Η εικόνα μιας γυναικείας θεότητας που δεσπόζει ανάμεσα σε άγρια ζώα, συχνά κρατώντας τα με τα χέρια ή πλαισιωμένη από αυτά, εμφανίζεται ήδη από την προϊστορική εποχή και συνεχίζει να επανερμηνεύεται έως τους ιστορικούς χρόνους της ελληνικής θρησκείας.
Στην ελληνική παράδοση η μορφή αυτή επιβιώνει και μετασχηματίζεται στην Άρτεμη, η οποία στην επική ποίηση χαρακτηρίζεται ρητά ως «πότνια θηρῶν», δηλαδή «κυρία των ζώων».
Η μελέτη αυτής της θεότητας επιτρέπει να παρακολουθήσουμε ένα σπάνιο φαινόμενο μακράς διάρκειας στη θρησκευτική ιστορία.
Την επιβίωση ενός πρωταρχικού αρχέτυπου της Μεγάλης Μητέρας, το οποίο μετασχηματίζεται μέσα από πολιτισμικές μεταβολές, μεταναστεύσεις και θεολογικές επανανοηματοδοτήσεις.
Η συγκριτική θρησκειολογία, ιδιαίτερα στο έργο του Mircea Eliade, έχει επισημάνει ότι τέτοιες μορφές θεοτήτων λειτουργούν ως αρχέτυπα που διασώζουν τη μνήμη των πρωταρχικών σχέσεων ανάμεσα στον άνθρωπο, τη φύση και το ιερό.
Ι. Προϊστορικές απαρχές της Μεγάλης Θεάς
Η αρχαιότερη μορφή του μοτίβου της «Κυρίας των Ζώων» ανάγεται στη νεολιθική εποχή. Εμβληματικό παράδειγμα αποτελεί η καθιστή γυναικεία μορφή από το προϊστορικό κέντρο της Çatalhöyük στην Ανατολία (περ. 6000 π.κ.ε.), όπου μια γυναικεία φιγούρα πλαισιώνεται από αιλουροειδή, υποδηλώνοντας εξουσία πάνω στη ζωική δύναμη της φύσης.
Στο πλαίσιο της θεωρίας των «αρχέγονων ιερών μορφών», ο Eliade υποστηρίζει ότι η Μεγάλη Μητέρα αποτελεί κεντρικό σύμβολο των πρώιμων αγροτικών κοινωνιών, καθώς προσωποποιεί τη γονιμότητα της γης, την αναγέννηση της ζωής και τον κυκλικό χρόνο της φύσης.
Η θεότητα αυτή δεν είναι απλώς προστάτιδα της γονιμότητας, είναι ταυτόχρονα κυρία της ζωής και του θανάτου, της γέννησης και της καταστροφής. Στο πλαίσιο αυτό, τα ζώα που τη συνοδεύουν δεν λειτουργούν μόνον ως διακοσμητικά σύμβολα αλλά ως εκφράσεις των άγριων δυνάμεων της φύσης που η θεότητα ελέγχει.
ΙΙ. Η μινωική και η μυκηναϊκή «Πότνια»
Στον χώρο του Αιγαίου η παράδοση αυτή αποκτά σαφή μορφή κατά την εποχή του χαλκού. Στις μινωικές και μυκηναϊκές κοινωνίες εμφανίζεται μια θεότητα γνωστή με τον τίτλο «Πότνια», δηλαδή «Κυρία» ή «Δέσποινα».
Η λέξη απαντά ήδη στη γραμμική Β ως po-ti-ni-ja, γεγονός που δείχνει ότι η θεότητα κατείχε κεντρική θέση στη θρησκεία των μυκηναϊκών ανακτόρων.
Οι πινακίδες από την Πύλο και την Κνωσό αναφέρουν την Πότνια χωρίς περαιτέρω προσδιορισμό, γεγονός που υποδηλώνει ότι επρόκειτο πιθανότατα για τη βασική μητρική θεότητα της πανάρχαιας προελλαδικής θρησκείας.
Η εικονογραφία της μινωικής τέχνης ενισχύει αυτή την ερμηνεία.
Σφραγιδόλιθοι, τοιχογραφίες και μικρογλυπτά παρουσιάζουν γυναικείες μορφές πάνω σε βουνά ή ανάμεσα σε λιοντάρια και άλλα άγρια ζώα. Η θεότητα εμφανίζεται ως κυρίαρχη της άγριας φύσης, ενώ συχνά ένας άνδρας, πιθανώς βασιλικός ιερέας ή θεϊκός σύντροφος (βλ. Ουρανός σε ιερογαμία με τη Γη, κατά τον Eliade) υψώνει τα χέρια του σε στάση λατρείας.
Η μορφή αυτή συνδέεται με το μινωικό σύστημα εξουσίας. Η λατρεία της θεότητας πιθανότατα τελούνταν σε ιερά κορυφής ή σε ανάκτορα, όπου η ιερή εξουσία του άνακτα λειτουργούσε ως μεσολαβητής ανάμεσα στη θεότητα και την κοινότητα. Η σχέση αυτή αντανακλά ένα αρχαϊκό μοτίβο ιερού γάμου, όπως είδαμε και ανωτέρω, στο οποίο ο βασιλιάς αντλεί τη νομιμοποίησή του από την ένωση με τη θεά της γης.
ΙΙΙ. Από την Πότνια στη θεά του ελληνικού πανθέου
Κατά τη μετάβαση από την εποχή του χαλκού στους ιστορικούς χρόνους, η παλαιότερη θεότητα δεν εξαφανίζεται αλλά μετασχηματίζεται μέσα στο νέο θρησκευτικό σύστημα της ελληνικής πόλης. Η μορφή της διασπάται σε διάφορες θεότητες του ολυμπιακού πάνθεου, όπως η Δήμητρα, η Αφροδίτη και κυρίως η Άρτεμις, οι οποίες διατηρούν επιμέρους πτυχές και γνωρίσματα της αρχικής Μεγάλης Μητέρας.
Η Άρτεμις αποτελεί την πιο άμεση συνέχεια της Πότνιας Θηρών. Στην ομηρική ποίηση η θεά αποκαλείται ρητά «πότνια θηρῶν», τίτλος που υποδηλώνει την κυριαρχία της πάνω στα άγρια ζώα και στο δάσος.
Η ιδιότητά της ως κυνηγετικής θεότητας συνδέεται με πολύ παλαιότερες αντιλήψεις, σύμφωνα με τις οποίες ο κυνηγός όφειλε να συμφιλιωθεί με τη θεότητα που κυβερνούσε τα ζώα προτού τα θηρεύσει (βλ. σχετικώς και δοξασίες των γηγενών της Αμερικής).
Παράλληλα, η Άρτεμις διατηρεί χαρακτηριστικά που υπερβαίνουν τον ρόλο της κυνηγού. Είναι προστάτιδα των παιδιών, βοηθός στον τοκετό και φύλακας της μετάβασης από την παιδική ηλικία στην ενηλικίωση. Οι λειτουργίες αυτές υποδηλώνουν ότι η θεότητα διατήρησε στοιχεία της αρχαίας μητριαρχικής θεότητας, έστω και αν στην κλασική θρησκεία παρουσιάζεται ως παρθένος θεά.
IV. Συγκρητισμοί και ανατολικές επιρροές
Η θρησκευτική ιστορία της Πότνιας Θηρών δεν περιορίζεται στον ελλαδικό χώρο. Πολλοί μελετητές έχουν επισημάνει τη συγγένεια της μορφής αυτής με ανατολικές θεότητες της γονιμότητας και των βουνών. Η συγκριτική μελέτη δείχνει ότι η ελληνική θεά ενσωμάτωσε στοιχεία από θεότητες όπως η Κυβέλη της Ανατολίας, η οποία επίσης παρουσιάζεται ως «Μητέρα των Θεών» και κυρία των άγριων ζώων.
Ο Eliade θεωρεί τέτοιους συγκρητισμούς χαρακτηριστικό γνώρισμα της θρησκευτικής ιστορίας. Οι θεότητες μετασχηματίζονται, συγχωνεύονται και επανανοηματοδοτούνται χωρίς να χάνουν τον αρχικό συμβολισμό τους. Στην περίπτωση της Πότνιας Θηρών, ο αρχέγονος συμβολισμός της Μητέρας της Φύσης επιβιώνει μέσα από διαφορετικά ονόματα και λατρείες.
V. Η αρχέγονη κυρία της ζωής
Η ιστορία της Πότνιας Θηρών αποκαλύπτει ότι πίσω από τις επιμέρους μορφές των ιστορικών θρησκειών βρίσκεται μια βαθύτερη συμβολική δομή. Η θεότητα αυτή δεν είναι απλώς μια μινωική ή ελληνική θεά, αποτελεί έκφραση ενός παγκόσμιου αρχέτυπου που συνδέει τον άνθρωπο με την άγρια φύση, τη γονιμότητα και την κοσμική αναγέννηση.
Η μεταμόρφωσή της στην Άρτεμη των ιστορικών χρόνων και αργότερα στη χριστιανική μορφή της Παναγίας (Mother Mary) δείχνει πώς οι αρχαίες κοινωνίες διατήρησαν την ιερότητα της φύσης ακόμη και μέσα σε νέα θεολογικά συστήματα.
Η «Κυρία των Ζώων» εξακολουθεί έτσι να συμβολίζει τη δύναμη της ζωής που υπερβαίνει τον άνθρωπο και τον περιβάλλει, μια θεότητα που στέκει στο όριο ανάμεσα στον πολιτισμό και την άγρια φύση, ανάμεσα στη γέννηση και τον θάνατο.
Βιβλιογραφία και πηγές:
1. Mircea Eliade, Πραγματεία πάνω στην Ιστορία των Θρησκειών
Δεν υπάρχουν σχόλια :
Δημοσίευση σχολίου