Τρίτη 13 Ιουνίου 2017

Η πιο βαθιά λύτρωση είναι η συγχώρεση και η μεγαλύτερη ασφάλεια η μνήμη

Η μνήμη ταιριάζει της νύχτας.
Έχουν το ίδιο βάθος και την ίδια καταλυτική επίδραση στους ανθρώπους.
Αφοπλίζουν την λογική, την απορροφούν όπως η θάλασσα το ηλιοβασίλεμα.
Κι είναι τότε που αναδύονται οι αναμνήσεις, αναβαπτισμένες στα νερά της νοσταλγίας.
Αυτές τις στιγμές που συναντιέται το χθες με το σήμερα, σε θυμάμαι.
Έρχεσαι απρόσκλητη επισκέπτης στο τραπέζι μου, μοιράζεσαι το κρασί και τη θέα μου.
Βυθιζόμαστε παρέα στο πέλαγος της αναπόλησης μ’ έναν μαζοχιστικό σπασμό.
Γιατί δεν ήταν όλα όσα ζήσαμε όμορφα.

Εκείνα όμως που ήταν εξωπραγματικά πονούν πολύ περισσότερο από την προδοσία.
Όχι γιατί υπογραμμίζουν μια χαμένη πια ευτυχία, αλλά διότι κάθε ευτυχία είναι πολύτιμη και σπάνια στις μέρες μας, όσο κι αν διαρκεί.
Κάθε βράδυ λοιπόν, συναντιόμαστε στις τομές του χρόνου, σ’ ένα παράλληλο σύμπαν.
Εγώ σε ανακαλώ κι εσύ ζωντανεύεις.
Ζωντανεύεις και μαζί σου αναβιώνουν οι ωραίες στιγμές μας, που σαν άστρα λάμπουν στο στερέωμα της μνήμης.

Κι όσο για τα καρφιά που κατέστρεψαν τα ζωτικά σημεία του έρωτά μας, είναι κι αυτά εκεί παρόντα. Μα δεν πονούν όπως πρώτα.
Βρήκα, βλέπεις, την δύναμη να συγχωρήσω το χέρι που με κάρφωσε στο σταυρό του μαρτυρίου. Την άντλησα από την αγάπη μου που χαρακτήριζες πρωτοφανή.
Λες και δεν είναι κάθε αγάπη τέτοια, πλασμένη να ξεπερνά τον εαυτό της κάθε φορά.
Τόσο λυτρωτική είναι η συγκεκριμένη ιδιότητά της, που σε καθαρίζει από το δηλητήριο της μνησικακίας και της οργής.
Σε απαλλάσσει από την πικρία που γερνάει την καρδιά κι από τον κυνισμό που λαχταράει να βασιλέψει πάνω της.

Ναι, σε θυμάμαι χωρίς κακία και μίσος.
Υπάρχει άλλωστε μια φυσική ροή στα συναισθήματα, τις καταστάσεις και τον χρόνο.
Υπάρχει μια αρχή κι ένα τέλος σε όλα.
Όταν το συνειδητοποιείς αυτό και ταυτόχρονα κατανοείς την αδυναμία της ανθρώπινης φύσης στα θέλγητρα και τις επιφανειακές απολαύσεις, απελευθερώνεσαι.

Απελευθερώνεσαι και μπορείς πλέον να πεις στον πρώην αγαπημένο σου χαμογελώντας:

Περασμένα ναι, συγχωρεμένα ναι, ξεχασμένα όχι” και να το εννοείς.

Είναι μαγκιά να γελάς ενώ πονάς

Αποτέλεσμα εικόνας για girl in love smilingΤο χαμόγελο εκτός από ευγένεια δε σημαίνει τίποτα στις μέρες που διανύουμε. Δε σημαίνει ότι είσαι ευτυχισμένος επειδή χαμογελάς ούτε ότι είσαι αναίσθητος. Χαμογελάς επειδή πρέπει να βρεις την εσωτερική δύναμη να σταθείς στα πόδια σου και να προχωρήσεις. Να προχωρήσεις από οτιδήποτε σε κάνει να συμβιβάζεσαι κι από οτιδήποτε σε ωθεί να κάνεις τα στραβά μάτια. Να προχωρήσεις με χαμόγελο μακριά από οτιδήποτε σε κάνει να προσποιείσαι και να καταπατάς το εγώ σου και τις αρχές σου. Οφείλεις να λες τη γνώμη σου ακριβώς όπως αισθάνεσαι και να έχεις τα κότσια να ζητάς συγγνώμη όταν πρέπει. Κι όλα αυτά με χαμόγελο.
Δύναμη είναι να κρύβεις τον πόνο σου πίσω από ένα πλατύ χαμόγελο. Μια μέρα χωρίς χαμόγελο είναι μια χαμένη ημέρα, λένε. Στη ζωή μας, η οποία είναι αρκετά δύσκολη και περίπλοκη θέλουμε να βγαίνουμε νικητές και μια μάχη κερδίζεται πάντα με ένα χαμόγελο.

Οικονομικές δυσκολίες που επιβαρύνουν την ψυχοσύνθεσή μας τα τελευταία χρόνια και δεδομένου ότι η ανεργία βρίσκεται στα ύψη, πρέπει να βρίσκουμε τρόπους να περνάμε ευχάριστα. Η φτώχεια θέλει καλοπέραση κι η γκρίνια χρειάζεται προσπέραση. Η ζωή χρειάζεται αντιμετώπιση και θετική σκέψη.

Να χαμογελάς στους ανθρώπους γύρω σου, μα κυρίως να χαμογελάς στον άνθρωπό σου, στον σύντροφό σου. Σε αυτόν που περνάει ώρες ατελείωτες δίπλα σου. Σε αυτόν που ξοδεύει τον προσωπικό του χρόνο στο να σε φροντίζει και να σε περιποιείται. Να χαμογελάς στους συνεργάτες σου. Στους ανθρώπους αυτούς με τους οποίους περνάς ώρες ατελείωτες σε ένα γραφείο, ακόμα και σε αυτούς που συμπαθείς λιγότερο. Σε όλους αξίζει ένα χαμόγελο.

Η ζωή θέλει χαμόγελο και μαγκιά. Να μάθεις να τη στύβεις σαν λεμονόκουπα. Να την ξεζουμίζεις και να την πίνεις στο ποτήρι μέχρι την τελευταία της σταγόνα. Να την απολαμβάνεις όσο περισσότερο μπορείς. Οι χαρές είναι ελάχιστες, είναι μεμονωμένες στιγμές. Τον υπόλοιπό μας χρόνο όμως τι κάνουμε; Μιζεριάζουμε. Γκρινιάζουμε. Κρίνουμε τους πάντες γύρω μας για να αισθανόμαστε εμείς καλά. Το αύριο ποτέ δεν ξέρεις τι θα σου φέρει. Όλοι ευχόμαστε κι ονειρευόμαστε ένα καλύτερο αύριο. Πώς όμως θα έρθει όταν εμείς είμαστε με το βλέμμα στο πάτωμα; Πώς θα το δούμε όταν στην καλύτερη περίπτωση δεν κοιτάζουμε μπροστά μας;

Τα προβλήματα κι οι υποχρεώσεις δε σταματούν ποτέ. Αντιμετώπισέ τα όμως με χαμόγελο. Μέσα μας όλοι κρύβουμε αυτό το κομμάτι του εαυτού μας που μας κάνει δυνατούς. Όλα για κάποιο λόγο γίνονται, ακόμα κι αυτά που δε γίνονται. Όλοι το ξέρουμε αυτό και μέσα μας έχουμε συμφωνήσει. Δεν υπάρχει πρόβλημα που να μη λύνεται και να μην ξεπερνιέται. Αρκεί να το θελήσουμε.

Τι καλύτερο από ένα όμορφο λαμπερό χαμόγελο; Αυτό που θέλεις να βλέπεις και να αλλάξεις στους άλλους είναι καιρός να ξεκινήσεις να το αλλάζεις πρώτα σε σένα. Αυτό που θέλεις να λαμβάνεις απ’ τους άλλους ξεκίνα να το δίνεις εσύ. Ο καθένας από εμάς είναι ο καθρέφτης αυτής της κοινωνίας. Αλλάζουμε εμείς και θα ακολουθήσουν κι οι γύρω μας. Είμαστε κυρίαρχοι του εαυτού μας, ο καθένας ξεχωριστά και δεν ξεχνάμε ποτέ να χαμογελάμε. Εξάλλου είναι μεταδοτικό.

Αξίζεις περισσότερα!

Τι μου αξίζει και τι σου αξίζει τελικά; Μία απορία που ταλαιπωρεί τους πάσης φύσεως ερωτοχτυπημένους, πληγωμένους, αδικημένους και ούτω καθεξής, ανθρώπους τέλος πάντων που για τους Χ, Ψ λόγους έχουν νιώσει πως δεν αξίζουν την ευτυχία, την αγάπη και την αποδοχή των ανθρώπων γύρω τους.

Τι αξίζεις λοιπόν; Αξίζεις περισσότερη προσοχή. Αξίζεις περισσότερη προσοχή από ένα κινητό. Αξίζεις περισσότερο ποιοτικό χρόνο. Πώς θα χτίσεις σχέσεις με ανθρώπους που δε σου δίνουν ούτε το πιο απλό, το χρόνο τους. Το ίδιο όμως ισχύει και για σένα.

Μην κάνεις πράγματα μόνο για να τα κάνεις,  μην αναλώνεσαι στο scrolling των social media και μη χαραμίζεις το χρόνο σου ενώ θα μπορούσες να φτάσεις σήμερα ένα βήμα πιο κοντά σε αυτό που θέλεις να γίνεις αύριο. Η αναβλητικότητα δεν εξέλιξε κανέναν. Αυτό ονομάζεται «αγάπη και σεβασμός προς τον εαυτό μου».

Αξίζεις προσπάθεια. Αξίζεις προσπάθεια κι όχι απλά μια κενή, ρηχή καθημερινότητα, μια ρουτίνα. Αξίζεις, αυτόν που σε βγάζει από αυτήν, αυτόν που σε ξεκουράζει, όχι αυτόν που σε κουράζει. Αξίζεις να προσπαθήσει κάποιος για σένα, να σε διεκδικήσει για να μπεις στη ζωή του και να μείνεις εκεί.

Αξίζεις να είσαι η προτεραιότητα του εαυτού σου και των ανθρώπων που έχουν την αγάπη σου. Να είσαι πάνω-πάνω στη λίστα του ανθρώπου σου και όχι κάπου στο τέλος. Να σου συμπεριφερθούν διαφορετικά, γιατί όλοι είμαστε διαφορετικοί.  Κι αν ο άλλος νιώθει ότι ζητάς πάρα πολλά, τότε δεν είναι ο άνθρωπός σου, δεν είσαι ο άνθρωπός του. Κι αυτό το τελευταίο είναι πολύ δύσκολο να το αποδεχτείς αν είσαι εγωιστής. Μα εμείς έχουμε πάντα δίκιο, κάνουμε αυτό που θέλουμε πάντα, πώς γίνεται να έχουμε πέσει τόσο έξω; Πέφτει η καρδιά ποτέ έξω; Κι όμως.

Ο άνθρωπος που σου αξίζει θα είναι εκεί για σένα, θα σε κάνει να τα νιώσεις όλα αυτά. Γιατί η αγάπη, ο σεβασμός κι η εξέλιξη του εαυτού μας, όλα αυτά τα «αυτονόητα», είναι το θεμέλιο για κάτι υγιές.

Δε θα παρακαλέσεις για τα ψίχουλα κανενός, όταν όλα αυτά τα αξίζεις μπορούν να σου δοθούν απλόχερα απ’ τον κατάλληλο. Γιατί έτσι πρέπει να γίνεται, ο έρωτας είναι το πάρε-δώσε δύο ανθρώπων που θέλουν να είναι μαζί και να χαρίσουν κάτι απ’ τον εαυτό τους και κυρίως μια θέση στη ζωή ο ένας του άλλου. Δεν είναι ούτε μόνο το πάρε ούτε μόνο το δώσε.

Το να αρχίζεις να ερωτεύεσαι, ξεχνώντας τι αξίζεις, είναι αυτοκτονία. Σαν να θέλεις να πληγώνεις τον εαυτό σου συνέχεια για να κρατηθείς από κάπου. Σαν να πέφτεις από ένα κτίριο και να περιμένεις πως αντί να φτάσεις στο έδαφος, θα γίνει το θαύμα της βαρύτητας.  Και τελικά ίσως αυτό να μην είναι καν έρωτας, αλλά μόνο μια εξάρτηση. Εξάρτηση όμως από αυτές που ενώ ξέρουμε ότι μας κάνουν κακό, δεν παίρνουμε απόφαση να τις κόψουμε.

Ο έρωτας πρέπει να είναι αυτό που μας κρατάει ζωντανούς. Αυτό που θα δώσει χρώμα στη ζωή σου. Αυτό που θα σου δώσει τη δύναμη να πιστεύεις στον εαυτό σου. Να είναι η κινητήριος δύναμη μέσα σου, η ενέργεια που σου δίνει ώθηση να αλλάζεις τόσο για σένα όσο και για τον άνθρωπό σου. Κι όλοι πρέπει να το έχουν αυτό.

Είσαι πιο πολλά από όλα αυτά που νομίζεις και σκέφτεσαι, είσαι πιο πολλά από αυτά που δίνεις και ξαναδίνεις.  Είσαι πιο πολλά από μια μηχανή, έναν αυτόματο πιλότο. Είσαι άνθρωπος, μην το ξεχνάς, και χρειάζεσαι δύναμη. Τη δύναμη της αγάπης των ανθρώπων σου. Τίποτα τοξικό, τίποτα αυτοκαταστροφικό.

Σου αξίζει η αγάπη και θα την έχεις. Γιατί όλοι είμαστε υπέροχοι και ξεχωριστοί γι’ αυτό ακριβώς που είμαστε. Σε όλους αξίζει να βρουν το άλλο τους ολόκληρο -γιατί στα μισά δεν πιστεύω. Κάθε γυναίκα αξίζει έναν άντρα που να την αγαπάει και να τη σέβεται και κάθε άντρας μια γυναίκα που να τον εκτιμάει και να τον υποστηρίζει.

Κάποιες φορές πρέπει να ξεχνάμε αυτό που επιθυμούμε, για να θυμηθούμε αυτό που αξίζουμε. Γιατί αν χρειάζεται να απαιτήσεις την προσοχή κάποιου, τότε η προσοχή αυτή δε σου χρειάζεται. Όχι δεν είσαι λάθος όταν περιμένεις μια αγάπη που θα σε σέβεται και θα σε εκτιμάει γι’ αυτό που είσαι. Είσαι λάθος όταν περιμένεις οτιδήποτε λιγότερο.

Χρειάζεσαι αυτό που σου αξίζει.  Ό,τι πιο κοντά σε παρηγοριά στον άρρωστο μπορώ να σου πω.

Θεμελιώνοντας την ηθική στη φυσική και την ευτυχία στη μελέτη της φύσης

Όλα όσα απασχολούσαν τον Επίκουρο στην ηθική φιλοσοφία του είχαν πρακτικό προσανατολισμό: την κατάκτηση της ανθρώπινης ευτυχίας. Τον ίδιο προσανατολισμό, πίστευε ο φιλόσοφος, οφείλει να έχει κάθε θεωρητική ενασχόληση – και η επιστημονική ενασχόληση με τη φύση.
 
Στην ελληνιστική εποχή η επιστήμη βρέθηκε στο απόγειό της: τα μαθηματικά, η αστρονομία, η μηχανική, η ιατρική γνώρισαν πρωτόγνωρη άνθιση, με νέο κέντρο τους την Αλεξάνδρεια.
 
Ο Επίκουρος προσέφερε ξεκάθαρες φιλοσοφικές συμβουλές. Το ζην ηδέως επιτυγχάνεται με την απουσία του πόνου και φόβου και με τη βίωση μιας ζωής αυτάρκους περιβαλλόμενης από φίλους.
 
Ο Επίκουρος δεν συμμεριζόταν την αρνητική στάση διάφορων Σωκρατικών που υποστήριζαν ότι είναι άχρηστο να ασχολείται κάποιος με τη φυσική επιστήμη. Υιοθέτησε σύγχρονές του αστρονομικές θεωρίες αλλά και παλαιότερες παρωχημένες. Για αυτόν η έρευνα της φύσης δεν αποτελούσε αυτοσκοπό, αλλά τη χρησιμοποιούσε για τους δικούς του σκοπούς. Δεν χρειάζονται ειδικευμένες θεωρίες και λεπτομέρειες: «η έρευνα της ανατολής, της δύσης, των ηλιοστασίων και των εκλείψεων δεν συμβάλλει καθόλου στην ευτυχία.»
  • Δεν έχουμε ανάγκη από ματαιόσπουδες σοφίες, αλλά από μιαν αθόρυβη ζωή.
Τι χρειαζόταν ακόμη ο Επίκουρος, προκειμένου να διασφαλίσει ότι ο άνθρωπος μπορεί να ευτυχήσει; Για τις επιθυμίες έδειξε ότι με το λογικό μας επιλέγουμε ορθά τις επιθυμίες που αξίζει να εκπληρώσουμε και ότι για να γίνει αυτό είναι απαραίτητο να καταλάβουμε τη φύση. Εναπόκειται, λοιπόν, στον άνθρωπο να ερευνήσει τη φύση, τη δική του και όλων των πραγμάτων. Επιπλέον, παρέμενε ένα σημαντικό εμπόδιο στην πορεία του ανθρώπου προς την ευτυχία: οι φόβοι του.
 
Αυτοί ήταν οι στόχοι της φυσικής του:
 
(α) Να μελετήσει τα ουράνια και τα μετεωρολογικά φαινόμενα, να βρει τις φυσικές αιτίες τους και να αποδείξει ότι δεν είναι σημάδια θεϊκής εύνοιας ή οργής. Αυτή η γνώση είναι αναγκαία για να διαλύσει τους φόβους και τις δεισιδαιμονίες των πολλών, που πίστευαν ότι οι θεοί στέλνουν τα καλά και τα κακά στη ζωή μας, σαν να ήταν ευεργέτες ή τιμωροί των ανθρώπων.
 
(β) Ο δεύτερος στόχος της φυσικής ήταν να μελετήσει τη σύσταση των όντων και να αποδείξει ότι η ανθρώπινη ψυχή δεν είναι αθάνατη. Έτσι θα διαλυθεί και ο φόβος για τον θάνατο.
 
Για να αποδείξει αυτές τις απόψεις, ο Επίκουρος ακολούθησε την υλιστική ατομική φιλοσοφία του Δημόκριτου. Με δυο λόγια, υποστήριξε τα παρακάτω: Το σύμπαν είναι αμετάβλητο, άπειρο και χωρίς σκοπό. Ό,τι υπάρχει συνίσταται από «άτομα» και «κενό». Αυτά τα «άτομα» είναι αδιαίρετα και αμετάβλητα. Καθώς βρίσκονται σε συνεχή κίνηση στο κενό, όταν αποκλίνουν από την πορεία τους, συγκρούονται και σχηματίζουν σύνθετα σώματα. Σε ένα τέτοιο σύμπαν το κάθε τι είναι σωματικό, και δεν έχει θέση οτιδήποτε το υπερφυσικό.
 
Επομένως, (α) τα ουράνια σώματα δεν είναι υπερφυσικά όντα, και όλα τα φαινόμενα εξηγούνται με βάση τις κινήσεις των ατόμων, που δεν έχουν καμία σκοπιμότητα. Οι θεοί υπάρχουν ως σύνθετα σώματα, αλλά ούτε έφτιαξαν τον κόσμο ούτε ενδιαφέρονται για τους ανθρώπους. Ζουν γαλήνια και αιώνια, μακριά από τα εγκόσμια, μακριά κι ευτυχισμένα. Δεν έχουν καμία διάθεση να χαλάσουν την ηρεμία τους και να ασχοληθούν με τις ανθρώπινες υποθέσεις.
 
(β) Η ανθρώπινη ψυχή είναι κι αυτή σωματική, αν και αποτελείται από πολύ λεπτά «άτομα». Επειδή όμως είναι σύνθετη, όταν πεθαίνει ο άνθρωπος, η ψυχή διαλύεται μαζί με το σώμα. Αυτή η άποψη του Επίκουρου έρχεται σε μετωπική σύγκρουση με την πλατωνική (και όχι μόνο) αντίληψη για την αθανασία της ψυχής. Σημαίνει ότι δεν υπάρχει τίποτε αθάνατο στον άνθρωπο, τίποτε που να επιζεί από τον προσωπικό μας θάνατο, άρα και τίποτε που να έχουμε να φοβόμαστε για μετά τον θάνατο.
 
Κόπιασε πολύ ο Επίκουρος να δείξει ότι θα ηρεμήσουμε στη ζωή μας, όταν καταλάβουμε ότι το κάθε φαινόμενο οφείλεται σε κάποιους λόγους, ακόμη κι αν δεν μπορούμε πάντα να μαθαίνουμε τους συγκεκριμένους λόγους. Και επειδή πίστευε ότι η φυσική επιστήμη μάς οδηγεί στην «αταραξία», φρόντισε να αποδείξει ότι η γνώση που μας δίνει είναι αληθινή. Είναι αληθινή, υποστήριζε, γιατί βασίζεται στις αισθητηριακές μας εντυπώσεις· τις εντυπώσεις που αντιλαμβανόμαστε άμεσα με τον νου ή με τα αισθητήρια όργανα.

Χωρίς ψυχή… όλα γίνονται συνήθεια

Είναι μερικά πράγματα που κάνουμε καθημερινά και μας βγαίνουν λίγο πολύ αυτόματα, σαν το «καλημέρα» που λέμε το πρωί και έπειτα γίνεται «καλησπέρα». Άλλα γίνονται αντανακλαστικά – το «καλά» ως απάντηση στο «τι κάνεις», ασχέτως αν ισχύει ή όχι. Αυτά όμως είναι και μερικά πράγματα που γίνονται από συνήθεια. Πράγματα που επαναλαμβάνουμε τακτικά και πλέον έχουν εισχωρήσει στο υποσυνείδητό μας τόσο που δε χρειάζεται να τα σκεφτόμαστε πια.

Λένε πως οι συνήθειες δύσκολα κόβονται. Κάτι όπως η περιέργεια ένα πράγμα. Όπως η συνήθεια της νέας γενιάς να πρέπει να βγάζει σέλφι και να ανεβάζει στα κοινωνικά μέσα χωρίς λόγο και αιτία απλά επειδή είναι η μόδα της εποχής. Το να προσποιούμαστε ότι είμαστε καλά όταν δεν είμαστε είναι όμως και αυτό μια συνήθεια. Το να λες ότι αισθάνεσαι κάτι όταν δεν ισχύει, όμως, αν αποκαλυφθεί, θα πληγώσει τον άλλον περισσότερο. Γιατί όταν αφήνεις κάτι να γίνεται συνήθεια, χάνει το νόημά του. Όπως όταν ζητάς επεξήγηση για ένα ανέκδοτο, ή αντάλλαγμα για κάτι που έκανες οικειοθελώς.

Ζούμε σε μια εποχή όπου οι λέξεις χάνουν το νόημά τους και τα αισθήματα εξαφανίζονται πίσω από αυτές. Με τον κατακλυσμό των μέσων κοινωνικής δικτύωσης, η κοινωνία μας έχει γίνει πιο απρόσωπη και συγχρόνως διπρόσωπη από ποτέ. Ακόμα και μέσα από μια τεχνολογία που σκοπός της ήταν να μας φέρει πιο κοντά, καταφέρνουμε να δημιουργήσουμε περισσότερες ζήλιες, παρεξηγήσεις και τσακωμούς απ’ όταν δεν υπήρχε. Επεκτείνουμε το δίκτυο γνωριμιών μας για να εσωκλείει ανθρώπους που δεν έχουμε δει ποτέ μας, απλά και μόνο για να βλέπουμε τον αριθμό των διαδικτυακών μας «φίλων» να ανεβαίνει. Και αυτό μια συνήθεια είναι. Ο ανταγωνισμός για το ποιος είναι ψηφιακά πιο δημοφιλής. Πόσοι λίγοι όμως άνθρωποι από όλους αυτούς μας αγγίζουν πραγματικά, μας κάνουν ευτυχισμένους και ευγνώμονες που υπάρχουν στη ζωή μας.

Ο άνθρωπος θέλει ψυχή. Και τα αληθινά συναισθήματα – αυτά που αισθάνεσαι βαθιά μέσα σου να πηγάζουν από την καρδιά – βγάζουν ακριβώς αυτό που νιώθεις, το διαισθάνεσαι στην αύρα που σε διαπερνάει όταν ακούγονται οι λέξεις, σε όλα αυτά που σου μεταδίδουν. Θέλουμε το συναίσθημα στη ζωή μας – το χρειαζόμαστε – όσο έντονο και αν είναι, για να μπορούμε να νιώθουμε πως είμαστε ακόμα ζωντανοί.

Η θάλασσα

Αποτέλεσμα εικόνας για ελυτησ μαρινα των βραχωνΑπλώς έρχονται περίοδοι στη ζωή που συμβαίνουν πολλά ή πιο σωστά ειπωμένα, που έχεις μια υπερισχύουσα ενέργεια περιέργειας και ενδοσκόπησης. Σα να έχει κολλήσει η εσωτερική σου πυξίδα και κάπως πρέπει να κινηθείς για επανέλθει στον αρχικό προσανατολισμό ή καλύτερα ειπωμένα στον κατάλληλο προσανατολισμό.

Και κάπου εκεί μες τον ζήλο για κίνηση και δραστηριοποίηση βρίσκεσαι απέναντι σε ένα χαοτικό συναίσθημα. Τι θέλεις και τι έχεις ανάγκη; Και πάνω απ’ όλα, τι νομίζεις ότι έχεις ανάγκη;

Τις προάλλες διάβασα κάπου ότι αυτός που βλέπει μακριά, βλέπει και σωστά. Από ποια απόσταση όμως θα το κρίνεις το πόσο μακριά ή κοντά είναι κάτι; Την χρονική, την τοπική, την συναισθηματική; Είναι γοητευτικά αυτά τα παιχνίδια της ζωής και των συγκυριών, ακόμα πιο επικίνδυνα γοητευτικά είναι όμως τα παιχνίδια της ψυχής.

Πολλές φορές μπορείς να παραλληλίσεις την ψυχή με το πέλαγος… Κάποτε τα κύματά της εναρμονίζονται προς μια κατεύθυνση, μετά φυσά λίγο άνεμος, κυματίζει η θάλασσά σου προς άλλη μεριά. Και πότε αναρωτιέμαι θα γαληνεύσει αυτή η θάλασσα; Ίσως και ποτέ.

Αν είσαι ανήσυχο πέλαγος τότε καλό είναι να έχεις κάποιους σταθερούς βράχους στα έγκατα σου και από κει και πέρα, πάντα μάλλον θα κυματίζεις.

Αν είσαι λίμνη τότε ίσως πιο εύκολα χωράς και κυλάς σ’ ένα μικρότερο πέρασμα και δεν έχεις ανάγκη να γνωρίσεις ακρογιαλιές και λιμάνια.

Και καθώς κυλάς, είτε σαν ωκεανός, είτε σαν λιμνούλα, έρχονται κάποια ρεύματα και προκαλούν τρικυμία και ψυχικούς πλαταγισμούς. Και τότε θέλεις να επιλέξεις ένα ρεύμα, μια κατεύθυνση. Δε μπορεί η θάλασσα να ρέει προς δυο κατευθύνσεις ή μπορεί; Αν ναι, όχι για πολύ σε κάθε περίπτωση…

Πρέπει να επιλέξεις. Ποια λιμάνια θα αφήσεις και σε ποια θα σταθείς όπως και πρέπει να προστατεύσεις τον υδάτινο κόσμο σου από τυχόν απορρίμματα…

Σκέφτεσαι, αναλύεις, υποθέτεις, αλλά τελικά οι παλμοί της θάλασσας σου σε οδηγούν. Μπορεί περιστασιακά να περικυκλώσεις κόμβους απλώς γιατί πέρασες από κει αλλά ξέρεις καλά ότι αυτοί οι κόμβοι μόνο κομβικοί δεν είναι. Και πολλές φορές μέσα σε μια ταραχώδη θάλασσα, βοηθάει τελικά η νηνεμία. Τότε θα καθαρίσει ο ορίζοντας και θα δεις ποια λιμάνια έχουν ζωή να σου χαρίσουν και ποια λιμάνια ήταν αυτά που προσάραξες όμορφα ή και άτσαλα αλλά όπως και να ‘χει είναι καιρός να σαλπάρεις παρακάτω.

Τότε θα κατακαθίσει η άμμος μέσα σου και θα φανούν οι πολύτιμοι λίθοι που κρύβονται στο βάθος αλλά τότε θα μπορέσουν και οι άλλοι να τους δουν, αυτοί στο λιμάνι...

Όπως και να έχει όμως, άκου τα κύματα της ψυχής σου. Ακούγεται πολύ κλισέ αυτό σίγουρα αλλά ίσως είναι τόσο κλισέ που είναι και λειτουργικό, γι’ αυτό και κλισέ. Αφουγκράσου τα λοιπόν, άκου ήσυχα και καθαρά όπως οι βόμβοι μέσα σ ένα κοχύλι. Απλώς για να ακούσεις καθαρά, ίσως θα βοηθούσε η παύση των ανέμων.

Εσύ και μόνο εσύ ξέρεις πως κυματίζει η θάλασσά σου και τα λιμάνια που θα μπορέσουν να δουν τους λίθους στον πάτο, θα ανοίξουν διάπλατα για να μπορέσεις να κυλάς μέσα τους… Τις θάλασσες μη τις φοβάσαι. Μπορεί να σε κάνουν να βιώνεις τρικυμίες αλλά τουλάχιστον σε βοηθούν να κολυμπάς. Οι βάλτοι όμως…

Ο μοναδικός δρόμος για την ευτυχία είναι να μην ανησυχούμε για πράγματα που ξεπερνούν τα όρια των δυνατοτήτων μας

Πολλοί από μας παραπονιούνται: «Αχ, αν είχα καλύτερο σπίτι… αν είχα καλύτερη εμφάνιση… αν είχα καλύτερη δουλειά» — και παραιτούμαστε από την απόλαυση και τη βελτίωση όσων έχουμε ήδη. Πολλοί ανησυχούμε —«τρωγόμαστε»— για πράγματα που δεν μπορούμε να αλλάξουμε. Για παράδειγμα, δεν μπορούμε να αλλάξουμε το ότι είμαστε θνητοί ή το ότι τα αγαπημένα μας πρόσωπα έχουν ελαττώματα — κι ότι είναι επίσης ευάλωτα.

Υπάρχουν πολλά πράγματα που δεν εξουσιάζουμε, που βρίσκονται έξω από τον έλεγχό μας. Οι άνθρωποι που θέλουν να ελέγχουν τα πάντα — οι λεγόμενοι, στα αγγλικά, control freaks (η έκφραση είναι πολύ πετυχημένη)— υποφέρουν πολύ από το απλό γεγονός ότι δεν μπορούν να ελέγχουν τα πάντα. Έτσι, ματαιοπονούν, αγχώνονται, απογοητεύονται, επιρρίπτουν ευθύνες στους άλλους και, την ίδια στιγμή, βασανίζονται από ενοχές.

Αν θέλεις, λένε οι Στωικοί, να μη σου τύχουν αρρώστιες, θάνατος ή φτώχεια, θα δυστυχήσεις. Αν επιθυμείς κάτι που ξεπερνά τις δυνάμεις σου, θα αποτύχεις. Καθετί που αγαπάς πρέπει να ξέρεις τι είναι, ποια είναι η φύση του και τα όριά του. Παραδείγματος χάρη, ένα ποτήρι είναι κάτι εύθραυστο, αν σπάσει λοιπόν δεν πρέπει να ταραχτείς· το παιδί σου είναι άνθρωπος, άρα εξ ορισμού θνητό. Ο ποιητής Τ. Σ.Έλιοτ προσθέτει: «Οι άνθρωποι στους οποίους δεν έχουν τύχει σοβαρά πράγματα δεν αντιλαμβάνονται την ασημαντότητα των γεγονότων».

Μερικοί άνθρωποι πιστεύουν ότι δικαιούνται μια ζωή χωρίς διακυμάνσεις, χωρίς κρίσεις, χωρίς αποτυχίες και άσχημες εκπλήξεις — τέτοια ζωή δεν υπάρχει ούτε για τα άτομα ούτε για τις κοινωνίες. Ο Στωικός πιστεύει πως συμβαίνουν συμφορές τις οποίες ωστόσο πρέπει να αντιμετωπίζουμε με θάρρος, χιούμορ και υπομονή.

Η δυστυχία οφείλεται τις περισσότερες φορές στην απεγνωσμένη προσπάθεια να ελέγξουμε όσα είναι ανεξέλεγκτα ή στην αμέλεια που δείχνουμε για όσα μπορούμε να ελέγξουμε. Πλούσιος δεν είναι αυτός που έχει πολλά υπάρχοντα αλλά εκείνος που έχει λίγες επιθυμίες. Την ιδέα αυτή συναντάμε επίσης στον βουδισμό, ο οποίος, αντίθετα από τις άλλες θρησκείες, δεν επικεντρώνεται στη λατρεία της θεότητας αλλά στον τερματισμό της ανθρώπινης οδύνης.

Οι δυο αντίρροπες δυνάμεις που καθορίζουν τον άνθρωπο και προσδιορίζουν τη ζωή του

Κάποιοι άνθρωποι είναι δυνατοί, σκληροί και τολμηροί.

Άλλοι είναι πιο μαλακοί, ευαίσθητοι, παρορμητικοί.

Τους πιο ευαίσθητους ανθρώπους δεν τους έβλεπαν με τόσο καλό μάτι στην ιστορία.

Πολλοί δεν τους βλέπουν με καλό μάτι και σήμερα.
 Ευαίσθητος σημαίνει για κάποιους πιο ευάλωτος, ευάλωτος σημαίνει λιγότερο αποτελεσματικός στα της επιβίωσης.

 Η χαοτική του φύση μπορεί να διαταράξει την τάξη πραγμάτων.

Και μέγιστη έγνοια των ανθρώπων είναι η εξασφάλιση της επιβίωσης άρα πρότυπα της ανταγωνιστικής πόλης είναι οι πιο δυνατοί-σταθεροί.

Ο δυνατός θα δημιουργήσει γύρω του μια ελκτική ροή και θα πάρει αυτά που η ανταγωνιστική κοινωνία θεωρεί τα σημαντικά και σπουδαία αγαθά.

 Ο αναποτελεσματικός και ευάλωτος θα περιθωριοποιηθεί σε ένα περιβάλλον πιο μαλακό, μπερδεμένο και ήπιο, γνωρίζοντας την περιφρόνηση των σταθερών της κοινωνίας.

Όλα αυτά φυσικά είναι σχετικά παρόλη την επιρροή τους και την πραγματικότητά τους στον κόσμο μας. Πώς όμως να στοχαστεί κάποιος τις ευρύτερες αλήθειες αν ριψοκινδυνεύει έτσι την επιβίωσή του;

Ο δυνατός αρσενικός είναι ποθητός και σήμερα και έχει πλέον εγκατασταθεί και το πρότυπο της δυνατής γυναίκας, η οποία εξαιτίας της φύσης της συνδυάζει στα μ.μ.ε. και στον χώρο εργασίας τη δύναμη με το συναίσθημα, την αποτελεσματικότητα με την συναισθηματική ευρύτητα.

Φυσικά τα μ.μ.ε. δείχνουν μόνο το «ιδανικό» και κάθε τέτοια παρουσία λάμπει στην τηλεόραση μόνο για λίγες ώρες, τελειοποιημένη και αψεγάδιαστη.

 Φαίνεται ιδιαίτερα περιποιημένη, σεξουαλική, ικανή ως μητέρα, κόρη, σύντροφος, με τα διάφορα διλλήματα να την αναδεικνύουν μάλλον παρά να τη δυσκολεύουν.

Στην πραγματικότητα όμως και οι γυναίκες και οι άντρες συναντούν σταθερά απροσδόκητες προκλήσεις.

Όλες οι δυνάμεις έχουν το τίμημά τους.

Η ευαισθησία έχει τίμημα την υποτίμηση, τον εξευτελισμό, την περιθωριοποίηση.

Η σκληρή δύναμη έχει τίμημα την συναισθηματική συγκράτηση (μερικό μούδιασμα της ύπαρξης), την φιλοσοφία νικάω-χάνεις, την εστίαση μορφής τούνελ (εστίαση μόνο σε συγκεκριμένα πράγματα μέσα στο ατελείωτο ρεπερτόριο των επιλογών της ζωής).

Στην Ιλιάδα ο Πάρης αν και καλός πολεμιστής αντιπροσωπεύει τον πιο ευαίσθητο/δειλό, ερωτιάρη άντρα.

Όταν αντικρίζει στο πεδίο της μάχης τον Μενέλαο, εκεί που κοκορευόταν κατάλαβε ότι κινδύνευε οπότε «με την ουρά στα σκέλια» χώθηκε ανάμεσα στους συντρόφους του.

Σε αυτό το σημείο η Ιλιάδα αποσαφηνίζει τη διαφορά μεταξύ του σκληρού δυνατού άντρα (Μενέλαου) και του δειλού (Πάρη) που αναγκάζεται λόγω δημόσιας ντροπής να δώσει μάχη σώμα με σώμα με τον πρώτο.

Σε ένα βαθύτερο επίπεδο και υπό ένα πρίσμα εδώ η Ιλιάδα διδάσκει τη σημασία του να είναι κανείς θαρραλέος και ασταμάτητος αλλιώς είναι απαράδεκτος, δειλός, δημιουργός μπελάδων και αξιοκατάκριτος.

Είναι ενδιαφέρον το πρίσμα υπό το οποίο βλέπει κάποιος κάτι: ο ευαίσθητος και αδύναμος μπορεί να κατακριθεί ως δειλός και προβληματικός για το κοινωνικό σύνολο.

Μπροστά στην επιβίωση πρέπει ο αδύναμος να κατακριθεί για να σταθεροποιήσει ο συλλογικός κοινωνικός νους τη βεβαιότητα πως πρέπει να είμαστε δυνατοί.

Σε έναν κόσμο όπου κινδυνεύουμε από πολλές πλευρές ο αδύναμος είναι μίασμα, αρρώστια.

 Η κατάκριση παρόλα αυτά είναι χαρακτηριστικό αυτών που επιθυμούν και ίσως κατέχουν τη δύναμη αλλά δεν την έχουν συνδυάσει με εσωτερική αρμονία.

Πώς μπορούμε λοιπόν να επιβιώνουμε σίγουρα, σταθερά και μόνιμα, κάτι που είναι πρωταρχική μας ανάγκη, και ταυτόχρονα να είμαστε ειρηνικοί, βοηθητικοί και μεγαλόψυχοι προς τους άλλους; ευρύτερα, πώς θα τείνουμε προς την εξάλειψη της παιδικής αντίληψης καλού-κακού, κακού λύκου-καλού κυνηγού;

Ποια μορφή αντίληψης είναι καλύτερη απ’ αυτήν στην ιδανική κοινωνία;

Υπό ποιες συνθήκες θα μπορούσαμε να δούμε τους «εχθρούς» ως ανθρώπους με διαφορετική αντίληψη του κόσμου που χρειάζονται όπως όλοι οι άλλοι την αγάπη, την φροντίδα, την κατανόησή μας;

Τα λόγια του σπουδαίου Έκτορα προς τον Πάρη που έκλεψε την Ωραία Ελένη:

Βρε σκυλο-Πάρη, ομορφονιέ, γυναικολυσσασμένε,
ξελογιαστή, που να ΄ταν να πας δίχως παντριά και κλήρο!
Καλύτερο θα ΄ταν αυτό και θάμαστε πολύ πιο κερδισμένοι
παρά να σε αναθεματίζει και να σ’ αγριοβλέπει ο κόσμος.
Πώς θα γελάνε οι Δαναοί (Έλληνες) πούλεγαν δα πως είσαι
κάποιος γενναίος αρχηγός σαν είδαν τη θωριά σου
την όμορφη… μα πού καρδιά και παλικαροσύνη!
Μωρέ χαράς τον ήρωα που μούπαιρνες καράβια
και το γιαλό ταξίδευες με φίλους της καρδιάς σου,
κι έσμιγες μ’ αλλοχωριανούς κι από μακριά απ’ τα ξένα
γυναίκα εδώ μας έφερες αγγελοκαμωμένη,
συγγένισα παλικαριών, για συφορά μεγάλη,
του τόπου κι όλου του λαού και του γερογονιού σου,
για αιώνια των εχθρών χαρά, πίκρα μου εμένα πάντα!
Λοιπόν δε θα σταθείς μπροστά στον βασιλιά Μενέλαο;
Θάβλεπες τίνος αντρός βαστάς τη λυγερή γυναίκα…
Δε θα ωφελούσε η λύρα σου και της θεάς τα δώρα,
τα κάλλη αυτά και τα σγουρά, σα σ’ έστρωνε αυτός στο χώμα.
Έχε όμως χάρη που άκακα τα ‘χουν τα σπλάχνα οι Τρώες
αλλιώς, θα σε ξεπάστρευαν με τα λιθάρια ως τώρα,
για να ξοφλήσουν τους καημούς που τόσο σου χρωστάνε
.

Ευρήματα οδηγούν σε νέα μηχανικά μεταϋλικά που μπορούν να εμποδίσουν τη συμμετρία της κίνησης

Αποτέλεσμα εικόνας για mechanical metamaterialsΜηχανικοί και επιστήμονες στο Πανεπιστήμιο του Τέξας, στο Ώστιν και στο Ινστιτούτο AMOLF (Atomic and Molecular Physics), στην Ολλανδία, ανακάλυψαν, όπως περιγράφεται σε μελέτη που δημοσιεύθηκε στο Nature στις 13 Φεβρουαρίου, το πρώτο μηχανικό μεταϋλικό που εύκολα μεταφέρει την κίνηση προς μια κατεύθυνση ενώ την εμποδίζει προς άλλη. Το υλικό μπορεί να θεωρηθεί σαν μια μηχανική μονής κατεύθυνσης, που εμποδίζει την ενέργεια που εισέρχεται αλλά εύκολα μεταφέρει αυτή που βγαίνει προς την άλλη πλευρά.

Οι ερευνητές ανέπτυξαν τα πρώτα μη-αμοιβαία μηχανικά υλικά χρησιμοποιώντας μεταϋλικά, που είναι συνθετικά υλικά με ιδιότητες που δεν μπορούν να βρεθούν στη φύση. Το σπάσιμο της συμμετρίας της κίνησης, μπορεί να επιτρέψει το μεγαλύτερο έλεγχο σε μηχανικά συστήματα και τη βελτίωση της επίδοσής τους. Αυτά τα μη-αμοιβαία μεταϋλικά μπορούν εν δυνάμει να χρησιμοποιηθούν για να γίνουν νέοι τύποι μηχανικών συσκευών: για παράδειγμα, ενεργοποιητές (συστατικά μιας μηχανής που είναι υπεύθυνα για μηχανισμούς κίνησης ή ελέγχου) και άλλες συσκευές που θα μπορούσαν να βελτιώσουν την απορρόφηση, μετατροπή και συλλογή ενέργειας, ήπια ρομποτική και προσθετική.

Η επανάσταση των ερευνητών έγκειται στην ικανότητα να ξεπεραστεί η αμοιβαιότητα, μια θεμελιακή αρχή που διέπει πολλά φυσικά συστήματα, η όποια εξασφαλίζει ότι παίρνουμε την ίδια απόκριση όταν ωθούμε μια αυθαίρετη δομή από αντίθετες κατευθύνσεις. Η αρχή αυτή ελέγχει πώς μεταδίδονται στο χώρο σήματα διαφόρων μορφών και εξηγεί γιατί, εάν μπορούμε να στείλουμε ένα ραδιοσήμα ή ένα ακουστικό σήμα, μπορούμε επίσης να το λάβουμε. Στη μηχανική, η αμοιβαιότητα υπονοεί ότι η κίνηση διαδίδεται μέσω ενός αντικειμένου: Εάν με σπρώξιμο στη μεριά Α κινήσουμε την μεριά Β κατά μια ορισμένη ποσότητα, μπορούμε να αναμένουμε την ίδια κίνηση στην μεριά Α, όταν σπρωχθεί η Β.

«Τα μηχανικά μεταϋλικά που δημιουργήσαμε παρέχουν νέα στοιχεία στην παλέτα που οι επιστήμονες των υλικών μπορούν να χρησιμοποιήσουν για να σχεδιάσουν μηχανικές δομές», είπε ο Andrea Alu, Καθηγητής στο Cockrell School of Engineering και ένας από τους συγγραφείς της μελέτης. «Αυτό μπορεί να είναι εξαιρετικά ενδιαφέρον για εφαρμογές στις οποίες είναι επιθυμητό να σπάσει η φυσική συμμετρία με την οποία οι μετατοπίσεις των μορίων συμβαίνουν στη μικροδομή ενός υλικού».

Κατά τη διάρκεια των τελευταίων δυο ετών ο Alu, μαζί με τον Δημήτριο Σούνα, ερευνητή στο Cockrell School και άλλα μέλη της ερευνητικής ομάδας τους, έκαναν συναρπαστικές τομές στην περιοχή των μη-αμοιβαίων συσκευών για την ηλεκτρομαγνητική και την ακουστική, συμπεριλαμβανομένων την πραγματοποίηση των πρώτων στο είδος τους μη-αμοιβαίων συσκευών για ήχο, ραδιοκύματα και φως. Ενώ επισκεπτόμενοι το ινστιτούτο AMOLF στην Ολλανδία, άρχισαν μια γόνιμη συνεργασία με τον Corentin Coulais, έναν ερευνητή του AMOLF, που πρόσφατα ανέπτυξε μηχανικά μεταϋλικά. Η στενή τους αλληλεπίδραση οδήγησε σε αυτή την σημαντική πρόοδο.

Οι ερευνητές πρώτα δημιούργησαν ένα κατασκευασμένο από καουτσούκ μεταϋλικό, σε κλίμακα εκατοστόμετρου, με μια ειδικά προσαρμοσμένη σχεδίαση ψαροκόκαλου σκελετού. Προσάρμοσαν το σχέδιό τους για να ικανοποιήσουν την κύρια συνθήκη για να σπάσουν την αμοιβαιότητα, δηλαδή την ασυμμετρία και για μια απόκριση που είναι μη-γραμμικά ανάλογη με τη δύναμη που ασκήθηκε.

«Αυτή η δομή μας ενέπνευσε για το σχεδιασμό ενός δεύτερου μεταϋλικού, με ασυνήθιστα ισχυρές ιδιότητες μη-αμοιβαιότητας», ανέφερε ο Coulais. «Αντικαθιστώντας τα απλά γεωμετρικά στοιχεία του ψαροκόκαλου μεταϋλικού με πιο περίπλοκη αρχιτεκτονική φτιαγμένη από συνδεδεμένα στοιχεία σε σχήμα τετραγώνου και ρόμβου, βρήκαμε ότι μπορούμε να σπάσουμε πολύ έντονα τις συνθήκες για αμοιβαιότητα και μπορούμε να πετύχουμε μια πολύ ευρεία απόκριση μη-αμοιβαιότητας».

Η δομή του μεταϋλικού είναι ένα πλέγμα τετραγώνων και ρόμβων που είναι απόλυτα ομοιογενής παντού στο δείγμα, σαν κανονικό υλικό. Ωστόσο, κάθε μονάδα του πλέγματος είναι ελαφρά αποκλίνουσα με ορισμένο τρόπο και αυτή η ανεπαίσθητη διαφορά ελέγχει δραματικά τον τρόπο με τον οποίο το μεταϋλικό αποκρίνεται σε εξωτερικές διεγέρσεις.

«Το μεταϋλικό ως όλο αντιδρά ασύμμετρα, με μια πολύ δύσκαμπτη πλευρά και μια πολύ μαλακή πλευρά», δήλωσε ο Σούνας. «Η σχέση μεταξύ της μοναδιαίας ασυμμετρίας και της θέσης της μαλακής πλευράς μπορεί να προβλεφτεί σε ένα πολύ γενικό μαθηματικό πλαίσιο που ονομάζεται τοπολογία. Εδώ, όταν οι αρχιτεκτονικές μονάδες κλίνουν αριστερά, η δεξιά πλευρά του μεταϋλικού θα είναι πολύ μαλακή και το αντίστροφο».

Όταν οι ερευνητές εφαρμόζουν μια δύναμη στη μαλακή πλευρά του μεταϋλικού, προκαλούν εύκολα περιστροφές στα τετράγωνα και στους ρόμβους μέσα στη δομή, αλλά μόνο στην κοντινή περιοχή γύρω από το σημείο πίεσης και το αποτέλεσμα στην άλλη μεριά είναι μικρό. Αντίστροφα, όταν εφαρμόζουν την ίδια δύναμη στη σκληρή πλευρά, η κίνηση διαδίδεται και ενισχύεται παντού στο υλικό, με ένα έντονο αποτέλεσμα στην άλλη μεριά. Ως αποτέλεσμα, ωθώντας από αριστερά ή από δεξιά παράγονται πολύ διαφορετικές αποκρίσεις, αποδίδοντας μια ευρεία μη-αμοιβαιότητα ακόμη και για μικρές εφαρμοζόμενες δυνάμεις.

Η ομάδα αναζητεί να αξιοποιήσει αυτά τα τοπολογικά μηχανικά μεταϋλικά για διάφορες εφαρμογές, βελτιστοποιώντας τα και κατασκευάζοντας συσκευές από αυτά για εφαρμογές στη ήπια ρομποτική, στην προσθετική και την συλλογή ενέργειας.

Τα βαρυτικά κύματα μεταβάλλουν μόνιμα την φύση του χωρόχρονου;

Στις 11 Φεβρουαρίου 2016, οι επιστήμονες στο LIGO (Laser Interferometer Gravitational-wave Observatory) ανακοίνωσαν την πρώτη ανίχνευση βαρυτικών κυμάτων. Η εξέλιξη αυτή, η οποία επιβεβαίωσε μια πρόβλεψη της Γενικής Θεωρίας της Σχετικότητας του Einstein πριν από ένα αιώνα, άνοιξε νέες λεωφόρους έρευνας για κοσμολόγους και αστροφυσικούς. Ήταν επίσης και ένα ορόσημο για τους ερευνητές στο Πανεπιστήμιο Monash, που έπαιξαν σημαντικό ρόλο στην ανακάλυψη.

Τώρα, λίγο περισσότερο από ένα χρόνο, μια ομάδα ερευνητών από το Κέντρο Αστροφυσικής του Πανεπιστημίου Monash, ανακοίνωσαν άλλη μια δυνητική αποκάλυψη. Βασιζόμενη στις συνεχιζόμενες μελέτες της για τα βαρυτικά κύματα, η ομάδα πρόσφατα πρότεινε μια θεωρητική ιδέα γνωστή ως «ορφανή μνήμη». Η επαλήθευση της ιδέας αυτής θα μπορούσε να φέρει επανάσταση στον τρόπο που σκεφτόμαστε σχετικά με τα βαρυτικά κύματα και το χωρόχρονο.

Οι ερευνητές από το Κέντρο Αστροφυσικής του Monash είναι μέρος αυτού που είναι γνωστό ως Επιστημονική Συνεργασία LIGO (LSC) – μια ομάδα επιστημόνων που εργάζεται για την ανάπτυξη του hardware και software που χρειάζονται για τη μελέτη των βαρυτικών κυμάτων. Πέρα από τη δημιουργία συστήματος για την αξιολόγηση των ευρημάτων, η ομάδα έπαιξε βασικό ρόλο στην ανάλυση των δεδομένων – παρατήρηση και μετάφραση των δεδομένων που συλλέχθηκαν – που είναι ουσιαστικής σημασίας για το σχεδιασμό των κατόπτρων του LIGO.

Κοιτώντας πέρα από αυτό που το LIGO και άλλα πειράματα (όπως το Virgo Interferometer) παρατήρησαν, η ερευνητική ομάδα προσπάθησε να διερευνήσει πώς αυτές οι δυνατότητες των ανιχνευτών να επεκταθούν περαιτέρω βρίσκοντας τη «μνήμη» των βαρυτικών κυμάτων. Η μελέτη που περιγράφει τη θεωρία αυτή δημοσιεύθηκε πρόσφατα στο Physical Review Letters με τον τίτλο «Detecting Gravitational Wave Memory without Parent Signals».

Σύμφωνα με τη νέα θεωρία τους, ο χωρόχρονος δεν επιστρέφει στην κανονική του κατάσταση, μετά αφότου ένα κατακλυσμιαίο γεγονός δημιουργεί βαρυτικά κύματα που προκαλούν το τέντωμά του. Αντί αυτού, παραμένει τεντωμένος, κάτι που αναφέρεται ως «ορφανή μνήμη» – η λέξη «ορφανή» αναφέρεται στο γεγονός ότι το «κύμα-γεννήτορας» δεν είναι άμεσα ανιχνεύσιμο. Ενώ το φαινόμενο αυτό δεν παρατηρήθηκε ακόμη, θα μπορούσε να ανοίξει μερικές πολύ ενδιαφέρουσες ευκαιρίες για την έρευνα στα βαρυτικά κύματα.

Προς το παρόν, ανιχνευτές όπως ο LIGO και Virgo μπορούν να διακρίνουν μόνο την παρουσία των βαρυτικών κυμάτων σε ορισμένες συχνότητες. Ως εκ τούτου, οι ερευνητές είναι ικανοί να μελετούν κύματα που δημιουργούνται από ειδικούς τύπους γεγονότων και να οδηγούνται πίσω στις πηγές τους. «Αν υπάρχουν εξωτικές πηγές βαρυτικών κυμάτων εκεί έξω, για παράδειγμα, από μικρό-μελανές οπές, το LIGO δεν θα τις ακούει επειδή πολύ υψηλής συχνότητας. Όμως αυτή η μελέτη δείχνει ότι το LIGO μπορεί να χρησιμοποιηθεί για να ανιχνεύσει το σύμπαν για βαρυτικά κύματα που θεωρούνται αόρατα», δηλώνει η επικεφαλής της μελέτης Lucy McNeill, ερευνητής στο Κέντρο Αστροφυσικής του Monash.

Όπως δείχνεται στη μελέτη, εκρήξεις βαρυτικών κυμάτων υψηλής συχνότητας (τέτοια είναι στην ή κάτω από την περιοχή των kilohertz) θα μπορούσαν να παραγάγουν ορφανή μνήμη που οι ανιχνευτές LIGO και Virgo θα μπορούσαν να συλλάβουν. Αυτό δεν θα αύξανε μόνο το εύρος αυτών των ανιχνευτών εκθετικά, αλλά θα διεύρυνε την δυνατότητα να βρεθούν στοιχεία εκρήξεων βαρυτικού κύματος που πέρασαν απαρατήρητα σε προηγούμενες έρευνες.

Υπό αμφισβήτηση το «Big Bang» – Κβαντική εξίσωση υποδεικνύει ότι το Σύμπαν ίσως να είναι αιώνιο

Το Σύμπαν ενδεχομένως να υπήρχε από πάντοτε, σύμφωνα με ένα νέο μοντέλο το οποίο χρησιμοποιεί όρους διόρθωσης κβαντικών λαθών για να «ενισχύσει» τη γενική θεωρία της Σχετικότητας του Αϊνστάιν.

Όπως αναφέρεται, το μοντέλο ενδεχομένως να «εξηγεί» και τη Σκοτεινή Ύλη και τη Σκοτεινή Ενέργεια, λύνοντας με αυτόν τον τρόπο μια σειρά πολλαπλών ζητημάτων επιστημονικής φύσης.

Η ηλικία του Σύμπαντος θεωρείται ότι ανέρχεται στα 13,8 δισεκατομμύρια χρόνια, όπως υπολογίζεται βάσει της γενικής σχετικότητας. Στην αρχή, τα πάντα πιστεύεται ότι «περιέχονταν» σε ένα σημείο ανυπολόγιστης πυκνότητας ύλης, μια «μοναδικότητα» (singularity). Από εκεί και πέρα, άρχισε η επέκταση, με το «Big Bang» που σήμανε και «επίσημα» τη δημιουργία του Σύμπαντος.

Αν και η «μοναδικότητα» και το Big Bang προκύπτουν βάσει των μαθηματικών της γενικής σχετικότητας, κάποιοι επιστήμονες βρίσκουν την θεωρία προβληματική, καθώς είναι δυνατή η επεξήγηση αυτών που συνέβησαν μόνο αμέσως μετά και όχι πριν τη μοναδικότητα ή κατά τη διάρκειά της.

«Η μοναδικότητα του Big Bang είναι το πιο σημαντικό πρόβλημα της γενικής σχετικότητας, επειδή οι νόμοι της Φυσικής φαίνονται να καταρρέουν εκεί» αναφέρει o Αχμέντ Φαράγκ Αλί, Αιγύπτιος επιστήμονας του Πανεπιστημίου της Μπένχα.

Ο Αιγύπτιος ερευνητής, σε συνεργασία με τον Σαούρια Ντας, του University of Lethbridge στην Αλμπέρτα του Καναδά, επιδεικνύουν σε ένα paper που δημοσιεύτηκε στο Physics Letters B ότι η μοναδικότητα του Big Bang μπορεί να «εξηγηθεί» από το νέο μοντέλο τους, στο οποίο το Σύμπαν είναι αιώνιο, χωρίς να έχει αρχή και τέλος.

Οι δύο φυσικοί τονίζουν ότι οι αρχές διόρθωσης κβαντικών λαθών τους δεν εφαρμόζονται ad hoc στο πλαίσιο προσπάθειας για κατάρριψη της θεωρίας του Big Bang. Η δουλειά τους βασίζεται σε ιδέες του θεωρητικού φυσικού Ντέιβιντ Μπομ, ο οποίος είναι επίσης γνωστός για τη συνεισφορά του στον χώρο της φιλοσοφίας της Φυσικής.

Ξεκινώντας τη δεκαετία του 1950, ο Μπομ διερεύνησε την αντικατάσταση της κλασικής γεωδαιτικής (η πιο σύντομη απόσταση μεταξύ δύο σημείων σε μια κυρτή επιφάνεια) με κβαντικές τροχιές.

Στο paper τους, ο Αλί και ο Ντας εφάρμοσαν τις τροχιές του Μπομ σε μία εξίσωση που είχε αναπτυχθεί το 1950 από τον Αμάλ Κουμάρ Ραϊτσαουντούρι, ο οποίος ήταν επίσης καθηγητής του Ντας όταν ήταν προπτυχιακός φοιτητής.

Μέσω της κβαντικά διορθωμένης εξίσωσης αυτής, ο Αλί και ο Ντας «παρήγαγαν» κβαντικά διορθωμένες εξισώσεις Φρίντμαν, οι οποίες περιγράφουν τη διαστολή και εξέλιξη του σύμπαντος (περιλαμβανομένου του Big Bang) εντός του πλαισίου της γενικής σχετικότητας. Αν και δεν αποτελεί μια πραγματική θεωρία «κβαντικής βαρύτητας», το μοντέλο αυτό περιλαμβάνει στοιχεία τόσο κβαντικής θεωρίας όσο και γενικής σχετικότητας.

Ο Αλί και ο Ντας αναμένουν τα αποτελέσματα της δουλειάς τους να «αντέξουν» ακόμα και μετά την σύνθεση μιας πλήρους θεωρίας κβαντικής βαρύτητας (σημειώνεται ότι η κανονική κβαντική βαρύτητα αποτελεί μια οικογένεια θεωριών που θεωρεί ότι ο χώρος και ο χρόνος είναι κβαντοποιημένοι, δηλαδή αποτελούνται, όπως και η ύλη, από ελάχιστες και διακριτές- δηλαδή «κβαντισμένες» – ποσότητας.

Σε αυτό το πλαίσιο εντάσσεται και η θεωρία της κβαντικής βαρύτητας βρόχων, μια κβαντική θεωρία του χωροχρόνου που μπορεί να «συμφιλιώσει» τις φαινομενικά ασυμβίβαστες θεωρίες της κβαντομηχανικής και της γενικής σχετικότητας).

Πέρα από το ότι δεν «βλέπει» Big Bang, το μοντέλο των δύο φυσικών δεν βλέπει επίσης «Big Crunch»: στη γενική σχετικότητα, μία πιθανή μοίρα του σύμπαντος το «θέλει» να συστέλλεται μέχρι την κατάρρευσή του και τον μετασχηματισμό ξανά σε ένα σημείο άπειρης πυκνότητας ύλης.

Οι δύο φυσικοί σκοπεύουν να αναλύσουν εκτενέστερα το μοντέλο τους στο μέλλον.

Πλάτων: ποιοι είναι οι αληθινοί φιλόσοφοι;

Ποιος δικαιούται το όνομα φιλόσοφος;

§1

Ι. Ο ορισμός του φιλοσόφου από τον Πλάτωνα δεν είναι μονοσήμαντος. Εξαρτάται εκάστοτε από τη σχέση που ο φιλόσοφος, ως φίλος της σοφίας, συνάπτει με τον προορισμό του, με τον πολιτικό ρόλο, που χρειάζεται να παίξει, με τον γραπτό και προφορικό του λόγο. Γενικώς εξαρτάται από το πώς εννοεί την πραγματικότητα και πώς στέκεται απέναντί της. Σε μια πρώτη, άμεση και απλή απόπειρα ορισμού του φιλοσόφου, φιλόσοφος είναι αυτός που ασχολείται με τη φιλοσοφία. Πώς εννοεί τη φιλοσοφία ο Πλάτων; Στην Πολιτεία αναφέρει με έναν λαμπερό λόγο πως η αληθινή φιλοσοφία είναι η περιαγωγή της ψυχής από μια νυχτερινή ημέρα σε μια αληθινή, δηλαδή είναι επάνοδος στο αληθινό ον (521c).

ΙΙ. Ο αληθινός φιλόσοφος λοιπόν, από άποψη αρχής, είναι αυτός που έχει ως αποστολή να περιάγει [=μεταστρέφει] την ψυχή, μηδέ εξαιρουμένης και της δικής του, από την ημερήσια νύχτα της στον αληθινό της φωτισμό: να την επαναφέρει στην αρχέγονη οντολογική της βάση· σε εκείνο τον τόπο, όπου βασιλεύει η φρόνηση και η δύναμη. Μια τέτοια μεταστροφή όμως δεν γίνεται από τη μια στιγμή στην άλλη, «σαν να στρίβεις ένα όστρακο» (ό.π.), αλλά είναι μια ανηφορική και συγχρόνως ανοδική οδός. Ανηφορική και κουραστική οδός είναι η φιλοσοφική παίδευση του ανθρώπου, έτσι ώστε η ίδια η ψυχή του να ενεργοποιεί τον καλύτερο εαυτό της, να φωτίζεται και να φωτίζει: να κατευθύνεται «εἰς τὸ ὂν καὶ τοῦ ὂντος τὸ φαινότατον» (518c). Αυτή την παίδευση την εγγυάται το μάθημα της διαλεκτικής. Καθ’ όλη τούτη την οδοιπορία το ανθρώπινο ον συγκροτεί τη πιο ισχυρή και ανθεκτική ατομικότητα, που δεν κάμπτεται από κανέναν πειρασμό και κανενός είδους διαφθορά και διεφθαρμένους κυβερνήτες. Ανοδική οδός είναι η διαλεκτική ανάβαση στη γνώση του αγαθού.

§2

Ι. Η ανηφορική και η ανοδική οδός είναι μία και ενιαία: είναι η υπεροχή του φιλοσοφικού Λόγου· η υπεροχή όχι απλώς ποσοτικά, άρα εξουσιαστικά, δηλαδή ως επιβολή ή ως τεχνητή και αξιωματική επικράτηση έναντι του λόγου του συνομιλητή, αλλά ως πολύτροπη αναμέτρηση με τη σοφιστεία και την εργαλειακή, την άσωτη χρήση του λόγου. Η υπεροχή αυτή, η πολύτροπη αναμέτρηση, είναι ίδιον του αληθινού φιλοσόφου και δεν διατίθεται από μόνη της σε κάποια γωνιά της αγοράς. Ως εκ τούτου πρέπει να αναζητείται μέσα στην αληθινή φιλοσοφία, στον εκ νέου και εξ αρχής οντολογικό προσανατολισμό. Χάρη σ’ αυτόν εδώ τον προσανατολισμό, ο αληθινός φιλόσοφος, όπως και η υπεροχή του λόγου του, επιζητεί και προσφέρει τα «τιμιώτερα». Δεν αρκείται να αραδιάζει μια κοινότοπη συστάδα λόγων, αλλά μάχεται να προσφέρει όχι μόνο περισσότερα ποσοτικά, αλλά και πολυτιμότερα ποιοτικά.

ΙΙ. Εδώ έγκειται και η διαλεκτική δεινότητα του φιλοσόφου: να καταθέτει ένα επιχείρημα, που βρίσκεται σε ανοικτή γραμμή με ένα άλλο επιχείρημα υψηλότερης τάξης, ανώτερης διαβάθμισης, και έτσι να ανεβαίνει την κλίμακα προς τη γνώση του αγαθού. Μια τέτοια ποιότητα φιλοσόφου συγκροτεί τον φιλόσοφο-κυβερνήτη, που διαθέτει γνώση και αρετή. Η αρετή δεν νοείται στον Πλάτωνα ως κάποια ηθικολογική αρχή, αλλά ως απελευθέρωση από την καθημερινή χθαμαλότητα και ως αδιάπτωτο πάθος για σοφία, για προσέγγιση δηλαδή του θείου ή του αγαθού. Αυτός ο φιλοσοφικός άνθρωπος μπορεί να γίνει ο αδιάφθορος κυβερνήτης σε αντίθεση με τον ακατάστατο, αχαλίνωτο, ηδονιστικό κυβερνήτη του συστήματος. Αυτός ο τελευταίος

«περνάει καθημερινά τη ζωή του κάνοντας το χατίρι της μιας ή της άλλης επιθυμίας, άλλοτε μεθώντας με κρασί και με τους ήχους αυλών, άλλοτε πίνοντας μόνο νερό και προσπαθώντας να αδυνατίσει, άλλοτε γυμνάζοντας το σώμα του κι άλλοτε αδρανοποιημένος και αδιαφορώντας για όλα και άλλοτε παριστάνοντας ότι ασχολείται με τη φιλοσοφία. Πολλές φορές χώνεται στα πολιτικά θέματα … [χωρίς να] έχει ούτε τάξη ούτε συνοχή μέσα του …» (561c-d).

*Τέτοιους μέθυσους, ασύδοτους, φιλήδονους και άκρως αστόχαστους ανθρωπίσκους (Πλάτων) συναντά κανείς σήμερα σε καίριες θέσεις μορφωτικών ιδρυμάτων, πολιτικών σωματείων, βουλευτηρίων κ.λπ.

Hegel: η πολιτική κοινωνία του πλούτου και των αναγκών

Το σύστημα των αναγκών

1. Στο παρακάτω κείμενο ο Χέγκελ συζητεί για τις ανάγκες των ανθρώπων μέσα στην πολιτική κοινωνία: η ικανοποίηση των αναγκών τους είναι δυνατή μόνο εντός των κοινωνικών του σχέσεων και στο πλαίσιο του γενικού πλούτου, που συγκροτεί και συνέχει την κοινωνία. Έτσι ανάμεσα στις ανάγκες του ατόμου και στα αγαθά που ικανοποιούν αυτές τις ανάγκες λαμβάνει χώρα μια μεσολάβηση, μια αναγκαία διευθέτηση. Για να ικανοποιήσει εν τέλει τις ανάγκες του ένα άτομο χρειάζεται να πείσει τους ιδιοκτήτες, τους κατόχους των αγαθών, να του δώσουν ό,τι χρειάζεται.  

2. «Η μερικότητα των προσώπων περικλείει αρχικά μέσα της τις ανάγκες τους. Η δυνατότητα της ικανοποίησης αυτών των αναγκών εξαρτάται από την κοινωνική δομή· αυτή είναι ο γενικός πλούτος, από τον οποίο όλοι αντλούν την ικανοποίησή τους. Η άμεση κατοχή εξωτερικών αντικειμένων ως μέσων για την ικανοποίηση αυτών των αναγκών συμβαίνει ελάχιστα ή καθόλου στην κατάσταση των πραγμάτων, όπου αυτός ο τρόπος ικανοποίησης με μεσολάβηση είναι ρεαλιστικά πραγματοποιημένος· τα αντικείμενα είναι ιδιοκτησία. Η απόκτησή τους είναι δυνατή μόνο με τη μεσολάβηση, από τη μια πλευρά, της βούλησης των κατόχων, που ως μερική στοχεύει στην ικανοποίηση των πολλαπλώς καθορισμένων αναγκών· από την άλλη πλευρά εξαρτάται από την ακατάπαυστη παραγωγή νέων μέσων ανταλλαγής μέσω προσωπικής εργασίας. Αυτή η μεσολάβηση, δυνάμει της οποίας η εργασία όλων διευκολύνει την ικανοποίηση των αναγκών, συνιστά τον γενικό πλούτο» (W8, §524).
                             
Ερμηνεία – σχολιασμός

1. Εφόσον η πολιτική κοινωνία, ως αστική κοινωνία, απαρτίζεται από ιδιωτικά πρόσωπα, δηλαδή από αστούς, το πρώτο μέλημα αυτών των προσώπων είναι η ικανοποίηση του ατομικών τους αναγκών. Έτσι το καθολικό, η κοινωνία εν προκειμένω, δείχνεται να είναι μέσο για την ικανοποίηση των ιδιωτικών αναγκών των επί μέρους ατόμων. Συμβαίνει όμως το κάθε ξεχωριστό άτομο να ικανοποιεί τις ανάγκες του μέσω της εργασίας του, η οποία βρίσκεται σε ενδοσυνάφεια με την εργασία και τις ανάγκες των υπολοίπων μελών της κοινωνίας. Αυτό συνιστά, για τον Χέγκελ, το σύστημα αναγκών που διέπει τη δομή της κοινωνίας και το οποίο λειτουργεί ως προϋπόθεση για την προσωπική ευημερία των ανθρώπων. Απ’ αυτή την άποψη, η εν λόγω ευημερία έρχεται στο Είναι με το να υψώνεται στη μορφή της καθολικότητας, με το να αφήνει την τελευταία να εμφανίζεται μέσα στη μερικότητα.

2. Ο γενικός πλούτος (das allgemeine Vermögen), στο επίπεδο των αναγκών, είναι κατ’ εξοχήν κοινωνικός πλούτος, ο οποίος παράγεται μέσω της εργασίας όλων ως εργασίας σκεπτόμενων ανθρώπων. Το στοιχείο της σκέψης στην προσωπική εργασία είναι αυτό που με τη μορφή της βούλησης για κάλυψη αναγκών και για ιδιοκτησία, αλλά και με άλλες μορφές –τα ζώα, όπως ρητά αποσαφηνίζει αλλού ο Χέγκελ, δεν έχουν ιδιοκτησία, γιατί δεν σκέπτονται– διέπει τη συνεννόηση των ανθρώπων ως ατομικών παραγωγών, δηλαδή ως προσώπων με ατομικά συμφέροντα, και έτσι συγκροτεί τον συνεκτικό παράγοντα, τη συμφιλιωτική δύναμη του γενικού πλούτου ως κοινωνικού πλούτου. Σε άλλο σημείο γράφει σχετικά ο μεγάλος γερμανός φιλόσοφος:

3. «Στο επίπεδο των αναγκών, ο άνθρωπος είναι αυτό που αποκαλούμε άνθρωπο. Ο άνθρωπος είναι ένα έλλογο ον· και με αυτό το δεδομένο έχει ανάγκες. Εδώ λοιπόν εντοπίζεται ακολούθως αυτό το όλο. Το Ανθρώπινο είναι έτσι εδώ το κυρίαρχο στοιχείο. Όλα τα ζώα έχουν περιορισμένες ανάγκες. Ο άνθρωπος μπορεί να ζει υπό όλα τα κλίματα, όχι όμως και το ζώο. Το τελευταίο διαθέτει έναν περιορισμένο κύκλο φυσικών προϊόντων που χρειάζεται για την τροφή του. Στον άνθρωπο, αυτό είναι ήδη η καθολικότητά του, η οποία μπορεί να εκδηλώνεται ακόμη και στο πιο χαμηλό επίπεδο. Τότε ο άνθρωπος είναι σκεπτόμενο ον» ((Die Philosophie des Rechts, σ. 184).

Πλάτων: η θεωρία της ανάμνησης στον "Μένωνα"

Τι μας διδάσκει ο Μένων;

Ο Μένων ανήκει στα έργα της περιόδου, που ο Πλάτων ιδρύει την Ακαδημία (387 π.Χ. περίπου) και κατά την οποία έχει γράψει και τα σπουδαιότερα έργα του. Πρόκειται για έναν σχετικά μικρό Διάλογο, ασύγκριτα όμως γοητευτικό, όπου ο Πλάτων δια του Σωκράτη εισάγει τη θεωρία της ανάμνησης. Κεντρικό θέμα του Διαλόγου είναι το ζήτημα της αρετής. Ένα ζήτημα που απασχολούσε κατά κόρον τους φιλοσοφικούς κύκλους της Αθήνας. Τους απασχολούσε τόσο πολύ αφενός γιατί αφορούσε το πώς πρέπει να ζει κανείς και αφετέρου γιατί ενδιέφερε τον τρόπο άσκησης της πολιτικής. Για τους ίδιους περίπου λόγους αγγίζει και αξίζει να αγγίζει τους σημερινούς ανθρώπους.

Συνομιλητές στον εν λόγω Διάλογο είναι ο Σωκράτης και ο Μένων. Επίσης συμμετέχουν ο Άνυτος, ένας πλούσιος Αθηναίος αστός και μετέπειτα κατήγορος του Σωκράτη, και ένας ανώνυμος δούλος. Η επιλογή των συνομιλητών του Σωκράτη δεν είναι τυχαία: από τη μια πλευρά ο ίδιος ο Σωκράτης, ως «αγνοών» πάντοτε τα πάντα, αναλαμβάνει το ρόλο του διαλεκτικού-διαλογικού ερευνητή γύρω από το διδακτόν, ασκητόν και μαθητόν της αρετής. Από την άλλη πλευρά, ο Μένων, νέος Θεσσαλός αριστοκράτης που προέρχεται από την ρητορική, εμφανίζεται ικανός να δίνει ορισμούς και να αποφαίνεται με ανύποπτη βεβαιότητα για τις διάφορες πτυχές της έρευνας γύρω από την αρετή.

Περαιτέρω, ο Άνυτος απηχεί εκείνον τον τύπο του ημιμαθούς πλούσιου ανθρώπου, που στέκεται προκατειλημμένα απέναντι στη διεισδυτική σκέψη και καταδικάζει καθετί το καινοτομικό ως σοφιστική. Η κριτική έρευνα του Παραδοσιακού αποτελεί γι’ αυτόν άγος και αντιστοίχως ο Σωκράτης ο πιο επικίνδυνος φορέας αυτού του άγους. Θα μπορούσε να τον φανταστεί κανείς σήμερα σαν ένα από εκείνα τα στείρα και ανελεύθερα μυαλά της δημοσιογραφίας, της πολιτικής ή της καθεστωτικής «διανόησης», που υπηρετικά αντιμάχονται το ρηξικέλευθο. Εισάγοντας τον Άνυτο ως συνομιλητή του Σωκράτη, ο Πλάτων επιζητεί να δείξει ότι μια αληθινά φιλοσοφική έρευνα προϋποθέτει αμερόληπτο και βαθύνου λογισμό. Ο δούλος χρησιμοποιείται για να φωτιστεί η ισχύς και η εγκυρότητα της ανάμνησης.

Ευθύς με το ξεκίνημα του Διαλόγου, ο Μένων ρωτά τον Σωκράτη για το αν η αρετή είναι διδακτή ή όχι· και, αν όχι, για το αν αποκτάται με την άσκηση, τη μάθηση ή με κάποιον άλλο τρόπο· ή ακόμη, αν συνιστά για τον άνθρωπο φυσικό χάρισμα. Ο Σωκράτης «αδυνατεί» να απαντήσει με μια καταφατική πρόταση, καθώς αγνοεί το θέμα. Το αγνοεί, γιατί έχει συναίσθηση της πολυπλοκότητας του θέματος. Στην απορία του Μένωνα για τούτη την άγνοια, ο Σωκράτης του ζητά να ορίσει την αρετή. Και τότε ο Μένων του αραδιάζει ένα σμήνος αρετών: μια αρετή για κάθε πράξη και για κάθε περίσταση. Μα έτσι φεύγει μακριά από την έρευνα για την ουσία της αρετής. Χωρίς να πολυκαταλαβαίνει τι του ζητά ο Σωκράτης, ο Μένων δίνει ένα πρώτο ορισμό: αρετή είναι η άσκηση κυριαρχίας.

Αλλά με αυτόν τον ορισμό δεν κατορθώνει παρά να περιπλέξει το θέμα, καθώς κάθε κυριαρχία δεν είναι δίκαιη κυριαρχία. Αφού ο Μένων συνεχίζει να δίνει διάφορους επί μέρους ορισμούς, χωρίς να μπορεί να προσεγγίσει την ουσία της αρετής, υποχρεώνεται να παραδεχθεί ότι δεν υπάρχουν βεβαιότητες, οριστικές απαντήσεις για τόσο λεπτά ζητήματα: η έρευνα εκκινεί από την αρχή. Αυτό αποτελεί την ύψιστη αρετή για τον Πλάτωνα. Πόσοι σημερινοί φιλοσοφούντες μετ’ ευτελίας, μέσα και έξω από τα σκονισμένα αμφιθέατρα, είναι ικανοί προς μια τέτοια ερευνητική οδό. Γι’ αυτούς υπάρχει μόνο: ημέρα ή νύχτα· όχι και ημέρα και νύχτα ούτε η κίνηση από τη μια στην άλλη ή, όπως λέει ο Χέγκελ, από το Είναι στο Μηδέν και από κει πάλι στο Είναι: δηλαδή το γίγνεσθαι . Όταν συνεπώς ο Μένων φτάνει στο σημείο της ολικής άγνοιας, δεν είναι φιλόσοφος, για να σκεφτεί εξαρχής ό,τι ήδη έχει θεωρήσει λυμένο, απαντημένο. Απεναντίας, θέτει ασυνείδητα ένα ερώτημα-προβληματισμό, που για τον Πλάτωνα συνιστά αφορμή για να μεταστραφεί από την αναλυτική Λογική στη διαλεκτική θεωρία της ανάμνησης.

Ο Μένων ρωτά και διερωτάται: πώς μπορούμε να αναζητούμε κάτι, για το οποίο έχουμε ολική άγνοια; Πώς μαθαίνουμε ότι το ζητούμενο ταυτίζεται με εκείνο, στο οποίο καταλήξαμε ερευνώντας; Ερωτήματα–προκλήσεις για την Πλατωνική σκέψη, καθώς έτσι δηλώνεται το αδύνατον της ολικής γνώσης. Ο φιλόσοφος απαντά με τη θεωρία της ανάμνησης. Ο Σωκράτης επικαλείται μια μυθική διδασκαλία γύρω από την αθανασία της ψυχής: η ανθρώπινη ψυχή κινείται από τη ζωή στον θάνατο και από εκεί πάλι στη ζωή. Κατ’ αυτή την κίνηση δεν χάνεται ποτέ, δεν εξαφανίζεται, αλλά βλέπει και έχει δει όλα όσα είναι στον πάνω και τον κάτω κόσμο. Έτσι συμβαίνει να ξέρει τα πάντα και από ένα πράγμα που κανείς φέρνει στο νου του, μπορεί μόνος του να ξαναβρεί όλα τα υπόλοιπα.

Ο Σωκράτης παρουσιάζει όλη αυτή τη θεωρητική μεταστροφή προς την αθανασία της ψυχής και τις μετεμψυχώσεις της με μυθικό και θρησκευτικό περικάλυμμα. Με τούτη τη μεταστροφή επιχειρεί να απελευθερώσει τον λογισμό, τον νου, από τις στερεοτυπίες του σοφιστικού, εριστικού επιχειρήματος, από την αυθεντία του σοφού και να τον καταστήσει φιλό-σοφο: να τον σώσει έτσι από την αυτοκαταστροφή. Εξηγεί λοιπόν πως η ολοκληρωμένη γνώση τινός αγνώστου δεν επιτυγχάνεται ποτέ, είναι απραγματοποίητη. Τι είναι πραγματοποιήσιμο; Μόνο η διεύρυνση του γνωσιακού μας ορίζοντα, με το να μετατρέπουμε μια υποσυνείδητη γνώση σε συνειδητή και με το να επαναφέρουμε στη μνήμη μια ξεχασμένη γνώση. Ο Πλάτων αποσπά την ανάμνηση από τη μυθική της υπόσταση και κατ’ επέκταση την παραδοσιακή της διδασκαλία, για να της δώσει πνεύμα διαλεκτικό.

Ο νους συλλαμβάνει τη γνώση σε ένα επίπεδο ανώτερης σύνθεσης, όπου συναντάται η εκτυλισσόμενη πορεία της σκέψης με ολόκληρο τον άνθρωπο: όχι μόνο με αυτόν που συνετά και ανώδυνα βιώνει το παρόν, ας πούμε με τον δούλο του Μένωνα, αλλά και με την πρότερη λησμονημένη του κατάσταση, με την κοιμώμενη μέσα στην ψυχή του δούλου γνώση που κατέχει μη-συνειδητά. Κατά τη συνάντηση τούτη αφυπνίζεται όλη αυτή η κοιμώμενη γνώση: ο ανθρώπινος νους έχει αναστραφεί με ποικίλες φιλοσοφικές θέσεις και αντιθέσεις και έχει περάσει πια στη λήθη. Για να βρεθεί, επομένως, ξανά στην αλήθεια του παρα-κινείται να συλλάβει τη γνώση ως ανάμνηση. Η παρα-κίνηση τούτη παριστάνεται με το γεμάτο νόημα πείραμα του αγεωμέτρητου δούλου: με κατάλληλες ερωτήσεις του Σωκράτη, δηλαδή του φιλοσόφου ως τέτοιου, και όχι με βιασμό της συνείδησης, ο άνθρωπος μπορεί να ακολουθήσει μια ανοδική πορεία γνώσης. Από την επίγνωση της άγνοιάς του προχωρεί, δυνάμει του δια-λεκτικού ερωτάν, σε μια ποιοτικής-γνωσιακής υφής ανά-κληση της γνώσης που κατέχει ήδη μέσα του: ανακτά την ικανότητα της ορθής γνώμης και στη συνέχεια της θεμελιακής γνώσης, της επιστήμης. Η ψυχή ανακαλύπτει τους θησαυρούς της και τους απολαμβάνει ακόρεστα. Ο σημερινός δοκησίσοφος πνίγει κάθε σκίρτημα εσωτερικής σοφίας στα στυγερά ύδατα ενός υπολογιστικού-καθεστωτικού ανορθολογισμού.

Δευτέρα 12 Ιουνίου 2017

ΡΗΤΟΡΙΚΗ: ΔΗΜΟΣΘΕΝΗΣ - Κατὰ Μειδίου (70-76)

[70] Εἰ τοίνυν τις ὑμῶν, ὦ ἄνδρες Ἀθηναῖοι, ἄλλως πως ἔχει τὴν ὀργὴν ἐπὶ Μειδίαν ἢ ὡς δέον αὐτὸν τεθνάναι, οὐκ ὀρθῶς ἔχει. οὐ γάρ ἐστι δίκαιον οὐδὲ προσῆκον τὴν τοῦ παθόντος εὐλάβειαν τῷ μηδὲν ὑποστειλαμένῳ πρὸς ὕβριν μερίδ᾽ εἰς σωτηρίαν ὑπάρχειν, ἀλλὰ τὸν μὲν ὡς ἁπάντων τῶν ἀνηκέστων αἴτιον κολάζειν προσήκει, τῷ δ᾽ ἐπὶ τοῦ βοηθεῖν ἀποδιδόναι τὴν χάριν.

[71] οὐδὲ γὰρ αὖ τοῦτ᾽ ἔστιν εἰπεῖν, ὡς οὐ γεγενημένου πώποτ᾽ οὐδενὸς ἐκ τῶν τοιούτων δεινοῦ τῷ λόγῳ τὸ πρᾶγμ᾽ ἐγὼ νῦν αἴρω καὶ φοβερὸν ποιῶ. πολλοῦ γε καὶ δεῖ. ἀλλ᾽ ἴσασιν ἅπαντες, εἰ δὲ μή, πολλοί γε, Εὔθυνον τὸν παλαίσαντά ποτ᾽ ἐκεῖνον, τὸν νεανίσκον, [καὶ] Σώφιλον τὸν παγκρατιαστήν (ἰσχυρός τις ἦν, μέλας, εὖ οἶδ᾽ ὅτι γιγνώσκουσίν τινες ὑμῶν ὃν λέγω,) τοῦτον ἐν Σάμῳ ἐν συνουσίᾳ τινὶ καὶ διατριβῇ οὕτως ἰδίᾳ, ὅτι [ὁ τύπτων] αὐτὸν ὑβρίζειν ᾤετο, ἀμυνάμενον οὕτως ὥστε καὶ ἀποκτεῖναι. ἴσασιν Εὐαίωνα πολλοὶ τὸν Λεωδάμαντος ἀδελφόν, ἀποκτείναντα Βοιωτὸν ἐν δείπνῳ καὶ συνόδῳ κοινῇ διὰ πληγὴν μίαν.

[72] οὐ γὰρ ἡ πληγὴ παρέστησε τὴν ὀργήν, ἀλλ᾽ ἡ ἀτιμία· οὐδὲ τὸ τύπτεσθαι τοῖς ἐλευθέροις ἐστὶ δεινόν, καίπερ ὂν δεινόν, ἀλλὰ τὸ ἐφ᾽ ὕβρει. πολλὰ γὰρ ἂν ποιήσειεν ὁ τύπτων, ὦ ἄνδρες Ἀθηναῖοι, ὧν ὁ παθὼν ἔνι᾽ οὐδ᾽ ἂν ἀπαγγεῖλαι δύναιθ᾽ ἑτέρῳ, τῷ σχήματι, τῷ βλέμματι, τῇ φωνῇ, ὅταν ὡς ὑβρίζων, ὅταν ὡς ἐχθρὸς ὑπάρχων, ὅταν κονδύλοις, ὅταν ἐπὶ κόρρης. ταῦτα κινεῖ, ταῦτ᾽ ἐξίστησιν ἀνθρώπους αὑτῶν, ἀήθεις ὄντας τοῦ προπηλακίζεσθαι. οὐδεὶς ἄν, ὦ ἄνδρες Ἀθηναῖοι, ταῦτ᾽ ἀπαγγέλλων δύναιτο τὸ δεινὸν παραστῆσαι τοῖς ἀκούουσιν οὕτως ὡς ἐπὶ τῆς ἀληθείας καὶ τοῦ πράγματος τῷ πάσχοντι καὶ τοῖς ὁρῶσιν ἐναργὴς ἡ ὕβρις φαίνεται.

[73] σκέψασθε δὴ πρὸς Διὸς καὶ θεῶν, ὦ ἄνδρες Ἀθηναῖοι, καὶ λογίσασθε παρ᾽ ὑμῖν αὐτοῖς, ὅσῳ πλείον᾽ ὀργὴν ἐμοὶ προσῆκε παραστῆναι πάσχοντι τοιαῦθ᾽ ὑπὸ Μειδίου ἢ τότ᾽ ἐκείνῳ τῷ Εὐαίωνι τῷ τὸν Βοιωτὸν ἀποκτείναντι. ὁ μέν γ᾽ ὑπὸ γνωρίμου, καὶ τούτου μεθύοντος, ἐναντίον ἓξ ἢ ἕπτ᾽ ἀνθρώπων ἐπλήγη, καὶ τούτων γνωρίμων, οἳ τὸν μὲν κακιεῖν οἷς ἔπραξε, τὸν δ᾽ ἐπαινέσεσθαι μετὰ ταῦτ᾽ ἀνασχόμενον καὶ κατασχόνθ᾽ ἑαυτὸν ἔμελλον, καὶ ταῦτ᾽ εἰς οἰκίαν ἐλθὼν ἐπὶ δεῖπνον, οἷ μηδὲ βαδίζειν ἐξῆν αὐτῷ·

[74] ἐγὼ δ᾽ ὑπ᾽ ἐχθροῦ, νήφοντος, ἕωθεν, ὕβρει καὶ οὐκ οἴνῳ τοῦτο ποιοῦντος, ἐναντίον πολλῶν καὶ ξένων καὶ πολιτῶν ὑβριζόμην, καὶ ταῦτ᾽ ἐν ἱερῷ καὶ οἷ πολλή μοι ἦν ἀνάγκη βαδίζειν χορηγοῦντι. καὶ ἐμαυτὸν μέν γ᾽, ὦ ἄνδρες Ἀθηναῖοι, σωφρόνως, μᾶλλον δ᾽ εὐτυχῶς οἶμαι βεβουλεῦσθαι, ἀνασχόμενον τότε καὶ οὐδὲν ἀνήκεστον ἐξαχθέντα πρᾶξαι· τῷ δ᾽ Εὐαίωνι καὶ πᾶσιν, εἴ τις αὑτῷ βεβοήθηκεν ἀτιμαζόμενος, πολλὴν συγγνώμην ἔχω.

[75] δοκοῦσι δέ μοι καὶ τῶν δικασάντων τότε πολλοί· ἀκούω γὰρ αὐτὸν ἔγωγε μιᾷ μόνον ἁλῶναι ψήφῳ, καὶ ταῦτ᾽ οὔτε κλαύσαντ᾽ οὔτε δεηθέντα τῶν δικαστῶν οὐδενός, οὔτε φιλάνθρωπον οὔτε μικρὸν οὔτε μέγ᾽ οὐδ᾽ ὁτιοῦν πρὸς τοὺς δικαστὰς ποιήσαντα. θῶμεν τοίνυν οὑτωσί, τοὺς μὲν καταγνόντας αὐτοῦ μὴ ὅτι ἠμύνατο, διὰ τοῦτο καταψηφίσασθαι, ἀλλ᾽ ὅτι τοῦτον τὸν τρόπον ὥστε καὶ ἀποκτεῖναι, τοὺς δ᾽ ἀπογνόντας καὶ ταύτην τὴν ὑπερβολὴν τῆς τιμωρίας τῷ γε τὸ σῶμ᾽ ὑβρισμένῳ δεδωκέναι.

[76] τί οὖν; ἐμοὶ τῷ τοσαύτῃ κεχρημένῳ προνοίᾳ τοῦ μηδὲν ἀνήκεστον γενέσθαι, ὥστε μηδ᾽ ἀμύνασθαι, παρὰ τοῦ τὴν τιμωρίαν ὧν πέπονθ᾽ ἀποδοθῆναι προσήκει; ἐγὼ μὲν οἶμαι παρ᾽ ὑμῶν καὶ τῶν νόμων, καὶ παράδειγμά γε πᾶσι γενέσθαι τοῖς ἄλλοις, ὅτι τοὺς ὑβρίζοντας ἅπαντας καὶ τοὺς ἀσελγεῖς οὐκ αὐτὸν ἀμύνεσθαι μετὰ τῆς ὀργῆς, ἀλλ᾽ ἐφ᾽ ὑμᾶς ἄγειν δεῖ, ὡς βεβαιούντων ὑμῶν καὶ φυλαττόντων τὰς ἐν τοῖς νόμοις τοῖς παθοῦσι βοηθείας.

***
[70] Αν λοιπόν, Αθηναίοι, κάποιος από σας δεν είναι τόσο αγανακτισμένος εναντίον του Μειδία ώστε να πιστεύει ότι δεν πρέπει να θανατωθεί, έχει άδικο. Δεν είναι ούτε δίκαιο ούτε πρέπει η αυτοσυγκράτηση του θύματος να αποτελεί προσόν για την αθώωση ενός ανθρώπου ο οποίος δεν οπισθοχωρεί μπροστά σε καμιά βίαιη και προσβλητική ενέργεια· πρέπει αντίθετα αυτόν να τιμωρείτε ως αίτιο όλων των αθεράπευτων συμφορών, ενώ στο θύμα να προσφέρετε την εύνοια και βοήθειά σας.

[71] Ούτε πάλι μπορεί κάποιος να πει δήθεν, επειδή καμιά τέτοια πράξη δεν είχε ποτέ μέχρι τώρα φοβερές συνέπειες, μεγαλοποιώ εγώ σήμερα με τον λόγο μου την κατάσταση και την παρουσιάζω τρομερή. Δεν είναι αυτή η αλήθεια. Γνωρίζετε όλοι ή τουλάχιστον πολλοί, τον Εύθυνο —ήταν κάποτε ένας περίφημος νεαρός, παλαιστής— και τον Σώφιλο, τον παγκρατιαστή — ήταν δυνατός και μελαψός· είμαι βέβαιος ότι μερικοί από σας ξέρουν ποιόν εννοώ· σε κάποια εντελώς ιδιωτική, ευχάριστη συγκέντρωση στη Σάμο, ο ένας, επειδή νόμισε ότι ο άλλος τον προσέβαλε, αντιστάθηκε τόσο δυνατά ώστε τον σκότωσε. Γνωρίζουν πολλοί τον Ευαίωνα, τον αδελφό τού Λεωδάμαντα, ο οποίος σκότωσε τον Βοιωτό σε συμπόσιο και δημόσια συγκέντρωση, επειδή τον κτύπησε μία φορά.

[72] Γιατί την οργή δεν την προκάλεσε το χτύπημα αλλά ο εξευτελισμός· ούτε η χειροδικία —μολονότι είναι σκληρή πράξη— είναι φοβερή για έναν ελεύθερο πολίτη, αλλά η χειροδικία που γίνεται για να προσβάλει. Εκείνος που χειροδικεί, Αθηναίοι, μπορεί να κάμει πολλά —ορισμένα από τα οποία το θύμα δεν θα μπορούσε ούτε να περιγράψει σε άλλον— με χειρονομίες, με το βλέμμα, με τη φωνή, όταν κτυπά για να προσβάλει, όταν με εχθρότητα, με τη γροθιά ή στον κρόταφο. Αυτές οι πράξεις εξοργίζουν τους ανθρώπους και τους κάνουν έξω φρενών, όταν δεν είναι συνηθισμένοι να εξευτελίζονται. Κανένας, Αθηναίοι, περιγράφοντας αυτά τα γεγονότα δεν θα μπορούσε να αναπαραστήσει σε όσους ακούνε τη φοβερή προσβολή τόσο ζωηρά όσο η αλήθεια και η πραγματικότητα την κάνει να φαίνεται στο θύμα και στους αυτόπτες μάρτυρες.

[73] Σκεφθείτε λοιπόν και, στο όνομα του Δία και των άλλων θεών, υπολογίστε, Αθηναίοι, πόσο περισσότερο δικαιολογημένος θα ήμουν να οργισθώ εγώ, όταν πάθαινα αυτά από τον Μειδία, παρά εκείνος ο Ευαίων, ο οποίος σκότωσε τον Βοιωτό. Αυτός κτυπήθηκε από γνωστό του, —ο οποίος μάλιστα ήταν μεθυσμένος— εμπρός στα μάτια έξι ή επτά ανθρώπων, που επίσης ήταν γνωστοί του· αυτοί είναι πιθανό να κατηγορούσαν τον ένα για την πράξη του και να επαινούσαν τον άλλο, αν μετά την προσβολή που δέχθηκε, έδειχνε ανοχή και συγκρατούσε την οργή του, και μάλιστα αφού είχε έλθει να δειπνήσει σε ένα σπίτι όπου μπορούσε και να μην είχε πάει·

[74] αντίθετα σε εμένα επιτέθηκε ένας νηφάλιος εχθρός, πρωί, και το έκαμε για να με προσβάλει και όχι επειδή μέθυσε, μπροστά σε πολλούς, και ξένους και Αθηναίους, και μάλιστα σε ναό όπου, επειδή ήμουν χορηγός, ήμουν υποχρεωμένος να πάω. Νομίζω, Αθηναίοι, ότι σκέφθηκα με σύνεση, και μάλλον για καλή μου τύχη συγκρατήθηκα τότε και δεν παρασύρθηκα σε καμιάν ανεπανόρθωτη πράξη· αναγνωρίζω όμως ότι ο Ευαίων και οποιοσδήποτε άλλος, ο οποίος υπεράσπισε τον εαυτό του από προσβολές, είναι δικαιολογημένος.

[75] Έχω την εντύπωση ότι και πολλοί από τους δικαστές είχαν τότε την ίδια γνώμη· γιατί πληροφορούμαι ότι καταδικάσθηκε με πλειοψηφία μιας μόνο ψήφου, και μάλιστα χωρίς να κλάψει ή να παρακαλέσει κανέναν από τους δικαστές, χωρίς να καταβάλει καμιά προσπάθεια, μικρή ή μεγάλη, για να κερδίσει την εύνοια του δικαστηρίου. Ας υποθέσουμε λοιπόν ότι αυτοί που τον καταδίκασαν τον καταψήφισαν όχι επειδή υπερασπίσθηκε τον εαυτόν του, αλλά επειδή τον υπερασπίσθηκε με τέτοιον τρόπο, ώστε να καταλήξει σε φόνο, ενώ όσοι τον αθώωσαν αναγνώρισαν το δικαίωμα ακόμη και αυτής της υπερβολικής εκδικήσεως σε έναν άνθρωπο ο οποίος δέχθηκε βίαιες προσβολές κατά πρόσωπο.

[76] Λοιπόν; Από πού πρέπει να περιμένω ικανοποίηση για όσα υπέφερα εγώ που προνόησα τόσο για να μη συμβεί κάτι το ανεπανόρθωτο ώστε ούτε καν υπεράσπισα τον εαυτό μου; Κατά τη γνώμη μου, πρέπει να μου δοθεί ικανοποίηση από σας και τους νόμους και να γίνει παράδειγμα σε όλους τους άλλους ότι δεν πρέπει να υπερασπίζουν τον εαυτό τους, όταν τους κυριεύει οργή, εναντίον όλων γενικά των υβριστών και βίαιων, αλλά να τους φέρνουν μπροστά σας, γιατί σεις εξασφαλίζετε και διαφυλάσσετε την προστασία την οποία προβλέπουν οι νόμοι για όσους αδικήθηκαν.

Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΚΑΙ Η ΕΤΕΡΟΤΗΤΑ ΣΤΙΣ ΚΟΣΜΟΛΟΓΙΚΕΣ ΑΡΧΕΣ ΤΩΝ ΠΡΟΣΩΚΡΑΤΙΚΩΝ ΦΙΛΟΣΟΦΩΝ

Στον «Παρμενίδη» του Πλάτωνος, η αρχή της ταυτότητας δηλώνει την τάση της μονάδας να παραμένει ενιαία και άρτια στην ακεραιότητά της, ενώ η αρχή της ετερότητας δηλώνει την τάση της να μερίζεται σε υποδιαιρέσεις[1].  Κατά τον Παρμενίδη, στο Ένα ή στο είναι αρμόζει η αιωνιότητα, το αγέννητο και ανώλεθρο, ιδιαίτερα όμως η τέλεια ενότητα, η αδιαφοροποίητη ταυτότητα με τον εαυτό του, δηλαδή η καθολική ομοιογένεια και η απόλυτη αμεταβλητότητα. Από την άποψη αυτή ο ελεατισμός είναι ακοσμικός[2]: η ποικιλία των πραγμάτων έχει αφανιστεί μέσα στο παν-ένα∙ εκείνο μόνο «είναι», ενώ η ετερότητα των πραγμάτων είναι πλάνη και απάτη της αισθητηριακής αντίληψης. Η πολλαπλότητα των πραγμάτων, που η εμπειρία μας τα παρουσιάζει να συνυπάρχουν και να διαδέχονται το ένα το άλλο, στάθηκε για τους Μιλήσιους φιλοσόφους η αφορμή να αναρωτηθούν ποια ήταν η κοινή σταθερή βάση (το είναι) – που όλα τ’ άλλα είναι δικές της μεταβολές (το γίγνεσθαι).  Οι διάφορες έννοιες του είναι είχαν σε τελική ανάλυση μοναδικό σκοπό να κάνουν κατανοητό το γίγνεσθαι.  Η ανάπτυξη της Προσωκρατικής σκέψης χαρακτηρίζεται από τη διαρκή αναφορά στο γίγνεσθαι και καθορίστηκε από την ανάγκη να νοηθεί το είναι με τρόπο που όχι μόνο συμβιβάζεται το γίγνεσθαι μαζί του αλλά και να εξηγείται με αυτό.

Το πλατωνικό Εν δεν επιδέχεται κανενός κατηγορήματος  λόγω της ολιστικής του κατάστασης να συνέχει τα πάντα εντός του. Στον πλατωνικό «Τίμαιο» τούτος ο κόσμος είναι ένας ζωντανός οργανισμός που έχει μία «Ψυχή». Σύμφωνα λοιπόν με την διήγηση του Τιμαίου[3] ( 34 C5 και εξής), ο Δημιουργός αρχικά αναμειγνύει την Αμέριστη Ουσία και την Μεριστή Ουσία και δημιουργεί την Ενδιάμεση Ουσία. Κατόπιν αναμειγνύει το Αμέριστον Ταυτόν (δηλαδή την Αμέριστη Ταυτότητα) και το Μεριστόν Ταυτόν (δηλαδή την Μεριστή Ταυτότητα) και έτσι δημιουργεί την Ενδιάμεση Ταυτότητα. Τέλος αναμειγνύει το Αμέριστον Θάτερον (δηλαδή Διαφορά) και το Μεριστόν Θάτερον (δηλαδή την Μεριστή Διαφορά) και έτσι δημιουργεί το Ενδιάμεσο Θάτερον. Ύστερα ο Δημιουργός ενώνει τα τρία προηγούμενα ενδιάμεσα προϊόντα σε μίαν οντότητα, που είναι   η Ψυχή του Κόσμου. Ας σημειωθεί ότι οι τρεις έννοιες της πλατωνινής ψυχογονίας: η Ουσία, το Ταυτόν και το Θάτερον, δεν επεξηγούνται σε κανένα σημείο του «Τιμαίου». Η Ψυχή του Κόσμου λοιπόν αποτελείται από τρία Ενδιάμεσα συστατικά. Η Ενδιάμεση Ουσία εξασφαλίζει στην Ψυχή την οντολογική της ιδιαιτερότητα, το γεγονός δηλαδή ότι βρίσκεται ανάμεσα στις αμετάβλητες Ιδέες και στα μεταβαλλόμενα Αισθητά.[4] Ο θεός-δημιουργός του Πλάτωνος δεν ταυτίζεται με το Εν, παραλαμβάνει τα στοιχεία αυτά και επιμελείται της ευταξίας τους ακολουθώντας μία πυθαγόρεια γεωμετρία.  Το γίγνεσθαι, η πορεία των πραγμάτων, έχει αναγκαίως, μίαν αιτία.
 
Η  μετάβαση από το ένα στα πολλά, από το άπειρο στο πεπερασμένο, από το χρονικό στο άχρονο, από το νοητό στο αισθητό, από το θεϊκό στο ανθρώπινο, από το φυσικό στο ηθικό, από τη σύνθεση στην αποσύνθεση, από την πύκνωση στην αραίωση, και αντίστροφα, διέπεται από την ιδέα της συμμετρίας και αρμονίας ανάμεσα στον κόσμο της ταυτότητας και της ετερότητας, των δύο πρώτων αρχών στην πλατωνική φιλοσοφία που έλκουν την καταγωγή τους από την επιστημονική κληρονομιά και τις κοσμογονίες των Προσωκρατικών. Αυτή η σύζευξη των ουσιών κι ενεργειών κατακλύζει όλο το Προσωκρατικό φιλοσοφικό οικοδόμημα και καταδεικνύει τη μυστική και φανερή αρμονία των όντων, από την υλική μέχρι και την πιο πνευματική της εκδήλωση.  Το Εν και οι Θεοί είναι εκτός γίγνεσθαι σε άλλο πεδίο αμετάβλητο.  Στον Πλατωνισμό το Εν είναι μια κατάσταση πάνω από τις αντίθετες δυνάμεις. Ο Πλάτων ενοποίησε όλα τα προηγούμενα συστήματα σε ένα.
 
Ας σημειωθεί εδώ ότι η Προσωκρατική φυσική φιλοσοφία συνδέεται με δύο θεμελιώδεις νόμους της σύγχρονης φυσικής, δηλαδή της Ολικότητας (το σύμπαν της σύγχρονης επιστήμης είναι ένα ενιαίο σύστημα το οποίο δεν μερίζεται, ούτε αποτελείται από μέρη)  και του νόμου της δράσης και της αντίδρασης (μέσα σε μια ενιαία και αδιάσπαστη συμπαντική ουσία, κάθε δράση πάνω σε κάποιο συμπαντικό μέρος, δημιουργεί την αυτόματη και ενστικτώδη αντίδραση του συνόλου της Δημιουργίας πάνω σε αυτό).  Επίσης η Προσωκρατική σκέψη συγγενεύει με τις πειραματικές αποδείξεις της σύγχρονης φυσικής που κατατείνουν στα εξής συμπεράσματα: Όσο απομακρυνόμαστε από τον παρατηρητή (Γη) μέχρι τον κοσμολογικό ορίζοντα: 1. Η πυκνότητα της ύλης του χώρου μεγαλώνει (φαινόμενο Ryle). 2. H καμπυλότητα του χώρου μεγαλώνει. 3. Η ταχύτητα διαστολής του χώρου (απομάκρυνσης του υλικού των γαλαξιών) μεγαλώνει (νόμος Hubble). 5. Ισχύει όλο και με μεγαλύτερη ακρίβεια η Γενική Θεωρία της Σχετικότητας.  Η Γενική Θεωρία της Σχετικότητας ισχύει μόνο όταν ο χώρος δεν είναι Ευκλείδειος (γεωμετρία Ricmann και άλλες)[5].
 
Η οπτική της ιωνικής φιλοσοφίας με αρχή τον Θαλή, τον Αναξίμανδρο και τον Αναξιμένη  αφορά στα στοιχεία που δημιουργήθηκαν ή από το άπειρον, ή από το χάος ή από το ύδωρ ή από τον αέρα νοούμενο ως ψυχή ή από κάποια αιτία ή αρχή ή υπήρχαν ανέκαθεν αδιαχώριστα ως συμπαντική ενέργεια. Σύμφωνα με τον Αριστοτέλη: «Γιατί μερικοί δέχονται ότι υπάρχει μόνο μία ουσία, που άλλοι υποθέτουν ότι είναι το νερό, άλλοι ο αέρας, άλλοι η φωτιά και άλλοι ότι είναι κάτι λεπτότερο από το νερό και πυκνότερο από τον αέρα∙ αυτή η ουσία λένε ότι περιέχει όλους τους ουρανούς, όντας άπειρη»[6].  Στην προσπάθειά τους οι Μιλήσιοι να εκθέσουν τις διάφορες μετασχηματιστικές φάσεις ή περιόδους γένεσης του κόσμου, ενώ ο Θαλής ίσως θεωρούσε αυτή τη διαδικασία ότι έχει συντελεστεί μια για πάντα, οι μεταγενέστεροι συνέχισαν αργότερα την κοσμογονική εξέλιξη προσθέτοντας το στοιχείο της αναδρομικής μετατροπής των στοιχείων του κόσμου. Επικράτησε δηλαδή η άποψη ότι δεν πρέπει να θεωρείται η ύλη μόνο αιώνια αλλά και αιωνίως ζωντανή αφού αναγκαστικά πρέπει να δεχτούμε μιαν αδιάλειπτη διαδικασία κοσμικής γένεσης και καταστροφής, ένα αμέτρητο πλήθος διαδοχικών κόσμων.
 
Η κοσμοθεωρία του Θαλή συνοψίζεται σύμφωνα με τον Αριστοτέλη στην πεποίθησή του ότι η γη επιπλέει στο νερό [7] και το νερό είναι η αρχή των πάντων[8].   Ουσιαστικά, οι γνώσεις μας για την κοσμολογία του Θαλή στηρίζονται ολοκληρωτικά σε τρία χωρία του Αριστοτέλη, μαζί με κάποια σκοτεινά εδάφια από το Περί Ψυχής του Αριστοτέλη και τον Διογένη Λαέρτιο. Έτσι η «αρχή» του Θαλή μας παραδίδεται κάπως παραμορφωμένη μέσα από το επιστημονικό μικροσκόπιο της  κοσμοαντίληψης του Αριστοτέλη για ό,τι ταίριαζε με τη δική του ιδέα μιας υλικής «αρχής», όπως ορίζεται από τον ίδιο: το πρωταρχικό συστατικό υλικό των πραγμάτων, που διατηρείται πάντα ως υπόστρωμα και στο οποίο αποσυντίθενται τα πάντα και που εξηγείται απ’ αυτόν στο πρώτο μέρος του χωρίου για τον Θαλή[9].  Σύμφωνα με την υπόθεση του Αριστοτέλη οι λόγοι για τους οποίους ο Θαλής έδινε τόση σημασία στο νερό ως συστατικό στοιχείο των πραγμάτων ήταν κυρίως φυσιολογικοί.  Μπορεί όμως αντίθετα με την μηχανική εκδοχή του Αριστοτέλη, ο Θαλής να διακήρυξε ότι η γη προέρχεται από το νερό (δηλαδή στερεοποιήθηκε κατά κάποιο τρόπο από το νερό), χωρίς να πιστεύει ότι η γη και τα περιεχόμενά της είναι νερό, ότι έχουν κάποια  συνεχή σχέση με αυτό (πέρα από το γεγονός ότι η γη επιπλέει στο νερό), εκτός από τη σχέση που έχει ένας άνθρωπος με τους μακρινούς προγόνους του.[10]
 
Ο Θαλής πρώτος διατύπωσε ένα αξίωμα κοινό σε όλους τους πρώιμους φυσικούς φιλοσόφους, ότι δηλαδή ο κόσμος είναι κατά κάποιο τρόπο ζωντανός, ότι περνάει από αυθόρμητες αλλαγές και επομένως ότι δεν υπάρχει ανάγκη να δοθεί κάποια ειδική εξήγηση στη φυσική αλλαγή.  Αυτό το αξίωμα εξακολουθεί να ονομάζεται μερικές φορές «υλοζωϊσμός», όρος που αμφισβητείται σήμερα λόγω της εσφαλμένης εντύπωσης που υποβάλλει ότι περιγράφει κάτι ενιαίο, προσδιορίσιμο και συνειδητό.  Κατά τον Διογένη Λαέρτιο Ι, 24: «Ο Αριστοτέλης και ο Ιππίας λένε ότι (ο Θαλής) απέδιδε ψυχή ακόμα και στα άψυχα αντικείμενα, παίρνοντας ως ενδείξεις τη μαγνίτιδα λίθο και το ήλεκτρο».  Κατά τον Αριστοτέλη: «Από όσα λένε φαίνεται ότι και ο Θαλής υπέθεσε ότι η ψυχή είναι κάτι το κινητικό, αν είπε πράγματι ότι η (μαγνήτις) λίθος έχει ψυχή επειδή μπορεί και κινεί το σίδηρο»[11]. Επίσης κατά τον Αριστοτέλη: «Και μερικοί λένε ότι (η ψυχή) είναι ανεμεμειγμένη με το σύμπαν∙ γι’ αυτό ίσως και ο Θαλής πίστευε ότι ο κόσμος είναι γεμάτος θεούς»[12].  Η τελευταία γενίκευση του Αριστοτέλη ίσως είναι βασισμένη στο συμπέρασμα ότι ορισμένα φαινομενικά άψυχα αντικείμενα είναι ζωντανά, έχουν ψυχή, επειδή έχουν μια περιορισμένη δυνατότητα να κινούνται. «…πάντα πλήρη θεών είναι»: η διατύπωση αυτή μπορεί να υπονοεί ότι (αφού και τα φαινομενικά νεκρά πράγματα, όπως η πέτρα, είναι δυνατό να έχουν ένα είδος ψυχής) ο κόσμος στο σύνολό του εκδηλώνει μια δύναμη να αλλάξει και να κινείται, μια δύναμη που εξαιτίας της μονιμότητάς της, της έκτασής της και της πολυτροπίας της, πρέπει να θεωρηθεί θεία∙  απόρροια του γεγονότος ότι στο καθετί φωλιάζει κάποια μορφή αθάνατης ψυχής.[13]  Από τον επιστημονικό διάλογο που αναπτύχθηκε για το θέμα φαίνεται  ίσως είναι πιθανότερο ότι αυτό που εννοούσε ο Θαλής ήταν ότι όλα τα πράγματα στο σύνολό τους (κι όχι καθένα από αυτά ξεχωριστά) είναι διαποτισμένα από κάποια ζωική αρχή, αλλά υπάρχουν πολλά είδη ύλης από τα οποία λείπει αυτή η ζωική αρχή, με την κινητήρια δύναμή της. Η ουσία της αντίληψης του Θαλή ήταν ότι η ψυχή ή η ζωή καλύπτει ένα φάσμα πολύ μεγαλύτερο από όσο φαίνεται.[14]
 
Σύμφωνα με τον Ευ. Ρούσσο, η θά­λασ­σα είναι κοι­ταγ­μέ­νη από το Θα­λή οπωσδήποτε ως μή­τρα της ζωής και ίσως πιο γε­νι­κά ως πρώτο δο­μή­σι­μο υλικό του κό­σμου, όχι όμως ως λο­γι­κή αρχή, όπως ερμηνεύει η αριστοτελική σχο­λή. Ακόμα θα ήταν πρό­ω­ρο για το Θα­λή να έχει θε­ω­ρί­ες για τη δι­α­δι­κα­σί­α του μετασχηματισμού της ύλης, που οδηγεί στη δο­μή και τη λει­τουρ­γί­α του κό­σμου, και να έχει ασχοληθεί με εξειδικευμένα προ­βλή­μα­τα της φυσικής φι­λο­σο­φί­ας. Εν τέλει, η θάλασσα σχετίζεται με το στοιχείο του ρευστού, δηλαδή του μεταβλητού γίγνεσθαι. Ωστόσο, όσο είναι αλήθεια το ότι ο πρώτος συ­στη­μα­τι­κός νους πά­νω στο πρό­βλη­μα του κό­σμου είναι ο Αναξίμανδρος, άλλο τό­σο είναι αλήθεια και αυτό πού έχει ήδη πα­ρα­τη­ρή­σει ο Popper, ότι δη­λα­δή ὁ Αναξίμανδρος δί­νει απαντήσεις σε προ­βλή­μα­τα, που κα­τά κά­ποι­ον τρό­πο έχουν τεθεί από πριν, δη­λα­δή από το Θαλή.[15]
 
Γνωρίζουμε πως ο Αναξίμανδρος τοποθετούσε το άπειρον ως αρχήν του παντός: θεωρείται μάλιστα ο πρώτος που έκανε χρήση της λέξης αρχή για το σκοπό αυτό, όπως μας παραδίδεται από τις τρεις εκδοχές της άποψης του Θεόφραστου για τον Αναξίμανδρο: [16]  «Και η μήτρα από την οποία γεννήθηκαν τα πράγματα (το άπειρον) είναι η ίδια με αυτή στην οποία αποσυντίθενται, όπως είναι αναγκαίο να γίνει∙ γιατί τιμωρούνται και επανορθώνουν αμοιβαία για την αδικία, σύμφωνα με την τάξη του χρόνου…»[17].  Σύμφωνα με την ορθολογική και φιλολογικά ορθότερη ερμηνεία, το «Άπειρον» του Αναξίμανδρου  σήμαινε αυτό που δεν έχει όριο από την άποψη του χώρου, αφού δεν έχει βρεθεί καμιά πρώιμη χρήση της λέξης «άπειρος» με έννοια σαφώς μη χωρική[18].  Δεν είναι ξεκάθαρο όμως αν το Άπειρον είναι κάποιας μορφής ύλη, η οποία φυσικά δεν έμοιαζε με καμία μορφή από όσες είναι ήδη γνωστές, ή αντιθέτως μια θεϊκή ουσία που περικλείει την κίνηση, ενυπάρχει παντού λειτουργώντας με βούληση.  Κατά τον Αριστοτέλη το «άπειρον» σημαίνει μια ουσία ατελείωτη και θεία που τα πάντα περιέχει και τα πάντα κυβερνά[19].  Δηλαδή το άχρονο και πανταχού παρόν σύμπαν της σύγχρονης φυσικής. Κάθε σημείο του συμπαντικού χώρου είναι παντού, αντίληψη που καταργεί την τριμερή διάκριση του χρόνου σε παρελθόν, παρόν και μέλλον όπως αποδεικνύεται από τη λειτουργία των σημείων του κώνου φωτός που βρίσκονται συγχρόνως στην επιφάνεια και στο εσωτερικό του κώνου.
 
Μια πρώτη «φυσική ερμηνεία» του αποσπάσματος αυτού θα ήταν πως οι επιμέρους ουσίες εξήχθησαν, αποχωριζόμενες από την πρωταρχική ύλη, σαν ένα είδος πρωταρχικού χάους, σαν μια ακαθόριστη μάζα ζώσης ύλης, όπου στο μέλλον θα επανέλθουν μετά την αποσύνθεσή τους.  Υφίσταται, λοιπόν, κατά τον Αναξίμανδρο ένας πραγματικός κύκλος των υλικών στοιχείων. Διατύπωσε δηλαδή πρώτος την κοσμολογική θεωρία του χάους και της τάξεως[20].
 
Μίλησε για μία κοσμική ουσία η οποία αποτελεί το υπόβαθρο του κόσμου[21], ανάλογη της πεμπτουσίας. Ο Θεόφραστος έγραψε για τον Αναξίμανδρο:
 
«Λαμβάνοντες αυτό σαν δόξα, ότι υπάρχει μια ουσία σαν υπόστρωμα που πυκνώνεται και αποπυκνώνεται, τότε κατά την γνώμη της σχολής του Αναξίμανδρου οι υλικές αρχές είναι άπειρες, αλλά το αίτιον της κινήσεως είναι ένα. Αν το μείγμα των όντων είναι μία ουσία ακαθόριστη ως προς την μορφή της και το μέγεθός της, τότε καταλήγουμε ότι η αρχή των όντων είναι το άπειρον και αρχή της κινήσεως ο νους όπως είπε ο Αναξίμανδρος και ο Αναξαγόρας»[22].  Ο Αναξίμανδρος διατύπωσε ότι η αρχή των όντων είναι το άπειρο και άπειρες οι αρχές των όντων, αλλά η αρχή της κινήσεως είναι ο νους, αφού κατά τα λεγόμενά του «Τα αντίθετα πηγάζουν από το Εν και στο Εν ενυπάρχουν όπως είπαν και οι αρχαιότεροι»[23].  Ο Διογένης ο Λαέρτιος[24] προσδιορίζει το «άπειρον» του Αναξίμανδρου ως εξής: «Αυτός θεωρούσε ως αρχή και στοιχείο των όντων το άπειρον, χωρίς να προσδιορίζει αν αυτό είναι αέρας, νερό ή κάτι άλλο. Και έλεγε ότι τα μέρη μεταβάλλονται, αλλά το όλον παραμένει αμετάβλητο». Το σύμπαν –σύμφωνα με τις απόψεις του Αναξιμάνδρου– ήταν άπειρο σε έκταση και οι Κόσμοι άπειροι σε αριθμό. Από το στοιχείο «άπειρο», με την αέναη κίνηση εκκρίνονταν τα «εναντία» που ενυπάρχουν σ’ αυτό. Δηλαδή ο Αναξίμανδρος πίστευε ότι τα δύο αντίθετα στοιχεία πυρ και ύδωρ δεν μπορούσαν να συνυπάρξουν και βρίσκονταν σε αδιάκοπη σύγκρουση.
 
Με άλλα λόγια, αυτή η μεταφυσική έννοια του απείρου τον οδήγησε στη διαπίστωση ότι η άπειρη ύλη που κινείται μόνη της δεν είχε βέβαια ως ολότητα καμία συγκεκριμένη ιδιότητα, αλλά περιέκλειε τις ποιοτικές αντιθέσεις, και κατά την εξελικτική της διαδικασία τις ξεχώριζε από πάνω της. Το πρόβλημα αυτό είναι αμφιλεγόμενο και όλες οι υποθέσεις στηρίζονται σε χωρία από τον Αριστοτέλη[25] και τον Συμπλίκιο [26].  Ο Αναξίμανδρος έμεινε έτσι υλοζωϊστής, αφού θεωρούσε ότι  η ύλη κινείται μόνη της με έχοντας την άποψη ότι οι ποιοτικές διαφορές έπρεπε να μετατεθούν μέσα της («ἐνούσας τας ἐναντιότητας»), εφόσον απορρέουν από την ύλη κατά την αυτοδύναμη κίνησή της.  Ενώ, λοιπόν, από τη μια μεριά η αρχική ύλη δεν υφίσταται ποιοτικές μεταβολές, από την άλλη μεριά πίστευε όπως και οι άλλοι Μιλήσιοι ότι με βάση την ένωση των αντιθέσεων του θερμού και του ψυχρού που, κατά την άποψή του είχαν, πρώτα αυτά, ξεχωρίσει από το άπειρο, μπορούσε να δώσει εξήγηση για το νερό βαδίζοντας στα χνάρια της Ωκεανικής γραμμής του Θαλή.[27]
 
Το άπειρον ισοδυναμεί νοηματικά με το δυνάμει Εν, καθώς κάτω από κάθε εικόνα κάποιου αισθητού όντος που βλέπουμε προκύπτει μια άλλη εικόνα αιτίου και αρχής που αναγωγικά οδηγεί στο Εν δυνάμει, η εικόνα του οποίου σε σχέση με αυτό είναι διαρκώς πεπερασμένη.  Σύμφωνα με τον Αριστοτέλη: «Ούτε είναι αναγκαίο να είναι ένα αισθητό σώμα πραγματικά άπειρο, για να συνεχίσει αέναα η γένεση∙ και αυτό γιατί η γένεση ενός πράγματος μπορεί να είναι η καταστροφή του άλλου και το σύνολο όλων των πραγμάτων να είναι πεπερασμένο»[28].  Το άπειρο μπορεί να είναι μαθηματικό (1+1+1+1,ν+1 κ.ο.κ.), ποιοτικό (διαίρεση μάζας σε μορφές, η διαίρεση της οποίας δεν σταματά) και  ποσοτικό. Κατ’ αυτό τον τρόπο βλέπουμε ότι το άπειρον του Αναξίμανδρου συνδέεται με το γίγνεσθαι μέσω αρχών. Ίσως μπορούμε να το φανταστούμε σαν μια «Λευκή οπή»[29] της σύγχρονης φυσικής ορολογίας που ξερνάει τον κόσμο σαν μια βροχόπτωση ύλης και ενέργειας και συγχρόνως σαν μια «μαύρη οπή» που τον απορροφά ξανά. Ίσως ακόμη μπορούμε να το συσχετίσουμε με το Υπερσύμπαν του Ινδού φυσικού J. Narlikar[30] που αποτελείται από άπειρα διαστελλόμενα σύμπαντα περιγράφοντας συγχρόνως τη συνολική δημιουργία σαν ένα ρευστό γεμάτο φυσαλίδες, οι οποίες αντιστοιχούν στα επάλληλα και ανεξάρτητα σύμπαντα. Τέλος αναλογίες μπορούμε να ανιχνεύσουμε και με την επικρατούσα σήμερα θεωρία δημιουργίας και εξέλιξης του σύμπαντος που περιγράφεται από τη θεωρία του πληθωρισμού του Α. Καζάνα και Α. Guth[31] σύμφωνα με την οποία πριν από τη γέννηση του σύμπαντος, υπήρχε ένα παράξενο υλικό το «Ψευδοκενό». Μια παράδοξη ιδιότητα του ψευδοκενού είναι ότι ακόμα κι όταν ο χώρος διαστέλλεται, η ενεργειακή του πυκνότητα να παραμένει σταθερή, ενώ μέσα του δημιουργείται αρνητική πίεση (δεν ταυτίζεται με την πίεση της κλασσικής φυσικής).
 
Επομένως, σημειώνουμε ότι ο Αναξίμανδρος με τη βασική του υπόθεση πως όλα προήλθαν από το «άπειρον» και ότι όλα εκεί θα καταλήξουν, δεχόταν, όπως υποστηρίζουν ο Αέτιος[32] και ο Σιμπλίκιος[33], ότι χιλιάδες Κόσμοι γεννιούνται και καταστρέφονται, όπως και ο δικός μας που κάποτε θα καταστραφεί. Δηλαδή ο Αναξίμανδρος, όπως άλλωστε και ο Δημόκριτος, δεχόταν ότι στο Σύμπαν υπάρχουν άπειρα κοσμικά συστήματα, ή άπειροι κόσμοι. Σύμφωνα με τον Στρ. Θεοδοσίου, ίσως ο Αναξίμανδρος να ξεχώριζε στο κοσμοείδωλό του τις απόψεις Κόσμος και Σύμπαν. Υποστήριζε, αφενός μεν την κεντρική θέση της Γης στον δικό μας Κόσμο, αφετέρου, δε, δεν δεχόταν την όποια κεντρική θέση της Γης σ’ ένα Σύμπαν, όπου υπάρχει άπειρο πλήθος άλλων κόσμων![34]
 
Συγκεκριμένα, τα τέσσερα στοιχεία της φύσης (το νερό, η γη, ο αέρας και η φωτιά) έχουν διαφορετική μεταξύ τους υφή∙ ο αέρας είναι ψυχρός, η φωτιά θερμή, η γη ξηρή, το νερό υγρό.  Τα τέσσερα στοιχεία της φύσης εξαιτίας της ανομοιογενούς σύστασής τους, βρίσκονται σε διαμάχη μεταξύ τους προσπαθώντας να επικρατήσει το ένα πάνω στο άλλο και να το απορροφήσει. Η ισορροπία μεταξύ τους εξασφαλίζεται με την παρέμβαση μιας φυσικής νομοτέλειας εν είδει δικαιοσύνης που διέπει τη σχέση των αντιμαχόμενων στοιχείων που είναι απαραίτητη για να υπάρξει ο κόσμος. Σύμφωνα με αυτή την πλέον διαδεδομένη και «επιστημονικά ορθή» ερμηνεία του αποσπάσματος (από τους φιλολόγους Kirk – Raven – Schofield), από το άπειρον προέρχονται τα «αντίθετα» (π.χ. ψυχρό – ζεστό, σκληρό-μαλακό). Στα αντίθετα αυτά το ένα από τα δύο υπερέχει του άλλου και έτσι δημιουργεί.  Η υπεροχή αυτή είναι μια μορφή «αδικίας» η οποία επανορθώνεται με την αποκατάσταση της ισότητας έναντι του «αδικούμενου» αντίθετου σε ένα συμμετρικό χρονικό διάστημα που συνέβη η «αδικία» αυτή[35]. Για τον W. Jaeger, ο όρος αλλήλοις υποδεικνύει πως ο Αναξίμανδρος αναφέρεται στο πως αναπτύσσονται τα πράγματα, το καθένα σε βάρος των υπολοίπων κι όχι σε κάποιο είδος αμαρτήματος.  Σύμφωνα με τον Μπ. Ράσελ, ο Αναξίμανδρος εφαρμόζει εδώ την λειτουργία της δικαιοσύνης, της ισομέρειας, της συμμετρίας της αρχαίας ελληνικής κοινωνίας στην διαδικασία επαναφοράς της ισορροπίας μεταξύ των όντων που ανταγωνίζονται αέναα.[36]
 
Ο Αναξιμένης αποδεχόταν κι αυτός, όπως όλοι οι άλλοι Ίωνες φιλόσοφοι, την βασική μονιστική αρχή της Ιωνικής Σχολής ότι τα πάντα πηγάζουν από μία αρχή και τελικά καταλήγουν σ’ αυτήν. Σύμφωνα με τις απόψεις του μεγάλου Έλληνα φιλοσόφου, αρχή των πάντων ήταν ο αέρας, που κατ’ αυτόν ήταν άπειρος, δηλαδή απροσδιόριστος και αιώνιος. Ο αήρ ήταν η αχανής υλική μάζα στην οποίαν αναγόταν γενετικά καθετί που υπήρχε.  Έλεγε πως και ο αέρας όπως και ο κόσμος είναι έμψυχος και έτσι εξηγούσε την κανονικότητα του κόσμου[37]. Οι φυσικές μεταβολές εξηγούνται ως αποτέλεσμα ιδιοτήτων του αέρα. Ο αέρας είναι η θεμελιώδης ουσία που διαπερνά τα πάντα.  Ο Αναξιμένης υπερβαίνοντας την απλοϊκή και περιγραφική κοσμογονία, φθάνει στη λογική κοσμολογία.  Ο καθαρός λόγος του Αναξιμένη και το ότι εισήγαγε το ποσοτικό κριτήριο για τις ποιοτικές διαφορές τον κάνουν πρόδρομο της «λογικής εξήγησης». Ο Αναξιμένης ήταν ο πρώτος φυσιοδίφης, ο οποίος σε κάθε υλική μεταβολή έβλεπε μία αληθινή αιτία.
 
 Πολλοί μπορεί να είναι οι λόγοι για τους οποίους ο Αναξιμένης επέλεξε τον αέρα ως αρχή[38], είτε από παρατήρηση των φυσικών φαινομένων, π.χ. της βροχής που έρχεται από τα σύννεφα ή του νερού που φαινομενικά συμπυκνώνεται σε γη, είτε από την καθημερινή εμπειρία, όπως τουλάχιστον δείχνει το παράδειγμα της αναπνοής που χρησιμοποίησε. Ο Αναξιμένης συνέλαβε τη θεωρία του για τον μακρόκοσμο ξεκινώντας από τον μικρόκοσμο. Η μοναδική φράση που σώζεται από το βιβλίο του και ο καθοριστικός παράγοντας της επιλογής του, όμως, φαίνεται στο απόσπασμα που έχει διασωθεί: «Όπως η ψυχή μας, όντας αέρας, μας συγκρατεί, έτσι και πνεύμα και αέρας περιέχουν και συγκρατούν ολόκληρο τον κόσμο»[39].
 
Σύμφωνα με τον Στρ. Θεοδοσίου, ο αέρας του Αναξιμένη βρισκόταν σε συνεχή κίνηση, όπως ακριβώς το άπειρο του Αναξίμανδρου. Ο αέρας είναι ποσοτικά άπειρος και αυτό τον καθιστά ανεξάντλητη πηγή του γίγνεσθαι, ενώ ταυτόχρονα είναι ύλη, δεν είναι δηλαδή νεκρός, αλλά αντίθετα ζωντανή και αδιαχώριστη ύλη, επομένως δεν χρειάζεται εξωτερική δύναμη για να δράσει και είναι αδιαχώριστη από την κινούσα αιτία της, γεγονός που σημαίνει ότι η ύλη και η δύναμη δεν έχουν ακόμα διαχωριστεί ως αυτοτελείς οντότητες.  Τελικά από αυτή την αέναη κίνηση του αέρα δημιουργήθηκε όλη η ποικιλία φαινομένων και πραγμάτων. Από τον αέρα μέσω της αραίωσης προερχόταν το πυρ, ενώ μέσω της συμπύκνωσης του αέρα δημιουργήθηκαν τα ύδατα και η γη.  Έτσι, όλα τα πράγματα εντάσσονται σε μια ορισμένη βαθμίδα πάνω στην κοσμική κλίμακα θερμοκρασίας, η οποία αντιστοιχεί σε έναν ορισμένο βαθμό πυκνότητας της στοιχειακής ύλης, δηλαδή του αέρα. Η καθημερινή εμπειρία αποδεικνύει, ότι οι διαφορές μεταξύ των στοιχείων μπορούν να εξηγηθούν ποσοτικά μέσω της διαφορετικής πυκνότητας: ο αέρας είναι ψυχρός, όταν βγαίνει πιεσμένος από τα χείλη, αλλά θερμός όταν βγαίνει αραιός από το ανοιχτό στόμα[40].  Κατά τα λεγόμενά του: «Τον τα πάντα περιλαμβάνοντα και συνέχοντα και δι  ἀραιώσεως και πυκνώσεως πάντα τα ορατά και αισθητά παράγοντα»[41]. Γένεσις και φθορά κόσμων διαδέχονται ακατάπαυστα η μία την άλλη. Ο Αναξιμένης πρέσβευε, όπως και ο Αναξίμανδρος, ότι ο Κόσμος μας δεν ήταν ο μοναδικός που υπήρχε. Ταυτόχρονα υποστήριζε ότι η αχανής μάζα του αέρα περιείχε αναρίθμητους Κόσμους που συνεχώς γεννιούνταν και πέθαιναν, επιστρέφοντας στο αρχικό άπειρο αφού προϋπόθεση των μεταβολών του αέρα αποτελεί η συνεχής κινητικότητά του. Η κίνηση είναι η πιστοποίηση της ζωής, το χαρακτηριστικό της πολλαπλής πραγματικότητας. [42]
 
Μολονότι ο Αναξιμένης, υιοθέτησε το «άπειρον» του Αναξίμανδρου για να προσδιορίσει μ’ αυτό την βασική αρχή του, τον αέρα, εντούτοις δεν ακολούθησε την άποψη του προκατόχου του ως προς τα παράγωγά του πρωταρχικού αυτού υλικού στοιχείου. Αυτό σημαίνει ότι, ενώ στον Αναξίμανδρο έχουμε διαδοχή κόσμων, η φιλοσοφική σκέψη του Αναξιμένη μας οδηγεί στην ταυτόχρονη πολλαπλότητα κόσμων. Σύμφωνα με τον Στρ. Θεοδοσίου, η άποψή του αυτή αντικατοπτρίζει σύγχρονες απόψεις της Αστροφυσικής για άπειρους υπεραισθητούς κόσμους, που συνυπάρχουν με τον δικό μας, αλλά δεν γίνονται αισθητοί από εμάς. Επίσης, στην φιλοσοφία του παραλλήλισε τον Κόσμο και το άτομο, τον αέρα και την ψυχή, πράγμα που φαίνεται στην μόνη φράση που επιζεί από το έργο του: «Οίον η ψυχή, φησίν, η ημετέρα αήρ ούσα συγκρατεί ημάς, και όλον τον κόσμον πνεύμα και αήρ περιέχει»[43]. Αυτή η πρόταση περιέχει το σπέρμα της διδασκαλίας της Φυσικής για τον μακρόκοσμο και τον μικρόκοσμο, η οποία διαμορφώθηκε πολύ  αργότερα.[44] Ο κοσμικός αέρας η «πνευματική» ύλη αποτελεί την ύλη που ταυτίζεται με το «πνεύμα» ή την «ψυχή», την αρχή της ζωής. Ο «αήρ» είναι το μόνο στοιχείο που κατανέμεται κανονικά μέσα στο χώρο και ως τέτοιο είναι το κατάλληλο για να συνέχει, να περιέχει και να συγκρατεί τα πάντα. Και το πιο σπουδαίο είναι πως ο αέρας αποτελεί τη λεπτότερη ύλη που ταυτίζεται με το «πνεύμα» ή την «ψυχή», την αρχή της ζωής. Είναι η ακένωτη πηγή ζωής και ενέργειας για όλα τα πράγματα και αποτελεί υπόστρωμα όλων των μετασχηματισμών που λαμβάνουν χώρα στον κόσμο, μια πολύ κατάλληλη ύλη για να παραστήσει την αέναη δημιουργική ενέργεια του κόσμου. Ο κόσμος φαντάζει ως ένας μεγάλος ζωντανός οργανισμός που αναπνέει αέρα και εμψυχώνεται απ’ αυτόν. Σε αυτόν τον μεγάλο οργανισμό η ανθρώπινη ψυχή δεν είναι παρά μια λεπτή πνοή αέρα που κάνει τον ανθρώπινο οργανισμό να κρατιέται στη ζωή. Το βασικό βήμα όμως προς τον μαθηματικό ορθολογισμό, όπως θα δούμε στη συνέχεια, θα το κάνουν οι Πυθαγόρειοι.
 
Σύμφωνα με τον Κ. Βαμβακά, για τους πυθαγόρειους το σύμπαν διέπεται από σχέσεις μαθηματικού Λόγου και αριθμών[45]. Κατά την πυθαγόρεια κοσμογονία το σύμπαν δημιουργείται από το Έν∙ και καθώς έλκει και περικλείει το άπειρο, διαστέλλεται, ψύχεται, εισάγοντας συγχρόνως την έννοια του χρόνου και του χώρου-κενού. Είναι εντυπωσιακή η σύμπτωση της εικόνας αυτής με τις σύγχρονες περί δημιουργίας του κόσμου επιστημονικές αντιλήψεις. Η πυθαγόρεια «αντιχθών» η οποία έχει συσχετιστεί ως προς την σύγχρονη αντιύλη είναι ανοικτό πεδίο έρευνας.  Οι γνωστοί πλανήτες ήταν εννέα. Για το πυθαγόρειο φιλοσοφικό σύστημα το «δέκα» είναι ο τέλειος αριθμός. Θα πρέπει, επομένως, να υπάρχει και ένας δέκατος, αθέατος από τη Γη, πλανήτης, η «αντίχθων». Με γνώμονα μια μαθηματική θεωρία, προβλέπουν την ύπαρξη ενός σώματος, της «αντί-χθονος», δηλαδή της «αντι-γης», την οποία δεν μπορούν να εντοπίσουν αν και έχουν ενδείξεις της από εκλείψεις της Σελήνης.  Αυτή ακριβώς η μαθηματική ανακάλυψη θα καταστεί αιώνες αργότερα η «ατραπός» που θα οδηγήσει επιστήμονες όπως ο P.A.M. Dirac ο οποίος το 1928 θα αναπτύξει την πρώτη σχετικιστική μηχανική θεωρία της «αντι-ύλης». Το 1932  θα εντοπισθούν τα «αντι-ηλεκτρόνια» (ποζιτρόνια) στην κοσμική ακτινοβολία, επιβεβαιώνοντας έτσι μια κατ’ αρχήν καθαρά θεωρητική, μαθηματική πρόβλεψη.[46] Η αντιύλη είναι η μορφή της ύλης που αποτελείται από τα αντισωματίδια των σωματιδίων που συγκροτούν τη συνήθη ύλη. Σύμφωνα με μια υπόθεση για την εξήγηση της εξαφάνισης της αντιύλης, η αντιύλη υπάρχει σ’ ένα ξεχωριστό σύμπαν παράλληλο προς το δικό μας. Μια άλλη εξήγηση ίσως είναι ότι υπάρχουν αντικαόνια, αντισωματίδια που μπορούν να μεταμορφωθούν αυθόρμητα στο αντίστοιχο σωματίδιο τους.  Σύμφωνα με μια άλλη θεωρία, η ύλη και η αντιύλη δημιουργήθηκαν ταυτόχρονα τη στιγμή της Μεγάλης Έκρηξης. Αυτή η θεωρία δεν εξαιρεί την πιθανότητα ένα αντίθετο φαινόμενο να έχει συμβεί σε μια άλλη διάσταση, επομένως την πιθανότητα ότι υπάρχει άλλο σύμπαν στο οποίο η αντιύλη είναι αυτή που έχει το μικρό αριθμητικό προβάδισμα. Θα γινόταν τότε λόγος για αντισύμπαν.[47]
 
Για τους Ελεάτες σε πολύ γενικές γραμμές υπάρχουν τα στοιχεία αλλά μεταξύ τους επιδρούν δύο ορμές ή μία ορμή δύο εκφάνσεων, όπου κυρίως κατά τον Εμπεδοκλή είναι η Φιλότητα που οδηγεί στην συνένωση των τεσσάρων στοιχείων-ριζωμάτων-που είναι αγέννητα και θεμελιώδη – σε Έν ως ενέργεια ενιαία και το Νείκος το οποίο τα διασπά σε μορφές και είδη ενέργειας και το οποίο αποτέλεσε την αρχική ανάγκη διάσπασης των στοιχείων. Τα στοιχεία διασπώνται και συνθέτουν διάφορες μορφές ύλης οι οποίες είναι φθαρτές, ενώ τα ίδια τα στοιχεία παραμένουν πάντα άφθαρτα ως στοιχεία και ως ενέργεια. Η θεωρία περί της ισορροπίας της γης εις το κέντρο του κόσμου, την οποία εξηγεί ο Πλάτων στον «Τίμαιο» δεν διαφέρει πολύ από εκείνη του Εμπεδοκλή. Επίσης τόσο για τον Εμπεδοκλή όσο και για τον Πλάτωνα ο άνθρωπος είναι ο μικρόκοσμος του οποίου η υφή εξαρτάται από την υφή του Όλου. Η περιγραφή της ανθρώπινης φύσης από τον Πλάτωνα μας υπενθυμίζει τις εξηγήσεις του Εμπεδοκλή και των οπαδών του για το ίδιο θέμα.[48]
 
Η κοσμογονία του Εμπεδοκλή στο Περί Φύσεως περιγράφεται από τον Jean Brun σε τέσσερις φάσεις[49]:  Στην πρώτη φάση, το σύμπαν βρίσκεται σε κατάσταση τελειότητας και τα τέσσερα ριζώματα (δεν ταυτίζονται με τα τέσσερα φυσικά στοιχεία) που αποτελούν τις τέσσερις θεμελιώδεις υποστάσεις του κόσμου, είναι συγκεντρωμένα, σε ίση ποσότητα το καθένα, σχηματίζοντας ένα αδιαχώριστο μείγμα απ’ το οποίο η Φιλότης έχει εκδιώξει το Νεί­κος· τα πάντα είναι αρμονικά συγκεντρωμένα στο εσωτερικό του Σφαίρου.[50]  Σε δεύτερη φάση το Νείκος διεισδύει σιγά σιγά στον Σφαίρο ενώ τα μέλη του τελευταίου αρχίζουν να σειόνται[51]. Από τον διαχωρισμό του μείγματος γεννιούνται ο Ήλιος, οι αστέρες, οι πλανήτες, η Γη και όλα τα όντα του κόσμου. Η Γη καταλαμβάνει το κέντρο του σύμπαντος και γεννά τα ζώντα όντα, που καταλαμβάνουν σιγά σιγά την επιφάνειά της. Εδώ βρίσκεται ο κόσμος μας.  Όταν πια το Νείκος έχει θριαμβεύσει επί της Φιλότητας στην τρίτη φάση, καθένα από τα στοιχεία βρίσκεται συγκεντρωμένο ξέχωρα, καθώς τα όμοια πήγαν να συναντήσουν τα όμοιά τους. Έτσι, λοιπόν, δεν έχουμε πλέον μία αλλά τέσσερις ομόκεντρες σφαίρες: στο κέντρο βρίσκεται αυτή της Γης, στην συνέχεια αυτή του νερού, κατόπιν αυτή του αέρα και τέλος αυτή της φωτιάς. Στην τελευταία φάση η Φιλότης αναλαμβάνει το ρόλο της, αναμειγνύει τις τέσσερις σφαίρες, εκδιώκει το Νείκος στις εσχατιές του κόσμου και επανεγκαθιδρύει το ομοιογενές μείγμα, τον Σφαίρο. Τότε πια ο κύκλος μπορεί να ξαναρχίσει και πάλι από την αρχή. Η ύπαρξη σύνθετων όντων δεν είναι νοητή παρά κατά την δεύτερη και την τέταρτη φάση, εφόσον δεν υφίσταται έδαφος για διαχωρισμό κατά την πρώτη και για ένωση κατά την τρίτη. Τίποτα άρα απ’ όσα εμφανίζονται στον κόσμο δεν είναι αποτέλεσμα κάποιας διατάσσουσας τελικότητας· αντίθετα, είναι απόρροια μιας γιγαντιαίας, αιώνιας και δίχως ανάπαυλα σύγκρουσης.  Αυτήν την πρόταση του Εμπεδοκλή μπορούμε να τη συσχετίσουμε με τη «δίχως όρια πρόταση» των Hartl-Hawking σύμφωνα με την οποία ο χωροχρόνος δεν έχει αρχικό όριο.  Το σύμπαν ούτε καταστρέφεται ούτε δημιουργείται. Απλώς υπάρχει. Το ίδιο διατείνεται και ο Ηράκλειτος.
 
Ο πόλεμος και η σύγκρουση στοιχείων και δυνάμεων  αποτελεί μια από τις σημαντικότερες θεματικές του κοσμολογικού οράματος του Ηράκλειτου.  Ο Σκοτεινός φιλόσοφος υποστήριξε την ύπαρξη ενός αεί αείζωου αυξομειώμενου Πυρός το οποίο δεν το δημιούργησε κάποιος θεός αλλά υπήρχε, υπάρχει και θα υπάρχει δημιουργώντας διάφορες μορφές ενέργειας και είδη ύλης. Ορίζοντας το αείζωον Πυρ ως Ουσία του Παντός: «Τον Κόσμο αυτόν, που για όλους είναι ίδιος, ούτε Θεός ούτε άνθρωπος τον έφτιαξε, αλλά ήταν πάντοτε, είναι και θα είναι, φωτιά αιώνια που ανάβει με μέτρο και σβήνει με μέτρο»[52]. Θεωρεί τον Κόσμο ως ενιαία ύπαρξη που ούτε γεννήθηκε, ούτε θα πεθάνει ποτέ, αλλά απλώς ζει αιωνίως σε διαρκή ροή κι αδιάκοπη εναλλαγή των μορφών του. Το «πυρ» με τις μεταμορφώσεις του, αυτή η αιώνια εναλλαγή του υλικού που αποτελεί τον κόσμο, δημιουργεί την πολυμορφία του και κινούσα δύναμή του είναι ο πόλεμος. Ίσως μπορούμε να συσχετίσουμε το πυρ του Ηρακλείτου με την ενέργεια από τη θεωρία της σχετικότητας, όπου η ενέργεια και η ύλη είναι ουσιαστικά το ίδιο.  Αυτόν τον κόσμο που δεν τον έφτιαξε κανείς, κανείς επίσης δεν τον κατευθύνει. Είναι αυτοκυβερνώμενος από δυνάμεις που κλείνει μέσα του, για να τον κινούν και να του εξασφαλίζουν αιώνια ζωή.
 
Οι δυνάμεις αυτές βρίσκονται ασταμάτητα σε εγρήγορση, για να κάνουν αντιθετικά, διπολικά τα στοιχεία του παντός, επίγεια και επουράνια, έμψυχα και άψυχα, σε μια κατάσταση που την ονομάζει «πόλεμο».  Πρόκειται για μια μόνιμη κατάσταση, που επικρατεί στο σύμπαν ολόκληρο για τη λειτουργία «αντι-δράσεων» (όπως ο όρος χρησιμοποιείται από τους χημικούς) στο σύνολο του υπαρκτού κόσμου, με πρωταγωνιστές τις δυνάμεις που ενυπάρχουν στη φύση, που συνθέτουν και διασπούν τα σώματα, που δημιουργούν και διαλύουν καταστάσεις, που κάνουν το καθετί να γίνεται αντικείμενο διαδοχής από κάτι άλλο – την «ενέργεια» της σημερινής Φυσικής – δυνάμεις που θέτουν σε αέναη λειτουργία το περίφημο Ηρακλείτειο «γίγνεσθαι».  Διότι πόλεμος είναι όλες οι διεργασίες μέσα στη Φύση, άψυχων, έμψυχων, ανθρώπινων, όπως λέει στο απ. 80[53]. «ΠΑΝΤΑ ΡΕΙ»: ένα ασύλληπτο γίγνεσθαι που μεγαλοπρεπέστατα χύνεται μέσα στις χοάνες της αιωνιότητας, αρθρώνοντας τον Θείο Λόγο.[54]  Ο Ηράκλειτος είναι ο φιλόσοφος του αιώνιου γίγνεσθαι. Η κίνηση αυτή του γίγνεσθαι εκφράζεται με την συνεχή ροή του ποταμού που ολοένα ανανεώνεται. Η ύπαρξη του Πυρός δημιουργεί μαζί με τον λόγο ένα κόσμο άπειρο, άναρχο, ανώλεθρο, αυτορυθμιζόμενο που μετατρέπεται σε ποικίλες μορφές. Ο κόσμος αυτός είναι η αρμονία των αντιθέσεων.
 
Το κοσμολογικό όραμα του Ηράκλειτου είναι στη βάση του είναι ένα ποιητικό σύμπαν με θεολογικές αναφορές. Η σύμπασα φύση είναι γι’ αυτόν θρησκεία και μυσταγωγία, οπότε την αφουγκράζεται για να ακούσει το «λόγο» της – να αντιληφθεί την παρουσία και την αληθινή υφή του Ενός, τη θεϊκή έκφραση του Παντός που αντανακλάται στη ρήση των Ελεατών: «Εν το παν»[55].  Σύμφωνα με τον Ν. Δενδρινό, ο Ηρακλείτειος θεός, πρώτ’ απ’ όλα είναι το «Ένα» που ταυτίζεται με την ίδια την υπόσταση του κόσμου: το «πυρ» ως το στοιχειακό του υλικό∙ η «έρις» την οποία αυτό κλείνει μέσα του∙ και ο συνακόλουθος «πόλεμος» που, κατά τον τύπο του παραδοσιακού Δία, είναι πατέρας και βασιλιάς των πάντων[56].  Έρις λοιπόν και πόλεμος, για να έχει το πυρ ζωντάνια, κίνηση, δύναμη να μεταμορφώνεται σε ό,τι βλέπουμε και νιώθουμε στο χώρο μας. Είναι ακόμη η «Δίκη» και το «μέτρο» για το οποίο αυτή επιτηρεί άγρυπνη, ώστε να μη συμβαίνουν παραστρατήματα, και η κίνηση να συνεχίζεται ομαλά και αιώνια. Ως συμπλήρωμα, είναι επίσης ο «λόγος», η φωνή που η φύση με τα φαινόμενά της απευθύνει στις έλλογες υπάρξεις της, για να την ακούσουν και να ρυθμίσουν την πορεία τους ανάλογα. Πρόκειται για την φυσική, λογική και ηθική τάξη του κόσμου.[57]
 
Η κεντρική ιδέα της φυσικής του είναι αυτή του κύκλου και της αρμονίας των αντιθέτων (παλίντονος, αφανής αρμονία). Καθοδική κίνηση είναι αυτή της φωτιάς (διαμέσου μιας συμπύκνωσης) που τίκτει τη θάλασσα, από την οποία πάλι γεννώνται από τη μια η γη κι από την άλλη οι στρόβιλοι του ανέμου (εις άπειρον έκπτωσις).  Η αντίθετη, ανοδική κίνηση (διαμέσου μιας συμπύκνωσης) επαναφέρει τη γη στο νερό και το νερό στη φωτιά μέσω των ξηρών εκπνοών που τρέφουν τα άστρα και ιδιαίτερα του Ήλιου: γιατί οι εκπνοές αυτές συνιστούν την κατ’ εξοχήν ασώματη αρχή, από την οποία τα πάντα απορρέουν κι η οποία βρίσκεται σε αέναη ροή. Βρίσκουμε λοιπόν και πάλι μέσα σε αυτή τη φυσική εξήγηση των ατμοσφαιρικών φαινομένων όχι μόνο το θέμα της ανακύκλησης και της ενότητας των αντιθέτων, αλλά και αυτό του επιμερισμού του Ενός σε πολλά και της επιστροφής του πολλαπλού στο πρωταρχικό Εν.  Τα πράγματα δεν «είναι» αλλά «γίνονται».  Το «γίγνεσθαι» είναι η νομοτέλεια της φύσης που προκύπτει από την ενότητα των αντιθέσεων στην αέναη κυκλική εναλλαγή της ύλης μέσα στο σύμπαν.  Από την πάλη των στοιχείων γεννιέται η αρμονία. Δίχως την «εναντιοτροπία» αυτή, όπως την λέει, δεν θα υπήρχε ζωή.  Έτσι το σύμπαν είναι κάθε στιγμή μια διχασμένη και συνάμα αποκαθιστάμενη ενότητα (ἓν διαφερόμενον ἑαυτῷ) ένας πόλεμος που βρίσκει τη συμφιλίωσή του, μια στέρηση που βρίσκει την πλήρωσή της.  Με διαρκώς επαναλαμβανόμενο ρυθμό και σε σταθερά χρονικά διαστήματα ο κόσμος γεννιέται από τη φωτιά, και ύστερα φλέγεται πάλι, για να ξαναβγεί από μέσα της σαν φοίνικας. Οι παραστάσεις του Ηράκλειτου για τη φύση – ιδιαίτερα οι αστρονομικές – είναι αδύνατες στις λεπτομέρειές τους. Ο μεταφυσικός στοχασμός έχει γι’ αυτόν μεγαλύτερη σημασία από την έρευνα για ερμηνεία των πραγμάτων. Το ίδιο συναντούμε και στον Παρμενίδη.[58]
 
Κατά την ακατάπαυστη εναλλαγή όλων των πραγμάτων κανένα επιμέρους πράγμα δεν έχει υπόσταση εκτός από την τάξη, σύμφωνα με την οποία συντελείται η εναλλαγή των αντιθετικών κινήσεων, ο νόμος της αλλαγής. Αν κατά την πάλη των αντιθέσεων φαίνεται πως γεννιέται διαρκώς κάτι νέο, στην πραγματικότητα το νέο αυτό είναι ταυτόχρονα κάτι που ήδη τείνει να χαθεί.  Το γίγνεσθαι του Ηράκλειτου δεν γεννά κανένα είναι – έτσι όπως και από το είναι του Παρμενίδη δεν γεννιέται κανένα γίγνεσθαι. [59]
 
Αργότερα με τους Ατομικούς και κυρίως τον Δημόκριτο, τον Λεύκιππο και τον Αρχιμήδη έχουμε την αποκλειστική παρατήρηση επί των ατόμων και των φυσικών φαινομένων στο πεδίο του γίγνεσθαι. Ο Δημόκριτος θεωρεί το «Παν» ως άπειρο, αδημιούργητο και αμετάβλητο. Το σύμπαν αποτελείται από το πλήρες (Ον) και το κενό (Μη Ον). Αυτό το κενό είναι η πρωταρχική κατάσταση του Χώρου-Χάους, του μαθηματικού χώρου, που μπορούμε επίσης να την συνδέσουμε με την έννοια του μορφογεννητικού πεδίου της σύγχρονης επιστήμης. Σε μια πρωτοκοσμική κατάσταση πολλά άτομα εκινούντο συνεχώς εντός του κενού, χωρίς η κατάστασή τους να τα επιτρέπει να μπορούν να ενωθούν μεταξύ τους. Πρόκειται για την πρωταρχική κατάσταση της ύλης, όπου τα πάντα υπάρχουν χωρίς να εκδηλώνονται. Κάποια στιγμή δημιουργήθηκε ένας στρόβιλος. Μέσα από την στροβιλώδη κίνησή τους τα άτομα αρχίζουν να αλληλεπιδρούν και να σχηματίζουν τις πρώτες ενώσεις ατόμων. Τα ενωμένα άτομα σχηματίζουν ένα σφαιροειδές περιστρεφόμενο σύστημα. Κατά την περιστροφική αυτή κίνηση τα βαρέα άτομα οδεύουν προς το κέντρο, ενώ τα ελαφρύτερα οδεύουν προς την περιφέρεια. Αποσπώμενα τμήματα του στοβιλιζομένου σφαιροειδούς συστήματος σχηματίζουν τα άστρα.  Σύμφωνα με τον Χ. Σπυρίδη, στα παραπάνω βρίσκουμε συμπτώσεις ή ομοιότητες ή αντιγραφές μεταξύ των θέσεων των ατομικών φιλοσόφων, του Πλάτωνος στην «Γένεση Ψυχής Κόσμου» και της σύγχρονης κοσμολογικής θεωρίας της Μεγάλης Έκρηξης. Η σφαιρική συμπύκνωση θα μπορούσε να θεωρηθεί σαν την ένωση «ταυτόν» + «θάτερον» + «ουσία» από την οποία ο δημιουργός αποκόπτει τμήματα και δημιουργεί τον Κόσμο ή σαν το πρωταρχικό άτομο του big bang που εξερράγη και δημιουργήθηκε το σύμπαν.[60]
 
Οι Προσωκρατικοί είναι αυτοί που για πρώτη φορά διατύπωσαν μια σειρά αρχών, με την αναγωγή της φαινομενικής πολλαπλότητας και αταξίας του κόσμου σε μια στα­θερή αρχή. Η αποδοχή μιας νομοτελειακής, αποκλειστικά φυσικής αιτιότητας εκπορεύεται από την πεποίθησή τους ότι τα φυσικά φαινόμενα και οι φυσικοί νόμοι υπόκεινται στην κριτι­κή, ορθολογική διερεύνηση του ανθρώπινου νου. Ο άνθρωπος-παρατηρητής, αναπόσπαστο μέρος της φύσης επιχειρεί για πρώτη φορά στην ιστορία του πνεύματος τη μαθηματικοποίηση της φύσης, την αναγωγή της ποιότητας στην ποσότητα, τον αλληλοσυσχετισμό, τη διασύνδεση όλων των όντων και την συνένωση αντίθετων εννοιών. Η Μετατόπιση του κύριου βάρους από την ύλη στις διεργασίες ανέδειξε την εγγενή δυναμική και την αμφίδρομη ισορροπία  της φύσης αλλά και την εξελικτική διαδικασία των φαινομένων της.[61]
-------------------
ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
[1]  Πλάτων, Παρμενίδης, 137c – 166c. Ο διάλογος Παρμενίδης του Πλάτωνος εξετάζει το Εν, την πρώτη αιτία Θεών και ανθρώπων.  Υποθέσεις περί του Ενός: 1η Υπόθεση: το «ει εν εστίν» εξαίρει την έννοια της ενότητας απέναντι στην έννοια του όντος. Παρμένο το Εν ως μονάδα σε απόλυτη σημασία και άσχετα προς τα άλλα. 2η Υπόθεση: «Εν ει εστί»: εξαίρεται περισσότερο η έννοια της ουσίας, της υπάρξεως, και τότε προκύπτουν τα αντίθετα αποτελέσματα από αυτά της πρώτης υποθέσεως. 3η Υπόθεση: Το Εν υπάρχει σχετικά και απόλυτα. Συνδιαλλαγή των αντιφατικών συνεπειών των δύο προηγουμένων υποθέσεων. 4η Υπόθεση: Το Εν παρμένο σχετικά με τα όλα. Τότε προκύπτουν για αυτά οι ακόλουθες συνέπειες σε σχέση με το Εν:
1.Ως μέρη του Ενός είναι μέρη της ιδέας.
2.Είναι ένα όλο τέλειο που έχει μέρη.
3.Και το όλο και τα μέρη μετέχουν στο Εν.
4.Είναι όμοια (ως προς τις εν-περιέχουσες εννάδες) και ανόμοια με τον εαυτό τους (ως διαφορετικά όντα) και θα έχουν τα χαρακτηριστικά της αμοιβαίας ταυτότητας και διαφοράς της κινήσεως και της ηρεμίας και γενικά όλες τις αντίθετες ιδιότητες. (157b – 159b).
5η Υπόθεση:Το Εν παρμένοσε απόλυτη σημασία ως καθαρό Εν άσχετο από τα άλλα. Βλ. για το θέμα: Κεφάλας, Ευ., «Πλατωνικός «Παρμενίδης», ο ακρογωνιαίος λίθος της Ελληνικής Φιλοσοφίας & Θεολογίας και κατ’ επέκταση του Ελληνικού Θρησκεύειν!
[2] Windelband, W. – Heimsoeth, H., Εγχειρίδιο Ιστορίας της Φιλοσοφίας,  μτφρ.  Ν. Μ. Σκουτερόπουλος, Μορφωτικό  Ίδρυμα  Εθνικής Τραπέζης, Αθήνα 19913   (1980), τόμ. 1,  σ. 50.
[3] Πλάτων, Τίμαιος 34a – 37b.
[4]  Πλάτων, Τίμαιος, εισαγωγή, μετάφραση, σχόλια: Βασίλης Κάλφας, εκδ. Πόλις, Αθήνα 1995. Η ψυχή των ανθρώπων είναι μέρος της «Ψυχής του Κόσμου». Τα σώματα των ανθρώπων, όπου και κατοικεί τούτη η ψυχή, είναι ένα κράμα των τεσσάρων στοιχείων: του νερού, του αέρα, της γης και της φωτιάς.
[5] «Η Γενική Θεωρία της Σχετικότητας του Αϊνστάιν ανατρέπει το νόμο της βαρύτητας του Νεύτωνα»
[6] Αριστοτέλης, Περί ουρανού Γ 5, 303b 10.
[7]  Αριστοτέλης, Μετά τα Φυσικά, Α, 3, 983 b, Αριστοτέλης, Περί Ουρανού, Β, 13, 294 a 28:  «οἱ δ’ ἐφ’ ὕδατος κεῖσθαι. τοῦτον γὰρ ἀρχαιότατον παρειλήφαμεν τὸν λόγον, ὅν φασιν εἰπεῖν Θαλῆν τὸν Μιλήσιον, ὡς διὰ τὸ πλωτὴν εἶναι μένουσαν ὥσπερ ξύλον ἤ τι τοιοῦτον ἕτερον (καὶ γὰρ τούτων ἐπ’ ἀέρος μὲν οὐθὲν πέφυκε μένειν, ἀλλ’ ἐφ’ ὕδατος), ὥσπερ οὐ τὸν αὐτὸν λόγον ὄντα περὶ τῆς γῆς καὶ τοῦ ὕδατος τοῦ ὀχοῦντος τὴν γῆν».
[8] Αριστοτέλης, Μετά τα Φυσικά, Α, 983 b 6 : «τῶν δὴ πρώτων φιλοσοφησάντων οἱ πλεῖστοι τὰς ἐν ὕλης εἴδει μόνας ᾠήθησαν ἀρχὰς εἶναι πάντων: ἐξ οὗ γὰρ ἔστιν ἅπαντα τὰ ὄντα καὶ ἐξ οὗ γίγνεται πρώτου καὶ εἰς ὃ φθείρεται τελευταῖον, τῆς μὲν οὐσίας ὑπομενούσης τοῖς δὲ πάθεσι μεταβαλλούσης, τοῦτο στοιχεῖον καὶ ταύτην ἀρχήν φασιν εἶναι τῶν ὄντων, καὶ διὰ τοῦτο οὔτε γίγνεσθαι οὐθὲν οἴονται οὔτε ἀπόλλυσθαι, ὡς τῆς τοιαύτης φύσεως ἀεὶ σωζομένης…  εὶ γὰρ εἶναί τινα φύσιν ἢ μίαν ἢ πλείους μιᾶς ἐξ ὧν γίγνεται τἆλλα σωζομένης ἐκείνης. τὸ μέντοι πλῆθος καὶ τὸ εἶδος τῆς τοιαύτης ἀρχῆς οὐ τὸ αὐτὸ πάντες λέγουσιν, ἀλλὰ Θαλῆς μὲν ὁ τῆς τοιαύτης ἀρχηγὸς φιλοσοφίας ὕδωρ φησὶν εἶναι (διὸ καὶ τὴν γῆν ἐφ’ ὕδατος ἀπεφήνατο εἶναι), λαβὼν ἴσως τὴν ὑπόληψιν ταύτην ἐκ τοῦ πάντων ὁρᾶν τὴν τροφὴν ὑγρὰν οὖσαν καὶ αὐτὸ τὸ θερμὸν ἐκ τούτου γιγνόμενον καὶ τούτῳ ζῶν (τὸ δ’ ἐξ οὗ γίγνεται, τοῦτ’ ἐστὶν ἀρχὴ πάντων), διά τε δὴ τοῦτο τὴν ὑπόληψιν λαβὼν ταύτην καὶ διὰ τὸ πάντων τὰ σπέρματα τὴν φύσιν ὑγρὰν ἔχειν, τὸ δ’ ὕδωρ ἀρχὴν τῆς φύσεως εἶναι τοῖς ὑγροῖς».
[9] Αριστοτέλης, Μετά τα Φυσικά, Α, 983 b 6.
[10] Kirk, G.S. – Raven, J.E. – Schofield, M., Οι Προσωκρατικοί φιλόσοφοι, μετ. Δημοσθένης Κούρτοβικ, ε΄ ανατύπωση, Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης, Αθήνα 2014, σ. 101-109.
[11] Αριστοτέλης, Περί ψυχής Α 2, 405 a 19.
[12] Αριστοτέλης, Περί ψυχής Α 5, 411 a 7.
[13] Ο ισχυρισμός του Χοιρίλου από την Ιασό (3ος-2ος αι π.Χ.) που αναφέρεται από τον Διογένη Λαέρτιο Ι, 24 (DK 11 a 1) ότι σύμφωνα με τον Θαλή η ψυχή είναι αθάνατη, είναι προφανές ένα αθέμιτο συμπέρασμα που οφείλεται μάλλον σε μια στωική παραποίηση.
[14] Kirk, G.S. – Raven, J.E. – Schofield, M., ό.π, σ. 101-109.
[15] Ρούσσος, Ευ., «Η κοσμολογία της Μιλήτου». Το άρθρο δημοσιεύτηκε στην περιοδική έκδοση του Κέντρου Φιλοσοφικών Ερευνών «ΔΕΥΚΑΛΙΩΝ» (τεύχος 11).
[16] DK 12 a 9, DK 12 a 11, DK 12 a 10.
[17]  Simplikios in Phys., p. 24, 13sq.; Theophrastos, Phys. op. fr. 2 Diels (DK 12 A 9, B 1):
«Ἀναξίμανδρος μἐν Πραξιάδου Μιλήσιος Θαλοῦ γενόμενος διάδοχος καὶ μαθητὴς ἀρχήν τε καὶ στοιχεῖον εἴρηκε τῶν ὄντων τὸἄπειρον, πρῶτος τοῦτο τοὔνομα κομίσας τῆς ἀρχῆς. λέγει δ’ αὐτὴν μήτε ὕδωρ μήτε ἄλλο τι τῶν καλουμένων εἶναι στοιχείων, ἀλλ’ ἑτέραν τινὰ φύσιν ἄπειρον,ἐξ ἧς ἅπαντας γίνεσθαι τοὺς οὐρανοὺς καὶ τοὺς ἐν αὐτοῖς κόσμους· ἐξ ὧν δὲ ἡ γένεσίς ἐστι τοῖς οὖσι, καὶ τὴν φθορὰν εἰς ταῦτα γίνεσθαι κατὰ τὸ χρεών· διδόναι γὰρ αὐτὰ δίκην καὶ τίσιν ἀλλήλοις τῆς ἀδικίας κατὰ τὴν τοῦ χρόνου τάξιν, ποιητικωτέροις οὕτως ὀνόμασιν αὐτὰ λέγων. δῆλον δὲ ὅτι τὴν εἰς ἄλληλα μεταβολὴν τῶν τεττάρων στοιχείων οὗτος θεασάμενος οὐκ ἠξίωσεν ἕν τι τούτων ὑποκείμενον ποιῆσαι, ἀλλά τι ἄλλο παρὰ ταῦτα· οὗτος δὲ οὐκ ἀλλοιουμένου τοῦ στοιχείου τὴν γένεσιν ποιεῖ, ἀλλ’ ἀποκρινομένων τῶν ἐναντίων διὰ τῆς αἰδίου κινήσεως».
[18] Kirk G.S. – Raven J.E. – Schofield M., ό.π, σ. 119.
[19] Αριστοτέλης, Φυσ. Γ 4, 203 b 7. Επίσης Hippolytos, Haer. I 6,1 sq. (DK 12 A11, B 2): «Ἀναξίμανδρος Πραξιάδου Μιλήσιος. οὗτος ἀρχὴν ἔφη τῶν ὄντων φύσιν τινὰ τοῦ ἀπείρου, ἐξ ἧς γίνεσθαι τοὺς οὐρανοὺς καὶ τὸν ἐν αὐτοῖς κόσμον. ταύτην δ’ ἀίδιον εἶναι καὶ ἀγήρω, ἣν καὶ πάντας περιέχειν τοὺς κόσμους. λέγει δὲ χρόνον ὡς ὡρισμένης τῆς γενέσεως καὶ τῆς οὐσίας καὶ τῆς φθορᾶς. (2) οὗτος μὲν ἀρχὴν καὶ στοιχεῖον εἴρηκε τῶν ὄντων τὸ ἄπειρον, πρῶτος τοὔνομα καλέσας τῆς ἀρχῆς. πρὸς δὲ τούτωι κίνησιν ἀίδιον εἶναι, ἐν ἧι συμβαίνει γίνεσθαι τοὺς οὐρανούς».
[20] Συμπλίκιος ,Φυσ. 24,13.
[21] Συμπλίκιος ,Φυσ. 154.
[22] Θεόφραστος, Φυσική Ιστορία-δόξαι απ. 4 D479.
[23] Αριστοτέλης, Φυσικά 187Α 20.
[24] Διογένης Λαέρτιος, Φιλ. Βίοι ΙΙ, Ι: «Ούτος έφασκεν αρχήν καί στοιχείον τό άπειρον. Ου διορίζων αέρα ή ύδωρ ή άλλο τι, και τά μέν μέρη μεταβάλλειν, τό δέ παν αμετάβλητον είναι».
[25] Αριστοτέλης, Φυσικά 1, 4, 187a 20.
[26] Σιμπλίκιος, Φυσ. 33r, 154, 14.
[27] Windelband, W. – Heimsoeth, H., ό.π., τόμ. 1, σ. 61.
[28] Αριστοτέλης, Φυσικά Γ8, 208 a 8. Kirk, G.S. – Raven, J.E. – Schofield, ό.π., σ. 123.
[29] «Η γέφυρα Einstein – Rosen»
[30] Narlikar, J.V., Introduction to Cosmology. Cambridge University Press, 1993.
[31] «Το πληθωριστικό σύμπαν»
[32] «Αναξίμανδρος δέ Πραξιάδου Μιλήσιος φήσι των όντων αρχήν είναι τό άπειρον· εκ γάρ τούτου πάντα γίγνεσθαι καί εις τούτο πάντα φθείρεσθαι. διό και γεννάσθαι άπειρους κόσμους καί πάλιν φθείρεσθαι εις τό εξ ου γίγνεσθαι» [Αέτ. de plac. I 3, 3 (D.227)].
[33] Ο Σιμπλίκιος [Περί Ουρανού (De Caelo) 615, 15] αναφέρει: «Άπειρον δέ πρώτος υπέθετο, ίνα έχη χρήσθαι πρός τάς γενέσεις αφθόνως ή καί κόσμους δέ απείρους ούτος καί έκαστον των κόσμων εξ απείρου του τοιούτου στοιχείου υπέθετο ως δοκεί». Στον Αναξίμανδρο επίσης αποδίδεται άποψη ότι το άπειρον είναι πηγή πολλών κόσμων (Simplicius, Εις Φυσ., 24, 17).
[34] Θεοδοσίου, Στρ., «To άπειρον του Αναξιμάνδρου στην Κοσμογονία και η  απειρία των κόσμων στην Κοσμολογία», εισήγηση στην εκδήλωση της Ένωσης Ελλήνων Φυσικών με θέμα: «Ανθρωπισμός μέσα από τη φιλοσοφία των Φ.Ε.», Μάρτιος 2007, Αθήνα, σ. 5.
[35] Kirk, G.S. – Raven, J.E. – Schofield, ό.π., σ. 118-126.
[36] Ράσελ, Μπ., Η ιστορία της δυτικής φιλοσοφίας, «Οι Προσωκρατικοί», μτφ. Αι. Χουρμούζιος, τόμος Α΄, εκδόσεις Αρσενίδη, Αθήνα. Βλ. Jean Brun στο Οι Προσωκρατικοί, μτφ. Ανδρέα Τάκη, εκδ. Χατζηνικολή,  Αθήνα 1992, σ. 17-22.
[37] Ψευδο-Πλούταρχος: «Αναξιμένην δε φασι την των όλων αρχήν τον αέρα ειπείν και τούτον είναι τω μεν μεγέθει άπειρον, ταις δε περί αυτόν ποιότησιν ωρισμένον» {[Plut.] Strom. 3 (D 579)}.
[38] Σιμπλίκιος Εις τα Φυσικά 24, 26 [DK 1345].
[39] Αέτ. 1,3,4.
[40] Πλουτ. Περί τοῦ πρώτου ψυχροῦ 7,947 F.
[41] Ψευδο-Πλούταρχος, Στρωματείς, 3 [DK 13A6].
[42] Θεοδοσίου, Στρ. : Η εκθρόνιση της Γης – Η διαπάλη του γεωκεντρικού με το ηλιοκεντρικό σύστημα, εκδόσεις Δίαυλος, Αθήνα 2007. Επίσης βλ. από την ίδια πηγή:  «Αναξιμένης ο Μιλήσιος “Αήρ και πολλαπλοί κόσμοι”»
[43] Αέτ. I 3, 4 (D. 278).
[44] Θεοδοσίου, Στρ. : Η εκθρόνιση της Γης – Η διαπάλη του γεωκεντρικού με το ηλιοκεντρικό σύστημα, ό.π. Επίσης βλ. από την ίδια πηγή: «Αναξιμένης ο Μιλήσιος “Αήρ και πολλαπλοί κόσμοι”»
[45] Αριστοτέλης, Μετά τα Φυσικά, 986a2: «Τόν ὅλον οὐρανόν ἁρμονίαν εἶναι καὶ ἀριθμόν».
[46] Βαμβακάς, Κ., Οι θεμελιωτές της Δυτικής Σκέψης Ένας διαχρονικός παραλληλισμός μεταξύ Προσωκρατικού στοχασμού, Φιλοσοφίας και Φυσι­κής Επιστήμης – Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, 2001, σ. 178-179.
[47] Αντιύλη: https://el.wikipedia.org/wiki/%CE%91%CE%BD%CF%84%CE%B9%CF%8D%CE%BB%CE%B7
[48] Πλάτων, «Τίμαιος», εις.-μτφρ.-σχ. Θ. Βαυζιώτης, Χ. Παπαναστασίου, εκδ. Ι. Ζαχαρόπουλος, Αθήνα χ.χ., σ. 15.
[49] Brun, J., Οι Προσωκρατικοί, μτφ. Ανδρέα Τάκη, εκδ. Χατζηνικολή, Αθήνα 1992, σ. 76-77.
[50] DK C27: «Εκεί, ούτε του ήλιου τα γοργά τα μέλη ξεχωρίζουν
     ούτε ο γιαλός ούτε η ορμή της γης η δασωμένη.
           Έτσι ακουμπά μες στον πυκνό της Αρμονίας τον κόρφο
           κυκλόμορφος καμαρωτός στη μοναξιά του ο Σφαίρος».
[51] DK C31.
[52] DK B30: «κόσμον τόνδε, τὸν αὐτὸν ἁπάντων, οὔτε τις θεῶν οὐτε ἀνθρώπων ἐποίησεν, ἀλλ’ ἦν ἀεὶ καὶ ἔστιν καὶ ἔσται πῦρ ἀείζωον, ἁπτόμενον μέτρα καὶ ἀποσβεννύμενον μέτρα».
[53] DK B 80: «εἰδέναι δὲ χρὴ τὸν πόλεμον ἐόντα ξυνόν, καὶ δίκην ἔριν, καὶ γινόμενα πάντα κατ’ ἔριν καὶ χρεών».
[54]DK B 67: «ὁ θεὸς ἡμέρη εὐφρόνη, χειμὼν θέρος, πόλεμος εἰρήνη, κόρος λιμός [τἀναντία ἅπαντα· οὗτος ὁ νοῦς], ἀλλοιοῦται δὲ ὅκωσπερ πῦρ, ὁπόταν συμμιγῇ θυώμασιν, ὀνομάζεται καθ’ ἡδονὴν ἑκάστου».
[55] Πλάτων, Παρμενίδης.
[56] DK B53: «πόλεμος πάντων μὲν πατήρ ἐστι, πάντων δὲ βασιλεύς, καὶ τοὺς μὲν θεοὺς ἔδειξε τοὺς δὲ ἀνθρώπους, τοὺς μὲν δούλους ἐποίησε τοὺς δὲ ἐλευθέρους».
[57] Δενδρινός, Ν., Κήρυγμα για στάση ζωής – Μια εξ υπαρχής προσέγγιση στον ηρακλείτειο στοχασμό, εκδ. Παπαζήση, Αθήνα 1996, σ. 121-160.
[58] Windelband, W. – Heimsoeth, H.,  τόμ. 3,  ό.π., σ. 62-63.
[59] Windelband, W. – Heimsoeth, H.,  τόμ. 3,  ό.π., σ. 63.
[60] Σπυρίδης, Χ., «Το big bang κατά Πλάτωνα (Τίμαιος, 35a1-36b6)»:  http://users.uoa.gr/~hspyridis/bigbang.pdf (σ. 6). Δανέζη, Ε., «Κοσμολογικές απόψεις του Δημοκρίτου και σύγχρονη Φυσική», Πανελλήνιο Αστρονομικό Συνέδριο, Σάμος 1999.
[61] Βαμβακάς, Κ., ό.π., σ. 77-97.