Κυριακή 8 Ιουλίου 2018

Μια ζωή ηδονής και οι τρεις ερωτήσεις

Ένας φανταστικός διάλογος από το βιβλίο του Γκέρχαρντ Ερνστ «σκέψου σαν φιλόσοφος»

Φ. Πράγματι, μερικοί φιλόσοφοι πίστευαν ότι μια καλή ζωή δεν είναι τίποτ’ άλλο από μια ζωή γεμάτη ευχαρίστηση.

Α. Ναι, αυτό το έχω ακούσει. Λέγονται «ηδονιστές», έτσι δεν είναι;

Φ. Ακριβώς. «Ηδονιστές» —«ηδονή» στα Ελληνικά σημαίνει «ευχαρίστηση»— ονομάζονται εκείνοι που πιστεύουν ότι η ευχαρίστηση είναι το μοναδικό αυτοτελές αγαθό.

Α. Και; Εσείς είστε ηδονιστής; Έτσι όπως βλέπω τη ζωή σας εδώ στον ελεφάντινο πύργο, κάτι τέτοιο ειλικρινά θα με εξέπληττε.

Φ. Μα γιατί; Τι φαντάζεστε ότι είναι μια ηδονική ζωή;

Α. Ε, στην αρχή βέβαια το μυαλό μας πάει σε μια κάπως πιο άσωτη ζωή: πλούσια φαγοπότια, σεξουαλικά όργια και τέτοια.

Φ. Δεν είμαι σίγουρος ότι αν μετρήσουμε αυτές τις δραστηριότητες με μέτρο την ηδονή ο απολογισμός θα είναι θετικός. Το μεθοκόπι προκαλεί πονοκεφάλους και στομαχικές διαταραχές, ενώ θα μπορούσε κανείς ν’ αμφισβητήσει αν και από τα σεξουαλικά όργια βγαίνει κάτι καλό. Η μεγάλη ηδονή έχει συχνά ως αποτέλεσμα μεγάλη οδύνη. Γι’ αυτόν τον λόγο, ο ηδονιστής Επίκουρος, για παράδειγμα, προτείνει μια ασκητική ζωή!

Α. Μα αυτό είναι πληκτικό.

Φ. Σε κάθε περίπτωση, μη αναμενόμενο. Και υπάρχει και κάτι ακόμα που είναι παράξενο: ξέρετε το ηδονιστικό παράδοξο του Χένρυ Σίτζγουικ;

Α. Όχι, τι είναι αυτό;

Φ. Η επίγνωση ότι, αν κανείς στη ζωή του θέλει να έχει τη μεγαλύτερη δυνατή ευχαρίστηση, δεν πρέπει να την επιδιώκει άμεσα. Πάρτε για παράδειγμα την ευχαρίστηση στο παιχνίδι. Αν την ώρα που παίζουμε είμαστε συγκεντρωμένοι στο να έχουμε τη μεγαλύτερη δυνατή ευχαρίστηση, τότε ακριβώς αυτό θα οδηγήσει στο να μην εγκλιματιστούμε καλά στο παιχνίδι, κι έτσι να μην υπάρξει ευχαρίστηση, ή αυτή να είναι μικρότερη από αυτήν που θα αντλούσαμε αν είχαμε συγκεντρωθεί στο παιχνίδι.

Α. Ακούγεται εύλογο. Έχω όμως ακόμα την απορία πώς μπορεί κανείς να μετρήσει εν γένει την ευχαρίστηση.

Φ. Ο Τζέρεμυ Μπένθαμ, ένας άγγλος φιλόσοφος που έζησε από τα μισά του 18ου έως τις αρχές του 19ου αιώνα, σκέφτηκε ότι μπορεί κάποιος να προσδιορίσει ουσιαστικά την ποσότητα της ευχαρίστησης ως προς τη διάρκεια και την ένταση. Υποστήριξε αυτό που καλούμε «ποσοτικό ηδονισμό». Αλλά είναι αρκετά δύσκολο να τον εφαρμόσει κανείς. Για παράδειγμα, πώς σχετίζεται η ένταση της ευχαρίστησης που νιώθουμε όταν κάνουμε ένα ζεστό μπάνιο τον χειμώνα με την ευχαρίστηση όταν διαβάζουμε ένα ωραίο ποίημα;

Α. Αυτά είναι όντως δύσκολο να συγκριθούν μεταξύ τους. Άρα θα έπρεπε να κάνουμε διάκριση και ανάμεσα σε διαφορετικά ήδη ευχαρίστησης;

Φ. Ακριβώς αυτό λέει ο Τζων Στιούαρτ Μιλλ, ο οποίος παρεμπιπτόντως ήταν γιος ενός φίλου του Μπένθαμ. Ο Μιλλ υποστήριξε ακριβώς έναν «ποιοτικό ηδονισμό». Κατά την άποψή του, δεν πρέπει να λαμβάνουμε υπ’ όψη μας μόνο την ένταση και τη διάρκεια, αλλά και την ποιότητα ενός αισθήματος ευχαρίστησης.

Α. Πώς βρίσκουμε, όμως, ποιες ηδονές έχουν ανώτερη ποιότητα και ποιες κατώτερη;

Φ. Ο Μιλλ προτείνει, όταν θέλουμε να συγκρίνουμε δύο ηδονές κατά την ποιότητά τους, να ρωτήσουμε κάποιον που ξέρει και τις δύο ηδονές, που είναι απροκατάληπτος και όχι αποκτηνωμένος, και κατά τα άλλα όσο το δυνατόν πιο αντικειμενικός. Και ένας τέτοιος άνθρωπος θα πει τότε ότι η ανάγνωση του ποιήματος προσφέρει μεγαλύτερη ευχαρίστηση από το ζεστό μπάνιο.

Α. Νομίζω ότι ακούγεται κάπως αυθαίρετο. Πάντως, ξέρω πολλούς ανθρώπους που δεν καταλαβαίνουν από ποίηση και μάλλον προτιμούν να κάνουν μπάνιο.

Φ. Μα αυτοί ακριβώς δεν έχουν πρόσβαση στην ηδονή της ποίησης και γι’ αυτό δεν κάνουν για κριτές της ποιότητάς της.

Σημείωση: Τα εργαλειακά αγαθά είναι αγαθά που έχουν αξία μόνο ως μέσα για έναν σκοπό με αξία, ενώ τα αυτοτελή αγαθά είναι αγαθά που έχουν αξία καθαυτά. Σύμφωνα με την άποψη του ηδονιστή, η ηδονή είναι το μόνο αυτοτελές αγαθό. Για να πετύχουμε έναν όσο το δυνατόν καλύτερο απολογισμό για την ηδονή, θα πρέπει ίσως να ζούμε ιδιαίτερα ασκητικά και να μην επιδιώκουμε πάντα άμεσα την ευχαρίστηση. Ένας ποσοτικός ηδονιστής πιστεύει ότι η ηδονή μετράται ουσιαστικά ως προς την ένταση και τη διάρκεια, ενώ ένας ποιοτικός ηδονιστής πιστεύει ότι υπάρχουν επιπλέον διαφορετικές ποιότητες ηδονής. Αυτές μπορεί να τις προσδιορίσει όποιος είναι απροκατάληπτος αλλά καλά πληροφορημένος ως προς την αντίστοιχη ηδονή.

Τρεις ερωτήσεις προς τον ηδονιστή

Α. Πιστεύω ότι αυτό με τις διάφορες ποιότητες ηδονής μπερδεύει κάπως το πράγμα. Γιατί τότε ποια είναι εν γένει τα πράγματα που συγκαταλέγονται στην ηδονή;

Φ. Καλή ερώτηση. Κάποιοι θα έλεγαν ότι γενικά δεν υπάρχει κάποιο πράγμα που να μπορεί κανείς εύλογα να το ονομάσει «ηδονή». Εννοώ, ποιο κοινό συναίσθημα έχουν τα βιώματα «τρώω κάτι καλό», «κουβεντιάζω με φίλους», «κοιτάζω μια ωραία εικόνα», «έχω μια ιδέα» κ.λπ.;

Α. Ίσως ότι όλα αυτά είναι πράγματα που θεωρούμε σημαντικά.

Φ. Σίγουρα. Όχι όμως επειδή υπάρχει κάποιο συναίσθημα — ένα «συναίσθημα ηδονής»—, που εμφανίζεται σε όλες αυτές τις περιπτώσεις και δίνει για πρώτη φορά αξία σε όλα αυτά τα βιώματα, έτσι δεν είναι;

Α. Για να ίσχυε αυτό, θα έπρεπε να δεχτούμε μια πολύ αφηρημένη μορφή του συναισθήματος της ηδονής.

Φ. Άρα, τελικά, να εξαιρούσαμε από την ηδονή το συναίσθημα της ηδονής! Ο ηδονιστής, όμως, έχει κι άλλα προβλήματα. Κι αυτό διότι μπορεί κανείς να αναρωτηθεί αν γενικότερα η ηδονή είναι πάντα κάτι καλό.

Α. Πώς κι έτσι;

Φ. Σκεφτείτε κάποιον που αισθάνεται ευχαρίστηση βασανίζοντας άλλους. Αυτή η ευχαρίστηση κάνει τη ζωή του καλύτερη ή χειρότερη;

Α. Νομίζω ότι είναι δύσκολο να πει κανείς. Φυσικά και είναι άσχημο αν αυτός βασανίζει κάποιον. Και είναι επίσης άσχημο αν αυτός νιώθει ευχαρίστηση όταν βασανίζονται άλλοι. Αλλά η ίδια η αίσθηση ευχαρίστησης εξακολουθεί να είναι καλή.

Φ. Αλήθεια; Δεν θα ήταν λίγο καλύτερη η ζωή του, αν τουλάχιστον δεν ευχαριστιόταν με το να βασανίζει άλλους, αλλά αν για παράδειγμα το έκανε αυτό ενάντια στις ροπές του, από κακώς εννοημένη αίσθηση του καθήκοντος; Σε κάθε περίπτωση, δεν είναι σαφές ότι η ηδονή είναι αυτοτελές αγαθό, και σίγουρα θα έπρεπε κανείς να φτάσει στο σημείο να μπορεί να αντλεί ευχαρίστηση από τα σωστά πράγματα.

Α. Τότε όμως θα ξαναβρισκόμασταν στην κατάσταση στην οποία θα έπρεπε να εξηγήσουμε με ανεξάρτητο τρόπο ποια είναι τα σωστά πράγματα. Ενώ η υπόθεσή μας ήταν ότι μόνο η ηδονή αυτή καθαυτή είναι καλή.

Φ. Αυτό, πάλι, δεν ισχύει.

Α. Αυτό το λέτε εσείς. Εγώ, όμως, θα ήθελα πρώτα να ακούσω ένα επιχείρημα γι’ αυτό.

Φ. Υπάρχει ένα ωραίο νοητικό πείραμα του Αμερικανού φιλοσόφου Ρόμπερτ Νόζικ, το οποίο θέλει να αποδείξει ότι δεν αποδίδουμε αξία μόνο στην ηδονή. Είναι το εξής: φανταστείτε ότι κάποιος σας προτείνει να συνδεθείτε σε μια μηχανή η οποία σας δίνει την ψευδαίσθηση της ηδονικής ζωής. Σκεφτείτε ότι ένας υπερ-υπολογιστής ερεθίζει τις νευρικές σας απολήξεις με τέτοιον τρόπο ώστε να μην καταλαβαίνετε καθόλου κάποια διαφορά σε σχέση με την αντίληψη του πραγματικού κόσμου. Θα δεχόσασταν την προσφορά;

Α. Εννοείτε, όπως στην ταινία Μάτριξ, έτσι ώστε στην πράξη να μπορεί κανείς να ζει μια ζωή στο πρόγραμμα του υπολογιστή;

Φ. Έτσι ακριβώς. Και, βέβαια, θα είναι εγγυημένο ότι ο υπολογιστής αναπαριστά πράγματι μια ζωή που είναι στον ύψιστο βαθμό ηδονική. Μάλιστα, το πείραμα θα μπορούσε να είναι έτσι, ώστε αν κάποιος έχει ήδη μπει στον εικονικό κόσμο, να μην γνωρίζει πλέον ότι αυτός δεν είναι ο πραγματικός κόσμος. Ίσως μέσω μιας μικρής χειραγώγησης της μνήμης.

Α. Η ερώτηση είναι, επομένως, αν κάποιος θα προτιμούσε μια ηδονική αλλά καθαρά εικονική ζωή, έναντι μιας πραγματικής αλλά λιγότερο ηδονικής ζωής; Χμ… Εγώ μάλλον δεν θα δεχόμουν την προσφορά.

Φ. Και γιατί όχι;

Α. Να, ξέρω πού θέλετε να καταλήξετε: Επειδή δεν με ενδιαφέρει μόνο το αίσθημα της ευχαρίστησης, αλλά και το αν στα αισθήματά μου αντιστοιχεί κάτι το πραγματικό. Όμως δεν είμαι ακόμα εντελώς πεπεισμένος γι’ αυτό.

Φ. Τότε θα έπρεπε να εξετάσουμε συγκεκριμένες περιπτώσεις, στις οποίες το ζήτημα δεν είναι το αίσθημα της ευχαρίστησης αλλά το τι συμβαίνει αληθινά στον κόσμο.

Α. Μισό λεπτό.

Σημείωση: Ο ηδονιστής πρέπει να αντιμετωπίσει τρία δύσκολα συμπλέγματα ερωτημάτων:

1) Υπάρχει εν γένει ένα ορισμένο αίσθημα —το αίσθημα της ευχαρίστησης— που κάνει ό,τι έχει αξία να έχει αξία; Γενικότερα, η ευχαρίστηση είναι αίσθημα; Σε τι ακριβώς συνίσταται ουσιαστικά η αυτοτελής αξία που υιοθετεί ο ηδονιστής;

2) Κάθε αίσθημα ευχαρίστησης έχει πράγματι αξία; Δεν έχει σημασία και το πού αναφέρεται το αίσθημα της ευχαρίστησης;

3) Είναι μόνο τα αισθήματα ευχαρίστησης που έχουν για μας αξία ή και άλλα πολύ διαφορετικά πράγματα; Μια ζωή (και) πέρα από την ηδονή

Φ. Δείτε την περίπτωση κάποιου που επιστρατεύει όλες του τις δυνάμεις για την ευημερία των άλλων ανθρώπων. Ένα τέτοιο πρόσωπο δεν ενδιαφέρεται για το δικό του αίσθημα ευχαρίστησης!

Α. Μα πώς; Αφού κάποιους ανθρώπους τους ευχαριστεί να βοηθούν άλλους. Ή τουλάχιστον έχουν τύψεις όταν δεν το κάνουν. Και αυτές τις τύψεις τις ξεφορτώνονται με το να κάνουν ό,τι μπορούν για τους άλλους.

Φ. Δεν είναι ακριβώς έτσι: ας υποθέσουμε ότι βάζετε ως στόχο να βελτιώσετε την κατάσταση των αστέγων στην ιδιαίτερη πατρίδα σας. Σε ποια από τις δύο ακόλουθες περιπτώσεις πιστεύετε ότι κάνετε το καλύτερο;

Περίπτωση 1: Πιστεύετε ότι με τη δουλειά σας η κατάσταση των αστέγων θα βελτιωθεί και χαίρεστε γι’ αυτό, παρόλο που στην πραγματικότητα με τις ενέργειές σας η κατάσταση μάλλον χειροτερεύει.

Περίπτωση 2: Πιστεύετε ότι η δουλειά σας δεν έχει αποτέλεσμα ή ότι βλάπτει κιόλας, και στενοχωριέστε γι’ αυτό, παρόλο που στην πραγματικότητα η ζωή των αστέγων γίνεται σαφώς καλύτερη.

Α. Το καλύτερο θα ήταν, βέβαια, αν οι κόποι μου έφερναν αποτέλεσμα και εγώ μπορούσα να χαρώ γι’ αυτό. Αλλά καταλαβαίνω πού θέλετε να καταλήξετε: αν αυτό που με νοιάζει πραγματικά είναι οι άστεγοι, θα προτιμούσα μάλλον τη δεύτερη περίπτωση έναντι της πρώτης.

Φ. Ακριβώς. Και πράγματι, πολλοί άνθρωποι νοιάζονται για την ευημερία των άλλων και όχι μόνο για το πώς νιώθουν οι ίδιοι όταν επιστρατεύουν τις δυνάμεις τους για την ευημερία των άλλων. Ένα πολύ καλό παράδειγμα είναι ίσως η έγνοια των γονιών για τα παιδιά τους.

Α. Εννοείτε, επειδή σ’ αυτή την περίπτωση είναι σαφές ότι νοιαζόμαστε λιγότερο για τα δικά μας συναισθήματα και περισσότερο για το μεγάλωμα των παιδιών;

Φ. Ναι. Απλώς σκεφτείτε και πάλι τι θα προτιμούσατε: να πιστεύετε ότι τα παιδιά σας ευτυχούν, παρότι δυστυχούν, ή να πιστεύετε ότι τα παιδιά σας δυστυχούν, παρότι ευτυχούν;

Α. Φυσικά και θα προτιμούσε κανείς τη δεύτερη περίπτωση. Το δικό μας αίσθημα ευχαρίστησης είναι εδώ πραγματικά δευτερεύουσας σημασίας.

Φ. Πράγματι, σε τέτοιες περιπτώσεις αντλεί κανείς χαρά από αυτό που κάνει, και μάλιστα μόνο και μόνο επειδή αυτό που κάνει το θεωρεί σημαντικό ανεξάρτητα από το παραγόμενο αίσθημα ευχαρίστησης. Χαίρεται κανείς αν καταφέρνει να βοηθά τους άλλους, επειδή αυτό είναι κάτι καλό. Σε κάθε περίπτωση, δεν μπορεί κανείς να πει ότι είναι καλό να βοηθάς τους άλλους μονάχα επειδή αυτό σε κάνει να νιώθεις ο ίδιος χαρά.

Α. Ίσως επειδή αυτό δίνει χαρά σ’ εκείνον που δέχεται τη βοήθεια.

Φ. Ακριβώς. Και συμβαίνει συχνά η χαρά ή η ευχαρίστηση να είναι πράγματα που στην καλύτερη περίπτωση έρχονται ως αποτέλεσμα, όχι όμως ότι είναι για εμάς αυτά που πραγματικά έχουν αξία.

Α. Τι είναι αυτό, τότε, που έχει πραγματικά αξία;

Φ. Για παράδειγμα, πραγματική αξία έχουν οι προσωπικές σχέσεις. Σκεφτείτε τους εραστές, τους φίλους και τους συγγενείς. Σας ενδιαφέρει να έχετε την αίσθηση ότι είστε σημαντικός γι’ αυτούς τους ανθρώπους, ή μήπως αυτό που σας ενδιαφέρει πολύ περισσότερο είναι να είστε πραγματικά σημαντικός γι’ αυτούς τους ανθρώπους;

Α. Πάλι θα έλεγα: και τα δύο! Αν κάποιος απλώς νομίζει ότι γίνεται αρεστός στους άλλους, χωρίς στην πραγματικότητα να τον συμπαθούν, τότε, φυσικά, λείπει κάτι σημαντικό. Αλλά και αν συμβαίνει μοναχά να είναι όντως σημαντικός κανείς για τους άλλους, αλλά ο ίδιος να μην το αντιλαμβάνεται, τότε κι αυτό είναι άσχημο.

Φ. Σωστά. Αλλά και πάλι ισχύει ότι αυτό που μετρά δεν είναι μόνο το δικό μας αίσθημα ευχαρίστησης, αλλά το αν υφίσταται πράγματι μια σημαντική σχέση, μια αγάπη ή μια φιλία.

Α. Θέλετε, λοιπόν, να πείτε ότι μια καλή ζωή δεν είναι απλώς μια ηδονική ζωή, αλλά μια ζωή στην οποία έχουμε τις σωστές σχέσεις με τους συνανθρώπους μας;

Φ. Σε κάθε περίπτωση, μου φαίνεται να είναι ένα πολύ ουσιώδες συστατικό της καλής ζωής. Αν αναρωτηθείτε τι κάνει καλή τη ζωή σας, θα διαπιστώσετε ότι αυτό ως επί το πλείστον έχει να κάνει με τις σχέσεις σας με τους συνανθρώπους σας.

Α. Σωστά.

Φ. Και αυτό μας κάνει να καταλάβουμε γιατί οι άνθρωποι δίνουν τόσο μεγάλη αξία στην αγάπη, τη φιλία και την οικογένεια, και γενικά γιατί θέλουν να ζουν αρμονικά με τους συνανθρώπους τους.

Α. Δεν μπορεί, όμως, και μια κάπως απομονωμένη ζωή να είναι μια καλή ζωή; Εννοώ, κοιτάξτε τον εαυτό σας!

Φ. Ναι. Οι φιλόσοφοι, βέβαια, είναι οι τελευταίοι που θα το αμφισβητούσαν αυτό. Οι φιλόσοφοι τόνιζαν πάντα την αξία μιας ζωής με αντίληψη, με γνώση και με περισυλλογή.

Α. Δηλαδή μια ζωή, ας πούμε, κατά την οποία απολαμβάνει κανείς την ηδονή της γνώσης;

Φ. Ναι. Αλλά εδώ ισχύει και πάλι το ίδιο: ότι η ηδονή από μόνη της δεν είναι το πιο σημαντικό.

Α. Α, αφήστε με αυτή τη φορά να διατυπώσω εγώ το επιχείρημα: δεν μας είναι αδιάφορο το αν απλώς πιστεύουμε ότι έχουμε γνωρίσει κάτι, ενώ στην πραγματικότητα απατώμαστε, ή αν πραγματικά έχουμε γνωρίσει αυτό το κάτι. Αν όμως μας ενδιέφερε μόνο το αίσθημα της ευχαρίστησης που είναι συνδεδεμένο με τη γνώση, θα είχαν για μας και τα δύο την ίδια αξία.

Φ. Ακριβώς. Είναι, λοιπόν, φανερό ότι θεωρούμε τη γνώση, την επιστήμη και τη σοφία ως πράγματα που έχουν αξία καθαυτά. Και για τον ίδιο λόγο ίσως και την τέχνη.

Α. Γιατί την τέχνη; Είχα την εντύπωση ότι το ζητούμενο στην τέχνη είναι η ευχαρίστηση. Προηγουμένως φέραμε, άλλωστε, ως παράδειγμα ευχάριστης δραστηριότητας την ανάγνωση ποιημάτων.

Φ. Η αισθητική απόλαυση είναι σίγουρα μια μορφή ηδονής. Αλλά πολλοί θα έλεγαν ότι ζητούμενο στην τέχνη δεν είναι μόνο η ηδονή, αλλά και η γνώση. Τα έργα τέχνης μπορούν να μας κάνουν να δούμε τον κόσμο και τον εαυτό μας με άλλα μάτια. Ομολογουμένως, αυτό θα ήταν ένα θέμα για μια ξεχωριστή συζήτηση…

Α. Είμαι έτοιμος να παραδεχτώ ότι η ενασχόληση με την τέχνη μπορεί να είναι συστατικό της καλής ζωής. Αναρωτιέμαι όμως: αν υπάρχουν διάφορα πράγματα που είναι καλά καθαυτά, τότε σε τι συνίσταται η καλή ζωή που όλοι μας θα έπρεπε να διάγουμε; Δεν μπορεί, βεβαίως, να ζει κανείς συγχρόνως ως απομονωμένος επιστήμονας και ως δημόσιος ευεργέτης.

Φ. Υπάρχουν διάφορα πράγματα που μπορούν να κάνουν μια ζωή επιτυχημένη. Και, αντίστοιχα, δεν υπάρχει μονάχα μία εκδοχή της καλής ζωής. Μια ζωή χωρίς ευχαρίστηση, μια ζωή χωρίς προσφορά στον συνάνθρωπο, μια ζωή χωρίς καλές προσωπικές σχέσεις και μια ζωή χωρίς περισυλλογή, προφανώς δεν είναι μια καλή ζωή. Αυτά τα πράγματα θα έπρεπε κανείς να τα επιδιώκει. Αλλά, πρώτον, δεν θα έπρεπε να επικεντρωθούν όλοι στο ίδιο πράγμα. Και δεύτερον, υπάρχουν τόσο πολλοί διαφορετικοί τρόποι για να πραγματώνονται οι εκάστοτε αξίες, ώστε να δίνεται έτσι στη ζωή μια ατομική μορφή.

Α. Για να είμαι ειλικρινής, θα με εξέπληττε κάπως αν προσπαθούσατε να με πείσετε ότι υπάρχει μόνο ένας σωστός τρόπος για να ζει κανείς.

Σημείωση: Ακόμα κι αν κανείς λάβει υπ’ όψη του ότι η ηδονή εμφανίζεται με πάρα πολλές διαφορετικές μορφές, δεν φαίνεται να είναι το μοναδικό πράγμα που έχει αυτοτελή αξία. Η ευημερία άλλων ανθρώπων, οι προσωπικές σχέσεις (όπως η αγάπη και η φιλία), καθώς και η γνώση, είναι εξίσου καλοί υποψήφιοι για να αποτελέσουν πράγματα με αυτοτελή αξία. Μια καλή ζωή διάγει εκείνος ο οποίος πραγματοποιεί αυτές τις αξίες (ίσως και άλλες ακόμα αξίες) — πώς και με ποια προτεραιότητα, δεν είναι καθορισμένο. Υπάρχουν πολλοί σωστοί τρόποι!

Στυλίτες, ασκητές κι ερημίτες – Ο καθαγιασμός και η εμπορευματοποίηση της παραφροσύνης στον Χριστιανισμό και η βιομηχανική παραγωγή «θαυμάτων»

Το προσκύνημα σε πρόσωπα που ζούσαν ακόμη συνέβαινε κατά μίμηση παγανιστικών εθίμων. Παντού στη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία προσείλκυαν το πλήθος άνθρωποι κατειλημμένοι από τον «θεό», κήρυκες και θαυματοποιοί, σοφοί, μάντεις, εξάγγελοι της σωτηρίας, μυσταγωγοί, θεόπνευστοι. Και αυτοί οι ζωντανοί «divi», άνθρωποι προικισμένοι, για τους οποίους πίστευαν ότι ήταν πλήρεις θείου πνεύματος και θείας δύναμης, τους οποίους θεωρούσαν απεσταλμένους του Θεού, κινητοποίησαν ολόκληρα πλήθη. Διότι κατά την ελληνιστική περίοδο του θρησκευτικού συγκρητισμού, οι λαϊκές μάζες αγαπούσαν τους «επίγειους» θεούς, τους «επίγειους» αρωγούς, αυτούς θαύμαζαν οι «divi» ήρθαν να αντικαταστήσουν, ούτως ειπείν, τους φιλοσόφους και τους ποιητές της κλασικής περιόδου.

Στους πιο περίφημους από αυτούς τους ειδωλολάτρες συγκαταλέγεται ένας σύγχρονος της εποχής του Ιησού, ο Απολλώνιος ο Τυανέας, η βιογραφία του οποίου, γραμμένη από τον Φιλόστρατο, έχει τόσο εκπληκτικές ομοιότητες με τη βιβλική εικόνα του Ιησού, ώστε σε πολλά κομμάτια της διαβάζεται σαν ευαγγελικό κείμενο. Κι ένας ακόμη πιο σκοτεινός εκπρόσωπος αυτού του θεϊκού σιναφιού είναι ο Περεγρίνος ο Πρωτεύς, ένας κυνικός, ο οποίος αυτοπυρπολείται το 176 μ.Χ. σε μια θεαματική επίδειξη στην Ολυμπία μπροστά στα μάτια πολλών περίεργων περαστικών, αφού προηγουμένως, στη φυλακή, ομολογεί πίστη στον Χριστιανισμό -σύμφωνα με τον Λουκιανό, μόνο και μόνο για να αρπάξει πλούσια δώρα.

Σύμφωνα με τους απολογητές, υπάρχει ωστόσο μεγάλη διαφορά ανάμεσα στο προσκύνημα σε ζώντες ειδωλολάτρες κι εκείνο σε ζώντες χριστιανούς, μεγάλη διαφορά γενικά ανάμεσα σε κάθε ειδωλολατρικό και χριστιανικό προσκύνημα. Παραδέχονται μεν μια εκπληκτική ομοιότητα όσον αφορά τα εξωτερικά γνωρίσματα, ακόμη και ταυτότητα των προσώπων, αλλά ο ειδωλολάτρης αρωγός ενεργούσε από μόνος του, ο χριστιανός όμως μέσω του Θεού -ο ένας είναι η πηγή, ο άλλος το εργαλείο, η μια βοήθεια έχει μαγικές επιρροές, είναι θεουργική πρακτική, η άλλη είναι γνήσια και πραγματικά θρησκευτική. Ωστόσο λένε ότι ο Χριστός είναι πηγή, όπως ο ειδωλολάτρης ήρωας, αλλά ο Χριστός «αποτελεί εδώ εξαίρεση και δεν συγκρίνεται με άλλους» (Kotting).

Βέβαια, αυτά τα ξέρουμε και δεν χρειάζεται να ασχοληθούμε με τέτοιου είδους εξυπνάδες, με παπαδίστικα ψέματα, μπορούμε να αγνοήσουμε τέτοιες δήθεν λόγιες διαφοροποιήσεις, που δεν είναι παρά χονδροειδείς απάτες και διδάσκονται για αιώνες. Όπως και να έχει το πράγμα, από τη μια πλευρά έχουμε να κάνουμε με την επιθυμία να βοηθηθούν, την ικανοποίηση της περιέργειας, την πίστη σε θαύματα· και από την άλλη με την κομπορρήμονα εκκεντρικότητα των επιδειξιών, όπως και με την επιδίωξη να βγάλουν κέρδος από τη δυστυχία, την αποβλάκωση· με λίγα λόγια κάθε φορά το θέμα είναι η ανθρώπινη φτώχεια, η μανία για τα θαύματα και η μπίζνα.

Οι ασκητές διέθεταν μεγάλη δύναμη έλξης. Υπήρχαν πολλοί που δεν ήθελαν να γίνουν αντικείμενα της περιέργειας των πιστών. Κάθε φορά που πλησίαζε κάποιο δίποδο, αυτοί κρύβονταν σαν αγρίμια μέσα στη σπηλιά τους, χώνονταν στη γη σαν τυφλοπόντικες, ώστε μιλούσαν και για «άγιους τυφλοπόντικες». Για πολλούς αρκούσε «η μυρωδιά των ανθρώπων», για να το βάλουν στα πόδια. Και πολλές ασκητείες δεν δημιουργήθηκαν για θαυμαστές, όπως βεβαίως οι «έγκλειστοι» ή οι «βοσκοί».

Άλλοι ασκητές όμως αγαπούσαν τη «δημοσιότητα» και περιβάλλονταν από πλήθος μαθητών. Ο άγιος Απολλώνιος είχε περισσότερους από πεντακόσιους, όπως πιστοποιεί ο εκκλησιαστικός συγγραφέας Ρουφίνος. Άλλοι πάλι έμοιαζαν μάλλον με επιδειξίες της πιο ακραίας μορφής. Ναι μεν κάλυπταν το «αμαρτωλό» μέλος τους, είτε με μακριά μαλλιά, με μακριές γενειάδες, με φύλλα, είτε απλά κλείνοντας γρήγορα σφιχτά τα πόδια, αλλά κατά τα άλλα επιδείκνυαν τον ηρωισμό τους, την ηρωική αυτοθυσία τους στις υπηρεσίες του άγιου εγωισμού, για την επίτευξη του ουράνιου βασιλείου, επιδείκνυαν ανενδοίαστα την ασκητεία τους και κάθε είδος τρέλας που μπορεί να φανταστεί άνθρωπος. Ύστερα, σε αυτούς τους έρημους τόπους διαδραματίστηκε «ένα πρωτόγνωρο θέατρο, ένα θέατρο στο οποίο ο καθένας δίνει την εντύπωση ότι παίζει έναν αιώνιο ρόλο με ζήλο και οδυνηρή σχολαστικότητα», και το έκαναν με τέτοιο τρόπο, ώστε θα ήταν πολύ δύσκολο, αν όχι αδύνατο, «να διακρίνεις εδώ τους πραγματικούς τρελούς από τους δήθεν, τους αληθινούς αγίους από τους ψεύτικους» (Lacarriere).

Όλη αυτή η χριστιανική βλακεία στις έρημους της Αιγύπτου, της Αραβίας, της Συρίας προκαλούσε την περιέργεια των πιστών. Είχε δημιουργηθεί ένα αντίγραφο των «Αγίων Τόπων» (Raymond Ruyer), οιονεί κομμουνιστικές κοινότητες και εκκεντρικοί όλων των ειδών. Κι έτσι άρχισαν να πηγαίνουν προσκυνητές και σε αυτά τα μέρη, καθώς μάλιστα, για πολλούς που ταξίδευαν στους «Αγίους Τόπους», η χώρα των Φαραώ ήταν μια μικρή εκδρομή. Ήδη από το δεύτερο ήμισυ του 4ου αιώνα επισκέπτονται αναρίθμητοι πιστοί, με οποιαδήποτε κίνητρα, αλλού τους πιο γνωστούς αναχωρητές, αλλού τα σημαντικότερα μοναστικά κέντρα, τα μοναστήρια, στο Πίσπιρ, την Αρσινόη, την Οξύρρυγχο, την Αφροδιτόπολη, τη Βαβυλώνα, τη Μέμφιδα κ.ά. Έτσι, πήγαιναν απλοί άνθρωποι, όπως και «άνθρωποι του κόσμου». Ευγενείς, αξιωματούχοι της αυτοκρατορίας, πλούσιες κυρίες, όπως η πλούσια φίλη του Ιερώνυμου, Παύλα. Και η προσκυνήτρια Αιθερία ήταν ανάμεσα τους, και κατόπιν λαμπρές προσωπικότητες της εκκλησιαστικής ιστορίας από Ανατολή και Δύση, ο Παλλάδιος, ο Ιωάννης, ο Κασσιανός ή ο Ρουφίνος της Ακουιληίας. Και φυσικά, μεγάλα ξενοδοχεία κοντά στα μοναστήρια φρόντιζαν κι εδώ για την παρατεταμένη παραμονή των προσκυνητών.

Στα διάφορα είδη ασκητικής τρέλας και ασκητικού θεατρινισμού ανήκαν οι επονομαζόμενοι «ορθοί». Κι αυτό το είδος το οποίο εμφανιζόταν εν μέσω και ενώπιον όλου του κόσμου, μαγνήτιζε τα βλέμματα, προσείλκυε τους περίεργους, εκείνους τους προσκυνητές οι οποίοι θαύμαζαν τα ανδραγαθήματα των ανθρώπων που στέκονταν όρθιοι, ακίνητοι σαν παλούκια, για ώρες, για ημέρες, ό,τι καιρό κι αν έκανε, μέσα στο λιοπύρι και στην καταρρακτώδη βροχή, με τα χέρια σταυρωμένα ή υψωμένα προς τον ουράνιο Πατέρα, σιωπηλοί, προσευχόμενοι, ψέλνοντας Ο άγιος Ιάκωβος, κατόπιν επίσκοπος της Νίσιβης και διδάσκαλος του εχθρού των Ιουδαίων αγίου Εφραίμ, είχε «για σκέπασμα του μόνο τον ουρανό» και ασκούσε τη «στάση (ορθοστασία)» τόσο απορροφημένος, ώστε κάποτε θάφτηκε ολόκληρος από το χιόνι, δήθεν χωρίς να το καταλάβει. Ένας συνάδελφος αυτού του περίτρανου ορθού, ο Ιωάννης των Σάρδεων, τη νύχτα, στον ύπνο του, κρατιέται όρθιος με σχοινί που έχει περάσει από τις μασχάλες του. Η αγία Δομνίνα, παρομοίως επαγγελματίας ορθή και εκτεθειμένη «στα μάτια όλου του κόσμου», «δεν μιλάει ποτέ», όπως αναφέρει ο εκκλησιαστικός διδάσκαλος Θεοδώρητος, «χωρίς να χύνει δάκρυα, πράγμα που γνωρίζω από ιδία εμπειρία, διότι συχνά έπιανε το χέρι μου και το έβαζε στα μάτια της και το ύγραινε τόσο, ώστε γίνονταν μούσκεμα».

Αλλά ακόμη και αυτοί οι μωροί επισκιάστηκαν από μια ασκητική τρέλα και μια επιδειξιομανία, με μια σκιά που έφτανε σε υψηλότερο, για να μην πούμε σε ύψιστο επίπεδο, αποτελώντας έτσι κυριολεκτικά την κορυφή όλων των ασκητικών ανδραγαθημάτων, από την πρακτική των στυλιτών.

Οι στυλίτες πυροδότησαν ένα μεγάλο κύμα προσκυνητών που δεν τελείωσε ούτε μετά τον θάνατο τους, παρά άνθισε στον τόπο της τόσο φιλόδοξης όσο και ανόητης εκκεντρικότητας τους, η οποία δημιούργησε τέτοιον σάλο ακριβώς γι’ αυτόν τον λόγο. Στέκονταν πάνω σε στύλους από πέτρα ή ξύλο και φυσικά με τον ένα και μοναδικό σκοπό να απομακρυνθούν από τη γη, από τους ανθρώπους. Δεν είναι τυχαίο που αυτό το, τουλάχιστον από μορφολογική άποψη, αποκορύφωμα των χριστιανικών παραλογισμών άρχισε στη Συρία, όπου ήδη οι ειδωλολάτρες πίστευαν ότι, όσο ψηλότερα στεκόταν ένας άνθρωπος, τόσο καλύτερα μπορούσε να μιλήσει με τους θεούς.

Στυλίτης Συμεών, ο Σύρος «φωτοδότης» – Έρχομαι πιο κοντά σε σένα Θεέ μου…
Ο στυλίτης Συμεών ο πρεσβύτερος, που γεννήθηκε γύρω στα 390 κοντά στη Νικόπολη, αρχίζει τη σταδιοδρομία του ακριβώς όπως και τόσες άλλες μεγάλες προσωπικότητες του Χριστιανισμού, ως βοσκός. Στη μονή της Τελεδά εξιλεώνεται με τέτοια υπερβολή, ώστε οι μοναχοί δεν τον αντέχουν και ζητούν την απομάκρυνσή του. Τώρα, δοξολογεί τον Θεό επί πέντε ημέρες μέσα σε ένα ξεροπήγαδο. Γύρω στο 412, κάπου βόρεια της Αντιόχειας, βάζει να τον εγκλείσουν συνολικά 28 φορές στην περίοδο της νηστείας, χωρίς οποιαδήποτε τροφή. Μετά από αυτό αιωρείται καρφωμένος σε έναν βράχο και παρατηρεί «με τα μάτια της πίστης και του πνεύματος αυτά που υπάρχουν στους ουρανούς»· μια τόσο χρήσιμη δραστηριότητα, ώστε μυριάδες εγκαταλείπουν τα σπίτια τους και πηγαίνουν προσκυνητές στο Συμεών -πράγμα που είναι σίγουρα εξίσου χρήσιμο. Λέγεται ότι του έφερναν δώρα ακόμη και οι ειδωλολάτρες. Αλλά οι πιστοί θέλουν να τον αγγίξουν, θέλουν να αποκτήσουν ένα κουρελάκι από τα ρούχα του, έστω ένα μαλλάκι από την προβιά του. Σκαρφαλώνει σε μια κολώνα, για να σωθεί, αλλά και για να υψωθεί «πνευματικά», για να είναι πιο κοντά στους ουρανούς, κι έτσι γίνεται ο πρώτος χριστιανός στυλίτης.

Ο Συμεών πλησιάζει αρχικά τον Ύψιστο μόνο κατά ένα, ύστερα κατά πέντε, κατά έξι, κατά έντεκα μέτρα -αλλά η παράδοση έχει διακυμάνσεις, όπως συμβαίνει τόσες φορές. Τέλος στέκεται σε ύψος είκοσι ή είκοσι πέντε μέτρων, για περίπου τριάντα χρόνια, «διότι ο πόθος που είχε μέσα του, να υψωθεί στους ουρανούς, είχε σαν αποτέλεσμα να απομακρύνεται όλο και περισσότερο από τη γη». Εδώ είναι εκτεθειμένος σε κάθε καταιγίδα, σε κάθε λιοπύρι (πολύ αργότερα διαθέτουν μερικοί στυλίτες κάποια καλύβα, κάποιο στέγαστρο, στο στύλο τους). Γράμματα δεν ήξερε ο άγιος σχεδόν καθόλου, αλλά ήταν αρκετά εύγλωττος, ώστε να κάνει δύο φορές την ημέρα κήρυγμα στους προσκυνητές και να τους αποκαλεί «σκυλιά», κάθε φορά που μάλωναν σχετικά με το πρόσωπό του. Τις μεγάλες γιορτές, άπλωνε όλη νύχτα τα χέρια προς τον Θεό, σύμφωνα με μια άλλη πηγή και όλες τις υπόλοιπες νύχτες, «χωρίς να παίξει καν τα βλέφαρα του». Στεκόταν όρθιος ή έσκυβε μέχρι τα δάχτυλα των ποδιών, για να προσευχηθεί, «διότι καθώς τρώει μόνο μια φορά την εβδομάδα, η κοιλιά του είναι τόσο επίπεδη που δεν δυσκολεύεται καθόλου να σκύψει». Ο επίσκοπος Θεοδώρητος αναφέρει επίσης ότι αυτές οι «επικύψεις» του Συμεών ήταν τόσες, ώστε πολλοί έμπαιναν στον πειρασμό να τις μετρήσουν. Ένας από τους συνοδούς του μέτρησε μια ημέρα έως και 1.244 «επικύψεις», αλλά ύστερα κουράστηκε να μετράει και τα παράτησε.

Ο «αστέρας» σκέφτηκε επίσης να περάσει τη ζωή του στέκοντας μόνο στο ένα πόδι. Ως εκ τούτου, «ο φωτοδότης του χριστιανικού κόσμου» (Κύριλλος της Σκυθόπολης) έπαθε ακαμψία, τα μέλη του γέμισαν πληγές και οιδήματα, τα οποία γρήγορα σάπισαν. Όπως ισχυρίζεται τουλάχιστον ο μαθητής του Συμεών, Αντώνιος, συντάκτης μίας φανταστικής βιογραφίας του δασκάλου του, ένα χειμώνα ο μηρός του σάπισε τόσο, «ώστε βγήκαν από μέσα πολλά σκουλήκια. Έπεφταν από το σώμα του στις πατούσες του, από τις πατούσες του στον στύλο, από το στύλο στο χώμα. Τότε ο Συμεών διέταξε ένα νεαρό άντρα, ονόματι Αντώνιο, ο οποίος τον υπηρετούσε και είδε και κατέγραψε όλα αυτά, να μαζέψει τα σκουλήκια και να του τα φέρει επάνω. Ύστερα τα έβαλε πάλι στην πληγή του και είπε: “Φάτε λοιπόν αυτά, που σας έδωσε ο Θεός”».

Αν και ολοζώντανος, ο Συμεών θεωρείτο ήδη μάρτυρας. Όντας ζωντανός, ήταν μάλιστα ανώτερος από τους πεθαμένους αγίους. Πολλοί σύγχρονοι της εποχής του τον θεωρούσαν σχεδόν σημαντικότερο από τον Πέτρο και τον Παύλο. Σύμφωνα με τη γνώμη τους, ξεπερνούσε στη νηστεία το Μωυσή, τον Ηλία, ακόμη και τον Ιησού. Ο Συμεών δεν θεράπευε με κουρελάκια από το ρούχο του ή με σάλιο, όχι, η προσευχή του μόνο έκανε θαύματα ακόμη και στις πιο μακρινές περιοχές. Ξερίζωναν μαλλάκια από την προβιά του, έπαιρναν φακές από το γεύμα του, χώμα από το μέρος που στεκόταν. Και στο τέλος, όλα προσφέρονταν, ούτως ειπείν, συσκευασμένα, έτοιμα προς χρήση: Ευλογίες, υγιεινή τροφή, θεραπευτικό λάδι, ευλογημένη σκόνη, «σκόνη της θείας χάριτος»· αρχικά σφραγισμένα με έναν σταυρό, ύστερα με το πορτρέτο του Συμεών, αργότερα και ολόκληρα αγαλματίδια.

Γενικά η σκόνη ήταν ένα «εντελώς φυσικό μέσο ευλογίας», τίποτα το φτηνότερο, τίποτα το πιο πρόχειρο, κι όμως πολύτιμο «ωσάν πολύτιμος λίθος»· ιδιαίτερα αποτελεσματική για τις παθήσεις του πεπτικού συστήματος. Τη μετέφεραν σε μικρές κάψουλες, περιζήτητη όχι μόνο ως φάρμακο αλλά και ως φυλακτήριο -πουθενά περισσότερο από ό,τι στην Τουρ· αλλά και στα Ευχάριστα παραδείγματος χάρη ή στα μέρη κοντά στον Συμεών. Με αυτό τον τρόπο οι προσκυνητές δεν «εισήγαγαν νέα εποχή» στην ιατρική αλλά «στα προσκυνήματα και τη λαϊκή ευσέβεια» (Kotting). Αργότερα έπαιρναν και σκόνη από τον στύλο του, ώστε τον Μεσαίωνα είχε φθαρεί ολόκληρος· μια απώλεια για τον κόσμο του πολιτισμού

Έτσι ανθούσε η μια και μοναδική αληθινή θρησκεία. Πλήθη χριστιανών πήγαιναν κατά κύματα κοντά του. Πήγαιναν και πολλές γυναίκες, καθώς φαίνεται αρκετές, στις οποίες ο Θεός δεν χάριζε απογόνους. Άλλες πήγαιναν γι’ αυτόν τον λόγο στον άγιο Μηνά ή στη Μένουθη ή, όπως η βασίλισσα των Πάρθων Σίρα, στον άγιο Σέργιο στη Ρουσαφά. Οι ειδωλολάτρισσες προτιμούσαν σε τέτοιες περιπτώσεις ιδιαίτερα τους Δελφούς και τα Ασκληπιεία. Στον Συμεών αδικούνταν όμως οι γυναίκες, όπως συμβαίνει σχεδόν πάντα στη μακρά ιστορία του Χριστιανισμού. Οι γυναίκες δεν επιτρεπόταν να πλησιάσουν πολύ κοντά τον άγιο. Έπρεπε να μένουν έξω από τη μάνδρα και μπορούσαν να παρουσιάσουν τις παρακλήσεις τους μόνο με διαμεσολαβητή. Λέγεται ότι ο Συμεών αρνήθηκε και στην ίδια του τη μάνα την είσοδο στον περίβολο, ότι και όλη του τη ζωή δεν την κοίταξε, για ασκητικούς λόγους -tota mulier sexus (η γυναίκα δεν είναι παρά γενετήσιο μόριο), μια αρχαία χριστιανική σοφία. Και μετά τον θάνατο του αγίου, απαγορευόταν στις γυναίκες να μπαίνουν στην εκκλησία του προσκυνήματος, όπως πιστοποιεί ο Ευάγριος ο Σχολαστικός.

Αλλά οι απλές γυναίκες έρχονταν σε κοπάδια, όπως και οι απλοί άντρες. Ο επίσκοπος Θεοδώρητος, ο συμπατριώτης του Συμεών, που κάποτε λίγο έλειψε να καταπατηθεί από το πλήθος των θαυμαστών του αγίου, είδε έναν «ανθρώπινο ωκεανό» να κυματίζει στη βάση του στύλου. Δεν έρχονταν μόνο από όλα τα γύρω μέρη της Ανατολής, λέει με υπερηφάνεια ο Θεοδώρητος, Ιουδαίοι, Πέρσες, Αρμένιοι, Ίβηρες, Αιθίοπες, αλλά και από την άκρη της Δύσης: Ισπανοί, Γαλάτες, Βρετανοί, ακόμη και οι τεχνίτες «της μεγάλης Ρώμης» είχαν στήσει σε όλους τους προθαλάμους των εργαστηρίων τους μικρές εικόνες του Συμεών, «για να διώχνει το κακό και να τους προφυλάσσει».

Ένας-ένας και κατά ομάδες πήγαιναν κοντά του προσκυνητές, για να πάρουν την ευλογία του, τη συμβουλή του, κυρίως όμως για να απαλλαγούν από κάθε είδους ανίατες αρρώστιες. Ιδιαίτερα την εποχή της μεγάλης ξηρασίας ήταν περιζήτητη η προσευχή του, αφού οι Σύροι έρχονταν σε μεγάλες πομπές. Αφού έρχονταν ακόμη και οι ειδωλολάτρες και προσηλυτίζονταν, συνέτριβαν «μπροστά στο μεγάλο φως τα λατρεμένα είδωλα» και απείχαν «από τα όργια της Αφροδίτης» (Θεοδώρητος). Ολόκληρες φυλές λέγεται ότι δέχτηκαν με μιας την «ιερή βάπτιση», οι πιο προσεκτικοί πάντως υπόσχονταν με γραπτό συμβόλαιο την «αγία βάπτιση», σε περίπτωση που η προσευχή του Συμεών έβαζε τέλος στο πρόβλημά τους. «Λάγνοι έρχονταν και σωφρονίζονταν, πόρνες πήγαιναν στο μοναστήρι, Άραβες που δεν γνώριζαν ακόμη ούτε το ψωμί υπηρετούσαν τον Θεό» (Συριακός Βίος Συμεών). Και, καθώς ακόμη και οι απλοί προσκυνητές έβαζαν τον οβολό τους στο καλάθι το οποίο κρεμόταν μόνιμα στη βάση του στύλου, τι να δώριζαν άραγε οι απεσταλμένοι των βασιλέων, οι οποίοι λέγεται ότι εμφανίζονταν συχνά για να πάρουν την ευλογία για λογαριασμό των κυρίων τους, ακόμη και υποδείξεις για το κυβερνητικό έργο.

Από τότε που υπάρχει ο χριστιανικός θεσμός του προσκυνήματος, οι κύκλοι των ιερωμένων επηρέαζαν και επηρεάζουν το παγκόσμιο γίγνεσθαι έως σήμερα. Και στην αρχαιότητα ζητούσαν οι εξουσιαστές συχνά τη συμβουλή προσκυνημάτων ή αναχωρητών. Ο αυτοκράτορας Θεοδόσιος Α’, πριν από τις εκστρατείες του εναντίον του Μάξιμου το 388 και εναντίον του Ευγένιου το 394 -την αποφασιστική διάλυση της ειδωλολατρίας-, συμβουλευόταν τον Αιγύπτιο ερημίτη Ιωάννη. Οι ηγεμόνες των Φράγκων Χιλπέριχος και Μεροβαίος απευθύνθηκαν στον τάφο του αγίου Μαρτιίνου της Τουρ (ο διάκονος του Χιλπέριχου απόθεσε πάνω στον τάφο μια δύσκολη ερώτηση του βασιλιά με τη μορφή επιστολής, όπως κι ένα κενό φύλλο χαρτί για την απάντηση! Αλλά σε αυτή τη περίπτωση ο ουρανός τήρησε σιγή τάφου).

Στην περίπτωση του Συμεών όμως είχε και το ίδιο το προσκύνημα πολιτικό παρασκήνιο, πράγμα που συμβαίνει ωστόσο αρκετά συχνά. Αυτό το δείχνει η αναφορά ενός φυλάρχου των Βεδουίνων ο οποίος γράφει: «Γίνονται χριστιανοί, προσαρτώνται στους Ρωμαίους κι επαναστατούν. Όποιος ανηφορίσει κατά εκεί, θα του κόψω το κεφάλι και τα κεφάλια των δικών του». Αλλά τη νύχτα «σε μια οπτασία» -και πόσο ζωντανές ήταν συχνά αυτές οι οπτασίες, αν δεν είναι ως συνήθως φούμαρα-, ο φύλαρχος δέχεται θανατηφόρες απειλές, οπότε τώρα δίνει την άδεια: «Οποιοσδήποτε θέλει να ανηφορίσει επάνω στον αφέντη Συμεών, για να λάβει εκεί τη βάπτιση και να γίνει χριστιανός, ας το κάνει, χωρίς κανένα φόβο. Εάν δεν ήμουν υποτελής στον βασιλιά των Περσών, θα πήγαινα κι εγώ και θα γινόμουν χριστιανός».

Με λίγα λόγια, η επιρροή του αγίου ήταν εξαιρετικά μεγάλη, κι έτσι φυσικά και η προσέλευση των προσκυνητών. Οι μαθητές του Συμεών, όπως λέγεται διακόσιοι και ύστερα ακόμη περισσότεροι, απόκτησαν κελιά· οι απαρχές του μετέπειτα μοναστηριού. Ήδη όσο ζούσε, υπήρχε μια εκκλησία, όπως φαίνεται και βαπτιστήριο, εκτός αυτού καταλύματα, ξενώνες· αφού πολλοί προσκυνητές έμεναν οχτώ ή και δεκατέσσερις ημέρες. Και όταν το 459 ο Συμεών πέθανε σε ηλικία εβδομήντα ετών -εξακόσιοι στρατιώτες από την Αντιόχεια έπρεπε να προστατεύσουν τη σορό από τους Σαρακηνούς και τους πιστούς που ήταν μανιακοί για τα λείψανα-, ο στύλος του συνέχισε να προσελκύει τις μάζες για αιώνες ολόκληρους. Ενώ η σορός του την οποία πήρε ο αυτοκράτορας Λέων για την πρωτεύουσα, δυσαρεστώντας τους Αντιοχείς, προσείλκυε λίγο κόσμο. Όλοι κατέκλυζαν τον στύλο, ο οποίος θεωρείτο πολύτιμο λείψανο και σύντομα απέκτησε γύρω του σύμπλεγμα κτιρίων, πράγμα ασυνήθιστο ακόμη και για τόπους προσκυνήματος. Ιδιαίτερα στις επετείους του, έρχονταν προσκυνητές από τα τέσσερα σημεία του ορίζοντα και τελούσαν αυτούς τους εορτασμούς «με θεολογικό ζήλο που άγγιζε τα όρια της έκστασης… Η διεύθυνση της εκκλησίας του προσκυνήματος ήξερε να δίνει πλούσια τροφή στη θρησκευτική φαντασία των προσκυνητών με επιτήδεια κόλπα, έτσι ώστε να μένει πολύ ζωντανή η ανάμνηση του μεγάλου αγίου στο λαό» (Kotting). Γύρω στα 560, ο Ευάγριος ο Σχολαστικός είδε στην Αντιόχεια πια μόνο την κάρα του Συμεών που της έλειπαν μερικά δόντια, αφού τα είχαν κλέψει θαυμαστές.

Στον δρόμο που χάραξε ο Συμεών
Αυτή η ορθοστασία στον στύλο για δεκαετίες ήταν τέτοια τρέλα, ώστε συνεχίστηκε για πολλούς αιώνες χριστιανικής σωτήριας ιστορίας. Από το 460 ο ιερομόναχος Δανιήλ, μαθητής του Συμεών, στεκόταν για περίπου τριάντα τρία χρόνια πάνω σε ένα στύλο στον Ανάπλου. Είχε χειροτονηθεί ιερέας, παρά τη θέληση του, από τον πατριάρχη Γεννάδιο. Τον επισκέφθηκαν μάλιστα ο αυτοκράτορας Λέων, η αυτοκράτειρα Ευδοξία και φυσικά πλήθη προσκυνητών, ακόμη και «αιρετικών» (επειδή τα κόπρανα του ήταν «εξαιρετικά στεγνά», η παράδοση αναφέρει πως ήταν «ίδια με της κατσίκας»). Τα πλούσια δώρα για τον στυλίτη με τους πολλούς θαυμαστές τα εισέπραττε η εκκλησία που υπήρχε δίπλα. Ο Τίτος, ένας αξιωματικός του αυτοκρατορικού παλατιού, εγκατέλειψε τον στρατό και περνώντας σχοινιά κάτω από τις μασχάλες του, αιωρούταν στον αέρα, χωρίς να αγγίζει το έδαφος. Τον 6ο αιώνα ένας πρώην έπαρχος της Κωνσταντινούπολης περνάει σαράντα οχτώ χρόνια πάνω σε στύλο κοντά στην Έδεσσα. Τον 7ο αιώνα ο άγιος Συμεών ο νεότερος σκαρφαλώνει σε ένα στύλο «τόσο μικρός ακόμη, ώστε άλλαξε τα πρώτα του δόντια, όταν ανέβηκε». Στα τριάντα τρία του χρόνια χειροτονείται ιερέας και κάνει τόσα θαύματα, ώστε οι χριστιανοί συρρέουν πάλι κατά μυριάδες, για να δουν τον «νέο Συμεών», και ο λόφος με τον τελευταίο και υψηλότερο στύλο του παίρνει τελικά το όνομα «το Βουνό των Θαυμάτων» (Wunderberg). Το ίδιο διάσημος έγινε ο άγιος Αλύπιος, ο οποίος πέρασε «67 χρόνια πάνω σε έναν στύλο», «τον περισσότερο καιρό όρθιος, τα τελευταία χρόνια ξαπλωμένος» (Θεολογικό και Εκκλησιαστικό Λεξικό)· είναι ένας από τους συχνότερα απεικονιζόμενους ασκητές της Ανατολής σε εικόνες, φρέσκα, βυζαντινές μινιατούρες. Όλοι αυτοί οι τρελοί του Χριστιανισμού είχαν τεράστια προσέλευση κοινού, και οι λαϊκές μάζες τούς πολιορκούσαν. Και εννοείται ότι τα προσκυνήματα συνεχίζονταν και μετά τον θάνατό τους.

Παρά τις κακουχίες, η ζωή στον καθαρό αέρα ωφελούσε, φαίνεται, τους στυλίτες. Αν και γλεντούσαν πάνω στους στύλους τους τον θαυμαστό ασκητικό ιδανικό τους και δεν κρατιόντουσαν να φτάσουν στον Θεό, όσο πιο γρήγορα και όσο πιο κοντά μπορούσαν, ειδικά αυτοί έμελλε να περιμένουν τον περισσότερο χρόνο, τριάντα, πενήντα χρόνια ή και περισσότερο. Ο Συμεών ο πρεσβύτερος έφτασε τα εβδομήντα, ο Δανιήλ τα ογδόντα τέσσερα, ο Αλύπιος τα ενενήντα εννέα, ο Λουκάς, ένας στυλίτης του 9ου αιώνα, τα εκατό χρόνια. Επίσης αυτοί οι άγιοι πέθαιναν από, ούτως ειπείν, φυσικό θάνατο, εάν δεν τους χτυπούσε κεραυνός κατά τις αδιερεύνητες βουλές του Κυρίου, όπως έναν στυλίτη από τη Μεσοποταμία πάνω στον γύψινο στύλο του, ή δεν τους σκότωναν ληστές. Εξάλλου, σε μια τόσο εξαιρετική υπόθεση δεν εκπλήσσουν μάλλον άλλες ιδιαιτερότητες. Παραδείγματος χάρη, η θεολογική λογομαχία ανάμεσα σε έναν καθολικό και ένα μονοφυσίτη στυλίτη, ούτως ειπείν, γείτονες, οι οποίοι αντάλλαζαν ύβρεις από τους στύλους τους, όπως περιγράφει ο Ιωάννης Μόσχος, ένας Ανατολίτης μοναχός, ο οποίος πέθανε το 619 στη Ρώμη. Ή εκείνη η παράξενη συγκέντρωση εκατό στυλιτών που στέκονταν σαν ολόκληρο δάσος από στύλους γύρω από έναν ηγούμενο στη Γεθσημανή της Παλαιστίνης.

Άγιος Αντώνιος ο Μέγας: Ο πρώτος ασκητής – Ο θεμελιωτής του «υγιούς» μοναχισμού που εξύψωσε την απλυσιά και την αγραμματοσύνη
Γεννήθηκε λοιπόν περί το 250 στην Κομά, κώμη της Αιγύπτου κοντά στην Μέμφιδα, από γονείς εύπορους. Από παιδί ήταν ολιγαρκής και αυτάρκης, ουδεμία όμως έτρεφε κλίση προς τα γράμματα, τα οποία «μαθείν ουκ ηνέσχετο». Αγνοούσε ακόμα και αυτή την γραφή και την ανάγνωση της μητρικής του γλώσσας που ήταν η κοπτική. Την ελληνική γλώσσα την αγνοούσε εντελώς.

Μέχρις εδώ πληροφορούμαστε ότι για να κερδίσει κανείς τον τίτλο «Μέγας», πρέπει να είναι εντελώς αγράμματος. Έτσι εξηγείται η αγραμματοσύνη των καλόγερων ανά τους αιώνες. Κι αν δεν προέκυπτε αργότερα η ανάγκη της ανάγνωσης, για λόγους που εξυπηρετούσαν τις χριστιανικές λειτουργίες, μάλλον θα παρέμενε η τάξη αυτή των μοναχών βουτηγμένη εντελώς στα σκοτάδια της παντελούς αγραμματοσύνης. Καθ’ όλον τον ερημικό βίο του ο Αντώνιος ουδέποτε άλλαξε ένδυμα και ουδέποτε ένιψε το σώμα του ή καν τα πόδια του με νερό! (Βίος κεφ. 47 και 95).

Δεύτερο λοιπόν χάρισμα για να αποκαλεστεί κανείς μέγας είναι η παντελής έλλειψη καθαριότητας! Τόσο δε θαύμασαν οι κατοπινοί άγιοι πατέρες την αρετή αυτή της απλυσιάς του Αντωνίου, ώστε φρόντισαν να την καθιερώσουν δια των θείων διδασκαλιών τους και κυρίως δια του επιχειρήματος ότι είναι κάκιστη χειρονομία το «μπανίζεσθαι τον μοναχόν» ένεκα τη διεγέρσεως του σεξουαλικού ενστίκτου, το οποίον τούτο κατηραμένον ένστικτο «εξανίσταται δια της αφής των χειρών επί του σώματος».

Ο Αντώνιος όχι μόνον ήταν αγράμματος αλλά υποστήριζε και θεωρητικά την αγραμματοσύνη. Διέθετε μάλιστα επιχείρημα ατράνταχτο και αδιάσειστο. Όταν λοιπόν προσήλθαν κάποιοι προς αυτόν και θέλησαν να τον πειράξουν για την αγραμματοσύνη του, τους αποστόμωσε λέγων: «Τι λέγετε, τι είναι πρώτον ο νους ή τα γράμματα και ο νους είναι αίτιον των γραμμάτων ή τα γράμματα του νου;». Όταν δε αυτοί του απάντησαν ότι προηγείται ο νους κι ότι αυτός είναι εφευρέτης των γραμμάτων, απάντησε: «Εκείνος λοιπόν όστις έχει υγιή νουν δεν έχει ανάγκη των γραμμάτων» (κ. 73).
Σε κάποιον σοφό που ρώτησε πάλι τον Αντώνιο πώς αντέχει την στέρηση της ευχαρίστησης από την ανάγνωση βιβλίων απάντησε: «Το δικό μου βιβλίο, ω φιλόσοφε, είναι η φύση των γεγονότων και μπορώ όταν θέλω να αναγινώσκω τους λόγους του Θεού».

Για να δούμε όμως τι είδους ανθρώπους παράγουν τέτοιες σκοταδιστικές διδασκαλίες. Ένα συνηθισμένο θέμα των ζωγράφων του Μεσαίωνα ήταν οι πειρασμοί του αγίου Αντωνίου. Με τον Αντώνιο εικονίζονταν συνήθως γυναίκες, ως σύμβολο των σαρκικών πειρασμών, και χοίροι, ως προσωποποίηση των δαιμόνων, τους οποίους υπερνίκησε. Από παρεξήγηση λοιπόν του συμβολισμού αυτού ο Αντώνιος θεωρήθηκε προστάτης των χοίρων και γενικώς των ζώων. Επίσης θεωρήθηκε και ως προστάτης κατά διαφόρων επιδημιών, τις οποίες νόμιζαν ότι προκαλούσαν διαβολικές επιδράσεις και μάλιστα της φοβερής πανωλικής επιδημίας, η οποία ονομάζονταν συνήθως «Αντωνιανόν Πυρ», διότι πιστεύονταν ότι θεραπεύονταν δια της επικλήσεως του ονόματος του αγίου αυτού, και εκ εξ αυτού προέκυψε το τάγμα των Αντωνιανών. Ο πρωτοπόρος τώρα της προώθησης του βρόμικου και άπλυτου σώματος Αντώνιος, γίνεται, αυτός ο ίδιος, το αντίδοτο κατά της επιδημίας που προκάλεσε. Ως προς την ανακήρυξη του αγίου ως προστάτη των χοίρων, τελικά, φαίνεται ότι αποδόθηκε μια φυσική δικαιοσύνη. Ποιος άραγε θα μπορούσε να καταλάβει δικαιότερα την θέση αυτή από έναν άνθρωπο που δεν είχε πλυθεί στη ζωή του ούτε μία φορά.

Ο άγιος ζούσε σχεδόν όλη τη ζωή του μέσα σ’ ένα πηγάδι, τρώγοντας αποκλειστικά μουχλιασμένα παξιμάδια. Μέσα εκεί ο Διάβολος του «έστελνε» διάφορους πειρασμούς για να τον δοκιμάσει όπως θηρία, πόρνες, δαίμονες, πουλιά, σκουλήκια, φίδια κ.ά. Ο άγιος όμως κατάφερνε κι «αντιστεκόταν». Απ’ την πείνα και την κακουχία πολλά είναι αυτά που μπορεί κανείς να δει… Τα πάντα όλα που λέει και ο γνωστός μας Αλέφαντος…

Οράματα σαν μελίσσια και χριστιανική παραζάλη θαυμάτων
Στους ασκητές έρχονται τα οράματα, όπως οι μέλισσες στην κυψέλη. Η παράφρων ασκητεία με την οποία κακομεταχειρίζονται σώμα και πνεύμα, η διαρκής νηστεία, οι αγρυπνίες, μια υποβόσκουσα μανία φαντασμάτων, μέσα σε συχνά τρομακτική μοναξιά, τους καθιστούν εκ των προτέρων επιρρεπείς σε «οπτασίες». Όσο περισσότερο αυτοτιμωρούνται, όσο περισσότερο παλεύουν με δαιμόνια, τόσες περισσότερες παραισθήσεις, οπτασίες, ακροάσεις έχουν και τόσο λιγότερη επαφή με τον υπόλοιπο κόσμο.

Ο άγιος Αντώνιος έχει τόσο συχνά επαφή με υπέργειες ή και υπόγειες δυνάμεις, ώστε ακούει την περίφημη φωνή «άνωθεν», όπως εμείς ακούμε ραδιόφωνο, χωρίς οποιοδήποτε παράσιτο, καθώς, βλέπετε, «έχει συνηθίσει να του μιλάνε έτσι». Και στις ακροάσεις έρχονται να προστεθούν τα οράματα. Κάποτε απειλείται η ίδια του η ανάληψη στους ουρανούς από όλων των ειδών τις αισχρές λάμψεις του αέρα. Μία άλλη φορά βλέπει πώς ένας τρομακτικός δαίμονας που φτάνει μέχρι τα σύννεφα προσπαθεί να σταματήσει άλλες (φτερωτές) ψυχές που ανεβαίνουν αλλά ο Διάβολος δεν κατορθώνει «να νικήσει εκείνους οι οποίοι δεν τον υπάκουσαν».

Ο Αντώνιος «θεράπευσε» εκατοντάδες ανίατους ασθενείς. Κάποτε σε μία θεραπεία παρθένας έβγαιναν διαβολικές εκκρίσεις απ’ τα μάτια, τη μύτη και τ’ αυτιά και μεταμορφώνονταν σε σκουλήκια. Μια άλλη φορά ένας τρομακτικός δαίμονας, που έφθανε μέχρι τα σύννεφα προσπαθούσε να σταματήσει τις ευσεβείς ψυχές πεθαμένων χριστιανών να πηγαίνουν στον Παράδεισο. Ο Αντώνιος προσευχήθηκε και ο δαίμονας διαλύθηκε ως εκ θαύματος. Ο βίος του αγίου Αντωνίου είναι απ’ τους πιο εξωπραγματικούς, γεμάτος από διαβολικές περιπέτειες και οράματα! Φυσικά ο συγγραφέας του βίου του ήταν ο μαθητής του και μεγάλος πλαστογράφος της ιστορίας, ο άγιος Αθανάσιος. «Μ’ όποιον δάσκαλο καθήσεις, τέτοια γράμματα θα μάθεις», λέει μια λαϊκή παροιμία.

Πάρα πολλά στοιχεία της περίφημης κακόφημης βιογραφίας του αγίου Αντωνίου που όπως προαναφέρθηκε γράφτηκε από την πέννα του αγίου πλαστογράφου Αθανάσιου –«ένα έργο παγκόσμιας λογοτεχνίας» (Staats), «ένα βιβλίο με τη μεγαλύτερη επιρροή όλων των εποχών» (Momigliano), όπως εικάζεται, γενικά το πιο επιτυχημένο παραμύθι με αγίους- επαναλαμβάνονται και σε άλλους βίους αγίων, ανάμεσα τους και πολλά οπτασιακά. Όπως π.χ. ο Αντώνιος βλέπει κατά τον θάνατο του μοναχού Αμμούν (Άμμωνα) να ανεβαίνει η ψυχή του στους ουρανούς, έτσι βλέπει και ο άγιος ηγούμενος Βενέδικτος την ψυχή της αδελφής του, κατά τον θάνατό της, να αιωρείται και να ανεβαίνει στους ουρανούς με τη μορφή περιστεριού. Το κατασκεύασμα του Αλεξανδρινού πατριάρχη έγινε το χριστιανικό μπεστ σέλερ του 4ου αιώνα και αποβλάκωσε την ανθρωπότητα, όπως λίγα άλλα του είδους του, έως και σήμερα.

Και ο Παχώμιος, ο ιδρυτής των κοινοβιακών μοναχών, βλέπει την ανάληψη στους ουρανούς κάποιου δίκαιου ανθρώπου και την πτώση στην κόλαση κάποιου αμαρτωλού. Δύο ανελέητοι άγγελοι τραβάνε τον δεύτερο από το στόμα με ένα άγκιστρο και ύστερα τον καθίζουν πάνω σε «ένα μαύρο νοερό άλογο». Διότι όσο ρεαλιστής (θα μπορούσαμε κάλλιστα να πούμε: δικτάτορας) ήταν αυτός ο ιδρυτής οχτώ αντρικών και δύο γυναικείων μοναστηριών, ο συντάκτης ενός μοναχικού κανόνα, ο οποίος δημιούργησε αργότερα σχολή, άλλο τόσο ήταν και «μια αετίσια μορφή η οποία με πνευματικά φτερά πετούσε προς το Ύψιστο», ένας άντρας, «ο οποίος συνομιλούσε με αγγέλους» -μία «εμπειρία που φέρνει ρίγη» (Nigg). Παντού τον προκαλούν ο Σατανάς και οι βοηθοί του. Τον περιτριγυρίζουν με τη μορφή σκύλων που γαβγίζουν, αφουγκράζεται τις συζητήσεις των κακών πνευμάτων, φαντάζεται την παραίσθηση μιας κόρης του Βεελζεβούλ, μίας πανέμορφης γυναίκας, ο ουρανός και ιδιαίτερα η Κόλαση τού αποκαλύπτονται με φρικιαστικές λεπτομέρειες. Με λίγα λόγια, όλα γύρω από τον Παχώμιο είναι γεμάτα με διαβόλους και δαίμονες, προ πάντων φυσικά το δικό του χριστιανικό κεφάλι. Διότι, ενώ ο επιφανής ιδρυτής μοναστηριών οργανώνει έξυπνα και διοικεί αυστηρά, παρ’ όλα αυτά το κρανίο του βγάζει «μεταφυσικούς» καπνούς, οράματα για αγγέλους και δαίμονες, τουλάχιστον έτσι δείχνει.

Διαφόρων ειδών άγιοι του Χριστιανισμού (άγιοι της ερήμου, των σπηλαίων, των πηγαδιών, των κελιών, των τσουβαλιών, των στύλων και ό,τι άλλο μπορεί να φανταστεί ένας τελείως άρρωστος νους) κάνουνε θαύματα, που θα τα ζήλευαν ακόμα και οι μεγαλύτεροι μάγοι και ταχυδακτυλουργοί όλων των εποχών, ακόμα και ο Κόπερφιλντ, ή ο Χουντίνι, ξεπερνώντας κατά πολύ τον διδάξαντα διδάσκαλό τους Ιησού. Περπατάνε χιλιόμετρα πάνω σε νερά ποταμών, λιμνών, θαλασσών, ή τα διασχίζουν πάνω στην πλάτη κροκοδείλων, δελφινιών ακόμα και φαλαινών, ανασταίνουν νεκρούς, κάνουν καλά ασθενείς και παράλυτους ακόμα και από χιλιόμετρα μακρυά, στείρες γυναίκες μένουν έγκυες μέσω επιφοίτησης, άγγελοι με σάρκα και οστά τρέφουν τους ασκητές της ερήμου, δαίμονες ουρλιάζουν και χτυπιούνται, σύννεφα από ακρίδες εξαφανίζονται με αγιασμό, ο Ήλιος σταματά την πορεία του κατόπιν διαταγής των αγίων, άγια λείψανα μυρίζουν αρώματα και ευωδίες και άλλα απίστευτα και τραγελαφικά. Με μία προσευχή κάνουν το θαλασσινό νερό γλυκό και πόσιμο, με μία κίνησή τους, που θα ζήλευαν ακόμα και οι πιο εκπαιδευμένοι νίντζα, ρίχνουν κάτω ληστές ακινητοποιώντας τους.

Η νέα αυτή τρέλα των θαυμάτων διαδίδεται παντού με αυξανόμενη μανία. Οι ταπεινόφρονες ταχυδακτυλουργοί άγιοι-μοναχοί λατρεύονται σαν οι επί γης θεοί, ή παρομοιάζονται σαν επουράνιοι άγγελοι, οι πιστοί τούς φιλούν τα πόδια, τούς παρακαλούν να τούς βοηθήσουν, ζητούν την συμβουλή τους σε κάθε θέμα και σε θέματα πίστης. Ακόμα και οι χριστιανοί αυτοκράτορες θεωρούσαν τον εαυτό τους τυχερό, να μπορούσαν να τούς είχαν στο τραπέζι τους. Σε αρκετούς έφτιαχναν εκκλησίες εν ζωή ακόμη, ενώ άλλους τους προόριζαν στο να αποκτήσουν τα λείψανά τους μετά θάνατον.

Στον ερημίτη όσιο Ζώσιμο (4 Ιανουαρίου) κάποτε επιτέθηκε ένα λιοντάρι και σκότωσε το μουλάρι του. Ο Ζώσιμος ατάραχος μαγνήτισε με το άγιο βλέμμα του το λιοντάρι και του φόρτωσε όλα τα πράγματα, που κουβαλούσε το μουλάρι του και ταξίδεψε στην Καισάρεια. Σε όλη τη διαδρομή το λιοντάρι κουνούσε την ουρά του και έγλειφε τα χέρια του αγίου αντικαθιστώντας το μουλάρι!
  
Οι θαυματοποιοί μοναχοί Ιάκωβος της Νισίβης (ο αποκαλούμενος και ως Μωυσής της Μεσοποταμίας, 13 Ιανουαρίου) και ο Ευγένιος ο Αιγύπτιος, ανακάλυψαν από κοινού μία μεγάλη σανίδα της κιβωτού του Νώε, την οποία ξέθαψαν σκάβοντας με τα χέρια και με την βοήθεια ενός χερουβείμ!

Ο όσιος Ιάκωβος ο αναχωρητής (26 Νοεμβρίου) ήταν τόσο εγκρατής, ώστε έκανε ένα μεγάλο θαύμα: «Απέβαλε την ανάγκην της φύσεως, ήτις εβίαζε μεν αυτόν να εκβάλη τα περιττώματα της κοιλίας». Ο άγιος αυτός δεν αφόδευε!

Οι αρχαίοι αυτοί αμόρφωτοι μοναχοί ήταν σε θέση να κάνουν τα πάντα. Με καθαγιασμένο ύδωρ και λάδι θεράπευαν ζώα και ανθρώπους. Έκαναν εξορκισμούς, θεράπευαν σεληνιασμένους, δαιμονισμένους, βασκανίες, παχυσαρκία, υδρωπικία, ουρολοιμώξεις, αιμορροΐδες, τύφλωση, αναπηρία, όλα αυτά με μία απάλειψη, με μία προσευχή, με ένα άγγιγμα. Φρέσκο ψωμί εξ ουρανού πήγαινε μόνο του (delivery) κάθε Κυριακή στην έρημο, πάνω στους στύλους, ή μέσα στα πηγάδια και στις σπηλιές, όπου ζούσαν οι ασκητές για να τους θρέψουν. Εξ ουρανού «delivery» διέθεταν ο όσιος Συμεών ο Θαυμαστορείτης (24 Μαΐου), ο όσιος ιερομάρτυς Έρασμος («ελάμβανε τροφήν δια των κοράκων», 2 Ιουνίου), πολλοί άλλοι, αλλά και η ίδια η Παναγία, την οποία έτρεφε «ξενοπρεπώς» ο Αρχάγγελος («Η Παρθένος διέμεινε χρόνους δώδεκα, τρεφομένη μεν ξενοπρεπώς από τον Aρχάγγελον Γαβριήλ με τροφήν ουράνιον», Συναξαριστής Εισοδίων της Θεοτόκου).

Οι επιφανέστεροι πατέρες της Εκκλησίας Αθανάσιος, Αμβρόσιος, Ιερώνυμος, Χρυσόστομος υποστήριζαν, ότι όποιος δεν πίστευε στα θαύματα αυτά ήταν πνευματικά διεστραμμένος. Οι πιο γνωστοί πατέρες της εκκλησίας υπερασπίζονταν τέτοια κείμενα ως μαρτυρίες και οι περισσότεροι αρχαίοι θεολόγοι τα θεωρούσαν εντελώς αληθινά. Ποτέ να μην ξεχνάμε επίσης, ότι και με τέτοια σκουπίδια προπαγάνδιζαν τον Χριστιανισμό και με τέτοια σκουπίδια εξαπλώθηκε και εδραιώθηκε η πνευματική και σωματική βαρβαρότητά του.

Με όλα αυτά είμαστε από ώρα χωμένοι βαθιά στο κεφάλαιο του ενός ξεχωριστού είδος μύθου: Το ψεύδος με φωτοστέφανο, την ηθοπλαστική λογοτεχνία, προ πάντων οι ιστορίες των αγίων, οι βίοι των αγίων.

Αυτό το κηφηναριό ο Χριστιανισμός προβάλλει ως πρότυπο στους νέους, ενώ θα έπρεπε να τους προβάλλει ως παραδείγματα προς αποστροφή και αποφυγή. Ο Κ. Παπαρρηγόπουλος γράφει: «Και τώ όντι, μήπως δεν είδομεν πολλάκις εν τοις προηγουμένοις βιβλίοις τους μοναχούς εγκαταλείποντας τον ερημικόν βίον, πληρούντας τάς οδούς και τάς οικίας των πόλεων, αναμιγνυομένους εις τα πολιτικά πράγματα και άλλως ραδιουργούντας, ακολασταίνοντας; Έν γένει προϊόντος του χρόνου ο θεμελιώδης ασκητικός του βίου τούτου χαρακτήρ κατήντησεν εξαίρεσις. Συνήθως οι μοναχοί διήγον ήδη βίον άνετον και ευπαθή εις μοναστήρια πλούσια γενόμενα διά των πολλών κινητών και ακινήτων αναθημάτων, τα οποία αφιέρωνεν είς αυτά η των ανθρώπων ευλάβεια… Το δεινόν, το μέγα δεινόν, ενέκειτο είς τα κοινώς λεγόμενα μοναστήρια, διότι μυριάδες νέων συνέρρεον κατ’ έτος είς τα ενδιαιτήματα ταύτα της απραγμοσύνης, και ενίοτε της ακολασίας, οι πλείστοι ουχί υπό ζέοντος θρησκευτικού αισθήματος ή άλλης ανάγκης φερόμενοι αλλ’ ελαυνόμενοι υπό της είς την αργίαν και την τρυφήν ροπής» (4ο τόμος, «ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΕΘΝΟΥΣ»).

Ο καθείς από εμάς θα πρέπει ν’ αποβάλλει όλη αυτή την θρησκευτική παραφροσύνη απ’ την ψυχή του. Μετά θ’ ακολουθήσουν και οι Ρωμιοί ταγοί μας, αν κάποτε μπορέσουν κι αυτοί και ξεφύγουν απ’ την δαγκάνα της θρησκείας. Ζούμε σε μία τριτοκοσμική χώρα, που στραγγαλίζει οτιδήποτε ελληνικό ή άλλο πολιτισμικό στοιχείο και μας βυθίζει συνεχώς στο απόλυτο σκότος… Ας τελειώσουμε με μία σοφή φράση του φιλόσοφου Επίκουρου: «Είναι αισχρό να ζητάμε από θεούς αυτά, που μπορούμε να δώσουμε μόνοι μας στον εαυτό μας».

Η διαφορά δεν βρίσκεται στις κτήσεις, η διαφορά βρίσκεται στην κτητικότητα

Ένας βασιλιάς είχε εντυπωσιαστεί από την απλή και αθώα ζωή ενός βουδιστή μοναχού. Σιγά – σιγά, τον αποδέχτηκε ως δάσκαλό του.

Τον παρατηρούσε, ο βασιλιάς ήταν πολύ υπολογιστικός άνθρωπος, μάζευε πληροφορίες για τον χαρακτήρα του: “Υπάρχει κανένα παραθυράκι στη ζωή του;”
Όταν είχε πειστεί εντελώς – οι πληροφοριοδότες του του είπαν ότι “αυτός ο άνθρωπος δεν έχει κηλίδες στη ζωή του, είναι απολύτως καθαρός και απλός, είναι ένας άγιος, ένας βούδας”, τότε πήγε στον άνθρωπο, άγγιξε τα πόδια του και είπε: “Κύριε, σε προσκαλώ να έρθεις να ζήσεις στο παλάτι. Γιατί να ζεις εδώ;”
Κατά βάθος, αν και τον προσκαλούσε, προσδοκούσε από εκείνον να μην αποδεχθεί την πρόσκληση, να πει: “Όχι, εγώ είμαι απλός άνθρωπος, πώς μπορώ να ζήσω στο παλάτι;” Αν και τον προσκαλούσε!
Βλέπεις την πολυπλοκότητα του ανθρώπινου νου; Τον προσκαλούσε, αν αποδεχόταν την πρόσκληση, θα χαιρόταν και ταυτόχρονα προσδοκούσε από τον άγιο ότι, αν ήταν όντως άγιος, θα έπρεπε να πει: “Όχι, εγώ είμαι απλός άνθρωπος, θα ζω κάτω από το δέντρο, αυτή είναι η απλή ζωή μου. Έχω απαρνηθεί τον κόσμο, δεν μπορώ να επιστρέψω πίσω σ’ αυτόν”.
Ο άγιος όμως ήταν αληθινός άγιος. Πρέπει να ήταν βούδας. Είπε:
“Εντάξει. Πού είναι το όχημα. Φέρε την άμαξα και θα έρθω στο παλάτι. Όταν κανείς έρχεται στο παλάτι, πρέπει να έρχεται με στυλ. Φέρε λοιπόν την άμαξα!”
Ο βασιλιάς σοκαρίστηκε πολύ: “Αυτός ο άνθρωπος πρέπει να είναι απατεώνας, πρέπει να είναι τσαρλατάνος. Φαίνεται ότι υποκρινόταν όλη αυτή την απλότητα, μόνο και μόνο για να με εξαπατήσει”.
Τώρα όμως ήταν πολύ αργά. Τον είχε προσκαλέσει και δεν μπορούσε να πάρει το λόγο του πίσω.
Όντας άνθρωπος που κρατάει το λόγο του, ένας σαμουράι, ένας πολεμιστής, ένας σπουδαίος βασιλιάς, είπε μέσα του: “Τώρα την πάτησα. Αυτός ο άνθρωπος δεν αξίζει τίποτα. Ούτε μια φορά δεν αρνήθηκε. Έπρεπε να αρνηθεί!”
Έτσι, έπρεπε να φέρει την άμαξα, μα δεν ήταν καθόλου ευχαριστημένος. Ο άγιος όμως ήταν πολύ χαρούμενος! Κάθισε στην άμαξα σαν βασιλιάς, κοιτάζοντας πολύ ήρεμα. Και οι άνθρωποι στους δρόμους έλεγαν: “Τι συμβαίνει; Ο γυμνός φακίρης!…”
Κι εκείνος καθόταν στ’ αλήθεια σαν αυτοκράτορας κι ο βασιλιάς φαινόταν φτωχός, συγκρινόμενος με αυτός τον άνθρωπο. Κι εκείνος ήταν τόσο χαρούμενος, τόσο πλημμυρισμένος από έκσταση! Και όσο πιο εκστατικός γινόταν εκείνος, τόσο πιο λυπημένος γινόταν ο βασιλιάς: “Τώρα, πώς να ξεφορτωθώ αυτόν τον άνθρωπο; Όλοι εκείνοι οι ντετέκτιβ είναι ανόητοι. Δεν μπόρεσαν να δουν ότι αυτός ο άνθρωπος είχε ένα σχέδιο. Καθόταν κάτω από το δέντρο επί χρόνια, ώστε να εντυπωσιαστεί ο βασιλιάς”.
Όλες αυτές οι ιδέες ήρθαν μέσα στο κεφάλι του βασιλιά.
Ο βασιλιάς είχε ετοιμάσει το καλύτερο δωμάτιο για τον άγιο, αν ερχόταν.
Δεν πίστευε όμως πραγματικά ότι θα ερχόταν.
Βλέπεις το διχασμό του ανθρώπινου νου: Κάνεις ένα πράγμα και προσδοκείς κάτι άλλο. Αν ο άνθρωπος ήταν πονηρός, θα μπορούσε να έχει αρνηθεί. Θα μπορούσε να έχει πει, όχι.
Ο βασιλιάς είχε ετοιμάσει το καλύτερο δωμάτιο.
Ο άγιος πλησίασε στο δωμάτιο – καθόταν επί χρόνια κάτω από το δέντρο – και είπε: “Φέρε αυτό, φέρε εκείνο. Αν είναι να ζεις στο παλάτι, πρέπει να ζεις σαν βασιλιάς!”
Ο βασιλιάς βρισκόταν σε ολοένα και μεγαλύτερη σύγχυση. Ασφαλώς, εκείνος τον είχε προσκαλέσει, οπότε έφερνε ότι του ζητούσε.
Ήταν όμως βάρος στην καρδιά του βασιλιά και κάθε μέρα το βάρος μεγάλωνε, επειδή ο άγιος άρχισε να ζει σαν βασιλιάς. Για την ακρίβεια, ζούσε καλύτερα από το βασιλιά, επειδή ο βασιλιάς είχε τις δικές του έγνοιες, ενώ ο άγιος δεν είχε καμία. Μπορούσε να κοιμάται μέρα – νύχτα. Μπορούσε να απολαμβάνει τον κήπο και την πισίνα και έπειτα ξεκουραζόταν.
Και ο βασιλιάς σκεφτόταν: “Αυτός ο άνθρωπος είναι παράσιτο!”
Μια μέρα δεν μπορούσε να τον αντέξει άλλο. Είπε στον άγιο… Ο άγιος είχε πάει στον κήπο, για τον πρωινό του περίπατο και ο βασιλιάς ήρθε και είπε:
“Θέλω να σου πω κάτι”.
Ο άγιος είπε: “Ναι, ξέρω. Ήθελες να το πεις πριν ακόμα αφήσω το δέντρο μου. Ήθελες να το πεις όταν αποδέχθηκα την πρόσκλησή σου. Γιατί περίμενες τόσο καιρό; Υπέφερες χωρίς λόγο. Μπορώ να δω ότι στεναχωριέσαι. Δεν έρχεσαι πια σ’ εμένα. Δεν κάνεις τις μεγάλες, τις μεταφυσικές, τις θρησκευτικές ερωτήσεις, που με ρωτούσες όταν ζούσα κάτω από το δέντρο. Γιατί έχασες έξι μήνες; Μπορούσες να το έχεις ρωτήσει αμέσως και τότε τα πράγματα θα είχαν τακτοποιηθεί διαφορετικά.
Ξέρω τι θέλεις να ρωτήσεις, αλλά ρώτησέ το!”
Ο βασιλιάς είπε: “Θέλω να σε ρωτήσω ένα πράγμα. Τώρα ποια είναι η διαφορά ανάμεσα σ’ εσένα και σ’ εμένα; Εσύ ζεις με μεγαλύτερη πολυτέλεια από ό,τι ζω εγώ! Κι εγώ πρέπει να εργάζομαι και να έχω έγνοιες κι ένα σωρό ευθύνες, ενώ εσύ δεν εργάζεσαι, δεν έχεις καμία ευθύνη. Σε ζηλεύω! Κι έχω σταματήσει να έρχομαι σ’ εσένα, επειδή δεν νομίζω ότι υπάρχει πια καμία διαφορά ανάμεσά μας. Εγώ ζω μέσα στα αποκτήματα, μα εσύ ζεις μέσα σε περισσότερα αποκτήματα από ό,τι εγώ. Κάθε μέρα απαιτείς: “Φέρε τη χρυσή άμαξα! Θέλω να πάω βόλτα στη πόλη. Φέρε αυτό και φέρε εκείνο!” Και τρως νοστιμότατο φαγητό, φοράς τα καλύτερα ρούχα. Τότε, ποια είναι η διαφορά ανάμεσα σ’ εσένα κι εμένα;”
Ο άγιος γέλασε και είπε: “Η ερώτηση είναι τέτοια, που μπορώ να την απαντήσω μόνο αν έρθεις μαζί μου. Ας βγούμε έξω από την πρωτεύουσα”.
Ο βασιλιάς ακολούθησε. Πέρασαν το ποτάμι και συνέχισαν.
Ο βασιλιάς ρωτούσε συνεχώς: “Τώρα, για ποιο λόγο πηγαίνουμε ακόμα πιο μακριά; Γιατί δεν απαντάς τώρα;”
Ο άγιος είπε: “Περίμενε λίγο. Ψάχνω το σωστό σημείο, για να σου απαντήσω”.
Έφτασαν στα σύνορα του βασιλείου και ο βασιλιάς είπε: “Τώρα ήρθε η ώρα. Εδώ είναι τα σύνορα”.
Ο άγιος είπε: “Αυτό έψαχνα. Τώρα εγώ δεν γυρίζω πίσω. Εσύ έρχεσαι μαζί μου ή θα επιστρέψεις πίσω;”
Ο βασιλιάς είπε: “Πώς μπορώ να έρθω μαζί σου; Εγώ έχω το βασίλειό μου, τις κτήσεις μου, τις γυναίκες και τα παιδιά μου. Πώς μπορώ να έρθω μαζί σου;”
Και ο άγιος είπε: “Τώρα βλέπεις ποια είναι η διαφορά; Εγώ όμως πηγαίνω και δεν θα κοιτάξω πίσω. Ήμουν στο παλάτι, έζησα με όλων των ειδών τα υπάρχοντα, αλλά δεν ήμουν κτητικός. Εσύ είσαι κτητικός. Αυτή είναι η διαφορά. Εγώ πηγαίνω”.
Ξεντύθηκε, γυμνώθηκε, έδωσε τα ρούχα στο βασιλιά και είπε: “Κράτησε τα ρούχα σου και γίνε πάλι χαρούμενος”.
Τώρα ο βασιλιάς κατάλαβε πως ήταν ανόητος. Αυτός ο άνθρωπος ήταν σπάνιος, ένα σπάνιο πετράδι. Έπεσε στα πόδια και του είπε: “Μη φύγεις. Γύρισε πίσω. Δεν σε έχω καταλάβει ακόμα. Σήμερα είδα τη διαφορά. Ναι, αυτή είναι η αληθινή αγιότητα”.
Ο άγιος είπε: “Εγώ μπορώ να γυρίσω πίσω, μα να θυμάσαι, εσύ θα στενοχωρηθείς και πάλι. Τώρα, άφησέ με να σε κάνω χαρούμενο. Δεν έρχομαι”.
Όσο περισσότερο επέμενε ο άγιος για να φύγει, τόσο περισσότερο επέμενε ο βασιλιάς να επιστρέψει πίσω. Ο άγιος όμως είπε: “Μια φορά είναι αρκετή. Εγώ μπορώ να έρθω, τη στιγμή όμως που α πω ‘έρχομαι’, μπορώ να δω στα μάτια σου να επιστρέφει η παλιά ιδέα: ‘Μπορεί να με κοροϊδεύει και πάλι. Μπορεί αυτό να είναι κόλπο. Μου δίνει τα ρούχα και λέει ότι θα φύγει, για να με εντυπωσιάσει και πάλι’. Λέει, αν έρθω, θα είσαι και πάλι λυπημένος κι εγώ δεν θέλω να σε κάνω δυστυχισμένο”.
Να θυμάσαι την διαφορά: Η διαφορά δεν βρίσκεται στις κτήσεις, η διαφορά βρίσκεται στην κτητικότητα. Απλός άνθρωπος δεν είναι εκείνος που δεν έχει τίποτα, απλός άνθρωπος είναι εκείνος που δεν έχει κτητικότητα, που δεν κοιτάζει ποτέ πίσω.

Το νησί των συναισθημάτων

Αποτέλεσμα εικόνας για good morning inspiration gifΜια φορά κι έναν καιρό, υπήρχε ένα νησί στο οποίο ζούσαν όλα τα συναισθήματα.

Εκεί ζούσαν η Ευτυχία, η Λύπη, η Γνώση, η Αγάπη και όλα τα άλλα συναισθήματα.

Μια μέρα έμαθαν ότι το νησί τους θα βούλιαζε και έτσι όλοι επισκεύασαν τις βάρκες τους και άρχισαν να φεύγουν.

Η Αγάπη ήταν η μόνη που έμεινε πίσω. Ήθελε να αντέξει μέχρι την τελευταία στιγμή. Όταν το νησί άρχισε να βυθίζεται, η Αγάπη αποφάσισε να ζητήσει βοήθεια. Βλέπει τον Πλούτο που περνούσε με μια λαμπερή θαλαμηγό.

Η Αγάπη τον ρωτάει: «Πλούτε, μπορείς να με πάρεις μαζί σου;» «Όχι, δεν μπορώ» απάντησε ο Πλούτος. «Έχω ασήμι και χρυσάφι στο σκάφος μου και δεν υπάρχει χώρος για σένα».

Η Αγάπη τότε αποφάσισε να ζητήσει βοήθεια από την Αλαζονεία που επίσης περνούσε από μπροστά της σε ένα πανέμορφο σκάφος. «Σε παρακαλώ βοήθησέ με» είπε η Αγάπη. «Δεν μπορώ να σε βοηθήσω Αγάπη. Είσαι μούσκεμα και θα μου χαλάσεις το όμορφο σκάφος μου» της απάντησε η Αλαζονεία.

Η Λύπη ήταν πιο πέρα και έτσι η Αγάπη αποφάσισε να ζητήσει από αυτή βοήθεια. «Λύπη άφησέ με να έρθω μαζί σου». «Ω Αγάπη, είμαι τόσο λυπημένη που θέλω να μείνω μόνη μου» είπε η Λύπη.

Η Ευτυχία πέρασε μπροστά από την Αγάπη αλλά και αυτή δεν της έδωσε σημασία. Ήταν τόσο ευτυχισμένη, που ούτε καν άκουσε την Αγάπη να ζητά βοήθεια.

Ξαφνικά ακούστηκε μια φωνή: «Αγάπη, έλα προς τα εδώ! Θα σε πάρω εγώ μαζί μου!». Ήταν ένας πολύ ηλικιωμένος κύριος που η Αγάπη δεν γνώριζε, αλλά ήταν γεμάτη από τέτοια ευγνωμοσύνη, που ξέχασε να ρωτήσει το όνομά του. Όταν έφτασαν στην στεριά ο κύριος έφυγε και πήγε στο δρόμο του.

Η Αγάπη γνωρίζοντας πόσα χρωστούσε στον κύριο που τη βοήθησε, ρώτησε την Γνώση: «Γνώση, ποιος με βοήθησε»; «Ο Χρόνος» της απάντησε η Γνώση. «Ο Χρόνος;;» ρώτησε η Αγάπη. «Γιατί με βοήθησε ο Χρόνος;» Τότε η Γνώση χαμογέλασε και με βαθιά σοφία της είπε: «Μόνο ο Χρόνος μπορεί να καταλάβει πόσο μεγάλη σημασία έχει η Αγάπη».

Γκότφριντ Βίλχελμ Λάιμπνιτς

Το 1646 (1η Ιουλίου) γεννιέται ο Γκότφριντ Βίλχελμ Λάιμπνιτς στην Γερμανική Λειψία. Καθολική ευφυΐα. Μαθηματικός, φιλόσοφος, διπλωμάτης, φυσικός, ιστορικός, βιβλιοθηκονόμος και διδάκτορας των λαϊκών και εκκλησιαστικών Νομικών. Ανέπτυξε τον απειροστικό λογισμό, ανεξάρτητα από τον Νεύτωνα. Ο Λάιμπνιτς ήταν ένας από τους σημαντικότερους φιλοσόφους του 17ου και του 18ου αιώνα και θεωρείται ως καθολικό πνεύμα της εποχής του (Home Universalis): έχει αποκληθεί «ο πολυμαθέστερος ανήρ μετά τον Αριστοτέλη ». Έγινε ένας από τους πιο παραγωγικούς εφευρέτες στον τομέα της μηχανικής αριθμομηχανών. Ενώ εργαζόταν για την προσθήκη αυτόματου πολλαπλασιασμού και διαίρεσης στην αριθμομηχανή του Πασκάλ, ήταν ο πρώτος που περιέγραψε μια αριθμομηχανή pinwheel το 1685 και εφηύρε τον τροχό Leibniz, που χρησιμοποιείται στην αριθμομετρία, η πρώτη μαζικής παραγωγής μηχανική αριθμομηχανή. Όρισε επίσης το δυαδικό αριθμητικό σύστημα, εμπνεόμενος από το Βιβλίο των Αλλαγών ένα από τα κλασικά έργα της κινέζικης φιλοσοφίας που πρωτοεμφανίστηκε πριν από περίπου πέντε χιλιάδες χρόνια .

O Λάιμπνιτς υπήρξε ένας εκ των δυο πρωταγωνιστών μιας από τις μεγαλύτερες μαθηματικές έριδες την ιστορία των μαθηματικών, ο άλλος ήταν ο Νεύτωνας.

Όλα ξεκινούν το 1684 ,ο Λαιμπνιζ δημοσιεύει στο μαθηματικό περιοδικό Acta eruditorum ένα άρθρο με τίτλο “Μια νέα μέθοδος για μέγιστα και ελάχιστα καθώς και για εφαπτόμενες, η όποια δεν περιορίζεται σε κλασματικές ή άρρητες ποσότητες, και ένα σημαντικό είδος λογισμού για αυτήν” .Μεταξύ μας καθόλου πιασάρικος τίτλος. Παρά τα ασαφή σημεία και κάποια λάθη απροσεξίας ήταν μια ολοκληρωμένη μελέτη για τον διαφορικό λογισμό. Ο συμβολισμός που χρησιμοποίησε είναι ο ίδιος που χρησιμοποιούμε και σήμερα. Το 1675 εισάγει και τον συμβολισμό για τα ολοκλήρωμα ως ένα μακρόστενο S που είναι το πρώτο γραμμα της λατινικής λέξης summa που σημαίνει άθροισμα. Από την άλλη ο Νεύτωνας επινόησε νωρίτερα το 1665 ,τον διαφορικό λογισμό με άλλο συμβολισμό και τον ονόμασε Λογισμό των ροών αλλά δεν δημοσίευσε το έργο του πριν από το 1687.Αυτή η καθυστέρηση ήταν που άναψε φωτιές στις σχέσεις των δυο ανδρών. Ο καθένας τους ισχυριζόταν ότι υπήρξε ο πρώτος. Οι μαθηματικοί χωρίστηκαν σε δυο στρατόπεδα στους υπέρμαχους του Νεύτωνα και του οπαδούς του Λάιμπνιτς, κατηγορούσαν ο ένας τον άλλο για κλοπή πνευματικής ιδιοκτησίας. Η έριδα εκφυλίστηκε σε πολιτική διαμάχη ανάμεσα στην Γερμανία και την Αγγλία. Οι Άγγλοι αμετανόητοι έναν αιώνα μετά χρησιμοποιούσαν τον δύσκαμπτο συμβολισμό του Νεύτωνα με αποτέλεσμα τα αγγλικά μαθηματικά να έχουν μεγάλη φθορά.

Η ενέργεια διαχωρισμού του μορίου του υδρογόνου που μετρήθηκε από ερευνητές δεν ταιριάζει με τη θεωρητική πρόβλεψη

Στη δεκαετία του 1920, οι φυσικοί έλεγξαν τη νέα κβαντική θεωρία τους υπολογίζοντας την ενέργεια που απαιτείται για να διαχωριστεί το μόριο του υδρογόνου (Η2) σε δυο ελεύθερα άτομα. Η τιμή αυτής της αποκαλούμενης ενέργειας διαχωρισμού έχει από τότε μετρηθεί και υπολογιστεί με αυξανόμενη ακρίβεια, παρέχοντας όλο και πιο αυστηρούς ελέγχους της κβαντικής θεωρίας. Μια νέα μέτρηση ακριβείας που έγινε στο Ελεύθερο Πανεπιστήμιο του Άμστερνταμ (Vrije Universiteit ή VU Amsterdam) και στο Ομοσπονδιακό Ινστιτούτο Τεχνολογίας της Ελβετίας (Eidgenössische Technische Hochschule ή ETH), στη Ζυρίχη, βελτιώνει τα προηγούμενα αποτελέσματα κατά περισσότερο από μια τάξη μεγέθους και αποκαλύπτει μια αντίφαση-αίνιγμα με τους πρόσφατους υπολογισμούς.

Η ενέργεια διαχωρισμού του Η2 είναι δύσκολο να μετρηθεί άμεσα. Αντί αυτού, οι ερευνητές προσθέτουν τις ενέργειες που απαιτούνται για να χωριστεί το μόριο σταδιακά: πρώτα αφαιρώντας ένα ηλεκτρόνιο για να κάνουν ιόν Η2+, μετά ξεχωρίζοντας το ιόν σε Η+ και Η και τέλος προσθέτοντας πίσω ένα ηλεκτρόνιο στο Η+. Ο Cunfeng Cheng του VU Amsterdam και οι συνάδελφοί του εστίασαν στη μέτρηση της ενέργειας στο πρώτο βήμα ιονισμού, το οποίο έχει τη μεγαλύτερη αβεβαιότητα. Όπως έκαναν άλλες ομάδες, προσδιόρισαν αυτή την τιμή ιονίζοντας το μόριο του Η2, διεγείροντάς το μέσω μιας σειράς ενδιάμεσων σταδίων και αθροίζοντας τις ενέργειες από όλες τις μεταβάσεις. Όμως διάλεξαν μια νέα σειρά μεταβάσεων – μετρώντας μια υψηλής ενέργειας μετάβαση με υπεριώδες φως στο VU Amsterdam και μετά μετρώντας μια χαμηλότερης ενέργειας μετάβαση με υπερακριβές λέιζερ συνεχούς υπέρυθρου κύματος στο ETH.

Η μέτρηση της ενέργειας διαχωρισμού από την ομάδα έχει μια σχετική αβεβαιότητα του 10^-9, έτσι η περιοχή σφάλματος είναι αρκετά μικρή τόσο που η μετρούμενη τιμή είναι καθαρά διαφορετική από την πιο πρόσφατη θεωρητική πρόβλεψη. Οι υπολογισμοί μπορεί απλά να χρειάζονται για να εξηγηθούν τις λεπτές επιδράσεις από τη σχετικιστική κίνηση των ηλεκτρονίων ή τις κβαντικές διακυμάνσεις του κενού. Όμως περισσότερα εξωτικά φαινόμενα, όπως μια πέμπτη δύναμη, είναι πιθανά. Οι υψηλότερης ακρίβειας μετρήσεις θα μπορούσαν επίσης να χρησιμοποιηθούν για να προσδιοριστεί το μέγεθος του πρωτονίου.

Η φιλοσοφία του Σωκράτη

Ο Σωκράτης (470-399 π.Χ.) δεν ήταν επαγγελματίας δάσκαλος, όπως οι Σοφιστές. Αυτός συνήθιζε να αναπτύσσει τις σκέψεις του με το διάλογο, που τον επιζητούσε παντού: στην αγορά, στα εργαστήρια και στα γυμναστήρια. Το πνεύμα του, όπως παρατήρησε ο Αριστοτέλης, είχε δυο βασικές ιδιότητες: Πρώτα ήξερε να ρωτά για πράγματα που απασχολούν τον άνθρωπο παντοτινά και ύστερα ήξερε να ελέγχει την απάντηση που του έδιναν και να κρίνει το κύρος της.
 
Σωκράτης. Διαφωτισμός και αντικειμενική αλήθεια. Διαλεκτική και ηθική
Το πέρασμά του φαίνεται ότι άφησε την εντύπωση μιας προσωπικότητας κυριαρχημένης από μια «δαιμονική» δύναμη, πούμε την προτροπή, το παράδειγμα και το γενικότερο ήθος της ξυπνούσε μέσα στους άλλους την ανάγκη για μια ανατοποθέτηση στη ζωή.
 
Όπως οι Σοφιστές, έτσι και ο Σωκράτης πατούσε στο έδαφος του διαφωτισμού της εποχής του. Η στάση του απέναντι στις καθιερωμένες αντιλήψεις ήταν κριτική. Όμως υπάρχει διαφορά ανάμεσα στο Σωκράτη και τους Σοφιστές. Ενώ δηλαδή οι Σοφιστές με το σκεπτικισμό τους άφηναν να φανε( ότι η γνώση και η πράξη του ανθρώπου μέσα στο κοινωνικό σύνολο έχουν σχετικό και όχι απόλυτο κύρος, ο Σωκράτης ζούσε με την πεποίθηση ότι πέρα από τις γνώμες και τις εικασίες, προσωπικές ή ομαδικές υπάρχει αντικειμενική αλήθεια και ότι αυτή η αλήθεια είναι προσιτή με τον ορθό λόγο.
 
Ο Σωκράτης βρήκε στους νόμους του λογικού έναν ολότελα καινούριο κόσμο, πέρα από τις αισθήσεις και τις προσωπικές απόψεις του καθενός. Έτσι προσπέρασε την αισθησιοκρατία και τη σχετικοκρατία των Σοφιστών και επιδόθηκε στην προσπάθεια να ορίσει τις έννοιες των πραγμάτων πάνω σε βάση γενικότερα αποδεκτή. Ο Σωκράτης επέμεινε στο να ξεχωρίζει τη γνώση από τη γνώμη, θεωρώντας γνώση μόνο τη γνώμη που θεμελιώνεται με έννοιες. Πρώτος αυτός αναζήτησε με μεθοδικότητα τις έννοιες που ισχύουν στον ίδιο βαθμό για κάθε σκεπτόμενο άνθρωπο και άνοιξε το δρόμο για την ανάπτυξη της επιστήμης της λογικής.
 
Η διαλεκτική του Σωκράτη αποτέλεσε εισαγωγή στην ηθική θεωρία του. Με τη μέθοδο της διαλεκτικής ο Σωκράτης πρώτος αποδέσμευσε την ηθικότητα από τη συνήθεια και από τη θρησκεία και θεμέλιωσε την ηθική πάνω στη λογική του ανθρώπου. Ο Σωκράτης πίστευε σε απόλυτο καλό και κακό. Έτσι έβλεπε έναν ηθικό νόμο να ισχύει πέρα από τις προσωπικές εκτιμήσεις του καθενός. Από αυτή την ηθική συνείδηση του Σωκράτη παραγόταν γι’ αυτόν και η έννοια του καθήκοντος, αφού ο άνθρωπος κάθε στιγμή έχει να διαλέξει ανάμεσα στο καλό και στο κακό. Ηθικός νόμος σήμαινε για το Σωκράτη ότι σε κάθε περίπτωση πρέπει να ακολουθούμε αυτό που μας φαίνεται καλύτερο ύστερα από ένα λογικό έλεγχο, όπου με συλλογισμούς έχει φανεί η δύναμη του καθενός από τα υπάρχοντα επιχειρήματα, υπέρ και κατά. Σύμφωνα με τις θέσεις του Σωκράτη, κανένας δεν επιλέγει το κακό με επίγνωση, αλλά πράττει το σωστό, όταν ξέρει τι κάνει. Βασίζοντας λοιπόν ο Σωκράτης την αρετή στη γνώση, τη θεωρούσε βέβαια και διδακτή. Στο ερώτημα τι είναι καλό και τι αληθινά ωφέλιμο ο Σωκράτης απάντησε προτείνοντας την ομορφιά της ψυχής ως αξία με απόλυτη προτεραιότητα απέναντι σε άλλα αγαθά, όπως η σωματική δύναμη, η υγεία, η ομορφιά, η ηδονή, ο πλούτος και η δόξα. Από αυτή τη θέση έβγαινε για το Σωκράτη και η θεμελιακή σημασία της αγωγής-ως φροντίδας για τη σωστή εξυπηρέτηση της ψυχής.
 
Με τη διδασκαλία του Σωκράτη παρατηρήθηκε έντονη εσωτερίκευση του ανθρώπου και ο νοητός κόσμος άρχισε να προβάλλεται ως ιδιαίτερη αξία. Ωστόσο, η ηθική του Σωκράτη, με όλη την αυστηρότητα και τη ακεραιότητά της, δεν είναι ασκητική, γιατί δεν παραγνωρίζει την ανθρώπινη φύση ούτε την καταπιέζει ούτε τη διαστρέφει, αλλά μόνο την κατευθύνει, με βάση τη λογική, στις πιο σωστές επιλογές.
 
Χωρίς ο. ίδιος ο Σωκράτης να το επιδιώξει, ορισμένοι μαθητές του ίδρυσαν σχολές φιλοσοφίας, που ξεκίνησαν βέβαια από τις ιδέες του μεγάλου δασκάλου, αλλά η καθεμιά από αυτές αναπτύχθηκε ανάλογα με τις ιδιαίτερες προσωπικές τάσεις των εκπροσώπων της.

Σάββατο 7 Ιουλίου 2018

ΔΡΑΜΑΤΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ: ΑΙΣΧΥΛΟΣ - Ἑπτὰ ἐπὶ Θήβας (1005-1053)

ΕΞΟΔΟΣ


ΚΗΡΥΞ
1005 δοκοῦντα καὶ δόξαντ᾽ ἀπαγγέλλειν με χρὴ
δήμου προβούλοις τῆσδε Καδμείας πόλεως·
Ἐτεοκλέα μὲν τόνδ᾽ ἐπ᾽ εὐνοίᾳ χθονὸς
θάπτειν ἔδοξε γῆς φίλαις κατασκαφαῖς·
στέγων γὰρ ἐχθροὺς θάνατον εἵλετ᾽ ἐν πόλει,
1010 ἱερῶν πατρῴων δ᾽ ὅσιος ὢν μομφῆς ἄτερ
τέθνηκεν οὗπερ τοῖς νέοις θνῄσκειν καλόν.
οὕτω μὲν ἀμφὶ τοῦδ᾽ ἐπέσταλται λέγειν·
τούτου δ᾽ ἀδελφὸν τόνδε Πολυνείκους νεκρὸν
ἔξω βαλεῖν ἄθαπτον, ἁρπαγὴν κυσίν,
1015 ὡς ὄντ᾽ ἀναστατῆρα Καδμείων χθονός,
εἰ μὴ θεῶν τις ἐμποδὼν ἔστη δορὶ
τῷ τοῦδ᾽. ἄγος δὲ καὶ θανὼν κεκτήσεται
θεῶν πατρῴων, οὓς ἀτιμάσας ὅδε
στράτευμ᾽ ἐπακτὸν ἐμβαλὼν ᾕρει πόλιν.
1020 οὕτω πετηνῶν τόνδ᾽ ὑπ᾽ οἰωνῶν δοκεῖ
ταφέντ᾽ ἀτίμως τοὐπιτίμιον λαβεῖν,
καὶ μήθ᾽ ὁμαρτεῖν τυμβοχόα χειρώματα
μήτ᾽ ὀξυμόλποις προσσέβειν οἰμώγμασιν,
ἄτιμον εἶναι δ᾽ ἐκφορᾶς φίλων ὕπο.
1025 τοιαῦτ᾽ ἔδοξε τῷδε Καδμείων τέλει.
ΑΝ. ἐγὼ δὲ Καδμείων γε προστάταις λέγω·
ἢν μή τις ἄλλος τόνδε συνθάπτειν θέλῃ,
ἐγώ σφε θάψω κἀνὰ κίνδυνον βαλῶ
θάψασ᾽ ἀδελφὸν τὸν ἐμόν, οὐδ᾽ αἰσχύνομαι
1030 ἔχουσ᾽ ἄπιστον τήνδ᾽ ἀναρχίαν πόλει.
δεινὸν τὸ κοινὸν σπλάγχνον οὗ πεφύκαμεν,
μητρὸς ταλαίνης κἀπὸ δυστήνου πατρός.
τοιγὰρ θέλουσ᾽ ἄκοντι κοινώνει κακῶν,
ψυχή, θανόντι ζῶσα συγγόνῳ φρενί.
1035 τούτου δὲ σάρκας οὐδὲ κοιλογάστορες
λύκοι πάσονται· μὴ δοκησάτω τινί.
τάφον γὰρ αὐτὴ καὶ κατασκαφὰς ἐγώ,
γυνή περ οὖσα, τῷδε μηχανήσομαι,
κόλπῳ φέρουσα βυσσίνου πεπλώματος,
1040 καὐτὴ καλύψω· μηδέ τῳ δόξῃ πάλιν.
θάρσει παρέσται μηχανὴ δραστήριος.
ΚΗ. αὐδῶ πόλιν σε μὴ βιάζεσθαι τάδε.
ΑΝ. αὐδῶ σε μὴ περισσὰ κηρύσσειν ἐμοί.
ΚΗ. τραχύς γε μέντοι δῆμος ἐκφυγὼν κακά.
1045 ΑΝ. τράχυν᾽· ἄθαπτος δ᾽ οὗτος οὐ γενήσεται.
ΚΗ. ἀλλ᾽ ὃν πόλις στυγεῖ, σὺ τιμήσεις τάφῳ;
ΑΝ. † ἤδη τὰ τοῦδ᾽ οὐ διατετίμηται θεοῖς.
ΚΗ. οὔ, πρίν γε χώραν τήνδε κινδύνῳ βαλεῖν.
ΑΝ. παθὼν κακῶς κακοῖσιν ἀντημείβετο.
1050 ΚΗ. ἀλλ᾽ εἰς ἅπαντας ἀνθ᾽ ἑνὸς τόδ᾽ ἔργον ἦν.
ΑΝ. Ἔρις περαίνει μῦθον ὑστάτη θεῶν.
ἐγὼ δὲ θάψω τόνδε· μὴ μακρηγόρει.
ΚΗ. ἀλλ᾽ αὐτόβουλος ἴσθ᾽, ἀπεννέπω δ᾽ ἐγώ.

***
ΚΗΡΥΚΑΣ
Να σας πω πρέπει, τί έκριναν κι αποφασίζουν
οι πρόκριτοι αυτής της πολιτείας του Κάδμου:
Αυτός ο Ετεοκλής, για όλη την τόση αγάπη
πόδειξε στην πατρίδα μας, αποφασίζουν
ταφή να λάβει μ᾽ όλες τις τιμές στη γη της.
γιατί αποκρούοντας τους εχθρούς, νεκρός να πέσει
στην πατρίδα του θέλησε· και στων θεών μας
1010 πιστός τους άγιους τους ναούς, δίχως ψεγάδι,
το θάνατο, που για τους νέους αξίζει, βρήκε.
Αυτή ᾽ναι που έχω η προσταγή να λέω για τούτον.
Μα όσο γι᾽ αυτόν, τον αδερφό του Πολυνείκη,
άταφος έξω θα ριχτεί θροφή στους σκύλους,
γιατ᾽ ήθελε τη χώρα των Καδμείων ρημάξει,
α δε στεκόταν στο κοντάρι εμπρός του εμπόδιο
κάποιος θεός· μα και νεκρός θα ᾽χει το κρίμα
στους θεούς των πατέρων μας, που έχει ατιμάσει
φέρνοντας ξένο στράτευμα να καταχτήσει
την πόλη τους· κι έτσι λοιπόν είν᾽ ορισμένο
άξια να λάβει επίχειρα κι άτιμο τάφο
1020 απ᾽ τα όρνια μόνο τ᾽ ουρανού, δίχως κανένα
χέρι ακλουθώντας να του ρίξει χώμα επάνω,
δίχως να τιμηθεί με οξύβοα μοιρολόγια,
μηδέ φίλοι το ξόδι του να συνοδέψουν.
Τέτοια αυτή η νέα αρχή της Θήβας έχει ορίσει.
ΑΝΤΙΓΟΝΗ
Μα κι εγώ λέω σ᾽ αυτούς τους άρχοντες της Θήβας:
κι αν δε βρεθεί κανείς μαζί μου να τον θάψει,
πάνω μου εγώ τον κίντυνο μόνη θα πάρω
τον αδερφό μου θάβοντας· κι ούτε ντροπή μου
1030 τόχω να δείξω αντάρτισσα γνώμη στη πόλη.
Πολύ ισχυρός δεσμός το κοινό σπλάχνο, απ᾽ όπου
έχομε γεννηθεί, τέκνα μιανής μητέρας
δυστυχισμένης και ενός άμοιρου πατέρα.
Λοιπόν, ψυχή μου, θέλοντας στ᾽ αθέλητά του
πάρε μέρος κακά και, ζωντανή εσύ, δείξε
όλη σου την καρδιά αδερφής στον πεθαμένο.
Όχι, δε θα γευτούν οι λιμάντεροι λύκοι
τις σάρκες του· κανείς στο νου του ας μην το βάλει·
εγώ τον τάφο, εγώ το λάκκο να του σκάψω,
αν και γυναίκα, θα βρω τρόπο και θα φέρω
στου βύσσινου του πέπλου μου τον κόρφο χώμα
1040 να τον σκεπάσω, και μην πεις αλλιώς πως θα ᾽ναι·
τρόπο θα ᾽βρει το θάρρος μου για να το πράξει.
ΚΗΡΥΚΑΣ
Μη θες στην πόλη ενάντια, σου λέω, να κάμεις.
ΑΝΤΙΓΟΝΗ
Σε με τα περιττά σου λέω κι εγώ μην κρίνεις.
ΚΗΡΥΚΑΣ
Σκληρός ο λαός, μια που απ᾽ τον κίντυνο γλιτώσει.
ΑΝΤΙΓΟΝΗ
Σκλήριζε, μα όμως άταφος αυτός δε μένει.
ΚΗΡΥΚΑΣ
Εχθρό της χώρας θα τιμήσεις συ με τάφο;
ΑΝΤΙΓΟΝΗ
Έκαμαν πια οι θεοί την κρίση τους για τούτον.
ΚΗΡΥΚΑΣ
Όχι όμως πριν τη χώρα του φέρει άνω κάτω.
ΑΝΤΙΓΟΝΗ
Το άδικο θέλησε με άδικο να πλερώσει.
ΚΗΡΥΚΑΣ
1050 Μα ενάντια σ᾽ όλους στράφηκε αντίς στον ένα.
ΑΝΤΙΓΟΝΗ
Στερνή από τους θεούς το λόγο κλείνει η Έρις·
μα εγώ θα θάψω αυτόν· κι άλλα μη χάνεις λόγια.
ΚΗΡΥΚΑΣ
Κάμε του κεφαλιού σου· εγώ — είπα κι απόειπα.

Οι άνθρωποι που θα σου σταθούν με τις πράξεις τους, αυτούς να μετράς

Χρειάζεσαι γνώριμα χέρια που ξέρουν πως να σε ηρεμούν, που θα μπορείς να χάνεσαι μέσα τους και θα αισθάνεσαι γαλήνη.
Μόνο τότε μπορείς να προχωράς με σταθερό βήμα.
Μόνο τότε κρατάς όλο τον κόσμο στα χέρια σου.
Ο δικός σου ο άνθρωπος είναι αυτός που έχεις ανάγκη.
Όλοι οι άλλοι είναι ψεύτικοι, θα στο αποδείξει η ζωή όταν θα έρθει η ώρα.
Μόνο ένα χαμόγελο τους είναι αρκετό για να σε κάνει να πετάς στα ουράνια.
Όλοι μπορούν να σου χαρίσουν μια αγκαλιά, λίγοι όμως έχουν την ικανότητα να σε κρατήσουν στα χέρια τους και να σου μεταδώσουν την δύναμή τους.
Είναι λίγοι αυτοί που θα σε κάνουν να αισθανθείς μοναδικός.
Είναι λίγοι αυτοί που θα καταλάβουν τι ζητάς και τι έχεις ανάγκη χωρίς να μιλήσεις.
Ακόμη λιγότεροι είναι αυτοί που θα σταθούν δίπλα σου στην χαρά σου. Δε θέλουν να σε βλέπουν να χαίρεσαι και στην λύπη σου θα είναι εκεί για να σε δουν να πονάς, όχι για να σου συμπαρασταθούν.
Έτσι είναι ο κόσμος, απλά εσύ δεν τον έχεις καταλάβει.
Κράτησε αυτούς τους λίγους, τους δικούς σου, που με το βλέμμα σου θα τους λες τα πάντα και θα σε καταλαβαίνουν.
Είναι πολύ σημαντικό να μπορούν να σου χαρίσουν την στοργή που έχεις ανάγκη και που το χάδι τους θα γίνει η σκέπη σου.
Αυτούς τους ανθρώπους μην τους χάσεις ποτέ.
Αυτοί οι άνθρωποι θα έδιναν τα πάντα για σένα.
Αυτούς έχεις μόνο. Όλοι οι άλλοι είναι φούσκες, μπαλόνια που σκάνε εύκολα.
Μην τους κυνηγάς, άστους να φύγουν για να μπορείς να ζεις ομορφότερα και να αποκτήσει ποιότητα η ζωή σου.
Μόνο τους δικούς σου χρειάζεσαι τους αληθινούς.
Εσύ μόνο κοίτα μην χαθείς στον δρόμο γιατί τότε θα χάσεις κι αυτούς τους λίγους μοναδικούς δικούς σου ανθρώπους.

Ευαισθησία∙ κατάρα κι ευχή

Τους ανθρώπους έμαθα, τώρα πια, να τους χωρίζω σε δύο μεγάλες κατηγορίες: Σε αυτούς που με μοναδικό τους στήριγμα την αρετή και το ήθος καίγονται να αλλάξουν –έστω λίγο– τον κόσμο και σε αυτούς που –άθελά τους και μη– δέχονται αυτός ο κόσμος να τους αλλάξει, να τους φέρει εκεί που θέλει. Και το κριτήριο αυτό μετρά απ’ τη φιλία και τον έρωτα, μέχρι τις κοινωνίες και την πολιτική.

Άκουσα κάποτε μια ερώτηση, λίγο διαφορετική απ’ τις άλλες, τις καθημερινές. Κι ήταν η εξής: ποια είναι η πιο δυνατή λέξη που γνωρίζεις. Κάποιοι απάντησαν «ζωή», «φιλοδοξία», «θέλω», «θάνατος». Η δική μου πιο έντονη λέξη, αυτή που μέσα της είναι η πιο γεμάτη, αυτή που ασφυκτιά, μα σπάνια ειπώνεται, είναι η «δημιουργία».

Θα μου πείτε τώρα, γιατί όλα αυτά τα θεωρητικά. Κι απαντώ. Αν νιώθεις ότι ανήκεις στην πρώτη απ’ τις κατηγορίες που ανέφερα παραπάνω, αν σε πνίγει η επιθυμία σου να αλλάξεις τον κόσμο τούτο και τα ιδανικά του, αν συνεχώς προβληματίζεσαι, σκέπτεσαι κι ορίζεις τη ζωή σου με βάση μια άλλη πραγματικότητα, πιο αισιόδοξη, πιο αληθινή και πιο ελεύθερη, τότε έχεις μέσα σου τη δύναμη για τη δημιουργία, που είπαμε. Χρειάζεσαι, όμως, και κάτι άλλο εξίσου δυνατό για να πλάσεις τον κόσμο που ονειρεύεσαι. Χρειάζεσαι ευαισθησία. Κι η δημιουργία αποκτά εντελώς διαφορετική ισχύ παρέα με την ευαισθησία.

Μα η ευαισθησία δεν είναι κάτι που αλλάζει στους ανθρώπους απ’ τη μια μέρα στην άλλη. Η ευαισθησία σ’ έναν άνθρωπο υπάρχει ως προδιάθεση και χτίζεται σαν αρετή. Γι’ αυτό και θα δεις ανθρώπους να συμπονούν, να συναισθάνονται και να βοηθούν πολύ παραπάνω όταν η ζωή τους χτυπήσει με κάτι δυσάρεστο. Τότε αποκαλύπτεται η ευαίσθητη πλευρά τους. Την ίδια ώρα, όμως, άλλοι ζουν με βάση την αδυναμία τους να ελέγξουν την ευαισθησία τους από πάντα.

Είναι μαζί κι ευχή και κατάρα να τα συναισθάνεσαι όλα τόσο βαθιά. Σκέψου πόσο πιο ελαφριά, χαρούμενη κι ήσυχη θα ήταν η ζωή σου αν δεν ήσουν καταδικασμένος να ζεις τα πάντα στο μέγιστο βαθμό. Ξέρεις, αυτό είναι το ζήτημα που πρέπει να ξεκαθαρίσεις στο νου σου: θες να αγαπάς πολύ, μα και να πονάς πολύ ή να αγαπάς λίγο και να υποφέρεις λίγο; Όλα έχουν να κάνουν με το πόση ενέργεια καταναλώνεις εσύ, με το πόσο επιτρέπεις σε κάτι να σε επηρεάσει. Μα οι ευαίσθητοι άνθρωποι –ευτυχώς ή δυστυχώς– δεν έχουν αυτή την επιλογή.

Πόσο πιο κενή θα ήταν, όμως, η ζωή σου, χωρίς αυτή τη φλόγα της ευαισθησίας. Πόσο πιο επιφανειακά θα έβλεπες τα πράγματα. Ναι, θα ήσουν πιο ευτυχισμένος, θα γελούσες πιο συχνά και θα σ’ άρεσε, ίσως, περισσότερο αυτή η ζωή. Γιατί απλώς θα περνούσες από καταστάσεις, δε θα βυθιζόσουν σε αυτές. Μα αυτή σου η ευτυχία θα πήγαζε απ’ την αδυναμία σου να αντιληφθείς αισθήματα, στιγμές, συμπεριφορές, εικόνες. Υπάρχει διαφορά.

Οι έξυπνοι άνθρωποι τείνουν να είναι καταθλιπτικοί. Ακριβώς γιατί υπεραναλύουν και δέχονται περισσότερα ερεθίσματα από εκείνους που απλώς ζουν δίχως να σκέπτονται, που ελλείπουν ευαισθησίας. Αυτή είναι η διαφορά, λοιπόν. Και δεν την επιλέγεις εσύ αυτή τη διαφορά. Αυτή σε επιλέγει. Γι’ αυτό κι όσοι ανήκουν στην πρώτη κατηγορία έχουν χρέος να μετουσιώσουν τις σκέψεις τους. Τίποτα παραπάνω, αυτό αρκεί.

Κι όλοι αυτοί που έχουν την ευχή ή την κατάρα να αγαπάνε πολύ, να βοηθάνε πολύ, να σκέπτονται πολύ, να συμπαραστέκονται πολύ, αλλά και να υποφέρουν ταυτόχρονα πολύ, γνωρίζουν ότι η ευαισθησία είναι το μεγαλύτερό τους χάρισμα, μα κι ο χειρότερός τους εφιάλτης.

Μην απορείτε γιατί επιλεχθήκατε εσείς να είστε αυτοί που λυγίζουν πιο εύκολα, αυτοί που είναι πιο καθαροί κι αληθινοί. Απλά συνεχίστε να είστε ο εαυτός σας και μην αφήσετε αυτό τον κόσμο να σας αλλάξει.

Και να είστε σίγουροι ότι κάποια μέρα θα σας βρει ένας άνθρωπος και θα σας λατρέψει. Γιατί θα έχει δει αυτή τη χρυσή καρδιά που κουβαλάτε. Συνεχίστε να παλεύετε για έναν καλύτερο κόσμο, να δημιουργείτε και να αισθάνεστε τα μέγιστα, αυτό σημαίνει ζωή. Κι εσείς την ζείτε περισσότερο από άλλους.

Η ευγένεια των εραστών

Στην θάλασσα του χρόνου,
το κουπί που μας τραβά μπροστά
είναι η ευγένεια…
   
Δεν είναι λίγες οι φορές που η ενδεικτική λυχνία της επιθυμίας του ανθρώπου για βαθύτερη σύνδεση αρχίζει να εκπέμπει. Κοινώς ονομαζόμενο, το φλερτ, είναι το προεόρτιο αυτής της σύνδεσης, το σήμα ότι κάποιος είναι συναισθηματικά διαθέσιμος τόσο συνειδητά όσο και ασυνείδητα.
 
Παρόλα αυτά, με το πέρασμα του χρόνου, το στοιχείο αυτό, μεταξύ δύο συντρόφων, μοιάζει να εξασθενεί και να δίνει τη θέση του στην σύγκρουση.
 
Όμως, είναι η ανάγκη των ανθρώπων να νιώσουν ξανά αρεστοί και ποθητοί αυτή που αναζητούν, και πάνω σε αυτή την απογοήτευση συγκρούονται, ή είναι κάτι άλλο;
 
Για να απαντηθεί αυτό ας δούμε την επίδραση που έχει ο έρωτας στον εαυτό καθώς και το ποια είναι η φύση της ερωτικής σχέσης…
 
Στην πορεία του, κάθε άνθρωπος, μαθαίνει να αποκολλάται από τον εαυτό του και να δίνεται σε κάποιον άλλο.
 
Είναι η ύπατη οδός για την κοινωνική του ολοκλήρωση αλλά και η ασυνείδητη ροπή του προς την αθανασία με απαραίτητο μέσο για να τη διανύσει, τον έρωτα.
 
Για τον άνθρωπο, ο έρωτας, είναι ανακλητικό στοιχείο. Ακυρώνει ολόκληρα κομμάτια του χαρακτήρα του και τον επιστρέφει σε μία προηγούμενη κατάσταση, όπου ο ίδιος ήταν περισσότερο εύπλαστος και δεκτικός στο κάθε τι νέο. Στο σημείο εκείνο, λοιπόν, στην επιτομή των συναισθημάτων του, τον καταλήγει μία υποδειγματική εκδοχή του εαυτού του για να καταφέρει να απευθυνθεί στο εξιδανικευμένο αντικείμενο του έρωτός του.
 
Θα έλεγε κανείς ότι ο έρωτας, σαν επιδέξιος σιδηρουργός σφυρηλατεί και λειαίνει όλες τις “αιχμηρές” πτυχές του χαρακτήρα του και τις καθιστά λιγότερο ακανθώδεις.
 
Ο χρόνος, όμως, ως αντίπαλη έννοια, έχει μία μοναδική ιδιότητα… Επιστρέφει κάθε τι ανήσυχο στην προηγούμενη κατάσταση ησυχίας του.
 
Έτσι, ο ερωτευμένος σιγά σιγά επανέρχεται σαν ελατήριο που έλκεται από τον ίδιο του τον εαυτό, στον χαρακτήρα και τη συμπεριφορά που είχε πριν ερωτευτεί• και σε αυτό το σημείο γεννάται η σύγκρουση…
 
Τι είναι αυτό που κάνει τους ανθρώπους που σχετίζονται να συγκρούονται, όμως; Είναι η ασυμφωνία των χαρακτήρων;
 
Ομολογουμένως όχι, γιατί τότε θα αναφερόμασταν στη διαφωνία και όχι στη σύγκρουση. Τι κάνει, λοιπόν, κάποιον να επιτίθεται με σφοδρότητα απέναντι στον σύντροφό του; Η απάντηση είναι τόσο απλή όσο και πολύπλοκη… Η έλλειψη ευγένειας.
 
Εξηγώντας, η ευγένεια είναι αυτή που έρχεται όταν αναγνωρίσουμε τα όριά μας και μάς φερθούμε με σεβασμό. Τότε είμαστε σε θέση να δημιουργήσουμε την ικανή αντίληψη που θα σεβαστεί την μοναδικότητα της ύπαρξης του άλλου.
 
Με λίγα λόγια, η ευγένεια είναι η γνωριμία με τον εαυτό μας όπου μαθαίνουμε το μέχρι που είμαστε ικανοί να φτάσουμε, τι είμαστε ικανοί να προσφέρουμε αλλά και τι είμαστε ικανοί να λάβουμε.
 
Η ευγένεια είναι η τρίτη διάσταση στην ανθρώπινη υπόσταση η οποία σαν σκιά προσδίδει βάθος στις κινήσεις μας και τις ξεκολλά από το βασίλειο των δύο διαστάσεων.
 
Σε άλλη περίπτωση ο όποιος σεβασμός προς και από εμάς είναι καταδικασμένος να σπαταλιέται σαν τις αχτίδες του φωτός που δεν έπεσαν σωστά πάνω σε ένα έργο τέχνης, αποτυγχάνοντας να αναδείξουν κάθε του γωνία.
 
Γιατί, όμως, κάποιος, κατά την επαναφορά του από τον έρωτα στην πραγματικότητα, συγκρούεται με τον σύντροφό του και δεν τον αποδέχεται, πλέον;
 
Εδώ, απάντηση δίνει η φύση της ερωτικής σχέσης που υποσχεθήκαμε να θίξουμε στην αρχή. Η φύση της ερωτικής σχέσης είναι και εκείνη ανακλητική και όπως ο έρωτας μας τανύζει και μας υψώνει μακριά από τη βάση μας έτσι η σχέση μάς έλκει, πίσω, στις εμπειρίες επικοινωνίας που είχαμε κατά την παιδική ηλικία.
 
Με τον ίδιο τρόπο, λοιπόν, που κάποιος διδάχθηκε πώς να αγαπά, από τις πρωτόλειες φιγούρες του, έτσι έμαθε και να διαφωνεί• και όταν η διαφωνία του πνίγηκε από το συναίσθημα του θυμού, που κατακλύζει οποιονδήποτε προσφέρει και η προσφορά του απορρίπτεται, έτσι ο σύντροφος καταντά ο τελικός αποδέκτης ενός θυμού χρόνων.
 
Μέσα στην ερωτική σχέση, λοιπόν, αναβιώνει η σχέση του ανθρώπου με τη μητρική φιγούρα και όταν η φιγούρα αυτή προβληθεί στον σύντροφο πολύ σύντομα ακολουθεί και το συναίσθημα που τη συνοδεύει. Το μελανότερο σημείο, όμως, δεν είναι αυτό αλλά η ειλικρίνεια με την οποία επικοινωνούμε αυτό το συναίσθημα… Μία ειλικρίνεια που τοποθετεί τον άλλο στη θέση που τον βάλαμε οι ίδιοι και τον αναγκάζει να απαντήσει με τον ίδιο τρόπο που μία μητέρα θα απαντούσε σε έναν έφηβο που επαναστατεί μέσα από ανώριμα αιτήματα• αντιμεταβιβαστικά.
 
Αυτό που χρειάζεται είναι η δύναμη να αποδεχτούμε ότι αυτές οι “τέλειες” φιγούρες που μας γαλούχησαν, αυτά τα “ιδανικά” όντα που μας πρόσφεραν ασφάλεια και προστασία ήταν πλάσματα μεμπτά, με ελαττώματα, που στην πορεία τους αδυνάτησαν να ενστερνιστούν αυτό που προσπαθήσαμε να τους πούμε.
 
Αδυνάτησαν να υιοθετήσουν τη δική μας οπτική και δεν κατάφεραν να εγκολπώσουν το θέλω μας δίνοντάς μας χώρο να αναπτυχθούμε ως προσωπικότητες.
 
Δεν χρειάζεται, λοιπόν, να χτυπάμε τις πόρτες που δεν προαλείφονται να ανοίξουν, τη στιγμή που το επιθυμούμε, μέχρι να ματώσουν τα χέρια μας…
 
Ο σπόρος, εξάλλου, προορίζεται, πάντα, να ξεπερνά τη γλάστρα στην οποία τοποθετήθηκε αρχικά, μα η μεταφύτευσή σου δεν σημαίνει την απαξίωση για το χώμα που τον φιλοξένησε αλλά την ευγνωμοσύνη που τον κατέστησε δυνατό να κατοικήσει αλλού.
 
Όταν συνειδητοποιήσουμε το παραπάνω, όταν αποδεχτούμε τα λάθη τους, θα έχουμε καταφέρει να ολοκληρώσουμε το εσωτερικό μας πάζλ και δεν θα χρειαζόμαστε να τους προβάλουμε σε κάθε μας συγκρουσιακή εμπειρία.
 
Στην ουσία, η σφοδρότητα με την οποία συγκρουόμαστε κρύβει το αίτημά μας για επικοινωνία με εκείνους. Την επιθυμία μας να παραδεχτούν ότι έχουμε δίκιο και την ανάγκη μας να αποδεχτούν τη διαφορετικότητά μας. Το μειονέκτημα, όμως, είναι ότι όσο παλεύουμε να τους αλλάξουμε τόσο παραμένουμε παιδιά και απαγορεύουμε στον εαυτό μας να μεγαλώσει.
 
Πώς τηρείται, όμως, η ευγένεια μεταξύ συντρόφων; Μα φυσικά όπως είπαμε… Με το να γίνουμε οι ίδιοι γονείς του εαυτού μας οι οποίοι αποδέχονται τη διαφορετικότητα του άλλου όσο κι εμείς θέλαμε να αποδεχτούν τη δική μας.
 
Μόνο όταν δούμε τον άνθρωπο απέναντί μας γυμνό από τις καταδικαστικές προβολές του παρελθόντος θα μπορέσουμε να δημιουργήσουμε το μέλλον μαζί του που μέχρι στιγμής ήταν μόνο φαντασιωσικό.
 
Ένα μέλλον που θα μας εμπνεύσει και θα μας ωθήσει προς την αυτοπραγμάτωση αφού ο άνθρωπος έχει ανάγκη τη δυάδα για να σταθεί στην κορυφή της προσωπικής του πυραμίδας. Ας αναλογιστούμε, εξάλλου, πως κάθε πυραμίδα χρειάζεται δύο “γωνίες” για να αποκτήσει μία στερεή βάση…
 
Κλείνοντας, ας κρατήσουμε στο νου το εξής…
 
Η ευγένεια είναι ίσως το αξιότερο από όλα τα μέτρα του εαυτού καθώς είναι αρκετά ισχυρή για να εμπνεύσει τη δύναμή του και αρκετά τρυφερή για να διαχειριστεί την αδυναμία του.
 
Σε κάθε περίπτωση είναι το μεγαλύτερο δώρο που μπορεί να κάνει κάποιος στον σημαντικό του άλλο. Ας μην ξεχνάμε… Δύο κωπηλάτες τραβούνε πιο συγχρονισμένα το κουπί όταν η δυνατή εκπνοή του ενός αγκαλιάζει το αγκομαχητό του άλλου…