Κυριακή 23 Οκτωβρίου 2022

H Αιματοβαμμένη Βίβλος

Βίβλος … κανιβαλισμός και το ανθρώπινο αίμα ρέει άφθονο.

«Ημίν μεν ου νόμος εστίν ανθρώπους θύειν αλλ’ ανόσιον». Πλάτων «Μίνως»

Επειδή ο θεός δεν είναι ΘΕΟΣ και όλοι αυτοί που αναφέρονται στην Βίβλο ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ.

Οι χριστιανοί λασπολογητές (απολογητές) παθαίνουν επιλεκτική αμνησία, ή δεν έχουν διαβάσει την “Αγία Γραφή” τους, όπου ο Γιαχβέ-Τρύφων-Σετ- Σαβαώθ… θεός κατά πως λένε, της “αγάπης” και της “καλοσύνης”, προτρέπει και αποδέχεται την ανθρωποθυσία. Ξεχνούν σκόπιμα φυσικά τον Αβραάμ που ήταν έτοιμος να σφάξει σαν αρνί τον γιο του Ισαάκ, σύμφωνα με την θεϊκή βούληση του Γιαχβέ και μιλούν υποκριτικά για τους αμόλυντους από ανθρωποθυσίες Αρχαίους Έλληνες και την σπίλωση της θρησκείας τους χρησιμοποιώντας στο πλαίσιο αυτό, ένα σαχλό επιχείρημα που οι βλάκες το παπαγαλίζουν, είναι το ότι στην αρχαία πολυθεϊστική Ελλάδα κι όχι μόνο σ’ αυτήν, τελούνταν ανθρωποθυσίες και ήρθε ο χριστιανισμός με τον Γιαχβέ, τους έσωσε και τους έβαλε στον δρόμο τον καλό. Το πως αυτοί οι αιμοσταγείς θεόπνευστοι θεωρούν τον δρόμο του θεού τους Γιαχβέ είναι γραμμένο στα βιβλία τους και δη στην Βίβλο τους, την “Αγία Γραφή”.

Αυτό που προκαλεί εντύπωση για τον θεό Γιαχβέ-Σετ της “αγάπης” –κατά τα λεγόμενα τους- είναι πως στον δρόμο του το ανθρώπινο αίμα ρέει άφθονο. …και όχι μόνο το ανθρώπινο, ο θεός της “αγάπης” θέλει αίμα… πολύ αίμα… Άλλωστε στις εκκλησίες τους και σήμερα μεταλαμβάνουν το αίμα και το σώμα αυτού του αιμοσταγούς θεού τους. Τι να πούμε για τους Ατζέκους, είναι νήπια μπροστά στους χριστιανούς! Μια ματιά σε έναν καθρέφτη πολλές φορές δίνει πολλές απαντήσεις, έστω κι αν δεν αρέσουν, το αίμα είναι άφθονο και ρέει στην αυλή μας. Για να δούμε …

ΚΡΙΤΑΙ 11

Κρ. 11,30 Εκαμε δε ο Ιεφθάε και ένα τάξιμον προς τον Κυριον και είπε· “εάν θελήσης, Κυριε, και παραδώσης εις τα χέρια μου τους Αμμωνίτας,

Κρ. 11,31 σου τάζω, ότι εκείνος που θα εξέλθη από την θύραν της οικίας μου εις συνάντησίν μου, όταν θα επιστρέψω νικητής από τον πόλεμον κατά των Αμμωνιτών, θα προσφερθή ολοκαύτωμα εις σέ, τον Κυριον”.

Κρ. 11,32 Ο Ιεφθάε εβάδισεν εναντίον των Αμμωνιτών δια να τους πολεμήση, και ο Κυριος παρέδωκεν αυτούς νικημένους εις τα χέρια του.

Κρ. 11,33 Οι Ισραηλίται εκτύπησαν αυτούς από Αροήρ μέχρις Αρνών κατέλαβον είκοσι πόλεις μέχρι της χώρας Εβελχαρμίμ και επέφεραν μεγάλην καταστροφήν. Οι Αμμωνίται νικηθέντες εταπεινώθησαν και εσυμμαζεύθησαν ενώπιον των Ισραηλιτών

Κρ. 11,34 Ο Ιεφθάε επέστρεφε νικητής εις την πόλιν Μασσηφά, στον οίκον του. Αίφνης είδε την κόρην του να εξέρχεται με τύμπανα και χορούς εις συνάντησίν του. Αυτή δε ήτο μονογενής θυγάτηρ του και δεν είχεν άλλον υιόν η άλλην θυγατέρα.

Κρ. 11,35 Οταν ο Ιεφθάε την είδεν, έσχισε το ιμάτιά του και έκραξεν· “πω ! πω ! κόρη μου ! Συ με συνεκλόνισες, συ είσαι η πηγή και η αιτία της ταραχής μου ! Εγώ ο ταλαίπωρος ήνοιξα το στόμα μου προς τον Κυριον εναντίον σου και δεν θα ημπορέσω τώρα να αρνηθώ το τάμα μου”.

Κρ. 11,36 Εκείνη δε του είπε· “πατέρα μου, ήνοιξες το στόμα σου και υπεσχέθης κάποιο τάμα στον Κυριον; Καμε ο,τι έταξες, αφού ο Κυριος σου έδωσε την νίκην κι ετιμώρησες τους εχθρούς σου τους Αμμωνίτας”.

Κρ. 11,37 Οταν δε έμαθε το τάξιμον του πατρός της προσέθεσε· “ας μου κάμη ο πατέρας μου μίαν μόνην χάριν· άφησέ με να ζήσω δύο μήνας ακόμη. Θέλω να ανεβώ και να κατεβώ τα όρη κι να κλαύσω την παρθενίαν μου εγώ μαζή με άλλας συντρόφους μου”.

Κρ. 11,38 Ο πατήρ της απήντησε· “πήγαινε”. Και την έστειλεν επί δύο μήνας. Και αυτή μαζή με τας συντρόφους της μετέβη και έκλαυσε την παρθενικότητά της επάνω εις τα όρη·

Κρ. 11,39 Οταν δε επέρασαν οι δύο μήνες επέστρεψεν στον πατέρα της, ο οποίος και εξεπλήρωσε το τάξιμο που είχε κάμει δι’ αυτήν. Αυτή δε δεν είχε γνωρίσει άνδρα. Ητο παρθένος. Εκτοτε επεκράτησε συνήθεια

Κρ. 11,40 και κάθε έτος επί τέσσαρας ημέρας αι ισραηλίτιδες θυγατέρες μετέβαινον να θρηνούν την θυγατέρα του Ιεφθάετου Γαλααδίτου.

Όχι δεν είναι όλοι οι άνθρωποι ίδιοι, ο θεός της “αγάπης” Γιαχβέ, είναι βδελυρός, μοχθηρός και βάρβαρος, βοηθάει κάποιους να σφάξουν κάποιους άλλους. Βασικά ο Γιαχβέ-Τρύφων-Όνος-Σετ βοηθάει όποιους του προσφέρουν αίμα. Ας κάνω πιο λιανά την ανθρωποθυσία που είναι γραμμένη μέσα στην θεόπνευστη Βίβλο του Γιαχβέ: Ο ηγέτης των Ισραηλιτών, Ιεφθάε, κάνει τάμα στον θεό, πως αν τον βοηθήσει να νικήσει στον πόλεμο τους αντίπαλους Αμμωνίτες, τότε, όταν γυρίσει στο σπίτι του, θα προσφέρει ως θυσία σ’ αυτόν, το πρώτο πρόσωπο που θα βγει απ’ την πόρτα για να τον προϋπαντήσει.

Διευκρινίζει μάλιστα και τον τρόπο θυσίας: «προσφέρει αυτόν εις ολοκαύτωμα», δηλαδή θα τον ψήσει, θα τον κάψει ζωντανό. Ο Ιεφθάε, πράγματι κερδίζει τον πόλεμο, με την βοήθεια του Γιαχβέ. Δυστυχώς όμως για το θύμα, το πρώτο πρόσωπο που αντικρίζει όταν επιστρέφει στο σπίτι του, είναι η ίδια του η κόρη, το μοναχοπαίδι του (δηλαδή, αναρωτιέται κάποιος αφελής, ποιον άλλον, εκτός από κάποιο μέλος της οικογένειας του, περίμενε ο Ιεφθάε να τον υποδεχτεί; Ο εχθρός του; Ο διάβολος; Ο μπακάλης που του χρωστούσε ώστε μ ένα σμπάρο…) Δεν μπορεί όμως να κάνει τίποτε, γιατί έδωσε υπόσχεση στον μοχθηρό κι αιμοσταγή θεό του. Η κόρη του φέρεται συγκαταβατικά και δέχεται την θυσία της και στο τέλος γίνεται παρανάλωμα του πυρός απ’ τον ίδιο τον πατέρα της. Είναι ή όχι αυτό ανθρωποθυσία; Έρεε το αίμα προς χάριν ενός αιμοσταγούς θεού, του ίδιου θεού της δήθεν αγάπης;

Παραθέτω και την μετάφραση των Εβδομήκοντα δύο, που είναι αρχαιότερη του μασοριτικού κειμένου κι εσκεμμένα την παραβλέπουν οι λασπολογητές …

30 και ηύξατο Ιεφθάε ευχήν τω Κυρίω και είπεν‡ εάν διδούς δως μοι τούς υιούς Αμμών εν τη χειρί μου, 31 καί έσται ο εκπορευόμενος, ος αν εξέλθη από της θύρας του οίκου μου εις συνάντησίν μου εν τώ επιστρέφειν με εν ειρήνη από υιών Αμμών, και έσται τω Κυρίω ανοίσω αυτόν ολοκαύτωμα. […] και εγένετο εν τέλει των δύο μηνών και επέστρεψε προς τον πατέρα αυτής, και εποίησεν εν αυτή ευχήν αυτού, ην ηύξατο‡ και αύτη ούκ έγνω άνδρα. καί εγsνετο είς πρyσταγμα έν Ισραήλ‡ 40 από ημερών εις ημsρας επορεύοντο θυγατέρες Ισραήλ θρηνείν την θυγατέρα Ιεφθάε τού Γαλααδίτου επί τέσσαρας ημέρας έν τω ενιαυτώ.

Οι αναφορές σε ανθρωποθυσίες στην Βίβλο, σταματούν εδώ, Όχι βέβαια! Έχουμε και το περίφημο βδέλυγμα, τον κατασκότεινο θεό Μολώχ, ο οποίος λατρεύονταν από τους λαούς της Παλαιστίνης και από τους Ισραηλίτες. Ο συγκεκριμένος θεός μάλιστα έδειχνε μια ιδιαίτερη προτίμηση στα βρέφη, όπως άλλωστε και οι Επικυρίαρχοι. Τυχαίο άραγε;

Και δεν θα αφήσεις κάποιον από το σπέρμα σου να περάσει μέσα από την φωτιά στον Μολώχ, και δεν θα βεβηλώσεις το όνομα του θεού σου. Εγώ είμαι ο Κύριος. (Λευιτικόν, 18: 21) Τότε, ο Σολομώντας έκτισε έναν ψηλό τόπο στον Χεμώς, το βδέλυγμα του Μωάβ, στο βουνό απέναντι από την Ιερουσαλήμ, και στον Μολόχ, το βδέλυγμα των γιων Αμμών. Και έτσι έκανε για όλες τις ξένες γυναίκες του, που θυμίαζαν και θυσίαζαν στους θεούς τους. (Α’ Βασιλέων [μασ.], 11: 7-8)

Η σκυτάλη στον βασιλιά Δαβίδ και τους Γαβαωνίτες:

«Και έγινε πείνα στις ημέρες του Δαβίδ για τρία χρόνια συνεχώς· και ο Δαβίδ ρώτησε τον Κύριο. Και ο Κύριος απάντησε: «Αυτό έγινε εξαιτίας του Σαούλ, και της φονικής οικογένειάς του, επειδή θανάτωσε τους Γαβαωνίτες». Και ο βασιλιάς κάλεσε τους Γαβαωνίτες, και τους είπε: «Τι να κάνω σε σας; Και με τι θα κάνω εξιλέωση, για να ευλογήσετε την κληρονομία τού Κυρίου;». Και οι Γαβαωνίτες τού είπαν: «Ας μας παραδοθούν επτά άνθρωποι από τους γιους του, και θα τους κρεμάσουμε προς τον Κύριο στην Γαβαά του Σαούλ, του εκλεκτού του Κυρίου». Και ο βασιλιάς είπε: «Εγώ θα τους παραδώσω»; Και τους παρέδωσε στα χέρια των Γαβαωνιτών, και τους κρέμασαν στον λόφο μπροστά στον Κύριο· και έπεσαν μαζί και οι επτά, και θανατώθηκαν στις ημέρες του θερισμού, στις πρώτες, στην αρχή του θερισμού των κριθαριών.» (Β’ Σαμουήλ [μασ.], 21: 1-9)

Το αίμα ρέει άφθονο μιας και είναι το νέκταρ του θεού Γιαχβέ-Σετ-Όνο-Ιω-Σαβαώθ

> Και πήρες τους γιους σου και τις θυγατέρες σου, που γέννησες σε μένα, κι αυτά τα θυσίασες σ’ αυτές, για να αναλωθούν μέσα στην φωτιά· ένα μικρό έργο των πορνειών σου ήταν αυτό, ότι έσφαξες τα παιδιά μου, και τα παρέδωσες για να τα περάσουν μέσα από την φωτιά προς τιμήν τους; (Ιεζεκιήλ, 16: 20-21)

> Και ο Κύριος είπε σε μένα: «Γιε ανθρώπου, θα κρίνεις την Οολά, και την Οολιβά; Ανάγγειλε, λοιπόν, σ’ αυτές τα βδελύγματά τους· ότι μοιχεύονταν, και στα χέρια τους είναι αίμα, και μοιχεύονταν με τα είδωλά τους, κι ακόμα, για χάρη τους, διαπερνούσαν μέσα από την φωτιά τα παιδιά τους, που γέννησαν σε μένα, για κατανάλωση. Ακόμα, έπραξαν σε μένα και τούτο· μόλυναν τα άγιά μου μέσα στην ίδια ημέρα, και βεβήλωσαν τα σάββατά μου. Επειδή, όταν έσφαξαν τα παιδιά τους στα είδωλά τους, τότε έμπαιναν την ίδια ημέρα στα άγιά μου, για να τα βεβηλώνουν· και, δες, έτσι έπρατταν στο μέσον τού οίκου μου». (Ιεζεκιήλ, 23: 36-39)

> Ήταν ηλικίας 20 χρόνων όταν ο Άχαζ βασίλευσε, και βασίλευσε 16 χρόνια στην Ιερουσαλήμ. Δεν έπραξε, όμως, το ευθύ μπροστά στον κύριο τον θεό του, όπως ο Δαβίδ ο πατέρας του. Αλλά, περπάτησε στον δρόμο των βασιλιάδων τού Ισραήλ, και μάλιστα πέρασε τον γιο του μέσα από την φωτιά, σύμφωνα με τα βδελύγματα των εθνών, που ο Κύριος είχε εκδιώξει μπροστά από τους γιους Ισραήλ. Και θυσίαζε και θυσίαζε επάνω στους ψηλούς τόπους, και επάνω στους λόφους, και κάτω από κάθε πράσινο δέντρο. (Β’ Βασιλέων [μασ.], 16: 2-4)

Αναρωτιούνται οι ιουδαιοχριστιανοί και μισέλληνες λασπολογητές, με όση κακεντρέχεια διαθέτουν, «μήπως οι αρχαίοι ημών πρόγονοι ήταν και ολίγον κανίβαλοι;», όταν στην Αγία Γραφή, υπάρχει ήδη καταγεγραμμένη πράξη κανιβαλισμού.

> Ο Βεν-αδάδ ο βασιλιάς τής Συρίας συγκέντρωσε ολόκληρο τον στρατό του, και ανέβηκε, και πολιόρκησε την Σαμάρεια. Έγινε, όμως, μεγάλη πείνα στην Σαμάρεια· και να, την πολιορκούσαν, μέχρις ότου το κεφάλι ενός γαϊδουριού πουλήθηκε για 80 ασημένια νομίσματα, και το 1/4 ενός κάβου κοπριάς περιστεριών, για πέντε ασημένια νομίσματα. Και καθώς ο βασιλιάς τού Ισραήλ διάβαινε επάνω στο τείχος, μια γυναίκα βόησε προς αυτόν, λέγοντας: «Σώσε, κύριέ μου βασιλιά». Κι εκείνος είπε: «Αν ο Κύριος δεν σώσει, από πού θα σώσω εγώ; Μήπως από το αλώνι ή από το πατητήρι;». Και ο βασιλιάς της είπε: «Τι έχεις;». Κι εκείνη είπε: «Αυτή η γυναίκα μού είπε: “Δώσε τον γιο σου, για να τον φάμε σήμερα, και αύριο θα φάμε τον γιο μου”· και βράσαμε τον γιο μου, και τον φάγαμε· και την επόμενη ημέρα της είπα: “Δώσε τον γιο σου, για να τον φάμε”· κι εκείνη έκρυψε τον γιο της». (Β’ Βασιλέων [μασ.], 6: 24-29)

Αυτή η αναφορά σε ανθρωποφαγία, δεν είναι η μοναδική μέσα στην θεόπνευστη Βίβλο. Διαβάζουμε λοιπόν, σε άλλα σημεία, τι θα συμβεί αν δεν υπακούσει κάποιος στον «καλό θεούλη» τους:

«Και αν και με τούτα δεν με υπακούσετε, αλλά πορεύεστε ενάντιοι σε μένα, τότε, εγώ θα πορευτώ ενάντιος σε σας με θυμό, και θα σας παιδεύσω κι εγώ επταπλάσια για τις αμαρτίες σας. Και θα φάτε τις σάρκες των γιων σας, και τις σάρκες των θυγατέρων σας θα φάτε». (Λευιτικόν, 26: 27-29)

«Και θα φας τον καρπό τής κοιλιάς σου, τις σάρκες των γιων σου και των θυγατέρων σου, που ο κύριος ο θεός σου έδωσε σε σένα . . .». (Δευτερονόμιον, 28: 53)

Πρόκειται, αν μη τι άλλο, για «ανεκτίμητα» «ηθικά» διδάγματα του «ιερού» βιβλίου των ιουδαιοχριστιανών, οι οποίοι δεν θα πρέπει να ξεχνάμε πως και οι ίδιοι κανιβαλίζουν, ενεργειακά, όταν τρώνε την σάρκα και πίνουν το αίμα του «σωτήρα» τους.

Ωστόσο, ενώ οι λασπολογητές δείχνουν έναν ιδιαίτερο ζήλο να δικαιολογήσουν περιπτώσεις ανθρωποθυσίας και κανιβαλισμού σαν τις παραπάνω, δεν είναι το ίδιο επιεικείς με άλλες παρόμοιες περιπτώσεις που αναφέρονται στην Βίβλο. Ο λόγος; Οι δράστες είναι μη Εβραίοι. Και μετά απορούν και δυσανασχετούν οι χριστιανοί, όταν τους αποκαλούν Εβραιοχριστιανούς. Η χριστιανική πανούκλα δεν είναι Ελληνική, ουδεμία σχέση δεν έχει με την Ελληνική φιλοσοφία ζωντανής ζωής.

Κλείνοντας την αναφορά στο θέμα αυτό, θα ήταν μεγάλη παράλειψη να μην γίνει λόγος και σε δύο «αγίους» κανίβαλους της Εκκλησίας: Τον “άγιο” Βάρβαρο τον Μυροβλύτη και τον “άγιο” Χριστόφορο.

Τον «βίο» και την πολιτεία του “άγιου” Βάρβαρου, την «μνήμη» του οποίου εορτάζει η Εκκλησία στις 15 Μαΐου, τον πληροφορούμαστε από χριστιανική ιστοσελίδα: Ο “άγιος” Βάρβαρος ο Μυροβλήτης: Στους Συναξαριστές δεν υπάρχουν στοιχεία για την ζωή του, μόνο ότι μαρτύρησε δια ξίφους. Στον Λαυριωτικό όμως Κώδικα Ι 70φ. 244 υπάρχουν τα εξής: Ο “άγιος” αυτός ήταν βάρβαρος, λεηλατούσε κι έτρωγε σάρκες ανθρώπων. . .

Η Ιερά Μητρόπολη Λευκάδος και Ιθάκης, δίνει τις απαραίτητες πληροφορίες για τον έτερο άγιο, τον “άγιο” Χριστόφορο, ο οποίος τιμάται στις 9 Μαΐου: Βίος “αγίου” Χριστόφορου: Έζησε στα χρόνια του αυτοκράτορα Δεκίου. Το παρουσιαστικό του, φαίνεται ότι ήταν υπερβολικά άσχημο, διότι ανήκε σε φυλή ανθρωποφάγων... Φυσικά, και οι δυο αυτοί κανίβαλοι, «αγίασαν» επειδή «μετανόησαν» και ακολούθησαν τον «σωστό» δρόμο.

Ας μην ξεχνάμε το «γιοφύρι της Άρτας», που απαιτούσε ανθρώπινη θυσία για να στεριώσει. Εκτός κι αν κι αυτό είναι έργο των «μυσαρών» Ελλήνων, που κατάφεραν να επιβιώσουν ως τον 17ο αιώνα που χτίστηκε. Ποιο το νόημα εγγράφου που υπάρχει στην Μονή Βλατάδων κι αναφέρει…

“Οι οικοδόμοι, ήγουν οι κτίσται, εάν βάλωσιν άνθρωπον στοιχείον εις οικοδομήν και αποθάνει, ως φονείς κανονίζονται. Ει δε ουκ αποθάνει, χρόνους δύο μη κοινωνήσουν, και μετανοίας τριακόσιας. Ει δε τις ποιήσει αυτά αντίστροφα και αποθάνει ο κτίστης, αμαρτίαν ουκ έχει, λάκκον γαρ ον ώρυξεν και ενέπεσεν εις αυτόν”. (Κώδικας 59, 16ος αιώνας)

Οι χριστιανοί έχουν ροπή προς στο να αγιοποιούν τα ανθρώπινα κατακάθια … όπως τον Κωνσταντίνο και την μητέρα του Ελένη, τον δολοφόνο Κύριλλο και λοιπά μπουμπούκια που έχουν προσφέρει αίμα στον θεό Γιαχβέ-Σετ-Σαβαώθ, πιστοί στην αρχή πως ο θεός τους θέλει αίμα. Αυτοί οι ίδιοι άνθρωποι υποκριτές της νερόβραστης “αγάπης”, μέχρι σήμερα, σκοτώνουν καθημερινά και κανιβαλίζουν το κρέας των ζωντανών.

ΚΑΛΟΦΑΓΩΤΟΙ

Συσχετισμός Αίσθησης και Γνώσης

Α­ρι­στο­τέ­λους Με­τά τά Φυ­σι­κά Α΄

Αρχαίο Κεί­με­νο: Πάντες ἄν­θρω­ποι τοῦ εἰ­δέ­ναι ὀ­ρέ­γον­ται φύ­σει. ση­μεῖ­ον δ’ ἡ τῶν αἰ­σθή­σε­ων ἀ­γά­πη­σις· καὶ γὰρ χω­ρὶς τῆς χρε­ί­ας ἀ­γα­πῶν­ται δι’ αὑ­τάς, καὶ μά­λι­στα τῶν ἄλ­λων ἡ διὰ τῶν ὀμ­μά­των.

Απόδοση στην Νεοελληνική: Όλοι οι άνθρωποι έχουν από τη φύση τους έφεση για γνώση. A­υ­τό φαί­νε­ται α­πό την ι­δι­αί­τε­ρη ε­κτί­μη­ση που έ­χου­με για τις αι­σθή­σεις μας. Για­τί, α­νε­ξάρ­τη­τα α­πό τη χρη­σι­μό­τη­τά τους, μας εί­ναι προ­σφι­λείς οι ί­δι­ες οι αι­σθή­σεις, και πε­ρισ­σό­τε­ρο α­π’ ό­λες η αί­σθη­ση της ό­ρα­σης.

Πάντες ἄνθρωποι τοῦ εἰδέναι ὀρέγονται φύσει

Αυτή είναι η πρώτη πρόταση που γράφει ο Αριστοτέλης στο βιβλίο Α των “Μετά τα Φυσικά” για να αναφέρει αμέσως ότι όλοι οι άνθρωποι έχουν φυσική κλίση προς τη γνώση. Αυτό σημαίνει ότι ο καθένας από μας – ανεξαρτήτως των διαφορών που μας διακρίνουν – διαθέτει μια έμφυτη δύναμη που τον ωθεί να ρωτήσει και να μάθει για όσα συμβαίνουν γύρω του. Αν, λοιπόν, η επιθυμία των ανθρώπων να μαθαίνουν υπαγορεύεται από την ιδιαίτερη φύση τους, έχουμε μια πρώτη σύνδεση ανάμεσα στην ανθρώπινη φύση και τη γνώση.

Στο ίδιο κείμενο η πρόταση που ακολουθεί δικαιολογεί την προηγούμενή της ‘Σημειον δ’ η των αισθησεων αγαπησις’ απόδοση: η φυσική έφεση ημών των ανθρώπων για γνώση αποδεικνύεται από την εκτίμηση που έχουμε στις αισθήσεις μας. Στο σημείο αυτό σχηματοποιείται μια δεύτερη σύνδεση, αυτή ανάμεσα στη γνώση και στις αισθήσεις. Από όλες τις αισθήσεις, μάλιστα, αγαπάμε ιδιαίτερα την όραση η οποία μας πληροφορεί για τις ιδιότητες των πραγμάτων.

Είναι σημαντικό να κατανοήσουμε εξ αρχής τη στενή συσχέτιση ανάμεσα στη γνώση και τις αισθήσεις, καθώς η συσχέτιση αυτή επεξηγεί όλη τη θεωρία του Αριστοτέλη για την αφετηρία και την πορεία της γνωστικής διαδικασίας. Εκκινεί κανείς από την αφετηρία και στοχεύει στο τέρμα. Τη διαδρομή αυτή θα παρακολουθήσουμε για να κατανοήσουμε τον τρόπο με τον οποίο φτάνει κανείς στη γνώση, στην επιστήμη ή, διαφορετικά, στο καθόλ-ΟΝ. Θα μας προβληματίσει ο βαθμός εμπλοκής αφ’ενός της εμπειρίας και αφ’ετέρου της καθαρής νόησης στην ανθρώπινη γνωστική διενέργεια. Με λίγα λόγια, θα εξετάσουμε πόσο εμπειριστής ή πόσο ορθολογιστής είναι ο Αριστοτέλης.

Η πορεία της γνωστικής επιτέλεσης είναι μια πορεία που αρχίζει από την αίσθηση, οδεύει μέσα από διαδοχικούς αναβαθμούς και καταλήγει σε αυτό που ονομάζουμε γνώση. Ας δούμε τα βήματα. Όλα τα ζώα, συμπεριλαμβανομένου και του ανθρώπου, έχουν από τη φύση τους την αίσθηση. Είναι ικανά να προσλαμβάνουν τα ατομικά αισθητηριακά δεδομένα. Η γνωστική διαδικασία, λοιπόν, εκκινεί από τις αισθήσεις, μέσω των οποίων όλα τα ζώα λαμβάνουν πληροφορίες από το εξωτερικό περιβάλλον.

Σε ορισμένα ζώα από την αίσθηση προκύπτει η μνήμη, η οποία σε συνδυασμό με την ακοή τα καθιστά επιδεκτικά μάθησης. Η γνωστική πορεία των ζώων, εξαιρουμένου του ανθρώπου, σταματά σε αυτό το σημείο των παραστάσεων (φαντασία) και της μνήμης. Στο είδος των ανθρώπων συμβαίνει κάτι επιπλέον. Οι πολλές αναμνήσεις του ίδιου πράγματος παράγουν την εμπειρία και στη συνέχεια οι πολλές συλλήψεις (εννοήματα) της εμπειρίας παράγουν μια καθολική πεποίθηση (υπόληψη) για τα όμοια πράγματα, δηλαδή παράγουν το καθόλΟΝ. Αυτό είναι και το τελευταίο γνωστικό στάδιο στο οποίο δημιουργείται η τέχνη και η επιστήμη που είναι ό, τι ο Αριστοτέλης ονομάζει ΓΝΩΣΗ.

Ενδεικτικό είναι το παράδειγμα που δίνεται στο ίδιο χωρίο: Αν δώσω ένα φάρμακο στον Καλλία που πάσχει από μια ασθένεια και μετά στον Σωκράτη που πάσχει από την ίδια ασθένεια, θα το κάνω από εμπειρία. Αν, όμως, σχηματίσω την καθολική κρίση ότι το φάρμακο αυτό είναι κατάλληλο για όλους όσοι πάσχουν από τη συγκεκριμένη ασθένεια, δηλαδή για ένα συγκεκριμένο είδος ανθρώπων που μπορώ να ορίσω, τότε κάνω τέχνη, επιστήμη. Φαίνεται, λοιπόν, ότι στο επίπεδο της τέχνης και της επιστήμης τα όμοια πράγματα κατηγοριοποιούνται, καθορίζονται με ευκρίνεια και γίνονται αντικείμενα μιας ενιαίας θεωρίας.

Σε αντίθεση προς την εμπειρία, η οποία είναι περισσότερο πρακτικού χαρακτήρα και αντικρύζει το καθ’ έκαστον πράγμα ως μέρος μιας πολλαπλότητας, η τέχνη / επιστήμη αναγνωρίζει μια ενότητα πίσω από το καθ’ έκαστον πράγμα. Αυτό γίνεται με μια ξαφνική αναγωγή σε καθολικές έννοιες. Πόσο ξαφνική είναι, όμως, η εμφάνιση του καθόλΟΝ; Είπαμε ότι το καθόλον δημιουργείται όταν από πολλές εμπειρίες συντεθεί μια υπόληψη για τα όμοια πράγματα. Όμως είναι εύλογο να ισχυριστούμε ότι η υπόληψη προϋποθέτει το καθόλΟΝ, διότι πώς να φτιάξει κανείς μια γενική θεωρία αν δεν έχει ήδη καθολικές έννοιες;

Συνεπώς, η εμπειρία μοιάζει να εμπεριέχει το καθόλΟΝ.

Ομως, το ίδιο συμβαίνει και με την αίσθηση;

Στην περίπτωση αυτή η αίσθηση δεν θα ήταν μόνο αισθητηριακή πρόσληψη, αλλά και γνώση.

Στη συνέχεια του ίδιου χωρίου ο Αριστοτέλης μιλά πιο ελεύθερα και συσχετίζει περαιτέρω την εμπειρία με την τέχνη. Η πραγματική ζωή αποτελείται από καθ’ έκαστον πράγματα και όλες οι πράξεις και οι μεταβολές αφορούν το καθ’ έκαστον, ενώ το καθόλΟΝ μόνο συμπτωματικά (κατά συμβεβηκός). Για παράδειγμα, όταν κανείς θεραπεύει τον Καλλία, δεν θεραπεύει τον άνθρωπο γενικά, αλλά συγκεκριμένα τον Καλλία, ο οποίος τυχαίνει να είναι άνθρωπος. Παρά το γεγονός ότι στη ζωή η πράξη αφορά το καθ’ έκαστον, η γνώση ανήκει στην τέχνη καί την επιστήμη που αφορούν τα καθόλΟΝ. Μάλιστα, όλοι θεωρούν τους τεχνίτες και τους επιστήμονες σοφότερους από τους εμπειρικούς διότι οι πρώτοι γνωρίζουν την αιτία των πραγμάτων.

Συμπεραίνει κανείς ότι η καθολική γνώση είναι γνώση της αιτίας και ακριβώς αυτό είναι που την καταξιώνει. Κάπου εδώ ο Αριστοτέλης παύει το ζήτημα που αφορά την κατάκτηση της γνώσης στο βιβλίο Α των Μετά τα Φυσικά. Άλλωστε, ο στόχος του στην πραγματεία αυτή είναι να δείξει τι είναι η σοφία και να την ορίσει ως γνώση κάποιων αρχών και αιτίων. Αν κοιτάξουμε με προσοχή όλη τη διαδρομή για την κατάκτηση της γνώσης θα διαπιστώσουμε ότι αφ’ενός η όδευση εκκινεί από τις αισθήσεις και αφ’ετέρου η γνωστική εκπλήρωση τελείται μέσω της εμπειρίας.

Τα δυο αυτά χαρακτηριστικά συνιστούν μια σαφή διακήρυξη εμπειρισμού εκ μέρους του Αριστοτέλη. Μάλιστα, ο ρόλος της νόησης ως αυτόνομης λειτουργίας μέσα στην πορεία προς την επιστήμη είναι προς το παρόν αφανής. Έτσι, στo Α των Μετά τα Φυσικά δεν διαφαίνεται κάποιο δείγμα ορθολογιστικής θεώρησης της γνωστικής διεκπεραίωσης, όπως την είδαμε παραπάνω. Με τη βοήθεια άλλων αριστοτελιικών έργων θα αποσαφηνιστεί η προοπτική του εμπειρισμού, αλλά επιπλέον θα αναδειχθεί και η προοπτική του ορθολογισμού όσον αφορά την εκπλήρωση του επίστασθαι.

Προτού αναζητήσουμε την ακριβή εμφάνιση του καθόλΟΝ, θεωρώ χρήσιμο να δούμε τι σημαίνει η έννοια καθόλΟΝ στον Αριστοτέλη. Έως τώρα είδαμε ότι στο Α η αινιγματική αυτή λέξη παρουσιάζεται ως η καθολική υπόληψη για τα όμοια πράγματα, ως η γενική έννοια που μας επιτρέπει να κάνουμε επιστήμη. Είδαμε καθαρά ότι δεν υπάρχει επιστήμη χωρίς καθόλΟΝ και ότι η επιστήμη είναι μόνο των καθολικών πραγμάτων. Η εν λόγω έννοια εξετάζεται και μάλιστα ορίζεται στα Αναλυτικά Ύστερα.

“Καθ’ ολου δε λέγω ο αν κατα παντος τε υπαρχει και καθ’αυτο και η αυτο”
Καθολικό είναι αυτό που μπορεί να τεθεί ως κατηγορούμενο στο σύνολο κάποιου υποκειμένου.

Το κατά παντός σημαίνει ότι το κατηγορούμενο δεν μπορεί να αποδίδεται μόνο σε ένα μέρος του υποκειμένου και ούτε μπορεί άλλοτε να αποδίδεται και άλλοτε όχι. Είναι απαραίτητο η κατηγόρηση να ισχύει για το σύνολο του υποκειμένου και σε κάθε περίπτωση. Για παράδειγμα, στην πρόταση «ο άνθρωπος είναι ζώο» η απόδοση του κατηγορουμένου «ζώο» στο υποκείμενο «άνθρωπος» οφείλει να ισχύει πάντα και για όλους τους ανθρώπους. Σε άλλο χωρίο ο Αριστοτέλης διατείνεται με σαφήνεια ότι μπορούμε να κάνουμε επιστήμη μόνο του καθόλΟΝ.

Τα διάφορα επιμέρους πράγματα, ως συντεθειμένα από μορφή και ύλη, είναι φθαρτά και μεταβλητά, με αποτέλεσμα να μην υπάρχει απόλυτη γνώση γι’αυτά, παρά μόνο προσωρινή και συμπτωματική. Αντίθετα, η γνώση του καθόλΟΝ είναι αιώνια. Μάλιστα, ο επιστήμονας γνωρίζει, θα λέγαμε, μόνο καθολικά και χειρίζεται τα επιμέρους πράγματα ως παραδείγματα των καθόλΟΝ. Αν ο Αριστοτέλης αναγνώριζε μια επιστήμη του καθ’ έκαστον, αυτό θα σήμαινε ότι λαμβάνει σοβαρά υπ’ όψιν του την ύλη, πράγμα αδύνατο, εφόσον η ύλη δεν είναι μια οντολογική υπόσταση, αλλά υπάρχει μόνο λογικά.

Στο σημείο αυτό προκύπτει μια σοβαρή δυσκολία. Αν το καθόλΟΝ τίθεται ως κατηγορούμενο σε κάποιο υποκείμενο, δεν μπορεί να είναι υπόσταση, διότι η υπόσταση δεν αποτελεί ποτέ κατηγορούμενο. Όμως για τον Αριστοτέλη, ό,τι υπάρχει πραγματικά είναι η υπόσταση, το επιμέρους αισθητό πράγμα, το τόδε τι. Με άλλα λόγια, η πραγματικότητα είναι το σύνολο των επιμέρους πραγμάτων. Τότε γιατί γνωρίζουμε μόνο το καθόλΟΝ; Γιατί γνωρίζουμε μόνο αφαιρέσεις των αισθητών πραγμάτων και όχι τα ίδια τα πράγματα; Πώς θα γνωρίσουμε τις πραγματικές υποστάσεις που είναι γύρω μας; Το πρόβλημα αυτό θα λυθεί στη συνέχεια όταν φωτιστεί η σχέση του καθόλΟΝ με το επιμέρους πράγμα και η ακριβής θέση του μέσα στη γνώση.

Σχετικά με το ζήτημα της εμφάνισης του καθόλΟΝ ας επιλέξουμε έναν πιο ασφαλή δρόμο ξεκινώντας από τη ρίζα της αριστοτελικής γνωσιολογίας για να παρακολουθήσουμε τη διακλάδωση του προβλήματος. Το σκοπό αυτό θα βοηθήσει η θεωρία της γνώσης όπως την εκθέτει ο Αριστοτέλης στα Αναλυτικά Ύστερα. Επειδή τα περισσότερα αριστοτελικά έργα ξεκινούν με προτάσεις μάλλον κρίσιμες και καθοριστικές, είναι σκόπιμο να κοιτάξουμε κι εδώ με προσοχή την εναρκτήρια πρόταση.

Πασα διδασκαλια και πασα μαθησις διανοητικη εκ προϋπαρχουσης γινεται γνωσεως

Δηλαδή, κάθε διδασκαλία και κάθε διανοητική μαθηση παράγεται από μια προϋπάρχουσα γνώση. Για κάθε γνώση υπάρχει μια α priori γνώση που υπόκειται ως βάση, που υφίσταται ως προϋπόθεση. Αυτό ισχύει και για τα δυο είδη γνώσης που είναι α) ο συλλογισμός ή αλλιώς η παραγωγή και β) η επαγωγή. Τόσο στη μια όσο και στην άλλη περίπτωση είναι αναγκαίο να έχουμε στη διάθεσή μας εκ των προτέρων γνωστά δεδομένα. Πρέπει να ξέρουμε ήδη ότι το πράγμα το οποίο θα γνωρίσουμε υπάρχει και επίσης να ξέρουμε τι σημαίνει (τον ορισμό του).

Ο Αριστοτέλης ονομάζει χαρακτηριστικά τα τέσσερα πιθανά αντικείμενα της επιστημονικής έρευνας: “Το ότι, το διότι, το ει εστί και το τι εστίν”. Το καθένα από τα θέματα αυτά έχει μια συγκεκριμένη θέση στη σειρά που ακολουθεί η επιστημονική διαδικασία. Αρχικά, τίθεται το όνομα του προς εξέταση αντικειμένου και η πρώτη ερώτηση αφορά το αν υπάρχει κάποιο πράγμα που αντιστοιχεί στο όνομα αυτό (ει εστι).

Αν το αντικείμενο αυτό υπάρχει, πρέπει να ρωτήσουμε τι είναι, τι εστίν. Αφού γνωρίσουμε τον ορισμό του, θα μάθουμε οτι του αποδίδονται κάποια κατηγορήματα και τέλος θα αναρωτηθούμε για ποιό λόγο έχει τα κατηγορήματα αυτά (διότι). Συγκεκριμένα, για να γίνει ένας συλλογισμός πρέπει να έχουμε δεδομένες προκείμενες που εκλαμβάνονται ως γνωστές και κοινά αποδεκτές, ενώ στην περίπτωση της επαγωγής πρέπει το ατομικό πράγμα να είναι προφανές. Φαίνεται, λοιπόν, ότι προτού μάθουμε οτιδήποτε πρέπει να ξέρουμε ήδη κάτι.

Αυτό μας οδηγεί αμέσως στον Πλάτωνα όπου η γνώση προϋπάρχει ως ανάμνηση. Ο Αριστοτέλης υποστηρίζει ότι, εφόσον έχουμε δεδομένα γνωστά στοιχεία, με κάποιο τρόπο γνωρίζουμε το συμπέρασμα από πριν, όχι βεβαίως απόλυτα και όχι όπως πρόκειται να το γνωρίσουμε. Με την αναφορά αυτή ο Αριστοτέλης θεωρεί ότι αποφεύγει την παγίδα του πλατωνικού Μένωνα ּ την παγίδα να εγκλωβιστούμε στο παράδοξο της μάθησηςֹ δηλαδή να θεωρήσουμε ότι σε καμιά περίπτωση δεν μπορούμε να γνωρίσουμε κάτι, αφού αν το αγνοούμε, δεν μπορούμε να το ερευνήσουμε και αν το γνωρίζουμε, τότε το ξέρουμε ήδη.

Πώς κινείται η γνώση στο συλλογισμό και πώς στην επαγωγή;

Στην περίπτωση του συλλογισμού το συμπέρασμα παράγεται από αληθείς, πρώτες, άμεσες, οικειότερες και προγενέστερες προκείμενες που λειτουργούν ως αιτίες, καθώς για να γνωρίσουμε επιστημονικά πρέπει να γνωρίσουμε την αιτία του πράγματος και να ξέρουμε ότι αυτό δεν μπορεί να είναι αλλιώς. Αυτή είναι, άλλωστε, η διαφορά ανάμεσα στη γνώση και την απλή γνώμη / δόξα.

O συλλογισμός είναι διαδικασία παραγωγική και μεταβαίνει από το καθολικό στο μερικό

Αυτό σημαίνει ότι οι προκείμενες προτάσεις του είναι όσο το δυνατόν γενικότερες και οδηγούν σε γνώση συγκεκριμένου χαρακτήρα. Ο Αριστοτέλης θεωρεί ότι τα διάφορα επιμέρους πράγματα είναι πρότερα προς ημας, αφού τα συλλαμβάνουμε με τις αισθήσεις και είναι τα πρώτα με τα οποία ερχόμαστε σε επαφή. Αντίθετα, τα καθόλου είναι φυσει πρότερα, αλλά χρειάζεται μια μακρά πορεία για να τα αδράξουμε. Συνεπώς, οι προκείμενες προτάσεις του συλλογισμού είναι οικειότερες και προγενέστερες διότι ως καθολικές είναι φύσει πρότερες.

Το καθοριστικό σημείο είναι ότι πρόκειται για προτάσεις άμεσες και αναπόδεικτες. Μιλάμε για προκείμενες που θέτουν σε κίνηση τον επιστημονικό συλλογισμό. Οι ίδιες, όμως, δεν παράγονται αποδεικτικά. Θα λέγαμε ότι είναι τα πρώτα, τα απλούστερα, μη αναγώγιμα στοιχεία, αυτά που δεν εξαρτούν την αλήθεια της ύπαρξής τους από ανώτερες και καθολικότερες προτάσεις. Μοιάζουν με όρια, καθώς δεν υπάρχουν άλλες προτάσεις πέρα από αυτές. Είναι οι πρώτες αρχές που δεν αποδεικνύονται και δεν χρειάζεται να αποδειχθούν.

Φαίνεται ότι όταν μπαίνουμε στα δύσκολα χωράφια της γνώσης συμβαίνει να φωτίζουμε κάποιες έννοιες ή προτάσεις ακριβώς επειδή συσκοτίζουμε κάποιες άλλες. Χρειαζόμαστε δεδομένα και αυτονόητα στοιχεία, προκειμένου να θεματοποιήσουμε τα ερωτήματά μας και να διεξαγάγουμε την αποδεικτική διαδικασία. Μάλιστα, αν οι πρώτες αρχές δεν ήταν πεπερασμένες σε αριθμό και αναπόδεικτες, θα οδηγούμασταν σε μια άπειρη αναγωγή από προκείμενη σε προκείμενη, όπου τίποτα δεν θα ήταν αποδεκτό ως δεδομένο και αναπόδεικτο.

Αν έπρεπε να δώσουμε έναν ορισμό στην έννοια του συλλογισμού, θα μπορούσαμε να πούμε ότι είναι η μορφή της λογικής απόδειξης. Για να παραχθεί το συμπέρασμα οι προκείμενες πρέπει να είναι τουλάχιστον δυο. Η πρώτη και καθολικότερη είναι η μείζων πρόταση και η δεύτερη είναι η ελάσσων. Η αποδεικτικότητα του συμπεράσματος εναπόκειται στις προκείμενες. Αν οι προκείμενες είναι αληθείς, το συμπέρασμα θα είναι οπωσδήποτε αληθές. Το σώμα του αποδεικτικού συλλογισμού περιλαμβάνει συγκεκριμένους όρους που έχουν είτε θέση υποκειμένου είτε θέση κατηγορήματος. Κάποιοι θα είναι οι άκροι όροι και μια λέξη θα είναι ο μέσος όρος. Ας δούμε το παράδειγμα:

Όλοι οι άνθρωποι είναι θνητοί.
Ο Σωκράτης είναι άνθρωπος.
Ο Σωκράτης είναι θνητός.

Το πιο σημαντικό είναι να δούμε το μέσο όρο του συλλογισμού και τη λειτουργία του

Η λέξη «άνθρωπος» είναι ο όρος που υπάρχει κοινός στις προκείμενες και απουσιάζει από το συμπέρασμα. Είναι ο συνενωτικός και διαμεσολαβητικός όρος που επικαθορίζει τη διαπροτασιακή σχέση. Μεσολαβεί και αιτιολογεί το συμπέρασμα. Γι’ αυτό και ο μέσος όρος είναι πάντα η αιτία του συμπεράσματος. Στο παράδειγμα που έχουμε ο συλλογισμός εκκινεί από μια αληθή προκείμενη καθολικού χαρατήρα που αφορά το σύνολο των ανθρώπων. Με γέφυρα τη διαμεσολαβητική αιτία της λέξης «άνθρωπος» που βρίσκεται και στη δεύτερη αληθή προκείμενη αποδεικνύεται με εγκυρότητα το συμπέρασμα το οποίο είναι εξειδικευμένου περιεχομένου. Αφορά, δηλαδή, ένα συγκεκριμένο άνθρωπο, τον Σωκράτη.

Έχει ενδιαφέρον να σκεφτούμε κατά πόσο η πλατωνική διαίρεση αποτελεί την ιδρυτική πράξη του αριστοτελικού συλλογισμού. Στον Πολιτικό συναντάμε ένα πολύ καλό παράδειγμα της μεθόδου με την οποία μπορούμε να ορίσουμε μια γενική έννοια. Ο Πλάτωνας θέλει να ορίσει την έννοια της «πολιτικής» και την καθιστά διαιρετική βάση. Την επιμερίζει σε ειδικότερες κατηγορίες από τις οποίες ασχολείται κάθε φορά με αυτήν που προσδιορίζει την αρχική του έννοια. Την κατηγορία αυτή διαιρεί περαιτέρω και με τον ίδιο τρόπο έως ότου εξαντλήσει τη δυνατότητα της διαίρεσης καταλήγει στην έσχατη έννοια.

Με αργούς βηματισμούς και χωρίς καμιά παράλειψη σχηματοποιείται η διακλάδωση που οδηγεί από την καθολική έννοια στη μερική. Είναι η πλατωνική πορεία κατάβασης από το αφηρημένο στο πιο συγκεκριμένο, από την ιδέα σε κάτι περισσότερο αισθητό για να επιτευχθεί ένας ορισμός. Είναι η υπό πλατωνική προοπτική αποδεικτικότητα που τείνει να γεφυρώσει εννοιολογικά το χάσμα νοητού-αισθητού. Έχω τη γνώμη πως δεν θα ήταν αδόκιμο να διαβάσουμε ομοιότητες ανάμεσα σε αυτήν την γνωσιολογική διαδρομή και τον αποδεικτικό συλλογισμό του Αριστοτέλη.

Και στις δυο περιπτώσεις υπάρχει ένα νοηματικό συνεχές που εκφέρει την έκπτυξη του καθολικού στη διαφορά. Οι υπερκείμενες καθολικές έννοιες και κρίσεις του Πλάτωνα και του Αριστοτέλη αντιστοίχως αναλύονται αποδεικτικά στο συγκεκριμένο.

Ας επανέλθουμε, όμως, στις πρώτες και αναπόδεικτες αρχές που προϋποτίθενται γαι να διεξαχθεί ένας συλλογισμός. Ο Αριστοτέλης ονομάζει τα αφετηριακά σημεία της γνώσης: α) Τα αξιώματα, όπως είναι η αρχή της αντίφασης και η αρχή του αποκλειόμενου τρίτου. Πρόκειται για προτάσεις που οπωσδήποτε πρέπει να γνωρίζει κάποιος προτού προχωρήσει στην επιστημονική διαδικασία της απόδειξης. Τα αξιώματα δεν συνιστούν προκείμενες του συλλογισμού, αλλά κανόνες σύμφωνα με τους οποίους θα εκδιπλωθεί η απόδειξη και είναι κοινά σε περισσότερες από μια επιστήμες.

β) Οι θέσεις είναι προτάσεις διαφορετικές για κάθε επιστήμη. Όταν αφορούν την ύπαρξη ή τη μη ύπαρξη του πράγματος λέγονται υποθέσεις και όταν αφορούν το τι είναι το πράγμα λέγονται ορισμοί. Τα Αναλυτικά Ύστερα Β περιλαμβάνουν εκτενή περιγραφή της έννοιας του ορισμού και σύγκρισή του με το συλλογισμό. Όπως είναι αναμενόμενο, οι ορισμοί δεν αποδεικνύονται, αλλά είναι οι αφετηριακές αρχές της απόδειξης.

Συνοπτικά αναφέρω τα τρία είδη ορισμών που διακρίνει ο Αριστοτέλης

α) οι αναπόδεικτοι ορισμοί που χρησιμοποιούν οι επιστήμονες ως θεμελιώδεις έννοιες, β) οι αιτιολογικοί ορισμοί που είναι οιονεί απόδειξη και γ) οι ονοματικοί ορισμοί που δηλώνουν τι σημαίνει η λέξη του πράγματος.

Είναι φανερό ότι αυτές οι πρώτες και καθολικές προκείμενες, που είναι η προϋπάρχουσα γνώση του συλλογισμού, συλλαμβάνονται με κάποιο διαφορετικό γνωστικό τρόπο από αυτόν της αποδεικτικής παραγωγής. Εδώ το αρχικό μας πρόβλημα γίνεται σαφέστερο και αρχίζει για πρώτη φορά να διαφαίνεται μια πιο συγκεκριμένη λύση. Ας εξετάσουμε, λοιπόν, την έννοια που θα μας βοηθήσει.

Το δεύτερο είδος γνώσης που αναγνωρίζει ο Αριστοτέλης: την επαγωγή. Η επαγωγή είναι η αντίστροφη πορεία του παραγωγικού συλλογισμού, δηλαδή η κίνηση που προβαίνει από το μερικό στο καθολικό. Είναι εμπειρική δραστηριότητα, κατά την οποία η αίσθηση συλλέγει επιμέρους περιπτώσεις με σκοπό να γενικεύσει. Η παρατήρηση πολλών ή όλων των ατομικών περιπτώσεων οικοδομεί ένα καθολικό συμπέρασμα. Αν η απαρίθμηση είναι πλήρης, δηλαδή αν εξαντλεί το σύνολο των αισθητών περιπτώσεων, έχουμε τέλεια επαγωγή. Όταν η εμπειρική απαρίθμηση είναι ελλιπής, τότε η επαγωγή είναι ατελής και το συμπέρασμά της αβέβαιο.

Φαίνεται, λοιπόν, ότι το δεύτερο είδος γνώσης προηγείται και προϋποτίθεται για να διεξαχθεί το πρώτο. Η επαγωγή μας οδηγεί από την αίσθηση στις καθολικές προτάσεις και αντιστρόφως ο συλλογισμός εκκινεί από αυτές για να μας αποδείξει ένα συμπέρασμα μερικού χαρακτήρα. Έτσι, η γνώση μοιάζει να είναι διπλής κατεύθυνσης: να πορεύεται από το μερικό στο καθολικό και έπειτα από το καθολικό στο μερικό.

Κατά την επαγωγική πράξη η αίσθηση οπωσδήποτε δεν μπορεί να κάνει τη δουλειά που κάνει ο συλλογισμός, γιατί δεν γνωρίζει την αιτία. Δεν μπορεί να δει τα καθόλου που είναι αιώνια και άφθαρτα και συνεπώς δεν μας χορηγεί επιστημονική γνώση. Αντικείμενο της αίσθησης είναι τα αισθητά ατομικά πράγματα που βρίσκονται σε συγκεκριμένο χωροχρόνο και υπόκεινται στην αλλαγή (των γαρ καθ’ έκαστον η αίσθησις). Το καθόλΟΝ είναι το τέρμα στο οποίο θα φτάσει η αίσθηση. Σύμφωνα με το παράδειγμα που αναφέρει ο Αριστοτέλης στα Αναλυτικά Ύστερα, αν ρωτήσουμε τι είναι έκλειψη της σελήνης ή ποια είναι η αιτία της έκλειψης, και στις δυο περιπτώσεις ζητούμε την αιτία του εν λόγω φαινομένου, δηλαδή το μέσο όρο του συλλογισμού στον οποίο θα προέβαινε κανείς εν προκειμένω.

Σε περίπτωση, όμως, που βρισκόμασταν στη σελήνη δεν θα κάναμε αυτές τις ερωτήσεις διότι η αίσθησή μας θα μας πληροφορούσε για το φαινόμενο της έκλειψης, ότι δηλαδή εκείνη τη στιγμή η γη θα έκρυβε τη σελήνη από τον ήλιο. Τότε, με την αίσθηση θα αποκτούσαμε γνώση του καθόλΟΝ (εκ γαρ του αισθεσθαι και το καθ’ ολου εγενετο αν ημιν ειδεναι). Βεβαίως, το να βρεθεί κανείς στη σελήνη και να δει από κοντά τη γη να της στερεί το φως δεν του χορηγεί αμέσως την αιτία της έκλειψης, αλλά μόνο μέσα από μια πορεία που πρέπει να εξελιχθεί.

Έτσι, αν λείψει η αίσθηση, θα λείψει και η επιστήμη, αφού οι καθολικές αλήθειες που επεξεργάζεται η τελευταία προκύπτουν μέσω επαγωγής από την αισθητηριακή πρόσληψη.

Συνεπώς, δεν υπάρχει γνώση χωρίς επαγωγή. Όμως, δεν υπάρχει επαγωγή χωρίς αισθητηριακή αντίληψη. Άρα, δεν υπάρχει γνώση χωρίς αισθητηριακή αντίληψη. Με έναν κατά τέτοιο τρόπο αριστοτελικά σχηματιζόμενο συλλογισμό καταλαβαίνουμε το λόγο για τον οποίο οι άνθρωποι αγαπούν, όπως είδαμε (Μετά τα Φυσικά, Α) τις αισθήσεις τους.

Όμως, καθώς είναι πολύ δύσκολο να εξετάζονται όλα τα επιμέρους παραδείγματα, η επαγωγή είναι συνήθως ατελής. Αυτό φαίνεται να είναι πρόβλημα γιατί μας εμποδίζει να τη θεωρήσουμε ασφαλή μέθοδο. Είναι απαραίτητο, ωστόσο, να την καταστήσουμε με κάποιο τρόπο αξιόπιστη, διότι αυτή μας προσπορίζει τις καθολικές έννοιες με τις οποίες συγκροτείται η επιστήμη. Πράγματι, θα δούμε στη συνέχεια με περισσότερες λεπτομέρειες πώς στέκεται ο Αριστοτέλης απέναντι στη μέθοδο της επαγωγής και πώς της αναθέτει το δύσκολο έργο του σχηματισμού των πρώτων αρχών.

Στο τελευταίο μέρος Β19 των Αναλυτικών Ύστερων, ο Αριστοτέλης διατυπώνει με ακρίβεια το ερώτημα σχετικά με τον τρόπο σύλληψης των πρώτων αρχών. Στο χωρίο αυτό συναντάμε τις πιο σαφείς σκέψεις που μπορούν να μας λύσουν το πρόβλημα, βεβαίως πάντοτε μέσα στο γνωστό πλαίσιο της αριστοτελικής αμφισημίας. Είναι ήδη μερικώς σκοτεινή η έννοια των πρώτων αρχών και μια παραχώρηση εκ μέρους μας να μην την εξετάσουμε περαιτέρω. Ο Αριστοτέλης μοιάζει να αρκείται στις πληροφορίες που μας δίνει κι εμείς δικαιολογημένα ταυτίζουμε τις πρώτες αρχές με τα αφετηριακά σημεία του συλλογισμού, δηλαδή με τα αξιώματα, τις υποθέσεις και τους ορισμούς. Ταυτόχρονα, οι πρώτες αρχές αναφέρονται και σε έννοιες που πρέπει να είναι οι πιο γενικές και απλές, όπως είναι οι κατηγορίες. Φαίνεται, πάντως, ότι όταν ο Αριστοτέλης αναφέρεται στα καθόλΟΝ δεν εννοεί μόνο καθολικές έννοιες, αλλά και καθολικές κρίσεις.

Να, λοιπόν, τα πρώτα ερωτήματα του Αριστοτέλη. Η γνώση των πρώτων αρχών είναι επιστημονική; Είναι έμφυτη ή επίκτητη; Ποια είναι η γνωστική λειτουργία που μας τη χορηγεί; Ακολουθούν αμέσως οι απαντήσεις. Οφείλουμε να απορρίψουμε την υπόθεση ότι η γνώση των πρώτων αρχών είναι έμφυτη διότι αν ήταν, θα έπρεπε να την αντιλαμβανόμαστε. Όμως, δεν καταλαβαίνουμε την ύπαρξή της. Για παράδειγμα, τα βρέφη δεν φαίνεται να έχουν την ικανότητα να γνωρίζουν με αφηρημένο τρόπο.

Όμως, η γνώση των πρώτων αρχών δεν μπορεί να είναι ούτε επίκτητη, γιατί τότε θα έπρεπε να προκύπτει από μια προϋπάρχουσα γνώση. Τελικά, ο Αριστοτέλης διαπιστώνει ότι ο άνθρωπος διαθέτει μια ικανότητα που του χορηγεί αργότερα τη γνώση των αρχών. Έτσι, η τελευταία δεν είναι παραγόμενη γνώση γιατί δεν προκύπτει από κάπου, αλλά εξαρτάται από την άσκηση της ανθρώπινης γνωστικής ικανότητας. Η λειτουργία αυτή εδράζεται στην αίσθηση που έχουν όλα τα ζώα, δηλαδή την ικανότητα να διακρίνουν ατομικά αισθητηριακά δεδομένα. Από την αίσθηση η οποία διαχωρίζει τα φαινόμενα αρχίζει η γνωστική όδευση προς την κατανόηση.

Η πορεία, δηλαδή, εκκινεί από τα πιο οικεία προς ημάς στα πιο δύσκολα προς ημάς, τα οποία είναι, όμως, τα φύσει πρότερα. Το επόμενο στάδιο είναι η μνήμη που ενυπάρχει σε ορισμένα ζώα. Είναι η ικανότητα να διατηρούν το αισθητό πράγμα ως νοητική εικόνα, ως φάντασμα, ως αποτύπωμα μετά το πέρας της αισθητηριακής πρόσληψης. Η επανάληψη πολλών αναμνήσεων του ίδιου πράγματος δημιουργεί σε ορισμένα πάλι ζώα μια εμπειρία εναποθέτοντας στην ψυχή τους ένα καθόλου. Όσο μεγαλύτερος είναι ο αριθμός των αναμνήσεων, τόσο μεγαλύτερο είναι το βάθος της εμπειρίας.

Το καθόλΟΝ που βρίσκεται σε αυτό το στάδιο περιορίζεται σε παρελθούσες παρατηρημένες περιπτώσεις και δεν επιτρέπει ακόμα στον εμπειρικό να σχηματίσει καθολικές προτάσεις. Η πορεία φτάνει στο τέρμα της όταν το καθόλΟΝ δημιουργεί την τέχνη – αν πρόκειται για το γίγνεσθαι – και την επιστήμη – αν πρόκειται για το είναι. Είναι η στιγμή που η παρουσία του καθολικΟΝ μέσα στο νου χάρις στις διαδοχικές εντυπώσεις του συγκεκριμένου πράγματος σχηματοποιεί την έννοια, την καθολική πεποίθηση για τα όμοια πράγματα, όπως είδαμε και στο Α των Μετά τα Φυσικά. Είναι φανερό ότι και σε αυτό το απόσπασμα έχουμε μια συνεπή περιγραφή της ίδιας γνωστικής διαδικασίας που μας ανέλυσε ο Αριστοτέλης στο Α . Εδώ είναι πιο ξεκάθαρη η φυσική κλίση του ανθρώπου προς τη γνώση, αφού είναι η σύσταση της ανθρώπινης ψυχής που διαθέτει τη δυνατότητα των παραπάνω γνωστικών μεταβάσεων.

Ο Αριστοτέλης συνεχίζει με μια ενδιαφέρουσα παρομοίωση σαν να μην είναι μόνο ο Πλάτωνας που χρησιμοποιεί μεταφορές. Το πέρασμα από τα καθ’ έκαστον στο καθόλΟΝ μοιάζει με ένα στράτευμα που ενώ είχε τραπεί σε φυγή την ώρα της μάχης, επανασυντάσσεται σιγά σιγά, έως ότου επιστρέψει στην αρχική κατάσταση της απόλυτης πειθαρχίας του. Την απαραίτητη μετάβαση από την αταξία στην τάξη ακολουθεί και η αίσθηση. Τα ασύνδετα ατομικά δεδομένα συγκλίνουν σταδιακά προς μια ομοιότητα μεταξύ τους μέχρι να απομείνει το κοινό τους στοιχείο που είναι ένα καθόλΟΝ.

Ομοίως, οι άτακτοι στρατιώτες είναι διασκορπισμένα και ασύνδετα άτομα που οδηγούνται στην εξ-ομοίωσή τους για να γίνουν ένα κοινό σώμα, καλύτερα μια κοινή γενική έννοια: στρατός. Πρέπει να παρατηρήσουμε ότι ο Αριστοτέλης μιλάει για μια επιστροφή του στρατού στην αρχική του κατάσταση σαν να προηγείται η τάξη της αταξίας. Πράγματι, όπως ξέρουμε ήδη, παρόλο που δεν μπορούμε να συλλάβουμε εξ αρχής το καθόλου, αλλά συλλαμβάνουμε πρώτα τα επιμέρους αισθητά πράγματα, το καθόλΟΝ είναι φύσει πρότερο του καθ’ έκαστον. Έτσι, η απόκτηση της γενικής έννοιας είναι μια επιστροφή στο φύσει πιο οικείο.

Η διαδρομή από τα συγκεκριμένα πράγματα στο καθόλΟΝ περιγράφεται ως επαγωγή

Μάλιστα, η πορεία μπορεί να συνεχιστεί από κάποια καθόλΟΝ σε ακόμα πιο γενικές έννοιες μέσα από διαδοχικές αφαιρέσεις. Για παράδειγμα, από τον Σωκράτη μπορούμε να φτάσουμε στο είδος «άνθρωπος» και ακόμα στο γένος «ζώο». Τώρα που είδαμε και την περιγραφή της επαγωγικής μεθόδου στα Αναλυτικά Ύστερα μπορούμε να θέσουμε το ερώτημα εκ νέου. Πόσο ξαφνική είναι η εμφάνιση του καθόλΟΝ; Γνωρίζουμε ότι η αίσθηση βλέπει μόνο τα καθ’ έκαστον. Αυτό σημαίνει ότι για να μεταβούμε στην καθολική έννοια πρέπει να γεφυρώσουμε κάποιο χάσμα.

Αυτό μπορεί να γίνει μόνο αν υποθέσουμε ότι το καθόλΟΝ δεν εμφανίζεται εκ του μηδενός ή δια μαγείας, αλλά με κάποιο τρόπο υπάρχει ήδη από το πρώιμο στάδιο της αίσθησης. Αρκεί να εννοήσουμε καλύτερα την έννοια του καθόλΟΝ. Αν θυμηθούμε τη σύσταση μιας αριστοτελικής κρίσης και τη σχέση του υποκειμένου με το κατηγορούμενο, θα δούμε ότι το καθόλΟΝ είναι ακριβώς το κατηγορούμενο που αποδίδεται ως ιδιότητα στο τόδε τί υποκείμενο πράγμα. Στην προοπτική αυτή, η καθολική έννοια που απομονώνουμε από τα επιμέρους αισθητά πράγματα στο τελευταίο στάδιο της επαγωγής είναι η κοινή τους ιδιότητα.

Επομένως, όταν προσλαμβάνουμε αισθητηριακά ένα πράγμα, το καθόλΟΝ ενοικεί σε αυτό ως το κοινό χαρακτηριστικό που το πράγμα μοιράζεται και με άλλα πράγματα. Ωστόσο, δεν μπορούμε να έχουμε καθαρή και αρθρωμένη κατανόησή του, προτού φτάσουμε στο τελευταίο στάδιο, αυτό της τέχνης και της επιστήμης. Κάθε καθολική έννοια υπάρχει συμπτωματικά ως ιδιότητα ενός υποκειμένου και η αίσθηση έρχεται σε επαφή μαζί της μόνο κατά συμβεβηκός. Έτσι, όταν κανείς βλέπει τον Καλλία βλέπει τον άνθρωπο Καλλία.

Από τις αισθητηριακές πληροφορίες πραγματώνεται προοδευτική αφαίρεση με σκοπό να διαχωριστεί η κοινή έννοια από τα συγκεκριμένα πράγματα και να συλληφθεί ως καθολική, ως Ένα «πέρα» από τα πολλά. Το τελευταίο στάδιο είναι η στιγμή που γίνεται η καθαρή αναγωγή και αποσπάται η μορφή από την υλική της εκδήλωση.

Οι παραπάνω περιγραφές σχετικά με τη μέθοδο που αποκτάται το καθόλΟΝ καταδεικνύουν την εμπειρική σκέψη του Αριστοτέλη. Είναι σαφής ο πρωτεύων ρόλος της αίσθησης, η οποία αντικρύζει συμπτωματικά το καθολικό και δίνει το έναυσμα για την μετέπειτα αναγνώρισή του. Έτσι, η επαγωγή περιγράφεται ως η κατεξοχήν εμπειρική δραστηριότητα τόσο στο Α των Μετά τα Φυσικά όσο και στα Αναλυτικά Ύστερα. Ενώ, όμως, ο αριστοτελικός εμπειρισμός είναι καθαρός στο Α, στα Αναλυτικά Ύστερα μια ορθολογική πλευρά αφήνει τα ίχνη της.

Στην τελευταία παράγραφο του έργου εμφανίζεται για πρώτη φορά ο νους είτε για να φωτίσει περισσότερο το τοπίο είτε για να το συσκοτίσει. Στις τελευταίες σειρές ενός γραπτού κειμένου περιμένουμε, συνήθως, λόγια που συγκεφαλαιώνουν ή ανασυγκροτούν τα προηγούμενα. Φαίνεται, όμως, πως ο Αριστοτέλης άνοιξε καινούριους λογαριασμούς λέγοντας ότι:

επει δ’ουδεν αληθεστερον ενδεχεται ειναι επιστημης η νουν, νους αν ειη των αρχων…
Τελικά είναι ο νους αυτός που συλλαμβάνει ή κατανοεί τις πρώτες αρχές διότι είναι το ακριβέστερο και αληθέστερο γένος που υπάρχει μετά την επιστήμη.

Όπως είδαμε, δεν μπορεί να υπάρχει επιστήμη των πρώτων αρχών, αφού οι αρχές δεν αποδεικνύονται, αλλά γίνονται αντικείμενο σύλληψης από το νου. Κι επειδή οι πρώτες αρχές είναι περισσότερο γνωρίσιμες από τα συμπεράσματα μιας απόδειξης, είναι λογικό να γίνεται η σύλληψή τους με έναν τρόπο ασφαλέστερο και ανώτερο από την επιστήμη. Έτσι, αρχή της επιστήμης είναι ο νους.

Η επίδραση του νου στο χώρο της γνώσης μεταφράζεται ως κατανόηση των αρχών ή ως ενορατικός λόγος που συλλαμβάνει τις αρχές. Η ενορατική λειτουργία οφείλεται στη φυσική δυνατότητα του νου να κατανοεί την τάξη του εξωτερικού κόσμου. Στο σημείο αυτό εγείρονται αναπόφευκτα θεμελιώδη ερωτήματα. Ποια η σχέση του νου με την επαγωγή; Έρχονται σε αντιπαράθεση; Με ποιο τρόπο συλλαμβάνεται τελικά το καθόλου;

Ο Αριστοτέλης μοιάζει να μετεωρίζεται ανάμεσα στον πλατωνισμό της νεότητάς του και στον εμπειρισμό που καταβάθος υποστηρίζει. Ο νους είναι η τέλεια λειτουργία της ψυχής και συλλαμβάνει ενορατικά την αλήθεια των πρώτων αρχών από τις οποίες θα ξεκινήσει η απόδειξη. Μέσα στους αναβαθμούς της επαγωγικής διαδρομής η μορφή αποχωρίζεται σταδιακά την ύλη και προετοιμάζεται το έδαφος για την περαιτέρω αφαίρεση που θα πραγματοποιήσει τελικά ο νους.

Εδώ οι μελετητές βλέπουν το μεγάλο πρόβλημα που αφορά τη σύλληψη του καθόλΟΝ και κάποιοι επιχειρούν να συμβιβάσουν την εμπειρική με την ορθολογική όψη του ζητήματος. Ο Ross , αν και δεν φαίνεται να προβληματίζεται ιδιαίτερα από μια ενδεχόμενη αντίφαση, προβαίνει στον παρακάτω διαχωρισμό. Η επαγωγή αφορά τη μετάβαση από το επιμέρους στο γενικό, ενώ η ενόραση είναι η ανθρώπινη λειτουργία που συλλαμβάνει το καθόλΟΝ. Από το πρίσμα αυτό, ο νους και η επαγωγή είναι ονόματα για διαφορετικά πράγματα και δεν αλληλοαναιρούνται. Η επαγωγή περιγράφει ολόκληρη τη διαδρομή, το σύνολο των στιγμών έως την απόκτηση του καθόλΟΝ. Όμως, η τελική και καθοριστική πράξη διενεργείται από την ύψιστη ικανότητα του ανθρώπου: το νου.

Ο Barnes αφιερώνει αρκετό χώρο και χρόνο στο πρόβλημα της σύλληψης των πρώτων αρχών. Υποθέτει ότι η αδυναμία της επαγωγής να μας οδηγήσει από μόνη της στη γνώση των αρχών καθιστά αναγκαία την παρουσία της ενόρασης. Καταχρηστικά, ίσως, ο Barnes χρησιμοποιεί τον όρο ενορατική επαγωγή για να συνδέσει και στην πράξη τις δυο επίμαχες έννοιες. Ωστόσο, διαχωρίζει τον εαυτό του από όσους αναγνωρίζουν στο νου ένα ενορατικό ενέργημα, ένα ενορατικό βλέμμα που ορά τις αλήθειες. Θεωρεί ότι και ο νους μοιάζει περισσότερο με την αίσθηση όταν ενεργεί, εφόσον πραγματεύεται ατομικά πράγματα. Αυτό καθιστά τη χρήση της έννοιας «ενόραση» άστοχη.

Ο Barnes συμβιβάζει την επαγωγή με το νου ισχυριζόμενος ότι η κάθε έννοια αντιπροσωπεύει μια διαφορετική λειτουργία. Η επαγωγή σημαίνει τον τρόπο, τη μέθοδο, τη διαδικασία. Ο νους είναι η έξη, η ανθρώπινη ικανότητα. Αν μεταφράζαμε με τη λέξη ενόραση θα εννοούσαμε το νου ως μέθοδο και θα τον συγχέαμε με την επαγωγή. Καλύτερα, λοιπόν, ο νους είναι κατανόηση. Έτσι, ο νους που κατανοεί τις πρώτες αρχές είναι η αρχή της γνώσης. Μέσα από τη θεώρηση αυτή, ο Barnes αναγνωρίζει τον εμπειρικό χαρακτήρα της μεθόδου με την οποία συλλαμβάνεται το καθόλΟΝ, αλλά δεν θεωρεί ορθολογική παρέμβαση την επίδραση του νου, εφόσον ο τελευταίος δεν συνιστά τη μέθοδο, αλλά την ανθρώπινη γνωστική λειτουργία.

Η σχέση του επιμέρους με το καθόλου και μια ίσως πιο ορθολογική κλίση του Αριστοτέλη φαίνεται με έναν διαφορετικό τρόπο στο Περί Ψυχής. Στην πραγματεία αυτή η ανθρώπινη ψυχή είναι μια ψυχή που περνά σταδιακά από την άγνοια στη γνώση αναγνωρίζοντας τη σύστασή της και τη συμβατότητά της με τον εξωτερικό κόσμο. Ο Αριστοτέλης χειρίζεται το δίδυμο αίσθηση – νους σε συνδυασμό με το άλλο γνωστό δίδυμο δυναμει – ενεργεια. Κάτι είναι δυνάμει όταν υπάρχει μόνο ως δυνατότητα και δεν έχει ακόμα πραγματωθεί.

Ενεργεία είναι αυτό που θέτει σε πραγματική κίνηση τη λειτουργία του εκπληρώνοντας το σκοπό του (σε εντελέχεια). Είναι, θα λέγαμε, η δυνατότητα που έγινε πραγματικότητα. Ας δούμε μια πρώτη σύγκριση ανάμεσα στην αίσθηση και στο νου. Η ενεργεία αίσθηση ασχολείται με τα καθ’ έκαστον, ενώ η επιστήμη με τα καθόλΟΝ. Τα ατομικά πράγματα ανήκουν στον εξωτερικό κόσμο και η ύπαρξή τους είναι απαραίτητη για να λειτουργήσει η αίσθηση. Αντίθετα, τα καθόλΟΝ υπάρχουν με κάποιο τρόπο μέσα στην ψυχή κι έτσι ο νους τα νοεί κατά βούληση χωρίς να εξαρτάται από κάτι εξωτερικό. Έτσι, η εντελέχεια της αίσθησης είναι εξαρτημένη, ενώ του νου ανεξάρτητη.

Το συγκεκριμένο επιχείρημα μου μοιάζει προβληματικό καθώς, θέτει την αίσθηση και το νου σε απόλυτη διάζευξη, σαν να μην είναι η αίσθηση απαραίτητη προϋπόθεση για την μετέπειτα λειτουργία του νου. Τα καθόλΟΝ είναι, βεβαίως, φύσει πρότερα, αλλά δεν παύουν να βρίσκονται εντός των αισθητών αντικειμένων. Φαίνεται ότι ο νους αξιώνει εδώ μια ειδική αυτονομία έναντι της αίσθησης, ώστε να εξαρθεί αργότερα η ξεχωριστή θέση του. Ας μην είμαστε, όμως, βιαστικοί. Η συνέχεια ξετυλίγει σκέψεις για την ύπαρξη των πέντε αισθήσεων.

Κάθε αίσθηση έχει κάποιο μέγεθος που αντιστοιχεί σε ένα αισθητήριο όργανο. Αν λείπει κάποια αίσθηση, θα λείπει και το αισθητήριό της. Επίσης, τα αισθητήρια όργανα είναι συντεθειμένα από τα πρωταρχικά στοιχεία: νερό και αέρας. Όλα τα υγιή ζώα διαθέτουν τις πέντε αισθήσεις και μάλιστα αν οι ιδιότητες του κόσμου είναι αυτές και τα σώματα των όντων τέτοια δεν μπορεί να υπάρχει έκτη αίσθηση. Όμως, πώς συλλαμβάνονται τα συμπτωματικά κοινά αισθητά, όπως είναι η κίνηση, η στάση, το σχήμα, το μέγεθος, ο αριθμός και η ενότητα;

Ο Αριστοτέλης απαντά ότι γι’αυτά δεν υπάρχει ιδιαίτερο αισθητήριο όργανο κι επομένως ούτε επιπλέον αίσθηση που να τα συλλαμβάνει. Αν υπήρχε ξεχωριστή αίσθηση για τα κοινά αισθητά, θα τα αισθανόμασταν τυχαία με τις άλλες αισθήσεις, όπως για παράδειγμα αισθανόμαστε όχι ότι ο γιος του Κλέωνα είναι γιος του Κλέωνα, αλλά ότι είναι λευκός και τυχαίνει αυτός ο λευκός να είναι γιος του Κλέωνα. Όμως, τα κοινά αισθητά δεν τα συλλαμβάνουμε κατά συμβεβηκός, αλλά με την κοινή αίσθηση.

Δεν πρόκειται για μια έκτη αίσθηση πέρα από τις πέντε, αλλά για την κοινή φύση των πέντε αισθήσεων. Όταν δυο ειδικές αισθήσεις στρέφονται ταυτόχρονα σε ένα πράγμα, η καθεμιά αισθάνεται το ιδιαίτερο αισθητό της άλλης ως μια κοινή αίσθηση. Κατά την πορεία τους στο αισθητό πράγμα οι δυο αισθήσεις μοιάζουν να συνενώνονται σε μια μοναδική που αναγνωρίζει τα δυο αισθητά χαρακτηριστικά τα οποία υπάρχουν ταυτόχρονα στο πράγμα. Κρίσιμο είναι ότι κάθε αίσθηση ως κοινή αίσθηση αντιλαμβάνεται τον εαυτό της και την πράξη της.

Για να αποφύγουμε μια άπειρη αναγωγή από αίσθηση σε αίσθηση, είναι αναγκαίο να καταλήξουμε σε μια αίσθηση που συλλαμβάνει εαυτήν. Η κοινή αίσθηση διακρίνει τα διαφορετικά αισθητά χαρακτηριστικά, όπως το λευκό και το γλυκό και δίνει την ενότητα στην αισθητηριακή μας γνώση. Διακρίνει ότι τα αισθητά τώρα διαφέρουν και αντιλαμβάνεται ότι τώρα τα διακρίνει.

Η πράξη της αυτοκατανόησης υπό την έννοια μιας ανακλαστικής ενέργειας που επιστρέφει στον εαυτό της μοιάζει με νοητικό ενέργημα στο επίπεδο των καθόλΟΝ. Η κοινή αίσθηση έχει πράγματι έναν καθολικό χαρακτήρα. Αισθάνεται τα κοινά χαρακτηριστικά των αισθητών, δηλαδή τις όμοιες ιδιότητές τους. Είναι η συνενωτική δύναμη των επιμέρους ειδικών αισθήσεων που διαβάζει το καθόλΟΝ μέσα στα ατομικά πράγματα. Έτσι, η κοινή αίσθηση φαίνεται αρχικά να προβληματίζει ως προς την ενότητα της γνώσης που μας παρέχει. Το αισθητό αντικείμενο της κοινής αίσθησης είναι ταυτόχρονα αδιαίρετο και διαιρετό.

Είναι ένα μεμονωμένο αντικείμενο με πολλά διαφορετικά χαρακτηριστικά που εντοπίζει η κοινή αίσθηση. Η τελευταία είναι ομοίως και μια και πολλαπλή. Ενώ είναι αδιαίρετη και αντιλαμβάνεται τον εαυτό της σε αδιαίρετο χρόνο, την ίδια στιγμή κινείται με διαφορετικές κινήσεις σε διάφορες κατευθύνσεις (π.χ. στο γλυκό και στο πικρό), σαν να είναι ταυτόχρονα και ένα και δυο πράγματα.

Καθώς είναι η κοινή φύση των πέντε αισθήσεων που λειτουργεί ως μια αίσθηση, αποτελεί και η ίδια ένα καθόλου, ενώ όταν ετεροιώνεται λειτουργεί εξατομικευμένα. Το πρόβλημα λύνεται στο μέτρο που η κοινή αίσθηση σε δυναμικότητα είναι μια και μόνη, ενώ σε εντελέχεια επιμερίζεται σε διακριτές κατευθύνσεις σαν να αισθητοποιείται ατομικά. Είναι το Ένα που δυνάμει ενοποιεί την πολλαπλότητα.

Μετά το καθόλΟΝ της κοινής αίσθησης έχει ενδιαφέρον να δούμε την εντονότερη σχέση του νου με το καθολικό. Ο νους είναι το μέρος της ψυχής που διανοείται, πιστεύει και δεν είναι ποτέ σε εντελέχεια πριν αρχίσει να σκέφτεται. Είναι αρχικά η δύναμη που μπορεί να δέχεται επίδραση από τα νοητά. Ο νους δεν έχει αισθητήριο όργανο και είναι χωριστός από το σώμα. Είναι το μόνο μέρος της ψυχής όπου κατοικούν οι ιδέες ως δυναμικότητες και όχι ως υποστάσεις, όπως υποδεικνύει ο Πλάτωνας.

Η ψυχή αντιλαμβάνεται αφ’ ενός τα αισθητά μεγέθη και αφ’ ετέρου την ουσία τους.

Η πρώτη δουλειά είναι έργο της αίσθησης η οποία αισθάνεται τα ένυλα αισθητά πράγματα, ενώ ο νους συλλαμβάνει τις ουσίες τους. Αντικείμενο του νου είναι, λοιπόν, οι άυλες μορφές των πραγμάτων, τα νοητά αντικείμενα που έχουν αποχωριστεί την ύλη τους και συλλαμβάνονται στην καθολικότητά τους. Ήδη από τα Αναλυτικά Ύστερα ξέρουμε ότι ο νους συλλαμβάνει τα καθόλΟΝ. Από αυτό το πρίσμα, ο νους ως δύναμη είναι χωριστός από τα νοητά, εφόσον συνιστά τη δυνατότητα της ύπαρξής τους. Όμως, όταν νοεί ταυτίζεται με τα νοητά και αυτή ακριβώς είναι η σημαντική πράξη του.

Τι ακριβώς συμβαίνει και ο νους στην εντελέχειά του είναι τα ίδια τα σκεπτά πράγματα; Όταν ο νους ενεργεί και νοεί τα νοητά αντικείμενα στο επίπεδο της θεωρίας νοεί και τον ίδιο τον εαυτό του. Έτσι, μοιάζει να εκβάλλει στην ετερότητα, καθώς σκέπτεται τα νοητά πράγματα και να επιστρέφει την ενέργειά του εις εαυτόν. Άρα, όταν ο νους είναι νοητός θεωρεί και κατανοεί τον εαυτό του. Αυτή η αναστοχαστική ενέργεια ταυτίζει τη θεωρητική γνώση με το αντικείμενό της. Το ίδιο ακριβώς θέμα αναπτύσσει ο Αριστοτέλης και στο Λ των Μετά τα Φυσικά: Εαυτον δε νοει ο νους κατα μετάληψιν του νοητού.

Το νοητό, δηλαδή το καθόλΟΝ υπάρχει ως δυνατότητα μέσα στα υλικά αισθητά πράγματα. Με τον τρόπο αυτό συνδέεται η ύλη με τη νοητή μορφή και τα εξωτερικά πράγματα είναι δυνάμει κατανοητά. Κατά την πορεία προς τη γνώση οι μορφές αποσυνδέονται από την ύλη και επιβάλλονται στο νου. Όμως, ο Αριστοτέλης μιλάει για δυο τύπους νου. Όπως μέσα στη φύση υπάρχει η ύλη για κάθε γένος και η ενεργητική αιτία που το πραγματώνει, έτσι και μέσα στην ψυχή υπάρχει ο παθητικός νους που εν είδη ύλης γίνεται όλα τα νοητά και ο ενεργητικός νους που πραγματώνει τον παθητικό.

Ο παθητικός νους είναι αυτός που συλλαμβάνει τις νοητές μορφές των πραγμάτων και χωρίς αυτόν δεν υπάρχει ατομική σκέψη. Ο ενεργητικός νους θέτει σε λειτουργία τον παθητικό. Είναι η συνθήκη του μέσου που επιτρέπει στις νοητές μορφές να επιδράσουν στη νόηση. Είναι ο τρίτος όρος δίπλα στον παθητικό νου και το πράγμα. Αναλογεί στη δραστική αιτία που ιδρύει τα πράγματα, καθώς είναι το ενεργό που ήδη γνωρίζει. Είναι η μορφή που προϋπάρχει ως ενέργεια για να μπορεί να κάνει τη δυνατότητα πραγματικότητα.

Είναι η πρώτη πραγματικότητα της ανθρώπινης σκέψης που ήδη γνωρίζει και καθιστά ενεργή τη δυνατότητα του παθητικού νου. Μάλιστα, ενώ ο παθητικός νους είναι φθαρτός και θνητός, ο ενεργητικός είναι θεϊκός κι αθάνατος. Ο ενεργητικός νους προηγείται του παθητικού χρονικά και οντολογικά, διότι η ενέργεια προηγείται πάντα της δύναμης. Κατά πρώτον, προηγείται ως ορισμός, αφού είναι πιο απλό να είναι κανείς από το να μπορεί να είναι. Επίσης, για να μπορεί κάτι πρέπει πρώτα να είναι κάτι. Έτσι, η δυνατότητα πρέπει αναγκαστικά να προκύπτει από κάτι που ήδη υπάρχει.

Η ενέργεια, λοιπόν, προϋποτίθεται χρονικά, γιατί μόνο κάτι που υπάρχει ενεργεία μπορεί να παραγάγει τη δυνατότητα. Η ενέργεια είναι, ακόμα, η ουσία, η μορφή ή το τέλος (σκοπός) της δύναμης και αυτό δικαιολογεί την οντολογική της προτεραιότητα, καθώς η μορφή προϋπάρχει της ύλης ως τελικό αίτιο, ως σκοπός. Αυτό που υπάρχει δυνάμει δεν μπορεί να είναι αιώνιο, αλλά μόνο προσωρινό. Αυτό σημαίνει ότι για να υπάρχει χρειάζεται το αιώνιο. Η ενέργεια είναι ανεξάρτητη και αυτόνομη ακριβώς επειδή είναι αιώνια. Είναι η πρώτη και η τελευταία πραγματικότητα ή καλύτερα η πραγματικότητα που δεν τελειώνει ποτέ. Η προοπτική αυτή μας οδηγεί στο συμπέρασμα ότι αν και στο άτομο προηγείται χρονικά η επιστήμη ως δυνατότητα έναντι της ενεργής επιστήμης, φύσει και απολύτως προηγείται η επιστήμη στην εντελέχειά της.

Συμπερασματικά, θα είχα να παρατηρήσω ότι το Περί Ψυχής δείχνει να συμπληρώνει τα Αναλυτικά Ύστερα στο μέτρο που εμφανίζει το καθόλου τόσο μέσα στην αίσθηση υπό τη μορφή της κοινής αίσθησης, όσο και στο νοητό αντικείμενο του παθητικού νου. Στο Περί Ψυχής δεν τίθεται θέμα επαγωγής ή ενόρασης, αλλά φαίνεται έντονα πώς το καθόλου ενυπάρχει εμμενώς στις εκφάνσεις της ανθρώπινης ψυχής.

Η έννοια της αυτοκατανόησης στις περιπτώσεις της κοινής αίσθησης που αντιλαμβάνεται τον εαυτό της και του παθητικού νου που νοεί εαυτόν φανερώνει μια ορθολογική ροπή εκ μέρους του Αριστοτέλη. Κάνοντας μια ανασυγκρότηση της έννοιας του καθόλΟΝ θα λέγαμε ότι τα καθόλΟΝ δεν είναι οι μορφές που υπάρχουν πέρα/πάνω από τα πράγματα και υποστασιοποιούνται ως ιδέες, όπως συμβαίνει στον Πλάτωνα. Είναι οι κοινές ιδιότητες που ενυπάρχουν στα επιμέρους αισθητά πράγματα και μπορούν να λειτουργήσουν ως μέση έννοια στο συλλογισμό. Αυτό σημαίνει ότι η γνώση του καθόλΟΝ είναι η γνώση του καθολικού που ανήκει στο επιμέρους.

Όπως είδαμε, το καθόλΟΝ είναι φύσει πρότερο από το καθ’ έκαστον. Έτσι, ως γενικές έννοιες διαιρούνται σε επιμέρους ατομικές και αν γνωρίζουμε τις πρώτες, τότε γνωρίζουμε και τις δεύτερες. Το καθόλΟΝ είναι ο απαραίτητος κανόνας για να υπάρξει η γνώση, διαφορετικά θα προσκρούαμε σε ατομικά ασύνδετα πράγματα. Και είναι, βεβαίως, αντικείμενο του διανοήματος και όχι της αίσθησης. Ως φύσει πρότερο το καθόλΟΝ θα έπρεπε να είναι ενέργεια. Όμως, ενέργεια, δηλαδή πραγματική υπόσταση είναι μόνο το επιμέρους πράγμα, αυτό το συντεθειμένο από ύλη και μορφή. Έτσι, η γνώση του καθόλΟΝ είναι δυνατότητα.

Για παράδειγμα, όταν βλέπει κανείς ένα αντικείμενο, βλέπει πραγματικά το συγκεκριμένο χρώμα του, ενώ το χρώμα γενικά το βλέπει μόνο κατά σύμπτωση. Θέλω να πιστεύω ότι ως εδώ έγινε μια επαρκής προσέγγιση της έννοιας του καθόλΟΝ και της θέσης που έχει μέσα στη διαδρομή της ανθρώπινης ψυχής προς τη γνώση. Η συνεργασία της ανθρώπινης ψυχής με τον αισθητό κόσμο απλώνει τις γέφυρες για την αναγωγή στις καθολικές αρχές και η μελέτη αυτής της συνεργασίας εκ μέρους μας καταυγάζει τους δρόμους και τους τρόπους της αναγωγής αυτής. Είναι αλήθεια ότι δεν μας αρκεί να παρατηρούμε τα φαινόμενα. Θέλουμε να ξέρουμε και γιατί συμβαίνουν.

Το «γιατί» είναι αυτό που αναζητούμε για να κατανοήσουμε. Είναι ο συνδετικός κρίκος ανάμεσα σε μας και τον κόσμο τόσο ως ερωτηματικό όσο και ως απαντητικό «γιατί». Όμως, η μελέτη της συνεργασίας ανάμεσα στην ανθρώπινη ψυχή και τον εξωτερικό κόσμο γίνεται ακριβώς με την ίδια συνεργασία. Η πράξη της κατανόησης του κόσμου είναι μια πράξη κατανόησης της ίδιας της κατανόησης, δηλαδή της φιλοσοφικής σκέψης.

Φαίνεται ότι για να κατανοήσουμε τη φιλοσοφία του Αριστοτέλη, πρέπει να κάνουμε κι εμείς φιλοσοφία. Μια και ο αναστοχασμός είναι από τα δυσκολότερα εγχειρήματα, ας μείνουμε, προς το παρόν τουλάχιστον, στις συμβιβαστικές λύσεις του Ross και του Barnes. Ας αρκεστούμε στην προσπάθεια να κατανοήσουμε την κατανόηση, αυτήν την δύσκολη έννοια που παρουσιάζει ο Αριστοτέλης στη “σκοτεινή” γνωσιολογία του. Άλλωστε, ο νους είναι «σημαντικότερος» από την επιστήμη.

Η Αγάπη και το Σεξ

Η σεξουαλική ή οργασμική απόκριση είναι μία από τις πιο ισχυρές δυνάμεις στον πλανήτη

Κάνει να δουλεύουν τα πάντα, να συνεχίζουν τα πάντα, να ζουν τα πάντα. Είναι μια Δύναμη μεγάλης Χαράς και μεγάλου Πόνου, για τον πλανήτη και για τους κατοίκους του. Είναι η πηγή του θανάτου, του πόνου, της δυστυχίας και των βασάνων. Είναι η πηγή της γέννησης, της χαράς, της δημιουργίας και της ευτυχίας. Έχει ρυθμιστεί, καναλιζαριστεί, συζητηθεί, αποκρυφτεί, διαμελιστεί, διαχωριστεί, λατρευτεί, από την αρχαιότατη εποχή που οι άνθρωποι ανακάλυψαν για πρώτη φορά τις ηδονές της, τις δυνάμεις της και τους τρόμους της, μέχρι σήμερα. Το Σεξ πάντα συσχετιζόταν με τον θάνατο, τη βία, την αναγέννηση, το καλό και το κακό. Αυτοκρατορίες ολόκληρες έχουν χτιστεί πάνω του, και αυτοκρατορίες ολόκληρες έχουν καταστραφεί εξαιτίας του.

Περιουσίες έχουν κερδηθεί και έχουν χαθεί εξαιτίας του. Ζωές, συλλογικά και προσωπικά, έχουν χτιστεί πάνω σε αυτό ή γκρεμιστεί από αυτό. Γάμοι έχουν φτιαχτεί από αυτό και έχουν χαλάσει από αυτό. Οι δυνάμεις του ενώνουν και αποχωρίζουν. Συνδέουν και ξεσχίζουν.

Δεν περνάει ούτε μία ώρα που να μην το θυμόμαστε και ταυτόχρονα να μη μας λέει κάτι να μην παρασυρθούμε από αυτό. Η έλξη μεταξύ των δύο φύλων έχει δημιουργήσει γιγάντιες βιομηχανίες, και χωρίς αυτήν δεν θα υπήρχε τίποτα. Όλες οι θρησκείες, μυστικά, είναι βασισμένες σε αυτό, στο σεξ, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο. Ο Φρόιντ βάσισε τη θεωρία του σε αυτό. Η ψυχολογία είναι βασισμένη σε αυτό. Οι Φυσικοί συζητούν την έλξη και την απώθηση των φορτισμένων σωματιδίων.

Τί είναι αυτή η δύναμη που οι άντρες και οι γυναίκες επιθυμούν, λατρεύουν και φοβούνται; Γιατί είναι τόσο σημαντική; Πώς μπορεί μία στιγμή ευχαρίστησης, μόνο μία στιγμή ευχαρίστησης, να έχει προκαλέσει τόση πολλή θλίψη και τόσο μεγάλες έγνοιες; Και, έχει κάνει τις γυναίκες και τους άντρες ταυτόχρονα αντιπάλους και φίλους.

Το σεξ περιγράφεται με τόσα πολλά λόγια, αλλά παρ’ όλα αυτά κανείς δεν μπορεί να εξηγήσει τον οργασμό σε κανέναν. Γιατί το σεξ πρέπει να είναι τόσο ευχάριστο; Αν δεν ήταν, άραγε, μήπως οι άνθρωποι και τα άλλα ζώα δεν θα αναπαρήγαγαν το είδος τους; Άραγε, το ανθρώπινο είδος θα πέθαινε αν τα ταμπού που έχουν επιβληθεί στο σεξ δεν υπήρχαν; Είναι τα ταμπού αυτά που μας κάνουν να ενδιαφερόμαστε τόσο πολύ γι’ αυτό και να ενθουσιαζόμαστε τόσο με αυτό; Είναι η παράβαση των ταμπού που μας οδηγεί στα άκρα που φτάνουμε; Είναι η πρόκληση της χρήσης των ρούχων; Τι είναι αυτό, που μπορεί ταυτόχρονα να μας προσφέρει τόσο μεγάλη ευχαρίστηση και τόσο μεγάλο πόνο και δυστυχία (πολέμους, υπερπληθυσμό, πείνα, έγκλημα, και την πιθανή καταστροφή του πλανήτη Γη);

Πρέπει το σεξ να είναι καταναγκαστικό, για να γινόμαστε τόσο παράλογοι ώστε να φέρνουμε ακόμη έναν άνθρωπο στον κόσμο για να υποφέρει και να πεθάνει; Η τεκνοποίηση –για την οποία υπάρχει το σεξ– είναι η πιο εγωιστική πράξη στον κόσμο. Φέρνουμε άλλους ανθρώπους στον κόσμο για να πάρουν τη θέση μας. Δημιουργούμε μια φαντασματική προσωπική αθανασία. Τι θα γινόταν αν ήμασταν αθάνατοι; Θα θέλαμε παιδιά; Θα υπήρχε σεξ; Τί θα γινόταν αν το σεξ δεν ήταν καθόλου ευχάριστο; Θα ήταν ακόμη και τότε τόσο δημοφιλές; Και πόσα παιδιά θα υπήρχαν τότε;

Είναι άραγε το σεξουαλικό ένστικτο και η έκφρασή του ένα μεγάλο αστείο εις βάρος του λογικού/συνειδητού άνθρώπου; Στο κάτω-κάτω, ο οποιοσδήποτε μπορεί να το κάνει. Οποιοσδήποτε μπορεί να κάνει παιδιά. Οποιοσδήποτε μπορεί και θα γίνει θεός σ’ αυτά τα παιδιά. Είναι άραγε τα Εγώ μας τόσο αδύναμα ώστε χρειαζόμαστε παιδιά να μας κοιτούν από χαμηλά, ή αναπαραγόμαστε επειδή δεν μπορούμε να κάνουμε αλλιώς; Είναι γι’ αυτόν τον λόγο που το σεξ είναι τόσο μεγάλο μυστήριο για τον πολιτισμένο άνθρωπο; Γιατί είναι τόσο ιδιωτικό;

Μας δημιουργεί τέτοια έπαρση ώστε να σκεφτόμαστε ότι η σεξουαλικότητά μας είναι τόσο διαφορετική από αυτήν των ζώων (και είναι), ή είναι το ότι και μόνο η ιδέα του μας υπενθυμίζει ότι η θέληση και η συνείδησή μας δεν είναι παρά πιόνια αυτής της Ζωώδους Δύναμης; Πρέπει πάντα το σεξ να είναι, σαν τον Κινγκ Κονγκ, μια τραχιά Ζωώδης Δύναμη, που παθαίνει αμόκ μέσα στον «πολιτισμένο» μας κόσμο;

Δεν γνωρίζουμε τις απαντήσεις σε όλες αυτές τις ερωτήσεις και σε πολλές άλλες ερωτήσεις. Δεν ξέρουμε καν αν είναι «αληθινές» ερωτήσεις, που τους αρμόζει να τις σκεφτούμε με ευφυΐα. Αλλά αυτό που εγώ ξέρω είναι το ότι, αν το Σεξ είναι η πιο ισχυρή δύναμη στον πλανήτη (ή είναι μία από τις τρεις μεγαλύτερες δυνάμεις), τότε, μέχρι να μεταμορφωθεί, οι άνθρωποι του κόσμου και ο πλανήτης δεν θα μεταμορφωθούν και τώρα ζουν σε μεγάλο κίνδυνο.

Πολλές μέθοδοι έχουν αναπτυχθεί για να ελέγξουν, να μεταμορφώσουν και να ρυθμίσουν τη σεξουαλική δύναμη. Η κάθε μία από αυτές έχει αποτύχει, δημιουργώντας περισσότερη δυστυχία στην εφαρμογή της. Κανένας ζωντανός άνθρωπος δεν γνωρίζει τι είναι το «φυσιολογικό» σεξ για τους ανθρώπους. Έχουμε υπάρξει πολύ «πολιτισμένοι» (τοπικοί και εξημερωμένοι). Νομίζουμε ότι οι δικές μας σεξουαλικές προτιμήσεις και συνήθειες είναι πεφωτισμένες, όταν, στις περισσότερες περιπτώσεις, δεν είναι παρά το αποτέλεσμα των γονιδίων μας και του ότι έχουμε γεννηθεί σε έναν συγκεκριμένο πολιτισμό και χρόνο.

Έχουμε την υπεροψία να πιστεύουμε ότι η αποχή και η αδυναμία, (η εγκράτεια και η ακολασία), τα δύο αντίθετα, είναι οι μόνοι δύο πόλοι που υπάρχουν στην κλίμακα της σεξουαλικής διάκρισης. Έχουμε δύο συγκρουόμενες ηθικές. Από τη μία έχουμε την ηθική της Διονυσιακής ακολασίας. Από την άλλη έχουμε την ηθική της Χριστιανικής αποχής. «Ο Χριστός ενάντια στον Διόνυσο». Αυτό ήταν και το μότο του Νίτσε. Ακόμη κι αυτός, που πολέμησε όλους τους δυϊσμούς, δεν πολέμησε αυτόν: διάλεξε τον Διόνυσο.

Επίσης, υπάρχει γάμος αλά μονοθεϊστικού στυλ. Υπάρχει γάμος αλά πολυθεϊστικού στυλ. Υπάρχει γάμος και κρυφές εξωσυζυγικές σχέσεις. Υπάρχει γάμος και ανταλλαγή συντρόφων. Υπάρχει το να συζείς. Υπάρχει πνευματικό σεξ χωρίς οργασμό, όπως στην ινδουιστική Τάντρα. Υπάρχουν πολλές Τάντρα, πολλών ειδών. Στην πραγματικότητα, η Τάντρα, όπως χρησιμοποιούμε τον όρο, δεν έχει με τίποτε να κάνει με αυτό που οι περισσότεροι άνθρωποι αποκαλούν σεξ. Η Τάντρα είναι Μετα-Σεξ.

Υπάρχουν «διαστροφές» του ενός ή του άλλου είδους. Υπάρχουν φετίχ: δερμάτινα, αλυσίδες, τραβεστισμός, εκκρίσεις, κλπ. Υπάρχουν σεξουαλικά συμβάντα μεταξύ αντρών και γυναικών. Υπάρχουν σεξουαλικά συμβάντα μεταξύ γυναικών και συμβάντα μεταξύ αντρών. Επίσης, υπάρχουν τεχνικές που περιλαμβάνουν διάφορα στόμια του σώματος και διάφορα μέλη του σώματος. Η λίστα δεν έχει τέλος. Υπάρχει κάθε συνδυασμός που θα μπορούσε να υπάρξει στον κόσμο, συμπεριλαμβανομένου μέχρι και του σεξ με τον εαυτό σου. Κι όμως, όλα αυτά, δεν οδήγησαν στη μεταμόρφωση, είτε προσωπικά είτε συλλογικά. Δεν άλλαξε ο άνθρωπος ούτε ο πλανήτης από όλα αυτά. Απλά με όλα αυτά έχουμε διαφορετικές μορφές του ίδιου πράγματος.

Πώς θα επιτευχθεί μια μεταμόρφωση και μια εξέλιξη; Τα πάντα κάτω από τον ήλιο έχουν δοκιμαστεί. Χωρίς αποτέλεσμα. Πρέπει να γεννηθεί μια νέα Σεξουαλική Οικολογία. Αυτό που λέω με δυο λόγια είναι: εφόσον το σεξ είναι η ισχυρότερη δύναμη στον πλανήτη, και τα πάντα λειτουργούν από αυτό και για αυτό, εξαιτίας του ο πλανήτης και οι άνθρωποι είναι αυτό που είναι, και δεν πρόκειται να μεταμορφωθούν, εκτός κι αν μεταμορφωθεί αυτή η δύναμη που τα κυβερνάει όλα.

Η Αγάπη και το Σεξ: Το αληθινό ταμπού

Όταν μία κουλτούρα απορροφιέται και εστιάζεται στο να αναχαιτίσει και να ελέγξει τις ενστικτώδεις δυνάμεις της ζωής, που φυσικά συμπεριλαμβάνουν και τη σεξουαλικότητα, είναι κατανοητό γιατί οι κοινωνικές δομές αυτής της κουλτούρας αποτυχαίνουν. Ο Μισέλ Φουκώ υποστηρίζει ότι η σεξουαλικότητα, όπως την ξέρουμε, αναπτύσσεται από την ανάγκη του Κοινωνικού Συστήματος της Δύναμης να κοντρολάρει το σεξ για τους δικούς του οικονομικούς και πολιτικούς σκοπούς, και έτσι είναι φυσικό να καταλήγουμε σε μια πολύ θλιμμένη κατάσταση στον κόσμο. Αυτή η θλιμμένη κατάσταση είναι γνωστή ως «διαχωρισμός», χωρισμός.

Ο μεγάλος διαχωρισμός που βιώνουμε, είναι ο χωρισμός της αγάπης και του σεξ.

Με απλά λόγια, στον δυτικό πολιτισμό η αγάπη είναι διαχωρισμένη από το σεξ.

Μας έχουν πει ότι το σεξ και η αγάπη πρέπει να είναι ένα, όμως όχι σαν εμπειρία, αλλά σαν μία κατάσταση νόμου. Όπως με όλους τους νόμους, υποκρινόμαστε ότι υπακούμε στον νόμο, όχι αληθινά αλλά γιατί «πρέπει». Με αυτήν την έννοια, μένουμε με το σεξ σαν αναπαραγωγή ή σαν εγωιστική ηδονή και σαν αναγκασμό χωρίς αγάπη. Ο Γάμος έχει σχεδιαστεί σαν μία μονάδα αναπαραγωγής και κοινωνικής σταθερότητας, για τους σκοπούς της δημιουργίας και της κατανάλωσης. Η αληθινή έκφραση της αγάπης και του σεξ είναι δευτερεύουσα, αφημένη στο πεδίο της ρομαντικής φαντασίας, μια ελπίδα ή ένα όνειρο. Αγάπη και σεξ μαζί, είναι ένα ονειρικό ιδεώδες, όχι αληθινό σε αυτόν τον κόσμο, αυτό θεωρούμε, εκτός αν –όπως πιστεύουμε– υπάρχει κάποιο εφήμερο ξεγέλασμα.

Διαχωρίζοντας την αγάπη από το σεξ, η κοινωνία και η κουλτούρα αντιμετωπίζουν την αιμομιξία (incest), δημιουργώντας το ταμπού της αιμομιξίας. Ο άνθρωπος γνωρίζει την αγάπη, από την αγάπη που νιώθει για τους γονείς του, τον πατέρα του και τη μητέρα του, και την αγάπη που νιώθει για τα αδέλφια του. Ο άνθρωπος γνωρίζει το σεξ, κάνοντας το με έναν ξένο. Όταν οι άνθρωποι παντρεύονται ή έχουν μια χρόνια σχέση, αυτό που κατά βάθος κάνουν είναι ότι αντικαθιστούν τον γονέα τους με κάποιον άλλον, σε μια σχέση αγάπης όπως την ξέρουν. Οι γυναίκες αντικαθιστούν τον πατέρα τους με τον άντρα τους και οι άντρες αντικαθιστούν τη μητέρα τους με τη γυναίκα τους. Επαναλαμβάνουν την αγάπη όπως την έχουν μάθει. Αγαπούμε τον άντρα μας, αγαπούμε τη γυναίκα μας. Με τον ίδιο τρόπο που αγαπούμε τον πατέρα μας, που αγαπούμε τη μητέρα μας.

Τα ζευγάρια κάνουν σεξ, ερωτεύονται, κάνουν περισσότερο σεξ, και στο τέλος καταλήγουν να αγαπούν ο ένας τον άλλον. Και, τότε, δεν μπορούν να κάνουν πλέον καλό σεξ, ή δεν κάνουν συχνό σεξ, ή και δεν μπορούν να κάνουν σεξ, διότι υπάρχει η αίσθηση της αιμομιξίας, διότι η αγάπη αυτή είναι η αγάπη για τον πατέρα ή τη μητέρα, και εμφανίζεται έτσι ένα ασυνείδητο και λανθάνων ταμπού. Οπότε, τι έχουμε; Έχουμε την αγάπη μέσα στο γάμο, και την αναζήτηση του σεξ έξω από τον γάμο!

Η αγάπη για την νέα οικογένεια, γίνεται η αγάπη για την παλιά μας οικογένεια, αυτήν την αγάπη της οικογένειας ξέρουμε, και διαχωρίζουμε σταδιακά την αγάπη από το σεξ, όπως τα είχαμε διαχωρισμένα στην παλιά μας πρωτότυπη οικογένεια, και φυσικά, όπως και τότε, αναζητούμε το σεξ έξω από την οικογένεια. Η αγάπη και το σεξ είναι διαχωρισμένα, εξαιτίας του ταμπού της αιμομιξίας. Αγαπάμε κάποιον και θέλουμε να είμαστε μαζί, αλλά επιθυμούμε το σεξ με έναν άλλον.

Ταυτόχρονα, που και που, διαπράττουμε μια «αιμομιξία», που για να μην τη νιώσουμε συνειδητά, οδηγούμαστε στο να νιώσουμε ότι τη βαριόμαστε, ότι δεν είναι αρκετή, ότι χρειάζεται ενίσχυση, ότι δεν είναι πια αυτό που ποθούμε τόσο πολύ. Γι’ αυτό η αγάπη είναι διαχωρισμένη από το σεξ. Γιατί η αγάπη μαζί με το σεξ, έχουμε συνηθίσει ασυνείδητα στο ότι είναι μια αιμομιξία. Γι’ αυτό και πιστεύουμε ότι η αγάπη για έναν άνθρωπο μπορεί να είναι αιώνια, αλλά το καλό σεξ με έναν άνθρωπο όχι.

Ταυτόχρονα, όλο και περισσότερο στις σύγχρονες κοινωνίες μας, οι παντρεμένοι χωρίζουν (κάνοντας δυστυχισμένα τα παιδιά τους), επειδή έχουν για τον σύντροφό τους τις προσδοκίες που είχαν από τον γονιό τους, με τις οποίες συχνά απογοητεύονται. Η γυναίκα (κυρίως αυτή) έχει από τον άντρα της τις προσδοκίες που είχε από τον πατέρα της, τον θέλει να λειτουργεί όπως ο πατέρας της, να γίνει συνειδητός σωσίας του. Ο άντρας έχει για τη γυναίκα του τις προσδοκίες που είχε από τη μητέρα του, τη θέλει να είναι η μητέρα του, να παίξει τον ρόλο της μητέρας του, και ζηλεύει τα παιδιά του που την αποσπούν από τον ρόλο της δικής του μητέρας στον ρόλο της μητέρας των παιδιών του. Συνήθως οι προσδοκίες αυτές, που είναι καθαρά παρανοϊκές, φυσικά δεν ικανοποιούνται, και γι’ αυτό πολλά ζευγάρια χωρίζουν. Τα παιδιά δεν έχουν σημασία, κανείς δεν νοιάζεται για τις συνέπειες σε αυτά, διότι από αυτούς ασυνείδητα νοείται ότι είναι τα αδέλφια τους, που μπορούν –όπως τα αληθινά αδέλφια τους– να ζήσουν και χωρίς την οικογένεια, ή με μία χαλαρή σχέση με την οικογένεια.

Η αχαλίνωτη ή ψυχαναγκαστική σεξουαλικότητα, καταδεικνύει την αποτυχία της κουλτούρας μας στο να ελέγξει τον φόβο της αιμομιξίας. Αντί η κοινωνία να αντιμετωπίσει ανοιχτά την αιμομιξία αυτήν καθ’ αυτήν, αντιμετωπίζει την ίδια τη σεξουαλικότητα, οδηγώντας μας να πιστέψουμε ότι οι «φριχτές συνέπειες» της αιμομιξίας, είναι αλληλένδετες με το ίδιο το σεξ. Πώς ακριβώς η κουλτούρα μας διαφοροποιεί το σεξ από την αιμομιξία; Στην πραγματικότητα δεν απευθύνεται ανοιχτά σε αυτό το ζήτημα με έναν συνειδητό τρόπο, αλλά επιτρέπει στο υποσυνείδητο να αντιμετωπίσει το πρόβλημα. Έτσι, το σεξ και η αγάπη διαχωρίζονται στην πρακτική, αν και είναι συχνά ζωντανά στη φαντασία.

Διδαχτήκαμε, με τον ένα ή με τον άλλο τρόπο, ότι η βαθιά αγάπη που νιώσαμε σαν παιδιά για τους γονείς μας «δεν πρέπει» να συσχετίζεται με το σεξ, και το σεξ που νιώσαμε σαν ενήλικες «δεν πρέπει» να συσχετίζεται με την αγάπη. Τότε, η κουλτούρα μας και ο πολιτισμός μας, συμπεραίνει ότι με τον Γάμο ή τη δέσμευση της σχέσης, η ενότητα αυτών των δύο ενστίκτων θα συμβεί αυτόματα. Θεωρεί ότι, ξαφνικά, με τον γάμο ή τη δέσμευση της σχέσης, η αγάπη και το σεξ θα ενωθούν. Φυσικά, όπως είναι αναμενόμενο, τελικά συμβαίνει το αντίθετο. Όλοι αναζητούν την αγάπη της αρχικής οικογένειας που έχουν χάσει, και τελικά το σεξ που έχουν χάσει από τον σύντροφό τους. Έτσι: Η αγάπη δεν υπάρχει, και το σεξ είναι ένα ζωώδες ένστικτο. Υπάρχει μόνο για την αναπαραγωγή ή για την εγωιστική ηδονή.

Ο «διαχωρισμός» πρέπει να αναιρεθεί συνειδητά. Η αγάπη πρέπει να ενωθεί με το σεξ, συνειδητά. Πρέπει να αποφύγουμε όλο αυτό το υποσυνείδητο σύνδρομο, με το να συνειδητοποιήσουμε ότι υπάρχει και ότι καταστρέφει την αγάπη μας και τη σεξουαλικότητά μας. Ότι μάς έχει επιβληθεί αυτό το σύνδρομο. Ότι η σεξουαλικότητα έχει ενοχοποιηθεί εξαιτίας του. Ότι το σεξ δεν είναι στ’ αλήθεια συνδεδεμένο άρρηκτα με την αιμομιξία, ότι όλο αυτό είναι ένα υποσυνείδητο ταμπού, και ότι η αγάπη δεν είναι στ’ αλήθεια συνδεδεμένη με τη γονική αγάπη.

Το σεξ δεν είναι απλά ένα ζωώδες ένστικτο αν ενωθεί με την απενοχοποιημένη αγάπη. Η αγάπη δεν είναι απλά μια ρομαντική φαντασία αν ενωθεί με το απενοχοποιημένο σεξ. Απαιτείται η επιθυμία, η θέληση, το σεξ και η αγάπη να είναι ένα ως εμπειρία. Να είναι η ίδια εμπειρία. Είναι η ίδια εμπειρία. Αυτό μπορεί να επιτευχθεί με τις τεχνικές της Δυτικής Τάντρα και της νέας σεξουαλικής αλχημείας. «Love is the Law. Love Under Will»

Η Αγάπη η Ουσία ο Θάνατος και το Σεξ: Το άλλο αληθινό ταμπού

Το αληθινό οργασμικό σεξ είναι πολύ παρόμοιο με τον θάνατο.

Ο μόνος λόγος για τον οποίο πρέπει να φοβόμαστε τον θάνατο, είναι το ότι οι περισσότεροι άνθρωποι δεν έχουν ζήσει ποτέ. Η ευχαρίστηση στον θάνατο, δηλαδή το να αφήνεσαι ολοκληρωτικά, είναι συγγενική με τη σεξουαλική πρακτική. Παρ’ όλα αυτά, η οργασμική ευτυχία μπορεί να βιωθεί μόνο αν η αγάπη και το σεξ γίνουν ένα. Όπως ακριβώς στον πολιτισμό μας έχει διαχωριστεί η αγάπη από το σεξ, με τον ίδιο τρόπο έχει διαχωριστεί ο θάνατος από τη ζωή. Ο ολοκληρωμένος και απόλυτος οργασμός αγκαλιάζει και θεραπεύει τους χωρισμούς μεταξύ ζωής και θανάτου, αγάπης και σεξ. Όταν η θεραπεία επιτευχθεί, η ανάγκη για θρησκεία και η εξάρτηση από τη θρησκεία επίσης εξαφανίζεται. Η ανάγκη για πολιτική και η εξάρτηση από την πολιτική επίσης εξαφανίζεται. Κι έτσι, οι ιερείς και οι πολιτικοί έχουν πολεμήσει σκληρά ενάντια στην οργασμικότητα.

Ο πλήρης Οργασμός είναι ένας Θάνατος.

Ο πλήρης Οργασμός είναι μία Γέννηση.

Ο πλήρης Οργασμός είναι Ζωή.

Η εκπαίδευση για τον πλήρη οργασμό, με σεξουαλικές τεχνικές, είναι η επιστροφή στη συνείδηση της αρχέγονης ορμής, στο Άλφα, στο Άιν Σοφ, στον δημιουργό της μορφής. Η μορφή γίνεται μια θανατηφόρα παραίσθηση όταν «υποκρίνεται» σαν να είναι η Ουσία. Η μορφή είναι απλά ο παιχνιδότοπος των σιωπηλών αρχών. Η Ουσία δεν μπορεί να γνωριστεί. Δεν είναι τμήμα του χωροχρονικού συνεχούς.

Όταν η Μορφή «νομίζει» για τον εαυτό της ότι είναι η ουσία, τότε είναι η ώρα της να διαλυθεί. Ο πλήρης οργασμός οδηγεί κάποιον πίσω στις «αρχές» –στην αρχέγονη ορμή της ενότητας που επιθυμεί να γνωρίσει τον εαυτό της μέσα από τις πιθανότητες και τις δυνατότητές της. Όταν μία μορφή είναι πρόθυμη να αφεθεί (to let go), όταν έχει τη θέληση να αφεθεί, να πεθάνει, τότε ο θάνατος δεν είναι επώδυνος. Ο πόνος είναι το αποτέλεσμα μιας πάλης, η πεποίθηση ότι η μορφή είναι η ουσία. Η μορφή δεν είναι η ουσία. Το φαινόμενο δεν είναι η ουσία. Το σύμπτωμα δεν είναι η ουσία. Η ουσία είναι η ουσία.

Μπορούμε να φτάσουμε στο σημείο ενός πλήρους, ολοκληρωτικού, χαοτικού οργασμού, να φτάσουμε στη δημιουργική δύναμη της ίδιας της ζωής. Ο θάνατος, με την έννοια της οπτικής του δυτικού πολιτισμού, είναι μια ψευδαίσθηση. Αυτή η ψευδαίσθηση πηγάζει από την πεποίθηση ότι η μορφή είναι η ουσία. Φυσικά, αυτό είναι μια απαραίτητη επινόηση με την οποία το Πνεύμα απολαμβάνει και διασκεδάζει τον εαυτό του. Όμως, η μορφοποιητική διαδικασία και η αποσυνθετική διαδικασία, είναι απλά αυτό: διαδικασίες. Δεν είναι πράγματα. Είναι διαδικασίες. Ο θάνατος, όπως τον καταλαβαίνουμε, μπορεί να συμβεί μόνο στα πράγματα, όχι στις διαδικασίες. Ο ύστατος οργασμός απομακρύνει την Πραγματικότητα από τη ζωή, και σε ρίχνει πίσω στην Αρχέγονη Διαδικασία, στη Μη-Πραγματικότητα.

Κάθε μορφή είναι απαραίτητη ως τμήμα της διαδικασίας της εμπειρίας. Ο κίνδυνος υπάρχει μόνο στην απώλεια της συνείδησης ότι η μορφή είναι απλά μορφή –δηλαδή ο τρόπος με τον οποίο η Ουσία γνωρίζει και βιώνει τις Άπειρες Δυνατότητες. Στα πνευματικά όπως και στα υλικά ζητήματα, οι άνθρωποι έχουν τη φριχτή τάση να πιστεύουν στ’ αλήθεια ότι η μορφή είναι η ουσία. Δεν είναι δύσκολο να το δει κανείς γύρω του αυτό. Εκκλησίες, κυβερνήσεις, οικογένειες, δουλειές, οι λέξεις είναι όλες μορφές που έχουν παρεξηγηθεί ότι είναι η Ουσία. Αν δεν κατανοηθεί αυτή η διαδικασία, ο ίδιος ο άνθρωπος θα γίνει όλο και περισσότερο το πράγμα που θα επεξεργαστεί και θα μηχανοποιηθεί στην υπηρεσία της Μορφής. Αυτή είναι η αληθινή Πτώση, το να πιστεύεις ότι οι λέξεις είναι η γνώση, κι ότι η γνώση είναι η ουσία.

Η μορφή δεν είναι η ουσία. Η λέξη δεν είναι η ουσία. Οι γνώσεις για την ουσία δεν είναι η ουσία. (Και, τι είναι η συνουσία;) Κοιτάξτε ένα αυγό. Βλέπετε το τσόφλι του, αγγίζετε το τσόφλι του, γεύεστε το τσόφλι του. Είναι περίβλημα. Κι όμως, δεν είναι αληθινό αυτό που βλέπετε, δεν φαίνεται τίποτε από την αλήθεια του. Η ουσία είναι μέσα στο αυγό, δεν είναι αυτό που φαίνεται. Αυτό που κρύβεται μέσα στη μορφή, δεν έχει καμία σχέση με τη μορφή. Αν ήσασταν μέσα στο αυγό, και θέλατε να έρθετε σε επαφή με τη ζωή, θα έπρεπε να σπάσετε το τσόφλι, να διαλύσετε τη μορφή, για να έρθετε εσείς η ουσία σε εμπειρία της ουσίας. Η γέννησή σας θα ήταν ο θάνατος της μορφής του αυγού, η διάλυση της μορφής από την ουσία. Και η πρώτη σας επαφή με την ουσία. Αν είμαστε μέσα στο αυγό, το αυγό πρέπει να είναι αρκετά χοντρό για να μας προστατεύει όσο είμαστε μέσα του, αλλά και αρκετά λεπτό για να μπορούμε να το σπάσουμε και να βγούμε έξω όταν έρθει η ώρα. Είναι ένα μυστικό αυτό.

Ο οργασμός, όπως και ο θάνατος, όπως και η γέννηση, είναι το σπάσιμο του αυγού.

Το αληθινό οργασμικό σεξ είναι πολύ παρόμοιο με τον θάνατο.

Όπως ακριβώς στον πολιτισμό μας έχει διαχωριστεί η αγάπη από το σεξ, με τον ίδιο τρόπο έχει διαχωριστεί ο θάνατος από τη ζωή. Και με τον ίδιο τρόπο έχει ταυτιστεί η μορφή με την ουσία. Έχουμε μάθει να φοβόμαστε τον θάνατο, επειδή δεν είμαστε σε συνεχή επαφή με την ουσία, αλλά σε συνεχή επαφή με τη μορφή, που είναι καταδικασμένη να χαθεί για να αναδυθεί η ουσία. Έτσι, οτιδήποτε διαισθανόμαστε ότι έχει να κάνει με την ουσία, το έχουμε ταυτίσει υποσυνείδητα με τον θάνατο.

Στην πραγματικότητα, στην κουλτούρα και στον πολιτισμό μας, κατά βάθος θεωρούμε ότι ο θάνατος είναι ταυτισμένος με την απώλεια της προσωπικότητας, δηλαδή με την απώλεια της ταυτότητας, δηλαδή με το χάσιμο του Εγώ. Έτσι έχουμε ταυτίσει το Εγώ με τη ζωή. Το Εγώ μπορεί να υπάρξει μόνο με τον διαχωρισμό του από όλα τα άλλα πράγματα, για να έχει ταυτότητα, εντοπισμό, ύπαρξη, ατομικότητα, προσωπικότητα. Έτσι, ασυνείδητα πιστεύουμε ότι ο διαχωρισμός είναι η ζωή και ότι η ενότητα είναι ο θάνατος. Ενώ ισχύει το ακριβώς αντίθετο. Έχουμε πάρει τη μορφή για την ουσία. Είναι λάθος. Η ενότητα είναι η ζωή, και ο διαχωρισμός είναι ο θάνατος. (Στα ελληνικά, Κόλαση, σημαίνει αποκοπή, διαχωρισμός).

Επειδή η συνουσία οδηγεί στον οργασμό, στην ευχαρίστηση της απόλυτης παράδοσης στην ουσία, έχουμε ασυνείδητα οδηγηθεί να πιστεύουμε ότι η συνουσία είναι ο θάνατος. Και ότι πρέπει να παλέψουμε με τον θάνατο για να τον νικήσουμε. Ότι πρέπει να παλέψουμε κατά τη συνουσία. Γι’ αυτό δεν αφηνόμαστε κατά τη συνουσία. Οι άντρες αρέσκονται να νιώθουν ότι εμβολίζουν, οι γυναίκες να νιώθουν ότι απορροφούν. Και αυτό κάνουν. Και τα δύο έχουν να κάνουν με την επιβολή, με την κατάκτηση, με τη βία, με την αφομοίωση του αντιπάλου στον εαυτό μας. Και αυτό γίνεται με σκοπό την εγωιστική ηδονή, την επιβεβαίωση της μορφής, την ενδυνάμωση του Εγώ. Ο άντρας κατακτά τη γυναίκα εισχωρώντας μέσα στον εαυτό της, η γυναίκα κατακτά τον άντρα απορροφώντας τον μέσα στον εαυτό της. Είναι ένας αγώνας, μια εξαφάνιση του άλλου και μια ενίσχυση του εαυτού. Είναι πολύ αναμενόμενο να μην έχει να κάνει με την αγάπη. Και η αγάπη να μην έχει να κάνει με το σεξ. Να είναι δύο διαφορετικά πράγματα.

Επειδή έχουμε ταυτίσει τον θάνατο με την απώλεια της προσωπικότητας, δηλαδή με την απώλεια της ταυτότητας, με το χάσιμο του Εγώ, και έχουμε ταυτίσει το Εγώ με τη ζωή, και την απώλεια του Εγώ με τον θάνατο, την παραμικρή απώλεια του Εγώ την αντιμετωπίζουμε ως εμπειρία θανάτου. Φόβου και τρόμου, κάτι αποτρόπαιο, κάτι από το οποίο πρέπει να προστατευτούμε.

Το χάσιμο του εαυτού που συμβαίνει με τον απόλυτο οργασμό, που προκύπτει από την απόλυτη παράδοση, το έχουμε ταυτίσει με τον θάνατο, και είναι όντως εμπειρία παρόμοια με τον θάνατο, είναι ανάδυση της ουσίας, σπάσιμο του αυγού, διάλυση της μορφής, απώλεια της ταυτότητας, αναίρεση του διαχωρισμού, απόλυτη ενότητα, θάνατος.

Γι’ αυτό και ο οργασμός είναι ταμπού. Είναι το ταμπού του θανάτου. Και το απενοχοποιημένο σεξ, με αχαλίνωτη αγάπη, που οδηγεί στον απόλυτο οργασμό, είναι ταμπού, απαγορεύεται. Πρέπει πάντα να κρατάμε πίσω κάτι (to hold back), πρέπει να μην «παρασυρόμαστε ολοσχερώς», να έχουμε ανασφάλεια, να φοβόμαστε την «έκθεση», την απόλυτη αδυναμία που προκύπτει από την απόλυτη παράδοση, από τον απόλυτο οργασμό, από το απόλυτο σεξ, από την απόλυτη αγάπη. Τόσο άρρωστοι είμαστε σαν άνθρωποι, τόσο άρρωστος είναι ο πολιτισμός μας και η κουλτούρα μας. Φοβόμαστε να μην πεθάνουμε, ενώ είμαστε ήδη πεθαμένοι, δεν ζούμε. Κι όταν νιώσουμε κάτι από την αληθινή ζωή, προτιμούμε αμέσως να συνεχίσουμε να είμαστε πεθαμένοι, για να μην πεθάνουμε!

Η Σεξουαλικότητα στον Δυτικό Πολιτισμό

Ιστορικά, στη δυτική μας κουλτούρα, η σεξουαλικότητα ήταν πάντα ψυχαναγκαστική. Η παράδοσή μας, είτε διδάσκει την αποχή και την εγκράτεια, είτε την ακολασία και την παρόρμηση, και μερικές φορές και τα δύο ταυτόχρονα (τη σύζυγο για τα παιδιά, την πόρνη για την ευχαρίστηση). Αυτά είναι τα δύο μονοπάτια της συνηθισμένης σεξουαλικότητας, τα οποία, φυσικά, οι περισσότεροι θιασώτες τους πιστεύουν ότι είναι ασυνήθιστα και εκπληκτικά. Μάλιστα, οι περισσότεροι άνθρωποι πιστεύουν ότι η μορφή της σεξουαλικής τους συμπεριφοράς είναι μοναδική και ολοκληρωμένη, και από τη συνηθισμένη οπτική αυτό είναι αλήθεια.

Στα πρώτα στάδια της εγκαθίδρυσης του θεσμού του Γάμου, η σεξουαλικότητα υιοθετήθηκε για να χρησιμοποιηθεί σαν ένα «δεσμευτικό» μέσο, ένα μέσο δεσμού. Έλπιζαν ότι με το να επιβάλλουν αρχικά σεξουαλική εγκράτεια πριν από τον γάμο, κι έπειτα τελικά να προσφέρεται «άφεση της αμαρτίας» και σεξουαλική ικανοποίηση μέσα στον Γάμο, θα δημιουργούταν η αποτύπωση ενός δεσμού με ηδονικό πρότυπο, που θα συγκολλούσε το ζευγάρι, για να εξασφαλιστεί ότι το μωρό θα ήταν ασφαλές και προστατευμένο από το ζευγάρι και θα επιβίωνε με τον τρόπο που το θρησκευτικό-πολιτιστικό παράδειγμα βλέπει ως τον μόνο δυνατό τρόπο να διατηρήσει τον εαυτό του και το είδος του. (Για κάθε κουλτούρα, η έννοια του ανθρωπίνου είδους και του εαυτού της, είναι το ένα και το αυτό).

Η απαγόρευση του σεξ πριν από τον Γάμο, δεν στοχεύει σε καμία ηθική κατάκτηση, αλλά στην ενίσχυση του Γάμου, και στην ενίσχυση της επιβίωσης του είδους μέσω της ασφάλειας των τέκνων.
Όπως η Ιστορία έχει δείξει, η παρθενία έχει εξυπηρετήσει στο να δημιουργηθεί μία δυναμική μετα-συνουσιακή δέσμευση, όταν επιτέλους η συνουσία επιτευχθεί, και στο να δημιουργηθεί ένας οικονομικός μηχανισμός για εκείνα τα πατριαρχικά καθεστώτα στα οποία η ιδιοκτησία θεωρούνταν ως η υψηλότερη έκφραση του κύρους, της υπόληψης και της δύναμης.

Οι περισσότερες πρώιμες φάσεις του Δυτικού Πολιτισμού (ως το 1960) έδειχναν μικρό ενδιαφέρον για τη φύση και την καλλιέργεια της γυναικείας σεξουαλικότητας. Αυτό έρχεται σε πλήρη αντίθεση με τις αρχαίες μυστηριακές θηλυκές λατρείες, όπου η γυναικεία σεξουαλική ευχαρίστηση ήταν κυρίαρχη, και όπου πολύ συχνά οι άντρες «χρησιμοποιούνταν» ως σεξουαλικά αντικείμενα, όπως ακριβώς και οι γυναίκες έχουν χρησιμοποιηθεί πιο πρόσφατα.

Αυτό που έκαναν οι γυναίκες στους άντρες σε παλαιότερες εποχές, έκαναν οι άντρες στις γυναίκες σε νεότερες εποχές. Οι αρσενικές θρησκείες, όπως επίσης και οι μυστικές τους αδελφότητες, επέμειναν στο να τιμωρούν το θηλυκό για τη γνώση και τη δύναμη που αυτό κατέχει σχετικά με την ανώτερη χρήση των ψυχο-σεξουαλικών δυνάμεων. Η γυναίκα ήταν πάντα πιο κοντά σε αυτήν την αλήθεια, από ό,τι το πατριαρχικό αρσενικό αντίστοιχό της. Οι άντρες όχι μόνο φοβόντουσαν πάντοτε τη φυσική γνώση της, αλλά και τις σεξουαλικές ικανότητές της. Έτσι, δημιούργησαν την εικόνα (που ίσως να είναι και αλήθεια) ότι οι γυναίκες αρχικά «δεν έδειχναν κανένα ενδιαφέρον για το σεξ».

Με όρους σεξουαλικής ικανότητας, το αρσενικό είναι σημαντικά πιο αδύναμο. Η υπερβολική ευαισθησία του απέναντι στη σεξουαλική κριτική, οδήγησε σε μεγάλο βαθμό στην «περιφρόνηση» (μεταμφιεσμένο φόβο) που νιώθει απέναντι στο «αδύναμο φύλο». Ο φόβος του άντρα για τη σεξουαλική κριτική ή τη σεξουαλική αποτυχία και ο συνεχής φόβος του για τη γυναικεία απιστία, και η ανάγκη της γυναίκας για συνεχή κολακεία της σεξουαλικότητάς της και η συνεχής σύγκρισή της με τις άλλες γυναίκες και η ζηλοφθονία της, οδήγησαν σε μια εξαιρετική ανασφάλεια των δύο φύλων απέναντι στο σεξ. Και αυτή η ανασφάλεια, συνδυάστηκε με τον φόβο για την αγάπη, την παράδοση, την έκθεση, τον απόλυτο οργασμό, την ενότητα, τον «θάνατο».

Και αυτά οδήγησαν σε μία σεξουαλική αγωνία, σε μια σεξουαλική αδυναμία, σε ένα σύστημα σεξουαλικών περιορισμών, και τελικά σε μία μεταμφίεση όλων αυτών –για να μη νοηθούν ως αδυναμία και έλλειμμα– σε σεξουαλική ζωώδη δυναμικότητα, σεξουαλική εκδικητικότητα, επίπλαστη σεξουαλική ελευθεριότητα, σεξουαλικό κατακερματισμό της ουσίας προς χάριν της μορφής, των φαινομένων, ένα ατέρμονο παιχνίδι εντυπώσεων και επιβεβαιώσεων.

Μέσα από αυτήν την άρρωστη κατάσταση, οι ρόλοι διαστράφηκαν και αντιστράφηκαν για μια ακόμη φορά, οι άντρες καταδείχθηκαν ως «ευαίσθητοι», «παιδιάστικοι», «ανώριμοι», «ανέμπιστοι», «κορόιδα», με αγωνία για τον ρόλο της πατρότητας, οι γυναίκες ως «αυστηρές», «δυναμικές», «λάγνες» ή «ασεξουαλικές», «αφιλότιμες», «ανεξάρτητες», μη αποδεχόμενες εύκολα τον ρόλο της μητρότητας. Αυτό οδήγησε σε ένα σεξ των δύο φύλων αφοσιωμένο να αποδείξει το αντίθετο από όλα αυτά στο άλλο φύλλο. Που όμως ερχόταν άμεσα τελικά σε αντίθεση με τη στάση που κρατούσε ο καθένας απέναντι στον άλλον μετά από το σεξ, επιστρέφοντας σε αυτά τα πρότυπα. Μια αντίφαση, ένα ξεμπρόστιασμα, μια έκθεση.

Και για να αποφευχθεί όλο αυτό, άρχισε η συνεχής αναζήτηση και αλλαγή σεξουαλικών παρτενέρ, με μόνο σκοπό την υπεκφυγή, τη συγκάλυψη του προβλήματος, και την επιφανειακή επιβεβαίωση των διαστρεμμένων αρχετύπων. (Ή άλλη εκδοχή έγινε η αυτοϊκανοποίηση). Το σεξ έγινε ένα πρόβλημα που προσπαθούσε να συγκαλύψει το πρόβλημα. Έγινε ένα μέσο. Και ως μέσο έγινε μέτριο. Άρχισε να εξυπηρετεί πάντα έναν άλλο σκοπό. Όχι την ουσία.

Τίποτε σημαντικό δεν μπορούσε να γίνει πια με το σεξ, στον δυτικό πολιτισμό. Έφτασε στο σημείο να χρησιμοποιείται εμπορικά για να διεγείρει τα απωθημένα, και τη στρεβλή ικανοποίηση τους με το εμπορικό αντικείμενο. Κι έπειτα οι περισσότεροι ακολούθησαν τη διέγερση που επέβαλλε η εμπορική χρήση και επιβολή. Όπως και αν το δει κανείς, έγινε ένα μέσο εκμετάλλευσης. Τα αληθινά μυστικά του σεξ και η ουσία του, χάθηκαν για τον δυτικό πολιτισμό.

Μικρή εισαγωγή σε μια Δυτική Τάντρα

Το σεξ είναι η μεγαλύτερη δύναμη στον πλανήτη, είναι η δύναμη που κάνει τα πάντα να δουλεύουν, είναι η δύναμη που κάνει τα πάντα να συνεχίζουν, είναι η δύναμη της ζωής. Το σεξ είναι ενέργεια. Είναι η ενέργεια του κόσμου, και η ενέργεια των ανθρώπων. Γιατί είναι τόσο σημαντικό το σεξ; Διότι είναι το μέσο της επαφής μας με την αρχέγονη ουσία, με την υπέρβαση της πραγματικότητας, το μέσο της επαφής μας με την ενότητα, πέρα από τους διαχωρισμούς, πέρα από τον εαυτό, η ολοκληρωμένη ευχαρίστηση της ύπαρξης ενωμένη με την ουσία της ζωής.

Το σεξ πρέπει να μεταμορφωθεί, να αλλάξει, να εξελιχθεί, για να μπορέσει ο άνθρωπος να μεταμορφωθεί, να αλλάξει, να εξελιχθεί, για να μπορέσει ο πλανήτης να μεταμορφωθεί, να αλλάξει, να εξελιχθεί.

Είμαστε σε αυτή την κατάσταση που βρισκόμαστε αυτή τη στιγμή στον κόσμο, επειδή αδυνατούμε να επιτελέσουμε αυτή τη μεταμόρφωση. Όλες οι προσεγγίσεις της σεξουαλικότητας μέχρι σήμερα, απέτυχαν να το κάνουν. Πρέπει να επιχειρηθεί πρακτικά μια νέα προσέγγιση της σεξουαλικότητας, και να δημιουργηθεί μια νέα σεξουαλική οικολογία. Το σεξ είναι ο χειρισμός της ενεργειακής διαμόρφωσης του όντος. Το σεξ πρέπει να ενωθεί με την αγάπη. Πρέπει να πάψει ο διαχωρισμός αγάπης και σεξ. Πρέπει να αποδεσμευτούν όλα αυτά από τη γονική κατάσταση. Το σεξ να μην είναι απλά μέσο αναπαραγωγής τέκνων, που πειρατικά το εφαρμόζουμε για ηδονή, κι η αγάπη να μην είναι απλά η μεταμφιεσμένη αγάπη προς τους γονιούς μας, που πειρατικά την εκδηλώνουμε στον ερωτικό μας σύντροφο.

Το σεξ και η αγάπη πρέπει να απενοχοποιηθούν. Το σεξ πρέπει να αποδεσμευτεί από τη μορφή και να γίνει το μέσο με το οποίο κάποιος μπορεί να αντικρίσει την ουσία πίσω από τη μορφή. Είναι ο ενεργειακός μηχανισμός της υπέρβασης της πραγματικότητας, που συνδεδεμένος με την αγάπη γίνεται όραση της ύψιστης αποκάλυψης. Του νοήματος της ζωής των όντων, που έρχονται σε επαφή με την ενέργεια της πηγής τους. Ο οργασμός είναι η παράδοση στην ενότητα, το ύψιστο μοίρασμα, η χαοτική κατάδυση στο άφατο και στο ανεκδήλωτο, που φανερώνεται και εκδηλώνεται στο ζενίθ της συνουσίας, που δεν είναι πάλη ή τρικ επιβεβαίωσης, αλλά χάσιμο του Εγώ, ενεργειακό πείραμα, δοκιμασία των ορίων, επέκταση των ορίων, διάλυση της μορφής, υπέρβαση, ολοκλήρωση μέσα από την απόλυτη αφαίρεση.

Πρέπει να υπερνικηθεί ο εγωιστικός φόβος του θανάτου, που είναι μια ψευδαίσθηση, και να κατανοηθεί ότι αυτός ο φόβος είναι σεξουαλικό πρόβλημα, ενεργειακό πρόβλημα. Οποιοδήποτε σεξουαλικό πρόβλημα, είναι ενεργειακό πρόβλημα, είναι ένα βραχυκύκλωμα. Προκαλεί βραχυκύκλωμα σε όλον τον μηχανισμό. Ο άνθρωπος είναι μηχανισμός, υλικός και ενεργειακός και πνευματικός μηχανισμός. Αυτά είναι αλληλένδετα επίπεδα που αλληλοεπηρεάζονται. Οποιαδήποτε παρεμβολή σε οποιοδήποτε σημείο οποιουδήποτε επιπέδου, είναι παρεμβολή σε όλον τον μηχανισμό.

Πρέπει να εντοπίσουμε τις επιβεβλημένες παρεμβολές, να τις ακυρώσουμε, πρέπει να συνειδητοποιήσουμε τις ακούσιες παρεμβολές, να τις μεταλλάξουμε, πρέπει να προσπαθήσουμε για εκούσιες θεληματικές παρεμβολές, να μεταμορφώσουμε τον μηχανισμό, να τον εξελίξουμε. Η ενέργεια και το εργαλείο παρεμβολών, μεταξύ άλλων, είναι η σεξουαλικότητα, η σεξουαλική ενέργεια, το σεξ. Οι σεξουαλικές τεχνικές, που οδηγούν στην κατανόηση και στην εφαρμογή όλων των παραπάνω «πρέπει», και στην αρμονική ολοκλήρωσή τους, είναι η νέα δυτική Τάντρα που προτείνω, που είναι ένα μεγάλο ζήτημα πειθαρχικής εκπαίδευσης και μία ατραπός προς την αφύπνιση, τη φώτιση και την απελευθέρωση. Μπορούμε να μεταμορφωθούμε, από προγραμματισμένα ρομπότ που είμαστε, σε προγραμματιστές του εαυτού μας. Πρέπει να αγαπήσουμε αληθινά. Και πρέπει να απολέσουμε τον παλιό εαυτό μας και να μείνει μόνο η αγάπη.

Η αφή

Όπως η αναπνοή μάς συνδέει με τη ζωή, έτσι και το άγγιγμα είναι το πιο εκφραστικό μέσο για τη μετάδοση συναισθηματικών πληροφοριών ανάμεσα σε δύο άτομα. Η πρώτη συγκεκριμένη εμπειρία, που μας εισαγάγει στον κόσμο αυτό, πραγματοποιείται με το άγγιγμα των ανθρώπινων χεριών και το άγγιγμα παραμένει η επαφή στην οποία έχουμε τη μεγαλύτερη εμπιστοσύνη.

Θα εμπιστευτώ το άγγιγμά σου, πριν εμπιστευτώ τα λόγια σου. Οι στενές προσωπικές σχέσεις τονώνονται ή αποθαρρύνονται από τον τρόπο με τον οποίο οι άνθρωποι βιώνουν την άμεση αυτή επαφή.

Θυμήσου με πόσους τρόπους χρησιμοποιείς τα χέρια σου: για να σηκώσεις, για να χαϊδέψεις, για να κρατηθείς, να δείρεις, να ισορροπήσεις. Κάθε άγγιγμα συνδέεται μ' ένα συναίσθημα, όπως αγάπη, εμπιστοσύνη, φόβο, αδυναμία, αναστάτωση και πλήξη.

Διδάσκω τους ανθρώπους να συνειδητοποιούν πώς αισθάνονται οι άλλοι την επαφή τους. Για να το μάθεις αυτό, πρέπει να ρωτήσεις, "πώς αισθάνεσαι όταν σ' ακουμπάω έτσι;" Μας έχουν πολύ λίγο μάθει να αισθανόμαστε το άγγιγμά μας. Αυτή η ερώτηση θα φέρει σε δύσκολη θέση πολλούς ανθρώπους. Όταν τη μεταχειριστείς λίγο καιρό, αρχίζεις να καταλαβαίνεις την αξία της.

Μία άλλη πλευρά του αγγίγματος είναι να πεις σε κάποιον άλλον τι συναισθήματα σού δημιουργεί το δικό του άγγιγμα. Είναι σημαντικό να θυμόμαστε ότι, εκτός αν κάποιος άλλος μας επιστήσει την προσοχή σ' αυτό, δεν έχουμε καμία αντίληψη της αίσθησης που δημιουργεί το άγγιγμά μας. Θυμάμαι πόσες φορές άτομα συναισθηματικά και ενθουσιώδη μου ματώσανε τα δάχτυλά μου: φορούσα δαχτυλίδια κι εκείνοι μου λιώσανε τα δάχτυλα με μία εγκάρδια χειραψία.

Πιστεύω επίσης πως οι περισσότεροι γονείς δεν έχουν καμία πρόθεση να τραυματίσουν τα παιδιά τους, όταν τα χτυπάνε. Μα ούτε υποψιάζονται καθόλου πόσο δυνατά χαστουκίζουν. Πολλοί κυριεύονται από φρίκη όταν δουν τα αποτελέσματα από τα χτυπήματά τους. Αυτό κυρίως ισχύει με άτομα που διδάχτηκαν πώς να αποκτήσουν μεγάλη σωματική δύναμη, αλλά δεν έμαθαν τι αποτελέσματα έχει αυτή η δύναμη πάνω στους άλλους ανθρώπους και ιδιαίτερα στα παιδιά.

Γνώρισα έναν που έσπασε τρία πλευρά της γυναίκας του όταν την αγκάλιασε, μετά από μία απουσία του. Ξέρω πως αυτός ο άντρας δεν είχε καθόλου εχθρικά συναισθήματα για τη γυναίκα του. Μα ούτε του περνούσε απ' το νου πως ήταν τόσο δυνατός.

Θέλω να τονίσω ότι χρειάζεται να μάθουμε να έχουμε συναίσθηση του αγγίγματός μας, αλλά και να το σκεπτόμαστε. Αυτό το σημείο της διαπαιδαγώγησής μας έμεινε ολότελα παραμελημένο. Την επόμενη φορά που θα χαιρετήσεις κάποιον με χειραψία ή θα χαϊδέψεις κάποιον, φρόντισε να νιώσεις τι συμβαίνει καθώς τον αγγίζεις.

Έπειτα κουβέντιασε αυτές σου τις παρατηρήσεις μαζί του: "Τότε, λοιπόν ένιωσα...Εσύ τι ένιωσες;" Μερικοί λένε ότι δεν αισθάνθηκαν τίποτε κι ότι όλα αυτά τους φάνηκαν κουταμάρες και βλακείες. Αυτό με στενοχωρεί, γιατί σημαίνει πως εκείνοι έχουν χτίσει τοίχους τριγύρω τους, ώστε να μην ευχαριστιούνται καθόλου από τη φυσική επαφή.

Ξεπερνάει κανένας πραγματικά ποτέ την επιθυμία και την ανάγκη για την ίδια τη σωματική επαφή και για την ανακούφιση που προσφέρει;

Τα τελευταία δέκα χρόνια, οι άνθρωποι άρχισαν να δέχονται τις ανάγκες τους για τη σωματική επαφή.

Το αγκάλιασμα είναι ένας ανερωτικός, πολύ ανθρώπινος τρόπος για να πάρεις και να δώσεις στοργή.

Άρχισαν σιγά σιγά και οι άνδρες να το αποδέχονται. Το δέρμα τους μπορεί να πεινάει τόσο, όσο και των γυναικών για χάδι.

Ίσως, αν οι άνθρωποι επέτρεπαν στον εαυτό τους να ικανοποιήσουν τις ανάγκες τους για χάιδεμα, δε θα ήταν τόσο επιθετικοί.

Η γένεση της Προσωκρατικής σκέψης

Προσωκρατική φιλοσοφία: Ο θεμέλιος λίθος της δυτικής σκέψης

§1

Ι. Η φιλοσοφία, καθ’ όλη την ιστορική της διαδρομή, είναι συνδεδεμένη με μια αλυσιδωτή παράδοση, που έχει ως αφετηρία την ελληνική φιλοσοφία από τη σκέψη των προσωκρατικών έως και τις ανεκτίμητες συλλήψεις του Πλάτωνος, του Αριστοτέλη και των άλλων φιλοσοφικών ρευμάτων που ακολούθησαν (επικούρειοι, σκεπτικισμός, νεοπλατωνισμός κ.λπ.). Ακόμη κι αν η φιλοσοφία είναι κάθε άλλο παρά βέβαιη για τη δική της ταυτότητα, το ίδιο το ερώτημα «Τι είναι η φιλοσοφία;» είναι άρρηκτα συνδεδεμένο με τα ελληνικά θεμέλια. Κανείς μεταγενέστερος στοχαστής, έως και σήμερα, δεν μπόρεσε να εφεύρει εκ νέου τη φιλοσοφία, διότι ήταν πάντα εκεί.

ΙΙ. Στην πραγματικότητα, η προσωκρατική σκέψη ως ο πρώτος σταθμός της ελληνικής φιλοσοφίας ξεκίνησε ακριβώς την εποχή που η ανατολική υπερδύναμη χτύπησε τον ελληνικό κόσμο και άπλωσε την κυριαρχία της στο πιο ακμάζον, προηγμένο και εκλεπτυσμένο τμήμα, τις πόλεις της Ιωνίας. Αλλά η εγκαθίδρυση της περσικής κυριαρχίας σ’ αυτές τις περιοχές των Ελλήνων ήταν απλώς η τελευταία πράξη σε μια διαδικασία αλληλεπιδράσεων που συνεχιζόταν για μεγάλο χρονικό διάστημα. Ανήκει στη μοίρα του ανθρώπου να ταξιδεύει μέσα στο χρόνο και να επισταθμεύει σε περιόδους, που κυοφορούν μια φωτεινή απαρχή της ανθρώπινης σκέψης, παρά και ενάντια ενίοτε στο σκοταδισμό των καιρών. Αυτό είναι εξάλλου το κύριο χαρακτηριστικό της ιστορίας, που παρηγορεί την απαρηγόρητη, κατά τα άλλα, ανθρώπινη ζωή. Μια τέτοια περίοδος είναι εκείνη της γένεσης της ελληνικής φιλοσοφίας, που μας διανοίγει ολοταχώς προς την ζωοδότρα εστία της προσωκρατικής φιλοσοφίας.

§2

Η τελευταία αρχίζει να αναδύεται στην ιστορική σκηνή, κατά τον 6ο αι. π.Χ., ως ορθολογικός στοχασμός ορισμένων διανοητών έναντι του ασύντακτου, αλλά άκρως παντοδύναμου ακόμη μυθολογικού τρόπου σκέψης. Υπόσχεται να καθιδρύσει ένα νέο σκέπτεσθαι στη ζωή του ανθρώπου και του πολιτισμού του, που να συνδυάζει θεωρητική ερμηνεία του σύμπαντος κόσμου και πρακτική αντιμετώπιση καίριων ζητημάτων της οικονομικής, κοινωνικής και πολιτικής οργάνωσης του ανθρώπινου κόσμου. Γι’ αυτό και ο λόγος των προσωκρατικών διανοητών δεν εκτυλίσσεται ερήμην του κοινωνικού και πολιτικού γίγνεσθαι, αλλά σε συνδυασμό με πρακτικές τους συμβολές για τη θεσμική συγκρότηση της πόλεως, για τη χάραξη αποτελεσματικής πολιτικής στρατηγικής, για την αντιμετώπιση δυσοίωνων καταστάσεων, για μια στοχαστική θεώρηση του θείου κ.λπ. Πρόκειται για ένα ανεπανάληπτο επίτευγμα της ιστορίας, το οποίο όμως δεν προέκυψε στιγμιαία και αιφνίδιαˑ κυοφορήθηκε καθ’ όλο τον προηγούμενο χρόνο και δέσποσε στο κέντρο της ζωής, ευθύς με την ωρίμανση όλων των υλικών και πνευματικών συνθηκών. Παρόμοιο επίτευγμα πάνω σε ελληνικό έδαφος και από αληθινούς δημιουργούς είναι και εκείνο της δημοκρατίας. Γενέθλιος τόπος της δημοκρατίας είναι η Αθήναˑ όχι όμως και της ελληνικής φιλοσοφίας.

§3

Γενέθλιος τόπος της τελευταίας, υπό τη μορφή του προσωκρατικού στοχασμού, είναι οι ελληνικές αποικίες της Μικράς Ασίας, με βασική κοιτίδα τη Μίλητο, από όπου κατάγονται οι τρεις Μιλήσιοι διανοητές: Θαλής, Αναξίμανδρος και Αναξιμένης. Επίσης η Κολοφώνα, πατρίδα του Ξενοφάνη, η Έφεσος (Ηράκλειτος), η Σάμος (Πυθαγόρας-Μέλισσος), οι Κλαζομενές (Αναξαγόρας) τα Άβδηρα (Λεύκιππος και Δημόκριτος) κ.α. ή ακόμη και οι εποικισμένες περιοχές της κάτω Ιταλίας και της Σικελίας, η Ελέα και ο Ακράγαντας (Ζήνων, Παρμενίδης, Εμπεδοκλής). Ωστόσο, η Αθήνα αναδείχτηκε, στα μετέπειτα χρόνια, σε κέντρο πνευματικών ζυμώσεων, οι οποίες δεν θα έπρεπε να αμφισβητούν τα καθιερωμένα όρια του υγιούς κοινού νου. Κάθε υπέρβαση του status της μαζικής κουλτούρας τιμωρούνταν με θάνατο ή εξορία, όπως συνέβη με τον Σωκράτη, τον Αναξαγόρα, τον Πρωταγόρα κ.α., και θα συνέβαινε επίσης με τον Αριστοτέλη, μετά το θάνατο του Αλεξάνδρου, εάν δεν έφευγε από την Αθήνα. Τέτοια φαινόμενα αποτελούν ιστορικά τεκμήρια για το πώς η φιλοσοφία, χωρίς να εχθρεύεται την καθημερινότητα, είναι το ευθέως αντίθετο προς την αντιπνευματική μαζική κουλτούρα αυτής της καθημερινότητας. Σύμφωνα με τον Χέγκελ, η φιλοσοφία θεωρείται για τον κοινό νου μια ανεστραμμένη Λογική. Η καλλιέργεια συνεπώς της φιλοσοφίας, πολύ περισσότερο δε η άσκησή της, εκκινεί από την αναγκαιότητα να δίνει νέα πνοή στο πνεύμα της εποχής (Zeitgeist) και να το ανυψώνει σε αυθεντικό θεωρεῖν, που σημαίνει: σε εποπτική σκέψη, σε κατανοητική ερμήνευση του πραγματικού. Εδώ έγκειται και η μεγάλη αξία του γεμάτου ελληνική ιδιοφυία συμβάντος της σκέψης, που ονομάζεται προσωκρατική φιλοσοφία.

§4

Για τον άνθρωπο, επομένως, που θέλει να φιλοσοφεί αληθινά, η φιλοσοφία δεν αποτελεί μια απλώς επαγγελματική απασχόληση, δικαιολογητική για υποχθόνιες σκοπιμότητες και ιδιοτελείς υπολογισμούς, όπως συμβαίνει κατά πολύ σήμερα με ορισμένους κηφήνες, που από καθέδρας ασχολούνται με τη φιλοσοφία ως διορισμένοι υπάλληλοι των διαφόρων κέντρων ή παράκεντρων εξουσίας, εκείνων δηλαδή που ο Σαρτρ αποκαλούσε παρακράτος. Η τάση της ελληνικής φιλοσοφίας, από τις απαρχές της ακόμη, αποβλέπει στην υπηρέτηση θεωρητικών σκοπών, στενά συνυφασμένων με πρακτικούς σκοπούς. Αυτή είναι η χαρακτηριστική κορυφογραμμή της προσωκρατικής φιλοσοφίας. Δυνάμει αυτής της γραμμής, η φιλοσοφία επανέρχεται στην επι-φάνεια της ανθρώπινης πραγματικότητας ως αληθινή φιλοσοφία, ως η διαλεκτική ερμηνεία του κόσμου. Όπως μας λέει ο Πλάτων, ο αληθινός φιλόσοφος δεν έχει καμιά σχέση με εκείνον τον τύπο ανθρώπου, που ασωτεύει αχαλίνωτα, ενίοτε μάλιστα μεταμφιέζεται σε φιλομαθή και διαλαλεί πως τάχα ταυτίζει το Είναι του με τη φιλοσοφία, την ίδια στιγμή που η «ακρόπολη της ψυχής του … είναι άδεια από γνώσεις και ωραίες ενασχολήσεις και από αληθινούς στοχασμούς» (Πολιτεία 560b). Απεναντίας, ο πραγματικός φίλος της σοφίας [=φιλό-σοφος] αντιμετωπίζει το ρεύμα της ζωής μέσα από την πιο βαθιά γνωριμία με την ιδέα του αγαθού, ώστε να αγαπά τη σοφία και να την αγαπά στην ολότητά της. Προς τούτο καλλιεργεί την έμφυτη ορμή της φιλομάθειας –έμφυτη σε κάθε άνθρωπο– εξευγενίζει ενθουσιαστικά την ψυχή του ως τα απώτερα ύψη και βάθη της, για να επιτύχει τελικά, σε κάποια ευλογημένη στιγμή, την πλήρη ταύτισή του με τη φιλοσοφία. Μια τέτοια ταύτιση σημαίνει πως ο φιλομαθής μετουσιώνει σε ύψιστη αρχή του βίου του τη διαλεκτική και μάλιστα ως την πιο ακαταμάχητη ερμηνευτική δύναμη.

§5

Ι. Εάν λοιπόν ο Πλάτων έφτασε να συλλάβει σε μια εντελή μορφή τη διαλεκτική, είναι γιατί προηγήθηκε όλη η, κατά την ορολογία του Νίτσε, προπλατωνική, κοινώς προσωκρατική φιλοσοφία, της οποίας ο Λόγος εν γένει σμιλεύτηκε με εξόχως διαλεκτικό τρόπο, ανεξάρτητα, εάν η έννοια της διαλεκτικής δεν είχε εισαχθεί ακόμη ως όρος και ως αντικείμενο έρευνας. Πώς εξηγείται αυτή η διαλεκτική αφύπνιση του Λόγου, χωρίς την προ-απαιτούμενη διανοητική/φιλοσοφική προπαιδεία. Εξηγείται από το γεγονός ότι αυτή τούτη η διαλεκτική δεν αντανακλά απλώς έναν τρόπο εξωτερικής επικοινωνίας, κοινής συνομιλίας ή εμπειρικής αποτίμησης, αλλά τη βαθύτερη ουσία του ανθρωπίνως υπάρχειν. Πώς έχει αυτό το υπάρχειν στα χρόνια γένεσης της ελληνικής φιλοσοφίας;

ΙΙ. Σε όλες τις εκφάνσεις της ανθρώπινης ζωής είναι ενεργές ποικίλες θεολογικές δοξασίες, όχι σπάνια με τη μορφή Θεογονιών και Κοσμογονιών, και αποτελούν την πρωταρχική ύλη για την εξήγηση της καταγωγικής αρχής των όντων. Το σύνολο σχεδόν των δοξασιών του ελληνικού κόσμου διέπεται από την παντοκρατορία του μύθου, που αποτελεί αστείρευτη πηγή ερεθισμάτων, εμπνεύσεων, φαντασιακών εκλεπτύνσεων ή παρορμήσεων για υψηλή ποίηση (π.χ. Όμηρος ή Ησιοδος), για μεταφυσικές, ήτοι μυστικιστικές συλλήψεις (π.χ. Ορφισμός), ή για εξυμνήσεις του ήθους ή του θείου. Στην δομική ενδοχώρα ωστόσο του μυθολογικού πλούτου μπορεί να εντοπίσει κανείς και κάποια φιλοσοφικά προμηνύματα, που προοιωνίζονται, κατά κάποιο τρόπο, την έλευση του φιλοσοφικού στοχασμού των προσωκρατικών.

ΙΙΙ. Πάντως, το κύριο γνώρισμα αυτού του στοχασμού είναι η τιτάνια προσπάθεια να δώσει νοητικές έως έλ-λογες εξηγήσεις στα φαινόμενα της φύσης και του κόσμου σε συνδυασμό πάντα και με ένα πρότυπο κοινωνικοπολιτικής ηθικής. Έτσι, όταν η προσωκρατική σκέψη εκκινεί από την ερμηνεία της φύσης, νοούμενης ως οντολογικής αρχής του κόσμου, δεν παραλείπει να ασχοληθεί και με συναφή οντολογικά, γνωσιοθεωρητικά ή ηθικά προβλήματα, σχετικά με τη δημόσια ή ιδιωτική ζωή των ανθρώπων, ως ζωτικών μελών της πόλεως, και να επιχειρήσει να αναδείξει την ενδότερη Λογική κίνηση της εν λόγω πραγματικότητας. Κατ’ αυτόν τον τρόπο αναπτύσσει έναν Λόγο, που ενσαρκώνει, κατά το δυνατόν, αυτή την κίνηση και αποστέργει μυθολογικές εξηγήσεις. Βέβαια, μια τέτοια δυναμική εκδίπλωση του προσωκρατικού Λόγου δεν ήταν ούτε μπορούσε να είναι ενιαίαˑ ήταν ωστόσο κατ’ εξοχήν διεισδυτική και διαλεκτική.