Από την επεξεργασία των δεδομένων προέκυψε ότι, όταν επρόκειτο για περίπλοκα ιατρικά περιστατικά, οι γιατροί ήταν 42% πιθανότερο να κάνουν λάθος διάγνωση σε ένα δύσκολο ασθενή από ό,τι σε έναν ουδέτερο ή φυσιολογικό. Στα ελαφρά και απλά περιστατικά, η διαφορά ήταν μικρότερη μεν, αλλά δεν εξαφανιζόταν καθώς ο γιατρός είχε 6% μεγαλύτερη πιθανότητα να διαγνώσει λάθος την ασθένεια του δύστροπου ασθενή από ό,τι του φυσιολογικού. Οι επιστήμονες αποδίδουν το φαινόμενο στο γεγονός ότι, ο γιατρός πρέπει να καταβάλει διανοητική προσπάθεια για να χειριστεί την προβληματική συμπεριφορά του ασθενή, πράγμα που τον αποσπά από το κυρίως ιατρικό-διαγνωστικό έργο του.
Όταν ένας ασθενής έχει συνεχώς απαιτήσεις, γκρινιάζει, μιλά άσχημα στον γιατρό, τον απειλεί ή αδιαφορεί για τις συμβουλές του και γενικά δεν τον παίρνει στα σοβαρά, τότε ο γιατρός μπορεί να μην είναι ακριβής στη σκέψη και στη διάγνωσή του. Εξάλλου, μια άλλη μελέτη σε 74 εκπαιδευόμενους νοσοκομειακούς γιατρούς επιβεβαίωσε τα παραπάνω αποτελέσματα. Η διαγνωστική ακρίβεια των γιατρών ήταν 20% μικρότερη στις περιπτώσεις των δύσκολων ασθενών, παρόλο που ο χρόνος εξέτασης ήταν ίδιος για εύκολους και δύσκολους ασθενείς.
Δεν υπάρχουν σχόλια :
Δημοσίευση σχολίου