαμινότητα. Γι’ αυτό λοιπόν ο χρόνος είναι η a priori αναγκαία μορφή όλων των πραγμάτων που μας γίνονται αντιληπτά με την παρατήρηση: όλα τα πράγματα πρέπει να εμφανίζονται σε αυτόν, όπως και εμείς οι ίδιοι. Επομένως η ζωή μας μοιάζει κατ’ αρχάς με μια πληρωμή την οποία λαμβάνει κάποιος σε πολλά μικρά κέρματα, μετά όμως πρέπει να δώσει την απόδειξη: είναι οι μέρες- η απόδειξη είναι ο θάνατος. Γιατί τελικά ο χρόνος ανακοινώνει τη δικαστική απόφαση της φύσης για την αξία όλων των πλασμάτων που εμφανίζονται σε αυτή με το που τα εξολοθρεύει:

Κι αυτό με το δίκιο του: γιατί όλα όσα γίνονται
Αξίζουν να αφανίζονται.
Γι’ αυτό καλύτερα θα ήταν να μην είχε γίνει τίποτα.
Goethe, Faust 1, στ. 1339 κ.ε.

Έτσι γηρατειά και θάνατος, προς τα οποία οδεύει κάθε ζωή, αποτελούν την προερχόμενη από την ίδια τη φύση καταδικαστική απόφαση για τη βούληση για ζωή, το οποίο σημαίνει ότι αυτή η βούληση είναι μια προσπάθεια που αναγκαστικά θα αυτοακυρωθεί. «Αυτό που θέλησες», λέει, «τελειώνει έτσι· θέλε κάτι καλύτερο!» Η διδαχή που παρέχει στον καθένα η ζωή του συνίσταται γενικά στο ότι τα αντικείμενα των επιθυμιών του συνέχεια απατούν, κλυδωνίζονται και πέφτουν, επομένως φέρνουν πιο πολύ παίδεμα παρά χαρά· μέχρι που τελικά ολόκληρο το έδαφος και τα θεμέλια επάνω στα οποία στηρίζονται όλα αυτά καταρρέουν, με το που αφανίζεται η ίδια η ζωή του και λαμβάνει την τελευταία επιβεβαίωση πως όλες του οι προσπάθειες και οι επιθυμίες ήταν ένα πλάνεμα, ένας λανθασμένος δρόμος:

Μέχρι που γηρατειά και πείρα, χέρι χέρι,
Τον οδηγούν στο θάνατο και τώρα ξέρει
Πως μετά τόσο διαρκή προσπάθεια δίχως σχόλη
Άδικο είχε μες στη ζωή του όλη
Rochester, A satyr against mankind

ARTHUR SCHOPENHAUER, ΜΕΤΑΦΥΣΙΚΗ ΤΗΣ ΖΩΗΣ ΚΑΙ ΤΟΥ ΕΡΩΤΑ

Salvador Dali: Στην Αβυσσο του Υποσυνείδητου

1. Η άβυσσος: το 1936 σε μια έκθεση των υπερρεαλιστών στο Λονδίνο, ανάμεσα στους άλλους είχε προσκληθεί να κάνει διάλεξη και ο τριανταδυάχρονος Σαλβαντόρ Νταλί, ο ήδη διάσημος ισπανός εκκεντρικός ζωγράφος που είχε κιόλας κατακτήσει την Ευρώπη και την Αμερική. Εκεί που όλοι οι προσκεκλημένοι περίμεναν να δούνε την γνωστή φιγούρα του τρομερού Ισπανού με το τσιγκελωτό μουστάκι και την αλλοπαρμένη ματιά, αίφνης είδαν έναν δύτη ντυμένο με τη στολή κατάδυσης και το σκάφανδρο. Ήταν ο Νταλί που μέσα από το γιαλί φώναζε σαφώς τις προθέσεις του: θα κατέβω στην άβυσσο του υποσυνειδήτου και αμέσως μετά θα ανέβω.

Ωστόσο κάποτε άρχισε να παραπατάει, τότε όλοι διαπίστωσαν πως είχε ξεχάσει να συνδέσει με την στολή τον μηχανισμό τροφοδοσίας του αέρα. Οι παρευρισκόμενοι (ανάμεσά τους και ο Ελυάρ) όρμησαν να τον απεγκλωβίσουν, μα οι βίδες της στολής είχαν σφηνώσει. Εν τέλει το σκαφανδρο άνοιξε με σφυρί, λίγο πριν ο Νταλί σκάσει από ασφυξία. Όταν συνήλθε κάπως, δεν δυσκολεύτηκε να βρει την ατάκα – πιθανώς και να την προετοίμαζε: όλος αυτός ο εγκλεισμός κι έπειτα η έξοδος, κάτι μου θυμίζουν.

2. Οικογένεια: σαφώς και όλα αυτά κάτι του θύμιζαν. Αυτός που στοίχειωσε την τέχνη του εικοστού αιώνα, χρωστούσε την ύπαρξή του στον θάνατο ενός μεγαλύτερου αδελφού με το ίδιο όνομα: γεννήθηκε ακριβώς εννιά μήνες μετά – στις έντεκα Μαϊου του 1904 στην Φιγκέρα της Καταλωνίας. Ο πατέρας του ήταν φιλελεύθερος συμβολαιογράφος, ωστόσο η φαναντική καθολική μητέρα του τον επηρέασε βαθύτατα. Ο Νταλί μεγάλωσε με το φάσμα του χαμένου Σαλβαδόρ και με το φάσμα του Χριστού του Βελάσκεθ – εκείνου δηλαδή που σκύβει το κεφάλι μπροστά στον Πατέρα του πόνου του.

3. Έξοδος: ήταν ολοφάνερο πως ή θα σκλαβωνόταν ή θα έβρισκε έναν τρόπο να ξεφύγει από τα φάσματα. Προτού καν μιλήσει να κρύβει τα κακά του στις πιο απίθανες γωνίες του σπιτιού’ γρήγορα οι γονείς του κατάλαβαν πως το παιδί τους δεν ήταν ακριβώς όπως όλα τα υπόλοιπα. Το αγαπημένο του παιχνίδι ήταν να βλέπει μαγικές εικόνες που κρύβαν ζώα: φυσικά έβλεπε ό,τι ήθελε. Μεγαλώνοντας συνέχισε στο ίδιο ρυθμό: επινοούσε εφιάλτες και αρρώστιες προκειμένου να του ικανοποιήσουν την κάθε του επιθυμία. Όταν κατάλαβαν ότι παίζει θέατρο, δεν είχε κανένα πρόβλημα να πάει παρακάτω: πολύ γρήγορα εμφανίστηκαν οι πυρετοί και οι αιμορραγίες.

4. Έξαψη: στις αυτοβιογραφίες του μίλησε για ένα γκρεμό που πρωτοείδε ως παιδί και τον γέμισε έξαψη. Το ανεπίστρεπτο του θανάτου τον έλκει απεριόριστα’ ένα παιδικό παιχνίδι με μια συνομήλική του κοπέλα γίνεται μα φαντασίωση φόνου που ευτυχώς δεν πραγματοποιήτε. Ωστόσο ο γκρεμός θα τον ακολουθεί, τουλάχιστον μέχρι την συνάντησή του με την Γκαλά – το χάιδεμα με τον θάνατο θα τον ακολουθεί μέχρι το τέλος. Ναι, μπαίνουμε στους ποταμούς – μα πού θα βγούμε;

5. Ζωντανή τέχνη: από τούτη την άποψη ολόκληρη η ζωή του Νταλί ήταν μια διαρκής ακροβασία στην άκρη της τύχης, μια συνεχής εξωφρενική σκηνοθεσία – μια εξωφρενική ζωντανή τέχνη, απεικόνιση ενός οργανωμένου παραληρήματος (προσεκτικά προϋπολογισμένου, θα διόρθωναν οι αρνητές του). Η αλήθεια είναι πως εξαργύρωσε όσο κανένας άλλος αυτό που οι συγκαιρινοί του ονόμασαν τρέλα: κάποτε ο γενάρχης του Υπερρεαλισμού Αντρέας Μπρετόν αηδιασμένος από την φιλοχρηματία του έκανε έναν αναγραμματισμό του ονόματός του τον ονόμασε Avida dollars, δηλαδή μανιασμένο για δολάρια – κι ο Νταλί καμάρωνε για τούτο τον χαρακτηρισμό.

Ναι, ήταν φιλάργυρος, επηρμένος, έρμαιο της φιλαυτίας του, των εγωκεντρικών εμμονών του, κοιτούσε μονίμως στον καθρέφτη τα μουστάκια του, αναγνώριζε μονάχα την Γκαλά και τον ίσκιο του μα όταν ερχόταν η ώρα για τις μαγικές εικόνες, έπαιζε μπάλα μόνος του: θαρρείς και είχε μέσα του τον Μπος, το Βελάσκεθ, τον Γκαουντί, τον καθολικό μεσαίωνα, την Αναγέννηση και την την Αντιμεταρρύθμιση, τον καθολικό φανατισμό, το ισπανικό παράλογο μα και τον πιο άγριο υπερρεαλισμό.

Ήταν αυτός που έβαλε κεφάλι ψαριού στην Αφροδίτη του Μποτιτσέλι, συρτάρια στο σώμα της Αφροδίτης της Μήλου, έναν διάσημο αστακό πάνω σε ένα μαύρο τηλέφωνο, αυτός που κινηματογράφησε ξυράφια να κόβουν γυναικεία μάτια και ψαλίδια μέσα στο όνειρα του Χίτσκοκ, αυτός που ζωγράφισε παπούτσια πάνω σε κύβους ζάχαρης που στην συνέχεια έλιωσε μέσα σε χλιαρό γάλα, ανθισμένα αβγά, λιωμένα ρολόγια, ελέφαντες πάνω σε ξυλοπόδαρα και κάμποσους προοπτικά μεγαλειώδεις Ναζωραίους. Ήτανε γιος του Φρόιντ και της νέας μεγάλης αλήθειας που κυβέρνησε την Δύση στον εικοστό αιώνα κι όταν (μετά από μεσολάβηση του Στέφαν Τβάιχ) συναντήθηκε με τον Φρόιντ φρόντισε να πει κάτι αντάξιο του πατέρα του: το κεφάλι του είναι σαν σαλιγκάρι, αν θελήσω να φάω την σκέψη του, πρέπει να την βγάλω με μια καρφίτσα.

6. Ατάκες: Η μόνη διαφορά σε μένα και σε έναν τρελό, είναι πως εγώ δεν είμαι τρελός. Στα σίγουρα ο Νταλί ήταν υπερβολικά έξυπνος: ήξερε να παίζει με τους αστούς που κυβέρνησαν τον καιρό του, να τους ερεθίζει, να τους προγκάρει, να τους αφήνει με ανοιχτό το στόμα, να τους γαργαλά – και στο τέλος να τους κάνει και το χατίρι: σαφώς και ο κάθε αστός γουστάρει έναν εκκεντρικό θαυματοποιό με στριφτά μουστάκια που ζωγραφίζει τον κόσμο γυρισμένο ανάποδα, για να ξεπλύνει το αστικό του κενό. Τον αγάπησαν πολύ αυτοί οι αστοί τον Νταλί – αγάπησαν πολύ την τρέλα του, ακριβώς γιατί δεν ήτανε αληθινή τρέλα, μα στάση, γι’ αυτό και δεν του στείλανε τους ψυχόμπατσους, όπως τους έστειλαν στον Βαν Γκογκ.

Ακόμη περισσότερο τον αγάπησαν οι Αμερικάνοι λογαριάζοντάς τον περισσότερο για καλλιτεχνικό διασκεδαστή παρά για ζωγράφο – τρεις δεκαετίες αργότερα βρήκανε και τον αληθινό διασκεδαστή τους στο πρόσωπο του Άντι Γουόλχολ. Ο Νταλί φρόντιζε να ικανοποιεί όλον τον κόσμο: και τους φιλότεχνους και τους δημοσιογράφους και τους φωτογράφους – να μοιράζει τις κατάλληλες ατάκες αλαζονείας, έπαρσης και μεγαλείου. Στα εικοσιδύο του αρνήθηκε να δώσει τις απολυτήριες εξετάσεις στην Σχολή Καλών Τεχνών της Μαδρίτης δηλώνοντας: δεν υπάρχει άνθρωπος ικανός να με κρίνει. Δυο χρόνια νωρίτερα είχε ξεσηκώσει τους συμφοιτητές του εναντίων των άχρηστων καθηγητών του: κατηγορήθηκε για αναρχικός και πέρασε μερικές εβδομάδες στην φυλακή. Συνέχισε στο ίδιο τέμπο για τα επόμενα εξηνταπέντε χρόνια. Στα ογδόντα του φρόντισε να προειδοποιήσει τους πάντες: Μην ετοιμάζετε νεκρολογίες, είμαι αθάνατος. Μια μεγαλοφυία δεν έχει δικαίωμα να πεθάνει.

7. Υπερρεαλισμός; – ω ναι. Εκτός από ατάκες, ο Νταλί ήξερε να διαλέγει και τους κατάλληλους ανθρώπους: στα εικοσιένα του όταν πήγε στο Παρίσι πρωτού πάει στο Λούβρο πέρασε από τον Πικάσο, στα εικοσιτρία του έκανε τα σκηνικά της Μαριάνας Πινέδα του Λόρκα, ήτανε στα εικοσιπέντε του έφτιαξε με τον Μπονιουέλ την πρώτη ταινία του υπερρεαλισμού, τον Ανδαλουσιανό σκύλο, εκεί όπου οι θεατές έντρομοι είδαν ένα ξυράφι να κόβει τον βοβλό ενός ματιού, και την επόμενη χρονιά, μέσω του Χουάν Μιρό, ήρθε σε επαφή με τον κύκλο των γάλλων υπερρεαλιστών – την μεγαλύτερη καλλιτεχνική επανάσταση του εικοστού αιώνα.

Ο Μπρετόν είδε στο πρόσωπο (πιο σωστά: πίσω από το πρόσωπο) του καταλανού νάρκισσου αυτό που ευαγγελιζόταν στα μανιφέστα του: την ένωση του ονείρου, του ενστίκτου και της εξέγερσης. Δίχως αμφιβολία δικός τους: μετά από χρόνια ο Νταλί θα του αντιγυρίσει τούτη την υποστήριξη: Ποιος Μπρετόν; – εγώ είμαι ο υπερρεαλισμός. Από τον άλλο μεγάλο της παρέας των υπερρεαλιστών, τον Πολ Ελυάρ, θα πάρει κάτι πολύ περισσότερο.

8. Γκαλά: τη λέγανε Έλενα Ντιακόναβα, ήταν ρωσίδα, δέκα χρόνια μεγαλύτερή του, σύζυγος του Πολ Ελυάρ. Είχε σχεδόν αντρικό πρόσωπο μα πραγματικά τέλειο σώμα – όσοι την ξέρανε λέγανε πως ήταν αφάνταστα επηρμένη, εγωκεντρική και εξαιρετικά σκληρή. Συναντήθηκε με τον Νταλί στις διακοπές του καλοκαιριού του 1929 στο Καντακές: ο εικοσιπεντάχρονος Σαλβαντόρ δεν είχε κάνει ακόμη έρωτα με γυναίκα. Ο Νταλί ήτανε βέβαιος πως την είχε ξαναδεί σε ένα καλειδοσκόπιο όταν ήταν παιδί’ φυσικά άρχισε να λέει τις συνηθισμένες του εξυπνάδες προκειμένου να την εντυπωσιάσει. Η Γκαλά δεν αστειευόταν, τον ξεμονάχιασε στα βράχια και του ζήτησε να την σπρώξει στον γκρεμό, ενεργοποιώντας την παιδική εμμονή του – φυσικά εκείνος ορκίστηκε να μην την ξαναφήσει ποτέ.

Ήταν ίσως το μόνο σημείο της ζωής του που δέχτηκε να βάλει το εγώ του σε δεύτερη μοίρα – στο εξής όλη του η ζωή ήταν η Γκαλά. Τη λάτρεψε (και, βέβαια, τη ζωγράφισε) με τον ίδιο τρόπο που οι καθολικοί λατρεύουν την Παναγία – για αυτό και της έδωσε δεκάδες λατρευτικά παρονόματα. Στην δεκαετία του ’50 κι ενώ η Γκαλαρίνα του ήτανε πια εξήντα χρονών, ο Νταλί διακήρυσσε πως είχε σώμα έφηβης κι έτσι το ζωγράφιζε. Λένε πως για πενήντα χρόνια η Γκαλά είχε απόλυτη εξουσία απάνω του πως κατηύθυνε κάθε του πράξη. Ωστόσο τούτη η παράδοση του Νταλί σε τούτη την μάγισσα-Παναγία-Λήδα είναι για μένα η πιο συγκινητική εκδοχή του. Φυσικά ο πατέρας του αποκήρυξε τούτη τη σχέση με μια παντρεμένη γυναίκα: ο γιος του σε ένδειξη θλίψης ξύρισε το κεφάλι του και εμφανίστηκε με έναν αχινό πάνω στο κρανίο του.

9. Η εμμονή της μνήμης: ήταν ο πίνακας με τα ρολόγια που λιώνουν σαν καμαμπέρ που σαπίζει, ζωγραφισμένος το 1931. Είναι η πιο διάσημη εικόνα του Νταλί – αυτή όπου η εμμονή της μνήμης γεμίζει την έρημη χώρα. Σαφώς τούτη η εικόνα, που τρία χρόνια αργότερα (και μέσα από μια περιπετειώδη διαδρομή) κατέληξε στο Μουσείο Μοντέρνας Τέχνης της Νέας Υόρκης, στάθηκε η γέφυρα για την κατάκτηση της Αμερικής: το πρώτο ταξίδι έγινε το 1934 με πεντακόσια δολλάρια που του δώρισε ο Πικάσο. Ο Νταλί ήξερε πως να γίνει πρωτοσέλιδο: εμφανίστηκε στους φωτογράφους κρατώντας μια τεράστια μπαγκέτα ψωμιού. Οι ουρανοξύστες σας μοιάζουν με ροκφόρ κι είναι ωραίο το ροκφόρ με το ψωμί. Ο Ζυλιέν Λεβί του διοργανώνει μια θριαμευτική έκθεση: αλλόκοτες συνεντεύξεις, ακόμη πιο αλλόκοτες διαλέξεις και χοροί μεταμφιεσμένων, το ζεύγος Νταλί στο στοιχείο του.

10. Οι πειρασμοί του Αγίου Αντωνίου: Το 1939 ο Νταλί με τη Γκαλά ξαναφεύγουν για την Αμερική και τούτη τη φορά θα μείνουν εκεί για μια δεκαετία. Έχουν προηγηθεί το εξώφυλλο στο περιοδικό Time (τον Δεκέμριο του 1936, μόλις στα τριανταδύο του χρόνια), η οριστική ρήξη του με τον κύκλο του Μπρετόν, το αιματοκύλισμα της Ισπανίας από τους φασίστες και τα απειλητικά σύννεφα του πολέμου που μαζεύονται πάνω από την Ευρώπη. Ο Νταλί πάει στα σίγουρα, στην Αμερική γράφει λιμπρέτα για μπαλέτα, κάνει σκηνογραφίες, εκδίδει το 1942 (στα τριανταοχτώ του χρόνια) την αυτοβιογραφία του (Η μυστική ζωή του Σαλβαδόρ Νταλί), σχεδιάζει το όνειρο με τα ψαλίδια για τη Νύχτα αγωνίας του Χίτσκοκ, στήνει μια ταινία με το Γουόλτ Ντίσνεϊ που δεν ολοκληρώθηκε ποτέ (θα την λέγανε Destino – έξι δεκαετίες αργότερα μια εκδοχή τούτης της ταινίας είναι έτοιμη για προβολή), ζωγραφίζει φορέματα, σχεδιάζει κοσμήματα, δακρυσμένα μάτια, κόκκινα χείλη με λευκά δόντια, καρδιές με παλλόμενα διαμάντια στο κέντρο τους.

Φυσικά και ζωγραφίζει ακατάπαυστα: οι Πειρασμοί του Αγίου Αντωνίου περισσότερο από αγώνας εγκράτειας, περισσότερο από υπόσχεση ενός αχαλίνωτου σεξουαλικού ερεθισμού που διαστέλλει τον κόσμο – πιθανώς μια αποθέωση του αυνανισμού, πράξη την οποία ο Νταλί θεωρούσε ιερή- είναι η μεγάλη μάχη της Ιστορίας: ο Σταυρός ενάντια στο γυναικείο στήθος – η ιδέα εναντίων της σάρκας. Έχει έρθει πια η ώρα για το σώμα της Λήδας και για το σώμα του Ναζωραίου.

11. Η Λήδα και ο Ναζωραίος: η επιστροφή στην Ευρώπη θα γίνει το 1948 και πάλι στα σίγουρα. Το σπίτι του Νταλί και της Γκαλά στο Πορτ Γιγάτ της Χάβρης γίνεται το σκηνικό της ζωής τους: εκεί θα παντρευτούν με καθολικό γάμο το 1956. Έχει προηγηθεί η συνάντηση του Νταλί με τον Πάπα το 1949, οι ατομικές Γαλάτειες και Παναγίες, καθώς και η Λήδα του Λεονάρντο ως Γκάλα, όλες καμωμένες με αντιπρωτόνια, το Ραφαηλικό κεφάλι γυναίκας ως θόλος του Πάνθεον, ο Πυρηνικός Σταυρός – δηλαδή η εντός του παλινόστηση της Ιταλικής Αναγέννησης και του Ισπανικού Μυστικισμού.

Όταν στα 1951, με αφορμή ένα σχέδιο που πιθανώς να έγινε από τον Άγιο Ιωάννη του Σταυρού (τον μυστικό ισπανό ποιητή του 16ου αιώνα), ζωγράφισε τον διασημότερο Εσταυρωμένο του εικοστού αιώνα, στα σίγουρα είχε στον νου του να ξεπεράσει τον Βελάσκεθ: ωστόσο ζωγράφισε περισσότερο έναν Εσταυρωμένο-Νάρκισσο από έναν Εσταυρωμένο θυσιασμένο – ίσως γιατί έτσι τον κατανοούσε: στο κέντρο του κόσμου, υπεριπτάμενο, δίχως να γέρνει το κεφάλι από συντριβή παρά μονάχα για να δει την επικράτεια της δόξας του. Μπήκαμε στους ποταμούς, λοιπόν;

12. Πάρτε με, είμαι ναρκωτικό. Τα χρόνια που ακολούθησαν ο Νταλί παραδόθηκε στο μπαρόκ στην δεκαετία του 1960 δεν δίστασε να αγκαλιαστεί με τον Φράνκο προκειμένου να γίνει το Μουσείο Νταλί στη Φιγέρα. Γερνώντας παθιάστηκε με τα ολογράμματα, την στερεοσκοπία, τα οπτικά τρικ: η γενιά των λουλουδιών τον ανακήρυξε φωτεινό οδηγό της, ο Τίμοθι Λίρι έγραψε πως είναι ο μόνος ζωγράφος του L.S.D. που πίνει μονάχα νερό. Γέμισε με παράσημα και τίτλους, το όραμα του μεγαλείου του βρέθηκε στο απόγειό του: ωστόσο το καλοκαίρι του 1982 η Γκαλά πεθαίνει. Ο Νταλί κλείνεται στον πύργο του στο Πουμπόλ, αφού ανακηρύσσει τον εαυτό του μαρκήσιο. Πια είναι μόνος με τον θάνατό του, τα μουστάκια του δείχνουν μόνο τον ουρανό.

13. Κι η μοναξιά; Να σκεφτούμε τη μοναξιά.

14. Νάρκισσος: Ξυπνάω κάθε πρωί και σκέφτομαι: τι ευτυχία να είσαι ο Νταλί. Κι ακόμη: τι από την μεγαλοφυία του θα αποκαλύψει σήμερα ο Νταλί στους ανθρώπους. Αναμφίβολα ήταν ο μεγαλύτερος νάρκισσος του αιώνα του κι έτσι ερμήνευε και τον γύρω του κόσμο. Με την ίδια οπτική ζωγράφισε και τον Ναζωραίο: ως κάποιον που υπήρχε μονάχα επειδή βρισκόταν στο κέντρο. Έβαλε την φλόγα της τέχνης του (εκείνη που ο Βαν Γκογκ την μοίρασε ως πυρετό στους ανθρώπους) στο εσωτερικό του κεφαλιού του, όπως ένα παιδί γυρεύει να εντυπωσιάσει κλείνοντας τα φώτα και βάζοντας τον φακό κάτω από το σαγόνι του. Το πρόβλημα με τον Νταλί είναι πως δεν ήταν παιδί.

Στα σίγουρα όταν ακούς κάποιον να αποκαλεί την ατομική έκρηξη της Χιροσίμα καλλιτεχνική πράξη και να κηρύσσει την αρχή της πυρηνικής τέχνης, κατανοείς πως είναι περισσότερο αδίστακτος από καλλιτέχνης. Ο Νταλί δεν είχε πρόβλημα να να χαϊδευτεί με τους κομμουνιστές μέχρι να αγκαλιαστεί με τους φασίστες, να διακηρύξει την αθεΐα του μέχρι να φιλήσει το χέρι του πάπα, να χαϊδέψει τα αυτιά των αμερικάνων λέγοντας σαχλαμαρίτσες προκειμένου να κουκουλώσει το αδιανόητο έγκλημα της Χιροσίμα.

Φωνάζοντας πως η τέχνη είναι πέρα από το καλό και το κακό (που πιθανώς να είναι – με την έννοια ότι αυτή διαμορφώνει τα όριά της), ουσιαστικά φορμάρισε το γκελ του με τους αστούς και με τις εξουσίες στην χαριτωμένη «τρέλα και κορδέλα» του» κρατώντας κατά βάθος την χρυσή ουδετερότητα (αυτήν που μερικοί ονομάζουν Σοφία). Το ερώτημα δεν είναι αν ήτανε ένας μοναδικός διαχειριστής του εαυτού του, το ερώτημα είναι τι μένει πέρα από όλα αυτά.

15. Ωστόσο, το μαργαριτάρι: πάντοτε μένουν οι εικόνες, πάντοτε υπάρχουν οι εικόνες – και είναι οι εικόνες μιας τέχνης έτσι και αλλιώς αναποδογυρισμένης, ακριβώς διότι δεν γινόταν να χωρέσει άλλη στο ποτήρι της, στον κουβά της, στη σκάφη της. Ο εικοστός αιώνας στη ζωγραφική άρχισε μετά τον Μονέ, τον Γκογκέν, τον Σεζάν, την Ματίς, τον Κλιμτ, τον ροζ Πικάσο, επί της ουσίας ο εικοστός αιώνας άρχισε όταν ο Μπρετόν, ο Τζάρα κι όλη η παλιοπαρέα αποφάσισαν να ξανααρχίζουν την τέχνη και την ιστορία, οι περισσότεροι από αυτούς μάνιασαν να ξεμοντάρουν τον κόσμο ως βούληση και ως παράσταση, όπως τον είχε θελήσει ο Σοπενχάουερ.

Δεν έχω αμφιβολία: ο Νταλί μπορούσε περισσότερα. Μπήκε, λοιπόν, στην ντρόγκα να τα ξαναβάλει όλα από την αρχή, λογάριαζε πως είχε την ιδιοφυΐα για να γίνει ο νέος Λεονάρντο και το χέρι για να γίνει ο νέος Βελάσκεθ. Ωστόσο εκεί που ο Λεονάρντο έστησε κάτοπτρα μπροστά στα αινίγματα κι ο Βελάσκεθ έναν καθρέφτη μπροστά στην εικόνα, ο Νταλί έστησε έναν καθρέφτη μπροστα στον εαυτό του. Τίποτε που να είναι πιο πέρα από το εγώ του δεν τον αφορά, τόσο που ο Γκόμπριτς μπροστά στην δική του εικόνα βρήκε την αφορμή να μιλήσει για εκείνο τον κόκο μυθικής αλήθειας που γύρω του γίνεται το μαργαριτάρι και που δίχως αυτόν όλα καταλήγουν ως άμορφη μάζα.

Μιλώντας γενικά για την τέχνη του 20ου αιώνα ο Γκόμπριτς μάλλον έχει δίκιο, μα αδικεί τον Νταλί. Αν δούμε τις μαγικές εικόνες του καταλανού νάρκισσου, πέρα από τις προϋπολογισμένες ανοησίες του, πέρα από την δημοσιογραφική ή την σκανδαλογραφική ανάγνωση (την οποία ωστόσο εκείνος τόσο γύρεψε), θα δούμε πως ό,τι λογαριάζουμε για εγωκεντρική άμορφη μάζα είναι ένα ακόμη μαργαριτάρι όχι άμορφο, όπως νομίζουμε, μα τετηγμένο: τετηγμένο από την ανεξέλεγκτο χρόνο του αιώνα του, από την ανεξέλεγκτη ιστορία του καιρού του, από τα ανεξέλεγκτα όνειρα του μέλλοντος. Ναι, ο Νταλί είναι αντιπαθής και εξοργιστικός και εξοργιστικά ουδέτερος, μα ήταν αυτός που στη καρδιά του εικοστού αιώνα ζωγράφισε τον ερχόμενο κόσμο.

16. Εντέλει ο κόσμος: ένα ερχόμενο άρμα, όπως το έγραψε ο Ηράκλειτος, στροβιλισμένο όχι πια από την Ιστορία, μα από την τύχη – δηλαδή όπως τα είχε πει ο σκοτεινός γέροντας της Εφέσσου. Τι είναι η τύχη, λοιπόν; – ψάξε την απάντηση στις εικόνες: τύχη είναι οτιδήποτε δεν μπορεί να ελεγχθεί, να ιδεολογικοποιηθεί, να χρησιμοποιηθεί ως κανόνας ηθικής τάξης, να προσφερθεί ως σύστημα ηθικής σκλαβιάς. Τύχη είναι ο Νάρκισσος που μεταμορφώνεται σε θάνατο, το νερό που γίνεται έρημος, η σάρκα που γίνεται πέτρα, μα εντός της πέτρας κρύβεται η υπόσχεση της ανθοφορίας. Ιδού, λοιπόν, το αβγό ραγίζει. Τύχη είναι η εμμονή της μνήμης, ο σταθμός του Περπινιάν, η ανακάλυψη της Αμερικής, η νεαρή παρθένα που αυτοσοδομίζεται από την ίδια της την αγνότητα, το παιδικό φέρετρο που κρύβεται κάτω από το καλάθι στον πίνακα του Μιλέ, ο Βίνσεντ Βαν Γκογκ που γενήθηκε ακριβώς ένα χρόνο μετά τον θάνατο του Βίνσεντ Βαν Γκογκ, ο Σαλβαδόρ Νταλί που πέθανε εννιά μήνες νωρίτερα από την γέννηση του Σαλαδόρ Νταλί, το ψάρεμα του τόνου, η Γκαλά που κοιτάζει την θάλασσα της Μεσογείου μα στα είκοσι μέτρα γίνεται το πορτραίτο του Αβραάμ Λίνκολ.

Ο Παύλος μιλάει στην Προς Κορινθίους Α’ για το έσοπτρο εν αινίγματι: όλα εξαρτόνται από ποια πλευρά του καθρέφτη βρίσκεσαι. Ο Νταλί με την απάνθρωπη φαντασία του μπήκε στην μέσα πλευρά του καθρέφτη: τι είδε εκεί; Υποσχέσεις αχαλίνωτης ψυχής, σεξουαλικές εκρήξεις, Παναγίες, Λήδες, Γαλάτειες καμωμένες από αντι-πρωτόνια, την παιδική του έξαψη να πολλαπλασιάζεται μέχρι το άπειρο. Με την έξαψη γίνεται η τέχνη, με κορίτσια του Επιταφίου που έχουν κόκκινα μάγουλα. Ω ναι, βλέπομεν, βλέπουμε και θα βλέπουμε μέσα από τον ανθισμένο καθρέφτη. Να ο κόσμος, λοιπόν. Τα βράχια του Λεονάρντο ανθίζουν. Οι πειρασμοί του Αγίου Αντωνίου ανθίζουν. Τα κορίτσια του Επιταφίου δωρίζουν ανθισμένους πειρασμούς.

17. Κι η μοναξιά; Αχ η μοναξιά.

18. Εντέλει ο θάνατος: είναι κάτι που γίνεται. Ο Σαλβαδόρ Νταλί, παρά τις υποσχέσεις του περί αθανασίας κι αφού γλίτωσε από την πυρκαγιά του πύργου στο Πουμπόλ, πέθανε στις 23 Ιανουαρίου του 1989, στα ογδονταπέντε του χρόνια, στο δωμάτιο Γαλάτεια του Τεατρο Νταλί στη Φιγέρα. Πέρα από την σκανδαλωδώς δημόσια ζωή του, τα μεγάλα λόγια, τις υπερφίαλες πόζες, τις προκλητικές φωτογραφήσεις, το στριφτό μουστάκι και το αλαζονικό ύφος, άφησε πίσω του τις εικόνες, κάποιος που με το καθρεφτάκι ρίχνει το φως στα μάτια μας και μας στραβώνει. Κάποιος που παίζει με τον χρόνο, μέσα στον χρόνο, μπροστά στο ανοιχτό παράθυρο, κάποιος που έρχεται μέσα από το έσοπτρο εν αινίγματι.

Στο τέλος, ωστόσο, ο χρόνος βρίσκει το απολωλός πρόβατο και το τρώγει. Κάποτε, στις αρχές της δεκαετίας του εβδομήντα, τότε που έπαιζε με τις αγαπημένες του οφθαλμαπάτες ζωγράφισε μια στερεοσκοπική εικόνα με τον εαυτό του να ζωγραφίζει την Γκαλά μπροστά στον καθρέφτη. Ο Νταλί άφησε τον πίνακα ανολοκλήρωτο. Σήμερα βλέπουμε στον καθρέφτη το πρόσωπο της Γκαλά να θαμπώνει, το δεξί της μάτι να σβήνεται, να μην υπάρχει, νάτο, λοιπόν, το σκιάγμα του θανάτου. Πίσω της με το πινέλο στο χέρι ο Σαλβαδόρ – Βελάσκεθ γεμάτος με αγάπη και γεμάτος με τρόμο (ιδού ο τρόμος της αγάπης) να βλέπει τούτον τον επερχόμενο θάνατο και να μην μπορεί να κάνει τίποτε άλλο παρά να τον ζωγραφίσει. Δεν ξέρω να έγινε άλλη τέτοια εικόνα στον εικοστό αιώνα, στα σίγουρα ο Βελάσκεθ και ο Βερμέερ μπορούν πια να γαληνέψουν. Ποταμοίς τοις αυτοίς εμβαίνομεν τε και ουκ εμβαίνομεν – όπως τότε, όπως πάντα.

Πώς οι σκέψεις εισβάλλουν στον εγκέφαλό μας

Μην είστε σίγουροι ότι έχετε τον απόλυτο έλεγχο των σκέψεων σας. Στο παρελθόν διάφορες μελέτες έχουν δείξει πως ακόμα και όταν αποφασίζουμε να κάνουμε κάτι, στο μυαλό μας τριγυρίζουν πάντα εναλλακτικές σκέψεις.

Αν κάποιος τοποθετήσει μπροστά σας ένα αντικείμενο, π.χ. ένα πορτοκάλι, και από πριν σας έχει πει να μην σκεφτείτε το όνομα του αντικειμένου, είναι πολύ πιθανόν να μην υπακούσετε έστω κι αν προσπαθήσετε. Αυτό το παράδειγμα δείχνει ότι δεν έχουμε τον απόλυτο έλεγχο των σκέψεών μας.

Γενικά, οι επιστήμονες πιστεύουν πως όταν θέλουμε να κάνουμε κάτι, μπορεί συγχρόνως να έχουμε και άλλες σκέψεις στο μυαλό μας, εκτός του πλαισίου της πράξης που αποφασίσαμε. Είναι μάλιστα ειρωνικό ότι είναι πιο πιθανό να σκεφτούμε κάτι (π.χ. λευκές αρκούδες) όταν μας δοθεί η εντολή να μην σκεφτούμε αυτό το πράγμα. Πρόκειται άλλωστε για ένα παλιό γνωστό κόλπο. Κάποιος μπορεί να χειρίζεται έναν άλλον λέγοντάς του τι δεν πρέπει να κάνει γνωρίζοντας πως θα κάνει το αντίθετο, με άλλα λόγια τον καθοδηγεί “βάζοντάς” του ιδέες..

Εισβολή σκέψεων

Μελέτη του Πολιτειακού Πανεπιστημίου του Σαν Φρανσίσκο, που δημοσιεύθηκε στο περιοδικό Frontiers in Psychology, βρήκε ότι διάφορες σκέψεις που οδηγούν σε πράξεις εισβάλλουν “μέσα” μας είτε συνειδητά είτε υποσυνείδητα. Αν και μπορούμε να αποφασίσουμε, να σκεφτούμε συγκεκριμένα πράγματα, άλλες πληροφορίες ή σκέψεις εισβάλλουν στο μυαλό μας και να μας κάνουν να σκεφτούμε κάτι άλλο, είτε το θέλουμε, είτε όχι.

Ο επίκουρος καθηγητής ψυχολογίας Ezequiel Morsella και οι συνεργάτες του έκαναν δύο πειράματα σε Αμερικανούς φοιτητές.

Στο πρώτο πείραμα, 35 φοιτητές πήραν την εντολή να μην μετρήσουν μια σειρά από αντικείμενα. Στο 90% των περιπτώσεων, οι φοιτητές άθελά τους μέτρησαν τα αντικείμενα.

Στο δεύτερο πείραμα οι φοιτητές είδαν διάφορα χρωματιστά γεωμετρικά σχήματα και είτε έπρεπε να ονομάσουν τα χρώματα, είτε να μετρήσουν τα σχήματα. Αν και έπρεπε να διαλέξουν είτε το ένα, είτε το άλλο, τελικά το 40% έκανε και τα δύο.

«Τα ευρήματά μας υποστηρίζουν την άποψη ότι όταν κάποιος εκτελεί μια επιθυμητή ενέργεια, συνειδητές σκέψεις για εναλλακτικές ενέργειες απασχολούν τον εγκέφαλο, συχνά κατά τρόπο ανεξίτηλο», εξηγεί ο Morsella.

«Η καλύτερη κατανόηση αυτής της διαδικασίας θα μπορούσε να επιφέρει επιπρόσθετη κατανόηση για το πως αφομοιώνουμε τις πληροφορίες και πως αποφασίζουμε να ενεργήσουμε ή όχι. Θεωρούμε τον εγκέφαλο μας ως κάτι απομονωμένο από τον έξω κόσμο. Αλλά αυτή η απομόνωση μπορεί τελικά να είναι πιο διαπερατή από όσο νομίζουμε. Η συνειδητότητα του εγκεφάλου μας είναι το σύνολο των εμπειριών μας, επηρεάζοντας τόσο τη λήψη αποφάσεων όσο και τις πράξεις μας», συμπληρώνει.

Η μελέτη δείχνει ότι τα ερεθίσματα από το περιβάλλον είναι πολύ σημαντικά για να καθορίσουμε τι καταλήγουμε να σκεφτόμαστε και πως όταν ένα σχέδιο δράσης ενεργοποιηθεί έντονα οι πολλές επιπτώσεις μπορεί να είναι δύσκολο να ξεπεραστούν.

Τα ευρήματα της μελέτης υποστηρίζουν τη θεωρία σύμφωνα με την οποία οι περισσότερες σκέψεις εισέρχονται στον εγκέφαλό μας ως αποτέλεσμα διαδικασιών που δεν ελέγχουμε απόλυτα.

Το πρώτο παράπονο πελάτη στην ιστορία

Υπάρχουν πολλά που πρέπει να πούμε για τανθρώπινο είδος και πως έχει αλλάξει όλα αυτά τα χρόνια. Ωστόσο, αυτό που μένει αναλλοίωτο σε βάθος χιλιετιών φαίνεται πως είναι η έκφραση παραπόνων, σύμφωνα με πρόσφατη αποκάλυψη των αρχαιολόγων.  Το παλαιότερο παράπονο που έχει εκφραστεί ποτέ, είναι σκαλισμένο σε μια πέτρινη πλάκα και προέρχεται από την αρχαία Μεσοποταμία.
 
Το εν λόγω αρχαιολογικό εύρημα, το οποίο χρονολογείται περίπου στο 1.750 π.Χ βρέθηκε στην αρχαία πόλη Ουρ, γνωστή για τα εντυπωσιακά Ζιγκουράτ (ογκώδεις κατασκευές της Μεσοποταμίας) που βρίσκεται τώρα στο σημερινό Ιράκ. Η πλάκα αποτελεί  μήνυμα καταγγελίας από έναν άντρα που ονομάζεται Νάνι σε έναν προμηθευτή με το όνομα Εα-Νασίρ. Ο Εα-Νασίρ προφανώς παρέδωσε τον λανθασμένο βαθμό χαλκού μετά από το ταξίδι του στον περσικό κόλπο για να συλλέξει το μέταλλο. Είναι επίσης υπεύθυνος για λανθασμένες οδηγίες αλλά και για καθυστερήσεις στην περαιτέρω παράδοση. Και το κορυφαίο όλων, ήταν αγενής όταν οι υπάλληλοι του Νάνι έσπευσαν να παραλάβουν την παραγγελία. Σας ακούγεται οικείο;
 
«Για ποιον με περνάτε και με αντιμετωπίζετε με τέτοια περιφρόνηση», γράφει ο Νάνι, όπως μεταφράζει ο ασσυριολόγος καθηγητής της Μεσοποταμίας Λέο Όπενχάιμ. «Έστειλα ανθρώπους να πάρουν τα χρήματά μου, αλλά μου συμπεριφερθήκατε με θράσος στέλνοντάς τους με άδεια χέρια κάθε φορά και όλα αυτό κάτω από εχθρικό έδαφος».
 
Ο πίνακας αποτελεί μέρος της μόνιμης συλλογής του  Βρετανικού Μουσείου. Η γλώσσα στην πλάκα είναι η ακκαδική, η παλαιότερη γνωστή σημιτική γλώσσα (γλώσσες που προέρχονται από τη Μέση Ανατολή, συμπεριλαμβανομένης της εβραϊκής, της αραβικής και της αραμαϊκής) και η γραφή της σε σφηνοειδή γραφή, που χρησιμοποιήθηκε για να γραφτεί η σουμέρια γλώσσα. Το δισκίο δεν είναι πολύ μεγάλο, με διάμετρο 11,6 έως 5 εκατοστά (4,6 ιντσών).
 
Μετά από όλα αυτά υποψιαζόμαστε ότι ο Νάνι ίσως δεν αγόρασε ξανά χαλκό από τον Εα-Νασίρ, καθώς συνεχίζει να λέει στην επιστολή: ”Να ξέρετε ότι από εδώ και πέρα δεν θα δεχθώ εδώ χαλκό από εσάς αν δεν είναι εξαιρετικής ποιότητας. Θα επιλέγω τα πλινθώματα ξεχωριστά στην αυλή μου και θα ασκώ το δικαίωμά μου να το απορρίψω κάθε φορά που δεν μου αρέσει, επειδή με αντιμετωπίσατε με περιφρόνηση ».
 
Ο Εα-Νασίρ ίσως δεν πάτησε ποτέ ξανά στην Ουρ, καθώς το μίσος του Νάνι έδειχνε άσβεστο…

Αρχαϊκή Επική Ποίηση: Ησιόδεια έπη - Έργα και Ημέραι, Δομή και θέματα

Έργα και οι Hμέραι είναι μικρότερης έκτασης σύνθεση, που θεωρείται ωριμότερη από τη Θεογονία. Στη χειρόγραφη παράδοση έχουν 828 στίχους, αλλά το τελευταίο μέρος του ποιήματος, στο οποίο και αναλογεί ο τίτλος Hμέραι (στ. 724-828), αντιμετωπίζεται από τους περισσότερους μελετητές ως μη ησιόδεια προσθήκη ― εκτός από τους στίχους 760-764, που θεωρούνται γνήσιοι.
 
Στημονικά θέματα των Έργων είναι το δίκαιο και η εργασία· γύρω από τους δύο αυτούς άξονες περιστρέφονται τα μέρη και τα μόρια του ποιήματος, με συγκεκριμένη αφετηρία της σύνθεσης την προσωπική εμπειρία του ποιητή η οποία αναφέρεται στη δικαστική διαμάχη του με τον αδελφό του Πέρση. Ως εκ τούτου, τα Έργα αφορούν, σε διάκριση προς τη Θεογονία, κυρίως στο παρόν· το γενικότερο κλίμα της εποχής, οι οικονομικές, κοινωνικές και πολιτισμικές συνθήκες υποβάλλονται εδώ συχνά με τρόπο άμεσο και ρεαλιστικό.
 
Έργα μοιράζονται σε δύο μέρη: το πρώτο (στ. 11-382) μπορεί να εκτιμηθεί ως θεωρητικό· το δεύτερο (στ. 383-723) ως πρακτικό. Kάθε μέρος μερίζεται σε κεφάλαια και υποκεφάλαια, θεματικές δηλ. μονάδες και υπομονάδες, οι οποίες συνάπτονται μάλλον χαλαρά μεταξύ τους, υπηρετώντας ωστόσο το σύνολο.
 
Προηγείται το δεκάστιχο προοίμιο, από τα εντελέστερα που μας κληροδότησε η αρχαϊκή ποίηση: επίκληση των Πιερίδων Mουσών, και αμέσως μετά αποφθεγματική προβολή του Διός και της αυστηρής του ανθρωποδικίας. Tο προοίμιο σφραγίζεται με αντιπαράθεση των υποκειμένων του ποιήματος: ο ποιητής προδηλώνεται με το αντωνυμικό ἐγώ, υποσχόμενος να μιλήσει στον Πέρση την αυστηρή γλώσσα της αλήθειας.
 
H αδελφική αυτή αντίθεση εξηγεί και την πρόταξη του θέματος έρις (στ. 11-26): ο Hσίοδος διορθώνει τώρα την απόφαση που είχε εκφέρει στη Θεογονία (στ. 225 κε.) για την έριν· υπάρχει αγαθή και κακή έρις. H ανακίνηση αυτού του θέματος προοικονομεί και τις συνοπτικές πληροφορίες που έπονται για έναν προηγούμενο και έναν επικείμενο δικαστικό αγώνα ανάμεσα στον ποιητή και στον αδελφό του (στ. 27-41).
 
Στους στίχους 42-105 προβάλλεται με τρόπο γνωμικό και παραδειγματικό η γενικότερη κακοδαιμονία του ανθρώπου και δηλώνεται η μυθολογική αιτία της: ο άνθρωπος δεν χρειαζόταν εξαρχής να δουλεύει για να ζει· ο μόχθος της εργασίας τού επιβλήθηκε ως θεϊκή τιμωρία. Πρωταίτιος για την επίμοχθη αυτή μοίρα ο Προμηθεύς· φορέας της δυστυχίας η αρχέτυπη γυναίκα Πανδώρα με το διαβόητο κουτί της· αποτέλεσμα η έκπτωση του ανθρώπου από την αρχική ευτυχία στην οριστική δυστυχία, με μόνο εφεξής, αμφίσημο, εφόδιο την ελπίδα.
 
Σε ανάλογο συμπέρασμα οδηγεί και η μακροσκοπική θεώρηση της ανθρώπινης ιστορίας, μοιρασμένη σε πέντε εποχές, οι οποίες συντάσσονται σε αντιθετικά ζεύγη (στ. 106-201): θετική η χρυσή εποχή, συγκριτικώς αρνητική η αργυρή· σαφώς αρνητική η χάλκινη, θετική η ηρωική· τέλος, η πέμπτη εποχή, η σιδηρά, συστήνει το προβληματικό παρόν ως έσχατο σημείο ανθρώπινης έκπτωσης, επιφυλάσσει όμως υπό όρους και ένα ενδεχομένως καλύτερο μέλλον.
 
Mεσολαβεί ο πρωιμότερος "αίνος" (διδακτική παραβολή με ζώα) που μας έσωσε η αρχαία ελληνική γραμματεία (στ. 202-212): ένα γεράκι κρατεί στα νύχια του ένα αηδόνι και σαρκάζει εις βάρος του· μπορεί, κατά τη θέλησή του, να το σπαράξει ή να το αφήσει ελεύθερο. Aν το γεράκι συμβολίζει την αρπακτική δύναμη της εξουσίας, το αηδόνι φαίνεται να αναλογεί στον παγιδευμένο αοιδό. H σύγκρουση εξουσίας και μουσικής ποίησης μοιάζει, εξ ορισμού, να ευνοεί την πρώτη και να απειλεί τη δεύτερη. Eντούτοις, ο Hσίοδος αφήνει σε εκκρεμότητα την έκβαση του κρίσιμου αυτού αγώνα.
 
Aκολουθεί ο λόγος περί δικαιοσύνης και αδικίας (στ. 213-285): αν στο ζωικό βασίλειο κυριαρχεί ο νόμος του ισχυροτέρου και ο δυνατός καταβροχθίζει τον αδύνατο, οι ανθρώπινες κοινωνίες οφείλουν να λύνουν τις διαφορές τους με μέτρο τη δικαιοσύνη. Eπιλογή που εξεικονίζεται και με τη μεταφορά του δρόμου της αρετης και της κακίας: ο ενάρετος δρόμος, τραχύς και ανηφορικός στην αρχή του, οδηγεί τελικώς στην κορυφή της επιτυχίας και της ευτυχίας· ο εύκολος δρόμος της κακίας στη βέβαιη καταστροφή. H αρετή ορίζεται ως πληρότητα και η κακία ως έλλειψη· η πρώτη σχετίζεται με την εργασία και τη χρησιμότητα, η δεύτερη με την αδράνεια και την αχρηστία. Πρόκειται για μεταφορά που έγινε εφεξής παροιμιώδης στην αρχαία αλλά και στη νεότερη γραμματεία.
 
Ύστερα από τον αποδεικτικό αυτόν περί δικαιοσύνης λόγο, ο ποιητής προτρέπει, σε μορφή γνωμολογίου, τον αδελφό του Πέρση να προκρίνει την ενάρετη οδό: ντροπή δεν είναι η εργασία· ντροπή είναι η ανεργία. Tο γνωμολόγιο περί εργασίας εξειδικεύεται σε υποκεφάλαια: η δουλειά συνάπτεται με την ευσέβεια, σχετίζεται με τα προβλήματα της περιουσίας και της πενίας, κατοχυρώνεται με την οικονομία και την αποταμίευση αγαθών για τις αναγκαστικά άνεργες μέρες· συνδυάζεται με τα μέλη της οικογένειας (τον άντρα, τη γυναίκα και τα παιδιά του)· αναφέρεται, τέλος, στο κληρονομικό δίκαιο (στ. 286-382). Eδώ κλείνει το θεωρητικό μέρος των Έργων.
 
Έπεται το πρακτικό μέρος, τα κυρίως Έργα, που σημαίνουν τις γεωργικές εργασίες (στ. 383-617). Στην εισαγωγή (στ. 383-413) δηλώνονται οι σχέσεις του ανθρώπου με τη φύση αλλά και το κοινωνικό του περιβάλλον. Ως μέτρο για την ευόδωση αυτών των σχέσεων προτείνεται ο καιρός, προσαρμογή δηλαδή του ανθρώπου στον φυσικό χρόνο και στον φυσικό χώρο. Oι εργασίες μοιράζονται σε γεωργικά έργα και θαλάσσιο εμπόριο, και κατανέμονται σε τρεις εποχές: στο φθινόπωρο, στον χειμώνα και στο καλοκαίρι (στ. 414-617).
 
H προσαρμογή στο κοινωνικό περιβάλλον οδηγεί σε νέο κεφάλαιο, στο οποίο συντάσσονται προτροπές και κρίσεις του ποιητή για τη γυναίκα και την εκλογή της από τον άντρα· για τις σχέσεις των αδελφών μεταξύ τους· για την επιλογή των φίλων· για την απόκτηση και τη συντήρηση της καλής φήμης, σε διάκριση προς την κακή φήμη ή τη δυσφήμηση (στ. 618-723 και 760-764).
 
H προβολή της διπλής φήμης, που αντιστοιχεί στην διπλή έριν της αρχής του ποιήματος, φαίνεται πως έκλεινε σε σχήμα κύκλου την όλη σύνθεση. Yπόθεση που ευνοεί την εκτίμηση ότι τα προηγούμενα (στ. 724-759) και η συνέχεια του ποιήματος (στ. 765-828), διαφοροποιημένα όχι μόνον ως προς το περιεχόμενο αλλά και ως προς τη γλωσσική διατύπωση, αποτελούν μεταγενέστερη προσθήκη. Πρόκειται ακριβώς για το τελευταίο, ύποπτο μέρος της σύνθεσης, που δίνει αποτρεπτικές πρακτικές συμβουλές και μοιράζει τις μέρες, βάσει ενός μάλλον ανατολικής προέλευσης δεισιδαιμονικού κώδικα, σε αίσιες και κακές.
 
O έκδηλα διδακτικός τόνος των Έργων συχνά απογειώνεται σε προφητεία ή και εσχατολογική πρόβλεψη, με αποτέλεσμα ο ησιόδειος λόγος να θυμίζει αντίστοιχα βιβλία της Παλαιάς Διαθήκης ή και την Aποκάλυψη του Iωάννη του θεολόγου.