Τρίτη 25 Απριλίου 2023

Ανθολόγιο Αττικής Πεζογραφίας

ΞΕΝΟΦΩΝ, ΑΠΟΜΝΗΜΟΝΕΥΜΑΤΑ

ΞΕΝ Απομν 3.7.1–3.7.2

Εμψυχώνοντας τον Χαρμίδη

Στην τελευταία από τις συζητήσεις με τις οποίες ο Σωκράτης προέτρεπε ή απέτρεπε τον εκάστοτε συνομιλητή του να αναλάβει πολιτική ή στρατιωτική δράση, ο φιλόσοφος συνομιλεί με τον Χαρμίδη. Ακολουθεί σύντομο απόσπασμά της.


[3.7.1] Χαρμίδην δὲ τὸν Γλαύκωνος ὁρῶν ἀξιόλογον μὲν ἄνδρα
ὄντα καὶ πολλῷ δυνατώτερον τῶν τὰ πολιτικὰ τότε πρατ-
τόντων, ὀκνοῦντα δὲ προσιέναι τῷ δήμῳ καὶ τῶν τῆς πόλεως
πραγμάτων ἐπιμελεῖσθαι, Εἰπέ μοι, ἔφη, ὦ Χαρμίδη, εἴ τις
ἱκανὸς ὢν τοὺς στεφανίτας ἀγῶνας νικᾶν καὶ διὰ τοῦτο αὐτός
τε τιμᾶσθαι καὶ τὴν πατρίδα ἐν τῇ Ἑλλάδι εὐδοκιμωτέραν
ποιεῖν μὴ θέλοι ἀγωνίζεσθαι, ποῖόν τινα τοῦτον νομίζοις ἂν
τὸν ἄνδρα εἶναι; Δῆλον ὅτι, ἔφη, μαλακόν τε καὶ δειλόν.
[3.7.2] Εἰ δέ τις, ἔφη, δυνατὸς ὢν τῶν τῆς πόλεως πραγμάτων
ἐπιμελόμενος τήν τε πόλιν αὔξειν καὶ αὐτὸς διὰ τοῦτο
τιμᾶσθαι, ὀκνοίη δὴ τοῦτο πράττειν, οὐκ ἂν εἰκότως δειλὸς
νομίζοιτο; Ἴσως, ἔφη· ἀτὰρ πρὸς τί με ταῦτ’ ἐρωτᾷς; Ὅτι,
ἔφη, οἶμαί σε δυνατὸν ὄντα ὀκνεῖν ἐπιμελεῖσθαι, καὶ ταῦτα
ὧν ἀνάγκη σοι μετέχειν πολίτῃ γε ὄντι.

***
Επειδή δε έβλεπε τον Χαρμίδη τον υιόν του Γλαύκωνος να είναι μεν ανήρ αξιόλογος και πολύ δυνατώτερος των τότε πολιτευομένων, να διστάζη δε να παρουσιασθή εις την εκκλησίαν του δήμου και ν' ασχολήται διά τας υποθέσεις της πόλεως. ― Ειπέ μου, είπεν, ω Χαρμίδη, εάν κανείς, ενώ είναι ικανός να νικά εις τους στεφανίτας αγώνας και εκ τούτου και ο ίδιος να τιμάται και να μεγαλώνη την υπόληψιν της πατρίδος του εις όλην την Ελλάδα, δεν θα ήθελε να αγωνίζεται, σαν τι άνθρωπον απάνω–κάτω θα τον εχαρακτήριζες; ― Προδήλως, είπε, μαλθακόν και δειλόν. ― Εάν δε κανείς, είπεν, ενώ είναι ικανός, με το να φροντίζη διά τας υποθέσεις της πόλεως, και την πατρίδα να μεγαλώνη και ο ίδιος δι' αυτό να τιμάται, όμως διστάζει να το κάμνη, δεν θα ενομίζετο ευλόγως δειλός; ― Ίσως, είπεν· όμως με ποίον σκοπόν με ερωτάς δι' αυτά; ― Διότι, είπε, φρονώ, ότι συ, ενώ είσαι ικανός, διστάζεις να φροντίζης και μάλιστα διά πράγματα, εις τα οποία είσαι αναγκασμένος να μετέχης, αφού βέβαια είσαι πολίτης.

Δευτέρα 24 Απριλίου 2023

Αρχές Σύνταξης της Αρχαιοελληνικής Γλώσσας: 7. ΤΑ ΑΚΛΙΤΑ ΜΕΡΗ ΤΟΥ ΛΟΓΟΥ

ΜΟΡΙΑ


§7.71. Τα μόρια είναι μικρές λέξεις με γενική σημασία, την οποία είναι μερικές φορές δύσκολο να αντιληφθούμε επακριβώς ή να περιγράψουμε. Οι πιο ευδιάκριτες λειτουργίες τους είναι ότι συνδέουν γλωσσικά στοιχεία, παραπέμποντας σε προηγούμενα ή επόμενα, οργανώνουν τον διάλογο ή εκφράζουν τη συναισθηματική στάση του ομιλητή δίνοντας μια ορισμένη νοηματική χροιά (ας σκεφτούμε π.χ. τα νεοελληνικά "δα" και "ντε" σε προτάσεις όπως "δεν είπε δα και τίποτα" ή "κάτσε καλά ντε"). Η διαφορά τους από τους συνδέσμους έγκειται στη λειτουργία: ενώ οι σύνδεσμοι έχουν μια καθαρά γραμματική λειτουργία, της σύνδεσης και εισαγωγής προτάσεων, τα μόρια έχουν περισσότερο την υφολογική λειτουργία του χρωματισμού των λεγομένων από τη μεριά του ομιλητή. Η ιδιότητά τους να παραπέμπουν στα προηγούμενα ή τα επόμενα προϋποθέτει μια συνολική εποπτεία του ευρύτερου συγκειμένου και εξηγεί το γεγονός ότι εμφανίζονται αρκετά αργά στην εξέλιξη της γλώσσας.

§7.72. Προέλευση - Χαρακτηριστικά

Τα μόρια είναι συνήθως εκφυλισμένα, μη πρωτοτυπικά επιρρήματα ή σύνδεσμοι ή σχηματίστηκαν από αντωνυμικά θέματα, ακόμη και από επιφωνήματα, ή τέλος αποτελούν απολιθώματα προτάσεων (π.χ. το εὖ οἶδ’ ὅτι σημαίνει “βέβαια”).

Ορισμένα από αυτά τονίζονται κανονικά (αὖ, ἔτι κ.λπ.), άλλα εμφανίζονται ως εγκλιτικά (γε, περ, που, τοι), σε στενή σύνδεση με κάποια άλλη λέξη που προτάσσεται, με την οποία, πολύ συχνά, κάποια από αυτά συγχωνεύονται (π.χ. ἔγωγε). Κάποιοι μελετητές θεωρούν εγκλιτικά και τους συνδέσμους μέν, δέ, γάρ, ακόμη και το οὖν (όπως μαρτυρεί η θέση του τόνου των οὔκουν και ἤγουν). Μερικά συνδετικά μόρια, όπως τα καί, ἀλλά, ἀτάρ, είναι προκλιτικά, εξαρτώνται δηλαδή φωνολογικά από τη λέξη που ακολουθεί. Η θέση τους μέσα στην πρόταση είναι συνάρτηση των φωνολογικών τους χαρακτηριστικών: τα προκλιτικά (καί, ἀλλὰ κ.λπ.) ή τα ερωτηματικά (ἆρα κ.λπ.) καταλαμβάνουν την πρώτη θέση της πρότασης, ενώ τα εγκλιτικά δείχνουν μια προτίμηση στη δεύτερη θέση, μετά τη λέξη από την οποία εξαρτώνται φωνολογικά. Η τάση αυτή των μορίων να βρίσκονται στις πρώτες θέσεις της πρότασης προδίδει τη συνδεσμική τους λειτουργία. Ωστόσο, μπορούν να βρίσκονται και σε οποιαδήποτε άλλη θέση της πρότασης, ακόμη και στην τελευταία (π.χ. το δὲ και το ὅμως). Επίσης, δεν εμφανίζονται συνήθως το ένα δίπλα στο άλλο, όπως τα επιφωνήματα ή και μερικά επιρρήματα, αλλά κατανέμονται σε δύο σκέλη (π.χ. οι σύνδεσμοι καὶ..καὶ…, μὲν…δὲ… κ.λπ.), παρόλο που υπάρχουν κάποιοι σύνθετοι σχηματισμοί μορίων (τοιγάρτοι, τοιγαροῦν, μέντοι, καίτοι, καίπερ), ιδιαίτερα κοινοί.

Σημασιολογικά, τα μόρια, που μπορούμε, όπως είπαμε, να τα συνεξετάσουμε με τους συνδέσμους, μπορούν να είναι βεβαιωτικά (μήν), προσθετικά (καί, τε), εμφατικά/ επιτατικά (γε, δή, περ), παρακελευσματικά (ἄγε), αιτιολογικά (γάρ), επεξηγηματικά (γάρ), συμπερασματικά (οὖν), ερωτηματικά (ἆρα), εναντιωματικά (ἀλλά) κ.λπ. Τα μόρια και οι σύνδεσμοι χωρίζονται επίσης σε δύο μεγάλες κατηγορίες ανάλογα με τη φάση εμφάνισής τους: ορισμένα (γάρ, εἰ, ἄν, ἄρα, ἀτάρ, αὐτάρ, δέ, δή, ἔτι, καί, μέν, ναί, περ, τε, ὡς) ανήκουν σε ένα αρχαιότερο στρώμα και άλλα (ἀλλά, ὅμως, οὖν, οὐκοῦν) δημιουργήθηκαν σε μια νεότερη φάση.

Στα αρχαία Ελληνικά βρίσκουμε πάρα πολλά μόρια με ποικίλες χρήσεις και σημασίες, που όμως διαφοροποιούνται σε μεγάλο βαθμό ανάλογα με την εποχή, τη διάλεκτο, το κειμενικό είδος και τον συγγραφέα. Έτσι, στον Όμηρο, παρατηρείται, όπως είπαμε, ρευστότητα και ασυνέπεια στη χρήση των μορίων, ενώ στα κλασικά χρόνια ακρίβεια και συστηματικότητα· ο διάλογος χαρακτηρίζεται για τη μεγάλη συχνότητα και πολυμορφία των μορίων, ο συνεχής λόγος όχι τόσο· στην κωμωδία βρίσκουμε περισσότερα μόρια απ’ ό,τι στην τραγωδία και μάλιστα ο Ευριπίδης τα χρησιμοποιεί περισσότερο από τον Σοφοκλή και τον Αισχύλο· το μὴν/ μὰν έχει δωρική καταγωγή, τα δῆτα/ τοίνυν είναι χαρακτηριστικά αττικά· και ούτω καθεξής. Αυτές οι διαφορές στη χρήση των μορίων μάς βοηθούν σήμερα να τα χρησιμοποιήσουμε ως κριτήριο χρονολόγησης ή ταύτισης των κειμένων.

Επιμέρους μόρια

§7.73. Ἄν: τροπικό μόριο, συνοδευτικό εγκλίσεων, ενισχύει την υποτακτική (αοριστολογικό) και την ευκτική (δυνητικό), ενώ αργότερα συντάσσεται και με οριστική (δυνητικό).

ΗΡ 1.5 ἐπεὶ δὲ ἔμαθε ἔγκυος ἐοῦσα, αἰδεομένη τοὺς τοκέας, οὕτω δὴ ἐθελοντὴν αὐτὴν τοῖσι Φοίνιξι συνεκπλῶσαι, ὡς ἂν μὴ κατάδηλος γένηται. || Όταν κατάλαβε ότι είναι έγκυος, επειδή ντρεπόταν τους γονείς της, έφυγε λοιπόν μαζί με τους Φοίνικες οικειοθελώς, για να μην τυχόν προδοθεί.

ΙΣΟΚΡ 21.14 καὶ ταῦθ᾽ ὅτι ἀληθῆ λέγω, αὐτὸς ἂν ὑμῖν Εὐθύνους μαρτυρήσειεν || Και αυτά ότι αληθινά τα λέω, ο ίδιος ο Ευθύνους θα μπορούσε να σας το μαρτυρήσει.

ΙΣΟΚΡ 18.16. εἰ μὲν γὰρ καὶ τοὺς ἄλλους ἀδικεῖν ἐτόλμων, εἰκότως ἄν μου κατεγιγνώσκετε καὶ περὶ τοῦτον ἐξαμαρτάνειν || Αν βέβαια τολμούσα να αδικώ και τους άλλους, εύλογα θα μπορούσατε να μου προσάψετε ότι διαπράττω αδικήματα και απέναντί του.

Αρχικά είναι προαιρετικό, μετά όμως γίνεται αναγκαίο με την υποτακτική σε θέση μέλλοντα και τη δυνητική ευκτική, ενώ μεταγενέστερα, στη μεθομηρική εποχή, το βρίσκουμε και με απαρέμφατα και μετοχές να αντικαθιστά παρεμφατικούς τροπικούς τύπους.

ΘΟΥΚ 1.70.4 οἴονται γὰρ οἱ μὲν τῇ ἀπουσίᾳ ἄν τι κτᾶσθαι, ὑμεῖς δὲ τῷ ἐπελθεῖν καὶ τὰ ἑτοῖμα ἂν βλάψαι. || Γιατί εκείνοι νομίζουν πως με την απουσία τους θα μπορούσαν να αποκτήσουν κάτι, ενώ αντίθετα εσείς θεωρείτε ότι βγαίνοντας από τη χώρα θα βλάπτατε αυτά που έχετε ήδη.

ΘΟΥΚ 2.83.3 οἱ δὲ Κορίνθιοι καὶ οἱ ξύμμαχοι ἔπλεον μὲν οὐχ ὡς ἐπὶ ναυμαχίᾳ, ἀλλὰ στρατιωτικώτερον παρεσκευασμένοι ἐς τὴν Ἀκαρνανίαν καὶ οὐκ ἂν οἰόμενοι πρὸς ἑπτὰ καὶ τεσσαράκοντα ναῦς τὰς σφετέρας τολμῆσαι τοὺς Ἀθηναίους εἴκοσι ταῖς ἑαυτῶν ναυμαχίαν ποιήσασθαι. || Οι Κορίνθιοι και οι σύμμαχοί τους έπλεαν όχι με σκοπό να ναυμαχήσουν αλλά για στρατιωτικές επιχειρήσεις στην Ακαρνανία και δεν μπορούσαν να φανταστούν πως οι Αθηναίοι, με τα είκοσι καράβια τους, θα τολμούσαν να ναυμαχήσουν απέναντι στα δικά τους σαράντα επτά.

Η δυνητική οριστική φανερώνει κάτι που μπορούσε να γίνει στο παρελθόν ή το αντίθετο του πραγματικού· η δυνητική ευκτική το δυνατό στο παρόν ή το μέλλον. Το αοριστολογικό ἂν το βρίσκουμε με χρονικές και με τελικές προτάσεις. Συχνά συνδυάζεται με τους χρονικούς συνδέσμους και προκύπτουν οι σχηματισμοί ὅταν/ ὁπόταν/ ἐπὰν/ ἐπειδάν. Επίσης, μπορεί να συνδυαστεί με τον υποθετικό σύνδεσμο εἰ και να σχηματιστεί το ἐὰν και με συναίρεση οι τύποι ἂν/ ἤν, που λειτουργούν επίσης ως υποθετικοί σύνδεσμοι. Ο υποθετικός σύνδεσμος ἂν διαφέρει από το μόριο ως προς τη μακρότητα του φωνήεντος — στον σύνδεσμο το φωνήεν είναι μακρό. Όταν χάνεται η διαφορά μακρών και βραχέων, χρησιμοποιείται το ἐὰν αντί του ἄν.

§7.74. Ἆρα: εκτεταμένος τύπος του ἄρα, εμφανίζεται στην αττική ποίηση με όλες τις χρήσεις του τύπου αυτού, με τον οποίο εναλλάσσεται για καθαρά ρυθμικούς λόγους. Στον πεζό λόγο το βρίσκουμε σε ερωτηματικές προτάσεις, όπου πρέπει να περιγραφεί ως σύνθεση του ἄρα της ερωτηματικής επιρρώσεως με το ερωτηματικό ἦ. Πρόκειται για καθαρά αττικό/ιωνικό στοιχείο, που είναι άγνωστο στην επική γλώσσα. Ως ερωτηματικό μόριο (πβ. νεοελληνικό “άραγε”) δεν προδικάζει καταφατική ή αρνητική απάντηση, αλλά δίνει την απόχρωση του αγωνιώδους στην ερώτηση και απαντά σε ερωτήσεις μείζονος σημασίας.

ΠΛ Πολ 332e Ἆρα καὶ τοῖς μὴ πολεμοῦσιν ὁ δίκαιος ἄχρηστος; Οὐ πάνυ μοι δοκεῖ τοῦτο. || Άρα λοιπόν ο δίκαιος δεν είναι άχρηστος και σε αυτούς που δεν πολεμούν; Δεν το πιστεύω αυτό.

Όταν προεξαφλεί μια καταφατική απάντηση, συνοδεύεται συνήθως από το οὐ και σημαίνει “δεν είναι αλήθεια ότι…;”

ΠΛ Πολ 412c Οἱ δὲ γεωργῶν ἄριστοι ἆρ᾽ οὐ γεωργικώτατοι γίγνονται; Ναί. Νῦν δ᾽, ἐπειδὴ φυλάκων αὐτοὺς ἀρίστους δεῖ εἶναι, ἆρ᾽ οὐ φυλακικωτάτους πόλεως; Ναί. || Οι καλύτεροι από τους γεωργούς δεν είναι άραγε πολύ γεωργικοί; Ναι. Τώρα λοιπόν, επειδή αυτοί πρέπει να είναι οι άριστοι από τους φύλακες δεν θα πρέπει να είναι άραγε πάρα πολύ προσεκτικοί; Ναι.

§7.75. Αὖ (πβ. το επικό αὖτε, το ιωνικό αὖθις). Με τοπική σημασία (“πίσω”) και χρονική σημασία (“πάλι”), αποκτά ως μόριο τη σημασία του "επιπροσθέτως" ή "αντιθέτως" (πβ. και το νεοελληνικό “πάλι” σε προτάσεις όπως "ο Γιώργος είναι κοντός, ο Γιάννης, πάλι, είναι ψηλός"):

ΠΛ Πολ 353d τὸ ἐπιμελεῖσθαι καὶ ἄρχειν καὶ βουλεύεσθαι καὶ τὰ τοιαῦτα πάντα, ἔσθ᾽ ὅτῳ ἄλλῳ ἢ ψυχῇ δικαίως ἂν αὐτὰ ἀποδοῖμεν καὶ φαῖμεν ἴδια ἐκείνης εἶναι; Οὐδενὶ ἄλλῳ. Τί δ᾽ αὖ τὸ ζῆν; οὐ ψυχῆς φήσομεν ἔργον εἶναι; || Την επιμέλεια και την εξουσία και τη σκέψη και όλα αυτά δεν θα έπρεπε άραγε να τα αποδώσουμε στην ψυχή και να ισχυριστούμε ότι είναι ίδια χαρακτηριστικά της; Σε κανέναν άλλο. Και τη ζωή την ίδια πάλι; Δεν θα πρέπει να ισχυριστούμε ότι είναι έργο της ψυχής;

ΠΛ Πολ 363e πρὸς δὲ τούτοις σκέψαι, ὦ Σώκρατες, ἄλλο αὖ εἶδος λόγων περὶ δικαιοσύνης τε καὶ ἀδικίας ἰδίᾳ τε λεγόμενον καὶ ὑπὸ ποιητῶν. || Εκτός από αυτά, σκέψου, Σωκράτη, κάποιο άλλο είδος λόγων για τη δικαιοσύνη και την αδικία που λέγεται και ιδιωτικά και από τους ποιητές.

§7.76. Γε: εξαιρετικό κοινό και ευλύγιστο μόριο, το οποίο λειτουργεί ως προβολέας πάνω σε μια λέξη, την οποία εντείνει και υπογραμμίζει με επιμονή. Είναι εγκλιτικό στοιχείο, που εμφανίζεται στη δεύτερη ή την τρίτη θέση της πρότασης και γενικότερα μετά από τη λέξη την οποία ενισχύει.

ΞΕΝ Ελλ 2.3.38 ἐπεὶ δέ γε οὗτοι ἤρξαντο ἄνδρας καλούς τε κἀγαθοὺς συλλαμβάνειν, ἐκ τούτου κἀγὼ ἠρξάμην τἀναντία τούτοις γιγνώσκειν. || Επεδή αυτοί τουλάχιστον άρχισαν να συλλαμβάνουν καλούς και αγαθούς άνδρες, άρχισα και εγώ, ως εκ τούτου, να πιστεύω τα αντίθετα από αυτούς.

ΑΝΔΟΚ 1.20 καὶ μὲν δὴ τοῦτό γε ἐπίστασθε πάντες, ὅτι ἐσώθην καὶ ἐγὼ καὶ ὁ ἐμὸς πατήρ || Και βέβαια αυτό τουλάχιστον το γνωρίζετε όλοι, ότι δηλαδή σώθηκα και εγώ και ο πατέρας μου.

Αρχικά, στον Όμηρο, συναπτόταν πολύ συχνά σε προσωπικές αντωνυμίες δημιουργώντας την εντύπωση ότι αναφέρεται μόνο σε πρόσωπα.

ΟΜ Ιλ 1.557 ἠερίη γὰρ σοί γε παρέζετο καὶ λάβε γούνων || Την αυγή κοντά σου κάθισε και σου ’πιασε τα πόδια.

Δεν χρησιμοποιείται για σύνδεση προτάσεων, αλλά, αντίθετα, για να επισημαίνει τον ασύνδετο χαρακτήρα μιας πρότασης. Μπορεί ωστόσο να εμφανίζεται δίπλα σε συνδετικά μόρια, ώστε να τα επιτείνει, δημιουργώντας έτσι την ψευδαίσθηση ότι λειτουργεί ως συνδετικό.

ΛΥΣ 26.16 καίτοιγε αὐτὸν ἀκούω λέξειν ὡς οὐ περὶ αὐτοῦ μόνον ἡ δοκιμασία ἐστίν, ἀλλὰ περὶ πάντων τῶν ἐν ἄστει μεινάντων. || Και όμως πληροφορούμαι ότι αυτός θα πει ότι η δοκιμασία δεν είναι μόνο γι’ αυτόν αλλά για όσους έμειναν στην πόλη.

ΠΛ Πολ 334a ἀλλὰ μὴν στρατοπέδου γε ὁ αὐτὸς φύλαξ ἀγαθός, ὅσπερ καὶ τὰ τῶν πολεμίων κλέψαι καὶ βουλεύματα καὶ τὰς ἄλλας πράξεις; || Αλλά βέβαια δεν είναι άραγε καλός φύλακας του στρατοπέδου αυτός τουλάχιστον που μπορεί να κλέψει τα σχέδια και τις άλλες πράξεις των εχθρών;

Η εμφατική/ επιτατική λειτουργία δημιουργεί τις προϋποθέσεις για την κοινότερη και σημαντικότερη χρήση του γε, η οποία ωστόσο είναι δευτερογενής και μεταγενέστερη: την περιοριστική χρήση.

ΣΟΦ Ηλ 923 Πῶς δ᾽ οὐκ ἐγὼ κάτοιδ᾽ ἅ γ᾽ εἶδον ἐμφανῶς; || Πώς λοιπόν εγώ δεν γνωρίζω αυτά που είδα τουλάχιστον εμφανώς;

Κατ’ αυτή τη χρήση, ένα προτασιακό στοιχείο περιορίζεται, ώστε, μερικές φορές ως συνεπαγωγή, να εξαρθούν στο συγκείμενο τα υπόλοιπα. Το γε χρησιμοποιείται πολύ στον διάλογο, όπου έχει ισχυρή σημασία εντείνοντας μια (καταφατική ή αρνητική) απάντηση:

ΠΛ Πολ 353d Τί δ᾽ αὖ τὸ ζῆν; οὐ ψυχῆς φήσομεν ἔργον εἶναι; Μάλιστά γ᾽, ἔφη. || Τι λοιπόν συμβαίνει με τη ζωή; Δεν θα υποστηρίξουμε ότι είναι έργο ψυχής; Σίγουρα, είπε.

Γενικότερα, το μόριο αυτό, καθώς φωτίζει συγκεκριμένες λέξεις στην πρόταση, μπορεί να υποβάλλει ένα συναίσθημα, μια σημασιολογική απόχρωση, ακόμα και ένα νεύμα, ενώ μερικές φορές λειτουργεί ως αδύναμο σημείο στίξης (κόμμα). Στοιχείο πολλαπλών χρήσεων, με λεπτές σημασίες, που εμφανίζεται στον Όμηρο και συνηθίζεται πολύ στα κλασικά χρόνια, ατροφεί αργότερα (εμφανίζεται σπάνια στην Καινή Διαθήκη) και περιπίπτει σε αχρηστία.

§7.77. Ἦ: στοιχείο με σκοτεινή προέλευση, που αποτελεί ίσως λείψανο μιας πτώσεως δεικτικού θέματος, συσχετιζόμενο ίσως και με το ε της ρηματικής αύξησης, η οποία, σύμφωνα με μια θεωρία, δεν εξέφραζε αρχικά το παρελθόν αλλά διαβεβαίωση αναφερόμενη στην πραγματικότητα. Τίθεται στην πρώτη θέση της πρότασης. Ενώ τα περισσότερα επιτατικά/ βεβαιωτικά στοιχεία επιβάλλουν την πεποίθηση του ομιλητή στους συνομιλητές, αυτό το στοιχείο εκφράζει μια υποκειμενική κατάφαση που γίνεται για λογαριασμό του ίδιου του ομιλητή:

ΟΜ Ιλ 9.197 χαίρετον· ἦ φίλοι ἄνδρες ἱκάνετον ἦ τι μάλα χρεώ, οἵ μοι σκυζομένῳ περ Ἀχαιῶν φίλτατοί ἐστον. || Γειά σας· για κάποια ανάγκη θα έρχεστε βέβαια· απ΄ τους Αργίτες εσάς ακριβώς λογαριάζω φίλους περισσότερο, παρόλο που είμαι θυμωμένος.

Είναι πολύ κοινό στην ομηρική γλώσσα, αλλά συνηθίζεται λιγότερο στη δραματική ποίηση, ενώ στον κλασικό πεζό λόγο συρρικνώνεται ακόμα περισσότερο. Στον Πλάτωνα συνδυάζεται με επιρρήματα ή επίθετα σε στερεότυπες εκφράσεις:

ΠΛ Πολ 605e Ἦ καλῶς οὖν, ἦν δ᾽ ἐγώ, οὗτος ὁ ἔπαινος ἔχει. || Καλά λοιπόν, είπα εγώ, αυτός ο έπαινος είναι σωστός.

§7.78. Ναί: επιβεβαιωτικό. Στον Όμηρο ακολουθείται από το δή. Όχι τόσο συχνό όσο στα νέα ελληνικά.

ΟΜ Ιλ 1.286 ναὶ δὴ ταῦτά γε πάντα γέρον κατὰ μοῖραν ἔειπες || Ναι λοιπόν όλα όσα μου λες γέροντα είναι καλά και δίκαια.

ΠΛ Πολ 332e Χρήσιμον ἄρα καὶ ἐν εἰρήνῃ δικαιοσύνη; Χρήσιμον. Καὶ γὰρ γεωργία· ἢ οὔ; Ναί. || Άρα λοιπόν είναι χρήσιμο πράγμα και στην ειρήνη η δικαιοσύνη; Χρήσιμο. Αλλά και η γεωργία· ή μήπως όχι; Ναι.

§7.79. Νή: ορκωτικό μόριο.

ΞΕΝ Ελλ 4.1.7 Τούτου μέν φασι τὴν θυγατέρα αὐτῷ καλλίονα εἶναι. Νὴ Δί᾽, ἔφη ὁ Ὄτυς, καλὴ γάρ ἐστι. || Λένε ότι η θυγατέρα αυτού είναι ομορφότερη. Μα τον Δία, είπε ο Ότυς, είναι πραγματικά όμορφη.

§7.80. Νυν: (και νυ), εγκλιτικός τύπος του νῦν. Η χρονική σημασία του επιρρήματος υποχωρεί σταδιακά και λειτουργεί ως εισαγωγικό μιας αντικειμενικής κατάστασης, με τη σημασία του "τώρα, λοιπόν", ιδιαίτερα σε προτροπές και ερωτήσεις. Το βρίσκουμε σε συνδυασμούς με άλλα μόρια (ὥς νυ περ, ἐπεί νυ τοι, ἦ ῥά νυ κ.λπ.)

ΠΛ Πολ 334e Καὶ μάλα, ἔφη, οὕτω συμβαίνει. ἀλλὰ μεταθώμεθα· κινδυνεύομεν γὰρ οὐκ ὀρθῶς τὸν φίλον καὶ ἐχθρὸν θέσθαι. Πῶς θέμενοι, ὦ Πολέμαρχε; Τὸν δοκοῦντα χρηστόν, τοῦτον φίλον εἶναι. Νῦν δὲ πῶς, ἦν δ᾽ ἐγώ, μεταθώμεθα; Τὸν δοκοῦντά τε, ἦ δ᾽ ὅς, καὶ τὸν ὄντα χρηστὸν φίλον· || Και βέβαια, είπε, έτσι συμβαίνει. Αλλά ας το ξανασκεφτούμε· κινδυνεύουμε να μην έχουμε ορίσει ορθά τον φίλο και τον εχθρό. Πώς τον ορίσαμε, Πολέμαρχε; Αυτόν που θεωρούμε χρηστό τον θεωρούμε και φίλο. Τώρα λοιπόν, είπα εγώ, πώς θα μετακινηθούμε από αυτή τη θέση; Αυτόν που θεωρούμε χρηστό, είπα εγώ, και που είναι χρηστός θα είναι ο φίλος μας.

§7.81. Περ: τύπος χωρίς την τοπική κατάληξη. Είναι εγκλιτικό, που συνάπτεται στην προηγούμενη λέξη. Δηλώνει ότι η λέξη την οποία υπογραμμίζει πρέπει να λαμβάνεται με μεγάλη ακρίβεια.

ΗΡ 1.68 εἴπερ εἶδες τό περ ἐγώ, κάρτα ἂν ἐθώμαζες. || Αν είχες δει αυτό ακριβώς που είδα και εγώ, θα σάστιζες.

Συνάπτεται σε λέξεις πολλών κατηγοριών, ουσιαστικά, επίθετα, συνδέσμους ή αναφορικές αντωνυμίες και μερικές φορές, στην αττική, γράφεται σαν μία λέξη με τη λέξη στην οποία συνάπτεται (ἐπείπερ, ἐπειδήπερ, καίπερ, εἴπερ, ὥσπερ, καθάπερ, ὅσπερ).

ΘΟΥΚ 2.72.1 καθάπερ γὰρ Παυσανίας ὑμῖν παρέδωκεν, αὐτοί τε αὐτονομεῖσθε καὶ τοὺς ἄλλους ξυνελευθεροῦτε. || Όπως λοιπόν ο Παυσανίας σάς όρισε, οι ίδιοι να είστε αυτόνομοι και τους άλλους να τους ελευθερώνετε.

ΞΕΝ Ελλ 5.2.13 καὶ Πέλλαν, ἥπερ μεγίστη τῶν ἐν Μακεδονίᾳ πόλεων. || Και την Πέλλα, η οποία ακριβώς είναι πάρα πολύ σημαντική ανάμεσα στις μακεδονικές πόλεις.

Το καίπερ συντάσσεται αποκλειστικά με εναντιωματικές μετοχές με δεδομένη την επιδοτική σημασία του καί:

ΘΟΥΚ 7.77.7 καὶ οἱ Ἀθηναῖοι τὴν μεγάλην δύναμιν τῆς πόλεως καίπερ πεπτωκυῖαν ἐπανορθώσοντες || Και οι Αθηναίοι τη μεγάλη δύναμη της πόλης, παρόλο που έχει κάμψη, θα την αποκαταστήσουνε.

§7.82. Που / ποι / πως: αόριστο και άτονο επίρρημα. Εκφράζει αβεβαιότητα, άλλοτε ανυπόκριτη και άλλοτε προσποιητή ή ειρωνική:

ΘΟΥΚ 1.68.3 Καὶ εἰ μὲν ἀφανεῖς που ὄντες ἠδίκουν τὴν Ἑλλάδα, διδασκαλίας ἂν ὡς οὐκ εἰδόσι προσέδει. || Και αν βέβαια αδικούσαν την Ελλάδα κάπως χωρίς να φαίνονται, θα ήταν ανάγκη να σας διαφωτίσουμε.

ΘΟΥΚ 2.77.2 πᾶσαν γὰρ δὴ ἰδέαν ἐπενόουν, εἴ πως σφίσιν ἄνευ δαπάνης καὶ πολιορκίας προσαχθείη. || Σκέφτονταν λοιπόν κάθε ιδέα, πώς να κατακτήσουν με κάποιο τρόπο χωρίς δαπάνη και πολιορκία.

Η έκφραση της αβεβαιότητας συνεπιφέρει και τον μετριασμό μιας έννοιας, ο οποίος μειώνει την καταφατικότητα. Το μόριο χρησιμοποιείται συχνά στο γραπτό λόγο αντί για νεύματα και φωνολογικές αποχρώσεις που θα εξέφραζαν αμφιβολία, ειρωνεία και αβεβαιότητα.

§7.83. Τοι: σε δύο εκδοχές: αρχικά άτονη γενική/ δοτική της προσωπικής αντωνυμίας του δεύτερου προσώπου ή τονισμένο δεικτικό στοιχείο τοί. Άρχισε να λειτουργεί ως μόριο αφού εκτοπίστηκε από τον τύπο σοι. Το μόριο αυτό παρακινεί τον συνομιλητή να ενδιαφερθεί για το υπό συζήτηση θέμα, όπως υποδηλώνει και η ετυμολογία του δεύτερου προσώπου:

ΠΛ Ευθυφ 5c Καὶ ἐγώ τοι, ὦ φίλε ἑταῖρε, ταῦτα γιγνώσκων μαθητὴς ἐπιθυμῶ γενέσθαι σός. || Και εγώ, που λες, φίλε μου, γνωρίζοντας αυτά επιθυμώ να γίνω δικός σου μαθητής,

Η ύπαρξη του τοιγάρτοι πιστοποιεί ακριβώς ότι υπήρχε και τονούμενος και άτονος τύπος, οι οποίοι συνεμφανίζονται στη συγκεκριμένη λέξη. Το τοιγάρ, που βασίζεται στον τονούμενο τύπο, εμφανίζεται στην πρώτη θέση της πρότασης, ενώ τα μέντοι/ καίτοι βασίζονται μεν στον άτονο τύπο, αλλά η θέση τους καθορίζεται από το πρώτο συνθετικό τους.

ΗΡ 3.3 Τοιγάρ τοι, ὦ μῆτερ, ἐπεὰν ἐγὼ γένωμαι ἀνήρ, Αἰγύπτου τὰ μὲν ἄνω κάτω θήσω, τὰ δὲ κάτω ἄνω. || Λοιπόν, μητέρα, όταν μεγαλώσω, στην Αίγυπτο τα πάνω θα φέρω κάτω και τα κάτω επάνω.

ΠΛ Ευθυφ 9e οἶμαι μέντοι ἔγωγε τοῦτο νυνὶ καλῶς λέγεσθαι. || Νομίζω λοιπόν εγώ τουλάχιστον ότι αυτό καλώς έχει λεχθεί.

ΘΟΥΚ 1.69.5 καίτοι ἐλέγεσθε ἀσφαλεῖς εἶναι, ὧν ἄρα ὁ λόγος τοῦ ἔργου ἐκράτει. || Παρόλο που θεωρούσασταν σίγουροι, η φήμη ξεπερνά την πραγματικότητα.

Είναι δυσκολότερο να αποφασίσουμε για το τοίνυν αν προέρχεται από τον τονούμενο ή τον άτονο τύπο: επειδή το στοιχείο αυτό μπαίνει πάντα στη δεύτερη θέση της πρότασης, είναι πιο λογικό να θεωρήσουμε ότι προέρχεται από την άτονη εκδοχή.

ΗΡ 1.57 Εἰ τοίνυν ἦν καὶ πᾶν τοιοῦτο τὸ Πελασγικόν, τὸ Ἀττικὸν ἔθνος, ἐὸν Πελασγικόν, ἅμα τῇ μεταβολῇ τῇ ἐς Ἕλληνας καὶ τὴν γλῶσσαν μετέμαθε. || Αν λοιπόν αυτό ισχύει για το σύνολο των Πελασγών, το αττικό έθνος, που ήταν πελασγικό, καθώς μεταβλήθηκε σε ελληνικό άλλαξε και τη γλώσσα του.

Το τοίνυν προέρχεται από τον συνδυασμό των μορίων τοι/ νυν. Το δεύτερο από αυτά εμφανίζεται επίσης σε δύο εκδοχές, είτε με μακρό φωνήεν (το χρονικό επίρρημα) είτε με βραχύ, αλλά στο συγκεκριμένο σύνθετο πρόκειται για την άτονη εκδοχή, όπως δείχνει το γεγονός ότι το τοίνυν μπαίνει στη δεύτερη θέση και ποτέ στην πρώτη. Είναι σπάνιο στην ποίηση, αλλά πολύ συχνό στον πεζό λόγο. Εκφράζει την προοδευτική ανάπτυξη της σκέψης, δηλαδή συνοψίζει την προηγούμενη σκέψη και εισάγει ένα άλμα προς νέα ανάπτυξη. Στη δεύτερη θέση της πρότασης, παραλληλίζεται με το μέντοι και έρχεται σε αντίθεση με τα τοιγὰρ/ τοιγάρτοι/ τοιγαροῦν, που προτάσσονται, στην αρχική θέση της πρότασης.

Να μην είσαι απολιτίκ

Απολιτίκ· ένας όρος που τώρα τελευταία μας απασχολεί όλο και περισσότερο -αφού αρχίζουμε ν’ αμφιβάλλουμε γι’ αυτόν. Απολιτίκ είναι αυτός που δεν ψηφίζει κανένα κόμμα, που δεν έχει άποψη, που δηλώνει ουδέτερος.

Ίσως να φταίνε όλα τα δυσάρεστα γεγονότα και η αδικία που τα περιτυλίγει, πάντως πλέον αμφισβητούμε ευκολότερα την έως τώρα, ουδέτερη πολιτικά στάση μας. Η λέξη πολιτικά δε σημαίνει κομματικά, σημαίνει πολιτική θέση. Θέση και άποψη για όσα συμβαίνουν, το πώς μπορούν να αλλάξουν. Κι αυτό μπορεί να γίνει, με το να αλλάξουμε τη σκέψη μας. Να σταματήσουμε να είμαστε άβουλοι, κι αν κάτι μας ενοχλεί να το λέμε, και να προσπαθούμε να το αποτρέψουμε. Να το αλλάξουμε.

1. Για να μπορέσει να εξελιχθεί η κοινωνία μας

Αν συμβιβαζόμαστε μ’ όσα μας πλασάρουν κι επιλέγουμε μια πολιτικοποιημένη ουσιαστικά αδιαφορία, τότε υποστηρίζουμε τη στασιμότητα και την απάθεια -με αποτέλεσμα να μην προοδεύει η ζωή μας. Δεν πρέπει να είμαστε απολιτίκ γιατί αυτή η απόφαση δημιουργεί μια παγιωμένη κατάσταση. Κάτι που δεν ενοχλεί την κάθε πολιτική εξουσία, αφού λειτουργεί υπέρ της.

2. Πώς αλλιώς θα έχουμε μια «θέση» σ’ όσα συμβαίνουν;

Δεν πρέπει να είμαστε απολιτίκ, γιατί χρειάζεται να έχουμε μια θέση μας στην κοινωνία και στο τι συμβαίνει γύρω μας. Ο καθένας από μας πρέπει να έχει μια θέση και μια άποψη που να την επικοινωνεί και να την υποστηρίζει. Αν δηλώνουμε αδιάφοροι, η θέση μας ποτέ δε θα φανεί και ποτέ δε θα ακουστεί η άποψή μας.

3. Ψηφίζουμε ταυτόχρονα για τον πλανήτη αλλά και τα ζώα

Γιατί πρέπει να φροντίσουμε για την προφύλαξη των ζωών μας και την προστασία του πλανήτη. Η στάση μας κι οι σωστές αποφάσεις, μπορούν να αλλάξουν κατά πολύ την ποιότητα ζωής μας αλλά και του πλανήτη στον οποίο ζούμε και ασταμάτητα καταστρέφουμε. Πρέπει να μπορούμε να έχουμε άποψη για το πώς διαμορφώνεται το μέλλον του, και να έχουμε δικαίωμα να διαφωνούμε όταν κάτι δε μας αρέσει.

4. Γιατί μας αφορά ποιος αποφασίζει για εμάς

Γιατί πρέπει να έχουμε γνώμη για όσα γίνονται και για το ποιες αποφάσεις παίρνονται απ’ άλλους για εμάς. Για το ποιος παίρνει τις αποφάσεις αυτές γύρω από τις οποίες χτίζουμε τις ζωές μας και τις ζωές των ανθρώπων μας. Να μπορούμε να επιβληθούμε και να ελέγξουμε ποιους αφήνουμε να κρατάνε τα ηνία μας.

5. Είναι και το θέμα της κριτικής

Πρέπει να ασκούμε κριτική σε οποιαδήποτε εντολή δίνεται σ’ οποιονδήποτε τομέα από την εκάστοτε εξουσία, έτσι ώστε να μπορέσουμε να αποτρέψουμε οποιοδήποτε λάθος. Να μπορέσουμε να αποτρέψουμε οποιαδήποτε αδικία. Η κριτική είναι η βάση της πολιτικής.

6. Αν δεν εκφέρουμε άποψη είναι σαν να συμφωνούμε σ’ όλα

Δεν πρέπει να είμαστε απολιτίκ γιατί χρειάζεται αντίληψη για όλα όσα συμβαίνουν στον κόσμο. Για τις πολιτικές ενέργειες και τα αποτελέσματά τους. Αν δεν εκφέρουμε άποψη είναι σαν να συμφωνούμε σε όλα. Σαν να δίνουμε το ok να συνεχιστεί το χάος που μας παρουσιάζεται σαν σωστή απόφαση.

7. Η αποστασιοποίηση δε δείχνει σεβασμό

Πρέπει να υπάρχει σεβασμός προς τους άλλους πολίτες και για όσα τους επηρεάζουν. Πρέπει να υπάρχει συλλογική σκέψη, ισότητα στις αποφάσεις που παίρνουν όσοι έχουν ισχύ, ισότητα προς τους πολίτες. Γι’ αυτό πρέπει να παίρνουμε θέση σε όσα συμβαίνουν, για να μιλάμε για όσους δεν έχουν φωνή.

8. Χρειαζόμαστε την πηγή του προβλήματος, για να προχωρήσουμε

Πρέπει να ξέρουμε την πηγή των όσων μας απασχολούν, μας θυμώνουν. Γι’ όλα αυτά που γίνονται και δεν τα καταλαβαίνουμε. Πρέπει να μάθουμε τι συμβαίνει πίσω από όλα αυτά που απλά παρακολουθούμε άβουλοι. Να διαβάσουμε, να ενημερωθούμε.

9. Πρέπει να διεκδικούμε τα δικαιώματά μας

Οφείλουμε να διεκδικούμε τα δικαιώματά μας. Δικαιώματα που έχουμε σαν άνθρωποι, σαν πολίτες. Δικαιώματα στη ζωή μας, στην ασφάλειά μας, στην υγεία μας. Σ’ όλους τους τομείς της ζωής που πάσχουν κάτω από την απολυταρχία.

10. Μπορούμε ακόμα ν’ αλλάξουμε

Δεν πρέπει να είμαστε απολιτίκ γιατί οφείλουμε ν’ αλλάξουμε όσα μπορούν ν’ αλλάξουν -κι είναι πολλά. Κι αυτό μπορούμε να το πετύχουμε αν σταματήσουμε να ζούμε στην καταστολή του απολιτικοποιημένου.

Δεν πρέπει να περιμένουμε κάτι που θα μας ταρακουνήσει για ν’ αναρωτηθούμε αν πρέπει να ενεργήσουμε. Από τώρα πρέπει να το κάνουμε. Με το να δηλώνουμε απολιτίκ δυναμώνουμε τους ήδη ισχυρούς. Τους δίνουμε χωρίς κανέναν κόπο από τη μεριά τους, το χρυσό εισιτήριο για το δικαίωμα των αποφάσεων στις δικές μας ζωές.

Πρέπει να έχουμε πολιτική άποψη και να μην αφήνουμε την κοινωνία μας στην τύχη της.

Πρέπει να αρχίσουμε να ενημερωνόμαστε και να ασκούμε ουσιαστική κριτική. Ενεργά και όχι με τη μορφή γκρίνιας στις παρέες μας. Γιατί έτσι γινόμαστε αυτομάτως πιστοί ψηφοφόροι, έρμαια του κάθε κόμματος που είναι στην ισχύ. Κι είναι σαν να τους χειροκροτάμε κιόλας όταν μέχρι χθες τους μουτζώναμε.

Με το να είμαστε απολιτίκ χαρίζουμε ακόμα μια νίκη σε κάποιους που δε γνωρίζουμε ουσιαστικά. Που δεν εμπιστευόμαστε. Σ’ αυτούς που είναι ικανοί να χρησιμοποιήσουν οποιοδήποτε μέσο για να μας πείσουν πως κάνουν το σωστό.

Ας πολιτικοποιηθούμε λοιπόν. Και αυτό δε σημαίνει απαραίτητα να μπούμε σε κάποιο ψηφοδέλτιο ή να υποστηρίξουμε κάποιο συγκεκριμένο κόμμα. Αυτό σημαίνει να έχουμε άποψη και λόγο για τις ζωές μας. Και να τις διεκδικήσουμε.

Πηγή εσωτερικευμένου άγχους οι συγχωνευτικές σχέσεις στην οικογένεια

Η διαφοροποίηση του εαυτού είναι ο βαθμός που ένα άτομο μπορεί να διαχωρίσει τη λογική και τη συμπεριφορά του από τα συναισθήματα. H διαφοροποίηση του εαυτού είναι μια σπουδαία έννοια, καθώς αναφέρεται στην ικανότητα του ανθρώπου να σκέφτεται και να αισθάνεται ως ανεξάρτητο, μοναδικό άτομο, ενώ παράλληλα έχει την ικανότητα να συνδέεται με άλλα άτομα. Κατά κάποιον τρόπο η διαφοροποίηση είναι παράλληλη με τη συναισθηματική ωριμότητα. Κάθε μικρό βήμα προς τη διαφοροποίηση του εαυτού έρχεται σε σύγκρουση με αυτό της εσωτερικής φωνής που ορίζει η οικογένεια: με τις πεποιθήσεις, τις αρχές , τις αξίες και τα συναισθήματα της οικογένειας. Κατά συνέπεια η διαφοροποίηση είναι μια δύσκολη διαδικασία, η οποία συχνά απαιτεί τη συνοδεία ενός ενήλικα.

Τα μέλη της οικογένειας είναι συναισθηματικά συγχωνευμένα σα να μην έχουν δική τους ατομικότητα. Είναι ένα γεγονός που ισχύει σε όλες τις οικογένειες. Αυτό που διαφέρει είναι ο βαθμός. Σε μια συγχωνευμένη οικογένεια όλα γίνονται μαζί. Τα μέλη μοιράζονται συναισθήματα, μύθους, αντιλήψεις. Ο Fogarty υποστηρίζει πως για να επιτύχουμε τη διαφοροποίηση χρειάζεται να πάρουμε αποστάσεις από τα συναισθηματικά δεσμά και να επιστρατεύσουμε τη λογική μας. Τελικά πρέπει να υπερνικηθεί ο φόβος να εγκαταλείψουμε την ασφάλεια που προσφέρει το «μαζί» και να εξερευνήσουμε τις άγνωστες δυνατότητες του εαυτού μας. Η προσπάθεια για ισορροπία ανάμεσα στην αυτονόμηση και τη συγχώνευση δημιουργεί αυξημένο άγχος και δυσλειτουργία. Στις σχέσεις που υπάρχει διαφοροποίηση το άγχος είναι χαμηλό, η εγγύτητα πιο ανεκτή και δεν υπάρχει δυσλειτουργία.

ΣΤΗ ΣΥΓΧΩΝΕΥΜΕΝΗ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ ΤΟ ΑΤΟΜΟ ΑΔΥΝΑΤΕΙ ΝΑ ΒΡΕΙ ΤΗ ΘΕΣΗ ΤΟΥ, ΚΑΘΩΣ ΥΠΕΡΚΑΘΟΡΙΖΕΤΑΙ ΑΠΟ ΤΟ «ΕΜΕΙΣ».

Αυτό σημαίνει πως δυσκολεύεται να ανακαλύψει τον προσωπικό του χώρο και χρόνο, την εγγύτητα και την απόσταση από άλλα μέλη, να οριοθετηθεί στις σχέσεις, να διεκδικήσει τα δικαιώματά του, να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις του και τελικά να γίνει Πρόσωπο. Όσο λιγότερο διαφοροποιημένος και ανεπτυγμένος είναι ο Εαυτός ενός ατόμου τόσο περισσότερο οι άλλοι επηρεάζουν τη λειτουργία του και τόσο περισσότερο ο ίδιος προσπαθεί να ελέγξει ενεργητικά ή παθητικά τους άλλους. Οι οικογενειακές σχέσεις ενός ατόμου στη βρεφική και παιδική ηλικία καθορίζουν πόσο Εαυτό αναπτύσσει. Όταν παγιωθεί το επίπεδο του εαυτού, σπάνια αλλάζει εκτός και αν ο άνθρωπος κάνει μια δομημένη και μακροπρόθεσμη προσπάθεια να το αλλάξει. Ο Bowen παρατήρησε πως όσο μικρότερος είναι ο βαθμός διαφοροποίησης (δεν υπάρχει αίσθηση εαυτού, αδύναμη και ασταθής προσωπική ταυτότητα), τόσο μεγαλύτερη είναι η συνεξάρτηση και η συγχώνευση με τους άλλους. Όσο ένα πρόσωπο μπορεί να είναι ο Εαυτός του τόσο επιτρέπει και στους άλλους να είναι ο Εαυτός τους. Όταν υπάρχει χαμηλή διαφοροποίηση το συναίσθημα και η υποκειμενικότητα υπερισχύουν της λογικής. Συνήθως το άτομο λειτουργεί είτε αντιδραστικά προς το περιβάλλον, είτε θυσιάζει τις επιθυμίες του για να γίνει αποδεκτό. Είτε αποφεύγει τις στενές σχέσεις -γιατί τις βιώνει απειλητικά και φοβάται πως θα χάσει την ατομικότητά του- είτε συγχωνεύεται με τους άλλους.

Δεν είναι εύκολο να διαφοροποιηθεί κανείς από την οικογένεια προέλευσής του. Πολλοί άνθρωποι θεωρούν ότι το κάνουν με το να αποκοπούν εντελώς, όμως έτσι δεν επιτυγχάνεται η διαφοροποίηση καθώς αυτή σημαίνει να μπορεί κανείς μέσα στις σχέσεις να ισορροπεί ανάμεσα στο συναίσθημα και τη λογική. Εν τέλει η διαφοροποίηση μάλλον είναι μια αδιάκοπη προσπάθεια του ανθρώπου. «Η ικανότητα να μπορούμε να πούμε «εγώ»- να λέμε «ναι» χωρίς θυμό και «όχι» χωρίς τύψεις είναι μια θέση συνύπαρξης και ταυτόχρονα οριοθέτησης μέσα στις σχέσεις» (Bowen). Όσο δουλεύουμε με τον εαυτό μας εξελισσόμαστε, αλλά συχνά επιστρέφουμε στο παλιό, καθώς είναι δύσκολο να ξεφύγουμε από προγραμματισμούς και μοτίβα σχέσεων, που κυριαρχούν στην οικογένεια προέλευσής μας.

Η συνείδηση παίζει καθοριστικό ρόλο στην κατασκευή των συναισθημάτων μας

Η συνεχής ροή της συνείδησης

Ο Anil Seth, κορυφαίος ερευνητής στον τομέα της επιστήμης της συνείδησης, αναφέρει:
“Η συνείδηση αφορά πρώτα και κύρια την υποκειμενική εμπειρία – πρόκειται για φαινομενολογία”. (2021, p 12)

Για τον καθένα από εμάς, η συνείδηση είναι αυτό που έχει τη μεγαλύτερη σημασία, επειδή είναι το μόνο που υπάρχει.

“Χωρίς αυτήν δεν υπάρχει απολύτως τίποτα: ούτε κόσμος, ούτε εαυτός, ούτε εσωτερικό ούτε εξωτερικό”. (Seth, 2021, σ. 3)

Παρά την κεντρική σημασία της συνείδησης στη νοητική μας ζωή, η ψυχολογία ως επιστήμη είχε μια δύσκολη σχέση μαζί της. Η ψυχολογία ως επιστήμη γεννήθηκε επίσημα στα τέλη του δέκατου ένατου αιώνα. Η ψυχολογία ως πτυχή της ζωής συνόδευε την ανθρωπότητα πάντα και παντού.

Ο William James ήταν πρωτοπόρος στην επιστημονική θεμελίωση της ψυχολογίας για τον οποίο η ενδοσκόπηση και η συνειδητότητα ήταν σημαντικές. Οι συμπεριφοριστές μετά από αυτόν εξόρισαν τη συνείδηση από τη μελέτη και την αντιμετώπισαν ως ένα μαύρο κουτί στη σχέση ερεθίσματος-απόκρισης. Παρά την παραμέληση, η υποκειμενική εμπειρία συνέχισε να παίζει σημαντικό ρόλο στην ευρωπαϊκή φαινομενολογία και στον αμερικανικό ανθρωπισμό (Merleau-Ponty, Frankl, Maslow, Rogers και άλλοι). Οι γνωστικιστές του τέλους του εικοστού αιώνα κράτησαν τη συνείδηση σε απόσταση ασφαλείας και, στα πρώτα χρόνια, σπάνια την άγγιξαν.

Η συνείδηση μπήκε στη “μεγάλη” ερευνητική ατζέντα της ψυχολογίας μόνο όταν σπουδαίοι επιστήμονες όπως ο Francis Crick, ο Gerald Edelman και ο Roger Penrose, μεταξύ άλλων, επανέφεραν το παλιό πρόβλημα της συνείδησης στο προσκήνιο με πλήρη ισχύ. Δεν παύει ποτέ να με εκπλήσσει γιατί αυτό το τόσο κεντρικό θέμα της ψυχολογίας παρέμεινε στο περιθώριο για τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα στην ψυχολογία. Και ακόμη και σήμερα η ενδοσκόπηση παραμένει σε ένα παράπλευρο μονοπάτι- η νευρωνική προοπτική κυριαρχεί στην επιστημονική μέθοδο.

Μια ισορροπία μεταξύ των προοπτικών

Ορισμένα κρίσιμα ερωτήματα που δεν μπορούμε να αγνοήσουμε αμφισβητούν την κυρίαρχη επιστημονική προσέγγιση:Μπορεί η ίδια η συνείδηση να παρατηρηθεί μέσω της επιστημονικής μεθόδου της παρατήρησης του εγκεφάλου;

Μας δίνουν οι νευρωνικές παρατηρήσεις μια άμεση και ανεξάρτητη πρόσβαση στην ίδια τη συνείδηση;

Η απάντηση που δίνει ο Evan Thompson, συν-ερευνητής μαζί με τον Francisco Varela της νευροφαινομενολογικής προοπτικής, είναι η εξής:

“Η ίδια η συνείδηση δεν έχει παρατηρηθεί και δεν μπορεί να παρατηρηθεί μέσω της επιστημονικής μεθόδου, διότι η επιστημονική μέθοδος δεν μας δίνει άμεση και ανεξάρτητη πρόσβαση στην ίδια τη συνείδηση”. (Thompson, 2015, σ. 97)

Το συμπέρασμα που δίνει έχει βαθύ αντίκτυπο σε ό,τι γνωρίζουμε για τη συνείδηση:

“Επομένως, η επιστημονική μέθοδος δεν μπορεί να έχει τον τελικό λόγο σε θέματα που αφορούν τη συνείδηση”. (Thompson, 2015, σ. 97)

Για να κατανοήσουμε το φαινόμενο της συνείδησης πρέπει να αναπτύξουμε τη δική μας συνείδηση. Πώς θα μπορούσαμε να κατανοήσουμε την υποκειμενική εμπειρία από την άποψη αυτού που είναι θεμελιωδώς μη εμπειρικό; Δεν υπάρχει δυνατότητα να βγούμε έξω από τη συνείδησή μας ή έξω από την ενσάρκωσή μας.

Για να κατανοήσουμε πραγματικά το φαινόμενο της συνείδησης, δεν μπορούμε να ξεφύγουμε από την καλλιέργεια της δικής μας εμπειρίας μέσω μορφών νοητικής εξάσκησης ή πρέπει να μπούμε σε διάλογο και να ακούσουμε με ανοιχτό μυαλό ανθρώπους που καλλιεργούν τη δυνατότητά τους για εσωτερική παρατήρηση εκ των έσω. Η συνείδηση χρειάζεται μια ισορροπημένη προοπτική από μέσα και από έξω. Η ψυχολογία, όπως φαίνεται, αρχίζει να κάνει αυτό το βήμα.

Ο νευροεπιστήμονας Christof Koch υιοθετεί έναν ευθύ ορισμό της συνείδησης ως κάθε υποκειμενική εμπειρία (2019). Δηλώνει: “Η συνείδηση είναι η έννοια της συνείδησης:

“Αυτό που χρειαζόμαστε είναι μια ποσοτική θεωρία που ξεκινάει από την εμπειρία και προχωράει από εκεί στον εγκέφαλο” (2019, σ. xiii).

Η εισαγωγή της διανοητικής εκπαίδευσης στη μελέτη της ψυχολογίας για την άμεση παρατήρηση της υποκειμενικής εμπειρίας μπορεί να είναι το απαραίτητο συστατικό για να αποκτήσουμε εικόνα για το τι είναι η συνείδηση, ως δυνατότητα πολύ πέρα από αυτό που έχουμε συνηθίσει να σκεφτόμαστε.

Παραμένουν πολλά αναπάντητα ερωτήματα σχετικά με την εξέλιξη της ανθρώπινης συνείδησης

Παρά το γεγονός ότι η συνείδηση διαδραματίζει κεντρικό ρόλο στην ανθρώπινη ζωή- παρά το γεγονός ότι η συνείδηση εκφράζεται στους ανθρώπους ως η υψηλότερη δυνατότητά τους: η συνείδηση δύσκολα φτάνει στις εφημερίδες. Είναι αναμφισβήτητο ότι η συνείδηση είναι θεμελιώδης για τη ρύθμιση της ζωής μας και για τη ρύθμιση των συναισθημάτων μας. (Damasio, 2021- LeDoux, 2019- Seth, 2021)

Το μέλλον μας εξαρτάται από το μέλλον της συνείδησής μας τόσο βραχυπρόθεσμα όσο και μακροπρόθεσμα. Η φυσική νοημοσύνη της συνείδησης βρίσκεται ήδη υπό πίεση και θα αμφισβητηθεί πολύ περισσότερο από την άνοδο ενός νέου τύπου τεχνολογικής νοημοσύνης, της τεχνητής νοημοσύνης. Επικαλούμενοι φόβους για τους βαθύτατους κινδύνους για την κοινωνία και την ανθρωπότητα, περισσότεροι από 1.000 ηγέτες της τεχνολογίας υπέγραψαν πρόσφατα μια ανοιχτή επιστολή που καλεί τους ερευνητές να διακόψουν την ανάπτυξη ορισμένων συστημάτων τεχνητής νοημοσύνης μεγάλης κλίμακας για τουλάχιστον έξι μήνες παγκοσμίως. (Ινστιτούτο Μέλλον της Ζωής, 2023, Ανοιχτή επιστολή)

Το μέλλον της ανθρωπότητας εξαρτάται από την ισορροπία του πόσο επενδύουμε στην ανάπτυξη της ΤΝ ή πόσο επενδύουμε στη δική μας συνείδηση για να κατανοήσουμε τις δυνατότητές της. (Harari, 2015, 2023) Η συζήτηση μεταξύ της ψυχολογίας και της τεχνολογίας συνεχίζεται: Καμία τεχνολογία χωρίς ψυχολογία πρώτα;

Επίσης, η σχέση μεταξύ της δικής μας συνείδησης και της δικής μας ζωής είναι κρίσιμη. Η συνείδηση είναι ένα φυσικό δυναμικό του ανθρώπου που είναι πολύ περισσότερο από ό,τι νομίζουμε.

Η εξέλιξη της συνείδησής μας θα γίνει η υψηλότερη δυνατότητά μας ως ανθρωπότητα ή η βαθύτερη τραγωδία μας αν αποτύχουμε; Πόσο επενδύουν τα εκπαιδευτικά συστήματα παγκοσμίως στη νοητική κατάρτιση; Αν αυτό δεν είναι αρκετό, θα το κάνουν οι άνθρωποι στον εαυτό τους; Η ανάπτυξη της συλλογικής νοητικής κατάρτισης θα μπορούσε να γίνει πολιτικό ζήτημα. Υπάρχουν πολιτικοί παγκοσμίως που να βάζουν τη συνείδηση στην ατζέντα τους;

Όπως το θέτει ο Joseph LeDoux:

“Μπορούμε να επιβιώσουμε από τους συνειδητούς εαυτούς μας;” (2019, p 373)

Δεν μπορούμε να υποτιμήσουμε τη διπλή σημασία της συνείδησής μας:

Η συνείδηση παίζει καθοριστικό ρόλο στην κατασκευή των συναισθημάτων μας.
Η συνείδηση παίζει καθοριστικό ρόλο στη σύνθεση του εαυτού μας.

Αν το δούμε έτσι, η συνείδηση ενσωματώνει όλα όσα υπάρχουν: τη ζωή μας, τον κόσμο μας, το μέλλον μας. Η ψυχολογία παίζει πρωταγωνιστικό ρόλο στην πιθανή εξέλιξη της συνείδησής μας.

Όποιος προσπαθεί να ελέγξει τα πάντα, χάνει τη ζωή του

Η μεγαλύτερη ανοησία που κάνουν πολλοί άνθρωποι είναι ότι προσπαθούν να τα έχουν «όλα υπό έλεγχο». Και όσο κι αν η ζωή τους αποδεικνύει ότι αυτό είναι μια ουτοπία, εκείνοι συνεχίζουν να παλεύουν, να αγωνιούν, να περιμένουν, να υπεραναλύουν για να καταφέρουν το ακατόρθωτο.

Ο φόβος μήπως πονέσουν από μια απροσδόκητη τροπή των πραγμάτων τους κάνει να βρίσκονται σε έναν διαρκή πόνο, σε έναν ολοένα αυξανόμενο φόβο μήπως κάτι δεν πάει έτσι όπως τα θέλουν. Αυτό που καταφέρνουν είναι να ζουν σε μια διαρκή έλλειψη την οποία δεν αντιλαμβάνονται. Χάνουν τις πολύτιμες στιγμές της ζωής προσπαθώντας να ζήσουν μια ελεγχόμενη ζωή.

Και δεν υπάρχει μεγαλύτερη παρανόηση από αυτόν τον τρόπο σκέψης. Το μόνο σίγουρο στη ζωή είναι η αλλαγή. Και το καλύτερο που έχουμε να κάνουμε είναι να κατανοήσουμε πως τα συναισθήματα, ο τρόπος σκέψης και τελικά οι πράξεις μας καθορίζουν σε έναν σημαντικό βαθμό αυτές τις αλλαγές.

Ο φόβος θα φέρει περισσότερο φόβο, η ανησυχία θα φέρει περισσότερη ανησυχία και η γκρίνια θα φέρει περισσότερη γκρίνια… αλλά και το αντίστροφο! Η αισιοδοξία θα φέρει αισιοδοξία, η ευγνωμοσύνη θα φέρει περισσότερη ευγνωμοσύνη. Το πώς λειτουργεί ακόμα και αν κάποιος δεν κατανοεί ακριβώς, το μόνο που χρειάζεται να κάνει, είναι να το δοκιμάσει. Ο Jim Rohn έλεγε «Είναι κάποια πράγματα που δεν είσαι υποχρεωμένος να ξέρεις πώς δουλεύουν. Το θέμα είναι ότι δουλεύουν. Ενώ κάποιοι μελετούν τις ρίζες, κάποιοι άλλοι ξεφλουδίζουν τον καρπό. Εξαρτάται σε ποια άκρη θέλεις να είσαι εσύ».

Ο άνθρωπος δεν χρειάζεται καθρέφτη για να δει την ομορφιά του

Ο άνθρωπος δεν χρειάζεται καθρέφτη για να δει την ομορφιά του.
Η ομορφιά του αντανακλάται στα μάτια όσων τον εκτιμούν.

Δεν χρειάζεται ούτε ακριβά ρούχα, ούτε μακιγιάζ για να ομορφύνει.
Όλη η ομορφιά του κρύβεται στην ψυχή, στην καρδιά και το μυαλό του.
Ούτε τα όμορφα μάτια, ούτε το αψεγάδιαστο πρόσωπο, ούτε το καλλίγραμμο σώμα μπορούν να νικήσουν την λάμψη της φωτεινής ψυχής, του δυνατού μυαλού και της ζεστής καρδιάς. Αυτά έχουν την δική τους γοητεία.

Ο όμορφος άνθρωπος δεν θέλει φτιασίδια, ομορφαίνει με την αγάπη και βρίσκει τον τρόπο για να ξεχωρίσει.

Ένα παιδικό παραμυθάκι που θυμήθηκα λέει πως ήταν κάποτε μια οικογένεια βασιλιάδων που δεν μπορούσαν να αποκτήσουν παιδί, κάποια στιγμή μια νεράιδα τους λυπήθηκε και αποφάσισε να τους δώσει αυτό το δώρο!

Τους ρώτησε λοιπόν πως θέλουν να είναι το παιδί τους!
Αυτοί ζήτησαν να είναι το παιδί τους υγιές, έξυπνο, δυνατό, γενναίο, ευγενικό, καλόψυχο και γενικώς να έχει όλα τα χαρίσματα που θα μπορούσε να έχει ένας πλήρως ευνοημένος από την φύση άνθρωπος!

Όταν έφυγε η νεράιδα μόνο τότε συνειδητοποίησαν ότι είχαν ξεχάσει να ζητήσουν να είναι και όμορφο! Έτρεξαν να την προλάβουν για να της ζητήσουν να το προσθέσει και αυτό αλλά τότε η νεράιδα τους είπε ότι ήταν πολύ αργά! Οι χάρες είχαν ήδη δοθεί!

Είχαν μεγάλη στεναχώρια και επειδή νεράιδα τους λυπήθηκε τους είπε το εξής: Το παιδί σας μπορεί να μη γεννηθεί όμορφο όμως να ξέρετε πως όποιος το αγαπήσει πραγματικά θα το βλέπει πανέμορφο!

Έτσι και έγινε! Γεννήθηκε πολύ άσχημο όμως με τα χαρίσματα που είχε και με την καλοσύνη του γινόταν πάντα αγαπητός από όλους και κανένας δεν μπορούσε να δει την ασχήμια του! Όλοι τώρα τον έβλεπαν σαν τον πιο όμορφο άνθρωπο του κόσμου!

Μόνο οι ρηχοί άνθρωποι επιμένουν να κρίνουν ποιους θέλουν δίπλα τους αποκλειστικά από την εμφάνιση.

Η ερώτηση είναι όμως αν όντως θέλεις τέτοιους ανθρώπους δίπλα σου.

Μπορεί στην εμφάνιση να οφείλεται η πρώτη έλξη, όμως δεν φτάνει από μόνη της να κρατήσει κάποιον που αξίζει.

Είμαστε αυτό που αισθανόμαστε. Οι άλλοι βλέπουν αυτό που εμείς τους αφήνουμε να δουν. Ό,τι είναι αληθινό αξίζει και διαρκεί, ακόμα κι όταν σύμφωνα με την νομοτέλεια της φύσης όλα αλλοιώνονται με την πάροδο του χρόνου. Τίποτα όμως δεν μπορεί να ακουμπήσει το άφθαρτο της εσωτερικής ομορφιάς.

Δείξε χωρίς να φοβάσαι τον εαυτό σου στους άλλους, δίνοντας τους την ευκαιρία να δουν την ομορφιά που κρύβεται μέσα σου και να αγαπήσουν αυτό που πραγματικά είσαι. Αυτό είναι το μαγικό φίλτρο που θα μεταμορφώσει το τέρας σε όμορφο πρίγκιπα και θα βγάλει μια για πάντα την Σταχτοπούτα από τις στάχτες.

Παίρνεις εκείνο που σου αξίζει

Η ζωή είναι, απλά μαθηματικά

Η καλοσύνη δεν έχει καμία σχέση με το χρηματικό κέρδος. Η καλοσύνη κερδίζει κάτι πολυτιμότερο, κερδίζει ηρεμία του νου. Ο ενάρετος δεν χρειάζεται να ανησυχεί για πράγματα που αφορούν τα εγκόσμια. Μπορεί να μην έχει παλάτι, αλλά θα ζήσει με μεγαλύτερη ευδαιμονία στην καλύβα του από έναν βασιλιά που ζει στο παλάτι του. Ο ενάρετος δεν θα μπορέσει να αποκτήσει παλάτι, αλλά θα αποκτήσει μακαριότητα. Ο πονηρός θα τα καταφέρει να φθάσει στο παλάτι, αλλά θα χάσει τελείως την ηρεμία του νου, θα χάσει κάθε επαφή με τον εαυτό του.

Επομένως, για μένα είναι πολύ απλό. Εάν θέλεις τον εσωτερικό κόσμο και τα πλούτη, να είσαι καλός, να είσαι ενάρετος, να είσαι ωραίος και να μην ζηλεύεις εκείνους που είναι απλώς πονηροί και κερδίζουν χρήματα, που κάνουν όλων των ειδών τις εγκληματικές πράξεις και ανεβαίνουν σε πόστα και κερδίζουν φήμη και προβολή. Θέλεις να έχεις και τα δύο; Θέλεις χρήματα και εσωτερική αρμονία επίσης; Ζητάς πάρα πολλά. Κάτι πρέπει να αφήσεις και για τον πονηρό! Καταβάλλει μεγάλη προσπάθεια. Και υποφέρει πολύ μέσα του – κι αυτό είναι μεγαλύτερο βάσανο από όσα γνωρίζεις.

Επομένως, δεν βλέπω γιατί πρέπει η ζωή να ερμηνεύεται με προϊόντα της φαντασίας. Η ζωή είναι, απλά μαθηματικά. Παίρνεις εκείνο που σου αξίζει. Μόνο μην ζητάς κάτι που δεν έχει σχέση με το ήθος σου και δεν θα υπάρχει κανένα πρόβλημα. Τότε, δεν θα το βλέπεις έτσι όπως το βλέπεις τώρα – ότι οι ενάρετοι υποφέρουν. Όχι, κανείς ενάρετος δεν υποφέρει. Κάθε ενάρετος απολαμβάνει την μακαριότητα. Και εάν υποφέρει, τότε δεν είναι ενάρετος – είναι, απλώς δειλός. Βασικά, είναι πονηρός αλλά δεν έχει αρκετό κουράγιο να είναι πονηρός, ούτε είναι αρκετά έξυπνος για να είναι πονηρός. Η πονηριά είναι τέχνη.

Οι πονηροί πρέπει, να έχουν αυτά που τους αξίζουν. Οι φαύλοι πρέπει να έχουν αυτά που τους αξίζουν. Αλλά οι καλοί άνθρωποι δεν χρειάζεται να τους ζηλεύουν, γιατί εκείνοι έχουν τον αληθινό θησαυρό, τον εσωτερικό τους κόσμο. Πρέπει να τους συμπονούν. Πρέπει να βλέπουν εκείνους τους φτωχούς, πονηρούς πολιτικούς, τους ζάμπλουτους – πρέπει να βλέπουν την εσωτερική τους φτώχεια, το σκοτάδι μέσα τους, την εσωτερική τους κόλαση και πρέπει να τους συμπονούν, όχι να τους ανταγωνίζονται.

Η μεγαλύτερη και καλύτερη ιδιοκτησία είναι η γνώση

Η άγνοια, που σημαίνει αγνωσία, αμάθεια και έλλειψη πληροφόρησης είναι μία κατάσταση τόσο διαδεδομένη όσο τ’ αγριόχορτα στη επιφάνεια της γης. Στους περισσότερους ανθρώπους, που διάγουν μία βιολογική ζωή χωρίς πνευματικούς προβληματισμούς, ο ψυχισμός (ο εγκέφαλος) αδρανεί ως προς την αναζήτηση της γνώσης, της αλήθειας. Και επειδή η άγνοια είναι μία πολύτοκη μητέρα της πλάνης, του λάθους, του ψεύδους, του σφάλματος, των προλήψεων, της δεισιδαιμονίας, της θρησκοληψίας, του σκοταδισμού κ.λ.π. γίνεται το βασικότερο εμπόδιο για την επιστήμη και τον πολιτισμό.

Ο Θουκυδίδης το είχε επισημάνει αυτό και γράφει «Αταλαίπωρος τοις πολλοίς η ζήτησις της αληθείας, και επί τα έτοιμα μάλλον τρέπονται» (Ιστορ. Α 20). Δεν θέλουν να ταλαιπωρηθούν με τη σκέψη οι άνθρωποι και καταφεύγουν στα έτοιμα. Όπως τα βρήκαν έτσι τ’ αφήνουν (:τέλμα και στασιμότητα). Γι' αυτό τον λόγο και η γνώμη των πολλών δεν έχει κύρος. Και αυτή η γνώμη που στηρίζεται στην άγνοια και όχι στη γνώση, πρέπει να είναι ανεκτή, αλλά όχι σεβαστή γιατί δεν πρέπει να τιμούμε την αμάθεια. Αντίθετα πρέπει (με πολιτισμένο τρόπο) να την καταδικάζουμε.

Στη διαμόρφωση σωστής γνώμης χρειάζεται εκτός από τη συνεχή ενημέρωση και η σπουδή της ιστορίας, αφού το παρελθόν φωτίζει το παρόν, και ανοίγει τις προοπτικές για το μέλλον. Ωστόσο, για να είναι αμερόληπτος και πειστικός ένας φιλίστορας που αναφέρεται σε ένα ιστορικό γεγονός πρέπει να έχει διαβάσει όλες τις ιστορικές εκδοχές και ερμηνείες αυτού του γεγονότος. Τις θετικές και τις αρνητικές ερμηνείες, τις σύμφωνες ή ασύμφωνες με τις προσωπικές του ιδεολογίες.

Όπως υπάρχει μια Ψυχολογία του βάθους (που ερευνά το υποσυνείδητο) έτσι θα έπρεπε να υπάρχει και μια Ιστορία του βάθους (που να ερευνά τα βαθύτερα αίτια των γεγονότων). Μια τέτοια ιστορία θα έκανε χρέη ψυχολογίας ομαδικής και ατομικής (της απρόσωπης μάζας και της προσωπικότητας) φωτίζοντας τις γενεσιουργές αιτίες του ψυχισμού των ανθρώπων, όπου φωλιάζουν τα ένστικτα.

Η ιστορία αυτή θα εντόπιζε τα ένστικτα της επιθετικότητας σε συνάρτηση προς τις κοινωνικο – οικονομικές συνθήκες, που θα τα έκαναν να εκδηλώνονται καταστροφικά. Ίσως τότε η ιστορία θα μπορούσε να διδάξει και να συμβουλέψει, ενώ με την απλή περιγραφή των γεγονότων αντί να αποτρέψει, συνδαυλίζει τα πάθη. Πάντως το γεγονός είναι ένα: «Κάτω απ’ το δέντρο της γνώσης γεννήθηκε το δικαίωμα της ελευθερίας».

Θύρα της γνώσης είναι η διδαχή (η αγωγή, η εκπαίδευση, το παράδειγμα). Παράθυρο της γνώσης είναι το βιβλίο. Η αγωγή που στοχεύει στη σωστή μάθηση, μπορεί να επιδράσει στον χαρακτήρα και στην κληρονομική σύσταση (DNA) του νέου ανθρώπου. Έτσι, η αγαθή διδαχή και επιρροή που εμφυτεύει στον νέο την αρετή, με τον καιρό γίνεται συνήθεια = «έξις, Δευτέρα φύσις», που σημαίνει ένα νέο DNA. Ο Δημόκριτος είχε συλλάβει πρώτος τη διαδικασία αυτή, σε εποχές που δεν είχε ανακαλυφθεί το κληρονομίσιμο DNA. Στο σωζόμενο απόσπασμα 33 του έργου του αναφέρει: « Η φύση και η αγωγή είναι παραπλήσια. Γιατί και η αγωγή μεταπλάθει τον άνθρωπο, και μεταπλάθοντάς τον, τον φτιάχνει φύση».

Η καθημερινή άσκηση και επανάληψη του θετικού θεωρητικού και πρακτικού στοιχείου της αγωγής επιδρά στο DNA και προσδένεται σ’ αυτό όπως και το αντίθετο: η αδράνεια ή η προσφορά του αρνητικού στοιχείου επιδρά καταστροφικά και στο ήδη υπάρχον σωστό DNA.

Όταν όλα έρθουν κατ’ ευχήν και η γνώση γίνει κτήμα του ανθρώπου, ενός ανθρώπου που καλλιεργεί την “δια βίου παιδεία” τότε απολαμβάνει και τους καρπούς της, που συνοψίζονται σε δύο λέξεις: πνευματική ευδαιμονία. Αυτή ακριβώς η διανοητική και συναισθηματική χαρά είναι το δώρο της γνώσης. Ο Arthour Koestler μας λέει πως « η απόλαυση του ειδήμονα είναι υψηλότερου επιπέδου, στα Γράμματα, στις Τέχνες, και ιδιαίτερα στον Λόγο και στη Μουσική».

Ωστόσο ο καλλιεργημένος άνθρωπος πρέπει να υπερπηδήσει πολλά εμπόδια για να φτάσει στο ποθητό τέρμα. Ο Roger Bacon στο «Μείζον έργον» του μας υπενθυμίζει μερικά: “Εμπόδια για τη γνώση είναι: α) η μεγάλη εξάρτησή μας από τις προσωπικότητες, β) ο φόβος μήπως πούμε κάτι πολύ κοινό, γ) το να αφήνουμε να μας επηρεάζει πολύ το παραδεδεγμένο, δ) η προσποίηση γνώσης για να αποκρύψουμε την άγνοιά μας, ε) η πνευματική οκνηρία “.

Και αφού υπερπηδήσει αυτά τα εμπόδια θα διαπιστώσει ότι η μεγαλύτερη και καλύτερη ιδιοκτησία είναι η γνώση.

Η κτητικότητα στη φιλία

Για ορισμένους ανθρώπους η φιλία αποκτά την έννοια της αποκλειστικότητας. Ο ένας μπορεί να νιώθει πως ο φίλος του ανήκει και θεωρεί πως είναι κτήμα του. Συμπεραίνουμε, λοιπόν, πως σε τέτοιου είδους καταστάσεις είναι δυνατό να πληγεί ο ψυχισμός και των δύο ατόμων.

Αρχικά, ο φίλος ”θύμα” είναι αρκετά πιθανό να νιώθει συναισθήματα πίεσης, εκνευρισμού και αδυναμίας, ώστε να εκφράσει αυτό που πραγματικά νιώθει. Συγκεκριμένα, η δημιουργία μιας φιλικής σχέσης είναι απόφαση των μελών που τη συνιστούν (δύο ή και περισσοτέρων) και επομένως ξεκινά με τη συγκατάθεσή τους. Κανείς δεν αναγκάζεται να συναναστραφεί με άτομα, τα οποία διαφέρουν αρκετά από εκείνον. Σταδιακά είναι λογικό να δημιουργούνται συναισθήματα φροντίδας και ενδιαφέροντος. Είναι, ωστόσο, συχνό φαινόμενο, το ένας μέλος να έχει παράλογες απαιτήσεις, οι οποίες δυσκολεύουν την ομαλή, φιλική, συνύπαρξη των ατόμων. Συχνή πίεση για εξόδους, αισθήματα ζήλιας για άλλους φίλους, συναισθηματική πίεση, η οποία εκδηλώνεται μέσα από ”μούτρα” ή από καυγάδες, δυσχεραίνουν τις μεταξύ τους σχέσεις.

Σταδιακά ο φίλος “θύμα”, νιώθει την ανάγκη να απομακρυνθεί. Άγχος και εκνευρισμός κατακλύζουν την καθημερινότητά του. Προκειμένου, να μην έρθει αντιμέτωπος με αρνητικές συμπεριφορές, αναγκάζεται να λέει ψέματα και τελικά να νιώθει περισσότερο βάρος, παρά ευχαρίστηση. Ο φίλος ”θύτης” μπορούμε να πούμε πως βιώνει κι εκείνος αρνητικά συναισθήματα. Έχει επενδύσει σε μία φιλία, στην οποία ίσως έχει την ανάγκη να είναι κυρίαρχος. Προοδευτικά, παύει να νοιάζεται τόσο για τη μεταξύ τους σχέση και αντιμετωπίζει τον διπλανό του ως τρόπαιο. Παράλληλα, στους φίλους “θύτες” είναι έντονο το συναίσθημα της απόρριψης. Νιώθουν πως παραγκωνίζονται και πως αντιμετωπίζονται ως ”λύση ανάγκης”.

Οι φίλοι ”θύτες”, είναι συνήθως άτομα με χαμηλή αυτοπεποίθηση και αυτοεκτίμηση. Άτομα που ίσως έχουν βιώσει την απόρριψη σε άλλες περιστάσεις της ζωής τους. Έχουν την ανάγκη απλά και μόνο να νιώσουν πως ο άλλος νοιάζεται ειλικρινά για εκείνους και συνήθως προσπαθούν να το πετύχουν με το λάθος τρόπο. Συνήθως, οι φιλίες αυτές δεν έχουν μεγάλη διάρκεια. Ο φίλος ”θύτης” προσπαθεί, αρχικά, να δωροδοκήσει τον άλλον, μέσα από δώρα και λόγια με μεγάλη βαρύτητα, τα οποία τελικά δεν καταφέρνουν να ”νικήσουν” τη δεσποτική συμπεριφορά του.

Η αλγεβρική πραγματεία του Αλ-Χουαρισμα που επηρεάστηκε από τον Διόφαντο

Η αλγεβρική πραγματεία του Αλ-Χουαρισμα (Α.Χ) αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα γραπτά κείμενα στην ιστορία της άλγεβρας και θεωρείται ένα από τα αρχαιότερα μαζί με τα βραδυητική του Διάφαντος. Αν και δεν έχουμε ακριβή γνώση όλων των παραδόσεων, προφορικών ή γραπτών που πιθανόν να επηρέασαν τον Α.Χ. είναι βέβαια ότι δέχτηκε επιδράσεις και από τις δύο. Συνδυάζοντας τα διάφορα νήματα των παραδόσεων που είχε κληρονομήσει κατάφερε να συνθέσει μερικά θεμελιώδη στοιχεία της άλγεβρας ώστε να παρουσιαστούν σε μία απλή και πρακτική δομή. Ο Λ.Χ. συνέγραψε ένα πρακτικό βιβλίο επίλυσης προβλημάτων με τη μέθοδο της Αλγεβρας. Αν και το έργο δεν θεωρήθηκε μαθηματικά πρωτότυπο από αρκετούς μαθηματικούς και ιστορικούς στο παρελθόν αλλά και στην εποχή μας, ωστόσο ο συστηματικός τρόπος που ακολουθεί ο συγγραφέας στην παρουσίαση των κανόνων της τέχνης της άλγεβρας αλλά και η εφαρμογή τους σε προβλήματα, σφράγισαν την αντίληψη των μαθηματικών την ματαίωνα για αυτήν την τέχνη. 

Το βιβλίο του Α.Χ. λειτούργησε ως πρότυπο για πολλούς συγγραφείς βιβλίων άλγεβρας, κατ’ αρχάς στον Ισλαμικό κόσμο και αργότερα στην Ευρώπη. Η επιρροή που άσκησε σε σημαντικούς μαθηματικούς του Ισλαμικού κόσμου αντανακλάται στα έργα τους. Μετά τον 12ο αιώνα, η διάδοση των μεταφράσεων της πραγματείας στους λόγιους της Δύσης, ήταν ένας παράγοντας, ο οποίες μαζί με τη μετάδοση της γνώσης λόγω των εμπορικών σχέσεων ανάμεσα στον Ισλαμικό κόσμο και τη Δύση, συνέβαλε στην κατοπινή δημιουργία της Ιταλικής μεσαιωνικής άλγεβρας. Η εξέλιξη αυτής της τελευταίας διαμόρφωσε τις προϋποθέσεις για την παραπέρα ανάπτυξη της άλγεβρας προς τη σύγχρονη μορφή της. Ένας από τους που δημιουργικούς μαθηματικούς του 16ου αιώνα, ο Μίτα, αξιοποιώντας τα αποτελέσματα της Ιταλικής παράδοσης της τέχνης της άλγεβρας και εμπνεόμενος από την παράδοση των Αριθμητικών Διόφαντον, ανέπτυξε μέσα από το ιδιαίτερα πρωτότυπο έργο του, τον αλγεβρικό συμβολισμό. Η απόκτηση του συμβολικού της χαρακτήρα οδήγησε την άλγεβρα στην πλήρη έκφρασή της ως θεωρία εξισώσεων. Το εγχείρημα που ανέλαβε ο Α.Χ. να πεγγράφει μια πραγματεία περί άλγεβρας, καταγράφοντας τις αλγεβρικές παραδόσεις με τις οποίες ήρθε σε επαφή, αποτελεί ένα μεγάλο βήμα προς την κατεύθυνση η οποία οδήγησε την τέχνη της άλγεβρας σε επιστήμη. Ο ρόλος που έπαιξε η Αλγεβρα στην ιστορία των μαθηματικών, επιτρέπει να αναγνωριστεί η σπουδαία συμβολή του Α.Χ. στη μετεξέλιξη της πρακτικής αλγεβρικής τεχνικής μέσα από μια μακραίωνη πορεία στην επιστήμη της άλγεβρας.

ΕΝΑΣ ΛΟΓΙΟΣ ΣΤΗ ΒΑΓΔΑΤΗ ΤΟΥ 9ου ΑΙΩΝΑ

Αν και το όνομα του Αλ-Χουαρίζμα (Al-Kharisma) αλλά και η φήμη του σαν σπουδαίου μαθηματικού είναι πλαστικά διαδεδομένη από τον μεσαίωνα, εκτόσο τα στοιχεία που γνωρίζουμε για τη ζωή του είναι λιγοστά. Το πλήρες όνομά του είναι Mishammed it Mid at Klimariami. Μόνο κατά προσέγγιση τοποθετούμε το έτος γέννησης πριν το 800 μ.Χ. και το θάνατό του μετά το έτος 147 μ.Χ. Στις Ισλαμικά βιβλιογραφικά έργα βρίσκουμε μόνο λίγες, σύντομες αναφορές στον Λ.Χ. και στο έργο. τους. Επίσης κάποιες περιστασιακές αναφορές σε αυτόν βρίσκονται στα έργα κάποιον. ιστορικών αλλά και γεωγράφων. Οι πληροφορίες, από τα έργα των μαθηματικών και αστρονόμων του καιρού του αλλά και μεταγενέστερων, είναι ελάχιστες.

Το όνομα του Α.Χ. και οι τίτλοι κάποιων έργων του αναφέρονται από τους αλγεβριστές. Από Kamil και Sinta ibn al-Fluch αλλά και από αστρονόμους όπως ο 11- Birini και ο al-Hashimi, Ελμως στα έργα αυτών των επιστημόνων δεν βρίσκουμε κάποι σημαντική πληροφορία για την ζωή του. Οι βιοβιβλιογράφος αl-Natin γράφει για τον Αν Χ. – Το όνομά του είναι Mutuaruntad ite Μαιά, η καταγωγή του είναι από την Κανείται. Αποσχολούνταν στη βιβλιοθήκη της σοφίας ( Κλίτικος ελλάπας του αλ Μαμούν. Αυτός ήταν αστρονόμος… Γίνεται αντιληπτό ότι η έλλειψη γραπτών και αξιόπιστων μαρτυρικών κυνικά την δημιουργία διαφόρων φανταστικών διηγήσεων και θρύλων σχετικά με τη ζωή του Α.Χ. Επαναλαμβάνουμε όμως, ότι τα πραγματικά αξιόπιστα στοιχεία για την ζωή του είναι ελάχιστα και αναφέρονται στην περίοδο της ηγεμονίας του χαλίφη αλ-Μαμούν και φτάνοντας μέχρι την ηγεμονία του χαλίφη αλ-Ουαθίκ

Με βάση το επίθετο “al- Khwarizmi” σαν τόπος καταγωγής του θεωρείται συνήθως η Καντίνα η οποία βρισκόταν στην περιοχή της σύγχρονης πόλης Κάβα, νότια της λίμνης Αράλης στην κεντρική Ασία. Πάντως δεν είναι βέβαιο, ότι καταγόταν από την Κανατίστε ο ίδιος ο Α.Χ. και όχι κάποιας πρόγονός του. Ο ιστορικός al-Tabari τον ονομάζει και “al-Majusi” επίθετο το οποίο δείχνει ότι ο Α.Χ. ήταν λάτρης της παλαιάς θρησκείας του Ζωροαστρισμού. Όμως, αν κρίνουμε από τις επικλήσεις στον Αλλάχ του περιέχονται στην πραγματεία του περί άλγεβρας, αυτές ασφαλώς σκιαγραφούν τα πορτραίτο ενός ευσεβούς Μουσουλμάνου. Δεν υπάρχουν πληροφορίες για τον τρόπο τον τόπο, αλλά ούτε και το περιεχόμενο την εκπαίδευσης που έλαβε. Όταν η Βαγδάτη έγινε πρωτεύουσα του χαλιφάτου στα χρόνια των πρώτων Αββασιδών χαλίφηδων, σαν μια υπηρεσία η οποία αποτελούσε τμήμα του διοικητικού και γραφειοκρατικού μηχανισμού του κράτους, λειτουργούσε μια βιβλιοθήκη, πιθανών μέσα στο παλάτι, με την ονομασία “bayt al-hikma’ που σημαίνει “οίκος της σοφίας”. 

Η περιγραφή του οίκου της σοφίας από διάφορους συγγραφείς δίνει πολλές και διαφορετικές εικόνες για την λόγιους που απασχολούνταν εκεί αλλά και για το είδος της δραστηριότητάς τους. Κάποιοι τον παρουσιάζουν σαν ένα ερευνητικό ίδρυμα, άλλοι μιλούν για σημαντικό μεταφραστικό κέντρο της αρχαίας γραμματείας και τέλος στον αντίποδα υπάρχει η άποψη που θεωρεί τον οίκο της σοφίας, μια ιδιοτική βιβλιοθήκη του χαλίκη στην οποία είχαν πρόσβαση μόνο διαπρεπείς λόγος που απολάμβαναν την εύνοια του χαλίφη. Στην πραγματικότητα υπάρχουν ελάχιστες αξιόπιστες πληροφορίες για τον οίκο της σοφίας. Αξιόπιστη για παράδειγμα είναι η πληροφορία, ότι επί αλ-Μαμούν (813-853.), ο αστρονόμος και μαθηματικός Α.Χ. απασχολούνταν πλήρως στην εν λόγω βιβλιοθήκη στην υπηρεσία του αλ-Μαμούν

Ο χαλίφης αλ Μαμούν έχει θεωρηθεί υποστηρικτής των επιστημών. Είναι βέβαιο ότι ο Α.Χ. ήταν στον κύκλο των λογίων, οι οποίοι ήταν ευνοούμενοι του χαλίφη και τον προσέφεραν υπηρεσίες. Αυτό επιβεβαιώνεται, όπως θα δούμε στο δεύτερο κεφάλαια και από το εγκώμιο που πλέκει ο Α.Χ. για το χαλίφη, στην απαγωγή της πραγματείας του περί της άλγεβρας. Επιπλέον ο Α.Χ, σε αναγνώριση της ευεργεσίας που δέχτηκε από τον αλ-Μαμούν του αφιέρωσε δύο από τα έργα που συνέγραψε, την πραγματεία του περί αστρονομίας και την Άλγεβρα του.

Η χρήση της αστρολογίας για πρόβλεψη, τόσο σε ατομικό επίπεδο όσο και για κοινωνικά ενδεχόμενα ήταν της μόδας στην αυλή των περισσοτέρων χαλίφηδων. Έτσι φαίνεται πως αστρονόμοι και μαθηματικοί ήταν επιφορτισμένοι και με την περιοχή αστρολογικών προβλέψεων στους πάτρωνες τους. Ο ιστορικός αλ-Ταμπερή αναφέρει την ακόλουθη επιτυχία για τον χαλίφη αλ-Ουαθίκ (142- 147 μ.Χ). Κατά την διάρκεια σοβαρής ασθένειάς του, ο χαλίφης ζήτησε από τον Α.Χ να προβλέψει με βάση το προσκοπό του αν θα ανάρρευσε ή όχι. Αν και ο Α.Χ προέβλεψε ακόμη πενήντα χρόνια ζωής, οι αλ Ουαθικ απεβίωσε σε δέκα ημέρες. Δεν είναι σαφές αν ο αλ-Ταμπουρί αναφέρει την ιστορία για το δίδαγμα της, ότι ακόμη και σπουδαίοι επιστήμονες κάνουν λάθη ή σαν παράδειγμα για την “πολιτικής ευστροφία του Α.Χ. Πάντως από αυτή την ιστορία, στο βαθμό που δεν αμφισβητείται, προκύπτει το ασφαλές συμπέρασμα ότι ο Α.Χ. έζησε τουλάχιστον μέχρι το έτος 147 μ.Χ. 

Κάποιες βιογραφίες του Α.Χ αναφέρονται ότι συμμετείχε σε μια αποστολή εξερεύνησης στο έδαφος της Βυζαντινής αυτοκρατορίας κατόπιν εντολής του αλ-Ουαθίκ το έτος 842 μ.Χ. Αυτή η πληροφορία δεν ανταποκρίνεται στα πραγματικά γεγονότα και οφείλεται στη συσχέτιση του ονόματος Mutuammad Ibn Musa, ο αστρονόμος του λόγου που συμμετείχε, με τον Α.Χ. Όμως είναι σχεδόν βέβαια, ότι δεν πρόκειται για τον Α.Χ αλλά για τον έναν από τους τρείς αδελφούς Μπανού Μούσα, οι οποίοι απασχολούνταν επίσης στη βιβλιοθήκη της σοφίας Ο αστρονόμος και μαθηματικός αλ-Μπιρούνι 1973 – 2048 μ.Χ) μας πληροφορεί ότι ο Α Χ. σε συνεργασία με τον αστρονόμο Γιαχία την Αμπί Μανσούρ ανέλαβε τη μέτρηση της λοξότητας της εκλειπτικής, με εντολή του χαλίφη αλ-Μαμούν.

Το πρώτο ανυπεράσπιστο είδος ζώου που αφάνισε ο άνθρωπος τον 17ο αιώνα

Από την εποχή του πρώιμου αποικισμού, οι άνθρωποι έχουν εισβάλει σε εδάφη που ήταν απομονωμένα από άλλους ανθρώπους, αλλά όχι από ζώα. Πολλά ζώα που τώρα έχουν εξαφανιστεί είχαν πολύ συγκεκριμένο τρόπο ζωής, με άλλα λόγια, μπορούσαν να επιζήσουν μόνο σε ορισμένες τοποθεσίες – δεν μπορούν να προσαρμοστούν όπως μπορούν οι άνθρωποι.

Δεν θα ήταν πρόβλημα εάν οι άνθρωποι μπορούσαν να συνυπάρχουν με τόσο σπάνια είδη ζώων, αλλά όπου κι αν πάμε, πρέπει να κάνουμε αλλαγές σύμφωνα με τις «ανάγκες» μας, οι οποίες θα μπορούσαν να περιγράψουν καλύτερα ως επιθυμίες.

Το πρώτο είδος από το οποίο κατάφερε να αφανίσει η ανθρωπότητα ήταν το διάσημο πουλί Ντόντο που υπήρχε μόνο στα νησιά του Μαυρίκιου, απομονωμένο τόσο από τον άνθρωπο όσο και από άλλα ζώα που μπορούσαν να γίνουν αντιληπτά ως αρπακτικά. Λέγεται ότι από τη γέννησή του, το πουλί ντόντο δεν γνώριζε τίποτα για τα αρπακτικά, καθώς δεν κυνηγήθηκε ποτέ μέχρι να έρθουν οι άνθρωποι στον Μαυρίκιο.

Τα νησιά του Μαυρίκιου αποικίστηκαν από τη Γαλλία, τη Βρετανία και την Ολλανδία κατά τον 17ο αιώνα. Λέγεται ότι τον ίδιο αιώνα, το τελευταίο πουλί ντόντο έδωσε την τελευταία του πνοή. Πολλοί από τους αποικιστές σκότωσαν τα πουλιά ντόντο για την τροφή τους. Πολλά από αυτά επίσης εχαναν τις φωλιές τους καθώς το σπίτι τους άλλαξε σε μεγάλο βαθμό από τους αποικιστές, με πολλά από τα δέντρα και τα φυτά να κόβονται για να δημιουργηθεί χώρος για σπίτια.

Ο παλαιοντολόγος Julian Hume από το Εθνικό Μουσείο Ιστορίας στη Μεγάλη Βρετανία λέει ότι δεν ήταν τόσο η θανάτωση του ντόντο για να φαγωθεί, που οδήγησε στην εξαφάνισή του, αλλά η εκμετάλλευση στην οποία είχαν υποστεί τα νησιά απλώς έκανε τον βιότοπο αφόρητο για τα πουλιά.

Ταυτόχρονα, πολλοί παλαιοντολόγοι υποστηρίζουν ότι το πουλί ντόντο δεν ήταν το πρώτο είδος που εξαφανίστηκε λόγω των ανθρώπων, ξεκινήσαμε να το κάνουμε αυτό πολύ καιρό πριν, περίπου 125.000 χρόνια πριν. Αυτό ήταν όταν οι Homo sapiens (οι πιο κοντινοί μας πρόγονοι) άρχισαν να μεταναστεύουν από την Αφρική και την Ασία στον υπόλοιπο κόσμο, προκαλώντας την εξαφάνιση πολλών ζώων.

Όταν δημιουργούσε ένα νέο σπίτι σε έναν άγνωστο βιότοπο, ο Homo sapiens έπρεπε να βεβαιωθεί ότι ο βιότοπός «τους» ήταν ασφαλής από τυχόν αρπακτικά ζώα που φαινόταν μια σημαντική απειλή ή ανησυχία. Ακόμη και από άλλους Homo sapiens, εμείς ως άνθρωποι δεν θέσαμε ποτέ τον εαυτό μας ως πιθανό πρόβλημα, αλλά όλα όσα μας περιέβαλλαν.

Ρητά Αρχαίων Ελλήνων για τα λάθη

Δείτε μερικά ρητά που θα σας βοηθήσουν να αναλάβετε δράση, να βγείτε νικητές μέσα από τις προκλήσεις της ζωής και να φέρετε εις πέρας τους στόχους σας.

Προτιμότερο να ολισθαίνει κανείς με τα πόδια του, παρά με τη γλώσσα του. – Ζήνων ο Κιτιεύς

Οι επιτυχίες είναι ένας πολύ καλός τρόπος να συγκαλύπτονται τα λάθη. – Δημοσθένης

Το να βιάζουμε τα πράγματα οδηγεί σε σφάλματα. – Ηρόδοτος

Όλοι είμαστε σοφοί στο να νουθετούμε τους άλλους, όταν όμως οι ίδιοι σφάλουμε δεν το καταλαβαίνουμε. – Ευριπίδης

Αυτός που του επιτρέπεται να σφάλλει, σφάλλει λιγότερο. – Οβίδιος

Οι άνθρωποι θυμούνται περισσότερο τα λάθη παρά τις σωστές ενέργειες. – Δημόκριτος

Αυτός που κάνει τα περισσότερα κάνει τα περισσότερα λάθη.- Ευριπίδης

Αν τολμάς πολλά, κάνεις και πολλά λάθη. – Μένανδρος

Η κακή απόφαση κάνει περισσότερο κακό σ’ αυτόν που την πήρε. - Ησίοδος

Η Μινωική γραφή εμφανίστηκε 500 χρόνια πριν – Έγραφαν με Ιερογλυφικά από την 3η χιλιετία πΧ

Στα μέσα της 3ης χιλιετίας πΧ φαίνεται πως τοποθετούνται οι κρητικές συλλαβικές γραφές, οι αναφερόμενες έως τώρα ως Μινωικές γραφές, δηλαδή 500 χρόνια πριν από την καθιερωμένη άποψη, η οποία τις τοποθετούσε στο 1900 πΧ.

Έτσι λοιπόν, οι γραφές αυτές χρονολογούνται παράλληλα με τη γραφή στην κοιλάδα του Ινδού ποταμού περί το 2400 πΧ.

Τα παραπάνω επισημαίνουν σε δημοσίευσή τους ο ερευνητής Αιγαιακών γραφών δρ Μηνάς Τσικριτσής και ο καθηγητής Αρχαιολογίας Αδαμάντιος Σάμψων στο αμερικάνικο επιστημονικό περιοδικό «Annals of Archaeology» (April 2023) στον ιστότοπο Academia.edu και στο ResearchGate με τίτλο: «Symbols of Minoan Hieroglyphic Script and Linear A in Melos from the Middle of 3rd Millennium BC».

Όπως αναφέρεται στη μελέτη των δύο ερευνητών, στη θέση Ριβάρι στη δυτική πλευρά της Μήλου βρέθηκαν το 1996 και το 1997 μια ομάδα 90 πήλινων αγγείων της Πρωτοκυκλαδικής ΙΙΙ περιόδου (φάση Καστρί) που χρονολογούνται στο δεύτερο μισό της 3ης χιλιετίας (2500-2200 πΧ).

Στο άρθρο αυτό ο αρχαιολόγος Α. Σάμψων κάνει μια συστηματική μελέτη της ομοιότητας των αγγείων, ώστε να χρονολογηθούν συγκρινόμενα με άλλα που βρέθηκαν σε Τροία IV, Πολιόχνη Λήμνου, Άγιο Κοσμά, Μάνικα, Μαραθώνα, Κέα που ανήκουν στην περίοδο Καστρί.

Από τα 39 ευρήματα του Α. Σάμψων, σημειώνεται ότι ενδιαφέρον έχουν 18 ακόσμητα ρηχά γυαλιστερά καφέ ή πορτοκαλοκόκκινα κύπελλα που φέρουν χαραγμένα σύμβολα, που κοινώς αποκαλούνταν «σημάδια του αγγειοπλάστη», τα οποία μοιάζουν κάπως με τα ελληνικά κεφαλαία Λ, Μ, Π, Ν, Τ, Χ, Ο.

Παράλληλα, η αρχαιολόγος Χριστίνα Τελεβάντου το 1997 σε παρακείμενο λακοειδή τάφο εντόπισε 16 μικρά δοχεία ημισφαιρικού σχήματος με παρόμοια εγχάρακτα σημάδια και ένα σύμβολο σε ραμφοειδή κανάτα τα οποία δημοσίευσε το 2008.

Εκτός από τα ευρήματα των μικρών ημισφαιρικών δοχείων με τα εγχάρακτα σύμβολα, ένα άλλο ενδιαφέρον αντικείμενο είναι η παρουσία του μοναδικού μοντέλου στέγασης οικίας.

Το μοντέλο αυτό φέρει δίρριχτη στέγη, με κεραμίδια. Το εύρημα είναι εντυπωσιακό και δύσκολα ερμηνεύσιμο για την εποχή αυτή.

Μετά από την επιγραφική μελέτη του ερευνητή δρ Τσικριτσή φαίνεται ότι 12 διαφορετικά σύμβολα, τα οποία επαναλαμβάνονται εγχάρακτα στο κέντρο των μικρών ημισφαιρικών δοχείων, έχουν ομοιότητα και μπορούν να ταυτιστούν με τα συλλαβικά σύμβολα της Γραμμικής Α και Κρητικής Ιερογλυφικής γραφής σε ποσοστό 50% για κάθε γραφή.

Τα αποτελέσματα αυτής της μελέτης δείχνουν μια κοινή χρήση των συμβόλων των κρητικών γραφών περίπου από το 2500 πΧ.

Έκπληξη αποτελεί το γεγονός ότι η εμφάνιση των 12 διαφορετικών συμβόλων της μινωικής γραφής δεν συνοδεύεται από ευρήματα Μινωικής κεραμικής στις ταφές στο Ριβάρι της Μήλου. Έτσι, έχουμε στο Ριβάρι Κυκλαδίτικη κεραμική “ανατολικής έμπνευσης” με Μινωικά σύμβολα.

Αν και το δείγμα των 12 διαφορετικών συμβόλων που αντιστοιχεί σε ένα 10% συνολικά της Μινωικής γραφής, αναδεικνύεται ο προβληματισμός μήπως η γραφή αυτή θα πρέπει να θεωρηθεί κυκλαδική δημιουργία, η οποία σε κάποια φάση διαδόθηκε και στο Μινωικό πολιτισμό.

Την ίδια περίοδο στην Κρήτη, παρατηρείται εισβολή πολιτιστικών στοιχείων από Κυκλάδες (ειδώλια, αγγεία ανατολικού τύπου) στην Αγιά Φωτιά, Πετράς και Αρχάνες. Στο παρελθόν υπήρξε συζήτηση μεταξύ των ερευνητών σχετικά με την ύπαρξη κυκλαδικών αποικιών στο νησί της Κρήτης (Ντούμας 1976), (Δαβάρας και Betancourt 2004, Betancourt 2008) και (Σάμψων 1985, 1988).

Οι συλλαβές κοντά στη βάση των αγγείων φαίνεται ότι ήταν χαραγμένες από τον αγγειοπλάστη πριν το ψήσιμο. Πιθανόν να υποδηλώνουν το εργαστήριο ή τη χρήση ή το περιεχόμενο του αγγείου.



Από το σύνολο των 39 αγγείων με τα εγχάρακτα 12 επαναλαμβανόμενα συλλαβικά σύμβολα ενδιαφέρον είναι το σύμβολο βέλος «á» ή «â» (γραμμή 2 στον Table 1), που αντιστοιχεί στο σύμβολο του κριθαριού της Γραμμικής Α, έχει την υψηλότερη συχνότητα εμφάνισης περίπου 30% και εμφανίζεται σε 6 μικρά ημισφαιρικά δοχεία.

Ενδεχομένως, αυτό το σύμβολο να είναι ένδειξη ότι τα μικρά ημισφαιρικά δοχεία πιθανόν να χρησιμοποιούντο ως προσφορές με κάποιου είδους προϊόντος “κριθαριού” για τη μετά θάνατον ζωή του νεκρού, γεγονός που ενισχύει το επιχείρημα ότι το Ριβάρι ήταν νεκροταφείο.

Πιθανόν τα υπόλοιπα σύμβολα που εμφανίζονται στα μικρά ημισφαιρικά δοχεία του Table 1 να είναι ακρόφωνα συλλαβικών λέξεων, υποδεικνύοντας ότι το αντίστοιχο ημισφαιρικό δοχείο χρησιμοποιήθηκε ως δοχείο προσφοράς για προϊόντα, σιτηρών, μελιού, λαδιού κλπ.

Η εμφανιζόμενη Αιγαιακή γραφή στο Ριβάρι της Μήλου δημιουργεί προβληματισμό στην καθιερωμένη άποψη που θεωρεί ότι η γραφή πρωτοεμφανίζεται στον Μινωικό Πολιτισμό περί το 2000 πΧ.

Η μεγάλη ανάπτυξη του Κυκλαδικού Πολιτισμού που παρατηρείται στην τεχνολογία κατασκευής οικιών στα διασωζόμενα κυκλαδικά ειδώλια που δείχνουν ανεπτυγμένες κοινωνικές δομές, στην Αστρονομική του γνώση που αποτυπώνεται στα Τηγανόσχημα με τις συνοδικές καταγραφές των Πλανητών, οδηγούν στο συμπέρασμα ότι υπήρχε μια ανεπτυγμένη ναυτική επικοινωνία, όπου η ανάπτυξη της γραφής ήταν αναγκαία για τις ανάγκες του εμπορίου.

Με βάση την επιγραφική μελέτη που πραγματοποίησαν οι κκ Τσικριτσής και Σάμψων διαφαίνεται ότι από το σύνολο των 12 διαφορετικών επαναλαμβανόμενων σημείων τα μισά ανήκουν στην Κρητική Ιερογλυφική και Γραμμική Α γραφή, δηλαδή 500 χρόνια πίσω είναι πιθανόν να είχε αναπτυχθεί μια Αιγαιακή γραφή, η οποία στη συνέχεια να υιοθετήθηκε και να αναπτύχθηκε μετά την 2η χιλιετία στον Μινωικό Πολιτισμό.

«Ο αριθμός των συμβόλων που βρέθηκε αντιστοιχεί περίπου στο 10% μιας αναπτυγμένης συλλαβικής γραφής και ευελπιστούμε στο μέλλον να αποκαλυφθούν ακόμα περισσότερα που θα ενισχύσουν την άποψη μας ότι η Αιγαιακή γραφή ξεκινά από την 3η χιλιετία πΧ».

Αριστοτέλης, η φιλαυτία και η αναγκαιότητα των φίλων

Με δεδομένο ότι ο Αριστοτέλης έχει ήδη ξεκαθαρίσει ότι η αγάπη του εαυτού είναι απαραίτητη προϋπόθεση για την υγιή προσέγγιση του άλλου (όποιος δεν αγαπάει τον εαυτό του δεν μπορεί να έχει γνήσιους φίλους) συνεχίζει να διερευνά το ζήτημα της αγάπης του εαυτού θέτοντας το ερώτημα: «Ένα άλλο ερώτημα που προκαλεί συζητήσεις είναι αν πρέπει κανείς να αγαπάει κατά πρώτο και κύριο λόγο τον εαυτό του ή κάποιον άλλο» (1168a 8, 31-32).

Η διερεύνηση μετατίθεται, καθώς η αγάπη για τον εαυτό δεν τίθεται πλέον ως προϋπόθεση για το πλησίασμα του άλλου, αλλά ως πρώτη και απόλυτη προτεραιότητα που θα εξασφαλίσει την ισορροπία της ύπαρξης. Και βέβαια, μια τέτοια εκδοχή δε θα μπορούσε να μην επιφέρει αντιρρήσεις: «Κατηγορούν, πράγματι, οι άνθρωποι αυτούς που αγαπούν κατά πρώτο και κύριο λόγο τον εαυτό τους και, σαν για να χρησιμοποιήσουν γι’ αυτούς μια άσχημη λέξη, τους ονομάζουν φίλαυτους» (1168a 8, 32-33).

Είναι ξεκάθαρο ότι η φιλαυτία αποτελεί αρνητική έννοια και αποδίδεται σε ανθρώπους χαμηλής ποιότητας: «Κατά την κοινή αντίληψη ο ασήμαντος και μικρής αξίας άνθρωπος ό,τι κάνει το κάνει για τον εαυτό του, τόσο μάλιστα περισσότερο όσο πιο κακός είναι» (1168a 8, 33-35). Κι από την άλλη: «ο καλός και αξιόλογος άνθρωπος ό,τι κάνει το κάνει για χάρη του ωραίου (όσο μάλιστα πιο καλός είναι, τόσο πιο πολύ για χάρη του ωραίου), και ακόμη το κάνει για χάρη του φίλου του· το δικό του συμφέρον το αφήνει κατά μέρος» (1168a 8, 36-38).

Το επιχείρημα της αγάπης προς το φίλο, που πρέπει να τίθεται πάνω από τον εαυτό, καταδεικνύει ότι, όταν κάποιος αγαπά τον εαυτό του πάνω από οτιδήποτε άλλο, είναι αδύνατο να συμπλέει με τους κανόνες της αρετής: «Λένε δηλαδή ότι πρέπει να αγαπούμε κατά πρώτο και κύριο λόγο τον καλύτερό μας φίλο, και καλύτερος φίλος είναι αυτός που τα αγαθά που επιθυμούμε γι’ αυτόν τα επιθυμούμε για χάρη εκείνου, έστω κι αν αυτό δε θα γίνει γνωστό σε κανέναν» (1168b 8, 1-3).

Από την άλλη, το δεδομένο ότι οι φιλικές σχέσεις είναι μια προέκταση των σχέσεων με τον εαυτό καταδεικνύει ότι ο φίλος εκλαμβάνεται ως άλλος εαυτός για τον οποίο ενδιαφέρεται κανείς εξίσου: «Έχουμε, πράγματι, ήδη πει ότι από αυτή τη σχέση» (εννοείται τη σχέση με τον εαυτό) «τα χαρακτηριστικά της φιλίας επεκτείνονται και προς τους άλλους ανθρώπους. Και όλες οι παροιμίες συμφωνούν σ’ αυτό, π.χ. “Μια ψυχή”, “Όλα των φίλων κοινά”, “Φιλία θα πει ισότητα”, “Κοντινότερο από την κνήμη είναι το γόνατο”» (1168b 8, 5-9).

Η αντίληψη του φίλου ως «μια ψυχή» με τον οποίο όλα είναι κοινά σε καθεστώς απόλυτης ισότητας καθιστά σαφές ότι η αγάπη του φίλου δεν υπερβαίνει αλλά τίθεται ισάξια με την αγάπη του εαυτού. Με άλλα λόγια, αυτό που αξίζει να αισθάνεται κανείς για το φίλο αξίζει να το αισθάνεται και για τον εαυτό του. Κι αν για το φίλο αξίζει να ενδιαφέρεται κανείς «για χάρη εκείνου», με τον ίδιο τρόπο αξίζει να ενδιαφέρεται και για τον εαυτό του ως (κυριολεκτικά) «μια ψυχή».

Το συμπέρασμα πηγάζει αβίαστα: «Όλα αυτά τα χαρακτηριστικά μπορούμε να τα βρούμε κατά πρώτο και κύριο λόγο στη σχέση μας προς τον ίδιο τον εαυτό μας· γιατί ο καθένας είναι ο καλύτερος φίλος του εαυτού του, και άρα ο καθένας πρέπει να αγαπάει κατά πρώτο και κύριο λόγο τον εαυτό του» (1168b 8, 9-11).

Όμως, εφόσον ισχύει αυτό που λένε οι πολλοί κατηγορώντας την αγάπη του εαυτού ως φιλαυτία, πώς μπορεί να ισχύει ταυτόχρονα και το συμπέρασμα που θέλει ότι «ο καθένας πρέπει να αγαπάει κατά πρώτο και κύριο λόγο τον εαυτό του»; Με άλλα λόγια: «Ποια από τις δύο απόψεις πρέπει να ακολουθήσουμε, τη στιγμή που και οι δύο είναι αληθοφανείς;» (1168b 8, 12-13).

Ο Αριστοτέλης θα πάρει τα πράγματα από την αρχή: «Ίσως λοιπόν πρέπει να ξεχωρίσουμε τη μια από την άλλη τις απόψεις αυτές και να προσπαθήσουμε να ορίσουμε ως ποιο σημείο και πώς αληθεύει η καθεμιά τους. Αν καταλάβουμε με πιο τρόπο συλλαμβάνουν οι μεν και οι δε το νόημα της φιλαυτίας, το πράγμα θα γίνει αμέσως φανερό» (1168b 8, 13-16).

Εν τέλει, η διαφωνία έχει να κάνει με τον τρόπο που ορίζεται η φιλαυτία στη μια και την άλλη περίπτωση. Ο Αριστοτέλης θα αποσαφηνίσει αρχικά την πρώτη περίπτωση: «Αυτοί λοιπόν που καταλαβαίνουν το πράγμα ως όνειδος ονομάζουν φίλαυτους αυτούς που θέλουν για τον εαυτό τους το μεγαλύτερο μερτικό των χρημάτων, των τιμών και των σωματικών ηδονών – αυτά, πράγματι, λαχταρούν οι περισσότεροι άνθρωποι και γι’ αυτά έδειξαν πολύ μεγάλο ζήλο σαν να είναι ό,τι καλύτερο υπάρχει, πράγμα που τα έκανε να είναι περιπόθητα. Αυτοί λοιπόν που είναι άπληστοι ως προς αυτά τα πράγματα κοιτάζουν πώς να υπηρετήσουν τις επιθυμίες τους και, γενικά, τα πάθη τους και το άλογο μέρος της ψυχής τους· τέτοιοι είναι οι περισσότεροι άνθρωποι· αυτός είναι και ο λόγος που η συνήθης σημασία της λέξης έχει την αρχή της στους πολλούς, που είναι ασήμαντοι και δίχως καμιά αξία άνθρωποι· δικαιολογημένα λοιπόν ψέγονται οι με αυτό το νόημα φίλαυτοι» (1168b 8, 16-26).

Η έννοια της φιλαυτίας θεωρείται στρεβλή μέσα στο πλαίσιο της ολικής στρέβλωσης, που ταυτίζει το συμφέρον του εαυτού με τον εγωισμό και την απληστία. Αν, όμως, τα πράγματα αντιστραφούν και η αγάπη για τον εαυτό εκδηλώνεται με τους όρους της αρετής ως διαρκής επιδίωξη του ωραίου και της δικαιοσύνης, τότε η ερμηνεία αλλάζει: «αν κανείς άλλο δε θέλει συνεχώς παρά να πράττει, περισσότερο αυτός από όλους τους άλλους, τα έργα της δικαιοσύνης ή της σωφροσύνης ή τα έργα οποιασδήποτε άλλης αρετής, και γενικά προσπαθεί συνεχώς να εξασφαλίζει για τον εαυτό του την (ηθική) ομορφιά, κανένας δε θα πει ότι ο άνθρωπος αυτός είναι φίλαυτος, ούτε θα τον ψέξει» (1168b 8, 28-32).

Όμως, για τον Αριστοτέλη η φιλαυτία ως χαρακτηρισμός αρμόζει περισσότερο σ’ αυτή τη δεύτερη εκδοχή του ενάρετου ανθρώπου: «Αυτού του είδους όμως τον άνθρωπο θα μπορούσε κανείς να τον χαρακτηρίσει πιο φίλαυτο από τον άλλο. Πραγματικά ο άνθρωπος αυτός θέλει για τον εαυτό του τα πιο όμορφα και τα καλύτερα πράγματα, και κοιτάζει να υπηρετήσει το κυριότερο μέρος του εαυτού του, και υπακούει σ’ αυτό σε όλα» (1168b 8, 32-35). Και συμπληρώνει: «ο κατεξοχήν λοιπόν φίλαυτος είναι αυτός που αγαπάει και υπηρετεί αυτό το μέρος του εαυτού του» (1168b 8, 37-38).

Σε τελική ανάλυση, όλες οι πράξεις έχουν να κάνουν με την αγάπη προς τον εαυτό, τον οποίο ο καθένας προσπαθεί να ικανοποιήσει. Το ζήτημα είναι η ποιότητα των πράξεων με τις οποίες το πετυχαίνει κανείς. Ο ενάρετος νιώθει χαρά με την πραγμάτωση της αρετής όχι ως άρνηση του εαυτού, αλλά επειδή ικανοποιείται μόνο από τις ωραίες πράξεις (σε αντίθεση με τον τιποτένιο που χαίρεται με τις τιποτένιες). Κι επειδή η ικανοποίηση της αρετής είναι η ύψιστη χαρά, ο ενάρετος καταδεικνύεται ως κατεξοχήν φίλαυτος, αφού φτάνει στην ύψιστη ικανοποίηση του εαυτού ασκώντας την αρετή.

Θα έλεγε κανείς ότι η φιλαυτία, ως έννοια, έχει δύο όψεις: από τη μια την ποταπότητα της φτηνής ικανοποίησης που προέρχεται από τις ανάξιες πράξεις κι από την άλλη τη μεγαλοπρέπεια που γεννιέται από τις υψηλές πράξεις, η οποία όμως έχει και πάλι ως κίνητρο την αγάπη και την ευχαρίστηση του εαυτού. Το ζήτημα είναι πώς έχει μάθει κανείς (με τον εθισμό) να προσφέρει χαρά στον εαυτό του, δηλαδή αν έχει μάθει να ενεργεί σύμφωνα με τη λογική ή να παρασύρεται από τις άλογες παρορμήσεις της ψυχής που αποχαλινώνουν τα πάθη.

Ο Αριστοτέλης ξεκαθαρίζει: «Ο άνθρωπος λέγεται εγκρατής ή ακρατής ανάλογα με το αν ο νους του έχει ή δεν έχει τον έλεγχο του εαυτού του: θέλουν με αυτό να πουν ότι ο καθένας μας δεν είναι παρά ο νους του. Θεωρούν, άλλωστε, ότι κατεξοχήν δικές τους πράξεις και καμωμένες με τη θέλησή τους είναι οι πράξεις που έχουν γίνει σύμφωνα με το λογικό μέρος της ψυχής τους. Ότι αυτό λοιπόν το μέρος του εαυτού του, ή κατά κύριο λόγο αυτό, είναι ο κάθε άνθρωπος, είναι φανερό, όπως και το ότι ο αξιόλογος και ενάρετος άνθρωπος αυτό το μέρος του εαυτού του αγαπάει κατά πρώτο και κύριο λόγο» (1168b 8, 40-41 και 1169a 1-4).

Κι εφόσον η ικανοποίηση του εαυτού καταδεικνύει τη φιλαυτία, αυτός που ευχαριστιέται περισσότερο είναι και ο περισσότερο φίλαυτος: «Γι’ αυτό και θα λέγαμε ότι αυτός είναι ο πραγματικός φίλαυτος – διαφορετικού βέβαια είδους από το είδος που ψέγεται: η διαφορά του από εκείνον είναι όση η διαφορά μιας ζωής που κυβερνιέται από τη λογική από μια ζωή υποταγμένη στα πάθη, ή όση είναι η διαφορά της επιθυμίας για το ωραίο και το καλό από την επιθυμία γι’ αυτό που θεωρεί κανείς συμφέρον του» (1169a 8, 4-8).

Αυτός είναι και ο λόγος που ο ενάρετος άνθρωπος οφείλει να είναι φίλαυτος (οφείλει δηλαδή να θέλει να ευχαριστεί τον εαυτό του) σε αντίθεση με τον τιποτένιο, που θα ήταν καλύτερο να μην είναι: «Ο ενάρετος άνθρωπος πρέπει να είναι φίλαυτος (γιατί πράττοντας ηθικά ωραίες πράξεις και ο ίδιος θα ωφεληθεί και τους άλλους θα ωφελήσει), ενώ ο κακός άνθρωπος δεν πρέπει να είναι· γιατί αυτό θα βλάψει και τον εαυτό του και τους άλλους, καθώς ακολουθεί τα κακά του πάθη» (1169a 8, 13-17).

Από αυτή την άποψη, δε θα μπορούσε να υπάρξει μεγαλύτερη ευχή για μία πόλη από το να αποτελείται από πολίτες που θα ανταγωνίζονται στη φιλαυτία με τον τρόπο της αρετής: «Τους ανθρώπους λοιπόν που δείχνουν εξαιρετικό ζήλο για τις ωραίες πράξεις όλοι τους εγκρίνουν και τους επαινούν· και αν όλοι οι άνθρωποι συναγωνίζονταν ο ένας τον άλλο στο ωραίο και έβαζαν όλες τους τις δυνάμεις στο να πράττουν ό,τι είναι πιο ωραίο, τότε και η κατάσταση της κοινότητας θα ήταν αυτή που πρέπει να είναι και το κάθε επιμέρους άτομο θα είχε τα μεγαλύτερα αγαθά, αφού η αρετή είναι το μεγαλύτερο αγαθό» (1169a 8, 8-13).

Από αυτή την άποψη, η θυσία για το φίλο μπορεί να εκληφθεί ως ύψιστη φιλαυτία, αφού προσφέρει την υπέρτατη χαρά πραγματώνοντας την τέλεια αρετή: «Αληθεύει, επίσης, ότι ο ενάρετος άνθρωπος κάνει πολλά για τους φίλους του και για την πατρίδα του, και ότι, αν χρειαστεί, δίνει και τη ζωή του για χάρη τους· πραγματικά, και τα χρήματα θα τα θυσιάσει και τις τιμές και, γενικά, τα περιπόθητα αγαθά, επιδιώκοντας να κερδίσει για τον εαυτό του την (ηθική) ομορφιά· ο άνθρωπος αυτός θα προτιμούσε μια μικρής διάρκειας έντονη ηδονή από μια μεγαλύτερης διάρκειας ήρεμη και άνετη απόλαυση· θα προτιμούσε να ζήσει ένα χρόνο με (ηθική) ομορφιά παρά πολλά χρόνια με τρόπο ασήμαντο και τυχαίο· θα προτιμούσε μια πράξη όμορφη μεγάλης αξίας παρά πολλές μικρής αξίας. Και μάλλον αυτό είναι που συμβαίνει σ’ αυτούς που δίνουν τη ζωή τους για τους φίλους τους· αυτό, επομένως, που επιλέγουν για τον εαυτό τους είναι κάτι το μεγάλο και ωραίο» (1169a 8, 21-30).

Ο ενάρετος φίλαυτος είναι αυτός που ικανοποιείται όταν έχει το μεγαλύτερο μερίδιο από τις πράξεις της αρετής. Κι αυτή είναι η διαφορά του από τη φιλαυτία των πολλών που δικαίως θεωρείται κακό και ψέγεται: «Με αυτόν, επομένως, τον τρόπο πρέπει κανείς να είναι φίλαυτος, με τον τρόπο όμως των πολλών, όχι» (1169b 8, 1-3).

Η φιλαυτία αυτού του είδους καταδεικνύει και την ανάγκη του ανθρώπου για προσφορά σύμφωνα με τις επιταγές της αρετής. Κι αυτός είναι ακόμη ένας λόγος που καθιστά σαφή την αναγκαιότητα των φίλων: «Αν είναι γνώρισμα του φίλου πιο πολύ το να ευεργετεί παρά το να ευεργετείται· αν οι ευεργεσίες είναι γνώρισμα του ενάρετου ανθρώπου και της αρετής· αν είναι πιο όμορφο πράγμα να ευεργετεί κανείς φίλους παρά ξένους ανθρώπους, τότε ο ενάρετος άνθρωπος δεν μπορεί παρά να χρειάζεται ανθρώπους στους οποίους θα κάνει τις ευεργεσίες του» (1169b 9, 12-15).

Κι ακριβώς έτσι ορίζεται η ευδαιμονία που έχει να κάνει με τη συνύπαρξη που διέπεται σύμφωνα με τους κανόνες της αρετής. Ο ευδαίμων είναι ευδαίμων, όχι γιατί κατάφερε να αποκτήσει την πληρότητα από μόνος του, αλλά επειδή πέτυχε την απόλυτη ισορροπία ανάμεσα σ’ αυτόν και τους άλλους ανθρώπους. Η ύπαρξη των φίλων και η καθημερινή τους συναναστροφή είναι που τον καθιστά ευτυχισμένο – σε συνδυασμό βέβαια και με την καλλιέργεια της ψυχής, που τον πλουτίζει με ενδιαφέροντα. Γι’ αυτό η ευτυχία είναι συνθήκη καθημερινή που απαιτεί την ενέργεια της ψυχής προκειμένου να αποκτηθεί. Και μόνο η αρετή είναι σε θέση να την προσφέρει.

Στο ζήτημα, λοιπόν, της αναγκαιότητας των φίλων δεν μπορεί να υπάρξει καμία αμφισβήτηση. Ο Αριστοτέλης θα επαναλάβει: «Είναι παράδοξο να κάνουμε μοναχικό τον ευδαίμονα άνθρωπο· κανένας, πράγματι, δε θα προτιμούσε να έχει όλα τα αγαθά του κόσμου, αν ήταν να τα χαίρεται μόνος του· γιατί ο άνθρωπος είναι ένα ον προορισμένο να ζει στην κοινωνία της πόλης, που πάει να πει ότι η ίδια η φύση τον προόριζε να ζει μαζί με άλλους ανθρώπους. Το ίδιο λοιπόν ισχύει και για τον ευδαίμονα άνθρωπο, αφού έχει όλα όσα είναι εκ φύσεως αγαθά – και είναι προφανώς προτιμότερο να περνάει κανείς τις ώρες και τις μέρες του μαζί με φίλους και καλούς ανθρώπους παρά με ξένους και με τυχαίους ανθρώπους» (1169b 9, 20-26).

Η αντίληψη που υποστηρίζει ότι ο ευδαίμων δεν έχει ανάγκη από φίλους δεν μπορεί παρά να αναπαράγεται από τη στρέβλωση που υποβαθμίζει τη φιλία ταυτίζοντάς τη με τη ρηχότητα της ωφέλειας ή της επιφανειακής ευχαρίστησης: «Τι ακριβώς λοιπόν λένε οι οπαδοί της πρώτης άποψης» (εννοείται της άποψης ότι ο ευδαίμων δεν έχει ανάγκη από φίλους) «και σε ποιο σημείο πετυχαίνουν την αλήθεια; Μήπως στο ότι για τους περισσότερους ανθρώπους φίλοι είναι αυτοί που μας είναι χρήσιμοι; Τέτοιους φίλους ο ευδαίμων άνθρωπος πραγματικά δε θα τους χρειαστεί, αφού αυτός έχει ήδη όλα τα αγαθά· όπως, επίσης, δε θα χρειαστεί αυτούς που τους κάνει κανείς φίλους του για την ευχαρίστηση που θα του προσφέρουν, ή θα τους χρειαστεί σε μικρό μόνο βαθμό (γιατί η ζωή του, ευχάριστη από μόνη της, δεν έχει καμιά ανάγκη από “εισαγόμενη από έξω” ευχαρίστηση)· επειδή λοιπόν δε χρειάζεται τέτοιους φίλους, ο κόσμος θεωρεί ότι δε χρειάζεται φίλους. Αυτό όμως δεν είναι ασφαλώς αλήθεια» (1169b 9, 26-33).

Η πληρότητα του ανθρώπου δεν έχει να κάνει μόνο με την εκπλήρωση των φυσικών αναγκών ούτε ερμηνεύεται μόνο μέσα από την αντίληψη των αισθήσεων. Μια τέτοια εκδοχή αρμόζει περισσότερο στα ζώα. Ο άνθρωπος διαθέτει και νόηση, που του επιτρέπει να αντιλαμβάνεται με τρόπο πληρέστερο όλα τα ερεθίσματα του περιβάλλοντος. Η νόηση είναι που γεννά και την ανάγκη της αληθινής επαφής και της συντροφικότητας, ως απόρροια της κοινωνικής φύσης που του έχει αποδοθεί. Η ανθρώπινη συνύπαρξη δεν έχει καμία σχέση με εκείνη των ζώων που μπορεί να βρίσκονται στο ίδιο βοσκοτόπι. Η νόηση επιβάλλει μια άλλη δυναμική στις σχέσεις που θα δημιουργηθούν προτάσσοντας την αδιαπραγμάτευτη ανάγκη του κοινωνείν για όλους τους ανθρώπους.

Από αυτή την άποψη, ο ενάρετος άνθρωπος είναι αυτός που ξέρει να εκπληρώνει τις ανάγκες του. Κι αυτός είναι ο λόγος που θα κατακτήσει την ευτυχία. Ο Αριστοτέλης δε θα μπορούσε να γίνει σαφέστερος: «Πρέπει λοιπόν να έχει κανείς συνείδηση για το φίλο του ότι υπάρχει, πράγμα που θα ερχόταν ως αποτέλεσμα του να συνυπάρχει μαζί του στην καθημερινή ζωή και να έχει μαζί του κοινωνία λόγων και σκέψεων – γιατί μόνο έτσι φαίνεται ότι πρέπει να γίνεται κατανοητή η συμβίωση στην περίπτωση των ανθρώπων και όχι όπως στην περίπτωση των ζώων να βόσκουν στον ίδιο τόπο» (1170b 9, 12-16).

Το ερώτημα, λοιπόν, του κατά πόσο ο ευδαίμων χρειάζεται φίλους ή όχι κρίνεται περιττό, αφού η απάντηση είναι δεδομένη. Για την ακρίβεια, οι φίλοι είναι η προϋπόθεση της ευτυχίας του, καθώς χωρίς αυτούς δε θα ήταν ευδαίμων: «Για να είναι ευδαίμων, ο άνθρωπος έχει ανάγκη από ενάρετους φίλους» (1170b 9, 21-22).

Αριστοτέλης, Ηθικά Νικομάχεια

Ανθολόγιο Αττικής Πεζογραφίας

ΞΕΝΟΦΩΝ, ΑΠΟΜΝΗΜΟΝΕΥΜΑΤΑ

ΞΕΝ Απομν 3.5.14–3.5.17

Η Αθήνα σε παρακμή

Στην αρχή του τρίτου βιβλίου παρατίθενται διάφορες συζητήσεις του Σωκράτη με πρόσωπα που ανέλαβαν ή επιθυμούσαν να αναλάβουν δημόσια αξιώματα. Ανάμεσά τους κι εκείνη με την οποία ο φιλόσοφος προσπάθησε να εμψυχώσει και να συμβουλεύσει τον Περικλή, γιο του ομώνυμου ηγέτη της πόλης, να επιχειρήσει να ξαναδώσει στην Αθήνα την αίγλη του παρελθόντος. Στο παρακάτω απόσπασμα αναπτύσσονται κυρίως οι απαισιόδοξες εκτιμήσεις του συνομιλητή του, τις οποίες θα ανασκευάσει στη συνέχεια ο Σωκράτης
.

[3.5.14] Νῦν οὖν, ἔφη, τί ἂν ποιοῦντες
ἀναλάβοιεν τὴν ἀρχαίαν ἀρετήν; καὶ ὁ Σωκράτης· Οὐδὲν
ἀπόκρυφον δοκεῖ μοι εἶναι, ἀλλ’ εἰ μὲν ἐξευρόντες τὰ τῶν
προγόνων ἐπιτηδεύματα μηδὲν χεῖρον ἐκείνων ἐπιτηδεύοιεν,
οὐδὲν ἂν χείρους ἐκείνων γενέσθαι· εἰ δὲ μή, τούς γε νῦν
πρωτεύοντας μιμούμενοι καὶ τούτοις τὰ αὐτὰ ἐπιτηδεύοντες,
ὁμοίως μὲν τοῖς αὐτοῖς χρώμενοι οὐδὲν ἂν χείρους ἐκείνων
εἶεν, εἰ δ’ ἐπιμελέστερον, καὶ βελτίους. [3.5.15] Λέγεις, ἔφη, πόρρω
που εἶναι τῇ πόλει τὴν καλοκἀγαθίαν. πότε γὰρ οὕτως
Ἀθηναῖοι ὥσπερ Λακεδαιμόνιοι ἢ πρεσβυτέρους αἰδέσονται,
οἳ ἀπὸ τῶν πατέρων ἄρχονται καταφρονεῖν τῶν γεραιτέρων,
ἢ σωμασκήσουσιν οὕτως, οἳ οὐ μόνον αὐτοὶ εὐεξίας ἀμε-
λοῦσιν, ἀλλὰ καὶ τῶν ἐπιμελομένων καταγελῶσι; [3.5.16] πότε δὲ
οὕτω πείσονται τοῖς ἄρχουσιν, οἳ καὶ ἀγάλλονται ἐπὶ τῷ
καταφρονεῖν τῶν ἀρχόντων; ἢ πότε οὕτως ὁμονοήσουσιν,
οἵ γε ἀντὶ μὲν τοῦ συνεργεῖν ἑαυτοῖς τὰ συμφέροντα ἐπη-
ρεάζουσιν ἀλλήλοις καὶ φθονοῦσιν ἑαυτοῖς μᾶλλον ἢ τοῖς
ἄλλοις ἀνθρώποις, μάλιστα δὲ πάντων ἔν τε ταῖς ἰδίαις
συνόδοις καὶ ταῖς κοιναῖς διαφέρονται καὶ πλείστας δίκας
ἀλλήλοις δικάζονται καὶ προαιροῦνται μᾶλλον οὕτω κερδαί-
νειν ἀπ’ ἀλλήλων ἢ συνωφελοῦντες αὑτούς, τοῖς δὲ κοινοῖς
ὥσπερ ἀλλοτρίοις χρώμενοι περὶ τούτων αὖ μάχονται καὶ
ταῖς εἰς τὰ τοιαῦτα δυνάμεσι μάλιστα χαίρουσιν; [3.5.17] ἐξ ὧν
πολλὴ μὲν ἀτηρία καὶ κακία τῇ πόλει ἐμφύεται, πολλὴ δὲ
ἔχθρα καὶ μῖσος ἀλλήλων τοῖς πολίταις ἐγγίγνεται, δι’ ἃ
ἔγωγε μάλα φοβοῦμαι ἀεί, μή τι μεῖζον ἢ ὥστε φέρειν
δύνασθαι κακὸν τῇ πόλει συμβῇ.

***
Τώρα λοιπόν, είπε, τι πράττοντες, ήθελαν αναλάβει την παλαιάν των αρετήν; Και ο Σωκράτης· ― Νομίζω, ότι δεν είναι καθόλου πράγμα μυστικόν, αλλ' εάν μεν, εξεύροντες τας συνηθείας των προγόνων, ήθελαν τας εκτελεί καθόλου χειρότερα από κείνους, ουδόλως χειρότεροι εκείνων θα εγίνοντο· ει δε μη, μιμούμενοι τουλάχιστον εκείνους που πρωτεύουν τώρα και πράττοντες τα ίδια με αυτούς, καθόλου χειρότεροι δεν θα εγίνοντο απ' εκείνους, εάν δε επιμελέστερον πράττωσι, και καλύτεροι δύνανται να είναι. ― Διισχυρίζεσαι λοιπόν, είπεν, ότι απέχει πολύ από την πόλιν μας η τελειότης της σωματικής και ψυχικής μορφώσεως. Διότι πότε οι Αθηναίοι ωσάν τους Λακεδαιμονίους ή τους πρεσβυτέρους των θα σεβασθούν, αφού από τους πατέρας των αρχίζουν να περιφρονούν τους γεροντοτέρους, ή τόσον θα ασκηθούν σωματικώς, αφού όχι μόνον οι ίδιοι παραμελούν την σωματικήν υγείαν, αλλά και περιγελούν εκείνους που την φροντίζουν; Πότε δε θα πείθωνται τόσον εις τους άρχοντας, αφού και υπερηφανεύονται διότι περιφρονούν τους άρχοντας, ή πότε ούτω θα ομονοήσουν, αφού μάλιστα, αντί μεν να βοηθούν ο ένας τον άλλον εις τα συμφέροντά των, βλάπτουν αλλήλους και φθονούν ο ένας τον άλλον περισσότερον παρά τους ξένους ανθρώπους, προ πάντων δε και εις τας ιδιωτικάς συναθροίσεις και εις τας δημοσίας διχογνωμούν και πλείστας δίκας αναμεταξύ των κάμνουν και προτιμούν μάλλον κατ' αυτόν τον τρόπον να κερδίζουν ο ένας από τον άλλον, παρά βοηθούντες αλλήλους, επειδή δε τα θεωρούν τα κοινά ως ξένα, μάχονται δι' αυτά, και χαίρονται πάρα πολύ διά τας δυνάμεις τας οποίας καταναλίσκουν εις τας τοιαύτας έριδας; Ένεκα τούτων αφ' ενός μεν πολλή βλάβη και δυστυχία γεννάται εις την πόλιν, αφ' ετέρου δε πολλή έχθρα και μίσος μεταξύ των πολιτών δημιουργείται, διά τα οποία εγώ τουλάχιστον φοβούμαι πάντοτε, μήπως συμβή εις την πόλιν κανέν δυστύχημα μεγαλύτερον από όσον ημπορεί να βαστάξη;

Κυριακή 23 Απριλίου 2023

Αρχές Σύνταξης της Αρχαιοελληνικής Γλώσσας: 7. ΤΑ ΑΚΛΙΤΑ ΜΕΡΗ ΤΟΥ ΛΟΓΟΥ

ΣΥΝΔΕΣΜΟΙ


§7.43. Η γραμματική κατηγορία των συνδέσμων, όπως και των συνδετικών μορίων, μας υποχρεώνει, περισσότερο από κάθε άλλη κατηγορία, να υπερβούμε το στενό πλαίσιο της λέξης, που είναι η κύρια μονάδα της παραδοσιακής γραμματικής, ίσως και της πρότασης, και να μπούμε στον χώρο του κειμένου. Και αυτό γιατί οι σύνδεσμοι, στοιχεία με επιρρηματική προέλευση, όπως και τα συνδετικά μόρια, μπορούν να έχουν μεγάλη εμβέλεια, σε εκτεταμένα τμήματα λόγου, συνδέοντας όχι μόνο μεμονωμένες λέξεις ή φράσεις αλλά και ολόκληρες προτάσεις ή περιόδους. Οι διαφορές των συνδέσμων από τα μόρια είναι αρκετά λεπτές, και αυτό επιβάλλει μερικές φορές τη συνεξέταση των δύο κατηγοριών. Σε ένα αρχικό στάδιο, πριν από την ανάπτυξη του υποταγμένου λόγου, οι περισσότεροι σύνδεσμοι ήταν απλά μόρια, δηλαδή στοιχεία που είτε δημιουργούσαν σχέσεις ανάμεσα σε ξεχωριστά νοήματα, παραπέμποντας στα προηγούμενα ή τα επόμενα, είτε λειτουργούσαν ως υφολογικοί δείκτες εκφράζοντας επίταση, έμφαση ή και συναισθηματικές στάσεις (π.χ. ειρωνεία, αμφιβολία). Αργότερα, ως σύνδεσμοι χαρακτηρίστηκαν τα εξειδικευμένα στοιχεία που επιτελούσαν μια συγκεκριμένη γραμματική λειτουργία, τη συνδετική, δημιουργώντας συντακτικές σχέσεις και εξαρτήσεις ανάμεσα στα γλωσσικά στοιχεία.

Η σημαντικότατη λειτουργία αυτών των μικρών, συχνών στον λόγο, άκλιτων γραμματικών λέξεων είναι να διασφαλίζουν την κειμενική συνοχή και ροή, να οργανώνουν τον λόγο σε σαφείς δομικές ενότητες εκφράζοντας λογικές σχέσεις ή να εξαίρουν ορισμένα στοιχεία του κειμένου ανάλογα με την πρόθεση του ομιλητή. Κάθε κείμενο γίνεται χάρη στους συνδέσμους και τα μόρια μια οργανική ενότητα, κάτι παραπάνω από απλή συμπαράθεση λέξεων.

Πολλές φορές οι σύνδεσμοι και τα μόρια έχουν στα αρχαία ελληνικά παρόμοιο ρόλο με τα σημεία στίξης, που αναπαριστούν στον γραπτό λόγο, αδρομερώς, την επιτόνιση, δηλαδή τη φωνολογική δομή των προτάσεων. Οι σύνδεσμοι παίζουν αυτόν τον πρόσθετο ρόλο στα αρχαία ελληνικά κείμενα, που δεν τον έχουν πλέον σήμερα, επειδή σημεία στίξης δεν υπήρχαν τότε, όπως δεν υπήρχαν και κενά μεταξύ των λέξεων. Έτσι, συχνά, γίνονται δείκτες ορίων ανάμεσα σε λέξεις και προτάσεις. Ας πούμε, για παράδειγμα, ο σύνδεσμος γὰρ μπορούσε να ισοδυναμεί με ισχυρή στίξη, δηλαδή τελεία, άνω τελεία, δύο τελείες, παύλα ή παρένθεση. Αντίθετα, το γε ήταν σημείο αδύναμης στίξης και ισοδυναμούσε συνήθως με κόμμα, παρόλο που, μερικές φορές, ήταν ισχυρότερο σημασιακά και προσέδιδε ένα χρώμα ειρωνείας ή είχε βεβαιωτικό χαρακτήρα σε απαντήσεις. Η λειτουργία των συνδεσμικών ως σημείων στίξης εξηγεί την πλεοναστική, μερικές φορές, χρήση τους στον αρχαίο ελληνικό λόγο καθώς και την αμηχανία του σύγχρονου μεταφραστή να τα αποδώσει σε σύγχρονες γλώσσες. Πολύ συχνά μπορούν λοιπόν να μένουν αμετάφραστα.

Η περιοχή των ελληνικών συνδεσμικών στοιχείων εμφανίζει μια ιδιαίτερη ρευστότητα από εποχή σε εποχή. Η ινδοευρωπαϊκή κληροδότησε στην ελληνική γλώσσα λίγα. Έτσι, σε πρώιμο στάδιο, π.χ. στον Όμηρο, ο αριθμός των συνδετικών μορίων είναι σχετικά περιορισμένος και αυτά που υπάρχουν δεν διαφοροποιούνται μεταξύ τους σαφώς. Αντίθετα, κατά την κλασική περίοδο, στην αττική διάλεκτο, αναπτύσσεται ένα πλούσιο σύστημα, με μεγάλη εκλέπτυνση και ειδίκευση, που είναι σε μεγάλο βαθμό απότοκο της καλλιέργειας του γραπτού λόγου. Αυτό το σύστημα συρρικνώνεται πάλι κατά την ελληνιστική περίοδο, όπως φαίνεται σε ορισμένα κείμενα που απηχούν την ομιλούμενη γλώσσα της εποχής, κυρίως επειδή ήταν πλέον δύσκολο για τους ομιλητές των ελληνιστικών χρόνων να κατανοήσουν και να χρησιμοποιήσουν τα κλασικά συνδεσμικά. "Eτσι, π.χ. στο Κατά Μᾶρκον Εὐαγγέλιον, χαρακτηριστικό κείμενο της καθομιλουμένης της εποχής, χρησιμοποιούνται σε αισθητά μικρότερη έκταση ακόμα και κοινοί σύνδεσμοι της κλασικής ελληνικής όπως οι γὰρ και οὖν.

§7.44. Είδη σύνδεσης

Βασικό χαρακτηριστικό της γλώσσας είναι η γραμμικότητα: τα γλωσσικά στοιχεία σε όλα τα επίπεδα (π.χ. λέξεις, φράσεις, προτάσεις) συν-τάσσονται, δηλαδή τοποθετούνται το ένα μετά το άλλο σε σειρά, πράγμα που γίνεται αντιληπτό στον χρόνο όταν μιλάμε και στον χώρο όταν γράφουμε.

Ο γραμμικός χαρακτήρας της γλώσσας δημιουργεί μερικές φορές την ανάγκη σύνδεσης και ιεράρχησης ή αξιολόγησης των γλωσσικών στοιχείων (κύρια-δευτερεύοντα). Οι τρόποι σύνδεσης είναι δύο: είτε τα συνδεόμενα στοιχεία είναι ισοβαρή και παρα-τάσσονται το ένα δίπλα στο άλλο διατηρώντας τη συντακτική ανεξαρτησία τους, είτε είναι ανισοβαρή, οπότε τα δευτερεύοντα υπο-τάσσονται στα κύρια, εξαρτώνται από αυτά και τα προσδιορίζουν. Π.χ., στην περίοδο "έμαθε τα νέα και έφυγε", τα δύο ρήματα παρατάσσονται, εφόσον εμφανίζονται αυτοδύναμα και ισότιμα, ενώ, στην περίοδο "αφού έμαθε τα νέα, έφυγε", η πρόταση "έμαθε τα νέα", που εισάγεται από τον σύνδεσμο "αφού", λειτουργεί ως χρονικός (ή αιτιολογικός) προσδιορισμός του κύριου ρήματος "έφυγε", αποτελεί δηλαδή απλώς "δορυφόρο" του. Η σημασιολογική σχέση της χρονικής ή αιτιακής ακολουθίας ανάμεσα στα δύο γεγονότα ενυπάρχει και στην πρώτη περίπτωση (και συνάγεται από το “και”), αλλά εκεί δεν εκφράζεται και γραμματικά με την παρουσία του εξειδικευμένου συνδέσμου “αφού” και τη νοηματική υποτέλεια που αυτός συνεπάγεται.

Παρόμοια, στη φράση "ο Γιάννης και ο δάσκαλος", οι δύο ονοματικές φράσεις είναι ισότιμες και παρατάσσονται, ενώ στη φράση "ο δάσκαλος του Γιάννη" έχουμε πάλι, θα μπορούσαμε να πούμε με μια γενική έννοια, ένα είδος υπόταξης, με δεδομένο ότι η γενική προσδιορίζει τον κυριότερο όρο "ο δάσκαλος", είναι συνεπώς εξάρτημά του. Εδώ βέβαια η σημασία ανάμεσα στην "παράταξη" και την "υπόταξη" είναι πολύ διαφορετική.

Η παράταξη είναι απλούστερος τρόπος σύνταξης και εμφανίζεται πριν από την υπόταξη ιστορικά και οντογενετικά (κατά την πρόσκτηση της γλώσσας από το παιδί). Ωστόσο, αυτό δεν σημαίνει ότι είναι λιγότερο συχνή ή υποδεέστερη. Έτσι, την βρίσκουμε σε όλες τις μορφές λόγου, ακόμη και αυτές που έχουν ρητορικούς ή αισθητικούς στόχους. Η παράταξη των στοιχείων μπορεί να γίνεται με απόλυτη απουσία συνδέσμων, με απλή σύντομη παύση (που αναπαριστά το κόμμα στον γραπτό λόγο) μεταξύ των μερών (ασύνδετο σχήμα), ή με την παρουσία κάποιων συνδέσμων/ συνδετικών επιρρημάτων/ μορίων, που χρωματίζουν σημασιολογικά τη σχέση μεταξύ των μερών, αλλά χωρίς να δημιουργούν συντακτικές εξαρτήσεις (παρατακτική σύνδεση με συμπλεκτικούς, διαχωριστικούς, αντιθετικούς, συμπερασματικούς συνδέσμους και τον αιτιολογικό γάρ). Έτσι, π.χ. στη φράση "μελέτησε πολύ και πέρασε τις εξετάσεις" ο συμπλεκτικός σύνδεσμος "και" υποδηλώνει χρονική ακολουθία ή αιτιακή σχέση, χωρίς όμως αυτό να θραύει τη συντακτική αυτοδυναμία των δύο ρημάτων.

Η υπόταξη, πιο σύνθετη και πολύ κοινή στον γραπτό λόγο, δίνει μεγαλύτερη ποικιλία στο συντακτικό επίπεδο, καθιστά τις λογικές σχέσεις πιο σαφείς και σημαίνει, όπως είπαμε, μια διαφορετική ιεράρχηση των επιμέρους στοιχείων: τα δευτερεύοντα στοιχεία συμπληρώνουν ή προσδιορίζουν τα κύρια. Σε ό,τι αφορά τις προτάσεις ειδικότερα, τα συμπληρωματικά στοιχεία χαρακτηρίζονται παραδοσιακά ονοματικές προτάσεις (ειδικές, ενδοιαστικές, πλάγιες ερωτηματικές κ.λπ.), επειδή ισοδυναμούν με ονοματικά σύνολα και λειτουργούν ως τέτοια (αντικείμενα, υποκείμενα κ.λπ.), ενώ τα προσδιοριστικά στοιχεία χαρακτηρίζονται επιρρηματικές προτάσεις (χρονικές, αιτιολογικές, αποτελεσματικές, υποθετικές, εναντιωματικές, τελικές) και δηλώνουν επιρρηματικές σχέσεις. Τέλος, οι αναφορικές προτάσεις αποτελούν συνήθως ονοματικούς προσδιορισμούς, δηλαδή περιοριστικά στοιχεία των ουσιαστικών, αλλά κάποιες φορές έχουν και επιρρηματική σημασία. Αξίζει να σημειώσουμε ότι η υπόταξη έχει την αφετηρία της ακριβώς σε αυτά τα προτασιακά μορφώματα, τα οποία, όπως αποκαλύπτει ο όρος "αναφορικός", αναφέρονται συνήθως σε ονόματα ως προσδιορισμοί. Έτσι, γίνεται σαφές, από τη μελέτη της ιστορίας της γλώσσας, ότι η υπόταξη και ο προσδιορισμός έχουν κοινή προέλευση.

Πρέπει να επισημάνουμε ότι η παράταξη και η υπόταξη δεν αποτελούν δύο ποιοτικά διαφορετικούς τρόπους σύνδεσης, αλλά συνδέονται γενετικά, εφόσον η δεύτερη προέκυψε ως εξέλιξη της πρώτης. Σχηματικά τα στάδια είναι τρία: Αρχικά τα γλωσσικά στοιχεία τοποθετούνταν το ένα δίπλα στο άλλο εντελώς ασύνδετα (ασύνδετο σχήμα). Στην πορεία μερικά επιρρήματα (π.χ. καί) και άλλες λέξεις (π.χ. ἀλλά) άρχισαν να επαναλαμβάνονται συστηματικά σε συγκεκριμένες θέσεις σε βαθμό που προοδευτικά χάνουν το λεξικό τους περιεχόμενο και γραμματικοποιούνται. Η νέα, συγκεκριμένη γραμματική τους λειτουργία καθιστά πλέον αδιαφανή τη, συναφή ωστόσο, λεξική τους σημασία. Αυτά τα συνδετικά στοιχεία δεν αλλοιώνουν, στο πρώτο στάδιο, τον χαρακτήρα της παράταξης, και τα γλωσσικά στοιχεία παραμένουν ανεξάρτητα και ισοβαρή. Τα συνδετικά είτε παραπέμπουν στα προηγούμενα ή τα επόμενα είτε δηλώνουν σχέσεις ισοτιμίας ανάμεσα σε ανεξάρτητα στοιχεία (σύζευξη, διάζευξη, αντίθεση κ.λπ.). Σε ένα τρίτο στάδιο κάποια από τα συνδετικά στοιχεία μετατρέπονται σε υποτακτικούς συνδέσμους, οι οποίοι πλέον εισάγουν προτάσεις που είναι νοηματικά και συντακτικά απολύτως εξαρτημένες.

ΣΥΝΔΕΣΜΟΙ ΠΑΡΑΤΑΞΗΣ

Συμπλεκτικοί σύνδεσμοι

§7.45. Καί: η ετυμολογία του είναι ασαφής. Αρχικά ήταν επίρρημα και σήμαινε "ακόμη"/ "επίσης", εξ ου η κύρια, προσθετική έννοιά του την οποία διατηρεί μέχρι σήμερα συνδυασμένη με μία καθαρά συνδεσμική λειτουργία. Με την επιρρηματική χρήση απαντά στην αρχή της περιόδου ή πριν από τη λέξη στην οποία αναφέρεται, με τη συνδεσμική/ προσθετική ανάμεσα στις λέξεις ή τις προτάσεις που συνδέει:

ΟΜ Ιλ 11. 368 Ἦ, καὶ Παιονίδην δουρὶ κλυτὸν ἐξενάριζεν. || Είπε, και έγδυσε τον Παιονίδη.

ΞΕΝ Οικ 19.16 Ἴσως ἄν, ἔφην ἐγώ, ἐπειδὴ καὶ γεωργεῖν ἀνέπεισάς με ὡς ἐπιστήμων εἴην, καίπερ εἰδότα ὅτι οὐδεὶς πώποτε ἐδίδαξέ με ταύτην τὴν τέχνην. || Ίσως, είπα εγώ, επειδή με έπεισες ότι ξέρω και να γεωργώ, ενώ γνωρίζω ότι κανείς μέχρι τώρα δεν με δίδαξε αυτή την τέχνη.

ΗΡ 7.66 Πάρθοι δὲ καὶ Χοράσμιοι καὶ Σόδγοι τε καὶ Γανδάριοι καὶ Δαδίκαι τὴν αὐτὴν σκευὴν ἔχοντες || Οι Πάρθοι και και οι Χοράσμιοι και οι Σόγδοι και οι Γανδάριοι και οι Δαδίκες έχουν αυτή τη σκευή.

ΙΣΟΚΡ 19.50 σκέψασθ’ ὡς μεγάλα καὶ δίκαι’ ἥκω πρὸς ὑμᾶς ἔχων. || Σκεφτείτε ότι έρχομαι προς εσάς κομίζοντας μεγάλα και δίκαια.

Είναι στοιχείο ηχηρότερο από το εγκλιτικό τε και γι’ αυτό το εκτοπίζει σταδιακά (με τον τρόπο που το λατινικό et εκτόπισε το αρχαιότερο que), για να επικρατήσει οριστικά στα νέα ελληνικά, όπου έχει πολλές σημασίες πέρα από την κύρια, προσθετική (χρονική, αιτιολογική, επιδοτική, εναντιωματική κ.λπ.):

έφαγε και (μετά) έπλυνε τα πιάτα· ήταν άρρωστος και (γι’ αυτό) δεν πήγε στη δουλειά· (ακόμη) και πειστικός να είναι, μην ακούσεις τη συμβουλή του· είναι ογδόντα χρονών και (εντούτοις) ζει μόνος του.

Η απλή σύνδεση γίνεται με απλό καί, αλλά για λόγους έμφασης το καὶ μπορεί να διπλασιάζεται ή να ακολουθεί ένα τε. Από το αρχαϊκό τε … τε … περνάμε στο τε … καὶ… και τελικά στο καὶ… καὶ … . Όταν εμφανίζεται ένας μόνο σύνδεσμος, χωρίς έμφαση, για απλή σύνδεση, αυτός είναι ο καὶ και όχι ο τε, που επιβιώνει με αυτή την απλή χρήση μόνο στους ποιητές.

ΟΜ Οδ 12.304 αὐτὰρ ἐπεὶ ῥ’ ὄμοσαν τε τελεύτησάν τε τὸν ὅρκον, στήσαμεν ἐν λιμένι γλαφυρῷ εὐεργέα νῆα. || Αλλά, όταν αυτοί ορκίστηκαν και τέλειωσαν τον όρκο, αράξαμε στο κοίλο λιμάνι το καλοκατασκευασμένο καράβι.

ΘΟΥΚ 1.12.1 ἐπεὶ καὶ μετὰ τὰ Τρωικὰ ἡ Ἑλλὰς ἔτι μετανίστατό τε καὶ κατῳκίζετο. || Επειδή και μετά τον Τρωικό Πόλεμο στην Ελλάδα γίνονταν τόσο μετακινήσεις όσο και εγκαταστάσεις.

ΔΗΜ 37.52 Νικόβουλος δ’ ἐπίφθονός ἐστι, καὶ ταχέως βαδίζει, καὶ μέγα φθέγγεται, καὶ βακτηρίαν φορεῖ. || Ο Νικόβουλος γίνονται αντικείμενο ζήλειας, επειδή και γρήγορα βαδίζει και πολύ μιλάει και κρατάει μπαστούνι.

ΞΕΝ Ελλ 6.2.1 αὐτοὶ δὲ ἀποκναιόμενοι καὶ χρημάτων εἰσφοραῖς και λῃστείαις ἐξ Αἰγίνης καὶ φυλακαῖς τῆς χώρας, ἐπεθύμησαν παύσασθαι τοῦ πολέμου. || Αυτοί, επειδή δυσκολεύονταν και λόγω των χρηματικών εισφορών και λόγω των ληστειών από την Αίγινα και λόγω της φρουράς της χώρας, θέλησαν να σταματήσουν τον πόλεμο.

Εκτός από την επιρρηματική και την προσθετική σημασία, το καὶ μπορεί να είναι επιδοτικό επιτείνοντας κάτι αυξητικά ή μειωτικά, εναντιωματικό (συνήθως με μετοχές, όπως και το καίπερ) ή απλώς μεταβατικό μεταξύ προτάσεων, συχνά στην αρχή περιόδου ή ημιπεριόδου:

ΟΜ Ιλ 9.496 ἀλλ’ Ἀχιλλεῦ δάμασον θυμὸν μέγαν· οὐδὲ τί σε χρὴ νηλεὲς ἦτορ ἔχειν· στρεπτοὶ δέ τε καὶ θεοὶ αὐτοί, τῶν περ καὶ μείζων ἀρετὴ τιμή τε βίη τε. || Όμως, Αχιλλέα, δάμασε τη μεγάλη σου ψυχή· δεν πρέπει να έχεις σκληρή καρδιά· ακόμα και οι ίδιοι οι θεοί αλλάζουν γνώμη, των οποίων ακριβώς η δύναμη και η τιμή είναι μεγαλύτερη.

ΑΡΙΣΤΟΦ Βατρ 612 Καὶ μὴν νὴ Δία, εἰ πώποτ’ ἦλθον δεῦρ’, ἐθέλω τεθνηκέναι, ἢ ’κλεψα τῶν σῶν ἄξιόν τι καὶ τριχός. || Και λοιπόν, μα τον Δία, αν ποτέ μέχρι τώρα ήρθα εδώ ή έκλεψα κάτι δικό σου, έστω μια τρίχα σου, θέλω να πεθάνω.

ΞΕΝ Ελλ 3.5.2 Ἀθηναῖοι δὲ καὶ οὐ μεταλαβόντες τούτου τοῦ χρυσίου ὅμως πρόθυμοι ἦσαν εἰς τὸν πόλεμον. || Οι Αθηναίοι, μολονότι δεν πήραν από αυτό το χρυσάφι, ήταν ωστόσο πρόθυμοι να πολεμήσουν.

ΗΣ Εργ 618 Εἰ δέ σε ναυτιλίης δυσπεμφέλου ἵμερος αἱρεῖ· εὖτ’ ἂν Πληιάδες σθένος ὄβριμον Ὠρίονος φεύγουσαι πίπτωσιν ἐς ἠεροειδέα πόντον, δὴ τότε παντοίων ἀνέμων θυίουσιν ἀῆται· καὶ τότε μηκέτι νῆα ἔχειν ἐνὶ οἴνοπι πόντῳ, γῆν δ’ ἐργάζεσθαι μεμνημένος ὥς σε κελεύω. || Και αν πιάνει πόθος για ταξίδια στην άγρια θάλασσα, όταν οι Πλειάδες τη βαριά δύναμη του Ωρίωνα ξεφεύγοντας πέφτουν στον ομιχλώδη πόντο, τότε όλων των ειδών των ανέμων οι άγριες πνοές· και τότε μην έχεις καράβια στον κρασάτο πόντο και θυμήσου να δουλεύεις τη γη, όπως σε συμβουλεύω.

Ακόμα, το καὶ το βρίσκουμε πολλές φορές και για λόγους ποικιλίας αντί του δέ, που μπορεί να επαναλαμβάνεται συχνά στην ίδια πρόταση (πολυσύνδετο σχήμα).

ΘΟΥΚ 1.46.1 ἔπλεον ἐπὶ τὴν Κέρκυραν ναυσὶ πεντήκοντα καὶ ἑκατόν. Ἦσαν δὲ Ἠλείων μὲν δέκα, Μεγαρέων δὲ δὠδεκα και Λευκαδίων δέκα, Ἀμπρακιωτῶν δὲ ἑπτὰ καὶ εἴκοσι καὶ Ἀνακτορίων μία, αὐτῶν δὲ Κορινθίων ἐνενήκοντα. || Έπλεαν ενάντια στην Κέρκυρα με εκατόν πενήντα καράβια. Ήταν ανάμεσά τους δέκα πλοία των Ηλείων, δώδεκα των Μεγαρέων και δέκα των Λευκαδίων, είκοσι επτά των Αμπρακιωτών και ένα των Ανακτορίων, ενώ των ίδιων των Κορινθίων ενενήντα.

Στη δεύτερη θέση της πρότασης, μετά από τον σύνδεσμο που την εισάγει, το καὶ συσφίγγει τους λογικούς δεσμούς της υπόταξης. Με αυτή τη σημασία το συναντούμε στην αρχή αναφορικής, αιτιολογικής, τελικής ή αποτελεσματικής πρότασης.

ΠΛ Πολ 544c ἤ τινα ἄλλην ἔχεις ἰδέαν πολιτείας, ἥτις καὶ ἐν εἴδει διαφανεῖ τινι κεῖται; || Ή μήπως έχεις κάποια άλλη ιδέα της πολιτείας, η οποία μάλιστα να έχει κάποιες εμφανείς πραγματώσεις;

ΙΣΟΚΡ 15.270 ἐμοὶ δ’ ἐπειδὴ καὶ κρίνομαι περὶ τῶν τοιούτων καὶ τὴν καλουμένην ὑπὸ τινων φιλοσοφίαν οὐκ εἶναί φημι, προσήκει τὴν δικαίως ἂν νομιζομένην ὁρίσαι καὶ δηλῶσαι πρὸς ὑμᾶς. || Για μένα, επειδή ακριβώς κρίνομαι από αυτά εδώ και ισχυρίζομαι ότι δεν υπάρχει η λεγόμενη φιλοσοφία, αρμόζει αυτή που δικαίως θεωρείται τέτοια και να την ορίσουμε και να την εξηγήσουμε προς εσάς.

ΞΕΝ Συμπ 2.21 Ἄγε δή, ἔφη ὁ Φίλιππος, καὶ ἐμοὶ αὐλησάτω, ἵνα καὶ ἐγὼ ὀρχήσωμαι. || Εμπρός λοιπόν, είπε ο Φίλιππος, ας παίξει ο αυλός για μένα, ώστε και εγώ να τραγουδήσω.

Δίπλα στα υποθετικά εἰ και ἂν εισάγει εναντιωματικές προτάσεις κρατώντας την αρχική, επιρρηματική σημασία του (“ακόμη”).

ΙΣΟΚΡ 11.48 Ἀλλ’ εἰ καὶ πρότερον ἠγνόεις, ἡγοῦμαί σοι νῦν γεγενῆσθαι φανερὸν ὅτι πολὺ θᾶττον ἄν τις σωθείη. || Αλλά, μολονότι παλιότερα αγνοούσες, νομίζω ότι τώρα σου έχει γίνει φανερό πως κάποιος θα μπορούσε να σωθεί πολύ γρηγορότερα.

ΙΣΟΚΡ 21.11 ὥστε Νικίας μέν, εἰ καὶ τὸν ἄλλον χρόνον εἴθιστο συκοφαντεῖν, τότ’ ἂν ἐπαύσατο, Εὐθύνους δέ, καὶ εἰ μηδὲ πώποτε διενοήθη ἀδικεῖν, τότ’ ἄν ἐπήρθη. || Ώστε ο Νικίας, παρόλο που τον άλλο καιρό συνήθιζε να συκοφαντεί, τότε πλέον σταμάτησε, ενώ, αντίθετα, ο Ευθύνους, παρόλο που ποτέ μέχρι τότε δεν είχε διανοηθεί να αδικήσει, τότε απόκτησε έπαρση.

ΙΣΑΙΟΣ 8.44 ἐπειδὴ δὲ ἐκεῖνοι τετελευτήκασι, κἂν νῦν νικήσωμεν, ὄνειδος ἕξομεν. || Επειδή εκείνοι έχουν πεθάνει, ακόμα και αν τώρα νικήσουμε, θα έχουμε την κατακραυγή.

Το καὶ μπορεί είτε να ακολουθεί τον υποθετικό σύνδεσμο είτε να προηγείται. Η σχετική θέση του συνεπάγεται συχνά, όχι πάντα, σημασιολογικές διαφοροποιήσεις: όταν το καὶ ακολουθεί, η υπόθεση που εκφράζει η εναντιωματική πρόταση δηλώνει κάτι το πραγματικό ή γενικά αποδεκτό, ενώ, όταν ακολουθεί, η υπόθεση εκφράζεται σαν μια ακραία περίπτωση και αποτελεί κορύφωση.

Επίσης, το καὶ συνοδεύει συχνά επίθετα και επιρρήματα που δηλώνουν ποσότητα για να υπογραμμίσει και να επιτείνει τη σημασία του "πολύ".

ΙΣΟΚΡ 9.32 οὐ πρότερον έπαύσατο μαχόμενος καὶ μόνος πρὸς πολλοὺς καὶ μετ’ ὀλίγων πρὸς ἅπαντας τοὺς ἐχθροὺς πρὶν ἑλεῖν τὸ βασίλειον. || Δεν σταμάτησε να μάχεται έστω και μόνος με πολλούς και με λίγους προς όλους τους εχθρούς προτού κυριεύσει το βασίλειο.

ΠΛ Κρατ 395d τῷ δὲ Ταντάλῳ καὶ πᾶς ἂν ἡγήσαιτο τοὔνομα ὀρθῶς καὶ κατὰ φύσιν τεθῆναι. || Για τον Τάνταλο, ο καθένας βέβαια θα θεωρούσε ότι το όνομά του σωστά και φυσικω τω τρόπω καθιερώθηκε.

ΞΕΝ Ελλ 3.1.22 οἱ δ’ ἀπὸ τῶν πύργων καὶ μάλα ὑψηλῶν ὄντων ὁρῶντες τὸν Μειδίαν σὺν αὐτῷ οὐκ ἔβαλλον. || Αυτοί βλέποντας τον Μειδία μαζί του από τους πύργους, οι οποίοι ήταν μάλιστα πολύ ψηλοί, δεν πυροβόλησαν.

ΑΝΤΙΦ 3.3 οὐ γὰρ ἀφανὴς ἀλλὰ καὶ λίαν φανερὸς ἔμοιγε αὐτοῦ ὁ θάνατός ἐστιν. || Όχι μόνο δεν πέρασε απαρατήρητος αλλά αντίθετα είναι πολύ αισθητός σε μένα ο θάνατός του.

Μερικές φορές, πλάι στα επιρρήματα ὁμοίως, ἴσα, παραπλήσια, το καὶ αντικαθιστά μια δοτική προσδιοριστική που θα σήμαινε ισότητα, ομοιότητα ή ταυτότητα.

ΠΛ Νομ 804e καὶ περὶ τῶν ἀρρένων, ἴσα καὶ τὰς θηλείας ἀσκεῖν δεῖν. || Πρέπει να ασκούνται και τα κορίτσια όμοια με τα αγόρια.

ΘΟΥΚ 5.112.1 καὶ οἱ μὲν Ἀθηναῖοι μετεχώρησαν ἐκ τῶν λόγων· οἱ δὲ Μήλιοι κατὰ σφᾶς αὐτοὺς γενόμενοι, ὡς ἔδοξεν αὐτοῖς παραπλήσια καὶ ἀντέλεγον, ἀπεκρίναντο τάδε. || Οι Αθηναίοι λοιπόν αποχώρησαν από τη σύσκεψη· ενώ οι Μήλιοι, όταν έμειναν μόνοι τους, καθώς αποφάσισαν παρόμοια με αυτά που υποστήριζαν πριν, αποκρίθηκαν τα εξής.

Μαζί με τον αντιθετικό σύνδεσμο ἀλλά, το καὶ μπορεί να εισάγει τον δεύτερο, και σπουδαιότερο, όρο σε ένα σχήμα επιδοτικής συμπλοκής (ενώ ο πρώτος εισάγεται με τις φράσεις οὐ μόνον/ οὐχ ὅτι πβ. και την παρόμοια νεοελληνική επιδοτική σύνταξη "όχι ότι δεν έχει σημασία, αλλά δεν θα καθορίσει την πορεία των εξελίξεων”):

ΘΟΥΚ 1.69.1 ἀποστεροῦντες οὐ μόνον τοὺς ὑπ’ ἐκείνων δεδουλωμένους ἐλευθερίας, ἀλλὰ καὶ τοὺς ὑμετέρους ἤδη ξυμμάχους. || Αποστερώντας από την ελευθερία τους όχι μόνον αυτούς που είχαν υποδουλωθεί από εκείνους αλλά, επιπλέον, και τους δικούς σας συμμάχους

ΞΕΝ Απομν 2.9.8 καὶ οὐχ ὅτι μόνος ὁ Κρίτων ἐν ἡσυχίᾳ ἦν, ἀλλὰ καὶ οἱ φίλοι αὐτοῦ. || Δεν ήταν μόνο ότι ο Κρίτων ήταν σε αδράνεια, αλλά επιπλέον και οι φίλοι του.

§7.46. Τε: είναι ένα στοιχείο αναγόμενο με ασφάλεια σε ένα ινδοευρωπαϊκό μόριο, που ήταν επίσης εγκλιτικό (πβ. λατινικό que). Σημαίνει ό,τι και το καί, παρόλο που παλιότερα είχε και μια γενικευτική σημασία, η οποία δεν έχει προφανή σχέση με τη συνδεσμική του λειτουργία. Με αυτή τη σημασία το βρίσκουμε συχνά σε ομηρικές παρομοιώσεις, οι οποίες εμπεριέχουν αχρονικές, γενικευτικές εικόνες:

ΟΜ Ιλ 9.14 ἵστατο δάκρυ χέων ὥς τε κρήνη μελάνυδρος ἥ τε κατ’ αἰγίλιπος πέτρης δνοφερὸν χέει ὕδωρ. || Στεκόταν χύνοντας δάκρυ όπως γενικά μια μελάνυδρη πηγή, η οποία χύνει το σκοτεινό νερό της στον απότομο γκρεμό.

ΟΜ Ιλ 12.278 ὥς τε νιφάδες χιόνος πίπτωσι θαμειαὶ ἤματι χειμερίῳ || όπως, γενικά, όταν πέφτουνε νιφάδες χιονιού πυκνές μέσα στον χειμώνα

Λόγω της φωνολογικής του αδυναμίας και εγκλιτικότητας, αντικαταστάθηκε, ήδη στην κλασική εποχή, από το καί. Μπορεί να συνδέει δύο προτάσεις ή δύο λέξεις και να επαναλαμβάνεται για λόγους έμφασης. Στην τυπική του εκδοχή είναι διπλασιασμένο, ώστε να συνδέσει δύο στοιχεία τα οποία ζεύγνυνται με φυσικό τρόπο, αλλά αργότερα επεκτάθηκε σε οποιαδήποτε δύο στοιχεία. Σε αντίθεση με το δέ, δεν μπορεί να επαναλαμβάνεται τρίτη φορά. Πολύ συχνά ακολουθείται από το καί (βλ. καί).

ΟΜ Ιλ 1.192 ἦε χόλον πάυσειεν ἐρητύσειέ τε θυμόν || για να παύσει τη χολή του και να πνίξει τον θυμό του.

ΟΜ Ιλ 1.544 τὴν δ’ ἠμείβετ’ ἔπειτα πατὴρ άνδρῶν τε θεῶν τε || σε αυτήν απάντησε έπειτα ο πατέρας των θεών και των ανθρώπων.

ΟΜ Ιλ 1.293 ἦ γάρ κεν δειλός τε καὶ οὐτιδανὸς καλεοίμην || θα άξιζε να χαρακτηριστώ δειλός και τιποτένιος.

Πρώτα ατονεί ως συνδετικό προτάσεων και αργότερα ως συνδετικό λέξεων και φράσεων. Η συχνότητα της χρήσης του δεν είναι μόνο συνάρτηση της εποχής (είναι αρχαϊκό στοιχείο και με το πέρασμα του χρόνου περιορίζεται) αλλά και του κειμενικού είδους. Το βρίσκουμε πολύ συχνά στον Όμηρο και λιγότερο στους κλασικούς. Ο Πλάτων το χρησιμοποιεί πολύ ως σημείο ποιητικού ύφους και αρχαϊκότητας. Στον Ηρόδοτο είναι συχνότερο απ΄ ό,τι στον Θουκυδίδη και στον Ξενοφώντα σπάνιο, ενώ λείπει εντελώς από τους ρήτορες και τις επιγραφές, των οποίων η γλώσσα είναι πιο κοντά στην καθομιλουμένη. Συνδυαζόμενο με τις αρνήσεις οὐ και μὴ δίνει τα στοιχεία οὔτε και μήτε, με τους υποθετικούς συνδέσμους εἰ και ἂν παράγει τους διαζευκτικούς συνδέσμους εἴτε/ ἐάντε/ ἤντε, με το ὡς καταλήγει στον αποτελεσματικό σύνδεσμο ὥστε.

§7.47. Οὔτε/ μήτε: συμπλεκτικοί σύνδεσμοι που παράγονται από τον συνδυασμό των αρνήσεων οὐ και μὴ με τον τε. Κάνουν αποφατική συμπλοκή και μπορούν επίσης να διπλασιάζονται, ή και επαναλαμβάνονται πολλές φορές, για λόγους έμφασης:

ΑΝΔΟΚ 1.29 ἀποδέδεικταί μοι ὡς οὔτε ἠσέβηκα οὔτε μεμήνυκα περὶ οὐδενὸς οὔτε ὡμολόγηκα περὶ αὐτῶν, οὐδὲ ἔστι μοι ἁμἀρτημα περὶ τὼ θεὼ οὔτε μεῖζον οὔτε ἔλαττον οὐδέν. || Έχει αποδειχτεί από μένα ότι ούτε έχω ασεβήσει ούτε έχω κάνει μηνύσεις σε βάρος κανενός ούτε έχω ομολογήσει αυτά ούτε έχω διαπράξει κάποιο αδίκημα απέναντι στον θεό ούτε μεγάλο ούτε μικρό.

ΙΣΟΚΡ 1.15 μήτε γέλωτα προπετῆ στέργε μήτε λόγον μετὰ θράσους ἀποδέχου. || Ούτε προπετή γέλωτα ούτε θρασύ λόγο να μην ανέχεσαι.

Όπως φαίνεται από τα παραπάνω παραδείγματα, η διαφορά των οὔτε και μήτε σχετίζεται με το είδος της πρότασης. Έτσι, σε προτάσεις κρίσεως (με οριστική) χρησιμοποιείται ο οὔτε, ενώ σε προτάσεις επιθυμίας (με υποτακτική και προστακτική) χρησιμοποιείται ο μήτε, όπως ακριβώς συμβαίνει και με τις απλές αρνήσεις. Επίσης, είναι δυνατόν κατά τη συμπλοκή μια έννοια καταφατική να συνδέεται με αποφατική πρόταση. Όταν η αποφατική πρόταση προηγείται οι οὔτε/ μήτε συνδυάζονται με το απλό τε· όταν συμβαίνει το αντίθετο, η δεύτερη, αποφατική πρόταση εισάγεται με τα στοιχεία καὶ οὐ/καὶ μή:

ΘΟΥΚ 2.1.1 ἐν ᾧ οὔτε ἐπεμείγνυντο ἔτι ἀκηρυκτεὶ παρ’ ἀλλήλους καταστάντες τε ξυνεχῶς ἐπολέμουν || ούτε επικοινωνούσαν πια μεταξύ τους χωρίς κήρυκα και, αφού άρχισαν, πολεμούσαν ακατάπαυστα.

ΞΕΝ ΚΑναβ 6.6.18 τούτου ἕνεκα μήτε πολεμεῖτε Λακεδαιμονίοις σώζεσθέ τε ἀσφαλῶς ὅποι θέλει ἕκαστος || γι’ αυτό τον λόγο μην πολεμάτε τους Λακεδαιμονίους, αλλά να διαφυλάττετε τους εαυτούς σας όπως θέλει καθένας.

ΑΝΤΙΦ 4.3 τοῦτον αἴτιον τοῦ θανάτου καὶ οὐκ ἐμὲ ἀποφαίνουσιν ὄντα || αποφασίζουν ότι αυτός είναι αίτιος του θανάτου και όχι εγώ.

ΘΟΥΚ 1.78.1 βουλεύεσθε οὖν βραδέως ὡς οὐ περὶ βραχέων, καὶ μὴ ἀλλοτρίαις γνώμαις καὶ ἐγκλήμασι πεισθέντες οἰκεῖον πόνον πρόσθησθε || να συσκέπτεστε λοιπόν αργά και όχι με βιασύνη και μη δώσετε πίστη σε λόγια και κατηγορίες άλλων ούτε και να αναλάβετε έναν αγώνα που θα πέσει πάνω σας.

§7.48. Οὐδέ/ μηδέ: παράγονται από την ένωση των αρνήσεων με το δέ. Είναι συμπλεκτικοί σύνδεσμοι που, όπως και οι προηγούμενοι, κάνουν αποφατική συμπλοκή, αλλά εισάγουν συνήθως μια πρόταση της οποίας το περιεχόμενο δεν είναι ισότιμο με το προηγούμενο αλλά δευτερεύον ή συμπληρωματικό του:

ΙΣΟΚΡ 20.21 οὐκ, ἂν γέ μοι πεισθῆθ’, οὕτω διακείσεσθε πρὸς ὑμᾶς αύτοὺς οὐδὲ διδάξετε τοὺς νεωτέρους καταφρονεῖν τοῦ πλήθους τῶν πολιτῶν || αν πεισθείτε σε μένα τουλάχιστον, δεν θα τοποθετείστε έτσι απέναντι στον εαυτό σας ούτε θα διδάξετε τους νεότερους να περιφρονούν το πλήθος των πολιτών.

ΙΣΟΚΡ 18.3 ἵν’ οἱ τολμῶντες μνησικακεῖν μὴ μόνον ἐπιορκοῦντες ἐξελέγχοιντο μηδὲ τὴν παρὰ τῶν θεῶν τιμωρίαν ὑπομένοιεν ἀλλὰ καὶ παραχρῆμα ζημιοῖντο || αυτοί που τολμούν να είναι μνησίκακοι να μην ελέγχονται μόνον όταν επιορκούν ούτε αφού υποστούν την τιμωρία των θεών αλλά και αμέσως να τιμωρούνται.

Επιπλέον, τα οὐδὲ/ μηδὲ λειτουργούν και επιδοτικά:

ΔΗΜ 23.209 οὐδὲ μιᾷ δραχμῇ πλείω τὰ ὑπάρχοντ’ ἐγένετο || ούτε μία δραχμή περισσότερο δεν αυξήθηκαν τα υπάρχοντά του.

Σε συνδυασμό με το ἀλλά, τα οὐδὲ/ μηδὲ εισάγουν το δεύτερο σκέλος σε σχήμα επιδοτικής συμπλοκής, όταν η πρόταση είναι αποφατική. Η πρώτη πρόταση εισάγεται με τα οὐχ ὅπως/μὴ ὅτι, εφόσον είναι και αυτή αποφατική:

ΙΣΟΚΡ 11.41 ἐγὼ μὲν οὖν οὐχ ὅπως τοὺς θεούς, ἀλλ’ οὐδὲ τοὺς ἐξ ἐκείνων γεγονότας οὐδεμιᾶς ἡγοῦμαι κακίας μετασχεῖν || εγώ λοιπόν νομίζω ότι δεν μετείχαν σε καμιά αδικία όχι μόνον οι θεοί αλλά και εκείνοι που προήλθαν από αυτούς.

ΙΣΑΙΟΣ 10.15 ἐγὼ δὲ μὴ ὅτι ὑπὲρ ἄλλου, ἀλλ’ οὐδὲ ὑπὲρ ἐμαυτοῦ πώποτε δίκην ἰδίαν εἴρηκα || εγώ αντίθετα όχι μόνο υπέρ κάποιου άλλου αλλά ούτε υπέρ του εαυτού μου δεν έχω ποτέ μέχρι τώρα μιλήσει.

Διαζευκτικοί σύνδεσμοι

§7.49. Ἢ: άτονο και προκλιτικό, χρησιμοποιείται για διάζευξη, όπως και στα νέα ελληνικά, ή σύγκριση. Η διάζευξη μπορεί να αφορά λέξεις ή προτάσεις και ο σύνδεσμος μπορεί να εμφανίζεται μία φορά ή να επαναλαμβάνεται για έμφαση, όπως συμβαίνει με τους τε και καί.

ΞΕΝ ΚΠαιδ 1.6.43 ὅπως δὲ χρὴ τάττειν εἰς μάχην στρατιὰν ἢ ὅπως ἄγειν ἡμέρας ἢ νυκτὸς ἢ στενὰς ἢ πλατείας ὁδοὺς ἢ ὀρεινὰς ἢ πεδινάς || πώς πρέπει να παρατάξεις τον στρατό για μάχη ή πώς πρέπει να περνάς τη μέρα ή τη νύχτα, ή τους στενούς δρόμους ή τους φαρδείς ή τους ορεινούς ή τους πεδινούς.

Είναι πολύ κοινή η χρήση του, κατά την εκφορά του δεύτερου όρου σύγκρισης, δίπλα σε επίθετα και επιρρήματα συγκριτικού βαθμού.

ΙΣΟΚΡ 21.12 ἐν ἐκείνῳ τῶ χρόνῳ δεινότερον ἦν πλουτεῖν ἢ ἀδικεῖν || εκείνη την περίοδο ήταν ευκολότερο να πλουτίζει κανείς παρά να αδικεί.

ΘΟΥΚ 1.10.3 οὐδὲ τὰς ὄψεις τῶν πόλεων μᾶλλον σκοπεῖν ἢ τὰς δυνάμεις || δεν πρέπει να εξετάζει κανείς τις όψεις των πόλεων τόσο όσο τις δυνάμεις τους.

Μερικές φορές ο ἢ χρησιμοποιείται για διόρθωση προηγούμενης φράσης, όπως το νεοελληνικό “ή μάλλον” (επανορθωτικός):

ΣΟΦ Ηλ 563 Ἐροῦ δὲ τὴν κυναγὸν Ἄρτεμιν τίνος ποινὰς τὰ πολλὰ πνεύματ’ ἔσχ’ ἐν Αὐλίδι· ἢ ’γὼ φράσω; || Ρώτα την Άρτεμη που κυνηγά ?για ποιανού ποινές έστειλε πολλούς ανέμους? στην Αυλίδα· ή μήπως να πω εγώ;

Κατά τον διπλασιασμό του διαζευκτικού συνδέσμου, μπορεί να εμφανίζεται την πρώτη φορά ο τύπος ἤτοι:

ΙΣΟΚΡ 15.33 ἦλθεν ἂν ἤτοι κατηγορήσων ἢ καταμαρτυρήσων || ήρθε είτε για να κατηγορήσει είτε για να μιλήσει εναντίον.

§7.50. Εἴτε (ἐάντε/ ἄντε/ ἤντε): εμφανίζονται πάντα διπλασιασμένα και παρουσιάζουν δύο τινά εκφράζοντας ίσες αποστάσεις του ομιλητή απέναντί τους. Αποτελούν συνθέσεις των υποθετικών συνδέσμων (εἰ/ ἐὰν/ ἂν/ ἢν) με το τε:

ΙΣΟΚΡ 21.16 ἀλλ’ εἴτε ἀδικεῖν ἐπεθύμει εἴτε δίκαιος ἐβουλεύετο εἶναι || αλλά είτε επιθυμούσε να αδικεί είτε σκεφτόταν να είναι δίκαιος.

ΠΛ Ευθυφ 5d ἐάντε πατὴρ ὢν τυγχάνῃ ἐάντε μήτηρ ἐάντε ἄλλος ὁστισοῦν || είτε τυχαίνει να είναι πατέρας είτε μητέρα είτε κάποιος άλλος.

Αντιθετικοί σύνδεσμοι

§7.51. Ἀλλά: ανήκει στο νεότερο στρώμα συνδέσμων, παράγεται από τον πληθυντικό του ουδετέρου του επιθέτου ἄλλος, με αλλαγή της θέσης του τόνου, και μετατράπηκε σε προκλιτικό στοιχείο όταν απέκτησε τη νέα του, συνδεσμική λειτουργία. Η αρχική του σημασία όμως, του επιθέτου, είναι εμφανής σε πρώιμα κείμενα:

ΟΜ Ιλ 1.280 Εἰ δὲ σὺ κρατερός ἐσσι, θεὰ δέ σε γείνατο μήτηρ, ἀλλ’ ὅδε φέρτερός ἐστι, ἐπὶ πλεόνεσσιν ἀνάσσει. || Αν είσαι δυνατός, αν σε γέννησε θεά μητέρα εσένα, σε άλλα (: αλλά όμως) αυτός είναι ανώτερος, εξουσιάζει περισσότερους.

Αλλά και ως σύνδεσμος διατηρεί τη σημασία του επιθέτου (άλλος, διαφορετικός και εν τέλει αντίθετος) και επιβιώνει με αυτή τη σημασία μέχρι σήμερα. Τοποθετείται στην αρχή της πρότασης, μερικές φορές πριν από άλλα συνδετικά (ἀλλὰ καί, ἀλλὰ μήν, ἀλλ’ ὅμως, ἀλλ’ οὐ κ.λπ.), αλλά δεν συνδυάζεται με αυτά στο μορφολογικό επίπεδο, όπως, για παράδειγμα, το τε. Εκφράζει ισχυρή αντίθεση ανάμεσα σε αντώνυμα ή απλώς διαφορετικά πράγματα. Συνήθως το ένα από τα δύο δίνεται καταφατικά και το άλλο αποφατικά:

ΙΣΟΚΡ 5.109 ἐγὼ δὲ ὁρῶ μὲν τόπον ἴδιον καὶ παντάπασιν ἀδιεξέργαστον, οὐ μικρὸν οὐδὲ κενόν, ἀλλὰ πολλῶν μὲν ἐπαίνων καὶ καλῶν πράξεων γέμοντα || εγώ λοιπόν βλέπω έναν τόπο ιδιαίτερο και εντελώς ακαλλιέργητο, όχι μικρό ούτε κενό, αλλά πλήρη από πολλούς επαίνους και καλές πράξεις

ΑΡΙΣΤ ΗΜεγ 1.19 εἰ μή τις φοβεῖται βροντὰς ἢ ἀστραπὰς ἢ ἄλλο τι τῶν ὑπὲρ ἄνθρωπον φοβερῶν, οὐκ ἀνδρεῖος ἀλλὰ μαινόμενός τις || αν λοιπόν κάποιος δεν φοβάται τις βροντές ή τις αστραπές ή κάτι άλλο από αυτά που είναι πάνω από τον άνθρωπο, δεν είναι ανδρείος αλλά κάποιος τρελός.

Επίσης, το ἀλλὰ σημαίνει διακοπή και αντίρρηση ή ανατρέπει μια εικόνα προκειμένου να δημιουργήσει μία νέα:

ΗΡ 1.14 ἀληθέϊ δὲ λόγῳ χρεωμένῳ οὐ Κορινθίων τοῦ δημοσίου ἐστὶ ὁ θησαυρός, ἀλλὰ Κυψέλου τοῦ Ἠετίωνος || στην αλήθεια ο θησαυρός δεν ανήκει στους Κορινθίους αλλά είναι του Κύψελου, του γιου τού Ηετίωνα.

ΘΟΥΚ 1.26.4 οἱ δὲ Ἐπιδάμνιοι οὐδὲν αὐτῶν ὑπήκουσαν, ἀλλὰ στρατεύουσιν ἐπ’ αὐτοὺς οἱ Κερκυραῖοι || οι Επιδάμνιοι σε τίποτα δεν τους υπάκουσαν, αλλά οι Κερκυραίοι εκστρατεύουν εναντίον τους.

ΞΕΝ Ελλ 4.2.3 εὖ ἐπίστασθε, ἔφη, ὦ ἄνδρες σύμμαχοι, ὅτι οὐ μὴ ἐπιλάθωμαι ὑμῶν, ἀλλὰ πάλιν παρέσομαι πράξων ὧν ὑμεῖς δεῖσθε || να ξέρετε καλά, είπε, ω σύμμαχοι, ότι δεν σας ξεχνώ, αλλά πάλι θα είμαι παρών για να πράξω αυτά που χρειάζεστε.

Μια κύρια λειτουργία του είναι και η περιοριστική, όταν εξειδικεύει ή στενεύει ένα προηγούμενο, αρκετά ευρύ νόημα. Με αυτή τη λειτουργία φτάνει συχνά να σημαίνει "παρά μόνο". Τότε συνοδεύεται από το διαζευκτικό ἤ:

ΞΕΝ ΚΑναβ 6.4.2 ἐν δὲ τῷ μέσῳ ἄλλη μὲν πόλις οὐδεμία οὔτε φιλία οὔτε Ἑλληνίς, ἀλλὰ Θρᾶκες Βιθυνοί || εκεί ανάμεσα δεν υπάρχει άλλη πόλη καμία ούτε φιλική ούτε ελληνική αλλά μόνο Θράκες Βιθυνοί.

ΙΣΟΚΡ 8.36 διεφθάρμεθα γὰρ πολὺν ἤδη χρόνον ὑπ’ ἀνθρώπων οὐδὲν ἀλλ’ ἢ φενακίζειν δυναμένων || έχουμε καταστραφεί ήδη εδώ και πολύ καιρό από ανθρώπους που τίποτα άλλο δεν μπορούν να κάνουν παρά μόνο να κοροϊδεύουν.

Μερικές φορές εκφράζει συγκατάθεση, πράγμα που φαίνεται εκ πρώτης όψεως παράδοξο με δεδομένη την αντιθετική του σημασία:

ΠΛ Συμπ 185d Ὦ Ἐρυξίμαχε, δίκαιος εἶ ἢ παῦσαί με τῆς λυγγὸς ἢ λέγειν ὑπὲρ ἐμοῦ, ἕως ἂν ἐγὼ παύσωμαι. καὶ τὸν Ἐρυξίμαχον εἰπεῖν Ἀλλὰ ποιήσω ἀμφότερα. || Ω Ερυξίμαχε, δίκαιος θα είσαι αν κάνεις να σταματήσει ο βήχας μου ή αν μιλήσεις υπέρ μου, μέχρι να σταματήσω. Και ο Ερυξίμαχος απάντησε: Θα τα κάνω και τα δύο.

Σε αυτές τις περιπτώσεις αποτελεί μια αντίδραση στην ερώτηση ή το αίτημα που προηγήθηκε, τα οποία θεωρούνται ως αυτονόητα και ασκόπως διατυπούμενα. Γενικότερα, με αυτή τη σημασία, το ἀλλὰ μπορεί να εκφράζει μέχρι και συμφωνία με τα λεγόμενα:

ΞΕΝ Απομν 3.3.4 ἢ πῶς δυνήσῃ τοιούτων ἡγούμενος ἀγαθὸν τι ποιῆσαι τὴν πόλιν; καὶ ὅς, Ἀλλὰ καλῶς τε λέγεις, ἔφη || ή πώς θα μπορέσεις κυβερνώντας τους να κάνεις κάτι καλό για την πόλη; Και αυτός είπε: Σωστά μιλάς, βέβαια.

Επίσης, συχνά το βρίσκουμε πλάι σε μια προστακτική να επιτείνει την προτροπή ή τη συμβουλή:

ΤΥΡΤ απ 10.15 ὦ νέοι, ἀλλὰ μάχεσθε παρ’ ἀλλήλοισι μένοντες || Ω νέοι, να μάχεσθε μένοντας κοντά ο ένας στον άλλο.

ΞΕΝΟΦ Ελλ 7.2.21 ἐπεὶ δὲ ἀναλαβόντες τὰ ὅπλα ἐπορεύοντο ἔνθα ἐθύετο, ἀπήντα αὐτοῖς ὁ Χάρης καὶ ὁ μάντις, καὶ ἔλεγον ὅτι καλὰ τὰ ἱερά. ἀλλὰ περιμένετε, ἔφασαν || όταν ξαναπήραν τα όπλα και προχωρούσαν προς τα εκεί όπου γινόταν θυσία, τους συνάντησε ο Χάρης και ο μάντης και έλεγαν ότι οι οιωνοί είναι ευνοϊκοί. Όμως, περιμένετε, είπαν.

§7.52. Ἀτάρ: εναλλάσσεται με τo αὐτάρ, το οποίο εξαφανίστηκε αργότερα, ιδιαίτερο συχνό στον Όμηρο. Είναι συνώνυμο του ἀλλά, το οποίο τελικά το εκτοπίζει. Στην κλασική εποχή συνηθίζεται ιδιαίτερα σε κείμενα λαϊκού ύφους, όπως οι διάλογοι του Πλάτωνα ή οι κωμωδίες του Αριστοφάνη, ενώ λείπει από "υψηλά" είδη (τραγωδία, ιστορία, ρητορεία). Συχνά εισάγει μια απότομη ερώτηση.

ΠΛ Θεαιτ 144c Καὶ ἀληθῆ γε, ὡς ἔοικεν, εἶπεν. ἀτὰρ τίνες ἦσαν οἱ λόγοι; ἔχοις ἂν διηγήσασθαι; || Και μάλιστα αληθινά, καθώς φαίνεται, είπε. Αλλά τι ειπώθηκε; Θα μπορούσες να πεις;

ΞΕΝ Απομν 3.7.2 ἀτὰρ πρὸς τί με ταῦτ’ ἐρωτᾶς; || Αλλά για ποιο λόγο με ρωτάς αυτά;

§7.53. Δέ: είναι στοιχείο με σκοτεινή ετυμολογία, χωρίς αντίστοιχα σε άλλες γλώσσες, με πιθανή προέλευση από ένα ινδοευρωπαϊκό μόριο. Συνδέεται ετυμολογικά με το δή, από το οποίο διαφοροποιείται μόνο ως προς τη μακρότητα του φωνήεντος, με τον τρόπο που το μὲν συνδέεται με το μὴν (ή μάν). Εμφανίζεται συχνά μαζί με το μέν, με το οποίο το συνδέει σχέση ανταπόδοσης ή ανταπόκρισης. Όπως φαίνεται στα παραδείγματα, καλύπτει τη δεύτερη θέση της πρότασης.

ΑΙΣΧΙΝ 1.4.6 διοικοῦνται δ’ αἱ μὲν τυραννίδες καὶ ὀλιγαρχίαι τοῖς τρόποις τῶν ἐφεστηκότων, αἱ δὲ πόλεις αἰ δημοκρατούμεναι τοῖς νόμοις τοῖς κειμένοις. || Διοικούνται λοιπόν οι τυραννίες και οι ολιγαρχίες με βάση τους χαρακτήρες αυτών που κυβερνούν, ενώ οι δημοκρατούμενες πόλεις με βάση τους νόμους που έχου θεσπιστεί.

Σε αντίθεση με το ισχυρότερο επιτατικό δή, το δὲ είναι αδύναμο επιτατικό, που ανέπτυξε πολύ σημαντικές για τον λόγο, παράγωγες σημασίες, την αντιθετική, τη μεταβατική, την προσθετική, την επεξηγηματική, τη συμπερασματική, οι οποίες συχνά διαπλέκονται:

ΑΡΙΣΤΟΦ Αχ 501 Ἐγὼ δὲ λέξω δεινὰ μέν, δίκαια δέ. || Εγώ θα πω πράγματα σκληρά βέβαια, αλλά δίκαια.

ΘΟΥΚ 1.110.1 καὶ ὀλίγοι ἀπὸ πολλῶν πορευόμενοι διὰ τῆς Λιβύης ἐς Κυρήνην ἐσώθησαν, οἰ δὲ πλεῖστοι ἀπώλοντο. Αἴγυπτος δὲ πάλιν ὑπὸ βασιλέα ἐγένετο πλὴν Ἀμυρταίου τοῦ ἐν τοῖς ἕλεσι βασιλέως· τοῦτον δὲ διὰ τὸ μέγεθός τε τοῦ ἕλους οὐκ ἐδύνατο ἑλεῖν. || Και λίγοι από τους πολλούς, προχωρώντας μέσω της Λιβύης προς την Κυρήνη, σώθηκαν, ενώ οι περισσότεροι χάθηκαν. Η Αίγυπτος λοιπόν πάλι τέθηκε πάλι υπό την εξουσία του βασιλιά εκτός από την περιοχή των βάλτων, όπου παρέμεινε ο Αμύρταιος· αυτόν όμως δεν μπόρεσαν να τον υποτάξουν λόγω της έκτασης του βάλτου.

ΘΟΥΚ 1.27.2 αὐτῶν δὲ Κορινθίων νῆες παρεσκευάζοντο τριάκοντα καὶ τρισχίλιοι ὁπλῖται. Ἐπειδὴ δὲ ἐπύθοντο οἱ Κερκυραῖοι τὴν παρασκευήν… || Των ίδιων των Κορινθίων ετοιμάζονταν τριάντα καράβια και τρεις χιλιάδες οπλίτες. Όταν λοιπόν πληροφορήθηκαν οι Κερκυραίοι την προπαρασκευή…

Εισάγει έναν δεύτερο όρο σε μια παράταξη· ο πρώτος είτε εισάγεται με τον μέν (πβ. πρώτο παράδειγμα) είτε μένει αμαρκάριστος (πβ. πρώτη πρόταση στο δεύτερο παράδειγμα). Ο δεύτερος αυτός όρος είναι συχνά ελάσσονος σημασίας σε σχέση με τον πρώτο, υπάρχει δηλαδή πολλές φορές μια φθίνουσα διάταξη.

ΘΟΥΚ 1.23.6 τὴν μὲν γὰρ ἀληθεστάτην πρόφασιν, ἀφανεστάτην δὲ λόγῳ, τοὺς Ἀθηναίους ἡγοῦμαι μεγάλους γιγνομένους καὶ φόβον παρέχοντας τοῖς Λακεδαιμονίοις ἀναγκάσαι εἰς τὸ πολεμεῖν. || Η πλέον αληθινή αιτία, όμως η λιγότερο ομολογούμενη, ήταν νομίζω πως γίνονταν όλο και πιο ισχυροί (οι Αθηναίοι) και φόβιζαν τους Λακεδαιμονίους και τους ανάγκασαν να πολεμούν.

§7.54. Καίτοι: παράγεται από τη σύνθεση του συμπλεκτικού συνδέσμου καὶ με το μόριο τοι. Είναι ισχυρό αντιθετικό.

ΘΟΥΚ 1.69.4 ἡσυχάζετε γάρ, μόνοι Ἑλλήνων, ὦ Λακεδαιμόνιοι, οὐ τῇ δυνάμει τινά, ἀλλὰ τῇ μελλήσει ἀμυνόμενοι, καὶ μόνοι οὐκ ἀρχομένην τὴν αὔξησιν τῶν ἐχθρῶν διπλασιουμένην δὲ καταλύοντες. καίτοι ἐλέγεσθε ἀσφαλεῖς εἶναι, ὧν ἄρα ὁ λόγος τοῦ ἔργου ἐκράτει. || Αδρανείτε, μόνοι εσείς από τους Έλληνες, Λακεδαιμόνιοι, οργανώνοντας την άμυνα όχι με βάση τη δύναμή σας αλλά αναβλητικά, χωρίς να αντιμετωπίζετε την αύξηση της δύναμης των εχθρών όταν αρχίζει αλλά όταν διπλασιάζεται. Παρόλο που θεωρούσασταν ότι είστε ασφαλείς, αποδείχτηκε ότι η ο λόγος ξεπέρασε τα πράγματα.

§7.55. Μέν: έχει ινδοευρωπαϊκή καταγωγή και κοινή ετυμολογία με τα μήν, μάν, μά. Τα στοιχεία αυτά, βεβαιωτικά μόρια κατά βάση, διαφοροποιούνται μόνο ως προς τη διάλεκτο. Έτσι, το μὰν είναι δωρικό, το μὴν αττικό και το μὲν ιωνικό κατά βάση, αλλά το βρίσκουμε και σε όλες τις διαλέκτους με προπαρασκευαστική σημασία, να αναγγέλλει δηλαδή έναν δεύτερο όρο και να εκφράζει αντίθεση σε αυτόν. Είναι ο μόνος από τους αντιθετικούς συνδέσμους που εκφράζει αντίθεση με τα επόμενα και όχι με τα προηγούμενα.

ΘΟΥΚ 1.41.2 παρέσχεν ὑμῖν Αἰγινητῶν μὲν ἐπικράτησιν, Σαμίων δὲ κόλασιν. Σας πρόσφερε αφενός την επικράτηση των Αιγινητών και αφετέρου την τιμωρία των Σαμίων. || Χρησιμοποιείται ως εμφατικό, για να εξάρει τη σημασία της λέξης που προτάσσεται και είναι συνήθως η πρώτη λέξη της πρότασης. Ακολουθείται συνήθως από το δέ, που εμπεριέχεται σε μια δεύτερη πρόταση, την απόδοση, με την οποία υπάρχει σύνδεση ανταπόκρισης (αφενός - αφετέρου).

ΘΟΥΚ 1.46.1 αἱ μὲν νῆες ἀφικνοῦνται ἐς τὴ Κέρκυραν, οἱ δὲ Κορίνθιοι, ἐπειδὴ αὐτοῖς παρεσκεύαστο, ἔπλεον ἐπὶ τὴ Κέρκυραν. || Τα μεν καράβια φτάνουν στην Κέρκυρα, ενώ οι Κορίνθιοι, μόλις προετοιμάστηκαν, έπλεαν προς της Κέρκυρα.

Το μὲν συνοδεύει πολλές φορές ένα ισχυρότερο στοιχείο από το δέ. Σε μερικές συντάξεις ωστόσο δεν ακολουθείται από το δέ (ανανταπόδοτο σχήμα):

ΗΡ 1.182 Φασὶ δὲ οἱ αὐτοὶ οὗτοι, ἐμοὶ μὲν οὐ πιστὰ λέγοντες, τὸν θεὸν αὐτὸν φοιτᾶν τε ἐς τὸν νηόν. || Λένε αυτοί οι ίδιοι, πράγμα που κατά τη γνώμη μου δεν ισχύει, ότι ο θεός εμφανίζεται στον ναό.

Ο μὲν παραμένει ανανταπόδοτος και όταν διατηρεί την αρχική, βεβαιωτική του σημασία στη στερεότυπη φράση πάνυ μὲν οὖν (=βεβαίως, αληθινά):

ΠΛ Πολ 331d Οὐκ ἄρα οὗτος ὅρος ἐστὶν δικαιοσύνης, ἀληθῆ τε λέγειν καὶ ἂ ἂν λάβῃ τις ἀποδιδόναι. Πάνυ μὲν οὖν, ἔφη, ὦ Σώκρατες, ὑπολαβὼν ὁ Πολέμαρχος. ||

Δεν είναι λοιπόν αυτός όρος της δικαιοσύνης, δηλαδή το να λέει κανείς την αλήθεια και αυτά που λαμβάνει κανείς να τα επιστρέφει. Αληθινά, ω Σωκράτη, είπε ο Πολέμαρχος, αφού πήρε τον λόγο.
Με το πέρασμα του χρόνου, αποδείχτηκε λιγότερο ανθεκτικό στοιχείο από το δέ, το οποίο είναι πολύ συνηθέστερο και με περισσότερες χρήσεις. Έτσι, τελικά περιορίστηκε πάρα πολύ και επιβίωσε μόνο στη σύνταξη μὲν…δὲ …. Από το μὲν προέρχεται το ομοτικό μόριο μά, που επιβιώνει μέχρι σήμερα. Σε συνδυασμό με το μόριο τοι προκύπτει το επιβεβαιωτικό μόριο μέντοι.

§7.56. Μήν: Δίδυμος τύπος του μέν. Είναι είτε εμφατικό μόριο, κατά την αρχαϊκότερη σημασία του, είτε αντιθετικό, αργότερα, είτε τέλος εισαγωγικό σε μια νέα φάση της σκέψης (όπως τα νεοελληνικά “λοιπόν, τώρα, καλά” με συνδετική σημασία, στην αρχή μιας τοποθέτησης), ως αφετηρία εξόρμησης για τη σκέψη ώστε να προχωρήσει ένα στάδιο περισσότερο (με τη σημασία του οὖν) :

ΘΟΥΚ 1.142.1 Μέγιστον δέ, τῇ τῶν χρημάτων σπάνει κωλύσονται, ὅταν σχολῇ αὐτὰ ποριζόμενοι διαμέλλωσιν· τοῦ δὲ πολέμου οἱ καιροὶ οὐ μενετοί. καὶ μὴν οὐδ᾽ ἡ ἐπιτείχισις οὐδὲ τὸ ναυτικὸν αὐτῶν ἄξιον φοβηθῆναι. || Και το σπουδαιότερο, θα εμποδιστούν λόγω της έλλειψης χρημάτων, όταν θα αναβάλλουν καθώς θα προμηθεύονται με δυσκολία. Και οι ευκαιρίες στον πόλεμο δεν περιμένουν. Όμως, ούτε η επιτείχιση της χώρας ούτε το ναυτικό τους αξίζει να μας φοβίσουν.

Απαντά σε συνδυασμό και με τα ἀλλά, γε, καί. Το ἀλλὰ μὴν χρησιμοποιείται και ως μεταβατικός σύνδεσμος με τη σημασία του "επιπλέον" και συνδυάζεται και με άρνηση (οὐ μὴν ἀλλά).

ΙΣΟΚΡ 16.44 Οὐ γὰρ δήπου παρ᾽ ἐμοῦ μὲν ὑπὲρ ὧν ὁ πατὴρ ἔπραξεν δίκην λήψονται, σοὶ δὲ καὶ ὧν αὐτὸς ἡμάρτηκας συγγνώμην ἕξουσιν. Ἀλλὰ μὴν οὐδ᾽ ὁμοίας ἐκείνῳ φανήσει τὰς προφάσεις ἔχων. || Δεν θα τιμωρηθούν λοιπόν από μένα για αυτά που έπραξε ο πατέρας, ενώ για σένα και για τα δικά σου αδικήματα θα φανούνε επιεικείς. Επιπλέον, δεν θα αποδειχτείς ότι αντιμετωπίζεις τις ίδιες κατηγορίες με εκείνον.

§7.57. Ὅμως: ανήκει στο νεότερο στρώμα συνδέσμων και προέρχεται από το επίρρημα ὁμῶς, "ομοίως", με μετάθεση του τόνου, που βλέπουμε και στο ἀλλά (πβ. και νεοελληνικά “του κάκου, μονάχα” κ.λπ.). Το ὁμῶς χρησιμοποιείται στην αρχαϊκή/ ποιητική γλώσσα, ενώ ο τύποςὅμως εμφανίζεται στον Όμηρο μία μόνο φορά.

ΟΜ Ιλ 9.312 ἐχθρὸς γάρ μοι κεῖνος ὁμῶς Ἀΐδαο πύλῃσιν || γιατί εκείνος είναι εχθρός μου όμοια με τις πύλες του Άδη

Από τη σημασία του "χωρίς εξαίρεση, όμοια" περνούμε στην αντιθετική σημασία με κάποιο σημασιολογικό άλμα, από αυτά που είναι συνήθη στη σημασιολογική αλλαγή.

ΞΕΝ ΚΑναβ 4.4.21 οἱ δὲ βάρβαροι ἀκούσαντες τὸν θόρυβον οὐχ ὑπέμειναν, ἀλλ᾽ ἔφευγον· ὅμως δὲ καὶ ἀπέθανόν τινες τῶν βαρβάρων. || Οι βάρβαροι, μόλις άκουσαν τον θόρυβο, δεν τον άντεξαν αλλά υποχωρούσαν· όμως, πέθαναν και πολλοί από αυτούς.

Σε περίπτωση ισχυρής έμφασης, το ὅμωςενισχύεται από το ἀλλά:

ΑΝΔΟΚ 4.33 Καίτοι οὐ μόνον αὐτὸς ὀλυμπιονίκης ἦν, ἀλλὰ καὶ ὁ πατὴρ αὐτοῦ Μιλτιάδης. Ἀλλ᾽ ὅμως οὐδὲν ὑπελογίζοντο τὰς νίκας· οὐ γὰρ ἐκ τῶν ἀγώνων, ἀλλ᾽ ἐκ τῶν ἐπιτηδευμάτων ἔκρινον αὐτόν. || Ωστόσο, δεν ήταν μόνο αυτός ολυμπιονίκης αλλά και ο πατέρας του ο Μιλτιάδης. Αλλά όμως καθόλου δεν υπολόγιζαν τις νίκες· γιατί όχι από τους αγώνες αλλά από τις πράξεις τον έκριναν.

Συμπερασματικοί σύνδεσμοι

§7.58. Ἄρα: με έκθλιψη ἄρ’, εγκλιτικό ῥα, ανάγεται σε ένα ινδοευρωπαϊκό θέμα, σχετίζεται ετυμολογικά με το ἄρτι. Αρχικά δηλώνει φυσική ακολουθία, συμφωνία ανάμεσα σε προηγούμενα και επόμενα και άμεση συνάρτηση (“σωστά, εύλογα, ακριβώς”) και αργότερα αποκτά τη σημασία της λογικής συνέπειας και εισάγει λογικό συμπέρασμα (“επομένως, συνεπώς”). Δεν τίθεται στην αρχή της πρότασης, αλλά μετά από μία ή δύο λέξεις.

ΠΛ Πολ 334a Ἀλλὰ μὴν στρατοπέδου γε ὁ αὐτὸς φύλαξ ἀγαθός, ὅσπερ καὶ τὰ τῶν πολεμίων κλέψαι καὶ βουλεύματα καὶ τὰς ἄλλας πράξεις; Πάνυ γε. Ὅτου τις ἄρα δεινὸς φύλαξ, τούτου καὶ φὼρ δεινός. || Αλλά βέβαια δεν είναι άραγε γενναίος ο ίδιος εκείνος φύλακας, που μπορεί και να κλέψει των εχθρών και τα σχέδια και τις άλλες πράξεις; Βέβαια. Όποιος επομένως είναι καλός φύλακας κάποιου, είναι και ικανός κλέφτης.

ΠΛ Ευθυφ 7d ΕΥΘ. Ἀλλ᾽ ἔστιν αὕτη ἡ διαφορά, ὦ Σώκρατες, καὶ περὶ τούτων. ΣΩ. Τί δὲ οἱ θεοί, ὦ Εὐθύφρων; οὐκ εἴπερ τι διαφέρονται, δι᾽ αὐτὰ ταῦτα διαφέροιντ᾽ ἄν; ΕΥΘ. Πολλὴ ἀνάγκη. ΣΩ. Καὶ τῶν θεῶν ἄρα, ὦ γενναῖε Εὐθύφρων, ἄλλοι ἄλλα δίκαια ἡγοῦνται κατὰ τὸν σὸν λόγον, καὶ καλὰ καὶ αἰσχρὰ καὶ ἀγαθὰ καὶ κακά. || Αλλά υπάρχει αυτή η διαφορά, Σωκράτη, και σχετικά με αυτά. Και οι θεοί, ω Ευθύφρων; Αν σε κάτι διαφέρουν, δεν θα διέφεραν σε αυτά τα ίδια; Κατ’ ανάγκη. Και για τους θεούς επομένως, γενναίε Ευθύφρων, καθένας νομίζει διαφορετικά, σύμφωνα με αυτά που λες, και καλά και αισχρά και και αγαθά και κακά.

§7.59. Δή: είναι μάλλον έκταση του αντιθετικού συνδέσμου δέ, ανάγεται στο ίδιο ινδοευρωπαϊκό θέμα. Μπαίνει συνήθως στη δεύτερη θέση της πρότασης. Αρχικά ήταν επίρρημα, αναφερόταν σε ένα πρόδηλο γεγονός και είχε δεικτική, χρονική και βεβαιωτική σημασία (“τώρα, να!”), ενώ συχνά χρωματιζόταν με μια ειρωνική διάθεση.

ΟΜ Ιλ 15.437 Τεῦκρε πέπον δὴ νῶϊν ἀπέκτατο πιστὸς ἑταῖρος. || Τεύκρο, καλέ μου, σκοτώθηκε λοιπόν τώρα ένας πιστός εταίρος.

ΟΜ Ιλ 2.284 Ἀτρεΐδη νῦν δή σε ἄναξ ἐθέλουσιν Ἀχαιοὶ πᾶσιν ἐλέγχιστον θέμεναι μερόπεσσι βροτοῖσιν. || Γιε του Ατρέα, θέλουν λοιπόν τώρα οι Αχαιοί σε όλους τους ανθρώπους να σε ντροπιάσουν άσχημα.

ΞΕΝ ΚΑναβ 7.1.26 ἑορακότας καὶ ἀναμνησθέντας τὰ νῦν δὴ γεγενημένα. || Αφού έχετε δει και θυμηθεί αυτά που τώρα έχουν γίνει.

Υπογραμμίζει με έμφαση λέξεις πολλών ειδών (ρήμα, ουσιαστικό, επίθετο, επίρρημα, αντωνυμία). Π.χ.

ΘΕΟΓΝ ελεγ 1.511 ῏Ηλθες δή, Κλεάριστε, βαθὺν διὰ πόντον ἀνύσσας. || Ήρθες λοιπόν, Κλεάριστε, αφού πέρασες μέσα από το βαθύ πέλαγος.

Είναι ισχυρότερο επιτατικό από τα γε και δὲ και περισσότερο εντοπισμένο στο παρόν από το γε. Ακόμη, στην ποίηση είναι συχνότερο από το γε, που απαντά περισσότερο στην πεζογραφία. Ωστόσο, το βρίσκουμε συχνά και σε συνδυασμό με το γε.

ΘΟΥΚ 1.132.3 τοῦ μέντοι Παυσανίου ἀδίκημα καὶ τότ᾽ ἐδόκει εἶναι, καὶ ἐπεί γε δὴ ἐν τούτῳ καθειστήκει, πολλῷ μᾶλλον παρόμοιον πραχθῆναι ἐφαίνετο τῇ παρούσῃ διανοίᾳ. || Και αυτό λοιπόν θεωρήθηκε ότι είναι αδίκημα του Παυσανία, και τώρα μάλιστα που αυτός έχει περιέλθει σε αυτή την κατάσταση, φαινόταν πολύ περισσότερο ότι αυτό έχει πραχθεί με το ίδιο σκεπτικό.

Επειδή έχει κάτι έντονα προτρεπτικό, το συναντούμε και με προστακτικές.

ΙΣΟΚΡ 19.13 Λαβὲ δή μοι καὶ τὸν Κείων νόμον, καθ᾽ ὃν ἡμεῖς ἐπολιτευόμεθα. || Μάθε λοιπόν και τον νόμο των Κείων, σύμφωνα με τον οποίο εμείς πολιτευόμασταν

Σε σύνθεση δίνει τους τύπους δηλαδή, ἐπειδή, ἤδη, δήπου (που απαντά σε κύριες προτάσεις) και δῆτα (με προσθήκη του επιρρηματικού επιθήματος -τα). Με το δῆτα έχουμε ενίσχυση του επιτατικού και έκφραση ανυπομονησίας και συμπάθειας, ενώ με το δήπου έχουμε μετριασμό της επίτασης και ειρωνική χροιά:

ΠΛ Πολ 563e Αὕτη μὲν τοίνυν, ἦν δ᾽ ἐγώ, ὦ φίλε, ἡ ἀρχὴ οὑτωσὶ καλὴ καὶ νεανική, ὅθεν τυραννὶς φύεται, ὡς ἐμοὶ δοκεῖ. Νεανικὴ δῆτα, ἔφη· ἀλλὰ τί τὸ μετὰ τοῦτο; || Αυτή η αρχή λοιπόν, είπα εγώ, φίλε μου, από την οποία φύεται η τυραννία, είναι καλή και νεανική, μου φαίνεται. Νεανική, το τονίζω, είπε· αλλά πώς εξελίσσεται όμως στη συνέχεια;

Πλ Πολ 349d μουσικὸν δέ τινα λέγεις, ἕτερον δὲ ἄμουσον; Ἔγωγε. Πότερον φρόνιμον καὶ πότερον ἄφρονα; Τὸν μὲν μουσικὸν δήπου φρόνιμον, τὸν δὲ ἄμουσον ἄφρονα. || Θεωρείς λοιπόν κάποιον μουσικό και κάποιον άλλο άμουσο; Εγώ τουλάχιστον ναι. Ποιον από τους δύο θεωρείς φρόνιμο και ποιον άφρονα; Τον μουσικό μάλλον φρόνιμο, ενώ τον άμουσο άφρονα.

§7.60. Οὖν: κάπως σκοτεινή η προέλευσή του, συσχετίζεται ίσως με το σανσκριτικό υπαρκτικό ρήμα, εξέλιξη της μετοχής τού εἰμί. Εμφανίζεται στις διαλέκτους και με τον τύπο ὦν. Τίθεται συνήθως, όπως και τα περισσότερα συνδεσμικά, στη δεύτερη θέση της πρότασης:

ΑΝΔΟΚ 1.6 Αἰτοῦμαι οὖν ὑμᾶς, ὦ ἄνδρες, εὔνοιαν πλείω παρασχέσθαι ἐμοὶ τῷ ἀπολογουμένῳ ἢ τοῖς κατηγόροις. || Ζητώ λοιπόν, από εσάς, ω άνδρες, να δείξετε μεγαλύτερη εύνοια σε μένα τον απολογούμενο παρά στους κατηγόρους μου.

Αρχικά ήταν επιβεβαιωτικό επίρρημα και το βρίσκουμε στον Όμηρο σε υποτελείς χρονικές προτάσεις να συνοδεύει σχεδόν πάντα τα ἐπεὶ και ὡς δηλώνοντας συμφωνία με την πραγματικότητα στο πλαίσιο του χρόνου:

ΟΜ Ιλ 3.340 Οἳ δ᾽ ἐπεὶ οὖν ἑκάτερθεν ὁμίλου θωρήχθησαν, ἐς μέσσον Τρώων καὶ Ἀχαιῶν ἐστιχόωντο δεινὸν δερκόμενοι. || Αυτοί λοιπόν αρματώθηκαν καθένας μέσα στον όμιλό του και προχώρησαν στη μέση των Τρώων και των Αχαιών κοιτάζοντας με άγρια ματιά.

Αργότερα, στην αττική, και όχι πριν από τα μέσα του 5ου αιώνα, αποδεσμεύεται από τη χρονική σημασία και αποκρυσταλλώνεται σε μια αποκλειστικά συμπερασματική σημασία.

ΘΟΥΚ 1.46.4 ῥεῖ δὲ καὶ Θύαμις ποταμός, ὁρίζων τὴν Θεσπρωτίδα καὶ Κεστρίνην, ὧν ἐντὸς ἡ ἄκρα ἀνέχει τὸ Χειμέριον. οἱ μὲν οὖν Κορίνθιοι τῆς ἠπείρου ἐνταῦθα ὁρμίζονταί τε καὶ στρατόπεδον ἐποιήσαντο. || Κυλάει και ένας ποταμός, ο Θύαμις, που χωρίζει τη Θεσπρωτία και την Κερκίνη, και ανάμεσα στα δύο ποτάμια υψώνεται το ακρωτήριο Χειμέριο. Οι Κορίνθιοι λοιπόν ορμίστηκαν σε αυτό το σημείο και στρατοπέδευσαν.

ΙΣΟΚΡ 21.3 Οὐ πολλῷ δὲ χρόνῳ ὕστερον βουλόμενος ἐκπλεῖν ἀπῄτησε τἀργύριον· Εὐθύνους δὲ τὰ μὲν δύο τάλαντα ἀποδίδωσι, τοῦ δὲ τρίτου ἔξαρνος γίγνεται. Ἄλλο μὲν οὖν οὐδὲν εἶχε Νικίας ἐν τῷ τότε χρόνῳ ποιῆσαι, προσιὼν δὲ πρὸς τοὺς ἐπιτηδείους ἐνεκάλει καὶ ἐμέμφετο καὶ ἔλεγεν ἃ πεπονθὼς εἴη. || Όχι πολύ αργότερα θέλοντας να ταξιδέψει απαίτησε χρήματα. Ο Ευθύνους του δίνει δύο τάλαντα, αλλά το τρίτο το αρνείται. Τότε λοιπόν ο Νικίας, μια και δεν είχε να κάνει τίποτα εκείνη τη στιγμή, ήρθε στους δικούς του και εξέφραζε κατηγορίες και μομφές και έλεγε αυτά που είχε πάθει.

Σε συνδυασμό με τα μέν, δέ, δή, γε αποκτά λεπτότερες σημασίες. Στη σύνθεση με το οὐ δίνει τους τύπους οὐκοῦν και οὔκουν, που διαφοροποιούνται σαφώς: το πρώτο εισάγει συμπέρασμα καταφατικό, ενώ το δεύτερο εισάγει αποφατικό συμπέρασμα:

ΠΛ Πολ 338d Εἶτ᾽ οὐκ οἶσθ᾽, ἔφη, ὅτι τῶν πόλεων αἱ μὲν τυραννοῦνται, αἱ δὲ δημοκρατοῦνται, αἱ δὲ ἀριστοκρατοῦνται; Πῶς γὰρ οὔ; Οὐκοῦν τοῦτο κρατεῖ ἐν ἑκάστῃ πόλει, τὸ ἄρχον; || Δεν ξέρεις λοιπόν, είπε, ότι από τις πόλεις άλλες έχουν τυραννικό πολίτευμα άλλες δημοκρατικό και άλλες αριστοκρατικό; Πώς όχι; Αυτό λοιπόν δεν δεσπόζει σε κάθε πόλη, η εξουσία της;

ΛΥΣ 6.14 καίτοι καὶ ἐν Ἀρείῳ πάγῳ, ἐν τῷ σεμνοτάτῳ καὶ δικαιοτάτῳ δικαστηρίῳ, ὁμολογῶν μὲν ἀδικεῖν ἀποθνῄσκει, ἐὰν δὲ ἀμφισβητῇ, ἐλέγχεται, καὶ πολλοὶ οὐδὲν ἔδοξαν ἀδικεῖν. οὔκουν ὁμοίαν χρὴ γνώμην ἔχειν περί τε τῶν ἀρνουμένων καὶ περὶ τῶν ὁμολογούντων. || Και όμως και στον Άρειο Πάγο, στο πολύ σεμνό και δίκαιο αυτό δικαστήριο, πεθαίνει όποιος ομολογεί ότι αδικεί, ενώ, αν το αμφισβητεί, εξετάζεται, και έτσι πολλοί δεν ομολόγησαν ότι αδίκησαν. Δεν θα πρέπει λοιπόν, βέβαια, να έχουμε την ίδια γνώμη για αυτούς που αρνούνται και για αυτούς που ομολογούν.

Τέλος, το τοιγαροῦν, όπως και το τοιγάρτοι, στην αρχή της πρότασης, εισάγει συμπέρασμα που είναι ισχυρή πεποίθηση του λέγοντος:

ΞΕΝ ΚΑναβ 1.9.8 καὶ γὰρ οὖν ἐπίστευον μὲν αὐτῷ αἱ πόλεις ἐπιτρεπόμεναι, ἐπίστευον δ᾽ οἱ ἄνδρες· καὶ εἴ τις πολέμιος ἐγένετο, σπεισαμένου Κύρου ἐπίστευε μηδὲν ἂν παρὰ τὰς σπονδὰς παθεῖν. τοιγαροῦν ἐπεὶ Τισσαφέρνει ἐπολέμησε, πᾶσαι αἱ πόλεις ἑκοῦσαι Κῦρον εἵλοντο ἀντὶ Τισσαφέρνους πλὴν Μιλησίων. || Και λοιπόν του έδειχναν εμπιστοσύνη οι πόλεις στρεφόμενες προς αυτόν, του έδειχναν εμπιστοσύνη και οι άνθρωποι· και αν κάποιος γινόταν εχθρός και ο Κύρος έκανε σπονδάς πίστευε ότι δεν θα πάθει τίποτα παρά τις συνθήκες. Γι’ αυτό λοιπόν, όταν πολέμησε τον Τισσαφέρνη, όλες οι πόλεις προτίμησαν οικειοθελώς τον Κύρο αντί του Τισσαφέρνη με εξαίρεση τους Μιλησίους.

ΑΝΔΟΚ 4.12 Ὥστ᾽ εἴπερ ἡγεῖσθε πολίτην ἀγαθὸν Ἀριστείδην καὶ δίκαιον γεγονέναι, τοῦτον προσήκει κάκιστον νομίζειν, ὡς τἀναντία περὶ τῶν πόλεων ἐκείνῳ γιγνώσκοντα. Τοιγάρτοι διὰ ταῦτα πολλοὶ τὴν πατρίδα τὴν αὑτῶν ἀπολιπόντες φυγάδες γίγνονται καὶ εἰς Θουρίους οἰκήσοντες ἀπέρχονται. || Ώστε λοιπόν αν θεωρείτε ότι ο Αριστείδης έχει γίνει ένας αγαθός και δίκαιος πολίτης, αρμόζει αυτόν να τον λογαριάζετε για κάκιστο, εφόσον ο δεύτερος σκέφτεται τα αντίθετα από τον πρώτο σχετικά με τις πόλεις. Έτσι λοιπόν, εξαιτίας αυτών των λόγων, πολλοί εγκαταλείπουν την πατρίδα τους και αυτοεξορίζονται και φεύγουν για να κατοικήσουν στους Θουρίους.

§7.61. Τοίνυν: παράγεται από τη σύνθεση του βεβαιωτικού μορίου τοι και του επιρρήματος/ μορίου νῦν/ νυν. Εισάγει συμπέρασμα, όπως τα δὴ και οὖν, αλλά έχει ασθενέστερο τόνο από αυτά τα δύο:

ΞΕΝ Ελλ 1.7.33 μὴ τοίνυν, ὦ ἄνδρες Ἀθηναῖοι, ἀντὶ μὲν τῆς νίκης καὶ τῆς εὐτυχίας ὅμοια ποιήσητε τοῖς ἡττημένοις τε καὶ ἀτυχοῦσιν. || Μη, λοιπόν, άνδρες Αθηναίοι, αντί για τη νίκη και την ευτυχία πράξετε όμοια με τους ηττημένους και τους άτυχους.

Αιτιολογικοί σύνδεσμοι

§7.62. Γάρ: είναι συγχώνευση του επιτατικού μορίου γε και του προσθετικού ἄρ’ (ἄρα). Δεν τίθεται ποτέ στην αρχή ως η πρώτη λέξη μιας πρότασης αλλά ακολουθεί μία ή δύο λέξεις, πράγμα που ισχύει και για την κατανομή των δύο συνθετικών του γε και ἄρα. Συνδέει περιόδους ή ημιπεριόδους. Φαίνεται ότι η πρώτη σημασία του δεν είναι αιτιολογική αλλά βεβαιωτική και αυτή τη σημασία έχει σε απαντήσεις. Με τη σημασία αυτή συνοδεύεται συχνά από τον ἀλλὰ ή τον βρίσκουμε σε ζωηρό διάλογο ή, ακόμη, σε ευχετικές προτάσεις που εισάγονται με το εἰ:

ΙΣΟΚΡ 4.140 Ἀλλὰ γὰρ οὐκ ἐκ τούτων δίκαιόν ἐστιν σκοπεῖν τὴν βασιλέως δύναμιν. || Αλλά βέβαια δεν θα είναι δίκαιο από αυτά να εξετάσουμε τη δύναμη του βασιλιά.

ΠΛ Ευθυφ 6d ΣΩ. Ἴσως. ἀλλὰ γὰρ, ὦ Εὐθύφρων, καὶ ἄλλα πολλὰ φῂς εἶναι ὅσια. ΕΥΘ. Καὶ γὰρ ἔστιν. || Ίσως. Αλλά βέβαια, ω Ευθύφρων, και άλλα πολλά λες ότι είναι όσια. Και βέβαια.

ΟΜ Ιλ 2.371 αἲ γὰρ Ζεῦ τε πάτερ καὶ Ἀθηναίη καὶ Ἄπολλον τοιοῦτοι δέκα μοι συμφράδμονες εἶεν Ἀχαιῶν. || Μακάρι, βέβαια, πατέρα Δία και Αθηνά και Απόλλωνα, να είχα δέκα τέτοιους συμβουλάτορες των Αχαιών.

ΕΥΡ Αλκ 1072 εἰ γὰρ τοσαύτην δύναμιν εἶχον ὥστε σὴν ἐς φῶς πορεῦσαι νερτέρων ἐκ δωμάτων γυναῖκα καί σοι τήνδε πορσῦναι χάριν. || Αν, βέβαια, είχα τόση δύναμη ώστε να οδηγήσω στο φως τη γυναίκα σου από τα κάτω δώματα και να σου κάνω τη χάρη να σου την παραδώσω στο κρεβάτι σου.

Από την πρώτη, βεβαιωτική σημασία προκύπτουν στη συνέχεια οι δύο κύριες, παράγωγες σημασίες του γάρ, η αιτιολογική και η διασαφητική. Ο γὰρ εκφράζει αιτιολόγηση ως μέρος μιας απόδειξης ή ενός συλλογισμού ή μπορεί να αιτιολογεί απλώς κάποιο συναίσθημα. Ακόμη, μπορεί, μετά από δεικτικές λέξεις ή φράσεις ή προεξαγγελτική παράθεση, να εισάγει επεξήγηση των προηγουμένων.

ΙΣΟΚΡ 21.1 Οὐ προφάσεως ἀπορῶ δι’ ἥντινα λέγω ὑπὲρ Νικίου τουτουί· καὶ γὰρ φίλος ὢν μοι τυγχάνει καὶ δεόμενος καὶ ἀδικούμενος καὶ ἀδύνατος εἰπεῖν, ὥστε διὰ ταῦτα πάντα ὑπὲρ αὐτοῦ λέγειν ἀναγκάζομαι. || Δεν μου λείπει η πρόφαση για να μιλήσω υπέρ αυτουνού εδώ, του Νικία· γιατί και φίλος μου τυχαίνει να είναι και με χρειάζεται και αδικείται και είναι αδύναμος να μιλήσει, ώστε εγώ να είμαι αναγκασμένος να τον υπερασπιστώ.

ΙΣΟΚΡ 9.17 Σημεῖον δὲ μέγιστον· περὶ μὲν γὰρ ἄλλων πολλῶν καὶ παντοδαπῶν λέγειν τολμῶσιν οἱ περὶ τὴν φιλοσοφίαν ὄντες, περὶ δὲ τῶν τοιούτων οὐδεὶς πώποτ’ αὐτῶν συγγράφειν ἐπεχείρησεν. || Μεγάλο σημάδι είναι τούτο: αυτοί δηλαδή που ασχολούνται με τη φιλοσοφία τολμούν να μιλούν για πολλά και παντοειδή, όμως σχετικά με αυτά κανείς μέχρι τώρα δεν επιχείρησε να γράψει.

Ως αιτιολογικός ή διασαφητικός, μαζί με την πρόταση στην οποία ανήκει, ακολουθεί την πρόταση την οποία αιτιολογεί ή επεξηγεί, μερικές φορές σε κάποια απόσταση. Άλλοτε, όμως, η πρότασή του μπαίνει παρενθετικά ή προτάσσεται (προληπτικό γάρ). Όταν η πρόταση του γὰρ είναι παρενθετική, ο γὰρ έχει αξία υποτακτικού συνδέσμου ή βεβαιωτική σημασία:

ΘΟΥΚ 1.51.5 οἱ δὲ Κερκυραῖοι (ἦν γὰρ νύξ) ἐφοβήθησαν μὴ πολέμιαι ὦσι. || Οι Κερκυραίοι, επειδή ήταν νύχτα, φοβήθηκαν μην είναι εχθρικές.

ΘΟΥΚ 4.3.2 καὶ ὁ Δημοσθένης εὐθὺς ἠξίου τειχίζεσθαι τὸ χωρίον (ἐπὶ τοῦτο γὰρ ξυνεκπλεῦσαι), καὶ ἀπέφαινε πολλὴν εὐπορίαν ξύλων τε καὶ λίθων. || Και ο Δημοσθένης αμέσως απαιτούσε να τειχιστεί το χωριό (γιατί γι’ αυτό τον λόγο είχαν συμπλεύσει) και ισχυριζόταν ότι υπήρχε εκεί μεγάλη αφθονία ξύλων και λίθων.

ΞΕΝ Ελλ 4.5.8 ὡς δὲ συνέδραμον οὗτοι, τοῖς μὲν ἄλλοις εἶπεν, οὐ γάρ πω ἠριστοποίηντο, ἐμφαγοῦσιν ὅ τι δύναιντο ἥκειν τὴν ταχίστην. || Μόλις ήρθαν αυτοί, είπε στους άλλους που έτρωγαν ότι μπορούσαν, επειδή δεν είχαν φάει ακόμα, να έρθουν αμέσως.

Αυτή η χρήση συνηθίζεται ιδιαίτερα και μετά από κλητική προσφώνηση στον Όμηρο:

ΟΜ Ιλ 23.156 Ἀτρεϊδη, σοὶ γάρ τε μάλιστά γε λαὸς Ἀχαιῶν πείσονται μύθοισι, γόοιο μὲν ἔστι καὶ ἆσαι. || Γιε του Ατρέα, σε σένα πείθεται ο λαός των Αχαιών, πρέπει το κλάμα τους να σταματήσει.

Πολύ συχνά, τέλος, ο γάρ, ως επεξηγηματικός, εισάγει αφήγηση, διήγηση ή περιγραφή.

ΗΡ 2.155 Τοῦ δὲ χρηστηρίου τοῦ ἐν Αἰγύπτῳ πολλὰ ἐπεμνήσθην ἤδη, καὶ λόγον περὶ αὐτοῦ ὡς ἀξίου ἐόντος ποιήσομαι. Τὸ γὰρ χρηστήριον τοῦτο τὸ ἐν Αἰγύπτῳ ἔστι μὲν Λητοῦς ἱρόν, ἐν πόλι δὲ μεγάλῃ ἱδρυμένον κατὰ τὸ Σεβεννυτικὸν καλεόμενον στόμα τοῦ Νείλου, ἀναπλέοντι ἀπὸ θαλάσσης ἄνω… || Το χρηστήριο που βρίσκεται στην Αίγυπτο πολλές φορές ήδη το έχω αναφέρει και θα κάνω πάλι λόγο γι’ αυτό, επειδή αξίζει. Αυτό το χρηστήριο λοιπόν που βρίσκεται στην Αίγυπτο είναι ιερό της Λητώς, χτισμένο σε μεγάλη πόλη κοντά στο λεγόμενο Σεβεννυτικό στόμιο του Νείλου γι’ αυτόν που ανεβαίνει από τη θάλασσα προς τα πάνω…

Σύνδεσμοι υπόταξης

§7.63. Εἰ: υποθετικός σύνδεσμος. Αρχικά ήταν, εν μέρει τουλάχιστον, επιφωνηματικό, όπως και το συγγενές αἰ, και εισήγε κύριες προτάσεις που δήλωναν μια ευχή και εκφέρονταν με ευκτική ευχετική:

ΟΜ Ιλ 4.189 αἲ γὰρ δὴ οὕτως εἴη φίλος ὦ Μενέλαε || Μακάρι, Μενέλαε, να ήταν τόσο φίλος.

Παράλληλα, υπήρχε και το δεικτικό επίρρημα εἰ, που σήμαινε “εκεί/ τότε/ σε αυτή την περίπτωση/ κατ’ αυτόν τον τρόπο” (πβ. εἶ-τα). Με αυτή τη σημασία χρησιμοποιήθηκε για να συνδέσει την πρόταση που εισήγε με μια προϋπάρχουσα κατάσταση. Έτσι, η υποθετική πρόταση εκκινεί από τη σημασία "αν το έκανε κατ’ αυτό τον τρόπο”. Σε αυτή την περίπτωση το εἰ αποκτά μερικιές φορές και την απόχρωση του αιτιολογικού.

ΙΣΟΚΡ 18.14 οὐδὲν ἄτοπον ἐποίησεν εἰ Νικόμαχον εἵλετο διαιτητήν || Δεν έκανε κάτι κακό, αν διάλεξε τον Νικόμαχο για διαιτητή.

Οι δύο χρήσεις του εἰ ήταν αρχικά ασύνδετες. Το εἰ, εκτός από την αρχική ευκτική, συντάχθηκε και με οριστική οποιουδήποτε χρόνου, προκειμένου να παρουσιάσει κάτι το υποτιθέμενο ως καθαρή παραδοχή του υποκειμένου.

ΙΣΑΙΟΣ 1.36 Εἰ γάρ τις αὐτοὺς ἔροιτο διὰ τί ἀξιοῦσι κληρονόμοι γενέσθαι τῶν Κλεωνύμου, τοῦτ᾽ ἂν εἰπεῖν ἔχοιεν, ὅτι καὶ γένει ποθὲν προσήκουσι καὶ ἐκεῖνος αὐτοῖς χρόνον τινὰ ἐπιτηδείως διέκειτο. || Αν λοιπόν κάποιος από αυτούς ρωτούσε για ποιο λόγο απαιτούν να γίνουν κληρονόμοι τού Κλεωνύμου, αυτό θα μπορούσαν να τους πουν, ότι δηλαδή και λόγω καταγωγής υπάρχει κάποια σχέση και εκείνος απέναντί τους για κάποιο διάστημα ήταν φιλικός μαζί τους.

ΙΣΑΙΟΣ 1.45 Εἰ μὲν τοίνυν Φερένικος ἢ τῶν ἀδελφῶν τις ἐτελεύτησεν, οἱ παῖδες οἱ τούτων, οὐκ ἐκεῖνος ἐγίγνετο κύριος τῶν καταλειφθέντων. || Αν λοιπόν ο Φερένικος ή κάποιος από τους αδελφούς του τελεύτησε, τα παιδιά τους και όχι εκείνος θα γινόταν κύριος της περιουσίας που έμεινε.

Αρχικά είναι ο μοναδικός υποθετικός σύνδεσμος, αργότερα τον ανταγωνίζεται και τον εκτοπίζει το ἄν, που χρησιμοποιείται αποκλειστικά στα νέα ελληνικά. Ο εκτοπισμός αυτός του εἰ ήταν απόρροια και της κατάργησης της ευκτικής, με την οποία συντασσόταν ο σύνδεσμος. Δίπλα στο καὶ ο εἰ, όπως και ο ἄν, εισάγουν εναντιωματικές προτάσεις, που δεν είναι παρά υποθέσεις ενισχυμένες από το επιδοτικό επίρρημα καί (βλ. καί).

§7.64. Ἐπεὶ/ ἐπειδή: χρονικός/ αιτιολογικός σύνδεσμος. Παράγεται από το ἐπ-εί, που είχε αρχικά τοπική/ δεικτική σημασία (“πάνω σε κάτι”). Εισάγει γεγονότα που είναι ήδη γνωστά στο πλαίσιο της συνομιλίας ή αμετάβλητα, σύμφωνα με τη φύση των πραγμάτων, ή φυσικά επακόλουθα της αφήγησης. Γι’ αυτό οι προτάσεις που εισάγει εκφέρονται με οριστική:

ΞΕΝ Ελλ 2.2.1 ἐπεὶ δὲ τὰ ἐν τῇ Λαμψάκῳ κατεστήσατο, ἔπλει ἐπὶ τὸ Βυζάντιον καὶ Καλχηδόνα. || Μόλις τακτοποίησε τις υποθέσεις στη Λάμψακο, έπλευσε προς το Βυζάντιο και την Καλχηδόνα.

ΗΡ 1.11 ἐπεί με ἀναγκάζεις δεσπότην τὸν ἐμὸν κτείνειν οὐκ ἐθέλοντα, φέρε ἀκούσω, τέῳ καὶ τρόπῳ ἐπιχειρήσομεν αὐτῷ. || Επειδή με αναγκάζεις να σκοτώσω τον κύριό μου ενώ δεν θέλω, εμπρός λοιπόν ας ακούσω με ποιον τρόπο θα το επιχειρήσουμε αυτό.

ΕΥΡ Αλκ 433 ἀξία δέ μοι τιμῆς, ἐπεὶ τέθνηκεν ἀντ᾽ ἐμοῦ μόνη. || Αξίζει τιμές, επειδή πέθανε οικειοθελώς αντί για μένα.

Προηγήθηκε η χρονική σημασία "αφότου", επέκταση της τοπικής, που το κατέστησε εξαρτημένο στοιχείο, εισαγωγικό σύνδεσμο δευτερεύουσας πρότασης, και ακολούθησε η αιτιολογική σημασία, που μαρτυρείται ήδη στον Όμηρο και με την οποία επιβιώνει στα νέα ελληνικά. Ωστόσο, το ἐπεὶ μπορεί να εισάγει και κύριες προτάσεις:

ΠΛ Πολ 340d Ἐπεὶ αὐτίκα ἰατρὸν καλεῖς σὺ τὸν ἐξαμαρτάνοντα περὶ τοὺς κάμνοντας κατ᾽ αὐτὸ τοῦτο ὃ ἐξαμαρτάνει; || Χαρακτηρίζεις λοιπόν εσύ, για παράδειγμα, γιατρό αυτόν που κάνει λάθος σχετικά τους ασθενείς ως προς αυτό το ίδιο στο οποίο σφάλλει;

Το ἐπειδὴ παράγεται με την προσθήκη του μορίου δὴ στο ἐπεί, στον Όμηρο τα δύο στοιχεία εμφανίζονται και ανεξάρτητα:

ΟΜ Ιλ 1.234 ναὶ μὰ τόδε σκῆπτρον, τὸ μὲν οὔ ποτε φύλλα καὶ ὄζους φύσει, ἐπεὶ δὴ πρῶτα τομὴν ἐν ὄρεσσι λέλοιπεν, οὐδ᾽ ἀναθηλήσει. || Μα τούτο το σκήπτρο, το οποίο ποτέ πια δεν θα βγάλει φύλλα και κλώνους, επειδή έχει αφήσει τον κορμό του στα όρη, ούτε θα βλαστήσει πια.

Με συνένωση με το ἂν προκύπτουν τα ἐπάν, ἐπειδάν, που δηλώνουν αόριστη επανάληψη στο παρόν και το μέλλον και εισάγουν προτάσεις εκφερόμενες με υποτακτική.

ΞΕΝ ΚΑναβ 1.4.13 ὁ δ᾽ ὑπέσχετο ἀνδρὶ ἑκάστῳ δώσειν πέντε ἀργυρίου μνᾶς, ἐπὰν εἰς Βαβυλῶνα ἥκωσι. || Και αυτός υποσχόταν σε κάθε άνδρα να δώσει πέντε ασημένιες μνες, όταν φτάσουν στη Βαβυλώνα.

ΘΟΥΚ 2.34.3 ἐπειδὰν δὲ ἡ ἐκφορὰ ᾖ, λάρνακας κυπαρισσίνας ἄγουσιν ἅμαξαι, φυλῆς ἑκάστης μίαν. || Όταν γίνεται η εκφορά, άμαξες μεταφέρουν κυπαρισσένια φέρετρα, ένα για κάθε φυλή.

§7.65. Ἵνα: τελικός σύνδεσμος. Αρχικά ήταν τοπικό επίρρημα με κατευθυντική σημασία ή και αναφορικό· σημαίνει "εκεί, όπου" ή "προς τα εκεί". Από αυτή την τοπική σημασία προκύπτει ως επέκταση η τελικότητα. Οι προτάσεις του ἵνα, ως προτάσεις επιθυμίας, εκφέρονται με υποτακτική.

ΙΣΑΙΟΣ 2.36 καὶ τῷ ἐμῷ παιδίῳ ἐθέμην τὸ ὄνομα τὸ ἐκείνου, ἵνα μὴ ἀνώνυμος ὁ οἶκος αὐτοῦ γένηται. || Και στο παιδί μου έδωσα το όνομα εκείνου, για να μην παραμείνει ο οίκος του ανώνυμος.

ΘΟΥΚ 3.61.1 νῦν δὲ πρὸς μὲν τὰ ἀντειπεῖν δεῖ, τῶν δὲ ἔλεγχον ποιήσασθαι, ἵνα μήτε ἡ ἡμετέρα αὐτοὺς κακία ὠφελῇ μήτε ἡ τούτων δόξα, τὸ δ᾽ ἀληθὲς περὶ ἀμφοτέρων ἀκούσαντες κρίνητε. || Τώρα λοιπόν πρέπει τα μεν να τα αντικρούσουμε, τα δε να τα ελέγξουμε, για να μην ωφελεί αυτούς η δική μας κακία ούτε η δική τους δόξα, αλλά για να κρίνετε αφού πρώτα ακούσετε την αλήθεια για αμφότερα.

Ο ἵνα είναι το πιο κοινό τελικό στοιχείο στην αττική διάλεκτο, μερικές φορές εναλλάσσεται με το ὅπως, ιδιαίτερα συχνό στον Θουκυδίδη, το οποίο εκτοπίζεται εντελώς στην Κοινή. Ο ἵνα επιβιώνει στα νέα ελληνικά ως “να”, και, ως δείκτης υποτακτικής, έχει αντικαταστήσει όλες τις απαρεμφατικές χρήσεις.

§7.66. Ὅτε/ ὁ(π)πότε: χρονικός σύνδεσμος, με παραλλαγές σε όλες τις διαλέκτους (λεσβ. ὅτα, δωρ. ὅκα κ.λπ.). Σχηματίζεται από την παγίωση της σύνταξης της αναφορικής αντωνυμίας ὃ με το μόριο τε.

ΟΜ Οδ 5.356 ὢ μοι ἐγώ, μή τίς μοι ὑφαίνῃσιν δόλον αὖτε ἀθανάτων, ὅ τέ με σχεδίης ἀποβῆναι ἀνώγει. || Αλίμονό μου, μήπως κάποιος από τους αθάνατους μου υφαίνει πάλι δόλο, ο οποίος/ όταν μου ζητάει να αφήω το σκάφος μου.

Αρχικά ο ὅτε εμφανίζεται αποκλειστικά με αρσενικό γένος, ενικό αριθμό και ονομαστική πτώση, σε συμφωνία με τη γραμματική φύση του πρώτου συνθετικού, αλλά στη συνέχεια τον βρίσκουμε και με τα άλλα γένη. Οι σύνδεσμοι ὅτε/ὁπότε, όταν δηλώνουν πραγματικό και ορισμένο γεγονός, εισάγουν προτάσεις που εκφέρονται με οριστική. Εκφράζουν συχνά επανάληψη στο παρελθόν και τότε η πρόταση εκφέρεται με ευκτική επαναληπτική:

ΞΕΝ Ελλ 3.4.25 Ὅτε δ᾽ αὕτη ἡ μάχη ἐγένετο, Τισσαφέρνης ἐν Σάρδεσιν ἔτυχεν ὤν. || Όταν έγινε αυτή η μάχη, ο Τισσαφέρνης έτυχε να είναι στις Σάρδεις.

ΘΟΥΚ 2.65.9 ὁπότε γοῦν αἴσθοιτό τι αὐτοὺς παρὰ καιρὸν ὕβρει θαρσοῦντας, λέγων κατέπλησσεν ἐπὶ τὸ φοβεῖσθαι, καὶ δεδιότας αὖ ἀλόγως ἀντικαθίστη πάλιν ἐπὶ τὸ θαρσεῖν. || Όποτε λοιπόν καταλάβαινε ότι αυτοί ακαίρως έφταναν στο θράσος, με τα λόγια του τους επανέφερε στον φόβο· μόλις πάλι φοβόντουσαν χωρίς λόγο τους ενθάρρυνε.

Όταν δηλώνεται το προσδοκώμενο ή η αόριστη επανάληψη στο παρόν και το μέλλον, οι χρονικοί σύνδεσμοι συνδυάζονται με το αοριστολογικό ἂν και προκύπτουν οι τύποι ὅταν/ ὁπόταν, οι οποίοι συνεμφανίζονται με υποτακτική:

ΗΡ 3.57 Ἀλλ᾽ ὅταν ἐν Σίφνῳ πρυτανήια λευκὰ γένηται λεύκοφρύς τ᾽ ἀγορή, τότε δὴ δεῖ φράδμονος ἀνδρὸς φράσσασθαι ξύλινόν τε λόχον κήρυκά τ᾽ ἐρυθρόν. || Όταν στη Σίφνο θα γίνει λευκό το πρυτανείο και ασπρόφρυδη η αγορά, τότε λοιπόν θα πρέπει ένας άνθρωπος ευφραδής να τους διαφεντέψει από καρτέρι ξύλινο και κόκκινο κήρυκα.

ΙΣΑΙΟΣ 8.12 καὶ ὁπόταν δοῦλοι καὶ ἐλεύθεροι παραγένωνται καὶ δέῃ εὑρεθῆναί τι τῶν ζητουμένων, οὐ χρῆσθε ταῖς τῶν ἐλευθέρων μαρτυρίαις, ἀλλὰ τοὺς δούλους βασανίζοντες, οὕτω ζητεῖτε εὑρεῖν τὴν ἀλήθειαν τῶν γεγενημένων. || Και κάθε φορά που δούλοι και ελεύθεροι είναι παρόντες και χρειάζεται να βρεθεί κάτι από τα ζητούμενα, δεν ανατρέχετε στις μαρτυρίες των ελευθέρων αλλά βασανίζοντας τους δούλους ζητάτε με αυτό τον τρόπο να βρείτε την αλήθεια.

Το ὅταν είναι λιγότερο κοινό από το ὅτε στον Θουκυδίδη και τον Ηρόδοτο. Αντίθετα, στην Κοινή το αντικαθιστά και επιβιώνει μέχρι σήμερα ως ο πιο κοινός χρονικός σύνδεσμος.

§7.67. Ὅτι: Παράγεται από τη δεικτική αντωνυμία ὅ, η οποία έχει συνδεσμική λειτουργία από την περίοδο της ινδοευρωπαϊκής πρωτογλώσσας (*jod). Χρησιμοποιείται αρχικά με τη μορφή ὃ και αργότερα με τη μορφή ὅτι επεξηγηματικά, ως ειδικός σύνδεσμος εισάγοντας συμπληρωματικές προτάσεις κρίσεως/ αντικείμενα σε λεκτικά ρήματα ή ρήματα αίσθησης:

ΑΝΔΟΚ 1.12 Ἐπεὶ δὲ ἐψηφίσαντο αὐτῷ τὴν ἄδειαν, ἔλεγεν ὅτι ἐν τῇ οἰκίᾳ τῇ Πουλυτίωνος γίγνοιτο μυστήρια. || Επειδή ψήφισαν την ελευθερία του, έλεγε ότι στο σπίτι του Πλουτίωνα γίνονταν τελετές.

ΞΕΝ Ελλ 4.1.37 εὖ χρὴ εἰδέναι ὅτι πολεμήσω ὑμῖν ὡς ἂν δύνωμαι ἄριστα. || Πρέπει να γνωρίζετε καλά ότι θα σας πολεμήσω όσο μπορώ καλύτερα.

Αυτή η αναλυτική σύνταξη ανταγωνίζεται τις δομές αιτιατική και (ειδικό) απαρέμφατο ή αιτιατική και (κατηγορηματική) μετοχή, για να επικρατήσει στη μετακλασική περίοδο καθώς και στα νέα ελληνικά, ένα γλωσσικό σύστημα χωρίς απαρέμφατο και μετοχή. Επίσης το ὅ, και αργότερα ὅτι, χρησιμοποιείται και με ρήματα ψυχικού πάθους επεξηγώντας την αιτία του ψυχικού πάθους. Με αυτή τη χρήση λειτουργεί και ως αιτιολογικός σύνδεσμος. Οι αιτιολογικές προτάσεις που εισάγονται με αυτόν τον σύνδεσμο στηρίζονται σε ουσιαστικές (ειδικές) προτάσεις.

ΗΡ 3.80 ἤν τε γὰρ αὐτὸν μετρίως θωμάζῃς, ἄχθεται ὅτι οὐ κάρτα θεραπεύεται. || Αν αυτόν τον θαυμάζεις μόνο λίγο, στεναχωριέται, επειδή δεν λατρεύεται πολύ.

ΑΝΤΙΣΘ Οδυσ 15.7 σὺ δὲ ὥσπερ οἱ παῖδες χαίρεις, ὅτι σέ φασιν οἵδε ἀνδρεῖον εἶναι; || Εσύ λοιπόν χαίρεσαι σαν τα παιδιά, επειδή αυτοί λένε ότι εσύ είσαι ανδρείος;

Ο σύνδεσμος ὅτι εκφράζει κάτι αντικειμενικό, που δεν επιδέχεται αμφισβήτηση. Με αυτή την έννοια αντιπαραβάλλεται με τον σύνδεσμο ὡς, που δηλώνει κάτι πιο υποκειμενικό, είτε ως ειδικός είτε ως αιτιολογικός σύνδεσμος. Σε σύνθεση με την πρόθεση διὰ προκύπτει ο σύνδεσμος διότι, ειδικός αλλά κυρίως αιτιολογικός, που επιβιώνει και στα νέα ελληνικά με αιτιολογική σημασία.

ΗΡ 2.57 Πελειάδες δέ μοι δοκέουσι κληθῆναι πρὸς Δωδωναίων ἐπὶ τοῦδε αἱ γυναῖκες, διότι βάρβαροι ἦσαν, ἐδόκεον δέ σφι ὁμοίως ὄρνισι φθέγγεσθαι. || Νομίζω λοιπόν ότι ονομάστηκαν Πελειάδες από τους Δωδωναίους αυτές οι γυναίκες για αυτόν τον λόγο, επειδή δηλαδή ήταν βάρβαρες, και έδιναν την εντύπωση ότι μιλούν όμοια με τα πουλιά.

§7.68. Πρίν: χρονικός σύνδεσμος. Είναι στη βάση του χρονικό επίρρημα συγκρτικού βαθμού (“νωρίτερα”) και ετυμολογικά προέρχεται από τον συμφυρμό των πρόσθεν ἢ και πρότερον ἤ. Από την επιρρηματική σημασία του προκύπτει η σημασία του προτερόχρονου την οποία έχει αργότερα ως πρόθεση συντασσόμενη με γενική και κυρίως ως σύνδεσμος, ο μοναδικός που εκφράζει το προτερόχρονο. Η επιρρηματική λειτουργία επιβιώνει στον Όμηρο:

ΟΜ Ιλ 2.111 Ζεύς με μέγα Κρονίδης ἄτῃ ἐνέδησε βαρείῃ σχέτλιος, ὃς πρὶν μέν μοι ὑπέσχετο καὶ κατένευσεν Ἴλιον ἐκπέρσαντ᾽ εὐτείχεον ἀπονέεσθαι. || Ο Ζευς, γιος του Κρόνου, με έμπλεξε σε μεγάλη συμφορά, ο ανέσπλαχνος, ο οποίος προηγουμένως μου το είχε υποσχεθεί και συγκατένευσε να μη γυρίσω πίσω προτού πάρω την Τροία.

Επίσης, στον Όμηρο, απαντά κυρίως με απαρεμφατικές προτάσεις και πολύ σπάνια με υποτακτική που εξαρτάται από αρνητική ή ερωτηματική κύρια πρόταση. Στην κλασική φάση συντάσσεται πάλι με απαρέμφατο όταν η κύρια πρόταση που προσδιορίζει είναι καταφατική και με οριστική ή υποτακτική, όταν η κύρια πρόταση είναι αρνητική (ωστόσο είναι δυνατόν να συμβαίνει και το αντίστροφο):

ΟΜ Ιλ 2.348 πρὶν Ἄργος δ᾽ ἰέναι πρὶν καὶ Διὸς αἰγιόχοιο γνώμεναι εἴ τε ψεῦδος ὑπόσχεσις εἴ τε καὶ οὐκί. || Προτού πάνε στο Άργος χωρίς να ξέρουν αν είναι ψευδής ή αληθινή η υπόσχεση του Δία που κρατάει την αιγίδα.

ΞΕΝ Ελλ 2.1.24 καὶ οὐ πρότερον ἐξεβίβασεν ἐκ τῶν νεῶν πρὶν αὗται ἧκον. || Και δεν τους έβγαλε από τα καράβια προτού αυτά έρθουν.

ΞΕΝ Ελλ 6.3.16 ὥστε οὐ πρότερον παύονται, πρὶν ἂν ἡττηθέντες τὴν ἄσκησιν καταλύσωσιν. || Με αποτέλεσμα να μη σταματούν προτού χάσουν τη νίκη τους μετά από κάποια ήττα.

§7.69. Ὡς: στοιχείο πολλαπλών λειτουργιών. Από αυτό παράγονται τα αναφορικά τροπικά ὥσπερ και ὅπως, ο αποτελεσματικός σύνδεσμος ὥστε και τα συσχετικά οὕτως, ὧδε. Ο μη εκτεταμένος τύπος του ὧ ανάγεται στο ινδοευρωπαϊκό *jo, που είναι οργανική ενικού του ουδετέρου της αναφορικής αντωνυμίας. Από αυτόν τον τύπο προκύπτει η βασική σημασία "όπου", "για όσο μήκος χρόνου". Η τροπική και συγκριτική σημασία "όπως" είναι επίσης πολύ αρχαία.

ΟΜ Ιλ 1.182 ὡς ἔμ᾽ ἀφαιρεῖται Χρυσηΐδα Φοῖβος Ἀπόλλων, τὴν μὲν ἐγὼ σὺν νηΐ τ᾽ ἐμῇ καὶ ἐμοῖς ἑτάροισι πέμψω. || Όπως μου παίρνει ο Φοίβος Απόλλων τη Χρυσηίδα, θα τη στείλω εγώ με δικό μου καράβι και δικούς μου φίλους.

ΑΝΔΟΚ 1.4 οὐχ ὁρᾷ τὴν πόλιν ἡμῶν ὡς διάκειται; || Δεν βλέπει την πόλη μας σε ποια κατάσταση βρίσκεται;

Στην τροπική σημασία στηρίζονται οι νεότερες, συνδεσμικές λειτουργίες, που αρχίζουν να διαμορφώνονται και να γίνονται σαφέστερες σταδιακά: πρώτη η σημασία του ειδικού συνδέσμου, μετά από λεκτικά και δεικτικά ρήματα· στη συνέχεια, συγγενής προς την ειδική, η αιτιολογική (υποκειμενική αιτιολογία)· μετά η τελική, δίπλα σε υποτακτική· η αποτελεσματική, δίπλα σε απαρέμφατο· η χρονική:

ΙΣΟΚΡ 20.19 Ἴσως οὖν Λοχίτης ἐπιχειρήσει μικρὸν ποιεῖν τὸ πρᾶγμα, διασύρων τὴν κατηγορίαν καὶ λέγων ὡς οὐδὲν ἐκ τῶν πληγῶν κακὸν ἔπαθον, ἀλλὰ μείζους ποιοῦμαι τοὺς λόγους ἢ κατὰ τὴν ἀξίαν τῶν γεγενημένων. || Ίσως λοιπόν ο Λοχίτης επιχειρήσει να υποβαθμίσει την υπόθεση και ελαφρύνει την κατηγορία λέγοντας πως τάχα τίποτα κακό δεν έπαθα από τα πλήγματα, αλλά υπερβάλλω σε σχέση με την πραγματική διάσταση των όσων έχουν γίνει.

ΞΕΝ Ελλ 1.3.16 οἱ δ᾽ Ἀθηναῖοι ὡς οὐδὲν ἐδύναντο διαπράξασθαι κατ᾽ ἰσχύν, ἔπεισάν τινας τῶν Βυζαντίων προδοῦναι τὴν πόλιν. || Οι Αθηναίοι, επειδή δεν μπορούσαν να κάνουν τίποτα με τη δύναμή τους, έπεισαν μερικούς από το Βυζάντιο να προδώσουν την πόλη.

ΗΡ 1 πρ Ἡροδότου Θουρίου ἱστορίης ἀπόδεξις ἥδε, ὡς μήτε τὰ γενόμενα ἐξ ἀνθρώπων τῷ χρόνῳ ἐξίτηλα γένηται, μήτε ἔργα μεγάλα τε καὶ θωμαστά, τὰ μὲν Ἕλλησι, τὰ δὲ βαρβάροισι ἀποδεχθέντα, ἀκλέα γένηται… || Αυτή εδώ είναι η έκθεση της έρευνας του Ηροδότου από τους Θουρίους, για να μην ξεθωριάσουν όσα έχουν γίνει από ανθρώπους με το πέρασμα του χρόνου ούτε κάποια έργα σπουδαία και θαυμαστά, που κατορθώθηκαν, άλλα από έλληνες και άλλα από βαρβάρους, να μείνουν στην αφάνεια.

ΞΕΝ ΚΑναβ 2.3.10 καὶ ἐνετύγχανον τάφροις καὶ αὐλῶσιν ὕδατος πλήρεσιν, ὡς μὴ δύνασθαι διαβαίνειν ἄνευ γεφυρῶν. || Και συναντούσαν τάφρους και χαντάκια γεμάτα νερό, με αποτέλεσμα να μην μπορούν να περάσουν χωρίς γέφυρες.

ΗΡ 1.11 Ὡς δὲ ὁ Γύγης ἀπίκετο, ἔλεγε ἡ γυνὴ τάδε· || Μόλις έφτασε ο Γύγης, έλεγε η γυναίκα αυτά εδώ.

Η συνεμφάνισή του με ουσιαστικά (ως πρόθεση), υπερθετικά (ως επιτατικό), αριθμητικά (για τη δήλωση προσέγγισης), επιρρήματα, απαρέμφατα του αποτελέσματος, αιτιολογικές μετοχές (δήλωση του κινήτρου μιας πράξης), τελικές μετοχές και κύριες προτάσεις που εκφράζουν ευχή/ αναφώνηση οφείλεται και πάλι στην κυριότερη σημασία του, που δεν είναι άλλη από την τροπική:

ΘΟΥΚ 1.90.3 ἑαυτὸν δ᾽ ἐκέλευεν ἀποστέλλειν ὡς τάχιστα ὁ Θεμιστοκλῆς ἐς τὴν Λακεδαίμονα. || Τον ίδιο παρότρυνε ο Θεμιστοκλής να τον στείλουν αμέσως στη Σπάρτη.

ΞΕΝ ΚΠαιδ 4.2.1 καὶ δὴ καὶ τότε ὀπισθοφυλακεῖν ἐκέλευον αὐτοὺς ὡς χιλίους ἱππέας ὄντας. || Και τότε λοιπόν τους διέταζαν να μένουν πίσω ως οπισθοφυλακή αυτούς που ήταν περίπου χίλιοι ιππείς.

ΠΛ Πολ 329a καὶ ἀγανακτοῦσιν ὡς μεγάλων τινῶν ἀπεστερημένοι || Και αγανακτούν με την ιδέα ότι έχουν στερηθεί μερικά σημαντικά πράγματα.

ΞΕΝ Ελλ 1.1.33 Θράσυλλος δὲ ἐξαγαγὼν Ἀθηναίους καὶ τοὺς ἄλλους τοὺς ἐν τῇ πόλει ὄντας ἅπαντας παρέταξε παρὰ τὸ Λύκειον γυμνάσιον, ὡς μαχούμενος, ἂν προσίωσιν. || Ο Θράσυλλος, αφού μετέφερε έξω τους Αθηναίους και όλους τους άλλους που βρίσκονταν στην πόλη, τους παρέταξε κοντά στο Λύκειο για να πολεμήσει, αν πλησιάσουν.

ΞΕΝ ΚΠαιδ 1.3.2 Ὦ μῆτερ, ὡς καλός μοι ὁ πάππος. || Ω μητέρα, πόσο καλός είναι σε μένα ο παππούς!

Ο ὅπως χρησιμοποιείται συχνά με τελική και τροπική σημασία:

ΘΟΥΚ 1.31.3 ἦλθον καὶ αὐτοὶ ἐς τὰς Ἀθήνας πρεσβευσόμενοι, ὅπως μὴ σφίσι πρὸς τῷ Κερκυραίων ναυτικῷ καὶ τὸ αὐτῶν προσγενόμενον ἐμπόδιον γένηται θέσθαι τὸν πόλεμον ᾗ βούλονται. || Ήρθαν και οι ίδιοι στην Αθήνα για να ζητήσουν να μη γίνει εμπόδιο σε αυτούς εκτός από το ναυτικό των Κερκυραίων και το δικό τους και δεν σταματήσουν τον πόλεμο με τον τρόπο που θέλουν αυτοί.

ΙΣΑΙΟΣ 2.13 καί μοι τὸν νόμον αὐτὸν ἀνάγνωθι, ὃς κελεύει τὰ ἑαυτοῦ ἐξεῖναι διαθέσθαι ὅπως ἂν ἐθέλῃ, ἐὰν μὴ παῖδες ἄρρενες ὦσι γνήσιοι. || Διάβασε λοιπόν και σε μένα αυτόν τον νόμο, ο οποίος ορίζει να είναι δυνατό να διαθέτει τα δικά του πράγματα όπως αυτός θέλει, εάν τα αρσενικά παιδιά δεν είναι γνήσια.

§7.70. Ὥστε: επακολουθητικό μόριο που εξελίχθηκε σε αποτελεσματιικό/ συμπερασματικό σύνδεσμο, ο οποίος επιβιώνει και στα νέα ελληνικά. Εισάγει δευτερεύουσες αποτελεσματικές προτάσεις που εκφέρονται με εγκλίσεις του πραγματικού, όταν το αποτέλεσμα εκφράζει ένα οριστικό γεγονός, και με απαρέμφατο όταν το αποτέλεσμα είναι σκέψη του ομιλητή (ή και πραγματικό γεγονός):

ΘΟΥΚ 2.4.2 ἐφοβήθησαν καὶ τραπόμενοι ἔφευγον διὰ τῆς πόλεως, ἄπειροι μὲν ὄντες οἱ πλείους ἐν σκότῳ καὶ πηλῷ τῶν διόδων ᾗ χρὴ σωθῆναι, ἐμπείρους δὲ ἔχοντες τοὺς διώκοντας τοῦ μὴ ἐκφεύγειν, ὥστε διεφθείροντο οἱ πολλοί. || Φοβήθηκαν και τράπηκαν σε φυγή μέσω της πόλεως. Οι περισσότεροι όμως ήταν άπειροι μέσα στο σκοτάδι και στον πηλό των διόδων όπου έπρεπε να σωθούν και είχαν διώκτες έμπειρους που δεν τους άφηναν να ξεφεύγουν, με αποτέλεσμα πολλοί να σκοτώνονται.

ΘΟΥΚ 1.49.7 οἱ δὲ Ἀθηναῖοι ὁρῶντες τοὺς Κερκυραίους πιεζομένους μᾶλλον ἤδη ἀπροφασίστως ἐπεκούρουν, τὸ μὲν πρῶτον ἀπεχόμενοι ὥστε μὴ ἐμβάλλειν τινί. || Οι Αθηναίοι, βλέποντας τους Κερκυραίους να πιέζονται περισσότερο, τους βοηθούσαν φανερά, αρχικά προσέχοντας να μην τους εμβολίσουν.

Επίσης, ο ὥστε, στην αρχή περιόδου ή ημιπεριόδου, εισάγει κύριες συμπερασματικές προτάσεις:

ΘΟΥΚ 1.18.3 ὥστε ἀπὸ τῶν Μηδικῶν ἐς τόνδε αἰεὶ τὸν πόλεμον τὰ μὲν σπενδόμενοι, τὰ δὲ πολεμοῦντες ἢ ἀλλήλοις ἢ τοῖς ἑαυτῶν ξυμμάχοις ἀφισταμένοις εὖ παρεσκευάσαντο τὰ πολέμια καὶ ἐμπειρότεροι ἐγένοντο μετὰ κινδύνων τὰς μελέτας ποιούμενοι. || Ώστε λοιπόν από τους περσικούς πολέμους μέχρι αυτόν εδώ τον πόλεμο, άλλοτε κάνοντες σπονδές άλλοτε πολεμώντας είτε μεταξύ τους είτε με τους συμμάχους τους που αποστατούσαν έκαναν καλές πολεμικές προετοιμασίες και έγιναν πιο έμπειροι, επειδή ασκούνταν μέσα σε κινδύνους.