Ο Διογένης ο Λαέρτιος αποδίδει στον Πυθαγόρα, τον 6ο αιώνα π.Χ., την πρώτη χρήση της λέξης, καθώς και την ταπεινή διαπίστωση πως κανένας άνθρωπος δεν είναι πραγματικά σοφός, παρά μονάχα ο θεός. Το ίχνος της λέξης εντοπίζεται ακόμη νωρίτερα, σε ένα απόσπασμα που αποδίδεται στον Ηράκλειτο, όπου διατυπώνεται η απαίτηση οι φιλόσοφοι να γνωρίζουν πολλά πράγματα.
Η φιλοσοφία δίδαξε τον άνθρωπο να σκέφτεται λογικά, μέσα από τη λογική και την παρατήρηση, αναζητώντας απαντήσεις στα ερωτήματα για την προέλευση του κόσμου και του ίδιου του ανθρώπου. Ο Bertrand Russell την περιέγραψε ως δεξαμενή γνώσεων που παραμένουν ακόμη ανέτοιμες για ειδική επιστημονική διαπραγμάτευση.
Από τον 6ο αιώνα π.Χ. έως την κλασική περίοδο αναδύθηκαν στον ελλαδικό χώρο η Πυθαγόρεια, η Ιωνική, η Ελεατική σχολή, ο Πλατωνισμός, η Περιπατητική σχολή του Αριστοτέλη, η Σοφιστική, η Κυνική, η Επικούρεια και άλλα ρεύματα σκέψης, τα περισσότερα αλληλοεπηρεαζόμενα, με διαφορές όμως μεταξύ τους. Οι πρώτοι φιλόσοφοι υπήρξαν ταυτόχρονα και οι πρώτοι πανεπιστήμονες.
Ο Πυθαγόρας δίδαξε πως οι αρχές των αριθμών είναι και αρχές όλων των όντων, ο Ηράκλειτος θεώρησε το πυρ ως πρωταρχική ουσία, πιστεύοντας πως τα πάντα βρίσκονται σε διαρκή μεταβολή, και υπογράμμισε την αρμονία των αντιθέτων.
Ο Θαλής ο Μιλήσιος, ο μαθητής του Αναξίμανδρος και ο Αναξιμένης διατύπωσαν τις πρώτες εξελικτικές θεωρίες για την προέλευση του κόσμου, ο πρώτος από το νερό, ο τελευταίος από τον αέρα, ενώ ο Δημόκριτος υποστήριξε πως η ύλη αποτελείται από άτμητα, αδιαίρετα άτομα, καθιερώνοντας έναν όρο που έμελλε να επιζήσει αιώνες.
Ο Πυθαγόρας εισήγαγε τον μυστικισμό στη φιλοσοφική σκέψη, όμως το πραγματικά κομβικό σημείο υπήρξε η εμφάνιση του Σωκράτη, ο οποίος έστρεψε για πρώτη φορά τον στοχασμό του ελληνικού πνεύματος από την παρατήρηση της φύσης προς τον εσωτερικό κόσμο του εξατομικευμένου ανθρώπου.
Ο Αριστοτέλης, με τον όρο «φιλοσοφία», συμπεριλάμβανε ολόκληρη τη γκάμα των επιστημών, αφού η φιλοσοφία στόχευε στη γνώση, μια γνώση όμως που προϋπέθετε συνέπεια λόγων και πράξεων, γι' αυτό και οι αρχαίοι Έλληνες φιλόσοφοι ζούσαν βίο που αποτελούσε πρότυπο για την κοινωνία.
Στην τελευταία αναλαμπή της αρχαίας Ελληνικής φιλοσοφίας, στον Νεοπλατωνισμό, αναπτύχθηκαν η μυστικιστική ενόραση και η θεουργία, ως σύστημα τελετουργικής κάθαρσης βασισμένο στη μαγική θεώρηση του σύμπαντος και στη σχέση μικρόκοσμου και μακρόκοσμου. Παρά τη διαφοροποίηση αυτή, ο Νεοπλατωνισμός δεν εγκατέλειψε τον Ελληνικό ορθολογισμό, αλλά αντιπροσώπευσε μια αναπροσαρμογή των κατηγοριών της Ελληνικής σκέψης στον κόσμο της εσωτερικής εμπειρίας, μια στροφή προς τα ένδον, μακριά από τον αισθητό κόσμο, στάση που επηρέαζε τότε όλα τα σύγχρονά της φιλοσοφικά και θρησκευτικά κινήματα, ανάμεσά τους και τον Χριστιανισμό.
Ανάμεσα στη φιλοσοφία και τη μυθολογία υπάρχει βαθύτατη συγγένεια. Ο μύθος αφορά την προ-λογική σκέψη του πρωτόγονου ανθρώπου, εκφράζει τη συλλογική μνήμη μέσα από αρχετυπικά σύμβολα και εικόνες, μεταδίδεται αρχικά προφορικά και προϋποθέτει μια κοινότητα με ανεπτυγμένη συλλογική μνήμη, που αντιλαμβάνεται τον εαυτό της ως ολότητα.
Τα βασικά δομικά συστατικά του μύθου είναι το συναίσθημα και η φαντασία, λιγότερο η νόηση και η λογική, και ο μύθος, με τον τρόπο του, ποιεί ήθος. Ήδη από τα Ομηρικά έπη η Ομηρική κοινωνία βγαίνει από τον μύθο και αναζητά τον κόσμο του λόγου, της δικαιοσύνης και της αρετής, καθώς ο πολιτισμός που περιγράφει ο Όμηρος αποθεώνει την τιμή και τη δημόσια εκτίμηση.
Το υψηλότερο αγαθό για τον Ομηρικό άνθρωπο, σημείωνε ο Dodds, δεν ήταν ο φόβος προς τον θεό, αλλά ο σεβασμός σε αξίες όπως η αιδώς και η δικαιοσύνη. Ο Αχιλλέας φέρεται με τον δέοντα σεβασμό προς όλους εκτός από τον Αγαμέμνονα, ο οποίος δεν σέβεται ούτε καν τον ιερέα του Απόλλωνα, ενώ οι ιερείς, όπως και οι αοιδοί και οι μάντεις, θεωρούνται ιερά πρόσωπα, συχνά τυφλοί αλλά προικισμένοι με το θείο χάρισμα της προφητείας, ανίκανοι να δουν το παρόν και ικανοί ωστόσο να προβλέψουν το μέλλον.
Οι περισσότεροι Ομηρικοί ήρωες στέκονται ως πρότυπα ηθικής, ευγένειας και ευαισθησίας, παραδειγματικές διαχρονικές μορφές ικανές να μπολιάσουν με ηρωικές αξίες ακόμη και τον σημερινό αναγνώστη, ιδίως σε μια εποχή σαν τη δική μας, που στερείται προτύπων ικανών να μας οδηγήσουν στις αναγκαίες υπερβάσεις, ώστε να ξανανακαλύψουμε τη χαμένη μας αγνότητα και παιδικότητα.
Ο αρχαίος Έλληνας οικοδομεί έναν κόσμο που στηρίζεται στην παρατήρηση και τη νόηση, έναν κόσμο που μετρά τα όρια με ανθρώπινα μέτρα, όπως δηλώνουν η προτροπή «μηδέν άγαν», η πεποίθηση πως το μέτρο είναι άριστο, αλλά και η ρήση πως ο άνθρωπος είναι το μέτρο όλων των πραγμάτων. Αυτές οι αρχές συνθέτουν τον Ελληνικό τρόπο ζωής, αλλά και τη μορφή των ίδιων των θεοτήτων του, θεοτήτων που δρουν πάντα μέσα από ανθρώπινα μέσα, έστω με υπεράνθρωπο τρόπο.
Ο Ερμής πετά, όμως έχει φτερά στα πέδιλα, ο Ήφαιστος κατασκευάζει πανοπλίες με προσωπική εργασία σε μηχανουργείο, ο Απόλλων παίζει μουσική με τη λύρα, ο Άρης και η Αθηνά πολεμούν με ασπίδα και δόρυ, και αν κατά τον μύθο οι θεοί κατείχαν πριν τον Προμηθέα μόνοι τους την τεχνική, στην ουσία πάντοτε ενεργούσαν χρησιμοποιώντας τα ίδια εργαλεία που έγιναν αργότερα κοινά στους ανθρώπους.
Η εμφάνιση του φιλοσοφικού στοχασμού δεν σήμανε την οριστική εξαφάνιση της μυθικής αφήγησης, καθώς μύθος και φιλοσοφικός λόγος συνυπήρξαν επί μακρόν, ακόμη κι όταν σταδιακά το ειδικό βάρος μετατοπιζόταν ολοένα και περισσότερο από τον μύθο στον λόγο.
Η παρουσία του μύθου παραμένει αισθητή στη φιλοσοφική σκέψη, ιδίως σε φιλοσόφους με μυστικιστικές τάσεις, όπως οι Πυθαγόρειοι, ο Εμπεδοκλής, ο Πλάτωνας, οι Στωικοί, οι Σοφιστές και οι Νεοπλατωνικοί, οι οποίοι αναγνωρίζουν, περισσότερο ή λιγότερο, την εγκυρότητα του περιεχομένου ορισμένων μυθικών αφηγήσεων.
Η φιλοσοφική σκέψη στην αρχαία Ελλάδα αποσκοπούσε να δώσει απαντήσεις στα αιώνια ερωτήματα για την προέλευση του ανθρώπου, την πραγματική του φύση, αλλά και τη φύση στο σύνολό της, μέσα από την παρατήρηση, τον ορθό και αδογμάτιστο τρόπο σκέψης και, ακολούθως, την ορθή δράση. Απόρροια αυτής της προσπάθειας ήταν η κατάκτηση της ευδαιμονίας, της αρετής, του ήθους και του αγαθού, με πρώτο στάδιο να μάθει κανείς να σκέφτεται σωστά, όχι τυχαία αφού στα αρχαία ελληνικά οι λέξεις «ευφυΐα» και «φύση» προέρχονται και οι δύο από το ρήμα φύομαι, καθώς η ευφυΐα δηλώνει κάτι που αναπτύσσεται καλά.
Μια χαρακτηριστική ιστορία με πρωταγωνιστή τον Αριστοτέλη φωτίζει αυτόν ακριβώς τον ορθό τρόπο σκέψης. Ο βασιλιάς Φίλιππος, θέλοντας να διαπαιδαγωγήσει σωστά τον Αλέξανδρο και μια ομάδα επιλεγμένων νέων, ανέθεσε στον Αριστοτέλη την εκπαίδευσή τους σε όλες τις επιστήμες της εποχής. Όταν, μετά από καιρό, ρώτησε τον φιλόσοφο πώς πάνε τα μαθήματα, εκείνος απάντησε πως πάνε πολύ καλά. Ρωτώντας αν είχαν ήδη ξεκινήσει αριθμητική, γεωμετρία και φιλοσοφία, ο Φίλιππος έλαβε την απάντηση πως όχι ακόμη, αλλά σύντομα.
Την ίδια ερώτηση επανέλαβε λίγους μήνες αργότερα και πήρε την ίδια απάντηση, ώσπου, εκνευρισμένος, ζήτησε να μάθει τι ακριβώς τους δίδασκε τόσο καιρό ο Αριστοτέλης, κι εκείνος απάντησε πως τους μάθαινε να σκέφτονται σωστά. «Την ανεξερεύνητη ζωή δεν αξίζει να τη ζει κανείς», είχε πει ο Σωκράτης, και για τον λόγο αυτόν όλες οι φιλοσοφικές σχολές της αρχαιότητας προσπαθούσαν, μέσα από την ορθή σκέψη, να βοηθήσουν τους μαθητές τους να ζήσουν μια ευδαιμονική ζωή.
Η ευδαιμονία μπορεί να αναζητηθεί μέσα μας, με τη μελέτη, την ενδοσκόπηση και την ορθή πράξη, εκείνη δηλαδή που είναι σύμφωνη με τον λόγο και τη φύση, αλλά και με την πεποίθηση πως μέσα μας υπάρχει ένας θεϊκός σπινθήρας, ένας δαίμων, τον οποίο μπορούμε να μετατρέψουμε σε πνευματικό πυρ μέσα από τη φρόνηση και την άσκηση της αρετής, ώστε να κερδίσουμε την εύνοιά του, δηλαδή την ευδαιμονία. Ο Σέξτος ο Εμπειρικός γράφει πως η φιλοσοφία είναι ενέργεια που, μέσω λόγων και διαλογισμών, κάνει τον βίο ευδαιμονικό, ενώ ο Διογένης ο Οινοανδέας εξηγεί πως στραφήκαμε προς αυτήν την πράξη, το να φιλοσοφούμε, ακριβώς για να ευδαιμονήσουμε, κατακτώντας τον σκοπό της ζωής όπως τον θέτει η ίδια η φύση.
Ο ευδαίμων βίος, κατά τον Αριστοτέλη, αφορά το σύνολο της ανθρώπινης ζωής και όχι κάποιες επιλεκτικές στιγμές της, γι' αυτό και η εύνοια της τύχης θεωρείται απαραίτητη για την κατάκτησή του. Ο Επίκουρος πίστευε πως για την ευτυχία ο άνθρωπος χρειάζεται τρία πράγματα, εξασφαλισμένες βασικές ανάγκες, ελευθερία να σκεφτεί και φίλους με τους οποίους να μοιραστεί τις αναζητήσεις του. Η πλειονότητα των Ελλήνων φιλοσόφων επιχείρησε να δείξει στους ανθρώπους πώς να γίνουν ευτυχισμένοι όχι αλλάζοντας τις συνθήκες της ζωής τους, αλλά τις ίδιες τους τις πεποιθήσεις, αποκαλύπτοντας έτσι το κλειδί μιας αληθινής εσωτερικής μεταμόρφωσης.
Ο Ιεροκλής περιγράφει τη φιλοσοφία ως εξαγνισμό και τελειοποίηση της ανθρώπινης φύσης, εξαγνισμό επειδή μας απαλλάσσει από τον παραλογισμό της ύλης και τις προσκολλήσεις του σώματος, τελειοποίηση επειδή μέσω αυτής επιστρέφουμε στην πρωταρχική ευδαιμονία, κάνοντας ξανά το σώμα μας όμοιο με το θεϊκό σώμα. Ο Πλάτων, στον Φαίδρο, συνδέει τη φιλοσοφία με τον έρωτα της ψυχής για την πνευματική αθανασία, σημειώνοντας πως φιλοσοφούν, δηλαδή έλκονται από τη σοφία, μόνον όσοι αντιλαμβάνονται την αξία και την ωραιότητά της χωρίς να την κατέχουν, καθώς ο έρωτας, ως κυνηγός του ωραίου, ρέπει προς τη σοφία και είναι, με τον τρόπο του, ο ίδιος φιλόσοφος.
Αντικείμενο του έρωτα είναι το ωραίο, και μάλιστα ο τόκος, η δημιουργία μέσα στην ωραιότητα, με στόχο την κατάκτηση της αθανασίας, σωματικής μέσω της αναπαραγωγής, κυρίως όμως πνευματικής, μέσω των έργων της ψυχής που διεκδικούν μερίδιο στην αιωνιότητα. Η φιλοσοφία ορίζεται ως μάθημα, ως διαδικασία διδαχής που προϋποθέτει έναν διδάσκοντα και έναν μανθάνοντα, κι έτσι ο φιλοσοφικός λόγος στοχεύει στη διαμόρφωση του ήθους του μαθητή και στην καλλιέργεια της ψυχής του, καλλιεργούμενος με τη σπορά έμψυχων και γόνιμων λόγων που, μέσα από τον διάλογο, ελέγχονται, επαναδιατυπώνονται και γεννούν νέα επιχειρήματα.
Αυτή η σπορά συντελείται μόνο στην προσήκουσα ψυχή εκείνου που μαθαίνει, εκεί όπου οι λόγοι του δασκάλου γίνονται αθάνατοι και παράγεται η ανθρώπινη ευδαιμονία, αφού η φιλοσοφία είναι, εν τέλει, ψυχαγωγία με την αρχική της σημασία, αγωγή δηλαδή της ψυχής, και έδρα του φιλοσοφείν παραμένει η ίδια η ανθρώπινη ψυχή. Η ηθική, από την πλευρά της, δεν περιοριζόταν στη θεωρητική ενασχόληση με την αρετή, αλλά ενδιέφερε κατεξοχήν η άσκησή της στην πράξη. Η αρετή από μόνη της δεν επαρκεί, δίδασκε ο Αριστοτέλης στα Πολιτικά, πρέπει επίσης να υπάρχει η δύναμη να μετατραπεί σε πράξη, πράγμα που σημαίνει πως μια απόφαση που λαμβάνεται με ηθικά κριτήρια οφείλει κατόπιν να εφαρμόζεται με συνέπεια.
Για τον Αριστοτέλη το ήθος δεν ήταν παρά η συνήθεια του αγαθού, και η ηθική στάση απέρρεε από την ελεύθερη επιλογή του αγαθού που γινόταν, με τον καιρό, συνήθης πρακτική, οπότε η ηθική επιλογή δεν αποτελούσε τόσο ζήτημα επιβράβευσης ή τιμωρίας όσο ελεύθερη προτίμηση του αγαθού, δίχως να παρεμβαίνει το δέλεαρ της ανταμοιβής ή ο φόβος της ποινής.
Η σχέση θεωρίας και πράξης υπήρξε καθοριστική για την αξία της γνώσης, μια αξία που όφειλε να μετρηθεί με βάση τη χρησιμότητά της στην καθημερινή πραγματικότητα. Ανάμεσα στους Έλληνες φιλοσόφους, πρώτος ο Πυθαγόρας όχι μόνο δίδαξε την αρετή και τον ενάρετο βίο, αλλά και τα εφάρμοσε ο ίδιος, μαζί με τους μαθητές του, με μεγάλη αυστηρότητα, αποκαλώντας την αρετή αρμονία ψυχής, σύμμετρο δηλαδή συνδυασμό πνευματικών και ηθικών προτερημάτων.
Πίστευε πως αν ο μαθητής ακολουθούσε τον Πυθαγόρειο φιλοσοφικό βίο, με τον καιρό δεν θα συγχρονιζόταν απλώς με τον ανώτερο σκοπό των αναζητήσεών του, αλλά θα μεταβαλλόταν ο ίδιος στο αντικείμενό τους, γιατί όταν κανείς αφιερώνεται ψυχή τε και σώματι στην πνευματική αναζήτηση, οι πράξεις του αρχίζουν σύντομα να συγχρονίζονται τόσο με τις πεποιθήσεις όσο και με τις ενοράσεις του.
Ο Πυθαγόρας ήταν εξάλλου ο πρώτος που χρησιμοποίησε τον όρο «κόσμος», για να υποδηλώσει την αρμονική σύσταση του σύμπαντος, πιστεύοντας πως όπως το σύμπαν είναι ένα κόσμημα, ένα αρμονικά τακτοποιημένο σύνολο, έτσι και ο καθένας μας είναι ένας μικρόκοσμος σε μικρογραφία, ώστε ο φιλόσοφος που μελετά τον κόσμο να γίνεται, κατ' αντιστοιχία προς αυτόν, κόσμιος και ψυχικά.
Για τον Σωκράτη η χρησιμότητα της φιλοσοφίας όφειλε να αποδεικνύεται στην πράξη, όπως συμβαίνει με την ιατρική, ικανοποιώντας έτσι το αίτημα για μια φιλοσοφία που να λειτουργεί ως ιατρική της ψυχής. Ο ίδιος έδειξε με το παράδειγμά του τη δύναμη ενός ανθρώπου με ήθος να ζήσει σύμφωνα με τις αξίες του, δίχως εκπτώσεις, λέγοντας στην Απολογία του πως κάνει λάθος όποιος πιστεύει ότι κάποιος με την παραμικρή αξία θα υπολόγιζε τον κίνδυνο της ζωής ή του θανάτου αντί να εξετάζει μόνο αν η πράξη του είναι δίκαιη ή άδικη.
Η σπουδαιότερη δελφική εντολή, το «γνώθι σαυτόν», αποτελεί για τον Σωκράτη το έναυσμα μιας πορείας αναζήτησης που ο σκεπτόμενος άνθρωπος καλείται να ακολουθήσει προκειμένου να επιτύχει την αρετή, εκείνη την επιλογή του αγαθού που έρχεται ύστερα από κριτική ανάλυση, συνδέοντας έτσι την αρετή με τη γνώση εκείνου που είναι πραγματικά, και όχι απλώς φαινομενικά, καλό και χρήσιμο για τον άνθρωπο.
Για τον Πλάτωνα σκοπός της αρετής είναι η ευδαιμονία, που εξαρτάται από τέσσερις ψυχικές δυνάμεις, τη φρόνηση, με έδρα τον εγκέφαλο και ιδανικό της τη σοφία, την ανδρεία, με έδρα την καρδιά, τη σωφροσύνη, με έδρα το στομάχι, και τη δικαιοσύνη, που προσδίδει αρμονία στις υπόλοιπες τρεις.
Για τον Αριστοτέλη ο ιδεώδης φιλοσοφικός βίος έγκειται στις ενέργειες που οδηγούν στην αρετή της σοφίας, ανώτερης από τη φρόνηση όπως η υγεία είναι ανώτερη από την ιατρική, αφού πρόκειται για την αρετή του θεωρητικού νου, του θεϊκότερου μέρους του ανθρώπου.
Ο Επίκουρος έλεγε πως η φιλοσοφία δεν έχει να κάνει με θεωρίες, αλλά είναι η τέχνη του να ζει κανείς μια ενάρετη ζωή, και δεν προσφέρει τίποτε αν δεν απαλλάσσει την ψυχή από τα πάθη της, φωτίζοντας τους τρόπους με τους οποίους έχει μολυνθεί η ψυχή μας από σαθρά πιστεύω και ταραχώδεις επιθυμίες. Μάταια είναι, έλεγε, τα λόγια του φιλοσόφου που δεν θεραπεύουν κανένα ανθρώπινο πάθος, όπως ανώφελη είναι η ιατρική που δεν γιατρεύει τις αρρώστιες του σώματος, ενώ, σε αντίθεση με άλλες ενασχολήσεις των οποίων τον καρπό γευόμαστε μόνο όταν ολοκληρωθούν, στη φιλοσοφία η γνώση και η ευχαρίστηση βιώνονται ταυτόχρονα, γι' αυτό και πρέπει, γελώντας, να φιλοσοφούμε, χωρίς ποτέ να πάψουμε να διαδίδουμε όσα διδάσκει η αληθινή φιλοσοφία.
Το πρώτο και αναγκαιότερο ζήτημα στη φιλοσοφία, σημείωνε ο Επίκτητος, είναι η εφαρμογή των παραγγελμάτων της. Κατά τον Επίκουρο, ποθούμε το αγαθό όχι επειδή έχει αξία καθαυτό, όπως πίστευε ο Σωκράτης, αλλά επειδή οδηγεί στην ευτυχία, και για τον ίδιο λόγο επιδιώκονται και η εγκράτεια, η ανδρεία και η δικαιοσύνη, ενώ ο σοφός, που χρειάζεται ευφυΐα και άσκηση για να αναδειχθεί, κατέχει, όταν φτάσει εκεί, τη σοφία ως άφθαρτη ιδιότητα, μαζί με την ευδαιμονία και την ατάραχη ζωή, χωρίς να εκλιπαρεί αξιώματα και τιμές, αντιμετωπίζοντας κάθε κατηγορία εναντίον του με ήρεμη σκέψη.
Ο Πρόκλος, τέλος, γράφει πως το αποτέλεσμα αυτής της εσωτερικής εκπαίδευσης είναι η κατάκτηση της αρετής, με την οποία ο νους ανυψώνεται και ταξιδεύει προς την πηγή της ηρεμίας, γιατί σκοπός της ζωής μας είναι να γίνουμε θεϊκοί, κάτι που πραγματώνεται όταν η ψυχή κατακτήσει τη θεικότητα μέσα στην ίδια της την ουσία και επιστρέψει στην αιώνια πηγή της.
Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα ζωής που άλλαξε ριζικά μέσα από την ενασχόληση με τη φιλοσοφία και τη ρητορική είναι εκείνο του Δημοσθένη, παράδειγμα που χρησιμοποιείται συχνά στο εξωτερικό σε ομιλίες για τη δύναμη της θέλησης και την αυτοβελτίωση. Ο Αθηναίος ρήτορας και πολιτικός γεννήθηκε το 384 ή το 383 π.Χ. Σε ηλικία επτά ετών έμεινε ορφανός, και οι τρεις κηδεμόνες του καταχράστηκαν το μεγαλύτερο μέρος της περιουσίας του, με αποτέλεσμα ο έφηβος Δημοσθένης, στερημένος την κατάλληλη φυσική αγωγή, να αποκτήσει καχεκτική σωματική διάπλαση, ενώ ήταν επιπλέον βραδύγλωσσος.
Προικισμένος όμως με ευφυΐα και μεγάλη ψυχική δύναμη, όταν συνειδητοποίησε πόσο τον είχαν βλάψει οι κηδεμόνες του, αποφάσισε να στραφεί στη φιλοσοφία και τη ρητορική, ώστε μια μέρα να μπορέσει να τους οδηγήσει ενώπιον της δικαιοσύνης. Αδύναμος και με σωματικά ελαττώματα που τον εμπόδιζαν να συμμετέχει στις ασκήσεις των συνομηλίκων του, άρχισε να καλλιεργεί συστηματικά το πνεύμα του εις βάρος του σώματος, εικόνα που, όπως σημειώνει ο Πλούταρχος, στάθηκε ίσως η αφορμή για τα παρατσούκλια Άγρας και Βάταλος που του αποδόθηκαν εξαιτίας των προβλημάτων λόγου του.
Ο ίδιος, στον λόγο του «Παραγραφή προς Πανταίνετον», παρατηρούσε πως η φύση έχει διαμορφώσει τον καθένα όπως έτυχε και πως δεν είναι εύκολο να αντιπαλέψει κανείς ένα φυσικό ελάττωμα όταν το έχει ο ίδιος, ενώ είναι εύκολο να το εντοπίσει σε κάποιον άλλο. Έχοντας πλήρη επίγνωση των προβλημάτων του, κατέβαλε τεράστια προσπάθεια για να τα αντιμετωπίσει, καλλιεργώντας τεχνικές όπως η προφορά, η ορθοφωνία και η απαγγελία, που θεωρούσε το σπουδαιότερο μέρος της ρητορικής ακριβώς επειδή δεν ήταν εξαρχής προικισμένος με αυτό το χάρισμα.
Επινόησε έτσι μια τεχνική αυτοθεραπείας, βάζοντας βότσαλα στο στόμα του ενώ μιλούσε, γύμναζε τη φωνή του στους δρόμους και τις ανηφοριές απαγγέλλοντας λόγους και στίχους, ενώ λέγεται πως στο σπίτι του υπήρχε ένας μεγάλος καθρέφτης, μπροστά στον οποίο μελετούσε, αποβάλλοντας έτσι σταδιακά την αστάθεια και το τραύλισμα της γλώσσας του. Προσπαθούσε επίσης μεγαλόφωνα να ξεπεράσει το γλωσσικό του μειονέκτημα δίπλα στη θάλασσα, με συνοδεία τον παφλασμό των κυμάτων που τον ταύτιζε νοερά με τη βοή του πλήθους, συνδυάζοντας όλες αυτές τις τεχνικές με ασκήσεις του σώματος.
Πιστεύοντας πως η υποκριτική τέχνη της προφοράς βελτίωνε τον λόγο του, κατασκεύασε ένα υπόγειο ως χώρο μελέτης, μένοντας, σύμφωνα με ορισμένα αποσπάσματα, με το μισό κεφάλι ξυρισμένο για μήνες, ώστε να μην μπορεί να βγει έξω, ενώ, για να μην τον παίρνει ο ύπνος, κρατούσε στα χέρια μια βαριά σιδερένια μπάλα που, όταν του έπεφτε, τον ξυπνούσε με τον θόρυβό της. Διόρθωσε μάλιστα και το τικ του να σηκώνει σπασμωδικά τον ώμο του τοποθετώντας ένα ξίφος πάνω από αυτόν κατά την εξάσκηση της ομιλίας του.
Οι εχθροί του, ιδίως κάποιος Πυθέας, τον πείραζαν λέγοντας πως οι λόγοι του μυρίζουν λυχνάρι, υπονοώντας πως τους ετοίμαζε τη νύχτα, κι εκείνος απάντησε πως δεν τον συμφέρει τον Πυθέα, γνωστό για τη φήμη του ως νυχτοκλέφτη, να καίει φως στα σπίτια, γιατί έτσι δεν μπορεί να κλέψει. Η δύναμη της θέλησής του και οι τεχνικές που ο ίδιος επινόησε τον βοήθησαν να διαχειριστεί ψυχολογικά και την απόρριψη που δεχόταν αρχικά από το ακροατήριο. Οι πρώτοι λόγοι που εκφώνησε στράφηκαν εναντίον των ίδιων του των κηδεμόνων, τη δίκη κατά των οποίων κέρδισε, σηματοδοτώντας την αρχή μιας λαμπρής σταδιοδρομίας.
Διακρίθηκε γρήγορα ως λογογράφος, απέκτησε φήμη και χρήματα, και όταν, στα τριάντα του χρόνια, θέλησε να αφιερωθεί στην πολιτική, ήταν πλέον αρκετά εύπορος. Η πρώτη του εμφάνιση στον πολιτικό στίβο έγινε το 354 π.Χ., με τον λόγο «Περί συμμοριών», που αφορούσε την υποχρέωση των εύπορων πολιτών να συνεισφέρουν χρήματα για τη συγκρότηση στόλου, ενόψει των φημών για νέα περσική απειλή.
Από τους Πυθαγόρειους έως τον Δημοσθένη, και από τον Όμηρο έως τον Πρόκλο, η αρχαία Ελληνική φιλοσοφία δεν υπήρξε ποτέ απλή θεωρία, αλλά μια διαρκής άσκηση μεταμόρφωσης, όπου η γνώση δεν αξιολογείται από όσα λέει, αλλά από όσα καταφέρνει να αλλάξει μέσα στον άνθρωπο που την υπηρετεί.

Δεν υπάρχουν σχόλια :
Δημοσίευση σχολίου