Κυριακή 18 Μαρτίου 2018

Η υποτιθέμενη πτώση και η θεολογική παρερμηνεία

Πρόλογος Στο παρόν άρθρο, θα ασχοληθούμε με το θέμα του πόνου και της δυστυχίας και πως προσπαθεί η χριστιανική θρησκεία να τα συμβιβάσει με την πρόνοια ενός θεού πάνσοφου, αγάπης και παντοδύναμου. Φυσικές καταστροφές, αρρώστιες, πόλεμοι, άνιση κατανομή του πλούτου και κοινωνική αδικία, πείνα, ποδοπάτηση της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, εγκλήματα των εξουσιαστών κατά της ανθρωπότητας, είναι μόνο ένα μέρος των δεινών.

Πόσο δίκιο είχε ο Karlheinz Deschner όταν έγραφε, «Σε όλο τον κόσμο υπάρχει, υπήρχε και θα υπάρχει μια μικρή μειονότητα που κυριαρχεί και μια μεγάλη που κυριαρχείται, μια μικρή κλίκα δόλιων κερδοσκόπων και μια γιγαντιαία στρατιά ταπεινών και περιφρονημένων. Πάντα κυριαρχούσε η λεγόμενη επιδίωξη της ασφάλειας και της εξουσίας, κυριαρχούσε μια μειονότητα, που καταπίεζε την πλειοψηφία, την εκμεταλλευόταν, την άφηνε να σφαγιάζεται... («Η εγκληματική ιστορία του Χριστιανισμού», τ. Α΄, σ. 39).

Σύμφωνα με τα στοιχεία της Unicef, κάθε 3,6 δευτερόλεπτα πεθαίνει κάποιος άνθρωπος από την πείνα. 300 εκατομμύρια παιδιά κοιμούνται νηστικά κάθε βράδυ. 270 εκατομμύρια παιδιά στις ανεπτυγμένες χώρες, δεν έχουν πρόσβαση στην Υγεία. 400 εκατομμύρια παιδιά δεν έχουν καθαρό νερό να πιούν. Κακή υγιεινή και μολυσμένο νερό, προκαλούν τον θάνατο 4 χιλιάδων παιδιών την μέρα. Οξύ πρόβλημα υποσιτισμού στην Ινδία και στην Κίνα· 221 και 142 εκατομμύρια άνθρωποι αντίστοιχα, υποσιτίζονται. Το 30% των νεογέννητων στην Νότια Ασία είναι κάτω του φυσιολογικού βάρους. Κατά το 2016, η τιμή θνησιμότητας νεογέννητων, νηπίων, και κάτω των 5 ετών, ήταν αντιστοίχως 18.6, 30.6, 40.8, ανά 1000 γεννήσεις παγκοσμίως. Το 2016, είχαμε παγκοσμίως 440 χιλιάδες θανάτους από ελονοσία, εκ των οποίων το 70% αφορούσε παιδιά κάτω των 5 ετών, περίπου 800 παιδιά ανά ημέρα. 900 χιλιάδες θάνατοι παιδιών κάτω των 5 ετών από πνευμονία, δηλαδή περίπου 2.5 χιλιάδες παιδιά ανά ημέρα. Η παιδική δουλεία ανέρχεται στο 25% των παιδιών παγκοσμίως, και αφορά ηλικίες 5-17.

Η Βίβλος προτείνει διάφορους λόγους, που όμως δεν καλύπτουν τις παραπάνω περιπτώσεις. Ο κάθε συγγραφέας του κάθε επιμέρους βιβλίου της, έχει διαφορετική γνώμη. Για παράδειγμα, κατά τους προφήτες, τα δεινά επιτρέπονται από τον Θεό, προκειμένου να συνετίσει τον λαό του. Αυτό όμως, δεν εξηγεί γιατί πλήττονται (και) άνθρωποι που δεν δέχονται τον συγκεκριμένο θεό. ή γενικά δεν δέχονται θεότητα. Ή για κρίση. Στην πραγματικότητα, καμία κρίση δεν συμβαίνει στους κύριους υπαίτιους όλων αυτών.

Για τον συγγραφέα του βιβλίου «Δανιήλ», τα δεινά οφείλονται στο ότι στον κόσμο μας κυριαρχούν οι δυνάμεις του κακού. «Σύντομα» όμως ο Θεός θα δώσει ένα τέλος και θα εγκαταστήσει την επίγεια βασιλεία του, όπου οι αγνοί και λυτρωμένοι θα κυβερνούν. Τότε το κακό θα σταματήσει και η δικαιοσύνη θα επικρατήσει για πάντα. Εκ των πραγμάτων, αυτή η εσχατολογική θεώρηση απέτυχε. Για τον συγγραφέα του βιβλίου «Ιώβ», ο Θεός επιτρέπει στις δυνάμεις του κακού να δοκιμάσουν τον δίκαιο Ιώβ, για να αποδειχτεί η αγάπη και η πίστη του Ιώβ στον Θεό. Σαν να μην ξέρει ο Θεός, δηλαδή. Όταν περάσει ο πειρασμός, τότε έρχεται η «αποκατάσταση» σε αυτήν την ζωή. Ένας Θεός που αφήνει τον «Διάβολο» να παίξει με την δυστυχία ενός πιστού ανθρώπου. Πέρα από το παράλογο του πράγματος, ούτε αυτό μπορεί να εξηγήσει τα δεινά.

Θα ασχοληθούμε με το τρίτο κεφάλαιο του βιβλίου «Γένεση», όπου περιγράφεται η λεγόμενη πτώση των «πρωτόπλαστων». Σε αυτό το κεφάλαιο στηρίζεται η πατερική ορθόδοξη θεολογία. Μέσα από την πατερική ερμηνευτική προσέγγιση, προσπαθεί να δικαιολογηθεί θεολογικά το κακό που βλέπουμε γύρω μας. Μόνο που υπάρχει ένα πρόβλημα. Η ερμηνευτική της θεολογίας δεν συμφωνεί με τα ίδια τα κείμενα. Αυτό θα το δούμε αναλυτικά παρακάτω. Κύριες πηγές θα έχουμε το ίδιο το βιβλικό κείμενο με την μετάφραση των Εβδομήκοντα, την Δογματική του Ν. Ματσούκα που συνοψίζει την πατερική γραμμή, και δευτερευόντως θα παραθέσουμε την κριτική του Πορφυρίου και του Ιουλιανού. Όπου υπάρχουν σοβαρές διαφοροποιήσεις στην μετάφραση, θα δούμε και τις άλλες εκδοχές από τα «Εξαπλά» του Ωριγένη.

Γενικά περί του κειμένου
Το θέμα που πραγματεύεται το κεφάλαιο, είναι η λεγόμενη «πτώση» των «πρωτόπλαστων», στην οποία οφείλονται όλα τα δεινά της ανθρωπότητας και της οικουμένης, κατά τους συγγραφείς του κειμένου. Σύμφωνα με τον καθηγητή δογματικής και συμβολικής θεολογίας, Ν. Ματσούκα, η διήγηση προέρχεται «από την γιαχβική πηγή» (Γ΄ τόμος, σ. 200), και είναι «μυθική, εικονική, και παραβολική» (ο. π σ. 201). Τα επιμέρους στοιχεία, προκειμένου να κατασκευαστεί η «ιστορία» και να ερμηνευτεί το κακό, είναι παρμένα από τις μυθολογίες άλλων λαών. Ο καθηγητής Θεολογίας Μ. Κωνσταντίνου που ειδικεύεται στην Π. Διαθήκη, αναφέρει: «η ύπαρξη μυθολογικού υλικού στις βιβλικές αφηγήσεις θα πρέπει να θεωρείται αυτονόητη, καθώς οι ιεροί συγγραφείς, στην προσπάθειά τους να βοηθήσουν τους αναγνώστες τους να κατανοήσουν την αλήθεια των κειμένων τους, ήταν σχεδόν υποχρεωμένοι να χρησιμοποιήσουν τους ευρύτατα διαδεδομένους στην περιοχή μύθους, εφόσον αυτοί ήταν γνωστοί στους ανθρώπους της εποχής τους και προσφέρονταν για την επίτευξη του στόχου τους». Σύμφωνα πάλι με τον ίδιο καθηγητή, «Ο κήπος της Εδέμ είναι αναμφίβολα μια εικόνα που απαντάται και στους μύθους της Μεσοποταμίας για τον κήπο των θεών. Τα δέντρα που χαρίζουν ζωή και γνώση και βρίσκονται στο κέντρο του Παραδείσου, προέρχονται επίσης από ανάλογες μυθικές παραστάσεις της εποχής» (Βήματα Εισαγωγής στην Π. Διαθήκη).

Αυτό που παρατηρούμε, είναι ότι και οι δύο προσπαθούν να αποφύγουν το θέμα της ιστορικότητας, μεταφέροντας την διήγηση στο θεολογικό κομμάτι. Αυτοί οι ισχυρισμοί είναι σχετικά «νέο φρούτο». Αν δούμε τι έλεγαν οι θεολόγοι κατά τους πρώτους αιώνες, θα διαπιστώσουμε ότι για αυτούς όλα αυτά ήσαν «γεγονότα». Βέβαια, δεν γνώριζαν εκείνη την μακρινή εποχή ούτε την ηλικία του ανθρώπινου είδους, ούτε είχε ακόμα αναπτυχθεί η συγκριτική θρησκειολογία.

«Η πατερική θεολογία στηρίζεται εξολοκλήρου στο περιεχόμενο του τρίτου κεφαλαίου της Γένεσης» (Ν. Ματσούκας).

Γένεση, 3: 1-24
«Ο δε όφις ην φρονιμώτατος πάντων των θηρίων των επί της γης ων εποίησεν Κύριος ο θεός» (Γένεση, 3: 1).

Η διήγηση είναι ξεκάθαρη. Μιλάει για φίδι. Ούτε για τον Σατανά, ούτε για τις δυνάμεις του κακού. Συνυπολογίζεται με τα «θηρία» της γης «ων εποίησεν Κύριος ο Θεός». Ο Θεός λοιπόν έφτιαξε το φίδι όπως και όλα τα άλλα. Αντιθέτως, τον Σατανά δεν τον έφτιαξε ο Θεός. Ο Θεός, πάντα κατά την θεολογία, έφτιαξε τον Εωσφόρο. Αυτός είναι που αποστάτησε και έγινε Σατανάς, δηλαδή αντικείμενος. Αν ταυτίσουμε το φίδι με τον Σατανά, τότε ο Θεός έφτιαξε τον Εωσφόρο ως Σατανά. Γιατί όμως δεν αναφέρεται ο «Σατανάς», έστω ως υποκινητής του φιδιού; Διότι προφανώς, δεν είχε ακόμα κατασκευαστεί η έννοιά του κατά τον 9ο αιώνα π. κ. ε που ανάγεται η Γιαχβική πηγή.

Μία δεύτερη παρατήρηση είναι, ότι ενώ στην μετάφραση των Εβδομήκοντα αναφέρεται ότι ήταν «φρονιμότατος», στην μετάφραση του Σύμμαχου αναφέρεται ως «πανουργότερος», και «πανούργος» κατά τον Ακύλα και τον Θεοδοτίωνα. (Ωριγένης, Εξαπλά, Fridericus Field, Oxford University Press, σ. 15). Αυτή η αντίθεση ίσως να είναι μέρος της ερμηνευτικής. Επειδή είναι αντιφατικό κάτι που είναι φρονιμότατο να οδηγεί στον όλεθρο, κάποιοι μεταφραστές σκέφτηκαν να του αποδώσουν εξ αρχής την μοχθηρία. Περιττό να αναφέρουμε, ότι ένα φίδι δεν θα μπορούσε ποτέ να είναι είτε «φρόνιμο», είτε «πανούργο».

«και είπεν ο όφις τη γυναικί τι ότι είπεν ο θεός ου μη φάγητε από παντός ξύλου του εν τω παραδείσω και είπεν η γυνή τω όφει από καρπού ξύλου του παραδείσου φαγόμεθα απο δε καρπού του ξύλου ο εστίν εν μέσω του παραδείσου είπεν ο θεός ου φάγεσθε απ' αυτού ουδέ μη άψησθε αυτού ίνα μη αποθανήτε» (Γένεση, 3: 1-3).

Στην συνέχεια, η αφήγηση αναφέρει τον διάλογο μεταξύ Εύας-φιδιού. Πέρα από το αδύνατο του πράγματος, θα ήθελα να σταθώ σε αυτά που προβάλλονται από το βάθος. Την «ολέθρια» διαλεκτική και την δήθεν «κατωτερότητα» του γυναικείου φύλου.

Οι συγγραφείς, βάζουν το φίδι να πιάνει κουβέντα με την Εύα. Η Εύα, αφού αναφέρει ορισμένες ενστάσεις, τελικά πείθεται και οδηγείται η ίδια και ο Αδάμ στην καταστροφή.

Η διαλεκτική (που παρουσιάζεται ως εργαλείο του όφεως) είναι αντίθετη και ενάντια στο πρόσταγμα της θρησκευτικής εξουσίας, που δεν δέχεται εξέταση ή αντιρρήσεις. Αυτό κατακρίνεται έμμεσα εδώ. Ενώ στο δεύτερο κεφάλαιο έχουμε έναν Θεό που προστάζει τον Αδάμ για το «καλό» του, χωρίς όμως να του εξηγεί το «γιατί» και το «πως», εδώ έχουμε στιχομυθία, αντίρρηση, πειθώ.

Ο όφις πάει στην γυναίκα, δεν πάει στον άνδρα. Η γυναίκα είναι που δεν τήρησε πρώτη την εντολή του Θεού και που παρέσυρε τον Αδάμ. Αυτή η αντίληψη για την δήθεν κατωτερότητα του γυναικείου φύλου και του ότι είναι υπεύθυνη, θα περάσει και στον Χριστιανισμό. Θα γράψει ο πλαστογράφος της Α΄ προς Τιμόθεον επιστολής, μιας επιστολής στο όνομα του Παύλου αλλά χωρίς να είναι δική του κατά τους μελετητές, «Γυναικί δε διδάσκειν ουκ επιτρέπω, ουδέ αυθεντείν ανδρός, αλλ’ εν ησυχία. Αδάμ γαρ πρώτος επλάσθη, είτα Εύα· και Αδάμ ουκ ηπατήθη, η δε γυνή απατηθείσα εν παραβάσει γέγονε» (κεφ. 2: 12-14).

«και είπεν ο όφις τη γυναικί ου θανάτω αποθανείσθε ήδει γαρ ο θεός ότι εν η αν ημέρα φάγητε απ' αυτού διανοιχθήσονται υμών οι οφθαλμοί και έσεσθε ως θεοί γινώσκοντες καλόν και πονηρόν» (Γένεση, 3: 4-5).

Ας εξετάσουμε την συμπεριφορά του Θεού και την συμπεριφορά του φιδιού απέναντι στον άνθρωπο. Ο Θεός, χωρίς να εξηγήσει το «γιατί», έδωσε στον Αδάμ μια εντολή. Τον είχε διατάξει: «Ενετείλατο Κύριος ο Θεός τον Αδάμ λέγων από παντός ξύλου του εν τω παραδείσω βρώσει φάγη, από δε του ξύλου του γινώσκειν καλόν και πονηρόν ου φάγεσθε απ’ αυτού η δ’ αν ημέρα φάγητε απ’ αυτού θανάτω αποθανείσθε» (Γένεση, 2: 16-17). Στην μετάφραση του Σύμμαχου, αναφέρεται κάτι παραπλήσιο: «Ου μη φάγη απ’ αυτού· ην δ’ αν ημέρα φάγη από του ξύλου, θνητός έση» (Ωριγένης, Εξαπλά, Fridericus Field, Oxford University Press, σ. 14). Γιατί όμως θα γινόταν αυτό; Γιατί θα ξέφευγε η κατάσταση από έναν παντοδύναμο Θεό; Γράφει ο Ν. Ματσούκας, «Η πατερική θεολογία εντάσσει όλο αυτό το δράμα και τη σχέση στα όρια κτιστού- ακτίστου, όντος και μη όντος. Η κτίση νομοτελειακά μετέχει στον άκτιστο Θεό. Η μετοχή αυτή εξασφαλίζει το είναι και την περαιτέρω προκοπή. Η περαιτέρω αυτή προκοπή των λογικών πλασμάτων, κατά τα δεδομένα του κατ’ εικόνα και του καθ’ ομοίωσιν, πραγματώνεται στην υπάκοη σχέση του μη όντος, του κτίσματος, προς τον ζωοδότη Θεό. Επομένως μια στρεβλή και ανυπάκοη σχέση δεν εξαφανίζει μηδενιστικά τον άνθρωπο, αλλά διακόπτει την ανάπτυξη, σκοτεινιάζει το ζωτικό περιβάλλον της ζωοποιού σχέσης» (Δογματική και συμβολική θεολογία, τ. Γ΄, σ. 204). Ακόμα όμως και με αυτήν την ερμηνεία, πάλι δεν εξηγείται το γιατί ο παντοδύναμος θεός που έφτιαξε τον άνθρωπο, δεν κατάφερε να «θεραπεύσει» αυτήν την σχέση αμέσως. Ένας που αγαπάει, δεν παραιτείται έτσι εύκολα. Αν ένας άνθρωπος κάνει τα πάντα για να σώσει την σχέση του, πόσο περισσότερο ένας παντοκράτορας Θεός.

Από τι εμποδίστηκε ο Θεός; Γιατί τιμώρησε τον άνθρωπο, όπως θα δούμε παρακάτω; Ποιος νοήμων άνθρωπος δεν θα επιθυμούσε την πρότερη κατάσταση; Η Βίβλος, σε άλλο σημείο, είναι ξεκάθαρη στο ότι όταν ο άνθρωπος λυπηθεί κατά Θεό, τότε μέσα του γεννιέται η μετάνοια που οδηγεί σε σωτηρία αμεταμέλητη (Β΄ Κορινθίους, 7: 10).

Υποτίθεται ότι μιλούσαν με τον Θεό, άρα η ύπαρξή του ήταν δεδομένη σε εκείνους. Πάντως, τόσο στην περίπτωση του ανθρώπου όπως και στην περίπτωση του Εωσφόρου, δεν μας δίδονται σαφείς απαντήσεις στο γιατί δεν συνήλθαν οι «εκπεσόντες». Τόσο αναίσθητοι ήταν; Τόσο άφρονες; Ή απλά δεν συνέβησαν ποτέ όλα αυτά; Μήπως είναι ένα κατασκευασμένο σενάριο που αποσκοπεί σε πολύ συγκεκριμένους θρησκευτικούς στόχους;

Το φίδι πάντως αποκαλύπτει πράγματα που ήξερε ο Θεός, αλλά ποτέ δεν τα ανακοίνωσε στο πλάσμα του. Λέει, ότι η βρώση από το δέντρο της γνώσης του καλού και του κακού, όχι μόνο δεν θα είχε ως συνέπεια τον θάνατο, αλλά θα διανοίγονταν τα μάτια τους και θα γίνονταν ως θεοί, γνωρίζοντες το καλό και το πονηρό. Αυτά επαληθεύτηκαν. Όπως θα δούμε και παρακάτω, οι «πρωτόπλαστοι» έφτασαν στην ισοθεΐα. Ο θάνατος, τα δεινά, και η έξωσή τους από την Εδέμ, επεβλήθησαν ως ποινές, και δεν είχαν καμία σχέση με την βρώση του συγκεκριμένου καρπού. Ήταν η αντίδραση ενός μοχθηρού όντος που οι δούλοι του δεν τον υπάκουσαν. Αλλά γιατί λέει «διανοιχθήσονται υμών οι οφθαλμοί»; Διότι προφανώς, ήσαν κλειστοί. Ο Θεός τους είχε κλειστά τα πνευματικά μάτια, κρατώντας τους μακριά από την γνώση. Ο Σύμμαχος μεταφράζει το «διανοιχθήσονται» των Εβδομήκοντα, ως «συνετισθήσονται» (Ωριγένης, Εξαπλά, Fridericus Field, Oxford University Press, σ. 16).

Ο Θεός είχε βάλει το συγκεκριμένο δέντρο μέσα στην Εδέμ και είχε δώσει εντολή απαγόρευσης. Γιατί όμως το τοποθετεί, ενώ ήξερε ότι θα είχε οδυνηρές συνέπειες για τον άνθρωπο και για όλη την κτίση, που έτσι και αλλιώς δεν συμμετείχε στην «παράβαση»; Και γιατί απαγορεύει την γνώση και την σύνεση; Εύλογα ρωτά ο Πορφύριος, «Γιατί ο Θεός απαγόρευσε την γνώση του καλού και του κακού; Σύμφωνοι, απαγόρευσε το κακό, αλλά γιατί και το καλό(Απόσπασμα 42).

Διότι, το ιερατείο απαγορεύει την γνώση. Αυτή κατακρίνεται στα χωρία αυτά. Αυτό είναι το μήνυμα. Η εντολή του Θεού, είναι η εντολή του ιερατείου. Και αυτό, δεν θέλει σκεπτόμενους ανθρώπους. Θέλει υπάκουους δούλους. Γράφει ο Ιουλιανός στο «Κατά Γαλιλαίων», «Δεν είναι υπερβολικά παράλογο να απαγορεύει ο θεός να ξεχωρίζουν οι άνθρωποι που ο ίδιος έπλασε το καλό από το κακό; Διότι τί θα μπορούσε να είναι πιο ηλίθιο από κάποιον που δεν μπορεί να ξεχωρίζει το καλό από το κακό; Διότι είναι φανερό ότι τα δεύτερα, εννοώ τα κακά, δεν θα τα αποφύγει, ενώ τα πρώτα, εννοώ τα καλά, δεν θα τα επιδιώξει» (89a).

«και είδεν η γυνή ότι καλόν το ξύλον εις βρώσιν και ότι αρεστόν τοις οφθαλμοίς ιδείν και ωραίον εστίν του κατανοήσαι και λαβούσα του καρπού αυτού έφαγεν και έδωκεν και τω ανδρί αυτής μετ' αυτής και έφαγον και διηνοίχθησαν οι οφθαλμοί των δυο και έγνωσαν ότι γυμνοί ήσαν και έρραψαν φύλλα συκής και εποίησαν εαυτοίς περιζώματα και ήκουσαν την φωνήν κυρίου του θεού περιπατούντος εν τω παραδείσω το δειλινόν και εκρύβησαν ο τε Αδάμ και η γυνή αυτού από προσώπου κυρίου του θεού εν μέσω του ξύλου του παραδείσου» (Γένεση, 3: 6-8).

Η Εύα πείθεται και δοκιμάζει από το δέντρο της γνώσης, το οποίο ήταν καλό στην γεύση, ευάρεστο στα μάτια και ωραίο. Γιατί να είναι έτσι; Γιατί να μην είναι ξερό; Γιατί να μην έχει καρπούς; Γιατί να υπάρχει; Είναι φανερό, ότι εδώ κατακρίνεται και η ομορφιά, το ωραίο.

Η θεολογία ισχυρίζεται: «Στον Παράδεισο ο άνθρωπος έπρεπε να γυμνάσει τη βούλησή του στον αγώνα και τη διελκυστίνδα υπακοής- παρακοής, για να φτάσει με τη συνδημιουργική ανάπτυξη στην ισοθεΐα, στο καθ’ ομοίωσιν Θεού, που είναι δώρα του πλάστη. Το δέντρο της γνώσης του καλού και του κακού, κατά τον Ιωάννη Δαμασκηνό είναι για τη δοκιμασία και τη γυμνασία της ανθρώπινης βούλησης» (Δογματική και συμβολική θεολογία, τ. Γ΄, σ. 205).

Όμως, για να έχει νόημα μία τέτοια «γυμνασία», θα έπρεπε ο άνθρωπος να είναι ενήμερος. Να ξέρει γιατί επιλέγει. Τέτοια πράγματα δεν υπάρχουν βέβαια στην υπό εξέταση αφήγηση. Ο άνθρωπος είχε δύο επιλογές. Είτε να υπακούσει και να μην φάει, είτε να παρακούσει και να φάει. Η όποια ελευθέρα βούλησή του, περιορίζεται ανάμεσα σε αυτά τα δύο ενδεχόμενα. Αυτό το εύρος όμως των δύο αυτών επιλογών, δεν καθορίστηκε από τον ίδιο τον άνθρωπο. Άλλος το καθόρισε. Κατά λογική συνέπεια, η ελευθερία του είναι περιορισμένη. Δεν επιλέγει αυτό που πραγματικά θέλει, αλλά άγεται και φέρεται από την ανάγκη υπακοής, ή μη υπακοής. Σαν να βρίσκεται ξαφνικά σε ένα σταυροδρόμι και καλείται να επιλέξει ανάμεσα σε δρόμους. Εκεί όμως δεν βρέθηκε επειδή το ήθελε. Και αν θέλει να διαλέξει άλλον δρόμο, αυτός δεν υπάρχει.

Επειδή ο άνθρωπος, κατά τον Αριστοτέλη, από την φύση του αρέσκεται στο να γνωρίζει –κάτι που ξέρουν οι κατασκευαστές των θρησκευτικών κειμένων, για αυτό τον λόγο παρουσιάζουν τον καρπό της γνώσης όμορφο μεν, αλλά που κρύβει την καταστροφή. Το άνοιγμα των οφθαλμών παρουσιάζεται ως «γύμνωση». Τότε ακριβώς ακούν τα «βήματα» του Θεού. Δεν είναι όμως παράξενο που ο Θεός ρωτά πού είναι ο Αδάμ και η Εύα; Ακόμα και αν ρωτά ρητορικά, αυτό που καταλαβαίνουμε είναι ότι έρχεται μάλλον για να απαγγείλει ποινές, παρά για να γιατρεύσει. Επίσης, γιατί επεμβαίνει τώρα και όχι νωρίτερα; Γιατί δεν εμπόδισε το φίδι; Έλειπε; Δεν είναι πανταχού παρών; Ένα φίδι, που ο ίδιος έφτιαξε, έπεισε τον άνθρωπο να γευτεί από το «δέντρο της γνώσης», που πάλι ο Θεός εποίησε. Ο Θεός είναι απών από όλα αυτά, και εμφανίζεται στο τέλος για να απαγγείλει τις τιμωρίες.

«και εκάλεσεν κύριος ο θεός τον Αδάμ και είπεν αυτώ Αδάμ που ει και είπεν αυτώ την φωνήν σου ήκουσα περιπατούντος εν τω παραδείσω και εφοβήθην ότι γυμνός ειμί και εκρύβην και είπεν αυτώ τις ανήγγειλεν σοι ότι γυμνός ει μη από του ξύλου ου ενετειλάμην σοι τούτου μόνου μη φαγείν απ' αυτού έφαγες και είπεν ο Αδάμ η γυνή ην έδωκας μετ' εμού αύτη μοί έδωκεν από του ξύλου και έφαγον και είπεν κύριος ο θεός τη γυναικί τι τούτο εποίησας και είπεν η γυνή ο όφις ηπάτησεν με και έφαγον» (Γένεση, 3: 9-13).

Το ιερατείο, δικαιολογώντας τον Θεό ως άμοιρο ευθύνης, παρουσιάζει τους μη υπεύθυνους ως υπεύθυνους. Ζητά λόγο από ανθρώπους, που χαρακτηρίζονται από την πατερική θεολογία ως «νήπια». Η νηπιότητά τους δηλώνει την έλλειψη εμπειρίας. Γράφει ο Ν. Ματσούκας σχετικά: «Αντί ο ατελής άνθρωπος, ο νήπιος, να πάρει το δρόμο της προκοπής και της τελείωσης, για να γίνει θεός κατά χάρη, επαναστατεί και βάζει κατά φαντασία στο θρόνο του θεού τον εαυτό του, σταματώντας να τον δοξάζει και να τον ευχαριστεί» (Δογματική και συμβολική θεολογία, τ. Γ΄, σ. 206).

Ο Θεός ζητά λόγο από τα «νήπια» και τα τιμωρεί, όπως και την υπόλοιπη κτίση που δεν φταίει σε κάτι. Ο Αδάμ κατακρίνει την Εύα και η Εύα το φίδι. Παράλογο σενάριο, που σε παλαιότερες εποχές εξυπηρετούσε πολύ.

«και είπεν κύριος ο θεός τω όφει ότι εποίησας τούτο επικατάρατος συ από πάντων των κτηνών και από πάντων των θηρίων της γης επί τω στήθει σου και τη κοιλία πορεύση και γην φάγη πάσας τας ημέρας της ζωής σου» (Γένεση, 3: 14).

Από εδώ και κάτω, αρχίζουν οι τιμωρίες. Εδώ, ο Θεός καταριέται το φίδι. Αν το φίδι, κατά όπως λένε οι θεολόγοι, αντιπροσωπεύει τις δυνάμεις του κακού, η κατάρα πάει στο φίδι και όχι σε αυτές. Όπως θα δούμε όμως παρακάτω, το φίδι είναι που είπε την αλήθεια που απέκρυψε ο θεός.

«και έχθραν θήσω ανά μέσον σου και ανά μέσον της γυναικός και ανά μέσον του σπέρματος σου και ανά μέσον του σπέρματος αυτής αυτός σου τηρήσει κεφαλήν και συ τηρήσεις αυτού πτέρναν»(Γένεση, 3: 15).

Εδώ, οι χριστιανοί βλέπουν το «πρωτευαγγέλιο». Βλέπουν «προφητεία» για την αποστολή του Υιού του Θεού προκειμένου να συντρίψει τον Διάβολο και να λυτρώσει το ανθρώπινο γένος. Είναι όμως πασιφανές, ότι στα παραπάνω ασαφή λόγια, ο καθένας θα μπορούσε να ισχυριστεί το οτιδήποτε. Ας επιχειρήσουμε μια μικρή ανάλυση, και ας δούμε κατά πόσο μπορεί να υπονοείται εδώ ο Χριστός. Ο Θεός θα στήσει έχθρα μεταξύ του φιδιού και της γυναίκας. Ποιάς γυναίκας; Της γυναίκας που έχει μπροστά του, της Εύας. Και ανάμεσα στο σπέρμα του φιδιού και στο σπέρμα της συγκεκριμένης γυναίκας. «Σπέρμα», μπορεί να νοηθεί και ο «απόγονος», στην Βίβλο. Είτε δεχτούμε το φίδι ως φίδι, είτε ως τον Διάβολο, είναι αδύνατον να μιλάμε για απογόνους. Στην πρώτη περίπτωση είναι γελοίο (και δεν είναι το μόνο) και στην δεύτερη, ο Διάβολος δεν έχει απογόνους, καθώς υποτίθεται ότι είναι πνεύμα. Κάποιος απόγονος της Εύας θα τσιμπήσει το κεφάλι του φιδιού και το φίδι (το συγκεκριμένο!) θα του τσιμπήσει την φτέρνα. Νομίζω ότι η υποτιθέμενη «προφητεία» είναι...«ξεκάθαρη».

«και τη γυναικί είπεν πληθύνων πληθύνω τας λύπας σου και τον στεναγμόν σου εν λύπαις τέξη τέκνα και προς τον άνδρα σου η αποστροφή σου και αυτός σου κυριεύσει τω δε Αδάμ είπεν ότι ήκουσας της φωνής της γυναικός σου και έφαγες από του ξύλου ου ενετειλάμην σοι τούτου μόνου μη φαγείν απ' αυτού επικατάρατος η γη εν τοις έργοις σου εν λύπαις φάγη αυτήν πάσας τας ημέρας της ζωής σου ακάνθας και τριβόλους ανατέλει σοι και φάγη τον χόρτον του αγρού εν ιδρώτι του προσώπου σου φάγη τον άρτον σου έως του αποστρέψαι σε εις την γην εξ ης ελήμφθης οτι γη ει και εις γην απελεύση» (Γένεση, 3: 16-19).

Στο σημείο αυτό, οι άγνωστοι συγγραφείς και διασκευαστές, προσπαθούν να απαντήσουν στο πρόβλημα του κακού, από την άποψη των συνεπειών. Ο Θεός πληθαίνει τους πόνους της κυοφορίας και θέτει την γυναίκα κάτω από την κυριαρχία του άνδρα. Μάλιστα, ο Σύμμαχος μεταφράζει ως «ορμή», την λέξη «αποστροφή» των Εβδομήκοντα. (Ωριγένης, Εξαπλά, Fridericus Field, Oxford University Press, σ. 16).

Καταριέται και τον Αδάμ. Καταριέται την γη και καταδικάζει τον άνθρωπο να πεθαίνει και να επιστρέφει στο χώμα. Ο Θεοδοτίων μεταφράζει, «επικατάρατος η [γη] αδαμά εν τη παραβάσει σου» (Ωριγένης, Εξαπλά, Fridericus Field, Oxford University Press, σ. 16).

Αν ο θεός επενέβαινε σωτήρια, δεν θα υπήρχε όλη αυτή η κατάληξη. Αντί να φροντίσει να προστατεύσει τους «πρωτόπλαστους» και να μην γίνει το θέλημα των αντίθεων δυνάμεων, φροντίζει να τους δώσει...δερμάτινους χιτώνες.

«και εκάλεσεν Αδάμ το όνομα της γυναικός αυτού ζωή ότι αύτη μήτηρ πάντων των ζώντων και εποίησεν κύριος ο θεός τω Αδάμ και τη γυναικί αυτού χιτώνας δερματίνους και ενέδυσεν αυτούς» (Γένεση, 3: 20-21).

Για την θεολογία όμως, «Όλα αυτά τα δεινά πείθουν ότι ο αφηγητής και συντάκτης του κειμένου εν ουδενί κατ’ ουδένα τρόπον ουδαμώς εννοεί τη σχέση του ανθρώπου προς το συγκεκριμένο θείο θέλημα με περιεχόμενο ηθικό, νομικό και δικαιικό» (Δογματική και συμβολική θεολογία, τ. Γ΄, σ. 201).

Είναι οι γνωστές θεολογικές «σάλτσες». Τώρα, από πού γνωρίζουν οι ανώνυμοι συντάκτες, αν υποθέσουμε ότι όλα αυτά είναι γεγονότα, όλα όσα συνέβησαν και το τι ειπώθηκε; Αφού δεν υπήρχαν άλλοι άνθρωποι. Πως ήξεραν τι έγινε περίπου 5.000 χρόνια πριν από αυτούς; Και γιατί υπάρχουν διαφορές στις μεταφράσεις;

Και τώρα ερχόμαστε στο πιο αποκαλυπτικό χωρίο του κεφαλαίου...
«και είπεν ο θεός ιδού Αδάμ γέγονεν ως εις εξ ημών του γινώσκειν καλόν και πονηρόν και νυν μήποτε εκτείνη την χείρα και λάβη του ξύλου της ζωής και φάγη και ζήσεται εις τον αιώνα» (Γένεση, 3: 22).

Βλέπουμε, ότι το φίδι είχε δίκιο. Η βρώση του καρπού οδήγησε τους «πρωτόπλαστους» στην ισοθεΐα. Κάτι που δεν τους είχε πει ο Θεός. Ο Αδάμ έγινε σαν ένας από εμάς, γνωρίζοντας το καλό και το πονηρό, λέει ο Θεός, μιλώντας στο πρώτο πληθυντικό. Αν δεχτούμε ότι όντως ο Αδάμ έπεσε, εφόσον έφτασε στην ισοθεΐα, άρα και ο Θεός είναι σε πτώση. Αν δεχτούμε ότι ο Θεός δεν είναι σε πτώση, συνεπώς ούτε ο Αδάμ είναι. Αν η γνώση του καλού και του κακού είναι «πτώση», εδώ ο Θεός παρουσιάζεται να έχει αυτή τη γνώση.

Το μόνο που θα μπορούσαμε να δεχτούμε δια της λογικής, είναι ότι θεωρείται «πτώση», διότι απλά δεν υπάκουσε στον θεό. Σε αυτό συνηγορεί και η μετάφραση του Σύμμαχου, ο οποίος την φράση, «ιδού Αδάμ γέγονεν ως εις εξ ημών του γινώσκειν καλόν και πονηρόν», την μεταφράζει ως «Ιδέ, ο Αδάμ γέγονε ομού αφ’ εαυτού γινώσκειν καλόν και πονηρόν» (Ωριγένης, Εξαπλά, Fridericus Field, Oxford University Press, σ. 17).

Επίσης, σε κανένα σημείο δεν είδαμε την πρόθεση του θεού να του δώσει αργότερα τον καρπό. Αν θεωρήσουμε ότι ως «θεός», υπονοείται το ιερατείο και ο καρπός η «απαγορευμένη γνώση» που δεν πρέπει να διαρρεύσει στους κοινούς θνητούς, τότε ίσως να βρισκόμαστε μπροστά σε μία κωδικοποιημένη «αλήθεια» που κρύβεται πίσω από μύθους και σύμβολα.

Και καταλήγει η αφήγηση: «και εξαπέστειλεν αυτόν κύριος ο θεός εκ του παραδείσου της τρυφής εργάζεσθαι την γην εξ ης ελήμφθη και εξέβαλεν τον Αδάμ και κατώκισεν αυτόν απέναντι του παραδείσου της τρυφής και έταξεν τα χερουβίμ και την φλογίνην ρομφαίαν την στρεφομένην φυλάσσειν την οδόν του ξύλου της ζωής» (Γένεση, 3: 23-24).

Κλείνουμε με τον σχολιασμό του Ιουλιανού:
Το σπουδαιότερο είναι ότι ο θεός απαγόρευσε στον άνθρωπο να γευθεί τη φρόνηση, από την οποία πιο πολύτιμο δεν θα μπορούσε να υπάρχει για τον άνθρωπο. Διότι είναι βέβαια φανερό ακόμη και στους ανόητους ότι η διάκριση του καλού από το χειρότερο είναι έργο της φρόνησης · επομένως το φίδι είναι περισσότερο ευεργέτης και όχι καταστροφέας του ανθρωπίνου γένους. Για τους λόγους αυτούς ο θεός πρέπει να χαρακτηρίζεται φθονερός. Διότι, όταν είδε ότι ο άνθρωπος μετέχει στη φρόνηση, για να μην απολαύσει, λέει, το ξύλο της ζωής, τον έδιωξε από τον παράδεισο. Αν λοιπόν ο καθένας από τους μύθους αυτούς δεν έχει κάποια κρυφή ερμηνεία, όπως εγώ πιστεύω, οι λόγοι για τον θεό είναι γεμάτοι από πολλές βλασφημίες. Διότι η άγνοια, ότι αυτή που δημιουργήθηκε ως βοηθός του θα γίνει η αιτία της πτώσης του και η απαγόρευση της γνώσης του καλού και του κακού, κάτι που φαίνεται ότι δίνει συνοχή στον ανθρώπινο νου, κι ακόμη ο φθόνος μήπως ο άνθρωπος παίρνοντας από το δέντρο της ζωής από θνητός γίνει αθάνατος είναι χαρακτηριστικό φθονερού και ζηλότυπου πολύ όντος.
(89b- 94a)
------------------
Υποσημείωση
Την ερμηνευτική παραποίηση της διηγήσεως του τρίτου κεφαλαίου της «Γενέσεως» από τους χριστιανούς, παραδέχεται έμμεσα και ο Ιωάννης Ρωμανίδης, στο βιβλίο του «Το Προπατορικό αμάρτημα», εκδόσεις Π. Πουρναρά, έκδοση τρίτη, όπου γράφει:
Η ιδέα περί ηθικής τελειώσεως δεν εμφανίζεται σαφώς εις την διήγησιν της Γενέσεως περί δημιουργίας και πτώσεως. Υποστηρίζεται ότι η πτώσις εν τη Γενέσει, φέρει μάλλον μορφή δικανική. Ο Θεός μαζί με άλλας εντολάς δίδει εις τους πρωτόπλαστους και μίαν απαγορευτικήν εντολήν, της οποίας η παράβασις θα επέφερεν τας ταλαιπωρίας και τον θάνατον. Η άποψις αύτη περί προπατορικού αμαρτήματος, μακράν βεβαίως της γνωστής μεταγενεστέρας φιλοσοφικής επεξεργασίας του Αυγουστίνου, διετηρήθη άνευ σημαντικής τινός αλλαγής υπό του μεταγενεστέρου Ιουδαϊσμού» (σελ. 118-119). Επίσης, λίγο παρακάτω, συμπληρώνει: «Οι Πατέρες και συγγραφείς της υπό εξέτασιν περιόδου πραγματεύονται το θέμα της πτώσεως υπό τας συνήθεις της βιβλικής παραδόσεως μορφάς, επί πλέον όμως προσθέτουν ορισμένα δια τον χριστιανισμόν ουσιαστικά στοιχεία, ειλημμένα εκ της περί ανθρωπίνου προορισμού διδασκαλίας του Χριστού».

(σελ. 120-121)

ΔΕΣ: Τελική Παραλλαγή  

Ο Λάο Τζου καταδίκασε σε φυλακή τόσο τον πλούσιο όσο και τον κλέφτη

Ο Λάο Τζου έζησε σύμφωνα με το δικό του φως, πάλεψε, δεν δραπέτευσε. Έγινε τόσο σοφός ώστε ο αυτοκράτορας τον κάλεσε να γίνει ο πρωθυπουργός του. Εκείνος αρνήθηκε. Είπε, «Δεν Θα πετύχει επειδή είναι μάλλον απίθανο να καταλήξουμε στα ίδια συμπεράσματα για τα πράγματα. Εσύ ζεις σύμφωνα με τα ιδανικά των προγόνων σου· εγώ ζω σύμφωνα με την ίδια μου τη συνείδηση». Όμως ο αυτοκράτορας επέμενε· δεν θεωρούσε ότι θα υπήρχε κάποιο πρόβλημα.

Την πρώτη ‘μέρα στο δικαστήριό του, τού έφεραν έναν κλέφτη • τον είχαν πιάσει στα πράσα, να κλέβει από τον πιο πλούσιο άνδρα στην πρωτεύουσα – και ομολόγησε ότι έκλεψε. Ο Λάο Τζου καταδίκασε σε έξι μήνες φυλακή τόσο τον πλούσιο όσο και τον κλέφτη. Ο πλούσιος είπε, « Τι; Με έκλεψαν, είμαι θύμα και τιμωρούμαι; Είσαι τρελός; Δεν υπάρχει προηγούμενο σε όλη την ιστορία να τιμωρείται ο άνθρωπος που έπεσε θύμα κλοπής».

Ο Λάο Τζου είπε, «Στην πραγματικότητα θα έπρεπε να σου δοθεί μεγαλύτερη ποινή φυλάκισης από τον κλέφτη -είμαι πάρα πολύ συμπονετικός- επειδή μάζεψες όλα τα χρήματα της πόλης. Νομίζεις ότι τα χρήματα πέφτουν από τον ουρανό; Ποιος έχει κάνει αυτούς τους ανθρώπους τόσο φτωχούς ώστε να πρέπει να γίνουν κλέφτες; Εσύ είσαι-υπεύθυνος.

«Και αυτή θα είναι η κρίση μου σε κάθε περίπτωση κλοπήςˑ και τα δύο άτομα θα πάνε φυλακή. Το έγκλημά σου είναι πολύ πιο βαθύ, το δικό του έγκλημα δεν είναι τίποτε. Είναι φτωχός κι εσύ είσαι υπεύθυνος γι’ αυτό. Κι αν έκλεψε λίγα χρήματα από τους θησαυρούς σου, δεν ήταν και μεγάλο έγκλημα. Αυτά τα χρήματα ανήκουν σε πολλούς από τους φτωχούς ανθρώπους από τους οποίους τα πήρες. Γινόσουν όλο και πιο πλούσιος και πολλοί άλλοι άνθρωποι γίνονταν όλο και πιο φτωχοί».

Ο πλούσιος σκέφτηκε, «Αυτός ο άνθρωπος πρέπει να είναι τρελός, απολύτως τρελός». Είπε, «Θέλω μια ευκαιρία να δω τον αυτοκράτορα». Ήταν τόσο πλούσιος ώστε ακόμη και ο αυτοκράτορας δανειζόταν χρήματα από εκείνον. Είπε στον αυτοκράτορα τί είχε συμβεί. Του είπε, «Αν δεν απομακρύνεις αυτόν τον άνδρα από την αυλή θα βρεθείς κι εσύ στη φυλακή σαν εμένα — επειδή θα σου ζητήσει κάποια στιγμή να λογοδοτήσεις για το πού βρήκες όλους σου τους θησαυρούς; Αν εγώ είμαι εγκληματίας, τότε εσύ είσαι πολύ μεγαλύτερος εγκληματίας». Ο αυτοκράτορας είδε τη λογική της κατάστασης. Είπε στον Λάο Τζου, «Ίσως να είχες δίκιο όταν είπες ότι θα είναι δύσκολο να φτάσουμε στα ίδια συμπεράσματα. Απαλλάσσεσαι από τα καθήκοντά σου».

Ζήσε με τους δικούς σου όρους

Είσαι πλούσιος, απέραντα πλούσιος

Μια φράση του Βούδα λέει: “Το δώρο της αλήθειας υπερέχει όλων των άλλων δώρων.” Και η δική μου αλήθεια είναι η αγάπη. Η λέξη “αλήθεια” μού φαίνεται κάπως στεγνή, σαν έρημος.

Δεν είμαι πολύ συντονισμένος με τη λέξη “αλήθεια”. Φαίνεται υπερβολικά λογική, υπερβολικά εγκεφαλική.

Η αγάπη σε κάνει μία ενότητα- όχι ένωση, να θυμάσαι, αλλά ενότητα- επειδή στην ένωση, εκείνοι που ενώνονται, παραμένουν χώρια. Στην ενότητα διαλύονται, γίνονται ένα, λιώνουν ο ένας μέσα στον άλλον. Όταν η αγάπη σού έχει δώσει ενότητα, αυτή είναι η στιγμή που ονομάζω στιγμή αλήθειας. Η αγάπη σού δίνει ενότητα μέσα στον βαθύτερο πυρήνα σου. Δεν είσαι πια σώμα, δεν είσαι πια νους, δεν είσαι πια ψυχή. Είσαι απλώς ένα- ανώνυμος, ακαθόριστος, αταξινόμητος. Δεν είσαι πια καθορισμένος, δεν είσαι προσδιορισμένος. Ένα μυστήριο, μια χαρά, μια έκπληξη, μια αγαλλίαση, ένα μεγάλο γλέντι…

Ύστερα σκέφτηκα να σας δώσω κάτι όμορφο αυτή τη μέρα. Και θυμήθηκα το Τραγούδι του Διαλογισμού, του Χακούιν. Είναι ένα πολύ μικρό τραγούδι, όμως είναι ένα σπουδαίο δώρο.

Ο Χακούιν είναι ένας από τους μεγαλύτερους δασκάλους του Ζεν. Το τραγούδι του περιέχει τα πάντα- ένα μικρό τραγούδι μερικών στίχων. Είναι σαν σπόρος- πολύ μικρό, αν όμως του επιτρέψεις να περάσει μέσα από την καρδιά σου, μπορεί να γίνει ένα πολύ μεγάλο δέντρο.

Χωρίς να γνωρίζουν πως βρίσκεται κοντά,
το ψάχνουν μακριά.
Τι κρίμα!
Είναι σαν εκείνον που βρίσκεται μέσα στο νερό
και κραυγάζει για τη δίψα του.
Είναι σαν το παιδί από πλούσιο σπίτι,
που έχει χάσει το δρόμο του ανάμεσα στους φτωχούς.

Κι έχει ξεχάσει πως είναι πλούσιο. Μπορεί να έχει γίνει ζητιάνος.


Είσαι πλούσιος, απέραντα πλούσιος. Όλοι σας είσαστε αυτοκράτορες, όλοι σας είσαστε θεοί και θεές- απλώς αναγνώρισέ το. Μην προσκολλάσαι υπερβολικά στη ζητιανιά. Η επιθυμία δημιουργεί το ζητιάνο. Ακόμα κι ένας άνθρωπος σαν τον Αλέξανδρο είναι ζητιάνος, επειδή η επιθυμία βρίσκεται εκεί. Δες τους πλουσιότερους ανθρώπους αυτής της γης και θα δεις σκέτους ζητιάνους και τίποτε άλλο. Και μερικές φορές συμβαίνει να συναντάς ένα ζητιάνο και βλέπεις έναν αυτοκράτορα να κάθεται κάτω από ένα δέντρο- χωρίς να έχει τίποτα, χωρίς να κατέχει τίποτα.

Αποκτάς τον εαυτό σου, έχεις αποκτήσει τα πάντα. Είσαι κύριος του εαυτού σου κι έχει γίνει κύριος των πάντων. Αποκτώντας πράγματα, θα παραμείνεις ζητιάνος. Οι άνθρωποι αλλάζουν συνεχώς, αλλά δεν μεταμορφώνονται. Αποκτάς ένα πράγμα, ύστερα αρχίζεις να επιθυμείς ένα άλλο πράγμα, το αποκτάς, ύστερα ένα τρίτο.

Η αιτία της περιστροφής μας μέσα στους έξι κόσμους είναι ότι βρισκόμαστε πάνω στα σκοτεινά μονοπάτια της άγνοιας.
Το ένα σκοτεινό μονοπάτι διαδέχεται το άλλο.
Πότε θα ξεφύγουμε από τον κύκλο της ζωής και του θανάτου;

Τι είναι τα σκοτεινά μονοπάτια της άγνοιας; Το να κοιτάζεις προς τα έξω. Όσο πιο μακριά κοιτάζεις, τόσο περισσότερο είναι το σκοτάδι, επειδή το σκοτάδι βρίσκεται μέσα σου. Όσο πιο κοντά κοιτάζεις, τόσο περισσότερο είναι το φως. Γι’ αυτό ονομάζουμε ένα βούδα “φωτισμένο”. Έχει έρθει να γνωρίσει και τα φεγγάρια θα εξαντληθούν και τα αστέρια θα εξαντληθούν, όμως το φως που καίει μέσα σου ως συνειδητότητα είναι ανεξάντλητο, είναι αιώνιο.

Οι βούδες σού δίνουν συνεχώς οτιδήποτε έχουν πετύχει, συνεχώς μοιράζονται- για την ίδια την ομορφιά του μοιράσματος. Γι’ αυτό ο Χακούιν έχει τραγουδήσει αυτό το τραγούδι. Γι’ αυτό βρίσκομαι εδώ και μοιράζομαι το είναι μου μαζί σας, τη χαρά μου, το γλέντι μου. Είναι κάτι που πρέπει να μοιραστεί για να κρατηθεί ζωντανό. Όσο περισσότερο το δίνεις, τόσο περισσότερο το έχεις.

Ποτέ να μην είσαι τσιγκούνης με την αγάπη σου και με την κατανόησή σου. Μοιράσου τα και θα έχεις ολοένα και περισσότερα. Μην τα συσσωρεύεις, αλλιώς θα τα χάσεις. Μια μέρα θα βρεις πως έχουν εξαφανιστεί κι ότι το μόνο που έχει απομείνει, είναι μια δυσωδία. Αντί για άρωμα, θα υπάρχει δυσωδία. Μοιράσου την αγάπη σου με τους πάντες και με τον καθένα. Μη βάζεις όρους στην αγάπη σου. Και ο καλύτερος τρόπος να μοιραστείς, είναι να μοιραστείς την κατανόησή σου.

Ο Χακούιν αυτό κάνει σε αυτό το τραγούδι. Μοιράζεται τη βουδική του φύση. Αυτό που έχει γνωρίσει, το τραγουδάει, το εγκωμιάζει, το αποσαφηνίζει στους ανθρώπους που δεν το έχουν πετύχει ακόμα, αλλά μπορούν να το πετύχουν. Μπορεί κάποιος να ακούσει το τραγούδι, να γοητευτεί απ’ αυτό, να διαπεράσει την ίδια του την καρδιά. Είναι ένας βρυχηθμός λιονταριού. Κάποιος μπορεί να βγει από τον ύπνο του, να ξυπνήσει.

Δεν θα μας λείψει η εύνοια των θεών

"Όσον αφορά την εύνοια των θεών, ούτε εμείς νομίζουμε ότι θα μας λείψει. Γιατί τίποτε απ’ ό, τι απαιτούμε ή πράττουμε δεν αντιβαίνει σε αυτά που οφείλουν οι άνθρωποι να πιστεύουν σε σχέση με τους θεούς και να θέλουν σε σχέση με τους άλλους.

Πιστεύουμε δηλαδή ό,τι και οι θεοί και, προφανώς, οι άνθρωποι από φυσική αναγκαιότητα επιβάλλουν πάντοτε την κυριαρχία τους στον ασθενέστερο.

Αυτόν το φυσικό νόμο ούτε τον θεσπίσαμε εμείς ούτε πρώτοι τον εφαρμόσαμε, άλλα τον βρήκαμε να υπάρχει και θα τον αφήσουμε να ισχύει παντοτινά, και ξέρουμε πώς και εσείς και κάθε άλλος που θα είχε την ίδια με εμάς δύναμη θα έκανε το ίδιο".

Τῆς μὲν το­ί­νυν πρὸς τὸ θεῖ­ον εὐ­με­νε­ί­ας οὐ­δ' ἡ­μεῖς οἰ­ό­με­θα λε­λε­ί­ψε­σθαι· οὐ­δὲν γὰρ ἔ­ξω τῆς ἀν­θρω­πε­ί­ας τῶν μὲν ἐς τὸ θεῖ­ον νο­μί­σε­ως, τῶν δ' ἐς σφᾶς αὐ­τοὺς βου­λή­σε­ως δι­και­οῦ­μεν ἢ πράσ­σο­μεν. ἡ­γο­ύ­με­θα γὰρ τό τε θεῖ­ον δό­ξῃ τὸ ἀν­θρώ­πει­όν τε σα­φῶς διὰ παν­τὸς ὑ­πὸ φύ­σε­ως ἀ­ναγ­κα­ί­ας, οὗ ἂν κρα­τῇ, ἄρ­χειν· καὶ ἡ­μεῖς οὔ­τε θέν­τες τὸν νό­μον οὔ­τε κει­μέ­νῳ πρῶ­τοι χρη­σά­με­νοι, ὄν­τα δὲ πα­ρα­λα­βόν­τες καὶ ἐ­σό­με­νον ἐς αἰ­εὶ κα­τα­λε­ί­ψον­τες χρώ­με­θα αὐ­τῷ, εἰ­δό­τες καὶ ὑ­μᾶς ἂν καὶ ἄλ­λους ἐν τῇ αὐ­τῇ δυ­νά­μει ἡ­μῖν γε­νο­μέ­νους δρῶν­τας ἂν ταὐ­τό.

Θουκυδίδης 5.105

Ζωγραφίζοντας μια σαφή εικόνα για το πώς σχηματίζονται τα οξείδια του αζώτου

Τα οξείδια του αζώτου (NOx) είναι σημαντικότατοι ατμοσφαιρικοί ρύποι καθόσον συμβάλλουν στο σχηματισμό του νέφους, της όξινης βροχής και της ποσότητας του όζοντος σε επίπεδο εδάφους. Εξαιτίας αυτού, ερευνητές αντιδράσεων καύσης και εταιρείες κατασκευής μηχανών εσωτερικής καύσης, έχουν εργαστεί από τη δεκαετία του 1980 ακόμα στον τομέα αυτό με σκοπό να κατανοήσουν το πώς παράγονται αυτά τα αέρια κατά την καύση ώστε να μπορούν να βρουν και τρόπους για να μειώσουν την παραγωγή τους.

Σε μια νέα αναθεωρημένη μελέτη που δημοσιεύθηκε στο περιοδικό Progress in Energy and Combustion Science, ερευνητές του εργαστηρίου Argonne National Laboratory του Υπουργείου Ενέργειας των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής και του Τεχνικού Πανεπιστημίου της Δανίας, έχουν εξηγήσει το πως συνέθεσαν μιας δεκαετίας και πλέον μελέτες αντιδράσεων καύσης, με σκοπό να δημιουργήσουν ένα νέο κυρίαρχο μοντέλο για το πώς παράγονται τα οξείδια του αζώτου. «Η παραγωγή οξειδίων του αζώτου (NOx) είναι μία από τις κύριες ανησυχίες των εταιρειών κατασκευής κινητήρων», δήλωσε ο χημικός της Argonne και συγγραφέας της μελέτης Stephen Klippenstein (φωτογραφία). «Η κατανόησή μας για πώς παράγονται οι ρύποι αυτοί σε διαφορετικά μηχανικά περιβάλλοντα έχει ενισχυθεί δραματικά», πρόσθεσε.

Μια μεγάλη σειρά από διαφορετικές χημικές αλληλεπιδράσεις διενεργούνται εντός του μίγματος καυσίμου και αέρα σε μια μηχανή και το νέο μοντέλο προσδιορίζει πολλές διαφορετικές διαδρομές προς το σχηματισμό των οξειδίων NOx. Σε μια τέτοια σειρά αντιδράσεων σύνθεσης, που ονομάζεται άμεσο NO (μονοξειδίου του αζώτου), το άζωτο της ατμόσφαιρας συνδυάζεται με τον άνθρακα προς σχηματισμό ενός ενδιάμεσου προϊόντος με έναν άνθρακα και δύο άτομα αζώτου, το οποίο τελικά ενώνεται με οξυγόνο προς σχηματισμό μονοξειδίου του αζώτου.

Σε μία άλλη σειρά, που ονομάζεται θερμική σειρά του NO, το μονοξείδιο του αζώτου παράγεται απευθείας από άζωτο και οξυγόνο. Σε μία τρίτη, ονομαζόμενη καύσιμο ΝΟ, σχηματίζεται μια ένωση του αζώτου του άνθρακα και του οξυγόνου ως ένα ενδιάμεσο βήμα προς το σχηματισμό του μονοξειδίου του αζώτου. «Το να προσπαθούμε να συγκεντρώσουμε τα παραπάνω συνθετικά μονοπάτια για να δημιουργήσουμε ένα μοντέλο που αναπαράγει με ακρίβεια τις πειραματικές μας παρατηρήσεις, αυτό είναι από μόνο του και ένα παιχνίδι εικασιών», δήλωσε ο χημικός της Argonne, Branko Ruscic, ένας από τους συντάκτες της παραπάνω μελέτης. «Ωστόσο, επειδή πάρα πολλοί επιστήμονες από όλο τον κόσμο, συμβάλλουν με πληροφορίες σχετικές με τα διάφορα τμήματα της ευρύτερης εικόνας, είμαστε πιο κοντά από ποτέ σε ένα μοντέλο που αντιπροσωπεύει την πραγματικότητα.»

Σύμφωνα με τον Klippenstein, ένα από τα κύρια χαρακτηριστικά της διαδικασίας καύσης, είναι η θερμοκρασία, που συμβάλει καθοριστικά και κάνει την μεγάλη διαφορά στην ποσότητα των NOx που παράγονται. «Η θερμοκρασία επηρεάζει την διάρκεια ζωής των μορίων στο μίγμα», τόνισε ο Klippenstein. «Από τη στιγμή που είμαστε σε θέση με ακρίβεια να μοντελοποιήσουμε και να προβλέψουμε τη συμπεριφορά μερικών εξαιρετικά βραχύβιων μορίων, είναι ζωτικής σημασίας ο καθορισμός της σειράς των αντιδράσεων σύνθεσης». «Εάν μπορούμε να λειτουργήσουμε τον κινητήρα μας σε χαμηλότερη θερμοκρασία, μπορούμε να αποφύγουμε το σχηματισμό των περισσοτέρων οξειδίων NOx», πρόσθεσε.

Ένας άλλος παράγοντας της διαδικασίας καύσης, που επηρεάζει δραματικά την παραγωγή NOx, είναι αυτό που οι ερευνητές αποκαλούν «πλούτο» του μίγματος που είναι η αναλογία καυσίμου και αέρα στο μίγμα καύσης. Σε κινητήρες που λειτουργούν με εμπλουτισμένο καύσιμο, υπάρχουν μόρια με περισσότερες μεθυλικές ομάδες, είπε Ruscic, που τείνουν να ενισχύσουν το σχηματισμό των οξειδίων NOx. «Είμαστε σε θέση να μπορούμε να καταλάβουμε αρκετά καλά το σχηματισμό NOx», προσέθεσε ο Ruscic. «Είναι πραγματικά ένα καλό παράδειγμα για το θρίαμβο της επιστημονικής κοινότητας».

«Είναι σαν να συνθέτουμε ένα παζλ όπου μερικά από τα κομμάτια ίσως φαίνεται να ταιριάζουν, αλλά δεν έχουν ακόμα ζωγραφιστεί», δήλωσε ο Klippenstein. «Ο ρόλος μας είναι να καταλάβουμε πώς να ζωγραφίσουμε περισσότερα από αυτά τα κομμάτια, έτσι ώστε οι συνεργάτες μας να μπορέσουν να τα τοποθετήσουν όλα μαζί καλύτερα στην μεγάλη εικόνα».

Οι φυσικοί σχεδιάζουν το διάδοχο του επιταχυντή LHC με τριπλάσιο μέγεθος

Λίγο πιο κοντά στην «ώρα μηδέν» της γέννησης του σύμπαντος στοχεύει το CERN, το οποίο σχεδιάζει την ανάπτυξη δύο επιταχυντών νέας γενιάς, που θα λειτουργούν με υψηλότερες ενέργειες από τον γνωστό «Μεγάλο Επιταχυντή Ανδρονίων» (LHC), που το 2012 ανακάλυψε το σωματίδιο Higgs.  Με τον τρόπο αυτό, οι επιστήμονες θα αναζητήσουν το άγνωστο, ελπίζοντας, αρχικά, να μάθουν περισσότερα για τη σκοτεινή ύλη και τη σκοτεινή ενέργεια που καλύπτει το 95% του σύμπαντος.
 
Ο επόμενος επιταχυντής σωματιδίων θα είναι τρεις φορές μεγαλύτερος από τον LHC, με μαγνήτες διπλής αντοχής που θα επιτρέψουν στους ερευνητές να συγκρούονται δέσμες σωματιδίων μαζί, με μια ισχύ ισοδύναμη με 10 εκατομμύρια αστραπές.

Την ίδια στιγμή, η ήδη δοκιμασμένη τεχνολογία που χρησιμοποιεί το CERN, εφαρμόζεται σε περίπου 30.000 «μικρότερους» επιταχυντές που έχουν αναπτυχθεί σε όλο τον κόσμο και φέρνουν νέα δεδομένα στην ιατρική φυσική, κυρίως για την αντιμετώπιση ασθενειών όπως ο καρκίνος, και στη βιομηχανία, για την ανάπτυξη ηλεκτρονικών συστημάτων.
 
Το CERN -το μεγαλύτερο σε έκταση κέντρο πυρηνικών ερευνών, και συγκεκριμένα στη σωματιδιακή φυσική (Γενεύη)- έχει ξεκινήσει ήδη τον σχεδιασμό των δύο νέων επιταχυντών, ωστόσο, η κατασκευή και λειτουργία τους δεν φαίνεται να προσδιορίζεται στο άμεσο μέλλον, αφού ακόμη δεν υπάρχει η τεχνολογία για κάτι τέτοιο.
 
Πρόκειται για τον «Κυκλικό Επιταχυντή του μέλλοντος» (Future Circular Collider), που θα έχει περιφέρεια 100 χιλιομέτρων και σε αυτόν θα γίνονται συγκρούσεις πρωτονίων με πρωτόνια, ηλεκτρονίων με ποζιτρόνια ή πρωτόνια.
 
«Ακόμη δεν υπάρχει η τεχνολογία για να κατασκευαστεί κάτι τέτοιο. Θα χρειαστούμε, όπως έγινε και για το LHC, περίπου 20 χρόνια για να έχουμε την τεχνολογία που απαιτείται, ειδικά στους μαγνήτες, που κρατούν σε κυκλική τροχιά τα υψηλής ενέργειας σωματίδια», εξηγεί ο Φυσικός Υψηλών Ενεργειών στο CERN και στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης και υπεύθυνος διεθνών σχέσεων στο CERN, καθηγητής Εμμανουήλ Τσεσμελής, ο οποίος συμμετείχε στο 17ο Πανελλήνιο Συνέδριο Φυσικής, που διοργανώνει στη Θεσσαλονίκη η Ένωση Ελλήνων Φυσικών.
 
«Σίγουρα δεν θα πάμε στην ώρα μηδέν, αλλά αυτό που μπορούμε να κάνουμε είναι με τις υψηλότερες ενέργειες να πάμε λίγο πιο κοντά», συμπληρώνει.
 
Ο δεύτερος νέος επιταχυντής του CERN είναι ο Clic (Compact Linear Collider) «Συμπαγής Γραμμικός Επιταχυντής», θα έχει 50 χιλιόμετρα μήκος, και θα συγκρούει ηλεκτρόνια με ποζιτρόνια, με ενέργεια μέχρι και 3 Τέρα ηλεκτροβόλτ (TEV). Αυτός, ενδεχομένως να κατασκευαστεί νωρίτερα, μέσα στη δεκαετία του 2020-30, αφού ο σχεδιασμός του και οι μελέτες έχουν ξεκινήσει πριν από δεκαετίες. Στην ανάπτυξή τους θα συμμετέχουν ιδιωτικές εταιρίες, κυρίως ευρωπαϊκές, των κρατών – μελών του CERN, με συμβόλαια υψηλής τεχνολογίας.
 

Ψάχνοντας το άγνωστο

Στην πραγματικότητα, οι δύο νέοι επιταχυντές θα ψάξουν κάτι που κανείς δεν ξέρει τι θα είναι, όπως έγινε και στην περίπτωση του LHC. Πάντως, οι επιστήμονες ελπίζουν ότι οι υψηλότερες ενέργειες θα βοηθήσουν να κατανοήσουν καλύτερα και ακριβέστερα τα χαρακτηριστικά του σωματιδίου Higgs και στη συνέχεια να «δουν» πέρα από αυτό, να εξηγήσουν τα σωματίδια και τις μεταξύ τους αλληλεπιδράσεις. 
 
«Ξέρουμε ότι υπάρχει και κάτι πέρα από αυτό. Αν σήμερα εξηγείται το 5% αυτών που βλέπουμε γύρω μας, υπάρχει το υπόλοιπο 95% που δεν μπορούμε να το εξηγήσουμε και έτσι χρειάζεται να συνεχιστεί η έρευνα, μέσα από τους επιταχυντές για να καταλάβουμε πχ την σκοτεινή ύλη μαζί με την σκοτεινή ενέργεια», λέει ο καθηγητής και συμπληρώνει ότι «ψάχνουμε κάτι που δεν ξέρουμε τι είναι. Όταν κατασκευάσουμε έναν επιταχυντή σε υψηλή ενέργεια δεν ξέρουμε τι μας περιμένει. Σίγουρα, όταν πάμε σε καινούργια περιοχή ενέργειας κάτι διαφορετικό θα δούμε, γιατί πηγαίνουμε σε άλλο μέρος του χρόνου του σύμπαντος, δηλαδή πάμε στην ώρα μηδέν του σύμπαντος, στο λεγόμενο big bang, ακόμη πιο κοντά από εκεί που είμαστε σήμερα με τον LHC. Και βέβαια να δούμε την εξέλιξη σε αυτά τα 13,8 δισεκατομμύρια χρόνια από τότε».
 
Και 30.000 μικρότεροι επιταχυντές στην υπηρεσία της επιστήμης
Η τεχνολογία που έχει αναπτυχθεί στο CERN εφαρμόζεται ήδη στην ιατρική φυσική και στη βιομηχανία, όπου χρησιμοποιούνται επιταχυντές μικρότερης ενέργειας και έντασης, για θεραπείες και για την ανάπτυξη βελτιωμένων ηλεκτρονικών κυκλωμάτων. Στην περίπτωση της ιατρικής, πρωτόνια, αντί των ακτίνων Χ, χρησιμοποιούνται για την καταπολέμηση του καρκίνου, καθώς εστιάζουν με μεγαλύτερη ακρίβεια στα καρκινικά κύτταρα, χωρίς να επηρεάζουν τα γύρω υγιή.
 
«Σήμερα υπάρχουν δύο κλινικές στην Ευρώπη – μία στην Ιταλία και μία στην Αυστρία – που διαθέτουν τέτοιους επιταχυντές, σχεδιασμένους από το CERN, σύμφωνα με την τεχνολογία του LHC, και εφαρμόζουν αυτή την τεχνολογία για θεραπείες καρκίνου», αναφέρει ο κ. Τσεσμελής. Επίσης, οι επιταχυντές χρησιμοποιούνται για την παραγωγή ραδιοϊσοτόπων για να επιτευχθεί η ιατρική απεικόνιση, όπως για παράδειγμα με το PET SCAN.
 
Σε όλο τον κόσμο υπάρχουν περίπου 30.000 επιταχυντές, κατασκευασμένοι στο πρότυπο της δομής του CERN. Στη βιομηχανία βρίσκουν εφαρμογή στα ηλεκτρονικά μικροτσιπ, χρησιμοποιώντας προσμίξεις ατόμων (impurities) που μεταφέρονται σε σιλικόνες μέσω των επιταχυντών.
 
Σύμφωνα με τον καθηγητή, στόχος είναι τα προγράμματα βασικής έρευνας υψηλών ενεργειών να αναπτυχθούν σε Ευρώπη, Ασία και βόρεια Αμερική, και κάθε περιοχή να εστιάζει σε διαφορετικού είδους επιταχυντές και σε διάφορους τομείς της πειραματικής σωματιδιακής φυσικής. Στην Ασία και συγκεκριμένα στην Ιαπωνία έχει σχεδιαστεί ήδη ο νέος διεθνής γραμμικός επιταχυντής ηλεκτρονίων – ποζιτρονίων, και αναμένεται η έγκριση για την έναρξη κατασκευής του. Στη βόρεια Αμερική, στο Σικάγο κατασκευάζεται εγκατάσταση για τις δέσμες νετρονίων.
 
«Βαδίζουμε σε μία εντελώς καινούργια περιοχή γνώσης. Προσωπικά, βρίσκω περισσότερο ενδιαφέρουσα (από τη θεωρητική φυσική) τη δημιουργία υποδομών που να μπορούν να καταγράψουν όλη την ενέργεια που προκύπτει από μία σύγκρουση πρωτονίων και να δούμε κάτι που δεν το είχαμε σκεφτεί ποτέ πριν. Κάπως έτσι ξεκίνησε και ο LHC», καταλήγει ο καθηγητής.

Nα βλέπεις τη ζωή όπως είναι και όχι όπως θα έπρεπε να είναι

Καρράσκο: “Αν εσύ είσαι τρελλός, εγώ δε θα σ΄αφήσω να τρελάνεις κι εμάς. Τη ζωή πρέπει να τη βλέπουμε όπως είναι πραγματικά.”
Θερβάντες: “Όπως πραγματικά είναι…
 
Ξέρεις πόσα χρόνια περιπλανιέμαι στην πραγματικότητά σας;  
Ξέρεις πόσες φορές έχω δει τη ζωή όπως είναι πραγματικά;
Τόσες όσες δεν μπορείς να φανταστείς.
Πόνος, εξαθλίωση, πείνα και απίστευτη σκληρότητα.
Είδα ανθρώπους να ταπεινώνονται τόσο, που να αναρωτιούνται γιατί γεννήθηκαν.
Είδα φίλους μου να πεθαίνουν μέσα στην απελπισία.
Ξέρεις τι έβλεπα στο βλέμμα τους την τελευταία τους στιγμή; Σύγχιση.
Μια τεράστια απορία πλανιόταν στα μάτια τος. Γιατί;

Δεν νομίζω ότι ρωτούσαν γιατί πεθαίνουν, αλλά γιατί έχουν ζήσει…
Όταν η ίδια η ζωή είναι τόσο παράλογη, ποιός μπορεί να πει τι είναι τρέλα και τι είναι λογική;
Ίσως τρέλα μπορεί να είναι, το να εγκαταλείπουμε τα όνειρά μας.
Να γινόμαστε πρακτικοί, νομίζοντας ότι μπορούμε να δούμε την “πραγματικότητα”.
Ίσως αυτό να είναι τρέλα. Να ψάχνουμε θησαυρούς εκεί που σωρεύονται σκουπίδια.
Ίσως η πολλή λογική να είναι τρέλα.
Και τι μεγαλύτερη τρέλα απ’ όλες, να βλέπεις τη ζωή όπως είναι και όχι όπως θα έπρεπε να είναι.”
 
Μιγκέλ ντε Θερβάντες Σααβέδρα, “Δον Κιχώτης”

Ο Αριστοτέλης και η εμφάνιση του ηγέτη

Από τη στιγμή που διαπιστώνεται ότι οι άνθρωποι δεν είναι ίσοι με την έννοια της ομοιότητας, αλλά με την έννοια της ισότιμης συμμετοχής στο κοινό συμφέρον, είναι προφανές ότι και στο ζήτημα της πολιτικής αρετής θα υπάρχουν κάποιοι που θα ξεχωρίζουν: «Ωστόσο ας κάνουμε την υπόθεση ότι σε κάποια πόλη υπάρχει ένας πολίτης τόσο υπερβολικά ανώτερος στην αρετή, ή περισσότεροι, λιγότεροι όμως στον αριθμό απ’ όσους χρειάζονται για να καταλάβουν τις θεσπισμένες από το πολίτευμα θέσεις αρχόντων, ώστε να μην είναι συγκρίσιμες η αρετή και η πολιτική ικανότητα όλων των υπόλοιπων ανθρώπων με την αρετή και την πολιτική ικανότητα αυτών, αν είναι περισσότεροι, ή εκείνου μόνον, αν είναι ένας».
 
Φυσικά, μια τέτοια υπόθεση δεν μπορεί παρά να είναι θεωρητική, σαν ένα είδος δοκιμασίας του εκάστοτε πολιτικού συστήματος μπροστά σε μια πρόκληση. Κι εδώ δε χωράνε τοποθετήσεις όπως «η εξουσία διαφθείρει» ή «τα πολιτικά πρόσωπα καθρεφτίζουν την ηθική της πόλης τους» ή «δεν υπάρχουν άγιοι» κλπ. Ο Αριστοτέλης καταφεύγει σ’ αυτή την υπερβολή: «Ένας τέτοιος εξαιρετικός άντρας μοιάζει όπως ένας θεός ανάμεσα σε ανθρώπους», όχι γιατί υπονοεί το πιθανό μιας τέτοιας περίπτωσης, αλλά για να καταδείξει – θεωρητικά πάντα – τα νομοθετικά προβλήματα που θα μπορούσαν να προκύψουν: «δεν ισχύει νόμος για τέτοιους ανώτερους ανθρώπους, γιατί νόμος είναι αυτοί οι ίδιοι. Όντως θα γελοιοποιούταν όποιος προσπαθούσε να νομοθετήσει γι’ αυτούς. Γιατί θα απαντούσαν αυτοί στο νομοθέτη όπως ο Αντισθένης αποκαλύπτει ότι απάντησαν τα λιοντάρια στους λαγούς, όταν αυτοί δημηγορούσαν κι απαιτούσαν ίσα δικαιώματα για όλους». Η απάντηση αυτή των λιονταριών που επικαλείται ο Αριστοτέλης, όπως τίθεται μέσα στο μύθο του Αισώπου: «Πού είναι τα νύχια και τα δόντια σας;»
 
Εξάλλου ο Αριστοτέλης έχει ξεκαθαρίσει την υπεροχή των πολλών, ως σύνολο, από όλες τις απόψεις. Είναι προφανές ότι αναφέρεται στον ένα επειδή ακριβώς το ζήτημα της διαπραγμάτευσης αφορά την παρουσία του ενός χαρισματικού που ξεπερνάει τους άλλους.
 
Ασφαλώς, η αναφορά στο μύθο του Αισώπου δεν έχει την κυριολεκτική διάσταση της ισχύος που επιβάλλεται με τα όπλα (ο Αριστοτέλης μιλάει για υπεροχή στην αρετή), αλλά τη λογική της ανωτερότητας που οφείλει να κυριαρχήσει στον τομέα που επικρατεί. Αν η ανωτερότητα στον Αίσωπο μετριέται με τα νύχια και τα δόντια δίνοντας την κυνική επιβολή της ισχύος, στον Αριστοτέλη μετριέται με την πολιτική ικανότητα, που επίσης δεν μπορεί κανείς να ανταγωνιστεί. Και η αναγνώριση της υπεροχής του άλλου, δεν είναι παρά η αποδοχή ότι εκείνος πρέπει να έχει τον πρώτο λόγο: «Έτσι εξοστράκιζαν και υποχρέωναν σε απομάκρυνση από την πόλη για ορισμένα χρονικά διαστήματα όσους έβλεπαν ότι υπερείχαν σε πολιτική επιρροή, γιατί ήταν πλούσιοι ή είχαν ευρύ κύκλο στήριξης ή διέθεταν κάποια άλλη δύναμη στήριξής τους».
 
Η παρουσίαση του εξοστρακισμού ως θεσμοθετημένη μεθόδευση για την απομάκρυνση των πολιτικά ισχυρών, είναι η κατάδειξη ότι αυτού του είδους οι άνθρωποι εκλαμβάνονται περισσότερο ως απειλή παρά ως εφόδιο για το πολιτικό γίγνεσθαι. Κι εδώ το ζήτημα δεν έχει να κάνει με το κατά πόσο ο Αριστοτέλης έχει δίκιο ή όχι για τον τρόπο που λειτουργούσε ο εξοστρακισμός, αλλά με τη δυσκολία της αναγνώρισης της υπεροχής κάποιου στην αρετή. Ο Αριστοτέλης προκειμένου να καταδείξει την άρνηση της αποδοχής του ανώτερου επικαλείται και τη μυθολογία: «Μυθολογείται μάλιστα ότι για παρόμοια αιτία εγκατέλειψαν οι Αργοναύτες τον Ηρακλή. Αρνιόταν δηλαδή η Αργώ να τον μεταφέρει μαζί με τους άλλους, γιατί ήταν πολύ ανώτερος από το υπόλοιπο πλήρωμα».
 
Κι επειδή το επεισόδιο με τον απεσταλμένο του Περίανδρου (τυράννου της Κορίνθου) και το Θρασύβουλο (τυράννου της Μιλήτου), όπου ο τελευταίος χωρίς να πει λέξη παρέδωσε μαθήματα άσκησης εξουσίας κόβοντας τα στάχυα που ξεχώριζαν από τα άλλα, ώστε να βρίσκονται όλα στο ίδιο ύψος, πράξη που ξεκαθάριζε ότι οι πιο χαρισματικοί πρέπει να βγαίνουν απ’ τη μέση προκειμένου να μη δημιουργούνται προβλήματα (αν και ο Αριστοτέλης αναφέρει τους ρόλους ανάποδα βάζοντας τον Περίανδρο να κάνει αυτό το μάθημα στον απεσταλμένο του Θρασύβουλου), παραπέμπει κυρίως στις τυραννίες, δεν πρέπει κανείς να προσκολλάται σ’ αυτό θεωρώντας ότι τα άλλα πολιτεύματα είναι απαλλαγμένα από τέτοιες μεθόδους: «Πράγματι αυτό το μέτρο συμφέρει όχι μόνο τους τυράννους ούτε μόνο οι τύραννοι το εφαρμόζουν, αλλά και τα ολιγαρχικά και τα δημοκρατικά πολιτεύματα επίσης. Γιατί ο οστρακισμός έχει την ίδια τρόπον τινά δύναμη, “αποκεφαλίζοντας” αυτούς που υπερέχουν και εξορίζοντάς τους».
 
Και βέβαια, αυτού του είδους η καταχρηστική εφαρμογή του θεσμού δεν αφορά μόνο τα εσωτερικά ζητήματα της Αθήνας, αλλά διαμορφώνει και την πολιτική σκηνή διαφόρων πόλεων που ανήκαν στη ζώνη επιρροής της Αθήνας, που ήταν δηλαδή υπό την ηγεμονία της Αθήνας: «Το ίδιο μέτρο εφαρμόζουν σε βάρος των πόλεων και των εθνών οι ηγέτες των υπερδυνάμεων, όπως για παράδειγμα το εφάρμοσαν οι Αθηναίοι στους Σάμιους, στους Χιώτες και τους Λέσβιους (αφού οι Αθηναίοι ισχυροποίησαν τη θέση τους και εξασφάλισαν την ηγεμονία γρηγορότερα, τους ταπείνωσαν παραβιάζοντας τις μεταξύ τους συνθήκες)». Ο Αριστοτέλης προβαίνει σε μια πραγματική κριτική της χρήσης (και της κατάχρησης) του θεσμού του οστρακισμού στα διάφορα πολιτεύματα. Έτσι, αν και αρχικά φαίνεται ότι είναι ένας θεσμός που προστατεύει την ισότητα των πολιτών, στη συνέχεια η πολιτική εκμετάλλευσή του υπηρετεί τον εκάστοτε φορέα εξουσίας από τους διεκδικητές της. Κι ο Αριστοτέλης συμπληρώνει: «Με τον ίδιο τρόπο ο βασιλιάς των Περσών περιόριζε πολλές φορές τη δύναμη των Μήδων, των Βαβυλωνίων και όσων από τους άλλους είχαν γενναίο φρόνημα, επειδή υπήρξαν κάποτε και αυτοί ηγεμονική δύναμη».
 
Η μετατροπή του εξοστρακισμού σε μέσο πολιτικών εκκαθαρίσεων οπωσδήποτε θα έλεγε κανείς ότι ταιριάζει στα στρεβλά πολιτεύματα. Γιατί αυτού του είδους οι μεθοδεύσεις κάθε άλλο παρά στοχεύουν στο κοινό συμφέρον. Η διαμόρφωση της πολιτικής σκηνής από τους ισχυρούς που ενδιαφέρονται αποκλειστικά για τη διαιώνιση της προσωπικής τους εξουσίας (σύμφωνα με τα συμφέροντά τους), δε σηματοδοτεί μόνο την απαξίωση του κοινού συμφέροντος καθιστώντας τα πολιτεύματα αυτού του είδους στρεβλά (βρισκόμαστε μπροστά στο  αριστοτελικά ποιοτικό κριτήριο που διαχωρίζει τα ορθά από τα στρεβλά πολιτεύματα), αλλά καθορίζει και την πολιτική ηθική της πόλης, αφού όλα διαστρεβλώνονται και κατά συνέπεια αντιστρέφονται. Υπό αυτούς τους όρους ο πετυχημένος πολιτικός άντρας είναι αυτός που κατάφερε να εξοντώσει τους αντιπάλους του ασχέτως των μεθόδων που ακολούθησε. Γιατί όταν όλα αναποδογυρίζουν τότε και οι αξίες λειτουργούν αντίστροφα. Η φράση «ο σκοπός αγιάζει τα μέσα» δεν αφορά μόνο την ιερότητα του σκοπού, αλλά και τη νομιμοποίηση όλων των μέσων προκειμένου να επιτευχθεί το επιθυμητό. Από τη στιγμή που η αντίληψη αυτή γίνει κοινός τόπος δεν υπάρχει τίποτε ευκολότερο απ’ το να ιεροποιηθούν οι σκοποί που συμφέρουν την εκάστοτε εξουσία. Κι αυτός είναι ο πολιτικός αμοραλισμός που προσπαθεί να γίνει ιδεολογία. Πρόκειται για την ιδεολογία της στρέβλωσης, που πλέον μπορεί να νομιμοποιήσει τα πάντα: «Φάνηκε, λοιπόν, ότι στα παρεκβατικά πολιτεύματα το μέτρο αυτό είναι ωφέλιμο και δίκαιο για το ατομικό συμφέρον, αλλά φάνηκε επίσης ότι δεν είναι εξ’ ίσου δίκαιο με την αυστηρή έννοια του όρου».
 
Η αναφορά «δίκαιο για το ατομικό συμφέρον» είναι η αναγνώριση της ελαστικότητας του δικαίου που προσαρμόζεται πάντα στη βούληση του συμφέροντος που επιβάλλεται. Είναι το κατά σύμβαση δίκαιο ή αλλιώς το συμφεροντολογικό δίκαιο, που περνιέται για δίκαιο, αλλά φυσικά δεν είναι. Η αντίληψη ότι ο ισχυρός είναι αυτός που επιβάλλει και τους κανόνες του δικαίου είναι η απόλυτη διαστρέβλωση του όρου και γι’ αυτό ακριβώς και συναντάται στα στρεβλά πολιτεύματα. Γιατί το δίκαιο αφορά εξ’ ορισμού το δημόσιο συμφέρον. Γι’ αυτό και η φράση «δεν είναι εξ’ ίσου δίκαιο με την αυστηρή έννοια του όρου». Γιατί αυτό που ο Αριστοτέλης ονομάζει «αυστηρή έννοια του όρου» είναι η απαράβατη συνθήκη του δικαίου που μόνο με τη μορφή της συλλογικότητας μπορεί να νοηματοδοτηθεί. Και δεν υπάρχει μεγαλύτερη συλλογικότητα από την προάσπιση του συλλογικού συμφέροντος ή αλλιώς κοινού συμφέροντος, όπως τίθεται απ’ τον Αριστοτέλη. Κι οτιδήποτε παρεκκλίνει αυτού δεν μπορεί παρά να στρέφεται εναντίον του. Γιατί η εξυπηρέτηση του συμφέροντος των λίγων δεν μπορεί παρά να υλοποιείται σε βάρος του συμφέροντος των πολλών.
 
Όμως, ενώ τα πράγματα είναι ξεκάθαρα στα στρεβλά πολιτεύματα, που εν τέλει διαστρεβλώνουν και την έννοια του δικαίου, θα λέγαμε ότι δεν είναι το ίδιο ξεκάθαρα στα ορθά, αφού θα περιμέναμε σ’ αυτά ο άνθρωπος που ξεχωρίζει να πρωταγωνιστεί στα πολιτικά τεκταινόμενα, πράγμα που όμως δε φαίνεται να συμβαίνει: «Τα παρεκβατικά πολιτεύματα εφαρμόζουν αυτό το μέτρο για να εξυπηρετηθεί το ατομικό συμφέρον, αλλά και εκείνα που αποβλέπουν στο κοινό όφελος, ακολουθούν επίσης το ίδιο μέτρο». Ο Αριστοτέλης προκειμένου να αποδείξει ότι και τα ορθά πολιτεύματα συμπεριφέρονται με τον ίδιο τρόπο στον ξεχωριστό άνθρωπο επικαλείται την αντιστοιχία που υπάρχει στις τέχνες και τις επιστήμες: «Διότι ούτε ο ζωγράφος θα απεικόνιζε στον πίνακά του το υπερβολικά μεγάλο πόδι ενός ζωντανού οργανισμού, παραβαίνοντας τους κανόνες της συμμετρίας, ακόμα και αν αυτό είχε εξαιρετική ομορφιά, ούτε ο ναυπηγός θα επέτρεπε να κατασκευαστεί η πρύμνη ή κάποιο άλλο μέρος του πλοίου υπερβολικά μεγάλο σε σχέση με τα υπόλοιπα, ούτε τέλος ο χοροδιδάσκαλος θα επιτρέψει να συμμετέχει στο χορό κάποιος πολύ πιο βροντόφωνος και καλλίφωνος απ’ όλο το χορό».
 
Η αντίληψη της προτεραιότητας της συμμετρίας που φαίνεται να προτάσσει ο Αριστοτέλης, μπορούμε να πούμε ότι λειτουργεί ως προέκταση της μεσότητας, δηλαδή του μέτρου, που αποτελεί κυρίαρχη προϋπόθεση στην αναζήτηση της αρετής. Οτιδήποτε παράταιρο δεν μπορεί παρά να διαταράσσει την αρμονία. Από αυτή την άποψη ο ξεχωριστός άνθρωπος είναι μάλλον δυσάρεστο φορτίο παρά πλεονέκτημα. Βρισκόμαστε μπροστά στην άρνηση του ηγέτη που καθίσταται ανεπιθύμητος, καθώς απειλεί την ομαλότητα. Και η κοινωνική γαλήνη δεν είναι τίποτε άλλο από τη διασφάλιση της ομαλότητας: «Με αυτή τη λογική το επιχείρημα υπέρ του οστρακισμού έχει κάποια έννοια πολιτικής δικαιοσύνης αναφορικά με τους άντρες που υπερέχουν πολύ κατά κοινή ομολογία».
 
Κι εδώ βέβαια η έννοια της πολιτικής δικαιοσύνης ταυτίζεται με το δημόσιο συμφέρον, αφού δεν υπάρχει τίποτε πιο επιθυμητό απ’ την κοινωνική συνοχή που επιτυγχάνεται μέσα από τη συμμετρία. Αυτό όμως δε σημαίνει ότι όλα αυτά είναι δίκαια και προς τον άνθρωπο που εκδιώκεται: «Όμως θα ήταν προτιμότερο ο νομοθέτης να θέσει έτσι τις συνταγματικές αρχές του πολιτεύματος, ώστε να μη χρειάζεται τέτοιο θεραπευτικό μέτρο. Αν όμως παρά προσδοκία και παρά τα μέτρα εμφανιστεί τέτοιος εξαιρετικός άντρας, τότε να επιχειρείται η αποκατάσταση της συμμετρίας μ’ ένα τέτοιο διορθωτικό μέτρο». Το ότι ο Αριστοτέλης δεν ξεκαθαρίζει ποιες ακριβώς είναι οι συνταγματικές αρχές και τα μέτρα που θα απέτρεπαν «το θεραπευτικό – διορθωτικό μέτρο» της απομάκρυνσης μέσω του οστρακισμού, δεν αλλάζει την ουσία του συλλογισμού ότι για τα ορθά πολιτεύματα αυτό που προέχει είναι η συμμετρία ως εξασφάλιση της αρμονίας. Αυτό που ενοχλεί τον Αριστοτέλη δεν είναι η πράξη του οστρακισμού, αλλά τα κίνητρά της αφού «οι πόλεις δεν έπρατταν έτσι, διότι δεν απέβλεπαν στο συμφέρον του οικείου πολιτεύματός τους, αλλά χρησιμοποιούσαν τους οστρακισμούς πραξικοπηματικά».
 
Κι αφού αναλύθηκαν και τα ορθά και τα στρεβλά πολιτεύματα, αυτό που μένει είναι το άριστο πολίτευμα: «Ωστόσο η μεγάλη δυσκολία αφορά το άριστο πολίτευμα. Τι πρέπει να γίνει δηλαδή, αν στο πλαίσιό του εμφανιστεί κάποιος να υπερέχει στην αρετή και όχι σε άλλα προσόντα, όπως η δύναμη, ο πλούτος ή η κοινωνική αποδοχή;». Κι εδώ βέβαια αυτό που προκαλεί εντύπωση είναι ο διαχωρισμός των ορθών από το άριστο πολίτευμα. Με άλλα λόγια, κάθε ορθό πολίτευμα δε σημαίνει ότι είναι και άριστο. Το γεγονός ότι τα ορθά κατονομάζονται (βασιλεία – αριστοκρατία – πολιτεία) και διαχωρίζονται από τα στρεβλά (τυραννία – ολιγαρχία – δημοκρατία) με κριτήριο ότι αποσκοπούν στο συμφέρον της πόλης ως σύνολο (τα στρεβλά επιδιώκουν τα ίδια συμφέροντα των αντιμαχόμενων κοινωνικών τάξεων που συγκρούονται για την εξουσία) πιστοποιεί ότι αφορούν την απτή πολιτειακή πραγματικότητα με τον τρόπο που αυτή εκτυλίσσεται από εποχή σε εποχή κι από τόπο σε τόπο.
 
Για να το πούμε αλλιώς, τα πολιτεύματα που κατονομάζονται ως ορθά αποτελούν αντικείμενο παρατήρησης και εντάσσονται σ’ αυτό που ονομάζουμε χειροπιαστή εμπειρία. Το άριστο πολίτευμα, που διαφοροποιείται από τα ορθά, ούτε καθορίζεται επαρκώς ούτε εντοπίζεται χρονικά ή γεωγραφικά. Υπό αυτούς τους όρους αποτελεί περισσότερο εγκεφαλική κατασκευή παρά πραγματικότητα. Είναι δηλαδή το πολιτικό όραμα του Αριστοτέλη, που δεν γνωρίζουμε κατά πόσο θα μπορούσε να εφαρμοστεί. Αυτό που ξέρουμε είναι ότι στο πολίτευμα αυτό, το αριστοτελικά άριστο, αυτός που εξουσιάζει είναι σίγουρα ο καλύτερος, ο ξεχωριστός, ο φωτισμένος, και δεν υπάρχει καμία ανάγκη να θυσιαστεί για χάρη της συμμετρίας, γιατί ο ίδιος είναι που καθορίζει τη συμμετρία: «Γιατί κανείς δε θα ισχυριζόταν ότι πρέπει να εκτοπίσουν έναν τέτοιο άντρα, αλλά ούτε είναι σωστό οι κατώτεροί του να τον εξουσιάζουν, αφού μια τέτοια αξίωση θα έμοιαζε σα να απαιτούσαν να εξουσιάζουν το Δία μοιράζοντας τα πολιτικά αξιώματα. Λογική επομένως κατάληξη είναι, συμφωνεί μάλιστα με το φυσικό δίκαιο, να πείθονται όλοι ευχαρίστως σε έναν τέτοιο άντρα, ώστε τέτοιοι χαρισματικοί άνθρωποι να είναι ισόβιοι βασιλείς στις πόλεις».
 
Το ότι γίνεται αναφορά σε ένα μόνο πρόσωπο, που μάλιστα παραλληλίζεται με το Δία, δεν πρέπει να εκληφθεί ως πεποίθηση ότι το άριστο πολίτευμα ταυτίζεται με κάποια μορφή βασιλείας. Εξάλλου ο Αριστοτέλης έχει ξεκαθαρίσει την υπεροχή των πολλών, ως σύνολο, από όλες τις απόψεις. Είναι προφανές ότι αναφέρεται στον ένα επειδή ακριβώς το ζήτημα της διαπραγμάτευσης αφορά την παρουσία του ενός χαρισματικού που ξεπερνάει τους άλλους. Αν λοιπόν δεχτούμε ότι πράγματι μπορεί να υπάρξει αυτή η περίπτωση, τότε το άριστο πολίτευμα δεν έχει άλλη επιλογή απ’ το να του δώσει τη θέση που του αξίζει, αφού με τον τρόπο αυτό θα ωφεληθεί το σύνολο της πόλης. Με δυο λόγια το θέμα που τίθεται δεν αφορά την παρουσία του ενός ή των λίγων στη στελέχωση των δημόσιων αξιωμάτων, αλλά την αποδοχή της αριστοτελικής ισότητας, που έχει να κάνει με την αξία του καθενός και που φυσικά προϋποθέτει την ύψιστη ωριμότητα. Γιατί δεν είναι εύκολο να αποδεχτεί κανείς την ανωτερότητα του άλλου – μόνο στο άριστο πολίτευμα θα μπορούσε να επιτευχθεί αυτό. Σε τελική ανάλυση, το άριστο πολίτευμα δεν είναι τίποτε άλλο από τον άριστο λαό, που είναι σε θέση να συνειδητοποιήσει και να αναγνωρίσει την ξένη υπεροχή. Κι εδώ ακριβώς έγκειται και η αναφορά του Δία. Γιατί ο Δίας θα ήταν αδύνατο να αμφισβητηθεί ως πατέρας των θεών και των ανθρώπων. Όμως, το αδιαφιλονίκητο της υπεροχής του εξασφαλίζεται μονάχα από τη θεϊκή του υπόσταση. Αν έφερνε ως παράδειγμα οποιονδήποτε άλλο θνητό, θα ήταν αδύνατο να μη συναντήσει αντιρρήσεις. Γιατί ο θνητός δεν μπορεί να αναγνωριστεί ανεπιφύλακτα. Η δεδομένη ανωτερότητα αφορά μόνο τους θεούς και τους μυθικούς ήρωες, όπως ο Ηρακλής.
 
Από αυτή την άποψη γίνεται κατανοητός ο λόγος που όταν αναφέρεται στα χειροπιαστά – υπαρκτά πολιτεύματα δίνει προτεραιότητα στη συμμετρία. Γιατί αυτό έχει προκύψει μέσα από τη λειτουργία των πολιτευμάτων. Γιατί η παρουσία του ανώτερου, όσο δεδομένη κι αν είναι αυτή (υποθετικά μιλώντας), είναι κάτι τόσο πρωτοφανές που τελικά τείνει στο μη διαχειρίσιμο. (Κι εδώ δε μιλάμε για τον άρχοντα που θα μονοπωλήσει την εξουσία με τη βία, όπως συμβούλευε ο Θρασύβουλος. Εδώ μιλάμε για τον απόλυτο κάτοχο της πολιτικής αρετής που δεν έχει άλλη επιλογή απ’ την εφαρμογή της δικαιοσύνης). Γι’ αυτό και είναι περισσότερο πιθανό να ζημιώσει παρά να ευνοήσει την πόλη. Η αναφορά του φυσικού δικαίου που επιβάλλει την πειθαρχία στον ανώτερο άντρα, είναι η πεποίθηση ότι όλοι πρέπει να πειθαρχούν σ’ αυτό που όχι μόνο θεωρείται, αλλά και είναι καλύτερο. Αν λοιπόν είναι καλύτερος ο ένας, σε βαθμό που να ξεπερνά σε σοφία όλους τους άλλους μαζί, τότε όλοι πρέπει να πειθαρχούν σ’ αυτόν.
 
Κάτι τέτοιο όμως κρίνεται αδύνατο. Δεν μπορεί να υπάρξει ανωτερότητα που να ξεπερνά τις δυνατότητες του συνόλου. Γι’ αυτό και η υπόθεση αυτή κρίνεται μάλλον εξωφρενική. Ο λαός είναι δυνατό να παρασυρθεί πολλές φορές σε λανθασμένες αποφάσεις. Η ίδια η λειτουργία του εξοστρακισμού το καταδεικνύει αυτό. Όμως, η παραδοχή ότι και οι συλλογικές αποφάσεις εμπεριέχουν την πιθανότητα του λάθους δεν λειτουργεί ως αμφισβήτηση της ανωτερότητας της λαϊκής ετυμηγορίας, αλλά ως κατάδειξη του αδύνατου της ύπαρξης ενός άριστου πολιτεύματος, αφού ακόμη και το ανώτερο πολιτειακό όργανο μπορεί να σφάλλει. Κι αυτός είναι και ο λόγος που ο Αριστοτέλης παρουσιάζει το άριστο πολίτευμα χωριστά από τα ορθά. Γιατί γνωρίζει ότι το άριστο τείνει στο αλάνθαστο κι ως εκ τούτου στο ανύπαρκτο. Κι ότι αυτοί που ξεχωρίζουν τόσο πολύ ώστε να ξεπερνούν σε φρόνηση το σύνολο του λαού είναι ή μυθικοί ήρωες ή θεοί. Με άλλα λόγια όταν μιλάμε για την πραγματικότητα δεν μπορούμε να μιλάμε για το άριστο με την απόλυτη έννοιά του. Μιλάμε μόνο για το κατά σύμβαση άριστο. Δηλαδή για το ορθό. Κι εδώ ακριβώς βρίσκεται η έννοια του μέτρου και της συμμετρίας και της αρμονίας και της κοινωνικής γαλήνης. Γιατί μόνο έτσι θα οδηγηθούμε στο άριστο με τη χειροπιαστή, ανθρώπινη υπόστασή του. Στο κατά δύναμη άριστο.
 
Αριστοτέλης: Πολιτικά

Σάββατο 17 Μαρτίου 2018

ΑΙΣΩΠΟΣ - Μῦθοι (151.1-155.1)

151. ΛΕΩΝ ΦΟΒΗΘΕΙΣ ΜΥΝ [151.1] λέοντος κοιμωμένου μῦς τῷ στόματι διέδραμεν. ὁ δὲ ἐξαναστὰς πανταχοῦ περιειλίττετο ζητῶν τὸν προσεληλυθότα. ἀλώπηξ δὲ αὐτὸν θεασαμένη ὠνείδιζεν, εἰ λέων ὢν ἐφοβήθη μῦν. καὶ ὃς ἀπεκρίνατο· «οὐ τὸν μῦν ἐφοβήθην, ἀλλὰ κατὰ τῆς τόλμης αὐτοῦ τὴν ὀργὴν ἔχω».
[ὁ λόγος διδάσκει τοὺς φρονίμους τῶν ἀνθρώπων μηδὲ τῶν μετρίων πραγμάτων καταφρονεῖν.]

152. ΛΕΩΝ ΚΑΙ ΑΡΚΤΟΣ
[152.1] λέων καὶ ἄρκτος ἐλάφου νεβρὸν εὑρόντες περὶ τούτου ἐμάχοντο. δεινῶς δὲ ὑπ᾽ ἀλλήλων διατεθέντες ἐπειδὴ ἐσκοτώθησαν, ἡμιθανεῖς ἔκειντο. ἀλώπηξ δὲ παριοῦσα ὡς ἐθεάσατο τοὺς μὲν παρειμένους, τὸν δὲ νεβρὸν ἐν μέσῳ κείμενον, ἀραμένη αὐτὸν διὰ μέσου αὐτῶν ἀπηλλάττετο. οἱ δὲ ἐξαναστῆναι μὴ δυνάμενοι ἔφασαν· «ἄθλιοι ἡμεῖς, εἴ γε ἀλώπεκι ἐμοχθοῦμεν».
ὁ λόγος δηλοῖ, ὅτι εὐλόγως ἐκεῖνοι ἄχθονται, οἳ τῶν ἰδίων καμάτων τοὺς τυχόντας ὁρῶσι τὰς ἐπικαρπίας ἀποφερομένους.

153. ΛΕΩΝ ΚΑΙ ΛΑΓΩΟΣ
[153.1] λέων περιτυχὼν λαγωῷ κοιμωμένῳ τοῦτον ἔμελλε καταφαγεῖν. μεταξὺ δὲ θεασάμενος ἔλαφον παριοῦσαν ἀφεὶς τὸν λαγωὸν ἐκείνην ἐδίωκεν. ὁ μὲν οὖν ἀπὸ τῶν ψόφων ἐξαναστὰς ἔφυγεν· ὁ δὲ λέων ἐπὶ πολὺ διώξας τὴν ἔλαφον ἐπειδὴ καταλαβεῖν οὐκ ἠδυνήθη, ἐπανῆλθεν ἐπὶ τὸν λαγωόν. εὑρὼν δὲ καὶ αὐτὸν πεφευγότα ἔφη· «ἀλλ᾽ ἔγωγε δίκαια πέπονθα, ὅτι ἀφεὶς τὴν ἐν χερσὶν βορὰν ἐλπίδα μείζονα προὔκρινα».
οὕτως ἔνιοι τῶν ἀνθρώπων μετρίοις κέρδεσι μὴ ἀρκούμενοι λανθάνουσι καὶ τὰ ἐν χερσὶ προϊέμενοι.

154. ΛΕΩΝ, ΟΝΟΣ ΚΑΙ ΑΛΩΠΗΞ
[154.1] λέων καὶ ὄνος καὶ ἀλώπηξ κοινωνίαν πρὸς ἀλλήλους σπεισάμενοι ἐξῆλθον εἰς ἄγραν. πολλὴν δὲ ‹θήραν› αὐτῶν συλλαβόντων ὁ λέων προσέταξε τῷ ὄνῳ διελεῖν αὐτοῖς. τοῦ δὲ τρεῖς μοίρας ποιήσαντος καὶ ἐκλέξασθαι αὐτῷ παραινοῦντος ὁ λέων ἀγανακτήσας [ἁλλόμενος] κατεθοινήσατο αὐτὸν καὶ τῇ ἀλώπεκι μερίσαι προσέταξεν. ἡ δὲ πάντα εἰς μίαν μερίδα συναθροίσασα καὶ μικρὰ ἑαυτῇ ὑπολιπομένη παρῄνει αὐτῷ ἑλέσθαι. ἐρομένου δὲ αὐτὴν τοῦ λέοντος, [καὶ] τίς αὐτὴν οὕτω διανέμειν ἐδίδαξεν, ἡ ἀλώπηξ εἶπεν· «αἱ τοῦ ὄνου συμφοραί».
ὁ λόγος δηλοῖ, ὅτι σωφρονισμὸς γίνεται τοῖς ἀνθρώποις τὰ τῶν πέλας δυστυχήματα.

155. ΛΕΩΝ ΚΑΙ ΜΥΣ
[155.1] λέοντος κοιμωμένου μῦς τῷ σώματι ἐπέδραμεν· ὁ δὲ ἐξαναστὰς καὶ συλλαβὼν αὐτὸν οἷός τε ἦν καταθοινήσασθαι. τοῦ δὲ δεηθέντος μεθεῖναι αὐτὸν καὶ λέγοντος, ὅτι σωθεὶς χάριτας αὐτῷ ἀποδώσει, γελάσας ἀπέλυσεν αὐτόν. συνέβη δὲ αὐτὸν μετ᾽ οὐ πολὺ τῇ τοῦ μυὸς χάριτι περισωθῆναι. ἐπειδὴ γὰρ συλληφθεὶς ὑπό τινων κυνηγῶν κάλῳ ἐπεδέθη τινὶ δένδρῳ, τὸ τηνικαῦτα ἀκούσας ὁ μῦς αὐτοῦ στένοντος ἐλθὼν τὸν κάλων περιέτρωγε καὶ λύσας αὐτὸν ἔφη· «σὺ μὲν οὕτω μου τότε κατεγέλασας ὡς μὴ προσδεχόμενος παρ᾽ ἐμοῦ ἀμοιβὴν κομιεῖσθαι, νῦν δ᾽ εὖ ἴσθι, ὅτι ἔστι καὶ παρὰ μυσὶ χάρις».
ὁ λόγος δηλοῖ, ὅτι ἐν καιρῶν μεταβολαῖς καὶ οἱ σφόδρα δυνατοὶ τῶν ἀσθενεστέρων ἐνδεεῖς γίνονται.

***
151. Το λιοντάρι που φοβήθηκε τον ποντικό.
[151.1] Μια φορά το λιοντάρι το είχε ρίξει στον ύπνο, όταν αίφνης ο ποντικός πέρασε τρεχάτος πάνω από τη στοματάρα του. Αμέσως το θηρίο πετάχτηκε από το λήθαργο και βάλθηκε να στριφογυρίζει από εδώ και από εκεί γυρεύοντας ποιός το είχε πλησιάσει. Το είδε τότε η αλεπού και έπιασε να το περιγελά: «Καλά, τί λιοντάρι είσαι εσύ, άμα σκιάχτηκες τόσο το μικρό το ποντικάκι». Ο λέοντας όμως αποκρίθηκε: «Τί είναι αυτά που λες! Φυσικά και δεν φοβήθηκα το ποντικάκι. Απεναντίας, είμαι έξω φρενών με το θράσος του!».
[Το δίδαγμα του μύθου: Οι μυαλωμένοι άνθρωποι δεν πρέπει να καταφρονούν τίποτε, όσο ασήμαντο και αν φαίνεται.]

152. Το λιοντάρι και η αρκούδα.
[152.1] Μια φορά το λιοντάρι και η αρκούδα τσακώσανε το μικρό μιας ελαφίνας και βάλθηκαν να μαλώνουν ποιός θα το πάρει. Έτσι, που λέτε, κάνανε μεγάλη ζημιά ο ένας στον άλλο, ώσπου τελικά τους ήρθε σκοτοδίνη και έπεσαν κάτω μισοπεθαμένοι. Έτυχε τότε να περάσει από εκεί η αλεπού, και φυσικά τους είδε και τους δύο τάβλα κάτω σε κατάσταση λιποθυμίας, ενώ το ελαφάκι ήταν παρατημένο ανάμεσά τους. Βούτηξε λοιπόν η ίδια το ζωάκι από εκεί μέσα και το έβαλε στα πόδια. Τότε τα δύο θηρία, που δεν μπορούσαν ούτε καν να ανασηκωθούν, άρχισαν να μουρμουρίζουν: «Να πάρει η οργή, τί δυστυχία! Να τραβήξουμε τέτοιο ζόρι μόνο και μόνο για να κερδίσει η αλεπού!».
Το δίδαγμα του μύθου: Είναι φυσικό να στενοχωριούνται όσοι βλέπουν τον πρώτο τυχόντα να απολαμβάνει τα οφέλη από τον δικό τους κόπο.

153. Το λιοντάρι και ο λαγός.
[153.1] Ήταν κάποτε ένα λιοντάρι που έτυχε να βρει μπροστά του έναν λαγό, κοιμισμένον του καλού καιρού. Ετοιμαζόταν λοιπόν να τον καταβροχθίσει, όταν ξαφνικά πήρε το μάτι του μια ελαφίνα να περνάει από εκεί κοντά. Αμέσως, που λέτε, παράτησε τον λαγό και βάλθηκε να καταδιώκει το μεγαλύτερο θήραμα. Στο μεταξύ ο λαγός ξύπνησε από τη φασαρία, και φυσικά πετάχτηκε πάνω και το έβαλε στα πόδια, όπου φύγει-φύγει. Όσο για το λιοντάρι, κυνηγούσε για πολλή ώρα την ελαφίνα, αλλά δεν κατόρθωσε να την τσακώσει. Στο τέλος, λοιπόν, γύρισε πίσω να πιάσει τουλάχιστον τον λαγό. Διαπίστωσε όμως ότι και αυτός είχε γίνει άφαντος, οπότε σκέφτηκε: «Μωρέ καλά να πάθω. Τί ήθελα να παρατήσω το φαΐ που είχα σίγουρο στα χέρια μου, προτιμώντας τις μεγάλες προσδοκίες;».
Έτσι συμβαίνει και με μερικούς ανθρώπους: Δεν τους φτάνουν τα μικρά κέρδη, και τελικά, προτού καλά-καλά το καταλάβουν, κλοτσάνε μακριά ακόμη και τα λίγα που είχαν στην κατοχή τους.

154. Το λιοντάρι, ο γάιδαρος και η αλεπού.
[154.1] Μια φορά και έναν καιρό το λιοντάρι, ο γάιδαρος και η αλεπού σύναψαν επίσημη σύμβαση συνεργασίας μεταξύ τους και βγήκαν και οι τρεις μαζί για κυνήγι. Έπιασαν, που λέτε, πολλά θηράματα, και στο τέλος το λιοντάρι έδωσε εντολή στον γάιδαρο να κάνει τη μοιρασιά. Ο κακομοίρης ο κυρ-Μέντιος το πήρε κατά γράμμα, οπότε χώρισε τη λεία σε τρία ίσα μερίδια και παρακάλεσε τους άλλους να διαλέξουν. Του λιονταριού, φυσικά, του ανέβηκε το αίμα στο κεφάλι με τούτο, και αμέσως πήδηξε πάνω στον γάιδαρο και τον κατασπάραξε. Έπειτα ανέθεσε εκ νέου στην αλεπού το καθήκον της διανομής. Ξέρετε λοιπόν τί έκανε εκείνη; Στοίβαξε σχεδόν ολόκληρη τη λεία από τη μία μεριά, σαν ένα μερίδιο, αφήνοντας από την άλλη μόνο κάτι ψιλοπράγματα για τον εαυτό της, και ύστερα κάλεσε το λιοντάρι να διαλέξει. Τότε τη ρώτησε το θηρίο ποιός της είχε μάθει να κάνει τη μοιρασιά τόσο καλά. Και η αλεπού απάντησε: «Το κακό το ριζικό του γάιδαρου, βέβαια!».
Το δίδαγμα του μύθου: Οι δυστυχίες των άλλων βάζουν στον άνθρωπο μυαλό.

155. Το λιοντάρι και ο ποντικός.
[155.1] Μια φορά το λιοντάρι το είχε ρίξει στον ύπνο, όταν ξαφνικά ο ποντικός πέρασε τρεχάτος πάνω από το σώμα του. Αμέσως το ζώο πετάχτηκε πάνω, τσάκωσε τον εισβολέα και ήταν έτοιμο να τον κάνει μια χαψιά. Ο ποντικός βάλθηκε βέβαια να εκλιπαρεί το θεριό: «Άφησέ με, άφησέ με να χαρείς!»· και δήλωνε κιόλας ότι θα του χρωστάει ένα μεγάλο ευχαριστώ αν του χαρίσει τη ζωή. Τότε το λιοντάρι έβαλε τα γέλια και τον αμόλησε να φύγει. Κοιτάξτε όμως πώς ήρθαν τα πράγματα μετά από λίγο και το θηρίο γλίτωσε τη ζωή του ακριβώς χάρη στην ευγνωμοσύνη του ποντικού. Κατέφτασαν, που λέτε, κάτι κυνηγοί και αιχμαλώτισαν το λιοντάρι, δένοντάς το με χοντρά σχοινιά πάνω σε ένα δέντρο. Βογκούσε τότε το έρμο, ώσπου με τα πολλά το άκουσε ο ποντικός. Αμέσως λοιπόν έσπευσε εκεί και άρχισε λίγο-λίγο να ροκανίζει τα σχοινιά γύρω-γύρω, μέχρι που ελευθέρωσε το παγιδευμένο ζώο. «Βλέπεις;», του είπε εντέλει ο ποντικός, «εσύ έβαλες τα γέλια τότε και δεν περίμενες ότι ήταν ποτέ δυνατόν να κερδίσεις από μένα ανταμοιβή. Τώρα όμως, φαντάζομαι, το κατάλαβες πια ότι ακόμη και ένα ποντίκι μπορεί να σου κάνει χάρη».
Το δίδαγμα του μύθου: Άμα αλλάξουν οι περιστάσεις, ακόμη και οι πιο ισχυροί μπορεί να βρεθούν να έχουν την ανάγκη των αδύναμων.

Άλλο θετική σκέψη, άλλο παραμυθιάζω τον εαυτό μου

Το ομολογώ. Είμαι υπέρ μιας θετικής ψυχολογίας που εστιάζει περισσότερο στα δυνατά μας σημασία και στην αξιοποίηση τους αντί να επικεντρώνεται στον εντοπισμό των αδυναμιών και στη διόρθωση τους.

Θετική θέαση των πραγμάτων με μέτρο
Το αποτέλεσμα ήταν το «σκέψου θετικά» ή «αντικατέστησε τις αρνητικές σκέψεις με θετικές», να παρουσιάζεται σαν συμβουλή-πανάκεια. Εννοείται πως μια θετικότερη αντιμετώπιση των πραγμάτων έχει οφέλη και συμβάλλει στην ψυχική και σωματική υγεία. Απαιτείται όμως μια ισορροπία. Η κατάχρηση δεν ωφελεί κανέναν.

Η θετική σκέψη βοηθάει υπό μία προϋπόθεση. Για να έχει αποτέλεσμα, χρειάζεται να την πιστεύετε έστω και λίγο, να έχει κάποια πειστικότητα. Ειδάλλως, θα νιώσετε σαν να κοροϊδεύετε τον εαυτό σας και δεν θα αισθανθείτε καλύτερα. Το αντίθετο. Θυμηθείτε την τελευταία φορά που κάποιος προσπάθησε να φτιάξει την καλή σας διάθεση ή να σας ενθαρρύνει μετά από μια απογοήτευση με λόγια που δεν πιστεύατε καθόλου. Τι αποτέλεσμα είχε και πώς νιώσατε;

Η κατάχρηση θετικής σκέψης σπέρνει δεινά
Επιπλέον, η κατάχρηση της θετικής σκέψης δεν σας προετοιμάζει για πιθανές δυσκολίες. Η πραγματικότητα ενέχει και αρνητικές καταστάσεις και η πιθανή πρόβλεψή τους μπορεί να οδηγήσει σε κατάλληλη προετοιμασία για μια επιτυχή αντιμετώπιση.

Η θετική σκέψη δεν σημαίνει άγνοια αρνητικών πιθανοτήτων.

Επιλέξτε θετική σκέψη με επίγνωση… και καλή επιτυχία!

Ας μιλήσουμε για την ντροπή

Μπορείς να φέρεις στον νου σου μια κατάσταση όπου στάθηκες ανήμπορος να εκτεθείς μπροστά σε άλλους; Πόσες φορές έχεις ευχηθεί να «ανοίξει η γη να σε καταπιεί»; Έχεις βρεθεί ποτέ στην θέση όπου απέφυγες ένα άτομο μόνο και μόνο επειδή ένιωσες ότι το βλέμμα του σε διαπερνά; Αν κατάφερες να τοποθετήσεις τον εαυτό σου σε κάποιες από αυτές τις καταστάσεις τότε σίγουρα θα ένιωσες ένα συναίσθημα αρκετά γνώριμο: Αυτό της ντροπής.

Η περιπλοκότητα του συναισθήματος της ντροπής

Το συναίσθημα της ντροπής αποτελεί ένα αρκετά περίπλοκο και διαβρωτικό συναίσθημα. Το υποκείμενο που ντρέπεται, καταστέλλει την επιθυμία του να εκφράσει τα συναισθήματα του φοβούμενο ότι θα ρεζιλευτεί περιορίζοντας την ικανότητα του να αισθανθεί ελεύθερο και χαρούμενο για αυτό που πραγματικά είναι. Το αίσθημα της ντροπής συμπιέζει και τα αρνητικά συναισθήματα που τυχόν βιώνει το άτομο, όπως είναι ο φόβος, η λύπη, η ανησυχία, στερώντας του έτσι την δυνατότητα να αποφορτιστεί συναισθηματικά. Ζει λοιπόν, σε ένα καθεστώς όπου επικρατεί έντονο άγχος το οποίο πηγάζει από τον έντονο φόβο της απόρριψης από τους άλλους.

Το άτομο που ντρέπεται...

Το άτομο που ντρέπεται χαμηλώνει το βλέμμα και κοκκινίζει πολύ εύκολα. Πολύ συχνά υποτιμάει τον εαυτό και δεν χάνει ευκαιρία να απομονώνεται. Κατά την διάρκεια της διαδικασίας αποφεύγει το βλέμμα, και ομολογεί την επιθυμία του να είναι «αόρατο» και «να εξαφανιστεί από προσώπου γης». Είναι εμφανές δηλαδή ότι το υποκείμενο της ντροπής σταδιακά υποτιμάει τον εαυτό του τόσο που η υποτίμηση γίνεται συνώνυμο της ύπαρξης του.

Πώς όμως δημιουργήθηκε αυτή η απαξιωτική αίσθηση εαυτού;

Η πηγή λοιπόν της ντροπής για ένα άτομο μπορεί να είναι σωματική, ψυχική, ηθική, κοινωνική και οικογενειακή ή ένα σύμπλεγμα όλων αυτών.

Η σωματική, αφορά την κατάσταση του σώματός του, την πιθανή σωματική αναπηρία του, την έλλειψη καθαριότητας, την κακοσμία, την εξωτερική εμφάνιση και την πιθανή έκθεση της γύμνιας του σώματος του με βίαιο και ταπεινωτικό τρόπο αλλά και περιλαμβάνει και την γελιοποίηση και τον εξευτελισμό που προκύπτουν από τα παραπάνω.

Η ψυχική αφορά την απώλεια της αυτοεκτίμησης κ ότι μπορεί να την προκαλέσει οδηγώντας στην εσωτερική κατάρρευση του ατόμου. Η απαρχή της απώλειας συνήθως τοποθετείται όταν το παιδί προσπαθεί να δείξει τις ικανότητες του στους γονείς, αλλά εκείνοι έχοντας μια απορριπτική στάση δεν απαντούν με κατανόηση και προσοχή σε αυτή την προσπάθεια. Το παιδί από εκείνο το σημείο και έπειτα νιώθει ανίκανο να ικανοποιήσει τους γονείς του για αυτό που είναι αποκτώντας έτσι μειωμένη αξία εαυτού.

Η ηθική αφορά την παραβίαση κοινά αποδεκτών κοινωνικών κανόνων και αξιών. Η ντροπή που βιώνεται πρώτα ως απειλή απόρριψης από το κοινωνικό σύνολο, σχετίζεται πάντα με τις κυρίαρχες κοινωνικές αξίες, ηθικές επιταγές και κοινωνικές νόρμες που έχουν μέσω της εκπαίδευσης εσωτερικευθεί από το άτομο διαμορφώνοντας τον ιδανικό εαυτό ο οποίος διαμορφώνεται από τις τρέχουσες αξίες και πεποιθήσεις κάθε κοινωνίας. Όταν το άτομο παραβιάσει αυτούς τους κανόνες ντρέπεται, αφού ο εαυτός του όπως καθρεπτίζεται στο βλέμμα του άλλου απέχει κατά πολύ από τον ιδανικό εαυτό του που έχει φαντασιωθεί.

Η κοινωνική αφορά τον στιγματισμό του ατόμου λόγω της διαφορετικότητας του (θρησκεία, σεξουαλική ταυτότητα, κουλτούρα). Το άτομο όντας διαφορετικό βιώνει την απόρριψή του από το κοινωνικό σύνολο και κατ’ επέκταση και την αποξένωση του από αυτό, τροφοδοτώντας ολοένα και περισσότερο το αίσθημα της ντροπής του.

Η οικογενειακή αφορά το αίσθημα της αποτυχίας που ανατροφοδοτείται από την οικογένεια του ατόμου που ντρέπεται. Οι αιτίες της ντροπής μπορεί να είναι οι «κακές» πράξεις του παιδιού, με βάση πάντα την κρίση των γονιών του όπως η νυκτερινή ενούρηση, ο αυνανισμός, αλλά και διάφοροι άλλοι λόγοι που μπορεί να τους φέρουν σε κατάσταση γελιοποίησης μπροστά στους μεγάλους.

Βασική αιτία ντροπής μπορεί να είναι ότι το άτομο δεν αποτελούσε καρπός της επιθυμίας των γονιών του. Ακόμη, ντροπή μπορεί να νιώσει ένα παιδί όταν δέχεται ταπεινώσεις είτε λόγω των γονέων είτε ενώπιων τους χωρίς εκείνοι να κάνουν τίποτα για να το προστατεύσουν.

Η ενδοοικογενειακή βία επίσης μπορεί να βρίσκεται στην ρίζα της ντροπής. Επίσης, μια βασική πηγή ντροπής για ένα παιδί είναι η ντροπή για τους γονείς όταν εκείνοι δεν συμπεριφέρονται σύμφωνα με τα κανονιστικά σχήματα που επικρατούν , τα οποία αφορούν το ντύσιμο, την εμφάνιση τη συμπεριφορά τους , τον τρόπο που μιλούν ή μια χρόνια ασθένεια. Το αίσθημα της ντροπής αφορά επίσης την οικονομική δυσμένεια που μπορεί να βιώνει ένα παιδί. Αυτή δεν είναι πηγή ντροπής από μόνη της, αλλά μπορεί να γίνει όταν οι συνθήκες ζωής γίνονται εξαιρετικά υποβαθμισμένες με αρνητικές επιπτώσεις στην υγιεινή του παιδιού και στην δυνατότητα του να ζει αξιοπρεπώς. Το παιδί σε αυτή την περίπτωση ντρέπεται για τον εαυτό του που σκέφτεται αρνητικά για την οικογενειακή του κατάσταση.

Το βλέμμα των άλλων στις παραπάνω περιπτώσεις γίνεται «γνώμονας» της ίδιας της ύπαρξης του ατόμου. Αυτό το βλέμμα κρίνει και κατακρίνει και φαίνεται να διαπερνά το άτομο εισχωρώντας βαθιά μέσα του και αποκαλύπτοντας τις αδυναμίες του και τις ανεπάρκειες του. Το άτομο που ντρέπεται ταυτίζεται με αυτό το βλέμμα, και ενστερνίζεται την απαξίωση του. Θεωρεί λοιπόν ότι δεν έχει αξία και ντρέπεται για αυτό. Η ντροπή τοποθετεί μέσα του έναν κριτή που του υπενθυμίζει ότι δεν αξίζει τίποτα και ότι είναι ένα μηδενικό χωρίς ελπίδα να γίνει κάτι καλύτερο. Ένα παιδί λοιπόν, που δεν έχει εισπράξει την αποδοχή για αυτό που είναι από τους γονείς του και έχει τύχει ειρωνικών σχολίων για το πως είναι από τους άλλους, θα αισθανθεί μια προσωπική αίσθηση ανεπάρκειας η οποία θα το ακολουθεί σαν συστατικό της ύπαρξής του και στις μετέπειτα διαπροσωπικές το σχέσεις.

Υπάρχει όμως κάποια θετική διάσταση στο συναίσθημα της ντροπής;

Στην σύγχρονη κοινωνία των «επιμελώς καμουφλαρισμένων συναισθημάτων» σπάνια παρατηρείται έστω και η χρήση της λέξης ντροπή. Η ντροπή δηλαδή ως συναίσθημα που από μόνο του ανήκει στα «μη λεκτά» τείνει να «αποσιωπάται» σαν να είναι «ταμπού».

Ντρεπόμαστε λοιπόν για την ίδια μας την ντροπή αφού η σκληρή πραγματικότητα έχει καταδικάσει το συγκεκριμένο συναίσθημα που παλαιότερα θεωρείτο ένδειξη αρετής και σοφίας.

Συνώνυμο της επιτυχίας στην έντονα ανταγωνιστική εποχή του σήμερα αποτελεί η σχεδόν επιβεβλημένη προβολή των επιτευγμάτων και των ικανοτήτων μας αποκλείοντας έτσι την οποιαδήποτε ένδειξη συστολής. Καταδικάζουμε λοιπόν την ντροπή μας αλλά παράλληλα όλα τα θετικά στοιχεία που δύναται να προσφέρει το συγκεκριμένο συναίσθημα, φορώντας ένα «προσωπείο» που ολοένα και μας απομακρύνει από τους συνανθρώπους μας.

Η ντροπή λοιπόν προκύπτει όταν εκθέτουμε στους άλλους τον εαυτόν μας. Τα συναίσθημα της ντροπής επομένως ανακύπτει είτε όταν βρισκόμαστε πολύ κοντά είτε πολύ μακριά από τους άλλους. Όταν είμαστε πολύ κοντά, ντρεπόμαστε γιατί νιώθουμε εκτεθειμένοι, δίνοντας την ευκαιρία στους άλλους να μας «παραβιάσουν» ώστε να επιβεβαιώσουν όλες τις πτυχές τις ύπαρξής μας. Όταν είμαστε απομακρυσμένο όμως, πάλι ντρεπόμαστε, καθώς αδιαφορούμε για την γνώμη των άλλων, βιώνοντας έτσι προκαταβολικά την απόρριψη τους. Το άτομο απομονώνεται ολοένα και περισσότερο φοβούμενο για το πώς θα εμφανιστεί στον άλλον. Δεν θρηνεί κρύβοντας την θλίψη του και δεν τρέμει κρύβοντας των φόβο και το άγχος του ζώντας έτσι σε μια «τρομοκρατία» της σύγχρονης εποχής όπου η αποφόρτιση των αρνητικών συναισθημάτων αποτελεί ένδειξη αδυναμίας.

Η ντροπή λοιπόν μπορεί να αποτελέσει εφόδιο για το άτομο όταν προκύπτει από κάτι υγιές μέσα του που θέλει να μείνει θετικά συνδεδεμένο με τους συνανθρώπους του , αποκτώντας έτσι , όπως είπαμε και παραπάνω την σωστή απόσταση από αυτούς.

Πώς μπορούμε όμως να γνωρίσουμε την θετική διάσταση της ντροπής μας;

Αρχικά, το άτομο που ντρέπεται τις περισσότερες φορές δεν παραδέχεται την ντροπή του. Το πρώτο βήμα επομένως σε μια ψυχοθεραπευτική διαδικασία που έχει ως στόχο την αντιμετώπιση της ντροπής είναι το άτομο να μπορέσει να παραδεχτεί την ύπαρξη τους συγκεκριμένου συναισθήματος. Αυτό θα επιτευχθεί με το να μπορέσει να κατονομάσει την ντροπή του και να μιλήσει για αυτή, αποβάλλοντας έτσι το μεγαλύτερο εμπόδιο το οποίο είναι «η ντροπή της ντροπής». Το άτομο,  διαπιστώνει ποιοι είναι οι λόγοι που τον κάνουν να ντρέπεται και αν αυτοί είναι όντως υπαρκτοί και δικαιολογούν τον πρωταγωνιστικό ρόλο του συγκεκριμένου συναισθήματος στη ζωή του.

Ακόμη σημαντικό βήμα της διαδικασίας είναι να επεξεργαστεί τις τραυματικές εμπειρίες που έχει βιώσει οι οποίες συντέλεσαν στην απορριπτική στάση που οικειοποιήθηκε για τον εαυτό του. ‘Όταν συμβούν τα παραπάνω και συστηθούμε με την ντροπή μας και κατ’ επέκταση με τον εαυτό μας θα μπορέσουμε να γίνουμε οι πρωταγωνιστές της ζωής μας και παράλληλα να αποκτήσουμε ουσιαστικές σχέσεις με του συνανθρώπους μας.

Γνωρίζοντας την ντροπή μας … οικοδομούμε την υπερηφάνεια μας!

Αυτούς που παίζουν για να σε χάσουν, άστους να κερδίσουν

Δεν είναι λίγες οι φορές που διεκδικούμε την προσοχή, τη φροντίδα, την αποδοχή, την αγάπη, ανθρώπων που αργά ή γρήγορα μας απογοητεύουν, μας πληγώνουν, μας προκαλούν εσωτερικές συγκρούσεις και μας οδηγούν σε συναισθηματικές καταστάσεις δυσάρεστες έως νοσηρές.

Ανθρώπους που παίζουν με τα συναισθήματά μας και αδιαφορούν για τον τρόπο με τον οποίο μας επηρεάζουν αρνητικά, τεντώνοντας διαρκώς τα όριά μας με τη συμπεριφορά τους. Ανθρώπους που θα έλεγε κανείς πως παίζουν για να μας χάσουν. Αυτούς τους ανθρώπους λοιπόν, ας τους αφήσουμε να κερδίσουν!

Είναι αλήθεια πως τα όριά μας τα βάζουμε μόνοι μας. Δηλώνοντας αυτά που δεν μας αρέσουν και ορίζοντας «ποινές» που θα πρέπει να τηρούνται πάσει θυσία αν χρειαστεί, προκειμένου να γίνουν σαφή και σεβαστά τα όρια αυτά. Στις πιο στενές μας σχέσεις όμως και σε εκείνες που έχουν ήδη εδραιωθεί από χρόνια σε μία βάση, είναι από δύσκολο έως σχεδόν ακατόρθωτο να γίνει αυτό χωρίς επιμονή και συνεχή προσπάθεια τήρησής τους, με κόστη που συχνά δεν είμαστε διατεθειμένοι να πληρώσουμε. Έτσι παραμένουμε σε σχέσεις οικείες μα δυσλειτουργικές, σχέσεις που προκαλούν τοξικά συναισθήματα και οδηγούν σε ασθένειες, ψυχικές και σωματικές.

Οι άνθρωποι έχουμε την τάση να διερευνούμε την ελαστικότητα των ορίων των άλλων και να διεκδικούμε την άμβλυνσή τους, ως απόδειξη της δικής μας δύναμης και επιρροής. Και αυτό συνήθως συμβαίνει στις σχέσεις – ακόμα και σε εκείνες που θεωρούνται καλές – αναπτύσσοντας έτσι στοιχεία που είναι από εξαρτητικά έως καταστροφικά. Ο καθένας όμως έχει καθήκον να προστατεύει τον εαυτό του μόνος του και να μην επιλέγει το ρόλο του θύματος δημιουργώντας θύτες που έπειτα κατηγορεί με ευκολία για την κατάστασή του.

Αν λοιπόν έχεις κι εσύ στη ζωή σου ανθρώπους που έλκυσες, επέλεξες, έδωσες και δεν πήρες αυτά που προσδοκούσες, αν έχεις κι εσύ στη ζωή σου ανθρώπους που δεν σέβονται τα όριά σου, που υποτιμούν τη νοημοσύνη σου, που προσβάλλουν την ηθική σου, αν έχεις κι εσύ στη ζωή σου ανθρώπους που παίζουν με τα συναισθήματά σου, με το μυαλό σου και ε την ψυχή σου, ανθρώπους που παίζουν για να σε χάσουν, τότε αυτούς τους ανθρώπους, άστους να κερδίσουν!

Όσα η φύση τολμά, ο άνθρωπος ούτε καν τα πλησιάζει

Πόση ομορφιά χωρά σε ένα λουλούδι και πόση σε έναν άνθρωπο; Πώς το “ναι χωρά” γίνεται πράξη στην φύση και πώς στον άνθρωπο; Μη μου πεις μόνο λόγια, τα λόγια τα ‘χω κι εγώ μέσα μου, πράξεις πες μου και παραδείγματα.

Θα αργήσεις να μου δείξεις, πρέπει να ψάξεις πολύ για να βρεις κάτι αληθινό στους ανθρώπους, μα η φύση μου δείχνει αλήθειες κάθε μέρα. Κι αν επιλέγω το μακρυά σου άνθρωπε, είναι αυτό, που κουράστηκα μόνο να τα μιλώ. Η φύση εκφράζει, αναπνέει, ευωδιάζει, ανθίζει! Κι ο άνθρωπος τι;

Ένας χειμώνας που παγώνει κάθε ελπίδα για ζωή. Όσα η φύση τολμά, ο άνθρωπος ούτε καν τα πλησιάζει!

Όλοι μιλούν για μοναξιά στον άνθρωπο, λένε πως δεν θα τα καταφέρει μόνος, πως θα είναι άσχημα, δεν θα την παλέψει, θα χαθεί σε λαβυρίνθους απομόνωσης και πώς θα ζήσει; Φοβάται ο άνθρωπος το μετέωρο, δεν πληγιάζει τα χέρια του για να πιαστεί να ανέβει. Ένα δέντρο φυτρώνει ακόμη και στην άκρη ενός γκρεμού και στέκει αγέρωχο κι ας το χτυπούν οι άνεμοι κι ας το πονούν οι βράχοι!

Όσα η φύση τολμά, ο άνθρωπος ούτε καν τα πλησιάζει! Κι αν τα λουλούδια, τα δέντρα, τα πουλιά είναι της φύσης παιδιά, ο άνθρωπος από ποιας γέννας την κραυγή να ‘ρχίνισε και τη μισεί την φύση τόσο; Την ζηλεύει, την φθονεί και γιαυτό την καταστρέφει!

Τα μπλέκουν οι άνθρωποι τα πράγματα. Οι ζωές τους πατροναρισμένες σε κανονισμούς, σε συγκεκριμένες ασφαλτοδρομένες διαδρομές χωρίς ξέφωτα, διακλαδώσεις, χωρίς επιλογή!

Η φύση δεν βλέπει εμπόδια, ανοίγει δρόμους με την δύναμή της, δεν καταστρέφει, δημιουργεί καινούριες ευκαιρίες ζωής! Πόση ομορφιά χωρά σε ένα λουλούδι και πόση σε έναν άνθρωπο;

Η ομορφιά στη φύση στέκει μόνη. Τι να την κάνει την παρέα; Κι έτσι μονάχη συνεχίζει να μαγεύει, να γεμίζει ερωτηματικά, να αναπολεί, να γεύεται τα χρώματα που ευωδιάζουν από την δική της πηγή, από το δικό της χώμα, από τα δικά της έγκατα.

Δεν αντέχεις άνθρωπε την ομορφιά της φύσης γιατί αν μπορούσες να την χωρέσεις μέσα σου, χωρίς να σε πνίξει, θα μπορούσες να αγκαλιάσεις επιτέλους και το ίδιο σου τον εαυτό…

Και τελικά όσα η φύση τολμά, ο άνθρωπος ούτε καν τα πλησιάζει!