Σάββατο 23 Σεπτεμβρίου 2017

Κινήσεις της Γης γύρω από το εαυτό της και τον Ήλιο και τα αποτελέσματά τους

Seasons1Ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τους αστρονόμους παρουσιάζουν εκείνα τα φαινόμενα, τα οποία έχουν άμεση επίδραση σε φαινόμενα που παρατηρούνται στη Γη.  Το κλίμα μας, π.χ., καθορίζεται από την ηλιακή ακτινοβολία που προσπίπτει στη Γη.  Η ημέρα και η νύχτα, οι εποχές του έτους και ο υπολογισμός του χρόνου καθορίζονται από τις κινήσεις που κάνει η Γη στον ουράνιο χώρο.  Η άμπωτις και η πλημμυρίς εξηγούνται από τις ελκτικές δυνάμεις που ασκούνται από τον Ήλιο και τη Σελήνη.
 
Αναπαράσταση της «ελλειπτικής» τροχιάς της Γης περί τον Ήλιο

Η Γη κάνει, όπως είναι γνωστό, δύο κινήσεις.  Μία ημερήσια γύρω από τον άξονα της, την περιστροφή, και μια ετήσια γύρω από τον Ήλιο, την περιφορά.
 
Αποτελέσματα της περιστροφής της Γης
α) Στην περιστροφή της Γης οφείλεται η εναλλαγή μεταξύ της ημέρας και της νύχτας στη διάρκεια του 24ωρου.  Η διαφορετική χρονική διάρκεια της ημέρας και της νύχτας κατά τη διάρκεια του έτους, η οποία παρατηρείται στους τόπους της ζώνης μεταξύ του ισημερινού και του πολικού κύκλου, οφείλεται στην ετήσια περιφορά της Γης γύρω από τον Ήλιο.
β) Στον ισημερινό η Γη έχει μεγαλύτερη γωνιακή ταχύτητα απ’ ότι σε μεγαλύτερα γεωγραφικά πλάτη, εξαιτίας της περιστροφής της.  Στο γεγονός αυτό οφείλεται η διόγκωση της στον ισημερινό και η πλάτυνσή της στους πόλους, δηλαδή η μεταβολή της γήινης σφαίρας σε Ελλειψοειδές,
γ) Η απόκλιση που παρατηρείται στα θαλάσσια ρεύματα και στους ανέμους οφείλεται στην περιστροφή της Γης (Δύναμις Coriolis).  
δ) Οι παλίρροιες, σε συνδυασμό με την ελκτική δύναμη της Σελήνης και του Ήλιου, οφείλονται επίσης στην περιστροφή της Γης.
 
Αστρική ημέρα 23 ώρες, 56 πρώτα λεπτά,4 δευτερόλεπτα
Διαφορά μεταξύ της ηλιακής και αστρικής ημέρας3 πρώτα λεπτά,56 δευτερόλεπτα.
Ηλιακή ημέρα 24 ώρες   
 
Αποδείξεις για την περιστροφή της Γης
  • α) Όλα τα σώματα που πέφτουν προς τη Γη από μεγάλο ύψος δεν πέφτουν κατακόρυφα κάτω από το σημείο ρίψης στην επιφάνεια της (Σχήμα), αλλά λίγο ανατολικότερα.  Η επίδραση του ανέμου έχει αποκλειστεί.
Το φαινόμενο αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι το σημείο ρίψης που βρίσκεται ψηλότερα, έχει μεγαλύτερη ταχύτητα περιστροφής από το υποκείμενο επιφανειακό σημείο.  Το σώμα πέφτει ανατολικότερα από το αντίστοιχο προς το σημείο ρίψης επιφανειακό σημείο, επειδή η περιστροφή της Γης γίνεται από τα δυτικά προς τα ανατολικά.
 
img1001
Η μη κατακόρυφη πτώση ενός σώματος στην επιφάνεια της Γης, αποδεικνύει την περιστροφή της Γης από δυτικά προς τα ανατολικά.
  • β) Όπως γνωρίζουμε από τη φυσική, ο Φουκό απέδειξε με το εκκρεμές την περιστροφή της Γης.  Οι αιωρήσεις ενός εκκρεμούς, εάν αποκλειστούν εξωτερικές δυνάμεις, γίνονται πάντοτε στο ίδιο επίπεδο.
Ο Φουκό αφού κρέμασε ένα εκκρεμές στο θόλο του Πάνθεου του Παρισιού και το άφησε να αιωρείται, παρατήρησε ότι το επίπεδο των αιωρήσεων του εκκρεμούς φαινόταν να στρέφεται από ανατολικά προς τα δυτικά.  Επειδή όμως, όπως προαναφέραμε, το επίπεδο αιωρήσεων παραμένει αμετάβλητο, ο Φουκό έβγαλε το συμπέρασμα ότι η Γη περιστρέφεται γύρω από τον άξονα της από δυτικά προς τα ανατολικά.
 
Το επίπεδο αιωρήσεων ενός εκκρεμούς στο επίπεδο του πόλου, σε 24 ώρες, θα διαγράψει έναν πλήρη κύκλο (Σχήμα).  Η σχηματιζόμενη γωνία μεταξύ του επίπεδου αιωρήσεων και της αρχικής διεύθυνσης, σε 24 ώρες, είναι τόσο μικρότερη, όσο πλησιέστερα βρίσκεται προς τον ισημερινό ο τόπος όπου διεξάγονται οι αιωρήσεις του εκκρεμούς.
  • γ) Εάν η Γη ήταν μια ακίνητη σφαίρα, τότε οι άνεμοι που πνέουν προς τον ισημερινό, θα έπρεπε να έφταναν σ’ αυτόν πνέοντας κατά μήκος ενός μεσημβρινού.  Δεν συμβαίνει όμως αυτό στην πραγματικότητα.
Στο Β. ημισφαίριο αποκλίνουν προς τα δεξιά και στο Ν. ημισφαίριο προς τα αριστερά, εξαιτίας της περιστροφής που κάνει η Γη (Σχήμα).
 
img1002
Το επίπεδο αιωρήσεων ενός εκκρεμούς φαίνεται να διαγράφει έναν πλήρη κύκλο στο επίπεδο του πόλου
 
img1003
Η απόκλιση των ανέμων είναι μια απόδειξη της περιστροφής της Γης
 
Οι άνεμοι που πνέουν από τον ισημερινό προς τους πόλους προχωρούν από περιοχές με μεγαλύτερη ταχύτητα περιστροφής, σε περιοχές με μικρότερη ταχύτητα και, κατά συνέπεια, προπορεύονται της ταχύτητας περιστροφής των σωματιδίων της ατμόσφαιρας σε μεγαλύτερα γεωγραφικά πλάτη.  Με αντίθετη διεύθυνση, οι άνεμοι προχωρούν σε ζώνες με μεγαλύτερη ταχύτητα περιστροφής και υπολείπονται, σε σχέση προς την ταχύτητα περιστροφής των σωματιδίων της ατμόσφαιρας, σε περιοχές με μικρότερο γεωγραφικό πλάτος.
 
Αποκλίσεις επίσης των αέριων μαζών παρατηρούνται όταν αυτές κινούνται και προς την διεύθυνση των παράλληλων κύκλων, γιατί μια, προς τα ανατολικά, επιτάχυνση δίνει στα κινούμενα σωματίδια τέτοια ταχύτητα, η οποία αντιστοιχεί σε ταχύτητα περιστροφής μικρότερου γεωγραφικού πλάτους, και για το λόγο αυτό αποκλίνουν προς τον ισημερινό.  Αντίθετα μια επιτάχυνση, προς τα δυτικά, προκαλεί μείωση της ταχύτητας περιστροφής και, κατά συνέπεια, απόκλιση των κινούμενων σωματιδίων προς τον πόλο.
  • δ) Η εναλλαγή της ημέρας και της νύχτας αποδεικνύει την περιστροφή της Γης.
Περιφορά της Γης γύρω από τον Ήλιο
Εκτός από την ημερήσια περιστροφή γύρω από τον άξονα της από δυτικά προς τα ανατολικά, η Γη κάνει και μία ετήσια περιφορά γύρω από τον Ήλιο.
 
img1004
Σύμφωνα με τον 2ο νόμο του Kepler οι επιφάνειες F1 και F2 είναι ίσες. Γ1 και Γ2 θέσεις της Γης κατά την ετήσια περιφορά της γύρω από τον Ήλιο.
 
Η κίνηση της Γης γύρω από τον Ήλιο γίνεται σύμφωνα με τον πρώτο νόμο του Kepler.  Η Γη κινείται γύρω από τον Ήλιο σε ελλειπτική τροχιά, της οποίας τη μια εστία Η κατέχει ο Ήλιος.  Ο μεγάλος άξονας της γήινης τροχιάς λέγεται αψιδική γραμμή.  Η μεγαλύτερη απόσταση της Γης από τον Ήλιο λέγεται Αφήλιο, και η μικρότερη Περιήλιο.(σχήμα)
 
Η Γη κάνει μία περιφορά γύρω από τον Ήλιο σε 365 ημέρες, 5 ώρες, 48 λεπτά και 18 δευτερόλεπτα.  Σε αντίθεση με τη γωνιακή ταχύτητα, που κατά τη διάρκεια της περιστροφής της στον ισημερινό δεν φτάνει τα 0,5 Km/sec, η ταχύτητα περιφοράς της Γης με 29,76 Km/sec είναι περίπου 60 φορές μεγαλύτερη.
 
Διαστάσεις της τροχιάς τη Γης
  • Μήκος τροχιάς = 940· 106 Km
  • Μικρότερη απόσταση Ηλίου – Γης (Περιήλιο στις 2 Ιανουαρίου) = 147· Ι06   Km
  • Μέση απόσταση = 150· Ι06   Km
  • Μέγιστη απόσταση (Αφήλιο) στις 2 Ιουλίου = 152· 106    Km
  • Μέση ταχύτητα περιφοράς περίπου 30 Km/sec = 1:: 10000 της ταχύτητας του φωτός.
Σύμφωνα με το δεύτερο νόμο του Kepler, η επιβατική ακτίνα (η γραμμή που συνδέει τα κέντρα Γης και Ήλιου), σε ίσους χρόνους, γράφει ίσες επιφάνειες.  Οι επιφάνειες F1 και F2, στο πάνω σχήμα των εμβαδών, έχουν το ίδιο εμβαδό, αλλά τα τόξα που αντιστοιχούν σ’ αυτές έχουν διαφορετικά μήκη, κατά συνέπεια η Γη, στο μεγαλύτερο τόξο, πρέπει να κινείται με μεγαλύτερη ταχύτητα.  Αυτός είναι ο λόγος που οι αστρονομικές εποχές δεν έχουν την ίδια διάρκεια.
 
Διάρκεια των αστρονομικών εποχών
α) Άνοιξη, από 21 Μαρτίου ως 22 Ιουνίου = 92 ημέρες και 21 ώρες.
β) Καλοκαίρι, από 22 Ιουνίου ως 23 Σεπτεμβρίου = 93 ημέρες και 14 ώρες.
γ) Φθινόπωρο, από 24 Σεπτεμβρίου ως 22 Δεκεμβρίου = 89 ημέρες και 19 ώρες.
δ) Χειμώνας, από 22 Δεκεμβρίου ως 21 Μαρτίου = 89 ημέρες , 9 ώρες.
Καμία αστρονομική εποχή του έτους δεν είναι ίση με άλλη.  Η θερινή περίοδος του έτους (άνοιξη και καλοκαίρι) έχει μεγαλύτερη διάρκεια, περίπου 8 ημέρες, από τη χειμερινή περίοδο.
 
Αποτελέσματα της περιφοράς της Γης
α) Η διαφορετική διάρκεια της ημέρας και της νύχτας οφείλεται στην ετήσια περιφορά της Γης γύρω από τον Ήλιο.
β) Η περιφορά της Γης καθορίζει τις διάφορες εποχές τους έτους.  Στα δικά μας γεωγραφικά πλάτη διακρίνουμε 4 εποχές, με σημαντική θερμική διαφοροποίηση στη διάρκεια του έτους.
γ) Στην περιφορά της Γης οφείλεται το ηλιακό κλίμα και η διαίρεση της Γης σε ηλιακές κλιματικές ζώνες.
δ) Σε συνδυασμό με τις κινήσεις της Σελήνης, η περιφορά της Γης προκαλεί τις εκλείψεις Σελήνης και Ήλιου, τις φάσεις της Σελήνης και τις παλίρροιες.
 
Η θέση του άξονα της Γης προς το επίπεδο της εκλειπτικής
Εάν ο άξονας της Γης ήταν κάθετος προς το επίπεδο της τροχιάς της Γης, τότε η διάρκεια της ημέρας και της νύχτας θα ήταν πάντοτε ίση.
 
Εάν η Γη έστρεφε, κατά την περιφορά της προς τον Ήλιο, σταθερά τον ίδιο πόλο του άξονα της, τότε το ένα ημισφαίριο θα είχε συνέχεια ημέρα και το άλλο συνέχεια νύχτα.
 
Στην πραγματικότητα όμως, η διάρκεια της ημέρας δεν είναι σταθερή κατά τη διάρκεια του έτους, εκτός από τα τμήματα της επιφάνειας της Γης που βρίσκονται κοντά στον ισημερινό.  Ο άξονας της Γης σχηματίζει με το επίπεδο της εκλειπτικής, γωνία 66 ½° (Σχήμα). Αυτή η γωνία του άξονα διατηρείται σταθερή κατά την περιφορά της Γης γύρω από τον Ήλιο, γιατί αυτός κινείται όπως ο άξονας της σβούρας.  Ο άξονας μετατοπίζεται, κατά την περιφορά του, παράλληλα προς την εκάστοτε προηγούμενη θέση του.
 
img1005
Η γωνία του άξονα της Γης ως προς το επίπεδο της εκλειπτικής και του ισημερινού.
 
Επειδή το επίπεδο του ισημερινού της Γης βρίσκεται στο ίδιο επίπεδο με αυτό του ουράνιου ισημερινού, τα δύο επίπεδα σχηματίζουν με το επίπεδο της γήινης τροχιάς, γωνία 23 ½°.  Αυτή η γωνία λέγεται λόξωση της εκλειπτικής.
 
Το επίπεδο της τροχιάς της Γης είναι η εκλειπτική.  Η πλάγια θέση του άξονα της Γης, ως προς το επίπεδο της εκλειπτικής, αποτελεί την αιτία για τις διάφορες σχέσεις φωτισμού, κατά την περιφορά της Γης γύρω από τον Ήλιο.
 
Το κάτω σχήμα δείχνει τις διαφορετικές σχέσεις φωτισμού στην αρχή των τεσσάρων εποχών του έτους, στην επιφάνεια της Γης.
 
α) Η διαφορετική διάρκεια της ημέρας.  Επειδή η απόσταση του Ήλιου από τη Γη είναι μεγάλη, μπορούμε να δεχτούμε ότι οι ηλιακές ακτίνες, που προσπίπτουν στην επιφάνεια της Γης, είναι παράλληλες.  Πάντοτε, το ένα ημισφαίριο της Γης φωτίζεται, ενώ το άλλο σκιάζεται.  Η γραμμή της σκιάς, όπως φαίνεται και στο Σχ. 103, μετατοπίζεται κατά την περιφορά της Γης γύρω από τον Ήλιο.
Στις 21 Μαρτίου και 23 Σεπτεμβρίου η γραμμή της σκιάς περνάει από τους δύο πόλους.  Η ημέρα και η νύχτα, σ’ όλους τους τόπους της επιφάνειας της Γης, έχουν την ίδια διάρκεια (ισημερία), επειδή στις παραπάνω ημερομηνίες το επίπεδο της εκλειπτικής συμπίπτει με το επίπεδο του ουράνιου ισημερινού.  Οι ηλιακές ακτίνες προσπίπτουν κάθετα στη ζώνη του ισημερινού (κάτω σχήμα).
 
Στις 21 Ιουνίου, κλίνει η Γη τον βόρειο πόλο του άξονα της προς τον Ήλιο.  Η γραμμή της σκιάς, στο Β. ημισφαίριο, περνάει δυτικά από το Β. Πόλο και ακουμπάει τον πολικό παράλληλο σ’ ένα σημείο.  Στο Ν. ημισφαίριο, η γραμμή της σκιάς ακουμπάει τον πολικό παράλληλο σ’ ένα σημείο ανατολικά από το Ν. Πόλο (κάτω σχήμα). Το επίπεδο της τροχιάς του Ήλιου συμπίπτει με το επίπεδο του βόρειου τροπικού.
 
img1006
Σχέσεις φωτισμού της Γης, στην αρχή των τεσσάρων εποχών του έτους.
 
Στις 21 Δεκεμβρίου, οι σχέσεις φωτισμού που επικρατούν στο Ν. ημισφαίριο είναι ίδιες με αυτές που επικρατούν στο βόρειο στις 21 Ιουνίου.
 
Η μετακίνηση της γραμμής της σκιάς, στην επιφάνεια της Γης, προκαλεί την άνιση διάρκεια της ημέρας και της νύχτας στη διάρκεια του έτους.
 
β) Οι εποχές του έτους και οι ηλιακές κλιματικές ζώνες.  Στις 21 Μαρτίου, για τις περιοχές του ισημερινού ο Ήλιος βρίσκεται στο Ζενίθ.  Σ’ όλες τις άλλες περιοχές, βόρεια και νότια από τον ισημερινό, οι ηλιακές ακτίνες προσπίπτουν πλάγια, και μάλιστα από 90° που είναι στον ισημερινό (πάνω σχήμα), η γωνία ελαττώνεται με την αύξηση του γεωγραφικού πλάτους, και στους πόλους γίνεται 0°.  Στις 21 Μαρτίου, ένας παρατηρητής που βρίσκεται στον Β.Π. βλέπει τον Ήλιο διαρκώς στον ορίζοντα.  Στο Β. ημισφαίριο, στις 21 Μαρτίου, έχουμε έναρξη της άνοιξης και στο Ν. ημισφαίριο έναρξη του Φθινοπώρου.
 
Στις 21 Ιουνίου, για τις περιοχές του βόρειου τροπικού παράλληλου ο Ήλιος βρίσκεται στο Ζενίθ.  Το βόρειο πολικό τμήμα μέχρι τον πολικό παράλληλο φωτίζεται σ’ όλη τη διάρκεια του 24ώρου.  Το αντίστοιχο, αντίθετα τμήμα, του νότιου ημισφαίριου σκιάζεται συνεχώς στη διάρκεια αυτού του 24ώρου.  Στο Β. ημισφαίριο αρχίζει το καλοκαίρι και στο Ν. ημισφαίριο ο χειμώνας.
 
Στις 23 Σεπτεμβρίου, έχουμε τις ίδιες σχέσεις φωτισμού στην επιφάνεια της Γης τις οποίες είχαμε στις 21 Μαρτίου, αλλά σε αντίθετα ημισφαίρια.  Στις 21 Δεκεμβρίου, στο Ν. ημισφαίριο επικρατεί η ίδια κατάσταση φωτισμού την οποία είχαμε στο Β. ημισφαίριο στις 21 Ιουνίου.
 
img1007
Ηλιακές κλιματικές ζώνες.
Η περιφορά της Γης γύρω από τον Ήλιο προκαλεί τη διαίρεση της Γης σε κλιματικές ζώνες (πάνω σχήμα).  Ασφαλώς το ηλιακό κλίμα, σε μεμονωμένα τμήματα της επιφάνειας της Γης, επηρεάζεται από τους τοπικούς κλιματικούς παράγοντες.
 
Το ηλιακό κλίμα μεταβάλλεται με την αύξηση του γεωγραφικού πλάτους και χαρακτηρίζεται από την ποσότητα της δεσμευόμενης θερμότητας.
 
Η δεσμευόμενη θερμότητα στην επιφάνεια της Γης εξαρτάται: 1) από τη γωνία πρόσπτωσης των ηλιακών ακτινών, 2) από τη διάρκεια της ημέρας και 3) από την απόσταση του Ήλιου από τη Γη. Η απόσταση του Ήλιου δεν έχει ιδιαίτερη πρακτική σημασία, αν σκεφτεί κανείς ότι ο Ήλιος βρίσκεται πιο κοντά στο Β. ημισφαίριο της Γης το Χειμώνα (2 Ιανουαρίου το Περιήλιο).  Η διαφορετική διάρκεια του θέρους και του χειμώνα δεν έχει ιδιαίτερη σημασία για το θερμικό ισοζύγιο των δύο ημισφαίριων.
 
Η λόξωση της εκλειπτικής καθορίζει όχι μόνο την πορεία της θερμοκρασίας στην επιφάνεια της Γης, αλλά και την εναλλαγή των υγρών και ξηρών περιόδων του έτους στην τροπική και υποτροπική ζώνη.
 
Οι ηλιακές κλιματικές ζώνες είναι η ισημερινή ή διακεκαυμένη που περιλαμβάνεται από τους τροπικούς παράλληλους (23 ½°) του Β. και Ν. ημισφαίριου, οι δύο εύκρατες, που καταλαμβάνουν τα τμήματα της επιφάνειας της Γης μεταξύ των τροπικών και πολικών παράλληλων (66½°) των δύο ημισφαίριων, και οι δύο πολικές ζώνες (πάνω σχήμα).
 
Ποσοστά επιφάνειας των ηλιακών ζωνών
Ισημερινή ζώνη = 202,2·106 Km2 = 39,8% της επιφάνειας της Γης
Εύκρατες ζώνες (η κάθε μία 132,6·106 Km2) = 265,2·106 Km2 = 52%   της επιφάνειας της Γης
Πολικές ζώνες (η κάθε μία 21,2·106 Km2) = 42,2·106 Km2 = 8,2 % της επιφάνειας της Γης
 
Άλλες κινήσεις της Γης
Εκτός από την περιστροφή και περιφορά που περιγράψαμε παραπάνω, η Γη πραγματοποιεί και άλλες κινήσεις, από τις οποίες, η μετάπτωση και η κλόνηση του άξονα της έχουν ιδιαίτερη σημασία.
 
Οι παραπάνω κινήσεις του άξονα της Γης ευθύνονται για τις μεταθέσεις των πόλων της Γης, οι οποίες είχαν σημασία για τις μετακινήσεις των ηπείρων και θαλασσών κατά τη διάρκεια της ιστορίας της.  Επίσης, οι μεταθέσεις των πόλων είχαν ως αποτέλεσμα την αλλαγή της θέσης του ισημερινού και, κατά συνέπεια, τη μεταβολή του κλίματος που παρατηρήθηκε στο παρελθόν στα διάφορα τμήματα της επιφάνειας της Γης.
 
Η εμφάνιση των παγετωδών περιόδων, στο γεωλογικό παρελθόν, συνδέεται εν μέρει με τις μεταθέσεις των πόλων της Γης.

Το Hubble ανακάλυψε το πρώτο ζεύγος αστεροειδών που μοιάζει με κομήτη

qlecyupmofsmcrkgqc3jΣτη ζώνη των αστεροειδών μεταξύ ‘Άρη και Δία οι αστρονόμοι ανακάλυψαν ένα παράξενο ζεύγος διαστημικών βράχων που συμπεριφέρονται όπως ένας κομήτης.  Οι δύο αστεροειδείς είχαν ανακαλυφθεί το 2006 και αρχικά είχαν θεωρηθεί ένα ενιαίο σώμα με την ονομασία 288Ρ. Όμως, τώρα έγινε αντιληπτό ότι πρόκειται για δύο ξεχωριστά σώματα, που βρίσκονται σε άκρως ελλειπτική τροχιά το ένα γύρω από το άλλο, σε απόσταση περίπου 100 χιλιομέτρων. Κάθε αστεροειδής έχει μήκος περίπου ενός χιλιομέτρου.

Είναι ένας αστεροειδής; Ένας κομήτης; Και τα δυο;

Το ζεύγος μοιάζει με κομήτη, επειδή εκρέει μεγάλες ποσότητες υδρατμών στο διάστημα, αφήνοντας έτσι μια ουρά πίσω του. Κατά καιρούς είχαν βρεθεί είτε ζεύγη αστεροειδών είτε μεμονωμένοι αστεροειδείς που μοιάζουν με κομήτες, αλλά ποτέ ως τώρα δεν είχαν παρατηρηθεί κάποιοι αστεροειδείς που να συνδυάζουν και τα δύο αυτά γνωρίσματα, δηλαδή ζεύγος με χαρακτηριστικά κομήτη.
 
Οι ερευνητές, με επικεφαλής την Jessica Agarwal του Ινστιτούτου Ερευνών Ηλιακής Δυναμικής Μαξ Πλανκ της Γερμανίας, που έκαναν τη σχετική δημοσίευση στο περιοδικό «Nature», χρησιμοποίησαν τη βοήθεια του διαστημικού τηλεσκοπίου Hubble για τις παρατηρήσεις τους.
 
Το 1996 οι αστρονόμοι είχαν κάνει την πρώτη ανακάλυψη ενός αστεροειδούς που «φτύνει» υδρατμούς στο διάστημα. Έκτοτε οι επιστήμονες έχουν ανακαλύψει ότι αρκετά σώματα στη ζώνη των αστεροειδών διαθέτουν μικρότερες ή μεγαλύτερες ποσότητες παγωμένου νερού, που μερικές φορές μετατρέπεται σε υδρατμούς.
 
Η καλύτερη μελέτη των αστεροειδών, οι οποίοι αποτελούν και δυνητική απειλή για τη Γη, αποτελεί βασικό στόχο των επιστημόνων. Η ευρισκόμενη σε εξέλιξη αποστολή Osiris-Rex της Αμερικανικής Διαστημικής Υπηρεσίας (NASA) αποσκοπεί στη λήψη δειγμάτων από έναν αστεροειδή και στην επιστροφή τους στη Γη, για να μελετηθούν.

Η Νέα Θρησκεία της Επιστήμης

Τι απέγινε η επιστήμη;

«Η επιστήμη είναι ένα κερί μέσα στο σκοτάδι. Λάμπει ένα φως στον κόσμο γύρω μας και μας επιτρέπει να δούμε πέρα από τις προκαταλήψεις και τους φόβους μας, πέρα από την άγνοια και τις ψευδαισθήσεις μας, πέρα από τη μαγική σκέψη των προγόνων μας που δίκαια πάλεψαν για την επιβίωση τους με το να φοβούνται και να προσπαθούν να δαμάσουν απόκρυφες και υπερφυσικές δυνάμεις. Ζούμε σε μια κοινωνία απολύτως εξαρτώμενη από την επιστήμη και την τεχνολογία, όπου σχεδόν κανένας δεν ξέρει τίποτα για την επιστήμη και την τεχνολογία» Carl Sagan

«Επιστήμη είναι η πίστη στην άγνοια των ειδικών» Richard Feynman

Πριν από πενήντα περίπου χρόνια δεν μπορούσαμε να αποφύγουμε την εμπλοκή σε επιχειρήματα κατά πόσον η επιστήμη και η θρησκεία είναι συμβατές ή ανταγωνιστικές. Σήμερα αυτό είναι νεκρό θέμα. Σαν επιστήμονας υπέθεσα ότι οι σύγχρονοι άνθρωποι του ιντερνέτ επιτέλους συνειδητοποίησαν ότι η επιστήμη δουλεύει και ότι η θρησκεία βασίζεται σε μύθους, ανακρίβειες, δοξασίες κι ευσεβείς πόθους. Αλλά τώρα τελευταία έκανα μια καταπληκτική συνειδητοποίηση, η θρησκεία επικράτησε. Η επιστήμη έγινε θρησκεία!

Ο όρος «επιστήμη» προέρχεται από το ρήμα επίσταμαι δηλ. γνωρίζω καλά. Δεν υπάρχει απόλυτη συμφωνία για το τι ακριβώς είναι επιστήμη, όπως και για πολλά άλλα επιμέρους θέματα που αφορούν τη λειτουργία και τη φύση της επιστήμης, διότι ακριβώς δεν περιέχει δόγματα. Αυτό ισχύει και για τον ορισμό της επιστήμης. Ένας ορισμός, ο οποίος είναι γενικά αποδεκτός, είναι: «Επιστήμη είναι η ορθολογική και μεθοδική έρευνα της πραγματικότητας και η συστηματική οργάνωση της γνώσης που προκύπτει από την έρευνα αυτή». Όπως βλέπουμε ο ορισμός αυτός «μπάζει από παντού»

Ο όρος «Επιστήμη» με την ευρεία έννοια αρχικά δήλωνε το οργανωμένο σώμα της εξακριβωμένης και τεκμηριωμένης γνώσης. Ο πρώτος αυτός ορισμός διατυπώνεται στο έργο Θεαίτητος του Πλάτωνα όπου ένας από τους συνομιλητές αναφέρει ότι «έστιν ουν επιστήμη δόξα αληθής μετά λόγου», δηλαδή η επιστήμη αποτελεί βεβαιωμένη με λογικά επιχειρήματα γνώση. Πολλές από τις ανθρώπινες προκαταλήψεις γύρω από τον τρόπο που λειτουργεί το σύμπαν έχουν αμφισβητηθεί κατά καιρούς από τις νέες επιστημονικές ανακαλύψεις.

Στη σύγχρονη εποχή, ο όρος είναι πιο περιορισμένος και δηλώνει το σύστημα απόκτησης γνώσης με βάση την επιστημονική μεθοδολογία που βασίζεται στην επιστημονική έρευνα, καθώς και στην οργάνωση και ταξινόμηση της αποκτώμενης με αυτόν τον τρόπο γνώσης. Διακρίνουμε συνεπώς διαφορετικούς επιστημονικούς τομείς που εντάσσονται συνήθως σε τέσσερις μεγάλες ομάδες, τις θετικές επιστήμες, τις εφαρμοσμένες επιστήμες, τις ανθρωπιστικές επιστήμες και τις κοινωνικές επιστήμες.

Η επιστημονική διαδικασία είναι η συστηματική έρευνα της νέας γνώσης σε ένα σύστημα. Αυτή η συστηματική έρευνα είναι γενικώς η επιστημονική μέθοδος και το σύστημα γενικώς είναι η φύση. Επιστήμη επίσης είναι η επιστημονική γνώση που έχει συστηματικά αποκτηθεί μέσω της επιστημονικής διαδικασίας. Μερικά από τα ευρήματα της επιστήμης μπορεί να είναι εντελώς αντίθετα προς την ανθρώπινη διαίσθηση. Η ατομική θεωρία για παράδειγμα υποδηλώνει ότι ένας στερεός βράχος που εμφανίζεται ως βαρύς, σκληρός, γκρίζος κλπ. είναι στην πραγματικότητα ένας συνδυασμός από υποατομικά σωμάτια με καμία από αυτές τις ιδιότητες, τα οποία κινούνται ταχύτατα σε μία περιοχή που αποτελείται κυρίως από κενό χώρο.

Η λέξη «επιστήμη» στα αγγλικά χρησιμοποιούνταν κατά τον 17ο αιώνα, αναφερόμενη στην Αριστοτελική έννοια της γνώσης, η οποία ήταν αρκετά ασφαλής ώστε να χρησιμοποιηθεί ως μια συνταγή για το πώς ακριβώς να εκτελεστεί μια συγκεκριμένη εργασία. Όσον αφορά στη μεταβατική χρήση του όρου «φυσική φιλοσοφία» κατά την περίοδο αυτή, ο φιλόσοφος Τζων Λοκ (John Locke) έγραψε το 1690 ότι «η φυσική φιλοσοφία δεν είναι ικανή να καθίσταται επιστήμη» Ωστόσο, μπορεί να οφείλεται στο ότι ο Λοκ δεν χρησιμοποιούσε τη λέξη «επιστήμη» με τη σύγχρονη έννοια, αλλά προτείνοντας ότι η «φυσική φιλοσοφία» δεν μπορούσε να συναχθεί κατά τον ίδιο τρόπο όπως τα μαθηματικά και η λογική.

Η επιστήμη δεν υποθέτει πως γνωρίζει εκ των προτέρων την αλήθεια για τον εμπειρικό κόσμο. Η επιστήμη υποθέτει πως πρέπει να ανακαλύψει την αλήθεια. Πως όμως με ποια κριτήρια διανοητικά ή άλλα θα ξεκινήσει να ανακαλύπτει κάτι που δεν γνωρίζει, από που θα πάρει το έναυσμα, τι ή ποιος είναι η ΑΙΤΙΑ πίσω από την συγκεκριμένη έρευνα; Ποιο είναι το αρχικό ΑΙΤΙΟ; Αυτές είναι Σημαντικές Ερωτήσεις κι ας δούμε που θα μας βγάλουν. [Συστήνω να ανατρέξεις σε σχετικά άρθρα του υποφαινόμενου στο strange ν. 148-151]

Ο Richard Feynman (ο επιστήμονας που συνέβαλε στην επέκταση της Θεωρίας της Κβαντικής ηλεκτροδυναμικής και τιμήθηκε γι’ αυτό με το βραβείο Νομπέλ) περιέγραψε την επιστήμη κατά τον ακόλουθο τρόπο για τους μαθητές του: «Η αρχή της επιστήμης, ο ορισμός, σχεδόν, είναι ο εξής: Η δοκιμασία όλων των γνώσεων είναι πειραματισμός. Το πείραμα είναι ο μόνος κριτής της επιστημονικής αλήθειας». Ο μη συμβατικός τρόπος σκέψης του, από τον οποίο γεννήθηκαν τα περιβόητα διαγράμματά του (που περιέγραφαν χωρίς την ανάγκη εξισώσεων τα φαινόμενα της κβαντικής ηλεκτροδυναμικής) αντανακλάται πλήρως στην καθημερινή ζωή του.

Το παρακάτω απόσπασμα από το βιβλίο του «Σίγουρα θα αστειεύεστε, κύριε Φάινμαν» είναι αποκαλυπτικό για τους ωκεανούς άγνοιας που αρμενίζει η επιστήμη. Αναφέρεται σε μια περίοδο κατά την οποία ο Φάινμαν είχε κληθεί να κρίνει τα σχολικά βιβλία Φυσικής και αφού εργάστηκε για αυτό αρκετές εβδομάδες κατέληξε στο συμπέρασμα ότι αυτά συνήθως γράφονται από άτομα που δεν κατέχουν το θέμα και ως εκ τούτου είναι άθλια, παραθέτει το παρακάτω παράδειγμα για να μας πει τι θα περίμενε από ένα σχολικό βιβλίο.

Το βιβλίο άρχιζε με τέσσερις εικόνες: ένα κουρδιστό παιχνίδι, ένα αυτοκίνητο, ένα παιδί που οδηγούσε ποδήλατο και κάτι άλλο. Από κάτω υπήρχε η ερώτηση: «Τι τα κάνει να κινούνται;» Θυμήθηκα τι θα έλεγε ο πατέρας μου: «Το καθετί κινείται επειδή ο Ήλιος λάμπει». Και μετά θα αρχίζαμε μια απολαυστική συζήτηση. «Όχι, το παιχνίδι κινείται επειδή κουρδίζεται το ελατήριο» θα έλεγα. «Και πώς κουρδίζεται το ελατήριο;» θα ρωτούσε εκείνος. «Εγώ το κουρδίζω». «Και πώς βρίσκεις τη δύναμη για να το κουρδίσεις;». «Τρώγοντας». «Μα η τροφή παράγεται επειδή ο Ήλιος λάμπει. Οπότε όλα αυτά τα πράγματα κινούνται επειδή ο Ήλιος λάμπει!».

Έτσι θα καταλήγαμε στο συμπέρασμα ότι η κίνηση είναι απλώς μετατροπή της ηλιακής ενέργειας. Να οι απαντήσεις του βιβλίου: Για το παιχνίδι «η ενέργεια το κάνει να κινείται», για το παιδί στο ποδήλατο «η ενέργεια το κάνει να κινείται», για το καθετί «η ενέργεια το κάνει να κινείται». Αλλά αυτό δεν σήμαινε τίποτε. Υποθέστε ότι αντί για την ενέργεια έλεγε η «αντεβρέστη»: «Η αντεβρέστη το κάνει να κινείται». Με τον τρόπο αυτόν το παιδί δεν μαθαίνει τίποτε. Η ενέργεια είναι απλώς μια λέξη!».

«Οι άνθρωποι γεννιούνται αμόρφωτοι, όχι ηλίθιοι. Γίνονται ηλίθιοι με την εκπαίδευση» Bertrand Russell

Αλλά ποια είναι η πηγή της γνώσης; Από που προέρχονται οι νόμοι που πρέπει να δοκιμαστούν; Το πείραμα, από μόνο του, βοηθά στην παραγωγή αυτών των νόμων, υπό την έννοια ότι μας δίνει εναύσματα. Αλλά αυτό που χρειάζεται επίσης είναι ΦΑΝΤΑΣΙΑ για να δημιουργηθούν από πειράματα, τα εναύσματα, για τις μεγάλες γενικεύσεις. Το μόνο που λείπει από τους βλάκες είναι η ΦΑΝΤΑΣΙΑ γι’ αυτό είναι εύστοχο το λεχθέν από τον Bertrand Russell  «Τι κρίμα οι βλάκες να είναι τόσο σίγουροι και οι έξυπνοι τόσο διστακτικοί»

Ο Feynman έδωσε βαρύτητα κάνοντας διαλέξεις για να ξεχωρίσει την επιστημονική διαδικασία από την επιστήμη. Λέει πως «η επιστημονική διαδικασία παράγει «ειδικούς» χωρίς γνώση, όταν ακολουθείται χωρίς το πνεύμα της επιστήμης που είναι η πρόκληση της εκάστοτε εκδοχής της αλήθειας την οποία υποστηρίζουν οι «ειδικοί» της άγνοιας». Με τη λογική αυτή του Νομπελίστα Φυσικού, κυρίαρχο ρόλο στην επιστήμη παίζει η αμφισβήτηση των απόψεων των «αυθεντιών» και η εμπιστοσύνη στην «κοινή αίσθηση» και τη «νοημοσύνη της φυσικότητας». Πόση αμφισβήτηση των δογματικών επιστημών βλέπεις γύρω σου σήμερα και πόση πρόοδο;

«Η ζωή του Feynman θα μπορούσε εύστοχα να παρομοιαστεί με αλυσιδωτή αντίδραση, μια κρίσιμη μάζα φαιάς ουσίας προκαλεί έκρηξη, σκορπίζοντας προς όλες τις κατευθύνσεις φως και ζεστασιά» έγραψε γι αυτόν τον μεγάλο επιστήμονα και μέντορα του ο Leonard Mlodinow στο βιβλίο του «Το ουράνιο τόξο του Φάινμαν» Μια αναζήτηση του ωραίου, του ΘΑΥΜΑΣΤΟΥ, στην φυσική και στην ζωή. Μέσα από μια σειρά συναρπαστικές ανοιχτές συζητήσεις, ο Mlodinow και ο Feynman εντρύφησαν σε θέματα σχετικά με την φύση, την δημιουργικότητα, την αγάπη, τα μαθηματικά, την ευτυχία, τον Θεό, την τέχνη, τις απολαύσεις, τη φιλοδοξία. Αληθινοί επιστήμονες που τείνουν να εκλείψουν.

«Κάπου, κάτι απίστευτο περιμένει να γίνει γνωστό» Carl Sagan

Κάνοντας κάποιες κρίσεις πάνω σε θεμελιώδεις διαδικασίες της μοντέρνας επιστήμης με παραδείγματα σε μια γκάμα διαφορετικών πεδίων μπορούμε εύκολα να βρούμε που πήγε τελικά η επιστήμη και πως μεταλλάχθηκε σε παγ(ι)ωμένο δόγμα δηλ. σε θρησκεία! Θρησκεία κι Επιστήμη -όπως επισημαίνει  ο διαπρεπής παλαιοντολόγος και ιστορικός της επιστήμης Stephen Jay Gould (1941-2002) στο βιβλίο του «Rocks of Ages» – αντιπροσωπεύουν αντικρουόμενες θεωρήσεις συνοδευόμενες με έντονο διάλογο μεταξύ των κοσμικών επιστημόνων και των θρησκευτικών πιστών που αμφισβητούν ή διαψεύδουν την επιστημονική θεωρία, όταν είναι σε αναντιστοιχία με τις θρησκευτικές δοξασίες  για την προέλευση και τη φύση του φυσικού κόσμου. Αν η επιστήμη όριζε το φυσικό κόσμο και η θρησκεία τον ηθικό κόσμο, αν κάθε βασίλειο ήταν ξεχωριστό, τότε σύμφωνα με Gould, δεν θα υπήρχε σύγκρουση.

Επισημαίνει ότι αντί να είμαστε αναγκασμένοι να διαλέξουμε ανάμεσα σε επιστήμη και θρησκεία, είναι καλύτερο να επιλέξουμε τη μέση οδό. Στο επίκεντρο της οξυδερκέστατης επιχειρηματολογίας που αναπτύσσει ο Gould, υπάρχει μια σύγχρονη αρχή, την οποία ονομάζει ΝΟΜΑ (δηλαδή αρχή των μη αλληλεπικαλυπτόμενων πεδίων). Μία εξαιρετικά απλή και εντελώς συμβατική λύση, η οποία επιτρέπει στην επιστήμη και τη θρησκεία να συνυπάρχουν ειρηνικά, σε μία σχέση όπου η μία σέβεται και δεν παρεμβαίνει στο πεδίο της άλλης. Η επιστήμη προσδιορίζει τον φυσικό κόσμο και η θρησκεία τον ηθικό.

Το 1998 η Εθνική Ακαδημία Επιστημών των Ηνωμένων Πολιτειών εξέδωσε μια ανακοίνωση στην οποία βεβαίωνε ότι «η επιστήμη δεν μπορεί να πει τίποτε για το υπερφυσικό. Το αν ο Θεός υπάρχει ή όχι είναι ένα ζήτημα στο οποίο η επιστήμη είναι ουδέτερη». Ωστόσο σύμφωνα με μια έρευνα της ίδιας χρονιάς το 93% των μελών της Ακαδημίας δεν πίστευε σε κάποιον Θεό. Από τη στιγμή που περίπου το ίδιο ποσοστό των αμερικανών πολιτών δηλώνει ότι πιστεύει σε κάποιον Θεό, διερωτάται κανείς τι κάνει την ελίτ των αμερικανών επιστημόνων να διαφέρει τόσο πολύ από τον γενικό πληθυσμό, πέρα από την επιστήμη της;

Σκέψου έναν πιστό επιστήμονα μουσουλμάνο ή έναν ευαγγελιστή να ερευνά την γενετική ή την βιολογική εξέλιξη … μπορούμε εύκολα  διαβάζοντας το Κοράνι ή την Βίβλο αντίστοιχα να ξέρουμε εκ των προτέρων τα αποτελέσματα των ερευνών τους. Οι επιστήμονες κληρονομούν τις προκαταλήψεις, δοξασίες, μιμίδια, των κοινωνιών στις οποίες ζουν κι εργάζονται, κυριολεκτικά κολυμπούν μέσα σε αυτές. Αυτός είναι  ο βασικότερος λόγος σύγκρουσης επιστήμης και θρησκείας, αφού οι επιστήμονες είναι θρησκευόμενοι και εύκολα βάζουν «κάτω από το τραπέζι» κάθε επιστημονική εξέλιξη κι ανακάλυψη που δεν ταιριάζει στις θρησκευτικές προκαταλήψεις τους.  Άλλωστε όπως αναφέρει ο Steven Weinberg  «Η επιστήμη δεν καθιστά αδύνατο το να πιστεύεις στο Θεό, απλώς καθιστά δυνατό να μην πιστεύεις στο Θεό»

Παρόλο που η θρησκεία χρησιμοποιεί όρους της επιστήμης, η επιστήμη -που είναι και το ποιο σοβαρό- υιοθέτησε τις μεθόδους της θρησκείας (άλλωστε οι επιστήμονες κάθε Κυριακή εκκλησιάζονται) κι αυτός είναι ο βασικός λόγος  συρρίκνωσης της επιστήμης και της μετατροπής της σε θρησκεία, ως επιστημονισμός. Αυτό είναι το χειρότερο και από τους δύο κόσμους. Είναι επιτακτικό να εξετάσουμε και να εξερευνήσουμε σε βάθος πως οι δύο προσεγγίσεις στην διαφώτιση είναι τόσο λάθος αν θέλουμε να συνεχίσουμε να διαθέτουμε επιστήμη και να μην ξεπέσουμε στα Μεσαιωνικά ιεροεξεταστικά δόγματα.

Εξετάζοντας την επιστήμη και την θρησκεία (που στην αρχή της ήταν ζωτική για την εξέλιξη της ανθρωπότητας) αυτό το οποίο οι περισσότεροι άνθρωποι αποδέχονται σήμερα ως βασική επιστημονική γνώση με δυσκολία διαφέρει -αν κι όπου- από αυτό που η οργανωμένη θρησκεία κατέληξε μερικούς αιώνες πριν. Το μοιραίο μέρος του τελευταίου ήταν δόγμα που δεν υποστηριζόταν από αναπαραγόμενο πείραμα. Η πιο βλαπτική πλευρά της επιστήμης σήμερα και οι πιο πολύ διαδεδομένες θεωρίες της έρχονται σε αντίθεση από την παρατήρηση και το πείραμα κι αυτό γίνεται «κοινώς αποδεκτό» ως επιστήμη.

«Δεν υπάρχει ούτε μια λέξη στα Ευαγγέλια που να επαινεί την ευφυΐα ή την χαρά» Bertrand Russell

Μερικά παραδείγματα ψευδών χώρων
Βέβαια η επιστήμη υποστηρίζει ότι βασίζεται σε γεγονότα και ότι οι ισχυριζόμενες θεωρίες πρέπει να ανέρχονται και να γκρεμίζονται ανάλογα με τις αποδείξεις που αναδεικνύονται, αλλά οι αλλαγές τείνουν να είναι υπερβολικά προκατειλημμένες, παραλλαγές βασισμένες στις ίδιες μη επιδεχόμενες ερωτήσεις, εξάγοντας ασαφή συμπεράσματα. Ας εξετάσουμε για μια στιγμή την τωρινή σφαιρική επιστήμη της κοσμολογίας π.χ. την φυσική του σύμπαντος. Η θεωρία του big bang υποστηρίζει ότι ολόκληρο το σύμπαν δημιούργησε τον εαυτό του στιγμιαία από το τίποτε.

Τώρα πλέον υπάρχουν πολλές παρατηρήσεις που το ανασκευάζουν, αλλά υποθέτοντας για μια στιγμή ότι ήταν αληθινό, θα διέφερε καθόλου ουσιαστικά από την θρησκευτική πεποίθηση ότι κάποιος Θεός δημιούργησε το σύμπαν κάποια στιγμή στο παρελθόν; Το γεγονός της εξαπλώσεως του γρηγορότερα από το φώς εξηγεί κάτι περισσότερο από το να το αποκαλέσει κανείς θαύμα;

Στην πραγματικότητα οι επιστήμονες φαίνεται να έχουν δανειστεί από την θρησκεία την άμωμο σύλληψη. Το Βατικανό υποστήριξε ένθερμα την πολύ βολική θεωρία μιας και αισθάνθηκε την θέση ενός Δημιουργού Θεού. Όταν δε ο Stephen Hawking λύνει το αίνιγμα του πως οι νόμοι της φυσικής με τους οποίους σχηματίσθηκε υπήρχαν πριν σχηματιστεί, λέει ότι υπήρχαν σε ένα φανταστικό χρόνο. Δεν αντιλαμβάνομαι πως αυτό διαφέρει από τα θρησκευτικά δόγματα και πλέον τι άλλο κάνει η εκκλησία και ποια η διαφορά της επιστήμης;

Δημιουργισμός και Επιστημονική Εκπαίδευση
Μια από τις σταυροφορίες της ακαδημαϊκής επιστήμης είναι εναντίον του θρησκευτικού δημιουργισμού. Περιοδικά εμφανίζεται μια μεσσιανική ανάγκη δήθεν να σώσουν το γενικό κοινό από την αμαθή πίστη ότι οι άνθρωποι δημιουργήθηκαν με την τωρινή τους μορφή σχετικά πρόσφατα ας πούμε πριν 8.000 χρόνια. Θα έπρεπε να κοκκινίζουν από ντροπή. Η κοσμολογία τους του big bang εκτός από την αποφυγή των χρονικών κλιμάκων είναι η πιο χυδαία μορφή του δημιουργισμού. Ο ισχυρισμός ότι όχι μόνον οι άνθρωποι αλλά ολόκληρο το σύμπαν δημιουργήθηκαν στιγμιαία από το τίποτα.

Πολλοί επιστήμονες εξοργίστηκαν όταν το συμβούλιο εκπαίδευσης του Κάνσας απαγόρεψε την θεωρία του Bing Bang, αλλά αγνοούν το σημείο ότι αυτό επήλθε από τις προσπάθειες τους να απαγορέψουν τον θρησκευτικό δημιουργισμό. Όπως στους περισσότερους θρησκευτικούς πολέμους  προσπάθησαν να απαλείψουν τις αιρετικές αντιλήψεις. Όσο για την Δαρβινική εξέλιξη, δεν είδαν ότι δεν είναι μια βάσιμη θεωρία έως ότου κοντράρισε τις αντίθετες απόψεις, τότε έγινε αβάσιμη.

Η ουσία της πραγματικής εκπαιδεύσεως κομματιάστηκε και από τους τρεις συμμετέχοντες σε ένα λυπηρό θέαμα. Η Ακαδημαϊκή επιστήμη αποτυγχάνει να εξοντώσει τον θρησκευτικό δημιουργισμό, ο θρησκευτικός δημιουργισμός  προσπαθεί να απαγορεύσει την εξελικτική θεωρία και ο δημιουργισμός του big bang και το συμβούλιο εκπαιδεύσεως προσπαθεί να απαγορεύσει την συζήτηση για το όλο θέμα! Θεία Ιλαροτραγωδία. Μόνον όταν οι πειραματικές αποδείξεις και τα επιχειρήματα από όλες τις πλευρές συζητηθούν μπορούν οι φοιτητές να δημιουργήσουν μερικές δικές τους ιδέες. Προφανώς κάτι τελείως διαφορετικό κι έξω από τον δογματικό τρόπο σκέψης, αφού χωρίς ΦΑΝΤΑΣΙΑ εξέλιξη κι επιστήμη δεν υφίσταται.

Περισσότερα Ιερά Οξύμωρα      
Ο κορυφαίος επιστήμονας Halton Arp στο Max-Planck-Institut für Astrophysik  (1927 – 2013) ήταν Αμερικανός αστρονόμος. Έγινε γνωστός σε όλο τον επιστημονικό κόσμο το 1966 για τον άτλαντα των περίεργων γαλαξιών, αλλά και για την άρνηση του να δεχθεί τη θεωρία του Big Bang. O Arp διαπίστωσε ότι οι αστρονόμοι της εποχής του γνώριζαν λίγα πράγματα για τους γαλαξίες και για το πως αυτοί φαίνονται να αλλάζουν, κάτι που φυσικά τον ενέπνευσε να δημιουργήσει τον άτλαντα.

Ο αρχικός σκοπός αυτού του καταλόγου ήταν να παρουσιάσει φωτογραφίες από κοντινούς γαλαξίες που είχαν κάτι το περίεργο. Ο Arp αντιλήφθηκε ότι ο λόγος που οι γαλαξίες σχηματίζονταν σε σπειροειδείς ή ελλειπτικούς δεν ήταν πολύ κατανοητός. Θεώρησε τους παράξενους γαλαξίες ως μικρά «πειράματα», τα οποία οι αστρονόμοι μπορούσαν να χρησιμοποιήσουν για να καταλάβουν τις φυσικές διεργασίες που παραμορφώνουν τους σπειροειδείς ή ελλειπτικούς γαλαξίες. Με αυτό τον άτλαντα, οι αστρονόμοι είχαν ένα δείγμα παράξενων γαλαξιών που μπορούσαν να μελετήσουν σε μεγαλύτερη λεπτομέρεια. Ο άτλαντας δεν παρουσιάζει μια ολοκληρωμένη εικόνα κάθε παράξενου γαλαξία στον ουρανό, αλλά αντίθετα παρέχει παραδείγματα από διαφορετικά φαινόμενα όπως παρατηρούνται σε κοντινούς γαλαξίες.

Ο Halton Arp λοιπόν μας προσφέρει ένα άλλο παράδειγμα μιας βασικής προϋπόθεσης που είναι αυτοαντιφατική, η «σκοτεινή ύλη». Επειδή η εξωγαλαξιακή αστρονομία ερμηνεύει όλες τις αποκλίσεις προς το κόκκινο (redshift) σαν ταχύτητες, χρειάζεται να εφεύρει τεράστιες ποσότητες αόρατης μάζας για να εξηγήσει όλες τις υποτιθέμενες κινήσεις που παρατηρούνται. Δεν τους πειράζει ότι μερικοί επιστήμονες έχουν δείξει ότι η υποτιθέμενη μαύρη ύλη δεν μετρά για τις περιστροφές των ουρανίων σωμάτων.

Δεν τους ενοχλεί ότι οι εναπομένοντες κόκκινες αποκλίσεις έχουν επιχειρήματα εναντίον τους ότι δεν είναι ταχύτητες και δεν τους πειράζει ότι η υποτιθέμενη μαύρη ύλη δεν έχει ποτέ ανιχνευθεί. Παρόλα αυτά τεράστια ερευνητικά προγράμματα χρηματοδοτούνται αδρά με την υπόθεση ότι το 90% του σύμπαντος δεν είναι παρατηρήσιμο. Αυτό παραβιάζει ένα βασικό ορισμό της επιστήμης, ουσιαστικά αυτόν που εξετάζει την σχέση των αληθινών παρατηρήσεων μεταξύ τους. Είναι σαν αυτούς που επιδιώκουν να περιγράψουν το απερίγραπτο. Οι περισσότεροι πολίτες σταμάτησαν να βλέπουν αγγέλους εδώ και κάποιους αιώνες, οι επιστήμονες όχι.

Θεωρείστε το πιο βασικό δίδαγμα δογματισμού που υποβόσκει την μοντέρνα επιστήμη σήμερα: την βαρύτητα. Ας κάνουμε μερικές απλές ερωτήσεις για την βαρυτική δύναμη. Υποτίθεται ότι είναι μια δύναμη που έλκει το ένα σώμα με το άλλο, αλλά πως ο ήλιος τραβάει την γη και αντίστροφα; Υπάρχουν αόρατες ελαστικές ταινίες που τραβιούνται μεταξύ τους; Μήπως η ανταλλαγή ηλεκτρομαγνητικών σωματιδίων προκαλεί μια δύναμη που τα τραβάει μαζί αντί να τους δίνει μια ώθηση χώρια, όπως τυχόν κάποιος θα περίμενε; Προφανώς η βαρύτητα δρα πολύ γρηγορότερα από την ταχύτητα του φωτός, αλλιώς η γη θα περιστρεφόταν σε ένα σημείο που απέχει από τον ήλιο 8 λεπτά.

Αλλά στο απλοποιημένο πάνθεον των επιστημόνων αγίων που απουσιάζει η λογική, ο Αϊ-Αϊνστάιν είπε ότι η πληροφορία δεν μπορεί να τρέξει γρηγορότερα από την ταχύτητα του φωτός. Έτσι κατέληξε σε μάζες που «καμπυλώνουν τον χώρο». Τα σώματα τρέχουν πάνω σε αόρατες προκαθορισμένες τροχιές στο διάστημα. Αλλά πως μπορείς να καμπυλώσεις το τίποτα; Πάνω από 100 χρόνια πριν, ένας επιστήμονας ο Le Sage έδειξε ότι μια παγκόσμια θάλασσα σωματιδίων κινούμενα με ταχύτητα μεγαλύτερη του φωτός (η κυματοσωματίδια) ότι σπρώχνοντας όλα τα σώματα, θα παρήγαγαν βασικά τις ίδιες εξισώσεις όπως η έλξη της Νευτώνειας βαρύτητας. Πάει πλέον η πολυπλοκότητα των πολυδιάστατων χρονοχώρων που καθιστά την γενική σχετικότητα αντιληπτή από ελάχιστους.

Ανέφερε κανείς δοκιμές παρατηρήσεως; Το τελευταίο τρίτο του αιώνα, φάνηκε ότι τα εξωγαλαξιακά αντικείμενα δεν τρέχουν υποχρεωτικά μακριά το ένα από το άλλο σε ένα διαστελλόμενο σύμπαν. Οι παρατηρήσεις δείχνουν ότι νέοι γαλαξίες διαρκώς δημιουργούνται. Εάν δημιουργούνται από χαμηλής μάζας σωματίδια και εξελίσσονται σε γαλαξίες κανονικής μάζας, τότε τα πρώιμα redshifts δεν είναι ενδεικτικά της υψηλής ύφεσης ταχύτητας αλλά αντίθετα δείχνουν ότι μάζα που αποτελείται από χαμηλής μάζας νεαρά σωματίδια εκπέμπουν ασθενή μετατοπισμένα προς το ερυθρό φωτόνια.

Το 1977 ο Ινδός αστροφυσικός Jayant Narlikar έδειξε ότι υπήρχε πάνω από μια γενική λύση στις εξισώσεις πεδίου της γενικής σχετικότητας. Οι αποδόσεις των εγγενών μετατοπίσεων προς το ερυθρό βρίσκονται άμεσα σε συνάρτηση με την ηλικία του αντικειμένου, σε συμφωνία με εμπειρικές παρατηρήσεις. Μαθηματικά είναι ένας μετασχηματισμός της συνηθισμένης ειδικής λύσεως που περιγράφει ένα μικρό δείγμα χώρου και χρόνου. Αλλά φυσικά στους κοσμολογικούς χώρους, δεν διαστέλλεται, διαρκώς δημιουργεί και επ’ άπειρον εντελώς αντίθετα από το τωρινό παράδειγμα του big bang.

Η λύση είναι πολύ απλή και δεν απαιτεί γεωμετρία χώρου τύπου Riemann. Αυτοί οι πολύπλοκοι όροι δεν χρειάζεται να ταιριάζουν με τις παρατηρήσεις. Η γενική θεωρία της σχετικότητας καταλήγει μια τοπική θεωρία. Η απλούστερη υποκείμενη θεωρία οδηγείται από την επικοινωνία όλων των μερών του σύμπαντος με όλα τα άλλα μέρη (σύμφωνα με τα συμπεράσματα του Ernst Mach, ενός άλλου φυσικού και φιλοσόφου του 19ου αιώνα). Δεν υπάρχουν «μοναδικότητες» όπου η φυσική «καταρρέει» ως πληγές στην παρούσα θεωρία. Η βασική ιδιότητα της ύλης είναι η ηλικία της (πόσο από το σύμπαν έχει επικοινωνήσει μαζί της). Αυτό καθορίζει τον ρυθμό που τρέχει το ρολόι (ένας άλλος τρόπος να ορίσουμε τι είναι η μετατόπιση στο ερυθρό). Το διάστημα είναι προφανώς γεμάτο από κυματοσωματίδια ο αιθέρας κατά τους αρχαίους Ελληνες ή η ΟΡΓΟΝΗ κατά τον Ράιχ, αλλά δεν είναι λογικό να τους δώσουμε συναφείς γεωμετρικές ιδιότητες.

Η βεβαιότητα στην Επιστήμη
Οι εναλλακτικές ερμηνείες που έχω σχεδιάσει παραπάνω μπορεί να φαίνεται υπερβολικές σε όποιον ξέρει την αποδεκτή δογματική φυσική. Επιπροσθέτως, διότι η κύρια κριτική μου στην σημερινή επιστήμη είναι ότι είναι υπερβολικά απολυταρχική και σαδιστικά βεβαία. Δεν μπορώ να ισχυριστώ ότι αυτοί οι νέοι τρόποι κατανοήσεως των παρατηρήσεων είναι με κάποια βεβαιότητα σωστοί. Ο σημαντικός λόγος που τα παρουσιάζω αυτά αποδεικνύει ότι υπάρχουν κι άλλοι πιθανοί τρόποι, απλά και αυστηρά συνδέοντας τις πληροφορίες που είναι πολύ διαφορετικές από την παρούσα υποχρεωτική θεωρία.

Το σύνηθες κατεστημένο δικαιολογείται ότι «δεν υπάρχει κανένας πιθανός τρόπος να εξηγηθούν οι παρατηρήσεις» κι απλώς δεν μπορούν να στηρίξουν μια θεωρία η οποία έχει κονιορτοποιηθεί από τις εμπειρικές αποδείξεις. Το μόνο πράγμα που μπορούμε να είμαστε σίγουροι είναι ότι η παλιά θεωρία δεν αποδεικνύεται. Νέες υποθέσεις που δουλεύουν όπως αυτές που έδειξα παραπάνω μπορούν να δοκιμαστούν να τροποποιηθούν και ίσως τελικά να απορριφτούν πλήρως.

Η θεωρία είναι μόνον μια προσπάθεια να απλοποιήσει την σύνδεση μεταξύ -προς το παρόν- γνωστών γεγονότων. Η κύρια ευθύνη της επιστήμης είναι να θυμόμαστε ότι δεν υπάρχει ποτέ βεβαιότητα και η πιο σημαντική υποχρέωση είναι να συνεχίσουμε να δοκιμάζουμε πειραματικά τα διάφορα συμπεράσματα, διαφορετικά διολισθάνουμε σε «ευσεβείς πόθους» Οι Ευσεβείς Πόθοι είναι η ερμηνεία γεγονότων, αναφορών, δεδομένων, αντιλήψεων κλπ. σύμφωνα με το τι κάποιος θα ήθελε να είναι, παρά με το τι πραγματικά είναι. Αν αυτό γίνεται σκόπιμα και χωρίς σεβασμό για την μη βεβαιότητα, ονομάζεται παρερμηνεία, παραχάραξη, συγκάλυψη, ανειλικρίνεια ή απλά διαστροφή της  λογικής και του παρατηρούμενου, κάτι που περιγράφει  έντονα την σύγχρονη επιστήμη. Μάλιστα οι «ευσεβείς πόθοι» είναι κατά κανόνα το πεδίο δράσης των θρησκειών.

Σκόπιμη Κατάπνιξη των Αποδείξεων       
Η πιο επιβλαβής πλευρά του εκφυλισμού της επιστήμης είναι η εσκεμμένη φανατική προσπάθεια να αποκρύψει τις αποδείξεις που αντιτίθεται στο παράδειγμα παρόντος χρόνου. Οι περισσότεροι επιστήμονες δρουν με  θρησκευτικά τελετουργική υπακοή στην ρήση ότι «κανείς δεν μπορεί να αποδείξει μια θεωρία, παρά μόνον να την διαψεύσει» κι έτσι έχουν γίνει εξπέρ στην διάψευση. Είναι όμως της μόδας να δρουν με αυτόν τον απαράδεκτο για επιστήμονες τρόπο, κρίνοντας ότι «εάν μια παρατήρηση διαφωνεί με αυτό που ήδη ξέρουμε ότι είναι σωστό, πρέπει να είναι λάθος». Με αυτήν την παρανοϊκή συλλογιστική κυριολεκτικά δολοφόνησαν όλους τους αληθινά μεγάλους επιστήμονες που τόσο συχνά αναφέρουμε από αυτό το βήμα, από τον Νίκολα Τέσλα μέχρι τον Βίλχελμ Ράιχ.

Οι επιστήμονες ερευνητές έχουν καταντήσει δημοσιοσχεσίτες! Ψάχνουν να βρουν στα πάμπολλα πέϊπερς, που υπάρχουν είτε λάθη και να πάρουν την δόξα του «διορθωτή» είτε για να βολιδοσκοπήσουν προς τα που να κινηθούν για να μπορέσουν να βρουν θέμα για να παράξουν κάποιο πέϊπερ το οποίο να δημοσιεύσουν. Όλα αυτά με την πίεση του χρόνου, εάν δεν κάνουν κάποια δημοσίευση δεν θα μπορέσουν αν ανέλθουν στην επόμενη βαθμίδα ή δεν θα πάρουν το διδακτορικό ή δεν θα κρατήσουν την θέση τους όπως γίνεται στο εξωτερικό.

Αποτελέσματα των πρακτικών αυτών είναι η μη εμφάνιση «πρωτότυπων» μελετών αλλά αναμοχλεύσεις των ίδιων θεμάτων, απλά εφαρμογή ενός διαφορετικού τρόπου προσέγγισης του ιδίου προβλήματος και στην πλειονότητα «ρυθμισμένα» αποτελέσματα! Δηλαδή λύσεις που λειτουργούν ή «περίπου» λειτουργούν με τα συγκεκριμένα νούμερα-συνθήκες, με καμιά δυνατότητα εφαρμογής σε άλλες συνθήκες. Άχρηστα για την πρόοδο αλλά χρήσιμα στον ερευνητή που κερδίζει το ότι δημοσιεύει! Θύματα είναι και όλοι οι έντιμοι ερευνητές που για να προχωρήσουν την έρευνα είναι αναγκασμένοι να διαβάζουν πάμπολλα τέτοια πέϊπερς ψάχνοντας λύσεις στα προβλήματα που έχουν και δυσκολεύονται να προχωρήσουν μιας και χάνουν χρόνο προσπαθώντας να εφαρμόσουν τα ανεφάρμοστα!

Ο Καθηγητής της επιδημιολογίας Ιων. Ιωαννίδης, παρουσίασε μία μελέτη σύμφωνα με την οποία η πλειονότητα των ιατρικών «επιστημονικών μελετών» – πέϊπερς είναι εσφαλμένα! Ένα τυχαία επιλεγμένο πέϊπερ έχει κάτω του 50% πιθανότητα να είναι σωστό! Επίσης τονίζει ότι η διαδικασία επανάληψης είναι πιο σημαντική από την ίδια την ανακάλυψη. Το απίθανο είναι η αντίδραση στην μελέτη του Καθ. Ιωαννίδη ενός μεγάλου συντάκτη ενός μεγάλου περιοδικού που δήλωσε: «Όταν τα διαβάζω, δεν τα διαβάζω ψάχνοντας για αποδείξεις όπως ένα βιβλίο αλλά για να πάρω ιδέες. Εάν κάτι δεν είναι σωστό αλλά έχει τον πυρήνα μιας νέας ιδέας τότε αξίζει να το διαβάσω».

Δεν χωρά αμφιβολία ότι το γεγονός είναι γνωστό στους επιστήμονες. Ένα άλλο αξιοσημείωτο είναι η μελέτη που έκαναν μερικοί μαθητές του ινστιτούτου τεχνολογίας της Μασαχουσέτης, έφτιαξαν ένα πρόγραμμα που τυχαία «παράγει» μελέτες πάνω σε θέματα υπολογιστικής επιστήμης.  Ένας υπολογιστής με ένα έξυπνο πρόγραμμα παράγει νέες μελέτες και το αποτέλεσμα είναι μία από αυτές να γίνει δεκτή σε συνέδριο! Το μόνο πρόβλημα που αντιμετώπισαν οι ερευνητές από το Μ.Ι.Τ. ήταν ότι δεν είχαν τα λεφτά για να πάνε στο συνέδριο.

Η λέξη Πεϊπερολογία δεν είναι κατασκεύασμα της στιγμής. Η Paperology (Πέϊπερολογία) είναι χρόνια σε χρήση στο εξωτερικό και αναφέρεται στην κατάσταση που επικρατεί με τα ατελείωτα πέϊπερς που ο κάθε ερευνητής έχει πλέον στο ενεργητικό του. Όπως και το «μπουρδολόγημα» δεν είναι της στιγμής. Στις απαιτήσεις για εργασίες των φοιτητών με μήκος 10 σελίδων είναι κοινή η απάντηση «έχω γράψει περίπου 5-6 και θα μπουρδολογήσω μέχρι να γεμίσω και τις 10». Δεν είναι καθόλου άγνωστο στους έλληνες ερευνητές το «μαγειρεμένα αποτελέσματα» και το «δεν βγαίνουν αυτά που γράφει». Οι νέοι πτυχιούχοι ή διδάκτορες, που αυτοί σύμφωνα με την στατιστική θα φτάσουν στο μέγιστο των δυνατοτήτων τους στην ηλικία των 25-26, έχουν επίγνωση και του ρόλου του χρήματος στην έρευνα στα ιδιωτικά κέντρα με τις προθεσμίες και τους συντελεστές παραγωγικότητας και της φρενίτιδας των δημοσιεύσεων στα κρατικά ιδρύματα-πανεπιστήμια για να συνεχίσουν οι επιχορηγήσεις.

Η παράδοση των peer review άρθρων που δημοσιεύονται σε επαγγελματικά επιστημονικά περιοδικά έχει εκφυλιστεί σε σχεδόν απόλυτη λογοκρισία. Αρχικά ένας κριτικός μπορούσε να βοηθήσει έναν συγγραφέα να βελτιώσει το άρθρο του, καταδεικνύοντας τα λάθη του στους υπολογισμούς, τις αναφορές, την καθαρότητα κλπ, αλλά οι επιστήμονες με την διάπυρη προσκόλληση τους στις δογματικές θεωρίες τους, έχουν χρησιμοποιήσει την επιλογή τους σαν διαιτητές κι αρνούνται την δημοσίευση οποιουδήποτε συμπεράσματος δεν ταιριάζει στην προσωπική τους δέσμευση, ειδικά μάλιστα αν την ακυρώνει. Η ένταση των συναισθημάτων που εμπλέκονται μπορεί να κριθεί από τη συχνή προσφυγή στις προσωπικές αλληλοκατηγορίες στις εκθέσεις προς τον εκδότη.

Η μόνη συγκρίσιμη αντίδραση που έχω υπ’ όψιν είναι οι παθιασμένες όσο και κτηνώδεις αντιπαραθέσεις των διάφορων θρησκευτικών πολέμων. Ο επιστημονικός τύπος, αναφέρει «νέα» μόνον από τα καθιερωμένα ακαδημαϊκά κέντρα που έχουν ισχυρά οικονομικά συμφέροντα και πρεστίζ που δοξολογεί το status quo. Το αποτέλεσμα είναι ότι η πραγματική ερευνητική επιστήμη είναι πλέον μια «υπόγεια δραστηριότητα» και προσωπικά θεωρώ ότι η αληθινή επιστήμη πάντοτε ήταν μια «υπόγεια δραστηριότητα».

Ανεξάρτητοι κι αυτό-χρηματοδοτούμενοι ερευνητές εκδίδουν ιδιωτικά μικρής κυκλοφορίας περιοδικά για να δημοσιεύουν τις έρευνες τους που ο εξπέρ της διάψευσης επιστημονισμός …τα διαψεύδει! Είναι δύσκολο να πεις εάν η «μεγάλη επιστήμη», όπως η μεσαιωνική εκκλησία σταδιακά θα διαβρώσει την επιρροή σε πολλές γενεές, είτε θα υπάρξει μια ξαφνική επανάσταση με σκάνδαλα και διαφθορά να αναφέρεται από τους δημοσιογράφους που σήμερα λιβανίζουν τον επιστημονισμό. Οψόμεθα!

Η ανθρωπότητα Αποτυγχάνει να Αντεπιτεθεί   
Η εγωπαθής αλαζονεία είναι κύριο κι αδιαμφισβήτητο χαρακτηριστικό ενός θεσμού που έχει περάσει προ πολλού στην σφαίρα του δόγματος. Οι φυσικές επιστήμες αναδίδουν αυτή την αλαζονική ποιότητα ειδικά προς τις κοινωνικές επιστήμες ή τις ανθρωπιστικές επιστήμες που δηκτικώς αναφέρονται σαν οι «μαλακές» επιστήμες. Λίγα χρόνια πριν ξεκίνησε το γνωστό σήμερα ως «Sokal Hoax» (Sokal, 1996 Sokal & Bricmont, 1998). Ένα άρθρο που ήταν γραμμένο επίτηδες να είναι ανοησία και γράφτηκε με ψευδοεπιστημονική ορολογία, έγινε δεκτό σε ένα περιοδικό ανθρωπιστικής επιστήμης. Αφότου η απάτη ξεσκεπάστηκε, ισχυρίστηκαν ότι σηματοδοτεί την απόδειξη του μη αυστηρού χαρακτήρα των κοινωνικών επιστημών!

Είναι αναντίρρητο ότι υπάρχει μια διαβρωτική χρήση σε όλη την ακαδημαϊκή κοινότητα πολύπλοκων εξειδικευμένων όρων, οι οποίοι όταν εξεταστούν δεν έχουν καμία σημασία. Πρέπει να προκαλούνται όποτε είναι δυνατόν. Για παράδειγμα ο  Serge Lang, ένας μαθηματικός και μέλος, έχει στο παρελθόν προσβάλει την υπερβολική διαφήμιση από τα μέλη κοινωνικών επιστημόνων της Εθνικής Ακαδημίας Επιστημών, αλλά αντίθετα οι μη φυσικές επιστήμες δεν θα πρέπει ν’ αφήσουν την ευκαιρία να επικρίνουν μια πολύ μεγαλύτερη παραβίαση της αυστηρότητας στις «σκληρές επιστήμες»

Εν κατακλείδι, το να έχουμε εκλάβει όλο το σύμπαν λάθος ενόψει σαφών αποδεικτικών στοιχείων για πάνω από 100 χρόνια, αξίζει μνημειώδη αμηχανία και θα πρέπει να επιφέρει μια μικρή ποσότητα ταπεινότητας. Το σημαντικό σημείο είναι ότι οι κυρίαρχοι (τουλάχιστον αυτοί που εκτιμώνται στις σκληρές επιστήμες) το εξέλαβαν σαφώς κι αναντιρρήτως εντελώς λάθος. Σκεφτείτε αυτή τη στιγμή π.χ. το αποκορύφωμα της σύγχρονης φυσικής: η θεωρία των χορδών.

Από ένα άρθρο στους Los Angeles Times, της 16ης Νοεμβρίου του 1999, μπορούμε να διαλέξουμε μερικά εκθαμβωτικά αποσπάσματα. Διάσημοι φυσικοί από το Ινστιτούτο Προηγμένων Μελετών στο Πρίνστον: «Χώρος και χρόνος μπορεί να είναι καταδικασμένα» και «ο χρόνος μπορεί να εξαλειφθεί σαν μια φλόγα που σβήνει» Από το Columbia University: «Οι χορδές είναι θραύσματα του χώρου και του χρόνου» Από το Ινστιτούτο Θεωρητικής Φυσικής: «Πού βρισκόμαστε; Ποιοί είμαστε; Που πάμε;» και το κερασάκι «Οι σημερινοί φυσικοί έχουν στην κατοχή τους αυτό που θα μπορούσε να είναι το Άγιο Δισκοπότηρο της σύγχρονης επιστήμης» όλα αυτά ακούγονται σαν μια θρησκευτική ρητορική φρενίτιδα. Που είναι η σκληρή διάψευση από τους μεταμοντέρνους και ίσως το πιο σημαντικό απ’ όλα, η αναλυτική κριτική και συζήτηση αυτών που γενικεύουν τα πάντα;

Αναφέρει ο Ράσσελ πως «Κάθε άνθρωπος, όπου πάει κουβαλάει μαζί του ένα σύννεφο από βολικές πεποιθήσεις, που κινούνται μαζί του σαν μύγες σε μια μέρα του καλοκαιριού» Είναι καιρός να περάσουμε από τις αυθεντίες και τις οπαδικές νοοτροπίες, σε μια ανοιχτόμυαλη και ευαίσθητη περιέργεια. Πότε θα το κάνουμε αν όχι σήμερα;

Ιατρική Επιστήμη και Βιολογία
Εκ πρώτης όψεως, οι βιολογικές επιστήμες δείχνουν να είναι απρόσβλητες από το να βουτάνε σε διαδρομές μη έγκυρων παραδειγμάτων. Στην τελική, τα πειράματα εύκολα αναπαράγονται και είτε λειτουργούν, είτε δεν λειτουργούν. Αλλά η αιχμή της έρευνας περνά μέσα από την ακαδημαϊκή κοινότητα. Μερικά ολέθρια, πολύ άσχημα λάθη συμβαίνουν. Για παράδειγμα, το πρόβλημα του πως το AIDS προέκυψε στους ανθρώπους; Στη δεκαετία του 1950, τα εμβόλια πολιομυελίτιδας αναπτύχθηκαν σε καλλιέργειες κυττάρων νεφρών μαϊμούδων.

Χορηγήθηκαν μαζικά σε ανθρώπους στην κεντρική Αφρική περίπου το 1955. Μερικά χρόνια αργότερα το AIDS, που προκαλείται από ιούς που υπάρχουν σε ορισμένα είδη πιθήκων, άρχισε να αποδεκατίζει τους αφρικανικούς λαούς και σύντομα εξαπλώθηκε σε όλο τον κόσμο. Για πάνω από 44 χρόνια η επιστήμη συζητάει την πιθανή αιτία του AIDS, κάνοντας χρήση κυτταρικού υλικού από διασταύρωση ειδών ως υπόστρωμα για εμβόλια ζώντων ιών.

Τα αποδεικτικά στοιχεία –αποτελέσματα πειραμάτων- άρχισαν να είναι σαφή πριν από μερικά χρόνια (Cribb, 1996, Curtis, 1992, Hooper, 1990, 1999), αλλά δεν συζητήθηκαν στα διαπρεπή διεπιστημονικά περιοδικά όπως το Science and Nature. Προς το τέλος, υπήρχαν υποτιμητικές αναφορές σε ορισμένες «επιστημονικά αβάσιμες» θεωρίες και μόλις οι ιοί πιθήκων είχαν αναπόφευκτα εντοπιστεί και λεπτομερή σενάρια περί αφρικανών ανθρώπων που έτρωγαν πιθήκους ως εξήγηση για την (αιφνίδια) επιδημία (Hahn et al. 2000).

Δεν θα έπρεπε να απαιτείται περίοπτη εμπειρογνωμοσύνη για να αντιμετωπίσουμε το γεγονός ότι διάφορα είδη μεταφέρουν ιούς στους οποίους έχουν ανοσία, αλλά οι οποίοι μπορεί να είναι θανατηφόροι γι άλλα είδη. Για να το πω απλά, όπως ο Hooper αναφέρει ένας ερευνητής εκείνης της εποχής, «Ενεργούσαμε με πλήρη αθωότητα, μην καταλαβαίνοντας τι είδους κουτί της Πανδώρας ανοίγαμε». Είναι επιτρεπτό να δίνουμε σ’ ένα άλλο ανθρώπινο ον μια ουσία και να λέμε «Ελάτε πάρτε αυτό, η επιστημονική γνώση έχει δογματικά καθιερώσει ότι θα σας προστατεύσει από εξουθενωτική και οδυνηρή ασθένεια» όπως ακριβώς κάνουμε με τα εμβόλια. Στην πορεία των γεγονότων, κάτι περισσότερο φαίνεται πως πρέπει ν’ αναζητηθεί. Έχουν πεθάνει πολλά εκατομμύρια άνθρωποι από τους θρησκευτικούς δογματισμούς κι έχουν ξεκινήσει να εξολοθρεύονται παραπλήσιοι αριθμοί ανθρώπων από τον επιστημονισμό.

«Είναι πιθανό η ανθρωπότητα να βρίσκεται στο κατώφλι μιας χρυσής εποχής. Αν είναι έτσι όμως, πρέπει πρώτα να αποκεφαλίσουμε το δράκο που φυλάει την πόρτα κι ο δράκος αυτός είναι η θρησκεία» λέει  σχεδόν προφητικά ο Bertrand Russell τι θα έλεγε άραγε αν γνώριζε ότι η επιστήμη έχει γίνει η νέα θρησκεία.

Φυσική σε δράση
Θα μπορούσε κανείς να σκεφτεί ότι η θεωρητική φυσική, ότι η σφαίρα αυτού που οι άνθρωποι νομίζουν ότι είναι η πραγματικότητα, πρακτικά δεν μπορεί να βλάψει και πολύ. Λάθος. Πέρα από την εφεύρεση των βομβών που απειλούν την ίδια την ανθρώπινη φυλή και την ύπαρξη του πλανήτη, υπάρχει η δοκιμή πάνω σε ανθρώπινα όντα αφελών πειραματισμών και προϊόντα αρρωστημένης σκέψης, τα οποία αν δοθεί μια στιγμή προβληματισμού κοινής λογικής, θα είχε αποκαλυφθεί η πιθανότητα πραγματικά φρικτών προσωπικών συνεπειών.

Τα αρχεία πλουτωνίου του Eileen Welsome (1999) είναι η τελευταία σε μια μακρά πλέον λίστα λογαριασμών για το πως ραδιενεργές ουσίες δοκιμάστηκαν από την κυβέρνηση, τον στρατό και επιστήμονες σε ανυποψίαστα άτομα. Οι προσωπικοί φάκελοι υγείας των θυμάτων κάνουν τα περιστατικά, εύστοχα πραγματικά. Φυσικά, ο καθένας που χτίζει μια συσκευή για να βελτιώσει την τύχη της ανθρωπότητας, ξέρει ότι μπορεί να χρησιμοποιηθεί από κάποιους για να κάνει μεγάλη ζημιά. Αλλά μου φαίνεται ότι οι κηδεμόνες των θεμελιωδών γνώσεων, τα πανεπιστήμια και τα ερευνητικά ινστιτούτα, θα μπορούσαν να θέσουν ένα πολύ καλύτερο παράδειγμα υπεύθυνων δοκιμών των θεωριών τους και δημόσιων ανακοινώσεων.

Οι περισσότεροι απόφοιτοι κορυφαίων ερευνητικών τμημάτων, δυστυχώς είναι επιφορτισμένοι με ένα συνεχές θέαμα προβολής των εξεχουσών προσωπικοτήτων (τους) δημοσιεύοντας τις θεωρίες (τους) αγνοώντας ή και αποκρύπτοντας εν τω μεταξύ προφανείς παρατηρούμενες διαψεύσεις. Παίρνοντας απαντήσεις (από την έρευνα) οι οποίες κάνουν μέγιστο καλό στον ερευνητή, δεν σημαίνει απαραίτητα ότι κάνουν το ίδιο καλό και στην κοινωνία. Υπάρχουν γνωστά τμήματα που είναι σχεδόν εντελώς απορροφημένα σε προσωπικά ζητήματα θητείας και ανταγωνισμού, ενώ το πραγματικό ζήτημα είναι κατά πόσο υπάρχει οποιαδήποτε επαγγελματική επάρκεια.

Ψευδής Ψυχοεπιστήμη vs Οργονομία
Μερικές φορές είναι καλύτερο να μένεις απλά κοιμισμένος εν μέσω μιας ολόκληρης εποχής επιστημονικοφανούς προόδου. Τον Νοέμβριο του 1999, έπεσα πάνω σ’ ένα σημείωμα ειδήσεων, ότι οι ερευνητές εγκεφάλου το ξανασκέφτονταν. Φαίνεται ότι για δεκαετίες είχαν μετρήσει την ηλεκτρική δραστηριότητα σε διάφορες περιοχές του εγκεφάλου και είχαν καταλήξει στο συμπέρασμα ότι η φροϋδική ψυχανάλυση ήταν λάθος. Δεν υπήρξε καμία δραστηριότητα σε περιοχές που θα έπρεπε να παρείχαν ερεθίσματα στην διάρκεια του ονείρου! Αλλά τώρα, που τις είχαν μετρήσει ξανά και σε διάφορα μέρη, ανακοίνωσαν ότι δεν ήσαν τόσο σίγουροι για το αρχικό τους συμπέρασμα.

Φανταστείτε, περισσότερο του ενός αιώνα σύγκριση, μελέτη και προσεκτική καταγραφή των υποσυνείδητων και συνειδητών καταστάσεων του ανθρώπου είχαν ανατραπεί από τα τινάγματα μιας βελόνας του καταγραφικού οργάνου. Στη συνέχεια η ψυχανάλυση έχει επανενταχθεί κι εγώ είχα ήταν μακάρια άγνοια του όλου δράματος. Δεν βρέθηκε ένας επιστήμονας  να αμφισβητήσει τις αρχικές παρατηρήσεις των ερευνητών. Φυσικά και βρέθηκαν κι αυτομάτως εξαφανίστηκαν ή δολοφονήθηκαν. Τις περισσότερες φορές το μόνο που χρειάζεται για να έχεις μια σωστή απάντηση σε ένα ερώτημα είναι να … μετρήσεις τα δόντια βρε άνθρωπε! «Ο Αριστοτέλης θεωρούσε ότι οι γυναίκες έχουν λιγότερα δόντια από τους άντρες. Αν και παντρεύτηκε δυο φορές, ποτέ δεν του πέρασε από το μυαλό να επαληθεύσει αυτή τη θεωρία ελέγχοντας τα στόματα των συζύγων του.» Bertrand Russell

Βίλχελμ Ράιχ: Ένα τυπικό παράδειγμα του αντί – επιστημονισμού
Υπήρξε ένας από τους πλέον αμφιλεγόμενους διανοητές της σύγχρονης εποχής. Το φιλόδοξο εγχείρημα του, να αμφισβητήσει τα υφιστάμενα συστήματα σκέψης και να ανατρέψει βασικές επιστημονικές αντιλήψεις, απέκτησε πολυάριθμους υποστηρικτές και επικριτές. Αν και οι πρώτοι τον χαρακτηρίζουν μεγαλοφυή και πρωτοπόρο, για τους τελευταίους δεν ήταν παρά μεγαλομανής, παρανοϊκός, ή ακόμη και «απατεώνας πρώτου μεγέθους». Έγινε γνωστός κυρίως μέσα από βιβλία, όπως Η Μαζική Ψυχολογία του Φασισμού (1933), Η Ανάλυση του Χαρακτήρα (1933), Άκου Ανθρωπάκο (1948) κ.α. Επηρέασε γνωστούς ψυχοθεραπευτές, καλλιτέχνες και διανοούμενους.

Η κριτική του απέναντι στα κοινωνικά και σεξουαλικά ήθη ενέπνευσε τα νεανικά κινήματα αμφισβήτησης των δεκαετιών του 1960 και 1970. Η συμβολή του στην εξέλιξη της επιστήμης της ψυχολογίας του περασμένου αιώνα, αν και παραγνωρισμένη, υπήρξε ουσιαστική. Ωστόσο, οι ιδέες τις οποίες ο ίδιος ξεχώριζε ως σημαντικότερες, καθώς αποτέλεσαν τη βάση του νέου επιστημονικού παραδείγματος που πρότεινε, δεν έτυχαν ποτέ ευρείας αποδοχής μολονότι παράγουν μετρήσιμα αποτελέσματα και τις χρησιμοποιούν χιλιάδες αληθινοί ιατροί καθημερινά. Αντίθετα, ήταν τέτοιο το εύρος την γνώσης που προσέφεραν οι θεωρίες του που κόστισε στον Ράιχ την επιστημονική του υπόληψη και τον οδήγησε σε αρκετές αναγκαστικές μετακινήσεις υπό την πίεση αντιδράσεων και διώξεων. Τον καταδίωξαν και στο τέλος τον δολοφόνησαν.

Ο μηχανισμός εξάπλωσης και διαιώνισης της νεύρωσης στον πληθυσμό είναι η «συγκινησιακή πανούκλα της ανθρωπότητας» και ο αποδεκατισμός της που ξεκινάει πριν από την γέννα.

Η οργονομία έχει αποδείξει πως οι νευρωτικές κοινωνίες είναι ταυτόχρονα απρόθυμες και ανίκανες να αναθρέψουν συγκινησιακά υγιή παιδιά. Καθώς η διάλυση της θωράκισης φέρνει πάντοτε στην επιφάνεια συναισθήματα τρόμου, ο θωρακισμένος άνθρωπος τείνει να αντιμετωπίζει τον αθωράκιστο, υγιή άνθρωπο ως απειλή. Για τον λόγο αυτό η στάση της κοινωνίας απέναντι στις υγιείς συμπεριφορές είναι συχνά εχθρική για τον ίδιο λόγο τα παιδιά μικρής ηλικίας γίνονται αποδέκτες συμπεριφορών που σκοπό έχουν την ανάπτυξη θωράκισης σε αυτά.

Ως χαρακτηριστικό παράδειγμα ο Ράιχ αναφέρει τον υποχρεωτικό αποχωρισμό του νεογνού από τη μητέρα του και την τοποθέτησή του σε ψυχρά δωμάτια αμέσως μετά τη γέννησή του. Η πρακτική αυτή, παρότι επιχειρείται να εκλογικευτεί, έχει στην πραγματικότητα ως μόνο, ασυνείδητο σκοπό να επιφέρει καίριο πλήγμα στη συγκινησιακή ζωντάνια του νεογνού, το οποίο αντιδρά στην αφόρητη για αυτό κατάσταση αρχικά με άγχος, ύστερα με κραυγές και τέλος με συστολή του αυτόνομου νευρικού συστήματος. Ως δεύτερο παράδειγμα αναφέρεται η πρακτική της περιτομής.

«Αυτή η σφαγή του νεογέννητου, που το διαπεραστικό και σπαραχτικό του κλάμα αντηχεί σ’ όλα τα μαιευτήρια του κόσμου, δεν έχει καμιά σχέση με την υγιεινή. Είναι το πρώτο ασυνείδητο αλλά δραστικό μέτρο των θωρακισμένων οργανισμών, γιατρών, διευθυντών και γονιών, ενάντια στον ζωντανό οργανισμό που απείραχτος και αστρέβλωτος παρουσιάζεται μπροστά τους.

Ας το σκεφτούμε πάλι, χιλιάδες γιατροί και νοσοκόμες ακούνε τις κραυγές των παιδιών κι όμως δεν καταλαβαίνουν τίποτα, κωφεύουν. Αν προσθέσουμε σ’ αυτά και το τελετουργικό των μασκοφορεμένων προσώπων και των γαντοφορεμένων χεριών, θα καταλάβουμε καλύτερα αυτή τη μετατόπιση του κέντρου βάρους, από το ουσιώδες στο επουσιώδες που χρησιμοποιείται στη μάχη κατά του νεογέννητου παιδιού»

Η κοινωνικά επιζήμια δράση του νευρωτικού χαρακτήρα, η οποία μπορεί να λάβει διάφορες μορφές, ονομάστηκε συγκινησιακή πανούκλα και αναγνωρίσθηκε ως η πραγματική, διαχρονική τροχοπέδη στην προσπάθεια του ανθρώπου για ουσιαστική βελτίωση των συνθηκών της ζωής του. Μεταξύ άλλων, η συγκινησιακή πανούκλα είναι υπεύθυνη για τη δίωξη μεγάλων πρωτοπόρων όπως ο Πυθαγόρας, ο Ιησούς (έστω κι ως μυθικό πρόσωπο) η Υπατία, ο Τζορντάνο Μπρούνο, ο Γαλιλαίος και οι σύγχρονοι όπως ο Τέσλα, ο Λακόφσκυ, ο Ράιφ, ο Ράιχ, η Ρουθ Ντράουν κ.α.

Ωστόσο, ο Ράιχ εφιστούσε την προσοχή στο γεγονός πως η ύπαρξη αμυνών εντός της κοινωνίας απέναντι στη συνειδητοποίηση της πραγματικής φύσης των προβλημάτων της, όπως άλλωστε και η εμφάνιση αμυνών κατά τη θεραπεία των νευρωτικών, υπάκουε σε μια αναγκαιότητα. Η ξαφνική αποκάλυψη θα προκαλούσε κοινωνική κατάρρευση όπως η απότομη διάλυση της ατομικής θωράκισης μπορεί να οδηγήσει τον νευρωτικό ασθενή στην τρέλα ή στην αυτοκτονία.

Αντιλαμβάνεστε λοιπόν ότι το σθένος και το μένος που οι επιστήμονες προσκολλούνται στις θεωρήσεις τους, λανθασμένες ή μη, έχει να κάνει με την προσκόλληση στην ίδια τους την ζωή. Φαντάσου να αποδεχτεί δημοσίως ο Αϊνστάιν ότι η Σχετικότητα είναι μια μπουρδολογία που καταρρίπτεται εν τη γενέσει της μαζί κι όποιοι επιστήμονες έχουν επενδύσει πάνω σε αυτό το λάθος; Ξέχασε το, προτιμούν να πεθάνουν. Υπό το πρίσμα της «συγκινησιακής πανούκλας» αντιλαμβανόμαστε γιατί η επιστήμη μεταλλάχτηκε σε θρησκεία.

Πως άρχισε ο εκφυλισμός και πως τι μπορούμε να κάνουμε
Η μεγάλη ειρωνεία είναι ότι τόσο η επιστήμη όσο και η θρησκεία ξεκίνησαν ως αυτονόητες λογικές έρευνες για τη φύση της ύπαρξης. Η πρώτη ώθηση των όντων μετά τον Λόγο πρέπει να ήταν το Παρατηρείν. Η θρησκεία σημείωσε τα εσωτερικά συναισθήματα και όνειρα. Αλλά μερικά από τα συναισθήματα ήσαν παρεξηγημένοι φόβοι, μεταμφιεσμένες εικόνες και ψευδαισθήσεις, τα οποία στη συνέχεια έγιναν θεσμοί και δόγματα από «χαρισματικές» προσωπικότητες για ίδιον όφελος. Η επιστήμη από την άλλη πλευρά, προσπάθησε να καταγράψει τα γεγονότα αντικειμενικά. Αλλά έχοντας παρεισφρήσει παρόμοιες υποσυνείδητες  παραδοχές επηρέασαν όλες τις ερμηνείες και πάλι, καθώς η επιστήμη οργανώθηκε, φιγούρες «αυθεντιών» συνδέθηκαν με «νόμους» που πιστώθηκαν την ανακάλυψη τους.

Η οργανωμένη θρησκεία κατόρθωσε να σκοτώσει ένα μεγάλο αριθμό ανθρώπων διαμέσου των αιώνων για θέματα που επισημάνθηκαν κάτω από τον γενικόλογο τίτλο ως «πίστη και αίρεση» αλλά ήταν ουσιαστικά η ενασχόληση με τα προσωπικά κέρδη και την εξουσία. Η επιστήμη που προέκυψε μερικούς αιώνες αργότερα σε λιγότερο αιματηρές κοινωνίες, έχει σκοτώσει και καθυστέρησε πολλές νέες ιδέες κι ανακαλύψεις και έχει κάνει πολλά ολέθρια λάθη, για τους ίδιους ακριβώς λόγους, κέρδη κι εξουσία.

Τι κάνουμε τώρα;  Ίσως βασισμένες κοινοτικές οργανώσεις, όπως οι Unitarian ή οι Quaker εκκλησίες, στις οποίες απουσιάζει το θεωρητικό δόγμα, αλλά αντ’ αυτού επικεντρώνονται στην χρήσιμη υπηρεσία σε μια κοινωνία πραγματικών ανθρώπων, να είναι η πιο επιθυμητή κατεύθυνση. Είναι άλλωστε απαραίτητο να ανακαλύψουμε την ηθική εμπειρικά. Φυσικά, σήμερα, για την επιστήμη ειδικότερα, η ηλεκτρονική επικοινωνία καθιστά εφικτές  κοινότητες ατόμων από όλες τις γωνιές του κόσμου.

Η πιο άμεση εξέλιξη προς μια αληθινή και ζωντανή επιστήμη είναι αυτές οι ομάδες να υποστηρίζουν η μια την άλλη, κάνοντας επιστήμη χωρίς τις διαψευσθείσες παραδοχές. Φυσικά, ένα  πληροφορημένο κοινό είναι ζωτικής σημασίας. Ήδη όμως αυτό το κοινό μαθαίνει ότι τα πιο επίφοβα λόγια που μπορεί κανείς να ακούσει στη σύγχρονη ζωή από τον επιστημονισμό είναι «δεν υπάρχει καμία αξιόπιστη επιστημονική απόδειξη ότι η εν λόγω ουσία είναι επιβλαβής για τον άνθρωπο» ή «δεν υπάρχει καμία αξιόπιστη απόδειξη ότι τα εμβόλια προκαλούν ασθένειες» ή «δεν υπάρχει αξιόπιστη επιστημονική απόδειξη ότι η ομοιοπαθητική έχει αποτέλεσμα»

Εδώ έχουμε την πιο πρωτόγονη μορφή ταμπού, αυτή της θρησκευτικής επιβολής που την χρησιμοποιούν και οι επιστήμονες κι έγινε πλέον επιστημονική επιβολή, δεν το λες εσύ ο τυχάρπαστος αμφισβητήσιμος, το είπε ο Ουράνιος ή Πανεπιστημιακός  Μπάρμπας που γνωρίζει καλύτερα από εσένα, αυτός που βλέπει όταν δεν βλέπει κανείς και που γνωρίζει τι σκέφτεσαι χωρίς να το έχεις πει σε κανέναν. Τρίψε το αρκετό καιρό πάνω στον μαζάνθρωπο και ο ιός του Θεού  θα μπει μέσα τους με την μορφή ενοχών και πρέπει κι όταν χάσει την άμεση «θρησκευτική προέλευση» θα καταλήξει «μέρος της παράδοσης» και «κοινή λογική» απαρτίζοντας μέρος αυτού που διαμορφώνει την «κοινή γνώμη».

Δεν χρειάζεσαι επίσης πολλά άτομα να ενστερνιστούν τον κανόνα, αρκεί μια ελάχιστη πλειοψηφία και μετά τα πράγματα θα πάνε ντόμινο – διότι διαδίδεται μέσω «επικλήσεων στην αυθεντία» και «επικλήσεων στην ορθότητα της γνώμης των πολλών» και εδραιώνεται μέσω της κοινωνικής ταύτισης και συνοχής τις οποίες ενισχύει. Κάποιος μονάχα να μαζευτεί μπορεί και να σκεφτεί «εκεί που μας χρωστάγανε μας πήραν και το βόδι» και να δηλώσει δημόσια ότι εκατομμύρια χρόνια οι άνθρωποι έζησαν και μεγαλούργησαν χωρίς εμβόλια κι επιστημονικοφανείς αποδείξεις.

Η ατομική επιβίωση είναι βασισμένη στην ελεύθερη επικοινωνία και την ατομική λήψη αποφάσεων φαίνεται να είναι η αργή μεν, αλλά η ασφαλέστερη μέθοδος για την επίτευξη τόσο της ψυχικής όσο και της επιστημονικής ανάτασης. Τα άτομα πρέπει συνεχώς να υπενθυμίζουν στον εαυτό τους αυτή την τάση που έχουμε όλοι και να ψάχνουν ενεργά για δεδομένα που αντικρούουν τις υποθέσεις τους. Μιας και κάτι τέτοιο είναι αφύσικο, φαίνεται μάλλον ότι ο καθημερινός άνθρωπος είναι καταδικασμένος στην μεροληψία και τους δογματισμούς κάθε είδους.

«Κάθε άνθρωπος, άξιος γι αυτό τ’ όνομα, έχει μες στην καρδιά ένα κίτρινο Φίδι θρονιασμένο σαν μέσα σε καθέδρα Που, αν λέει: «Θέλω!» Αποκρίνεται όχι! Βύθισε τα μάτια σου μες στα προσηλωμένα μάτια, των θηλυκών Σατύρων ή των νυμφών του Χάους, Η νύξη λέει: «Το καθήκον σου σκέψου!» Κάνε παιδιά, φύτευε δέντρα, δούλευε στίχους, λάξεψε μάρμαρα. Η νύξη λέει: «Θα ζεις απόψε;» Ό,τι κι αν προσχεδιάζει ή αν ελπίζει, ο άνθρωπος δε ζει μια στιγμή δίχως να υπομένει το νυγμό της προαγγελίας, της ανυπόφορης Έχιδνας» Σαρλ Μπωντλαίρ «τα άνθη του κακού».

Μήπως δεν επιτρέπουμε στα παιδιά μας να έχουν ελεύθερο χρόνο;

Τα τρία δυσκολότερα πράγματα είναι να κρατήσει κανείς ένα μυστικό, να λησμονήσει μια ύβρη και να διαθέσει καλώς τις ώρες της σχόλης του. – Χίλων

Εσείς δεν έχετε ελεύθερο χρόνο.

Τρέχετε όλη μέρα στο γραφείο και τις υποχρεώσεις σας και το βράδυ πέφτετε εξουθενωμένοι στο κρεβάτι…

‘Η μήπως την ώρα που διαβάζετε την εφημερίδα σας, που περιηγείστε στο internet, που βλέπετε την ταινία που κυκλοφόρησε πρόσφατα δεν τη θεωρείτε ελεύθερο χρόνο;

Ας ορίσουμε όμως τι ακριβώς είναι αυτός ο ελεύθερος χρόνος:

Ο ελεύθερος χρόνος είναι ο προσωπικός μας χρόνος. Aυτός που αφιερώνουμε, όταν σχολάσουμε από τη δουλειά και τελειώσουμε τις καθημερινές μας υποχρεώσεις στο σπίτι, στα ψώνια, στον κήπο κ.α., σε ευχάριστες ασχολίες.

Ας σκεφτούμε όμως αν επιτρέπουμε και στα παιδιά μας να έχουν αυτό το πλεονέκτημα που αξιωματικά θεωρούμε δικαίωμα των ενηλίκων.

Ας ξεκινήσουμε λοιπόν μ’ αυτή τη βάση: ελεύθερος χρόνος και για το παιδί είναι αυτός που θα αφιερώσει σε κάτι που το ευχαριστεί. Δεν είναι λοιπόν ούτε το διάβασμα για το σχολείο, ούτε οι ξένες γλώσσες, ούτε το πιάνο, ούτε οι δραστηριότητες που επιλέγουμε εμείς επειδή έτσι πρέπει ή από κάποιο παιδικό μας απωθημένο.

‘Οπως λοιπόν εμείς έχουμε το δικαίωμα να επιλέξουμε αν απόψε θα δούμε το τάδε σίριαλ και την επομένη να πιούμε μια μπύρα με τους φίλους μας, έτσι και τα παιδιά πρέπει να έχουν την ευχέρια να επιλέξουν (μετά από συζήτηση με τους γονείς) πού και πώς θα αφιερώσουν το χρόνο που απομένει μετά την ολοκλήρωση των υποχρεώσεών τους (σχολείο, εξωσχολικές δραστηριότητες, τακτοποίηση δωματίου τους κ.λπ.).

Είναι στο χέρι του γονιού να οργανώσει σωστά το χρόνο αυτό ώστε να είναι παράλληλα και δημιουργικός ελεύθερος χρόνος και να μάθουν στα παιδιά τους ότι μετά τη μελέτη των μαθημάτων τους θα έχουν τη δυνατότητα να ασχοληθούν μ’ αυτό που πραγματικά τα ευχαριστεί και τους δίνει τη δυνατότητα να εκτονώσουν την ενεργητικότητά τους.

Μη θεωρήσετε ότι το παιχνίδι είναι χαμένος χρόνος. Τα παιδιά τον έχουν ανάγκη. Πιέστε τα να παίζουν.

Βοηθήστε όμως και ενισχύστε την επιλογή τους, «εμποδίζοντάς» τα με τον τρόπο σας να μένουν καθηλωμένα στο tablet ή στην τηλεόραση.

Επιλέξτε διάφορες δραστηριότητες και αφήστε τα να δοκιμάσουν, να εκτονωθούν, να κοινωνικοποιηθούν και να εκφραστούν ανάλογα με την ιδιοσυγκρασία τους.

Παραθέτω ενδεικτικά ορισμένες από αυτές με τη βεβαιότητα πως θα βρείτε πολύ περισσότερες που θα ταιριάζουν στο παιδί σας και στο χρόνο και τα χρήματα που προτίθεστε να διαθέσετε:

Ομαδικές δραστηριότητες που αποσκοπούν στην φυσική εκτόνωση και την κοινωνικοποίησή τους όπως: Ομαδικά αθλήματα (ποδόσφαιρο, μπάσκετ, χορός, στίβος κ.ά.)
Δραστηριότητες που αποσκοπούν στην ενίσχυση συγκέντρωσης όπως: Σκάκι, σκράμπλ, μπαλέτο, πολεμικές τέχνες (τα δύο τελευταία απαιτούν και σωματική δραστηριότητα)
Δραστηριότητες που αποσκοπούν στην έκφραση συναισθημάτων όπως: Μουσική, θεατρικό παιχνίδι.

Μην πιέσετε όμως το παιδί σας να λαμβάνει μέρος στις δραστηριότητες που εσείς επιλέξατε χωρίς να το επιθυμεί. Κάθε παιδί είναι διαφορετικό και επιβάλεται να σεβόμαστε την ιδιοσυγκρασία του, τις κλίσεις του και τα φυσικά του προσόντα. Το παιδί πρέπει να επιθυμεί να συμμετάσχει, να μην απογοητεύεται επειδή δεν τα καταφέρνει και περνάει καλά εκεί. Είναι παραλογισμός να πιέζετε ένα παιδάκι που σιχαίνεται για παράδειγμα το νερό, να είναι κάθε απόγευμα στην πισίνα.

Να έχετε κατά νου επίσης πως άλλο δραστηριότητες και ελεύθερος χρόνος και άλλο υπερφορτωμένο πρόγραμμα δραστηριοτήτων. Είναι εξουθενωτικό για ένα παιδί να τρέχει από τη μια δραστηριότητα στην άλλη, όσο ευχάριστη κι αν είναι, χωρίς να προλαβαίνει να χαλαρώσει λεπτό.

Αποφύγετε τις υπερβολές λοιπόν και δώστε στο παιδί σας το χρόνο να ξεκουρουστεί.

Στόχος μας δεν είναι να εξουθενώσουμε το παιδί μας, αλλά να υποστηρίξουμε τη σωστή διαχείριση του ελεύθερου χρόνου του και να ενισχύσουμε τις ικανότητές του ώστε να εξελιχθεί σε μια ολοκληρωμένη προσωπικότητα και σ’ έναν ευτυχισμένο ενήλικα.

Φιλοσοφία και Τεχνική

ΤΕΧΝΙΚΗ ΚΑΙ ΕΠΙΣΤΗΜΗ ΣΤΟΝ HEIDEGGER

Το παρών άρθρο ενδιαφέρεται να διερευνήσει τη σχέση τεχνικής και επιστήμης στον Χάιντεγκερ και συναφώς να κατανοήσει τούτη τη σχέση ως θεμελιώδη δείκτη της ενδότερης βλέψης του φιλοσόφου να ριζοσπαστικοποιήσει φιλοσοφία και επιστήμη. Στην αναλογία αυτής της κατανόησης αναζητεί απαντήσεις ή τρόπους αντιμετώπισης του ξεριζωμού του ανθρώπου της σύγχρονης τεχνολογικής εποχής.

1. Με γνώμονα το ερώτημα για το νόημα του Είναι, ο Χάιντεγκερ αποφαίνεται πως η ανάπτυξη της επιστήμης, ήτοι των επιστημών, και αντιστοίχως η πρόοδος της τεχνικής διακήρυξαν το τέλος του τρόπου σκέψης, που γνωρίσαμε ως μεταφυσική και γενικότερα ως φιλοσοφία.

2. Οι διακηρύξεις αυτές αποτελούν την απαρχή ενός νέου τρόπου σκέψης, ο οποίος δεν είναι ούτε φιλοσοφικός ούτε επιστημονικός αλλά μετα-φιλοσοφικός.

3. Αυτός ο τρόπος μας προετοιμάζει να αποκρινόμαστε στην κλήση του Είναι· στην κλήση να σκεφτόμαστε την απόδρασή μας από την εμμένεια του Λόγου (παραδοσιακού, μεταφυσικού, φιλοσοφικού …) και να διαλογιζόμαστε όλες τις αλλαγές που έχει επιφέρει στη ζωή μας ο τεχνολογικός πολιτισμός και οι οποίες μας απειλούν με ξερίζωμα από τη γη.

4. Έτσι ο φιλόσοφος μας εισάγει στο διαλογιστικό σκέπτεσθαι ως την απόκριση στην κλήση του Είναι, ως την «γαλήνια άφεση στο αξιερώτητο» που μας διανοίγει σε «εκείνη την κατάσταση πραγμάτων, η οποία μας φανερώνεται μέσα στην ουσία της επιστήμης» (Χάιντεγκερ).

5. Πώς ορίζει όμως την ουσία της επιστήμης; Ανοίγοντας τον δρόμο για να συνδέσει αυτή την ουσία με την ουσία της τεχνικής, την ορίζει, σε μια φάση της ύστερης σκέψης του, ως θεωρία του πραγματικού. Τη θεωρία τούτη δεν την κατανοεί ως «απλό κατασκεύασμα του ανθρώπου» αλλά ως την επιστημονικά θεμελιωμένη αντικειμενικότητα του πραγματικού· «επιστημονικά…αντικειμενικότητα» πρωταρχικώς με το νόημα της επιστημονικής περιοχής, εντός της οποίας η ίδια η παραγωγή γνώσης, ήτοι η επιστήμη ως έρευνα και ως εξειδίκευση διατάσσεται, πλαισιώνεται ως προχώρηση σε μια περιοχή του όντος. Εάν με την προχώρηση ο φιλόσοφος εννοεί την οδό φανέρωσης, δηλαδή μια σχέση απουσίας – παρουσίας, τότε συνδέει τη σύγχρονη επιστήμη, ως θεωρία του πραγματικού, με την ιστορία του Είναι και με τη μεταβολή του.

6. Απ’ αυτή την άποψη, η σύγχρονη επιστήμη, ως εφαρμοσμένη κυρίως φυσική ή μαθηματική φυσική, διακρίνεται τόσο από την αρχαία ελληνική επιστήμη όσο και από την doctrina των μέσων χρόνων, ουσιωδώς δε σημαίνει «εφαρμογή της ουσίας της τεχνικής» (Χάιντεγκερ).

7. Και τούτο με το νόημα ότι το ως άνω διαλογιστικό σκέπτεσθαι οικειώνεται το υπολογιστικό σκέπτεσθαι της σύγχρονης τεχνικής υπερβαίνοντάς το και συναφώς αναδεικνύει την ουσία της –αυτό που ο φιλόσοφος ονομάζει Ge-stell με όλες τις θετικές και αρνητικές του παρ-ενέργειες– ως μια μορφή αποκάλυψης και περαιτέρω διαφύλαξης του Είναι.

8. Πιο ειδικά, εάν κάτω από τον βαρύ ίσκιο της τεχνικής ο άνθρωπος της τεχνολογικής εποχής τείνει να απολέσει την ουσία του, την ελεύθερη ανάπτυξή του· εάν μέσα στον προγραμματισμό και τον υπολογισμό εκτίθεται στον μέγιστο κίνδυνο, τότε καλείται από το Είναι να αντιμετωπίσει αυτόν τον κίνδυνο, την τεχνικής υφής περικύκλωσή του, την ανοίκεια τούτη πραγματικότητα, όχι ως ανάθεμα αλλά ως πρό-κληση, ως διαθέσιμο απόθεμα (Bestand). Έτσι τοπο-θετείται μέσα στον προορισμό που είναι η μοίρα του (Geschick): να αποκαλύπτει την πραγματικότητα, να την προσλαμβάνει με τον τρόπο του αποθέματος.

9. Αλλά το απόθεμα είναι μόνο μια μορφή αποκάλυψης της πραγματικότητας και όχι η αποκάλυψη. Το ερώτημα λοιπόν παραμένει: πώς ο άνθρωπος της σύγχρονης τεχνολογικής εποχής μπορεί να βρίσκει τον δρόμο του προς τη σώζουσα ισχύ, να χωρεί πάνω από το αδιέξοδα που η ίδια η τεχνική του δημιουργεί, να καλλιεργεί πολλαπλές δυνατότητες αποκάλυψης του Είναι (του), εκείθεν του διαθέσιμου αποθέματος, να ανα-γνωρίζει την ουσία του ως σύμφυτη με αυτή τούτη την αποκάλυψη;

10. Μπορεί με το έργο της σκέψης: μέσα από τις αναγκαίες επισταθμεύσεις του στον τόπο του επιστημονικοτεχνικού ενεργείν, σε αυτό δηλαδή που μας κληροδοτεί η περάτωση της φιλοσοφίας, μας προετοιμάζει να σκεφτόμαστε τις προ-ϋποθέσεις του εκτυλιχθέντος ως τώρα έργου της φιλοσοφίας, κάτι που η ίδια η φιλοσοφία δεν μπόρεσε να σκεφτεί. Εν τέλει, το έργο της σκέψης έρχεται προς τον άνθρωπο ως προετοιμασία που τον εκ-θέτει στο «ανεξάντλητο του αξιερώτητου» και αντιστοίχως τον αποτρέπει να εκπίπτει σε αποθεματικό σκεύος και σε ωφελιμιστικό αντικείμενο.

Ηθική Φιλοσοφία

ΗΘΙΚΕΣ ΣΥΓΚΡΟΥΣΕΙΣ

· Υπάρχουν πολλά είδη ηθικής σύγκρουσης:         

α) σύγκρουση με τους άλλους.
β) σύγκρουση με τον εαυτό μας.
γ) σύγκρουση για το τι πρέπει να κάνουμε με τις άλλες απόψεις.
δ) σύγκρουση σχετικά με το ποιες από τις απόψεις των άλλων πρέπει να αποδεχόμαστε ή να απορρίπτουμε.

· Τα διάφορα είδη ηθικής σύγκρουσης ανήκουν στην κατηγορία της σύγκρουσης καθηκόντων.

Παραδείγματα σύγκρουσης καθηκόντων:

α) να λέει κανείς την αλήθεια και να σώζει τη ζωή κάποιου ή να αποφεύγει να του προκαλέσει στενοχώρια.
β) να λέει κανείς ψέμα για να σώζει ζωές.
γ) πίστη στους φίλους ή στους ευεργέτες ή πίστη στην πατρίδα ή σε επαγγελματικούς κώδικες ή σε σημαντικές αναλήψεις υποχρεώσεων.

· Λόγοι που μπορεί να προκαλούν τέτοιες συγκρούσεις:

α) ασυμβίβαστες ή μη πραγματοποιήσιμες υποσχέσεις.
β) λάθη επιλογής ή αδυναμίες.
γ) ελλιπής γνώση.
δ) κυρίως το γεγονός ότι δύο είδη ηθικών απαιτήσεων, που είναι ανεξάρτητα το ένα από το άλλο, δεν μπορούν να ικανοποιηθούν ταυτόχρονα ή σε μια συγκεκριμένη περίπτωση.

· Οι σημασίες του «πρέπει»:

α) το «πρέπει» ως ηθικά απαιτούμενο.
β) το «πρέπει» με την έννοια ότι μπορεί ή δεν μπορεί να γίνει κάτι.
γ) το «πρέπει» με την έννοια ότι αποφασίζει κανείς να εκπληρώσει μια από δύο ή περισσότερες υπαρκτές υποχρεώσεις.
δ) το «πρέπει», χρησιμοποιούμενο ως «υποχρέωση» και «καθήκον» για δυο διαφορετικούς σκοπούς:
1. για να αναφέρουμε ή να εκφράσουμε ηθικές απόψεις ή απαιτήσεις της κοινωνίας.
2. για την εκφράσουμε προσωπική ηθική άποψη ή πεποίθηση.

· Τρόποι αντιμετώπισης των ηθικών συγκρούσεων:

α) να γίνεται διάκριση ανάμεσα στα καθήκοντα που ανήκουν στην τάξη της υποχρέωσης, π.χ. να λέει κανείς την αλήθεια, να τηρεί τους νόμους κ.λ.π., και στα επιθυμητά καθήκοντα, π.χ. το ενδιαφέρον ή η επιθυμία κάποιου να γίνει πλούσιος κ.α.

β) τα υποχρεωτικά ή τέλεια καθήκοντα ή τα καθήκοντα της τέλειας υποχρέωσης έχουν μια γενική ισχύ και δεν οδηγούν σε συγκρούσεις, γιατί δεν υπάρχει προαίρεση. Μπορούμε να επιλέξουμε μόνο τον τρόπο επιτέλεσης αυτών των καθηκόντων.

γ) Τα πρώτα δεν επιδέχονται αναβολή ή ακύρωση σε αντίθεση με τα δεύτερα.

δ) Τα τέλεια καθήκοντα είναι καθορισμένα και συνεπάγονται αντίστοιχα δικαιώματα σε συγκεκριμένα άτομα.

Παρασκευή 22 Σεπτεμβρίου 2017

ΡΗΤΟΡΙΚΗ: ΑΙΣΧΙΝΗΣ - Κατὰ Κτησιφῶντος (54-57)

[54] Περὶ δὲ τῶν δημοσίων ἀδικημάτων πειράσομαι σαφέστερον εἰπεῖν. Καὶ γὰρ πυνθάνομαι μέλλειν Δημοσθένην, ἐπειδὰν αὐτοῖς ὁ λόγος ἀποδοθῇ, καταριθμεῖσθαι πρὸς ὑμᾶς ὡς ἄρα τῇ πόλει τέτταρες ἤδη γεγένηνται καιροὶ ἐν οἷς αὐτὸς πεπολίτευται. Ὧν ἕνα μὲν καὶ πάντων πρῶτον, ὡς ἔγωγε ἀκούω, καταλογίζεται ἐκεῖνον τὸν χρόνον ἐν ᾧ πρὸς Φίλιππον ὑπὲρ Ἀμφιπόλεως ἐπολεμοῦμεν· τοῦτον δ᾽ ἀφορίζεται τῇ γενομένῃ εἰρήνῃ καὶ συμμαχίᾳ ἣν Φιλοκράτης ὁ Ἁγνούσιος ἔγραψε καὶ αὐτὸς οὗτος μετ᾽ ἐκείνου, ὡς ἐγὼ δείξω.

[55] Δεύτερον δέ φησι γενέσθαι ὃν ἤγομεν χρόνον τὴν εἰρήνην, δηλονότι μέχρι τῆς ἡμέρας ἐκείνης ἐν ᾗ καταλύσας τὴν ὑπάρχουσαν εἰρήνην τῇ πόλει, ὁ αὐτὸς οὗτος ῥήτωρ ἔγραψε τὸν πόλεμον· τρίτον δὲ ὃν ἐπολεμοῦμεν χρόνον μέχρι τῶν ἐν Χαιρωνείᾳ, τέταρτον δὲ τὸν νῦν παρόντα καιρόν. Ταῦτα δὲ καταριθμησάμενος, ὡς ἀκούω, μέλλει με παρακαλεῖν καὶ ἐπερωτᾶν ὁποίου τούτων τῶν τεττάρων αὐτοῦ καιρῶν κατηγορῶ, καὶ πότε αὐτὸν οὐ τὰ βέλτιστά φημι τῷ δήμῳ πεπολιτεῦσθαι· κἂν μὴ θέλω ἀποκρίνασθαι, ἀλλ᾽ ἐγκαλύπτωμαι καὶ ἀποδιδράσκω, ἐκκαλύψειν μέ φησι προσελθὼν καὶ ἄξειν ἐπὶ τὸ βῆμα καὶ ἀναγκάσειν ἀποκρίνασθαι.

[56] Ἵν᾽ οὖν μήθ᾽ οὗτος ἰσχυρίζηται ὑμεῖς τε προειδῆτε, ἔγωγε ἀποκρινοῦμαι, ἐναντίον σοι τῶν δικαστῶν, Δημόσθενες, καὶ τῶν ἄλλων πολιτῶν ὅσοι δὴ ἔξωθεν περιεστᾶσι, καὶ τῶν Ἑλλήνων ὅσοις ἐπιμελὲς γέγονεν ἐπακούειν τῆσδε τῆς κρίσεως· ὁρῶ δὲ οὐκ ὀλίγους παρόντας, ἀλλ᾽ ὅσους οὐδεὶς πώποτε μέμνηται πρὸς ἀγῶνα δημόσιον παραγενομένους· ἀποκρινοῦμαι ὅτι ἁπάντων τῶν τεττάρων καιρῶν κατηγορῶ σου, οὓς σὺ διαιρῇ,

[57] κἂν οἵ τε θεοὶ θέλωσι καὶ οἱ δικασταὶ ἐξ ἴσου ἡμῶν ἀκούσωσι κἀγὼ δύνωμαι ἀπομνημονεῦσαι ἅ σοι σύνοιδα, πάνυ προσδοκῶ ἐπιδείξειν τοῖς δικασταῖς τῆς μὲν σωτηρίας τῇ πόλει τοὺς θεοὺς αἰτίους γεγενημένους καὶ τοὺς φιλανθρώπως καὶ μετρίως τοῖς τῆς πόλεως πράγμασι χρησαμένους, τῶν δὲ ἀτυχημάτων ἁπάντων Δημοσθένην. Καὶ χρήσομαι τῇ τοῦ λόγου τάξει ταύτῃ ᾗ τοῦτον πυνθάνομαι μέλλειν, λέξω δὲ πρῶτον περὶ τοῦ πρώτου καιροῦ καὶ δεύτερον περὶ τοῦ δευτέρου καὶ τρίτον περὶ τοῦ ἐφεξῆς καὶ τέταρτον περὶ τῶν νυνὶ καθεστηκότων πραγμάτων. Καὶ δὴ ἐπανάγω ἐμαυτὸν ἐπὶ τὴν εἰρήνην ἣν σὺ καὶ Φιλοκράτης ἐγράψατε.

***
[54] Για τα αδικήματα όμως του δημόσιου βίου του Δημοσθένη θα προσπαθήσω να μιλήσω σαφέστερα. Γιατί έχω πληροφορηθεί ότι ο Δημοσθένης, όταν τους δοθεί η άδεια να μιλήσουν, σκοπεύει να σας απαριθμήσει ότι τάχα έχουν παρουσιαστεί στην πόλη τέσσερις περίοδοι, κατά τις οποίες έχει αναπτύξει ο ίδιος πολιτική δραστηριότητα. Μια από αυτές και πρώτη από όλες λογαριάζει, όπως τουλάχιστον εγώ ακούω, την περίοδο που πολεμούσαμε εναντίον του Φιλίππου για την Αμφίπολη. Την περίοδο αυτή την τοποθετεί ανάμεσα στην αρχή αυτού του πολέμου και στην ειρήνη και συμμαχία που πρότεινε ο Φιλοκράτης ο Αγνούσιος και ο ίδιος ο Δημοσθένης, σε συνεργασία με εκείνον, όπως εγώ θα δείξω.

[55] Δεύτερη περίοδος λέει πως ήταν ο χρόνος κατά τον οποίο κράτησε η ειρήνη, προφανώς ως την ημέρα εκείνη κατά την οποία ο ίδιος αυτός ρήτορας εισηγήθηκε τον πόλεμο, καταλύοντας την υπάρχουσα ειρήνη στην πόλη. Τρίτη περίοδο λογαριάζει τον χρόνο που πολεμούσαμε εναντίον του Φιλίππου μέχρι τα γεγονότα στη Χαιρώνεια· τέταρτη τη σημερινή εποχή. Αυτά λοιπόν αφού απαριθμήσει, σκοπεύει να με καλέσει, όπως μαθαίνω, και να με ρωτήσει για ποιαν από τις τέσσερις αυτές περιόδους τον κατηγορώ για τη δράση του, σε ποια περίπτωση δηλαδή ισχυρίζομαι ότι δεν έχει πολιτευθεί κατά τον καλύτερο τρόπο για τον λαό. Και αν αρνηθώ να απαντήσω και σκεπάσω το πρόσωπό μου από ντροπή αποφεύγοντας να τον αντιμετωπίσω, θα με πλησιάσει, λέει, θα ξεσκεπάσει το πρόσωπό μου, θα με οδηγήσει με τη βία στο βήμα και θα με αναγκάσει να απαντήσω.

[56] Για να μην τρέφει λοιπόν ελπίδες ότι μπορεί να κάνει αυτά, και να ενημερωθείτε και εσείς εκ των προτέρων, θα σου απαντήσω, Δημοσθένη, ενώπιον των δικαστών και των άλλων συμπολιτών μου, όσοι έχουν σταθεί έξω από το δικαστήριο, καθώς και ενώπιον των Ελλήνων που είχαν την περιέργεια να παρακολουθήσουν τη σημερινή δίκη. Και βλέπω ότι είναι εδώ όχι λίγοι αλλά τόσο πολλοί όσους δεν θυμάται κανένας να παραβρέθηκαν μέχρι σήμερα σε δημόσια δίκη. Θα σου απαντήσω, λοιπόν, ότι σε κατηγορώ για όλη την πολιτική δραστηριότητά σου και στις τέσσερις περιόδους, όπως εσύ τις χωρίζεις.

[57] Και, αν θέλουν οι θεοί και οι δικαστές ακούσουν και τους δυο μας αμερόληπτα και αν εγώ μπορέσω να θυμηθώ όσα ξέρω για σένα, έχω πολλές ελπίδες πως θα δείξω στους δικαστές ότι για τη σωτηρία της πόλης αίτιοι υπήρξαν οι θεοί και όσοι χειρίστηκαν τις υποθέσεις της με ανθρωπιά και μετριοπάθεια, ενώ για όλες τις ατυχίες της, ο Δημοσθένης. Κατά την ανάπτυξη του κατηγορητηρίου θα τηρήσω τη σειρά που μαθαίνω ότι σκοπεύει να ακολουθήσει αυτός. Στην αρχή θα μιλήσω για την πρώτη περίοδο, μετά για τη δεύτερη, στη συνέχεια για την τρίτη και στο τέλος για τη σημερινή κατάσταση των πραγμάτων. Ξεκινώ λοιπόν με την ειρήνη που προτείνατε εσύ και ο Φιλοκράτης.

Η ΑΦΥΠΝΙΣΗ ΤΗΣ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΤΗΤΑΣ ΣΤΗΝ ΑΡΧΑΪΚΗ ΛΥΡΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ

Σήμερα θεωρούμε αυτονόητο ότι το έπος, ή λυρική ποίηση και το δράμα είναι ποιητικά είδη πού συνυπάρχουν στη δυτική λογοτεχνία. Στην Ελλάδα όμως, οπού δημιουργήθηκαν αυτά τα ποιητικά είδη ως φορείς μεγάλης ποίησης, η οποία άσκησε άμεσα ή έμμεσα επίδραση στην εξέλιξη της ευρωπαϊκής λογοτεχνίας, άκμασαν διαδοχικά και όχι παράλληλα. Όταν παρακμάζει το έπος, προβάλλει η λυρική ποίηση, και όταν αυτή πλησιάζει στο τέλος της, γεννιέται το δράμα. Τα ποιητικά είδη ήταν επομένως στη χώρα της γέννησης τους κατόρθωμα και έκφραση μιας ορισμένης ιστορικής κατάστασης. Η ιδιοτυπία της επικής σύνθεσης να συλλαμβάνει τη ζωή σαν μια αλυσίδα από γεγονότα δεν αποτελεί στον Όμηρο ένα συνειδητό τρόπο σύνθεσης. Ο Όμηρος δεν επέλεξε συνειδητά ανάμεσα σε άλλες δυνατότητες έναν ορισμένο τρόπο παρουσίασης της ανθρώπινης ύπαρξης, τον οποίο θεώρησε τον πιο κατάλληλο για το έπος. Ο Lessing δεν έχει επομένως δίκιο, όταν αποδίδει στον Όμηρο την καλλιτεχνική πρόθεση σύμφωνα με την οποία ο ποιητής αποφεύγει κάθε περιγραφή καταστάσεων και αρκείται μόνο στην αφήγηση γεγονότων. Αυτή η ιδιοτυπία εξαρτάται κυρίως από τον τρόπο με τον οποίο ο Όμηρος βλέπει και φυσικά ερμηνεύει τον άνθρωπο, τη ζωή και τον κόσμο: Οι πράξεις και τα αισθήματα του ανθρώπου καθορίζονται από τις θεϊκές δυνάμεις πού δρουν στον κόσμο, είναι αντιδράσεις των φυσικών του οργάνων σ' ένα ερέθισμα, το οποίο πιστεύει ότι τον άφορα προσωπικά. Κάθε κατάσταση είναι αποτέλεσμα αυτών των ερεθισμάτων και συγχρόνως πηγή νέων ερεθισμάτων.

    Η γένεση του ελληνικού έπους βυθίζεται στο σκοτάδι της προϊστορικής εποχής. Το αρχαιότερο έργο πού γνωρίζουμε αποτελεί συγχρόνως και το αποκορύφωμα της ελληνικής επικής ποίησης: είναι το έργο πού παραδόθηκε με το όνομα του Ομήρου, η Ιλιάδα και η Οδύσσεια. Η λυρική ποίηση, αντίθετα, επιτρέπει να θέσουμε ερωτήματα ιστορικού χαρακτήρα, όπως: ποια είναι η διαφορά της από το παλαιότερο ποιητικό είδος, το έπος, και ποιο είναι το νέο πνεύμα πού εκφράζει; Η πιο χαρακτηριστική διαφορά ανάμεσα στους παλαιούς επικούς και τους λυρικούς πού τους διαδέχονται είναι ότι στη λυρική ποίηση οι ποιητές εμφανίζονται ως προσωπικότητες. Οι λυρικοί ποιητές σε αντίθεση με το προβληματικό όνομα του Ομήρου αναφέρουν το όνομα τους, μιλούν για τον εαυτό τους, προσφέρονται σε αναγνώριση ως συγκεκριμένα πρόσωπα.

    Στην εποχή της λυρικής ποίησης εμφανίζονται για πρώτη φορά στη σκηνή της ευρωπαϊκής ιστορίας προσωπικότητες με τους πιο διαφορετικούς ρόλους: Αρχηγοί κομμάτων, νομοθέτες και τύραννοι, θρησκευτικοί στοχαστές και φιλόσοφοι, καλλιτέχνες πού τοποθετούν στα έργα τους την υπογραφή τους, και έτσι διασπούν το φράγμα της ανωνυμίας που υψωνόταν ως τότε στην Ελλάδα και την Ανατολή. Την πνευματική σημασία αυτής της διαδικασίας είναι πολύ ευκολότερο να την εκτιμήσουμε με τη βοήθεια της λυρικής ποίησης παρά οποιασδήποτε άλλης τέχνης, γιατί η ποίηση εκφράζει με λόγια την καινούρια προοπτική πού διανοίγεται, και έτσι αποκαλύπτει με σαφήνεια το πνεύμα της εποχής. 

    Η λυρική ποίηση, τόσο η χορική όσο και η μονωδική, στηρίζεται σε δύο προϋποθέσεις: πρώτον εξαρτάται από λαϊκές προλογοτεχνικές μορφές, πού απαντούν σε όλες τις εποχές και σε όλους τους πολιτισμούς, όπως είναι ορχηστικά, λατρευτικά, εργατικά κτλ. τραγούδια, πού σκοπό έχουν να εξυπηρετήσουν ομαδικές ασχολίες σε ορισμένες περιστάσεις της κοινωνικής συμβίωσης. Δεύτερο, γίνεται αισθητή η επίδραση της επικής ποίησης και ιδιαίτερα του Ομήρου στους έλληνες λυρικούς. Δεν υπάρχει κανένας ποιητής πού να μη δέχτηκε σε ορισμένα αντιπροσωπευτικά χωρία της ποίησης του αυτή την επίδραση, με τη βοήθεια της οποίας η λυρική ποίηση υπερβαίνει το στάδιο της περιστασιακής ποίησης, παρόλο πού δεν παύει να συνδέεται με ορισμένες και συγκεκριμένες αφορμές.

    Το μεγαλύτερο μέρος της αρχαϊκής λυρικής ποίησης που μας παραδόθηκε είναι εορταστική ποίηση, δηλαδή ποίηση πού χρωστά τη σύνθεση της σε διάφορες γιορτές προς τιμήν θεών ή ανθρώπων. Σκοπός της είναι να εξυψώσει ένα σημαντικό γεγονός του παρόντος πάνω από τον συγκεκριμένο τόπο και χρόνο, να χαρίσει διάρκεια στη χαρούμενη στιγμή. Τα δύο βασικά μέσα πού χρησιμοποιεί για να φτάσει σ' αυτόν το σκοπό (αν δεν λάβουμε υπόψη την αυστηρή παραδοσιακή μορφή που είναι ένας παράγοντας σταθερότητας, είναι ο μύθος και το γνωμικό. Ο μύθος, κυρίως ο μύθος που πέρασε από το φίλτρο της επικής ποίησης, παραθέτει πλάι στο γήινο γεγονός μια ανάλογη θεϊκή ή ηρωική εικόνα και έτσι προσδίδει στις εφήμερες ανθρώπινες πράξεις νόημα και αξία. Το γνωμικό συνδέει το επιμέρους με το γενικό, συχνά με προτρεπτική ή διδακτική μορφή, και οδηγεί με ορθολογικό τρόπο το πνεύμα στις μόνιμες αξίες, στην αλήθεια. Σ' αυτή την εορταστική ποίηση ανήκει σχεδόν ολόκληρη η χορική ποίηση από το τέλος του 7ου ως τα μέσα του 8ου αιώνα π.Χ., από τον Αλκμάνα ως τον Βακχυλίδη και τον μεγάλο Πίνδαρο με ενδιάμεσους σταθμούς τον Στησίχορο, τον Ίβυκο και τον Σιμωνίδη.

    Αυτοί οι ύμνοι που αποτελούν την πραγματικά «μεγάλη» λυρική ποίηση των Ελλήνων διαμόρφωσαν το υψηλό ποιητικό ύφος τόσο για τους ίδιους τους Έλληνες όσο και για τους μεταγενεστέρους. Από αυτήν εξελίχθηκε η τραγωδία και κάθε μορφή ποίησης με υψηλό και παθητικό ύφος. Αυτή καθοδήγησε τον Κlοpstock, τον νεαρό Goethe, τον Hölderlin και τον Rilke στη σύνθεση των ύμνων τους. Αυτή η ποίηση πιστεύει, σε αντίθεση με το έπος, ότι το παρόν αξίζει να εξυμνηθεί. Οι πράξεις του παρελθόντος δεν αποτελούν αυτοσκοπό, άλλα συμβάλλουν στην εξύψωση του παρόντος. Οι αρχαϊκοί Έλληνες ένιωθαν χαρά για καθετί ζωντανό και πολύχρωμο πού ανήκει στο παρόν.

    Η χτυπητή αντίθεση ανάμεσα στο μύθο και το παρόν, ανάμεσα στο ιδεατό και το πραγματικό, ανάμεσα στην απαίτηση και τη δυνατότητα πραγματοποίησης της, γίνεται όλο και περισσότερο αισθητή στη διάρκεια της διακοσιόχρονης εξέλιξης• παρ' όλα αυτά το παρόν παραμένει ο χώρος οπού κινείται η λυρική ποίηση, αν και έχει αποκτήσει μια νέα αίσθηση της υπερχρονικότητας.

    Παράλληλα με την υμνωδική ποίηση αναπτύσσεται την ίδια εποχή - μόνο πού αρχίζει κάπως νωρίτερα και παρακμάζει επίσης κάπως νωρίτερα - ένα άλλο εξίσου σημαντικό είδος λυρικής ποίησης, πού πλησιάζει περισσότερο τη σημασία πού δίνουμε εμείς στον όρο «λυρικός», γιατί η ποίηση αυτή εκφράζει προσωπικά βιώματα των δημιουργών της. Για τους Έλληνες αυτή η ποίηση δεν αποτελεί μια ενότητα, λυρική ποίηση είναι η ποίηση πού τραγουδιέται είτε είναι χορική, όπως είδαμε παραπάνω, είτε μονωδική, Οπότε παρουσιάζεται από ένα άτομο, όπως η ποίηση της Σαπφώς, του Αλκαίου και του Ανακρέοντα. Πολλά από τα μονωδικά ποιήματα είναι εγκώμια προς τιμήν θεών ή ανθρώπων - π.χ. τα επιθαλάμια της Σαπφώς -, άλλα το νέο στοιχείο που χαρακτηρίζει την ποίηση αυτή σε σύγκριση με τη χορική είναι ότι οι ποιητές μιλούν για τον εαυτό τους. Παρόμοιοι είναι και οι στίχοι που οι Έλληνες δεν τους κατέτασσαν στη λυρική ποίηση, γιατί δεν τραγουδιούνται με τη συνοδεία λύρας, άλλα αντιστοιχούν περίπου στη δική μας αντίληψη για τη λυρική ποίηση. Πρόκειται για τους στίχους που απαγγέλλονταν με τη συνοδεία αυλού, οι ίαμβοι και τα δίστιχα, που ανακάλυψε ο Αρχίλοχος σύμφωνα με την αρχαία παράδοση. Για να δείξουμε τι θεωρούσαν οι ίδιοι οι ποιητές προσωπικό στοιχείο στην «προσωπική λυρική ποίηση» (αν αυτός ο όρος είναι θεμιτός), για ποιο λόγο μιλούσαν για τον ίδιο τους τον εαυτό και με ποιο τρόπο συνειδητοποίησαν την ατομικότητα τους, διαλέγουμε τρεις ποιητές: τον Αρχίλοχο, τον ποιητή των Ιάμβων, που ζει στο πρώτο μισό του 7ου αιώνα, και τους δύο μονωδικούς ποιητές Σαπφώ και Ανακρέοντα. Η Σαπφώ ακμάζει γύρω στα 600 π.Χ. και ο Ανακρέων ζει ως το 500 π.Χ. περίπου. Έτσι οι ερωτήσεις μας απευθύνονται σε τρεις πολύ διαφορετικούς χαρακτήρες και ιδιοσυγκρασίες, που με τα ποιήματα τους καλύπτουν χρονικά σχεδόν ολόκληρη την περίοδο των δύο αιώνων, στην οποία άνθησε ή λυρική ποίηση. Με αυτό τον τρόπο είναι δυνατό να προβληθούν ικανοποιητικά τόσο τα κοινά σημεία όσο και η προσωπική συμβολή τους. Η ερευνά θα δείξει ότι και αυτοί οι ποιητές, όπως οι χορικοί, στρέφονται από το παρελθόν στο παρόν, για να αναζητήσουν το υπερχρονικό.

    Το πεδίο που θα ερευνήσουμε καλύπτεται από αξιοθρήνητα κατάλοιπα. Από τα λίγα ποιήματα του Αρχίλοχου, της Σαπφώς και του Ανακρέοντα που σώθηκαν ακέραια και από τα συνήθως πολύ σύντομα παραθέματα μεταγενέστερων συγγραφέων μπορούμε να αποσπάσουμε μια απάντηση στο ερώτημα για το πνευματικό τους κατόρθωμα, μόνο αν εκμεταλλευτούμε ακόμη και την παραμικρότερη λεπτομέρεια. Ωστόσο, έτσι τουλάχιστον ελπίζουμε, αυτό που θα προκύπτει κάθε φορά ως νεοτερικό ή ιδιότυπο στοιχείο θα αποτελέσει τελικά τμήμα μιας ενιαίας εικόνας. Ο δρόμος που ακολουθούν οι λυρικοί οδηγεί προς μια ορισμένη κατεύθυνση, και αυτό που αρχικά φαίνεται ως παραλλαγή μιας μοναδικής σκέψης, ως προσωπική μεταβολή ενός παραδοσιακού θέματος, ανήκει σε μια γενικότερη ιστορική διαδικασία.

        Ο Αρχίλοχος διάβασε στην Οδύσσεια το στίχο (ξ 228):

κάθε άνθρωπος και με άλλη χαίρεται μαθές δουλειά στον κόσμο    
και έδωσε τη δική του παραλλαγή (απ. 41 ):
(του καθενός ή καρδιά ευχαριστιέται με διαφορετικά πράγματα)


    Η γνώση ότι κάθε άνθρωπος αντιδρά διαφορετικά δεν εκφράζεται ακόμη στην Ιλιάδα με τόση σαφήνεια. Στην Οδύσσεια διαμορφώνεται μια λεπτότερη αντίληψη σχετικά με τη διαφοροποίηση των ανθρώπων. Τα ίχνη αυτά ακολουθεί ο Αρχίλοχος, ο οποίος εκφράζει μια βασική ιδέα της αρχαϊκής εποχής. Ο Σόλων περιγράφει με λεπτομέρειες πόσο διαφορετικοί είναι οι δρόμοι της ζωής, και ο Πίνδαρος επινοεί διαρκώς νέες διατυπώσεις της σκέψης αυτής (π.χ. Πνθιόνικος 10, 60). Η όραση των ποιητών οξύνεται για τις μεταβολές πού συμβαίνουν στον άνθρωπο με το πέρασμα του χρόνου. Ο Αρχίλοχος βρήκε στην Οδύσσεια τους στίχους (σ 136 κ.έ.):

Κατά πού αλλάζει των αθάνατων και των θνητών ο κύρης
την πάσα μέρα, αλλάζει κι ο άνθρωπος στη γης αυτή τα φρένα.

    Έχοντας ως πρότυπο αυτό το χωρίο ο ποιητής απευθύνει στο φίλο του Γλαυκό τους στίχους (απ. 68):

Γλαυκέ, γιε του Λεπτίνη, η σκέψη των θνητών
είναι τέτοια, όπως ó Δίας κάθε μέρα την κατευθύνει,
και σκέφτονται σύμφωνα με τις καθημερινές τους ασχολίες.

    Ο Αρχίλοχος ξαναπιάνει αυτές τις γενικές σκέψεις της Οδύσσειας που τονίζουν την αστάθεια του κόσμου στην οποία ο άνθρωπος είναι εκτεθειμένος, ενός κόσμου που είναι γοητευτικός και συγχρόνως καταπιεστικός. Τόσο βαθιά νιώθει ο Αρχίλοχος την επισφαλή θέση του ανθρώπου. Αυτή τη θέση επιβεβαιώνουν και άλλοι στίχοι του. Ουσιαστικά δεν εκφράζει κάτι καινούριο, άλλα αυτή η διαφοροποιημένη όραση συμβάλλει στην καλύτερη κατανόηση του εαυτού μας και των ιδιοτήτων του κι έτσι έχουμε την αρχή μιας πραγματικά καινούριας σκέψης.


    Η αντιπαράθεση της προσωπικής γνώμης ενός ανθρώπου στη γνώμη των άλλων είναι το θέμα του ποιήματος της Σαπφώς που βρέθηκε σ' έναν πολύ κατεστραμμένο πάπυρο στην Αίγυπτο, και που το κείμενο του συμπληρωμένο έχει ως εξής (απ. 27):

Ο ένας υμνεί σαν το πιο όμορφο πράγμα πάνω στη μαύρη γη
το ιππικό, ένας άλλος το πεζικό, κι ένας τρίτος το ναυτικό,
εγώ όμως θεωρώ το πιο όμορφο αυτό που καθένας αγαπά.
Κι αυτό είναι πολύ εύκολο να το καταλάβει
ο καθένας, γιατί αυτή που ξεπερνούσε όλους
σε ομορφιά, η Ελένη, εγκατέλειψε τον καλύτερο σύζυγο.
Με το καράβι πήγε στην Τροία
και δε σκέφτηκε ούτε την κόρη της ούτε τους αγαπημένους της γονείς,
αλλά χωρίς τη θέληση της ακολούθησε την Αφροδίτη.
Αλήθεια, δεν είναι δύσκολο να κατευθύνεις μια γυναίκα,
η αγάπη μπορεί να θολώσει τόσο εύκολα το μυαλό της!
Και τώρα η Κύπρις μου θύμισε ξαφνικά την Ανακτορία.
Θα προτιμούσα να δω το εράσμιο βάδισμα της
και το φωτεινό, λαμπερό πρόσωπο της,
παρά τα άρματα των Λυδών και το βαριά οπλισμένο πεζικό.

    Στην αρχή και στο τέλος του ποιήματος η Σαπφώ χρησιμοποιεί το σχήμα Priamel (μια λαϊκή μορφή που διαχωρίζει ένα πράγμα από όλα τα αλλά) για να αντιπαραθέσει την προσωπική της γνώμη σ' αυτό πού οι άλλοι θεωρούν ωραίο. Έτσι μετασχηματίζει το εγκώμιο και το συμβατικό εορταστικό τραγούδι μιας παραδοσιακής κοινωνίας. Στη μεγαλοπρέπεια πού προκαλεί γενικό θαυμασμό, στις παρελάσεις του ιππικού, του πεζικού και του στόλου, αντιπαραθέτει κάτι απλό: το χαριτωμένο βάδισμα και το λαμπερό πρόσωπο της αγαπημένης της Ανακτορίας. (Ό,τι αγαπά ο καθένας, αυτό είναι και το πιο όμορφο.) Η Σαπφώ θεωρεί το εσωτερικό αίσθημα ανώτερο από την εξωτερική λάμψη, που με την τελευταία της πρόταση δείχνει ότι της είναι ξένη και ανατολίτικη. Ή αντίληψη του Ομήρου και του Αρχίλοχου ότι «του καθενός η καρδιά ευχαριστιέται με διαφορετικά πράγματα» παρέθετε τις αξίες ισότιμα, η Σαπφώ τονίζει ποια αξία είναι ανώτερη από τις άλλες, και εννοεί την αξία πού ή ψυχή της περιβάλλει με αγάπη. Παρόμοιες απόψεις εκφράστηκαν και σε άλλα ποιήματα της αρχαϊκής εποχής, αλλά στη Σαπφώ συναντούμε τη σκέψη αυτή για πρώτη φορά. Σε ένα άλλο απόσπασμα λέει για την αγαπημένη κόρη της Κλείδα (απ. 152): «δεν την αλλάζω ούτε με ολόκληρο το λυδικό βασίλειο», και ο Ανακρέων ξαναπιάνει αυτή την ιδέα και την εκφράζει με το σχήμα Priamel (απ. 8):

Εγώ δεν θα επιθυμούσα
ούτε το κέρας της Αμάλθειας
ούτε να είμαι βασιλιάς της Ταρτησσού
για εκατόν πενήντα χρόνια.


    Ό, τι επιθυμούν άλλοι, το πλούσιο κέρας της Αμάλθειας, ή τη μακρόχρονη βασιλεία στην πόλη της Δύσης με τα μυθώδη πλούτη, ο Ανακρέων το αρνιέται. Αυτό που έχει αξία γι' αυτόν δεν μας το διαφύλαξε η παράδοση, αλλά, μια και μιλά για μια τόσο υπερβολική μεγαλοπρέπεια, θα πρέπει να ήταν κάτι πολύ απλό το αντικείμενο της προτίμησης του.


    Αυτή η αντίθεση ανάμεσα στο θεαματικό που θαυμάζουν όλοι και στο απλό πού είναι και πιο ουσιαστικό είναι άγνωστη στον Όμηρο. Παρόμοιες ιδέες είναι όμως γνωστές ήδη στον Αρχίλοχο, ένα απόσπασμα του οποίου (απ. 22) επιτρέπει να αναγνωρίσουμε με μεγαλύτερη σαφήνεια πως η απαρίθμηση σε σχήμα Priamel «συνδέεται με τον συμβατικό μακαρισμό».

Ο ποιητής λέει :

δε με ενδιαφέρει η περιουσία του πάμπλουτου Γύγη
και δε ζηλεύω ούτε εποφθαλμιώ
ό,τι (του) έδωσαν οι θεοί (θεών έργα) ούτε επιθυμώ
τη μεγάλη τυραννίδα, γιατί είναι μακριά από τις βλέψεις μου.

    Διαφορετικά από τη Σαπφώ και με μεγαλύτερη έμφαση από τον Ανακρέοντα ο Αρχίλοχος εκδηλώνει την περιφρόνηση του για ένα επώνυμο πρόσωπο που το εκτιμούν όλοι. Συνήθως εγκωμιάζουν αυτόν που έχει τα πλούτη του Γύγη. Έχει πολύ χρυσάφι, επομένως είναι όλβιος• οι θεοί του το χάρισαν, άρα είναι ευδαίμων, η βασιλική εξουσία τον κάνει να φαίνεται όμοιος με τους θεούς, είναι ισόθεος. Όλες αυτές οι ιδιότητες θα άξιζαν να γίνουν αντικείμενο ενός μακαρισμού, ενός εγκωμίου.

    Ένας τέτοιος μακαρισμός σταθεροποιούσε την εκτίμηση εκείνου πού άξιζε να εκτιμάται στο πλαίσιο ενός πολιτισμού, όπου το καλό όνομα ήταν το παν. Επίνικος, επιθαλάμιο, θρήνος ήταν μορφές ενός τέτοιου μακαρισμού που καθιέρωσε η λατρεία. Η καθημερινά όμως αυξανόμενη συνείδηση ότι διαφορετικοί άνθρωποι χαίρονται με διαφορετικά πράγματα ανέτρεψε την πίστη ότι η κοινωνική εκτίμηση αποτελεί τη μοναδική αξία του ανθρώπου. Ακόμη και όταν ο μακαρισμός διατηρεί, ιδιαίτερα στον αριστοκρατικό κόσμο, την αξία του, όπως συμβαίνει στον Πίνδαρο, ο Αρχίλοχος καλλιεργεί «αντιμορφές» μακαρισμού, όπως θα μπορούσε κάποιος να τις ονομάσει. Με τον ψόγο καταστρέφει την εκτίμηση των έχθρων του, και με το σχήμα Priamel εκφράζει αυτό πού θεωρεί σημαντικότερο από τις παραδοσιακές αξίες. Ο σκληρός πολεμιστής, που δεν γνωρίζει τους τρυφερούς τόνους της Σαπφώς ούτε την πνευματώδη χάρη του Ανακρέοντα, περιγράφει πώς φαντάζεται έναν καλό στρατηγό (απ. 60):

Δε μου αρέσει ó στρατηγός πού είναι ψηλός και κάνει μεγάλα βήματα, πού περηφανεύεται για τις πλεξούδες του και ξυρίζει φιλάρεσκα
το γένι του.

Περισσότερο θα μου άρεσε ένας κοντός, ακόμη κι αν είναι
στραβοπόδης, αρκεί να κρατιέται γερά στα πόδια του και να το λέει
ή καρδιά του.

    Ένας τέτοιος διαχωρισμός ανάμεσα σε εσωτερικές και εξωτερικές αξίες είναι άγνωστος στον Όμηρο. Βέβαια ο Οδυσσέας επιστρέφει στην πατρίδα του σαν αξιολύπητος γερο-ζητιάνος, ενώ είναι ο δυνατός ήρωας. Εδώ η φτώχεια είναι απλώς το προσωπείο πίσω από το οποίο η Αθηνά κρύβει τον ήρωα για να μην τον αναγνωρίσει κανείς. Όταν όμως το φαινόμενο και η πραγματική αξία έρχονται σε αντίθεση, δεν θυσιάζεται, όπως στον Αρχίλοχο, η εξωτερική αξία για χάρη της εσωτερικής. Ο στρατηγός του Αρχίλοχου είναι καλός, γιατί δεν είναι κομψός. Ο ζητιάνος Ίρος είναι αλήθεια ότι (Οδύσσεια, σ 3):

δεν είχε ανδρεία ούτε δύναμη, άλλα έδειχνε τρανή η κορμοστασιά του.

    Ο Ίρος είναι ακριβώς το αντίθετο του Οδυσσέα. Αλλά ο Αρχίλοχος εκφράζει για πρώτη φορά το παράδοξο ότι ο στρατηγός δεν είναι γενναίος χάρη στη μεγαλόπρεπη εμφάνιση του και ότι τα ωραία, μακριά του πόδια μόνο για τη φυγή τα χρειάζεται (αυτό φαίνεται ότι εννοεί ó ποιητής). Eδώ η εξωτερική εμφάνιση καταστρέφει την εσωτερική αξία.

Ο Αρχίλοχος και με άλλες ευκαιρίες αντιπαραθέτει αυτό πού θεωρεί αξιόλογο στις γενικά αναγνωρισμένες αξίες με πολύ πιο απότομο τρόπο από ο,τι η Σαπφώ, η καλύτερα με τρόπο σκανδαλιστικό (απ. 6):

Κάποιος από τους Σαϊους περηφανεύεται για την αψεγάδιαστη
ασπίδα μου που παρά τη θέληση μου άφησα κοντά σ' ένα θάμνο.
Αλλά γλίτωσα τη ζωή μου. Τι μ' ενδιαφέρει η ασπίδα εκείνη ;
Ας πάει στα κομμάτια, θα αποκτήσω πάλι μιαν άλλη το ίδιο καλή.

    Χωρίς ασπίδα τα βγάζω πέρα, αρκεί μόνο να ξεφύγω το θάνατο. Ο ηρωικός κώδικας των Σπαρτιατών που απαιτεί από τον πολεμιστή να γυρίσει ή με την ασπίδα ή νεκρός πάνω σ' αυτήν, για τον Αρχίλοχο είναι μια ουτοπία που την αποκαλύπτει με θράσος και χιούμορ. Αυτή τη χαρά για την αφαίρεση της μάσκας από τα φαινόμενα την ξανασυναντούμε, αλλά με τετριμμένη μορφή, στον Ανακρέοντα. Όπως ο Αρχίλοχος αφαιρεί τη μάσκα από τον ωραίο στρατηγό, έτσι κι αυτός αποκαλύπτει το πραγματικό πρόσωπο του νεόπλουτου Αρτέμωνα που καλλωπισμένος περνά με την αμαξά του (απ. 54):

Πριν φορούσε έναν μπαλωμένο σκούφο στο κεφάλι
κι ένα στενοραμμένο χιτώνα,
ξύλινους κύβους στ' αυτιά και γύρω
από τα πλευρά του ένα άτριχο βοδίσιο δέρμα
πού είχε να πλυθεί από τότε πού κάλυπτε την παλιά
ασπίδα. Έκανε παρέα με φουρνάρισσες
και πόρνες ο παλιάνθρωπος Αρτέμων,
πού κέρδιζε βρώμικα το ψωμί του.
Συχνά έπαιξε το κεφάλι του, συχνά τον δέσαν στον
τροχό των βασανιστηρίων,
συχνά του χάραξαν την πλάτη με το μαστίγιο
και του μάδησαν τα μαλλιά και τα γένια.
Τώρα όμως καμαρώνει σε πολυτελή άμαξα ο γιος
της Κύκης και φορά χρυσά στολίδια,
κρατά ομπρέλα από ελεφαντόδοντο
όπως οι γυναίκες...

    Από που παίρνουν αυτοί οι ποιητές το δικαίωμα να κρίνουν τόσο υποκειμενικά; Ποια κριτήρια καθορίζουν την αξία που λαμβάνουν ως πρότυπο; Έχουν κάτι κοινό μεταξύ τους ο απογοητευτικός κυνισμός του Αρχίλοχου, η πνευματώδης διάθεση του Ανακρέοντα και η εσωτερικότητα της Σαπφώς; Το κοινό τους χαρακτηριστικό είναι καταρχήν αρνητικό. Και οι τρεις τους δεν αρνούνται μια γενικά αναγνωρισμένη αξία για ηθικούς ή νομικούς λόγους. Το γεγονός ότι η Σαπφώ δεν χαίρεται με τις στρατιωτικές παρελάσεις δεν έχει καμιά σχέση με την ηθική ή με το δίκαιο. Ο Αρχίλοχος θεωρεί τη ζωή του ανώτερη από την ασπίδα του. Αυτό έρχεται σε αντίθεση με κάθε παραδοσιακή ηθική, αλλά δεν σημαίνει ότι θέλει να παρουσιάσει μια νέα ηθική ή ένα ανώτερο δίκαιο.

    Η πρόταση της Σαπφώς «το πιο όμορφο είναι αυτό που κάποιος αγαπά» φαίνεται ότι ευνοεί την αυθαιρεσία του προσωπικού γούστου, για το οποίο, σύμφωνα με τη λατινική παροιμία, κανείς δεν μπορεί να προβάλει, αντιρρήσεις. Ο Αρχίλοχος εμφανίζεται ως αδίστακτος ατομικιστής. Αλλά και οι δυο έχουν τάξει σκοπό τους να συλλάβουν ένα μέρος από τη γνήσια πραγματικότητα, να ανακαλύψουν την ουσία πίσω από τα φαινόμενα.

    Ο Καλλίνος ήδη πριν από τον Αρχίλοχο και έπειτα ο Τυρταίος συνέβαλαν με τις ελεγείες τους στην αναβίωση των πολεμικών παραινέσεων που γνώριζαν από τον Όμηρο, και τις μεταμόρφωσαν, θα λέγαμε, σε επίκαιρα πολεμικά τραγούδια που παρακινούσαν τους πολεμιστές να είναι γενναίοι στη μάχη.

    Με αυτή την επιστροφή από τη λογοτεχνική μορφή στην άμεση πραγματικότητα, που εδώ εμφανίζεται για πρώτη φορά, οδηγήθηκε το ευρωπαϊκό πνεύμα επανειλημμένα σε νέες ανακαλύψεις. Ο Αρχίλοχος είναι ο πρώτος που στρέφεται συνειδητά και με ριζοσπαστικό τρόπο προς την άμεση πραγματικότητα. Και αυτός ανήκει στη λογοτεχνική παράδοση του ηρωικού έπους, χρησιμοποιεί τη γλώσσα του και πραγματεύεται το κύριο επικό θέμα, τον πόλεμο. Αλλά αφαιρεί από τον πόλεμο κάθε επική μεγαλοπρέπεια και τον θεωρεί γεγονός της σύγχρονης ζωής. Μιλά για το σκληρό ψωμί στο πεδίο της μάχης, για το ποτό την ώρα της σκοπιάς (απ. 2, 5) ή για τη σκληρότητα του αγώνα που τον περιμένει (απ. 3). Ως μισθοφόρος συναντά στη ζωή αυτό που περιγράφει το έπος, αλλά χωρίς ψευδαισθήσεις, πράγμα που για τον Αρχίλοχο σημαίνει: με μεγαλύτερη ένταση. Από την ποίηση του μας έχουν σωθεί μόνο αποσπάσματα, και γι' αυτό ένα συμπέρασμα e silentio δεν μπορεί να είναι σίγουρο. Μας επιτρέπεται ωστόσο να υποθέσουμε ότι ασχολήθηκε λιγότερο με την αριστοκρατική κοινωνία, με το σκοπό ενός πολέμου ή με την ανδρεία που φέρνει τη νίκη. θέμα του ήταν η αντικειμενική πραγματικότητα του πολέμου, η αθλιότητα και αβεβαιότητα του. Έζησε τη γυμνή πραγματικότητα της ζωής με έναν τρόπο νέο και μεγάλο. Το πολεμικό όμως τραγούδι του δεν έχει τον ίδιο σκοπό που είχε το τραγούδι του Καλλίνου και του Τυρταίου, δηλαδή την ενθάρρυνση των πολεμιστών. Το τραγούδι του δεν είναι ένας πολεμικός αλαλαγμός με ποιητική μορφή, μια ενίσχυση για την κλειστή τάξη των πολεμιστών, αλλά αποδεσμεύεται από αυτή την κοινωνική λειτουργία. Ο Αρχίλοχος επιδιώκει με την ποίηση προσωπικούς στόχους. Οι στίχοι του δεν αποσκοπούν μόνο στη δράση, όσο δραστήριος κι αν ήταν ο ίδιος, αλλά εκφράζουν την αθλιότητα και την αβεβαιότητα της ζωής.

    Όταν μιλά για αγάπη, τότε πρόκειται πάντα για μια ατυχή αγάπη. Ο Όμηρος γνωρίζει την αγάπη ως ένα από τα ευχάριστα πράγματα της ζωής, και την αναφέρει μαζί με το χορό, το κρασί, και τον ύπνο. Η ατυχή αγάπη του είναι άγνωστη. Στη χειρότερη περίπτωση εμφανίζεται ως καταστρεπτική τύφλωση, όπως συμβαίνει με τη ζώνη της Αφροδίτης (Ιλιάδα, Ξ 215 κ.έ.), στην οποία,

τα μάγια έσμιγαν όλα,
κι η αποθυμιά και τα γλυκόλογα της ερωτιάς κι η αγάπη
και το ξελόγιασμα, που πλάνεψε και μυαλωμένο ακόμα.
     

Αυτούς τους στίχους έχει υπόψη του ο Αρχίλοχος στο απόσπασμα 112:

Τέτοιος πόθος γι' αγάπη γλίστρησε κρυφά στην καρδιά μου,
άπλωσε στα μάτια μου πυκνή ομίχλη
και μου έκλεψε την ήρεμη σκέψη από τα στήθια.

    Η Ομίχλη που απλώνεται στα μάτια άπαντα και στον Όμηρο, οπού είναι σύμπτωμα θανάτου ή λιποθυμίας. Αυτή ακριβώς η διαπίστωση κάνει πιθανή τη σκέψη ότι ο Αρχίλοχος δεν παρατήρησε από απόσταση τις συνέπειες που έχει μια μάταιη αγάπη σε κάποιο άλλο πρόσωπο, όπως συμβαίνει στον Όμηρο, αλλά μιλά για τη δική του άτυχη αγάπη, πράγμα που δεν γίνεται σαφές στο κείμενο που μας παραδόθηκε. Η ίδια σκέψη επανέρχεται σ' ένα άλλο απόσπασμα (104) που σίγουρα αναφέρεται στον ίδιο:

Δυστυχισμένος κείτομαι ξεψυχισμένος
από τον πόθο τρυπημένος ως το μεδούλι
από φοβερούς πόνους σύμφωνα με τη θέληση των θεών.

    Ο Αρχίλοχος αισθάνεται την αγάπη ως δύναμη που τον φέρνει κοντά στη λιποθυμία ή το θάνατο. Τον τρυπά ως το μεδούλι, λέει, σύμφωνα με τη θέληση των θεών. Εδώ συναντούμε την Ομηρική αντίληψη ότι τα αισθήματα δεν προέρχονται αυθόρμητα από τον εσωτερικό κόσμο του ανθρώπου, αλλά έχουν την πηγή τους στους θεούς. Ωστόσο το καινούριο στοιχείο είναι ότι ο ποιητής αισθάνεται την αγάπη, που η εκπλήρωση της αναστέλλεται, με ιδιαίτερη ένταση. Με αυτό τον τρόπο όμως η αγάπη δεν ανήκει πια στις εμπειρίες που ολοκληρώνουν χαρούμενα τη ζωή, άλλα προκαλεί το αίσθημα του θανάτου. Ο ποιητής αισθάνεται την αγάπη ως αποτέλεσμα της ενέργειας μιας θεότητας, αλλά το γεγονός ότι η ομαλή ροή των αισθημάτων του αναστέλλεται, το συνειδητοποιεί ως κάτι προσωπικό, ως απώλεια των δυνάμεων του, ως αδυναμία που μοιάζει, με θάνατο.

Έτσι αισθάνεται την αγάπη και η Σαπφώ (απ. 2):

Αυτός ο άντρας μου φαίνεται ίσος με τους θεούς,
που κάθεται απέναντι σου
και ακούει δίπλα σου τα γλυκά σου λόγια
και το γέλιο το γεμάτο πόθο. 'Αλήθεια,

ή καρδιά μου στα στήθη πιάνεται από φόβο. 'Όταν σ' αντικρίζω, έστω και για λίγο,

η φωνή μου κόβεται,
η γλώσσα μου κομπιάζει, και μια σιγανή
φωτιά καίει κάτω από το δέρμα μ»υ'
τα μάτια μου δε βλέπουν τίποτε
και τ' αυτιά μου βουίζουν
ίδρωτας κυλά στο κορμί μου κι ένα τρέμουλο
με συνεπαίρνει ολόκληρη. Γίνομαι πιο χλωμή κι απ 'το χορτάρι
και νομίζω ότι βρίσκομαι κοντά στο θάνατο. Αλλά όλα μπορεί να τα αντέξει κανείς...

    Το ποίημα έχει τα χαρακτηριστικά ενός επιθαλάμιου και αρχίζει με τον παραδοσιακό μακαρισμό του άντρα που οδηγεί τη νύφη στο σπίτι. Αλλά η Σαπφώ μιλά για τη δική της αγάπη. Η αγάπη που έγινε στους στίχους που παραθέσαμε πιο πάνω (σ. 86) κριτήριο για την επιλογή του ωραίου είναι εδώ, όπως κι εκεί, άτυχη αγάπη: άτυχη εκεί, γιατί η αγαπημένη βρίσκεται μακριά, εδώ, γιατί πρόκειται να φύγει. Όπως ο Αρχίλοχος αισθάνεται αδύναμος και χωρίς ζωή, έτσι και η Σαπφώ περιγράφει με μελανά χρώματα πως οι αισθήσεις και το σώμα της παραλύουν, πως φτάνει στα όρια του θανάτου.

    Οι αναφορές και οι ομοιότητες που συνδέουν τη Σαπφώ με τον Αρχίλοχο δεν είναι ούτε εξωτερικές ούτε τυχαίες, γιατί η Σαπφώ γνώριζε τα ποιήματα του Αρχίλοχου. Ένα παλιό επικό επίθετο χαρακτήριζε τον ύπνο λυσιμελή, επειδή κάνει τον άνθρωπο ανίκανο να κινήσει τα μέλη του. Ακολουθώντας αυτή την παράδοση ο Ησίοδος λέει (Θεογονία 120): «Ο Έρως, που είναι ο πιο όμορφος ανάμεσα στους αθάνατους θεούς /και λύνει τα μέλη, υποτάσσει τη σκέψη στα στήθη και τη συνετή συμβουλή /όλων των θεών και όλων των ανθρώπων...». Αυτός είναι ο έρωτας που αφαιρεί το λογικό των ανθρώπων και τους κάνει νωθρούς και ανόητους. Την επιρροή του τη διαπιστώνουμε σε άλλους ανθρώπους. Αυτή τη σκέψη χρησιμοποιεί ο Αρχίλοχος, για να εκφράσει ένα προσωπικό του Βίωμα στην αρχή ενός ποιήματος (απ. 118), που ο πρώτος του στίχος πρέπει να είχε περίπου το περιεχόμενο: «είμαι ανίκανος να κάνω οτιδήποτε»• έπειτα συνεχίζει:

ο πόθος, φίλε μου, που λύνει τα μέλη, με νίκησε.

    Τη σκέψη που ήδη γνωρίσαμε, ότι δηλ. η αγάπη προκαλεί στον ερωτευμένο αδυναμία, η Σαπφώ τη δανείζεται από τον Αρχίλοχο, και μάλιστα πάλι στους πρώτους στίχους ενός ποιήματος (απ. 137):

Πάλι με αναστατώνει δ ερωτάς, που λύνει, τα μέλη,
αυτό το γλυκόπικρο πλάσμα που με κάνε1, αδύναμη.
     


    Το λεξιλόγιο και το αίσθημα ότι ο άτυχος εραστής νιώθει αβοήθητος και ανίκανος να δράσει είναι ένα αίσθημα καινούριο για τη μεθομηρική εποχή και τόσο κοντά στους στίχους του Αρχίλοχου, ώστε είναι βέβαιο ότι η Σαπφώ έμαθε από τον Αρχίλοχο να αισθάνεται και να εκφράζει αυτή την ατυχή αγάπη που μοιάζει τόσο πολύ με το θάνατο.

Και σ’ αυτόν το στίχο η «αγάπη» της Σαπφώς είναι πέρα για πέρα «μυθική». Δεν είναι ένα αίσθημα που πηγάζει από τον εσωτερικό της κόσμο, άλλα μια επέμβαση της θεότητας. Δικό της ωστόσο προσωπικό αίσθημα με όλη τη σημασία της λέξης είναι η αδυναμία της. Η εμποδισμένη, η ανεκπλήρωτη αγάπη καταγράφεται στη συνείδηση με ιδιαίτερη ένταση. Εκεί που πάει να σβήσει η σπίθα ενός δυνατού και ζωντανού πόθου, φουντώνει ακόμη περισσότερο, γιατί συναντά αντίσταση. Αυτό το αίσθημα, που συνειδητοποιείται από τη στιγμή που θα συναντήσει αντίσταση, είναι κάτι τελείως προσωπικό και μειώνει την αξία των πραγμάτων που είχαν άλλοτε υμνηθεί. Σ' αυτό το σημείο δημιουργείται η αντίθεση ανάμεσα στην πραγματική ύπαρξη και τα φαινόμενα, ανάμεσα σε αυτό που οι άλλοι εκτιμούν βαθιά και σε αυτό που θεωρεί κάποιος σημαντικό. Και επειδή η αγάπη δεν θεωρείται ιδιωτική παραξενιά ή υποκειμενικό αίσθημα, αλλά βιώνεται ως υπερανθρώπινη, θεϊκή δύναμη, αυτό το προσωπικό αίσθημα είναι δυνατό να οδηγήσει τον άνθρωπο σε ουσιαστικές αλήθειες. Η Σαπφώ χρωστά στο πάθος και στη θλίψη της την ανακάλυψη της απλής και φυσικής πραγματικότητας, και αυτή η νέα προσέγγιση στις ρίζες της ύπαρξης της αποκαλύπτει νέες περιοχές του ψυχικού κόσμου.

    Όσον άφορα την καθαρότητα και ειλικρίνεια αυτού του αισθήματος, η Σαπφώ προχωρεί πέρα από τον Αρχίλοχο, παρόλο που η ποίηση της εξαρτάται από αυτόν σε μεγάλο βαθμό. Ο Αρχίλοχος δεν άνηκε στους ανθρώπους που παραδίδονται στα αισθήματα τους. Στη δυστυχία του έβλεπε περισσότερο αυτό που του έφραζε το δρόμο και τον εμπόδιζε να είναι ευτυχισμένος. Ήξερε να αμύνεται (απ. 66):

Ένα πράγμα σημαντικό ξέρω καλά:
ν' ανταμείβω αυτόν που μ' έβλαψε με ακόμη μεγαλύτερο κακό.

    Γι' αυτόν το λόγο και ο άτυχος ερωτάς του προκάλεσε τους σκληρούς τόνους οργής και αγανάκτησης, και όχι το τρυφερό παράπονο. Αγανάκτηση εκφράζουν και άλλα ποιήματα του Αρχίλοχου που δεν έχουν καμιά σχέση με την αγάπη, και όμως συμφωνούν σ' ένα σημαντικό θέμα με την ερωτική ποίηση της Σαπφώς. Να ένα παράδειγμα ενός ώμου άλλα πολύ εκφραστικού σκωπτικού ποιήματος (απ. 79):

βγαλμένος από τα κύματα στην ακρογιαλιά.
Στο Σαλμυδησσό οι θράκες, που δένουν τα μαλλιά τους ψηλά,
μακάρι να υποδεχτούν τον γυμνό άντρα πολύ φιλικά.
Εκεί ας υπομείνει πολλά βάσανα
και ας γευτεί το ψωμί της δουλείας.
Μακάρι να παγώσει από το κρύο και να κολλήσουν πάνω του
πολλά φύκια από τα αφρισμένα κύματα
και να χτυπά τα δόντια του ξαπλωμένος σαν τα σκυλί ταπίστομα
και μαστιγωμένος από τα κύματα της ακρογιαλιάς,
θα επιθυμούσα να τα δω όλα αυτά,
γιατί με πρόδωσε και πάτησε τον όρκο, ενώ πρώτα ήταν φίλος.

    Ο Αρχίλοχος καταριέται κάποιον να πέσει στη θάλασσα και τα κύματα να τον βγάλουν στον κρύο Βορρά, όπου δυστυχισμένος να περάσει την υπόλοιπη ζωή του. Με έκπληξη πληροφορούμαστε στο τέλος του ποιήματος ότι αυτός, που τόσο βαριά καταριέται, ήταν κάποτε φίλος του. Και αυτό το ποίημα είναι μια αντίδραση για κάτι που δεν έγινε σύμφωνα με την επιθυμία του ποιητή, αλλά το πληγωμένο αίσθημα ξεπερνά τον απλό υποκειμενισμό: δεν είναι μόνο η φιλία που πληγώνεται, αλλά το αίσθημα δικαιοσύνης. Όπως η αγάπη, έτσι και η δικαιοσύνη δεν εξαρτάται από όρους, απαιτεί μάλιστα σε ακόμη μεγαλύτερο βαθμό να είναι υπερπροσωπική και θεϊκή. Το αίσθημα της δικαιοσύνης μπορεί να εκφραστεί με διαφόρους τρόπους: με προτροπή, έπαινο, με κάποια απόφαση, κτλ. ο Αρχίλοχος συλλογίζεται την αρχή της δικαιοσύνης, όταν διαψεύδεται η προσδοκία του ότι ο φίλος του θα τηρήσει τον όρκο του. Δεν μίλα για τη δικαιοσύνη ως σκοπό των ενεργειών του ανθρώπου, ως θεμέλιο της πολιτειακής τάξης ή γενικά ως κανονιστικό παράγοντα, αλλά μιλά με δικαιολογημένη αγανάκτηση μόνο για την αδικία που του έγινε. Ο Αρχίλοχος χρησιμοποιεί την ποίηση ως δραστικό όπλο εναντίον ενός άπιστου φίλου, άλλα το ποίημα του είναι κάτι περισσότερο από κατάρα, κάτι περισσότερο από σκωπτικός λόγος ενός ομηρικού ήρωα, δηλαδή κάτι περισσότερο από ένα αγωνιστικό μέσο. Επίσης είναι κάτι περισσότερο από ένα όπλο για δικαστικό αγώνα, όπως οι στίχοι του Ησίοδου. Στον Αρχίλοχο το ποίημα τελειώνει - οι τελευταίες λέξεις του αποσπάσματος αποτελούν και το τέλος του ποιήματος - με την έκφραση της προσωπικής του θλίψης: «ενώ πρώτα ήταν φίλος». Εδώ ο λόγος δεν αποτελεί μέσο ενίσχυσης του αγώνα, άλλα έκφραση απογοήτευσης. Όπως τα πολεμικά του τραγούδια έτσι και το ποίημα αυτό αποδεσμεύεται από τις πρακτικές ανάγκες της ζωής και γίνεται φορέας προσωπικών αισθημάτων.


    Με δικαιολογημένη αγανάκτηση ο Αρχίλοχος βάζει στο στόμα της αλεπούς του μύθου την ακόλουθη προσευχή (απ. 94):

Δία, πατέρα Δία, η εξουσία του ουρανού είναι δική σου.
Συ βλέπεις τις πράξεις των ανθρώπων,
τόσο τις βίαιες όσο και τις νόμιμες. Αλλά και η αλαζονεία
και η δικαιοσύνη ανάμεσα στα ζώα σ' ενδιαφέρει.
     

    Ο Αρχίλοχος απαιτεί την ύπαρξη ενός ανώτερου δικαστή που τιμωρεί την αδικία. Έτσι πλησιάζει περισσότερο στην αντίληψη του δικαίου ως κανόνα ζωής, αλλά αντιμετωπίζει το δίκαιο ακόμη με τη συγκεκριμένη μορφή της απονομής του.

    Σ' ένα στίχο του (απ. 96) ο Αρχίλοχος φαίνεται ότι θεωρεί ελάττωμα την απουσία της δικαιολογημένης οργής:

Στο συκώτι σου δεν έχεις καθόλου χολή!

    Αυτή η δικαιολογημένη αγανάκτηση στηρίζεται στις ίδιες πνευματικές προϋποθέσεις με τις προϋποθέσεις του άτυχου ερωτά: η αβοήθητη ψυχή εκφράζεται γιατί νιώθει ένα χάσμα ανάμεσα στην πραγματικότητα όπως είναι και όπως θα έπρεπε να είναι. Ο Αρχίλοχος βρίσκει παρηγοριά για τις στενοχώριες της ζωής στη σκέψη ότι ο πόνος δεν είναι μόνιμος και ότι οι θεοί είναι αυτοί που ανυψώνουν ή καταβαραθρώνουν τον άνθρωπο, γι' αυτό και τα αισθήματα της χαράς και της λύπης εναλλάσσονται. Αυτή η βασική πεποίθηση ήταν για την εποχή του κάτι καινούριο (απ. 58):

Για τους θεούς όλα είναι εύκολα: συχνά
ανορθώνουν τον άνθρωπο πού κείτεται στη μαύρη
γη από τα δεινά,
συχνά ξαπλώνουν ανάσκελα έναν άλλο, αν και προχωρούσε
με σταθερό βήμα.
Αυτόν τον βρίσκει μεγάλη δυστυχία
και τριγυρνά φτωχός και με το νου του σαλεμένο.

    Όταν βρήκε την πόλη του συμφορά, έγραψε το ποίημα (απ. 7):

Κανείς πολίτης μες στην πόλη, Περικλή,
δε θα κατηγορήσει την πολυστέναχτη δυστυχία
και δε θα χαρεί τη γιορτή.
Τέτοιους άντρες τους κατάπιε το κύμα της βουερής θάλασσας.
Φουσκωμένα είναι τα πνευμόνια από τον πόνο.
Ωστόσο οι θεοί χάρισαν, φίλε μου, φάρμακο
για τους αγιάτρευτους πόνους τη δύναμη της υπομονής.
Η συμφορά βρίσκει πότε τον ένα πότε τον άλλο,
τώρα βρήκε εμάς
και η ματωμένη πληγή φέρνει στεναγμούς.
Άλλους θα τους βρει μιαν άλλη φορά. Μπρος, γρήγορα
αφήστε τα γυναικεία κλάματα και υπομονέψτε.

    Με τη φράση «άλλα όλα μπορεί να τα αντέξει κανείς» άρχιζε η τελευταία στροφή του ποιήματος της Σαπφώς και αυτή η σκέψη της επαναφέρει τη χαμένη ισορροπία. Πάλι από τον Αρχίλοχο διδάχτηκε η Σαπφώ ότι ο άνθρωπος δεν έχει άλλη δυνατότητα από το να υπομένει καρτερικά τους κλυδωνισμούς της ζωής. Αυτή τη σκέψη την πλουτίζει ο Αρχίλοχος με ένα ακόμη σημαντικό στοιχείο σ' ένα άλλο απόσπασμα (67):

Καρδιά, καρδιά μου, πού σε ταράζουν αγιάτρευτες συμφορές,
μάζεψε τις δυνάμεις σου κι αντιμετώπισε τον εχθρό προτάσσοντας
τα στήθη σου. Με σταθερότητα δέξου τον αγώνα με τον εχθρό
σώμα με σώμα.
Αν νικήσεις μη δείξεις τη χαρά σου δημόσια
κι αν νικηθείς μη ριχτείς στο πάτωμα του σπιτιού σου κλαίγοντας.
Να χαίρεσαι στη χαρά και να λυπάσαι στη λύπη,
αλλά όχι υπερβολικά. Προσπάθησε να καταλάβεις το ρυθμό
που κυβερνά τους ανθρώπους.

    Ο άνθρωπος πρέπει να καταλάβει ποιος ρυθμός τον κυβέρνα, και η γνώση που αποκτά γι’ αυτό που κρύβεται πίσω από τα φαινόμενα τον βοήθα να αντέξει τις μεταβολές. Σ' αυτή την ιδέα στηρίζεται και το μοναδικό ποίημα της Σαπφώς που έχει παραδοθεί ακέραιο :

Αθάνατη Αφροδίτη, που κάθεσαι σε πλουμιστό θρόνο,
κόρη του Δία πολυμήχανη, σε παρακαλώ:
δέσποινα, μη βασανίζεις με έγνοιες και στενοχώριες την
καρδιά μου !
Αλλά έλα κοντά μου, αν κάποτε άλλοτε
άκουσες τη φωνή μου από μακριά
και εισάκουσες την προσευχή μου. Τότε άφησες το χρυσό
παλάτι του πατέρα σου και ήρθες
ζεύοντας την αμαξά σου. Όμορφα σπουργίτια σε φέρανε
γρήγορα κάτω στη μαύρη γη.
Χτυπώντας γοργά τα φτερά τους και διασχίζοντας τον
αιθέρα ήρθαν από τον ουρανό.
Γρήγορα φτάσανε' κι εσύ, μακαρισμένη,
με γελαστό το αθάνατο σου πρόσωπο,
με ρωτούσες τι έπαθα πάλι, γιατί σε κάλεσα πάλι,
τι επιθυμεί πιο πολύ
η τρελή καρδιά μου. «Ποιο αγαπημένο πρόσωπο
πρέπει ή πειθώ
να φέρει τώρα στην αγάπη σου; Πες μου, Σαπφώ,
ποιος σε αδικεί;
Σε αποφεύγει; Σύντομα θα σε κυνηγήσει η ίδια.
Δε δέχεται δώρα; θα σου προσφέρει ή 'ίδια.
Δε σ' αγαπά; Σύντομα θα σ' αγαπήσει, ακόμη και παρά
τη θέληση της.»
Έλα και τώρα και λύτρωσε με από το βαρύ
μαράζι. 'Εκπλήρωσε αυτό που ή καρδιά μου ποθεί να γίνει
και γίνε σύμμαχος μου.


    Από τις πολλές ομορφιές του ποιήματος μία οφείλεται στο γεγονός ότι το βίωμα από το οποίο πηγάζουν αυτοί οι στίχοι ξεπερνά το παρόν με μια διπλή κλιμάκωση. «Έλα» προσεύχεται η Σαπφώ «όπως ήρθες παλιότερα, κάποτε ήρθες και με ρώτησες τι μου συμβαίνει και γιατί σε καλώ πάλι.» Η Σαπφώ ξανακάλεσε σε παρόμοια ανάγκη την Αφροδίτη, άλλα και τότε δεν ήταν η μοναδική φορά. Η νηφάλια σαφήνεια που χαρακτηρίζει το ποίημα οφείλεται κατά κύριο λόγο στο γεγονός ότι η Σαπφώ βλέπει τη θλίψη της από απόσταση αναγνωρίζοντας ότι στην ίδια κατάσταση βρέθηκε και παλιότερα. Τότε η θεά τη βοήθησε, θα τη βοηθήσει λοιπόν και τώρα.

    Και άλλοι στίχοι προδίδουν ότι η Σαπφώ βλέπει το αίσθημα της από το πρίσμα της επανάληψης. Ήδη παραθέσαμε την αρχή του ποιήματος (απ. 137): «πάλι με αναστατώνει ο ερωτάς που λύνει τα μέλη». Ότι η επανάληψη («πάλι») είναι ένα τυπικό στοιχείο της αρχαϊκής λυρικής ποίησης το δείχνει ένα ποίημα του Αλκμάνα (απ. 101):

με πλημμυρίζει πάλι ή αγάπη με την εύνοια της 'Αφροδίτης
θερμαίνοντας γλυκά την καρδιά μου.

    Τα ερωτικά τραγούδια του Ανακρέοντα μετατρέπουν τη λέξη «πάλι» σε τυπική αρχή ποιήματος (απ. 5):

πάλι μου ρίχνει το πορφυρένιο τόπι
ο χρυσομάλλης Έρωτας
και με προκαλεί να παίξω
με μια μικρή πού φόρα πλουμιστά σαντάλια.
Αλλά αυτή - κρατάει, βλέπεις, από την καλοχτισμένη
Λέσβο - ειρωνεύεται τα άσπρα μαλλιά μου
και κοιτάει με ανοιχτό το στόμα κάποιον άλλο.
 

   
Ή (απ. 17):

πάλι βουτώ από το βράχο της Λευκάδας στο αφρισμένο κύμα
μεθυσμένος από Ερωτά.


Ή (απ. 26):

πάλι με τσάκωσε Πυθόμανδρος, ενώ προσπαθούσα να ξεφύγω
τον Έρωτα.


Ή, τέλος, (απ. 45):

πάλι με χτύπησε δ Έρωτας με το μεγάλο του σφυρί σαν σιδεράς
και μ' έλουσε σε παγωμένο χείμαρρο.


και (απ. 79):

πάλι αγαπώ και δεν αγαπώ,
είμαι τρελός και δεν είμαι.

    Παρόλο που ο Ανακρέων παριστάνει την αγάπη του συνεχώς με καινούριες εικόνες τόσο αριστοτεχνικά, η αρχή του ποιήματος «πάλι αγαπώ...» έχει χάσει την πρωταρχική δραστικότητα της. Για τη Σαπφώ η πρόταση αυτή μπορούσε να σημαίνει μόνο: η μοίρα μου που συνεχώς επαναλαμβάνεται ορίζει ν' αγαπώ και να υποφέρω. Έτσι συλλαμβάνει η Σαπφώ το νόμο της ύπαρξης της και το ρυθμό των συναισθημάτων της. Στον Ανακρέοντα η πρόταση «πάλι αγαπώ...» δίνει την εντύπωση ενός επιπόλαια γραμμένου στίχου.

    Την παρηγοριά πού προσφέρει ή γνώση ότι όλα μεταβάλλονται τη γνωρίζει και ο Ανακρέων, αλλά η παρηγοριά αυτή δεν έχει συναισθηματική πληρότητα και βάθος: τη θέση τους την παίρνει μια πνευματώδης και κάπως επιπόλαιη παραλλαγή τους σε ένα ποίημα που απευθύνεται σε μια νεαρή Θρακιώτισσα και είναι το μοναδικό που παραδόθηκε ακέραιο (απ. 88):

θρακικό πουλάρι, γιατί
με κοιτάς με ύποπτο βλέμμα;
Γιατί με αποφεύγεις τόσο άκαρδα; Πιστεύεις
ότι είμαι τελείως άπειρος;
Ξέρε το καλά' θα
μπορούσα εύκολα να σου φορέσω το χαλινάρι
και κρατώντας σε να σε φέρω
στο τέρμα του δρόμου.
Αλλά τώρα βόσκεις στο λιβάδι
και σκιρτώντας ανέμελα παίζεις,
γιατί δεν βρήκες ακόμη έναν έμπειρο
κι επιδέξιο αναβάτη.

    Αυτό που ανακάλυψε ο Αρχίλοχος, αυτό που η Σαπφώ διαπότισε με βαθύ αίσθημα, ο Ανακρέων το μετέτρεψε σε ανέμελο παιχνίδι. Ο Ανακρέων γίνεται με ταχύτητα και δεξιοτεχνία κύριος μιας στάσης απέναντι στη ζωή, η αμεσότητα της οποίας αποκτήθηκε δύσκολα. Τα σκοτεινά κύματα που απειλούν τον Αρχίλοχο γίνονται τώρα μια ήρεμη θάλασσα, πάνω στην οποία ο ποιητής ταξιδεύει ακίνδυνα. Αλλά ακόμη και αυτό το παιχνιδιάρικο ποίημα του Ανακρέοντα στηρίζεται σε μια θεώρηση τυπική για την αρχαϊκή λυρική ποίηση. «Γνώριζε» λέει ο Ανακρέων «ότι όλα μπορεί να έρθουν διαφορετικά.» «Αυτή που σε αποφεύγει θα σε κυνηγήσει» λέει η Αφροδίτη στη Σαπφώ. «Προσπάθησε να καταλάβεις το ρυθμό που κυβερνά τους ανθρώπους» λέει ο Αρχίλοχος στην καρδιά του. Σημαντικά χαρακτηριστικά αυτής της τυπικής θεώρησης συναντούμε στον πιο εξελιγμένο Ομηρικό μονόλογο. Στην αρχή του υ της Οδύσσειας ο Οδυσσέας, καθώς ακόμη είναι άγνωστος και έχει τη μορφή ζητιάνου, πάει να ξαπλώσει στο διάδρομο του παλατιού του την παραμονή της μνηστηροφονίας. Όταν ακούει τις δούλες να χαριεντίζονται και να γελούν με τους μνηστήρες, θυμώνει, γιατί αυτός είναι ο πραγματικός τους κύριος και αυτός θα έπρεπε να τις διατάζει. Αναρωτιέται λοιπόν αν θα πρέπει να επιτεθεί και να τις σκοτώσει μία προς μία ή να τις αφήσει στο κρεβάτι των μνηστήρων για μια φορά ακόμη. Η καρδιά του χτυπά στο στήθος και ο Οδυσσέας της μιλά: «Βάστα, καρδιά μου, έχεις αντέξει κι άλλα χειρότερα, όταν ο Κύκλωπας καταβρόχθιζε τους συντρόφους σου, και συ υπομόνεψες, ώσπου η πονηριά σου σ' έσωσε». Ο στοιχειώδης πόθος για δίκαιη εκδίκηση δεν μπορεί να εκπληρωθεί, και το εμπόδιο αυτό τον κάνει να συνειδητοποιήσει την αδυναμία του. Η καρδιά αντιδρά βίαια από θλίψη και αγανάκτηση, αλλά την προτρέπει να είναι υπομονετική και ανεκτική. Η ανάμνηση ότι κάποτε άλλοτε η κατάσταση ήταν ακόμη χειρότερη, τον βοήθα να κάνει τώρα. υπομονή. Αυτή είναι η βασική κατάσταση που εκθέτουν τα ποιήματα που παραθέσαμε. Οι στίχοι του Αρχίλοχου ιδιαίτερα θυμίζουν ως τις λεπτομέρειες τους τόσο πολύ τον Όμηρο, ώστε ο Αρχίλοχος πρέπει να γνώριζε τους στίχους της Οδύσσειας και να δέχτηκε την επίδραση τους. Αλλά και η Σαπφώ έχει κάποια σχέση με τους στίχους αυτούς: ο Οδυσσέας ησυχάζει τελείως, μόνο όταν εμφανίζεται η Αθηνά, όπως η Αφροδίτη στη Σαπφώ, και του μιλά με τρυφερή οικειότητα. Ωστόσο η ανάμνηση στον Όμηρο αφορά μόνο ένα παλαιότερο βίωμα που μοιάζει με την παροντική κατάσταση. Ο Οδυσσέας δεν γνωρίζει τις μεταβολές της ζωής και το ρυθμό που κυβερνά τους ανθρώπους. Όταν η καρδιά του Οδυσσέα «χτυπά» και ο ήρωας της μίλα ή όταν, όπως είδαμε πιο πάνω, ο θυμός «ταράζεται» στα στήθια του, πρόκειται για κάτι διαφορετικό από την αποστροφή του Αρχίλοχου στο «θυμό» του. Για τον Όμηρο ο θυμός - καθώς και η καρδιά - είναι μόνο ένα όργανο πνευματικής διέγερσης που δεν διαφέρει βασικά από τα φυσικά όργανα.

    Ότι οι λυρικοί ποιητές αντιλαμβάνονται τον ψυχικό κόσμο διαφορετικά δεν μπορεί να αποδειχτεί αδιάσειστα με την ανάλυση των λέξεων «ψυχή» και «πνεύμα», γιατί η αποσπασματική παράδοση δεν βοηθά σε κάτι τέτοιο και γιατί η νέα αντίληψη δεν είχε ίσως αποκρυσταλλωθεί αρκετά, ώστε να οδηγήσει στο σχηματισμό νέων ορών για τον ψυχικό κόσμο. Ωστόσο μεμονωμένες φράσεις προδίδουν αναμφισβήτητα ότι οι λυρικοί αντιλαμβάνονται την ψυχή διαφορετικά και όχι ως φυσικό όργανο. Όταν ο Αρχίλοχος ονομάζει το θυμό του «ταραγμένο από τις συμφορές» ή θέλει το στρατηγό του να «έχει καρδιά», χρησιμοποιεί ήδη φράσεις που είναι άγνωστες ακόμη στον Όμηρο και υποδηλώνουν μια αφηρημένη αντίληψη περί ψυχής.

    Ακόμη πιο χαρακτηριστικά συμπτώματα αυτής της μεταβολής παρουσιάζουν η Σαπφώ και ο Ανακρέων. Οι αντιθέσεις στα αισθήματα τους εμφανίζονται σ' αυτούς τους δύο ποιητές όχι μόνo σε διαφορετικές στιγμές ως αποτέλεσμα εναλλαγής ανάμεσα στο πάθος και την ηρεμία, ανάμεσα στην ευτυχία και τη δυστυχία, άλλα ως διχασμός μιας μοναδικής παροντικής στιγμής. Γνωρίσαμε ήδη τους στίχους του Ανακρέοντα:

πάλι αγαπώ και δεν αγαπώ,
είμαι τρελός και δεν είμαι.

    Ο άτυχος εραστής περιγράφει τη διχασμένη και χωρίς διέξοδο κατάσταση του με την παράδοξη καταφατική και αρνητική διατύπωση. Παρόμοια κατάσταση περιγράφει και όταν λέει ότι ο έρωτας τον σφυροκοπά και τον λούζει σε παγωμένο χείμαρρο. Ή Σαπφώ βρήκε γι' αυτή την κατάσταση μια παράδοξη και λακωνική διατύπωση: μίλα για τον γλυκόπικρο έρωτα. Ο χαρακτηρισμός αυτός δεν ήταν κάποτε κοινός τόπος, αυτό το νόμισμα που με τη χρήση των 2.500 ετών έχασε τη λάμψη του, έφερε τότε ολοκαίνουριο και ευδιάκριτο το χάραγμα του. Το έπος δεν γνωρίζει ακόμη αυτόν το διχασμό του αισθήματος και την εσωτερική ένταση, γιατί δεν υπάρχει κάτι παρόμοιο στη σφαίρα των φυσικών λειτουργιών, σε αναλογία με τις όποιες αντιλαμβάνεται ο Όμηρος τις ψυχικές λειτουργίες. Η Σαπφώ συλλαμβάνει και χαρακτηρίζει με τον τολμηρό νεολογισμό της «γλυκόπικρος» τον ψυχικό κόσμο τελείως διαφορετικά από τον φυσικό. Και σ' αυτό το σημείο ο Αρχίλοχος προηγείται πάλι από τη Σαπφώ: γιατί, παρόλο που δεν μας σώθηκε κανένα χωρίο που να περικλείει σε μια λέξη το δίλημμα του άτυχου ερωτευμένου, το αίσθημα της εσωτερικής έντασης υπάρχει, έστω και ανέκφραστο, στις προτάσεις που περιγράφουν τον έρωτα με τα συμπτώματα της λιποθυμίας ή του θανάτου. Η ομοιότητα της αγάπης με το θάνατο είναι, ιδιαίτερα για τη Σαπφώ, η μεγαλύτερη ένταση της ψυχής.

    Όταν οι αρχαϊκοί ποιητές θεωρούν αυτό το νέο αίσθημα τόσο θεϊκό και υπερπροσωπικό, ώστε να το καθιστούν κριτήριο για τον καθορισμό των αξιών, δεν σημαίνει ότι το αίσθημα αυτό δεν μπορεί αντικειμενικά να αποτύχει. Η ψυχή του Αρχίλοχου αντιδρά με ασυγκράτητη βιαιότητα. Αλλά αυτή η βιαιότητα είναι σημαντική για την πνευματική ιστορία της εποχής του: Η συνείδηση της προσωπικότητας στα παραδείγματα που αναφέραμε παραμένει στο σημείο της ομηρικής αντίληψης για το θυμό. Με άλλα λόγια ή προσωπικότητα συνειδητοποιείται μόνο τη στιγμή της ψυχικής αντίδρασης. Η «καρδιά που χτυπά», όπως την περιγράφει ο Όμηρος, ο πόνος της αγάπης και η οργή που προκαλεί το δικαιολογημένο μίσος υπογραμμίζουν το ατομικό στοιχείο. Γενικότερα χαρακτηριστικά, όπως βιώματα και πράξεις, μοίρα και χαρακτήρας, δεν αποτελούν χαρακτηριστικά μιας μοναδικής προσωπικότητας. Ωστόσο η θεώρηση της ζωής οδηγεί σε μια γενικότερη διαπίστωση: το νόμο της αιώνιας εναλλαγής. Και αυτό είναι μια νέα ανακάλυψη των λυρικών ποιητών, η οποία δεν ακολουθεί τον ίδιο δρόμο με την ανακάλυψη του προσωπικού αισθήματος, αλλά είναι συμπλήρωμα της. Η νέα ατομικότητα συνοδεύεται παράλληλα από μια νέα καθολικότητα, το νέο αίσθημα από μια καινούρια γνώση. Και τα δύο συνδέονται στενά και αναγκαστικά μεταξύ τους: η συνεχής αυτή μετάπτωση από πολύ ψηλά πολύ χαμηλά γίνεται αντιληπτή με τις αισθήσεις και συνειδητοποιείται με τη βοήθεια τους. Σ' αυτό το πάνω κάτω συλλαμβάνεται ή απέραντη πολυμορφία της ζωής, χωρίς όμως Ο νόμος αυτός να είναι σε θέση να τη χαλιναγωγήσει.

    Αυτός ο τρόπος σκέψης, σύμφωνα με τον οποίο η ανθρώπινη ζωή στο σύνολο της δεν αντιμετωπίζεται ατομικά άλλα συλλαμβάνεται με γενικά σχήματα, ήταν γνωστός και στους μεταγενέστερους Έλληνες. Αλλά το γεγονός ότι οι αρχαϊκοί λυρικοί ποιητές στηρίζουν το ξέσπασμα των προσωπικών αισθημάτων στο γενικό νόμο της αιώνιας εναλλαγής δείχνει ότι δεν έχουν αποκτήσει ακόμη συνείδηση του ατομικού χαρακτήρα των πράξεων τους. Ένα σημαντικό γεγονός στον Όμηρο δεν πηγάζει από έναν ατομικό χαρακτήρα, ή από τα ιδιαίτερα χαρίσματα του, αλλά από μια θεϊκή δύναμη που εισχωρεί μέσα του και προκαλεί μια αντίδραση. Αν θέλαμε να τονίσουμε τη διαπίστωση αυτή κάπως υπερβολικά, θα λέγαμε: υπάρχει προσωπική μοίρα, αλλά δεν υπάρχουν προσωπικά κατορθώματα. Γι' αυτό όταν ο Αρχίλοχος χαρακτηρίζει τη διπλή ζωή του πολεμιστή και του ποιητή λέει (απ. 1):

Είμαι υπηρέτης του βασιλιά Ενυάλιου και γνωρίζω
επίσης το αξιέραστο δώρο των Μουσών.

    Παρόμοια είναι τα αισθήματα της Σαπφώς. όταν την εξουσιάζουν οι θεοί της, η Αφροδίτη και ο Έρωτας. Ωστόσο το μυθικό στοιχείο υποχωρεί στη Σαπφώ, γιατί το διχασμένο και έντονο προσωπικό αίσθημα συλλαμβάνεται ως κάτι ατομικό, και γιατί η τάξη και το νόημα των γεγονότων δεν εξαρτώνται όπως στον Όμηρο από τη μόνιμη επέμβαση των θεών, άλλα από τον ανεξάρτητο νόμο της αιώνιας εναλλαγής. Παρ' όλα αυτά η Σαπφώ δεν βλέπει ακόμη την ανθρώπινη δράση ως προσωπικό κατόρθωμα. Η συνείδηση του προσωπικού αισθήματος οδηγεί στη συνειδητοποίηση της αδυναμίας του ανθρώπου, της «αμηχανίας». Η ορθολογική διασάφηση των κοσμικών σχέσεων και η αναγνώριση του νόμου της εναλλαγής δεν έχουν ως αποτέλεσμα τη δράση, άλλα συμβάλλουν στο να δείχνει ο άνθρωπος ανοχή και υπομονή. Στην Οδύσσεια συναντούμε τα χαρακτηριστικά αυτά περισσότερο τονισμένα από ό,τι στην Ιλιάδα. Αλλά ο Οδυσσέας που η καρδιά του υπέφερε πολλά, ο πολύτλας, δεν αναρωτήθηκε ποτέ για την κοσμική τάξη. Ήταν μ' έναν απλοϊκό τρόπο πολυμήχανος και ήξερε να βοήθα τον εαυτό του πάντα και να βρίσκει μια διέξοδο με έξυπνες πράξεις.


    Για τους λυρικούς που αναφέραμε παραπάνω την τελειότητα αντιπροσωπεύει κυρίως αυτό που κάποιος αισθάνεται ως τέλειο. Αξία έχει αυτό που απευθύνεται στο αίσθημα και προκαλεί την ευχάριστη αντίδραση των αισθήσεων. Ως την εποχή του Πίνδαρου και του Βακχυλίδη οι αξίες παριστάνονται επανειλημμένα με την εικόνα της λάμψης. Το θειο είναι λαμπρό και φωτεινό, το τέλειο λάμπει, το μεγαλείο εξακολουθεί να ζει στο φως της δόξας. Ο ποιητής αποκαλύπτει αυτή τη λάμψη και στέλνει τις ακτίνες της πέρα από τα σκοτάδια του θανάτου. Στα εγκώμια προβάλλει το στοιχείο αυτό με απόλυτη σαφήνεια. Για παράδειγμα μπορούμε να παραθέσουμε ένα από τα λίγα επιθαλάμια της Σαπφώς που μας έχει παραδοθεί σε σχετικά καλή κατάσταση (απ. 55), το όποιο, για να εξυψώσει την τελετή για την οποία γράφτηκε, περιγράφει τους μυθικούς γάμους του Έκτορα και της Ανδρομάχης.

    Η αρχή του ποιήματος έχει χαθεί. Οι πρώτοι στίχοι που μας παραδόθηκαν μιλούν για την άφιξη ενός κήρυκα στην Τροία που αναγγέλλει ότι το νιόπαντρο ζευγάρι μόλις έφτασε με πλοίο από τη Θήβα, την πατρίδα της νύφης.

Με σπουδή ήρθε ο κήρυκας...
και ο Ιδαίος, ο γρήγορος αγγελιοφόρος, έφερε την είδηση:
«...άφθαρτη δόξα έρχεται σήμερα για την Τροία και για
ολόκληρη την 'Ασία.
'Ο Έκτορας και οι φίλοι του φέρνουν στο σπίτι την κόρη
με τα ωραία μάτια
από την ιερή Θήβα κάτω από το βουνό Πλάκο,
την τρυφερή Ανδρομάχη, αφού πέρασαν με τα καράβια
την αλμυρή
θάλασσα, χρυσά κοσμήματα και πορφυρένια ρούχα και ένα
πλήθος πράγματα που φέρνουν χαρά,
αμέτρητες ασημένιες κούπες και δώρα από ελεφαντόδοντο».
Αυτά είπε. Τότε πετάχτηκε αμέσως από το θρόνο του
ο στοργικός πατέρας.
Η φήμη απλώθηκε στην ευρύχωρη πόλη κι έφτασε
στους φίλους.
Οι Τρώες έζεψαν αμέσως τα ζώα στις άμαξες με τις
καλοφτιαγμένες ρόδες,
όλες οι γυναίκες και οι καλλίγραμμες παρθένες ανέβηκαν
οι θυγατέρες του Πριάμου πάλι πήγαιναν χωριστά από
τους άλλους.
Οι άντρες έζεψαν τα άλογα στις άμαξες
και μαζί τους πήγαιναν τα παλικάρια. Οι φωνές
των ηνιόχων αντηχούσαν...
 
Οι επόμενοι στίχοι δεν μας σώθηκαν. Έπειτα συνεχίζει:

...το ισόθεο ζευγάρι...
και συνωστισμένο το πλήθος
πήγαινε στο Ίλιο...
Γλυκόφωνοι αυλοί έσμιγαν με τον ήχο
της λύρας και το χτύπημα των κροτάλων. Οι κόρες
τραγουδούσαν δυνατά
ένα ιερό τραγούδι και ó θεϊκός ήχος έφτανε στον ουρανό...
Παντού στους δρόμους... Κρατήρες και κούπες...
Το λιβάνι έσμιγε τους καπνούς του με ευωδιά από σμύρνα
και κανέλα.
Οι μεσόκοπες γυναίκες φώναζαν δυνατά
κι όλοι οι άντρες με ωραίο θριαμβευτικό τραγούδι καλούσαν
τον μακροσαγιτάρη κιθαριστή Απόλλωνα
και υμνούσαν τον Έκτορα και την Ανδρομάχη σαν θεούς.

    Το ποίημα αυτό είναι για μας το πρωιμότερο παράδειγμα για τη σημασία του μύθου στην ελληνική εορταστική ποίηση. Μύθος και πραγματικότητα συνδέονται εδώ τόσο στενά, ώστε η μυθική κατάσταση φαίνεται ότι συνεχίζεται ως το παρόν. Η διήγηση για το γάμο του Έκτορα τελειώνει με το γαμήλιο τραγούδι, και ακριβώς αυτό το τραγούδι ακούμε κι εμείς, όταν ηχεί το επιθαλάμιο της Σαπφώς. Av σε άλλες περιπτώσεις Υμεναίων υμνούν το νιόπαντρο ζευγάρι σαν θεϊκό, εδώ νύφη και γαμπρός εξισώνονται με μυθικές μορφές. Η Σαπφώ όμως δεν διηγείται τις μεγαλόπρεπες πράξεις τους ή τη μοίρα τους, άλλα περιγράφει τη λάμψη και την τελειότητα της τελετής. Ακόμη και τα γαμήλια δώρα γίνονται με τη λάμψη τους σημαντικότερα από τις πράξεις. Έτσι η διήγηση μεταβαίνει από το ένα φωτεινό σημείο στο άλλο, και τα φωτεινά αυτά σημεία ακτινοβολούν μια λάμψη που ξεπερνά τη συγκεκριμένη στιγμή.

         Σ' ένα συγκινητικό ποίημα η ηλικιωμένη Σαπφώ περιγράφει την αδυναμία της και αναπολεί τα νιάτα της. Από το τραγούδι αυτό μας έχει σωθεί μόνο το τέλος των στίχων σ’έναν πάπυρο (65Α, 13-26)• παρόλο πού το κείμενο δεν μπορεί να αποκατασταθεί, το περιεχόμενο του είναι σαφές και μπορεί να αποδοθεί (σύμφωνα με την ανάγνωση του Manfred Hausmann):

Το δέρμα μου είναι παντού ρυτιδωμένο
και παραλυμένο από τα γερατειά.
Το βαθύ μαύρο χρώμα των μαλλιών μου
έγινε άσπρο.
Τα χέρια μου είναι αδύναμα
και τα γόνατα μου τόσο ασθενικά,
ώστε αρνούνται να με σηκώσουν.
Δεν μπορώ πια να κινούμαι
χορεύοντας ανάμεσα στα κορίτσια
σαν ελαφίνα το βράδυ στο δάσος.
Αλλά τι να γίνει;
Ένας θνητός δεν μπορεί να χαίρεται αιώνια τη νιότη.
Τραγουδούν ένα τραγούδι,
και η Αυγή, λένε, έπρεπε να το πάθει
που κάποτε οδήγησε το νεαρό Τιθωνό
στην άκρη του κόσμου.
Ωστόσο κι αυτόν τον βρήκαν
τα θλιβερά γερατειά.
Και τώρα, επειδή τη νύχτα
δεν μπορεί να πλησιάσει πια
ερωτικά το τρυφερό του ταίρι,
πιστεύει ότι έχασε κάθε ευτυχία. Γι' αυτό ικετεύει τον Δία
να του χαρίσει το θάνατο σύντομα.
Ωστόσο εγώ ποθώ ακόμη τη χάρη και τη χρυσή αφθονία.
Αυτή η λάμψη με περιβάλλει πάντα,
γιατί αγαπώ τον ήλιο.

    Η Σαπφώ ξεπερνά την αδυναμία της μελαγχολικής ηλικίας («αλλά τι να γίνει ;») με τη σκέψη ότι δεν έχασε την ουσία της νιότης, δηλαδή τη χαρά για τη λάμψη και την ακτινοβολία. Δεν προσπαθεί όμως να δώσει στο πέρασμα του χρόνου, στα γερατειά ένα δικό τους νόημα.

    Το ίδιο θέμα αναπτύσσει σ' ένα γεροντικό ποίημα ο Ανακρέων, άλλα του λείπει η παρηγοριά ότι κράτησε στη μνήμη του κάτι αναλλοίωτο. Επειδή δεν έχει καμιά δυνατότητα να αξιολογήσει τη ζωή του θέτοντας ένα σκοπό στη δράση του ή να τη θεωρήσει γενικά μια έλλογη ενότητα, καταλήγει στην ωμή και φοβερή ομολογία (απ. 44):

Οι κρόταφοι μου είναι γκρίζοι κιόλας
και το κεφάλι μου άσπρισε.
Δεν έχω πια τη χαριτωμένη νιότη,
και τα δόντια μου γέρασαν
από τη γλυκιά ζωή
μου απόμεινε έva μικρό κομμάτι.
Τρέμω μπρος στον Τάρταρο,
γιατί η άβυσσος του Άδη είναι
φοβερή και το ταξίδι θλιβερό. Και είναι βέβαιο:
όποιος κατεβεί μια φορά δεν ανεβαίνει ποτέ πια.

    Και τα δύο ποιήματα εκφράζουν την αδυναμία των δημιουργών τους, γιατί η θέληση τους για ζωή συναντά εμπόδια. Η πείρα, δηλαδή οι αισθήσεις κρίνουν τι έχει αξία και τι όχι. Η νιότη είναι γλυκιά, ενώ τα γερατειά γεμάτα φόβο και βάσανα. Οι αρχαϊκοί ποιητές μιλούν και με άλλες ευκαιρίες για το πέρασμα της νιότης και τον ερχομό των γερατειών - στον Όμηρο οι ήρωες δεν αναφέρονται ποτέ στις αντιθέσεις των ηλικιών στη ζωή τους - αλλά η ζωή στο σύνολο της δεν αποτελεί ακόμη μια έλλογη ενότητα.


    Πέρα από την ιωνική και αιολική περιοχή (Ο Αρχίλοχος γεννήθηκε στην Πάρο, η Σαπφώ στη Λέσβο και ο Ανακρέων στην Τέω) τον 6ο αιώνα διατυπώνονται τέλειος διαφορετικές σκέψεις για την ανθρώπινη ζωή.

    Ο Σόλων, ο μεγάλος πολιτικός με τον όποιο η Αττική πρωτοεμφανίζεται στην ιστορία της λογοτεχνίας, λέει (απ. 22, 7): «Γερνάω μαθαίνοντας πάντα περισσότερα». Τον δραστήριο πολιτικό και μετριοπαθή νομοθέτη τον απασχολούν τα ερωτήματα των ανθρώπινων πράξεων και της ανθρώπινης συμπεριφοράς. Δεν είναι ο μοναδικός στίχος που αναφέρεται στο σκοπό και το νόημα της ζωής του και των ενεργειών του - ο στίχος αυτός, ας σημειωθεί περιθωριακά, συλλαμβάνει για πρώτη φορά τη μάθηση ως πνευματική διαδικασία. Ό ποιητής νιώθει τον εαυτό του δεμένο μ' ένα σκοπό, το δίκαιο. Αυτή η στάση προετοιμάζει την αττική τραγωδία. Όταν ο Αρχίλοχος μιλά για δίκαιο, εννοεί το καταπιεσμένο αίσθημα δικαιοσύνης και την ισορροπία δικαίου που αποκαθιστούν πάντα οι θεοί, όχι όμως τη δική του δίκαιη συμπεριφορά, η Σαπφώ και ο Ανακρέων δεν μιλούν καθόλου για δικαιοσύνη.

    Αυτοί οι λυρικοί ποιητές διαθέτουν αρκετή φαντασία, ώστε να σκεφτούν ορισμένα πράγματα διαφορετικά από ό,τι είναι στην πραγματικότητα και να αντιληφθούν την ασυμφωνία που υπάρχει ανάμεσα στη δυνατότητα και την πραγματικότητα, ανάμεσα στις προσωπικές τους προσδοκίες και τη σκληρή πραγματικότητα, ανάμεσα στην αλήθεια και τα φαινόμενα. Δεν φαντάζονται το τέλειο σαν κάποιο ιδανικό προς το οποίο ο άνθρωπος θα έπρεπε να αποβλέπει ή σύμφωνα με το οποίο θα μπορούσε να μεταμορφώσει τον κόσμο. Ήδη ο Όμηρος γνωρίζει ότι η ζωή στη γη είναι ατελής και θλιβερή. Ακόμη και οι ήρωες συμμερίζονται τη βαθιά ριζωμένη ατέλεια του ανθρώπου, αλλά οι θεοί προσδίδουν στα γήινα το νόημα και την αξία τους. Αυτοί οι θεοί κυβερνούν ακόμη τον κόσμο των λυρικών ποιητών, και κανείς δεν επαναστατεί εναντίον τους. Η επανάσταση αρχίζει με τη σκέψη ότι η ανθρώπινη ζωή θα μπορούσε να έχει στην πραγματικότητα ακόμη περισσότερο νόημα και οι θεοί να είναι ακόμη τελειότεροι, κυρίως όμως με τη σκέψη για τον πραγματικό ρόλο της δικαιοσύνης στον κόσμο.

         Τα προσωπικά αισθήματα και οι αξιώσεις των λυρικών ποιητών αφορούν στη στιγμή που κάποιος αποκόβεται από το γενικό ρεύμα της ζωής και απόκτα συνείδηση ότι αποχωρίζεται από το δέντρο που περικλείει καθετί ζωντανό και αυξάνει συνεχώς. Σε τέτοιες στιγμές ο άνθρωπος κατευθύνει το βλέμμα στην ψυχή του. Αυτή όμως η προσωπική ψυχή δεν είναι φορέας όλων των αισθημάτων και συγκινήσεων, αλλά μόνο αντιδράσεων, όταν τα αισθήματα παρεμποδίζονται. Η αγάπη π.χ. δεν είναι ένα αίσθημα που πηγάζει από το εσωτερικό του ανθρώπου, αλλά δώρο της Αφροδίτης ή του Έρωτα. Μόνο ο διχασμός του αισθήματος που προέρχεται από μια ατυχή αγάπη είναι κάτι προσωπικό. Παρόλο που ο Αρχίλοχος είναι πεισματάρης και ή Σαπφώ έχει τόσο βαθιά αισθήματα, και οι δυο τους δεν χάνονται στην άβυσσο ρομαντικών συναισθηματισμών. Όταν η Σαπφώ λέει (απ. 27): «το πιο όμορφο είναι αυτό που καθένας αγαπά», εννοεί φυσικά ότι οι άνθρωποι θεωρούν διαφορετικά αντικείμενα ωραία, αλλά η ίδια γνωρίζει καλά τι αγαπά. Το αίσθημα της δεν είναι ακαθόριστο ούτε απευθύνεται στην αρκαδική φύση της βουκολικής ποίησης που μπορεί και συναισθάνεται μαζί με τον άνθρωπο. Το ποίημα αυτό στρέφεται βέβαια εναντίον καθιερωμένων αξιών: δεν είναι όμορφο το μεγαλείο, άλλα αυτό πού κάποιος αγαπά. Κι είναι ένα πρώτο βήμα προς τον Ηράκλειτο, όταν ή ίδια λέει ότι κάτι μπορεί να γίνει κατανοητό. Ωστόσο απέχει πολύ από την πίστη του ίδιου φιλοσόφου ότι το νόημα των λόγων του είναι τόσο βαθύ, ώστε οι άνθρωποι δεν θα μπορούσαν να τον παρακολουθήσουν.

    Οι αρχαϊκοί ποιητές δεν μιλούν με μοναχικούς μονολόγους όπως οι σύγχρονοι λυρικοί, άλλα απευθύνονται σε κάποιον είτε αυτός είναι θεός (κυρίως σε προσευχές) είτε άνθρωπος ή ομάδα ανθρώπων. Παρόλο πού το άτομο απελευθερώνεται από μερικές παλιές δεσμεύσεις, ή ανακάλυψη του ψυχικού κόσμου συνενώνει τους Ομοϊδεάτες. Η διαδικασία της εξατομίκευσης είναι συγχρόνως μια διαδικασία νέων δεσμεύσεων.

    Ένα ποίημα της Σαπφώς, του οποίου η αρχή και το τέλος χάθηκαν, προϋποθέτει ότι η ποιήτρια έμεινε με την Ατθίδα, την οποία αγάπα ιδιαίτερα, στη Λέσβο, ενώ ένα άλλο κορίτσι, η Αριγνώτα, έπρεπε να φύγει από τη συντροφιά τους και να επιστρέψει στις Σάρδεις, την πρωτεύουσα της Λυδίας (απ. 96):

...Από τις Σάρδεις συχνά...
στέλνει τις σκέψεις της προς τα δω.
Όσο ήταν ακόμη κοντά μας η Αριγνώτα, σε υμνούσε
σαν θεά και άκουγε
με μεγάλη ευχαρίστηση τα τραγούδια σου.
Τώρα όμως λάμπει ανάμεσα στις Λυδές
όπως λάμπει η ροδοδάχτυλη σελήνη
μετά τη δύση του ήλιου επισκιάζοντας όλα τ' αστέρια
και σκορπά το φως της
στην αλμυρή θάλασσα και
στους λουλουδιασμένους κάμπους.
Άφθονη δροσιά έχει απλωθεί, τα ρόδα ανθούν
και το τρυφερό χορτάρι και
το βαθυπράσινο τριφύλλι πού ευωδιάζει μέλι.
Και συχνά περπατώντας
θυμάται τον πόθο της για την
ωραία Ατθίδα, και την τρυφερή καρδιά της
τη σπαράζει ο πόνος.
«Έλα κοντά μου»
φωνάζει δυνατά, άλλα η φωνή δε φτάνει
ως εμάς, η σκοτεινή νύχτα
δε φέρνει τον ήχο πάνω από τα κύματα.

   
Από άλλα ποιήματα της Σαπφώς γνωρίζουμε ότι η Ατθίδα στάθηκε συχνά αφορμή για ζηλοτυπίες και ότι η Αριγνώτα, όσο καιρό άνηκε στον κύκλο της Σαπφώς, είχε αγαπήσει ιδιαίτερα την Ατθίδα. Τώρα που η Σαπφώ έμεινε με την αγαπημένη της Ατθίδα περιγράφει πως η Αριγνώτα μια καλοκαιριάτικη νύχτα με πανσέληνο σκέφτεται τις φίλες της στην άλλη άκρη της θάλασσας, και νοσταλγεί τις μέρες που έζησαν μαζί. Εδώ εκφράζεται ένα αίσθημα δεσμού που παρ’ όλη την απόσταση παραμένει στον πνευματικό και ψυχικό κόσμο ως ανάμνηση και αγάπη. Με αυτό το ποίημα η Σαπφώ ζήτα ολοφάνερα την ακόμη στενότερη φιλία με την Ατθίδα, γιατί της δείχνει πόσο κοντά είναι η μία στην άλλη, αφού και οι δυο τους σκέφτονται την Αριγνώτα, κι εκείνη στέλνει τη σκέψη της και στις δυο. «Από τις Σάρδεις συχνά έχει το νου της εδώ» είναι η κατά λέξη μετάφραση του πρώτου στίχου. Αυτό είναι κάτι που ο Όμηρος δεν θα μπορούσε να το διατυπώσει με τα στοιχειώδη γλωσσικά μέσα του. Στη Σαπφώ το πνεύμα έχει τη δυνατότητα να αποδεσμεύεται από τον τόπο, και έτσι μπορεί να υπάρξει κοινότητα στη σκέψη και το αίσθημα. Αυτές οι αντιλήψεις για την «κοινότητα» του πνευματικού στοιχείου, που από την εποχή του Ηράκλειτου είναι κάτι συνηθισμένο, δεν υπήρχαν ακόμη στον Όμηρο. Επειδή το βίωμα της ομορφιάς σε μια λατρευτική τελετή γίνεται κοινή ανάμνηση, η Σαπφώ μπορεί να το συνδέσει εύκολα με το λατρευτικό τραγούδι και να εκφράσει αυτό που θεωρεί σημαντικό.

    Η νοσταλγία είναι φυσικά ένα φαινόμενο γνωστό στον Όμηρο. Ο Οδυσσέας π.χ. πού βρίσκεται κοντά στην Καλυψώ νοσταλγεί την πατρίδα του:

αὐτάρ Ὀδυσσεύς
ἱέμενος καί καπνόν ἀποθρῴσκοντα νοῆσαι
ἧς γαίης θανέειν ἱμείρεται,

    «επιθυμεί να δει έστω και τον καπνό της πατρίδας του να υψώνεται κι έπειτα θέλει να πεθάνει». Εδώ αναφέρεται μόνο ο αντικειμενικός στόχος της επιθυμίας. Οι στίχοι αυτοί συγκινούν, γιατί - παράλληλα με την ευφωνία και παραστατικότητα των λέξεων - ο Οδυσσέας εύχεται να εκπληρωθεί μια τόσο μικρή επιθυμία κι υστέρα να πεθάνει.

    Σ' ένα άλλο ποίημα, που η αρχή και το τέλος του επίσης δεν έχουν παραδοθεί, η Σαπφώ σκέφτεται πάλι ένα κορίτσι που έχει φύγει μακριά και περιγράφει πως παρηγορήθηκε την ώρα του αποχαιρετισμού με την ανάμνηση για ό,τι ωραίο είχαν ζήσει μαζί (απ. 94):

...Αλήθεια θα 'θελα να μην υπάρχω.
Έκλαψε πολύ, όταν με αποχωρίστηκε
και είπε: «Αλίμονο, πόσο φοβερή είναι η μοίρα μας!
Σαπφώ, το ξέρεις ότι σ’ αφήνω χωρίς τη θέληση μου».
Κι εγώ της απάντησα:
«Πήγαινε χαρούμενη και να με θυμάσαι.
Ξέρεις βέβαια πόσο σ’ αγαπήσαμε.
Αν όχι, τότε θα σου θυμίσω
αυτό που ξέχασες,
πόσο χαρούμενος κι ωραίος ήταν ο καιρός που περάσαμε μαζί.
Συχνά στόλισες μπροστά μου τις πλεξούδες σου
με στεφάνια από μενεξέδες και τριαντάφυλλα.
Συχνά φόρεσες στον τρυφερό λαιμό σου
την ευωδιαστή λουλουδένια αλυσίδα,
και με γλυκιά ευωδιά
από βασιλικό βάλσαμο και λάδι από σμύρνα
άλειψες το δροσερό σου σώμα.
Ξαπλωμένη σε χνουδωτό στρώμα
ξεδιψούσες τον πόθο σου με τη συντροφιά μας.
Και δεν υπήρχε χορός,
γιορτή ή παιχνίδι
στην αμμουδιά πού να μην πήρες μέρος.
Δεν υπήρχε δάσος πού την άνοιξη
να μην αντηχούσε αρμονικά
από το τραγούδι των κοριτσιών».

    Η ανάμνηση ενώνει τους ερωτευμένους γεφυρώνοντας την απόσταση· οι άνθρωποι συνδέονται ψυχικά μεταξύ τους. Αλλά αυτό το ψυχικό στοιχείο δεν έχει συναισθηματικό χαρακτήρα· δεν απομακρύνει τον άνθρωπο από τον κόσμο και δεν τον προδιαθέτει εχθρικά απέναντι του. Είναι ανάμνηση εντελώς γήινων πραγμάτων πού ακτινοβολούν με την ομορφιά τους και απευθύνονται στις αισθήσεις. Η ανάμνηση επιτρέπει την επιβίωση όλων αυτών των πραγμάτων, χαρίζει διάρκεια στη χαρά που προέρχεται από αυτά και δίνει σ’ αυτούς πού τα χάρηκαν το αίσθημα ότι ο ένας ανήκει στον άλλο. Κάποιος είπε ότι αύτη η μνήμη, που η Σαπφώ εξασκεί, είναι ένα είδος μόνιμης παρηγοριάς και υπέδειξε μια σκηνή της Οδύσσειας, οπού κάποιος αποχαιρετώντας τους άλλους παρακαλεί να τον θυμούνται. Ωστόσο εδώ υπάρχει μια λεπτή αλλά σημαντική διαφορά: Όταν ο Οδυσσέας αναχωρεί από το νησί των Φαιάκων, η Ναυσικά του λέει (θ 461): «Καλό ταξίδι, ξένε, και θυμήσου με όταν θα φτάσεις στην πατρίδα σου, γιατί πρώτα από όλους σε μένα χρωστάς τη σωτηρία σου». Η ανάμνηση στην περίπτωση αυτή είναι η ευγνωμοσύνη για μια καλή πράξη που έγινε σε κάποιον. Στο ποίημα της Σαπφώς οι ερωτευμένοι έχουν την ίδια ανάμνηση και δεν υπάρχει μονομερής υποχρέωση. Ο καθαρός στοχασμός ότι η μνήμη δεν είναι τίποτε άλλο από αναπαράσταση μιας περασμένης ομορφιάς δημιουργεί την ίδια διάθεση και στις δύο ψυχές. Όπως στο ποίημα της Αριγνώτας η νοσταλγία που έρχεται από τις Σάρδεις είναι η ίδια, αν και η Σαπφώ τρυφερά το αποσιωπά, με τη νοσταλγία που στέλνει η ίδια προς τις Σάρδεις, έτσι κι εδώ η ανάμνηση ενώνει τις δύο ψυχές.

         Αυτή η ανάμνηση είναι για τη Σαπφώ σημαντική όχι μόνο γιατί συνδέει δύο αγαπημένα πρόσωπα μεταξύ τους· όλος ο κύκλος της συνέχεται, καθώς όλες οι κοπέλες θυμούνται το κοινά βίωμα της ομορφιάς. Ένα λατρευτικό τραγούδι περιγράφει π.χ. τον τόπο της τελετής, όπου πρόκειται να τιμήσουν την Αφροδίτη (απ. 5):

Κατέβα από τον ουρανό χι έλα στον ιερό ναό σου,
όπου δάσος οι μελιές ανθούν
και από τους βωμούς υψώνεται ευωδιαστό το θυμίαμα.
Κρύο νερό μουρμουρίζει ανάμεσα στα κλαδιά της μελιάς
και τριαντάφυλλα σκεπάζουν όλο τον τόπο.
Καθώς θροΐζουν τα φύλλα μου έρχεται ύπνος που με παραλύει.
Το λιβάδι που τρέφει τ' άλογα σκεπάζεται
πέρα ως πέρα από τ' ανοιξιάτικα λουλούδια και γλυκιά
ευωδιά απλώνεται

'Έλα, Κύπριδα, και κέρασε στις χρυσές κύλικες νέκταρ
ανάμεικτο με κέφι.

       Η Σαπφώ προσκαλεί με αυτή την προσευχή τη θεά να ‘ρθει στη γη. Περιγράφοντας όμως ολόκληρο αυτό το πλέγμα της ομορφιάς το διατηρεί στη μνήμη τη δική της και των κοριτσιών της. Σκοπός του έπους είναι ήδη η διατήρηση του παρελθόντος στη μνήμη των ανθρώπων - από την εποχή του Ησίοδου οι Μούσες θεωρούνται θυγατέρες της Μνημοσύνης. Ωστόσο το αντικείμενο της ανάμνησης έχει αλλάξει. Ο Όμηρος σώζει το «κλέος ανδρών», τα μεγάλα κατορθώματα, τα ιστορικά γεγονότα. Η Σαπφώ, αντίθετα, διατηρεί στη μνήμη κάτι απλό, που το θεωρεί, όπως συχνά επαναλαμβάνει, σημαντικότερο από όλα τα άλλα. Αυτό που εξυμνεί δεν είναι ένα γεγονός της παράδοσης, αλλά κάτι στο όποιο η ίδια και οι δικοί της έχουν λάβει μέρος. Το προσωπικό στοιχείο προχωρεί μάλιστα ακόμη περισσότερο. Σίγουρα η παρουσίαση ωραίων τραγουδιών σε μια γιορτή είναι κάτι συνηθισμένο στη λατρεία. Απαλές ευωδιές υψώνονται προς τον ουρανό, τα κορίτσια στολίζονται με λουλούδια και όλες οι αισθήσεις απολαμβάνουν. Χαρά νιώθουν τόσο αυτοί που παίρνουν μέρος στη γιορτή όσο και η θεά, την οποία θέλουν να προδιαθέσουν ευνοϊκά. Αλλά η Σαπφώ ενδιαφέρεται για κάτι περισσότερο: Επανειλημμένα αναφέρει τις φίλες της με το όνομα τους· ακόμη και τον εαυτό της αναφέρει ονομαστικά. Ό,τι έζησαν μαζί, ό,τι τις έδεσε συναισθηματικά το έπλασαν μόνες τους και το διαμόρφωσαν κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να εκπληρώνει τις επιθυμίες τους για μια ανώτερη πραγματικότητα. Πάνω από όλα η ίδια η Σαπφώ στεφανώνει με την ποίηση της την ομορφιά της γιορτής και την παραδίδει συγχρόνως στους μεταγενεστέρους. Αυτό που ενώνει τις αγαπημένες φίλες στο παρόν γίνεται υπερχρονικό και αθάνατο.

    Αυτός ο τρόπος δημιουργίας νέων θεμάτων διαφέρει ριζικά από τον τρόπο του Αρχίλοχου ή του Αλκαίου: Η Σαπφώ δεν παραμερίζει το παλιό με αγανάκτηση, αλλά το διατηρεί και του δίνει καινούριο νόημα. Παρόλο που οι άλλοι αρχαϊκοί ποιητές δεν γνωρίζουν την ανάμνηση του ωραίου που συνδέει τους ανθρώπους, ωστόσο συναντούμε παραπλήσια φαινόμενα. Η αρχαϊκή εποχή δημιούργησε διάφορες εθιμικές εκδηλώσεις, κυρίως το συμπόσιο, για να διευκολύνει τη συνάντηση ομοϊδεατών αντρών. Αν το κρασί ενώνει τους ανθρώπους - παρόλο που μπορεί να φέρει και το αντίθετο αποτέλεσμα - , το συμπόσιο με την ποίηση και τη μουσική είναι μια ακόμη καλύτερη ευκαιρία για συντροφιά. Η συμποτική ποίηση κατέχει από την εποχή του Αρχίλοχου σημαντική θέση στην αρχαϊκή λυρική ποίηση. Ένα τραγούδι του Ανακρέοντα (απ. 43) υμνεί τα «ωραία τραγούδια» στο συμπόσιο:

Μπρος φέρε, παιδί μου, την κούπα, για να
την αδειάσω μονορούφι.
Ανάμιξε στον κρατήρα
δέκα ποτήρια νερό
με πέντε κρασί
γιατί δεν θέλω να μεθύσω
και να φερθώ άπρεπα

Ας μην κάνουμε
πάλι ένα συμπόσιο με θόρυβο και κραυγές
όπως οι Σκύθες. Ας πιούμε ήρεμα
κι ας τραγουδήσουμε ωραία τραγούδια.

    Επειδή το συμπόσιο σ’ αυτή την εποχή καλλιεργεί την αρμονική συναδελφικότητα, στα ποιήματα που διαβάζονται κατά τη διάρκεια του παίζει μεγάλο ρόλο το ερώτημα ποιος είναι πραγματικός φίλος και με ποιο κριτήριο μπορεί κάποιος να διαγνώσει την αληθινή σκέψη ενός άντρα. Ο Θέογνης λέει (1,499):

Το χρυσάφι και το ασήμι το δοκιμάζουν οι ειδικοί στη φωτιά,
άλλα τη σκέψη του ανθρώπου την αποκαλύπτει το κρασί,
ακόμη και τη σκέψη ενός συνετού ανθρώπου που πίνει υπέρμετρα
και ντροπιάζεται, αν και πριν ήταν έξυπνος.


    Κάποιος θέλει να αφαιρέσει τη μάσκα από τα φαινόμενα και να γνωρίσει την πραγματική σκέψη των συμποτών του, για να βρεθεί ανάμεσα σε ομοϊδεάτες του. Πόσο σοβαρά λαμβάνεται υπόψη αυτό το κοινό και αμοιβαίο αίσθημα το δείχνει η παιδεραστία που ήταν ιδιαίτερα διαδεδομένη στην αρχαϊκή εποχή και έπαιζε σημαντικό ρόλο στο συμπόσιο.


    Και στην πολιτική ζωή συγκεντρώνονται οι άντρες που έχουν την ίδια ιδεολογία. Τώρα δημιουργούνται για πρώτη φορά κόμματα, και τους αγώνες τους διηγείται ο Αλκαίος από τη Λέσβο, ο συμπατριώτης και σύγχρονος της Σαπφώς, και ο Σόλων από την Αθήνα.

    Ο Σόλων προσπάθησε να ξεπεράσει τις κομματικές διαμάχες και να αποκαταστήσει την ενότητα του κράτους με νόμους και καταστατικό χάρτη. Στην εποχή των λυρικών δημιουργείται η πόλη-κράτος. Την παλιά φεουδαρχική ζωή την αντικαθιστά ένα κοινό πλαίσιο που θεμελιώνεται στο δίκαιο και την τάξη. Δεν αποτελεί αντίφαση το γεγονός ότι η συνείδηση για την προσωπικότητα και η πολιτειακή τάξη δημιουργούνται την ίδια εποχή. Το να είναι κάποιος πολίτης είναι κάτι διαφορετικό από το να ανήκει σε μια καθοδηγούμενη μάζα ανθρώπων. Το δίκαιο γίνεται η νέα δέσμευση των ανθρώπων.

    Και στη θρησκευτική ζωή της εποχής συγκεντρώνονται οι «ομοϊδεάτες». Αυτό συμβαίνει γιατί οι αιρέσεις των Πυθαγορείων και των Ορφικών, που διαδίδονται αυτή την περίοδο, αναπτύσσουν μια κοινή πίστη και ελπίδα. Η φροντίδα τους για την ανθρώπινη ψυχή προϋποθέτει μια αντίληψη περί ψυχής που σχηματίζεται αυτή την εποχή για πρώτη φορά.

    Τέλος, την εποχή αυτή οι φιλοσοφικές σχολές αρχίζουν να συγκεντρώνουν φιλόσοφους με την ίδια κοσμοθεωρία. Για την κοινωνική δομή της Ευρώπης έχει τεράστια σημασία το γεγονός ότι παράλληλα με τις παραδοσιακές ομάδες όπως οικογένεια, φυλή, κτλ. δημιουργούνται ενώσεις που δεν στηρίζονται στη θρησκευτική παράδοση αλλά σε πνευματικούς δεσμούς. Η ύπαρξη κομμάτων, αιρέσεων, σχολών κτλ. στην Ευρώπη, ενώσεων που θεμελιώνονται σε κοινές πεποιθήσεις και θεωρίες, οφείλεται στην πρώιμη αρχαϊκή εποχή της Ελλάδας. Οι λυρικοί ποιητές μας προσφέρουν την πιο σαφή εικόνα για τις προϋποθέσεις των φαινομένων αυτών, γιατί εκφράζουν με το λόγο τις νέες ανακαλύψεις τους στον ψυχικό χώρο.

         Είδαμε ότι ο Όμηρος δεν είναι σε θέση να συλλάβει την ψυχή ως κάτι τελείως αντίθετο από το σώμα. Αυτό μπορέσαμε να το αποδείξουμε (βλ. παραπάνω, σ. 37) με τη σκέψη ότι ο Όμηρος δεν διαθέτει τις γλωσσικές προϋποθέσεις, για να εκφράσει τα τρία χαρακτηριστικά που αποδίδει ο Ηράκλειτος στην ψυχή: την «ένταση» που περικλείει συγχρόνως και το «βάθος», την «αυθορμησία» και την «κοινότητα». Στα προσωπικά αισθήματα των λυρικών ανακαλύπτεται ο διχασμός της ψυχής και η κοινότητα του πνευματικού στοιχείου. Ο Αρχίλοχος, η Σαπφώ και ο Ανακρέων αποδίδουν στην αυθορμησία του πνεύματος μόνο ένα μικρό μέρος των αισθημάτων τους. Οι δυνατές συγκινήσεις εξακολουθούν να οφείλονται στην επέμβαση των θεών, ενώ μόνο η απογοήτευση θεωρείται κάτι προσωπικό. Αλλά ο χώρος της συνειδητής προσωπικής δράσης δεν έχει ακόμη ανακαλυφθεί. Το βήμα αυτό το πραγματοποιεί για πρώτη φορά η τραγωδία. Το γεγονός ότι οι ανακαλύψεις των λυρικών ποιητών επανέρχονται με συγγενικές μορφές σε καλλιτέχνες, στοχαστές και πολιτικούς, δείχνει ότι τα κατορθώματα των μεγάλων προσωπικοτήτων ανήκουν σε μια γενικότερη ιστορική διαδικασία. Η Ιστορία είναι ένα υφαντό που τα υλικά του είναι η πράξη και η μοίρα. Η μια πλευρά φαίνεται να είναι καμωμένη μόνο από το υφάδι· αν όμως το αντιστρέψεις, τότε βλέπεις και το στημόνι.