Κυριακή 15 Ιουλίου 2018

Πώς πρέπει να παρηγορούμε ένα φίλο που νιώθει άσχημα;

Το πιο συχνό φαινόμενο μεταξύ των ανθρώπων που διατηρούν φιλικές σχέσεις είναι η παρηγοριά και η ανάγκη να ενισχύσουμε και να ενισχυθούμε σε περίπτωση προβλήματος. Μαντέψτε... συνήθως αποτυγχάνουμε στην προσπάθειά μας αυτή και οι λόγοι είναι οι εξής:
 
Δεν μπαίνουμε στον κόπο να καταλάβουμε αν ο φίλος μας θέλει να ξεσπάσει η να βρει λύση στο πρόβλημα που τον απασχολεί.
 
Όταν κάποιος φίλος μας εκμυστηρεύεται το πρόβλημά του, είμαστε πολύ βιαστικοί να συμβουλέψουμε και δεν παρατηρούμε γιατί μας μίλησε και τι ζητάει από μας, συχνά δε, ούτε και ο ίδιος γνωρίζει τι ακριβώς θέλει.
 
Μην βιαστείτε να μιλήσετε.. Ακούστε... αν δεν μπορείτε να καταλάβετε από τα λεγόμενά του τι θέλει, τότε απλά ρωτήστε τον. «Έχεις ανάγκη να εκτονωθείς ή θες να σκεφτούμε μαζί μια λύση;»
Μερικές φορές γνωρίζουν πολύ καλά την λύση αλλά την αποφεύγουν ως κοπιώδη διαδικασία και θέλουν απλά να εκτονωθούν. Σε αυτήν την περίπτωση μην μιλάτε, μην παίρνετε θέση, μόνο ακούστε και δώστε του την ανάλογη σημασία.
 
Μην προσπαθήσετε να κάνετε την λύση που αποφεύγουν οι φίλοι σας ελκυστική ή να επιμείνετε σε μια λύση που δεν την επιλέγει ο φίλος σας. Μην είστε υπερπροστατευτικοί και επίμονοι στο να προβούν σε τακτικές και βήματα που οι ίδιοι δεν είναι έτοιμοι να κάνουν.
 
Ο δρόμος της λύσης ενός προβλήματος μπορεί να είναι τραχύς και τις περισσότερες φορές τα πράγματα γίνονται χειρότερα πριν γίνουν καλύτερα και κινδυνεύετε να θεωρηθείτε υπεύθυνοι για το στάδιο εκείνο της δυσκολίας κατά την πορεία της επίλυσης.
 
Επίσης οι φίλοι σας θα αρχίσουν να σας αποφεύγουν αν δουν ότι επίμονα συστήνετε να κάνουν πράγματα για τα οποία δεν είναι έτοιμοι. Ότι είναι να γίνει θα γίνει στον σωστό χρόνο και αυτός είναι ο χρόνος που ο φίλος σας θα επιλέξει. Μην επιμένετε στην δράση του φίλου σας ακόμα και αν ο ίδιος την έχει προτείνει...Θα γίνετε κουραστικοί και θα αποτύχετε στον στόχο σας να σταθείτε στον φίλο.
 
Υπερτιμάμε την δυνατότητά να στηρίξουμε.
 
Όταν έχουμε δικά μας προβλήματα ή όταν καταλαβαίνουμε ότι η κούραση από μια δύσκολη μέρα μας έχει καταβάλει, δεν θα έχουμε την κριτική ικανότητα και την συγκέντρωση που χρειάζεται για να ακούσουμε την φίλη μας.
 
Η υπομονή μας θα είναι χαμηλή και θα έχουμε την τάση να υποτιμούμε το πρόβλημα που μας περιγράφεται.. Κάτι τέτοιο είναι για την συμπαράσταση καταστροφικό.
 
Ο συνομιλητής μας θα νιώσει περισσότερη μοναξιά και η σχέση κινδυνεύει.. Είναι πολύ καλύτερο να εξηγήσουμε ότι είμαστε πολύ ταλαιπωρημένοι για να αντιμετωπίσουμε με υπευθυνότητα και σοβαρότητα ένα τέτοιο θέμα και ότι είναι προτιμότερο να έχουμε διαυγές πνεύμα όταν θα μιλήσουμε...
 
Μην συγκρίνουμε το γεγονός που μας περιγράφεται με δικές μας εμπειρίες.
 
Κάθε άνθρωπος είναι διαφορετικός και κάθε χρονική στιγμή που συμβαίνει κάτι είναι ξεχωριστή μα και σημαντική. Αλλιώς επί παραδείγματι είναι ένας χωρισμός και αλλιώς ένας χωρισμός μετά από μια ακόμα οποιαδήποτε ατυχία.. .
 
Πιστέψτε με, σπάνια νοιάζεται ο φίλος σας για τα κοκορέματα σας την στιγμή του προβληματισμού του..
 
Είναι καλύτερα να μιλάτε για τα λάθη σας εκείνη την ώρα παρά για το πόσο καλά, έξυπνα και γρήγορα λύσατε ένα πρόβλημα. Μείνετε στο συναισθηματικό επίπεδο του άλλου και συνοδέψτε τον, μην είστε ψηλότερα ή καλύτερα από αυτόν, γιατί τότε αντιλαμβάνεται ότι τον υποτιμάτε.
 
Προσοχή στην ανυπομονησία
 
Ένας φίλος ή φίλη την ώρα που θα ξεκινήσει να διαπραγματεύεται κάποια λύση δεν είναι διατεθειμένος απαραίτητα να την ακολουθήσει πάραυτα. Πιθανά η συζήτησή σας να επαναληφθεί πολλάκις προτού ο φίλος σας τελικά προβεί στην επίλυση του όποιου θέματος.
 
Συζητήσεις θα πάνε και θα έρθουν και θα ξαναπάνε και θα ξανάρθουν, πριν τελικά γίνει κάτι.
 
«Μα δεν είπαμε να χωρίσεις, δεν είπαμε να του πεις αυτό και κείνο; Αμάν πια γιατί δεν το έκανες;» ή «μου λες όλο τα ίδια και τα ίδια, κάνε και κάτι» αυτές οι τακτικές δεν τέτοιο δεν βοηθούν τον φίλο μας.
 
Αν μπορείτε να έχετε υπομονή αναλάβετέ το, αν όχι μην μπλεχτείτε καν. Πολλοί από τους φίλους μας θα λένε και θα ξαναλένε τα ίδια πράγματα.
 
Μην τους το προσάπτετε ως σφάλμα, γιατί ίσως το έχουν ανάγκη. Η επανάληψη αυτή βοηθάει στην εξοικείωσή τους με το πρόβλημα, τους βοηθάει να το χωνέψουν, να το εμπεδώσουν και να προετοιμαστούν ψυχικά για να κάνουν το οποιοδήποτε βήμα χρειάζεται. Δεν είναι η επανάληψη αυτή περιττή, ίσα ίσα είναι και απαραίτητη. Κάντε υπομονή και δείξτε κατανόηση.
 
Δεν είναι εύκολη η διαδικασία της συμπαράστασης, αντίθετα είναι δύσκολη και διαρκεί αρκετά... όμως η φιλία είναι πολύτιμη και χωρίς την διαδικασία της στήριξης δεν θα ριζώσει στην ζωή μας..
 
Έρευνες δείχνουν ότι η φιλία συνεχώς συρρικνώνεται. Ενώ πριν 20 χρόνια ο μέσος όρος των στενών φίλων στη ζωή ενός ανθρώπου ήταν 4 άτομα τώρα πλέον δεν ξεπερνάει τους δύο! 
 
Πιθανές αιτίες είναι το ότι το άτομο δεν επιλέγει πλέον να περάσει αρκετό χρόνο με τους φίλους του, Αυτό είναι τόσο λυπηρό όσο και επικίνδυνο μια που η φιλία είναι απαραίτητη για την ποιότητα της ζωής μας.
 
Επενδύστε στους φίλους σας λοιπόν γιατί οι φίλοι κάνουν την ζωή μας πιο όμορφη!

Τελικά τα ετερώνυμα έλκονται;

«Εκείνος είναι χαμηλών τόνων και δεν του αρέσει να μιλάει πολύ. Εκείνη μιλάει πολύ και γρήγορα. Εκείνος προτιμά να περνά τον ελεύθερό του χρόνο μόνος του ή με λίγα άτομα. Εκείνη είναι δημοφιλής και έχει πολλές παρέες. Εκείνος όταν θυμώνει ή στενοχωριέται, αποτραβιέται και αναλύει μόνος του τις σκέψεις του. Εκείνη όταν νιώθει παρόμοια συναισθήματα, επιθυμεί να τα συζητάει ανοιχτά και να λαμβάνει υπόψη τη γνώμη των άλλων. Τι συμβαίνει όταν εκείνος και εκείνη συναντηθούν κάποια στιγμή στη ζωή τους και νιώσουν έλξη ο ένας για τον άλλο;»

Στην πραγματικότητα το ερώτημα είναι αν δύο άνθρωποι, με αλλιώτικο τρόπο έκφρασης και διαφορετική στάση ζωής, μπορούν να συνυπάρξουν σε μια διαπροσωπική σχέση. Αρκετές φορές έχει αναδυθεί η απορία, αν τα ετερώνυμα έλκονται ή απωθούνται, κι αν μια σχέση με διαφορετικούς ανθρώπους -τουλάχιστον φαινομενικά-  μπορεί να αντέξει στο χρόνο.
 
Υπάρχει όντως πιθανότητα να νιώσει κάποιος έλξη για ένα άτομο που δε μοιάζει με τον ίδιο, ακριβώς γιατί υπάρχει αρχικά η ανάγκη για εξερεύνηση του αγνώστου. Η διαφορετικότητα μπορεί αρχικά να αποτελέσει αφροδισιακό ερέθισμα, διότι πολλοί άνθρωποι νιώθουν την ανάγκη να βιώνουν νέες εμπειρίες που ενδεχομένως να λειτουργούν συμπληρωματικά σε σχέση με τη δική τους προσωπικότητα. Τι γίνεται όμως στην πορεία όταν η στιγμιαία έλξη και παρόρμηση για το ετερώνυμο μεταλλαχθεί σε μια ανάγκη για πιο σταθερή σχέση;
 
Στο παράδειγμα που παρουσιάστηκε στην ουσία περιγράφονται δύο άνθρωποι με διαφορετικά στοιχεία προσωπικότητας. Ο άντρας είναι εσωστρεφής και η γυναίκα είναι εξωστρεφής. Σε πρώτη φάση μπορεί να μοιάζει γοητευτική πρόκληση η κατάκτηση ενός άγνωστου στόχου. Με το πέρας του χρόνου όμως αναδύονται και αναδεικνύονται οι διαφορές στον τρόπο αντίληψης, και κατ’ επέκταση, αντίδρασης στα καθημερινά βιώματα. Στις στενές προσωπικές επαφές το πρώτο στάδιο του έρωτα και του ενθουσιασμού αντικαθίσταται από ένα διάστημα εκλογίκευσης της σχέσης. Συνήθως οι διαφορές που έμοιαζαν γοητευτικές, μπορεί να γίνουν η αιτία για τριβές και συγκρούσεις. Αν δεν υπάρξει κατανόηση και αποδοχή του άλλου, τότε το πιο πιθανό είναι η σχέση να φθαρεί και να λήξει.

Το ουσιαστικότερο ζήτημα είναι να αναρωτηθούν οι σύντροφοι μεταξύ τους, αν ενδιαφέρονται για μια από κοινού πορεία ζωής, με κοινές αξίες παρά τις διαφορές τους. Σε περίπτωση που πρόκειται για μια συνειδητή επιλογή, το εσωστρεφές άτομο μπορεί να λειτουργήσει ως η ήρεμη δύναμη στη σχέση που προσφέρει ασφάλεια, ενώ το εξωστρεφές άτομο μπορεί να προσφέρει ανανέωση. Επομένως, δεν πρόκειται για αγεφύρωτες διαφορές, εφόσον δε γίνεται προσπάθεια από καμία πλευρά για άσκηση ελέγχου προς τον άλλο, άρα και για συναισθηματικό ευνουχισμό της προσωπικότητας του άλλου. Με λίγα λόγια, οι διαφορές μπορούν να λειτουργήσουν συμπληρωματικά κι όχι απαραίτητα συγκρουσιακά και ανταγωνιστικά, αν ο στόχος και των δύο πλευρών είναι να διατηρηθεί μια σχέση χωρίς καταπίεση και ακραίους συμβιβασμούς.
 
Επομένως σε μια σχέση ετερωνύμων, αν η διαφορετικότητα δεν υπερισχύει της επικοινωνίας, του σεβασμού και της εμπιστοσύνης, μπορεί η σχέση εντέλει να λειτουργήσει σε βάθος χρόνου. Εξάλλου, κάθε σχέση είναι μοναδική και ο έρωτας ενέχει το ρίσκο. Το τελικό ερώτημα είναι αν νιώσεις έλξη για κάποιον ετερώνυμο, είσαι σε θέση να πάρεις την ευθύνη για να ζήσεις έναν έρωτα με ένα άτομο που δε σου μοιάζει;
 
Εμπειρικά και κλινικά μιλώντας, δεν υπάρχουν μαγικές συνταγές, υπάρχουν μόνο άνθρωποι που επιθυμούν να προσπαθήσουν, κι άλλοι που δεν επιθυμούν να βγουν από τη ζώνη της ασφάλειάς τους.
 
Μια νέα μελέτη ερευνητών από το Πανεπιστήμιο του Καρόλου στην Τσεχία,  εξέτασε (για ακόμη μία φορά) το κλασικό ερώτημα «Τα ετερώνυμα έλκονται;» και κατέληξε σε εξαιρετικά ενδιαφέρονται συμπεράσματα. Σύμφωνα με τα ευρήματα εξαρτάται από το αν κάποιος διατηρεί μόνιμη σχέση ή είναι ελεύθερος.
 
Οι ερευνητές ζήτησαν από μια ομάδα φοιτητών να βαθμολογήσουν μια σειρά από φωτογραφίες, δηλώνοντας πόσο ελκυστικό βρίσκουν καθένα από τα πρόσωπα που έβλεπαν. Πριν δώσουν τις βαθμολογίες τους, οι συμμετέχοντες έπρεπε να δηλώσουν εάν είναι δεσμευμένοι ή ελεύθεροι.
 
Για πρόσωπα του αντίθετου φύλου, οι συμμετέχοντες ερωτήθηκαν: «Ποιο πρόσωπο βρίσκεις πιο ελκυστικό για περιστασιακή σχέση;» και «Ποιο πρόσωπο βρίσκεις πιο ελκυστικό για μακροχρόνια σχέση;». Για πρόσωπα του ίδιου φύλου, οι συμμετέχοντες ερωτήθηκαν: «Ποιο πρόσωπο θεωρείς ότι είναι πιο ελκυστικό στο αντίθετο φύλο;» και «Ποιο πρόσωπο θα επέλεγες ως φίλο/η;»
 
Οι ελεύθεροι συμμετέχοντες έδωσαν πολύ υψηλότερες βαθμολογίες στα πρόσωπα που δεν έμοιαζαν με το δικό τους, τόσο στα άτομα του αντίθετου όσο και στα άτομα του ίδιου φύλου.
 
Παλαιότερες μελέτες επάνω στο ίδιο θέμα έχουν υποδείξει ότι συνήθως μας ελκύουν πρόσωπα που μοιάζουν με το δικό μας, όμως για πρώτη φορά οι ερευνητές συνυπολόγισαν τον παράγοντα της… οικογενειακής κατάστασης στις ερωτικές προτιμήσεις.
 
«Οι ελεύθεροι συμμετέχοντες, αλλά όχι οι δεσμευμένοι, έδωσαν υψηλότερες βαθμολογίες ως προς την ομορφιά και το σεξ απίλ σε πρόσωπα που δεν έμοιαζαν με το δικό τους» δηλώνει η Δρ Jitka Lindová, μία εκ των ερευνητών από το Πανεπιστήμιο του Καρόλου. «Για πρώτη φορά, παρατηρήσαμε πώς επηρεάζει το relationship status το παιχνίδι της ερωτικής έλξης» συμπληρώνει η Lindová.
 
Μια πιθανή θεωρία που εξηγεί τις προτιμήσεις των ελεύθερων είναι ότι αναζητούν πιο ενεργά τη «βιολογική ποικιλία», αφού συνδέεται με τη γενετική συμβατότητα ανάμεσα σε δύο ανθρώπους.

Τι χρειάζεται ένας γιος από τον πατέρα του για να τον προετοιμάσει για τη ζωή

1. Σεβασμός
Λίγα πράγματα επηρεάζουν τόσο σημαντικά ένα αγόρι, ο σεβασμός είναι ένα από αυτά. Μην περιμένετε να τον κερδίσει, δώστε τον ανυστερόβουλα, ως ένα μεγάλο δώρο από εσάς προς εκείνον!
 
2. Εμπιστοσύνη
Η εμπιστοσύνη «γεννά» εμπιστοσύνη. Αν θέλετε λοιπόν κάποια στιγμή ο γιος σας να γίνει ένας ενήλικος άξιος εμπιστοσύνης απλώς…εμπιστευτείτε τον στα πάντα. Δείξτε εμπιστοσύνη στις επιλογές του, στην προσωπικότητά του, στους χρόνος του, στα πρόσωπα που επιλέγει, στα χόμπι του…
 
3. Αυτοπεποίθηση
Όλα τα παιδιά και ιδιαίτερα τα μικρά αγόρια έχουν ανάγκη να νιώθουν ότι μπορούν να κάνουν σπουδαία πράγματα. Δεν χρειάζεται να του δείξετε ποια είναι αυτά τα πράγματα. Το μόνο που χρειάζεται είναι να δώσετε προσοχή στις ανάγκες του και να του δώσετε την ευκαιρία να νιώσει σίγουρος με τον εαυτό του.
 
4. Όραμα
Ο γιος σας χρειάζεται από νωρίς να καταλάβει πως ενεργεί και σκέφτεται ένας ώριμος άνθρωπος. Και αυτό θα το δει κυρίως από εσάς. Γι’ αυτό γίνετε ο άνθρωπος που θα θέλατε ο γιος σας να γίνει. Και ξεκινήστε από σήμερα.
 
5. Υπευθυνότητα
Οι νέοι άνθρωποι έχουν ανάγκη από σημαντικά «καθήκοντα» για να νιώσουν σημαντικοί και υπεύθυνοι. Σίγουρα αυτά τα καθήκοντα που εσείς θα του υποδείξετε θα τον βοηθήσουν να ωριμάσει, αλλά το πιο σημαντικό που θα πρέπει να του δείξετε είναι ο ρόλος του μέσα στην οικογένεια.
6. Χώρος
Σε κανένα μπαμπά δεν αρέσει να φεύγει μακριά από την οικογένεια του αλλά δε σας έχει τύχει κάποιες φορές που χρειάζεται να λείψετε σε ταξίδι ο γιος σας να συμπεριφέρεται προστατευτικά στη μαμά του και στα υπόλοιπα μέλη της οικογένειας; Δε νιώθετε περήφανος γι’ αυτό; Θυμηθείτε πως όσο ο γιος σας χρειάζεται την παρουσία σας, άλλο τόσο χρειάζεται κάποιες φορές και το χώρο του, ώστε να μπορεί να παίρνει κάποιες ευθύνες από μόνος του.
 
7. Μεγαλοψυχία
Όλοι χρειαζόμαστε τη στήριξη και τη μεγαλοψυχία των άλλων, στις δύσκολες ώρες της ζωής μας. Συχνά οι μπαμπάδες μαθαίνουν πολλά στους γιους τους, αλλά ξεχνούν να τους μάθουν την συμπόνια. Αλλά την χρειάζονται πολύ. Όπως έλεγε άλλωστε και ο Αριστοτέλης «η μεγαλοψυχία είναι σαν ένα κόσμημα που στολίζει όλες τις αρετές, γιατί τις κάνει μεγαλύτερες».
 
8. Καθοδήγηση
Ένας πατέρας μπορεί να καθοδηγήσει το γιο του με έναν τελείως διαφορετικό τρόπο απ’ ότι μια μητέρα. Ο πατέρας είναι το πρώτο πρόσωπο που δίνει έμπνευση στο γιο του. Και βέβαια στο δύσκολο δρόμο της καθοδήγησης θα πρέπει να έχετε υπομονή, κουράγιο και κατανόηση. Το αξίζει έτσι δεν είναι;
 
9. Πρόκληση
Τα αγόρια αγαπούν τις προκλήσεις. Τους αρέσει να σκαρφαλώνουν να πηδούν, να τρέχουν γενικά να αναπτύσσουν ταχύτητες. Μην τον εμποδίσετε, απλώς δείξτε του πότε χρειάζεται να πατάει φρένο.
 
10. Αγάπη
Δείξτε του πώς να αγαπάει. Πως; Αρχίζοντας από το να αγαπάτε την σύντροφο και την οικογένειά σας. Και μην ξεχνάτε πως δεν υπάρχει σωστός ή λάθος τρόπος να δείχνει κανείς την αγάπη του. Αρκεί να τη δείχνει.

Κοινωνικό και ατομικό συμφέρον: Μία δύσκολη ισορροπία

«Η προκοπή σας και η μάθησί σας να μην γίνει σκεπάρνι μόνο δια το άτομό σας, αλλά να κοιτάζει το καλό της κοινότητος, και μέσα εις το καλό αυτό ευρίσκεται και το δικό σας» (Θ. Κολοκοτρώνης, Λόγος στην Πνύκα).

Η ατομική πρόοδος και η κοινωνική εξέλιξη θεμελιώθηκαν πάνω στη δυνατότητα του ανθρώπου να προχωρά σε εκείνες τις υπερβάσεις που τον κατατάσσουν στην ανώτερη βαθμίδα της φυσικής δημιουργίας. Ιστορικά, δηλαδή, ο άνθρωπος δεν υπερέβη μόνο τη βιολογική του φύση και μετασχηματίστηκε σε πνευματικό ον αλλά τιθάσευσε τα άλογα πάθη του και τις ενστικτώδεις δυνάμεις στο όνομα της κοινωνικής συνύπαρξης.
 
Κορυφαία πράξη του ανθρώπου στην ιστορική του πορεία θεωρείται η παραίτησή του από τη μονομερή υπεράσπιση του ατομικού συμφέροντος προς όφελος του αντίστοιχου κοινωνικού. Έκτοτε η προσπάθεια του κοινωνικού ανθρώπου να συνδυάσει και να συνδέσει σε μια αρμονία τα δυο αυτά είδη συμφέροντος προσδιόρισε και να καθορίζει ακόμη και σήμερα την ποιότητα και την ταχύτητα της κοινωνικής εξέλιξης.
 
Ωστόσο, γενική παραμένει η διαπίστωση πως στις μέρες μας κυριαρχεί ένας αχαλίνωτος ατομικισμός, προϊόν ενός αρρωστημένου εγωκεντρισμού. Η τάση να εκθειάζεται ως αξία η ατομικότητα οδήγησε στην περιφρόνηση της αναγκαιότητας της κοινωνίας, ως «ενωμένης ολότητας». Απογυμνωμένος ο σύγχρονος άνθρωπος από κάθε ηθικό ενδοιασμό κι αποκομμένος από το «κοινωνικό είναι» αγωνίζεται για το προσωπικό του συμφέρον, αδιαφορώντας για το κοινωνικό, αν δεν το περιφρονεί – υπομονεύει φανερά και συνειδητά.

Φιλόσοφοι, κοινωνιολόγοι και ψυχολόγοι ερμηνεύοντας αυτό το φαινόμενο διαβλέπουν έναν κίνδυνο για το μέλλον των κοινωνιών που εμφανίζουν διαλυτικές τάσεις, πέρα από το γενικευμένο πνεύμα της «ανομίας». Γι’ αυτό προτείνουν τρόπους επανασύνδεσης του Ατόμου με την Κοινωνία, γιατί ο άνθρωπος δεν υφίσταται μόνον ως «ιδιώτης», αλλά και ως «πολίτης» με την αρχαιοελληνική έννοια του όρου. Οι δυο αυτές σφαίρες συνυπάρχουν και διαμορφώνουν το πλαίσιο μέσα στο οποίο το άτομο αρτιώνεται ως μονάδα και η κοινωνία εξελίσσεται. Την ανάγκη υπεράσπισης τόσο της ιδιωτικής σφαίρας όσο και της κοινωνικής διακήρυξε με έμφαση ο Περικλής στον «Επιτάφιό» του, κ.40
«Ένι τε τοις αυτοίς οικείων άμα και πολιτικών επιμέλεια, και ετέροις προς έργα τετραμμένοις τα πολιτικά μη ενδεώς γνώναι˙ μόνοι γαρ τον τε μηδέν τώνδε μετέχοντα ουκ απράγμονα, αλλ’ αχρείον νομίζομεν».
Υπάρχουν, λοιπόν, πολλοί λόγοι για τους οποίους το σύγχρονο άτομο οφείλει να προτάξει ως «προτεραιότητα» την υπεράσπιση του κοινωνικού συμφέροντος, χωρίς να παραιτηθεί από το δικαίωμα προστασίας του ατομικού του συμφέροντος. Εξάλλου η κοινωνία (κοινωνικό συμφέρον) προηγείται οντολογικά του ατόμου (ατομικό συμφέρον) και υπερέχει αξιολογικά.
 
Αρχικά, σημαντική κρίνεται η συμβολή του πνεύματος του κοινοτισμού στην προάσπιση του κοινωνικού συμφέροντος. Ο κοινοτισμός ως ιδέα και θεσμός ισορροπεί μεταξύ του υπερβολικού  ατομικισμού και της απόλυτης θυσίας στο γενικό συμφέρον. Συνιστά «μεσότητα» που έχει ως άκρα τον εγωκεντρισμό και τη διάχυση του προσωπικού ενδιαφέροντος στο κοινωνικό καλό. Είναι το μέσον ενός ευθύγραμμου τμήματος που έχει ως άκρα την απόλυτη προσωπική ελευθερία και το κοινωνικό συμφέρον.

Σύμφωνα με το κίνημα του κοινοτισμού ούτε η ατομική ελευθερία ούτε η ανθρώπινη ύπαρξη μπορούν να επιβιώσουν έξω από την κοινότητα στην οποία όλοι ανήκουμε. Ο κοινοτισμός εξάλλου ενισχύει τους δεσμούς μεταξύ των ανθρώπων, προβάλλει τις κοινές αξίες, τους ίδιους κανόνες, την κοινή ιστορία και την κοινή ταυτότητα. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο αναπτύσσεται η συλλογικότητα και το συντροφικό πνεύμα που συνιστούν τις βασικές προϋποθέσεις για τη διακονία του κοινωνικού συμφέροντος.
 
Επιπρόσθετα, το πνεύμα του κοινοτισμού χωρίς να καταργεί και να ακυρώνει την ατομική αυτονομία καλλιεργεί στα μέλη της κοινότητας την ψυχολογία της αλληλεξάρτησης, της αλληλεγγύης και της κοινής πορείας. Κανείς, δηλαδή, δεν μπορεί να εννοήσει τον εαυτό του έξω και ενάντια στην ομάδα και την κοινότητα, χωρίς αυτό, βέβαια, να επιφέρει την ισοπέδωσή του και την αγελοποίησή του. Ο κοινοτισμός αναδεικνύει την αξία του Εμείς και φράζει το ναρκισσιστικό Εγώ.
«Ναρθεί ένας να μου ειπεί ότι θα πάγει ομπρός η πατρίδα, στρέγομαι να μου βγάλει και τα δυό μου τα μάτια. Ότι αν είμαι στραβός, και η πατρίδα μου είναι καλά, με θρέφει˙ αν είναι η πατρίδα μου αχαμνά, δέκα μάτια νάχω, στραβός θανά μια» (Μακρυγιάννης).
Ωστόσο, η συνειδητοποίηση πως το ατομικό συμφέρον είναι υπάλληλος κύκλος του κοινωνικού συμφέροντος (Πατρίδα) μπορεί να επιτευχθεί μόνο μέσα από τη διαδικασία της κοινωνικοποίησης. Μια κοινωνικοποίηση που να στοχεύει όχι στην παροχή αποστεωμένων γνώσεων αλλά στη βιωματική σχέση – συνειδητοποίηση του αδιάσπαστου χαρακτήρα του ατομικού – ιδιωτικού με το συλλογικό – κοινωνικό. Δεν αρκεί, δηλαδή, μια απλή διδαχή από τους πρωτογενείς και δευτερογενείς φορείς κοινωνικοποίησης αλλά χρειάζεται η προσωπική «εμπλοκή» του ατόμου σε δράσεις και έργα που συνειδητά σκοπεύουν στην υπηρέτηση του κοινού καλού.
 
Χωρίς να παραβλέπεται ο ιδεολογικός εξοπλισμός του ατόμου, αναγκαία κρίνεται η συμμετοχή σε εκδηλώσεις, προγράμματα και δράσεις όπου η ομαδικότητα, η συλλογικότητα και ο αλτρουισμός σμιλεύουν το κοινοτικό πνεύμα και την κοινωνική συνείδηση. Ο διαπαιδαγωγητικός ρόλος της οικογένειας και του σχολείου συμβάλλει καταλυτικά στην ενστάλαξη των βασικών αρχών της κοινωνικής συνείδησης στον εύπλαστο ψυχισμό του νέου. Ο νέος, δηλαδή, διαπαιδαγωγείται από νωρίς και σταθερά στην αρχή περί διαλεκτικής σχέσης ατόμου και κοινωνίας.
 
Μιας σχέσης που αναδεικνύει την αναγκαιότητα προάσπισης του κοινωνικού συμφέροντος, γιατί όταν αυτό υποχωρεί και υποβαθμίζεται τότε δοκιμάζεται σκληρά και το ατομικό συμφέρον, όπως σχετικά επισημαίνει και ο Αριστοτέλης «αναιρουμένου του όλου, ουδ’ έσται πους, ουδέ χείρες». Γι’ αυτό, λοιπόν, ομολογείται από όλους πως η κοινωνικοποίηση ως διαδικασία γαλουχεί το νέο στην ανάγκη υπεράσπισης του κοινωνικού συμφέροντος, γιατί αυτό εκφράζει το «όλον», από το οποίο νοηματοδοτείται το μέρος.
«Ο άνθρωπος πραγματοποιεί τον εαυτό του όχι έξω αλλά μέσα στην πολιτεία και δια της πολιτείας…» (Ε. Παπανούτσος).
Ο Νίτσε προσπάθησε με τον Υπεράνθρωπο να υψώσει το άτομο, αλλά διαψεύστηκε από την εγγενή του αδυναμία (ατόμου). Το άτομο έξω από την κοινωνία – πολιτεία δεν υπάρχει.
 
Γι’ αυτό χρειάζεται και μια άλλη «κοινωνική ηθική» που θα προτάσσει το κοινωνικό συμφέρον έναντι του ατομικού. Σε αυτήν την ηθική μπορεί να συνεισφέρει η δημοκρατία που προϋποθέτει τη σύνθεση του ατομικού με το κοινωνικό.
 
Ο Σωκράτης πρώτος έδειξε το παράδειγμα. Προτίμησε το κώνειο από την αυτοαναίρεσή του. Προτίμησε το θάνατο από την εύκολη φυγή και προδοσία της διδασκαλίας του (προέχει η πατρίδα, οι νόμοι…). Όλα αυτά δεν συνιστούν ένα φθηνό «πατριωτισμό».
 
Σε μια πολιτεία γκρεμισμένη και βυθισμένη το πιθανότερο είναι κι εμείς να βουλιάξουμε. Ενώ, όμως, όπως έγραψε και ο Σοφοκλής στην «Αντιγόνη»:
«Ταύτης πλέοντες ορθής επί φίλους ποιούμεθα»

Η κατασκευή του «χριστιανικού θεού», κατά τις δύο πρώτες «οικουμενικές» συνόδους

Όπως το ιουδαϊκό ιερατείο εφηύρε τον «μοναδικό Θεό» του κατασκευάζοντας μύθους με υλικό από τους μεσοποτάμιους λαούς και δίνοντας δήθεν «θεόπνευστους» νόμους, προκειμένου να χαλιναγωγήσει και να συγκροτήσει σε ένα έθνος με μία κοινή πίστη διαφορετικούς λαούς (βλ. «Η Παλαιά Διαθήκη στο φως της κριτικής» του Γ. Κορδάτου), έτσι και ο πολυμορφικός Χριστιανισμός, σταδιακά και μέσα από ένα χάος δοξασιών, ατέρμονων αντιπαραθέσεων, πλαστογραφιών, βίας και απάτης, έφτασε στην κατασκευή του δικού του «θεού», χρησιμοποιούμενος από την πολιτική εξουσία, ώστε να δοθεί ενότητα πίστεως στην πολυεθνική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία.

Διαβάζοντας κάποιος τις σχετικές νομοθεσίες, ή αλλιώς έδικτα, των χριστιανών αυτοκρατόρων τα οποία μάς σώζονται, μπορεί να διαπιστώσει τον ανελέητο διωγμό που υπέστη η «άλλη» γνώμη, είτε θεολογική είτε φιλοσοφική, την προσπάθεια εξάλειψης των διαφορετικών παραδόσεων χάριν του «θεόπνευστου». Απολυταρχία και θεολογικός δογματισμός, τιμωρία και αποκλεισμός της πολυφωνίας, είναι τα κύρια χαρακτηριστικά της «χριστιανικής οικουμένης» που είχαν στόχο να δημιουργήσουν οι εξουσιαστές, με σκοπό να διαιωνίζουν την δήθεν θεόδοτη εξουσία τους.

Πριν προχωρήσουμε στο θέμα μας, που είναι το πώς διαμορφώθηκε ο χριστιανικός «Θεός» κατά τις δύο πρώτες «οικουμενικές» συνόδους, είναι καλό να δούμε πως ορίζεται και τι σημασία έχει η «οικουμενική σύνοδος» γενικά, κατά την ορθόδοξη θεολογία και πίστη. Αυτό θα το δούμε με βάση τις ορθόδοξες πηγές. Θα αναφερθούμε μόνο στις δύο πρώτες «οικουμενικές» συνόδους, διότι αυτές απετέλεσαν τον πυρήνα για να κτιστεί η εικόνα του «Θεού», όπως τον παρουσιάζει ο Χριστιανισμός. Όλες οι άλλες σύνοδοι, πηγάζουν από τις δύο πρώτες, όσον αφορά την θεολογία τους.

Έπειτα, θα δούμε ορισμένες από τις θεολογικές απόψεις των εκκλησιαστικών συγγραφέων μεταξύ 2ου και 3ου αιώνα, και θα κάνουμε σύγκριση με τα διαμορφωμένα πλέον δόγματα των δύο αυτών συνόδων.

Η «οικουμενική» σύνοδος, από την Ορθόδοξη εκκλησιαστική πλευρά

Ο Νικόδημος ο αγιορείτης, συγκέντρωσε σε ένα μεγάλο βιβλίο όλους τους κανόνες της Ορθόδοξης Εκκλησίας (δηλαδή, κανόνες «πατέρων» που έλαβαν δογματικό κύρος, κανόνες τοπικών συνόδων και «οικουμενικών»), τους οποίους σχολίασε. Αυτό το βιβλίο το ονόμασε «Πηδάλιο», διότι οι κανόνες αυτοί είναι το «τιμόνι» της Εκκλησίας. Όπως σημειώνεται στον πρόλογο του βιβλίου αυτού…
…όντως Πηδάλιον άλλο και Πυξίς πνευματική η Κανονική αύτη Βίβλος εστίν· επειδή αυτή μόνον, κατά αλήθειαν, ακριβώς και απαρεγκλίτως αφορά εις τον Πόλον, εις αυτόν δηλαδή τον Ουρανόν, και με αυτήν, ωσάν Πηδάλιον, ημπορεί ασφαλέστατα, και ακινδυνώτατα πάσα η του Χριστού Εκκλησία να διευθύνει τον δρόμον του πλοός της, εις εκείνον τον όντως γαλήνιον λιμένα της μακαρίας και ακηράτου λήξεως.
Αναφέρεται ότι τέσσερα είναι τα ιδιαίτερα νομικά χαρακτηριστικά για να ονομαστεί μία σύνοδος «οικουμενική».

Α. «Πρώτον μεν ιδίωμα όλων των Οικουμενικών είναι, το να συναθροίζωνται δια προσταγών, ουχί του Πάπα, ή του δείνος Πατριάρχου, αλλά δια προσταγών Βασιλικών» (σ. 104).

Β. «Δεύτερον, το να γίνεται ζήτησις περί πίστεως, και ακολούθως να εκτίθεται απόφασις και όρος δογματικός εις κάθε μίαν από τας Οικουμενικάς» (σ. 104).

Γ. «Τρίτον, το να ήναι πάντα τα εκτιθέμενα παρ’ αυτών δόγματα και οι Κανόνες, ορθόδοξα, ευσεβή και σύμφωνα ταις θείαις Γραφαίς, ή ταις προλαβούσαις Οικουμενικαίς συνόδοις» (σ. 104).

Δ. «Τέταρτον δε και τελευταίον, το να συμφωνήσουν και να αποδεχθούν τα παρά των Οικουμενικών συνόδων διορισθέντα και κανονισθέντα άπαντες οι ορθόδοξοι Πατριάρχαι» (σ. 104).

Τα παραπάνω στηρίζονται στην εξής λογική: Όταν ξεχώρισε μία από τις πολλές ομάδες του πολυμορφικού Χριστιανισμού, η πλέον πολυάριθμη και καλά οργανωμένη, άρχισε και η προοδευτική στήριξή της από την πολιτική εξουσία. Το όραμα της «νέας» εποχής που ήθελε να εφαρμόσει ο Κωνσταντίνος και την οποία κληροδότησε στους διαδόχους του, ήταν ένας ουράνιος αυτοκράτορας, ο θεός -ένας επίγειος αυτοκράτορας. Μία ουράνια βασιλεία -μία επίγεια, η χριστιανική οικουμένη. Μια ουράνια αλήθεια, μία πίστη, μία Εκκλησία. Εμπόδιο για αυτήν την θρησκευτική πολιτική αποτελούσε η ύπαρξη των εθνικών λατρειών και γενικά η ποικιλομορφία.

Όταν άρχισε να επικρατεί ο Χριστιανισμός, η πολυφωνία και το δικαίωμα στην διαφορετική άποψη άρχισαν να υποχωρούν σταδιακά και να επιβάλεται νέα γραμμή, την οποία θα έπρεπε όλοι να ακολουθούν.

Ο Ευσέβιος αναφέρει στον «Βίο του Κωνσταντίνου», ότι ο αυτοκράτορας είναι «κοινός επίσκοπος εκ θεού καθεστάμενος» («Εκκλησιαστική Ιστορία» Β. Στεφανίδης, σ. 150).

Έτσι, όπως χαρακτηριστικά αναφέρει ο γνωστός βυζαντινολόγος ιστορικός George Ostrogorsky:
Ο αυτοκράτορας δεν είναι μόνο ο ανώτατος διοικητής του στρατού, ο ανώτατος δικαστής και ο μοναδικός νομοθέτης, είναι ακόμη προστάτης της Εκκλησίας και της ορθής πίστεως. Είναι ο εκλεκτός του Θεού, και για αυτό όχι μόνο ο αυθέντης και δεσπότης, αλλά και η ζωντανή εικόνα του χριστιανικού κράτους που του εμπιστεύθηκε ο Θεός («Ιστορία του Βυζαντινού Κράτους», σ. 88-89).
Από την επιβολή του Χριστιανισμού και μετά, δεν έχουμε πλέον ελεύθερες φυσικές λατρείες, αλλά έχουμε «εκκλησία», δηλαδή «ποιμνιοποίηση», ευνουχισμό και σταμάτημα της ελεύθερης σκέψης, «ορθή» πίστη σε αντιδιαστολή –προφανώς- με τις «πλάνες». Ακόμα και οι όποιες επιστήμες, μέχρι την εποχή του Διαφωτισμού, ήταν υπό την κηδεμονία και τον έλεγχο της Βίβλου και της θεολογίας.

Σε άλλο σημείο, αναφέρει ο ίδιος καθηγητής:
Η συνεργασία κράτους και Εκκλησίας, που θεμελίωσε ο Κωνσταντίνος, απέφερε μεγάλα οφέλη και στις δύο πλευρές, δημιούργησε όμως και εντελώς νέα προβλήματα. Η χριστιανική θρησκεία εξασφάλισε ισχυρή πνευματική ενότητα στο βυζαντινό κράτος όπως και ισχυρό ηθικό έρεισμα στην αυτοκρατορική απολυταρχία. Η Εκκλησία αποκόμισε πλούσια υλική ενίσχυση από το κράτος, υποστηρίχθηκε από αυτό στην ιεραποστολική της δράση και στον αγώνα της εναντίον των εχθρών της, κατέληξε όμως έτσι κάτω από την κηδεμονία του. Από την άλλη πλευρά το κράτος, που συνέδεσε τις τύχες του με την Εκκλησία, συμπαρασύρθηκε στις ατέρμονες διαμάχες των εκκλησιαστικών παρατάξεων. Οι δογματικές έριδες έπαψαν πια να είναι εσωτερική υπόθεση της Εκκλησίας μόνον. Συνδυάστηκαν με πολιτικές σκοπιμότητες και έτσι επηρέασαν όχι μόνο την εκκλησιαστική αλλά και την πολιτική ζωή της αυτοκρατορίας (ο. π. σ. 106).
Στην ίδια σελίδα, επισημαίνεται και ο ρόλος του αυτοκράτορα στις συνόδους, φέροντας ως παράδειγμα τον Κωνσταντίνο στην Α΄ «οικουμενική»: «Ο αυτοκράτορας όχι μόνο συγκάλεσε τη σύνοδο και προήδρευσε στις συνεδρίες της, αλλά και επηρέασε ουσιαστικά τις αποφάσεις της».

Έτσι, την εποχή εκείνη, συμπίπτει η αποκρυστάλλωση των «ορθόδοξων» δογμάτων και η αναπόφευκτη καταδίκη των «αιρετικών» εξαιτίας των πολιτικών σκοπιμοτήτων. «Ορθόδοξο», καθίσταται το οτιδήποτε θρησκευτικό, πάνω στο οποίο στηρίχτηκε η ενότητα της αυτοκρατορίας. Αυτό έπρεπε να διαφυλαχθεί με κάθε θυσία.

Ο αυτοκράτορας επιθυμεί την ενότητα των υπηκόων του. Οποιαδήποτε παρέκκλιση από την «αλήθεια» που καθόρισαν κάποιοι, απαιτεί την άμεση λήψη νομοθετικών μέτρων, τόσο από πλευράς πολιτείας (τα έδικτα), όσο και από πλευράς Εκκλησίας (κανόνες). Ο αυτοκράτορας συγκαλεί συνόδους και σε αυτές «ζητείται η πίστη», όπως γράφει ο Νικόδημος.

Η πίστη όμως αυτή πρέπει να διαφυλάσσει την «οικουμενική» ενότητα και «ειρήνη». Πρέπει να είναι αυτή που θεσπίστηκε από τους «νικητές», δηλαδή «ορθόδοξη». Νομοτελειακά, οφείλει να συμφωνεί με την πίστη των προγενέστερων συνόδων και τις «ορθόδοξες» ερμηνείες της Γραφής. Φυσικά, και οι λεγόμενοι «αιρετικοί», στήριζαν την επιχειρηματολογία τους στις…ίδιες Γραφές. Όμως, δεν έχουμε κανένα σύγγραμμά τους ολοκληρωμένο, παρά μόνο γνωρίζουμε τι είπαν μέσα από τις απαντήσεις των «ορθόδοξων». Μάλιστα, μερικές φορές, διαστρεβλωμένα. Και ενώ αριθμεί η χειρόγραφη πατερική παράδοση πλήθος «αντιαιρετικών» κειμένων, δεν έχουμε ολοκληρωμένο σωζόμενο έργο «αιρετικών». Τέλος, πρέπει όλοι οι πατριάρχες να αναγνωρίζουν τις αποφάσεις. Όσοι δεν το κάνουν, απλά καθαιρούνται και καταδικάζονται ως «αιρετικοί», όπως για παράδειγμα ο πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως, Νεστόριος.

Στην συνέχεια, στο «Πηδάλιο», αναφέρει ο Νικόδημος άλλα τέσσερα χαρακτηριστικά της «οικουμενικής» συνόδου, από θεολογικής σκοπιάς:

Α. Η «Οικουμενική» έχει παντοτινή ισχύ («Πηδάλιο», σ. 105)
Β. Είναι αλάθητη και αναμάρτητη, ούσα θεόπνευστη (ο. π. σ. 105).
Γ. Είναι υπεράνω Πατριαρχών (ο. π. σ. 105)
Δ. Με τις αποφάσεις της («όροι», σύμφωνα με την θεολογική γλώσσα), βάζει τέρμα στις αντιλογίες «αιρετικών» και «σχισματικών» (ο. π. σ. 105).

Δύο πράγματα που πρέπει να τονίσουμε ακόμα, είναι ότι η «οικουμενική» ερμηνεύει τα ασαφή της Γραφής, και ότι είναι…υπεράνω της Γραφής. Στην ουσία, όσα αποφασίσει η θρησκευτική εξουσία, πάντα κατά την «ορθόδοξη» γραμμή, είναι ερμηνεία πάνω στις Γραφές και υπερβαίνει…τις Γραφές.

Έτσι, γράφει ο Νικόδημος:
Είπα ότι ο έσχατος κριτής εν τη Εκκλησία δεν ήναι η αγία Γραφή, ως λέγουσι τούτο οι Λουθηροκαλβινισταί, αλλ’ Οικουμενική σύνοδος, καθ’ ότι εις πολλά μέρη ασαφώς λαλούσα η θεία Γραφή, και έκαστος των αιρετικών προς την εδική του αίρεσιν στρεβλών το ασαφές νόημα των Γραφών, εξ ανάγκης χρειάζεται ερμηνεία δια να εξηγήση το αληθές αυτής νόημα, ος τις δεν είναι άλλος, παρά η Οικουμενική σύνοδος (ο. π . σ. 105).
Άξιο αναφοράς είναι ότι στην ΣΤ΄ «οικουμενική», νομοθετείται ότι οι διδάσκαλοι της Εκκλησίας δεν πρέπει να ερμηνεύουν τις Γραφές διαφορετικά από όσα ορίζουν οι κανόνες των συνόδων.

Στον κανόνα ΙΘ΄, ορίζεται «μὴ παρεκβαίνοντας τοὺς ἤδη τεθέντας ὅρους, ἢ τὴν ἐκ τῶν θεοφόρων Πατέρων παράδοσιν». Και ο Νικόδημος σχολιάζει: «Οι τοιούτοι όμως να μην διδάσκουν από εδικά των λόγια και νοήματα, αλλά από τα της Θείας Γραφής, χωρίς να εβγαίνουν έξω από τους επικυρωθέντας συνοδικώς όρους και δόγματα της πίστεως, ή έξω από την των Θεοφόρων Πατέρων παράδοσιν» (ο. π. σ. 195).

Ο πανεπιστημιακός θεολόγος, Ι. Καρμίρης, γράφει:
[…] τας περί πίστεως αποφάσεις ή όρους των υπό της καθολικής χριστιανικής συνειδήσεως αναγνωρισθεισών επτά αρχαίων Οικουμενικών Συνόδων, αίτινες μόνον είναι φορείς, διερμηνείς και όργανα εκφράσεως του αλαθήτου της Εκκλησίας. Δια τούτο μόνον εις τας δογματικάς αποφάνσεις αυτών αποδίδει ευλόγως αιώνιον κύρος, απόλυτον αξίαν και αυθεντίαν και καθολικόν και υποχρεωτικόν χαρακτήρα, θεωρούσα αυτάς ως τα κυριώτατα γραπτά μνημεία της ιεράς Παραδόσεως, και ως κανονικούς και αυθεντικούς και αμετακινήτους γνώμονας της Ορθοδόξου πίστεως. Ως εκ τούτου μόνον τους οικουμενικούς τούτους δογματικούς όρους χρησιμοποιεί ως κυρίαν και πρωτεύουσαν πηγήν της δογματικής διδασκαλίας της, ισόκυρον και ισότιμον προς την Αγίαν Γραφήν, άτε περιέχουσα την γνησίαν ιεράν Παράδοσιν, ήτις μετά της αγίας Γραφής αποτελούσι τας δύο ισοκύρους και ισοδυνάμους και ισοστασίους πηγάς της ορθοδόξου πίστεως («Δογματικά και συμβολικά μνημεία της Ορθοδόξου καθολικής Εκκλησίας», Ι. Καρμίρης, τ. 1, σ. 17).
Θεολογικές απόψεις για τον Χριστό και την Τριάδα, κατά τον 2ο και 3ο αιώνα

Οι χριστιανοί κατά τον 1ο–2ο αιώνα δεν είχαν ακόμα τον κανόνα με τα αποδεκτά –για αυτούς- βιβλία. Αυτό έγινε πολύ αργότερα, μεταξύ του 4ου-6ου αιώνα. Δεν υπήρχαν ακόμα αποκρυσταλλωμένα «δόγματα πίστεως», καθολικώς αποδεκτά. Κάθε κοινότητα ακολουθούσε τις δικές τις παραδόσεις και δέχονταν διαφορετικά βιβλία η κάθε μία. Για αυτόν τον λόγο, κυκλοφορούσε πληθώρα «ευαγγελίων», «Πράξεων», επιστολών, και «αποκαλύψεων».

Οι κυριότερες απόψεις που υπήρχαν κατά την εποχή εκείνη αλλά είτε δεν επικράτησαν, είτε μετασχηματίστηκαν, είναι οι ακόλουθες:

Α) Ο Χριστός δεν είναι κατά φύση θεός, αλλά υιοθετήθηκε.

Β) Υιοθετήθηκε κατά την «ανάσταση».

Γ) Υιοθετήθηκε κατά την βάπτιση.

Δ) Ο Χριστός ήταν ένα θεϊκό ον (όχι όμως θεός), που φάνηκε ως άνθρωπος, χωρίς να είναι (δοκητισμός).

Ε) Ο Χριστός είναι ο Θείος Λόγος που «έγινε σάρξ». Η θεολογία της «σάρκωσης» άρχισε να αναπτύσσεται προς τα τέλη του 1ου αιώνα (βλ. κατά «Ιωάννη» ευαγγέλιο, και τις καθολικές επιστολές Α’, Β’, και Γ’ «Ιωάννη»), και έδωσε ισχυρό πλήγμα έναντι των άλλων θεολογιών, και ειδικά του δοκητισμού. Παρ’ όλα ταύτα, πουθενά δεν επεξηγείται αν έχουμε ένωση δύο τέλειων φύσεων σε μία υπόσταση, αν η θεία φύση απορρόφησε την ανθρώπινη, ή εάν ο Λόγος ενοίκησε στον Ιησού, και αρκετά ακόμα θέματα που διευκρινίστηκαν στην τρίτη, τέταρτη και έκτη «οικουμενική».

ΣΤ) Μέσα στον Ιησού κατοίκησε ένα θεϊκό ον προσωρινά, το οποίο αποχωρίστηκε από αυτόν κατά τον θάνατο του Ιησού. Αυτή η ενοίκηση έλαβε χώρα κατά την βάπτιση.

Κατά τον 3ο αιώνα, από τις παραπάνω θεολογικές απόψεις, ο δοκητισμός ήταν που έπνεε τα λοίσθια. Όλες οι άλλες απόψεις, επιβίωσαν, είτε αυτούσιες είτε ως προς τον βασικό τους πυρήνα. Για παράδειγμα, σπέρματα της θεολογίας του «διαχωρισμού» (περίπτωση «Ε»), διασώθηκαν στην διδασκαλία του Νεστόριου. Σήμερα, υπάρχουν Νεστοριανές εκκλησιαστικές κοινότητες.

Θεολογικές ζυμώσεις επί θεολογικών ζυμώσεων πριν ακόμα «ξεκαθαριστούν» τα πράγματα δια των «οικουμενικών» συνόδων. Θεολόγοι και εκκλησιαστικές προσωπικότητες προσπαθούσαν να βρουν τρόπους και φόρμουλες προκειμένου να συνδέσουν τα τρία θεία πρόσωπα που προβάλλουν οι Γραφές, σε μία θεότητα, χωρίς να κινηθούν στον πολυθεϊσμό.

Όλες οι απόψεις που συζητιούνταν, στηρίζονταν σε επιμέρους κομμάτια των Γραφών, ανάλογα με το πώς κατανοούσε ο κάθε ένας. Λέγοντας «Γραφές», εννοούμε βέβαια την πνευματική κληρονομιά που μοιράζονται οι χριστιανοί με τους Ιουδαίους και τα κείμενα αυτά που ανάγονταν (δήθεν) στους αποστόλους, με τις όποιες διαφοροποιήσεις στις κατά τόπους κοινότητες.

Για αυτόν τον λόγο, και με σκοπό να λησμονηθούν οι απόψεις που διέφεραν και δεν συντελούσαν στην «ενότητα», όταν επικράτησαν οι «νικητές», δογμάτισαν αυθαιρέτως ανάμεσα στα τόσα άλλα και το ότι η «οικουμενική» είναι ο αυθεντικός ερμηνευτής στα «ασαφή» των Γραφών. Όταν κάποιος διαφωνεί με την «οικουμενική», καθίσταται «αιρετικός», αναθεματισμένος, και απόβλητος από την «μητέρα» Εκκλησία.

Από την προσπάθεια σύνδεσης των τριών θείων προσώπων σε μία θεότητα, αναπτύχθηκε η λεγόμενη «χριστολογία» και η «τριαδολογία». Δηλαδή, λόγος περί της σχέσεως του Χριστού με την θεότητα, και λόγος περί της μεταξύ τους σχέσης του Πατρός, του Υιού και του Αγίου πνεύματος.

Απολογητές, θεολόγοι και εκκλησιαστικοί, προσπάθησαν να δώσουν «ορθόδοξες» λύσεις. Ωστόσο, πολλά από όσα προτάθηκαν, σε σύγκριση με όσα θα δογματίσει η Εκκλησία αργότερα, είναι «αιρετικά». Ας δούμε επιλεκτικά, κάποιες από αυτές τις θέσεις.

1. Στην ανώνυμη ομιλία, την δήθεν Β΄ επιστολή του «Κλήμεντα Ρώμης», περίπου το 140-150, ο Χριστός ταυτίζεται με το Άγιο πνεύμα. Είναι σημαντικό το κείμενο, διότι κάποτε είχε καταχωρηθεί στον Κανόνα της Κ.Δ («Πατρολογία» Παπαδόπουλου Α΄, σ. 199).

2. «Ο Ιουστίνος», όπως γράφει ο πατρολόγος Π. Χρήστου, «αν και έχει υπ’ όψιν του τον τελετουργικόν βαπτισματικον τύπον εις Τριάδα και τον Λόγον καλεί Υιόν του Θεού και Θεόν και Χριστόν, φαίνεται ότι από τινός απόψεως θεωρεί τούτον κατώτερον του Πατρός, όπως και το Πνεύμα. Βεβαιώνει ότι οι Χριστιανοί προσκυνούν “δημιουργόν τούδε του παντός… Υιόν αυτού του όντος Θεού μαθόντες και εν δευτέρα χώρα έχοντες, Πνεύμα τε προφητικόν εν τρίτη τάξει”. Ο Λόγος υπήρχε προαιωνίως εντός του Πατρός, αλλά δεν εγεννήθη προαιωνίως, εγεννήθη εν χρόνω. “Αρχήν προ πάντων των κτισμάτων ο Θεός γεγέννηκε δύναμιν τινά εξ εαυτού λογικήν, ήτις δόξα Κυρίου υπό του Πνεύματος του αγίου καλείται, πότε δε Υιός, πότε δε Σοφία, πότε δε Άγγελος, πότε δε Θεός, πότε δε Κύριος και Λόγος”. […] Ο Χριστός είναι “άνθρωπος εν ανθρώποις”, αλλά γεννάται το ερώτημα αν είναι πλήρης άνθρωπος. Ο Ιουστίνος δεν το λέγει και ίσως δεν το πιστεύει. Δεν είναι όμως τούτο το μόνον μειονέκτημα της χριστολογίας αυτού, διότι αύτη χωλαίνει πράγματι γενικότερον» (Πατρολογία, τ. Β΄, σ. 565).

Με πιο απλά λόγια, ο Ιουστίνος μιλάει για Τριάδα, αλλά θέτει ιεραρχία στην Τριάδα. Δεν την αντιλαμβάνεται όπως θα διατυπωθεί αργότερα στο δόγμα. Ο Πατήρ είναι ο πρώτος, ο όντως θεός, δεύτερη τάξη ο Υιός, τρίτη τάξη το Πνεύμα. Ο Υιός, εφόσον γεννήθηκε εν χρόνω, είναι υποδεέστερος του Πατρός. Τα ίδια θα πει αργότερα και ο Άρειος. Με την διαφορά, ότι ο Ιουστίνος ποτέ δεν κατακρίθηκε ως «αιρετικός» αλλά τιμήθηκε ως «άγιος», ενώ ο Άρειος κατακρίθηκε και αναθεματίστηκε. Αυτό δείχνει πολύ καθαρά ότι το «ορθόδοξο» διέφερε στις εποχές των δύο αυτών ανδρών.

3. Ο απολογητής Αθηναγόρας, που έδρασε γύρω στο 160-180, αναφέρεται μεν στην τριαδικότητα του θεού, αλλά δεν θεωρεί τον Υιό και το Άγιο πνεύμα ως αυτουπάρξεις (ο. π. σ. 276).

4. Ο επίσκοπος Σάρδεων, Μελίτων, που έδρασε γύρω στο 160-180, χαρακτηρίζεται ως «σπουδαία εκκλησιαστική και θεολογική μορφή». Σημειώνεται ότι «η περιγραφή και η ερμηνεία του προσώπου του Χριστού αποδίδει γενικά την χριστολογία του Β΄ αιώνα» και «ενίοτε γίνεται πρόδρομος της μεταγενέστερης χριστολογίας». Αναφέρεται στις δύο φύσεις του Χριστού, αλλά τον ταυτίζει ενίοτε με τον Πατέρα θεό, προετοιμάζοντας τον μοναρχιανισμό και τον σαβελλιανισμό. «Βέβαια ο Μελίτων δεν προετοιμάζει συνειδητά καμία κακοδοξία, εκφράζει απλώς την εποχή του» («Πατρολογία» Στ. Παπαδόπουλου Α΄, σ. 258-260).

5. Για τον Κλήμη Αλεξανδρείας, γράφει ο Φώτιος στην «Μυριόβιβλο»…
Ονειροπολεί ότι οι άγγελοι έρχονται σε επαφή με γυναίκες και κάνουν παιδιά μαζί τους, και ότι ο Λόγος δεν έλαβε σάρκα, αλλά μόνο πιστεύθηκε πως έλαβε. Επίσης ελέγχεται για την τερατολογία ότι ο Πατέρας έχει δύο Λόγους· από αυτούς ο κατώτερος εμφανίσθηκε στους ανθρώπους ή μάλλον ούτε εκείνος. Γιατί γράφει: «Λέγεται βέβαια και ο Υιός Λόγος, έχοντας το ίδιο όνομα με τον Πατρικό Λόγο, δεν είναι όμως αυτός που έγινε σάρκα. Ούτε και ο Πατρικός Λόγος, αλλά κάποια δύναμη του Θεού, σαν μια απόρροια αυτού του Λόγου, αφού έγινε νους, εισήλθε στις καρδιές των ανθρώπων».
(Φώτιος, ΕΠΕ 5, σ. 427)
6. Ο Θεόφιλος Αντιοχείας, που έδρασε μεταξύ 169-188, θεωρούσε ότι αρχικά ο Λόγος ήταν ενδιάθετος (άρα, δεν ήταν πρόσωπο ξεχωριστό, αλλά χωρίς υπόσταση εντός του Θεού), και όταν αποφάσισε να δημιουργήσει, τον γέννησε ως προφορικό λόγο. Τότε συγκροτήθηκε και η τριάδα (Πατρολογία Π. Χρήστου, τ. Β΄, σ. 596). Αργότερα αυτή η άποψη θα κατακριθεί ως βλάσφημη από τον Αθανάσιο, αλλά στο πρόσωπο του Αρείου. Άλλο ένα χτυπητό παράδειγμα ότι η «ορθοδοξία» δεν έχει σταθερό σημείο αναφοράς.

7. Μερίδα θεολόγων ισχυρίζονταν ότι ο Θεός είναι ένας, αλλά υπάρχει σε τρεις μη διακριτές μορφές. Αυτοί ονομάστηκαν «μοναρχιανοί». Δηλαδή, ο Θεός είναι ένα πρόσωπο, ο Πατήρ. Από αυτούς, άλλοι δέχονταν ότι ο Πατήρ «ενσαρκώθηκε» σε Υιό και έπαθε, όπως ο Νοητός γύρω στο 180, και ο Πραξέας με τον Θεόδοτο γύρω στο 190. Αυτοί ονομάστηκαν «Πατροπασχίτες». Άλλοι, ότι ο Ιησούς υιοθετήθηκε, συνεπώς δεν είναι το δεύτερο θείο πρόσωπο που προσέλαβε την ανθρώπινη φύση, αλλά θεόπνευστος άνθρωπος. Ο Σαβέλλιος περίπου το 200, πρότεινε κάτι άλλο. Ότι ο Θεός παρουσιάστηκε διαδοχικά με τρία προσωπεία ή με τρεις διαφορετικούς τρόπους. Άλλοτε ως «Πατήρ», άλλοτε ως «Υιός», άλλοτε ως «Πνεύμα άγιο».

8. Ο Ιππόλυτος γύρω στο 210, έθετε και αυτός ιεραρχία στην Τριάδα. Όπως αναφέρει ο πατρολόγος Π. Χρήστου, «Πρωτύτερα υπήρχε μόνον ο Θεός και έπειτα εγεννήθη ο Λόγος, και μάλιστα κατ’ ελευθέραν θέλησιν του Πατρός, όπως κατά τον Ιουστίνον. Αλλ’ ούτω δεν δύναται να είναι ισότιμος με τον Πατέρα [..]» («Πατρολογία», τ. Β΄, σ. 741).

Ακόμα, «Είναι χαρακτηριστικόν ότι δεν ωνόμαζεν πρόσωπον και το Πνεύμα και ότι υπέτασε τον Λόγον εις τον Πατέρα· επομένως δεν είχε συλλάβει την ορθόδοξον έννοια της τριαδικότητος του Θεού, όπως άλλωστε συνέβαινε με τους περισσότερους εκ των θεολόγων της προ της συνόδου της Νικαίας περιόδου» (ο. π. σ. 742). Δηλαδή, πριν την Α΄ «οικουμενική», ΔΕΝ υπήρχε στους περισσότερους θεολόγους η σύλληψη της τριάδας, όπως διατυπώθηκε μετά!

9. Ο Τερτυλλιανός δέχεται ότι η «προέλευση του Υιού έγινε δι’ απορροής από την πηγή, που είναι ο Πατήρ, του οποίου όμως είναι μέρος, όχι το όλον, της ουσίας» («Πατρολογία» Στ. Παπαδόπουλου, τ, Α΄, σελ. 360).

10. Ο Ωριγένης γύρω στο 229, στο σημαντικότατο έργο του «Περί των πρώτων αρχών», όπου καταγράφει συστηματικά την θεολογία της εποχής του και που κάποιοι έχουν φροντίσει να κρατηθεί ανέκδοτο στις μέρες μας για ευνόητους λόγους, θεωρεί ότι ο Υιός είναι κατώτερος του Πατρός, και το Πνεύμα του Υιού. Έτσι, κατά την συνήθη τακτική, ιεραρχούσε τα πρόσωπα της Τριάδος.

«Ο Πατήρ, που είναι ακατάληπτος και άρρητος, είναι ο Θεός, ο κατ’ εξοχήν και κυρίως Θεός, είναι ο μόνος ¨αυτοθεός¨· ενώ και αυτός ο Κύριος είναι ¨μετοχή της εκείνου θεότητος θεοποιούμενον, ουχ ως ο θεός, αλλά θεός¨, είναι ¨εικών πρωτοτύπου¨, κατώτερος του Πατρός, με μικρότερη δύναμη, ¨δεύτερος θεός¨. Και το Άγιο πνεύμα εν συνεχεία είναι κατώτερο του Υιού» (ο. π . σ. 401).

11. Ο Παύλος ο Σαμοσατεύς περίπου το 260, δέχονταν τον Θεό ως ένα πρόσωπο και τον Υιό και το Άγιο πνεύμα ως απρόσωπες δυνάμεις οι οποίες συνταυτίζονταν, ενώ δεν δέχονταν την υπερφυσική γέννηση του Ιησού.

12. Ο Άρειος, ο οποίος «κατήγετο εκ Λιβύης και ήτο καλώς μεμορφωμένος, ευσεβής και ασκητικός» (Εκκλησιαστική Ιστορία Β. Στεφανίδη, σ. 172), δίδασκε ότι ο Υιός είναι ανόμοιος ως προς την ουσία με τον Πατέρα, και αρνούνταν την Τριαδικότητα του θεού. Ο Ωριγένης είχε πρωτύτερα διδάξει την υπόταξη του Υιού και Λόγου στον Θεό Πατέρα, και είχε φτάσει στην ιδέα ότι ο Υιός είναι ετέρας ουσίας από τον Πατέρα και κτίσμα (ο. π. σ. 166-209).

13. Ο Απολλινάριος το 360, που θεωρείται ως «ο δεξιώτερος και γονιμότερος συγγραφεύς της εποχής εκείνης και ως ασκήσας την μεγαλυτέραν επίδρασιν» (ο. π . σ 210), δίδασκε ότι ο Θεός Λόγος δεν προσέλαβε ολόκληρη την ανθρώπινη φύση, αλλά μόνο το σώμα και το άλογο μέρος της ψυχής. Η ένωση ήταν φυσική και η θεία αφομοίωσε την ανθρώπινη.

14. Στον αντίποδα, ο Διόδωρος Ταρσού και ο Θεόδωρος Μοψουεστίας διεχώριζαν πλήρως τον Θεό Λόγο από τον Ιησού, ώστε να μιλούν για «δύο Υιούς». Το ίδιο και ο μαθητής του Θεόδωρου Μοψουεστίας, ο Νεστόριος, που «διεκρίθη ως ρήτωρ και συγγραφεύς» (ο. π. σ. 215). Με αυτούς τους τελευταίους ασχολήθηκε η Γ΄ «οικουμενική».

Αν και πρόκειται για εκκλησιαστικά πρόσωπα, θα μπορούσε κανείς να ισχυριστεί ότι οι διδασκαλίες τους ήταν θεολογικές προσωπικές πεποιθήσεις. Η αλήθεια όμως είναι ότι δεν ήταν. Διότι, υπήρχαν ολόκληρες σχολές, κυριότερες εκ των οποίων η της Αντιόχειας και της Αλεξάνδρειας. Για την Αλεξανδρινή σχολή, που έκλινε προς την αλληγορική μέθοδο της Γραφής, σημειώνει ο πατρολόγος Στ. Παπαδόπουλος ότι η «άσκηση της θεολογίας όχι πάντοτε στους κόλπους της εκκλησιαστικής παραδόσεως», και καταλήγει ότι αυτό «οδήγησε στην παρέκκλιση και την αίρεση» (Α΄ τόμος, σ. 355). Στον αντίποδα, η σχολή στην Αντιόχεια προτιμούσε την ιστορικογραμματική μέθοδο για την ερμηνεία των Γραφών, και «εδέχετο τον δυναμικόν μοναρχιανισμόν» (Εκκλησιαστική Ιστορία, Β. Στεφανίδη, σ. 213). Μάλιστα ο Νεστοριανισμός, προέκυψε από αυτήν την σχολή. Στο ζήτημα της ενώσεως των δύο φύσεων στο πρόσωπο του Χριστού, «αι δύο αύται θεολογικαί σχολαί, η της Αλεξανδρείας και η της Αντιοχείας, ευρεθείσαι και εις το ζήτημα τούτο αντίθετοι και αντιμέτωποι αλλήλων» (ο. π. σ. 212).

Οι δύο πρώτες «οικουμενικές» και ο ρόλος του αυτοκράτορα

Στην πραγματικότητα, όλα αυτά έφερναν πονοκεφάλους και ζαλάδες όχι μόνο στην Εκκλησία αλλά και την Πολιτεία. Ακόμα δεν υπήρχαν αποκρυσταλλωμένα δόγματα βάσει των οποίων έπρεπε να κινηθούν οι «ορθόδοξες» ερμηνείες πάνω στα βιβλικά χωρία, αλλά ακόμα δεν υπήρχε ομοφωνία ούτε καν για τα βιβλία που θα έπρεπε να δέχονται οι χριστιανοί. Έπρεπε λοιπόν να γίνει μία αρχή. Και ενώ προηγουμένως οι διαμάχες και οι διαφωνίες αφορούσαν το κομμάτι της πίστης, τώρα πλέον αφορούσαν την εσωτερική σταθερότητα της ίδιας της αυτοκρατορίας. Έπρεπε κάποιες από τις γνώμες να γίνουν «αναλλοίωτα» δόγματα πίστεως, και οι απόψεις που ξεκλίνουν, «αιρέσεις». Έτσι, οι εξουσιαστές «έδωσαν τα χέρια» και οι μεν της θρησκευτικής μερίδας άρχιζαν να «αφορίζουν» και να «αναθεματίζουν», οι δε της πολιτικής, να κάνουν νόμο την «ορθόδοξη» πίστη, κυνηγώντας ανελέητα κάθε διαφορετική μορφή θρησκευτικής πίστης.

Ας δούμε τον ρόλο του αυτοκράτορα στις «οικουμενικές» συνόδους.

Ο Βασίλειος Στεφανίδης, γράφει:
Η Εκκλησία καθόρισε την διδασκαλία αυτής επισήμως δι’ οικουμενικών συνόδων. Αύται ήρχισαν συγκαλούμεναι από του Μεγάλου Κωνσταντίνου, διότι τότε υπήρχεν ειρήνη, ασφάλεια και τα απαιτούμενα μέσα προς σύγκλησιν τοιούτων συνόδων, τότε υπήρχε χριστιανός αυτοκράτωρ, ο οποίος επικυρών τας αποφάσεις αυτών επέβαλλεν αυτάς εις όλον το κράτος. Ο δογματικός άρα καθορισμός της χριστιανικής διδασκαλίας είναι αποτέλεσμα των νέων συνθηκών, εις τας οποίας ευρέθη η χριστιανική Εκκλησία από του Μ. Κωνσταντίνου. Αλλ’ ήδη προ αυτού είχεν αρχίσει προπαρασκευαστικόν στάδιον του καθορισμού της χριστιανικής διδασκαλίας, ήτοι σκέψις και συζήτησις περί δογματικών ζητημάτων («Εκκλησιαστική Ιστορία», σ. 166).
Αλλού, αναφέρει:
Ο αυτοκράτωρ συνεκάλει τας οικουμενικάς συνόδους, διηύθυνεν αυτάς προσωπικώς ή δια αντιπροσώπων, τας συνοδικάς αποφάσεις καθίστα νόμους του κράτους, και εκ των αντιμαχομένων δογματικών διδασκαλιών αυτός ενίοτε ώριζε, τις θα επεκράτει.
(ο. π. σ. 149)
Ο George Ostrogorsky, γράφει παρομοίως:
Η πιο σαφής έκφραση του εκχριστιανισμού του ρωμαϊκού κράτους στην εποχή του Μ. Κωνσταντίνου με σοβαρότατες επιπτώσεις για το μέλλον του, ήταν η σύγκλιση της οικουμενικής συνόδου της Νικαίας το 325, της πρώτης από τις οικουμενικές συνόδους που έθεσαν τα θεμέλια της δογματικής διδασκαλίας και των κανόνων της χριστιανικής εκκλησίας. Ο αυτοκράτορας όχι μόνο συγκάλεσε τη σύνοδο και προήδρευσε στις συνεδρίες της αλλά και επηρέασε ουσιαστικά τις αποφάσεις της.
(«Ιστορία του Βυζαντινού κράτους», τ. Α΄, σ. 106)
Σε άλλο σημείο του έργου του, ότι…
Ο Θεοδόσιος ο Α΄, θερμός οπαδός του συμβόλου της Νίκαιας, υποστήριξε την Ορθοδοξία με όλη του την δύναμη και πολέμησε χωρίς οίκτο τους εθνικούς και τους ετερόδοξους αιρετικούς. Κατά τη διάρκεια της βασιλείας του ολοκληρώθηκε ο εκχριστιανισμός της αυτοκρατορίας. Η ορθόδοξη χριστιανική πίστη ανακηρύχθηκε αποκλειστική κρατική θρησκεία, ενώ καταδικάστηκαν και απαγορεύτηκαν οι άλλες θρησκείες και ομολογίες. Μετά από μακροχρόνιους πολέμους στο δυτικό τμήμα της αυτοκρατορίας ο Θεοδόσιος πέτυχε, λίγο πριν από τον θάνατό του, να συνενώσει για μια ακόμη φορά την αυτοκρατορία (ο. π. σ. σελ. 114- 115).
Αλλά και για την δεύτερη «οικουμενική» σύνοδο, γράφει ο Β. Στεφανίδης, ότι αρχικά συγκλήθηκε ως σύνοδος του ανατολικού κράτους και ότι έναν χρόνο μετά αναγνωρίστηκε ως «οικουμενική» από τους ίδιους που μετείχαν σε αυτήν (Εκκλησιαστική Ιστορία, σ. 200). Η τρίτη «οικουμενική» το 431 αναφέρει μόνο την πρώτη. Μόλις το 451, δηλαδή 70 χρόνια μετά, αναγνωρίστηκε επίσημα ως «οικουμενική» από την τέταρτη «οικουμενική». Τόσο από την πρώτη όσο και από την δεύτερη, απουσιάζουν τα πρακτικά. Δεν ξέρουμε τι ειπώθηκε σε αυτές, παρά μόνο τις αποφάσεις τους.

Οι δύο πρώτες «οικουμενικές», οι καταδίκες και οι αντιδράσεις

Α΄ Οικουμενική: Συγκλήθηκε από τον αυτοκράτορα Κωνσταντίνο, στην μεγάλη αίθουσα του παλατιού στην Νίκαια της Βιθυνίας, εναντίον του Αρείου. Οι προκαταρκτικές εργασίες ξεκίνησαν από 20 Μαΐου και επισήμως από 14 Ιουνίου έως 25 Αυγούστου του έτους 325. Έλαβαν μέρος 318 εκκλησιαστικοί, δηλαδή ένα σχετικά μικρό μέρος του έμψυχου εκκλησιαστικού δυναμικού.

Αιτία ήταν το ότι ο Άρειος (256-336), που ήταν ένας πρεσβύτερος λιβυκής καταγωγής, αρνούνταν την φυσική θεότητα του Θεού Λόγου. Δίδασκε, ότι ο Λόγος ήταν το πρώτο γέννημα του Θεού με το οποίο δημιούργησε τα πάντα, και ότι υπήρχε εποχή που δεν υπήρχε (εποχή πριν την «δημιουργία» του κόσμου). Όπως φαίνεται, συν τοις άλλοις, χρησιμοποιούσε ως επιχείρημα ρήση του βιβλίου των Παροιμιών·
Κύριος έκτισεν με αρχήν οδών αυτού εις έργα αυτού· προ του αιώνος εθεμελίωσεν με εν αρχή· προ του την γην ποιήσαι και προ του τας αβύσσους ποιήσαι προ του προελθείν τας πηγάς των υδάτων· προ του όρη εδρασθήναι προ δε πάντων βουνών γεννά με (8:22-25).
Στην σύνοδο αυτή, ορίστηκε ότι ο Θεός Λόγος είναι συνάναρχος με τον Πατέρα, και ιδίας ουσίας-φύσεως.

Τότε, θεσπίστηκε μέρος του γνωστού «Συμβόλου της Πίστεως». Κύριος αντίπαλος του Αρείου, αναδείχθηκε ο Αθανάσιος, του οποίου σώζονται πολλά σχετικά απολογητικά έργα με ερμηνείες των επίμαχων εδαφίων της Βίβλου υπό το ορθόδοξο πρίσμα. Τίποτα όμως δεν σώζεται ακέραια από το συγγραφικό έργο του Αρείου.

Μήπως ο Άρειος εισηγήθηκε κάτι νέο; Ήδη από το 150-165, ο Ιουστίνος ο απολογητής, είχε εκφράσει παραπλήσιες ιδέες, χωρίς όμως να θεωρηθεί «αιρετικός». Γράφει στον «Διάλογο προς Τρύφωνα», «ότι αρχήν προ πάντων των κτισμάτων ο Θεός γεγέννηκε δύναμιν τινά εξ εαυτού λογικήν, ήτις και δόξα Κυρίου υπό του Πνεύματος του αγίου καλείται, πότε δε Υιός, πότε δε σοφία, πότε άγγελος, πότε δε Θεός, πότε δε Κύριος και Λόγος» (61:1).

Όπως σημειώνει ο καθηγητής πατρολογίας Π. Χρήστου, για τον Ιουστίνο «ο Λόγος υπήρχε προαιωνίως εντός του Πατρός, αλλά δεν εγεννήθη προαιωνίως, εγεννήθη εν χρόνω» (ο. π. «Εισαγωγή», σ. 56).

Σε άλλο σημείο, ο Ιουστίνος δηλώνει ρητά ποια ήταν η διδασκαλία της Εκκλησίας στην εποχή του: «Υιόν αυτού του όντως Θεού μαθόντες και εν δευτέρα χώρα έχοντες» (Α΄ Απολογία, 13:1). Ο Υιός είναι σε δεύτερη τάξη, άρα όχι «ομοούσιος τω Πατρί».

Πάλι ο Π. Χρήστου είναι κατηγορηματικός ότι η χριστολογία των λεγόμενων «απολογητών» του 2ου-3ου αιώνος ήταν γενικότερα «προβληματική» και ότι αργότερα…διορθώθηκε! Εύκολα μπορεί κάποιος να κατανοήσει όσα ο καθηγητής προσπαθεί να δικαιολογήσει.

«Η χριστολογία των ιδίως, αναπτυχθείσα εντός των γραμμών της περί Λόγου θεωρίας και ως εκ τούτου χωλαίνουσα σοβαρώς, εχρειάσθη να διορθωθή υπό των μεταγενεστέρων θεολόγων» (ο. π. σ. 24). Επίσης, «ως προς τας σχέσεις μεταξύ των θείων προσώπων κατά την εποχήν εκείνη παρατηρείτο ρευστότης και πολυμορφία μεταξύ των θεολογικών κύκλων, μόνον μετά δύο αιώνας ετέθη τέρμα εις αυτήν» (ο. π. σ. 56). Κοντολογίς, οι χριστιανοί είχαν προβλήματα και με την «τριαδολογία» (δηλαδή, δεν ήξεραν σε ποιον θεό πίστευαν), μέχρι που τέθηκαν «τα δόγματα της πίστεως» (κυρίως) στις δύο πρώτες «οικουμενικές» που ακολούθησαν.

Η απήχηση των διδασκαλιών του Αρείου ήταν μεγάλη και η αποδοχή τεράστια, όπως μαρτυρούν χριστιανοί συγγραφείς. Οι ομόφρονες του Αρείου, ισχυρίζονταν ότι δεν ακολουθούσαν το πρόσωπο, όπως μειονεκτικά αναφέρονταν σε αυτούς οι «ορθόδοξοι», αλλά την γνήσια αποστολική παράδοση.

Μετά την αρειανική σύνοδο της Αντιόχειας, γράφουν οι επίσκοποι:
Ημείς ούτε ακόλουθοι Αρείου γεγόναμεν· πως γαρ επίσκοποι όντες ακολουθήσομεν πρεσβυτέρω; Ούτε άλλην τινά πίστιν παρά την εξ αρχής εκτεθείσα εδεξάμεθα. Αλλά και ημείς εξετασταί και δοκιμασταί της πίστεως αυτού γενόμενοι, μάλλον αυτόν προσηκάμεθα ήπερ ηκολουθήσαμεν.
(Εκκλησιατική Ιστορία Σωκράτους, 2,10)
Οι χριστιανοί εκκλησιαστικοί ιστορικοί, περιγράφουν το τι συνέβαινε τόσο πριν την καταδίκη του Αρείου, όσο και μετά. Ο αριθμός των οπαδών του έβαινε αυξανόμενος, και η Εκκλησία ολοένα και διχάζονταν.
[…] έριδες εν εκάστη πόλει και κώμη και μάχαι περί των θείων δογμάτων εγίγνοντο. Ο δε λοιπός όμιλος θεατής ην των γιγνομένων και των λεγομένων κριτής, και οι μεν τα τούτων, οι δε τα εκείνων επήνουν· και τραγωδίας τα δρώμενα και θρήνων άξια ην. Ου γαρ αλλόφυλοι και πολέμιοι, καθάπερ πάλαι, τας εκκλησίας επολιόρκουν, αλλ’ ομόφυλοι και ομορρόφιοι και ομοτράπεζοι κατ’ αλλήλων αντί δοράτων εκίνουν τας γλώσσας· μάλλον δε, μέλη αλλήλων όντες και εις εν τελούντες σώμα, κατ’ αλλήλων ωπλίζοντο.
(«Εκκλησιαστική Ιστορία» Θεοδώρητου Κύρου, 1,29-30)
Ο Σωκράτης ο ιστορικός, γράφει για την εξάπλωση του Αρειανισμού:
Αρξάμενον το κακόν από της Αλεξανδρέων εκκλησίας, διέτρεχε την σύμπασαν Αιγύπτου τε και Λιβύην, και την άνω Θηβαίδα· ήδη δε και τας λοιπάς επενέμετο επαρχίας τε και πόλεις.
(«Εκκλησιαστική Ιστορία», 1.6)
Μάλιστα, οι εθνικοί περιγελούσαν τους χριστιανούς προέδρους, των κατά τόπους εκκλησιών αλλά και τα πλήθη, τόσο δημόσια αλλά και στα θέατρα, για τις μεταξύ τους έριδες.
Όθεν τα πάντα ην ταραχής ανάμεστα· ου γαρ μόνους ην ιδείν τους των εκκλησιών προέδρους λόγοις διαπληκτιζομένους, αλλά και πλήθη τεμνόμενα· των μεν ως τούτοις, των δε θατέροις επικλινομένων. Εις τοσούτον δε ατοπίας προέβη το πράγμα, ώστε δημοσία και εν αυτοίς θεάτροις τον Χριστιανισμόν γελάσθαι.
(ο .π 1.6)
Η γαρ εκκλησία διαιρεθείσα, επί τη άπαξ γενομένη διαιρέσει ουχ ίστατο· αλλά στραφέντες καθ’ εαυτών πάλιν εχώρουν· και μικράς και ευτελούς προφάσεως λαβομένοι αλλήλων διεχωρίζοντο.
(ο. π. 5,20)
Εάν πράγματι η πίστη ήταν εξ αποκαλύψεως του ίδιου του Θεού και όχι…κατασκευασμένη, δεν θα έπρεπε σύσσωμοι οι χριστιανοί να λένε το ίδιο; Ποιός θα ήθελε ποτέ να βρεθεί βλάσφημος και θεομάχος; Ακόμα και στην περίπτωση που θα «τρελαίνονταν», θα ήταν ποτέ δυνατό να τρελαθούν πλήθη ώστε η Εκκλησία να διαιρεθεί;

Μόνο το «χέρι» του «Θεού» θα μπορούσε να σταματήσει την λαίλαπα. Κάτι που δεν συνέβηκε, ακόμα και μετά την δολοφονία του Αρείου. Ως «θεία δίκη», δικαιολογήθηκε η ωμή δολοφονία του Αρείου από τους αντιπάλους του.

Ο Θεοδώρητος επικαλείται μια επιστολή του Αθανασίου προς τον Απίωνα. O Κωνσταντίνος, αφού ανέκρινε τον Άρειο για να διαπιστώσει κατά πόσο συμφωνεί με την πίστη της Νικαίας και αφού υποκρίθηκε πίστη, του επέτρεψε να έλθει σε κοινωνία με την επισκοπή. Στην Κωνσταντινούπολη, θέλησαν οι φιλοαρειανοί να τον βάλουν μέσα στην εκκλησία, αλλά ο επίσκοπος της Κωνσταντινούπολης δεν ήθελε «εις κοινωνίαν δεχθήναι τον της αιρέσεως ευρετήν». Όμως οι φιλοαρειανοί επέμεναν. Τότε ο επίσκοπος «εισελθών εις την εκκλησίαν, τας χείρας άρας προς τον Θεόν απωδύρετο, και ρίψας εαυτόν επί πρόσωπον εν τω ιερατείω, κείμενος επί του εδάφους ηύχετο».

Προσεύχονταν «ει Άρειος αύριον συνάγεται, απόλυσον εμέ τον δούλον σου», και «ει δε φείδη της εκκλησίας σου (…) άρον Άρειον, ίνα μη εισελθόντος αυτού εις την εκκλησίαν δόξη και η αίρεσις συνεισέρχεσθαι αυτώ και λοιπόν η ασέβεια νομισθή ως ευσέβεια». Στην συνέχεια «εγέγονε τι θαυμαστόν και παράδοξον», όπως θεώρησαν τον θάνατο του Άρειου. Ο Άρειος «εισήλθεν εις καθέδρας, ως δια χρείαν της γαστρός» και ξαφνικά «πρηνής γενόμενος ελάκησε μέσος και πεσών ευθύς απέψυξεν». Η καθαρή δηλητηρίαση του Αρείου, θεωρήθηκε ως θεία δίκη («αυτός γαρ ο Κύριος δικάσας», ως κατάκριση της Αρειανικής αίρεσης από τον Θεό («κατέκρινε (ο Κύριος) την Αρειανήν αίρεσιν, δείξας αυτήν αναξία»), και που «παρ’ αυτής της αληθείας κατεκρίθη» («Εκκλησιαστική Ιστορία Θεοδώρητου, 1:56-58).

Η δηλητηρίαση φαίνεται και από την περιγραφή του Σωκράτη του Σχολαστικού που αναφέρει:

«Λαμβάνει ουν λιποθυμίαν τον άνθρωπον· και άμα τοις διαχωρήμασιν η έδρα τότε παραυτίκα παρεκπίπτει, και αίματος πλήθος επηκολούθει, και τα λεπτά των εντέρων, συνέτρεχε δε αίμα αυτώ σπληνί τε και ήπατι· αυτίκα ουν ετεθνήκει» («Εκκλησιαστική Ιστορία, 1:38).

Ο Φώτιος σχολιάζει…
Για το γεγονός αυτό, λέγει, ευχαριστήθηκε ο μέγας Κωνσταντίνος, επειδή ο αμερόληπτος κριτής με την απόφασή του διέλυσε κάθε αμφισβήτηση, και έγραψε επιστολές σε πολλούς που ανακοίνωνε το δίκαιο τέλος του Αρείου. Αυτά λέγει αυτός ο συγγραφέας ,συμφωνώντας με τον μεγάλο Αθανάσιο και τον Θεοδώρητο και πολλούς άλλους (Μ. Φώτιος, Μυριόβιβλος, 88).
Μετά την δολοφονία του Αρείου, τα σχετικά συγγράμματα καταστράφηκαν μετά από αυτοκρατορική εντολή, ενώ όποιος προσπαθούσε να τα κρύψει και τον έπιαναν, η ποινή ήταν ο θάνατος.

Σε επιστολή που διασώζει στην εκκλησιαστική του ιστορία ο Σωκράτης, γράφει ο Κωνσταντίνος προς επισκόπους και λαϊκούς:
Προς δε τούτοις και ει τι σύγγραμμα υπό Αρείου συντεταγμένον ευρίσκοιτο, τούτο πυρί παραδίδοσθαι· ίνα μη μόνον τα φαύλα αυτού της διδασκαλίας αφανισθείη, αλλά μη δε υπόμνημα αυτού όλως υπολείποιτο. Εκείνο μέντοι προαγορεύω, ως ει τις σύγγραμμα υπό Αρείου συνταγέν φωραθείη κρύψας, και μη ευθέως προσενεγκών πυρί καταναλώση, τούτω θάνατος έσται η ζημία· παραχρήμα γαρ άλους επί τούτω, κεφαλικήν υποστήσεται τιμωρίαν (1.9)
Με αυτόν τον τρόπο, καθιερώθηκε ότι ο Υιός και Λόγος του Θεού, είναι διακριτή υπόσταση από αυτήν του Πατρός και ίδιας ουσίας.

Αναφέρονται μεταξύ άλλων, στο Σύμβολο της Νικαίας:
Πιστεύομεν εις ένα Θεόν, πατέρα παντοκράτορα, πάντων ορατών τε και αοράτων ποιητήν. Και εις ένα Κύριον Ιησούν Χριστόν, τον Υιόν του Θεού, γεννηθέντα εκ του Πατρός μονογενή, τουτέστιν εκ της ουσίας του Πατρός, Θεόν εκ Θεού, φως εκ φωτός, Θεόν αληθινόν εκ Θεού αληθινού, γεννηθέντα ου ποιηθέντα, ομοούσιον τω Πατρί, δι’ ού τα πάντα εγένετο.
(«Δογματικά και συμβολικά μνημεία», σ. 127)
Β΄ Οικουμενική: Συγκλήθηκε από τον αυτοκράτορα Θεοδόσιο στην Κωνσταντινούπολη το 381. Διήρκησε από τον Μάιο μέχρι τις 30 Ιουλίου. Σε αυτήν, ολοκληρώθηκε το «Σύμβολο της Πίστεως». Μετά την καταδίκη της αρειανικής διδασκαλίας, τα πράγματα περιπλέχθηκαν, καθώς υπήρξαν πολλοί που δεν δέχτηκαν τις αποφάσεις της Α΄ «οικουμενικής» και συγκρότησαν ιδιαίτερες ομάδες. Εκτός από αυτό, εμφανίστηκαν «επικίνδυνες» θεολογικές απόψεις αναφορικά με το Άγιο πνεύμα. Τότε ήταν που καθορίστηκε ότι και το Άγιο πνεύμα είναι «ομοούσιο» και τότε καθορίστηκαν θεολογικά, οι σχέσεις των τριών θείων προσώπων μεταξύ τους. Όμως η θέση αυτή δεν συμφωνεί με την Παλαιά Διαθήκη που αναφέρει στον Ησαΐα (62.8) ότι ο Γιαχβέ σε κανέναν δεν δίνει την εξουσία και την δόξα του. Σε αυτήν την κατεύθυνση συνέβαλε η θεολογία του Νύσσης Γρηγορίου, του Γρηγορίου Ναζιανζηνού, και του Βασιλείου.

Για καμία από τις παραπάνω «οικουμενικές», δεν υπάρχουν πρακτικά. Μόνο οι αποφάσεις υπάρχουν.

Σε επιστολή των «πατέρων» προς τον Θεοδόσιο, μετά την σύνοδο, έγραψαν:
Πρώτον μεν ανενεωσάμεθα την προς αλλήλους ομόνοιαν, έπειτα δε και συντόμους όρους εξεφωνήσαμεν, την τε των Πατέρων πίστιν των εν Νικαία κυρώσαντες και τας κατ’ αυτής εκφυείσας αιρέσεις αναθεματίσαντες.
(«Δογματικά και Συμβολικά μνημεία», σ. 131)
Η Σύνοδος πρόσθεσε στο Σύμβολο της Νικαίας, μεταξύ των άλλων τα εξής:
Και εις το Πνεύμα το άγιον, το κύριον, το ζωοποιόν, το εκ του Πατρός εκπορευόμενον, το συν Πατρί και Υιώ συμπροσκυνούμενον και συνδοξαζόμενον.
Ενώ, κατηγορηματικά αναφέρεται στο ότι η Εκκλησία είναι μία. «Εις μίαν, αγίαν, καθολικήν και αποστολικήν Εκκλησία» (ο. π. σ. 134).

Η ιστορία συνεχίστηκε με την καταδίκη και τον αναθεματισμό και άλλων απόψεων που δεν συμφωνούσαν με την επίσημη γραμμή. Και όχι μόνο αυτό, αλλά και κατά του Ελληνισμού.

Τα αναθέματα αυτά διαβάζονται σε πανυγηρικό και εορταστικό κλίμα την πρώτη Κυριακή των νηστειών, την λεγόμενη «Κυριακή της Ορθοδοξίας». Ανάμεσα σε αυτά, αναθεματίζεται και η ελληνική σκέψη, θέμα με το οποίο έχουμε σκοπό να ασχοληθούμε προσεχώς.

ΔΕΣ: Μαρία· από απλή γυναίκα, σε «μετά Θεόν, η θεός» - Η προοδευτική εξέλιξη της θεολογικής θέσης της Παναγίας, κατά τους πρώτους χριστιανικούς αιώνες
---------------------
Πηγές:
1. Πηδάλιο Νικόδημου αγιορείτη, έκδοση 4η υπό Απ. Φερετόπουλου
2. Εκκλησιαστική Ιστορία Βασιλείου Στεφανίδη, εκδόσεις Παπαδημητρίου, έκδοση 6η
3. Ιστορία Βυζαντινού Κράτους Geogre Ostrogorsky, εκδόσεις Πατάκη, έκδοση 2012
4. Δογματικά και Συμβολικά μνημεία της Ορθοδόξου Καθολικής Εκκλησίας, τ. Α΄, Ι. Καρμίρης, 1952
5. Πατρολογία Στ. Παπαδόπουλου, τ. Α΄, εκδόσεις Παρουσία
6. Πατρολογία Π. Χρήστου, τ. Β΄, εκδόσεις Κυρομάνος
7. Μυριόβιβλος Φωτίου, Άπαντα τ. 5, εκδόσεις Γρηγόριος Παλαμάς
8. Διάλογος προς Τρύφωνα Ιουστίνου του Απολογητή, Άπαντα Απολογητές, τ. 1, εκδόσεις Γρηγόριος Παλαμάς
9. Α΄Απολογία Ιουστίνου (όπως παραπάνω)
10. Εκκλησιαστική Ιστορία Σωκράτους του Σχολαστικού (διαδίκτυο)
11. Εκκλησιαστική Ιστορία Θεοδώρητου Κύρου (διαδίκτυο)

Όλοι, θνητοί και αθάνατοι, θαύμασαν όταν αντίκρυσαν την απειλητική παγίδα, μπροστά στην οποία οι άνθρωποι είναι άοπλοι

Θα διηγηθούμε τώρα τα σχετικά με τον ανταγωνισμό μεταξύ ανθρώπων και θεών. Από το ένα μέρος βρισκόταν ο Προμηθεύς με τον Επιμηθέα και από το άλλο ο Ζεύς. Ο ανταγωνισμός συνεχίστηκε, όπως ξέρουμε ήδη, με το περιστατικό τής Πανδώρας. Στη γνωστή παράδοση του περιστατικού παρατηρούμε την προκατάληψη του Ησιόδου εναντίον των γυναικών, όχι όμως πολύ έντονη, έτσι που να υποψιαζόμαστε πως ο συγγραφέας κατασκεύασε μόνος του κι ελεύθερα όλη τη διήγηση. Κάπου θα την είχε βρει βέβαια και του άρεσε τόσο, ώστε την ξαναδιηγήθηκε. Και τις δυο φορές αναφέρθηκε στην επιτυχία να ξαναδοθή στους ανθρώπους η φωτιά. Τη μια φορά διαβάζουμε: Η ψυχή του Βροντερού Διός σχίστηκε, η καρδιά του γέμισε θυμό όταν είδε την ορατή φωτιά κάτω στους ανθρώπους. Αμέσως ετοίμασε μια συμφορά για τους ανθρώπους σαν αντίβαρο στη  φωτιά. Ο φημισμένος αρχιτεχνίτης Ηφαιστος έφτειαξε από τη γη το ομοίωμα ενός ντροπαλού κοριτσιού, σύμφωνα με τή θέληση του Διός. Η θεά Αθηνά το στόλισε με ζώνη και αστραφτερό χιτώνα. Πάνω στο σώμα του κοριτσιού έριξε ένα ωραίο, θαυμάσιο πέπλο. Στις πλευρές του κρέμασε στεφάνια από λουλούδια και στο κεφάλι του ‘βαλε ένα χρυσό στεφάνι που το ‘φτειαξε ο Αρχιμάστορας με τα χέρια του, για να ευχαρίστηση το Δία. Πάνω του παρασταίνονταν θαυμάσια πολλά ζώα τής γης και τής Θάλασσας, σχεδόν σα ζωντανά. Το έργο άστραφτε χαριτωμένα. Όταν το ωραίο κακό ήταν έτοιμο σαν αντίβαρο του καλού, κι έτσι καθώς ήταν φανταχτερά στολισμένο από την γλαυκώπιδα κόρη του δυνατού πατέρα, το πήρε ο Ζεύς εκεί που ήσαν συγκεντρωμένοι οι θεοί και οι άνθρωποι. Όλοι, θνητοί και αθάνατοι, θαύμασαν όταν αντίκρυσαν την απειλητική παγίδα, μπροστά στην οποία οι άνθρωποι είναι άοπλοι: Από δω κατάγεται το θήλυ γένος.

Αλλού διαβάζουμε στον Ησίοδο τα παρακάτω: Ο Ζεύς είπε: «Γιε του Ιαπετού, που είσαι πιο συνετός άπ’ όλους, χαίρεσαι που έκλεψες τη φωτιά και με ξεγέλασες. Σ’ εσένα τον ίδιο και στους ανθρώπους που θ’ ακολουθήσουν θα κάνη κακό, γιατί αυτό που έκαμες μου ‘δωσε αφορμή να τους στείλω ένα κακό, για το οποίο όλοι θα χαίρωνται τυλίγοντας μ’ έρωτα τους πόνους τους». Αυτά είπε ο πατέρας των θεών και των ανθρώπων και ξέσπασε σε γέλια. Διάταξε τον Ηφαιστο ν’ ανακατέψη αμέσως χώμα και νερό, να δώση στο μείγμα ανθρώπινη φωνή και δύναμη και να κατασκευάση ένα ωραίο, κορίτσι, που να ξυπνά τον πόθο και στο πρόσωπο να μοιάζη με τις αθάνατες θεές. Η Αθηνά διατάχτηκε να το μάθη να υφαίνη, δηλαδή τη γυναικεία δουλειά. Η χρυσή Αφροδίτη διατάχτηκε να λάμψη το πρόσωπο του κοριτσιού από γοητεία και ασίγαστο πόθο. Ο Ερμής διατάχτηκε από το Δία να βάλη μέσα στο νέο δημιούργημα σκυλίσια ξεδιαντροπιά και δολιότητα. Όλοι υπάκουσαν στη διαταγή του Κυρίαρχου. Ο φημισμένος Αρχιτεχνίτης έφτειαξε από το χώμα το ομοίωμα ενός ντροπαλού κοριτσιού. Η Αθηνά το στόλισε με ζώνη και φόρεμα. Οι Χάριτες και η Πειθώ του κρέμασαν στο λαιμό χρυσά στολίδια. Οι Ώρες στεφάνωσαν το κορίτσι με ανοιξιάτικα λουλούδια. στο στήθος του ο Ερμής φύτεψε ψέματα, κολακείες και απάτες. Ο αγγελιοφόρος των θεών του ‘δωσε φωνή κι ονόμασε το θηλυκό Πανδώρα, γιατί όλοι οι Ολύμπιοι το χάρισαν σα δώρο προς όλεθρο των ανθρώπων που τρώνε το ψωμί.

Όταν ετοιμάστηκε το απειλητικό τέχνασμα ενάντια στο οποίο δεν υπάρχει όπλο, ο Πατέρας με τον φημισμένο και γρήγορο αγγελιοφόρο έστειλε το δώρο των θεών στον Επιμηθέα. Ο Επιμηθεύς δεν λογάριασε αυτό που του είπε ο Προμηθεύς, να μη δεχτή ποτέ δώρο του Διός αλλά να το επιστρέψη, για να μην προέλθη άπ’ αυτό κακό στους ανθρώπους. Ο Επιμηθεύς δέχτηκε το δώρο και κατόπιν είδε τη δυστυχία. Προηγουμένως το ανθρώπινο γένος ζούσε στη γη χωρίς δυστυχία, χωρίς κόπους κι αρρώστιες που προξενούσαν τον θάνατο στους ανθρώπους. το θηλυκό αυτό ξεσκέπασε τώρα το μεγάλο δοχείο και απλώθηκαν παντού οι συμφορές προς θλίψη φοβερή των ανθρώπων. Μονάχα η Ελπίς έμεινε αιχμάλωτη μέσα στο δοχείο, και δεν πετάχτηκε έξω. Η γυναίκα σκέπασε πάνω της το δοχείο, έτσι θέλησε ο Ζεύς. Τα υπόλοιπα πράγματα, τ’ αμέτρητα και τα λυπητερά, από τότε τριγυρίζουν ανάμεσα στους ανθρώπους. Η γη είναι γεμάτη συμφορές κι η θάλασσα επίσης. Αρρώστιες έρχονται κάθε μέρα στους ανθρώπους, που καταφθάνουν επίσης απρόσκλητες και τη νύχτα, ολέθριες και χωρίς φωνή, γιατί ο πάνσοφος Ζευς τους την έχει αφαιρέσει. Δεν υπάρχει τρόπος να ξεγελαστή η νοημοσύνη του Διός.

Αυτή ήταν η συνέχεια της δημιουργίας της γυναίκας, πως το νέο, το πρωτόβγαλτο δημιούργημα στη γη, από καθαρή περιέργεια σήκωσε το σκέπασμα του δοχείου -όπως αυτά τα μεγάλα που ακόμα και σήμερα φυλάνε σε μας το λάδι και τα δημητριακά – κι έτσι ελευθερώθηκαν όλα τα κακά που κλείνονταν σ’ εκείνο το δοχείο μέσα -όπως ο Άρης. Μ’ αυτά τα κακά και συγκεκριμένα με τις αρρώστιες, ήρθε κι ο θάνατος στην κόσμο. Με το θάνατο ολοκληρώθηκε ο χωρισμός μεταξύ των ανθρώπων και των αθάνατων θεών. Το δημιούργημα, η μάνα όλων των θνητών γυναικών, λεγόταν Πανδώρα που σημαίνει: η τα πάντα δωρουμένη, η «γενναιόδωρη» -ένα όνομα τής ίδιας της γης από την οποία πλάστηκε. Σε μιαν αρχαία παράσταση περιγράφεται ως Ανησιδώρα. Το όνομα αυτό δηλώνει εκείνη που «στέλνει δώρα», ένα άλλο όνομα της θεάς Γης. Παρ’ όλα αυτά η πρώτη γυναίκα ήταν ένα καλλιτέχνημα, αν και προερχόταν από τη γη και με τ’ όνομα της συνδεόταν μ αυτή σαν ένα άλλο εγώ της. Λέγαν πως η γυναίκα εμιμείτο τη γη κι όχι η γη τη γυναίκα. Στις παραπάνω διηγήσεις νομιζόταν έργο του Ηφαίστου, άλλες χαμένες διηγήσεις την θεωρούσαν δημιούργημα του Προμηθέως η ακόμα του Επιμηθέως. Σ’ αυτή την τελευταία εκδοχή, που τη βρίσκουμε μόνο σε αγγειογραφίες, η Πανδώρα βγαίνει από τη γη – κάποτε μόνο ένα μεγάλο, ωραίο γυναικείο κεφάλι. Η γη όμως ήταν πρωτύτερα σφυρηλατημένη. Ο Επιμηθεύς κρατεί το σφυρί ακόμα στο χέρι, ενώ η Πανδώρα βγαίνει μπροστά του. Ένας Έρως πηδάει πάνω στο κεφάλι της με μικρούς ερωτιδείς. Ο Ερμής φτάνει βιαστικός μ’ ένα λουλούδι, σταλμένος από το Δία, που κατά το θέλημά του έγιναν όλα.

Η απλότητα και η φυσικότητα είναι ο ύψιστος και τελικός σκοπός της καλλιέργειας

O Όσκαρ Ουάιλντ έλεγε ότι οι απλές χαρές ήταν το έσχατο καταφύγιο των περίπλοκων ανθρώπων.

Ένας από τους πρόδρομους της αυτοβοήθειας, ο Χένρυ Ντέιβιντ Θορό, θέλησε να δοκιμάσει την απλή ζωή στη φύση, και για τον λόγο αυτό έζησε δύο χρόνια σε ένα δάσος κοντά στο Γουόλντεν Ποντ.

Από την εμπειρία του αυτή βγήκε το βιβλίο του Γουόλντεν, όπου αφηγείται τη ζωή του στα δάση.

Το βιβλίο εκδόθηκε το 1854 και είχε μεγάλη επιρροή στις γενιές που ακολούθησαν.

Ιδού μερικά από τα συμπεράσματα που έβγαλε ο Θορό στην καταφυγή του στην ύπαιθρο:

Ο πλουσιότερος άνθρωπος είναι αυτός που οι χαρές του είναι οι πιο φτηνές.

Ο πολιτισμός μας αποτελείται από εκατομμύρια υπάρξεις που ζούνε μαζί, σε μικρό χώρο, σε απόλυτη μοναξιά.

H φύση είναι το μόνο μέρος όπου ο άνθρωπος μπορεί να καταφύγει για να βρει τον εαυτό του.
Δεν αλλάζουν τα πράγματα, εμείς αλλάζουμε.

Το να ακολουθεί κανείς το ίχνος των ονείρων του και να ζει τη ζωή που έχει φανταστεί είναι εγγύηση επιτυχίας.

H επένδυση στην καλοσύνη είναι η καλύτερη δουλειά που μπορείς να κάνεις στη ζωή σου.

Δεν χρειάζεται να υποκλίνεσαι μπροστά μου, αν κουβαλάς τόση επίκριση μέσα σου

Ένας σπουδαίος σοφός έστειλε ένα νεαρό μαθητή του στην αυλή του βασιλιά Τζανάκ, για να διδαχθεί κάτι που του έλειπε.

Ο νεαρός είπε: “Αν δεν μπορείς να με διδάξεις εσύ, πώς μπορεί να με διδάξει αυτός ο άνθρωπος, ο Τζανάκ; Εσύ είσαι σπουδαίος σοφός, εκείνος είναι απλώς βασιλιάς. Τι γνωρίζει εκείνος από διαλογισμό και από επίγνωση;”

Ο σοφός είπε: “Εσύ ακολούθησε απλώς τις οδηγίες μου. Πήγαινε εκεί και υποκλίσου με βαθύ σεβασμό. Μην είσαι εγωιστής. Μη σκέφτεσαι ότι εσύ είσαι σαννυάσιν, ότι είσαι πνευματικός άνθρωπος κι ότι εκείνος είναι άνθρωπος που ασχολείται με τα εγκόσμια. Ξέχνα τα όλα αυτά. Σε στέλνω σ’ εκείνον για να μάθεις κάτι. Αυτό τον καιρό λοιπόν, εκείνος είναι ο δάσκαλό σου. Για την ώρα, δεν μπορείς να καταλάβεις. Για να καταλάβεις, χρειάζεσαι ένα διαφορετικό πλαίσιο και το παλάτι θα σου δώσει το σωστό πλαίσιο. Εσύ απλώς πήγαινε εκεί και υποκλίσου με σεβασμό. Αυτές τις λίγες μέρες, εκείνος θα με αντιπροσωπεύει”.

Ο νεαρός πήγε απρόθυμα. Ο ίδιος ήταν βραχμάνος, από την ανώτερη κάστα. Κι αυτός ο Τζανάκ τι ήταν; Ήταν πλούσιος, είχε ένα μεγάλο βασίλειο, μα τι μπορούσε να διδάξει σε ένα βραχμάνο; Οι βραχμάνοι πάντοτε θεωρούν ότι μόνο εκείνοι μπορούν να διδάσκουν τους ανθρώπους. Και ο Τζανάκ δεν ήταν βραχμάνος, ήταν κσατρίγια, από την κάστα των πολεμιστών.

Θεωρούνται δεύτεροι. Η βραχμάνοι είναι η ανώτατη τάξη και οι πολεμιστές είναι η δεύτερη τάξη. Να πάει και να υποκλιθεί με σεβασμό σ’ αυτόν τον άνθρωπο; Αυτό δεν έχει ξαναγίνει ποτέ! Το να υποκλιθεί ένας βραχμάνος σε έναν πολεμιστή είναι κάτι που δεν μπορεί να το συλλάβει ο ινδικός νους.

Αφού όμως το είχε πει ο δάσκαλος, έπρεπε να το κάνει.

Ο νεαρός απρόθυμα πήγε και απρόθυμα υποκλίθηκε. Κι όταν υποκλινόταν, ήταν πολύ θυμωμένος με το δάσκαλό του, επειδή το να χρειαστεί να υποκλιθεί στον Τζανάκ, του φαινόταν πολύ άσχημο.

Στο παλάτι, μια όμορφη γυναίκα χόρευε κι οι άντρες έπιναν κρασί και την έβλεπαν. Ο Τζανάκ καθόταν μαζί τους. Ο νεαρός το κατέκρινε μέσα του όλο αυτό, έπρεπε όμως να υποκλιθεί.

Ο Τζανάκ γέλασε και είπε: “Δεν χρειάζεται να υποκλίνεσαι μπροστά μου, αν κουβαλάς τόση επίκριση μέσα σου. Και μην είσαι τόσο προκατειλημμένος πριν με ζήσεις. Ο δάσκαλός σου με γνωρίζει καλά, γι’ αυτό σ’ έστειλε εδώ. Σε έχει στείλει για να μάθεις κάτι, μ’ αυτή την επίκριση όμως μέσα σου, δεν είναι δυνατόν να μάθεις”.

Ο νεαρός είπε: “Δεν με νοιάζει. Εκείνος με έστειλε, εγώ ήρθα, το πρωί όμως θα φύγω, θα γυρίσω πίσω, γιατί δεν βλέπω τι μπορώ να μάθω εδώ. Για την ακρίβεια, αν μάθω κάτι από σένα, θα χαραμίσω όλη μου τη ζωή! Εγώ δεν ήρθα εδώ για να μάθω να πίνω κρασί και να βλέπω μια όμορφη γυναίκα να χορεύει και όλους αυτούς τους ανθρώπους να έχουν παραδοθεί στις απολαύσεις!”

Ο Τζανάκ συνέχισε να χαμογελάει και είπε: “Μπορείς να φύγεις το πρωί. Μια που ήρθες όμως και είσαι τόσο κουρασμένος, ξεκουράσου τουλάχιστον απόψε και το πρωί μπορείς να φύγεις. Και ποιος ξέρει; Απόψε είναι πιθανό να μάθεις αυτό για το οποίο σε έστειλε σ’ εμένα ο δάσκαλός σου”.

Τώρα αυτό ήταν μυστήριο. Πώς μπορούσε μέσα στη νύχτα να τον διδάξει κάτι; Αφού όμως ήταν αναγκασμένος να περάσει τη νύχτα στο παλάτι, ας μην το έκανε θέμα. Έμεινε.

Ο βασιλιάς κανόνισε να πάρει το πιο όμορφο δωμάτιο του παλατιού, το πιο πολυτελές. Ο βασιλιάς ήταν δίπλα στο νεαρό, φροντίζοντας για το φαγητό του και για τον ύπνο του κι όταν ήρθε η ώρα να πάει για ύπνο, ο Τζανάκ αποχώρησε.

Ο νεαρός όμως όλη τη νύχτα δεν μπορούσε να κοιμηθεί, επειδή κοιτάζοντας προς το ταβάνι, είχε δει ένα γυμνό σπαθί να κρέμεται από μια πολύ λεπτή κλωστή πάνω από το κεφάλι του. Τώρα αυτό ήταν τόσο επικίνδυνο, που οποιαδήποτε στιγμή μπορούσε να πέσει το σπαθί και να τον σκοτώσει. Έμεινε λοιπόν όλη τη νύχτα ξύπνιος, ώστε να αποφύγει την καταστροφή αν συνέβαινε.

Το πρωί, ο βασιλιάς ρώτησε: “Ήταν άνετο το κρεβάτι; Ήταν άνετο το δωμάτιο;”

Ο νεαρός είπε: “Μόνο άνετο; Τα πάντα ήταν άνετα, όμως εκείνο το σπαθί τι γύρευε εκεί πάνω; Γιατί έπαιξες τέτοιο παιχνίδι σε βάρος μου; Ήμουν πολύ κουρασμένος μετά από τόσο μεγάλο ταξίδι κι εσύ έπαιξες σε βάρος μου ένα τόσο σκληρό παιχνίδι. Γιατί κρέμασες ένα γυμνό σπαθί από μια τόσο λεπτή κλωστή, ώστε να φοβάμαι ότι με την παραμικρή κίνηση του ανέμου, θα τελείωνα; Εγώ δεν ήρθα εδώ για να αυτοκτονήσω”.

Ο βασιλιάς είπε: “Θέλω να σε ρωτήσω ένα πράγμα. Ήσουν τόσο κουρασμένος, μπορούσες να κοιμηθείς πολύ εύκολα, δεν μπόρεσες όμως να κοιμηθείς. Τι συνέβη; Ο κίνδυνος ήταν μεγάλος, ήταν ζήτημα ζωής και θανάτου. Γι’ αυτό κι έμεινες ξυπνητός και δεν έχασες στιγμή την εγρήγορσή σου και την επίγνωσή σου. Αυτή ακριβώς είναι και η δική μου διδασκαλία. Τώρα μπορείς να φύγεις ή αν θέλεις, μπορείς να μείνεις μερικές μέρες ακόμη μαζί μου, να με παρατηρείς.

Αν και καθόμουν μαζί με τους άντρες εκεί που χόρευε η όμορφη γυναίκα, είχα επίγνωση του γυμνού σπαθιού πάνω από το κεφάλι μου. Είναι αόρατο. Το όνομά του είναι θάνατος. Εγώ δεν κοίταζα την όμορφη γυναίκα. Όπως εσύ βρισκόσουν μέσα σε ένα πολυτελές δωμάτιο, αλλά δεν μπόρεσες να ευχαριστηθείς την πολυτέλεια του δωματίου, έτσι κι εγώ καθόμουν μαζί με τους άντρες, αλλά δεν έπινα κρασί. Εγώ είχα απλώς επίγνωση του θανάτου, ο οποίος μπορεί να έρθει οποιαδήποτε στιγμή. Έχω συνεχώς επίγνωση του θανάτου. Ζω μέσα στο παλάτι κι όμως είμαι ερημίτης. Ο δάσκαλός σου με γνωρίζει και με καταλαβαίνει. Γι’ αυτό και σ’ έστειλε εδώ. Αν μείνεις εδώ για μερικές μέρες, θα μπορέσεις να το παρατηρήσεις και μόνος σου”.

Θέλεις να μάθεις πώς θα ξυπνήσεις, πώς θα αποκτήσεις περισσότερη επίγνωση; Με το να έχεις επίγνωση του πόσο επισφαλής, πόσο πρόσκαιρη και πόσο επικίνδυνη είναι η ζωή. Ο θάνατος μπορεί να συμβεί οποιαδήποτε στιγμή. Την επόμενη στιγμή μπορεί να χτυπήσει την πόρτα σου. Μπορείς να συνεχίσεις να ζεις κοιμισμένος και να μην έχεις επίγνωση, θεωρώντας ότι εσύ πρόκειται να ζήσεις για πάντα.

Λίγη Μαθηματική ιστορία και η λειτουργία του νου ενός μαθηματικού κατά την μαθηματική δημιουργία

Το 1963, πεθαίνει πλήρης ημερών, ο Γάλλος μαθηματικός  Ζακ Ανταμάρ (1865-1963).Ο Ανταμάρ συνέβαλλε τα μέγιστα στην μαθηματική ανάλυση αλλά έμεινε στην μαθηματική ιστορία όταν το 1896, απέδειξε το θεώρημα των πρώτων αριθμών, σε μια όχι σπάνια περίπτωση μαθηματικής πολυγένεσης  την ίδια χρονιά το απέδειξε και ο Βέλγος μαθηματικός Charles de la Vallée Poussin αλλά είναι βέβαιο ότι εργάστηκαν ανεξάρτητα ο ένας από τον άλλο. Το θεώρημα των πρώτων αριθμών είναι μια εικασία που τοποθετήθηκε στο μαθηματικό προσκήνιο από τον Gauss και τον Legendre. To θεώρημα  περιγράφει την ασυμπτωτική  κατανομή των πρώτων αριθμών μεταξύ των θετικών ακεραίων.

Τον Ανταμάρ απασχόλησαν εκτός από τα αμιγώς μαθηματικά ερωτήματα και μεταερωτήματα όπως:
Πως προκύπτουν οι μαθηματικές ιδέες; Ποιο μονοπάτι ακολουθεί το  μυαλό όταν συλλαμβάνει τόσο αφηρημένες έννοιες; Γίνεται συνειδητά, μπορεί να ελεγχθεί; Είναι προϊόν έμπνευσης, κοπιώδους προσπάθειας;

Συνέγραψε ένα βιβλίο με τίτλο «Ψυχολογία της επινόησης», προσπάθησε να βρει πώς σκέπτονταν πραγματικά οι διάσημοι επιστήμονες και μαθηματικοί όταν εργάζονταν. Για αυτούς με τους οποίους ήρθε σε επαφή, σε μια άτυπη έρευνα, έγραψε:

«Στην πράξη, όλοι τους… όχι μόνο αποφεύγουν να χρησιμοποιήσουν νοητικές λέξεις, αλλά αποφεύγουν επίσης… και την νοητική χρήση αλγεβρικών ή ακριβών συγκεκριμένων συμβόλων..χρησιμοποιούν ασαφείς εικόνες.»

Σε άλλο σημείο τονίζει:.

«.. οι νοητικές εικόνων των μαθηματικών από τους οποίους πήρα απαντήσεις  είναι πιο συχνά οπτικές, αλλά μπορεί επίσης να είναι και κάποιου άλλου είδους –για παράδειγμα κινητικές .»
Ο Άλμπερτ Αϊνστάιν έγραψε στον Ανταμάρ ότι:

«οι λέξεις, η γλώσσα, όπως γράφονται ή λέγονται, δε φαίνεται να παίζουν κάποιο ρόλο στο μηχανισμό της σκέψης μου. Οι φυσικές οντότητες που φαίνεται να χρησιμεύουν ως στοιχεία της σκέψης  είναι κάποια σημεία και κάποιες περισσότερο ή  λιγότερο καθαρές εικόνες οι οποίες μπορούν να αναταραχτούν και να  συνδυαστούν εκούσια »…τα στοιχεία που αναφέρονται πιο πάνω, είναι στην περίπτωση μου, οπτικά και κάπως μυϊκά, οι συμβατικές λέξεις ή άλλα σημεία πρέπει  να αναζητηθούν με προσπάθεια μόνο σε ένα δεύτερο στάδιο…»

Πρόσφατες μελέτες πάνω στον τρόπο  με τον οποίο εκτελούν τις αριθμητικές πράξεις οι ενήλικοι που δεν είναι μαθηματικοί  δείχνουν ότι ισχύει το ίδιο και για τους μη μαθηματικούς.

Ο Ανταμάρ πίστευε ότι η διαδικασία την ανακάλυψης στα μαθηματικά έχει τις ρίζες της στο  υποσυνείδητο, όταν ένας μαθηματικός αντιμετωπίζει ένα πρόβλημα ακόμα και όταν πάψει να ασχολείται με αυτό, λαμβάνει χώρα στο υποσυνείδητό του έντονη σχετική δραστηριότητα.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί ο Ινδός Ραμανουτζάν.

Ο Ραμανουτζάν υπήρξε ένας έξοχος αυτοδίδακτος μαθηματικός ,παρά το γεγονός ,ότι, η μοναδική μαθηματική παιδεία που έλαβε ήταν ένα βιβλίο που έμοιαζε με τυπολόγιο και έφερε τον τίτλο «Μια σύνοψη στοιχειωδών αποτελεσμάτων στα θεωρητικά και τα εφαρμοσμένα  μαθηματικά » του Βρετανού Τζον Καρ.  Ένας κατάλογος περίπου πέντε χιλιάδων τύπων από απλή άλγεβρα μέχρι περίπλοκα ολοκληρώματα. Ο ίδιος ο Ραμανουτζάν αντιλαμβανόταν τα μαθηματικά ως παραγωγή τύπων μια  ασχολία στην οποία επιδόθηκε με το πάθος ενός ζηλωτή  και παρήγαγε κολοσσιαίο μαθηματικό έργο, αφήνοντας πίσω του μια σειρά σημειώσεων που ακόμα και σήμερα αποτελούν αστείρευτο υλικό για νέους τύπους. Όταν λοιπόν ο Ραμανουτζάν ρωτήθηκε πώς σκέφτηκε αυτούς τους τύπους, απάντησε πως είδε την ινδουιστική θεά Ναμαγκίρι στο όνειρο του και την άκουσε να τους απαγγέλλει. Ο Ανταμάρ πίστευε ότι τα όνειρα του Ραμανουτζάν με την Ναμαγκίρι είναι τα επιφανειακά ίχνη της κρυμμένης δραστηριότητας στο υποσυνείδητό του.

Σρινιβάσα Ραμανούτζαν (1887–1920)

Ποιες είναι οι τρεις φάσεις της μαθηματικής ανακάλυψης;
Ο Γάλλος Ηenri Poincare (1854-1912) υπήρξε ο τελευταίος καθολικός μαθηματικός καθώς συμπεριέλαβε με επιτυχία  στη σφαίρα των δραστηριοτήτων του τόσο τα καθαρά όσο και τα εφαρμοσμένα μαθηματικά. Διακρίθηκε εκτός από τα μαθηματικά ,στην φυσική και την αστρονομία. Υπήρξε λέκτορας στο πανεπιστήμιο της Καν και της Σορβόννης. Διορίστηκε καθηγητής στην έδρα της Φυσικής, της Πειραματικής Φυσικής, της Μαθηματικής Φυσικής, του λογισμού των Πιθανοτήτων και της Ουράνιας Μηχανικής στη Σορβόννη. Από το 1887 ήταν μέλος της Ακαδημίας των Επιστημών, από το 1893 μέλος του γραφείου Μέτρων και Σταθμών και από το 1908 μέλος της Γαλλικής Ακαδημίας. Ασχολήθηκε με την φιλοσοφία των μαθηματικών και θεωρούσε την αισθητική ως το απολυτό κριτήριο για την επιλογή των μαθηματικών  θεμάτων που ασχολήθηκε. Σε  ένα από τα βιβλία του έγραφε:  “Ένας επιστήμονας άξιος του ονόματος του, πάνω από όλα ένας μαθηματικός, αντλεί από την εργασία του  την ίδια συγκίνηση  που αισθάνεται  ένας καλλιτέχνης και η χαρά του είναι το ίδιο μεγάλη και της ίδιας ποιότητας.” Ηenri Poincare (1854-1912)

Πριν από μια δεκαετία η δουλειά του ήρθε στο προσκήνιο με ένα διάσημο  τοπολογικό  πρόβλημα, που έφερε το όνομα του, επικηρυγμένο με το ποσό του ενός εκατομμυρίου δολαρίων από το ινστιτούτο Clay. Το απέδειξε ο Ρώσος μαθηματικός G.Perelman, το 2002 χωρίς, ωστόσο να πάρει τα χρήματα!

Ο Poincare -όπως γράφει ο Bell στο δίτομό του για τους μεγάλους μαθηματικούς-υπήρξε μοναδικός στην μαθηματική εκλαΐκευση καθώς διέθετε σε εξαιρετικό βαθμό το χάρισμα της σαφούς έκθεσης δύστροπων μαθηματικών εννοιών. Πολυγραφότατος, με μεταφράσεις των έργων του σε πολλές γλώσσες παρότι, το χαρακτηριστικό προσωπικό του ύφος δεν μπορουσε να αποδοθεί εύκολα στις μεταφράσεις. Όχι και άσχημα, για έναν άνθρωπο που ως παιδί ήταν αμφιδέξιος με κάκιστο γραφικό χαρακτήρα και δυσκολία στο να αθροίζει. Το διαγνωστικό τεστ ευφυΐας Binet τον κατέταξε στις χαμηλότερες βαθμίδες.

Σε ένα μοναδικό κείμενο, σύνοψη μιας ομιλίας που παρέθεσε στο σύλλογο ψυχολόγων του Παρισιού στην αρχές του προηγουμένου αιώνα, περιγράφει την λειτουργία του νου ενός μαθηματικού και αυτή καθ΄αυτή την μαθηματική δημιουργία.

Ο Poincare γράφει ότι η μαθηματική εργασία αναπτύσσεται σε τρεις φάσεις:

● Η πρώτη συνίσταται σε μια καθαρή ανάλυση που αναδεικνύει τις δυσκολίες του προβλήματος και των διάφορων αναγκαίων προσεγγίσεων για την επίλυσή του, των εργαλείων που διαθέτει, κάτι που προϋποθέτει μία σε βάθος αναθεώρηση των γνώσεών του.

● Η επομένη φάση καθορίζεται ως φάση εγγενούς εγκατάλειψης. Ο νους παύει να σκέπτεται το πρόβλημα ή, τουλάχιστον, σταματάει να σκέπτεται με ένα καθορισμένο τρόπο προκειμένου να διεισδύσει στο μυστηριώδες σύμπαν του ασυνειδήτου, στο οποίο η δημιουργική δραστηριότητα ακολουθεί τους δικούς της κανόνες. Είναι το σύμπαν της αοριστίας, της ανακρίβειας και της πνευματικής περιπλάνησης. Το αποτέλεσμα αυτής της ασυνείδητης διαδικασίας μπορεί να εμφανιστεί οποιαδήποτε στιγμή, αιφνιδιαστικά , και να συνδέεται με συμβάντα που φαινομενικά δεν έχουν καμία σχέση με το αντικείμενο της έρευνας. Είναι η μαγική στιγμή κατά την οποία ο ερευνητής έχει την αίσθηση ότι ξαφνικά άναψε ένα φως σε ένα δωμάτιο στο οποίο ποτέ προηγουμένως δεν είχε βρεθεί.

Ο Poincare αναλύει τότε την διαδικασία επιλογής που ολοκληρώνει το ασυνείδητο για να μεταφέρει στο συνειδητό κάποιες ιδέες και να απορρίψει άλλες, και οδηγείται στο συμπέρασμα ότι αν δεν μπορεί να εξακριβώσει την αλήθεια ή το ψεύδος της εν λόγω ιδέας, το μοναδικό κριτήριο επιλογής του βασίζεται στην ομορφιά των μαθηματικών.

● H τρίτη φάση είναι αυτή της πλήρους συνείδησης κατά την οποία ο μαθηματικός υποβάλλει της ιδέες σε αυστηρό έλεγχο, δεχόμενος κάποιες και απορρίπτοντας άλλες. Μπορεί να υπάρχουν μια ή περισσότερες επιστροφές στην δεύτερη φάση μέχρι που τελικά, αν το πρόβλημα έχει επιλυθεί, υποκύπτει στους κανόνες του παιχνιδιού που επιβάλλει ο μαθηματικός φορμαλισμός και του δίνει την οριστική μορφή της λύσης.

Όλες οι φάσεις είναι σημαντικές για την ολοκλήρωση μιας μαθηματικής ανακάλυψης, αν και για πολλούς η δεύτερη είναι η πιο γοητευτική διότι είναι εκείνη της ελεύθερης πτήσης του νου που δεν υποτάσσεται στους αυστηρούς κανόνες της μαθηματικής σκέψης.

Διαβάστε πώς, ο ίδιος περιγράφει πώς οδηγεί το ασυνείδητο στην μαθηματική ανακάλυψη :
«Για δεκαπέντε μέρες είχα τραβήξει τα πάνδεινα να αποδείξω ότι δεν μπορούν να υπάρχουν συναρτήσεις σαν αυτές – που από τότε τις ονόμασα συναρτήσεις Fuchs. Ομολογώ ότι ήμουν ανίδεος. Κάθε μέρα καθόμουν στο γραφείο μου για μια δυο ώρες και έκανα ατέλειωτους συνδυασμούς, χωρίς να φτάνω σε κανένα αποτέλεσμα. Ένα βράδυ, αγνόησα τις συνήθειες μου, ήπια έναν βαρύ καφέ και έμεινα όλη νύχτα ξάγρυπνος. Αίφνης, οι ιδέες ξεπετάχτηκαν σαν σύννεφο. Τις ένιωσα να σμίγουν μέχρι που έγιναν ζευγάρια, δημιουργώντας σαν να λέμε ,έναν σταθερό συνδυασμό. Το επόμενο πρωί είχα αποδείξει την ύπαρξη μιας κλάσης συναρτήσεων Fuchs ,αυτές που προκύπτουν από τις υπεργεωμετρικες σειρές. Το μόνο που έπρεπε να κάνω ήταν να καταγράψω τα συμπεράσματα μου, πράγμα που δεν μου πήρε παρά λίγες ώρες.»

Ο Ιρλανδός μαθηματικός Σερ Γουίλιαμ Χάμιλτον (1805-1865),6 Οκτωβρίου 1843,κάνοντας βόλτα στα περίχωρα του Δουβλίνου περνώντας από μια γέφυρα Broom Bridge) σταμάτησε απότομα σαν είχε πατήσει καλώδιο υψηλής τάσης. Σύμφωνα με τα ίδια του τα λόγια: «…Εκεί έκλεισα το γαλβανικό κύκλωμα της σκέψης μου και οι σπίθες που πετάχτηκαν ήταν οι θεμελιώδεις εξισώσεις μεταξύ i,j,k….» Κατά τον Χάμιλτον δεν ήταν τρεις αλλά τέσσερις οι αριθμοί που έλειπαν για να περιγράφει χωρικά ένας υπερμιγαδικός.

Τιμητική πλάκα που βρίσκεται την γέφυρα Broom στο Δουβλίνο και μνημονεύει την ανακάλυψη του Χάμιλτον

O Ντιριχλέ (1805-1859) έλεγε ότι κοιμόταν με το Disquisitiones Arithmeticae του Gauss κάτω από το μαξιλάρι, γιατί γνώριζε ότι κατά την διάρκεια του ύπνου γινόταν μια μυστηριώδης διαδικασία, που αυτός δεν έλεγχε, χάρη στην οποία την επόμενη μέρα κατάφερνε να αποκαλύψει τα σκοτεινά σημεία του κειμένου που κατά την διάρκεια της προηγούμενης νύχτας δεν κατάφερνε να αποκρυπτογραφήσει.

Ο Άντριου Γουάιλς,o μαθηματικός που κατόρθωσε να αποδείξει το τελευταίο θεώρημα του Φερμά περιγράφει, τι αισθάνεται ο μαθηματικός από την στιγμή που έρχεται αντιμέτωπος με ένα άλυτο πρόβλημα, στέκεται περισσότερο στην πείσμονα επιμονή:

«Ίσως ο καλύτερος τρόπος για να περιγράψω την εμπειρία μου ως μαθηματικός είναι ο εξής: φανταστείτε ότι μπαίνετε σε μια σκοτεινή έπαυλη. Περνάτε στο πρώτο δωμάτιο το οποίο είναι κατασκότεινο. Σκοντάφτετε και πέφτετε πάνω στα έπιπλα, αλλά την ίδια στιγμή μαθαίνετε που βρίσκεται το καθετί. Στο τέλος, ίσως μετά από αρκετούς μήνες, βρίσκετε επιτέλους τον διακόπτη, τον πατάτε, και ξάφνου, τα πάντα φωτίζονται και ξέρετε πού ακριβώς είσαστε!» Άντριου Γουάιλς (1953- )

Υπάρχουν και τα…χρώματα.
Ενδιαφέρον στην μελέτη της ανακάλυψης των μαθηματικών, παρουσιάζει και η άποψη του Ντανιέλ Τάμετ, ενός αυτιστικού υψηλής λειτουργικότητας με υπεράνθρωπες δεξιότητες στην απομνημόνευση, την αντίληψη και την εκτέλεση μεγάλων αριθμητικών υπολογισμών. Ο ίδιος ομολογεί ότι αντιλαμβάνεται τους αριθμούς και τις λέξεις ως οπτικά ερεθίσματα, με χρώματα και επιμένει ότι αυτός είναι ο λόγος που έχει τόσο μεγάλες νοητικές δυνατότητες. Σε μια συλλογή πινάκων ζωγραφικής με θέμα την οπτική αντίληψη ιδιοφυών αυτιστικών ατόμων που δημοσίευσε πρόσφατα το περιοδικό Newscientist, ο Τάμετ απεικόνισε πως βλέπει χρωματισμένο, στο νου του το π (γνωρίζει από μνήμης 22514 ψηφία του).