Κυριακή 26 Απριλίου 2026

Ο Θεός δεν έχει θρησκεία

Ο Θεός δεν έχει θρησκεία...

Ο Θεός δεν έχει κανόνια, πέντε πυλώνες και κανόνες για να μην φοράς πολύχρωμα ρούχα. Δεν τον νοιάζει αν τρώμε μήλα ενώπιον του Σωτήρος, αν μαγειρεύουμε γάλα και κρέας σε διαφορετική σόμπα, και αν τρώμε την πιο φωτεινή ώρα της ημέρας κατά το Ραμαζάνι.

Δεν χρειάζεται να κάνει προσευχή, να κάνει περιτομή και δεν πιστεύει ότι ο κόσμος βασίζεται στα βάσανα... Δεν χρειάζεται τη νηστεία μιας ή δύο εβδομάδων, ένα αδύνατο πρόσωπο και μια τρύπα στην περιοχή της καρδιάς για να θρηνήσει για τους νεκρούς.

Οι άνθρωποι το επινόησαν μόνοι τους!
Τύφλωσαν τους θεούς, ζωγράφισαν εικόνες και έβαλαν στολίδια σε λευκή πέτρα. Για αιώνες, έκαναν θρησκευτικούς πολέμους, εξόντωναν τις κοκκινομάλλες γυναίκες και όλους όσους σκεπτόταν διαφορετικά.

Έχουν γράψει εκατοντάδες βιβλία, έχουν αναπτύξει χιλιάδες κανόνες και περιορισμούς. Καταδίκασαν όλους όσους δεν εκπληρώνουν το Mikveh, δεν προσεύχονται για τους νεκρούς με τον τρόπο των Χριστιανών και δεν αναγνωρίζουν τη λειτουργία..

Και τίποτα δεν έχει αλλάξει εδώ και 2000 χρόνια.
Έχουμε μάθει γλώσσες, χρησιμοποιούμε το τηλέφωνο, έχουμε αναπτύξει έξυπνα στικς φαγητού και αποθηκεύουμε αίμα ομφάλιου λώρου, αλλά συνεχίζουμε να σκοτώνουμε, να ληστεύουμε, να λέμε ψέματα και να μισούμε, παρά τον Ιησού, τον Κρίσνα, τον Μωάμεθ και τον Βούδα.

Παλεύουμε στους δρόμους… στα αυτοκίνητα… στο μετρό…

Έχουμε εκατοντάδες εχθρούς και μισό φίλο.

Παίζουμε κρυφτό και έχουμε ψεύτικες φωνές.

Φοράμε μάσκες και τεχνητές βαλβίδες.

Και ξεχάσαμε εντελώς για τι ζούμε…

Μόνο αναπνέουμε και εκφράζουμε παράπονα.

Και δεν υποθέτουμε καν ότι ήρθαμε σε αυτή τη Γη για να κάνουμε ένα μόνο έργο - ΝΑ ΒΡΟΥΜΕ ΤΗΝ ΕΥΤΥΧΙΑ!

Παιχνίδια Ενηλίκων

Οι άνθρωποι παίζουν.

Μίγμα ξεχασμένης παιδικότητας και καθυστερημένης εφηβείας.

Αποτέλεσμα έλλειψης φαντασίας και καταπιεσμένης επαναστατικότητας.

Μεγαλώνουν χωρίς να ωριμάζουν. Ωριμάζουν χωρίς να μαθαίνουν. Μαθαίνουν χωρίς να εκμεταλλεύονται τη μάθηση.

Δεν δίνουν ευκαιρίες, μόνο χάνουν ευκαιρίες.

Θεωρούν ότι ο χρόνος δουλεύει προς όφελός τους ενώ από την πρώτη στιγμή είναι εναντίον τους.

Δοκιμάζουν πράγματα, ανθρώπους, δουλειές, φιλίες, σχέσεις, οικογένειες.

Παίζοντας.

Φέρονται σαν πεντάχρονα που τους παίρνουν το αγαπημένο τους παιχνίδι ακόμα και αν το έχουν πεταμένο και ξεχασμένο στην άκρη.

Αντιδρούν σαν δωδεκάχρονα που μεταμορφώνονται σε άντρες αλλά βρίσκονται ακόμα στο μεταίχμιο.

Σκέφτονται σαν δεκαεξάχρονα που μπαίνουν σε πόλεμο για το νούμερο του παπουτσιού τους.

Οι άνθρωποι παίζουν.

Με αισθήματα, συνειδήσεις, φόβους, μυαλά, ιδιαιτερότητες.

Παιχνίδια επιβολής του δυνατότερου, του εξυπνότερου, του κερδισμένου.

Τι κερδίζουν; Τίποτα απολύτως.

Απλά στο βιογραφικό τους αναγράφονται οι νίκες.

Τους αρκεί να νομίζουν πως κερδίζουν και ας είναι τα χαμένα στην ουσία περισσότερα.

Ένα «Εγώ» πιο μεγάλο και από το μεγαλύτερο «Εμείς».

Τους λείπουν οι μπάλες, αλλά κάνουν τη ζωή των άλλων μπαλάκι.

Τους λείπουν τα ψεύτικα όπλα, αλλά σκοτώνουν χωρίς δεύτερη σκέψη με τις λέξεις ή τη σιωπή τους.

Τους λείπουν οι κούκλες και τα ρούχα τους, αλλά ντύνουν μαύρη την ψυχή των άλλων.

Οι άνθρωποι παίζουν.

Παντιέρα τους η ατάκα για την χαρά του παιχνιδιού, αλλά χωρίς αποτέλεσμα. Ένα τσίγκινο μετάλλιο μόνο κρεμασμένο στο λαιμό τους για να τους θυμίζει να σημειώσουν τη «νίκη» τους στο ημερολόγιο.

Άνθρωποι που άλλα σκέφτονται και άλλα λένε. Άλλα λένε και άλλα εννοούν. Άλλα θέλουν και άλλα πράττουν. Άλλα φαντασιώνονται και άλλα πραγματοποιούν.

Παιχνίδι χωρίς συναίνεση των εμπλεκόμενων. Χωρίς σαφής όρους. Χωρίς ευδιάκριτους ρόλους.

Και οι υπόλοιποι που συμμετέχουν εν αγνοία τους , χαμένοι σε μια κατάσταση , προσπαθούν να καταλάβουν, να αποδεχτούν, να συγχωρήσουν, παραμένοντας εκεί και δίνοντας ευκαιρίες.

Σε κάποιες περιπτώσεις παίρνουν πάνω τους και ένα μερίδιο ευθύνης που δεν τους αναλογεί μόνο και μόνο γιατί δεν μπορούν να εξηγήσουν τι συμβαίνει.

Αναλαμβάνουν το φταίξιμο και προσπαθούν για λύσεις που καρπώνονται οι άλλοι.

Θεωρούν και πιστεύουν ότι απευθύνονται σε ενήλικες ενώ στην πραγματικότητα συνδιαλέγονται με κάτι γερασμένα ανήλικα που βάφουν τα μαλλιά τους νομίζοντας ότι με τον τρόπο αυτό δεν θα ξαναβγεί άσπρη τρίχα.

Θυμάμαι στη ζωή μου έπαιξα πολύ. Έπαιξα, λερώθηκα, αρρώστησα μέσα στις λάσπες και στα χώματα, έκανα σπίτια με σεντόνια και παλιά μπολάκια από γιαούρτια. Ανέβηκα σε κούνιες, έπεσα από ποδήλατα, απέκτησα σημάδια πέφτοντας σε άσφαλτο και σιδερένιες γωνίες.

Έσβησα το μαύρο μολύβι των ματιών πριν μπω στο σπίτι, καθυστέρησα να γυρίσω, μίλαγα στο τηλέφωνο με τις ώρες, απέκτησα φίλες, έχασα φίλες, κράτησα φίλες.

Φώναξα, έκλαψα, επαναστάτησα, χτύπησα πόρτες, άνοιξα παράθυρα, πήρα αποφάσεις για τη ζωή μου, πάτησα πάνω σε κεκτημένα χρόνων και τα έκανα δική μου ζωή.

Έπαιξα όσο και όπως έπρεπε.

Με παιχνίδια. Όχι με ανθρώπους. Με μένα, όχι με τους άλλους.

Μετά μεγάλωσα.

Και όταν μεγαλώνεις, η σωστή έκφραση που πρέπει να σε ακολουθεί είναι μία.

Δεν παίζομαι.

Είναι αναγκαίος ο θυμός;

Εκνευρισμός, οργή, αναστάτωση, αγανάκτηση· συναισθήματα τα οποία συνοδεύονται από ανεβασμένη πίεση, σφυγμούς και από αυξημένες πιθανότητες για καρδιακό ή εγκεφαλικό επεισόδιο. Είναι άραγε συναισθήματα αναπόφευκτα κάτω από συγκεκριμένες συνθήκες; Μήπως θα μπορούσα να τα αποφύγω;

Ο Victor Frankl, ψυχίατρος, γράφοντας τις εμπειρίες του, όρισε την υπέρτατη ελευθερία (the Ultimate Freedom) ως: “το γεγονός ότι καθένας μας είναι σε θέση να επιλέγει τη στάση του σε κάθε (δεδομένη) περίσταση”.

Εάν αυτό ισχύει και επομένως, ανεξαρτήτως συνθηκών, είναι στη δική μας δικαιοδοσία να επιλέγουμε τις αντιδράσεις μας, θα μπορούσε κανείς να ισχυριστεί ότι ο θυμός, ως συναίσθημα, είναι επιλογή, ότι είναι αποτέλεσμα των εσωτερικών σκέψεων που κάνει ένας άνθρωπος, όταν αντιμετωπίζει μία κατάσταση και ότι, συνεπώς, μπορεί εξ αρχής να αποφευχθεί, εάν γίνει ‘χρήση’ πιο αποτελεσματικών, λογικών και υγιών σκέψεων!

Για να δούμε τι θα δούμε!

Η βάση του θυμού

Την επόμενη φορά που κάποιος θα σας προσβάλει, θυμηθείτε ότι οι σκέψεις σας είναι που σας προσβάλουν. Ποιες σκέψεις; Διαβάστε προσεκτικά. Ο θυμός βασίζεται στις παρακάτω τρεις προτάσεις:

(α) Γιατί οι άλλοι δεν φέρονται όπως πρέπει; (θυμός με τους άλλους). ‘Πρέπει’ = έτσι όπως θέλω εγώ.
(β) Γιατί δεν κάνω αυτά που πρέπει ή γιατί δεν αποδίδω όσο πρέπει; (θυμός με τον εαυτό). ‘Πρέπει’ = έτσι όπως οι άλλοι, άμεσα ή έμμεσα, ‘θέλουν’ να… θέλω
(γ) Γιατί ο κόσμος, δεν είναι όπως θα έπρεπε να είναι; (θυμός κατά παντός γνωστού ή αγνώστου υπευθύνου). Γιατί δεν υπάρχει δικαιοσύνη; Δίκαιο = αυτό που θεωρώ εγώ σωστό, ‘Θα έπρεπε’: εδώ ο πήχης είναι όσο παραμορφωμένος και μπαίνει όσο ψηλά θέλει ο καθένας.

Ας ασχοληθούμε λίγο με το (α) και τα υπόλοιπα τα αντιμετωπίζετε με τον ίδιο τρόπο που θα αντιμετωπίζατε οποιαδήποτε παράλογη προσδοκία.

“Αν ήσουν λίγο περισσότερο σαν και εμένα”, “αν μου έμοιαζες στη συμπεριφορά”, “αν φερόσουν όπως θα ’θελα…”

Το να περιμένουμε από τους άλλους να φερθούν όπως εμείς θα θέλαμε ή όπως ‘θεωρείται’ σωστό, είναι μια παράλογη προσδοκία. Δεν είναι όμως έτσι. Οι άλλοι θα φέρονται όπως έμαθαν και ξέρουν. Ορισμένες υγιέστερες σκέψεις θα μπορούσαν να είναι:

“Τόσο ξέρουν, τόσο κάνουν”.
“Έτσι έχουν μάθει και δεν μπορούν–ούτε και θέλουν–να καταλάβουν περισσότερα. Άλλωστε, είναι αδύνατον οι άλλοι να φέρονται πάντοτε όπως είναι… ‘σωστό’, όπως δηλαδή θα ήθελα εγώ(!) να φέρονται”.
“Το να εκνευρίζομαι, επειδή οι άλλοι άνθρωποι είναι διαφορετικοί από μένα, είναι τόσο παράλογο, όσο και το να προσπαθώ να αλλάξω και να διορθώσω ολόκληρο τον κόσμο, σύμφωνα με τα δικά μου μέτρα και σταθμά”.

Ο λαβύρινθος ως αρχέτυπο της αναζήτησης και της συνειδητότητας

«Κανένας σοβαρός μελετητής του κλασσικού κόσμου σήμερα,
δεν θα ‘χε να δείξει κάποιον άνθρωπο ή λαό που κλείστηκε στο Λαβύρινθο της απελπισίας, και πάλεψε το Μινώταυρο του ανθρώπινου πόνου, ηρωικότερα και σεμνότερα από τους Έλληνες.»
Δημήτρης Λιαντίνης - "Homo Educandus"

Όπως έχω εξηγήσει στον αποσυμβολισμό των άθλων του Θησέα, ο «μύθος» του λαβύρινθου συμβολίζει την κατάβαση του ανθρώπου στα βάθη της ύπαρξης του. Εισερχόμενοι στο βάθος του Λαβυρίνθου, βυθιζόμαστε στο βαθύ σκοτάδι του υποσυνειδήτου(έτσι μπορεί να ερμηνευτεί η εικόνα της τερατώδους ύπαρξης του Μινώταυρου ο οποίος βρίσκεται έγκλειστος στην καρδιά του λαβυρίνθου), από όπου ξεκινά η περιπέτεια της αυτογνωσίας και η αναζήτηση του διεξόδου. Εκεί η αφύπνιση – διέξοδος, μπορεί να συντελεστεί μόνο με την αρωγή του μίτου της Αριάδνης. Ο Λαβύρινθος δηλ. σχετίζεται με την ενδοσκόπηση, καθώς μέσω αυτής μπορεί ο άνθρωπος να βρει την ισορροπία του.

Ο Θησέας συμβολίζει τον συνειδητοποιημένο άνθρωπο, ο οποίος δεν φοβάται να γνωρίσει τον εαυτό του , εισέρχεται στα δαιδαλώδη (*) βάθη της ψυχής και του νου του, φέρνοντας το σκοτάδι στο φώς , φωτίζοντας τις σκοτεινές «σκιές» του ασυνείδητου του. Για τον Carl Jung, το «ασυνείδητο» συγκροτείται από «ονειρικές εικόνες», που συνιστούν «αρχετυπικές εικόνες», οι οποίες, λόγω της ιστορικής τους φύσης, συνιστούν την γέφυρα ανάμεσα στον λογικό κόσμο της συνειδητότητας, και στον «άλογο» κόσμο των ενστίκτων.

Στόχος του Carl Jung είναι η αποκατάσταση και η ενοποίηση της κατακερματισμένης προσωπικότητας του ατόμου, μέσω της θεραπείας της «σκιάς» της. Η «σκιά» σύμφωνα με τον Carl Jung, είναι, το μη συνειδητοποιημένο τμήμα της προσωπικότητας, το οποίο συνήθως περιέχει κατώτερα χαρακτηριστικά, αδυναμίες, νοοτροπίες, πάθη, αναμνήσεις και εμπειρίες, θετικές και αρνητικές, που είτε έχουν καταπιεστεί, είτε απορριφθεί ή παντελώς αγνοηθεί από το συνειδητό εγώ, και τα οποία, κατά κανόνα, αντισταθμίζουν τη συνειδητή στάση του. Ο Carl Jung διευκρινίζει σχετικά:

«Η σκιά είναι ένα ηθικό πρόβλημα που το εγώ καλείται να αντιμετωπίσει, γιατί κανείς δεν μπορεί να αντιληφθεί και να συνειδητοποιήσει τη σκιά του χωρίς μεγάλη ηθική προσπάθεια. Η συνειδητοποίηση της σκιάς συνίσταται στην αναγνώριση των σκοτεινών στοιχείων της προσωπικότητας, ως παρόντα και πραγματικά. Η πράξη αυτή της αναγνώρισης αποτελεί θεμελιώδη προϋπόθεση για κάθε είδους αυτογνωσία.»…
---------------------------------
(*) Το ελικοειδές σχήμα των διαδρόμων του Λαβυρίνθου συμβολίζει επίσης τη σπειροειδή εξέλιξη της Δημιουργίας, αλλά και της εγκεφαλικής λειτουργίας και ανατομίας. Ο λαβύρινθος σε μία τέτοια συνάρτηση, συμβολίζει τον άνθρωπο απέναντι στο σύμπαν: χαμένος, μη ξέροντας από πού προέρχεται, που βρίσκεται, που πάει, και που προσπαθεί να βγει από αυτήν την κατάσταση, δηλαδή, να βρει απαντήσεις στα ερωτήματα που θέτει.

Το Κουκονήσι της Λήμνου, το νησί των Γιγάντων

Λίγο πριν από το σημερινό Μούδρο της Λήμνου, εκεί όπου ο κόλπος της Λήμνου ησυχάζει σαν αρχαία ανάσα του πελάγους, υψώνεται μια μικρή νησίδα. Οι παλαιοί την ονόμαζαν Κουκονήσι. Γύρω από το όνομά του μικρού αυτού νησιού που σήμερα φιλοξενεί μόνο αιγοπρόβατα και τα ερείπια ενός ξεχασμένου κόσμου, υφάνθηκε ένας θρύλος.

Λέγεται πως εκεί κατοικούσαν κάποτε οι Κούκονες, πλάσματα πελώρια και άγρια, γεννημένα από την πρώιμη ώρα του κόσμου, όταν η γη δεν είχε ακόμη μάθει να ξεχωρίζει πλήρως τον άνθρωπο από τον γίγαντα. Ζούσαν απομονωμένοι στο νησάκι, χτισμένοι μέσα στην αυτάρκεια και την έπαρσή τους. Δεν ήθελαν συναναστροφές με τους άλλους Λήμνιους, ούτε συμμετοχή στις κοινές χαρές και λύπες των ανθρώπων. Είχαν τα σπίτια τους μεγάλα, βαριά, σαν να ήθελαν να μιμηθούν με την πέτρα τη δύναμη του σώματός τους. Στις τεράστιες εσοχές των πέτρινων τεράστιων σπιτιών φώλιαζαν κούκοι, θαρρείς από θεϊκή παρέμβαση ή από παιχνίδι της ειμαρμένης.

Μα μέσα σε αυτή την σωματική ισχύ οι Κούκονες έκρυβαν και την πτώση τους, γιατί η δύναμη χωρίς μέτρο γεννά πάντα τη σκιά της. Οι Κούκονες περηφανεύονταν πως ήταν ισχυροί όσο ο Πολύφημος, ο μονόφθαλμος γιος του Ποσειδώνα, και πως ήταν ακόμη πιο έξυπνοι από εκείνον που τυφλώθηκε από την πανουργία του Οδυσσέα. Αυτή η καύχηση ανέβηκε ως τον βυθό, εκεί όπου ακούει ο Ποσειδώνας τις ύβρεις των θνητών και των ημιθέων. Και ο θεός της θάλασσας, που αγαπά τα πελάγη αλλά δεν συγχωρεί την αλαζονεία, οργίστηκε.

Έτσι ξαφνικά την εικοστή πρώτη του αρχαίου μηνός Σκιροφοριώνο (Ιούνιου), πριν ακόμη ο ήλιος στερεωθεί ψηλά πάνω από το Αιγαίο, οι Κούκονες εξαφανίστηκαν. Όχι σαν άνθρωποι που έφυγαν, ούτε σαν στρατός που νικήθηκε, αλλά σαν να τους είχε καταπιεί ένα άνοιγμα της γης. Τα σπίτια έμειναν όρθια, βουβά και εγκαταλειμμένα, σαν κελύφη μιας ύπαρξης που δεν άντεξε το βάρος της ύβρεως. Κανείς δεν τους είδε ξανά. Κανείς δεν άκουσε πια τις βαριές τους φωνές να διαταράσσουν τον αέρα της νησίδας.

Μόνο μία έμεινε. Ήταν η Κυμοπόλεια, ιέρεια και κόρη του Ποσειδώνα, μορφή συνδεδεμένη με το κύμα και την ταραχή του, αλλά και με την πραότητα εκείνη που γνωρίζει να ημερώνει τα νερά. Εκείνη είχε προσπαθήσει πολλές φορές να συνετίσει τους Κούκονες. Τους μιλούσε για το μέτρο, για τη σιωπή που χρειάζεται η ισχύς, για το πόσο εύθραυστο είναι το πεπρωμένο όσων νομίζουν ότι μπορούν να σταθούν υπεράνω των θεών. Μα οι γίγαντες δεν άκουγαν.

Όταν ήρθε η τιμωρία, η Κυμοπόλεια έτρεξε στον πατέρα της και τον ικέτευσε να δείξει έλεος. Μα ο Ποσειδώνας έμεινε αμετάπειστος. Η ύβρις είχε ήδη φέρει τη Νέμεση. Και η Νέμεση, όταν ξεκινήσει, δεν οπισθοχωρεί. Τότε η κόρη του θεού, απαρηγόρητη, γύρισε τη ματιά της από την ξηρά προς τα νερά. Και καθώς δεν μπορούσε πια να κατοικήσει ανάμεσα στους αλαζόνες, διάλεξε το στοιχείο που της ανήκε. Έγινε θαλάσσια νύμφη, προστάτιδα των ταπεινών και των σεβάσμιων, και από τότε κατοικεί στα βάθη και στα ρεύματα, εκεί όπου οι ψυχές δοκιμάζονται πριν περάσουν στην αλήθεια τους.

Οι Λημνιοί γνωρίζοντας την εξαφάνιση των Κουκονων ύψωσαν στο κέντρο του νησιού έναν ναό αφιερωμένο στον προστάτη του νησιού το Θεό Ήφαιστο και στους Καβείρους, σύμφωνα με χρησμό των Δελφών, και αλλο ένα αφιερωμένο στον κοσμοσειστη θεό της θάλασσας και των σεισμών Ποσειδώνα στην είσοδο της νησίδας.

Ήταν σαν να ήθελαν να αντιτάξουν στο σκοτάδι τη φωτιά, στη μανία τη σοφία της τέχνης, στην άναρχη δύναμη των γιγάντων το ιερό πυρ που μορφώνει και εξαγνίζει. Δίπλα στα ερείπια των μεγάλων σπιτιών των Κουκόνων, ο ναός του Ηφαίστου έστεκε ως σημείο συμφιλίωσης ανάμεσα στο παλιό και στο νέο, στο άγριο και στο τελετουργικό.

Και κάθε χρόνο, μια φορά τον χρόνο τότε που το ιερό φώς της Δήλου έφτανε στο σκοτεινό για μέρες νησί ο κόσμος ανέβαινε εκεί για την Πυρφορία, την ιερή έλευση της φλόγας από τη Δήλο. Τότε το Κουκονήσι άλλαζε πρόσωπο. Δεν ήταν πια τόπος φόβου, αλλά τόπος μνήμης. Η θάλασσα έπαιρνε βαθύ χρώμα, ο άνεμος γινόταν πιο ευγενικός, και οι άνθρωποι ένιωθαν πως η παλαιά κατάρα είχε μεταπλαστεί σε προστασία. Γιατί εκεί όπου κάποτε κατοίκησε η ύβρις, μπορούσε τώρα να κατοικήσει η λατρεία.

Σήμερα, το Κουκονήσι παραμένει ένας εγκατελειμένος αρχαιολογικός χώρος. Οι ανασκαφέςτου παρελθόντος έφεραν στο φως ευρήματα που αποδυκνειεουν υπήρξε ένα από τα σπουδαιότερα λιμάνια της αρχαίας Λήμνου, ήδη από την πρώιμη Χαλκοκρατία.

Όποιος στέκει σήμερα απέναντι από το Κουκονήσι, και γνωρίζει τον μύθο ίσως δεν βλέπει μόνο μια νησίδα. Ίσως μπορεί να βλέπει τη σκιά των Κουκόνων, την πίκρα της Κυμοπόλειας, το θυμωμένο κύμα του Ποσειδώνα, τη γαλήνια φλόγα του Ηφαίστου, και πίσω από όλα αυτά, την παλαιά Ελληνική βεβαιότητα πως ο κόσμος δεν είναι ποτέ άψυχος. Είναι γεμάτος σημάδια, θεότητες, μνήμη και δοκιμασία.

Και ίσως, βαθιά μέσα στη νύχτα, όταν το Αιγαίο σωπαίνει, η Κυμοπόλεια να περνά ακόμη ανάμεσα στα νερά, προσέχοντας ποιος στέκεται στο νησί με καθαρή καρδιά και ποιος με σκοτεινή. Γιατί οι παλιοί τόποι, όπως και οι παλιοί θεοί, δεν ξεχνούν ποτέ εκείνους που τους πλησίασαν με αληθινό φρόνημα.

Θεά Αθηνά και το φως της εσωτερικής όρασης

Σύμφωνα με μία παλαιά παράδοση, όταν ο Προμηθέας έκλεψε το πυρ από τους θεούς του Ολύμπου, το χάρισε στους ανθρώπους ως δώρο γνώσης και τέχνης. Τότε η Αθηνά, θεά των τεχνών και της νόησης, πλησίασε το ακόμη ατελές δημιούργημα —τον άνθρωπο— και του εμφύσησε τον νου και την έλλογη πνοή, ενώ ο Ήφαιστος είχε ήδη πλάσει το σώμα του από γη και νερό.

Έτσι, ο άνθρωπος δεν δημιουργήθηκε απλώς, αλλά ολοκληρώθηκε μέσα από τρεις αρχές: τη μορφή από την ύλη, τον νου από το πνεύμα και τη φωτιά ως δημιουργική και μεταμορφωτική δύναμη. Ο Ήφαιστος έδωσε το σώμα, η Αθηνά τη νόηση και ο Προμηθέας τη φλόγα που κινεί και μεταπλάθει τα πάντα. Και αυτή η φλόγα δεν είναι μόνο φυσική· είναι και η εσωτερική σπίθα της συνείδησης, που καθιστά τον άνθρωπο δημιουργό και μέτοχο μιας ανώτερης τάξης.

Όταν ο νους εγκαθίσταται μέσα στη μορφή, τότε —σαν διακριτικό σημείο πάνω από την πόλη και μέσα στον άνθρωπο— εμφανίζεται το σύμβολο της Αθηνάς: η γλαύκα. Το πτηνό αυτό δεν επιλέχθηκε τυχαία. Βλέπει μέσα στο σκοτάδι, όπως ο νους μπορεί να διακρίνει εκεί όπου οι αισθήσεις αδυνατούν. Η όρασή της δεν εξαρτάται από το εξωτερικό φως, αλλά από μια έμφυτη εγρήγορση και εσωτερική διαύγεια.

Έτσι, η γλαύκα γίνεται σύμβoλο της εσωτερικής όρασης και της αληθινής νόησης: της ικανότητας του ανθρώπου να στρέφεται προς τα ενδότερα και να συλλαμβάνει όχι μόνο το φαινόμενο, αλλά και το αίτιο. Και όπως η Αθηνά εκφράζει τη σοφία, έτσι και η γλαύκα υπενθυμίζει ότι η αληθινή γνώση δεν θορυβεί, αλλά παραμένει άγρυπνη, σιωπηλή και διαρκώς παρούσα.

ΤΑ ΟΡΦΙΚΑ ΜΥΣΤΗΡΙΑ

«Ο Ορφεύς στάθηκε το έμψυχο πνεύμα της Ιεράς Ελλάδος, ο αφυπνισμός της θείας ψυχής».

Με αυτά τα λόγια χαρακτηρίζει τα Ορφικά Μυστήρια και τον ιδρυτή τους Ορφέα, ο συγγραφέας Εδουάρδος Συρέ (Ed. Shure) στο βιβλίο του «ΟΙ ΜΕΓΑΛΟΙ ΜΥΣΤΑΙ».

Πράγματι, τα Ορφικά Μυστήρια κυριάρχησαν για μεγάλο χρονικό διάστημα στον αρχαίο κόσμο και κατέχουν ξεχωριστή θέση ανάμεσα στις αρχαίες Ελληνικές τελετουργίες.

Ιδρυτής των μυστηρίων θεωρείται ο Ολύμπιος Ορφεύς, υιός του Οιάγρου και της Μούσας Καλλιόπης. Γεννήθηκε στην Πίμπλεια της Πιερίας την 13-14η χιλιετία π.Χ. και υπήρξε μία ιδιαίτερα πολυσχιδής προσωπικότητα: λέγεται ότι έλαβε μέρος στην Αργοναυτική Εκστρατεία, ότι εφηύρε την λύρα και ήλθε σε επαφή με τους Καβείρους της Θράκης από τους οποίους επηρεάστηκε.

Επίσης παροιμιώδης έμεινε ο έρωτας του για την Ευρυδίκη για την οποία κατέβηκε ως τον Άδη για να την πάρει πίσω από το βασίλειο του Πλούτωνα. Η συνολική θεώρηση των Ορφικών αποδεικνύει πως ο Ορφέας ήταν όντως υπαρκτό πρόσωπο και όχι απλά το αποκύημα της φαντασίας ορισμένων.

Τα Ορφικά Μυστήρια ξεκίνησαν από τα Βορειοελλαδικά βουνά, σε μια εποχή που ο Διόνυσος ο κατ’ εξοχήν Θεός των μυστηρίων. Δημιουργώντας τα Μυστήρια ο Ορφέας ένωσε τη θρησκεία του Δία με εκείνη του Διονύσου.

Οι μυημένοι έπαιρναν από τις διδασκαλίες του τις μεγάλες αλήθειες που το θαυματουργό τους Φως έφτανε μέχρι το λαό με την μορφή ενός πέπλου προσιτού και ανακατεμένου με την ποίηση και τις δημόσιες τελετές. Μεγάλος Ιερέας του Δια και εξέχων Μύστης της Θράκης, ο Ορφέας έγινε για τους μυημένους ο μεγάλος Αποκαλυπτής του Ουρανίου Διονύσου.

Οι τελετές των Ορφικών λάμβαναν μέρος την νύκτα. Η ουσία των Μυστηρίων είναι η μετάβαση από το σκότος στο φως με διάφορους αλληγορικούς και συμβολικούς τρόπους.

Στο άδυτο του ναού ο Ιεροφάντης άναβε την τελετουργική Πυρά από μία συνεχώς καίουσα Ιερά Πηγή και εμφανιζόταν μπροστά στους μυημένους. Οι ναοί των Ορφικών είτε ήταν κτιστοί, είτε απλά σπήλαια. Ένα άλλο μέρος της Ορφικής φιλοσοφίας αποτελούν και οι Ορφικοί Ύμνοι που ψάλλονταν κατά τις τελετές.

Είναι πανάρχαιοι και οι παλαιότεροι ανάγονται στην 11η χιλιετία π.Χ. Εξυμνούν διάφορες θεότητες και δίνουν πλήθους στοιχείων για την Ορφική Κοσμολογία, όπως: την γένεση του Σύμπαντος από μια έκρηξη, την θεωρία του Κοσμικού Ωού (άποψη πως ο κόσμος γεννήθηκε από ένα Ωό…), την πίστη στην Συμπαντική Αρμονία, την αναφορά στο Ζωδιακό Κύκλο, καθώς και πλήθος αστρονομικών γνώσεων όπως την ύπαρξη του Πολικού Αστέρα, τις Ισημερίες και τα Ηλιοστάσια.

Η Αρχαία Ελληνική Θεολογία προήλθε από τους Ορφικούς και επηρέασε τόσο τον Πυθαγόρα όσο και τον Πλάτωνα. Ο Πλάτων μάλιστα στα κείμενα του ονομάζει τον Ορφέα «Θεολόγο».

Ο λόγος του Ορφέα λοιπόν προχώρησε μετά τον θάνατό του με τρόπο μυστηριώδη μέσα στις φλέβες του Ελληνισμού από τις μυστικές αρτηρίες των Ιερών και τον έκανε Μύστη. Οι Θεοί έμειναν σύμφωνοι με τον λόγο του, όπως μέσα σε έναν ναό ο χορός των μυημένων συμφωνεί με τους ήχους μιας αόρατης λύρας. Έτσι η ψυχή του Ορφέα έγινε η ψυχή της Ελλάδος.

Ο ΣΠΑΡΤΙΑΤΗΣ

Λίγα λόγια για την αποκατάσταση της Σπάρτης

Κάτω από την κορυφή του θεϊκού Ταϋγέτου σμίγει, κύκνος πάλλευκος, ο Ζευς με την Λήδα και, μέσα στο αιώνιο παρόν του ελληνικού Μύθου που είναι ο Λόγος, η Λήδα γίνεται σκοτάδι για να γεννήσει το φως, αναγεννάται ως Νύκτα και κομίζει ξανά την ουσία, δηλαδή την αρχή: μας προσφέρει το Αυγό, που θα γεννήσει βεβαίως τους Διοσκούρους, αιωνία εναλλαγή, επάνω εις το ουράνιο στερέωμα, του θνητού με το Αθάνατο στοιχείο, αλλά και την Ελένη, ενσάρκωση της ομορφιάς και γι'αυτό θεϊκής καταγωγής όμως ευάλωτη ως οι θνητοί. Είναι ευάλωτη, η ωραιότης.

Δέκα χρόνια εμάχοντο για την άλωση της Τροίας οι Αχαιοί, δέκα ημέρες εστάθησαν αρκετές για την άλωση της Ελένης από τον Πάρι. Της Ελένης της Σπάρτης. Που όμως δεν ήταν ο Πάρις εκείνος που αληθινά την διεκδικούσε αλλά ο ίδιος ο Έρως, η Αφροδίτη.

Ο Εμπεδοκλής, που εθέλησε η φιλοσοφία του ολόκληρη να είναι μία υψηλή ιεροπραξία -προσφορά στην Αφροδίτη, γράφει γι'Αυτήν:

«ΤΗΝ ΟΥ ΤΙΣ ΜΕΤΑ ΤΟΙΣΙΝ ΕΛΙΣΣΟΜΕΝΗΝ ΔΕΔΑΗΚΕ ΘΝΗΤΟΣ ΑΝΗΡ» (1)
(= «ότι Αυτή ανάμεσά τους περιελίσσεται, θνητός κανείς δεν το κατάλαβε»).

Θνητός νους δεν την κατέκτησε ακόμη, στην πληρότητά της, στην εμορφιά της και στην τραγική της διάσταση, την γνώση ετούτη που διδάσκει ο Εμπεδοκλής. Θνητός ουδείς εκτός από τον Μενέλαο, τον άνακτα της Σπάρτης που η γνώσις θα τον εξυψώσει σε Ήρωα. Δεν ήταν η πληγωμένη τιμή ούτε ο πόθος κατακτήσεως νέων εδαφών που ανέδειξαν τον Μενέλαο σε Ήρωα, αλλά η Ανάγκη που «με όρκο πλατύ» (κατά την έκφραση του Εμπεδοκλέους) έχει δέσει την Γνώση με τον Έρωτα και ως παντοτινή κατοικία τους έχει ορίσει την Ψυχή.

Τιτάνιος θεματοφύλακας της Ανάγκης, ο Σπαρτιάτης αντέχει επάνω στους ώμους του το απελευθερωτικό βάρος της γνώσεως. Διότι η Σπάρτη είναι κάτι διαφορετικό από την φιλοπόλεμη και ολιγαρχική (!) πολιτεία που μας παρουσιάζουν οι λιγόψυχες και συχνά κακοπροαίρετες περιγραφές των συγχρόνων ιστορικών.

Και δεν χρειάζεται να σταθεί κάποιος ούτε στην κατά βάσιν και κατ'ουσίαν δημοκρατική δομή της κοινωνίας της ούτε στον γενναιόδωρο ερωτισμό που τόσο οι Σπαρτιάτες όσο και όλοι οι Έλληνες εθέλησαν να είναι το θεμέλιο του κοινοτικού τους βίου.

Η Σπάρτη κομίζει και κάτι άλλο ακόμη, είναι μία παρακαταθήκη, επάνω στην Ελληνική Γη, των ιδίων Της των Θεών. Είναι στοιχείο θεϊκό, η Σπάρτη, και μας συντροφεύει, παραστάτιδα και σύμμαχος, στην αιωνία Γιγαντομαχία που ακατάπαυστα λυσσομανεί εντός μας.

Είναι το στόμα για να τιμήσουμε τους προγόνους μας: ΤΟΙΣ ΚΕΙΝΩΝ ΡΗΜΑΣΙ ΠΕΙΘΟΜΕΝΟΙ.

Η Σπάρτη είναι η Άμυνα: Όχι η άμυνα των όπλων (όχι μόνον αυτή), αλλά η άμυνα της Υπερηφάνειας.
Είναι η αξιοπρέπεια που ανθίσταται στην βαρβαρότητα. Και αυτό, όσο απίστευτο κι αν φαίνεται, εφάνηκε ξανά στις ημέρες μας.

Στους Τριακοσίους του Λεωνίδα προσθέστε άλλον έναν. Στο πρόσωπο του φιλοσόφου Δημήτρη Λιαντίνη που, υπερήφανα, σπαρτιάτικα διότι ήταν Σπαρτιάτης, αποτόλμησε την κατάφαση και εξύψωσε για άλλη μία φορά (μετά από τουλάχιστον δύο χιλιάδες χρόνια) την Φιλοσοφία σε πράξη ζωής, το σπαρτιατικό πνεύμα ευρήκε ξανά την έκφανσή του.

Ιδού πως ομιλεί ο Σπαρτιάτης για την Σπάρτη:

«Η Σπάρτη είναι οι οπλίτες που μείνανε στις Θερμοπύλες. Να βλέπουν μέσα στους αιώνες, λέει ο Καβάφης, πως εκείνοι που πάντα θα περνούν είναι οι δειλοί και οι προδότες. Η Σπάρτη είναι ο πρίγκηπας Ορέστης. Που τρέχει με το άρμα και τινάζει σπίθες πάνω στο λιθόστρωτο της ανθρώπινης μοίρας. Η Σπάρτη είναι ο δωριέας Ηρακλής, που προσπερνά αμίλητος την Κακία, και χαιρετίζει εύβουλος την Αρετή. Για να καταπαλεύει σε όλη τη ζωή του λιοντάρια και σκύλους, άρπυιες και ύδρες, και όλα τα τέρατα του μέσα μας ανθρώπου. Η Σπάρτη είναι ο Λυκούργος στον Αλφειό, όταν εφύτευε την ελιά και τους Ολυμπιακούς αγώνες. Η Σπάρτη είναι τα θυρόφυλλα της χαλκίοικης Αθηνάς, που τιμωρούν τους επιλήσμονες. Η Σπάρτη είναι το δείγμα γραφής και ύφους του Θουκυδίδη. Του κατά την ανάγκη τραγικού μηνύτορα των ανθρωπίνων. Η Σπάρτη είναι ο δωρικός κίονας του Παρθενώνα. Και οι μαρμάρινες κόρες του Ερέχθειου, οι Καρυάτιδες, με τη στολή των κοριτσιών από τις Καρυές της Λακωνίας. Η Σπάρτη είναι ο στοχασμός του φιλολάκωνα Πλάτωνα σαν οδηγία αρετής. Και ο στοχασμός του φιλολάκωνα Σωκράτη σαν προαίρεση θανάτου. Η Σπάρτη είναι η βασίλισσα Κρατησίκλεια, θα ειπεί ο Καβάφης όταν δεν ειρωνεύεται». (2)

Λάτρης του καβαφικού πνεύματος, την ελληνικότητα του οποίου μόνον αυτός ομοιάζει να έχει πλήρως κατανοήσει στις ημέρες μας, ο Δημήτρης Λιαντίνης που έχει απόλυτο δίκαιο να συγκαταλέγει τον μεγάλο «Αλεξανδρινό» ποιητή ανάμεσα στους Έλληνες Εθνικούς, στέκεται στο περίφημο ποίημα του τελευταίου: «Στα 200 π.Χ.». Είναι ίσως σκόπιμο να παραθέσω εδώ ολόκληρο το ποίημα, το οποίο, αν και από τα γνωστότερα του Κωνσταντίνου Καβάφη, φέρει πλέον επάνω του το βαρύ και άδικο φορτίο μίας αφελέστατης παρερμηνείας:

Στα 200 π.Χ. «Αλέξανδρος Φιλίππου και οι Έλληνες πλην Λακεδαιμονίων»

Μπορούμε κάλλιστα να φαντασθούμε
πως θ'αδιαφόρησαν παντάπασι στην Σπάρτη
για την επιγραφήν αυτή. «Πλην Λακεδαιμονίων»,
μα φυσικά. Δεν ήσαν οι Σπαρτιάται
για να τους οδηγούν και για να τους προστάζουν
σαν πολυτίμους υπηρέτας. Άλλωστε
μια πανελλήνια εκστρατεία χωρίς
Σπαρτιάτη βασιλέα γι'αρχηγό
δεν θα τους φαίνονταν πολλής περιωπής.
Α βεβαιότατα «πλην Λακεδαιμονίων».

Είναι κι αυτή μια στάσις. Νοιώθεται.

Έτσι, πλην Λακεδαιμονίων στον Γρανικό;
και στην Ισσό μετά? και στην τελειωτική
την μάχη, όπου εσαρώθη ο φοβερός στρατός
που στ' Άρβηλα συγκέντρωσαν οι Πέρσαι:
που απ' τ' Άρβηλα ξεκίνησε για νίκην, κ' εσαρώθη.

Κι απ' την θαυμάσια πανελλήνιαν εκστρατεία,
την νικηφόρα, την περίλαμπρη,
την περιλάλητη, την δοξασμένη
ως άλλη δεν δοξάσθηκε καμιά,
την απαράμιλλη: βγήκαμ' εμείς;
ελληνικός καινούριος κόσμος, μέγας.

Εμείς; οι Αλεξανδρείς, οι Αντιοχείς,
οι Σελευκείς, κ' οι πολυάριθμοι
επίλοιποι Έλληνες Αιγύπτου και Συρίας,
κ' οι εν Μηδία, κ' οι εν Περσίδι, κι όσοι άλλοι.
Με τες εκτεταμένες επικράτειες,
με την ποικίλη δράσι των στοχαστικών προσαρμογών.
Και την Κοινήν Ελληνική Λαλιά
ως μέσα στην Βακτριανή την πήγαμεν, ως τους Ινδούς.

Για Λακεδαιμονίους να μιλούμε τώρα!

Πολλές εργασίες και μελέτες έχουν γίνει επάνω σε αυτούς τους στίχους που εθεωρήθησαν υπόδειγμα της καβαφικής ειρωνείας, χωρίς όμως κάποια από αυτές να υπερβεί το πρώτο επίπεδο της ειρωνείας και να οδεύσει προς την ουσία, το αληθές νόημα των στίχων.

Αλλά η λακωνική ευστοχία του Καβάφη ευρήκε τον κοινωνό της στο πρόσωπο του Σπαρτιάτη.
Το περίφημο «Για Λακεδαιμονίους να μιλούμε τώρα!» που αστόχαστα ερμηνεύεται ως ειρωνική στάσις απέναντι στην συνετή απόφαση των Σπαρτιατών να μην ακολουθήσουν τον Αλέξανδρο κατά την εκστρατεία του, είναι και η φράσις που, σύμφωνα προς τον Λιαντίνη, «ανεβάζει στον Όλυμπο τους Λακεδαιμονίους, όπως τον Διαγόρα οι γιοί του» (3).

Και ανεβάζει στον Όλυμπο τους Λακεδαιμονίους διότι εδώ ο Καβάφης δεν ειρωνεύεται τους Σπαρτιάτες αλλά τους Μακεδόνες και όλους τους υπόλοιπους Έλληνες που συνέτρεξαν τον Αλέξανδρο στο καταστροφικό του έργο. «Ελληνικός καινούριος κόσμος, μέγας».

Και, την «Κοινήν Ελληνική Λαλιά» που ως τους Ινδούς (!) την πήγαμεν. Και δεν κατόρθωσαν να εννοήσουν οι φιλόλογοι ότι είναι η παρακμή των ελληνιστικών χρόνων που ειρωνεύεται εδώ ο Καβάφης και όχι η ενάρετη και σύμφωνη προς το Μέτρον στάσις των Σπαρτιατών. Επιθυμώντας αυτό ακριβώς να δείξει στους έντιμους αναγνώστες του, ο Λιαντίνης παραθέτει δύο άλλους στίχους του Καβάφη όπου φαίνεται ολοκάθαρα η περιφρόνησις του ποιητού για το πνεύμα των ελληνιστικών χρόνων:

«Το φρόνημα της Σπάρτης ασφαλώς δεν ήταν ικανός να νοιώσει ένας Λαγίδης χθεσινός» (4).

Και γράφει, για την σημερινή μας παιδεία, ο Σπαρτιάτης: «Στο θρυλικό «τις πταίει» του Τρικούπη, η απόκριση είναι: οι δάσκαλοι φταίνε, οι δάσκαλοι και οι διδακτικοί. Ο βασιλιάς τα φταίει! Που φώναξε ο Λαέρτης στον Άμλετ. Και κύρια φταίνε οι δάσκαλοι των δασκάλων. Εννοώ τους πανεπιστημιακούς που τόσο μοχθήσανε για να μάθουν τους δασκάλους να δασκαλίζουν. Να πιθηκίζουν δηλαδή στις έδρες και στις τάξεις. Να ψιττακίζουν το «καλημέρα» του Ζαχαρία Παπαντωνίου. Να γρυλίζουν και να σουσουνίζουν, πάντα τους σχολαστικοί και ομπρελοφόροι. Από πού, και γιατί τόση δυστυχία στη χώρα! Η ακολουθία πράξης όλου αυτού του κακού μεταφράζεται στην εικόνα μιας πραγματικότητας πολύ μίζερης.Η δυστυχία από το σχολείο απλώθηκε στην κοινωνία μας. Όπως είναι φυσικό». (5)

Πώς θα αμυνθούνε τότε, όσα πνεύματα ελεύθερα έχουν ακόμη απομείνει, όσες ψυχές αγωνιούν, ενάντια στην βαρβαρότητα που είναι σήμερα η θρησκεία των πολλών;

Η απάντησις έρχεται και πάλι από την Σπάρτη: «Χρειάζεται να στηθούν οδοφράγματα στους δρόμους. Να στηθούν δικαστήρια στις αίθουσες, και ίσως γκιλοτίνες στις πλατείες. Για να σταυρωθεί το κακό, να πάψει η βασκανία». (6)

Και δεν ήταν βεβαίως η σημερινή μας παιδεία αλλά εκείνη των Σπαρτιατών, νομοθετημένη από τον σοφό Λυκούργο, το ιδανικό που είχε στον νου του ο Δημήτρης Λιαντίνης όταν λακωνικά ευχόταν «ο δάσκαλος να' ναι η δύναμη, πράξη ο μαθητής, και το σχολειό γιορτή».

Στο ποίημα: «Στα 200 π.Χ», υπάρχει ένα σημείο όπου ο Καβάφης δεν ειρωνεύεται:

«Δεν ήσαν οι Σπαρτιάται για να τους οδηγούν και για να τους προστάζουν σαν πολυτίμους υπηρέτας».

Η Σπάρτη είναι σήμερα η άμυνά μας. Όλοι νεκροί στις Θερμοπύλες, κανείς πίσω από τον Αλέξανδρο.
«Βέβαια», γράφει ακόμη ο Λιαντίνης. «Μέσα στη βαρβαρότητα και την κτηνωδία που ζούμε και ανατρέφουμε τα παιδιά μας, βλαστούς απαλούς στη διάκριση και το γούστο μάχλων τράγων, ποιος θα τολμούσε να πιάσει σήμερα στο στόμα του τέτοιους πολίτες;
Μη μιλάτε λοιπόν για Λακεδαιμονίους!» (7)
-------------------------
Σημειώσεις
1. Εμπεδοκλέους, «Περί Φύσεως», 17, 25 -26
2. Δημήτρη Λιαντίνη, «Γκέμμα», εκδ. «Βιβλιογονία», Αθήνα, 1997, σελ.235
3. Δημήτρη Λιαντίνη, «Γκέμμα», σελ. 237
4. Κωνσταντίνου Καβάφη, «ΕΝ ΣΠΑΡΤΗΙ», (απόσπασμα)
5. Δημήτρη Λιαντίνη, «Τα Ελληνικά», εκδ. «Βιβλιογονία», Αθήνα, 1994, σελ. 104
6. Δημήτρη Λιαντίνη, «Τα Ελληνικά», σελ. 117
7. Δημήτρη Λιαντίνη, «Γκέμμα», σελ. 237

Ι. Καποδίστριας: Ο φιλήκοος των ξένων είναι προδότης

Την 11 Ιανουαρίου 1828 ο Καποδίστριας απεβιβάσθη στην Αίγινα. Ο Γ. Τερτσέτης στα «Απόλογα για τον Καποδίστρια» περιγράφει συνομιλία του Κυβερνήτη με τον Γεωργάκη Μαυρομιχάλη:

«Είναι καιροί πού πρέπει να φορούμε όλοι ζώνη δερματένια και να τρώμε ακρίδες και μέλι άγριο. Είδα πολλά είς την ζωή μου, αλλά σαν το θέαμα όταν έφθασα εδώ εις την Αίγινα δεν είδα τί παρόμοιο ποτέ, και άλλος να μην το ιδή… «Ζήτω ο κυβερνήτης ο σωτήρας μας, ο ελευθερωτής μας!» εφώναζαν γυναίκες αναμαλλιάρες, άνδρες με λαβωματιές πολέμου, ορφανά κατεβασμένα από τις σπηλιές. Δεν ήταν το Μαυροφορεμένες γυναίκες, γέροντες μου εζητούσαν να αναστήσω τους πεθαμένους τους, μανάδες μου έδειχναν εις το βυζί τα παιδιά τους και μου έλεγαν να τα ζήσω και ότι δεν τους απέμειναν παρά εκείνα κι εγώ και μεδίκαιο μου εζητούσαν όλα αυτά, διότι εγώ ήλθα και σεις με προσκαλέσατε να οικοδομήσω, να θεμελιώσω κυβέρνησιν και κυβέρνησις και ως πρέπει ζει, ευτυχεί τους ζωντανούς, ανασταίνει και αποθαμένους διατί διορθώνει την ζημία του θανάτου και της αδικίας. Δεν ζει ο άνθρωπος, ζει το έργο του, καρποφορεί, αν ο διοικητής είναι δίκαιος, αν το κράτος έχη συνείδησι, ευσπλαχνία, μέτρα σοφίας.

Ώς ψάρι εις το δίχτυ σπαράζει είς πολλούς κινδύνους ακόμη ή ελληνική ελευθερία. Μου εδώσατε τους χαλινούς του κράτους. Τίνος κράτους; Μετρούμε είς τα δάκτυλα την επικράτειάν μας. Τ’ Ανάπλι, την Αίγιναν, Πόρο, Ύδρα, Κόρινθο, Μέγαρα, Σαλαμίνα. Ο Ιμπραΐμης κρατεί τα κάστρα και το μεσόγειο της Πελοποννήσου, ο Κιουτάγιας την Ρούμελη, πολλά νησιά βασανίζονται από αυτεξούσιο στρατό καί από πειρατείαν, τα δύο μεγάλα πολεμικά καράβια μας είναι αραγμένα ξαρμάτωτα εις τον Πόρο, η Αθήνα έφαγε πέρυσι τους ανδρειότερους των Ελλήνων. Που το θησαυροφυλάκιον του έθνους; Ακούω επουλήσατε και την δεκατία του φετεινούέτους πρίν σπαρθή ακόμα το γέννημα, ο τόπος είναι χέρσος, σπάνιοι οι κάτοικοι; σκόρπιοι είς τα βουνά και εις τα σπήλαια. Το δημόσιο είναι πλακωμένο από δυο εκατομμύρια λίρες στερλίνες χρέος, άλλα τόσα ζητούν οι στρατιωτικοί, η γη είναι υποθηκευμένη είς τους Άγγλους δανειστάς, ανάγκη να την ελευθερώσωμε με την ίδιααπόφασι ως την ελευθερώσαμε καί από τα άρματα του Κιουτάγια και του Αιγυπτίου. Δεν λυπούμαι, δεν απελπίζομαι, προτιμώ αυτό το σκήπτρο του πόνου καί των δακρύων παρά άλλο. Ο θεός μου τάδωσε, το παίρνω, θέλει να με δοκιμάση. Είμαι από τη φυλή σας, είς ένα μνήμα μαζί με σας θα θαφτώ, ό,τι έχω, ζωή,περιουσία, φιλίες είς την Ευρώπην, κεφάλαια γνώσεων αποκτημένα από τόσα θεάματα και ακροάματασυμβάντων του κόσμου είς τάς ημέρας μου, τα αφιερώνω είς την κοινήν πατρίδα… Κατεβαίνω πολεμιστής είς το στάδιον, θα πολεμήσω ως κυβέρνησις, δεν λαθεύομαι τον έρωτα των προνομίωνπού είναι φυτευμένες είς ψυχές πολλών, τα ονειροπολήματα των λογιωτάτων, ξένων πρακτικής ζωής, τοφιλύποπτο, κυριαρχικό και ανήμερο αλλοεθνών ανδρών. Η νίκη θα είναι δική μας, αν βασιλεύση είς την ακαρδίαν μας μόνο το αίσθημα το Ελληνικό, ο φιλήκοος των ξένων είναι προδότης.

Ώρες: Οι προστάτιδες της βλάστησης και του ανθρώπινου μόχθου

Οι Ώρες είναι θεότητες καλόγνωμες και ευεργετικές και χαρίζουν πολλές χαρές στους ανθρώπους. Λένε πως είναι κόρες του Δία και της Θέμιδος και τα ονόματά τους είναι Δίκη, Ειρήνη και Ευνομία. Η Ευνομία ήταν η προσωποποίηση των νόμων, η Δίκη η προσωποποίηση της δικαιοσύνης και η Ειρήνη ήταν η πηγή όλων των αγαθών και απολαύσεων της ζωής. 

Φυλάνε τις πύλες του ουρανού στον Όλυμπο και τις ανοιγοκλείνουν κατεβάζοντας εκεί ένα πυκνό σύννεφο. Για αυτό και ονομάζονται και οι πορτάρισσες του Ολύμπου. Καθώς κάνουν να κυλά ο χρόνος, φέρνουν στους ανθρώπους τα αγαθά των κόπων τους, τους καρπούς των έργων τους. Ως προστάτιδες της βλάστησης επιβραβεύουν τον ανθρώπινο μόχθο και εξασφαλίζουν την κοινωνική και πολιτική ευημερία στις πόλεις. Ακόμα υπηρετούν την Ήρα: λύνουν τα άλογα της από την άμαξα της και τα οδηγούν στο παχνί. Κάθονται παρέα με τους άλλους θεούς σε χρυσά καθίσματα και κοντά στον Δία παίζουν την φόρμιγγα και τραγουδούν. 

Πιο στενή σχέση έχουν με την Αφροδίτη: οι χρυσοστολισμένες Ώρες υποδέχονται την θεά μόλις βγαίνει από τους αφρούς των κυμάτων στην Κύπρο. Της βάζουν θεϊκά ρούχα, χρυσό στεφάνι στο κεφάλι, χρυσά σκουλαρίκια και χρυσό περιδέραιο. Μαζί με τις Χάριτες της φτιάχνουν φορέματα, σαν και αυτά που φορούν οι ίδιες οι Ώρες και τα διαποτίζουν με αρώματα από ανοιξιάτικα λουλούδια, κρόκο, υάκινθο, μενεξέ, τριαντάφυλλο, νάρκισσο, λείριο.

Στους χορούς τους χορεύουν μαζί με την Αφροδίτη τις Χάριτες και την Άρτεμη. Έργο δικό τους, που το έκαναν μαζί με την Αθηνά, τις Χάριτες και την Πειθώ, ήταν να στολίσουν την Πανδώρα βάζοντάς της στεφάνι από ανοιξιάτικα λουλούδια.
 
Επίσης αναθρέψαν μαζί με την Γη τον γιο της Νύμφης Κυρήνης και του Απόλλωνα τον Αρισταίο. Αναφέρεται πως ήταν βοηθοί του θεού Ήλιου και επιπλέον βοηθούσαν την θεά Χλωρίδα στο έργο της, στην βλάστηση της γης, ρυθμίζοντας τις Εποχές του Χρόνου.

Σιγά- σιγά οι Ώρες παρουσιάζονται να εκπροσωπούν μόνο τις εποχές του έτους και τις ώρες της ημέρας. Έτσι τους δίνουν για πατέρα τον Χρόνο και τις κάνουν από τρεις, τέσσερις και τελικά δώδεκα. Αποκτούν βέβαια και ανάλογα ονόματα όπως Αυγή, Ανατολή, Μεσημβρία, Δύση κ.λ.π

Για την καταγωγή και την φύση των Ωρών δεν υπάρχει ομοφωνία στην έρευνα. Σύμφωνα με την τελευταία άποψη, οι Ώρες είναι πανάρχαιες θεότητες της βλάστησης και ανήκουν- όπως και οι Χάριτες- σε προελληνικές γυναικείες θεότητες που πήραν οι Έλληνες από τους προ-Έλληνες κατοίκους των νησιών του Αιγαίου, τους Πελασγούς.

Οι θεότητες αυτές γιορτάζονταν με λατρείες που είχαν σχέση με χαρακτηριστικές στιγμές όπως την γέννηση, τον θάνατο και την αναγέννηση, τον κύκλο δηλαδή που διαγράφει στην πραγματικότητα η φύση κατά την διάρκεια του χρόνου.
 
Στην Αττική τις λάτρευαν μαζί με την Πάνδροσο, με τα ονόματα Καρπώ και Θαλλώ (Παυσανίας 9,35,2).

Φαίνεται όμως ότι και η Αυξώ - που ο Παυσανίας πιστεύει ότι είναι μια από τις Χάριτες είναι Ώρα, ή ακόμα καλύτερα και τα τρία ονόματα μπορούν να ανήκουν τόσο στις Ώρες όσο και στις Χάριτες όπως έχουν από πολλά χρόνια δείξει οι ερευνητές. Τα ονόματα αυτά δείχνουν τι περίμεναν οι Αθηναίοι από τις Ώρες. Η σύνδεση με την κόρη του Κέκροπα, Πάνδροσο, δείχνει πόσο σημαντική ήταν η εύνοια τους για την ξέρη Γη της Αττικής.

Ο Ησίοδος τις αναφέρει να είναι αδερφές με τις Χάριτες από τον ίδιο πατέρα, τον Δία, στενή σχέση έχουν και με άλλες θεότητες και πρώτα από όλες με την Ήρα- πολλοί μάλιστα λένε ότι το όνομα Ήρα βγαίνει από το ώρα.
 
Στο Ηραίο της Ολυμπίας υπήρχαν δίπλα από το άγαλμα της Ήρας τα αγάλματα των Ωρών (Παυσανίας 5,1.1 και 7.1), ενώ το άγαλμα της Αργείας Ήρας, έργο του Πολύκλειτου, φορούσε στέμμα που είχε πάνω τις Χάριτες και τις Ώρες .
 
Στενή σχέση είχαν και με την Δήμητρα και Περσεφόνη- που αναφέρεται ως "Ωρών συμπαίκτρια"και συνοδεύεται στον Άδη από δυο Ώρες μαζί με τον θεό Διόνυσο και τις Μοίρες.

Στον Ησίοδο οι Ώρες, "ωρεύουν", δηλαδή φυλάνε-φρουρούν τα έργα των ανθρώπων. Η Δίκη, η Ευνομία και η Ειρήνη γίνονται στον Ησίοδο μια τριάδα κοινωνικών-αστικών δυνάμεων και όχι θεοτήτων της βλάστησης όπως η Θαλλώ η Καρπώ και η Αυξώ (φυτρώνω, αυξάνομαι, καρποφορώ). Στον Όμηρο ήδη συναντούμε μια αντίληψη που εξηγεί την "εξέλιξη" αυτή των Ωρών, από θεότητες της βλάστησης σε θεότητες της κοινωνικής τάξης: οι Ώρες προστατεύουν τα έργα των ανθρώπων- έργον όμως είναι το κατεξοχήν προϊόν του ανθρώπινου μόχθου, δηλαδή το καλλιεργημένο χωράφι.
 
Αυτά τα έργα καταστρέφονται στην Ιλιάδα (Ε 92, Π 384) από καταρρακτώδης βροχές που τα πλημμυρίζουν και παρασύρουν τα χώματα τους στην θάλασσα. Έτσι γίνεται όταν ο Δίας θυμώσει με ανθρώπους που βγάζουν άδικες αποφάσεις και δεν σέβονται την Δίκη. Όταν όμως ο άρχοντας της πόλης σέβεται τους θεϊκούς νόμους τότε η "μαύρη γη βγάζει σιτάρι και κριθάρι,τα δέντρα πάνε να σπάσουν από τους καρπούς, τα δυνατά πρόβατα γεννοβολούν, η θάλασσα δίνει ψάρια (Όμηρος, θ110- Ησίοδος Έργα και Ημέρες 225)

Οι παλιές θεότητες της βλάστησης έγιναν σεβαστές πολιτικές δυνάμεις, ολύμπιες παρουσίες, χωρίς να χάσουν όμως τον αρχικό τους χαρακτήρα.

Ο Πίνδαρος τις ονομάζει "Αγλαόκαρπους" (αυτές με τους λαμπρούς-ωραίους καρπούς) και τις παρουσιάζει να εξασφαλίζουν πολιτική σταθερότητα και ευημερία στην πόλη όπως και ο Βακχυλίδης. Και οι δύο παραπάνω όταν αναφέρονταν στις Ώρες και ιδιαίτερα στην Ευνομία προσδίδουν σε αυτές ένα αριστοκρατικό-ολιγαρχικό πολιτικό περιεχόμενο. Οι Ώρες αποτρέπουν τις στάσεις. Είναι εγγύηση για την σταθερότητα του συστήματος διακυβέρνησης (είναι γνωστό π.χ ότι αυτό που ζητούν οι Δημοκρατικοί των πόλεων είναι Ισονομία). Οι Ώρες συνδέονται περισσότερο με πόλεις ολόκληρες σε αντίθεση με τις Μοίρες που συνδέονται περισσότερο με άτομα. Αυτό που τις ενώνει εκτός από τον πατέρα τους τον Δία είναι η κοινή τους μητέρα, η Θέμις: απορρέουν από την ίδια θεϊκή αρχή της τάξης, της κανονικότητας και της ομαλότητας.

Ο όρκος των εφήβων

Ιδιότυπη ιστορική υπέρβαση της αντίθεσης Αθήνας - Σπάρτης λανθάνει σιωπηλή στις πρώτες σελίδες της Επανάστασης του '21, πριν ακόμη γίνει η (εκ των υστέρων) καθιέρωση της 25ης Μαρτίου με το γνωστό σκηνικό της Αγίας Λαύρας. Βέβαια, από τα χρόνια του Πελοποννησιακού Πολέμου είχαν περάσει πάνω από 20 αιώνες. Όμως η ιστορική διαφορά δεν ήταν άγνωστη στους απογόνους των αρχαίων εκείνων ασυμφιλίωτων αντιπάλων.Δεν πρέπει, ίσως, να ήταν τυχαία η επιλογή που έκαναν στη δοξολογία της Καλαμάτας (24 Μαρτίου 1821) οι Σπαρτιάτες (Μανιάτες) πολεμιστές, που έδωσαν τον ιερό όρκο της ελευθερίας με λόγια παρμένα από τον όρκο των εφήβων της αρχαίας Αθήνας.

Πρώτος ο Πετρόμπεης Μαυρομιχάλης, ο Ηγεμόνας της Μάνης, που έδωσε τα περισσότερα βλαστάρια του σφαχτάρια στον Αγώνα, ανακαλώντας το περίφημο «Ουκ αισχυνώ όπλα τα ιερά…», είπε: «Ορκίζομαι ίνα αμύνω την πατρίδα και μόνος και μετά πολλών, και ιερά τα πάτρια τιμήσω».

Στη συνέχεια, όπως ιστορεί ο Διονύσιος Κόκκινος, «οι ακολουθούντες άλλοι αρχηγοί, μαζί με τους στρατιώτας των», ορκίστηκαν «… ίνα μη καταισχύνωμεν τα όπλα τα ιερά, ούτε εγκαταλείψωμεν τον παραστάτην, ότω αν στοιχήσωμεν».

Τώρα, θα αναρωτηθεί ο σύγχρονος αναγνώστης, καταλάβαιναν αυτά τα «παραστάτην» και τα «ότω αν στοιχήσω» (όποιον πολεμάει δίπλα μου) οι τραχείς και κατά το πλείστον αγράμματοι Μανιάτες πολεμιστές; Τα λόγια ίσως όχι. Αλλά το νόημα και το καταλάβαιναν και το πίστευαν. Εξάλλου, ανάμεσά τους και ιδίως επικεφαλής ήταν και γραμματισμένοι, οι οποίοι συνέταξαν και την πρώτη διακήρυξη της ελληνικής ελευθερίας.

Είναι η περίφημη «Προκήρυξις προς τας ευρωπαϊκάς Αυλάς εκ μέρους του φιλογενούς Αρχιστρατήγου των Σπαρτιατικών στρατευμάτων Πέτρου Μαυρομιχάλη και της Μεσσηνιακής Γερουσίας, εν Καλαμάτα τη 23η Μαρτίου 1821».

Κλασικά κείμενα Επικούρειας Φιλοσοφίας: Επίκουρου Προσφώνησις

Το έργο “Επίκουρου Προσφώνησις” το οποίο είναι μια συλλογή με επικούρειες δόξες που ανακαλύφθηκε στο Βατικανό στον "Codex Vaticanus Graecus" το 1888 από τον C. WOTKE

ΕΠΙΚΟΥΡΟΥ ΠΡΟΣΦΩΝΗΣΙΣ (Codex Vaticanus Graecus)

I.(1) Τὸ μακάριον καὶ ἄφθαρτον οὔτε αὐτὸ πράγματα ἔχει οὔτε ἄλλῳ παρέχει, ὥστε οὔτε ὀργαῖς οὔτε χάρισι συνέχεται· ἐν ἀσθενεῖ γὰρ πᾶν τὸ τοιοῦτον.
ἐν ἄλλοις δέ φησι τοὺς θεοὺς λόγῳ θεωρητούς, οὓς μὲν κατ' ἀριθμὸν ὑφεστῶτας, οὓς δὲ καθ' ὁμοείδειαν ἐκ τῆς συνεχοῦς ἐπιρρύσεως τῶν ὁμοίων εἰδώλων ἐπὶ τὸ αὐτὸ ἀποτετελεσμένων, ἀνθρωποειδεῖς.

Το μακάριο και το άφθαρτο ον (ο Θεός) ούτε το ίδιο έχει έγνοιες, ούτε σε άλλον δημιουργεί. Κατά συνέπεια, ούτε οργίζεται ούτε κάνει χάρες. Διότι αυτά είναι γνωρίσματα ασθενούς όντος.
[Σε άλλα σημεία λέει ότι οι θεοί γίνονται αντιληπτοί με τον νου, ότι άλλοι μεν υφίστανται κατ' αριθμόν(δηλ. ως ατομικότητες), άλλοι δε κατά την ομοιότητά τους, ότι σχηματίσθηκαν από την συνεχή (προσθετική) ροή των ομοίων ειδώλων που καταλήγουν στο ίδιο σημείο, (και) ότι είναι ανθρωπόμορφοι..]

II.(2) (ΚΔ IΙ-2) Ὁ θάνατος οὐδὲν πρὸς ἡμᾶς· τὸ γὰρ διαλυθὲν ἀναισθητεῖ· τὸ δ' ἀναισθητοῦν οὐδὲν πρὸς ἡμᾶς.

Ο θάνατος δεν είναι τίποτε για μας γιατί αυτό που αποσυντίθεται δεν έχει αισθήσεις και ό,τι είναι χωρίς αισθήσεις δεν είναι τίποτε για μας.

III.(3) (ΚΔ IV-4) Οὐ χρονίζει τὸ ἀλγοῦν συνεχῶς ἐν τῇ σαρκί, ἀλλὰ τὸ μὲν ἄκρον τὸν ἐλάχιστον χρόνον πάρεστι, τὸ δὲ μόνον ὑπερτεῖνον τὸ ἡδόμενον κατὰ σάρκα οὐ πολλὰς ἡμέρας συμμένει. αἱ δὲ πολυχρόνιοι τῶν ἀρρωστιῶν πλεονάζον ἔχουσι τὸ ἡδόμενον ἐν τῇ σαρκὶ ἤπερ τὸ ἀλγοῦν.

Δεν διαρκεί συνεχώς ο σωματικός πόνος, αλλά ο μεν ακρότατος πόνος διαρκεί ελάχιστα, ο δε πόνος που υπερβαίνει την ηδονή του σώματος δεν διαρκεί πολλές ημέρες. Οι δε πολυχρόνιες αρρώστιες έχουν πλεονάζουσες τις ηδονές έναντι των πόνων στο σώμα .

ΙV.(4) Πᾶσα ἀλγηδὼν εὐκαταφρόνητος• ἡ γὰρ σύντονον ἔχουσα τὸ πονοῦν σύντομον ἔχει τὸν χρόνον, ἡ δὲ χρονίζουσα περὶ τὴν σάρκα ἀβληχρὸν ἔχει τὸν πόνον.

Το κάθε συναίσθημα πόνου είναι ευκαταφρόνητο (ασήμαντο). Ο μεν έντονος πόνος είναι σύντομος ως προς το χρόνο που διαρκεί. Ο δε χρόνιος πόνος της σαρκός, είναι ήπιος.

V.(5) (ΚΔ V-5) Οὐκ ἔστιν ἡδέως ζῆν ἄνευ τοῦ φρονίμως καὶ καλῶς καὶ δικαίως, <οὐδὲ φρονίμως καὶ καλῶς καὶ δικαίως> ἄνευ τοῦ ἡδέως. ὅτῳ δὲ τοῦτο μὴ ὑπάρχει ἐξ οὗ ζῆν φρονίμως, καὶ καλῶς καὶ δικαίως ὑπάρχει, οὐκ ἔστι τοῦτον ἡδέως ζῆν.

Δεν μπορεί να είναι η ζωή ευχάριστη δίχως να ζούμε με φρόνηση, καλώς και με δικαιοσύνη. Ούτε να ζούμε με φρόνηση, καλώς και με δικαιοσύνη χωρίς να είναι ευχάριστη η ζωή. Όταν δεν υπάρχει αυτό, ούτε να ζούμε με φρόνηση, καλώς και με δικαιοσύνη υπάρχει και δεν μπορεί αυτό να είναι ευχάριστη ζωή.

VI.(6) (ΚΔ. XXXV-35) Οὐκ ἔστι τὸν λάθρα τι ποιοῦντα ὧν συ νέθεντο πρὸς ἀλλήλους εἰς τὸ μὴ βλάπτειν μηδὲ βλάπτεσθαι πιστεύειν ὅτι λήσει͵ κἂν μυριάκις ἐπὶ τοῦ παρόντος λανθάνῃ· μέχρι γὰρ καταστροφῆς ἄδηλον εἰ καὶ λήσει.

Όποιος παραβαίνει στα κρυφά κάτι από όσα έχουν συμφωνήσει μεταξύ τους οι άνθρωποι για να μην βλάπτουν και να μην βλάπτονται δεν θα έχει ποτέ την βεβαιότητα ότι τελικά δεν θα φανερωθεί, ακόμα και αν η πράξη του έχει μείνει προς το παρόν κρυφή χιλιάδες φορές. Γιατί είναι άδηλο κατά πόσο θα μείνει το ίδιο κρυφή έως την στιγμή του θανάτου του.

VII.(7) Ἀδικοῦντα λαθεῖν μὲν δύσκολον, πίστιν δὲ λαβεῖν ὑπὲρ τοῦ λαθεῖν ἀδύνατον.

Αυτός που αδικεί αφενός είναι δύσκολο να ξεφύγει, αφετέρου είναι αδύνατο να πιστέψει ότι θα ξεφύγει.

VIII.(8)(ΚΔ XV-15) Ὁ τῆς φύσεως πλοῦτος καὶ ὥρισται καὶ εὐπόριστός ἐστιν· ὁ δὲ τῶν κενῶν δοξῶν εἰς ἄπειρον ἐκπίπτει.

Ο πλούτος της φύσης και ορίζεται και ευκολοαπόκτητος είναι, ενώ αυτός της κενοδοξίας εκτείνεται στο άπειρο.

IX.(9) Κακὸν ἀvάγκη, ἀλλ’ οὐδεμία ἀvάγκη ζῆν μετὰ ἀvάγκης.

Η ανάγκη είναι κακόν, αλλά καμία ανάγκη δεν υπάρχει να ζούμε μετά ανάγκης.

X.(10) Μέμνησο ὅτι θνητὸς ὢν τῇ φύσει καὶ λαβὼν χρόνον ὡρισμένον ἀνέβης τοῖς περὶ φύσεως διαλογισμοῖς ἐπὶ τὴν ἀπειρίαν καὶ τὸν αἰῶνα καὶ κατεῖδες τὸ τ’ ἐοντα τὰ τ’ ἐσσόμενα πρὸ τὰ ἐοντα. (Μητρόδωρος)

Να θυμάσαι ότι αν και είσαι θνητός σύμφωνα με τη φύση και έχεις λάβει μια περιορισμένη διάρκεια ζωής, ανέβηκες με τους διαλογισμούς περί της φύσης τόσο στην άπειρία της, όσο και στην αιωνιότητά της και είδες καθαρά τα τωρινά, τα μελλούμενα και τα παρελθόντα.

XI.(11) Τῶν πλείστων ἀνθρώπων τὸ μὲν ἡσύχαζον ναρκᾷ, τὸ δὲ κινούμενον λύττα.

Των περισσοτέρων ανθρώπων το ένα μέρος ησυχάζει σαν να ναρκώνεται, το άλλο μέρος κινείται σα να λυσσά.

XII.(12) (ΚΔ XVII-17) Ὁ δίκαιος ἀταρακτότατος͵ ὁ δ΄ ἄδικος πλείστης ταραχῆς γέμων.

Ο δίκαιος είναι απόλυτα ατάραχος, ενώ ο άδικος είναι γεμάτος με την μέγιστη ταραχή.

XIII.(13) (ΚΔ XXVII-27) Ὧν ἡ σοφία παρασκευάζεται εἰς τὴν τοῦ ὅλου βίου μακαριότητα πολὺ μέγιστόν ἐστιν ἡ τῆς φιλίας κτῆσις.

Από όσα η σοφία προετοιμάζει στην μακαριότητα όλου του βίου, το μέγιστο είναι η απόκτηση της φιλίας.

XIV.(14) Γεγόναμεν ἅπαξ, δὶς δὲ οὐκ ἔστι γενέσθαι• δεῖ δὲ τὸν αἰῶνα μηκέτι εἶναι• σὺ δὲ οὐκ ὢν τῆς αὔριον κύριος ἀναβάλλῃ τὸ χαῖρον• ὁ δὲ βίος μελλησμῷ παραπόλλυται καὶ εἷς ἕκαστος ἡμῶν ἀσχολούμενος ἀποθνῄσκει.

Γεννιόμαστε μια φορά, δεύτερη δεν είναι δυνατόν να γεννηθούμε και ούτε πρόκειται αυτό να συμβεί στον αιώνα των αιώνων. Εσύ δε δίχως να είσαι κύριος της αυριανής ημέρας, αναβάλεις το να χαίρεσαι. Ο δε βίος περνάει και ο καθένας μας χάνεται απασχολούμενος.

XV.(15) Ἤθη ὥσπερ τὰ ἠμῶν αὐτῶν ἰδία τιμῶμεν, ἄν τε χρηστὰ ἔχωμεν, καὶ ὑπὸ τῶν ἀνθρώπων ζηλούμενα, ἄν τε μὴ οὕτω χρῇ καὶ <τὰ> τῶν πελας, ἂν ἐπιεικεῖς ὦσιν.

Όπως το ίδιο τιμούμε τις συνήθειές μας, είτε αν τις έχουμε καλές και επαινετές από τους άλλους, είτε όχι, έτσι επιβάλλεται να τιμούμε και τις συνήθειες των άλλων, εάν αυτές είναι εντάξει απέναντί μας.

XVI.(16) Οὐδεὶς βλεπῶν τὸ κακὸν αἱρεῖται αὐτὸ ἀλλὰ δελεασθείς ὡς ἀγαθῷ πρὸς τὸ μεῖζον αὐτοῦ κακὸν ἐθηρεύθη.

Κανείς δεν αποφεύγει το κακό βλέποντάς το, αλλά νομίζοντάς το σαν κάτι καλό, παγιδεύεται σε ένα κακό μεγαλύτερο απ’ αυτό.

XVII.(17) Οὐ νέος μακαριστὸς ἀλλὰ γερῶν βεβιωκὼς καλῶς ὁ γὰρ νέος ἀκμὴ πολὺς ὑπὸ τῆς τύχης ἐτερόφρονων πλαζεται ὁ δὲ γερῶν καθάπερ ἐν λιμένι τῷ γηρᾷ καθώρμικεν, τὰ πρότερον δυσελπιστούμενα τῶν ἀγαθῶν ἀσφαλεῖ κατακλείσας χάριτι.

Δεν είναι ένας νέος ευτυχισμένος, αλλά ένας γέρος που έχει ζήσει καλά. Γιατί ο νέος, στην ακμή του, πλάθεται με τυχαίες και διαφορετικές απόψεις, ενώ ο γέρος, καθώς είναι αραγμένος στο λιμάνι των γηρατειών, τα αγαθά εκείνα που προηγουμένως δύσκολα τα περίμενε, τα έχει εξασφαλισμένα τώρα πια και κατοχυρωμένα στα υπέρ του.

XVIII.(18) Ἀφαιρουμένης προσόψεως καὶ ὁμιλίας καὶ συναναστροφῆς ἐκλύεται τὸ ἐρωτικὸν πάθος.

Αφαιρούμενης της εμφάνισης, της συνομιλίας και της συναναστροφής, το ερωτικό πάθος χάνεται.

XIX.(19) Τοῦ γεγονότος ἀμνήμων ἀγαθοῦ γέρων τήμερον γεγένηται.

Ο γέροντας που δεν έχει μνήμη του αγαθού που έχει βιώσει, σήμερα γεννιέται.

XX.(20) (ΚΔ. ΧΧΙΧ-29) Τῶν ἐπιθυμιῶν αἱ μέν εἰσι φυσικαὶ καὶ (ἀναγκαῖαι͵ αἱ δὲ φυσικαὶ καὶ) οὐκ ἀναγκαῖαι͵ αἱ δὲ οὔτε φυσικαὶ οὔτε ἀναγκαῖαι͵ ἀλλὰ παρὰ κενὴν δόξαν γινόμεναι. (φυσικὰς καὶ ἀναγκαίας ἡγεῖται ὁ Ἐπίκουρος τὰς ἀλγηδόνος ἀπολυούσας͵ ὡς ποτὸν ἐπὶ δίψους· φυσικὰς δὲ οὐκ ἀναγκαίας δὲ τὰς ποικιλλούσας μόνον τὴν ἡδονὴν͵ μὴ ὑπεξαιρουμένας δὲ τὸν ἄλγημα͵ ὡς πολυτελῆ σιτία· οὔτε δὲ φυσικὰς οὔτε ἀναγκαίας͵ ὡς στεφάνους καὶ ἀνδριάντων ἀναθέσεις).

Από τις επιθυμίες, οι μεν είναι φυσικές και αναγκαίες, άλλες φυσικές αλλά μη αναγκαίες και άλλες ούτε φυσικές ούτε και αναγκαίες, αλλά δημιουργούνται από τις κενές δόξες (κενές γνώμες). Οι φυσικές και αναγκαίες, λέει ο Επίκουρος, είναι αυτές που διώχνουν τον πόνο όπως το ποτό διώχνει την δίψα. Οι φυσικές και μη αναγκαίες είναι αυτές που ποικίλλουν μόνον την ηδονή και δεν διώχνουν τον πόνο, όπως τα πολυτελή γεύματα. Οι δε μη φυσικές και μη αναγκαίες είναι όπως αυτές για στεφάνια και αναθέσεις ανδριάντων.

XXI.(21) Οὐ βιαστέον τὴν φύσιν ἀλλὰ πειστέον πείσομεν δὲ τὰς ἀνάγκας ἐπιθυμίας ἐκπληροῦντες, τάς τε φυσικὰς ἂν μὴ βλάπτωσι, τὰς δὲ βλαβερὰς πικρῶς ἐλέγχοντες.

Να μη βιάζουμε τη φύση μας αλλά να τη πείθουμε. Να πειθόμαστε ότι πρέπει να εκπληρώνουμε τις αναγκαίες επιθυμίες, τις φυσικές αν δεν βλαπτόμαστε από αυτές και τις βλαβερές να τις ελέγχουμε αυστηρά.

XXII.(22) (ΚΔ. ΧΙΧ-19) Ὁ ἄπειρος χρόνος ἴσην ἔχει τὴν ἡδονὴν καὶ ὁ πεπερασμένος͵ ἐάν τις αὐτῆς τὰ πέρατα καταμετρήσῃ τῷ λογισμῷ.

Ο άπειρος χρόνος έχει ίση ηδονή με τον πεπερασμένο, εάν καταμετρήσουμε τα όριά της με την λογική κρίση (λογισμό).

XXIII.(23) Πᾶσα φιλία δι ἑαυτὴν αἱρετὴ ἀρχὴν δὲ εἴληφεν ἀπὸ τῆς ὠφελείας.

Την κάθε φιλία την προτιμούμε για την ίδια. Έχει δε λάβει την αρχή της από την ωφέλεια.

XXIV.(24) Ἐνύπνια οὐκ ἔλαχε φύσιν θείαν οὐδὲ μαντικὴν δύναμην, ἀλλὰ γίνεται κατὰ ἔμπτωσιν εἰδώλων.

Στα ενύπνια (στα όνειρα) δεν έλαχε θεία φύση, ούτε μαντική δύναμη, αλλά δημιουργούνται από την έμπτωση ειδώλων.

XXV.(25) Ἡ πενία μετρουμένη τῷ τῆς φύσεως τέλει μέγας ἐστὶ πλοῦτος• πλοῦτος δὲ μὴ ὁριζόμενος μεγάλη ἐστὶ πενία.

Η φτώχεια, αν μετρηθεί με το φυσικό σκοπό της ζωής, είναι μεγάλος πλούτος. Ο δε απεριόριστος πλούτος, είναι μεγάλη φτώχεια.

XXVI.(26) Δεῖ διαλαβεῖν ὅτι καὶ ὁ πολὺς λόγος καὶ ὁ βραχὺς εἰς τὸ αὐτὸ συντείνει.

Πρέπει να αντιληφθούμε ότι και ο πολύς λόγος και ο σύντομος, συντείνουν στο ίδιο πράγμα.

XXVII.(27) Ἐπὶ μὲν τῶν ἄλλων ἐπιτηδευμάτων μόλις τελειωθεῖσιν ὁ καρπὸς ἔρχεται, ἐπὶ δὲ φιλοσοφίας συντρέχει τῇ γνώσει τὸ τερπνὸν οὐ γὰρ μετὰ μάθησιν ἀπόλαυσις, ἀλλὰ ἅμα μάθησις καὶ ἀπόλαυσις.

Όσον αφορά στις άλλες ενασχολήσεις το αποτέλεσμα έρχεται μόλις ολοκληρωθούν αυτές, ενώ για τη φιλοσοφία η ευχαρίστηση είναι ταυτόχρονη με τη γνώση. Διότι δεν έρχεται μετά τη μάθηση η απόλαυση αλλά συγχρόνως με τη μάθηση υπάρχει και απόλαυση.

XXVIII.(28) Οὔτε τοὺς προχείρους εἰς φιλίαν οὔτε τοὺς ὀκνηροὺς δοκιμαστέον• δεῖ δὲ καὶ παρακινδυνεῦσαι χάριν, χάριν φίλιας.

Ούτε τους εύκολους, ούτε τους διστακτικούς στην φιλία να δοκιμάζουμε. Είναι δε ανάγκη να παρακινδυνεύουμε χάρη της φιλίας.

XXIX.(29) Παρρησία γὰρ ἔγωγε χρώμενος φυσιολογῶν χρησμωδεῖν τὰ συμφέροντα πᾶσιν ἀνθρώποις μᾶλλον ἂν βουλοίμιν, κἄν μηδεὶς μέλλῃ συνήσειν, ἤ συγκατατιθέμενος τοῖς δόξαις καρποῦσθαι τὸν πυκνὸν παραπίπτοντα παρὰ τὸν πολλῶν ἔπαινον.

Διότι εγώ βεβαίως θα προτιμούσα μελετώντας τη Φύση να ανακοινώσω με παρρησία αυτά που είναι ωφέλιμα σε όλους τους ανθρώπους, ακόμη και αν δεν συμφωνήσει κανείς μαζί μου, παρά να συμβιβάζομαι με τις κοινότοπες δοξασίες και να καρπώνομαι τον συχνό έπαινο των πολλών.

XXX.(30) Ἑτοιμάζονταί τινες διὰ βίου τὰ πρὸς τὸ βίον, οὐ συνορῶντες ὡς πᾶσιν ἡμῖν θανάσιμον ἐγκεχυται τὸ τῆς γενέσεως φάρμακον.

Ετοιμάζονται κάποιοι σε όλο τους το βίο, για το βίο, χωρίς να συνειδητοποιούν ότι κατά τη γέννηση μας στον καθένα από εμάς χύθηκε ένα θανάσιμο φάρμακο.

XXXI.(31) Πρὸς μὲν τἆλλα δυνατὸν ἀσφάλειαν πορίσασθαι, χάριν δὲ θανάτου πάντες ἄνθρωποι πόλιν ἀτείχιστον οἰκοῦμεν.

Για όλα τα άλλα είναι δυνατόν να εξασφαλιστούμε, χάρη του θανάτου όμως όλοι οι άνθρωποι κατοικούμε σε ατείχιστη πόλη.

XXXII.(32) Ο του σοφοῦ σεβασμός ἀγαθὸν μέγα τῷ σεβομένω ἐστί.

Ο σεβασμός προς τον σοφό άνθρωπο είναι μεγάλο αγαθό για εκείνον που σέβεται.

XXXIII.(33) Σαρκὸς φωνῇ τὸ μὴ πεινῆν, τὸ μὴ διψῆν, τὸ μὴ ῥιγουν ταὐτὰ γὰρ ἔχων τις καὶ ἐλπίζων ἕξειν κἀν <Διὶ> ὑπὲρ εὐδαιμονίας μαχέσαιτο.

Η φωνή του σώματος είναι το να μην πεινά, να μη διψά, να μην κρυώνει, διότι όταν κάποιος αυτά τα έχει και ελπίζει ότι θα τα έχει, μπορεί να συναγωνιστεί και το Δία υπέρ της ευδαιμονίας.

XXXIV.(34) Οὐχ οὕτως χρείαν ἔχομεν τῆς χρείας <τῆς> παρὰ τῶν φίλων ὡς τῆς πίστεως τῆς περὶ τῆς χρείας.

Δεν χρειαζόμαστε πράγματι την βοήθεια των φίλων, όσο την πίστη περί της βοήθειας αυτής.

XXXV. (35) Οὐ δεῖ λυμαίνεσθαι τὰ παρόντα τῶν ἀπόντων ἐπιθυμία ἀλλ΄ ἐπιλογίζεσθαι ὅτι καὶ ταὐτὰ τῶν εὐκταίων ἤν.

Δεν πρέπει να καταστρέφουμε αυτά που έχουμε ήδη από την επιθυμία όσων δεν έχουμε, αλλά να σκεφτόμαστε ότι και αυτά που έχουμε κάποτε τα επιθυμούσαμε.

XXXVI. (36) Ὁ Ἐπικούρου βίος τοῖς τῶν ἄλλων συγκρινόμενος ἕνεκεν ἡμερότητος καὶ αὐταρκείας μῦθος ὃν νομισθείη.

Ο βίος του Επίκουρου συγκρινόμενος με των άλλων ως προς την πραότητα και την αυτάρκεια, θεωρείται μυθικός.

XXXVII.(37) Ἀσθενὴς ἡ φύσις ἐστὶ πρὸς τὸ κακὸν οὐ πρὸς τὸ ἀγαθὸν ἡδοναῖς μὲν γὰρ σῴζεται, ἀλγηδόσι δὲ διαλύεται.

Αδύναμη είναι η φύση μας μπρος στο κακό κι όχι μπρος στο καλό. Έτσι, στηρίζεται μέσα από τις ηδονές, ενώ διαλύεται μέσα από τους πόνους.

ΧΧΧVIII.(38) Μικρὸς παντάπασιν ὦ πολλαὶ αἰτίαι εὔλογοι εἰς ἐξαγωγὴν βίου.

Είναι μηδαμινός εκείνος που βρίσκει πολλές αιτίες για να φύγει από τη ζωή.

XXXIX.(39). Οὔθ ὁ τὴν χρείαν ἐπιζητῶν διὰ παντός,οὔθ ὁ μηδέποτε συνάπτων ὁ μὲν γὰρ καπηλεύει τῇ χάριτι τὴν ἀμοιβήν, ὁ δὲ ἀποκόπτει τὴν περὶ τοῦ μέλλοντος εὐελπιστίαν.

Ούτε αυτός που πάντα επιζητάει τη βοήθεια είναι φίλος ούτε αυτός που δεν συνδέει το όφελος με τη φιλία. Γιατί ο πρώτος καπηλεύεται τη βοήθεια εξαιτίας της, και ο δεύτερος ανατρέπει την προσμονή για κάποιο μελλοντικό όφελος.

XL.(40) Ὁ λέγων πάντα κατ ἀνάγκην γίνεσθει οὐδὲν ἐγκαλεῖν ἔχει τῷ λέγοντι μὴ πάντα κατ ἀνάγκην γίνεσθαι αὐτὸ γὰρ τοῦτό φησι κατ ἀνάγκην γίνεσθαι.

Αυτός που ισχυρίζεται ότι όλα γίνονται αναγκαστικά (ότι είναι προκαθορισμένα) δεν μπορεί να επιπλήξει κάποιον που νομίζει ότι δε γίνονται όλα αναγκαστικά (ότι δεν είναι προκαθορισμένα). Διότι ακόμη και αυτή η άποψη θα πρέπει αναγκαστικά να ειπωθεί.

XLI.(41) Γελᾶν ἅμα δεῖ καὶ φιλοσοφεῖν καὶ οἰκονομεῖν καὶ τοῖς λοιποῖς οἰκειώμασι χρῆσθαι καὶ μηδαμῇ λήγειν τὰς ἐκ τῆς ὀρθῆς φιλοσοφίας φωνὰς ἀφιέντας.

Πρέπει συγχρόνως να γελάμε ενώ φιλοσοφούμε και ασχολούμαστε με τις καθημερινές μας ανάγκες και υποθέσεις, αλλά καθόλου να μην απομακρυνόμαστε από την ορθή φιλοσοφία.

XLII.(42) Ὁ αὐτὸς χρόνος καὶ γενέσεως τοῦ μεγίστου ἀγαθοῦ καὶ ἀπολύσεως <τοῦ κακοῦ>.

Τη χρονική στιγμή που γενάται το μεγαλύτερο αγαθό, αφανίζεται το κακό.

XLIII.(43) Φιλαργυρεῖν ἄδικα μὲν ἀσεβεῖς, δικαία δὲ αἰσχρὸν ἀπρεπὲς γὰρ ῥυπαρῶς φείδεσθαι καὶ μετὰ τοῦ δικαίου.

Η άδικη φιλοχρηματία είναι ασέβεια, ενώ η δίκαιη είναι αισχρότητα. Διότι είναι απρέπεια να φέρεσαι με ευτέλεια ακόμη και αν έχεις το δίκιο με το μέρος σου.

XLIV.(44) Ὁ σοφὸς εἰς τὰ ἀναγκαῖα συγκριθεὶς μᾶλλον ἐπίστασαι μεταδιδόναι ἡ μεταλαμβάνειν τηλικοῦτον αὐταρκείας εὑρὲ θησαυρόν.

Όταν ο σοφός περιοριστεί στα αναγκαία, γνωρίζει περισσότερο να προσφέρει παρά να παίρνει. Τέτοιο μεγάλο θησαυρό αυτάρκειας βρήκε.

XLV.(45) Οὐ κόμπους οὐδὲ φωνῇς ἐργαστικούς οὐδὲ περιμάχητον παρὰ τοῖς πολλοῖς παιδείαν ἐνδυκνυμένους φιλοσοφία παρασκευάζει, ἀλλὰ σοβαροὺς καὶ αὐτάρκεις καὶ ἐπὶ τοῖς ἰδίοις ἀγαθοῖς, οὐκ ἐπὶ τοῖς τῶν πραγμάτων μέγα φρονοῦντες.

Η φυσιολογία (η μελέτη της Φύσης, η επιστήμη) παρασκευάζει ανθρώπους που ούτε καυχιούνται, ούτε είναι αερολόγοι, ούτε επιδεικνύουν την περιμάχητη(περιζήτητη) από τους πολλούς παιδεία, αλλά σοβαρούς και αυτάρκεις, που φροντίζουν τα μέγιστα επί των δικών τους αγαθών και όχι επί των πραγμάτων.

XLVI.(46) Τὰς φαύλας συνηθείας ὥσπερ ἄνδρας πονηροὺς πολὺν χρόνον μέγα βλάψαντες τελείως ἐκδιώκομεν.

Τις κακές συνήθειες να τις διώχνουμε τελείως σαν να ήταν πονηροί άνθρωποι, οι οποίοι μας έβλαψαν πολύ και για μεγάλο διάστημα.

XLVII.(47) Προκατείλημμαι σέ, ὦ τύχῃ, καὶ πᾶσαν σήν παρείσδυσιν ἐνέφραξα, καὶ οὔτε σοὶ οὔτε ἅλλῃ οὐδεμιᾷ περιστάσει δώσομεν ἑαυτοὺς ἐκδότους ἀλλ ὅταν ἡμᾶς τὸ χρεὼν ἐξάγῃ, μέγα προπτύσαντες τῷ ζῆν καὶ τοῖς αὐτῷ κενῶς περιπλαττομένοις ἀπίμεν ἐκ τοῦ ζῆν μετὰ καλοῦ παιῶνος ἐπιφωνοῦντες ὡς ἠμῖν βεβίωται.(ΜΗΤΡΟΔΩΡΟΣ)

Ω τύχη, σε έχω προκαταλάβει και έχω φράξει κάθε σου παρείσφρηση. Και ούτε σε σένα, ούτε σε καμία άλλη περίσταση, θα αφήσουμε τους εαυτούς μας εκτεθειμένους. Αλλά όταν θα πρέπει να τελειώσουμε, αφού φτύσουμε και τη ζωή αλλά και εκείνους που προσκολλούνται σ αυτήν κενολογώντας, θα αποχωρήσουμε από τη Ζωή, τραγουδώντας έναν όμορφο ύμνο για το πόσο ωραία ζήσαμε.

XLVIII.(48) Πειρᾶσθαι τὴν ὑστέραν τῆς προτέρας κρείττω ποιεῖν, ἕως ἂν ἐν ὁδῷ ὦμεν ἐπειδὰν δ ἐπὶ πέρας ἔλθωμεν, ὁμαλῶς εὐφραίνεσθαι.

Να προσπαθούμε την επόμενη μέρα να την κάνουμε καλύτερη απ’ την προηγούμενη, όσο βρισκόμαστε στο δρόμο (της ζωής). Κι όταν φτάνουμε στο τέρμα, να ηρεμούμε με ευχαρίστηση.

XLIX.(49) (ΚΔ ΧΙΙ-12) Οὐκ ἦν τὸ φοβούμενον λύειν ὑπὲρ τῶν κυριωτάτων μὴ κατειδότα τίς ἡ τοῦ σύμπαντος φύσις͵ ἀλλ΄ ὑποπτεύοντά τι τῶν κατὰ τοὺς μύθους· ὥστε οὐκ ἦν ἄνευ φυσιολογίας ἀκεραίους τὰς ἡδονὰς ἀπολαμβάνειν.

Δεν είναι δυνατόν να διαλύει κανείς τους φόβους για τα πιο σημαντικά φαινόμενα όταν δεν γνωρίζει ποια είναι η φύση του σύμπαντος αλλά ερμηνεύει τις υποψίες του για κάτι σύμφωνα με τους μύθους. Επομένως δίχως την μελέτη της φύσης δεν είναι δυνατόν να απολαμβάνει κανείς ακέραιες τις ηδονές.

L.(50) (ΚΔ VIII-8) Οὐδεμία ἡδονὴ καθ΄ ἑαυτὴν κακόν· ἀλλὰ τὰ τινῶν ἡδονῶν ποιητικὰ πολλαπλασίους ἐπιφέρει τὰς ὀχλήσεις τῶν ἡδονῶν.

Καμία ηδονή δεν είναι κακή η ίδια. Ωστόσο τα αποτελέσματα μερικών ηδονών επιφέρουν πολύ περισσότερες ενοχλήσεις παρά ηδονές.

LI.(51) Πυνθάνομαί σου τὴν κατὰ σάρκαν κίνησιν ἀφθονωτέρον διακεῖσθαι πρὸς τὴν τῶν ἀφροδισίων ἔντευξιν σὺ δὲ ὅταν μήτε τοὺς νόμους καταλύῃς μήτε τὰ καλῶς ἐθῇ κείμενα κινῇς μήτε τὸν πλησίον τινὰ λύπης μήτε τὴν σάρκα καταξαίνης μήτε τὰ ἀναγκαῖα καταναλίσκης, χρῲ ὦ βούλει τῇ σεαυτοῦ προαιρέσει ἀμήχανον μέντοι γε τὸ μὴ οὐχ ἑνί γέ τινα τούτων συνέχεσθαι ἀφροδισία γὰρ οὐδέποτε ὤνησεν ἀγαπητὸν σὲ μὴ ἔβλαψον.

Έχω μάθει από σένα ότι υπερβολικά επιδιώκεις τη συνουσία, εξαιτίας της σαρκικής σου αναστάτωσης. Όταν δεν ξεπερνάς τους κανονισμούς κι ούτε ενοχλείς τα καλά ήθη κι ούτε κάνεις κάποιον κοντινό σου να λυπηθεί κι ούτε καταναγκάζεις τη σάρκα σου κι ούτε είσαι μες το ψάξιμο για συνουσία, τότε κάνε ό,τι θες. Όμως, δεν γίνεται να μη παραβιάζεις κάποια απ’ αυτά. Η συνουσία δεν ωφελεί ποτέ(λόγω των αφροδισίων νοσημάτων), αλλά είναι επιθυμητό εφόσον δεν βλάπτει.

LII.(52) Ἡ φιλία περιχορεύει τὴν οἰκουμένην κηρύττουσα δὴ πᾶσιν ἡμῖν ἐγείρεσθαι ἐπὶ τὸν μακαρισμόν.

Η φιλία περιχορεύει την οικουμένη κηρύττουσα προς όλους εμάς να ξεσηκωθούμε για την μακαριότητά μας.

LIII.(53) Οὐδενὶ φθονητέον ἀγαθοὶ γὰρ οὐκ ἄξιοι φθόνου, πονηροὶ δὲ ὅσῳ ἂν μᾶλλον εὐτυχῶσι, τοσούτω μᾶλλον αὐτοῖς λυμαίνονται.

Δεν πρέπει να φθονούμε κανέναν. Διότι οι αγαθοί δεν είναι άξιοι φθόνου, ενώ οι πονηροί όσο πιο καλή τύχη έχουν τόσο περισσότερο αυτοκαταστρέφονται.

LIV.(54) Οὐ προσποιεῖσθαι δεῖ φιλοσοφεῖν, ἀλλ ὄντως φιλοσοφεῖν οὐ γὰρ προσδεόμεθα τοῦ δοκεῖν ὑγιαίνειν, ἀλλὰ τοῦ κατ’ ἀλήθειαν ὑγιαίνειν.

Μη προσποιείστε ότι φιλοσοφείτε, αλλά να φιλοσοφείτε πραγματικά, γιατί δεν έχουμε ανάγκη του να νομίζουμε ότι υγιαίνουμε, αλλά το να υγιαίνουμε αληθινά.

LV.(55) Θεραπευτέον τὰς συμφορὰς τῇ τῶν ἀπολλυμένων χάριτι καὶ τῷ γιγνώσκειν ὅτι οὔκ ἔστιν ἄπρακτον ποιήσαι τὸ γέγονος.

Καλό θα είναι να αντιμετωπίζονται αποτελεσματικά οι συμφορές με το να σκεπτόμαστε με ευγνωμοσύνη όσα έχουμε περάσει (στο παρελθόν) και με το να κατανοούμε ότι αυτό που έχει συμβεί (τώρα) δεν είναι δυνατόν ν’ αποφευχθεί.

LVI.- LVII.(56-57) Ἀλγεῖ μὲν ὁ σοφὸς οὐ μᾶλλον στρεβλούμενος < ἡ στρεβλουμένου τοῦ φίλου, καὶ ὑπὲρ αὐτοῦ τεθνήξεται εἰ γὰρ προήσεται> τὸν φίλον ὁ βίος αὐτοῦ πᾶς δι ἀπιστίαν συγχυθήσεται καὶ ἀνακεχαιτισμένος ἔσται.

Δεν υποφέρει ο σοφός περισσότερο απ’ ότι υποφέρει ο φίλος του. (…) Όλη η ζωή του όμως αναστατώνεται και παραμένει αναστατωμένη όταν ο φίλος του δεν σταθεί εντάξει απέναντί του.

LVIII.(58) Ἐκλυτέον ἑαυτοὺς ἐκ τοῦ περὶ τὰ ἐγκύκλια καὶ πολιτικὰ δεσμωτηρίου.

Ας απελευθερώσουμε τους εαυτούς μας από τη φυλακή των καθημερινών υποθέσεων και της πολιτικής.

LIX.(59) Ἄπληστον οὐ γαστήρ, ὥσπερ οἱ πολλοὶ φάσιν, ἀλλ ἡ δόξα ψευδὴς ὑπὲρ τοῦ γαστρὸς ἀορίστου πληρώματος.

Άπληστη δεν είναι η κοιλιά, όπως οι πολλοί λένε, αλλά η η ψευδή γνώμη υπέρ του ότι η κοιλιά δεν γεμίζει ποτέ.

LX.(60) Πὰς ὥσπερ ἄρτι γεγονὼς ἐκ τοῦ ζῆν ἀπέρχεται.

Ο καθένας φεύγει από τη ζωή, σαν μόλις να γεννήθηκε.

LXI.(61) Καλλίστη καὶ ἡ τῶν πλησίον ὄψις τῆς πρώτης συγγενήσεως ὁμονοούσης ἤ καὶ πολλὴν εἰς τοῦτο ποιουμένης σπουδήν.

Πολύ ωραία είναι και η σχέση με τους γύρω μας και πρώτιστα συγγενείς μας, που εξαιτίας της προθυμοποιούνται πολύ περισσότερο.

LXII.(62) Εἰ γὰρ κατὰ τὸ δέον ὀργαὶ γίνονται τοῖς γεννήσασι πρὸς τὰ ἔκγονα, μάταιον δήπουθέν ἐστὶ τὸ ἀντιτείνειν καὶ μὴ παραιτεῖσθαι συγγνώμης τυχεῖν, εἰ δὲ μὴ κατὰ τὸ δέον, ἀλλὰ ἀλογώτερον, γέλοιον πᾶν τὸ πρός ἔκκλησιν <ἐκκαλεῖν> τὴν ἀλογίαν θυμῶ κατέχοντα, καὶ μὴ ζητεῖν μεταθεῖναι κατ ἄλλους τρόπους εὐγνωμονοῦντα.

Όσον αφορά τους γονείς, εάν οργίζονται δικαιολογημένα προς τα παιδιά τους, είναι σίγουρα μάταιο να βρίσκουν τα παιδιά εχθρικούς τους γονείς τους και όχι δεκτικούς στη συγνώμη τους. Εάν πάλι δεν οργίζονται δικαιολογημένα, αλλά χωρίς λόγο, είναι ολότελα γελοίο, ενώ είναι οργισμένοι, να προσπαθούν να τα επαναφέρουν στη τάξη και να μην ζητούν να τα μεταπείσουν με άλλους τρόπους.

LXIII.(63) Ἔστι καὶ ἐν λεπτότητι καθαριότης, ἧς ὁ ἀνεπιλόγιστος παραπλήσιόν τι πάσχει τῷ διʼ ἀοριστίαν ἐκπίπτοντι.

Υπάρχει η σωστή αντιμετώπιση και στα όρια της συμπεριφοράς. Στα οποία όποιος δεν τα αντιμετωπίζει σωστά, παθαίνει τα ίδια με κάποιον που κάνει το λάθος να τα αντιμετωπίζει αψήφιστα.

LXIV.(64) Ακολουθεῖν δεῖ τὸν παρὰ τῶν ἄλλων ἔπαινον αὐτόματον, ἡμᾶς δὲ γενέσθαι περὶ τὴν ἡμῶν ἰατρείαν.

Ας παρακολουθούμε τον έπαινο που προέρχεται αυθόρμητα από τους άλλους. Αλλά εμείς καλό θα είναι να ασχολούμαστε μονάχα με την υγεία της ψυχής.

LXV.(65) Μάταιόν ἔστι παρὰ θέων αἰτεῖσθαι ἅ τις ἑαυτῷ χορηγήσαι ἱκανός ἔστι.

Είναι μάταιο να αιτούμαστε στους Θεούς, αυτά που είμαστε ικανοί να χορηγήσουμε οι ίδιοι στους εαυτούς μας.

LXVI.(66) Συμπαθῶμεν τοῖς φίλοις οὐ θρηνοῦντες ἀλλὰ φροντίζοντες.

Συμπαραστεκόμαστε στους φίλους όχι θρηνώντας αλλά φροντίζοντάς τους.

LXVII.(67)΄Ελεύθερος βίος οὔ δυναταὶ κτήσαθαι χρήματα πολλὰ διὰ τὸ πρᾶγμα μὴ ῥᾴδιον εἶναι χωρὶς θητείας ὄχλων ἤ δυναστῶν, ἀλλὰ συνέχει δαψιλείᾳ πάντα κέκτηται. ἂν δέ που κι τύχη χρημάτων πολλῶν, κι ταὐτὰ ῥᾳδίως ἂν εἰς τήν του πλησίον εὔνοιαν διαμέτρησαι.

Αν κάνεις ελεύθερη ζωή δεν μπορείς να αποκτήσεις χρήματα πολλά. Γιατί αυτή η κατάσταση δεν σε διευκολύνει αν δεν υπηρετήσεις τον όχλο ή τους δυνάστες, αφού όλα αυτά αποκτώνται με τέτοιο τρόπο, συνεχώς. Αν κατά τύχη σου έρθουν χρήματα πολλά, κι αυτά ακόμα εύκολα τα δίνεις για να αποκτήσεις την εύνοια των άλλων.

LXVIII.(68) Οὐδὲν ἱκανὸν ὦ ὀλίγον ἱκανόν.

Τίποτε δεν είναι αρκετό για εκείνον που θεωρεί λίγο το αρκετό.

LXIX.(69) Τὸ τῆς ψυχῆς ἀχάριστον λίχνον ἐποίησε τὸ ζῷον εἰς ἄπειρον τῶν ἐν διαίτῃ ποικιλμάτων.

Το ανικανοποίητο της ψυχής έκανε να ποθεί κανείς απεριόριστα την ποικιλία της ζωής.

LXX.(70) Μηδὲν σοὶ ἐν βιὼ πραχθείη ὁ φόβον παρέξει σοὶ εἰ γνωσθήσεται τῷ πλησίον.

Μην πράξεις τίποτα στη ζωή σου που θα σου δημιουργήσει φόβο εάν το μάθει ο πλησίον σου.

LXXI.(71) Πρὸς πάσας τὰς ἐπιθυμίας προσακτέον τὸ ἐπερώτημα τοῦτο τί μοι γενήσεται ἂν τελεσθῇ τὸ κᾆτα ἐπιθυμίαν ἐπιζητούμενον; καί τι ἐὰν μὴ τελεσθῇ;

Προς όλες τις επιθυμίες μας πρέπει να θέτουμε το επερώτημα αυτό. Τι θα μου συμβεί αν πραγματοποιηθεί αυτό που επιζητώ κατόπιν της επιθυμίας μου και τι εάν δεν πραγματοποιηθεί.

LXXII.(72) (ΚΔ ΧΙΙΙ-13) Οὐθὲν ὄφελος ἦν τὴν κατὰ ἀνθρώπους ἀσφάλειαν παρασκευάζεσθαι τῶν ἄνωθεν ὑπόπτων καθεστώτων καὶ τῶν ὑπὸ γῆς καὶ ἁπλῶς τῶν ἐν τῷ ἀπείρῳ.

Κανένα όφελος δεν υπάρχει στο να επιδιώκει κάποιος την ασφάλειά του έναντι των άλλων ανθρώπων, ενώ εξακολουθούν να είναι σ' αυτόν ύποπτα τα φαινόμενα πάνω και κάτω από την γη και γενικά στο άπειρο.

LXXIII.(73) Καὶ τὸ γένεσθαί τινάς ἀλγηδόνας περὶ σῶμα λυσιτελεῖ πρὸς φυλακὴν τῶν ὁμοειδῶν.

Και κάποιοι πόνοι του σώματος που εμφανίζονται χρησιμεύουν για να προφυλαχτούμε από παρόμοιους πόνους.

LXXIV.(74) Ἐν φιλολόγῳ συζητήσει πλεῖον ἤνυσεν ὁ ἡττηθεὶς καθ’ ὃ προσέμαθεν.

Σε περιπτώσεις υψηλού πνευματικού επιπέδου περισσότερο κερδίζει ο ηττημένος καθώς μαθαίνει κάτι περισσότερο.

LXXV.(75) Εἰς τὰ παρωχηκότα ἀγαθὰ ἀχάριστος φωνὴ ἡ λέγουσα τέλος ὁρᾷ μακροῦ βίου.

Στα παλιά σου αγαθά αχάριστη βγαίνει η φωνή όταν λέει: να κοιτάς και το τέλος σε μια πολύχρονη ζωή.

LXXVI.(76) Τοιοῦτος εἰ γηράσκων ὁποῖον ἑγὼ παραινῶ καὶ διέγνωκας ὁποῖόν ἐστι τὸ ἑαυτῷ φιλοσοφήσαι καὶ οἰὸν τοτη Ἑλλάδι συγχαίρω σοί.

Είσαι ίδιος όσο γερνάς με εκείνον που εγώ συμβουλεύω και γνωρίζεις καλά ποια είναι η δικιά σου φιλοσοφία και ποια είναι η φιλοσοφία στην υπόλοιπη Ελλάδα. Γι’ αυτό σε συγχαίρω!

LXXVII.(77) Τῆς αὐταρκείας καρπὸς μέγιστος ἐλευθερία.

Ο μέγιστος καρπός της αυτάρκειας είναι η ελευθερία.

LXXVIII.(78) Ὁ γενναῖος περὶ σοφίαν καὶ φιλίαν μάλιστα γίγνεται, ὧν τὸ μέν ἐστι θνητὸν ἀγαθόν, τὸ δὲ ἀθάνατον.

Ο γενναίος άνθρωπος περί την σοφία και τη φιλία ασχολείται. Το μεν είναι θνητό αγαθό, το δε αθάνατο.

LXXIX.(79) Ὁ ἀτάραχος ἑαυτῷ καὶ ἑτέρῳ ἀόχλητος.

Ο ατάραχος δεν ενοχλείται τόσο από τον εαυτό του όσο και από τους άλλους.

LXXX.(80) Νέῳ σωτηρίας μοῖρα τῆς ἡλικίας τήρησις καὶ φυλακὴ τῶν πάντα μολυνόντων κατὰ τὰς ἐπιθυμίας τὰς οἰστρώδεις.

Στον νέο, η διαμόρφωση της σωτηρίας του επιτυγχάνεται με την φροντίδα της ηλικίας του και με την αποφυγή όλων όσων μολύνουν κατά τις έντονες επιθυμίες.

LXXXI.(81) Οὐ λύει τὴν τῆς ψυχῆς ταραχὴν οὐδὲ τὴν ἀξιόλογον ἀπογέννα χαρὰν οὔτε πλοῦτος ὑπάρχων ὁ μέγιστος οὔθ’ ἡ παρὰ τοῖς πολλοῖς τιμὴ καὶ περιβλέψις οὔτ ἄλλο τι τῶν παρὰ τὰς ἀδιορίστους αἰτίας.

Δεν λύει την ταραχή της ψυχής και δεν γεννά την αξιόλογη χαρά, ούτε ο μεγαλύτερος πλούτος που υπάρχει, ούτε η τιμή και περίβλεψη από τους πολλούς, ούτε ότι άλλο προέρχεται από αδιόριστες αιτίες.

Αθεϊσμός και Υπαρξισμός

Ο Αθεϊσμός και ο Υπαρξισμός είναι δύο φιλοσοφικές έννοιες που έχουν συζητηθεί εδώ και αιώνες. Ο αθεϊσμός είναι η πεποίθηση ότι δεν υπάρχει Θεός ή θεοί, ενώ ο Υπαρξισμός είναι η πεποίθηση ότι η ζωή δεν έχει εγγενές νόημα ή σκοπό. Και οι δύο αυτές έννοιες έχουν συζητηθεί σε βάθος από φιλοσόφους, θεολόγους και λαϊκούς.

Αθεϊσμός

Ο αθεϊσμός είναι η πεποίθηση ότι δεν υπάρχει Θεός ή θεοί. Οι άθεοι απορρίπτουν την ιδέα μιας ανώτερης δύναμης και αντ' αυτού επικεντρώνονται στον φυσικό κόσμο και τους νόμους του. Οι άθεοι μπορεί επίσης να απορρίψουν την ιδέα μιας μεταθανάτιας ζωής ή οποιουδήποτε είδους πνευματικού βασιλείου. Ο αθεϊσμός συχνά θεωρείται ως απόρριψη της θρησκείας, αλλά μπορεί επίσης να θεωρηθεί ως απόρριψη οποιουδήποτε συστήματος πεποιθήσεων που βασίζεται σε πίστη ή υπερφυσικές δυνάμεις.

Υπαρξισμός

Υπαρξισμός είναι η πεποίθηση ότι η ζωή δεν έχει εγγενές νόημα ή σκοπό. Οι υπαρξιστές πιστεύουν ότι η ζωή είναι τελικά χωρίς νόημα και ότι τα άτομα πρέπει να δημιουργήσουν το δικό τους νόημα και σκοπό. Οι υπαρξιστές εστιάζουν συχνά στην ιδέα της ελευθερίας και στην ικανότητα του ατόμου να κάνει επιλογές και να αναλαμβάνει δράση. Τονίζουν τη σημασία της προσωπικής ευθύνης και την ανάγκη λήψης αποφάσεων με βάση τις δικές του αξίες και πεποιθήσεις.

Συμπέρασμα

Ο Αθεϊσμός και ο Υπαρξισμός είναι δύο φιλοσοφικές έννοιες που έχουν συζητηθεί εδώ και αιώνες. Αν και έχουν κάποιες ομοιότητες, είναι τελικά αρκετά διαφορετικές. Ο αθεϊσμός είναι η πεποίθηση ότι δεν υπάρχει Θεός ή θεοί, ενώ ο Υπαρξισμός είναι η πεποίθηση ότι η ζωή δεν έχει εγγενές νόημα ή σκοπό. Και οι δύο αυτές έννοιες έχουν συζητηθεί σε βάθος από φιλοσόφους, θεολόγους και λαϊκούς και μπορούν να παρέχουν πολύτιμες γνώσεις για την ανθρώπινη κατάσταση.

Αν και δεν υπάρχει αμφιβολία ότι πολλοί Χριστιανοί και ακόμη και μερικοί Εβραίοι θεολόγοι έχουν κάνει χρήση υπαρξιστικών θεμάτων στα γραπτά τους, παραμένει γεγονός ότι ο υπαρξισμός συνδέεται πολύ πιο εύκολα και πιο συχνά με αθεϊσμός παρά με κάθε είδους θεϊσμό, Χριστιανός ή αλλιώς. Δεν είναι όλοι οι άθεοι υπαρξιστές, αλλά ένας υπαρξιστής είναι πιθανώς πιο πιθανό να είναι άθεος παρά θεϊστής — και υπάρχουν καλοί λόγοι για αυτό.

Η πιο οριστική δήλωση του αθεϊστικού υπαρξισμού προέρχεται πιθανώς από την πιο εξέχουσα προσωπικότητα του αθεϊστικού υπαρξισμού, τον Jean-Paul Sartre, στη δημοσιευμένη διάλεξή τουΥπαρξισμός και Ανθρωπισμός:

«Ο αθεϊστικός υπαρξισμός, του οποίου είμαι εκπρόσωπος, διακηρύσσει με μεγαλύτερη συνέπεια ότι αν δεν υπάρχει Θεός, υπάρχει τουλάχιστον ένα ον του οποίου η ύπαρξη προηγείται της ουσίας του, ένα ον που υπάρχει πριν μπορέσει να οριστεί από οποιαδήποτε αντίληψή του. Αυτό το ον είναι ο άνθρωπος…».

Υπαρξιακή Φιλοσοφία

Ο αθεϊσμός ήταν μια αναπόσπαστη πτυχή της φιλοσοφίας του Σαρτρ, και στην πραγματικότητα, υποστήριξε ότι ο αθεϊσμός ήταν απαραίτητη συνέπεια οποιουδήποτε έπαιρνε τον υπαρξισμό στα σοβαρά. Αυτό δεν σημαίνει ότι ο υπαρξισμός παράγει φιλοσοφικά επιχειρήματα κατά της ύπαρξης θεών ή ότι αντικρούει βασικά θεολογικά επιχειρήματα για την ύπαρξη θεών — δεν είναι αυτό το είδος σχέσης που έχουν αυτοί οι δύο.

Αντίθετα, η σχέση είναι περισσότερο θέμα ταιριάσματος μεταξύ τους όσον αφορά τη διάθεση και την προδιάθεση. Δεν είναι απαραίτητο για έναν υπαρξιστή να είναι άθεος, αλλά είναι πιο πιθανό να δημιουργήσει μια ισχυρότερη «ταίρια» από τον θεϊσμό και τον υπαρξισμό. Αυτό συμβαίνει επειδή πολλά από τα πιο κοινά και θεμελιώδη θέματα στον υπαρξισμό έχουν περισσότερο νόημα σε ένα σύμπαν που δεν έχει θεούς παρά σε ένα σύμπαν στο οποίο δήθεν προεδρεύει ένας παντοδύναμος, παντογνόστης, πανταχού παρών, και καλοκάγαθος Θεός.

Έτσι, ο υπαρξιακός αθεϊσμός όπως αυτός που βρίσκεται στα γραπτά του Σαρτρ δεν είναι τόσο μια θέση που προκύπτει μετά από φιλοσοφική έρευνα και θεολογικό προβληματισμό, αλλά μάλλον μια θέση που υιοθετείται ως συνέπεια της λήψης ορισμένων ιδεών και στάσεων στα λογικά τους συμπεράσματα.

Κεντρικό Θέμα

Ένα κεντρικό θέμα της φιλοσοφίας του Σαρτρ ήταν πάντα το είναι και οι άνθρωποι: Τι σημαίνει να είσαι και τι σημαίνει να είσαι άνθρωπος; Σύμφωνα με τον Σαρτρ, δεν υπάρχει απόλυτη, σταθερή, αιώνια φύση που να αντιστοιχεί στην ανθρώπινη συνείδηση. Έτσι, η ανθρώπινη ύπαρξη χαρακτηρίζεται από το «τίποτα» – οτιδήποτε ισχυριζόμαστε ότι είναι μέρος της ανθρώπινης ζωής είναι δική μας δημιουργία, συχνά μέσω της διαδικασίας εξέγερσης ενάντια σε εξωτερικούς περιορισμούς.

Αυτή είναι η κατάσταση της ανθρωπότητας — η απόλυτη ελευθερία στον κόσμο. Ο Σαρτρ χρησιμοποίησε τη φράση «η ύπαρξη προηγείται της ουσίας» για να εξηγήσει αυτή την ιδέα, μια αντιστροφή της παραδοσιακής μεταφυσική και αντιλήψεις για τη φύση της πραγματικότητας. Αυτή η ελευθερία, με τη σειρά της, παράγει άγχος και φόβο γιατί, χωρίς τον Θεό, η ανθρωπότητα μένει μόνη και χωρίς εξωτερική πηγή κατεύθυνσης ή σκοπού.

Έτσι, η υπαρξιστική προοπτική «ταιριάζει» καλά με τον αθεϊσμό, επειδή ο υπαρξισμός υποστηρίζει την κατανόηση του κόσμου όπου οι θεοί απλά δεν έχουν κανένα σπουδαίο ρόλο να παίξουν. Σε αυτόν τον κόσμο, οι άνθρωποι γυρίζουν πίσω στον εαυτό τους για να δημιουργήσουν νόημα και σκοπό μέσω των προσωπικών τους επιλογών αντί να το ανακαλύψουν μέσω της επικοινωνίας με τις εξωτερικές δυνάμεις.

Συμπέρασμα

Αυτό δεν σημαίνει, ωστόσο, ότι ο υπαρξισμός και ο θεϊσμός ή ο υπαρξισμός και η θρησκεία είναι εντελώς ασυμβίβαστοι. Παρά τη φιλοσοφία του, ο Σαρτρ ισχυριζόταν πάντα ότι η θρησκευτική πίστη παρέμενε μαζί του — ίσως όχι ως διανοητική ιδέα αλλά μάλλον ως συναισθηματική δέσμευση. Χρησιμοποίησε θρησκευτική γλώσσα και εικόνες σε όλα τα γραπτά του και έτεινε να βλέπει τη θρησκεία με θετικό πρίσμα, παρόλο που δεν πίστευε στην ύπαρξη κανενός θεού και απέρριπτε την ανάγκη για θεούς ως βάση για την ανθρώπινη ύπαρξη.

Αξιολόγηση των αναφορών του Ιώσηπου, του Τάκιτου, και του Σουετώνιου για τον Ιησού, σε σχέση με την Καινή Διαθήκη

Στο παρόν άρθρο θα εξεταστούν αξιολογικά οι αναφορές που υπάρχουν σε τρεις ιστορικούς που αν και δεν είναι σύγχρονοι του Ιησού, ωστόσο φαίνεται να λένε κάτι για αυτόν. Μαρτυρούν ή επιβεβαιώνουν όμως πραγματικά την ιστορικότητά του; ΟΧΙ!

Πρόκειται για δύο αναφορές από τον Ιώσηπο, μία από το Τάκιτο, και μια από τον Σουετώνιο. Οι πληροφορίες του Θαλλού και του Φλέγοντος δεν εξετάζονται καθότι παραδίδονται έμμεσα και δεν αναφέρονται στον Ιησού αλλά σε μια έκλειψη ηλίου. Οι περιγραφές των συνοπτικών ευαγγελίων όμως δεν συνάδουν με κάποια φυσική έκλειψη, καθότι -σύμφωνα με τις διηγήσεις τους- βρισκόμαστε σε περίοδο πανσελήνου (εβραϊκό Πάσχα) και το σκοτάδι διαρκεί τρείς ώρες. Παραλείπονται επίσης η επιστολή του Μαρά Βαρ Σεραπίωνος (αβέβαιης χρονολόγησης) και του Πλινίου του Νεοτέρου (το 112 κ.ε.), καθότι στην πρώτη δεν αναφέρεται ρητά κανένας Ιησούς και στη δεύτερη υπάρχει αναφορά σε χριστιανούς που αρνήθηκαν την πίστη τους, και στη λατρεία του Χριστού (όχι στον ίδιο τον Ιησού).

Ο Φλάβιος Ιώσηπος είναι Ιουδαίος ιστορικός του πρώτου αιώνος. Γεννήθηκε περίπου το 37 και πέθανε περίπου το 100 κ.ε. Διασώζονται αρκετά γραπτά του, ανάμεσα στα οποία και το σύγγραμμα «Ιουδαϊκές Αρχαιότητες» το οποίο γράφτηκε μεταξύ του 93-94 κ.ε.. Εκεί εντοπίζονται δύο αναφορές για τον Ιησού.

Η πρώτη αναφορά…

Γίνεται δὲ κατὰ τοῦτον τὸν χρόνον Ἰησοῦς σοφὸς ἀνήρ, εἴγε ἄνδρα αὐτὸν λέγειν χρή• ἦν γὰρ παραδόξων ἔργων ποιητής, διδάσκαλος ἀνθρώπων τῶν ἡδονῇ τἀληθῆ δεχομένων, καὶ πολλοὺς μὲν Ἰουδαίους, πολλοὺς δὲ καὶ τοῦ Ἑλληνικοῦ ἐπηγάγετο• ὁ χριστὸς οὗτος ἦν. καὶ αὐτὸν ἐνδείξει τῶν πρώτων ἀνδρῶν παρ᾽ ἡμῖν σταυρῷ ἐπιτετιμηκότος Πιλάτου οὐκ ἐπαύσαντο οἱ τὸ πρῶτον ἀγαπήσαντες• ἐφάνη γὰρ αὐτοῖς τρίτην ἔχων ἡμέραν πάλιν ζῶν τῶν θείων προφητῶν ταῦτά τε καὶ ἄλλα μυρία περὶ αὐτοῦ θαυμάσια εἰρηκότων. εἰς ἔτι τε νῦν τῶν Χριστιανῶν ἀπὸ τοῦδε ὠνομασμένον οὐκ ἐπέλιπε τὸ φῦλον.
(Ιώσηπος, Ιουδαϊκές Αρχαιότητες, 18:63-64)

Απόδοση:

Κατά τον καιρό εκείνο εμφανίζεται ο Ιησούς, ένας σοφός άνδρας —αν βέβαια πρέπει να τον ονομάσουμε άνθρωπο. Διότι ήταν δημιουργός παράδοξων έργων και δάσκαλος ανθρώπων που δέχονται με ευχαρίστηση την αλήθεια. Προσέλκυσε πολλούς Ιουδαίους, αλλά και πολλούς από τους Έλληνες. Αυτός ήταν ο Χριστός. Και όταν ο Πιλάτος, ύστερα από καταγγελία των πρώτων ανδρών ανάμεσά μας, τον καταδίκασε σε σταυρό, εκείνοι που τον είχαν αγαπήσει από την αρχή δεν έπαψαν να τον ακολουθούν. Διότι τους φανερώθηκε την τρίτη ημέρα πάλι ζωντανός, όπως είχαν προείπει αυτά και αμέτρητα άλλα θαυμαστά πράγματα για αυτόν οι θείοι προφήτες. Και μέχρι σήμερα δεν έχει εκλείψει το γένος των Χριστιανών, που πήρε το όνομά του από αυτόν.

Ο ίδιος ο Ιώσηπος στην αυτοβιογραφία του γράφει ότι είναι Ιουδαίος και ακολουθεί κατά πάντα την αίρεση των Φαρισαίων: «περὶ δὲ ἑκκαίδεκα ἔτη γενόμενος ἐβουλήθην τῶν παρ᾽ ἡμῖν αἱρέσεων ἐμπειρίαν λαβεῖν• τρεῖς δ᾽ εἰσὶν αὗται, Φαρισαίων μὲν ἡ πρώτη, καὶ Σαδδουκαίων ἡ δευτέρα, τρίτη δ᾽ Ἐσσηνῶν, καθὼς πολλάκις εἴπομεν• οὕτως γὰρ ᾤμην αἱρήσεσθαι τὴν ἀρίστην, εἰ πάσας καταμάθοιμι. […]ἐννεακαιδέκατον δ᾽ ἔτος ἔχων ἠρξάμην τε πολιτεύεσθαι τῇ Φαρισαίων αἱρέσει κατακολουθῶν …» (2.10-12). Η λέξη «αίρεση» δεν σήμαινε τότε αυτό που σημαίνει σήμερα. Αλλά την «προτίμηση», την «σχολή», την ομάδα, την τάξη. Ο Ωριγένης αργότερα στο σύγγραμμα «Κατά Κέλσου», θα επιβεβαιώσει το προαναφερθέν. Ότι δηλαδή, απέρριπτε την μεσσιανική ιδιότητα του Ιησού, όπως είναι φυσικό και επόμενο για έναν Ιουδαίο: «Εν γαρ τω οκτωκαιδεκάτω της Ιουδαϊκής Αρχαιολογίας ο Ιώσηπος μαρτυρεί τω Ιωάννη, ως Βαπτιστή γεγενημένω, και καθάρσιον τοις βαπτισαμένοις επαγγελλομένω. Ο δ’ αυτός, καίτοι γε απιστών τω Ιησού ως Χριστώ, ζητών την αιτίαν της των Ιεροσολύμων πτώσεως και της του ναού καθαιρέσεως» (PG. τ. 11, σ. 745). Με βάση αυτό το δεδομένο, οι ειδικοί ισχυρίζονται (ή τουλάχιστον η πλειοψηφία τους) ότι στο απόσπασμα υπάρχει χριστιανική παρέμβαση. Δεν είναι όμως μόνο οι καθαρά χριστιανικές ομολογιακές θέσεις. Είναι επίσης και η εκτίμηση προς το πρόσωπο του Ιησού, κάτι που είναι επίσης ύποπτο για έναν Ιουδαίο αρνητή του Ιησού. Ο λόγος είναι απλός. Σύμφωνα με τα ευαγγέλια, ο Ιησούς λογίζονταν από την άρχουσα θρησκευτική τάξη ως πλάνος, άξιος λιθοβολισμού, και έδιωχναν από τη συναγωγή όποιον τον παραδέχονταν για Μεσσία (Χριστό). Δεν έχαιρε καμίας εκτιμήσεως, ειδικά από τους Φαρισαίους. Ας δούμε ενδεικτικά ορισμένες σχετικές αναφορές:

«Τῇ δὲ ἐπαύριον, ἥτις ἐστὶν μετὰ τὴν παρασκευήν, συνήχθησαν οἱ ἀρχιερεῖς καὶ οἱ Φαρισαῖοι πρὸς Πιλᾶτον λέγοντες Κύριε ἐμνήσθημεν ὅτι ἐκεῖνος ὁ πλάνος εἶπεν ἔτι ζῶν Μετὰ τρεῖς ἡμέρας ἐγείρομαι» (Κατά Ματθαίον 27:62-63).

«εἶπον οὖν αὐτῷ οἱ Ἰουδαῖοι Νῦν ἐγνώκαμεν ὅτι δαιμόνιον ἔχεις Ἀβραὰμ ἀπέθανεν καὶ οἱ προφῆται καὶ σὺ λέγεις Ἐάν τις τὸν λόγον μου τηρήσῃ οὐ μὴ γεύσεται θανάτου εἰς τὸν αἰῶνα (…) ἦραν οὖν λίθους ἵνα βάλωσιν ἐπ’ αὐτόν» (Κατά Ιωάννη 8:52-59).

«Καὶ προσελθόντες οἱ Φαρισαῖοι καὶ Σαδδουκαῖοι πειράζοντες ἐπηρώτησαν αὐτὸν…» (Κατά Ματθαίον 16:1).

«Πρωΐας δὲ γενομένης συμβούλιον ἔλαβον πάντες οἱ ἀρχιερεῖς καὶ οἱ πρεσβύτεροι τοῦ λαοῦ κατὰ τοῦ Ἰησοῦ ὥστε θανατῶσαι αὐτόν» (Κατά Ματθαίον 27:1).

«ὅτι ἐφοβοῦντο τοὺς Ἰουδαίους• ἤδη γὰρ συνετέθειντο οἱ Ἰουδαῖοι ἵνα ἐάν τις αὐτὸν ὁμολογήσῃ Χριστόν ἀποσυνάγωγος γένηται» (Κατά Ιωάννη 9:22).

Επομένως, είναι πολύ δύσκολο ο Ιώσηπος να γράφει καλά λόγια για αυτόν. Αν από την παραπάνω παράγραφο αφαιρεθούν αυτά, τότε αυτό που μένει έχει να κάνει με τη σταύρωση του Ιησού από τον Πόντιο Πιλάτο και ότι ακόμα στην εποχή της συγγραφής του έργου, δηλαδή εξήντα χρόνια μετά, εξακολουθούν να υπάρχουν οι οπαδοί του. Η ουσία του αποσπάσματος βρίσκεται εδώ: «αὐτὸν ἐνδείξει τῶν πρώτων ἀνδρῶν παρ᾽ ἡμῖν σταυρῷ ἐπιτετιμηκότος Πιλάτου». Στέκομαι στην λέξη «επιτετιμηκότος». «Επιτιμώ» σημαίνει «επιβάλλω ποινήν τινά, αναγνωρίζω τιμωρίαν, επιβεβαιώ καταδίκην, μέμφομαι, ονειδίζω, κάμνω παρατηρήσεις» (Δημητράκος, τ. ΣΤ΄, σ. 2879). Σύμφωνα με το επίμαχο, ο Πιλάτος επέβαλε ποινή σταυρώσεως, αναγνώρισε την τιμωρία μεμφόμενος τον Ιησού μετά από καταγγελία των πρώτων ανδρών, δηλαδή του ιουδαϊκού ιερατείου.

Προς σύγκριση, ας δούμε τις αναφορές της Καινής Διαθήκης:

Στο βιβλίο «Πράξεις των Αποστόλων» αναφέρεται ότι «συνήχθησαν γὰρ ἐπ’ ἀληθείας ἐπὶ τὸν ἅγιον παῖδά σου Ἰησοῦν ὃν ἔχρισας Ἡρῴδης τε καὶ Πόντιος Πιλᾶτος σὺν ἔθνεσιν καὶ λαοῖς Ἰσραήλ» (4:27). Δηλαδή, ο Πιλάτος κατατάσσεται εδώ στους εχθρούς του Ιησού. Αυτό αντανακλά ίσως παλαιότερες πεποιθήσεις, πριν τη συγγραφή των ευαγγελίων. Διότι το συγκεκριμένο βιβλίο περιγράφει τη δραστηριότητα των πρώτων ακολούθων από το 33 μέχρι και περίπου το 62 κε, ενώ το πρώτο ευαγγέλιο γράφεται λίγο αργότερα, και μας παρουσιάζει τον Πιλάτο διαφορετικά.

Στις ευαγγελικές διηγήσεις, ο Πιλάτος παρουσιάζεται να μην συμφωνεί στην καταδίκη του Ιησού. Δεν βρίσκει κάποιο έγκλημα στον Ιησού, νίπτει τα χέρια του αποποιούμενος τις ηθικές ευθύνες της καταδίκης ενός αθώου, και ενεργεί τελικά υπό την πίεση του όχλου και του ιερατείου που επικαλείται πλέον τον ίδιο τον Καίσαρα.

Αναφέρεται στο «κατά Μάρκον» ότι ο Πιλάτος «ἐγίνωσκεν γὰρ ὅτι διὰ φθόνον παραδεδώκεισαν αὐτὸν οἱ ἀρχιερεῖς» (15:10). Στο «κατά Ματθαίον», «ἰδὼν δὲ ὁ Πιλᾶτος ὅτι οὐδὲν ὠφελεῖ ἀλλὰ μᾶλλον θόρυβος γίνεται λαβὼν ὕδωρ ἀπενίψατο τὰς χεῖρας ἀπέναντι τοῦ ὄχλου λέγων, Ἀθῷός εἰμι ἀπὸ τοῦ αἵματος τοῦ δικαίου τούτου» (Μταθ 27:24). Ο Πιλάτος είχε πει στους αρχιερείς και τους όχλους ότι «Οὐδὲν εὑρίσκω αἴτιον ἐν τῷ ἀνθρώπῳ τούτῳ» (Λουκάς 23:4). Μάλιστα «ἐζήτει ὁ Πιλᾶτος ἀπολῦσαι αὐτόν» (κατά Ιωάννη 19:12), αλλά τελικά υπέκυψε στην πίεση: «ἐζήτει ὁ Πιλᾶτος ἀπολῦσαι αὐτόν• οἱ δὲ Ἰουδαῖοι ἔκραζον λέγοντες Ἐὰν τοῦτον ἀπολύσῃς οὐκ εἶ φίλος τοῦ Καίσαρος• πᾶς ὁ βασιλέα αὐτόν ποιῶν ἀντιλέγει τῷ Καίσαρι» (19:12).

Το θεωρούμενο ως «γνήσιο» μέρος της πρώτης αναφοράς του Ιώσηπου, φαίνεται να συμφωνεί με κάποια παλαιότερη χριστιανική άποψη περί του Πιλάτου, αλλά δεν συμφωνεί με την μεταγενέστερη και επικρατούσα σχετική άποψη των ευαγγελίων.

Αξιολόγηση:

*Το θεωρούμενο ως «γνήσιο» τμήμα είναι γραμμένο 60 χρόνια μετά από αυτό στο οποίο αναφέρεται.
*Βρίσκεται εντός ενός πλαισίου το οποίο είναι πλαστογραφημένο.
*Το θεωρούμενο ως «γνήσιο» τμήμα δεν συμφωνεί με τις αναφορές των ευαγγελίων.
*Ο Ιώσηπος δεν γράφει από πού λαμβάνει την πληροφορία. Ωστόσο τρία θα μπορούσαν να είναι τα πιθανά ενδεχόμενα. Ας τα εξετάσουμε.

Η πρώτη υπόθεση είναι να λαμβάνει από κάποιο επίσημο κρατικό αρχείο. Αυτό προϋποθέτει την ύπαρξη ενός τέτοιου αρχείου στην εποχή της συγγραφής. Όμως έχει προηγηθεί η μεγάλη πυρκαγιά στη Ρώμη, κάτι που αυξάνει την πιθανότητα να έχει καταστραφεί. Ακόμα όμως και αν υπάρχει, ο Ιώσηπος δεν φαίνεται να τον ενδιαφέρει η σχετική εξιστόρηση. Όπως είχε αναφερθεί στο προηγούμενο άρθρο, όλη η παράγραφος φαίνεται να μην ταιριάζει οργανικά στο κείμενο. Ο Ιώσηπος αναφέρει μια στάση των Ιουδαίων κατά του Πιλάτου, έπειτα τη χρησιμοποίηση χρημάτων από το θησαυροφυλάκιο του Ναού για ένα υδραγωγείο που επέφερε νέες εξεγέρσεις, ακολουθεί το εν λόγω απόσπασμα, και συνεχίζει με νέες συμφορές. Η υπόθεση ότι ανέτρεξε στα ρωμαϊκά αρχεία για να μας πει (έστω) παρενθετικά κάτι για έναν που καταδικάστηκε επί Ποντίου Πιλάτου φαίνεται να μην στέκει στη λογική. Πολύ φασαρία για το τίποτα. Εκτός αυτού, θα φρόντιζε να μας πει περισσότερα πράγματα, όπως το γιατί καταδικάστηκε σε ποινή δια σταυρώσεως, και ίσως να φρόντιζε είτε να μας παραθέσει τα ακριβή λόγια ή μια περίληψη του επίσημου έγγραφου. Δεν κάνει τίποτα από όλα αυτά.

Η δεύτερη, είναι να λαμβάνει από χριστιανική πηγή, είτε γραπτή είτε προφορική. Αν όμως οι πηγές είναι προβληματικές, κατά συνέπεια προβληματικό είναι και αυτό που θα μας μεταφέρει.

Η δεύτερη αναφορά…

Πέμπει δὲ Καῖσαρ Ἀλβῖνον εἰς τὴν Ἰουδαίαν ἔπαρχον Φήστου τὴν τελευτὴν πυθόμενος. ὁ δὲ βασιλεὺς ἀφείλετο μὲν τὸν Ἰώσηπον τὴν ἱερωσύνην, τῷ δὲ Ἀνάνου παιδὶ καὶ αὐτῷ Ἀνάνῳ λεγομένῳ τὴν διαδοχὴν τῆς ἀρχῆς ἔδωκεν. τοῦτον δέ φασι τὸν πρεσβύτατον Ἄνανον εὐτυχέστατον γενέσθαι• πέντε γὰρ ἔσχε παῖδας καὶ τούτους πάντας συνέβη ἀρχιερατεῦσαι τῷ θεῷ, αὐτὸς πρότερος τῆς τιμῆς ἐπὶ πλεῖστον ἀπολαύσας, ὅπερ οὐδενὶ συνέβη τῶν παρ᾽ ἡμῖν ἀρχιερέων. ὁ δὲ νεώτερος Ἄνανος, ὃν τὴν ἀρχιερωσύνην ἔφαμεν εἰληφέναι, θρασὺς ἦν τὸν τρόπον καὶ τολμητὴς διαφερόντως, αἵρεσιν δὲ μετῄει τὴν Σαδδουκαίων, οἵπερ εἰσὶ περὶ τὰς κρίσεις ὠμοὶ παρὰ πάντας τοὺς Ἰουδαίους, καθὼς ἤδη δεδηλώκαμεν. ἅτε δὴ οὖν τοιοῦτος ὢν ὁ Ἄνανος, νομίσας ἔχειν καιρὸν ἐπιτήδειον διὰ τὸ τεθνάναι μὲν Φῆστον, Ἀλβῖνον δ᾽ ἔτι κατὰ τὴν ὁδὸν ὑπάρχειν, καθίζει συνέδριον κριτῶν καὶ παραγαγὼν εἰς αὐτὸ τὸν ἀδελφὸν Ἰησοῦ τοῦ λεγομένου Χριστοῦ, Ἰάκωβος ὄνομα αὐτῷ, καί τινας ἑτέρους, ὡς παρανομησάντων κατηγορίαν ποιησάμενος παρέδωκε λευσθησομένους. ὅσοι δὲ ἐδόκουν ἐπιεικέστατοι τῶν κατὰ τὴν πόλιν εἶναι καὶ περὶ τοὺς νόμους ἀκριβεῖς βαρέως ἤνεγκαν ἐπὶ τούτῳ καὶ πέμπουσιν πρὸς τὸν βασιλέα κρύφα παρακαλοῦντες αὐτὸν ἐπιστεῖλαι τῷ Ἀνάνῳ μηκέτι τοιαῦτα πράσσειν• μηδὲ γὰρ τὸ πρῶτον ὀρθῶς αὐτὸν πεποιηκέναι. τινὲς δ᾽ αὐτῶν καὶ τὸν Ἀλβῖνον ὑπαντιάζουσιν ἀπὸ τῆς Ἀλεξανδρείας ὁδοιποροῦντα καὶ διδάσκουσιν, ὡς οὐκ ἐξὸν ἦν Ἀνάνῳ χωρὶς τῆς ἐκείνου γνώμης καθίσαι συνέδριον. Ἀλβῖνος δὲ πεισθεὶς τοῖς λεγομένοις γράφει μετ᾽ ὀργῆς τῷ Ἀνάνῳ λήψεσθαι παρ᾽ αὐτοῦ δίκας ἀπειλῶν. καὶ ὁ βασιλεὺς Ἀγρίππας διὰ τοῦτο τὴν Ἀρχιερωσύνην ἀφελόμενος αὐτὸν ἄρξαντα μῆνας τρεῖς Ἰησοῦν τὸν τοῦ Δαμναίου κατέστησεν.
(Ιουδαϊκές Αρχαιότητες 20:197-203)

Απόδοση:

Όταν ο Καίσαρας έμαθε τον θάνατο του Φήστου, έστειλε τον Αλβίνο ως έπαρχο στην Ιουδαία. Ο βασιλιάς αφαίρεσε τότε την αρχιερωσύνη από τον Ιώσηπο και έδωσε τη διαδοχή της εξουσίας στον γιο του Ανανία, που λεγόταν κι αυτός Άνανος. Λέγεται ότι ο πρεσβύτερος Άνανος υπήρξε πολύ ευτυχής• είχε πέντε γιους και συνέβη όλοι τους να γίνουν αρχιερείς του Θεού, ενώ και ο ίδιος απόλαυσε το αξίωμα για πολύ καιρό — κάτι που δεν συνέβη σε κανέναν άλλον από τους αρχιερείς μας. Ο νεότερος Άνανος, για τον οποίο είπαμε ότι ανέλαβε την αρχιερωσύνη, ήταν θρασύς στον χαρακτήρα και εξαιρετικά τολμηρός• ανήκε δε στην αίρεση των Σαδδουκαίων, οι οποίοι είναι οι πιο σκληροί από όλους τους Ιουδαίους στις κρίσεις, όπως έχουμε ήδη δείξει. Επειδή λοιπόν ήταν τέτοιος ο Άνανος, και θεωρώντας ότι είχε κατάλληλη ευκαιρία —επειδή ο Φήστος είχε πεθάνει και ο Αλβίνος βρισκόταν ακόμη καθ’ οδόν— συγκάλεσε συνέδριο δικαστών και έφερε μπροστά τους τον αδελφό του Ιησού, που λεγόταν Χριστός, ονόματι Ιάκωβο, καθώς και μερικούς άλλους. Τους κατηγόρησε ότι παρέβησαν τον νόμο και τους παρέδωσε για να λιθοβοληθούν. Όσοι όμως θεωρούνταν οι πιο επιεικείς και νομοταγείς από τους κατοίκους της πόλης αγανάκτησαν γι’ αυτό και έστειλαν κρυφά στον βασιλιά, παρακαλώντας τον να γράψει στον Άνανο να μην κάνει πλέον τέτοια πράγματα, γιατί ούτε την πρώτη φορά είχε ενεργήσει σωστά. Μερικοί από αυτούς συνάντησαν και τον Αλβίνο στον δρόμο, καθώς ερχόταν από την Αλεξάνδρεια, και του εξήγησαν ότι ο Άνανος δεν είχε δικαίωμα να συγκαλέσει συνέδριο χωρίς τη δική του έγκριση. Ο Αλβίνος, πεισμένος από όσα άκουσε, έγραψε με οργή στον Άνανο, απειλώντας ότι θα τον τιμωρήσει. Και ο βασιλιάς Αγρίππας, γι’ αυτόν τον λόγο, του αφαίρεσε την αρχιερωσύνη —την οποία είχε ασκήσει για τρεις μήνες— και όρισε στη θέση του τον Ιησού, γιο του Δαμναίου.

Το κεντρικό θέμα είναι ο θάνατος του Ιακώβου. Πρόκειται για τον Ιάκωβο τον Αδελφόθεο; Όπως έγραψα και στο προηγούμενο άρθρο, αυτό δεν είναι σίγουρο καθώς: Α) η περιγραφή του τρόπου του θανάτου του δεν συμφωνεί με άλλες χριστιανικές αναφορές όπως του Κλήμεντος του Αλεξανδρέα και κυρίως του Εβραίου χριστιανού Ηγήσιππου (110-185 κε). Β) Στην αναφορά του Ιώσηπου, οι «ἐπιεικέστατοι τῶν κατὰ τὴν πόλιν εἶναι καὶ περὶ τοὺς νόμους ἀκριβεῖς βαρέως ἤνεγκαν ἐπὶ τούτῳ». Δηλαδή, οι πιο επιεικείς των Ιουδαίων και που γνώριζαν και εφάρμοζαν τους νόμους με ακρίβεια, έφεραν βαρέως το γεγονός αυτό. Γιατί να νιώθουν έτσι, αν επρόκειτο περί της καταδίκης ενός χριστιανού και μάλιστα θεωρούμενου ως «στύλου» της πρώτης χριστιανικής κοινότητας στην Ιερουσαλήμ; Ορισμένοι που προσπαθούν να βγάλουν τον Ηγήσιππο αναξιόπιστο στο σημείο αυτό -για προφανείς λόγους, ισχυρίζονται ότι στην περιγραφή του παρουσιάζεται ο Ιάκωβος περισσότερο ως Ιουδαίος παρά ως χριστιανός. Αν όμως εξετάσουμε την επιστολή του Ιακώβου αυτού που βρίσκεται στα βιβλία της Καινής Διαθήκης, θα συμφωνήσουμε με τον Ηγήσιππο και όχι με τους επικριτές του. Διότι την επιστολή του την απευθύνει προς «ταῖς δώδεκα φυλαῖς ταῖς ἐν τῇ διασπορᾷ» (1:1). Δηλαδή, σε Εβραίους. Αναφέρεται ακόμα σε «συναγωγή» (2:2), στον «μωσαϊκό νόμο» τον οποίο ονομάζει «βασιλικό» (2:8-11), ότι η πίστη δεν είναι αρκετή για την σωτηρία (2:14). Σε αυτήν την πρώιμη περίοδο, τα όρια Ιουδαϊσμού- Χριστιανισμού είναι ακόμα δυσδιάκριτα. Η απομάκρυνση του ενός από τον άλλο θα επέλθει κατά τους επόμενους αιώνες. Αν πρόκειται περί άλλου Ιακώβου, τότε έχουμε πλαστογραφία. Για χάρη των δύσπιστων, ας δεχτούμε ότι η αναφορά προέρχεται από το χέρι του Ιώσηπου. Όπως προαναφέρθηκε, ο σκοπός της συγγραφής της παραγράφου δεν είναι να μας πληροφορήσει για τον Ιησού, αλλά για τον Ιάκωβο. Ο τρόπος που μιλά για τον Ιησού είναι διευκρινιστικός: «τὸν ἀδελφὸν Ἰησοῦ τοῦ λεγομένου Χριστοῦ, Ἰάκωβος ὄνομα αὐτῷ». Ο όρος «Χριστός», δηλαδή «Μεσσίας», είναι όρος θεολογικός. Είναι ο χρισμένος από τον θεό που θα σώσει τον Ισραήλ και θα τον υψώσει πάνω από όλα τα άλλα έθνη σύμφωνα με τη «προφητεία» των ιερών κειμένων του Ιουδαϊσμού. Ο Ιώσηπος όμως αρνούνταν την μεσσιανική ιδιότητα του Ιησού, για αυτό και παρέμεινε στην τάξη των Φαρισαίων. Ακόμα και αν η φράση αυτή δεν είναι μια θετική μαρτυρία ότι ο Ιησούς είναι ο Μεσσίας, ο Ιώσηπος είναι δύσκολο να τη γράφει καθώς έτσι δίνει έναυσμα στους αναγνώστες του να τον αποκαλούν έτσι.

Ποιοί θεωρούσαν ή αποδέχονταν τον Ιησού ως «Χριστό» εκτός από τους χριστιανούς; Κανείς. Τον Ρωμαίο αναγνώστη ή τον εθνικό γενικότερα, δεν θα τον ενδιέφερε αυτή η διευκρίνιση. Πόσο περισσότερο τον Ιουδαίο.

Ας υποθέσουμε όμως ότι όλα αυτά είναι λάθος και ότι ο Ιώσηπος πράγματι αναφέρει τον Ιησού ως «τον λεγόμενο Χριστό». Ο Ιώσηπος γράφει περίπου 60 χρόνια μετά τον Ιησού. Την πληροφορία αυτή την λαμβάνει είτε από την χριστιανική προφορική παράδοση είτε από την γραπτή. Δηλαδή, έμμεσα και από προβληματικές και αντιφατικές πηγές. Συνεπώς, ούτε στον Ιώσηπο θα μπορούσε να στηριχθεί η ιστορικότητα του Ιησού. Άλλωστε πουθενά δεν ενδιαφέρει τον Ιώσηπο να μας σκιαγραφήσει ή περιγράψει -με βάση τις πηγές- τον Ιησού ή τα σχετικά με το βίο του. Το επιχείρημα ορισμένων ότι το ίδιο θα μπορούσε να ειπωθεί για την ιστορικότητα του Σωκράτη ή του Αλεξάνδρου δεν είναι λογικό. Διότι και για τους δύο υπάρχουν αξιόπιστες πηγές σύγχρονές τους και μάλιστα ανεξάρτητες. Επίσης, στο όνομα κανενός από τους δύο δεν δημιουργήθηκε μια νέα θρησκεία. Ακόμα -και ίσως αυτός να είναι ο πιο σημαντικός λόγος, και για τους δύο αναφέρονται πράγματα με τα οποία ίσως να διαφωνούσε ο αναγνώστης μαζί τους, χωρίς ωστόσο να μειώνονται στο ελάχιστο οι προσωπικότητές τους. Ο Σωκράτης θα μπορούσε να αποδράσει στο όνομα της άδικης καταδίκης του, ή θα μπορούσε να μην προκαλέσει την καταδίκη του όταν δικάζονταν. Ωστόσο, στον διάλογο «Κρίτων» δίνει μια ολοκληρωμένη λογική επιχειρηματολογία για το ότι εάν δραπέτευε θα διέπραττε αδικία, και στην «Απολογία» του πριν δευτερολογήσει, προτείνει την δωρεάν σίτιση του στο Πρυτανείο. Ο Αλέξανδρος παρουσιάζεται από ένα σημείο και μετά της πορείας του να ξεχνά τις συμβουλές του Αριστοτέλους και να υιοθετεί βαρβαρικά έθιμα, και προς το τέλος να υποπτεύεται ακόμα και τους πιο πιστούς και παιδικούς του φίλους ως συνωμότες εναντίον του. Το ίδιο όμως δεν συμβαίνει στην περίπτωση του Ιησού όπου όλα παρουσιάζονται τέλεια.

Ο Τάκιτος είναι ρωμαίος ιστορικός και γράφει τα «Χρονικά» περίπου το έτος 110 κ.ε. Άρα, ούτε ο Τάκιτος είναι σύγχρονος του Ιησού.

Such indeed were the precautions of human wisdom. The next thing was to seek means of propitiating the gods, and recourse was had to the Sibylline books, by the direction of which prayers were offered to Vulcanus, Ceres, and Proserpina. Juno, too, was entreated by the matrons, first, in the Capitol, then on the nearest part of the coast, whence water was procured to sprinkle the fane and image of the goddess. And there were sacred banquets and nightly vigils celebrated by married women. But all human efforts, all the lavish gifts of the emperor, and the propitiations of the gods, did not banish the sinister belief that the conflagration was the result of an order. Consequently, to get rid of the report, Nero fastened the guilt and inflicted the most exquisite tortures on a class hated for their abominations, called Christians by the populace. Christus, from whom the name had its origin, suffered the extreme penalty during the reign of Tiberius at the hands of one of our procurators, Pontius Pilatus, and a most mischievous superstition, thus checked for the moment, again broke out not only in Judaea, the first source of the evil, but even in Rome, where all things hideous and shameful from every part of the world find their centre and become popular. Accordingly, an arrest was first made of all who pleaded guilty; then, upon their information, an immense multitude was convicted, not so much of the crime of firing the city, as of hatred against mankind. Mockery of every sort was added to their deaths. Covered with the skins of beasts, they were torn by dogs and perished, or were nailed to crosses, or were doomed to the flames and burnt, to serve as a nightly illumination, when daylight had expired. Nero offered his gardens for the spectacle, and was exhibiting a show in the circus, while he mingled with the people in the dress of a charioteer or stood aloft on a car. Hence, even for criminals who deserved extreme and exemplary punishment, there arose a feeling of compassion; for it was not, as it seemed, for the public good, but to glut one man’s cruelty, that they were being destroyed (15:44)

Μετάφραση:

Τέτοια ήταν πράγματι τα μέτρα της ανθρώπινης σύνεσης. Το επόμενο βήμα ήταν να αναζητηθούν τρόποι κατευνασμού των θεών, και έγινε προσφυγή στα Σιβυλλικά βιβλία, σύμφωνα με τις οδηγίες των οποίων προσφέρθηκαν προσευχές στον Βούλκαν, τη Δήμητρα και την Περσεφόνη. Επίσης, η Ήρα ικετεύθηκε από τις μητέρες των οικογενειών, πρώτα στο Καπιτώλιο και έπειτα στο πλησιέστερο τμήμα της ακτής, από όπου αντλήθηκε νερό για να ραντιστεί ο ναός και το άγαλμα της θεάς. Τελέστηκαν επίσης ιερά συμπόσια και νυχτερινές αγρυπνίες από παντρεμένες γυναίκες. Ωστόσο, όλες οι ανθρώπινες προσπάθειες, όλα τα πλούσια δώρα του αυτοκράτορα και οι κατευναστικές τελετές προς τους θεούς δεν μπόρεσαν να διαλύσουν τη δυσοίωνη πεποίθηση ότι η πυρκαγιά είχε προκληθεί κατ’ εντολήν. Γι’ αυτό, για να απαλλαγεί από τη φήμη, ο Νέρων φόρτωσε την ευθύνη και επέβαλε τα πιο εκλεπτυσμένα βασανιστήρια σε μια ομάδα ανθρώπων που ήταν μισητοί για τις αθλιότητές τους, τους οποίους ο λαός αποκαλούσε Χριστιανούς. Ο Χριστός, από τον οποίο προήλθε το όνομα, υπέστη την έσχατη τιμωρία κατά τη βασιλεία του Τιβέριου, από έναν από τους επιτρόπους μας, τον Πόντιο Πιλάτο, και αυτή η καταστροφική δεισιδαιμονία, αφού καταπνίγηκε για λίγο, ξέσπασε ξανά όχι μόνο στην Ιουδαία, την πρώτη πηγή του κακού, αλλά και στη Ρώμη, όπου όλα τα αποκρουστικά και επαίσχυντα από κάθε μέρος του κόσμου συγκεντρώνονται και γίνονται δημοφιλή. Κατά συνέπεια, πρώτα συνελήφθησαν όλοι όσοι ομολόγησαν την πίστη τους• στη συνέχεια, με βάση τις καταθέσεις τους, καταδικάστηκε ένα τεράστιο πλήθος, όχι τόσο για το έγκλημα του εμπρησμού της πόλης, όσο για το μίσος προς το ανθρώπινο γένος. Σε κάθε είδους χλευασμός προστέθηκε στους θανάτους τους. Καλυμμένοι με δέρματα θηρίων, κατασπαράσσονταν από σκυλιά και πέθαιναν, ή καρφώνονταν σε σταυρούς, ή παραδίδονταν στις φλόγες και καίγονταν, ώστε να χρησιμεύουν ως νυχτερινός φωτισμός όταν είχε δύσει το φως της ημέρας. Ο Νέρων είχε παραχωρήσει τους κήπους του για το θέαμα και παρουσίαζε παράσταση στον ιππόδρομο, ενώ αναμειγνυόταν με το πλήθος ντυμένος ως ηνίοχος ή στεκόταν πάνω σε άρμα. Έτσι, ακόμη και για εγκληματίες που άξιζαν την πιο αυστηρή και παραδειγματική τιμωρία, δημιουργήθηκε ένα αίσθημα συμπόνιας• διότι δεν φαινόταν ότι θανατώνονταν για το δημόσιο συμφέρον, αλλά για να ικανοποιηθεί η σκληρότητα ενός ανθρώπου.

Το θέμα του Τάκιτου είναι η πυρκαγιά στην Ρώμη και οι υποψίες ότι την έβαλε ο ίδιος ο Νέρωνας. Δεν είναι η παροχή ιστορικών πληροφοριών για τον Ιησού. Ο Νέρων έριξε τις ευθύνες στους χριστιανούς. Τώρα έρχεται ο Τάκιτος να μας πει τι πράγμα ήταν οι χριστιανοί και από πού προέρχεται το όνομά τους: 

«Consequently, to get rid of the report, Nero fastened the guilt and inflicted the most exquisite tortures on a class hated for their abominations, called Christians by the populace. Christus, from whom the name had its origin, suffered the extreme penalty during the reign of Tiberius at the hands of one of our procurators, Pontius Pilatus, and a most mischievous superstition, thus checked for the moment, again broke out not only in Judaea, the first source of the evil, but even in Rome, where all things hideous and shameful from every part of the world find their centre and become popular».

Σε μετάφραση: 

«Γι’ αυτό, για να απαλλαγεί από τη φήμη, ο Νέρων φόρτωσε την ευθύνη και επέβαλε τα πιο εκλεπτυσμένα βασανιστήρια σε μια ομάδα ανθρώπων που ήταν μισητοί για τις αθλιότητές τους, τους οποίους ο λαός αποκαλούσε Χριστιανούς. Ο Χριστός, από τον οποίο προήλθε το όνομα, υπέστη την έσχατη τιμωρία κατά τη βασιλεία του Τιβέριου, από έναν από τους επιτρόπους μας, τον Πόντιο Πιλάτο, και αυτή η καταστροφική δεισιδαιμονία, αφού καταπνίγηκε για λίγο, ξέσπασε ξανά όχι μόνο στην Ιουδαία, την πρώτη πηγή του κακού, αλλά και στη Ρώμη, όπου όλα τα αποκρουστικά και επαίσχυντα από κάθε μέρος του κόσμου συγκεντρώνονται και γίνονται δημοφιλή».

Δηλαδή, ο Τάκιτος μας δίνει την άποψη των άλλων για τους χριστιανούς. Ο ιστορικός λέει ότι θεωρούνταν μισητοί για τα άθλια που έπρατταν, και παρακάτω ο ίδιος χαρακτηρίζει την κίνηση αυτή ως καταστροφική δεισιδαιμονία. Ερχόμενος τώρα στο να μας εξηγήσει από πού πήραν το όνομα «χριστιανοί», μας λέει ότι το πήραν από τον Χριστό που θανατώθηκε από τον Πόντιο Πιλάτο επί αυτοκράτορος Τιβερίου. Όπως είδαμε στο προηγούμενο, ο Ιουστίνος και ο Τερτυλλιανός βεβαιώνουν ότι υπήρχαν σχετικά αποδεικτικά στα ρωμαϊκά αρχεία. Μάλιστα ο Τερτυλλιανός- όπως επιμαρτυρεί ο Ευσέβιος, ισχυριζόταν ότι ο Τιβέριος πίστεψε στον Ιησού. Εδώ ο Τάκιτος γράφει πριν από αυτούς. Αν είχε διαβάσει στα αρχεία τις πληροφορίες αυτές, το πιθανότερο είναι ότι θα τις μετέφερε. Δεν το κάνει, διότι απλά δεν υπάρχουν τέτοια αρχεία. Επίσης, δεν θα έκανε λάθος στο αξίωμα του Πιλάτου που τον αναφέρει ως «procurator» αντί του ορθού «prefectus». Σε επίσημο κρατικό έγγραφο της εποχής του Πιλάτου είναι αδύνατο να επιγράφεται το αξίωμα αναχρονιστικά. Αν ο Τάκιτος έπαιρνε πράγματι από κάποια επίσημη αρχή, τουλάχιστον η σταύρωση του Ιησού θα είχε πολύ σοβαρή ιστορική βάση (χωρίς αυτό ωστόσο να επιβεβαιώνει τον σκοπό της). Δεν πρόκειται περί μιας θετικής αναφοράς για την ιστορικότητα του Ιησού. Δεν μας δίνει τίποτα άλλο παρά αυτό που είναι ήδη γνωστό στους χριστιανικούς κύκλους και που ακούγονταν προς τα έξω καθώς η χριστιανική κίνηση εξαπλώνονταν.

Τέλος, περνάω στην τρίτη αναφορά, του Σουετώνιου που θεωρώ ότι είναι η πιο αδύναμη. Αυτός ήταν Ρωμαίος ιστορικός, σύγχρονος του Τάκιτου, ο οποίος γράφει περίπου το 110-120 κ.ε. το έργο «Βίοι των δώδεκα Καισάρων». Στο κεφάλαιο που αναφέρεται στον αυτοκράτορα Κλαύδιο, υπάρχει η εξής αναφορά: «Judaeos impulsore Chresto assidue tumultuantes Romae expulsit», Δηλαδή, «Εξέβαλε από τη Ρώμη τους Ιουδαίους που προκαλούσαν συνεχώς ταραχές, υποκινούμενοι από κάποιον Χρεστό/ Χρηστό/ Χρήστο».

Ο Κλαύδιος έδιωξε από τη Ρώμη τους Ιουδαίους, οι οποίοι υποκινούνταν από κάποιον Chresto. Ακόμα και αν έγινε αντιγραφικό λάθος, και αντί Christo γράφτηκε Chresto, και πάλι το Christo δεν είναι όνομα αλλά ιδιότητα: «Εὑρήκαμεν τὸν Μεσσίαν ὅ ἐστιν μεθερμηνευόμενον ὅ Χριστός» (Κατά Ιωάννη 1:41). Το όνομα του Μεσσία των χριστιανών ήταν «Ιησούς Εμμανουήλ», ή επί το απλούστερο «Ιησούς Μανώλης»: «καὶ καλέσουσιν τὸ ὄνομα αὐτοῦ Ἐμμανουήλ, ὅ ἐστιν μεθερμηνευόμενον, Μεθ’ ἡμῶν ὁ θεός· διεγερθεὶς δὲ ὁ Ἰωσὴφ ἀπὸ τοῦ ὕπνου ἐποίησεν ὡς προσέταξεν αὐτῷ ὁ ἄγγελος κυρίου καὶ παρέλαβεν τὴν γυναῖκα αὐτοῦ καὶ οὐκ ἐγίνωσκεν αὐτὴν ἕως οὗ ἔτεκεν τὸν υἱὸν αὐτῆς τὸν πρωτότοκον• καὶ ἐκάλεσεν τὸ ὄνομα αὐτοῦ Ἰησοῦν» (Κατά Ματθαίον, 1:23-25). Έτσι θα έπρεπε να εγγράφεται σε επίσημα έγγραφα, και όχι «Χριστός».

Επίσης, το αναφερόμενο πρόσωπο σχετιζόταν με ιουδαίους τους οποίους υποκινούσε σε ταραχές στη Ρώμη. Ακόμα και αν ο Σουετώνιος δεν μπορούσε να διακρίνει τη διαφορά μεταξύ χριστιανών και ιουδαίων εκλαμβάνοντας τους χριστιανούς ως ιουδαίους (που ήταν και πιο γνωστοί άλλωστε ως παλαιότεροι των χριστιανών), ο Ιησούς Μανώλης ποτέ δεν πήγε στην Ρώμη και μάλιστα επί εποχής Κλαυδίου. Ο Κλαύδιος ήταν αυτοκράτορας από το 41 μέχρι το 54 (πρβ. χρονολογικό πίνακα Β. Στεφανίδη «Εκκλ. Ιστορία» σ. 794), ενώ ο Ιησούς σταυρώθηκε επί Ποντίου Πιλάτου ο οποίος έπαυσε από το αξίωμά του το 36 κε. Όσοι προβάλλουν την αναφορά του Σουετώνιου για να υποστηρίξουν την ιστορικότητα του Ιησού, κάνουν τον ιστορικό να λαθεύει ως προς το όνομα, την παράταξη που ηγούνταν, το χρόνο και τον τόπο δράσης του προσώπου στο οποίο αναφέρεται.
ΔΕΣ: