Η Ηλιοδίτη είναι μια τελετή την οποία ακολουθούμε την πρώτη ημέρα της εβδομάδος - Κυριακή [1].
Με την τελετή αυτή αποδίδουμε την πρέπουσα τιμή στον ήλιο όχι μόνο στο φυσικό επίπεδο αλλά κυρίως στο νοητό και αποτελεί μια πολύ καλή πνευματική άσκηση την οποία καλό θα είναι να ακολουθούμε ανελλιπώς κάθε εβδομάδα.
Ο Ήλιος όπως και κάθε αστέρι του σύμπαντος, προσδίδει τάξη και αρμονία σε αυτό, γι' αυτό και αναφέρεται ως βασιλιάς του ορατού-αισθητού κόσμου. Έχει την δύναμη να καθαίρει, να ανυψώνει τον νου και να παρέχει ζωή, ανάπτυξη και υγεία. Προσφέρει απλόχερα το φως του χαρίζοντας τις προϋποθέσεις για την ύπαρξη σε όλα τα όντα του κόσμου μας. Είναι λοιπόν ένας πρώτης τάξεως οδηγός για οποιοδήποτε πνευματικό μονοπάτι.
ΑΝΟΙΓΜΑ
Κλύτε ώ Μάκαρες Θεοί, θνητών έξοχοι φίλοι
κραταιόν του Κόσμου στήριγμα,
κλύτε Αθάνατοι Θεοί και χάριν σπονδών
δότε βροτοίς, πάσης παιδείης Αρετήν
μεγίστην ευτυχίαν και περιπόθητον ευδαιμονίαν.
* Γίνεται σπονδή οίνου.
ΕΥΧΗ ΠΛΗΘΩΝΟΣ [2]
Ας μην παύσω ώ Μάκαρες Θεοί, να σας χρωστώ ευγνωμοσύνη,
για όλα τ' αγαθά που από εσάς λαμβάνω και έχω λάβει
με χορηγό τον Ύπατο Δία.
Ας μην παραμελήσω, αναλόγως της δύναμης μου
το καλό του γένους μου.
Το να υπηρετώ πρόθυμα το κοινό καλό, αυτό ας θεωρώ
και δικό μου μεγάλο όφελος.
Ας μην γίνομαι αίτιο κανενός κακού,
από αυτά που τυχαίνουν στους ανθρώπους,
αλλά καλού, όσον δύναμαι, ώστε να γίνομαι κι εγώ ευτυχής, ομοιάζοντας σ' εσάς.
* Γίνεται σπονδή οίνου.
ΥΜΝΟΣ ΑΘΗΝΑΣ [3]
Προσφορές: Κλαδί ελιάς, σπένδουμε λάδι, οίνο - θυμίαμα λιβανιού και μύρου.
Μεγίστη Θεά Παλλάδα, χρυσοστέφανη Αθηνά
του Κόσμου Θεά μεγάλη,
πάνοπλη ξεπήδησες απ' του Πατρός μας το σεπτό κεφάλι.
Θεά παρθένα που διεγείρεις μέσα μας τον άφθαρτο
και φωτεινό νού.
Ασπιδοφόρα Άχραντη, που πρυτανεύεις του Σύμπαντα Κόσμου.
Αδάμαστη Μήτιδα, που ενώνεις τις αντιθέσεις,
Κόρη τριτογένια, άνθος λαμπρό στην όψη.
Συ, ο νους του Πατρός, γέμισες με νόμους του Σύμπαντος
το Κάλλος.
Συ, αυτά που υπάρχουν, αυτά που θα γίνουν κι αυτά
που έχουν γίνει.
Ένδοξη Θεά, Γλαυκομμάτα Κόρη, δωσ' μου δύναμη κι έρωτα
ικανό να με ανεβάσει από τους κόλπους της Γαίας,
στον ολόφωτο Όλυμπο.
Είθε Θεά να μας προσφέρεις την άχραντη Σοφία
και την νοερά σου δύναμη,
Χαρίζοντάς μας τα Ολύμπια αγαθά που ανυψώνουν τις ψυχές,
εξορίζοντας τα γιγάντια φάσματα του Κόσμου.
* Γίνεται σπονδή ελαίου και οίνου.
ΥΜΝΟΣ ΑΠΟΛΛΩΝΟΣ [4]
Προσφορές: Κόκκινα τριαντάφυλλα, δάφνη, σπένδουμε ερυθρό οίνο - θυμίαμα λιβάνι και μάννα. Συνοδεύουμε με μουσική.
Μνήσομαι ουδέ λαθώμαι Απόλλωνος Εκάτοιο.
Από χρόνια πρότερα, όσιο είναι έθιμο εσέ να επικαλούμε.
Ελθέ Μάκαρ παιάν, Φοίβε Αγλαότιμε, Ιήιε Ολβιοδώτα
Σπέρμειε, Πύθιε, Δελφικέ Μάντη, Φωσφόρε Δαίμων.
Συ που βλέπεις τον απέραντον αιθέραν
και την ευτυχισμένη γη από ψηλά,
που έχεις για μάτια σου τα άστρα,
που διαλύεις τα σκοτάδια.
Με τον δάφνινό σου κλάδο, σείεις τον ουρανόν.
Απόλλωνα που δεν εμφανίζεσαι στον καθένα,
αλλά εις όποιον είναι αγαθός.
Μέγας όποιος σ' αντίκρυσε, μικρός όποιος δεν σ΄είδε.
Θα δούμε 'σένα, ώ Εκατηβόλε και ποτέ εις το μέλλον
δεν θα είμεθα μικροί.
Η κόμη σου στάζει εις το έδαφος αρωματώδη έλαια
που θεραπεύουν.
Ιή Παιήον, Ιή Παιήον, Ιή Παιήον.
* Κατά την τελευταία επωδό σπένδουμε οίνο.
ΥΜΝΟΣ ΗΛΙΟΥ
Προσφορές: κόκκινα τριαντάφυλλα, σπένδουμε μέλι - θυμίαμα τριαντάφυλλο και λιβανομάνναν - η πρώτη μερίδα από το μεσημεριανό φαγητό.
Κλύθι πυρός νοερού βασιλεύ, ώ Χρυσήνιε Τιτάν
Κλύθι φάους ταμία, που κρατάς το κλειδί της πηγής,
που διαφυλάτεις την ζωή,
που κυβερνάς τους υλικούς κόσμους από ψηλά.
Με πλήρη και απόλυτον αρμονίαν.
Κέκλυθι εσύ που κατέχεις μεσαίαν έδραν υπέρ αιθέρος,
και τον κεντρικό φεγγοβόλο κύκλο του κόσμου
εγέμισες τα πάντα με την δική σου πρόνοια
που διεγείρει τον νού.
Θεών πανάριστε, πυριστεφές, συ η εικών του θεού
που γέννησε τα πάντα,
συ ανυψώνεις τις ψυχές. Γίνεται σπονδή οίνου.
Άκουσέ με και καθάρισέ με και διώξε τις κηλίδες
που μολύνουν την ψυχή μου.
Διαφύλαξέ με μακρυά από τις ποινές, καταπραΰνων το ταχύ
βλέμμα της δίκης που τα βλέπει όλα.
Εις δε το σώμα μου χάρισε ακεραιότητα και υγεία.
Και αν κάτι έρχεται εναντίον μας από τα περιστρεφόμενα
αδράχτια της μοίρας, που κλώθονται κάτω από την περιδίνηση
των αστέρων, συ απόδιωξέ το ως ορμητική κίνησις.
Ώ Μέγιστε Άνακτα φώτιζε το νου μας
και χάριζε στην ψυχή μας άχραντον φως.
* Επικαλούμαστε την επωδό τρις (Επίκληση για νοητική και ψυχική αφύπνιση).
* Γίνεται σπονδή οίνου.
ΚΛΕΙΣΙΜΟ
Χαίρετε ώ Μάκαρες Θεοί
μεθ' ημών αεί εστέ
κι εσείς μεν ούτω χαίρεσθε
παύσατε νούσους χαλεπάς και λύπες αποδιώξτε.
----------------------
Παραπομπές
[1] Άλλες τελετές ακολουθούν το κλασσικό σεληνιακό ημερολόγιο π.χ. Νουμηνία και άλλες το σύγχρονο (ηλιακό) ημερολόγιο π.χ. η ηλιοδίτη, οι τελετές των ηλιοστασίων κ.ά.
[2] Ο Πλήθων είναι ο συνδετικός κρίκος μεταξύ των ευκλεών προγόνων μας και των σημερινών Ελλήνων. Στην προσευχή αυτή διακρίνονται οι διαχρονικές και πανανθρώπινες αξίες της ελληνικής θέασης του κόσμου. Σκοπός της προσευχής είναι να μας εισαγάγει στην απαραίτητη για κάθε τελετή νοητική και ψυχική στάση.
[3] Υμνούμε την Θεά Αθηνά ως προστάτιδα του τόπου της Αττικής, όταν η τελετή γίνεται εκεί. Αναλόγως, υμνούμε τον τοπικό προστάτη Θεό ή Θεά όταν η τελετή γίνεται σε άλλο τόπο.
[4] Σ' αυτή την περίπτωση υμνούμε τον Θεό Απόλλωνα ως νοητό αίτιο του Βασιλέα Ήλιου.
Κυριακή 11 Μαΐου 2025
Η έννοια του Χρόνου κατά Πλάτωνα και Αριστοτέλη
Ο Χρόνος, η γένεσή του, καθώς και τα διάφορα χρονικά παράδοξα, αποτέλεσαν αντικείμενο ιδιαίτερης μελέτης για τους αρχαίους Έλληνες διανοητές. Με την παρούσα εργασία θα επιχειρήσουμε να ερμηνεύσουμε τα πιστεύω των δύο σπουδαιότερων: Του Πλάτωνα και του Αριστοτέλη. Αρχικά θα δούμε πως ορίζουν αμφότεροι την έννοια του χρόνου σε δύο ξεχωριστές ενότητες. Στην συνέχεια θα αναλύσουμε το πώς αντιλαμβάνεται ο Πλάτων την σχέση ανάμεσα στον χρόνο και τα ουράνια σώματα. Έπειτα, θα στραφούμε στον Αριστοτέλη και στον τρόπο που συσχετίζει τον χρόνο και την κίνηση. Τέλος, θα κλείσουμε εξάγοντας πολύτιμα συμπεράσματα σχετικά με τις θεωρίες των δύο μεγάλων στοχαστών της αρχαιότητας. Να σημειώσουμε εδώ ότι θα ξεκινήσουμε με τον Πλάτωνα, αφιερώνοντας δύο ενότητες, και, στη συνέχεια θα εξετάσουμε τον Αριστοτέλη σε άλλες δύο.
Ορισμός της έννοιας του χρόνου από τον Πλάτωνα
Σύμφωνα με τον Πλάτωνα, οτιδήποτε γίνεται έχει αιτία. Εισάγεται, με αυτόν τον τρόπο, η ιδέα του «δημιουργού»1 που κατασκευάζει τον κόσμο. Όμως, κάθε δημιουργός εργάζεται βάσει προτύπου. Το πρότυπο, του οποίου αντίγραφο ή εικόνα αποτελεί ο αισθητός κόσμος, είναι αιώνιο. Ο κόσμος δεν είναι αιώνιος, αλλά γεγονός, δηλαδή κάτι που έγινε. Κάθε αισθητό προέκυψε ως αποτέλεσμα μιας διεργασίας. Ο αισθητός κόσμος βρίσκεται πάντα σε εξέλιξη και έχει ιστορία, σε αντίθεση με τον δημιουργό που είναι αιώνιος, όπως και το πρότυπο της δημιουργίας.
Ο μεγάλος αρχαίος Έλληνας φιλόσοφος δέχεται τον απόλυτο, τον αιώνιο χρόνο ως τον μόνο πραγματικό, ενώ τα διάφορα συμβαίνοντα στον δικό μας γύρω κόσμο γεγονότα τα θεωρεί ως είδωλα απατηλά των αισθήσεων μας. Ο χρόνος για εκείνον είναι αντανάκλαση της αιωνιότητας. Το αμετάβλητο και τέλεια άχρονο, προβάλλεται στην κατώτερη διάσταση, στην οποία ανήκει ο υλικός κόσμος. Ο εγκόσμιος χρόνος νοείται ως «εικόνα κινητή της αιωνιότητας»2. Ο υλικός κόσμος είναι εγκλωβισμένος στην ματαιότητα, χωρίς προοπτική λύτρωσης.
Αποτελεί απόλυτη πεποίθηση του Πλάτωνα, όπως ήδη αναφέραμε, το γεγονός ότι η απόλυτα ομοιόμορφη ροή του χρόνου αντανακλά κατ’ ουσία την ίδια την αιωνιότητα. Ο χρόνος αποτελεί τη χαρακτηριστική μορφή του αισθητού. Όταν αναφερόμαστε στο αιώνιο, το αναφέρουμε ως αυτό που ήταν, είναι και θα είναι. Για την ακρίβεια, όμως, ότι μπορεί να καλείται αιώνιο απλώς είναι. Δεν πρέπει να λέμε ούτε ότι ήταν, ούτε ότι θα είναι, γιατί αυτού του είδους οι εκφράσεις ταιριάζουν μόνο σε ότι συμβαίνει.
Ο χρόνος γεννήθηκε μαζί με τον «ουρανό»3. Κατά συνέπεια, από την στιγμή που γεννήθηκαν μαζί, θα διαλυθούν και μαζί, εάν βεβαίως χρειαστεί ποτέ να διαλυθούν. Η γένεσή τους έγινε με υπόδειγμα την αιώνια φύση του ανώτερου Έμβιου Όντος, ώστε τα δημιουργήματά αυτά να του μοιάσουν, όσο το δυνατόν περισσότερο. Ο μεν χρόνος ως υπόδειγμα, πρότυπο θα λέγαμε, της αιωνιότητας, ενώ ο δε ουρανός ορίστηκε να διατρέχει την ολότητα του χρόνου.
Η σχέση ανάμεσα στον χρόνο και τα ουράνια σώματα σύμφωνα με τον Πλάτωνα
Πριν ο Θεός δημιουργήσει τον κόσμο δεν υπήρχε χρόνος, αφού ο χρόνος και ο κόσμος άρχισαν μαζί. Προκειμένου να υπάρξει χρόνος, χρειάζονται αισθητά σώματα με σταθερή κίνηση, τα οποία χρησιμεύουν για τη μέτρησή του. Έτσι, ο δημιουργός επινόησε τον Ήλιο, την Σελήνη και πέντε ακόμα άστρα, τα οποία οι άνθρωποι τα αποκαλούσαν «πλανήτες»4, και τα έθεσε σε συγκεκριμένες τροχιές, τις οποίες διαγράφει η κυκλική κίνηση του Διαφορετικού.
Επομένως, τα ουράνια σώματα δημιουργήθηκαν για να καθορίζουν και να διαφυλάσσουν τα μέτρα του χρόνου. Χρησιμεύουν με άλλα λόγια για την διαίρεση και μέτρηση του χρόνου: «αριθμοί του χρόνου»5, η οποία είναι αποτέλεσμα της συνεργασίας τους. Από αυτά η Σελήνη τοποθετήθηκε στον πλησιέστερο προς την Γη κύκλο, ο Ήλιος στον δεύτερο, ενώ ο Εωσφόρος (η Αφροδίτη) και το επονομαζόμενο ιερό άστρο του Ερμή, διατρέχουν τους δύο επόμενους κύκλους, έχοντας με τον κύκλο του Ηλίου την ίδια ταχύτητα, αλλά την αντίθετη δύναμη. Επιπλέον, αυτή η περιφορά, η οποία επιβάλλεται από την αμετάβλητη ουσία του Διαφορετικού, στρέφει ελικοειδώς όλους τους κύκλους των πλανητών, με αποτέλεσμα ο κάθε πλανήτης να προχωρά συγχρόνως προς δύο διακριτές αντίθετες κατευθύνσεις. Έτσι, όποιος πλανήτης απομακρύνεται βραδύτερα από την περιφορά του Διαφορετικού –την ταχύτερη από όλες τις περιφορές- φαίνεται να την ακολουθεί από πιο κοντά.
Ο Δημιουργός, επειδή ήθελε να υπάρχει εμφανές μέτρο στις σχέσεις βραδύτητας και ταχύτητας των ουρανίων σωμάτων, αλλά και για να διευκολύνει τις περιφορές στην διαδρομή τους, άναψε ένα φως στην δεύτερη επάνω από τη Γη τροχιά, τον Ήλιο. Ο στόχος, σύμφωνα πάντα με τον Πλάτωνα, ήταν αφενός μεν να φωτίζεται ο ουράνιος θόλος αφετέρου δε να έρθουν σε επαφή με την χρονική μέτρηση, εκπεφρασμένη με αριθμούς, εκείνα τα έμβια όντα που θα μπορούσαν να τους γνωρίσουν, μαθαίνοντας τους από την περιφορά του Διαφορετικού. Με αυτόν τον τρόπο γεννήθηκε η νύχτα και η ημέρα, η περίοδος της μοναδικής και πλέον σοφής περιστροφής του ουρανού, όπως χαρακτηριστικά αναφέρει το κείμενο. Όσο για τον μήνα, εκείνος παράγεται όταν η Σελήνη ολοκληρώνει τον δικό της κύκλο, φθάνοντας ξανά στον Ήλιο, ενώ το έτος αποτελεί την ολοκλήρωση ενός ηλιακού κύκλου.
Καταλήγοντας ο Αθηναίος φιλόσοφος, μας εξηγεί ότι σε τελική ανάλυση ο «τέλειος αριθμός του χρόνου συμπληρώνει το τέλειο έτος»6. Δηλαδή η τέλεια χρονική αρίθμηση δίνει το μέτρο του τέλειου Ενιαυτού, όταν οι σχετικές ταχύτητες και των οκτώ περιφορών (συμπεριλαμβανομένης και της Γης) ολοκληρωθούν ταυτόχρονα και μετρηθούν με βάση την ομαλή περιφορά του Διαφορετικού. Άρα, ο τρόπος κατασκευής, καθώς και ο σκοπός γένεσης των ουρανίων σωμάτων, τα οποία ενώ πορεύονται μέσα στον ουρανό εμφανίζουν τροπές, είναι να γίνει ο αισθητός κόσμος όσο το δυνατόν περισσότερο όμοιος με το τέλειο και νοητό Έμβιο Ον και να μιμηθεί την αιωνιότητα της φύσεώς του.
Ορισμός της έννοιας του χρόνου από τον Αριστοτέλη
Ο Αριστοτέλης θεώρησε τον χρόνο ως ενδογενή και θεμελιακό για το σύμπαν. Ο χρόνος για τον Σταγειρίτη φιλόσοφο εξελίσσεται προσανατολισμένα, ευθύγραμμα και χωρίς αναστροφή: «συνεχής»7. Υποστηρίζει δηλαδή την γραμμική χρονική θεώρηση. Ο ίδιος δέχεται ως πραγματικό χρόνο αυτόν που βιώνουμε και οι αισθήσεις καταγράφουν ως φυσικό και μετρήσιμο χρόνο. Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα που παραθέτει σχετικά με τους ανθρώπους των Σάρδεων8, οι οποίοι κοιμήθηκαν κοντά στους ήρωες και συνδέουν τις προηγούμενες στιγμές με τις μετέπειτα, σβήνοντας το χρονικό διάστημα το οποίο μεσολαβεί κατά την διάρκεια που δεν έχουν τις αισθήσεις τους.
Προχωρώντας περισσότερο προσδιορίζει ως ουσία του χρόνου την διάρκεια κάποιας μεταβολής, είτε αυτή εκδηλώνεται σε κίνηση πραγμάτων, είτε εκδηλώνεται ως βιολογική εξέλιξη και ως ιστορία γεγονότων και πράξεων. Θεωρεί ότι δεν μπορεί να υπάρξει χρόνος χωρίς κίνηση και μεταβολή, επισημαίνοντας ότι: «ο χρόνος ούτε κίνηση είναι ούτε υπάρχει δίχως κίνηση»9. Με άλλα λόγια τον ορίζει ως κάτι από την κίνηση, χωρίς να προσδιορίζει ακριβώς τι, πράγμα που θα πράξει παρακάτω.
Συνεχίζοντας την ανάλυσή του για τον χρόνο, ο Αριστοτέλης τον ορίζει σε σχέση με το τώρα: «νυν»10, επισημαίνοντας όμως ότι όταν το αντιλαμβανόμαστε ως κάτι ξεχωριστό, δίχως ταυτόχρονα να το συνδέουμε με το πριν και το μετά, τα οποία βρίσκονται σε διαρκή κίνηση και αποτελούν δομικούς παράγοντες για την κατανόηση της έννοιας του χρόνου, τότε σχηματίζουμε λανθασμένα την εντύπωση πως δεν έχει περάσει καθόλου χρόνος. Το τελευταίο αποτελεί φυσικό επακόλουθο του γεγονότος της ανυπαρξίας κίνησης.
Επιπρόσθετα, υποστηρίζει ότι στον φυσικό κόσμο συντελείται μέσα στον χρόνο πραγματική μεταβολή ποιοτήτων, όπως γένεσις και φθορά, ένα διαρκές γίγνεσθαι δηλαδή. Για τον Σταγειρίτη φιλόσοφο, ο κόσμος έχει μια θεμελιώδη χρονική δομή, κάθε διαδικασία έχει εγγενή χρονικά μέρη και σχέσεις που αποτελούν ουσιαστικό στοιχείο της πραγματικότητάς της. Ως εκ τούτου, δεν μπορεί να γίνει πλήρως κατανοητή (η διαδικασία), αν δεν λάβουμε υπόψη μας αυτή την χρονική δομή. Έτσι, καταλήγει στον τελικό ορισμό που δίνει για τον χρόνο, ορίζοντάς τον ως αριθμό κινήσεως11 από την άποψη του προηγηθέντος και του κατοπινού: «πρότερον και ύστερον»12.
Ο συσχετισμός μεταξύ χρόνου και κινήσεως σύμφωνα με τον Αριστοτέλη
Ας έρθουμε τώρα να εξετάσουμε την θεμελιώδη, σύμφωνα με τον μεγάλο Σταγειρίτη φιλόσοφο, σχέση μεταξύ χρόνου και κίνησης. Όπως ήδη αναφέραμε, ο Αριστοτέλης εννοεί τον χρόνο ως κίνηση αριθμού κατά το πρότερον και ύστερον. Οι λέξεις πρότερον και ύστερον δεν θα είχαν κανένα απολύτως νόημα, εάν η έννοια του χρόνου δεν ήταν υπαρκτή και κατανοητή, και τότε όλα θα βρισκόταν σε μία αέναη κίνηση, στην οποία ούτε κατάσταση ούτε γεγονός θα μπορούσε να δώσει το στίγμα του στη συλλογιστική συνέχεια των ανθρώπων. Κι έτσι, ενώ ο χρόνος παρουσιάζεται ως μια μονάδα μέτρησης, η οποία διευκολύνει τον άνθρωπο να προγραμματίζει, τελικά έχει άμεση σχέση με τη μνήμη, η οποία έχει θεμελιώδη σημασία για την έννοια του χρόνου. Η γνώση ότι ένα γεγονός προηγήθηκε ενός άλλου, συνήθως, προέρχεται από τη θύμηση ότι το πρώτο είναι λιγότερο έντονο από το δεύτερο.
Συνεχίζοντας, και αφού υπενθυμίσουμε το γεγονός ότι η ιδέα της κίνησηςβρίσκεται στην καρδιά της αριστοτελικής φυσικής φιλοσοφίας, διαπιστώνουμε ότι ο Αριστοτέλης παραθέτοντας την κίνηση με την έννοια της μεταβολής και του διαρκούς γίγνεσθαι, επιχειρεί με αυτόν τον τρόπο να κατανοήσει τα φυσικά φαινόμενα με τους όρους που υπαγορεύει η φύση. Η σύνδεση αυτή της εσωτερικής κίνησης και μεταβολής με την ύλη και τη φύση αποτελεί το κρίσιμο δεδομένο, στο οποίο εισάγεται ο χρόνος για να συμπληρώσει το σκηνικό. Ο χρόνος, δηλαδή, συνδέεται, πάντα κατά την Αριστοτέλεια άποψη, με έναν τρόπο άμεσο και ουσιαστικό με την κίνηση: «καθίσταται φανερό ότι δεν υπάρχει χρόνος χωρίς την κίνηση και μεταβολή»13. Το επισημάναμε, άλλωστε, στην ενότητα όπου παραθέσαμε τον ορισμό του.
Ο συσχετισμός μεταξύ χρόνου και κίνησης, σύμφωνα με τον Σταγειρίτη φιλόσοφο, έγκειται στον εγγενή χαρακτήρα της κίνησης η οποία επιτρέπει την αρίθμηση των διαδοχικών καταστάσεων, οι οποίες με την σειρά τους σημαδεύονται από μια σαφή διάκριση μεταξύ παρελθόντος και μέλλοντος. Θα μπορούσαμε έτσι να υποστηρίξουμε ότι ο Αριστοτέλης εγκαινιάζει εδώ τη θεωρητική θεμελίωση της ιδέας του «Βέλους του χρόνου»14 και της ασυμμετρίας μεταξύ παρελθόντος και μέλλοντος, που συνδέονται με το τώρα.
Κατά συνέπεια, το αριστοτελικό μοντέλο της φύσης, το οποίο οικοδομείται με βάση ένα λογικά δομημένο σκεπτικό το οποίο παραθέσαμε αναλύοντας το διεξοδικά, έχει ένα σαφή δυναμικό χαρακτήρα, που εκφράζεται με το διαρκές πέρασμα από την εν δυνάμει στην εν ενεργεία κατάσταση. Στο πλαίσιο αυτό και η ύλη, το υποκείμενο της μεταβολής, έχει επίσης έναν δυναμικό χαρακτήρα, διότι περικλείει μέσα της την κίνηση. Τέλος, η κίνηση είναι αλληλένδετη με τον χρόνο, ο οποίος κυλάει πάντοτε προς μια κατεύθυνση, δηλαδή προς τα εμπρός, ακολουθώντας το γραμμικό μοντέλο από το παρελθόν προς το μέλλον. Ο ίδιος δε, είναι απόλυτα συνυφασμένος με το γίγνεσθαι του φυσικού κόσμου.
Συμπεράσματα
Εξετάζοντας τις αντιλήψεις για τον χρόνο των δύο μεγάλων στοχαστών της αρχαιότητας, του Πλάτωνα από την μία πλευρά και του Αριστοτέλη από την άλλη, παρατηρούμε δύο άκρως ενδιαφέρουσες απόψεις. Ο μαθητής του Σωκράτη, ο Πλάτωνας, προχώρησε αρκετά σε σχέση με την εκτίμηση της διάστασης του χρόνου. Σύμφωνα με τα γραφόμενα του μιλάει για την κυκλική κίνηση του χρόνου, μέσω των ουρανίων σωμάτων, και υποστηρίζει ότι τόσο ο φυσικός κόσμος όσο και ο χρόνος ανήκουν σε μια δευτερεύουσα φαινομενική πραγματικότητα. Το παρελθόν και το μέλλον αποτελούν είδη του χρόνου, ο οποίος σε τελική ανάλυση μιμείται την αιωνιότητα.
Από την άλλη, ο Σταγειρίτης φιλόσοφος πρεσβεύει την γραμμική θεώρηση του χρόνου, τον οποίο συνδέει με την αδιάκοπη κίνηση και μεταβολή. Πρόκειται για δύο μεγέθη ανάλογα, αφού ο χρόνος κυλά κατ’ αναλογία με την κίνηση. Αυτή η συνάφεια χρόνου-κίνησης τοποθετείται στα πλαίσια παρελθόντος-μέλλοντος, μέσω του άχρονου παρόντος το οποίο παίζει ρόλο μεσολαβητή.
------------------------------------
Ορισμός της έννοιας του χρόνου από τον Πλάτωνα
Σύμφωνα με τον Πλάτωνα, οτιδήποτε γίνεται έχει αιτία. Εισάγεται, με αυτόν τον τρόπο, η ιδέα του «δημιουργού»1 που κατασκευάζει τον κόσμο. Όμως, κάθε δημιουργός εργάζεται βάσει προτύπου. Το πρότυπο, του οποίου αντίγραφο ή εικόνα αποτελεί ο αισθητός κόσμος, είναι αιώνιο. Ο κόσμος δεν είναι αιώνιος, αλλά γεγονός, δηλαδή κάτι που έγινε. Κάθε αισθητό προέκυψε ως αποτέλεσμα μιας διεργασίας. Ο αισθητός κόσμος βρίσκεται πάντα σε εξέλιξη και έχει ιστορία, σε αντίθεση με τον δημιουργό που είναι αιώνιος, όπως και το πρότυπο της δημιουργίας.
Ο μεγάλος αρχαίος Έλληνας φιλόσοφος δέχεται τον απόλυτο, τον αιώνιο χρόνο ως τον μόνο πραγματικό, ενώ τα διάφορα συμβαίνοντα στον δικό μας γύρω κόσμο γεγονότα τα θεωρεί ως είδωλα απατηλά των αισθήσεων μας. Ο χρόνος για εκείνον είναι αντανάκλαση της αιωνιότητας. Το αμετάβλητο και τέλεια άχρονο, προβάλλεται στην κατώτερη διάσταση, στην οποία ανήκει ο υλικός κόσμος. Ο εγκόσμιος χρόνος νοείται ως «εικόνα κινητή της αιωνιότητας»2. Ο υλικός κόσμος είναι εγκλωβισμένος στην ματαιότητα, χωρίς προοπτική λύτρωσης.
Αποτελεί απόλυτη πεποίθηση του Πλάτωνα, όπως ήδη αναφέραμε, το γεγονός ότι η απόλυτα ομοιόμορφη ροή του χρόνου αντανακλά κατ’ ουσία την ίδια την αιωνιότητα. Ο χρόνος αποτελεί τη χαρακτηριστική μορφή του αισθητού. Όταν αναφερόμαστε στο αιώνιο, το αναφέρουμε ως αυτό που ήταν, είναι και θα είναι. Για την ακρίβεια, όμως, ότι μπορεί να καλείται αιώνιο απλώς είναι. Δεν πρέπει να λέμε ούτε ότι ήταν, ούτε ότι θα είναι, γιατί αυτού του είδους οι εκφράσεις ταιριάζουν μόνο σε ότι συμβαίνει.
Ο χρόνος γεννήθηκε μαζί με τον «ουρανό»3. Κατά συνέπεια, από την στιγμή που γεννήθηκαν μαζί, θα διαλυθούν και μαζί, εάν βεβαίως χρειαστεί ποτέ να διαλυθούν. Η γένεσή τους έγινε με υπόδειγμα την αιώνια φύση του ανώτερου Έμβιου Όντος, ώστε τα δημιουργήματά αυτά να του μοιάσουν, όσο το δυνατόν περισσότερο. Ο μεν χρόνος ως υπόδειγμα, πρότυπο θα λέγαμε, της αιωνιότητας, ενώ ο δε ουρανός ορίστηκε να διατρέχει την ολότητα του χρόνου.
Η σχέση ανάμεσα στον χρόνο και τα ουράνια σώματα σύμφωνα με τον Πλάτωνα
Πριν ο Θεός δημιουργήσει τον κόσμο δεν υπήρχε χρόνος, αφού ο χρόνος και ο κόσμος άρχισαν μαζί. Προκειμένου να υπάρξει χρόνος, χρειάζονται αισθητά σώματα με σταθερή κίνηση, τα οποία χρησιμεύουν για τη μέτρησή του. Έτσι, ο δημιουργός επινόησε τον Ήλιο, την Σελήνη και πέντε ακόμα άστρα, τα οποία οι άνθρωποι τα αποκαλούσαν «πλανήτες»4, και τα έθεσε σε συγκεκριμένες τροχιές, τις οποίες διαγράφει η κυκλική κίνηση του Διαφορετικού.
Επομένως, τα ουράνια σώματα δημιουργήθηκαν για να καθορίζουν και να διαφυλάσσουν τα μέτρα του χρόνου. Χρησιμεύουν με άλλα λόγια για την διαίρεση και μέτρηση του χρόνου: «αριθμοί του χρόνου»5, η οποία είναι αποτέλεσμα της συνεργασίας τους. Από αυτά η Σελήνη τοποθετήθηκε στον πλησιέστερο προς την Γη κύκλο, ο Ήλιος στον δεύτερο, ενώ ο Εωσφόρος (η Αφροδίτη) και το επονομαζόμενο ιερό άστρο του Ερμή, διατρέχουν τους δύο επόμενους κύκλους, έχοντας με τον κύκλο του Ηλίου την ίδια ταχύτητα, αλλά την αντίθετη δύναμη. Επιπλέον, αυτή η περιφορά, η οποία επιβάλλεται από την αμετάβλητη ουσία του Διαφορετικού, στρέφει ελικοειδώς όλους τους κύκλους των πλανητών, με αποτέλεσμα ο κάθε πλανήτης να προχωρά συγχρόνως προς δύο διακριτές αντίθετες κατευθύνσεις. Έτσι, όποιος πλανήτης απομακρύνεται βραδύτερα από την περιφορά του Διαφορετικού –την ταχύτερη από όλες τις περιφορές- φαίνεται να την ακολουθεί από πιο κοντά.
Ο Δημιουργός, επειδή ήθελε να υπάρχει εμφανές μέτρο στις σχέσεις βραδύτητας και ταχύτητας των ουρανίων σωμάτων, αλλά και για να διευκολύνει τις περιφορές στην διαδρομή τους, άναψε ένα φως στην δεύτερη επάνω από τη Γη τροχιά, τον Ήλιο. Ο στόχος, σύμφωνα πάντα με τον Πλάτωνα, ήταν αφενός μεν να φωτίζεται ο ουράνιος θόλος αφετέρου δε να έρθουν σε επαφή με την χρονική μέτρηση, εκπεφρασμένη με αριθμούς, εκείνα τα έμβια όντα που θα μπορούσαν να τους γνωρίσουν, μαθαίνοντας τους από την περιφορά του Διαφορετικού. Με αυτόν τον τρόπο γεννήθηκε η νύχτα και η ημέρα, η περίοδος της μοναδικής και πλέον σοφής περιστροφής του ουρανού, όπως χαρακτηριστικά αναφέρει το κείμενο. Όσο για τον μήνα, εκείνος παράγεται όταν η Σελήνη ολοκληρώνει τον δικό της κύκλο, φθάνοντας ξανά στον Ήλιο, ενώ το έτος αποτελεί την ολοκλήρωση ενός ηλιακού κύκλου.
Καταλήγοντας ο Αθηναίος φιλόσοφος, μας εξηγεί ότι σε τελική ανάλυση ο «τέλειος αριθμός του χρόνου συμπληρώνει το τέλειο έτος»6. Δηλαδή η τέλεια χρονική αρίθμηση δίνει το μέτρο του τέλειου Ενιαυτού, όταν οι σχετικές ταχύτητες και των οκτώ περιφορών (συμπεριλαμβανομένης και της Γης) ολοκληρωθούν ταυτόχρονα και μετρηθούν με βάση την ομαλή περιφορά του Διαφορετικού. Άρα, ο τρόπος κατασκευής, καθώς και ο σκοπός γένεσης των ουρανίων σωμάτων, τα οποία ενώ πορεύονται μέσα στον ουρανό εμφανίζουν τροπές, είναι να γίνει ο αισθητός κόσμος όσο το δυνατόν περισσότερο όμοιος με το τέλειο και νοητό Έμβιο Ον και να μιμηθεί την αιωνιότητα της φύσεώς του.
Ορισμός της έννοιας του χρόνου από τον Αριστοτέλη
Ο Αριστοτέλης θεώρησε τον χρόνο ως ενδογενή και θεμελιακό για το σύμπαν. Ο χρόνος για τον Σταγειρίτη φιλόσοφο εξελίσσεται προσανατολισμένα, ευθύγραμμα και χωρίς αναστροφή: «συνεχής»7. Υποστηρίζει δηλαδή την γραμμική χρονική θεώρηση. Ο ίδιος δέχεται ως πραγματικό χρόνο αυτόν που βιώνουμε και οι αισθήσεις καταγράφουν ως φυσικό και μετρήσιμο χρόνο. Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα που παραθέτει σχετικά με τους ανθρώπους των Σάρδεων8, οι οποίοι κοιμήθηκαν κοντά στους ήρωες και συνδέουν τις προηγούμενες στιγμές με τις μετέπειτα, σβήνοντας το χρονικό διάστημα το οποίο μεσολαβεί κατά την διάρκεια που δεν έχουν τις αισθήσεις τους.
Προχωρώντας περισσότερο προσδιορίζει ως ουσία του χρόνου την διάρκεια κάποιας μεταβολής, είτε αυτή εκδηλώνεται σε κίνηση πραγμάτων, είτε εκδηλώνεται ως βιολογική εξέλιξη και ως ιστορία γεγονότων και πράξεων. Θεωρεί ότι δεν μπορεί να υπάρξει χρόνος χωρίς κίνηση και μεταβολή, επισημαίνοντας ότι: «ο χρόνος ούτε κίνηση είναι ούτε υπάρχει δίχως κίνηση»9. Με άλλα λόγια τον ορίζει ως κάτι από την κίνηση, χωρίς να προσδιορίζει ακριβώς τι, πράγμα που θα πράξει παρακάτω.
Συνεχίζοντας την ανάλυσή του για τον χρόνο, ο Αριστοτέλης τον ορίζει σε σχέση με το τώρα: «νυν»10, επισημαίνοντας όμως ότι όταν το αντιλαμβανόμαστε ως κάτι ξεχωριστό, δίχως ταυτόχρονα να το συνδέουμε με το πριν και το μετά, τα οποία βρίσκονται σε διαρκή κίνηση και αποτελούν δομικούς παράγοντες για την κατανόηση της έννοιας του χρόνου, τότε σχηματίζουμε λανθασμένα την εντύπωση πως δεν έχει περάσει καθόλου χρόνος. Το τελευταίο αποτελεί φυσικό επακόλουθο του γεγονότος της ανυπαρξίας κίνησης.
Επιπρόσθετα, υποστηρίζει ότι στον φυσικό κόσμο συντελείται μέσα στον χρόνο πραγματική μεταβολή ποιοτήτων, όπως γένεσις και φθορά, ένα διαρκές γίγνεσθαι δηλαδή. Για τον Σταγειρίτη φιλόσοφο, ο κόσμος έχει μια θεμελιώδη χρονική δομή, κάθε διαδικασία έχει εγγενή χρονικά μέρη και σχέσεις που αποτελούν ουσιαστικό στοιχείο της πραγματικότητάς της. Ως εκ τούτου, δεν μπορεί να γίνει πλήρως κατανοητή (η διαδικασία), αν δεν λάβουμε υπόψη μας αυτή την χρονική δομή. Έτσι, καταλήγει στον τελικό ορισμό που δίνει για τον χρόνο, ορίζοντάς τον ως αριθμό κινήσεως11 από την άποψη του προηγηθέντος και του κατοπινού: «πρότερον και ύστερον»12.
Ο συσχετισμός μεταξύ χρόνου και κινήσεως σύμφωνα με τον Αριστοτέλη
Ας έρθουμε τώρα να εξετάσουμε την θεμελιώδη, σύμφωνα με τον μεγάλο Σταγειρίτη φιλόσοφο, σχέση μεταξύ χρόνου και κίνησης. Όπως ήδη αναφέραμε, ο Αριστοτέλης εννοεί τον χρόνο ως κίνηση αριθμού κατά το πρότερον και ύστερον. Οι λέξεις πρότερον και ύστερον δεν θα είχαν κανένα απολύτως νόημα, εάν η έννοια του χρόνου δεν ήταν υπαρκτή και κατανοητή, και τότε όλα θα βρισκόταν σε μία αέναη κίνηση, στην οποία ούτε κατάσταση ούτε γεγονός θα μπορούσε να δώσει το στίγμα του στη συλλογιστική συνέχεια των ανθρώπων. Κι έτσι, ενώ ο χρόνος παρουσιάζεται ως μια μονάδα μέτρησης, η οποία διευκολύνει τον άνθρωπο να προγραμματίζει, τελικά έχει άμεση σχέση με τη μνήμη, η οποία έχει θεμελιώδη σημασία για την έννοια του χρόνου. Η γνώση ότι ένα γεγονός προηγήθηκε ενός άλλου, συνήθως, προέρχεται από τη θύμηση ότι το πρώτο είναι λιγότερο έντονο από το δεύτερο.
Συνεχίζοντας, και αφού υπενθυμίσουμε το γεγονός ότι η ιδέα της κίνησηςβρίσκεται στην καρδιά της αριστοτελικής φυσικής φιλοσοφίας, διαπιστώνουμε ότι ο Αριστοτέλης παραθέτοντας την κίνηση με την έννοια της μεταβολής και του διαρκούς γίγνεσθαι, επιχειρεί με αυτόν τον τρόπο να κατανοήσει τα φυσικά φαινόμενα με τους όρους που υπαγορεύει η φύση. Η σύνδεση αυτή της εσωτερικής κίνησης και μεταβολής με την ύλη και τη φύση αποτελεί το κρίσιμο δεδομένο, στο οποίο εισάγεται ο χρόνος για να συμπληρώσει το σκηνικό. Ο χρόνος, δηλαδή, συνδέεται, πάντα κατά την Αριστοτέλεια άποψη, με έναν τρόπο άμεσο και ουσιαστικό με την κίνηση: «καθίσταται φανερό ότι δεν υπάρχει χρόνος χωρίς την κίνηση και μεταβολή»13. Το επισημάναμε, άλλωστε, στην ενότητα όπου παραθέσαμε τον ορισμό του.
Ο συσχετισμός μεταξύ χρόνου και κίνησης, σύμφωνα με τον Σταγειρίτη φιλόσοφο, έγκειται στον εγγενή χαρακτήρα της κίνησης η οποία επιτρέπει την αρίθμηση των διαδοχικών καταστάσεων, οι οποίες με την σειρά τους σημαδεύονται από μια σαφή διάκριση μεταξύ παρελθόντος και μέλλοντος. Θα μπορούσαμε έτσι να υποστηρίξουμε ότι ο Αριστοτέλης εγκαινιάζει εδώ τη θεωρητική θεμελίωση της ιδέας του «Βέλους του χρόνου»14 και της ασυμμετρίας μεταξύ παρελθόντος και μέλλοντος, που συνδέονται με το τώρα.
Κατά συνέπεια, το αριστοτελικό μοντέλο της φύσης, το οποίο οικοδομείται με βάση ένα λογικά δομημένο σκεπτικό το οποίο παραθέσαμε αναλύοντας το διεξοδικά, έχει ένα σαφή δυναμικό χαρακτήρα, που εκφράζεται με το διαρκές πέρασμα από την εν δυνάμει στην εν ενεργεία κατάσταση. Στο πλαίσιο αυτό και η ύλη, το υποκείμενο της μεταβολής, έχει επίσης έναν δυναμικό χαρακτήρα, διότι περικλείει μέσα της την κίνηση. Τέλος, η κίνηση είναι αλληλένδετη με τον χρόνο, ο οποίος κυλάει πάντοτε προς μια κατεύθυνση, δηλαδή προς τα εμπρός, ακολουθώντας το γραμμικό μοντέλο από το παρελθόν προς το μέλλον. Ο ίδιος δε, είναι απόλυτα συνυφασμένος με το γίγνεσθαι του φυσικού κόσμου.
Συμπεράσματα
Εξετάζοντας τις αντιλήψεις για τον χρόνο των δύο μεγάλων στοχαστών της αρχαιότητας, του Πλάτωνα από την μία πλευρά και του Αριστοτέλη από την άλλη, παρατηρούμε δύο άκρως ενδιαφέρουσες απόψεις. Ο μαθητής του Σωκράτη, ο Πλάτωνας, προχώρησε αρκετά σε σχέση με την εκτίμηση της διάστασης του χρόνου. Σύμφωνα με τα γραφόμενα του μιλάει για την κυκλική κίνηση του χρόνου, μέσω των ουρανίων σωμάτων, και υποστηρίζει ότι τόσο ο φυσικός κόσμος όσο και ο χρόνος ανήκουν σε μια δευτερεύουσα φαινομενική πραγματικότητα. Το παρελθόν και το μέλλον αποτελούν είδη του χρόνου, ο οποίος σε τελική ανάλυση μιμείται την αιωνιότητα.
Από την άλλη, ο Σταγειρίτης φιλόσοφος πρεσβεύει την γραμμική θεώρηση του χρόνου, τον οποίο συνδέει με την αδιάκοπη κίνηση και μεταβολή. Πρόκειται για δύο μεγέθη ανάλογα, αφού ο χρόνος κυλά κατ’ αναλογία με την κίνηση. Αυτή η συνάφεια χρόνου-κίνησης τοποθετείται στα πλαίσια παρελθόντος-μέλλοντος, μέσω του άχρονου παρόντος το οποίο παίζει ρόλο μεσολαβητή.
------------------------------------
1 Πλάτων, ό.π: 81
2 Πλάτων, Τίμαιος, (Αθήνα 1993): 81
3 Στο ίδιο: 83
4 Πλάτων, ό.π: 83
5 Πλάτων, ό.π: 83
6 Στο ίδιο: 87
7 Αριστοτέλους, Φυσικής ακροάσεως, Βιβλίο Δ’, (Αθήνα 2005): 273
8 Αριστοτέλης, ό.π: 265
9 Στο ίδιο: 267
10 Αριστοτέλης, ό.π: 269
11 Αριστοτέλης, ό.π: 269
12 Αριστοτέλης, ό.π: 269
13 Στο ίδιο: 267
14 Peter Coveney – Roger Highfield, Το Βέλος του χρόνου, (Αθήνα 1991)
2 Πλάτων, Τίμαιος, (Αθήνα 1993): 81
3 Στο ίδιο: 83
4 Πλάτων, ό.π: 83
5 Πλάτων, ό.π: 83
6 Στο ίδιο: 87
7 Αριστοτέλους, Φυσικής ακροάσεως, Βιβλίο Δ’, (Αθήνα 2005): 273
8 Αριστοτέλης, ό.π: 265
9 Στο ίδιο: 267
10 Αριστοτέλης, ό.π: 269
11 Αριστοτέλης, ό.π: 269
12 Αριστοτέλης, ό.π: 269
13 Στο ίδιο: 267
14 Peter Coveney – Roger Highfield, Το Βέλος του χρόνου, (Αθήνα 1991)
Κήρες: Οι γρήγορες σκύλες του Άδη
Οι Κήρες, κατά την Ελληνική μυθολογία ήταν δαίμονες του βιαίου θανάτου, κόρες της Νύκτας. Κατά τον Ησίοδο ήταν πτερωτά πνεύματα του θανάτου και της εκδίκησης. Έφεραν μαύρες πτέρυγες, ερυθρά ενδύματα, μεγάλους κυνόδοντες και γαμψά νύχια.
Κατά την περιγραφή του Ησιόδου, "οι μαύρες Κήρες, τρίζοντας τα άσπρα δόντια τους, με μάτια τρομερά, ματωμένες, αχόρταγες, μάλωναν ποια θα πάρει αυτούς που έπεφταν στις μάχες και στις ένοπλες συμπλοκές...."
Ο Απολλώνιος ο Ρόδιος ονομάζει τις Κήρες "γρήγορες σκύλες του Άδη, που από τις ομίχλες όπου περιστρέφονται, ρίχνονται πάνω στους ζωντανούς", ήταν δαίμονες που τις φοβόνταν όλοι κι ήταν πάντοτε έτοιμες να ορμήσουν.
Οι Κήρες είναι τα κακά πνεύματα που απελευθερώνονται από το κουτί της Πανδώρας.
Κανένας θνητός δεν μπορούσε να γλιτώσει από τις Κήρες. Διέτρεχαν τα πεδία των μαχών μαζί με τους γύπες και σκόρπιζαν προς κάθε κατεύθυνση την καταστροφή.
Όλες λαχταρούσαν να πιουν το μαύρο αίμα. Όταν κρατούσαν έναν πολεμιστή που είχε πέσει νεκρός ή τραυματίας, βύθιζαν τα μεγάλα νύχια τους στη σάρκα του και η ψυχή του πήγαινε στον Άδη και στον παγωμένο Τάρταρο, (κρυόεντα Τάρταρον).
Αφού ρουφούσαν το αίμα του, πετούσαν το κουφάρι του πίσω τους και έτρεχαν, μέσα στο σάλαγο και τη σφαγή, να πέσουν πάνω σε καινούργια λεία.
Ο μανδύας τους ήταν κατακόκκινος από το αίμα των πολεμιστών, που έπεφταν στο πεδίο της μάχης. Χτυπούσαν παντού τον άνθρωπο, τόσο στο κρεβάτι του, όσο και πάνω στα κύματα της θάλασσας. Μερικές φορές τις ονόμαζαν σκύλες και κόρες του Άδη.
Συνεπώς, οι Κήρες αποτελούσαν, αλληγορικά, τις ανθρωπόμορφες εκείνες δυνάμεις που επιφέρουν το μοιραίο τέλος των βαριά τραυματισμένων καθώς και την τελευταία όψη αυτών, όπως π.χ. οι ανοικτές πληγές, η ακατάσχετη αιμορραγία, ο ιδρώτας, ο βογγυτός κ,λπ.
Κάποιες Kήρες απεικονίζονται σε αμφορείς και οι περισσότερες από αυτές μοιάζουν σαν άσχημες νεράιδες ή γιγαντιαίες μέλισσες με ανθρώπινο πρόσωπο.
Πρέπει για άλλη μία φορά να θυμηθούμε ότι Έλληνες είχαν μια πολύ ισχυρή τάση να “ανθρωπομορφοποιούν” τα πάντα, από τους Θεούς τους μέχρι και τις πιο αφηρημένες έννοιες.
Όπως θα δούμε στη συνέχεια, οι Κήρες είναι στην πραγματικότητα η ανθρωπόμορφη απεικόνιση κάποιων συγκεκριμένων εννοιών ή λεπτοφυών ενεργειών.
Με τις Κήρες φαίνεται να σχετίζονται και οι λεγόμενες "Άρπυιες"
Η Harrison ερεύνησε τα αρχαία κείμενα και κατέληξε στο συμπέρασμα ότι οι Κήρες αντιπροσωπεύουν κυρίως αόρατες, μικροσκοπικές οντότητες ή "ενέργειες". Για παράδειγμα, όταν κάποιος έπεφτε σοβαρά άρρωστος οι αρχαίοι Έλληνες έλεγαν ότι το σώμα του είχε “καταληφθεί” από Κήρες!
Και με τη λέξη Κήρες δεν εννοούσαν ακριβώς δαίμονες αλλά μικροοργανισμοί, ιοί! Προς κατάπληξη των σημερινών ιατρών οι αρχαίοι Έλληνες φαίνεται να είχαν συλλάβει την έννοια των ιών χιλιάδες χρόνια πριν. Οι Έλληνες είχαν "ανθρωπομορφοποιήσει" όχι μόνο τους ιούς αλλά ακόμη και τις “δονήσεις” της κάθε φευγαλέας στιγμής!
Κατ΄ έννοια οι Κήρες αποτελούν το αυτό που λέγεται σήμερα "κακιά μοίρα" που κατά τη λαϊκή αντίληψη συνοδεύει τον κάθε άνθρωπο σε όλη του τη ζωή μέχρι να της δοθεί η ευκαιρία να προσδιορίσει τον βίαιο θάνατό του.
Μία άλλη σχετική με Κήρες απεικόνιση πηγάζει από το πιο δραματικό ίσως επεισόδιο της Ιλιάδας: o Αχιλλέας και ο Έκτωρ μονομαχούν μέχρι θανάτου, ενώ ο θεός Ερμής στέκεται ανάμεσα τους κρατώντας μια ζυγαριά και μετρώντας διαρκώς το προς ποιανού μέρος κλίνει η ζυγαριά Στα “πιάτα” της ζυγαριάς του θεού Ερμή παρατηρούμε ότι αντί των συνηθισμένων βαρών υπάρχουν δύο Κήρες. Αυτές οι Κήρες αντιπροσωπεύουν τη "φευγαλέα Ειμαρμένη" του κάθε ενός από τους δύο αυτούς ήρωες, την Ειμαρμένη του όπως αυτή διαμορφώνεται και αλλάζει διαρκώς πάνω στη μάχη - μέχρι τη στιγμή που κάποια στιγμή ένα μοιραίο χτύπημα θα κόψει το νήμα της ζωής του ενός από τους δύο ήρωες!
Έτσι ο Αχιλλέας είχε να διαλέξει ανάμεσα στη καλή μοίρα και στη κακή μοίρα. Η μια θα του εξασφάλιζε μακρά ζωή με άδοξο τέλος αν δεν έφευγε από τον τόπο της γέννησής του και δεν εκτείθετο σε κινδύνους, ενώ η άλλη του πρόσφερε σύντομη ζωή με ένδοξο τέλος, και εξ αυτού αθανασία, αν πήγαινε να πολεμήσει κάτω από τα τείχη της Τροίας.
Στα Ανθεστήρια τη Μεγάλη Αρχαία Ελληνική ετήσια εορτή προς τιμήν του Θεού Διονύσου, τελούμενη στην Αττική και σε πολλές Ιωνικές πόλεις,τη τρίτη και τελευταία μέρα της εορτής την ημέρα των Χύτρων πίστευαν ότι οι ψυχές ξαναγύριζαν στον επάνω κόσμο και βρίσκονταν αόρατες ανάμεσα στους ζωντανούς.
Πίστευαν ακόμη πως ανάμεσα στις ψυχές υπήρχε και παρουσία πονηρών πνευμάτων που ανέβαιναν στη γη με το άνοιγμα του Άδη και μόλυναν τους ανθρώπους και τις τροφές. H παρουσία των ψυχών και άλλων υπάρξεων του κάτω κόσμου έκανε την ημέρα πένθιμη ή αποφράδα. Για το λόγο αυτό οι Αθηναίοι έβαζαν γύρω από τα ιερά τους ένα κόκκινο νήμα που λειτουργούσε αποτρεπτικά και εμπόδιζε τα πνεύματα να εισέλθουν. Επίσης για να τα εμποδίσουν να μπουν στα σπίτια τους άλειφαν τις πόρτες με πίσσα και μασούσαν ράμφους.
Τα βλαβερά πνεύματα του κάτω κόσμου, που μαζί με τις ψυχές έμπαιναν στα σπίτια από το βράδυ των Xοών και έμεναν με τους ζωντανούς την ημέρα των Xύτρων, τις έδιωχναν την επόμενη ημέρα με τη γνωστή φράση:
«Θύραζε Κήρες,ουκ έτ΄ Ανθεστήρια!»,
δηλαδή «φύγετε ψυχές των νεκρών, τα Aνθεστήρια τελείωσαν πια»
Έξω από την θύρα φύγετε, Κήρες–Δυνάμεις του θανάτου-. τα Ανθεστήρια– δηλαδή η φιλοξενία-τελείωσαν!.
Κατά την περιγραφή του Ησιόδου, "οι μαύρες Κήρες, τρίζοντας τα άσπρα δόντια τους, με μάτια τρομερά, ματωμένες, αχόρταγες, μάλωναν ποια θα πάρει αυτούς που έπεφταν στις μάχες και στις ένοπλες συμπλοκές...."
Ο Απολλώνιος ο Ρόδιος ονομάζει τις Κήρες "γρήγορες σκύλες του Άδη, που από τις ομίχλες όπου περιστρέφονται, ρίχνονται πάνω στους ζωντανούς", ήταν δαίμονες που τις φοβόνταν όλοι κι ήταν πάντοτε έτοιμες να ορμήσουν.
Οι Κήρες είναι τα κακά πνεύματα που απελευθερώνονται από το κουτί της Πανδώρας.
Κανένας θνητός δεν μπορούσε να γλιτώσει από τις Κήρες. Διέτρεχαν τα πεδία των μαχών μαζί με τους γύπες και σκόρπιζαν προς κάθε κατεύθυνση την καταστροφή.
Όλες λαχταρούσαν να πιουν το μαύρο αίμα. Όταν κρατούσαν έναν πολεμιστή που είχε πέσει νεκρός ή τραυματίας, βύθιζαν τα μεγάλα νύχια τους στη σάρκα του και η ψυχή του πήγαινε στον Άδη και στον παγωμένο Τάρταρο, (κρυόεντα Τάρταρον).
Αφού ρουφούσαν το αίμα του, πετούσαν το κουφάρι του πίσω τους και έτρεχαν, μέσα στο σάλαγο και τη σφαγή, να πέσουν πάνω σε καινούργια λεία.
Ο μανδύας τους ήταν κατακόκκινος από το αίμα των πολεμιστών, που έπεφταν στο πεδίο της μάχης. Χτυπούσαν παντού τον άνθρωπο, τόσο στο κρεβάτι του, όσο και πάνω στα κύματα της θάλασσας. Μερικές φορές τις ονόμαζαν σκύλες και κόρες του Άδη.
Συνεπώς, οι Κήρες αποτελούσαν, αλληγορικά, τις ανθρωπόμορφες εκείνες δυνάμεις που επιφέρουν το μοιραίο τέλος των βαριά τραυματισμένων καθώς και την τελευταία όψη αυτών, όπως π.χ. οι ανοικτές πληγές, η ακατάσχετη αιμορραγία, ο ιδρώτας, ο βογγυτός κ,λπ.
Κάποιες Kήρες απεικονίζονται σε αμφορείς και οι περισσότερες από αυτές μοιάζουν σαν άσχημες νεράιδες ή γιγαντιαίες μέλισσες με ανθρώπινο πρόσωπο.Πρέπει για άλλη μία φορά να θυμηθούμε ότι Έλληνες είχαν μια πολύ ισχυρή τάση να “ανθρωπομορφοποιούν” τα πάντα, από τους Θεούς τους μέχρι και τις πιο αφηρημένες έννοιες.
Όπως θα δούμε στη συνέχεια, οι Κήρες είναι στην πραγματικότητα η ανθρωπόμορφη απεικόνιση κάποιων συγκεκριμένων εννοιών ή λεπτοφυών ενεργειών.
Με τις Κήρες φαίνεται να σχετίζονται και οι λεγόμενες "Άρπυιες"
Η Harrison ερεύνησε τα αρχαία κείμενα και κατέληξε στο συμπέρασμα ότι οι Κήρες αντιπροσωπεύουν κυρίως αόρατες, μικροσκοπικές οντότητες ή "ενέργειες". Για παράδειγμα, όταν κάποιος έπεφτε σοβαρά άρρωστος οι αρχαίοι Έλληνες έλεγαν ότι το σώμα του είχε “καταληφθεί” από Κήρες!
Και με τη λέξη Κήρες δεν εννοούσαν ακριβώς δαίμονες αλλά μικροοργανισμοί, ιοί! Προς κατάπληξη των σημερινών ιατρών οι αρχαίοι Έλληνες φαίνεται να είχαν συλλάβει την έννοια των ιών χιλιάδες χρόνια πριν. Οι Έλληνες είχαν "ανθρωπομορφοποιήσει" όχι μόνο τους ιούς αλλά ακόμη και τις “δονήσεις” της κάθε φευγαλέας στιγμής!
Κατ΄ έννοια οι Κήρες αποτελούν το αυτό που λέγεται σήμερα "κακιά μοίρα" που κατά τη λαϊκή αντίληψη συνοδεύει τον κάθε άνθρωπο σε όλη του τη ζωή μέχρι να της δοθεί η ευκαιρία να προσδιορίσει τον βίαιο θάνατό του.
Μία άλλη σχετική με Κήρες απεικόνιση πηγάζει από το πιο δραματικό ίσως επεισόδιο της Ιλιάδας: o Αχιλλέας και ο Έκτωρ μονομαχούν μέχρι θανάτου, ενώ ο θεός Ερμής στέκεται ανάμεσα τους κρατώντας μια ζυγαριά και μετρώντας διαρκώς το προς ποιανού μέρος κλίνει η ζυγαριά Στα “πιάτα” της ζυγαριάς του θεού Ερμή παρατηρούμε ότι αντί των συνηθισμένων βαρών υπάρχουν δύο Κήρες. Αυτές οι Κήρες αντιπροσωπεύουν τη "φευγαλέα Ειμαρμένη" του κάθε ενός από τους δύο αυτούς ήρωες, την Ειμαρμένη του όπως αυτή διαμορφώνεται και αλλάζει διαρκώς πάνω στη μάχη - μέχρι τη στιγμή που κάποια στιγμή ένα μοιραίο χτύπημα θα κόψει το νήμα της ζωής του ενός από τους δύο ήρωες!
Έτσι ο Αχιλλέας είχε να διαλέξει ανάμεσα στη καλή μοίρα και στη κακή μοίρα. Η μια θα του εξασφάλιζε μακρά ζωή με άδοξο τέλος αν δεν έφευγε από τον τόπο της γέννησής του και δεν εκτείθετο σε κινδύνους, ενώ η άλλη του πρόσφερε σύντομη ζωή με ένδοξο τέλος, και εξ αυτού αθανασία, αν πήγαινε να πολεμήσει κάτω από τα τείχη της Τροίας.
Στα Ανθεστήρια τη Μεγάλη Αρχαία Ελληνική ετήσια εορτή προς τιμήν του Θεού Διονύσου, τελούμενη στην Αττική και σε πολλές Ιωνικές πόλεις,τη τρίτη και τελευταία μέρα της εορτής την ημέρα των Χύτρων πίστευαν ότι οι ψυχές ξαναγύριζαν στον επάνω κόσμο και βρίσκονταν αόρατες ανάμεσα στους ζωντανούς.
Πίστευαν ακόμη πως ανάμεσα στις ψυχές υπήρχε και παρουσία πονηρών πνευμάτων που ανέβαιναν στη γη με το άνοιγμα του Άδη και μόλυναν τους ανθρώπους και τις τροφές. H παρουσία των ψυχών και άλλων υπάρξεων του κάτω κόσμου έκανε την ημέρα πένθιμη ή αποφράδα. Για το λόγο αυτό οι Αθηναίοι έβαζαν γύρω από τα ιερά τους ένα κόκκινο νήμα που λειτουργούσε αποτρεπτικά και εμπόδιζε τα πνεύματα να εισέλθουν. Επίσης για να τα εμποδίσουν να μπουν στα σπίτια τους άλειφαν τις πόρτες με πίσσα και μασούσαν ράμφους.
Τα βλαβερά πνεύματα του κάτω κόσμου, που μαζί με τις ψυχές έμπαιναν στα σπίτια από το βράδυ των Xοών και έμεναν με τους ζωντανούς την ημέρα των Xύτρων, τις έδιωχναν την επόμενη ημέρα με τη γνωστή φράση:
«Θύραζε Κήρες,ουκ έτ΄ Ανθεστήρια!»,
δηλαδή «φύγετε ψυχές των νεκρών, τα Aνθεστήρια τελείωσαν πια»
Έξω από την θύρα φύγετε, Κήρες–Δυνάμεις του θανάτου-. τα Ανθεστήρια– δηλαδή η φιλοξενία-τελείωσαν!.
Πώς εμπνεύστηκε ο Σολωμός τους Ελεύθερους Πολιορκημένους
Για τους Ελεύθερους Πολιορκημένους του Διονυσίου Σολωμού έχουν γραφεί αρκετές μελέτες, οι περισσότερες από τις οποίες έχουν κυρίως ερμηνευτικό χαρακτήρα. Εκείνο όμως που δεν έχει διερευνηθεί επαρκώς είναι η σχέση του Σολωμού με τις σύγχρονες γραπτές ιστορικές μαρτυρίες και ο τρόπος που ο ποιητής χρησιμοποιεί τις πηγές αυτές. Η ανάγκη της διερεύνησης μου δημιουργήθηκε εντονότερα πρόσφατα, όταν, επεξεργαζόμενος το Ημερολόγιον της Πολιορκίας του Μεσολογγίου 1825-1826, βρέθηκα μπροστά σε ένα πλήθος ευρήματα. Το Ημερολόγιον, που εκδόθηκε το 1926 από τον ΣΩΒ, με επιμέλεια Γεωργίου Δροσίνη, στηρίζεται κυρίως στα Ελληνικά Χρονικά, την εφημερίδα δηλαδή που έβγαζε στο Μεσολόγγι κατά τη διάρκεια της πολιορκίας ο ελβετός φιλέλληνας Ιωάννης-Ιάκωβος Μάγερ και εκδόθηκε με την ευκαιρία των εκατό χρόνων από τη Μεγάλη Εξοδο. Το φύλλο κυκλοφόρησε την 1η Ιανουαρίου 1824 και σταμάτησε στις 20 Φεβρουαρίου 1826 λόγω καταστροφής του τυπογραφείου από εχθρική βόμβα. Κυκλοφορούσε δύο φορές την εβδομάδα και σε ειδική στήλη με τον τίτλο «Τοπικαί ειδήσεις» δημοσιεύονταν πληροφορίες, στιγμιότυπα, περιγραφές και άλλες συναφείς ειδήσεις σχετικά με την πολιορκία.
Μελετώντας λοιπόν τα Ελληνικά Χρονικά, είχα την αίσθηση ότι αρκετά περιστατικά, σκηνές και άλλα επεισόδια, και ιδίως το πνεύμα τους, μου ήσαν ήδη γνωστά από τους Ελεύθερους Πολιορκημένους του Σολωμού ή τουλάχιστον βρέθηκα σε ένα οικείο κλίμα. Σκέφτηκα ότι τα κείμενα αυτά θα μπορούσαν να είχαν αποτελέσει μια πρώτη ύλη για τον Σολωμό, ένα πρώτο ερέθισμα για την αρχική ποιητική του ιδέα, την οποία εκείνος κατόπιν μετάπλασε δημιουργικά και της έδωσε τη μορφή που ήταν αντάξια της ποιητικής του ιδιοφυΐας. Τον προβληματισμό μου όμως αυτόν, ότι δηλαδή μία από τις γραπτές πηγές του Σολωμού θα μπορούσαν να είναι και τα Ελληνικά Χρονικά του Μάγερ, έπρεπε να τον στηρίξω σε κάποια βιβλιογραφικά δεδομένα, για τούτο και επιχείρησα σχετική έρευνα.
Αρχίζοντας από το πιο πρόσφατο έργο του Λίνου Πολίτη, την Αλληλογραφία Σολωμού, που ως γνωστόν κυκλοφόρησε το 1991 από τον «Ικαρο», ύστερα δηλαδή από τον θάνατό του, σε σχόλιο επιστολής του Σολωμού προς τον Γεώργιο δε Ρώσση τον Αύγουστο του 1824 ο Πολίτης σημειώνει και τα ακόλουθα: «Ο Σολωμός θα πληροφορήθηκε τα γεγονότα από κάποιαν από τις ελληνικές εφημερίδες (τον Φίλο του Νόμου ή τα Ελληνικά Χρονικά, που έβγαιναν τότε) και η είδηση (με το όνομα του Μαραθώνα) θα του προξένησε ιδιαίτερη αίσθηση» ενώ παράλληλα συνδέει το απόσπασμα της επιστολής και με το ακόλουθο απόσπασμα του Διαλόγου, ο οποίος, σημειωτέον, γράφτηκε την ίδια χρονιά (1824):
Αρχίζοντας από το πιο πρόσφατο έργο του Λίνου Πολίτη, την Αλληλογραφία Σολωμού, που ως γνωστόν κυκλοφόρησε το 1991 από τον «Ικαρο», ύστερα δηλαδή από τον θάνατό του, σε σχόλιο επιστολής του Σολωμού προς τον Γεώργιο δε Ρώσση τον Αύγουστο του 1824 ο Πολίτης σημειώνει και τα ακόλουθα: «Ο Σολωμός θα πληροφορήθηκε τα γεγονότα από κάποιαν από τις ελληνικές εφημερίδες (τον Φίλο του Νόμου ή τα Ελληνικά Χρονικά, που έβγαιναν τότε) και η είδηση (με το όνομα του Μαραθώνα) θα του προξένησε ιδιαίτερη αίσθηση» ενώ παράλληλα συνδέει το απόσπασμα της επιστολής και με το ακόλουθο απόσπασμα του Διαλόγου, ο οποίος, σημειωτέον, γράφτηκε την ίδια χρονιά (1824):
«Και τώρα που ξαναγίνεται νίκη στον Μαραθώνα, δεν σώζεται φωνή ανθρώπου να ξανακάμει στη γλώσσα μας όρκον: Μα τες ψυχές που εχάθηκαν πολεμώντας».
Ο Στ. Αλεξίου, εξάλλου, στην πρόσφατη έκδοση του Σολωμού από τη «Στιγμή», αναφερόμενος στους Ελεύθερους Πολιορκημένους, γράφει ότι «αυτό που κάνει εντύπωση είναι η πρωτοτυπία των ευρημάτων και συγχρόνως η στερεότυπη σχέση με την πραγματικότητα» και «η επαφή με την πραγματικότητα ελέγχεται από τα ιστορικά δεδομένα». Ο Αλεξίου θεωρεί επίσης ότι «οι Ελεύθεροι Πολιορκημένοι βασίζονται σε σειρά πληροφοριών για τα γεγονότα του Μεσολογγίου», επικαλούμενος για τούτο διάφορες ιστορικές πηγές, αλλά στα Ελληνικά Χρονικά δεν αναφέρεται.
Αφού λοιπόν από πουθενά, όσο μπόρεσα να ερευνήσω, δεν προέκυπτε κάτι σχετικό με τα ζητούμενά μου, θεώρησα ότι έπρεπε να συνεχίσω την έρευνα στα αυτόγραφα του Σολωμού προσφορά πολύτιμη και τούτη του Λίνου Πολίτη όπου με πολλή χαρά διαπίστωσα ότι ο Σολωμός εγνώριζε τα Χρονικά του Μάγερ αφού τα έχει καταγράψει ο ίδιος με το χέρι του. Υστερα από αυτό τι χρείαν έχομε μαρτύρων. Η εν λόγω εγγραφή του Σολωμού συνοδεύει σχόλιο της στροφής, αρ. 75, της ωδής «Εις το θάνατο του Λόρδου Μπάιρον» και είναι:
Οχι πλέον, όχι τα δυνατά
στοιχεία να μας θωρούν,
Και να οργίζονται και εκείνα
Και για μας να πολεμούν.
Αφορμή της στροφής, όπως είναι γνωστό, στάθηκε το περιστατικό σύμφωνα με το οποίο και τα φυσικά φαινόμενα συμπαραστέκονταν στους επαναστατημένους αφού ένα αστροπελέκι, Ιούνιο μήνα, έγινε τιμωρός των Τούρκων κάνοντας κάρβουνο τις πολεμικές εγκαταστάσεις τους.
Πατώντας λοιπόν σε πιο στέρεο έδαφος τώρα, προσπάθησα να επισημάνω κάποια χωρία από τα Ελληνικά Χρονικά τα οποία φαίνεται να είχαν αποτελέσει την πρώτη ύλη για τον Σολωμό.
Ιδού: «Αι γυναίκες ενδύοντο την ανδρικήν στολήν και πολλαί εξ αυτών εζώνοντο και την σπάθην διά να απατήσωσιν ευκολότερον τον εχθρόν και να μην πέσουν ζώσαι εις τας χείρας των βαρβάρων, αλλ’ ή να σωθούν με τους άνδρας των ή να φονευθούν εις την συμπλοκήν».
«Αξιον περιεργείας είναι να βλέπη τις και τας γυναίκας της πόλεώς μας αι οποίαι, χωρίς να ενοχλούνται ποσώς διά τας πράξεις του εχθρού, διάγουσι τόσον εις τας συναναστροφάς όσον και εις τας οικιακάς των ενασχολήσεις, με τον συνήθη των ευφρόσυνον τρόπον.
Περιεργότατον είναι προσέτι να θεωρή τις και τους παίδας, οίτινες κατασκεύασαν τώρα μικρά κανόνια και βόμβας από μόλυβδον και από μόνην την έμφυτον ροπήν κινούμενοι παρατάττονται εις τας αγοράς και κάμνουσιν όλα τα κινήματα προς άμυναν και φύλαξιν».
Τα δύο αυτά αποσπάσματα αναπόφευκτα φέρνουν στη μνήμη μας τους στίχους του Σολωμού:
Και βλέπω πέρα τα παιδιά και τες ανδρογυναίκες
ή
Δεν τους βαραίν’ ο πόλεμος, αλλ’ έγινε πνοή τους
… εμπόδισμα δεν είναι
Στες κορασιές να τραγουδούν και στα παιδιά να παίζουν
ή
κι’ η κόρες γύρου τραγουδούν και τα παιδάκια παίζουν.
(Οι στίχοι ανήκουν στο απόσπασμα 3 του Γ’ Σχεδιάσματος).
Σε εγγραφή εξάλλου των Ελληνικών Χρονικών της 25ης Ιουνίου 1825 διαβάζομε:
«Το εσπέρας εβασίλευεν άκρα σιωπή», μια έκφραση που θα τη βρούμε και στην εγγραφή της 24ης Σεπτεμβρίου του ίδιου έτους: «Δι’ όλης της ημέρας εβασίλευεν άκρα ησυχία».
Και οι δύο εγγραφές αναπόφευκτα ανακαλούν στη μνήμη μας τον γνωστότατο πρώτο στίχο του Β’ Σχεδιάσματος:
Ακρα του τάφου σιωπή στον κάμπο βασιλεύει.
Αλλά εκείνο που σταματά τον αναγνώστη είναι κυρίως τα κοινά θέματα και τα μοτίβα που κυριαρχούν και στα δύο έργα και επίσης η αναγωγή από το μερικό στο γενικό και από το υλικό στο πνευματικό. Το φαινόμενο των αλαλαγμών και θορύβων, π.χ., από την πλευρά των Τούρκων, όπως αποδίδεται από τον Σολωμό στο τρίτο απόσπασμα του Β’ Σχεδιάσματος:
… Τρανή λαλιά, τρόμου λαλιά, ρητή κατά το κάστρο,
περιγράφεται με ανάλογο περίπου τρόπο και από τον Μάγερ (εγγραφή της 24ης Σεπτεμβρίου 1825):
«Δι’ όλης της ημέρας εβασίλευεν άκρα ησυχία. Την δε νύκτα έκαμαν οι Τούρκοι τους συνήθεις ντουάδες των και έπειτα εκραύγαζον και αλάλαζον μέχρι μεσονυκτίου, θέλοντες διά τούτου να δείξουν ότι ευρίσκονται εις εγρήγορσιν»
ή:
«Η μουσική και τα τύμπανα αντήχουν εις τα ώτα μας»
Αραπιάς άτι, Γάλλου νους, σπαθί Τουρκιάς μολύβι
Ο Μάγερ δεν μπόρεσε να κατανοήσει πώς οι Γάλλοι συνέπραξαν με τους Τούρκους αφού ο μηχανικός Σεβ και άλλοι Γάλλοι τεχνικοί τούς παρείχαν τεχνολογική υποστήριξη. Για τούτο και όταν αναφέρεται σε αυτούς χρησιμοποιεί συνήθως την ονομασία Γαλλο-Αραβες ή Γαλλο-Αφρικανοί κλπ.
Με την ελπίδα ότι κάποτε θα μπορέσω να ξαναγυρίσω διεξοδικότερα στα Χρονικά του Μάγερ, τα οποία, όπως είπα, θεωρώ μία από τις πηγές του Σολωμού για την πρώτη ύλη των Ελεύθερων Πολιορκημένων, προς το παρόν περιορίζομαι στο πρώτο αυτό δημοσίευμα.
Ο Στ. Αλεξίου, εξάλλου, στην πρόσφατη έκδοση του Σολωμού από τη «Στιγμή», αναφερόμενος στους Ελεύθερους Πολιορκημένους, γράφει ότι «αυτό που κάνει εντύπωση είναι η πρωτοτυπία των ευρημάτων και συγχρόνως η στερεότυπη σχέση με την πραγματικότητα» και «η επαφή με την πραγματικότητα ελέγχεται από τα ιστορικά δεδομένα». Ο Αλεξίου θεωρεί επίσης ότι «οι Ελεύθεροι Πολιορκημένοι βασίζονται σε σειρά πληροφοριών για τα γεγονότα του Μεσολογγίου», επικαλούμενος για τούτο διάφορες ιστορικές πηγές, αλλά στα Ελληνικά Χρονικά δεν αναφέρεται.
Αφού λοιπόν από πουθενά, όσο μπόρεσα να ερευνήσω, δεν προέκυπτε κάτι σχετικό με τα ζητούμενά μου, θεώρησα ότι έπρεπε να συνεχίσω την έρευνα στα αυτόγραφα του Σολωμού προσφορά πολύτιμη και τούτη του Λίνου Πολίτη όπου με πολλή χαρά διαπίστωσα ότι ο Σολωμός εγνώριζε τα Χρονικά του Μάγερ αφού τα έχει καταγράψει ο ίδιος με το χέρι του. Υστερα από αυτό τι χρείαν έχομε μαρτύρων. Η εν λόγω εγγραφή του Σολωμού συνοδεύει σχόλιο της στροφής, αρ. 75, της ωδής «Εις το θάνατο του Λόρδου Μπάιρον» και είναι:
Οχι πλέον, όχι τα δυνατά
στοιχεία να μας θωρούν,
Και να οργίζονται και εκείνα
Και για μας να πολεμούν.
Αφορμή της στροφής, όπως είναι γνωστό, στάθηκε το περιστατικό σύμφωνα με το οποίο και τα φυσικά φαινόμενα συμπαραστέκονταν στους επαναστατημένους αφού ένα αστροπελέκι, Ιούνιο μήνα, έγινε τιμωρός των Τούρκων κάνοντας κάρβουνο τις πολεμικές εγκαταστάσεις τους.
Πατώντας λοιπόν σε πιο στέρεο έδαφος τώρα, προσπάθησα να επισημάνω κάποια χωρία από τα Ελληνικά Χρονικά τα οποία φαίνεται να είχαν αποτελέσει την πρώτη ύλη για τον Σολωμό.
Ιδού: «Αι γυναίκες ενδύοντο την ανδρικήν στολήν και πολλαί εξ αυτών εζώνοντο και την σπάθην διά να απατήσωσιν ευκολότερον τον εχθρόν και να μην πέσουν ζώσαι εις τας χείρας των βαρβάρων, αλλ’ ή να σωθούν με τους άνδρας των ή να φονευθούν εις την συμπλοκήν».
«Αξιον περιεργείας είναι να βλέπη τις και τας γυναίκας της πόλεώς μας αι οποίαι, χωρίς να ενοχλούνται ποσώς διά τας πράξεις του εχθρού, διάγουσι τόσον εις τας συναναστροφάς όσον και εις τας οικιακάς των ενασχολήσεις, με τον συνήθη των ευφρόσυνον τρόπον.
Περιεργότατον είναι προσέτι να θεωρή τις και τους παίδας, οίτινες κατασκεύασαν τώρα μικρά κανόνια και βόμβας από μόλυβδον και από μόνην την έμφυτον ροπήν κινούμενοι παρατάττονται εις τας αγοράς και κάμνουσιν όλα τα κινήματα προς άμυναν και φύλαξιν».
Τα δύο αυτά αποσπάσματα αναπόφευκτα φέρνουν στη μνήμη μας τους στίχους του Σολωμού:
Και βλέπω πέρα τα παιδιά και τες ανδρογυναίκες
ή
Δεν τους βαραίν’ ο πόλεμος, αλλ’ έγινε πνοή τους
… εμπόδισμα δεν είναι
Στες κορασιές να τραγουδούν και στα παιδιά να παίζουν
ή
κι’ η κόρες γύρου τραγουδούν και τα παιδάκια παίζουν.
(Οι στίχοι ανήκουν στο απόσπασμα 3 του Γ’ Σχεδιάσματος).
Σε εγγραφή εξάλλου των Ελληνικών Χρονικών της 25ης Ιουνίου 1825 διαβάζομε:
«Το εσπέρας εβασίλευεν άκρα σιωπή», μια έκφραση που θα τη βρούμε και στην εγγραφή της 24ης Σεπτεμβρίου του ίδιου έτους: «Δι’ όλης της ημέρας εβασίλευεν άκρα ησυχία».
Και οι δύο εγγραφές αναπόφευκτα ανακαλούν στη μνήμη μας τον γνωστότατο πρώτο στίχο του Β’ Σχεδιάσματος:
Ακρα του τάφου σιωπή στον κάμπο βασιλεύει.
Αλλά εκείνο που σταματά τον αναγνώστη είναι κυρίως τα κοινά θέματα και τα μοτίβα που κυριαρχούν και στα δύο έργα και επίσης η αναγωγή από το μερικό στο γενικό και από το υλικό στο πνευματικό. Το φαινόμενο των αλαλαγμών και θορύβων, π.χ., από την πλευρά των Τούρκων, όπως αποδίδεται από τον Σολωμό στο τρίτο απόσπασμα του Β’ Σχεδιάσματος:
… Τρανή λαλιά, τρόμου λαλιά, ρητή κατά το κάστρο,
περιγράφεται με ανάλογο περίπου τρόπο και από τον Μάγερ (εγγραφή της 24ης Σεπτεμβρίου 1825):
«Δι’ όλης της ημέρας εβασίλευεν άκρα ησυχία. Την δε νύκτα έκαμαν οι Τούρκοι τους συνήθεις ντουάδες των και έπειτα εκραύγαζον και αλάλαζον μέχρι μεσονυκτίου, θέλοντες διά τούτου να δείξουν ότι ευρίσκονται εις εγρήγορσιν»
ή:
«Η μουσική και τα τύμπανα αντήχουν εις τα ώτα μας»
(εγγραφή της 13ης Δεκεμβρίου 1825).
Ο συνηθέστερον επαναλαμβανόμενος στα Αυτόγραφα του Σολωμού στίχος είναι:
Αραπιάς άτι, Γάλλου νους, σπαθί Τουρκιάς μολύβι
Ο Μάγερ δεν μπόρεσε να κατανοήσει πώς οι Γάλλοι συνέπραξαν με τους Τούρκους αφού ο μηχανικός Σεβ και άλλοι Γάλλοι τεχνικοί τούς παρείχαν τεχνολογική υποστήριξη. Για τούτο και όταν αναφέρεται σε αυτούς χρησιμοποιεί συνήθως την ονομασία Γαλλο-Αραβες ή Γαλλο-Αφρικανοί κλπ.
Με την ελπίδα ότι κάποτε θα μπορέσω να ξαναγυρίσω διεξοδικότερα στα Χρονικά του Μάγερ, τα οποία, όπως είπα, θεωρώ μία από τις πηγές του Σολωμού για την πρώτη ύλη των Ελεύθερων Πολιορκημένων, προς το παρόν περιορίζομαι στο πρώτο αυτό δημοσίευμα.
Ἡ ἀθηναϊκή δημοκρατία καί ἡ ποίηση τῆς πόλεως
Τι ὀφείλει η Εὐρώπη στους Ἕλληνες. Ἡ θεμελίωση τοῦ πολιτισμοῦ τῆς Εὐρώπης στην Ελληνική ἀρχαιότητα
Μέ αὐτο τό άρθρο θά ἀναφερθοῦμε σέ ἕνα φαινόμενο μοναδικό στήν ἱστορία τοῦ πνεύματος: στή δημιουργία μίας νέας μορφῆς πολιτείας, τῆς δημοκρατίας, καί στήν ταυτόχρονη δημιουργία μίας νέας μορφῆς ποιήσεως, τοῦ δράματος, καί τῶν δύο βασικῶν μορφῶν του, τῆς τραγωδίας καί τῆς κωμωδίας. Καί τά δύο, τόσο ἡ δημοκρατία ὅσο καί τό δράμα, καθορίζουν ἕως σήμερα ὄχι μόνον τήν πολιτική καί λογοτεχνική μας ζωή ὑπό τή στενότερη ἔννοια, ἀλλά καί τόν τρόπο, μέ τόν ὁποῖο ἀντιλαμβανόμαστε τό παρόν μας, ἑρμηνεύουμε τό παρελθόν μας καί προβλέπουμε τό μέλλον μας.
Δέν εἶναι μοναδική στήν ἱστορία οὔτε ἡ ἀνάδειξη μίας νέας πολιτειακῆς μορφῆς οὔτε ἡ ἀνάπτυξη μίας νέας μορφῆς ποιήσεως - ὅμως δέν θά βροῦμε τόσο εὔκολα παράλληλο παράδειγμα γιά τή στενή σύνδεση τῶν δύο διαδικασιῶν, ὅπως μποροῦμε νά τίς παρατηρήσουμε στήν Ἀθήνα τοῦ 5ου αἰώνα π.Χ. Τό δράμα καί στίς δύο του μορφές, ὡς σοβαρή καί ὡς κωμική παράσταση ἀπό ἠθοποιούς, οἱ ὁποῖοι δέν ἀφηγοῦνται παρελθόντα γεγονότα (ὅπως οἱ ἐπικοί ποιητές), οὔτε τραγουδοῦν τήν προσωπική τους θυμική διάθεση (ὅπως οἱ λυρικοί), ἄλλα παρουσιάζουν στούς θεατές διαφορετικά ἀπό τόν ἑαυτόν τους πρόσωπα, ὑποδυόμενοι ρόλους σάν νά ἦσαν σύγχρονοι καί πραγματικοί –οἱ Ἕλληνες τήν ὀνόμαζαν «μίμηση», δηλαδή παράσταση- αὐτο τό μιμητικό δράμα εἶναι ἡ ποίηση τῆς δημοκρατικῆς πόλεως τῶν Ἀθηνῶν μέ τριπλή ἔννοια.
Πρῶτον, μέ τήν ἔννοια ὅτι ἡ ἀνθρώπινη βασική ἐνόρμηση τῆς μιμήσεως ἀνέδειξε ἐδῶ γιά πρώτη φορά μιά μεγάλη λογοτεχνική μορφή - τό γεγονός ὅτι ἡ μιμητική πράξη συνιστᾶ μιά ἀνθρωπολογική γενικότητα, παρουσίασε ὁ Ἀριστοτέλης στήν ἀρχή της Ποιητικῆς του.[1] Κατόπιν ὑπό τήν ἔννοιαν ὅτι οἱ δραματικοί ἑορταστικοί ἀγῶνες στό πλαίσιο τῆς λατρείας τῆς πόλεως πρός τόν θεό Διόνυσο συνιστοῦσαν τήν κορύφωση στήν πολιτιστική ζωή τῆς πόλεως. Τρίτον ὅμως, ἡ τραγωδία καί ἡ κωμωδία ἔγιναν ἡ ποίηση τῆς πόλεως, ἐπειδή ἀνεφέροντο ρητῶς στήν πόλη καί ἀντικατόπτριζαν τίς δημοκρατικές διαδικασίες της. Ἡ τραγωδία ἐπιτελοῦσε τήν ἀναφορά αὐτή, κατά τή φύση της, σέ γενικότερη μορφή, ὅπως ἁρμόζει στό σοβαρό δράμα, ποῦ διαμόρφωνε μύθους παλαιᾶς ἐποχῆς σέ δράση, κυρίως μύθους, οἱ ὁποῖοι δέν διαδραματίζοντο στήν Ἀθήνα καί κατ’ αὐτόν τόν τρόπο παρεῖχαν τή δυνατότητα νά γίνεται ἀναφορά στίς ἀξιώσεις τῆς πόλεως μέ ἀποστασιοποιημένο, τρόπον τινά ἀφαιρετικό τρόπο. Ἡ κωμωδία ἐπιτελοῦσε τήν ἀναφορά στήν πόλη μέ πολύ συγκεκριμένη μορφή, μέ εὐθεῖες ἀναφορές στήν σύγχρονη πολιτική καθημερινότητα καί ὀνομαστική διακωμώδηση ἡγετικῶν πολιτικῶν (ἤ καί τῶν ἡγετικῶν ποιητῶν καί διανοουμένων: ἀκόμη καί ὁ Εὐριπίδης καί ὁ Σωκράτης ἔγιναν ἀντικείμενο τῶν κωμωδιῶν). Κατ’ αὐτόν τόν τρόπο, τόσο ἡ τραγωδία ὅσο καί ἡ κωμωδία συνεισέφεραν στή διαμόρφωση ἑνός πολιτικοῦ δημόσιου χώρου, ὁ ὁποῖος ἤδη εἶχε θεμελιωθεῖ ἀπό τήν δημοκρατική πολιτειακή μορφή, προσέλαβε ὅμως ἀπό τήν ποίηση μιά ἐπιπρόσθετη διάσταση στοχασμοῦ.
Ὡς ποίηση γιά τήν πόλη θά μποροῦσε νά ὀνομασθεῖ καί κάτι ἄλλο. Παραλλήλως πρός τήν ἐξύμνηση μέ τίς τραγωδίες τῆς δημοκρατικῆς πολιτείας καί πρός τήν παράσταση τῆς μυθικῆς ἀρχέγονης ἱστορίας τῶν Ἀθηνῶν, ὅπως ἦταν ἀντιληπτή σύμφωνα μέ τίς νέες πολιτικές πραγματικότητες, ὑπῆρχε καί ἕνα εἶδος πεζῆς ποιήσεως γιά τήν Ἀθήνα. Οἱ Ἕλληνες βεβαίως δέν θά τήν χαρακτήριζαν ὡς «ποίηση», διότι ἡ ποίηση εἶναι πάντοτε ἔμμετρος «ἔντεχνος λόγος». Ὅμως ἕνας ἕξ αὐτῶν τῶν ἐξυμνητῶν τῆς Ἀθήνας σέ πεζό λόγο, ὁ ρήτωρ Ἰσοκράτης, χαρακτηρίζει κάποτε τόν ἑαυτόν του ὡς «ποιητή λόγων» - τότε ἦταν ἕνας συνειδητά παράδοξος καί προκλητικός χαρακτηρισμός, πού σήμερα δέν θέτει σε ἐμᾶς ἀπολύτως κανένα πρόβλημα. Αὐτή ἡ ἀθηναϊκή πεζή ποίηση σχετικά μέ τήν πόλη προῆλθε ἀπό τή συνήθεια, νά ἀνατίθεται σέ ἕναν ἡγετικό ἄνδρα νά ἐκφωνήσει ὁμιλία πού, στόν τύμβο τῶν πεσόντων ἑνός ἐμπολέμου ἔτους, παρουσίαζε τή θυσία τῶν πεσόντων ὡς ἡρωική καί σκόπιμη - σκόπιμη, ἐπειδή ἡ θυσία εἶχε προσφερθεῖ πρός μία μοναδική πόλη, πού ὑπηρετεῖ τά ὀρθά ἰδανικά. Αὐτοί οἱ ἐπικήδιοι ἤ ἐπιτάφιοι λόγοι, ἐκ τῶν ὁποίων διατηροῦνται πολλοί,[2] φυσικά δέν ἐθεωροῦντο ποίηση, ἀλλά κατάλληλη ἱστορική καί πολιτική ἀνάλυση καί ἠθική ὁμολογία πρός τήν οἰκεία πόλη - γιά τό κριτικό βλέμμα τοῦ 20ου καί 21ου αἰώνα συνιστοῦν καθαρή ἰδεολογία. Σέ αὐτή τή δημοκρατική ἰδεολογία τῶν Ἀθηνῶν ἀνήκουν ὅμως σημαντικά κείμενα ὅπως ὁ Ἐπιτάφιος, τόν ὁποῖο κατά τόν Θουκυδίδη ἐκφώνησε ὁ Περικλῆς, καί ὁ ἐπιτάφιος, τόν ὁποῖο στόν διάλογο Μενέξενος τοῦ Πλάτωνος ἐκφωνεῖ ὁ Σωκράτης, ὁ ὁποῖος βεβαίως εἰσάγει τόν λόγο του πλαισιώνοντάς τον μέ ἕναν ἐξαιρετικά εἰρωνικό διάλογο. Αὐτό σημαίνει ὅτι κατά τόν Πλάτωνα ἡ ἰδεολογία ἔχει ἤδη ἀποκαλυφθεῖ ὡς ἰδεολογία. Ὅμως καί ὡς δημοκρατική ἰδεολογία αὐτό τό εἶδος τῆς ποιήσεως γιά τήν πόλη συνιστᾶ ἀξιοπρόσεκτο φαινόμενο ὡς μαρτυρία μίας μοναδικῆς συνδέσεως τῆς ἐπιγνώσεως τῆς κρατικῆς ὀντότητος καί τῆς λογοτεχνικῆς αὐτοεπιβεβαιώσεως. Ἡ Ἀθήνα ἦταν ἡ πόλη, ἡ ὁποία ἠσχολεῖτο ἀδιάλειπτα μέ τόν ἑαυτόν της στόν λυρικό καί πεζό λόγο. Αὐτή ἡ ἐσωτερική ἑνότητα πολιτικῆς καί λογοτεχνικῆς ζωῆς καί ἀντιλήψεως ἦταν ἀναμφισβήτητα ἐκεῖνο, στό ὁποῖο στόχευε ἡ πολιτισμική πολιτική τῶν διαφορετικῶν ὁλοκληρωτικῶν συστημάτων, τόν 20ο αἰώνα. Σέ μεγάλο βαθμό, ἡ Λαϊκή Δημοκρατία τῆς Γερμανίας, ἡ ὁποία κατέρρευσε τό 1989, ἐπέτυχε νά παρουσιάσει μιά τέτοια ἑνότητα - θυμόμαστε ἀκόμη, πόσοι πολλοί δυτικοί συγγραφεῖς καί διανοούμενοι κοιτοῦσαν, πέρα ἀπό τά συρματοπλέγματα καί τό τεῖχος, γεμάτοι νοσταλγία καί μέ ἐξιδανικευτικό βλέμμα, πρός τόν δῆθεν εὐτυχῆ ρόλο πού διαδραμάτιζαν ἐκεῖ οἱ ἀνατολικοί συνάδελφοί τους μέσα στίς κοινωνικές διαδικασίες. Ὅμως εἶναι προφανής ἡ αἰτία, γιά τήν ὁποία ἡ ἑνότητα πνεύματος καί ἰσχύος δέν μπόρεσε νά ἀναπτυχθεῖ πραγματικά ὑπό τήν προστασία τῶν συνοριακῶν ἐγκαταστάσεων: ἔλειπε τό στοιχεῖο πού ἀποτελοῦσε κάποτε τή φύση τῆς ἀθηναϊκῆς πόλεως: ἡ ἐλευθερία τοῦ λόγου, ἡ ἀθηναϊκή παρρησία.
Τήν τότε νεοσύστατη μορφή κράτους νομίζουμε ὅτι τή γνωρίζουμε: τή δημοκρατία, καθώς μέ τήν ἴδια αὐτή ἑλληνική λέξη ὀνομάζουμε τά πολιτικά μας συστήματα στήν Εὐρώπη καί στήν Ἀμερική. Στήν πραγματικότητα, ἡ ἄμεση δημοκρατία τῶν Ἀθηναίων ἦταν παντελῶς διαφορετική ἀπό τίς σημερινές κοινοβουλευτικές δημοκρατίες καί μπορεῖ δύσκολα νά γίνει κατανοητή μέ τή σημερινή ἀντίληψη περί κράτους. Ἀκόμη καί στήν Ἑλβετική Ὁμοσπονδία, πού ἐνέχει πολλά στοιχεῖα ἀμέσου δημοκρατίας, ἀπό τήν ὀπτική γωνία τοῦ 5ου αἰῶνος π.Χ. δέν θά ἤρμοζε το ὄνομα δημοκρατία, κυριαρχία τοῦ λαοῦ.
Ἀντιθέτως, πράγματι γνωρίζουμε τήν τότε νεοσύστατη μορφή τῆς τραγωδίας, διότι κατέστη τμῆμα ὅλων τῶν εὐρωπαϊκῶν ἐθνικῶν λογοτεχνιῶν. Τό θεατρικό ἔργο τοῦ Χάϊνερ Μύλλερ Φιλοκτήτης τοῦ 1966 δέν φέρει μόνον τόν ἴδιο τίτλο μέ τό ἔργο τοῦ Σοφοκλέους τοῦ ἔτους 409, ἀλλά θά κατετάσσετο ὡς τραγωδία καί ἀπό τους Ἕλληνες ἐκείνης της ἐποχῆς, καθώς ὁμοιάζει μέ τά ἔργα ἐκείνης τῆς ἐποχῆς ὡς δραματική μίμηση μέ συγκρίσιμη ἔκταση, συγκρίσιμο ἀριθμό δρώντων καί κυρίως ἕναν ἀκόμη συγκρίσιμο τύπο συγκρούσεως - καί τοῦτο, παρ’ ὅλες τίς διαφορές ὡς πρός τήν ἀντίληψη περί ἀνθρώπου καί τή δραματική τεχνική, τά ὁποῖα εἶναι ἀμέσως ὁρατά. Ἀλλά τέτοιες διαφορές ὑπῆρχαν καί μεταξύ τοῦ Αἰσχύλου, Σοφοκλῆ καί Εὐριπίδη.
Ἀντιθέτως, ἡ παλαιά κωμωδία ἡ ὁποία ἦταν γιά τήν Ἀθήνα, κατά τήν περίοδο τῆς λαμπρότητάς της, πολύ χαρακτηριστική, δέν ἀπετέλεσε ὑπό τήν τότε μορφή της μέρος τῆς εὐρωπαϊκῆς παραδόσεως. Ὡστόσο, ἡ μεταμόρφωσή της στή νέα κωμωδία τοῦ 4ου αἰῶνος, ἰδίως τοῦ Μενάνδρου (342-292 π.Χ.), τήν κατέστησε ἀπαρχή τῆς εὐρωπαϊκῆς κωμωδίας. Σέ αὐτή τή μεταμόρφωση ὁ ριζοσπαστικός κριτικός πολιτικός της προσανατολισμός ἀπωλέσθη - μία ἐξέλιξη, πού ἄρχισε ἤδη στόν ὕστερο Ἀριστοφάνη. Ὡστόσο, οἱ πολιτικές - σατιρικές της ἰδιότητες ἐπιβιώνουν στήν καλλιτεχνική μορφή τῆς ἐπιθεωρήσεως.
Μία πιθανή ἀντίρρηση στήν ἀντιμετώπιση τῆς ἀθηναϊκῆς δημοκρατίας θά μποροῦσε νά θέτει τό ἐρώτημα, κατά πόσον ἡ ἀθηναϊκή δημοκρατία ὑπάγεται ἐν γένει στό πλαίσιο τῶν συλλογισμῶν πού ἀναπτύσσουμε ἐδῶ; Μέ ἄλλα λόγια: ἡ Εὐρώπη ὀφείλει τή δημοκρατία στούς Ἕλληνες; Ἡ ἀπάντηση φαίνεται νά εἶναι ἕνα Ὄχι. Ἡ ἑλληνική λέξη γιά τήν πολιτειακή μας μορφή, ὅπως ἤδη ὑπαινιχθήκαμε, εἶναι παραπλανητική, θά μποροῦσε νά μᾶς κάνει νά λησμονήσουμε ὅτι δέν ὑπάρχει ἄμεση συνέχιση τῆς ἑλληνικῆς δημοκρατίας ἕως τόν μεσαίωνα καί τούς νεώτερους χρόνους καί ὅτι καί ἡ ἀνάπτυξη τῶν δημοκρατικῶν δομῶν κατά τούς τελευταίους αἰῶνες δέν γινόταν πουθενά ἀντιληπτή ὡς προγραμματική ἀναβίωση τῆς ἀθηναϊκῆς μορφῆς τῆς λαϊκῆς κυριαρχίας. Ἡ εὐρωπαϊκή δημοκρατία ἔχει ἄλλες πηγές, κατά πρῶτον φυσικά τίς ἑκάστοτε ἐγχώριες παραδόσεις. Π.χ. στά καντόνια πού συνασπίσθηκαν ὡς Ἑλβετική ὁμοσπονδία, ἤ στίς αὐτοκρατορικές πόλεις, πού ὑπερασπίζοντο φθονερά τήν ἐλευθερία τους, ἤ στίς πόλεις ὑπό τήν προστασία τοῦ αὐτοκράτορος (Reichsstadte) πού ὑπεραμύνοντο μέ φθόνο τῆς ἐλευθερίας τους ἔναντι τῶν ἡγεμόνων τῶν κρατιδίων. Ἐξάλλου, ὁ ἀρχαῖος κόσμος λειτουργοῦσε ὡς πρότυπο καί γιά τήν πολιτική σκέψη ἀπό τήν Ἀναγέννηση, ἀλλά τοῦτο περισσότερο μέσω τῆς ρωμαϊκῆς ἱστορίας παρά τῆς ἑλληνικῆς. Τό γεγονός ὅτι ὁ Βροῦτος τό 509 π.Χ. ἀπελευθέρωσε τή Ρώμη ἀπό τή βασιλεία καί συγχρόνως ἀπό τήν ξένη κατοχή τῶν Ἐτρούσκων, τό ἐγνώριζε βεβαίως κάθε Γερμανός μέλος τοῦ διοικητικοῦ συμβουλίου μίας ἐλεύθερης πόλεως τό 16ο αἰώνα. Τό τί σήμαινε τό ὄνομα τοῦ Περικλέους δύσκολα θά ἦταν γνωστό σέ ὅλους. Ἡ ἀρχαιότητα συνέβαλε στήν ἀπαλλαγή ἀπό τίς μεσαιωνικές φεουδαρχικές καί ἀργότερα ἀπολυταρχικές δομές κυρίως μέ τήν ἐξιδανικευμένη εἰκόνα τοῦ ρωμαϊκοῦ κράτους ὡς δημοκρατία, ὡς res publica, ὡς «δημόσιο πράγμα», τοῦ ὁποίου δέν θά ἐπιμελεῖτο ἕνας κυρίαρχος καί ἡ αὐλή του. Ἀκόμη καί οἱ «ἱδρυτές πατέρες» τῆς ἀμερικανικῆς δημοκρατίας ἦσαν «ρεπουμπλικανοί», ὄχι «δημοκράτες», διαφορά πού τότε δέν σήμαινε τήν ἀντίθεση δύο κομμάτων, ἀλλά χαρακτήριζε δύο ἀντιλήψεις περί κράτους – οἱ ρεπουμπλικανοί προσανατολίζοντο στήν ἀντίληψη περί κράτους τῆς ρωμαϊκῆς ἀριστοκρατίας πρίν ἀπό τήν ἐγκαθίδρυση τοῦ θεσμοῦ τοῦ ἄρχοντος, καί ὄχι κατά τόν ἀθηναϊκό δῆμο τοῦ 5ου αἰῶνος π.Χ.
Καί ὅμως, παρ’ ὅλες τίς πολιτικές ἀνακατάταξεις τῶν νεωτέρων χρόνων, ἡ εἰκόνα τῆς ἀθηναϊκῆς δημοκρατίας ἦταν παροῦσα, ἔστω ἀκόμη συχνά μέ ἀρνητικό πρόσημο, ὅπως στόν Χόμπς καί ἀργότερα στόν Χιούμ, οἱ ὁποῖοι καί οἱ δύο ταύτιζαν τή δημοκρατία μέ ἐξεγέρσεις, ἀναταραχές καί χάος.[3] Καί ὁ Κάντ ἔβλεπε στή δημοκρατία μιά μορφή «δεσποτισμοῦ»[4] - σέ καταφορη ἀντίθεση πρός τήν αὐτοαντίληψη τῶν ἀρχαίων δημοκρατῶν. Γιά τόν Κάντ ὁ δεσποτισμός δέν ἐξαρτᾶται ἀπό τό ἀριθμό τῶν κυριαρχούντων, «ἐάν ἕνας ἤ μερικοί συνασπίζονται, ἤ ὅλοι μαζί», ἀλλά ἐξαρτᾶται ἀπό τή λειτουργία ἤ μή τοῦ διαχωρισμοῦ τῶν ἐξουσιῶν. Στήν ἀθηναϊκή δημοκρατία ὅμως ὁ λαός δέν ἦταν μόνον ἡ ἐκτελεστική ἐξουσία, καί μάλιστα μέ ἕναν πολύ λιγότερο ἔμμεσο καί φιλτραρισμένο τρόπο ἀπό ὅ,τι σήμερα σέ ἐμᾶς, ἀλλά ἦταν συγχρόνως νομοθέτης στήν λαϊκή συνέλευση καί δικαστική ἐξουσία στά λαϊκά δικαστήρια.
Ἀπό ποῦ κατέφθασε αὐτή ἡ ἀρνητική εἰκόνα περί δημοκρατίας ἕως καί τόν 18ο αἰώνα; Ἤδη, κατά τήν ἀρχαιότητα, ἡ ἀκραία δημοκρατία δέν ἔχαιρε ἐκτιμήσεως μεταξύ τῶν φιλοσόφων. Ἀπό τήν Ἀναγέννηση καί ἑξῆς διάβαζαν εὐχαρίστως τόν Ἕλληνα ἱστορικό Πολύβιο (πέρ. 200-120 π.Χ.), ὁ ὁποῖος εἶχε ὑποστηρίξει τό μεικτό πολίτευμα τῆς Ρώμης, ἐν σχέσει πρός τό ὁποῖο ἡ καθαρή δημοκρατία τῆς Ἀθήνας δέν παρουσιαζόταν ἁπλῶς ἀσταθής και ἱστορικά ἀποτυχημένη, ἀλλά φαινόταν νά μήν μπορεῖ νά ἐγγυηθεῖ καί τήν ἰσχύ τοῦ δικαίου στό ἐσωτερικό. Ἐπίσης, οἱ Βίοι Παράλληλοι τῶν μεγάλων Ἑλλήνων καί Ρωμαίων τοῦ Πλουτάρχου (πέρ. 45-120 μ.Χ.) ἦσαν προσφιλές ἀνάγνωσμα, στό ὁποῖο περιλαμβάνονται καί οἱ βιογραφίες ἐννέα ἡγετικῶν προσωπικοτήτων τῆς ἀθηναϊκῆς δημοκρατίας - ἐδῶ μποροῦσε κανείς νά διαβάσει ὅτι ὁ δῆμος ἀδικοῦσε συχνά πολύ τούς πλέον ἀξίους καί ἐντίμους πολιτικούς ἀντί νά τούς ἀντιμετωπίσει δίκαια.
Τό κοσμοϊστορικό πείραμα πού ἐπεχείρησε ἡ Ἀθήνα μέ τήν ἄμεση δημοκρατία εἶχε συνεπῶς στήν ἱστορία τῶν ἰδεῶν τῆς Εὐρώπης μιά ὡς ἐπί τό πλεῖστον ἀρνητική ἀπήχηση. Ὅμως ἐπηρέαζε τήν πολιτική σκέψη ἀκριβῶς σέ ἐποχές πολιτειακῶν ἀναμορφώσεων, ἔστω καί μόνον ὡς εἰκόνα ἀντιθέσεως. Ἐκτός αὐτοῦ, ἡ τεραστίας σπουδαιότητος ἐπιστήμη τῆς πολιτικῆς φιλοσοφίας δημιουργήθηκε ἀκριβῶς σέ ἀντιπαράθεση πρός τήν ἄμεση δημοκρατία: στό ἔργο τοῦ Πλάτωνος, τοῦ Ξενοφῶντος καί Ἀριστοτέλη, τῶν ὁποίων ἡ σκέψη ἔτυχε ὑποδοχῆς ἀπό τόν Κικέρωνα, καί τοῦ Κικέρωνος πάλι ἀπό τόν Αὐγουστίνο, ὥστε καί δί’ αὐτῆς τῆς ὁδοῦ νά παραμείνει ἐνεργό ἕνα ἰσχυρό ρεῦμα ἐμμέσου ἐπιδράσεως.
Πρόκειται γιά ἱκανές αἰτίες, γιά τίς ὁποίες πρέπει νά ἐξετάσουμε τήν Ἀθήνα ὡς πολιτεία στό παρόν πλαίσιο. Προστίθενται ὡστόσο ἀκόμη δύο: πρῶτον, ἡ προφανῶς μοναδική σύνδεση ἑνός συγκεκριμένου πολιτειακοῦ συστήματος μέ μιά συγκεκριμένη μορφή διανόησης ὁδήγησε στήν ἀνακάλυψη τῆς ἔννοιας τῆς ἐλευθερίας καί στήν «δημιουργία τοῦ Πολιτικοῦ», ὅπως τό ὀνόμασε ἕνας ἱστορικός[5] - γεγονός πού συνεπάγεται τή σύσταση πολιτικῆς δημοσιότητος σέ μιά κοινωνία πολιτῶν καί τήν ἐξάσκηση σέ ἕνα κριτικό, ἐκκοσμικευμένο καί φιλελεύθερο βλέμμα πρός τήν πολιτεία, δηλαδή ἕναν τρόπο θεωρήσεως, πού καί σήμερα ὁρίζει τήν πολιτική μας σκέψη, ἡ ὁποία ὅμως ἕως σήμερα δέν μπόρεσε νά μεταδοθεῖ σέ ἄλλους πολιτισμούς, πού δέν ἔχουν ἐπηρεασθεῖ ἀπό τούς Ἕλληνες, ὅπως τούς ἰσλαμικούς. Δεύτερον, τά σοσιαλιστικά καί κομμουνιστικά κινήματα τοῦ 19ου καί 20ου αἰῶνος[6] ἀναβίωσαν τήν ἰδανική εἰκόνα μίας ἄμεσης ἐφαρμογῆς τῆς λαϊκῆς βουλήσεως - ὡς μακροβιότερη μέχρι σήμερα πραγματοποίηση αὐτοῦ τοῦ ὀνείρου, ἡ ἀθηναϊκή δημοκρατία ἀποκτᾶ νέο ἐνδιαφέρον γιά κάθε ἐναλλακτική καί οὐτοπική πολιτική σκέψη.
Ἡ δημιουργία καί τά χαρακτηριστικά της ἀθηναϊκῆς δημοκρατίας μποροῦν νά παρουσιασθοῦν ἐν συντομία ὡς ἑξῆς:[7]
Ἡ ἐκδίωξη τῶν τυράννων ἀπό τόν οἶκο τῶν Πεισιστρατιδῶν, οἱ ὁποῖοι εἶχαν κυριαρχήσει στήν Ἀθήνα τόν 6ο αἰώνα, δέν ἐπετεύχθη μέ τίς δικές τους δυνάμεις. Ἡ Σπάρτη, ἤδη τότε μιά μεγάλη ἑλληνική δύναμη, παρενέβη στρατιωτικά τό 510 στήν τότε μέση δύναμη τῶν Ἀθηνῶν. Παρέμενε ἔτσι ἕνας διαρκής φόβος γιά μιά πιθανή ἐπιστροφή τῆς κυριαρχίας τοῦ ἑνός, φόβος πού μπορεῖ κάπως νά ἐξηγήσει ἡ διαμόρφωση τοῦ ἀθηναϊκοῦ συστήματος. Ἡ ἐξέλιξη ἀπό τήν κρατική κατοχύρωση τῆς νεοαποκτηθείσης ἐλευθερίας ἕως τήν .πλήρως ἀνεπτυγμένη δημοκρατία διήρκησε περίπου 50 ἔτη. Ξεκίνησε μέ τήν Κλεισθένεια ἀνακατάταξη τῶν φυλῶν, πού ἀποτελοῦσαν τόν πληθυσμό, στό τέλος τοῦ 6ου αἰῶνος. Ἀπό τίς ἀρχικά 4 φυλές δημιουργήθηκαν 10 νέες, οἱ ὁποῖες ἀποτελοῦντο ἑκάστη ἀπό τρία μέρη, τίς λεγόμενες τριτύες. Ἡ συνολική περιοχή τῆς Ἀττικῆς ἦταν ὅμως διηρημένη σέ τρεῖς ζῶνες: πόλη, ἀκτή καί ἠπειρωτική χώρα. Οἱ τρεῖς τριτύες μιᾶς φυλῆς ἔπρεπε νά κατανεμηθοῦν σέ αὐτές τίς τρεῖς ζῶνες. Αὐτό σήμαινε ὅτι δέν ὑπῆρχε συνεκτική φυλετική περιοχή. Ἡ ὀργάνωση τῶν φυλῶν τοῦ Κλεισθένους δέν δημιούργησε μία ὁμοσπονδιακή δομή, ἀλλά ἦταν ἕνα διοικητικό μέτρο γιά τήν πολιτική ἀναδιάταξη καί ἀνακατανομή τοϋ πληθυσμοῦ, ἡ ὁποία τελικῶς ἐξυπηρετοῦσε τόν συγκεντρωτισμό. Κάθε πολίτης ἦταν κατ’ ἀρχάς ἐγγεγραμμένος στόν δῆμο του, στήν κοινότητά του καί κατ’ αὐτόν τόν τρόπο ἐντοπίζετο πολιτικά. Αὐτές οἱ μονάδες πού εἶχαν ἀναπτυχθεῖ μέ φυσικότητα, ἦσαν ὅμως, ἐκτός ἀπό τίς πολύ ἀπομεμακρυσμένες τριτύες. συνδεδεμένες μέ τίς φυλές, οἱ ὁποῖες δέν εἶχαν δικό τους κέντρο, παρά τήν Ἀθήνα. Οἱ φυλές ἔστελναν στό συμβούλιο τῶν Ἀθηνῶν, στή βουλή, ἐπιτροπή 500 μελῶν, 50 ἀπό κάθε φυλή. Στή βουλή ὅμως οἱ φυλές δέν ἀποτελοῦσαν πολιτικές ἑνότητες, ἀλλά μόνον διοικητικές: κάθε φυλή ἀσκοῦσε τήν προεδρία τῆς βουλῆς κατά τή διάρκεια ἑνός δεκάτου τοῦ ἔτους, καί μεταξύ τῶν 50 μελῶν κάθε φυλῆς ὑπῆρχε μία καθημερινή ἐναλλαγή τῆς προεδρίας.
Ἡ βουλή δέν εἶχε παρά νά προετοιμάσει τίς πολιτικές ὑποθέσεις, τίς ἀποφάσεις ἐλάμβανε ὅ δῆμος, ὁ λαός, σέ ἀνοικτή ψηφοφορία τῆς ἐκκλησίας τοῦ δήμου. Στήν ἐκκλησία τοῦ δήμου μποροῦσε νά συμμετέχει κάθε ἐλεύθερος πολίτης, στήν πραγματικότητα συμμετεῖχαν κατά μέσον ὄρο περίπου 5 ἕως 6 χιλιάδες ἐκ τῶν συνολικῶς ὑπολογιζόμενων 30.000 πολιτῶν.
Ἐκτός ἀπό τή βουλή καί τήν ἐκκλησία ὑπῆρχαν καί «αἱ ἀρχαί» πού ἐδιοικοῦντο ἀπό ἐννέα ἄρχοντες καί μιά διοίκηση πού λειτουργοῦσε μέ πολλές ἐξειδικευμένες ἁρμοδιότητες. Τά σημαντικότερα ἀξιώματα ἀρχικῶς ἐπεφυλάσσοντο στά μέλη τῆς ἀριστοκρατίας, καί μέ τήν διαδοχική ἀνάπτυξη τῆς δημοκρατίας βαθμιαίως ἔγιναν προσβάσιμα καί γιά τά μέλη τῶν κατωτέρων φορολογικῶν τάξεων. Ἀρχαιότερο ἀπό τόν θεσμό τῆς βουλῆς τῶν 500 ἦταν ἕνα συμβούλιο, τό ὁποῖο ὀνομάζετο κατά τόν τόπο, στόν ὁποῖο συνεδρίαζε. Ἀπετελεῖτο ἀπό τέως ἄρχοντες, δηλαδή ἀρχικῶς, ὅταν ἀκόμη δέν μποροῦσε νά γίνει κάθε πολίτης ἄρχων, ἦταν ἕνα εἶδος ἀριστοκρατικῆς γερουσίας μέ μεγάλη πολιτική ἐπιρροή λόγω τοῦ ἐλέγχου πού ἀσκοῦσε στήν διοίκηση τοῦ κράτους καί λόγω τῆς σημασίας του γιά τήν ἀπονομή δικαιοσύνης. Ὅταν ὁ Ἐφιάλτης ἀποδυνάμωσε αὐτήν τήν ἀξιοσέβαστη παλαιά ἐπιτροπή τό ἔτος 462, καί τῆς παραχώρησε μόνον τή ἁρμοδιότητα τοῦ κακουργοδικείου, θεωρήθηκε ὅτι ὁλοκληρώθηκε συνταγματικά ἡ ἀθηναϊκή δημοκρατία.
Μέ ἐξαίρεση τίς δίκες γιά φόνους, ἡ ἀπονομή τῆς δικαιοσύνης εἶχε ἐκχωρηθεῖ πλήρως στόν λαό, δηλαδή πολίτες ἐλάμβαναν τίς ἀποφάσεις στίς δίκες, καί ὄχι μικρές ὁμάδες τυχαία ἐπιλεγμένων ἐνόρκων ὑπό τήν καθοδήγηση νομικῶν, ὅπως στίς σημερινές δημοκρατίες. Ἦσαν μεγάλες ἐπιτροπές 200, 500, μάλιστα ἕως καί 2.500 ἐνόρκων, ἤ μᾶλλον κανονικῶν πολιτῶν, διότι ἡ ἰδιότητα τοΰ πολίτη περιελάμβανε καί τήν ἰδιότητα τοῦ δικαστοῦ, καί δέν ἀπαιτοῦντο εἰδικές νομικές γνώσεις, οἱ ὁποῖες οὔτε καί ἦσαν ἐπιθυμητές.
Ἀκόμη καί ἐάν ὅλοι ἐκαλοῦντο νά συμμετάσχουν στήν πολιτική ζωή, πρίν ἀπό τήν ἀνάληψη ἑνός δημοσίου λειτουργήματος διενεργεῖτο μία δοκιμασία, δηλαδή μία ἐξέταση ὡς πρός τήν πλήρωση τῶν νομικῶν προϋποθέσεων γιά τήν ἀνάληψη τοῦ λειτουργήματος. Μετά τό πέρας ὅμως μίας θητείας δέν ὑπῆρχε μόνον ἕνας ἐπανέλεγχος τῆς χρήσεως τῶν δημοσίων χρημάτων, δηλαδή ὁ ἀποχωρῶν ἀξιωματοῦχος ἔπρεπε νά δώσει λόγο (λόγον διδόναι), ἀλλά νά κάνει καί ἕναν γενικότερο ἀπολογισμό, τίς εὐθύνες, κατά τίς ὁποῖες κάθε πολίτης μποροῦσε νά κάνει καταγγελία γιά τήν θητεία τῶν παραιτούμενων. Τά ἀξιώματα ἠσκοῦντο μόνον γιά τή διάρκεια ἑνός ἔτους, δέν προεβλέπετο ἐν γένει ἡ δυνατότητα ἐπανεκλογῆς, ἐκτός ἀπό τό ἀξίωμα τοῦ στρατηγοῦ: οἱ στρατιωτικοί ἡγέτες εἶχαν τό δικαίωμα νά καταλαμβάνουν κατ’ ἐπανάληψη τή θέση τους.
Εἶναι εὔκολο νά δοῦμε ὅτι σέ αὐτό τό σύστημα ἡ ἀπασχόληση τοῦ κάθε πολίτη στίς ὑποθέσεις τῆς πόλεως ἦταν τεράστια. Προκειμένου νά μήν συμμετέχουν μόνον οἱ ἀνήκοντες σέ εὔπορη τάξη, ἡ πόλη κατέβαλε γιά τή συμμετοχή στήν ἐκκλησία τοΰ δήμου μιά ἀμοιβή τριῶν ὀβολῶν (βεβαίως μόλις ἀπό τό 403/402 π.Χ., ὡς μιά ρεαλιστική ἀποζημίωση γιά μιά μέση ἀπώλεια κέρδους). Ἀμοίβετο ἐπίσης αὐτονόητα ἡ συμμετοχή στό δικαστήριο καί ἡ ὑπηρεσία στή βουλή, τόν 4ο αἰώνα π.Χ. μάλιστα ἀκόμη καί ἡ συμμετοχή σέ θεατρικούς ἀγῶνες.
Ἐνῶ ὁ μέσος πολίτης ἐκκινητοποιεῖτο μέ χρηματικά ὀφέλη γιά τή συμμετοχή του στή λειτουργία τοῦ πολιτικοῦ συστήματος, πρόσωπα πού ξεχώριζαν παρεμποδίζοντο, μάλιστα διά τῆς βίας, ἀκόμη καί ἐάν δέν εὐθύνονταν γιά κάτι συγκεκριμένο: ὁ περίφημος ὀστρακισμός μποροῦσε νά ἐκδιώξει σέ δεκαετῆ ἐξο ρία συμπολίτες, οἱ ὁποῖοι εἶχαν πολύ μεγάλη ἐπιρροή, κατά τίς δημοκρατικές ἀντιλήψεις. Τό μέσον αὐτό γιά τόν ἐκδημοκρατισμό τοῦ πολιτικοῦ βίου ἀνεφύη στίς ἀρχές τοῦ 5ου αἰῶνος π.Χ., ἀλλά δέν ἐφαρμόσθηκε πλέον μετά τό 415.
Μέ λίγα λόγια, στήν ἀθηναϊκή δημοκρατία κάθε πολίτης ἦταν νομοθέτης, ἐφόσον ἐπίἰ τῶν νόμων ἀπεφάσιζε ἡ ἐκκλησία τοῦ δήμου, καί ὄχι ἕνα κοινοβούλιο, καί ἐφόσον ἐπιπλέον κάθε πολίτης εἶχε τό δικαίωμα νά καταθέσει σχέδιο νόμου, ἑρμηνευτής τῶν νόμων ὡς δικαστής στό δικαστήριο, ἐκτελεστής της ἀποφασισθείσης πολιτικῆς, ἐφόσον καθένας εἶχε τήν εὐκαιρία νά ἐκλεγεῖ σέ ἕνα ἐκ τῶν ἀξιωμάτων καί κατ’ ἐπέκταση νά ἀνέλθει σέ αὐτά διά τῆς κληρώσεως, ἡ ὁποία ἐθεωρεῖτο δημοκρατικότερη, καί κάθε πολίτης μποροῦσε νά ἀπαιτεῖ ἀπολογισμό, δηλαδή ὁ ἴδιος - τουλάχιστον ἐκ τῶν ὑστέρων - νά ἀσκεῖ ἔλεγχο ἐπί τῆς πολιτικῆς.
Ὅμως τί σημαίνει σέ αὐτό τό πλαίσιο «κάθε πολίτης»; Κάθε Ἀθηναῖος, τοῦ ὁποίου καί οἱ δύο γονεῖς ἦσαν Ἀθηναῖοι καί ὁ ὁποῖος ἐξέτιε στρατιωτική θητεία. Οἱ γυναῖκες δέν ὑπηρετοῦσαν στόν στρατό, συνεπῶς δέν εἶχαν πολιτική ψῆφο, οἱ σκλάβοι οὕτως ἤ ἄλλως δέν εἶχαν. Ὅμως ἀκόμη καί οἱ μέτοικοι, δηλαδή ἐλεύθεροι Ἕλληνες ἄλλων πόλεων, πού εἶχαν ἐγκατασταθεῖ στήν Ἀθήνα, πού κατέβαλαν ὑψηλούς φόρους καί μάλιστα μποροῦσαν νά κληθοῦν νά ἐκτίσουν στρατιωτική θητεία, ἔμεναν γιά πάντα ἀποκλεισμένοι ἀπό τή συναπόφαση. Ἡ πολιτογράφηση ἦταν μιά ἐξαιρετικά σπάνια εὔνοια. Συνολικῶς, ὅπως ὑπολογίζεται, μποροῦσε περίπου τό ἕν δέκατον τοῦ πληθυσμοῦ νά συμμετέχει στή δημιουργία πολιτικῆς βουλήσεως. Ὅσοι πράγματι συμμετεῖχαν στήν ἐκκλησία καί στή βουλή ἦσαν ἀκόμη λιγότεροι.
Ἡ διαφορά τῆς ἀθηναϊκῆς δημοκρατίας ἀπό τίς σημερινές δημοκρατίες εἶναι προφανής. Ἡ ἔνσταση τοῦ Κάντ, ὅτι θά ἔπρεπε νά ὁμιλοῦμε περί «δεσποτισμοῦ», ἐκεῖ ὅπου ἀπουσιάζει ἡ διάκριση τῶν ἐξουσιῶν, δέν θά ἐντυπωσίαζε τότε, καί ἕνας Ἀθηναῖος ἐκείνης τῆς ἐποχῆς θά ἀπαντοῦσε ἁπλῶς: ὅταν ἔστω καί μιά ἐκ τῶν πολιτικῶν μας ἁρμοδιοτήτων - ἡ νομοθετική, δικαστική, ἐκτελεστική ἁρμοδιότητα καί ὁ ἔλεγχος τῶν ἀρχόντων - δέν μπορεῖ νά ἀσκηθεῖ ἀπό τόν πολίτη (εὐθέως: δηλαδή δέν χειραγωγεῖται ἀπό τήν ὀλιγαρχία τῶν κομματικῶν μηχανισμῶν), τότε λείπει ἡ πολιτική ἐλευθερία, καί σέ τέτοια συστήματα μέ τήν ἀπομεμακρυσμένη ἀπό τόν λαό ἄσκηση ἐξουσίας θά ἔπρεπε ἐξ ἀρχῆς νά μήν γίνεται λόγος περί δημοκρατίας, λαϊκῆς κυριαρχίας. Σύμφωνα μέ τούς Ἀθηναίους τοῦ 5ου καί 4ου αἰῶνος οἱ πολίτες θά ἔπρεπε νά ἐκφράζουν ἄμεσα τή βούλησή τους στήν ἐλεύθερη ἐκκλησία τοῦ δήμου καί νά μποροῦν νά τήν ἐφαρμόζουν στήν πράξη ἄμεσα μέσω ἁπλῶν κρατικῶν δομῶν. Αὐτό ἀκριβῶς ὅμως ἤθελαν νά ἀποφύγουν μέ κάθε τρόπο οἱ ἱδρυτές τοῦ γερμανικοῦ μας συντάγματος. Ἀπό αὐτῆς τῆς ἀπόψεως ἡ δική μας κοινοβουλευτική δημοκρατία δέν εἶναι μιά ἄλλη μορφή δημοκρατίας, ἀλλά ἀναντίρρητα μιά ἄλλη μορφή κράτους.
Ὁλοκληρώνοντας, μποροῦμε νά ρωτήσουμε: τί ἔλειπε ἀπό τήν ἀθηναϊκή δημοκρατία, πῶς μποροῦσε νά λειτουργεῖ παρ’ ὄλ’ αὐτά, ποιά πλεονεκτήματα εἶχε πρίν ἀπό ἐμᾶς; Τῆς ἔλειπαν ἕνας σταθερός κατάλογος ἀνθρώπινων δικαιωμάτων, συνεπῶς καί μιά συνταγματική δικαιοδοσία (παράλογη θά ἦταν γιά τούς Ἀθηναίους ἡ σκέψη ὅτι μιά ἐλάχιστη ἐπιτροπή μόνον ὀκτώ δικαστῶν θά ἔπρεπε νά καθορίσει δεσμευτικά τί πρέπει νά κάνει ἤ νά μήν κάνει ὁ ὑπόλοιπος πληθυσμός), ἡ προστασία τῶν μειονοτήτων ἤ ἡ προστασία τῆς ἐλεύθερης ἀπόφασης κατά συνείδηση.
Ἔλειπαν ἐπίσης τά κόμματα (οἱ ἀποκαλούμενες ἑταιρεῖες ἤσαν πολιτικές λέσχες, δέν λειτουργοῦσαν ὅμως ὡς κόμματα μέ καθορισμένο πρόγραμμα), ἡ ἰδέα τῆς ποσοστώσεως, δηλαδή ἡ ὑποχρέωση γιά συμβιβαστικές λύσεις, τίς ὁποῖες στήν πραγματικότητα κανείς δέν ἐπιθυμοῦσε, οἱ εἰδικοί: δέν ὑπῆρχαν εἰδικοί νομικοί (κάθε πολίτης εἶχε ὡς πολίτης μιά κρίση ἐπί του δικαίου καί τοῦ ἀδίκου), μάλιστα δέν ὑπῆρχε κἄν στρατός (μεμονωμένοι πολίτες μποροῦσαν νά διορισθοῦν ἐπανειλημμένως ὡς στρατηγοί, ἀρχηγοί δηλαδή τῶν στρατευμάτων, ἀλλά δέν ὑπῆρχε μιά ἐξειδικευμένη τάξη ἀξιωματικῶν καί πολιτῶν μισθοφόρων: ἡ Ἀθήνα ἐμπιστευόταν τόν στρατό τῶν πολιτῶν της).
Τό ἀποφασιστικό στοιχεῖο, τό ὁποῖο ἡ Ἀθήνα δέν διέθετε, ἦταν μιά κυβέρνηση: τό περιγραφέν σύστημα δέν ἐπέτρεπε μήτε μιά κυβερνητική ὁμάδα οὔτε ἕναν ἀρχηγό κυβέρνησης οὔτε ἕνα κυβερνητικό πρόγραμμα. Ἐάν 20 ἄνδρες μέ ἰσχυρή ἐπιρροή, ὅπως στά κράτη μας, ἐπεδίωκαν ἐπί 4 ὁλόκληρα ἔτη ὁμόφωνα τούς ἴδιους στόχους, τότε γιά τούς Ἀθηναίους της ἐποχῆς θά ἰσοδυναμοῦσαν ἁπλῶς μέ μία ὀλιγαρχία (εἴτε μέ τήν ἔγκριση μίας πλειοψηφίας ε.ιτε δχί).
Ἤ ἀπουσία διατυπωμένων βασικῶν δικαιωμάτων, συνταγματικοῦ δικαστηρίου καί τῆς προστασίας τῶν μειονοτήτων θά ἀντιμετωπιζόταν ἀπό τή σημερινή ὀπτική ὡς σοβαρή ἔλλειψη. Λιγότερο εὔκολη θά ἦταν, γιά τά σημερινά δεδομένα, ἡ ἐκτίμηση σχετικά μέ τήν ἀπόφαση γιά τήν ἀπουσία κομμάτων, κομματικῆς ποσοστώσεως καί εἰδικῶν τεχνοκρατῶν: ὁ διφορούμενος χαρακτήρας αὐτῶν τῶν ἐπιτευγμάτων, πού πολύ εὔκολα μποροῦν νά ἀντιπαρατεθοῦν στήν βούληση τοῦ λαοῦ, ἔγινε διαρκῶς καί περισσότερο συνειδητός στό κοινό τά τελευταία 30 χρόνια τόσο σέ ἐθνικό ὅσο καί σέ εὐρωπαϊκό ἐπίπεδο (ἔστω καί ἐάν δέν φαίνεται ἀκόμη πῶς θά μποροῦσαν νά ἀντικατασταθοῦν). Ἡ ἀπουσία μίας κυβερνήσεως θά ἐκπλήξει ἀνθρώπους, γιά τούς ὁποίους ἡ τάξη καί ὁ προγραμματισμός εἶναι τό σημαντικότερο, ἀντιθέτως θά ἐνθουσιάσει τούς νεανικά καί ἀναρχικά σκεπτόμενους (κάθε ἡλικίας). Ὅμως πέραν ὅλων τῶν ἴδιοσυγκρασιακων καί ὑποκειμενικῶν προτιμήσεων εἶναι ἀντικειμενικά ἀξιοθαύμαστο ἔνα γεγονός: ὅτι αὐτό τό κράτος τῶν Ἀθηνῶν κατά τή διαρκεια 140 ἐτῶν, ἀπό τήν ἐποχή τοῦ Ἐφιάλτη καί Περικλῆ ἕως τόν θάνατο τοῦ Δημοσθένη (322 π.Χ.), μποροῦσε νά λειτουργεῖ στό ἐσωτερικό καί νά ἀσκεῖ ἐξουσία ἐξωτερικῆς πολιτικῆς, καί μάλιστα ἐπί δεκαετίες πολύ μεγάλη ἐξουσία, χωρίς νά διαθέτει κυβέρνηση ὑπό τή σύγχρονη ἔννοια.[8]
Ἀκόμη καί ἐάν δέν ὑπῆρχε ἕνας δεσμευτικός κατάλογος βασικῶν ἀνθρωπίνων δικαιωμάτων, ἐντούτοις σέ δικανικούς λόγους καί πολιτικές ὑπερασπίσεις τοῦ 4ου αἴωνος ὁρισμένα θεμελιώδη δικαιώματα τοῦ πολίτη ἐθεωροῦντο αὐτονόητα καί ἀπαραίτητα, π.χ. ὅτι χωρίς δικαστική ἀπόφαση δέν μποροῦσε νά ἐκχελεσθεῖ θανατική ποινή ἔναντι κανενός Ἀθηναίου, ὅτι κανένας ἐλεύθερος πολίτης δέν ἐβασανίζετο, ὅτι χωρίς ἀπόφαση τῆς ἐκκλησίας ἦταν ἀνεπίτρεπτη ἡ σύλληψη πολίτη μέσα στό οἰκιακό ἄσυλο. Ἐπιπλέον, ὑπῆρχε ἀνεγνωρισμένο δικαίωμα ἰδιοκτησίας, δικαίωμα τῆς ἐλευθερίας τοῦ λόγου (παρρησία) καί ἡ δυνατότητα τῶν πολιτῶν νά διεξάγουν δίκη κατά τῆς πόλεως καί νά κερδίζουν τή δίκη.[9] Ἤδη ἐδῶ μποροῦμε νά διακρίνουμε μιά ἀρχή γιά τή θέσπιση ἀναπαλλοτρίωτων θεμελιωδῶν δικαιωμάτων, ἀκόμη καί ἐάν οἱ Ἀθηναῖοι δέν ἐμερίμνησαν νά τά συνοψίσουν σέ ἕναν «θεμελιώδη νόμο».
Μιά πολιτική κοινότητα, στήν ὁποία πολλές χιλιάδες πολιτῶν ἐγνώριζαν τά δικαιώματά τους καί εἶχαν καί τό θάρρος νά τά ἐπικαλοῦνται στίς πολιτικές ἀντιπαραθέσεις μποροῦμε παντελῶς δικαίως νά τήν ἐπικαλεστοῦμε ὡς κοινωνία πολιτῶν - ἦταν ἡ πρώτη κοινωνία πολιτῶν τῆς ἀνθρωπότητος. Ἔπρεπε νά περιμένει ἐπί μακρόν νά βρεῖ μιμητές σέ ἄλλους πολιτισμούς.
Τό σύστημα αὐτό μπόρεσε νά λειτουργήσει λόγω τῆς μεγάλης του εὐελιξίας, λόγω τῆς ταχείας διορθώσεως λαθῶν. Ἐπίσης καί μέ τό γεγονός ὅτι πραγματικά ὑπῆρχε λογοδοσία (οἱ ἀναφερθεῖσες «ἐθῦναι»). Σέ αὐτό τό σημεῖο ἡ ἄμεση δημοκρατία ὑπερεῖχε σαφέστατα τῆς σύγχρονης κοινοβουλευτικῆς δημοκρατίας: κανένας πολιτικός μας δέν μπορεῖ πραγματικά νά ἐγκληθεῖ νά ἀναλάβει τήν εὐθύνη γιά ζημία πού προξένησε.[10]
Ἡ ἄλλη ὄψη τοῦ νομίσματος δέν πρέπει νά ἀποσιωπηθεῖ: ἡ ἀναφερθεῖσα εὐελιξία σήμαινε καί ἀστάθεια, κάποτε μάλιστα ἀνασφάλεια δικαίου. Καί σέ μιά ἐλεύθερη συνάθροιση τοῦ λαοῦ δέν εἶναι βεβαίως ὅλοι ἴσοι: ἤ ρητορική ἀποτελεσματικότητα γρήγορα ἀνέδειξε δημαγωγούς, ἐκ τῶν ὁποίων ὁρισμένοι ἀπεδείχθησαν ἀληθινοί δημαγωγοί ὑπό τή σύγχρονη ἔννοια τῆς λέξεως. Μεταξύ ἱστορικῶν εἶναι ἀναμφισβήτητο τό γεγονός ὅτι ἡ ποιότητα τῆς ἀθηναϊκῆς πολιτικῆς ἐξηρτᾶτο ἀπό τήν ποιότητα τῶν ἑκάστοτε δημαγωγῶν.[11] Περί τῆς σημασίας τῆς ρητορικῆς στήν Ἀθήνα θά γίνει περαιτέρω λόγος σέ σχέση μέ τή σοφιστική.
Ταυτοχρόνως μέ αὐτήν τή δημοκρατία δημιουργήθηκε στήν Ἀθήνα μία νέα μορφή ποιήσεως, τῆς ὁποίας ἡ κοσμοϊστορική ἐπιτυχία διαρκεῖ ἕως σήμερα: τό δράμα (ὑπό ποίαν ἔννοιαν ἡ τραγωδία καί ἡ κωμωδία μποροῦν νά γίνουν ἀντιληπτές ὡς ποίηση τῆς πόλεως τῶν Ἀθηνῶν, παρουσιάστηκε στήν ἀρχή τοῦ παρόντος κεφαλαίου, βλ. ἀνωτέρω σελίς 189 ἑπ.).
Ποίηση τῶν Ἀθηνῶν, ποίηση τῆς πόλεως ὑπῆρχε ἐντούτοις πολύν χρόνο πρό τῆς τραγωδίας. Ὁ Σόλων, ὁ νομοθέτης, πολιτικός στοχαστής καί ποιητής, πού ἔζησε περίπου ἀπό τό 640 ἕως τό 560(;) π.Χ., δηλαδή 100 ἔτη πρίν ἀπό τόν Αἰσχύλο, ἐξέφρασε τήν πίστη του στήν Ἀθήνα στούς ἀκόλουθους στίχους:
Ἡμέτερη δέ πόλις κατά μέν Διός οὔποτ’ ὀλεῖται
Αἶσαν καί μακάρων θεῶν φρένας ἀθανάτών·
τοίη γάρ μεγάθυμος ἐπίσκοπος ὄβριμοπάτρη
Παλλάς Ἀθηναίη χεῖρας ὕπερθεν ἔχει·
Αὐτοί δέ φθείρειν μεγάλην πόλιν ἀφραδίηισιν.
ἀστοί βούλονται χρήμασι πειθόμενοι,
δήμου θ’ ἡγεμόνων ἄδικος νόος, οἷσιν ἑτοῖμον
ὕβριος ἐκ μεγάλης ἄλγεα πολλά παθεῖν.
(ἀποσπ. 3.1-8D.= ἀποσπ. 4.1-8W)
Ἡ πόλη μας, μέ τόν Δία, ποτέ δέν θά χαθεῖ,
Οὔτε κατά τή βούληση τῶν μακαρίων θεῶν.
Διότι ἡ Παλλάς Ἀθηνᾶ, μεγαλόθυμη ἐπόπτης,
θυγατέρα τοῦ Πανίσχυρου, ἔχει τίς χεῖρες της ἐπάνω της.
Οἱ ἴδιοι οἱ ἀστοί, πειθόμενοι μέ ἀνόητα χρήματα.
θέλουν νά φθείρουν τή μεγάλη πόλη.
καθώς καί οἱ ἄδικα σκεπτόμενοι ἡγέτες τοῦ λαοῦ.
Οἱ πολύ ἀλλαζόνες ὑφίστανται πολλές ὀδύνες.
Ἡ πόλη εὑρίσκεται συνεπῶς ὑπό τήν προστασία τῆς ἰσχυρᾶς θεότητος, τῆς ὁποίας φέρει τό ὄνομα, καί τήν ἀπειλεῖ μόνον ὁ κίνδυνος τῶν ἴδιων τῶν πολιτῶν καί τοῦ ἀδίκου νοός τῶν ἡγεμόνων (στίχος 7). Στήν ὕβρη τους θά ἐπακολουθήσει ἄλγος (στίχος 8). Ὁ ποιητής ἀναφέρεται ἰδιαίτερα στή δικαιοσύνη τοΰ Διός:
Τοιαύτη Ζηνός πέλεται τίσις, οὐδ' ἐφ ’ ἑκάστωι
ὥσπερ θνητός ἀνήρ γίγνεται ὀξύχολος,
αἰεί δ ’ οὔ ἑ λέληθε διαμπερές, ὅστις ἀλιτρόν
θυμόν ἔχει, πάντως δ’ ἐς τέλος ἐξεφάνη·
ἀλλ’ ὁ μέν αὐτίκ' ἔτεισεν, ὁ δ’ ὕστερον, οἱ δέ φύγωσιν
αὐτοί, μηδέ θεῶν μοίρ’ ἐπιούσα κίχηι,
ἤλυθε πάντως αὖτις· ἀναίτιοι ἔργα τίνουσιν
ἤ παῖδες τούτων ἤ γένος ἐξοπίσω.
(ἀποσπ. 1.25-32D.= ἀποσπ. 13.25-32W)
Ἔτσι φέρνει ὁ Ζεύς τήν ἀνταμοιβή, καί δέν γίνεται
ὀξύθυμος στόν καθένα ὅπως ἕνας θνητός,
γιά πάντα δέν τοῦ διαφεύγει κανείς, ὁ ὁποῖος ἔχει
φαύλη διάθεση, στό τέλος φανερώνεται.
Ὁ ἕνας ἀμέσως πληρώνει, ὁ ἄλλος ἀργότερα, καί ὅποιοι
διαφεύγουν οἱ ἴδιοι καί οὔτε τῶν θεῶν ἡ μοίρα πού ἔρχεται,
τούς συναντᾶ,
πάντως μετά ἔρχεται, χωρίς νά εἶναι ὑπαίτιοι, πληρώνουν γιά τά ἔργα
εἴτε τά παιδιά τους εἴτε οἱ ἀπόγονοί τους.
Ἡ ἰδέα ὅτι ἡ θεϊκή δικαιοσύνη ἐπιδρᾶ μακροπρόθεσμα, διαμέσου γενεῶν, ὥστε ἀκόμη καί ἀθῶοι συγγενεῖς μίας γενεᾶς νά πρέπει νά τιμωροῦνται γιά τήν ἐνοχή τῶν πατέρων ἐξακολουθοῦσε νά ταράζει τούς τραγικούς ποιητές τοῦ 5ου αἰῶνος. Τήν τελική ἐξιλέωση τοῦ οἴκου τῶν Ἀτρειδῶν ἀπό τήν κατάρα τῆς γενεᾶς διαμόρφωσε ὁ Αἰσχύλος ὡς θέμα τῆς Ὀρέστειας (βλ. σχετικά κατωτέρω, σέλ. 213 κ.ε.).
Μέ αὐτήν τήν ἐπίγνωση τῆς εὐθύνης ὁ ἴδιος ὁ Σόλων ἐπεδίωξε νά εἶναι ὁ νομοθέτης τῆς δικαιοσύνης, καί τοῦτο σήμαινε γιά τήν δική του κατάσταση συγκεκριμένα: ὁ Σόλων ἐπεδίωξε τήν ἐξισορρόπηση μεταξύ τῶν κομμάτων τῶν γαιοκτημόνων ἀριστοκρατῶν καί τοῦ πτωχοῦ πληθυσμοῦ τῆς ὑπαίθρου. Ἔτσι ἀνέφερε γιά τόν ἑαυτό του:
Ἔστην δ' ἀμφιβαλών κρατερόν σάκος ἀμφοτέροισι,
νικᾶν δ' οὐκ εἴασ’ οὐδετέρους ἀδίκως.
(ἀποσπ. 5.5-6 D.= ἀποσπ. 5.5-6W)
Στεκόμουν μέ τή δυνατή ἀσπίδα νά προστατεύει καί τούς δύο πρός
τίς δύο πλευρές,
νά νικήσει ἄδικα κανέναν ἐκ τῶν δύο δέν ἄφησα.
Τό σημαντικότερο ἴσως μέτρο ἦταν ὅτι ὁ Σόλων ἦρε τήν δουλεία τῶν προηγουμένως ἐλευθέρων γεωργῶν:
Τούς δ’ ἐνθάδ’ αὐτοῦ δουλίην ἀεικέα
ἔχοντας ἤθη δεσποτέων τρομεομένους
ἐλευθέρους ἔθηκα. Ταῦτα μέν κράτει
ὁμοῦ βίην τέ καί δίκην ξυναρμόσας
ἔρεξα καί διῆλθον ὡς ὑπεσχόμην.
(ἀποσπ. 24.13-17 D.= ἀποσπ. 36. 13-17W)
Αὐτούς, οἱ ὁποῖοι ἐδῶ στήν ἀνήκεστη δουλεία,
ἦσαν τρομαγμένοι μέ τά ἤθη τῶν δεσποτῶν,
τούς ἐλευθέρωσα. Μέ δύναμη, ἀφοῦ ἐταίριαξα
τή βία καί τή δίκη.
καί τίς ἐφήρμοσα καί συμπεριφέρθηκα, ὅπως εἶχα ὑποσχεθεῖ.
Ἡ ἀμερόληπτη διαιτησία μεταξύ εχθρικῶν μερῶν εἶναι ἀσφαλῶς ἕνα ἀχάριστο ἀξίωμα, γιά τό ὁποῖο ὁ Σόλων παρπονεῖται ἐπανειλημμένως. Ἀκριβῶς ἐν ὄψει τέτοιων ἀντιπαλοτήτων θά μποροῦσε νά σφετερισθεῖ τήν ἐξουσία γιά τόν ἑαυτόν του.
Εἶναι ὑπερήφανος, ἐπειδή δέν τό ἔκανε:
εἰ δέ γής ἐφεισάμην
πατρίδος, τυραννίδας δέ καί βίης ἀμειλίχου
οὐ καθηψάμην μιάνας καί καταισχύνας κλέος,
οὐδέν αἰδέομαι· πλέον γάρ ὧδε νικήσειν δοκέω
πάντας ἀνθρώπους.
(ἀποσπ. 23.8-12 D.= ἀποσπ. 32W)
Ἐάν προστατέυσα
τήν πάτρια γῆ, καί δέν ἄγγιξα τή τυραννίδα καί τήν ἀμείλικτη βία, χωρίς νά μολύνω καί νά καταισχύνω τή φήμη μου, δέν ντρέπομαι γιά τίποτα.
Πιστεύω ὅτι περισσότερο δι’ αὐτοῦ ὑπερισχύω ἐπί
ὅλων τῶν ἀνθρώπων.
Συνεπῶς ὁ ἀρχέγονος νομοθέτης Σόλων, τοῦ ὁποίου ἡ φήμη (στίχ. 10: κλέος) διεδόθη καί σέ ὅλες τίς περιοχές, ὥστε ἀργότερα νά ἀπαριθμεῖται μεταξύ τῶν ἑπτά σοφῶν, ἐμφανίζει σημαντικά στοιχεῖα τῆς ὕστερης πολιτικῆς αὐτοκατανοήσεως τῆς Ἀθήνας: ἡ προστασία τῆς θεότητος, ἡ ἐπίγνωση τῆς ἐναρμονίσεως μέ τό δίκαιο, ἡ διαφύλαξη τῶν δικαιωμάτων καί τῆς ἐλευθερίας ἀκόμη καί τῶν κοινωνικά ἀσθενέστερων, ἡ ἀπόρριψη τῆς τυραννίδος.
Ἑκατό ἔτη μετά τόν Σόλωνα, ἡ τραγωδία ὑπῆρχε ἤδη ὡς ποιητική μορφή. Ἕως σήμερα ἀκόμη διαφιλονικεῖται ἀπό φιλολόγους τό ἐρώτημα γιά τήν προέλευσή της ἀπό λαϊκά ἔθιμα καί ἀπό ἁπλές μορφές ποιήσεως. Ὁ Αἰσχύλος, πού γεννήθηκε τό 525 π.Χ., χαρακτηρίστηκε ὡς «δημιουργός της τραγωδίας»[12] -γεγονός πού ἰσχύει μόνον ὑπό τήν ἔννοιαν ὅτι ἀνέδειξε τή νέα μορφή στό λογοτεχνικό ἐπίπεδο, τό ὁποῖο ἐν συνεχεία τήν κατέστησε ἀποφασιστικό μέσον γιά μιά ποίηση ἡψηλῶν ἀξιώσεων. Ὁ Αἰσχύλος ὄχι ἁπλῶς δέν δημιούργησε ὁ ἴδιος τή μορφή, ἀλλά δέν προδιέγραψε οὔτε γιά τούς διαδόχους του μιά ὁρισμένη ἀντίληψη γιά τήν «τραγική ἐνοχή». Μιά τέτοια ἀντίληψη παρέμεινε γιά τήν ἀττική τραγωδία πάντοτε ξένη. Τό ἐρώτημα περί τῆς «φύσεως τοῦ τραγικοῦ» εἶναι ἕνα πρόβλημα τῆς νεωτερικῆς ἀντιλήψεως περί λογοτεχνίας. Γιά τόν 5ο αἰώνα κάθε σοβαρό ἔργο, τό ὁποῖο παρουσιαζόταν στά Μεγάλα Διονύσια, ἦταν μιά τραγωδία, ἀνεξαρτήτως ἀπό τό ἐάν τελείωνε μέ τήν πτώση τοῦ πρωταγωνιστῆ ἤ μέ τή σωτηρία του καί ἀνεξαρτήτως ἀπό τό εἶδος τῆς ἐνοχῆς ἤ τῆς ἀθωότητος, πού καθόριζε τίς πράξεις του.
Ἡ λογοτεχνική μορφή ἐνδέχεται νά ἐξελίχθηκε ἀπό τό χορικό, καθώς στόν χορό προσετίθετο «ἔξωθεν» ἕνας ἀγγελιοφόρος, ὁ ὁποῖος περιέγραφε ἕνα γεγονός, πού ἀφοροῦσε τήν ὁμάδα, πού παριστοῦσε ὁ χορός. Ἐρωτήσεις ἀπευθυνόμενες στόν ἀγγελιοφόρο, ὁ ὁποῖος κατ’ αὐτόν τόν τρόπο ἔγινε ὁ πρῶτος ὑποκριτής, σέ συνομιλία μέ τόν χορό ἤ τόν πρῶτο τοῦ χοροῦ, ἐνδέχεται νά ἦταν ὁ πρῶτος τύπος σκηνῆς. Τά βήματα γιά τίς ἑπόμενες ὑποθετικές βαθμίδες μποροῦμε εὔκολα νά τά φανταστοῦμε, ἐπί παραδείγματα ὅταν τά γεγονότα δέν ἐκτίθενται μόνον στόν χορό, ἀλλά καί στόν βασιλέα τῆς πόλεως, ὁ ὁποῖος πρέπει τώρα νά λάβει μιά ἀπόφαση, καί στόν βασιλέα προστίθεται γρήγορα μία περαιτέρω μορφή, ἕνας ἀντίπαλος ἤ ἀρωγός.[13]
Γνωρίζουμε ὀνόματα τραγικῶν ποιητῶν πρίν ἀπό τόν Αἰσχύλο: Χοιρίλος, Πρατίνας, Φρύνιχος, καί γνωρίζουμε ἕνα ἔργό τοῦ Φρυνίχου, πού σκηνοθετήθηκε τό 492, μέ τόν τίτλο Μιλήτου ἅλωσις. Ἐπρόκειτο γιά ἐπίκαιρο πολιτικό θέατρο, στό ὁποῖο παρουσιάζετό ἡ καταστροφή τῆς πόλεως τῆς Μιλήτου ἀπό τούς Πέρσες τό 494, μιά μοίρα πού ἀπειλοῦσε καί τήν Ἀθήνα λόγω τῆς ὑποστη- ρίξεως πού παρεῖχε στήν ἰωνική ἐξέγερση. Ἀνάλογη ἦταν ἡ ἀγανακτισμένη ἀντίδραση τοῦ κοινοῦ. Τότε συνέβη τό πρῶτο γνωστό σέ ἐμᾶς θεατρικό σκάνδαλο, ὁ ποιητής τιμωρήθηκε μέ τήν πολύ ὑψηλή χρηματική ποινή τῶν 1000 δραχμῶν καί ἀπηγορεύθη ἡ περαιτέρω διάδοση τοῦ ἔργου. Θεατρικά ἔργά μέ παρόμοια πολιτική ἐπικαιρότητα δέν εἶναι γνωστά γιά τήν ἐπακολουθείσασα περίοδο, ἡ τραγωδία παραχώρησε πλέον τήν ἐπικαιρότητα στήν κωμωδία, ἡ ὁποία προσέγγιζε τά ζητήματα σκωπτικά καί μέ γέλωτα.
Ὡστόσο ἡ τραγωδία παρέμεινε πάντα πολιτική ὑπό μιά λιγότερο ἄμεση ἔννοια. Ἦταν μιά ὑπόθεση τῆς πόλεως καί ἡ ὀργάνωση τῶν θεατρικῶν ἀγώνων, οἱ ὁποῖοι διεξήγοντο τήν ’Ἄνοιξη κατά τόν ἑορτασμό τῶν Διονυσίων ὡς ἀγῶνες τῶν ποιητῶν καί τῶν χορῶν, πού ἐμφανίζοντο στά ἔργα τους, ὑπήγετο στόν ἱεραρχικά ὑψηλότερο ἄρχοντα. Οἱ πρακτικές πλευρές τῆς διοργανώσεως μποροῦν ἐδῶ νά παραλειφθοῦν, ἀλλά πρέπει νά ἀναφερθεῖ, ὅτι τελοῦμε ἐν ἀγνοία ὅσον ἀφορᾶ δύο σημαντικότατα ζητήματα:
1. Μέ ποιά κριτήρια καθόριζε ὁ νέος ἄρχων στήν ἀρχή τοῦ ἡμερολογιακοῦ ἔτους τόν Αὔγουστο, ποιοί τρεῖς ποιητές μποροῦν νά παρουσιάσουν τήν ἑπόμενη Ἄνοιξη ἀνά μιά τριλογία καί μιά σάτυρα, δηλαδή 4 ἔργα; Εἶχαν ὅλοι οἱ ἄρχοντες γνώσεις περί ποιήσεως; Διέθεταν ὁμάδα λογοτεχνῶν ἐμπειρογνωμόνων ὡς συμβούλους;
2. Ἐπίσης, δέν γνωρίζουμε μέ ποιά κριτήρια οἱ κριτές ὅριζαν μετά τίς παραστάσεις τόν πρῶτο νικητή, τόν δεύτερο καί τόν τρίτο. Ἡ ἐπιτροπή κρίσεως εἶχε «πολιτική» σύνθεση, ἐφόσον κάθε φυλή ἔστελνε ἕναν ἐκπρόσωπο, ἀλλά αὐτό φυσικά δέν σήμαινε κάποια κομματική πολιτική προαπόφαση. Παραμένει τό ἐρώτημα: διέθετε κάθε φυλή πάντοτε κάποιον πού μποροῦσε νά κρίνει ἁρμοδίως τήν ποίηση;
'Ὅπως ὅμως καί νά συνέβαινε, τό σύστημα πάντως λειτουργοῦσε. Κατ’ ἔτος, τόν Μάρτιο, σκηνοθετοῦντο ἐννέα νέες τραγωδίες καί τρεῖς σάτυρες καί δέν ὑπῆρχαν ἐπαναλήψεις (μέ ἐξαίρεση τά ἔργα τῶν τριῶν μεγάλων τραγικῶν ποιητῶν, μετά τόν θάνατό τους). Ὁ ἀριθμός τῶν ἀνταγωνιζόμενων ποιητῶν ἦταν μεγάλος, μόνον γιά τόν 5ο καί 4ο αἰώνα γνωρίζουμε 90 ὀνόματα - ἔχουν διασωθεῖ ὅμως τά δράματα μόνον πέντε ποιητῶν: τοῦ Αἰσχύλου, Σοφοκλέους καί Εὐριπίδου, καί ἐπιπλέον δύο ἀνωνύμων γιά ἐμᾶς συγγραφέων, τῶν ὁποίων ἕνα ἑκάστοτε ἔργο ἡ παράδοση ἀποδίδει στό σῶμα τῶν δραμάτων τοῦ Αἰσχύλου καί τοῦ Εὐριπίδη: ὁ Προμηθέας δεσμώτης καί ὁ Ρῆσος.[14] Τήν τεράστια ὑψηλή δαπάνη μίας παραστάσεως ἀνελάμβαναν εὐκατάστατοι πολίτες: μία μορφή τιμητικῆς φορολογήσεως τῶν πλουσίων. Ἐπετρέποντο τρεῖς ἐπαγγελματίες ὑποκριτές γιά κάθε ἔργο. Ὁ ἀριθμός τῶν ρόλων ἦταν πολύ ὑψηλότερος καί ἀνήρχετο κατά μέσον ὅρο μεταξύ τῶν ἕξη καί ἕνδεκα. Ἐπειδή ἐμφανίζοντο μέ μάσκες καί οἱ ποιητές ἀπέφευγαν σκηνές μέ περισσοτέρους ἀπό τρεῖς ρόλους ὁμιλούντων, ἕνας ὑποκριτής μποροῦσε νά ὑποδύεται περισσότερους ρόλους σέ διάφορες σκηνές τοῦ ἴδιου ἔργου. Ἀκριβότερος τῶν ἐπαγγελματιῶν ὑποκριτῶν ἦταν ὁ χορός, πού ἀπετελεῖτο ἀπό πολίτες, οἱ ὁποῖοι δέν ἐπληρώνοντο μέν, ἀλλά ἔπρεπε νά συντηρηθοῦν κατά τή διάρκεια τῆς ἀπαιτητικῆς μουσικῆς προετοιμασίας τῶν λυρικῶν μερῶν.
Ὁλοκληρώνοντας, ἄς διασαφηνισθεῖ ἡ σχέση τῆς ἀττικῆς τραγωδίας μέ τήν πόλη ἐπί τή βάσει τριῶν σύντομων παραδειγμάτων ἀπό τόν Αἰσχύλο, τόν παλαιότερο τῶν τριῶν μεγάλων τραγικῶν (ὁ Σοφοκλῆς καί ὁ Εὐριπίδης θά ἀναφερθοῦν σέ ὕστερα κεφάλαια, καθώς ἐπίσης καί ὁ Ἀριστοφάνης ὡς ἐκπρόσωπος τῆς παλαιᾶς κωμωδίας).
1. Μεταξύ τῶν ἕξη σωζομένων ἔργων τοῦ Αἰσχύλου ὑπάρχει ἕνα, το ὁποῖο πρέπει νά εἶχε μεγάλη πολιτική ἐπικαιρότητα κατά τό ἔτος τῆς παραστάσεώς του. Ἀσφαλῶς οἱ «Πέρσαι» δέν ἤσαν ἕνα τόσο ἐπίκαιρο ἔργο ὅσο ἡ «Ἅλωσις Μιλήτου» τοῦ Φρυνίχου (βλ. παραπάνω σ. 208) καί ὁ Αἰσχύλος δέν διακινδύνευε βεβαίως καμία πολιτική παρέμβαση στό ἔργο του, καθώς δέν ἐπραγμα- τεύετο ἕναν ἀπειλητικό κίνδυνο, ἀλλά τήν εὐτυχῆ ἐπιβίωση, τήν ἀνέλπιστη νίκη τῶν Ἑλλήνων ἐπί τοῦ τεραστίου στρατεύματος τοῦ Πέρση μεγάλου βασιλέως Ξέρξη. Τό ἔτος 480 π.Χ., ὀκτώ μόνον ἔτη μετά τήν ἀναχώρηση τῶν Περσῶν, ὅταν ὁ φόβος γιά τήν προελαύνουσα τεράστια στρατιωτική δύναμη, καί ἡ τεράστια ἐλάφρυνση λόγω τῆς ἐπιτυχοῦς ἄμυνας ὁλόκληρού του πληθυσμοῦ ἦταν ἀκόμη πρόσφατες ἀναμνήσεις, ὁ Αἰσχύλος παρουσίασε στή σκηνή τό γεγονός πού εἶχε σημασία γιά τήν παγκόσμια ἱστορία. Δύο μεγάλες μάχες εἶχαν ἀποφασιστική σημασία γιά τήν τύχη τοῦ πολέμου: ἡ ναυμαχία τῆς Σαλαμῖνος, πού κατέστρεψε τόν στόλο τῶν Περσῶν καί ἀναχαίτισε τήν προέλασή τους στήν κεντρική Ἑλλάδα, κατόπιν, μετά ἀπό ἕνα ἔτος, ἡ μάχη τῶν Πλαταιῶν κοντά στή Θήβα, μετά ἀπό τήν ὁποία τό περσικό πεζικό ἀποχώρησε ἀπό τήν Ἑλλάδα. Τό γεγονός ὅτι ὁ Αἰσχύλος ἀκολούθησε τήν ἀθηναϊκή ἑρμηνεία τῆς νίκης, καθώς ἔθέσε στό ἐπίκεντρο τή ναυμαχία τῆς Σαλαμϊνος (καί ὄχι τήν ὕστερη μάχη στή στεριά, τῆς ὁποίας ἠγοῦντο οἱ Σπαρτιᾶται), ἕνα ἐπίτευγμα κυρίως τοῦ ἀθηναϊκοῦ στόλου, δέν θά τό στιγματίσουμε ὡς ἕναν ἀνεπίτρεπτο «ἐθνικισμό» - ὁ ποιητής ἔπρεπε νά ἀναφερθεῖ σέ ὅ,τι ἦταν συναισθηματικά ἐγγύτερο στό κοινό του. Ὅμως τόν τόπο διαδραματίσεως τῆς ὑποθέσεως τοποθέτησε σέ μεγάλη ἀπόσταση ἀπό τήν Ἀθήνα: τό ἔργο διαδραματίζεται στήν βασιλική αὐλή τῶν Περσῶν στά Σοῦσα. Ἡ ὑπόθεση τοῦ ἔργου εἶναι ἐξίσου ἁπλή ὅσο καί ἐντυπωσιακή: ἡ ἡλικιωμένη βασιλομήτωρ Ἄτοσσα, χήρα του μεγάλου Δαρείου, γίνεται ἀποδέκτης τῆς εἰδήσεως γιά τήν ἀποτυχία τοῦ υἱοῦ της στή μακρινή Ἑλλάδα, ἀλλά ὄχι ἀμέσως καί μέ πλήρη ἀσφάλεια καί σαφήνεια, ἀλλά σέ περιγραφές πού ἀποσαφηνίζουν διαδοχικά τό ἀσύλληπτο συμβάν καί κλιμακώνουν βῆμα μέ βῆμα τή φρίκη, ἕως ἡ Ἄτοσσα νά ἐπικαλεσθεῖ τό φάντασμα τοῦ Δαρείου, στό δεύτερο μέρος: ἀναδυόμενος ἀπό τόν κάτω κόσμο, ὁ νεκρός βασιλεύς ἑρμηνεύει τήν ἥττα τοῦ υἱοῦ του ὡς ἀποτέλεσμα ἀλαζονείας καί ὕβρεως, πού ὁδηγεῖ στήν ἄτη καί καταλήγει στήν καταστροφή (στίχοι 820-2). Τό φάντασμα προφητεύει ὅτι μετά τήν ἀπώλεια τοῦ στόλου θά ἔπακολου- θήσει ἡ ἥττα τοῦ στρατεύματος. Στήν τελική σκηνή ἐμφανίζεται ὁ ἴδιος ὁ Ξερξης μέ μικρή συνοδεία, θρηνώντας τή δυστυχία του ἐπί μακρόν καί μέ ἔνταση.
Ἀπολαμβάνει ἐδῶ ὁ ποιητής τῶν Ἀθηνῶν τή νίκη τῆς πατρίδος του θραμβευτικά; Κατά κανέναν τρόπο: δέν καθίσταται ἀντιληπτό κανένα συναίσθημα ἑλληνικοῦ θριάμβου. Ἡ ἥττα παρουσιάζεται ἀπό τήν ὀπτική γωνία τοῦ ἀντιπάλου, ὑπάρχει ἐπαρκής δυνατότης γιά συμπάθεια μέ τόν τότε ἐχθρό. Ὁ Ξέρξης καταφθάνει μέν ρακένδυτος στό παλάτι του στά Σοῦσα - ἕνα ἐντελῶς μή ρεαλιστικό χαρακτηριστικό, καθώς ὅλοι οἱ Ἕλληνες ἐγνώριζαν ὅτι ὁ ἡττημένος μέγας βασιλεύς, μαζί μέ τό αὐλικό του κράτος, εἶχε προβεῖ σέ ὑποχώρηση καί μέ μεγάλη πολυτέλεια. Ὅμως τό νόημα τῆς ποιητικῆς ἐλευθερίας, τήν ὁποίαν ἔχει ἐδῶ ὁ δραματικός ποιητής, δέν εἶναι ἡ ταπείνωση καί διαπόμπευση τοϋ ἀντιπάλου. Παριστᾶται κυρίως ἡ τραγική θεμελιώδης ἐπίγνωση ὅτι καμία ἀνθρώπινη τύχη δέν εἶναι ἀσφαλής ἐνώπιον τῆς αἰφνίδιας πτώσεως καί ὅτι οἱ θεοί τιμωροῦν τήν ὕβρι. Σύμφωνα μέ αὐτήν τή διδασκαλία ὁ Ξερξης εἶναι ἕνας ρακένδυτος παλιννοστῶν. Οἱ Πέρσες ὡς λαός σέ κανένα σημεῖο τοῦ ἔργου δέν μειώνονται, δέν περιφρονοῦνται ἤ περιγελῶνται. Ἡ Ἄτοσσα εἶναι μία ἀξιοσέβαστη μορφή ἡγέτη καί ὁ Δαρεϊος πού ἀναδύεται ἀπό τό βασίλειο τῶν νεκρῶν προξενεῖ δέος. Αὐτή ἡ εὐγενής στάση ἔναντι τοῦ ἐχθροῦ ἔχει ἀσφαλῶς ὡς ὑπόδειγμα τόν Ὅμηρο (βλ. ἀνωτέρω σέλ. 36-37). Ἐκεῖνο ὅμως τό ὁποῖο, παρ’ ὅλον τόν σεβασμό γιά τόν ἀντίπαλο, ἦταν ἀπαραίτητο γιά τόν ποιητή, ὁ ὁποῖος εἶχε ὁ ἴδιος πολεμήσει στήν μάχη τοῦ Μαραθῶνος (490 π.Χ.), ἐξίσου ἀπαραίτητο καί γιά τό κοινό της Ἀθήνας καί γιά τούς μελλοντικούς Ἕλληνες ἀναγνῶστες, ἦταν ἡ ἐπεξεργασία τῆς ἀντιθέσεως μεταξύ της ἑλληνικῆς ἀντιλήψεως περί ἐλευθερίας καί τοῦ ἀνατολικοῦ δεσποτισμοῦ. Ἡ Ἄτοσσα πληροφορεῖται θεσμούς Ἀθηναίων, πού μέ μεγάλη δυσκολία μπορεῖ νά συλλάβει ἀπό τήν περσική ὀπτική:
τίς δέ ποιμάνωρ ἔπεστι κἀπιδεσπόζει στρατῶι;
οὔτινος δοῦλοι κέκληνται φωτός οὐδ’ ὑπήκοοι,
πῶς ἄν οὖν μένοιεν ἄνδρας πολεμίους ἐπήλυδας;
ὥστε Δαρείου πολύν τέ καί καλόν φθεῖραι στρατόν.
(Πέρσαι 241-4)
Καί ποιός εἶναι ὁ πρωτοριστής καί στό στρατό ἀρχηγεύει;
Δοῦλοι κι ὑπάκουοι, κανενός ἀνθρώπου δέ λογιοῦνται.
Καί πῶς μποροῦν ν’ ἀντισταθοῦν σ’ ἀντρῶν ὀχτρῶν τό κοῦρσος;
Πού τοῦ Δαρείου πολϋ στρατό καί καλό ν’ ἀφανίσουν.
2. Στίς «Ἱκέτιδες» πού παρουσιάστηκαν τό 463/462 π.Χ., οἱ πενήντα θυγατέρες τοῦ Δαναοῦ βρίσκονται ἐν φυγῆ. Ὡς ἱκέτιδες ἀπευθύνονται στό βασιλέα Πελασγό τοῦ Ἄργους, προκειμένου νά τίς προστατέψει ἀπό τούς πενήντα υἱούς τοῦ Αἰγύπτου, οἱ ὁποῖοι θέλουν νά τίς ἐξαναγκάσουν σέ γάμο. Ἡ ὑποδοχή τῶν ἱκέτιδων εἶναι ἀφενός θρησκευτικό καθῆκον, ἀφετέρου πολύ ἐπικίνδυνη γιά τήν πόλη ἐν ὄψει τῶν πιεστικῶν διωκτῶν. Σέ αὐτή τή δύσκολη κατάσταση ὁ Πελασγός ἀποδεικνύεται ὡς κυρίαρχος, ὁ ὁποῖος δέν μπορεῖ νά ἀποφασίσει τίποτα χωρίς τόν λαό:
Πέ ἐγώ δ’ ἄν οὐ κραίνοιμ’ ὑπόσχεσιν πάρος,
ἀστοῖς δέ πᾶσι τῶνδε κοινώσας πέρι.
Χό σύ τοι πόλις, σύ δέ τό δήμιον,
πρύτανις ἄκριτος ὤν,
κρατύνεις βωμόν, ἐστίαν χθονός,
μονοψήφοισι νεύμασι σέθεν,
μονοσκήπτροισι δ’ ἐν θρόνοις χρέος
πᾶν ἐπικραίνεις· ἄγος φυλάσσου.
Πέ εἶπον δέ καί πρίν, οὐκ ἄνευ δήμου τάδε
πράξαιμ' ἄν, οὐδέ περ κρατῶν, μή καί πότε
εἴπηι λεώς, εἴ ποῦ τί μή τοῖον τύχοι,
«ἐπήλυδας τιμῶν ἀπώλεσας πόλιν».
(Ἱκετιδαι 368-375. 398-401)
Πέ Ἔγω δέν θά μποροῦσα νά σᾶς δώσω ὑπόσχεση
πρίν νά ἐπικοινωνήσω μέ ὅλους τούς ἀστούς σχετικά μέ αὐτά.
Χό Ἐσύ εἶσαι ἡ πόλη, ἐσύ εἶσαι ὁ λαός,
ἀνώτερος, χωρίς νά κρίνεσαι,
διαχειρίζεσαι τόν βωμό, τήν ἑστία τῆς χώρας,
μέ μόνο τό νεΰμα σου, τό σκῆπτρο σου, τόν θρόνο σου.
εἶναι χρέος νά ὁλοκληρώσεις τά πάντα.
Φυλάξου ἀπό τό ἄγος!
Πέ Εἶπα καί προηγουμένως, δέν θά τό ἔπραττα χωρίς τόν λαό,
καί ἄν εἶχα τή δύναμη, καί ποτέ νά μή μοῦ πεῖ ὁ λαός,
ἐάν δέν ἐπιτύχει αὐτό,
“τιμώντας τούς ξένους μετανάστες, κατέστρεψες τήν πόλη”.
Ὁ Αἰσχύλος μετατρέπει τόν Πελασγό, ἕναν μυθικό βασιλέα τῆς ἀρχαϊκῆς ἐποχῆς, σέ ἕναν σύγχρονο δημοκράτη, ὅπως θά ταιρίαζε στήν Ἀθήνα τῆς ἐποχῆς του. Προκειμένου νά ἀποσαφηνίσει τό ἀπαράδεκτο γιά τούς Ἀθηναίους πολιτειακό σύστημα, ὁ ποιητής μέσω τοῦ χοροῦ ἐκφράζει τήν τοποθέτηση: «σύ τοί πόλις» (στ. 370), πού ἀντιστοιχεῖ ἀκριβῶς σέ αὐτό πού oἱ νεώτεροι χρόνοι ἀπεκάλεσαν «Τό κράτος εἶμαι ἐγώ» καί, καθόριζε ἀκόμη πρίν ἀπό 300 χρόνια τήν πολιτική πραγματικότητα. Στόν Αἰσχύλο ὅμως ὁ Πελασγός δέν μπορεΐ νά ἀντισταθεῖ στόν πειρασμό νά θεωρήσει τόν ἑαυτό του μοναδικό ἁρμόδιο. Μία τέτοια προβολή τῶν δικῶν τους συνθηκῶν στήν μυθική προϊστορία ἐνίσχυσε τή δημοκρατική συνείδηση τῆς μάζας τῶν θεατῶν, πού ἀριθμοῦσε χιλιάδες. Μέ ἰδιαίτερη προτίμηση παρουσίαζαν ὑπό ἀνάλογο φῶς τόν δικό τους μυθικό ἀρχαϊκό βασιλέα Θησέα, τόν ὁποῖο βεβαίως οἱ Ἀθηναῖοι θεωροῦσαν ἱστορική μορφή.
3. Οἱ «Εὐμενίδες» εἶναι τό τρίτο μέρος τῆς «Ὀρέστειας», ἐκείνης τῆς μοναδικῆς διασωθείσας τραγικῆς τριλογίας, ἡ ὁποία ἕως σήμερα διατηρεῖ τή θέση της στίς εὐρωπαϊκές σκηνές παρόλες τίς μεγαλειώδεις μεταβολές τοῦ θεάτρου ἀπό τόν Σαίξπηρ καί τόν Ρασίν, τούς Σίλλερ καί Γκαῖτε, Ἴμπσεν καί Στρίντμπεργκ, Μπρέχτ καί Μπέκετ. Ὁ Ὁρέστης ἐκδικήθηκε, ὅπως ἦταν τό καθῆκον του, τή δολοφονία τοῦ πατέρα τοῦ Ἀγαμέμνονος: φόνευσε ἀπό τήν πλευρά τοῦ τόν φονέα Αἴγισθο καί τή φόνισσα Κλυταιμνήστρα. Ὅμως ὡς μητροκτόνος εἶναι τώρα ἐκετεθειμένος στή δίωξη τῶν Ἐριννύων, θεῶν τῆς ἐκδικήσεως. Καταφεύγει στόν Ἀπόλλωνα, στούς Δελφούς, σύμφωνα μέ τίς ὁδηγίες τοῦ ὁποίου εἶχε διαπράξει τήν ἀμφισβητούμενη πράξη, συγχρόνως εὐσεβῆ καί μιαρή. Ὁ Ἀπόλλων ὅμως τόν ὁδηγεῖ ἐν συνεχεία στήν Ἀθήνα: ἐκεῖ θά κριθεῖ ἡ περίπτωσή του. Τοῦτο εἶναι νέο: ὁ μύθος ἀφηγεῖτο τήν ἐξιλέωση τοῦ Ὀρέστη διά τοῦ Ἀπόλλωνος, ὁ ὁποῖος τοῦ εἶχε ἐξάλλου ἀναθέσει τήν πράξη. Στήν Ἀθήνα, ἡ προστάτις θεά Ἀθηνᾶ ἀναλαμβάνει τήν ὑπόθεση: ἐγκαθιδρύει ἕνα νέο δικαστήριο, τόν Ἄρειο Πάγο. Ὁ Αἰσχύλος συνεπῶς παρέχει μέ τό δράμα του τό 458 π.Χ. μιά μυθολογική ἱστορία περί τῆς ἱδρύσεως ἐκείνου τοῦ ἀθηναϊκοῦ δικαστηρίου, τό ὁποῖο λίγο πρίν, τό ἔτος 462, εἶχε ἀποδυναμωθεῖ πολιτικά. Κατ’ αὐτόν τόν τρόπο ἡ τριλογία του, ἡ ὁποία μέ τήν συζυγοκτονία καί μητροκτονία πραγματεύεται ἕνα ἀπό νομικῆς καί θρησκευτικῆς ἀπόψεως ἐξαιρετικά σημαντικό θέμα, κερδίζει ἐπιπρόσθετη σπουδαιότητα μέ τήν πολιτικά ἐπίκαιρη θεματική τοῦ ὑψηλότατου κύρους δικαστηρίου τῆς πόλεως. Ἡ σκηνή τοῦ δικαστηρίου, στήν ὁποία κρίνεται ἡ τύχη τοῦ Ὀρέστη, ἔχει συλληφθεῖ παντελῶς ὑπό τό πνεῦμα τοῦ σύγχρονου δημοκρατικοῦ συστήματος δικαιοσύνης, πού ἐγγυᾶτο τήν ἀθώωση σέ περίπτωση ἰσοψηφίας. Στό δράμα ἡ Ἀθήνα κάνει χρήση αὐτῆς τῆς δικαιικῆς ἀρχῆς καί μεριμνεῖ ἡ ἴδια γιά τήν ἀθώωση. Ὅμως οἱ Ἐριννύες, ἕως τότε μόνον θεές τῆς ἀδυσώπητης ἐκδίκησης, μεταμορφώνονται σέ «Εὐμενίδες», «εὐμενεῖς» θεότητες, πού προστατεύουν τήν Ἀθήνα καί. συγχρόνως διατηροῦνται στόν φόβο γιά τήν ἀδικία, πού ἀναγκαστικά ἐπιφέρει διωγμό καί τιμωρία. Ἡ διπλή συμβουλή τῆς Ἀθήνας προειδοποιεῖ τόσο γιά τήν ἀναρχία ὅσο καί γιά τόν δεσποτισμό:
Ἀθ τό μήτ’ ἄναρχον μήτε δεσποτούμενον
ἀστοῖς περιστέλλουσι βουλεύω σέβειν,
καί μή τό δεινόν πᾶν πόλεως ἔξω βαλεῖν.
τίς γάρ δεδοικώς μηδέν ἔνδικος βροτῶν;
(Εὐμενίδες 696-699)
Ἀθ Μήτε τήν ἀναρχία μήτε τόν δεσποτισμό
νά σέβωνται οἵ πολίτες μου τούς συμβουλεύω
- κι ἄς τό κρατήσουνε καλά στό νοῦ τους -
καί νά μή διώξουν κάθε φόβο ἀπό τήν πόλη.
Γιατί ποιός εἶναι δίκαιος σάν δέν φοβᾶται τίποτα;
Σέ αὐτόν τόν στίχο ἡ νεαρή ἀθηναϊκή δημοκρατία μποροῦσε νά ἀναγνωρίζει τόν ἑαυτόν της καθώς καί στήν ἀπόφαση τῆς θεᾶς προστάτιδος τῆς πόλεως, πού ἀκολουθεῖ καί σύμφωνα μέ τόν ὁποῖο ἡ Ἀθήνᾶ μέ τήν ἀδιάβλητη τήρηση τοῦ δικαίου ἀπό τόν Ἄρειο Πάγο διέθετε πολιτικό ἐργαλεῖο μοναδικό στόν κόσμο (στίχος 700-708).
Ἐλεύθερος ἀπό μικρόνοο ἐθνικισμό, ὁ Αἰσχύλος διακηρύσσει ὡστόσο τήν ἰδεολογία τῆς δημοκρατικῆς ἐλευθερίας, τῆς εὐσέβειας καί τῆς τηρήσεως τοῦ δικαίου, ἡ ὁποία ὁδήγησε στήν «ἐφεύρεση τῶν Ἀθηνῶν» ὡς πνευματικοῦ τόπου μέ διαχρονική ἰσχύ.[15]
Βεβαίως ἡ σημασία τοῦ Αἰσχύλου δέν ἐξαντλήθηκε στή θεμελιώδη συμβολή του στή διαμόρφωση τῆς ὕστερης ἀθηναϊκῆς ἰδεολογίας. Ὑπῆρξαν ὁλόκληρες ἐποχές, κατά τίς ὁποῖες δέν ἀποδόθηκε καμία σημασία σέ αὐτήν τήν πλευρά τοῦ ἔργου του. ἐνῶ ἀναγνώρισαν τό μεγαλεῖο του γιά τήν δραματική λογοτεχνία. Ὅπως ἔδειξαν τά τρία σύντομα παραδείγματα, ὁ Αἰσχύλος ἔθεσε στό ἐπίκεντρο πάντοτε ζητήματα θεμελιώδους σημασίας γιά τή δικαιική σκέψη, γιά τήν ἠθική καί τή θρησκεία. Ἡ πίστη του στόν Δία, στό πλαίσιο τῆς ὁποίας ὁ Ζεύς λατρεύεται ὡς ὕψιστος ἐγγυητής τῆς δικαιοσύνης στόν κόσμο, συνιστᾶ σημαντικό παράδειγμα φιλοσοφικό-θεολογικοῦ μονοθεϊσμοῦ. Τό γεγονός ὅτι θέτει ἐπί σκηνῆς τά μεγάλα του θέματα μέ μιά δραματική τεχνική, ἡ ὁποία χωρίς ἐπιδίωξη ἐντυπωσιασμοῦ δημιουργεῖ πάντοτε ἐξωτερική ἔνταση, τόν καθιστά μνημεῖο γιά ὅλες τίς ἐποχές, ἕνα εἶδος ἀδιάβρωτου ἀρχέγονου πετρώματος τῆς εὐρωπαϊκῆς λογοτεχνίας. Λόγω περιορισμένου χώρου, δέν μπόρεσε ἐδῶ νά γίνει ἐκτενῶς λόγος σχετικά μέ τό ποιητικό του μέγεθος, καί γιά τοῦτο ἄς ἀρκέσει ἡ προσπάθεια νά. παρουσιαστεῖ ἐν συντομία τουλάχιστον ὡς ποιητής σέ ἕνα ἱστορικο-πολιτικά νέο περιβάλλον μέ προεκτάσεις πρός τό μέλλον.
------------------------
[1] Ἀριστοτέλης, Ποιητική 4, 1448 b5-20.
[2] Νέα συλλογή κειμένων: V. Binder - Μ. Kotenjak - Β. Noack (ἐπιμ.), Ἐρί- taphien. Tod, Totenrede, Rhetorik, ἐπιλογή, μετάφραση καί σχόλια, Ράντεν - Βεστφαλία 2007. - Σχετικά μέ τόν Ἐπιτάφιο τοΰ Θουκυδίδη βλ. κατωτέρω κεφάλαιο 8 σελ. 282-284
[3] Η. Miinkler - Μ. Llanque βλ. κυρίως “Demokratie" στό: Der Neue Pauly. Rezeptions- und Wissenschaftsgeschichte. τόμος 13. Στουτγάρδη 1999, στ. 723.
[4] I. Κάντ, Zum ewigen Frieden. Ein philosophischer Entwurf, 1795, 2η ἔκδοση, Κοανιγκσβέργη 1796, BA 25.
[5] Κ. Raaflaub, Die Entdeckung der Freiheit, Μόναχο 1985. Christian Meier, Die Entstehung des Politischen bei den Griechen, Φρανκφούρτη 1980.
[6] W. Hofmann, Ideengeschichte der sozialen Bewegung des 19. und 20. Jahr- hunderts. Βερολίνο-Νέα Ὑόρκη 1971.
[7] Ἀπό τήν ἐκτεταμένη βιβλιογραφία ἄς ὑπογραμμισθοῦν: J. Bleicken, Die athenische Demokratie. Παντερμπορν 1985, Μ. Η. Hansen, The Athenian Democracy in the Age of Demosthenes. Ὀξφόρδη 1991. - Άπό τίς ἀπειράριθμες ἀρχαῖες πηγές, οἱ ὁποῖες εἴτε μαρτυροῦν μέ ἀκρίβεια μεμονωμένους θεσμούς καί διαδικασίες τῆς δημοκρατίας σέ συγκεκριμένες συνθῆκες, εἴτε ἀντιθέτως ἐξυμνοῦν μέ γενικότητα τό φιλελεύθερο σύστημα (ἤ καταδικάζουν τήν κατάχρησή του), ἐξέχει ἡ τόσο λεπτομερής ὅσο καί συστηματικά ἐπεξεργασμένη παρουσίαση τοῦ Ἀριστότελους. Ἀθηναίων Πολιτεία (Γέρμ. μετάφραση καί σχόλια: Μ. Chambers. Βερολίνο 1990).
[8] Ἡ ἐσωτερική «λειτουργία» τῆς ἄμεσης δημοκρατίας ὡστόσο ὑπέστη μία εὐαίσθητη ὑποτροπή στήν κρίση κατά τό τέλος τοῦ Πελοποννησιακοῦ πολέμου: ἐντός ὀλίγων ἔτων αὐτή ἡ πολιτειακή μορφή καταργήθηκε δύο φορές (τό 411 μέ τήν ὀλιγαρχία, τό 404 μέ μία μικρή ὁμάδα τυράννων). Καί τίς δύο φορές ὅμως ἀπεκαταστάθη ἐντός ὀλίγου χρόνου.
[9] Οἱ πηγές στόν Μ. Η. Hansen (βλ. ὑποσ. 7), 76-78.
[10] Οἱ ἀποκαλοΰμενες κοινοβουλευτικές ἐξεταστικές ἐπιτροπές εἶναι καταδικασμένες σέ ἀναποτελεσματικότητα μέ τήν ποσόστωση τῶν κομμάτων.
[11] Ὑπό αὐτήν τήν ἔννοια ἐκφράσθηκε ἤδη ὁ Ἀριστοτέλης, Ἀθηναίων πολιτεία (βλ. ἀνωτέρω ὑποσ. 7), κεφάλαιο 28.
[12] Παραπέμπουμε στό ὡραῖο βιβλίο τοΰ G. Murray, Aeschylus. The Creator of Tragedy, Ὀξφόρδη 1940.
[13] Μιά ὑποθετική, ἀλλά ἐσωτερικά συνεπῆ ἀναπαραγωγή τῆς μόρ- φολογικῆς ἱστορίας τῆς πρώιμης τραγωδίας, πού δέν μαρτυρεΐται σέ κείμενα, παρέχει ὁ W. Schadewaldt, Die griechische Tragodie (Tiibinger Vorlesungen), τόμος 4, Φρανκφούρτη 1991, 34-66.
[14] Τό γεγονός ὅτί τό δράμα Ρῆσος δέν μπορεῖ νά εἶναι ἔργο τοῦ Εὐριπίδου ἦταν ἀνέκαθεν ὁμόφωνη γνώμη τῶν ἐπιστημόνων. Τό δράμα Προμηθεύς ἀντιθέτως ἕως προσφάτως ἦταν ἀμφισβητούμενο. Ἡ ὁριστική ἀπόδειξη, ὅτι τό ἔργο δέν μπορεῖ νά εἶναι τοῦ Αἰσχύλου, ἀλλά συντάχθηκε μᾶλλον ἀπό ἕναν ἄγνωστο σέ ἐμᾶς ποιητή περίπου μεταξύ 430-420 π.Χ., εἶναι ἐπίτευγμα τοῦ Robert Bees. Zur Datierung des Prometheus Desmotes, Στουτγάρδη 1993.
[15] Τόν συνθηματικό ὅρο περί «ἐφευρέσεως» τῶν Ἀθηνῶν δημιούργησε ἡ Nicole Loraux, L’invention d’ Athlnes. Histoire d I’oraison funibre dans la «cite classique», Paris 1981.
Ιστορικές αντιγραφές και απομιμήσεις
Η ιστορία του Χριστού γύρω στο 2000 π.Χ.
Σκέφτηκα να σας κάνω κοινωνούς της ιστορίας του θεού Μαρδούκ, που παραθέτει ο σεβαστός αρχαιολόγος και ακαδημαϊκός Σπύρος Μαρινάτος, για να προβληματιστούμε όλοι μαζί πάνω στη μυθολογική προέλευση των θρησκειών, του χριστιανισμού συμπεριλαμβανομένου.
Κατά τη διάρκεια λοιπόν του σουμερικού, στη συνέχεια βαβυλωνικού, πολιτισμού, αναπτύχθηκαν διάφοροι μύθοι οι οποίοι είχαν σημαντική επίδραση στις μυθολογίες, στις θρησκευτικές αντιλήψεις, στα έθιμα άλλων λαών και δη των αρχαίων εβραίων έως και των σύγχρονων χριστιανών.
Έτσι για παράδειγμα η σημερινή βδομάδα με τις εφτά μέρες είναι επιβίωση της λατρείας των βαβυλωνίων αστρικών θεών.
Εκείνη την εποχή λοιπόν, δηλαδή περίπου 2.000 χρόνια προ Χριστού, ήταν συχνό το φαινόμενο να πλάθονται θεότητες το πιο συχνά της βλάστησης ή της ευφορίας της γης, οι οποίες πέθαιναν και ανασταίνονταν. Μάλιστα κάτι τέτοιο αναφέρεται και σε μοιρολόγια ακόμη πιο παλιά. Αυτό συμβόλιζε τον θάνατο και την ανάσταση της φύσης. Ανάμεσά τους, ο θεός Ταμούζ αγαπημένος της θεάς του έρωτα και της ηδονής, Ιστάρ (Αστάρτης), η οποία και αυτή κατέβηκε στον Άδη, δηλαδή «στη χώρα από την οποία δεν γυρίζουν», για να βρει τον αγαπημένο της και κατόρθωσε να αποδράσει. Παρόμοιες θεότητες που πέθαναν και αναστήθηκαν εμφανίζονται και αργότερα. Τέτοιες ήταν του Αιγύπτιου Όσιρη, του θεού των Φρυγών Άττη, του Άδωνη...
Η ιστορία όμως του θεού Μαρδούκ, η γιορτή του οποίου ως γιορτή του νέου έτους των Βαβυλωνίων γιορταζόταν στη Βαβυλώνα κάθε χρόνο την άνοιξη και πιο συγκεκριμένα κατά το γρηγοριανό ημερολόγιο τους μήνες Μάρτιο-Απρίλιο και κατά το ιουλιανό ημερολόγιο τον Απρίλιο, όπως καληώρα το δικό μας Πάσχα, έχει συγκλονιστικές ομοιότητες με εκείνη του δικού μας Χριστού. (Στην εικόνα αριστερά ο Μαρδούκ και ο δράκος του...)
Ο Μαρδούκ, ο οποίος ξεκίνησε να λατρεύεται ως θεός της γονιμότητας, στη συνέχεια, αφού νίκησε κατά τη θεομαχία τον θεό Τιαμάτ (το Χάος), αναγνωρίζεται από τους άλλους θεούς ως ο πρώτος θεός . Ο ίδιος, αφού χωρίσει το Χάος στα δύο, δημιουργεί το Σύμπαν και τελικά τον άνθρωπο από πηλό και από το αίμα ενός προδότη θεού που βοήθησε τον Τιαμάτ. Ολα αυτά αναφέρονται στο «ποίημα της δημιουργίας», το οποίο και γράφτηκε ανάμεσα στο 1125 και το 1104 π.χ., οπότε και ο Μαρδούκ αναδείχθηκε από τους Βαβυλώνιους πρώτη θεότητα. Το ποίημα αυτό διαβαζόταν από τον αρχιερέα των Βαβυλωνίων την τέταρτη μέρα της γιορτής του Νέου Ετους.
Να όμως πώς περιγράφει ο Μαρινάτος τον μύθο του θανάτου και της ανάστασης του Μαρδούκ έτσι όπως αυτός αναφέρεται σε ένα κείμενο της βιβλιοθήκης της πόλης Ασσούρ: «Το κείμενο [των Παθών του Μαρδούκ] μας περιγράφει κυριολεκτικώς έναν παθόντα και ταφέντα και αναστάντα Μαρδούκ, όστις εθριάμβευσε του Αδου και του θανάτου».
«Ο Μαρδούκ κρατείται αιχμάλωτος στα Δύο Όρη, όπερ σημαίνει το υποχθόνιο δικαστήριο. Εκεί υποβάλλεται σε ανάκριση. Επειτα θανατώνεται και άγεται στο όρος. Μαζί με αυτόν θανατώνεται και ένας κακούργος. [...] Τα ιμάτια του Μαρδούκ απάγονται. [...] Στο όρος στο οποίο βρίσκεται ο θεός φυλάγεται από στρατιώτες και είναι σκότος. Εκεί κατέρχεται η σύζυγός του [η "δέσποινα της Βαβυλωνίας"] και τον αναζητεί μέχρι της θύρας του τάφου. Τέλος όμως ο θεός ανίσταται εκ του όρους και επανέρχεται εις την ζωή.»
Μάλιστα κατά την εορτή του Μαρδούκ στη Βαβυλώνα, αυτή η ανάστασή του γιορτάζεται την όγδοη μέρα των γιορταστικών εκδηλώσεων της πόλης προς τιμήν του με διάφορες εκδηλώσεις, που ξεκινούν από το πρωί και καταλήγουν με μια Μεγάλη εντυπωσιακή Λιτανεία, κατά την οποία περιφέρονται τα αγάλματα του αναστηθέντος Θεού.
Να, λοιπόν, μια ιστορία που, όπως γράφει ο Σπύρος Μαρινάτος, παρουσιάζει «αναλογία περίεργη προς τις χριστιανικές ιδέες», ένας μύθος ενός θεού που μας έρχεται χιλιάδες χρόνια πριν από τον Χριστό και μοιάζει πολύ με εκείνον του Χριστού.
Κατά τα άλλα, για την πραγματική μας Ανάσταση ας μην ξεχνάμε το απόσπασμα από την ψαλμωδία της Μεγάλης Δευτέρας: «Πρόσθες αυτοίς κακά, Κύριε, πρόσθες αυτοίς κακά τοις ενδόξοις της γης. Αλληλούια...»
Κατά τη διάρκεια λοιπόν του σουμερικού, στη συνέχεια βαβυλωνικού, πολιτισμού, αναπτύχθηκαν διάφοροι μύθοι οι οποίοι είχαν σημαντική επίδραση στις μυθολογίες, στις θρησκευτικές αντιλήψεις, στα έθιμα άλλων λαών και δη των αρχαίων εβραίων έως και των σύγχρονων χριστιανών.
Έτσι για παράδειγμα η σημερινή βδομάδα με τις εφτά μέρες είναι επιβίωση της λατρείας των βαβυλωνίων αστρικών θεών.
Εκείνη την εποχή λοιπόν, δηλαδή περίπου 2.000 χρόνια προ Χριστού, ήταν συχνό το φαινόμενο να πλάθονται θεότητες το πιο συχνά της βλάστησης ή της ευφορίας της γης, οι οποίες πέθαιναν και ανασταίνονταν. Μάλιστα κάτι τέτοιο αναφέρεται και σε μοιρολόγια ακόμη πιο παλιά. Αυτό συμβόλιζε τον θάνατο και την ανάσταση της φύσης. Ανάμεσά τους, ο θεός Ταμούζ αγαπημένος της θεάς του έρωτα και της ηδονής, Ιστάρ (Αστάρτης), η οποία και αυτή κατέβηκε στον Άδη, δηλαδή «στη χώρα από την οποία δεν γυρίζουν», για να βρει τον αγαπημένο της και κατόρθωσε να αποδράσει. Παρόμοιες θεότητες που πέθαναν και αναστήθηκαν εμφανίζονται και αργότερα. Τέτοιες ήταν του Αιγύπτιου Όσιρη, του θεού των Φρυγών Άττη, του Άδωνη...
Η ιστορία όμως του θεού Μαρδούκ, η γιορτή του οποίου ως γιορτή του νέου έτους των Βαβυλωνίων γιορταζόταν στη Βαβυλώνα κάθε χρόνο την άνοιξη και πιο συγκεκριμένα κατά το γρηγοριανό ημερολόγιο τους μήνες Μάρτιο-Απρίλιο και κατά το ιουλιανό ημερολόγιο τον Απρίλιο, όπως καληώρα το δικό μας Πάσχα, έχει συγκλονιστικές ομοιότητες με εκείνη του δικού μας Χριστού. (Στην εικόνα αριστερά ο Μαρδούκ και ο δράκος του...)
Ο Μαρδούκ, ο οποίος ξεκίνησε να λατρεύεται ως θεός της γονιμότητας, στη συνέχεια, αφού νίκησε κατά τη θεομαχία τον θεό Τιαμάτ (το Χάος), αναγνωρίζεται από τους άλλους θεούς ως ο πρώτος θεός . Ο ίδιος, αφού χωρίσει το Χάος στα δύο, δημιουργεί το Σύμπαν και τελικά τον άνθρωπο από πηλό και από το αίμα ενός προδότη θεού που βοήθησε τον Τιαμάτ. Ολα αυτά αναφέρονται στο «ποίημα της δημιουργίας», το οποίο και γράφτηκε ανάμεσα στο 1125 και το 1104 π.χ., οπότε και ο Μαρδούκ αναδείχθηκε από τους Βαβυλώνιους πρώτη θεότητα. Το ποίημα αυτό διαβαζόταν από τον αρχιερέα των Βαβυλωνίων την τέταρτη μέρα της γιορτής του Νέου Ετους.
Να όμως πώς περιγράφει ο Μαρινάτος τον μύθο του θανάτου και της ανάστασης του Μαρδούκ έτσι όπως αυτός αναφέρεται σε ένα κείμενο της βιβλιοθήκης της πόλης Ασσούρ: «Το κείμενο [των Παθών του Μαρδούκ] μας περιγράφει κυριολεκτικώς έναν παθόντα και ταφέντα και αναστάντα Μαρδούκ, όστις εθριάμβευσε του Αδου και του θανάτου».
«Ο Μαρδούκ κρατείται αιχμάλωτος στα Δύο Όρη, όπερ σημαίνει το υποχθόνιο δικαστήριο. Εκεί υποβάλλεται σε ανάκριση. Επειτα θανατώνεται και άγεται στο όρος. Μαζί με αυτόν θανατώνεται και ένας κακούργος. [...] Τα ιμάτια του Μαρδούκ απάγονται. [...] Στο όρος στο οποίο βρίσκεται ο θεός φυλάγεται από στρατιώτες και είναι σκότος. Εκεί κατέρχεται η σύζυγός του [η "δέσποινα της Βαβυλωνίας"] και τον αναζητεί μέχρι της θύρας του τάφου. Τέλος όμως ο θεός ανίσταται εκ του όρους και επανέρχεται εις την ζωή.»
Μάλιστα κατά την εορτή του Μαρδούκ στη Βαβυλώνα, αυτή η ανάστασή του γιορτάζεται την όγδοη μέρα των γιορταστικών εκδηλώσεων της πόλης προς τιμήν του με διάφορες εκδηλώσεις, που ξεκινούν από το πρωί και καταλήγουν με μια Μεγάλη εντυπωσιακή Λιτανεία, κατά την οποία περιφέρονται τα αγάλματα του αναστηθέντος Θεού.
Να, λοιπόν, μια ιστορία που, όπως γράφει ο Σπύρος Μαρινάτος, παρουσιάζει «αναλογία περίεργη προς τις χριστιανικές ιδέες», ένας μύθος ενός θεού που μας έρχεται χιλιάδες χρόνια πριν από τον Χριστό και μοιάζει πολύ με εκείνον του Χριστού.
Κατά τα άλλα, για την πραγματική μας Ανάσταση ας μην ξεχνάμε το απόσπασμα από την ψαλμωδία της Μεγάλης Δευτέρας: «Πρόσθες αυτοίς κακά, Κύριε, πρόσθες αυτοίς κακά τοις ενδόξοις της γης. Αλληλούια...»
«Ιερές» αντιφάσεις και ασυναρτησίες ΜΕΡΟΣ ΙΗ' (143 - 151)
(Έχω σταχυολογήσει 560 αντιφάσεις από ένα σύνολο περίπου 35000 αντιφάσεις και ασυναρτησίες που θα σας τις παρουσιάσω σε συνέχειες)
Όλες οι αντιφάσεις στη Βίβλο Ανά βιβλίο:
Λευιτικόν
143. Πρέπει να μισούμε τους άλλους ανθρώπους;
Ναι, πρέπει να μισούμε μερικούς ανθρώπους.
Αν κάποιος άντρας έρθει σε μένα, και δεν μισεί τον πατέρα του, και τη μητέρα του, και τη σύζυγό του, και Παιδιά, και αδελφοί, και αδελφές, ναι, και η δική του ζωή επίσης, δεν μπορεί να είναι Μαθητής μου. Κατά Λουκάν 14:26
Όχι, δεν πρέπει ποτέ να μισούμε κανέναν.
Δεν πρέπει να μισείς τον αδελφό σου στην καρδιά σου. Λευιτικό 19:17
Αγάπα τον πλησίον σου όπως τον εαυτό σου. Λευιτικό 19:18
Όποιος μισεί τον αδελφό του είναι δολοφόνος: και ξέρετε ότι κανένας δολοφόνος δεν έχει αιώνια ζωή μένοντας σε αυτόν. Α ́ Ιωάννου 3:15
Αν ένας άνθρωπος πει, αγαπώ τον Θεό και μισεί τον αδελφό του, είναι ψεύτης: γιατί αυτός που δεν αγαπά τον αδελφό του τον οποίο έχει δει, πώς μπορεί να αγαπά τον Θεό τον οποίο έχει δει· Δεν είδατε; Και αυτή την εντολή έχουμε εμείς από αυτόν, ότι αυτός που αγαπά Ο Θεός αγαπά και τον αδελφό του. Α ́ Ιωάννου 4:20-21
144. Πώς πρέπει να αντιμετωπίζονται οι άπιστοι;
ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΑΠΟ ΤΟ ΜΕΡΟΣ ΙΖ'
Όλες οι αντιφάσεις στη Βίβλο Ανά βιβλίο:
Ναι, πρέπει να μισούμε μερικούς ανθρώπους.
Αν κάποιος άντρας έρθει σε μένα, και δεν μισεί τον πατέρα του, και τη μητέρα του, και τη σύζυγό του, και Παιδιά, και αδελφοί, και αδελφές, ναι, και η δική του ζωή επίσης, δεν μπορεί να είναι Μαθητής μου. Κατά Λουκάν 14:26
Όχι, δεν πρέπει ποτέ να μισούμε κανέναν.
Δεν πρέπει να μισείς τον αδελφό σου στην καρδιά σου. Λευιτικό 19:17
Αγάπα τον πλησίον σου όπως τον εαυτό σου. Λευιτικό 19:18
Όποιος μισεί τον αδελφό του είναι δολοφόνος: και ξέρετε ότι κανένας δολοφόνος δεν έχει αιώνια ζωή μένοντας σε αυτόν. Α ́ Ιωάννου 3:15
Αν ένας άνθρωπος πει, αγαπώ τον Θεό και μισεί τον αδελφό του, είναι ψεύτης: γιατί αυτός που δεν αγαπά τον αδελφό του τον οποίο έχει δει, πώς μπορεί να αγαπά τον Θεό τον οποίο έχει δει· Δεν είδατε; Και αυτή την εντολή έχουμε εμείς από αυτόν, ότι αυτός που αγαπά Ο Θεός αγαπά και τον αδελφό του. Α ́ Ιωάννου 4:20-21
Σκοτώστε τους.
Αν ο αδελφός σου, ο γιος της μητέρας σου, ή ο γιος σου, ή η κόρη σου, ή η σύζυγος του κόλπου σου, ή ο φίλος σου, που είναι σαν τη δική σου ψυχή, σε δελεάζει κρυφά, λέγοντας: Ας πάμε να υπηρετήσουμε άλλους θεούς, τους οποίους δεν γνώρισες, ούτε εσύ, ούτε οι πατέρες σου. Δηλαδή, των θεών των ανθρώπων που είναι γύρω σας ... Δεν θα συγκατατεθείς σε αυτόν, ούτε θα τον ακούσεις. Ούτε το μάτι σου Λυπήσου τον, ούτε θα περισσέψεις, ούτε θα τον κρύψεις: Αλλά εσύ θα Σίγουρα σκότωσέ τον. Το χέρι σου θα είναι πρώτο επάνω του για να τον θανατώσει, και μετά το χέρι όλου του λαού. Και θα τον λιθοβολήσεις με πέτρες, για να πεθάνει. Δευτερονόμιο 13:6-10
Αποφύγετε τους.
Να μην είστε άνισα συνδεδεμένοι με τους απίστους: για ποια κοινωνία έχει δικαιοσύνη με αδικία; Και ποια κοινωνία έχει το φως με το σκοτάδι; Και τι ομόνοια έχει Ο Χριστός με τον Μπελιάλ; Ή ποιο μέρος έχει αυτός που πιστεύει με έναν άπιστο; ... Γι' αυτό βγες από ανάμεσά τους, και να είστε χωρισμένοι, λέει ο Κύριος. Β ́ Κορινθίους 6:14-17
Να τους αγαπάτε και να είστε ευγενικοί μαζί τους.
Αγάπα τον πλησίον σου όπως τον εαυτό σου. Λευιτικό 19:18, Ματθαίος 22:39, Μάρκος 12:31, Λουκάς 10:27, Ρωμαίους 13:9-10, Γαλάτες 5:14, Ιακώβου 2:8
Αγάπα τους εχθρούς σου. Ματθαίος 5:44, Λουκάς 6:27
Ό,τι θέλετε να σας κάνουν οι άνθρωποι, κάντε το και σε αυτούς. Ματθαίος 7:12, Λουκάς 6:31
Πρέπει να εκτελεστούν.
Και ο άντρας που διαπράττει μοιχεία με τη γυναίκα ενός άλλου άνδρα, ακόμη και αυτός που διαπράττει μοιχεία με τη γυναίκα του γείτονά του, ο μοιχός και η μοιχαλίδα σίγουρα θα θανατωθούν. Λευιτικό 20:10
Και οι γραμματείς και οι Φαρισαίοι έφεραν προς αυτόν μια γυναίκα που είχε συλληφθεί για μοιχεία. Και όταν την έβαλαν στη μέση, του λένε: Κύριε, αυτή η γυναίκα συνελήφθη για μοιχεία, στην ίδια την πράξη. Τώρα ο Μωυσής στο νόμο μας πρόσταξε, ότι αυτοί πρέπει να λιθοβοληθούν: αλλά τι λέει εσύ; Αυτό το είπαν, βάζοντάς τον σε πειρασμό, ότι ίσως χρειαστεί να τον κατηγορήσουν. Αλλά ο Ιησούς έσκυψε κάτω, και με το δάχτυλό του έγραψε στο έδαφος, όπως αν και δεν τους άκουσε. Έτσι, όταν συνέχισαν να τον ζητούν, σήκωσε τον εαυτό του, και τους είπε: Αυτός που είναι αναμάρτητος ανάμεσά σας, Ας ρίξει πρώτα μια πέτρα σε αυτήν. Κατά Ιωάννην 8:3-8
Πρέπει να σκοτωθούν.
Εάν ένας άνθρωπος βρίσκεται επίσης με Η ανθρωπότητα, καθώς βρίσκεται με μια γυναίκα, και οι δύο έχουν διαπράξει ένα βδέλυγμα: σίγουρα θα θανατωθούν. το αίμα τους είναι πάνω τους. Λευιτικό 20:13
Πρέπει να εξοριστούν.
Και ο Ασά έκανε αυτό που ήταν σωστό στα μάτια του Κυρίου... Πήρε μακριά οι σοδομίτες έξω από τη γη. Α ́ Βασιλέων 15:11-12
Και αν κάποιος άντρας ξαπλώσει μαζί της, και τα λουλούδια της είναι επάνω του, θα είναι ακάθαρτος επτά ημέρες. Και όλο το κρεβάτι όπου βρίσκεται θα είναι ακάθαρτο. Λευιτικό 15:24
Αυτός και η γυναίκα θα αποκοπούν από το λαό τους.
Και αν ένας άντρας πει ψέματα με μια γυναίκα που έχει την ασθένειά της, και θα αποκαλύψει τη γύμνια της. Ανακάλυψε την πηγή της, και αποκάλυψε την πηγή του αίματός της: και οι δύο θα αποκοπούν από τον λαό τους. Λευιτικό 20:18
Ναι, ο Θεός είναι αγάπη και αγαπά τους πάντες.
Επειδή ο Θεός αγάπησε τόσο πολύ τον κόσμο, ώστε έδωσε τον μονογενή του Υιό, ώστε όποιος πιστεύει σε αυτόν να πρέπει Να μην χαθούν, αλλά να έχουν αιώνια ζωή. Κατά Ιωάννην 3:16
Αυτός που αγαπά δεν γνωρίζει τον Θεό. γιατί ο Θεός είναι αγάπη. Α ́ Ιωάννου 4:8
Και γνωρίσαμε και πιστέψαμε την αγάπη που μας έχει ο Θεός. Ο Θεός είναι αγάπη. Και αυτός που κατοικεί μέσα Η αγάπη κατοικεί στον Θεό και ο Θεός σε αυτόν. Α ́ Ιωάννου 4:16
Όχι, ο Θεός μισεί μερικούς ανθρώπους.
Μισεί ολόκληρα έθνη μερικές φορές.
Και δεν θα περπατήσετε με τους τρόπους του έθνους, τους οποίους εκδίωξα μπροστά σας: γιατί διέπραξαν όλα αυτά τα πράγματα, και γι' αυτό τους απεχθάνομαι. Λευιτικό 20:23
Αυτός [ο Θεός] με σκίζει με την οργή του, που με μισεί: με τρίζει με τα δόντια του. Ιώβ 16:9
Δοκιμάζεις όλους τους εργάτες της ανομίας. Ψαλμός 5:5
Τους μισούσα: για την κακία των πράξεών τους. Ωσηέ 9:15
Για τον Θεό ο πονηρός και η κακία του είναι εξίσου μισητές. Σοφία 14:9
Οι κακοί... τους οποίους ο Κύριος απεχθάνεται. Ψαλμός 10:3
Ο Κύριος τρισπέρνει τους δίκαιους, αλλά τους πονηρούς και αυτόν που αγαπά τη βία μισεί την ψυχή του. Ψαλμός 11:5
Αυτά τα έξι πράγματα μισεί ο Κύριος... Ένας ψευδομάρτυρας που λέει ψέματα, και αυτός που σπέρνει τη διχόνοια μεταξύ αδελφών. Παροιμίες 6:16, 19
Αλλά αν δεν με ακούσετε, και δεν κάνετε όλες αυτές τις εντολές... Η ψυχή μου θα σε απεχθάνεται. Λευιτικό 26:14-30
Και μίσησα τον Ησαύ, και κατέστρεψα τα βουνά του και την κληρονομιά του για τους δράκους της ερήμου. Μαλαχίας 1:3
Όπως είναι γραμμένο, τον Ιακώβ αγάπησα, αλλά τον Ησαύ μίσησα. Προς Ρωμαίους 9:13
Ναι
Ούτε ας πει ο ευνούχος: Ιδού, είμαι ένα ξερό δέντρο. Γιατί έτσι λέει ο Κύριος στους ευνούχους που τηρούν τα σάββατά μου, και επιλέγουν τα πράγματα που με ευχαριστούν, και κρατούν τη διαθήκη μου. Ακόμη και σε αυτούς θα δώσω στον οίκο μου και μέσα στα τείχη μου έναν τόπο και ένα όνομα καλύτερο από τους γιους και τις κόρες: θα τους δώσω ένα αιώνιο όνομα, το οποίο δεν θα αποκοπεί. Ησαΐας 56:3-5
Διότι υπάρχουν μερικοί ευνούχοι, οι οποίοι γεννήθηκαν έτσι από τη μήτρα της μητέρας τους· και υπάρχουν μερικοί ευνούχοι, οι οποίοι έγιναν ευνούχοι ανθρώπων· και υπάρχουν ευνούχοι, οι οποίοι έχουν γίνει ευνούχοι για χάρη της βασιλείας των ουρανών. Αυτός που είναι σε θέση να το λάβει, ας το λάβει. Κατά Ματθαίον 19:12
Και καθώς προχωρούσαν, ήρθαν σε ένα ορισμένο νερό: και ο ευνούχος είπε: Δείτε, εδώ είναι νερό. Τι με εμποδίζει να βαπτιστώ; Και ο Φίλιππος είπε: Αν πιστεύεις με όλη σου την καρδιά, μπορείς. Και απάντησε και είπε: Πιστεύω ότι ο Ιησούς Χριστός είναι ο Υιός του Θεού. Και διέταξε το άρμα να σταθεί ακίνητο: και κατέβηκαν και οι δύο στο νερό, και ο Φίλιππος και ο ευνούχος. Και τον βάπτισε. Πράξεις 8:36-38
Όχι
Στο Λευιτικό και το Δευτερονόμιο, οι ευνούχοι (μαζί με άλλους «ψεγάδιους ανθρώπους) αποκλείονται από κάθε είδους θρησκευτική δραστηριότητα.
Όποιος κι αν είναι από το σπέρμα σου στις γενεές τους που έχει κάποιο ψεγάδι, ας μην πλησιάσει για να προσφέρει τον άρτο του Θεού του. Γιατί όποιος άνθρωπος κι αν είναι αυτός που έχει ψεγάδι, δεν θα πλησιάσει: έναν τυφλό, ή έναν κουτσό, ή αυτόν που έχει επίπεδη μύτη... ή έχουν σπάσει οι πέτρες του. Κανένας άνθρωπος που έχει ψεγάδι από το σπέρμα του Ααρών του ιερέα δεν θα έρθει κοντά για να προσφέρει τις προσφορές του Κυρίου που έγιναν με φωτιά: έχει ένα ψεγάδι. Δεν θα έρθει κοντά για να προσφέρει το ψωμί του Θεού του. Λευιτικό 21:17-21
Αυτός που είναι πληγωμένος στις πέτρες, ή έχει αποκοπεί το ιδιωτικό μέλος του, δεν θα εισέλθει στην εκκλησία του Κυρίου. Δευτερονόμιο 23:1
Όχι
Ακούσατε ότι έχει ειπωθεί: Οφθαλμόν αντί οφθαλμού και οδόντα αντί οδόντος: Εγώ όμως σας λέω: Για να μην αντισταθείτε στο κακό· αλλά όποιος σας χτυπήσει στο δεξί μάγουλο, στραφείτε σ' αυτόν και το άλλο. Κατά Ματθαίον 5:38-39
Ναι.
Ο Θεός μας προστάζει να τον φοβόμαστε.
Θα φοβάσαι τον Θεό σου, γιατί εγώ είμαι ο Κύριος ο Θεός σου. Λευιτικό 25:17
Για να φοβάσαι τον Κύριο τον Θεό σου, για να φυλάξεις όλα τα δικά του καταστατικά και τις εντολές του. Δευτερονόμιο 6:2
Θα φοβάσαι τον Κύριο τον Θεό σου. Δευτερονόμιο 6:13
Και ο Κύριος μας πρόσταξε... να φοβόμαστε τον Κύριο τον Θεό μας. Δευτερονόμιο 6:24
Τι απαιτεί ο Κύριος ο Θεός σου από σένα, παρά μόνο να Να φοβάσαι τον Κύριο τον Θεό σου. Δευτερονόμιο 10:12
Θα φοβάσαι τον Κύριο τον Θεό σου. Δευτερονόμιο 10:20
Να φοβάσαι τον Κύριο. Ιησούς του Ναυή 24:14, Α ́ Σαμουήλ 12:24, Παροιμίες 3:7
Ας φοβηθεί όλη η γη τον Κύριο. Ψαλμός 33:8
Γιε μου, φοβάσαι τον Κύριο. Παροιμίες 24:21
Ο Θεός το κάνει, για να φοβούνται οι άνθρωποι μπροστά του. Εκκλησιαστής 3:14
Γιατί μέσα στο πλήθος των ονείρων και των πολλών λέξεων υπάρχουν και ποικίλες ματαιοδοξίες: αλλά ο φόβος Εσύ ο Θεός. Εκκλησιαστής 5:7
Να φοβάσαι τον Θεό και να τηρείς τις εντολές του: γιατί αυτό είναι το όλον καθήκον του ανθρώπου. Εκκλησιαστής 12:13
Αγίασε τον ίδιο τον Κύριο των δυνάμεων. Και αφήστε τον να είναι ο φόβος σας, και αφήστε τον Γίνε ο τρόμος σου. Ησαΐας 8:13
Μη φοβάσαι εμένα; λέει ο Κύριος: Δεν θα τρέμετε μπροστά στην παρουσία μου; Ιερεμίας 5:22
Να φοβάστε τον Κύριο και την καλοσύνη του τις τελευταίες ημέρες. Ωσηέ 3:5
Έχοντας λοιπόν αυτές τις υποσχέσεις, πολυαγαπημένοι, ας καθαρίσουμε τον εαυτό μας από κάθε ακαθαρσία της σάρκας και του πνεύματος, τελειοποιώντας αγιότητα με φόβο Θεού. Προς Κορινθίους Β ́ 7:1
Υποτασσόμενοι ο ένας στον άλλο με φόβο Θεού. Προς Εφεσίους 5:21
Να φοβάσαι τον Θεό. Πέτρου Α ́ 2:17
Λέγοντας με δυνατή φωνή: Να φοβάσαι τον Θεό και να τον δοξάζεις. Γιατί η ώρα της κρίσης του έχει έρθει. Αποκάλυψη 14:7
Για να μάθουν να με φοβούνται όλες τις μέρες που θα ζήσουν τη γη, και για να διδάξουν τα παιδιά τους. Δευτερονόμιο 4:10
Και για να ακούσουν τα παιδιά τους, που δεν γνώρισαν τίποτα, και μάθετε να φοβάστε τον Κύριο τον Θεό σας. Δευτερονόμιο 31:13
Για να μάθεις να φοβάσαι πάντοτε τον Κύριο τον Θεό σου. Δευτερονόμιο 14:23
Συγκεντρώστε τους ανθρώπους, άνδρες και γυναίκες, και παιδιά, και σας ξένος που είναι μέσα στις πύλες σου, για να ακούσουν, και για να Είθε να μάθετε και να φοβάστε τον Κύριο τον Θεό σας. Δευτερονόμιο 31:12
Να είσαι μέσα στο φόβο του Κυρίου όλη την ημέρα. Παροιμίες 23:17
Για να φοβάσαι αυτό το ένδοξο και φοβερό όνομα, ΚΥΡΙΟΣ Ο ΘΕΟΣ ΣΟΥ. Δευτερονόμιο 28:58
Ο Κύριος... είναι να φοβάσαι πάνω από όλους τους θεούς. 1 Χρονικών 16:25
Γιατί ο Κύριος είναι μεγάλος, και πρέπει να επαινείται πολύ: πρέπει να Να φοβάσαι πάνω από όλους τους θεούς. Ψαλμός 96:4
Για να είναι η διαθήκη μου με τον Λευί, λέει ο Κύριος των δυνάμεων. Η διαθήκη μου ήταν με αυτόν της ζωής και της ειρήνης. και του τα έδωσα για το Φόβος με τον οποίο με φοβόταν και φοβόταν μπροστά στο όνομά μου. Μαλαχίας 2:4-5
Αυτός που περπατά στην ευθύτητά του φοβάται τον Κύριο. Παροιμίες 14:2
Για να γνωρίσουν όλοι οι άνθρωποι της γης το χέρι του Κυρίου, ότι είναι ισχυρός: για να φοβάστε τον Κύριο τον Θεό σας για πάντα. Ιησούς του Ναυή 4:24
Ποιος δεν θα σε φοβηθεί, Κύριε; Αποκάλυψη 15:4
Όπως είναι γραμμένο, Δεν υπάρχει δίκαιος, όχι, ούτε ένας: ... Δεν υπάρχει ο φόβος του Θεού μπροστά στα μάτια τους. Προς Ρωμαίους 3:10-18
Οι δούλοι να υπακούετε κατά πάντα στους κατά σάρκα κυρίους σας, όχι υποκριτικά και δια τα μάτια σαν ανθρωπάρεσκοι, αλλά με κάθε ευθύτητα και ειλικρίνειαν καρδίας, φοβούμενοι τον Θεόν. Κολοσσαείς 3:22
Αν φοβάστε τον Κύριο, και τον υπηρετείτε, και υπακούτε στη φωνή του, και όχι επαναστάτησε ενάντια στην εντολή του Κυρίου, τότε και εσείς και οι δύο και επίσης Ο βασιλιάς που βασιλεύει πάνω σας συνεχίζει να ακολουθεί τον Κύριο τον Θεό σας. Α ́ Σαμουήλ 12:14
Αλλά τον Κύριο τον Θεό σου θα φοβάσαι. Και θα σε ελευθερώσει από το χέρι όλων των εχθρών σας. Β ́ Βασιλέων 17:39
Ο φόβος του Κυρίου... δεν πρέπει να επισκεπτόμαστε το κακό. Παροιμίες 19:23
Θα πάει καλά με αυτόν που φοβάται τον Κύριο. Εκκλησιαστής 1:19
Ο φόβος του Κυρίου παρατείνει τις ημέρες. Παροιμίες 10:27
Ο φόβος του Κυρίου είναι καθαρός, διαρκής για πάντα. Ψαλμός 19:9
Το μυστικό του Κυρίου είναι μαζί τους που τον φοβούνται. Ψαλμός 25:14
Το μάτι του Κυρίου είναι στραμμένο σ' αυτούς που τον φοβούνται. Ψαλμός 33:18
Ο Κύριος ευαρεστείται σ' αυτούς που τον φοβούνται. Ψαλμός 147:11
Θα εκπληρώσει την επιθυμία εκείνων που τον φοβούνται. Ψαλμός 145:19
Ο φόβος του Κυρίου... Αυτός που το έχει θα μείνει ικανοποιημένος. Παροιμίες 19:23
Ω να φοβάσαι τον Κύριο, τους αγίους του· γιατί δεν υπάρχει θέλεις αυτούς που τον φοβούνται. Ψαλμός 34:9
Μεγάλο είναι το έλεός του προς εκείνους που τον φοβούνται. Ψαλμός 103:11
Αλλά το έλεος του Κυρίου είναι από τον αιώνα στον αιώνα επάνω τους που τον φοβούνται. Ψαλμός 103:17
Και το έλεός του είναι πάνω σε αυτούς που τον φοβούνται από γενιά σε γενιά γενιά. Κατά Λουκάν 1:50
Μακάριος ο άνθρωπος που φοβάται τον Κύριο. Ψαλμός 112:1
Θα ευλογήσει αυτούς που φοβούνται τον Κύριο. Ψαλμός 115:13
Μακάριος κάθε ένας που φοβάται τον Κύριο. Ψαλμός 128:1
Ο Κύριος λυπάται αυτούς που τον φοβούνται. Ψαλμός 103:13
Αυτός... θα ακούσει την κραυγή τους και θα τους σώσει. Ψαλμός 145:19
Αλλά σε εσάς που φοβάστε το όνομά μου, ο Ήλιος της δικαιοσύνης θα ανατείλει με θεραπεία στις φτερούγες του. Και θα προχωρήσετε, και θα μεγαλώσετε σαν μοσχάρια του στάβλου. Μαλαχίας 4:2
Φοβάστε αυτόν που είναι σε θέση να καταστρέψει τόσο την ψυχή όσο και το σώμα στην κόλαση. Ματθαίος 10:28, Λουκάς 12:5
Είναι φοβερό πράγμα να πέσεις στα χέρια του ζωντανού Θεού. Προς Εβραίους 10:31
Όχι.
Ο Θεός έχει δώσει στους πιστούς το πνεύμα της αγάπης, όχι του φόβου.
Γιατί ο Θεός δεν μας έχει δώσει το πνεύμα του φόβου. αλλά της δύναμης, και της αγάπης, και του σώας τας φρένας. Προς Τιμόθεο Β ́ 1:7
Διότι δεν λάβατε ξανά το πνεύμα της δουλείας για να φοβάστε. Αλλά έχετε λάβει το Πνεύμα της υιοθεσίας, με το οποίο φωνάζουμε, Αββά, Πατέρα. Προς Ρωμαίους 8:15
Ο Θεός είναι Αγάπη. Α ́ Ιωάννου 4:8
Δεν υπάρχει φόβος στην αγάπη. αλλά τέλεια αγάπη, έξω ο Φόβος: Επειδή ο φόβος έχει μαρτύριο. Αυτός που φοβάται δεν είναι φτιαγμένος Τέλειος στην αγάπη. Α ́ Ιωάννου 4:18
Αν ο αδελφός σου, ο γιος της μητέρας σου, ή ο γιος σου, ή η κόρη σου, ή η σύζυγος του κόλπου σου, ή ο φίλος σου, που είναι σαν τη δική σου ψυχή, σε δελεάζει κρυφά, λέγοντας: Ας πάμε να υπηρετήσουμε άλλους θεούς, τους οποίους δεν γνώρισες, ούτε εσύ, ούτε οι πατέρες σου. Δηλαδή, των θεών των ανθρώπων που είναι γύρω σας ... Δεν θα συγκατατεθείς σε αυτόν, ούτε θα τον ακούσεις. Ούτε το μάτι σου Λυπήσου τον, ούτε θα περισσέψεις, ούτε θα τον κρύψεις: Αλλά εσύ θα Σίγουρα σκότωσέ τον. Το χέρι σου θα είναι πρώτο επάνω του για να τον θανατώσει, και μετά το χέρι όλου του λαού. Και θα τον λιθοβολήσεις με πέτρες, για να πεθάνει. Δευτερονόμιο 13:6-10
Αποφύγετε τους.
Να μην είστε άνισα συνδεδεμένοι με τους απίστους: για ποια κοινωνία έχει δικαιοσύνη με αδικία; Και ποια κοινωνία έχει το φως με το σκοτάδι; Και τι ομόνοια έχει Ο Χριστός με τον Μπελιάλ; Ή ποιο μέρος έχει αυτός που πιστεύει με έναν άπιστο; ... Γι' αυτό βγες από ανάμεσά τους, και να είστε χωρισμένοι, λέει ο Κύριος. Β ́ Κορινθίους 6:14-17
Να τους αγαπάτε και να είστε ευγενικοί μαζί τους.
Αγάπα τον πλησίον σου όπως τον εαυτό σου. Λευιτικό 19:18, Ματθαίος 22:39, Μάρκος 12:31, Λουκάς 10:27, Ρωμαίους 13:9-10, Γαλάτες 5:14, Ιακώβου 2:8
Αγάπα τους εχθρούς σου. Ματθαίος 5:44, Λουκάς 6:27
Ό,τι θέλετε να σας κάνουν οι άνθρωποι, κάντε το και σε αυτούς. Ματθαίος 7:12, Λουκάς 6:31
145. Πώς πρέπει να τιμωρούνται οι μοιχοί;
Πρέπει να εκτελεστούν.
Και ο άντρας που διαπράττει μοιχεία με τη γυναίκα ενός άλλου άνδρα, ακόμη και αυτός που διαπράττει μοιχεία με τη γυναίκα του γείτονά του, ο μοιχός και η μοιχαλίδα σίγουρα θα θανατωθούν. Λευιτικό 20:10
Δεν πρέπει να τιμωρούνται.
Και οι γραμματείς και οι Φαρισαίοι έφεραν προς αυτόν μια γυναίκα που είχε συλληφθεί για μοιχεία. Και όταν την έβαλαν στη μέση, του λένε: Κύριε, αυτή η γυναίκα συνελήφθη για μοιχεία, στην ίδια την πράξη. Τώρα ο Μωυσής στο νόμο μας πρόσταξε, ότι αυτοί πρέπει να λιθοβοληθούν: αλλά τι λέει εσύ; Αυτό το είπαν, βάζοντάς τον σε πειρασμό, ότι ίσως χρειαστεί να τον κατηγορήσουν. Αλλά ο Ιησούς έσκυψε κάτω, και με το δάχτυλό του έγραψε στο έδαφος, όπως αν και δεν τους άκουσε. Έτσι, όταν συνέχισαν να τον ζητούν, σήκωσε τον εαυτό του, και τους είπε: Αυτός που είναι αναμάρτητος ανάμεσά σας, Ας ρίξει πρώτα μια πέτρα σε αυτήν. Κατά Ιωάννην 8:3-8
146. Πώς πρέπει να αντιμετωπίζονται οι ομοφυλόφιλοι;
Πρέπει να σκοτωθούν.
Εάν ένας άνθρωπος βρίσκεται επίσης με Η ανθρωπότητα, καθώς βρίσκεται με μια γυναίκα, και οι δύο έχουν διαπράξει ένα βδέλυγμα: σίγουρα θα θανατωθούν. το αίμα τους είναι πάνω τους. Λευιτικό 20:13
Πρέπει να εξοριστούν.
Και ο Ασά έκανε αυτό που ήταν σωστό στα μάτια του Κυρίου... Πήρε μακριά οι σοδομίτες έξω από τη γη. Α ́ Βασιλέων 15:11-12
147. Πώς πρέπει να τιμωρείται ένας άνδρας που κάνει σεξ με μια γυναίκα που έχει έμμηνο ρύση;
Θα είναι ακάθαρτος για επτά ημέρες.
Και αν κάποιος άντρας ξαπλώσει μαζί της, και τα λουλούδια της είναι επάνω του, θα είναι ακάθαρτος επτά ημέρες. Και όλο το κρεβάτι όπου βρίσκεται θα είναι ακάθαρτο. Λευιτικό 15:24
Αυτός και η γυναίκα θα αποκοπούν από το λαό τους.
Και αν ένας άντρας πει ψέματα με μια γυναίκα που έχει την ασθένειά της, και θα αποκαλύψει τη γύμνια της. Ανακάλυψε την πηγή της, και αποκάλυψε την πηγή του αίματός της: και οι δύο θα αποκοπούν από τον λαό τους. Λευιτικό 20:18
148. Αγαπάει ο Θεός τους πάντες;
Ναι, ο Θεός είναι αγάπη και αγαπά τους πάντες.
Επειδή ο Θεός αγάπησε τόσο πολύ τον κόσμο, ώστε έδωσε τον μονογενή του Υιό, ώστε όποιος πιστεύει σε αυτόν να πρέπει Να μην χαθούν, αλλά να έχουν αιώνια ζωή. Κατά Ιωάννην 3:16
Αυτός που αγαπά δεν γνωρίζει τον Θεό. γιατί ο Θεός είναι αγάπη. Α ́ Ιωάννου 4:8
Και γνωρίσαμε και πιστέψαμε την αγάπη που μας έχει ο Θεός. Ο Θεός είναι αγάπη. Και αυτός που κατοικεί μέσα Η αγάπη κατοικεί στον Θεό και ο Θεός σε αυτόν. Α ́ Ιωάννου 4:16
Όχι, ο Θεός μισεί μερικούς ανθρώπους.
Μισεί ολόκληρα έθνη μερικές φορές.
Και δεν θα περπατήσετε με τους τρόπους του έθνους, τους οποίους εκδίωξα μπροστά σας: γιατί διέπραξαν όλα αυτά τα πράγματα, και γι' αυτό τους απεχθάνομαι. Λευιτικό 20:23
Μισούσε τον Ιώβ.
Αυτός [ο Θεός] με σκίζει με την οργή του, που με μισεί: με τρίζει με τα δόντια του. Ιώβ 16:9
Μισεί όλους τους εργάτες της ανομίας.
Δοκιμάζεις όλους τους εργάτες της ανομίας. Ψαλμός 5:5
Μισεί τους πονηρούς ανθρώπους και εκείνους που αγαπούν τη βία.
Τους μισούσα: για την κακία των πράξεών τους. Ωσηέ 9:15
Για τον Θεό ο πονηρός και η κακία του είναι εξίσου μισητές. Σοφία 14:9
Οι κακοί... τους οποίους ο Κύριος απεχθάνεται. Ψαλμός 10:3
Ο Κύριος τρισπέρνει τους δίκαιους, αλλά τους πονηρούς και αυτόν που αγαπά τη βία μισεί την ψυχή του. Ψαλμός 11:5
Μισεί τους ψευδομάρτυρες και αυτούς που σπέρνουν τη διχόνοια μεταξύ αδελφών.
Αυτά τα έξι πράγματα μισεί ο Κύριος... Ένας ψευδομάρτυρας που λέει ψέματα, και αυτός που σπέρνει τη διχόνοια μεταξύ αδελφών. Παροιμίες 6:16, 19
Μισεί τους ανθρώπους που δεν τον υπακούν.
Αλλά αν δεν με ακούσετε, και δεν κάνετε όλες αυτές τις εντολές... Η ψυχή μου θα σε απεχθάνεται. Λευιτικό 26:14-30
Και (για κάποιο περίεργο λόγο) μισεί τον Ησαύ.
Και μίσησα τον Ησαύ, και κατέστρεψα τα βουνά του και την κληρονομιά του για τους δράκους της ερήμου. Μαλαχίας 1:3
Όπως είναι γραμμένο, τον Ιακώβ αγάπησα, αλλά τον Ησαύ μίσησα. Προς Ρωμαίους 9:13
149. Μπορεί ένας ευνούχος να εισέλθει στην εκκλησία του Κυρίου;
Ναι
Στον Ησαΐα, ο Θεός φαινόταν να προτιμά τους ευνούχους από όλους τους άλλους, δίνοντάς τους μια καλύτερη θέση και ένα αιώνιο όνομα.
Ούτε ας πει ο ευνούχος: Ιδού, είμαι ένα ξερό δέντρο. Γιατί έτσι λέει ο Κύριος στους ευνούχους που τηρούν τα σάββατά μου, και επιλέγουν τα πράγματα που με ευχαριστούν, και κρατούν τη διαθήκη μου. Ακόμη και σε αυτούς θα δώσω στον οίκο μου και μέσα στα τείχη μου έναν τόπο και ένα όνομα καλύτερο από τους γιους και τις κόρες: θα τους δώσω ένα αιώνιο όνομα, το οποίο δεν θα αποκοπεί. Ησαΐας 56:3-5
Ο Ιησούς ενέκρινε επίσης τους ευνούχους, ιδιαίτερα εκείνους που έκαναν τους εαυτούς τους ευνούχους για χάρη της βασιλείας των ουρανών.
Διότι υπάρχουν μερικοί ευνούχοι, οι οποίοι γεννήθηκαν έτσι από τη μήτρα της μητέρας τους· και υπάρχουν μερικοί ευνούχοι, οι οποίοι έγιναν ευνούχοι ανθρώπων· και υπάρχουν ευνούχοι, οι οποίοι έχουν γίνει ευνούχοι για χάρη της βασιλείας των ουρανών. Αυτός που είναι σε θέση να το λάβει, ας το λάβει. Κατά Ματθαίον 19:12
Και στις Πράξεις, ο Φίλιππος βάφτισε έναν Αιθίοπα ευνούχο, προφανώς με την επιδοκιμασία του Θεού.
Και καθώς προχωρούσαν, ήρθαν σε ένα ορισμένο νερό: και ο ευνούχος είπε: Δείτε, εδώ είναι νερό. Τι με εμποδίζει να βαπτιστώ; Και ο Φίλιππος είπε: Αν πιστεύεις με όλη σου την καρδιά, μπορείς. Και απάντησε και είπε: Πιστεύω ότι ο Ιησούς Χριστός είναι ο Υιός του Θεού. Και διέταξε το άρμα να σταθεί ακίνητο: και κατέβηκαν και οι δύο στο νερό, και ο Φίλιππος και ο ευνούχος. Και τον βάπτισε. Πράξεις 8:36-38
Όχι
Στο Λευιτικό και το Δευτερονόμιο, οι ευνούχοι (μαζί με άλλους «ψεγάδιους ανθρώπους) αποκλείονται από κάθε είδους θρησκευτική δραστηριότητα.
Όποιος κι αν είναι από το σπέρμα σου στις γενεές τους που έχει κάποιο ψεγάδι, ας μην πλησιάσει για να προσφέρει τον άρτο του Θεού του. Γιατί όποιος άνθρωπος κι αν είναι αυτός που έχει ψεγάδι, δεν θα πλησιάσει: έναν τυφλό, ή έναν κουτσό, ή αυτόν που έχει επίπεδη μύτη... ή έχουν σπάσει οι πέτρες του. Κανένας άνθρωπος που έχει ψεγάδι από το σπέρμα του Ααρών του ιερέα δεν θα έρθει κοντά για να προσφέρει τις προσφορές του Κυρίου που έγιναν με φωτιά: έχει ένα ψεγάδι. Δεν θα έρθει κοντά για να προσφέρει το ψωμί του Θεού του. Λευιτικό 21:17-21
Αυτός που είναι πληγωμένος στις πέτρες, ή έχει αποκοπεί το ιδιωτικό μέλος του, δεν θα εισέλθει στην εκκλησία του Κυρίου. Δευτερονόμιο 23:1
150. Πρέπει να τιμωρείτε τους ανθρώπους με οφθαλμόν αντί οφθαλμού και οδόντα αντί οδόντος;
Ναι
Και αν ένας άνθρωπος προκαλέσει ψεγάδι στον πλησίον του. Όπως έκανε, έτσι θα γίνει και σ' αυτόν. Παραβίαση για παραβίαση, μάτι αντί οφθαλμού, οδόντα αντί οδόντος: όπως προκάλεσε ένα ψεγάδι σε έναν άνθρωπο, έτσι θα του ξαναγίνει. Λευιτικό 24:19-20
Και αν ένας άνθρωπος προκαλέσει ψεγάδι στον πλησίον του. Όπως έκανε, έτσι θα γίνει και σ' αυτόν. Παραβίαση για παραβίαση, μάτι αντί οφθαλμού, οδόντα αντί οδόντος: όπως προκάλεσε ένα ψεγάδι σε έναν άνθρωπο, έτσι θα του ξαναγίνει. Λευιτικό 24:19-20
Όχι
Ακούσατε ότι έχει ειπωθεί: Οφθαλμόν αντί οφθαλμού και οδόντα αντί οδόντος: Εγώ όμως σας λέω: Για να μην αντισταθείτε στο κακό· αλλά όποιος σας χτυπήσει στο δεξί μάγουλο, στραφείτε σ' αυτόν και το άλλο. Κατά Ματθαίον 5:38-39
151. Πρέπει να φοβόμαστε τον Θεό;
Ναι.
Ο Θεός μας προστάζει να τον φοβόμαστε.
Θα φοβάσαι τον Θεό σου, γιατί εγώ είμαι ο Κύριος ο Θεός σου. Λευιτικό 25:17
Για να φοβάσαι τον Κύριο τον Θεό σου, για να φυλάξεις όλα τα δικά του καταστατικά και τις εντολές του. Δευτερονόμιο 6:2
Θα φοβάσαι τον Κύριο τον Θεό σου. Δευτερονόμιο 6:13
Και ο Κύριος μας πρόσταξε... να φοβόμαστε τον Κύριο τον Θεό μας. Δευτερονόμιο 6:24
Τι απαιτεί ο Κύριος ο Θεός σου από σένα, παρά μόνο να Να φοβάσαι τον Κύριο τον Θεό σου. Δευτερονόμιο 10:12
Θα φοβάσαι τον Κύριο τον Θεό σου. Δευτερονόμιο 10:20
Να φοβάσαι τον Κύριο. Ιησούς του Ναυή 24:14, Α ́ Σαμουήλ 12:24, Παροιμίες 3:7
Ας φοβηθεί όλη η γη τον Κύριο. Ψαλμός 33:8
Γιε μου, φοβάσαι τον Κύριο. Παροιμίες 24:21
Ο Θεός το κάνει, για να φοβούνται οι άνθρωποι μπροστά του. Εκκλησιαστής 3:14
Γιατί μέσα στο πλήθος των ονείρων και των πολλών λέξεων υπάρχουν και ποικίλες ματαιοδοξίες: αλλά ο φόβος Εσύ ο Θεός. Εκκλησιαστής 5:7
Να φοβάσαι τον Θεό και να τηρείς τις εντολές του: γιατί αυτό είναι το όλον καθήκον του ανθρώπου. Εκκλησιαστής 12:13
Αγίασε τον ίδιο τον Κύριο των δυνάμεων. Και αφήστε τον να είναι ο φόβος σας, και αφήστε τον Γίνε ο τρόμος σου. Ησαΐας 8:13
Μη φοβάσαι εμένα; λέει ο Κύριος: Δεν θα τρέμετε μπροστά στην παρουσία μου; Ιερεμίας 5:22
Να φοβάστε τον Κύριο και την καλοσύνη του τις τελευταίες ημέρες. Ωσηέ 3:5
Έχοντας λοιπόν αυτές τις υποσχέσεις, πολυαγαπημένοι, ας καθαρίσουμε τον εαυτό μας από κάθε ακαθαρσία της σάρκας και του πνεύματος, τελειοποιώντας αγιότητα με φόβο Θεού. Προς Κορινθίους Β ́ 7:1
Υποτασσόμενοι ο ένας στον άλλο με φόβο Θεού. Προς Εφεσίους 5:21
Να φοβάσαι τον Θεό. Πέτρου Α ́ 2:17
Λέγοντας με δυνατή φωνή: Να φοβάσαι τον Θεό και να τον δοξάζεις. Γιατί η ώρα της κρίσης του έχει έρθει. Αποκάλυψη 14:7
Μάθετε λοιπόν να τον φοβάστε και διδάξτε τα παιδιά σας να κάνουν το ίδιο.
Για να μάθουν να με φοβούνται όλες τις μέρες που θα ζήσουν τη γη, και για να διδάξουν τα παιδιά τους. Δευτερονόμιο 4:10
Και για να ακούσουν τα παιδιά τους, που δεν γνώρισαν τίποτα, και μάθετε να φοβάστε τον Κύριο τον Θεό σας. Δευτερονόμιο 31:13
Για να μάθεις να φοβάσαι πάντοτε τον Κύριο τον Θεό σου. Δευτερονόμιο 14:23
Συγκεντρώστε τους ανθρώπους, άνδρες και γυναίκες, και παιδιά, και σας ξένος που είναι μέσα στις πύλες σου, για να ακούσουν, και για να Είθε να μάθετε και να φοβάστε τον Κύριο τον Θεό σας. Δευτερονόμιο 31:12
Να φοβάσαι τον Θεό όλη μέρα.
Να είσαι μέσα στο φόβο του Κυρίου όλη την ημέρα. Παροιμίες 23:17
Φοβάστε το ένδοξο και φοβερό όνομά του.
Για να φοβάσαι αυτό το ένδοξο και φοβερό όνομα, ΚΥΡΙΟΣ Ο ΘΕΟΣ ΣΟΥ. Δευτερονόμιο 28:58
Να τον φοβάσαι πάνω από όλους τους άλλους θεούς.
Ο Κύριος... είναι να φοβάσαι πάνω από όλους τους θεούς. 1 Χρονικών 16:25
Γιατί ο Κύριος είναι μεγάλος, και πρέπει να επαινείται πολύ: πρέπει να Να φοβάσαι πάνω από όλους τους θεούς. Ψαλμός 96:4
Φοβήσου τον όπως έκανε ο Λευί.
Για να είναι η διαθήκη μου με τον Λευί, λέει ο Κύριος των δυνάμεων. Η διαθήκη μου ήταν με αυτόν της ζωής και της ειρήνης. και του τα έδωσα για το Φόβος με τον οποίο με φοβόταν και φοβόταν μπροστά στο όνομά μου. Μαλαχίας 2:4-5
Και όπως οι έντιμοι άνθρωποι εξακολουθούν να κάνουν.
Αυτός που περπατά στην ευθύτητά του φοβάται τον Κύριο. Παροιμίες 14:2
Όλος ο κόσμος πρέπει να τον φοβάται.
Για να γνωρίσουν όλοι οι άνθρωποι της γης το χέρι του Κυρίου, ότι είναι ισχυρός: για να φοβάστε τον Κύριο τον Θεό σας για πάντα. Ιησούς του Ναυή 4:24
Ποιος δεν θα σε φοβηθεί, Κύριε; Αποκάλυψη 15:4
Αλλά κανείς δεν το κάνει.
Όπως είναι γραμμένο, Δεν υπάρχει δίκαιος, όχι, ούτε ένας: ... Δεν υπάρχει ο φόβος του Θεού μπροστά στα μάτια τους. Προς Ρωμαίους 3:10-18
Οι δούλοι πρέπει να φοβούνται τον Θεό και να υπακούν στους κυρίους τους.
Οι δούλοι να υπακούετε κατά πάντα στους κατά σάρκα κυρίους σας, όχι υποκριτικά και δια τα μάτια σαν ανθρωπάρεσκοι, αλλά με κάθε ευθύτητα και ειλικρίνειαν καρδίας, φοβούμενοι τον Θεόν. Κολοσσαείς 3:22
Αν φοβάσαι τον Θεό, θα σε βοηθήσει να νικήσεις τους εχθρούς σου.
Αν φοβάστε τον Κύριο, και τον υπηρετείτε, και υπακούτε στη φωνή του, και όχι επαναστάτησε ενάντια στην εντολή του Κυρίου, τότε και εσείς και οι δύο και επίσης Ο βασιλιάς που βασιλεύει πάνω σας συνεχίζει να ακολουθεί τον Κύριο τον Θεό σας. Α ́ Σαμουήλ 12:14
Αλλά τον Κύριο τον Θεό σου θα φοβάσαι. Και θα σε ελευθερώσει από το χέρι όλων των εχθρών σας. Β ́ Βασιλέων 17:39
Και θα γίνετε πλούσιοι και διάσημοι.
Με την ταπείνωση και τον φόβο του Κυρίου είναι πλούτος, τιμή και ζωή. Παροιμίες 22:4
Με την ταπείνωση και τον φόβο του Κυρίου είναι πλούτος, τιμή και ζωή. Παροιμίες 22:4
Τίποτα κακό δεν θα σου συμβεί ποτέ.
Ο φόβος του Κυρίου... δεν πρέπει να επισκεπτόμαστε το κακό. Παροιμίες 19:23
Θα πάει καλά με αυτόν που φοβάται τον Κύριο. Εκκλησιαστής 1:19
Το να φοβάσαι τον Θεό σε κάνει να ζεις περισσότερο.
Ο φόβος του Κυρίου παρατείνει τις ημέρες. Παροιμίες 10:27
Και είναι η αρχή της σοφίας και της γνώσης.
Ο φόβος του Κυρίου είναι η αρχή της σοφίας. Παροιμίες 9:10, Ψαλμός 111:10
Ο φόβος του Κυρίου είναι η διδασκαλία της σοφίας. Παροιμίες 15:33
Ο φόβος του Κυρίου, αυτό είναι σοφία. Ιώβ 28:28
Ο φόβος του Κυρίου είναι η αρχή της γνώσης. Παροιμίες 1:7
Ο φόβος του Κυρίου είναι η αρχή και το στεφάνι της σοφίας. Εκκλησιαστής 1:16
Ο φόβος του Κυρίου είναι η αρχή της σοφίας. Παροιμίες 9:10, Ψαλμός 111:10
Ο φόβος του Κυρίου είναι η διδασκαλία της σοφίας. Παροιμίες 15:33
Ο φόβος του Κυρίου, αυτό είναι σοφία. Ιώβ 28:28
Ο φόβος του Κυρίου είναι η αρχή της γνώσης. Παροιμίες 1:7
Ο φόβος του Κυρίου είναι η αρχή και το στεφάνι της σοφίας. Εκκλησιαστής 1:16
Ο φόβος του Κυρίου είναι καθαρός και διαρκεί για πάντα.
Ο φόβος του Κυρίου είναι καθαρός, διαρκής για πάντα. Ψαλμός 19:9
Όσοι φοβούνται τον Κύριο γνωρίζουν το μυστικό του Θεού.
Το μυστικό του Κυρίου είναι μαζί τους που τον φοβούνται. Ψαλμός 25:14
Ο Θεός έχει το βλέμμα του στραμμένο και ευαρεστείται από εκείνους που τον φοβούνται.
Το μάτι του Κυρίου είναι στραμμένο σ' αυτούς που τον φοβούνται. Ψαλμός 33:18
Ο Κύριος ευαρεστείται σ' αυτούς που τον φοβούνται. Ψαλμός 147:11
Και θα ικανοποιήσει όλες τις επιθυμίες τους.
Θα εκπληρώσει την επιθυμία εκείνων που τον φοβούνται. Ψαλμός 145:19
Ο φόβος του Κυρίου... Αυτός που το έχει θα μείνει ικανοποιημένος. Παροιμίες 19:23
Οι άνθρωποι που φοβούνται τον Θεό έχουν ό,τι θέλουν.
Ω να φοβάσαι τον Κύριο, τους αγίους του· γιατί δεν υπάρχει θέλεις αυτούς που τον φοβούνται. Ψαλμός 34:9
Ο Θεός ελεεί εκείνους που τον φοβούνται.
Μεγάλο είναι το έλεός του προς εκείνους που τον φοβούνται. Ψαλμός 103:11
Αλλά το έλεος του Κυρίου είναι από τον αιώνα στον αιώνα επάνω τους που τον φοβούνται. Ψαλμός 103:17
Και το έλεός του είναι πάνω σε αυτούς που τον φοβούνται από γενιά σε γενιά γενιά. Κατά Λουκάν 1:50
Τους ευλογεί.
Μακάριος ο άνθρωπος που φοβάται τον Κύριο. Ψαλμός 112:1
Θα ευλογήσει αυτούς που φοβούνται τον Κύριο. Ψαλμός 115:13
Μακάριος κάθε ένας που φοβάται τον Κύριο. Ψαλμός 128:1
Τους λυπάται.
Ο Κύριος λυπάται αυτούς που τον φοβούνται. Ψαλμός 103:13
Και τους σώζει.
Αυτός... θα ακούσει την κραυγή τους και θα τους σώσει. Ψαλμός 145:19
Αν φοβάσαι το όνομα του Θεού, ο Ήλιος της δικαιοσύνης θα σε θεραπεύσει με τα φτερά του και θα μεγαλώσεις σαν μοσχάρι σε ένα περίπτερο.
Αλλά σε εσάς που φοβάστε το όνομά μου, ο Ήλιος της δικαιοσύνης θα ανατείλει με θεραπεία στις φτερούγες του. Και θα προχωρήσετε, και θα μεγαλώσετε σαν μοσχάρια του στάβλου. Μαλαχίας 4:2
Φοβάστε τον Θεό αφού είναι σε θέση να καταστρέψει την ψυχή και το σώμα σας στην κόλαση.
Φοβάστε αυτόν που είναι σε θέση να καταστρέψει τόσο την ψυχή όσο και το σώμα στην κόλαση. Ματθαίος 10:28, Λουκάς 12:5
Είναι φοβερό πράγμα να πέσεις στα χέρια του Θεού.
Είναι φοβερό πράγμα να πέσεις στα χέρια του ζωντανού Θεού. Προς Εβραίους 10:31
Όχι.
Ο Θεός έχει δώσει στους πιστούς το πνεύμα της αγάπης, όχι του φόβου.
Γιατί ο Θεός δεν μας έχει δώσει το πνεύμα του φόβου. αλλά της δύναμης, και της αγάπης, και του σώας τας φρένας. Προς Τιμόθεο Β ́ 1:7
Όχι ως φοβεροί δούλοι, αλλά ως παιδιά ενός στοργικού Θεού.
Διότι δεν λάβατε ξανά το πνεύμα της δουλείας για να φοβάστε. Αλλά έχετε λάβει το Πνεύμα της υιοθεσίας, με το οποίο φωνάζουμε, Αββά, Πατέρα. Προς Ρωμαίους 8:15
Ο Θεός είναι αγάπη και δεν υπάρχει φόβος στην αγάπη.
Ο Θεός είναι Αγάπη. Α ́ Ιωάννου 4:8
Δεν υπάρχει φόβος στην αγάπη. αλλά τέλεια αγάπη, έξω ο Φόβος: Επειδή ο φόβος έχει μαρτύριο. Αυτός που φοβάται δεν είναι φτιαγμένος Τέλειος στην αγάπη. Α ́ Ιωάννου 4:18
ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ... ΜΕΡΟΣ ΙΘ'
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις
(
Atom
)




