Τρίτη 6 Σεπτεμβρίου 2022

ΟΜΗΡΟΣ: Ὀδύσσεια (13.217-13.286)

Ὣς εἰπὼν τρίποδας περικαλλέας ἠδὲ λέβητας
ἠρίθμει καὶ χρυσὸν ὑφαντά τε εἵματα καλά.
τῶν μὲν ἄρ᾽ οὔ τι πόθει· ὁ δ᾽ ὀδύρετο πατρίδα γαῖαν
220 ἑρπύζων παρὰ θῖνα πολυφλοίσβοιο θαλάσσης,
πόλλ᾽ ὀλοφυρόμενος. σχεδόθεν δέ οἱ ἦλθεν Ἀθήνη,
ἀνδρὶ δέμας ἐϊκυῖα νέῳ, ἐπιβώτορι μήλων,
παναπάλῳ, οἷοί τε ἀνάκτων παῖδες ἔασι,
δίπτυχον ἀμφ᾽ ὤμοισιν ἔχουσ᾽ εὐεργέα λώπην·
225 ποσσὶ δ᾽ ὑπὸ λιπαροῖσι πέδιλ᾽ ἔχε, χερσὶ δ᾽ ἄκοντα
τὴν δ᾽ Ὀδυσεὺς γήθησεν ἰδὼν καὶ ἐναντίος ἦλθε,
καί μιν φωνήσας ἔπεα πτερόεντα προσηύδα·
«ὦ φίλ᾽, ἐπεί σε πρῶτα κιχάνω τῷδ᾽ ἐνὶ χώρῳ,
χαῖρέ τε καὶ μή μοί τι κακῷ νόῳ ἀντιβολήσαις,
230 ἀλλὰ σάω μὲν ταῦτα, σάω δ᾽ ἐμέ· σοὶ γὰρ ἐγώ γε
εὔχομαι ὥς τε θεῷ καί σευ φίλα γούναθ᾽ ἱκάνω.
καί μοι τοῦτ᾽ ἀγόρευσον ἐτήτυμον, ὄφρ᾽ ἐῢ εἰδῶ·
τίς γῆ, τίς δῆμος, τίνες ἀνέρες ἐγγεγάασιν;
ἦ πού τις νήσων εὐδείελος ἦέ τις ἀκτὴ
235 κεῖθ᾽ ἁλὶ κεκλιμένη ἐριβώλακος ἠπείροιο;»
Τὸν δ᾽ αὖτε προσέειπε θεὰ γλαυκῶπις Ἀθήνη·
«νήπιός εἰς, ὦ ξεῖν᾽, ἢ τηλόθεν εἰλήλουθας,
εἰ δὴ τήνδε τε γαῖαν ἀνείρεαι. οὐδέ τι λίην
οὕτω νώνυμός ἐστιν· ἴσασι δέ μιν μάλα πολλοί,
240 ἠμὲν ὅσοι ναίουσι πρὸς ἠῶ τ᾽ ἠέλιόν τε,
ἠδ᾽ ὅσσοι μετόπισθε ποτὶ ζόφον ἠερόεντα.
ἦ τοι μὲν τρηχεῖα καὶ οὐχ ἱππήλατός ἐστιν,
οὐδὲ λίην λυπρή, ἀτὰρ οὐδ᾽ εὐρεῖα τέτυκται.
ἐν μὲν γάρ οἱ σῖτος ἀθέσφατος, ἐν δέ τε οἶνος
245 γίγνεται· αἰεὶ δ᾽ ὄμβρος ἔχει τεθαλυῖά τ᾽ ἐέρση·
αἰγίβοτος δ᾽ ἀγαθὴ καὶ βούβοτος· ἔστι μὲν ὕλη
παντοίη, ἐν δ᾽ ἀρδμοὶ ἐπηετανοὶ παρέασι.
τῷ τοι, ξεῖν᾽, Ἰθάκης γε καὶ ἐς Τροίην ὄνομ᾽ ἵκει,
τήν περ τηλοῦ φασὶν Ἀχαιΐδος ἔμμεναι αἴης.»
250 Ὣς φάτο, γήθησεν δὲ πολύτλας δῖος Ὀδυσσεύς,
χαίρων ᾗ γαίῃ πατρωΐῃ, ὥς οἱ ἔειπε
Παλλὰς Ἀθηναίη, κούρη Διὸς αἰγιόχοιο·
καί μιν φωνήσας ἔπεα πτερόεντα προσηύδα·
οὐδ᾽ ὅ γ᾽ ἀληθέα εἶπε, πάλιν δ᾽ ὅ γε λάζετο μῦθον,
255 αἰεὶ ἐνὶ στήθεσσι νόον πολυκερδέα νωμῶν·
«πυνθανόμην Ἰθάκης γε καὶ ἐν Κρήτῃ εὐρείῃ,
τηλοῦ ὑπὲρ πόντου· νῦν δ᾽ εἰλήλουθα καὶ αὐτὸς
χρήμασι σὺν τοίσδεσσι· λιπὼν δ᾽ ἔτι παισὶ τοσαῦτα
φεύγω, ἐπεὶ φίλον υἷα κατέκτανον Ἰδομενῆος,
260 Ὀρσίλοχον πόδας ὠκύν, ὃς ἐν Κρήτῃ εὐρείῃ
ἀνέρας ἀλφηστὰς νίκα ταχέεσσι πόδεσσιν,
οὕνεκά με στερέσαι τῆς ληΐδος ἤθελε πάσης
Τρωϊάδος, τῆς εἵνεκ᾽ ἐγὼ πάθον ἄλγεα θυμῷ,
ἀνδρῶν τε πτολέμους ἀλεγεινά τε κύματα πείρων,
265 οὕνεκ᾽ ἄρ᾽ οὐχ ᾧ πατρὶ χαριζόμενος θεράπευον
δήμῳ ἔνι Τρώων, ἀλλ᾽ ἄλλων ἄρχον ἑταίρων.
τὸν μὲν ἐγὼ κατιόντα βάλον χαλκήρεϊ δουρὶ
ἀγρόθεν, ἐγγὺς ὁδοῖο λοχησάμενος σὺν ἑταίρῳ·
νὺξ δὲ μάλα δνοφερὴ κάτεχ᾽ οὐρανόν, οὐδέ τις ἡμέας
270 ἀνθρώπων ἐνόησε, λάθον δέ ἑ θυμὸν ἀπούρας.
αὐτὰρ ἐπεὶ δὴ τόν γε κατέκτανον ὀξέϊ χαλκῷ,
αὐτίκ᾽ ἐγὼν ἐπὶ νῆα κιὼν Φοίνικας ἀγαυοὺς
ἐλλισάμην, καί σφιν μενοεικέα ληΐδα δῶκα·
τούς μ᾽ ἐκέλευσα Πύλονδε καταστῆσαι καὶ ἐφέσσαι
275 ἢ εἰς Ἤλιδα δῖαν, ὅθι κρατέουσιν Ἐπειοί.
ἀλλ᾽ ἦ τοί σφεας κεῖθεν ἀπώσατο ἲς ἀνέμοιο
πόλλ᾽ ἀεκαζομένους, οὐδ᾽ ἤθελον ἐξαπατῆσαι.
κεῖθεν δὲ πλαγχθέντες ἱκάνομεν ἐνθάδε νυκτός.
σπουδῇ δ᾽ ἐς λιμένα προερέσσαμεν, οὐδέ τις ἡμῖν
280 δόρπου μνῆστις ἔην, μάλα περ χατέουσιν ἑλέσθαι,
ἀλλ᾽ αὔτως ἀποβάντες ἐκείμεθα νηὸς ἅπαντες.
ἔνθ᾽ ἐμὲ μὲν γλυκὺς ὕπνος ἐπήλυθε κεκμηῶτα,
οἱ δὲ χρήματ᾽ ἐμὰ γλαφυρῆς ἐκ νηὸς ἑλόντες
κάτθεσαν, ἔνθα περ αὐτὸς ἐπὶ ψαμάθοισιν ἐκείμην.
285 οἱ δ᾽ ἐς Σιδονίην εὖ ναιομένην ἀναβάντες
οἴχοντ᾽· αὐτὰρ ἐγὼ λιπόμην ἀκαχήμενος ἦτορ.»

***
Έτσι μιλώντας, άρχισε να μετρά λεβέτια, τρίποδες πανέμορφους,
χρυσαφικά κι ωραία φαντά φορέματα.
Δεν βρήκε κάτι να του λείπει· ποθώντας όμως
κι οδυρόμενος για χώμα πατρικό, σύρθηκε
220 εκεί στο περιγιάλι της ασίγαστης θαλάσσης,
στον θρήνο του δοσμένος. Κι ήλθε κοντά του η Αθηνά,
στάθηκε πλάι του, ίδια στην όψη με παλληκάρι νιούτσικο,
βοσκόπουλο με σάρκα ακόμη τρυφερή, πες
βασιλόπουλο· είχε στους ώμους περασμένη κάπα διπλωτή,
στ᾽ άσπρα του πόδια πέδιλα, στα χέρια του κοντάρι.
Μόλις την είδε ο Οδυσσέας χάρηκε, στάθηκε αντίκρυ της,
κι όπως μιλώντας την προσφώνησε, τα λόγια του πετούσαν σαν πουλιά:
«Χαίρε, ω φίλε, αφού εσένα πρώτα απάντησα
σ᾽ αυτόν τον τόπο. Αλλά μη βάλει τώρα ο νους σου τίποτε κακό
230 σε βάρος μου· σώσε κι αυτά, σώσε κι εμένα, ικέτης σου είμαι,
πέφτω στα γόνατά σου, σάμπως και να ᾽σουνα θεός.
Μόνο μολόγησέ μου τώρα την αλήθεια, να σιγουρευτώ·
ποια η χώρα, ποιος ο τόπος, ποια η φύτρα των ανθρώπων;
Είναι νησί αυτό περίβλεπτο; μήπως ακτή μιας εύφορης στεριάς
που γέρνει στο ακρογιάλι;»
Τότε αποκρίθηκε η θεά Αθηνά, τα μάτια λάμποντας:
«Μου φαίνεσαι, ξένε, κουτούτσικος. Εκτός κι αν έφτασες
από πολύ μακριά, για να ρωτάς τη σύσταση της χώρας.
Δεν είναι δα κι ανώνυμη! Πολλοί, πάρα πολλοί την ξέρουν·
240 όσοι τα μέρη κατοικούν που ανατέλλει ο ήλιος την αυγή,
αλλά κι οι άλλοι πάλι προς τη δύση, στο θολό σκοτάδι.
Κάπως τραχιά η γη αυτή, για τα άλογα ακατάλληλη,
όχι και τόσο ευρύχωρη, όμως δεν είναι και φτενό το χώμα της·
βγάζει σιτάρι αμέτρητο, έχει κι αμπέλια για κρασί,
βρέχει συχνά και στην πολλή δροσιά νοτίζουν τα χωράφια.
Καλά τα βοσκοτόπια της για γίδες και για βόδια,
μεγάλα δάση, δέντρα λογής λογής, τρέχουν πηγές
για να ποτίζονται τα ζώα.
Γι᾽ αυτά λοιπόν ακούστηκε το όνομα της Ιθάκης ακόμη
και στην Τροία, τόσο απόμακρη από των Αχαιών τη χώρα.»
250 Ακούγοντας τον λόγο της, βασανισμένος ο Οδυσσέας και θείος,
αλάφρωσε η ψυχή του, χάρηκε την πατρική του γη, όπως την είπε
η Αθηνά Παλλάδα, θυγατέρα του αιγίοχου Δία.
Πήρε λοιπόν να της μιλήσει, τα λόγια του πετούσαν σαν πουλιά,
μόνο που την αλήθεια δεν φανέρωσε, συγκράτησε και πάλι
τα λεγόμενά του — ο νους του πάντα γύρευε το κέρδος:
«Την έχω την Ιθάκη ακουστά στην Κρήτη την απλόχωρη,
πέρα μακριά στην άλλη θάλασσα. Και να που τώρα φτάνω ο ίδιος
με τ᾽ αγαθά μου αυτά. Άφησα κι άλλα τόσα στα παιδιά μου
φεύγοντας, όταν θανάτωσα τον γιο του Ιδομενέα —
260 μιλώ για τον Ορσίλοχο, στα πόδια γρήγορο, που πάντα του νικούσε,
στο απέραντο νησί της Κρήτης, όσους μαζί του έτρωγαν ψωμί,
στο τρέξιμο άφταστος.
Κι ο λόγος· γύρεψε τα λάφυρα να μου στερήσει,
όλα που μάζεψα στην Τροία, κι ας είχα υποφέρει τόσα πάθη εγώ
για χάρη τους, με τον εχθρό μου πολεμώντας, περνώντας
τα σαράντα κύματα.
Δεν είχα, λέει, σταθεί, δεν είχα χαριστεί στον κύρη του
εκεί στης Τροίας τα μέρη· έγινα μόνος μου αρχηγός
σ᾽ άλλους συντρόφους.
Τον χτύπησα λοιπόν θανάσιμα με δόρυ χάλκινο, την ώρα
που κατέβαινε στην πόλη απ᾽ τους αγρούς· πλάι στον δρόμο
του έστησα καρτέρι μ᾽ ένα μου φίλο.
Έσκεπε η νύχτα κατασκότεινη τον ουρανό, έτσι που δεν μας πήρε είδηση κανείς —
270 του πήρα τη ζωή κρυφά.
Κι αφού τον σκότωσα με μυτερό κοντάρι χάλκινο,
έτρεξα σε φοινικικό καράβι, τίμιοι άνθρωποι,
και τους παρακαλούσα μαζί τους να με πάρουν, χαρίζοντας
γενναίο μερίδιο από τα λάφυρά μου.
Τους είπα στην Πύλο να με βγάλουν ή και στη θεία Ήλιδα
να μ᾽ ακουμπήσουν, όπου κρατούν οι Επειοί.
Αλλά τους έσυρε μακριά του ανέμου η δίνη —
σίγουρα δεν το θέλησαν, γιατί δεν σκόπευαν να μ᾽ απατήσουν.
Έτσι λοιπόν περιπλανώμενοι φτάσαμε νύχτα εδώ,
κωπηλατώντας με σπουδή μπήκαμε στο λιμάνι, κανείς μας
280 δεν θυμήθηκε την ώρα αυτή το φαγητό, μόλο που το ᾽χαμε τόση ανάγκη·
μόλις που βγήκαμε απ᾽ το καράβι, πέσαμε
όλοι μας ξεροί.
Βυθίστηκα τότε κι εγώ σ᾽ ύπνο γλυκό από την τόση κούρασή μου,
κι εκείνοι βγάζουν απ᾽ το κοίλο πλοίο τ᾽ αγαθά μου,
τα απόθεσαν εκεί πάνω στην άμμο που βαθιά κοιμόμουν.
Μετά ανεβαίνουν στο καράβι τους και τράβηξαν
για την καλοχτισμένη Σιδονία. Όσο για μένα μόνος ξέμεινα,
με την καρδιά βαριά κι ασήκωτη.»

Η Αυτοεκτίμηση του Παιδιού

Το παιδί έρχεται στον κόσμο με άγραφη, καθαρή την πλάκα του και η αίσθηση της αξίας και της εκτίμησης είναι ένα υποπροϊόν της μεταχείρησής του από τους μεγάλους.

Οι ενήλικοι ίσως να μην αντιλαμβάνονται ότι ο τρόπος με τον οποίο πιάνουν ένα παιδί μπορεί να συμβάλλει στην αυτοεκτίμησή του.

Τα παιδιά μαθαίνουν να εκτιμούν τον εαυτό τους από τις φωνές που ακούνε, από τις εκφράσεις των ματιών των μεγάλων που τα κρατάνε στην αγκαλιά τους, από το μυϊκό τόνο της αγκαλιάς που τα κρατάει, από τον τρόπο που οι μεγάλοι ανταποκρίνονται στα κλάματά τους.

Αν το μωρό μπορούσε να μιλήσει, θα έλεγε: «Μ’ αγαπούν», «κανείς δε με προσέχει, αισθάνομαι απόρριψη, αισθάνομαι μοναξιά», «είμαι πολύ σημαντικό», «δε μου δίνουν σημασία. Είμαι φόρτωμα για τους άλλους». Όλα αυτά είναι προάγγελοι για τα κατοπινά μηνύματα, τα σχετικά με την αυτοεκτίμησή του.

Οι γονείς που τώρα ξεκινούν μ’ ένα μωρό, ας προσέξουν τις επόμενες παραγράφους, που θα τους βοηθήσουν να δημιουργήσουν περισσότερες ευκαιρίες για να αναπτυχθεί η αυτοεκτίμησή του.

1. Συνειδητοποίησε τον τρόπο με τον οποίο πιάνεις το μωρό. Αν εσένα σ’ έπιαναν έτσι, πώς θα αισθανόσουνα; Όταν πιάνεις το παιδί σου, σκέψου τι μαθαίνει το παιδί σου. Είναι το πιάσιμο σκληρό, απαλό, ψυχρό, αδύνατο, γεμάτο αγάπη, φόβο, άγχος; Πες στο παιδί σου τι αισθάνεσαι.

2. Μάθε να συνειδητοποιείς τις εκφράσεις των ματιών σου. Και παραδέξου τις: «Είμαι θυμωμένος», «φοβάμαι», «είμαι ευτυχισμένος» και τα λοιπά. Το σημαντικό είναι να δοθεί στο παιδί σου άμεση συναισθηματική πληροφόρηση από σένα για σένα.

3. Τα πολύ μικρά παιδιά έχουν την τάση να πιστεύουν ότι όλα γύρω τους συμβαίνουν εξαιτίας τους, τόσο τα καλά, όσο και τα άσχημα περιστατικά. Ένα σημαντικό μέρος της εκμάθησης του αυτοσεβασμού αποτελεί ο σαφής διαχωρισμός των περιστατικών που σχετίζονται με το παιδί από εκείνα που αφορούν κάποιον άλλον. Όταν μιλάς στο παιδί σου, να καθορίζεις επακριβώς σε ποιον αναφέρονται οι αντωνυμίες που χρησιμοποιείς.

Για παράδειγμα, μια μητέρα που έχει θυμώσει με τη συμπεριφορά ενός από τα παιδιά της, μπορεί να πει: «Εσείς τα παιδιά ποτέ δε μ’ ακούτε όταν σας μιλάω!» Αυτή τη φράση την ακούνε και την πιστεύουν όλα τα παιδιά που τυχαίνει να είναι μπροστά, παρόλο που το μηνυμά της απευθύνεται ειδικά σε ένα.

4. Υποστηρίξτε την ικανότητα και την ελευθερία των παιδιών να σχολιάζουν και να ρωτάνε, ώστε το κάθε άτομο να μπορεί να πιστοποιήσει τι συμβαίνει. Στο παράδειγμα που ανέφερα παραπάνω, το παιδί που είναι ελεύθερο να ρωτάει, θα ζητήσει να μάθει: «Για μένα το λες;»

Χρησιμοποιώ μια μεταφορά που οι οικογένειες βρίσκουν πολύ χρήσιμη. Σκεφτείτε μια στρογγυλή πηγή που έχει εκατοντάδες μικρά σιντριβάνια. Φανταστείτε καθεμιά από αυτές τις μικρές τρύπες, σαν ένα σύμβολο της προσωπικής μας ανάπτυξης. Καθώς μεγαλώνουμε, όλο και περισσότερα σιντριβάνια ανοίγουν. Άλλα τελειώνουν και κλείνουν. Το σχέδιο των νερών συνεχώς αλλάζει. Μπορεί πάντα να είναι όμορφο.

Είμαστε δυναμικά όντα, σε συνεχή κίνηση. Καθεμιά από τις πηγές μας λειτουργεί ακόμη και στη νηπιακή μας ηλικία.

Το ψυχολογικό απόθεμα από το οποίο το νήπιο αντλεί αυτεκτίμηση είναι η συνισταμένη όλων των δράσεων, αντιδράσεων και αλληλεπιδράσεων μεταξύ των προσώπων που νοιάζονται γι’ αυτό το παιδί.

Περί τρέλας

Υπάρχουν δύο είδη ανθρώπων. Τρελοί, που αναγνωρίζουν τη τρέλα τους και τρελοί, που δεν έχουν ιδέα για την ύπαρξη αυτής. Βάση αυτού του συλλογισμού, στη τελική, είμαστε όλοι τρελοί!

Σίγουρα κάποιος διαβάζοντας την πιο πάνω δήλωση εύκολα, μπορεί να προβεί στο συμπέρασμα πως αυτός που τα γράφει είναι τρελός.

Αν είναι τρελός, αυτός που ασχολείται με την τρέλα, παραμένει ένα διαχρονικό ερώτημα. Αν είναι τρελός αυτός που ασχολείται με τη τρέλα τότε ίσως αυτός δεν θα έπρεπε να ασχολείται. Αλλά ποιος τρελός θα ασχοληθεί μ’ αυτή τη δουλειά;

Η τρέλα παραμένει μια εμπειρία μέσα από την οποία ο άνθρωπος έρχεται αντιμέτωπος με την ηθική του αλήθεια και με τους κανόνες που ιδιάζουν στη φύση.

Συνεχίζει να μπαίνει αδιάκοπα κάτω από καλύτερο φωτισμό καθώς στη σύγχρονη εποχή που ζούμε οι μελετητές της τρέλας, σε σημείο κορεσμού, έχουν πολλαπλασιαστεί.

Οι τραγικές της όψεις, σε μεγάλο βαθμό συνεχίζουν κοινωνικά να επισκιάζονται με στίγμα και φόβο για αποκλεισμό, με ρίζες στην ιστορία των τρελών που κατά τον μεσαίωνα διαδέχτηκαν τους λεπρούς και τους πάσχοντες από αφροδισιακά νοσήματα, έγκλειστοι σε πέτρινους πύργους ως εξόριστα μολυσμένα όντα, για εξάλειψη από προσώπου γης.

Η συγγένεια της ενοχής, της μόλυνσης, του βρώμικου, του αμαρτωλού και του κακού μαζί με τη τρέλα είναι κάτι που έχει εγκατασταθεί στο συλλογικό ασυνείδητο της ανθρωπότητας και δικαίως στη σύγχρονη κοινωνία γίνονται ηράκλειες προσπάθειες για αποδέσμευση του στίγματος της ψυχικής ασθένειας.

Ο Χάινροθ, (1818) χαρακτήρισε τη τρέλα κάτι σαν ζοφερή αταξία, κινούμενο χάος, σπέρμα και θάνατο των πάντων που αντιτίθεται στην φωτεινή και ενήλικη σταθερότητα του πνεύματος.

Ο Ζαρατούστρας απ’ την άλλη έλεγε πως πρέπει να έχει κανείς μέσα του το χάος, για να γεννήσει ένα αστέρι πού χορεύει. (Νίτσε, 1883).

Πιθανών ο Πασκάλ (1670) να είχε δίκαιο καταγράφοντας πως ¨οι άνθρωποι είναι τόσο αναγκαία τρελοί, ώστε θα ήταν τρέλα άλλης λογής να μην είσαι τρελός.¨

Τελικά πόσο απέχει η τρέλα από τη γνώση; Πόσο διαφορετικός είναι ο τρελός;

Η ανθρώπινη αντίληψη για την τρέλα ως «πνευματική ασθένεια», είναι το προϊόν της ιστορίας, της εκπαίδευσης και της κουλτούρας. (Φουκώ, 1961).

Και παρόλο που παραμένει εξόριστη είναι η αιτία για τα χειρότερα αλλά και τα μεγαλύτερα επιτεύγματα της ανθρωπότητας επιβεβαιώνοντας έτσι τον Σ. Φρανκ (1938) σε σχέση με τη τοποθέτηση του περί αντιφάσεων, πως σε κάθε τι υπάρχουν δύο όψεις.

Δεν χρειάζεται ιδιαίτερα να εμβαθύνει κανείς στη τρελά, για να βρει την όψη της λογικής.

Δεν μπορεί να υπάρξει η μια χωρίς την άλλη καθώς οι λεπτές γραμμές που διαχωρίζουν μπορεί να οδηγήσουν δια τρόμου τους λογικούς να τα χάσουν αλλά και τους τρελούς προς ανακούφιση, να αποκτήσουν οξύνοια.

Η ενασχόληση με τη τρέλα είναι μια άβολη περιοχή. Δεν είναι όμως γη άγονη.

Μαθαίνοντας για τα μονοπάτια που βγάζουν από τα προκαθορισμένα πλαίσια κάποιας ηθικής, μπορούμε να δούμε το παράδοξο, το αντίπερα, το ανοίκειο και το άπειρο της ανθρώπινης ψυχής.

Η διαφώτιση στα σκοτεινά δωμάτια της ανθρώπινης ψυχής μπορεί να αποτελέσει πεδίο επεξήγησης της ανθρώπινης σκέψης, να τεθούν σε αμφισβήτηση οι αξίες και ηθικές άλλων εποχών και επιτέλους, ο άνθρωπος να συνειδητοποιήσει και να εναρμονιστεί με την πολυσύνθετη του φύση, που ολιστικά περιλαμβάνει σώμα, ψυχή και πνεύμα, σε πλανητικό και συμπαντικό επίπεδο.

Ας μην ξεχνάμε πως στη ¨διαταραγμένη¨ σκέψη κάποιων ανθρώπων οφείλουμε την επινόηση των επιστημών και των τεχνών.

Πολλοί που βρίσκονται έξω από το χορό της τέχνης, της επιστήμης, της ποίησης και της μουσικής τείνουν να αποκαλούν αυτούς τους αδιάκοπους εξερευνητές της αλήθειας ως εναλλακτικούς, ιδιότροπους, συγχυσμένους και παράφρονες.

Συνάμα τους αποκαλούν αγνούς, μεγαλοφυείς, λαμπρούς και οξυδερκείς επιβεβαιώνοντας με αυτό το τρόπο την συνύπαρξη της τρέλας με τη σοφία, της ζωής με το θάνατο, του σκότους και του φωτός, του γίν με το γιάν.

Ίσως τελικά η μεγάλη σοφία να βρίσκεται στο λαό και τις ρήσεις του όπως τη γνώστη πως ¨από μικρό και από τρελό μαθαίνεις την αλήθεια.¨

Οι γνωστικές προκαταλήψεις και η βιολογία του εγκεφάλου βοηθούν να εξηγηθεί γιατί τα γεγονότα δεν αλλάζουν τη γνώμη των ανθρώπων

Η ψυχολογία μας λέει ότι από τη στιγμή που γίνουν γνωστά κάποια γεγονότα, μπορούν να σχηματιστούν στο νου μας κάποιες απόψεις γι' αυτά. Όμως το πρόβλημα είναι ότι ότι ενώ αυτό ακούγεται λογικό, αυτός ο ο ελκυστικός ισχυρισμός είναι μια πλάνη που δεν υποστηρίζεται από την έρευνα. Μελέτες γνωστικής ψυχολογίας και νευροεπιστήμης έχουν διαπιστώσει ότι το ακριβώς αντίθετο ισχύει συχνά όταν πρόκειται για την πολιτική: Οι άνθρωποι διαμορφώνουν απόψεις βασισμένες σε συναισθήματα, όπως ο φόβος, η περιφρόνηση και ο θυμός, αντί να βασίζονται σε γεγονότα. Τα νέα δεδομένα συχνά δεν αλλάζουν τα μυαλά των ανθρώπων.

Για πολλούς ανθρώπους, μια πρόκληση στην κοσμοθεωρία τους μοιάζει με επίθεση στην προσωπική τους ταυτότητα και μπορεί να τους κάνει να σκληρύνουν τη θέση τους

Οι ψυχολόγοι βλέπουν από πρώτο χέρι πόσο δύσκολο είναι να αλλάξεις το μυαλό και τις συμπεριφορές κάποιου, όταν συναντά νέες πληροφορίες που έρχονται σε αντίθεση με τις πεποιθήσεις του.

Η κοσμοθεωρία σας, συμπεριλαμβανομένων των πεποιθήσεων και των απόψεων, αρχίζει να διαμορφώνεται κατά τη διάρκεια της παιδικής ηλικίας καθώς κοινωνικοποιείστε μέσα σε ένα συγκεκριμένο πολιτιστικό πλαίσιο. Ενισχύεται με την πάροδο του χρόνου από τις κοινωνικές ομάδες που βρίσκεστε, τα Μέσα που διαβάζετε, ακόμη και από το πώς λειτουργεί ο εγκέφαλός σας. Επηρεάζει τον τρόπο με τον οποίο σκέφτεστε τον εαυτό σας και πώς αλληλεπιδράτε με τον κόσμο.

Για πολλούς ανθρώπους, μια πρόκληση στην κοσμοθεωρία τους μοιάζει με επίθεση στην προσωπική τους ταυτότητα και μπορεί να τους κάνει να σκληρύνουν τη θέση τους. Εδώ είναι μερικές από τις έρευνες που εξηγούν γιατί είναι φυσικό να αντιστέκεστε στην αλλαγή του τρόπου που σκέφτεστε – και πώς μπορείτε να γίνετε καλύτεροι αν κάνετε αυτές τις αλλαγές.

Απορρίπτοντας αυτό που έρχεται σε αντίθεση με τις πεποιθήσεις σας

Σε έναν ιδανικό κόσμο, οι λογικοί άνθρωποι που συναντούν νέα στοιχεία που έρχονται σε αντίθεση με τις πεποιθήσεις τους θα αξιολογήσουν τα γεγονότα και θα αλλάξουν τις απόψεις τους ανάλογα. Αλλά γενικά δεν είναι έτσι τα πράγματα στον πραγματικό κόσμο.

Εν μέρει φταίει μια γνωστική προκατάληψη που μπορεί να ξεκινήσει όταν οι άνθρωποι συναντούν στοιχεία που έρχονται σε αντίθεση με τις πεποιθήσεις τους. Αντί να επανεκτιμούν αυτό που πίστευαν μέχρι τώρα, οι άνθρωποι τείνουν να απορρίπτουν τα ασυμβίβαστα αποδεικτικά στοιχεία. Οι ψυχολόγοι αποκαλούν αυτό το φαινόμενο επίμονη πεποίθηση. Ο καθένας μπορεί να πέσει θύμα αυτού του ριζωμένου τρόπου σκέψης.

Το να παρουσιάζονται γεγονότα – είτε μέσω των ειδήσεων, των κοινωνικών μέσων ή των συνομιλιών κατ’ ιδίαν – που υποδηλώνουν ότι οι τρέχουσες πεποιθήσεις τους είναι λανθασμένες κάνει τους ανθρώπους να αισθάνονται ότι απειλούνται. Αυτή η αντίδραση είναι ιδιαίτερα έντονη όταν οι εν λόγω πεποιθήσεις ευθυγραμμίζονται με την πολιτική και προσωπική σας ταυτότητα. Μπορεί να αισθάνεστε σαν επίθεση εναντίον σας εάν αμφισβητηθεί μία από τις ισχυρές πεποιθήσεις σας.

Η αντιμετώπιση γεγονότων που δεν ευθυγραμμίζονται με την κοσμοθεωρία σας μπορεί να προκαλέσει ένα «φαινόμενο μπούμερανγκ», το οποίο μπορεί να καταλήξει στην ενίσχυση της αρχικής σας θέσης και πεποιθήσεων, ιδιαίτερα με πολιτικά φορτισμένα ζητήματα. Οι ερευνητές έχουν εντοπίσει αυτό το φαινόμενο σε μια σειρά μελετών, συμπεριλαμβανομένων εκείνων σχετικά με τις απόψεις για τις πολιτικές μετριασμού της κλιματικής αλλαγής και τη στάση απέναντι στους παιδικούς εμβολιασμούς.

Εστιάζοντας σε αυτό που επιβεβαιώνει τις πεποιθήσεις σας

Υπάρχει μια άλλη γνωστική προκατάληψη που μπορεί να εμποδίσει την αλλαγή του μυαλού σας, που ονομάζεται προκατάληψη επιβεβαίωσης. Είναι η φυσική τάση να αναζητάτε πληροφορίες ή να ερμηνεύετε τα πράγματα με τρόπο που υποστηρίζει τις υπάρχουσες πεποιθήσεις σας. Η αλληλεπίδραση με ομοϊδεάτες και μέσα ενημέρωσης ενισχύει την προκατάληψη επιβεβαίωσης. Το πρόβλημα με την προκατάληψη επιβεβαίωσης είναι ότι μπορεί να οδηγήσει σε λάθη στην κρίση επειδή σας εμποδίζει να δείτε μια κατάσταση αντικειμενικά από πολλές οπτικές γωνίες.

Η σκληρή καλωδίωση του εγκεφάλου δεν βοηθά

Οι γνωστικές προκαταλήψεις είναι προβλέψιμα μοτίβα στον τρόπο σκέψης των ανθρώπων που μπορούν να σας εμποδίσουν να σταθμίσετε αντικειμενικά τα στοιχεία και να αλλάξετε γνώμη. Μερικοί από τους βασικούς τρόπους με τους οποίους λειτουργεί ο εγκέφαλός σας μπορούν επίσης να λειτουργήσουν εναντίον σας σε αυτό το μέτωπο.

Ο εγκέφαλός σας είναι καλωδιωμένος για να σας προστατεύσει – κάτι που μπορεί να οδηγήσει στην ενίσχυση των απόψεων και των πεποιθήσεών σας, ακόμη και όταν είναι λανθασμένες. Κερδίζοντας μια συζήτηση ή ένα επιχείρημα, αυτό προκαλεί μια πλημμύρα ορμονών, συμπεριλαμβανομένης της ντοπαμίνης και της αδρεναλίνης. Στον εγκέφαλό σας, συμβάλλουν στην αίσθηση της ευχαρίστησης που παίρνετε κατά τη διάρκεια του σεξ, του φαγητού, στο τρενάκι του λούνα παρκ – και ναι, κερδίζοντας ένα επιχείρημα. Αυτή η βιασύνη σε κάνει να νιώθεις καλά, ίσως και άτρωτος. Είναι ένα συναίσθημα που πολλοί άνθρωποι θέλουν να έχουν πιο συχνά.

Επιπλέον, σε καταστάσεις υψηλού στρες ή δυσπιστίας, το σώμα σας απελευθερώνει μια άλλη ορμόνη, την κορτιζόλη, η οποία μπορεί να παραβιάσει τις προηγμένες διαδικασίες σκέψης – αυτό που οι ψυχολόγοι αποκαλούν εκτελεστικές λειτουργίες του εγκεφάλου σας. Η αμυγδαλή του εγκεφάλου σας γίνεται πιο ενεργή, γεγονός που ελέγχει την έμφυτη αντίδρασή σας όταν αισθάνεστε ότι απειλείστε.

Στο πλαίσιο της επικοινωνίας, οι άνθρωποι τείνουν να υψώνουν τη φωνή τους, και να σταματούν να ακούν τους άλλους όταν αυτές οι χημικές ουσίες περνούν μέσα από το σώμα τους. Μόλις βρεθείτε σε αυτή τη νοοτροπία, είναι δύσκολο να ακούσετε μια άλλη άποψη. Η επιθυμία για δίκιο σε συνδυασμό με τους προστατευτικούς μηχανισμούς του εγκεφάλου καθιστούν πολύ πιο δύσκολη την αλλαγή απόψεων και πεποιθήσεων, ακόμη και με την παρουσία νέων πληροφοριών.

Μπορείτε να εκπαιδεύσετε τον εαυτό σας για να διατηρήσετε ένα ανοιχτό μυαλό

Παρά τις γνωστικές προκαταλήψεις και τη βιολογία του εγκεφάλου που καθιστούν δύσκολη την αλλαγή του μυαλού, υπάρχουν τρόποι βραχυκυκλώματος αυτών των φυσικών λανθασμένων συνηθειών.

1. Δουλέψτε για να διατηρήσετε ένα ανοιχτό μυαλό. Επιτρέψτε στον εαυτό σας να μάθει νέα πράγματα. Αναζητήστε προοπτικές από πολλές πλευρές ενός ζητήματος. Προσπαθήστε να διαμορφώσετε και να τροποποιήσετε τις απόψεις σας με βάση στοιχεία που είναι ακριβή, αντικειμενικά και επαληθευμένα.

2. Μην αφήνετε τον εαυτό σας να παρασύρεται από ακραίες περιπτώσεις που ακούτε στο διαδίκτυο. Για παράδειγμα, δώστε μεγαλύτερη βαρύτητα στους πολυάριθμους γιατρούς και αξιωματούχους δημόσιας υγείας που περιγράφουν την υπεροχή των αποδείξεων ότι τα εμβόλια είναι ασφαλή και αποτελεσματικά, από αυτές που δίνετε σε έναν περιθωριακό γιατρό σε ένα podcast που προτείνει το αντίθετο.

3. Να είστε προσεκτικοί με την επανάληψη ορισμένων δηλώσεων, καθώς οι επαναλαμβανόμενες δηλώσεις συχνά θεωρούνται πιο αληθείς από τις νέες πληροφορίες, ανεξάρτητα από το πόσο ψευδής μπορεί να είναι ο ισχυρισμός. Οι χειραγωγοί των μέσων κοινωνικής δικτύωσης και οι πολιτικοί το γνωρίζουν πολύ καλά αυτό.

4. Η παρουσίαση των πραγμάτων με ένα μη συμβατικό τρόπο επιτρέπει στους ανθρώπους να αξιολογούν νέες πληροφορίες χωρίς να αισθάνονται ότι δέχονται επίθεση. Η προσβολή των άλλων και η υπόδειξη ότι κάποιος είναι αδαής ή παραπληροφορημένος, ανεξάρτητα από το πόσο λανθασμένες μπορεί να είναι οι πεποιθήσεις τους, θα αναγκάσει τους άλλους ανθρώπους που προσπαθείτε να επηρεάσετε να απορρίψουν το επιχείρημά σας. Αντ ‘αυτού, δοκιμάστε να κάνετε ερωτήσεις που οδηγούν το άτομο να αμφισβητήσει τι πιστεύει. Ενώ οι απόψεις μπορεί τελικά να μην αλλάξουν, η πιθανότητα επιτυχίας είναι μεγαλύτερη.

5. Αναγνωρίστε ότι όλοι έχουμε αυτές τις τάσεις και ακούστε με σεβασμό τις άλλες απόψεις. Πάρτε μια βαθιά ανάσα και σταματήστε όταν νιώσετε το σώμα σας να αντιδρά έτοιμο για έναν λεκτικό αγώνα. Θυμηθείτε, είναι σωστό να κάνετε λάθος μερικές φορές. Η ζωή μπορεί να είναι μια διαδικασία αλλαγής και ανάπτυξης.

Εστιάζοντας στη διαχείριση, όχι στη θεραπεία: Πώς να βοηθήσουμε ένα αγχωμένο παιδί

Η Julia Harris ήταν απασχολημένη με το να τακτοποιεί το υπνοδωμάτιο της κόρης της, όταν βρήκε ένα ημερολόγιο που υποπτεύθηκε ότι είχε αφήσει επίτηδες για να το δει.

Μέσα, η 10χρονη Rosie είχε γράψει ότι συχνά σκεφτόταν την αυτοκτονία, αν και δεν πίστευε ότι θα το έκανε πραγματικά. Η Harris, λέκτορας πανεπιστημίου από το Γιορκσάιρ, γνώριζε ότι η κόρη της είχε γίνει όλο και πιο ανήσυχη, τόσο για τις φιλίες όσο και για το σχολείο, ενώ μερικές φορές αρνιόταν να φάει τα πρωινά. Αλλά δεν είχε συνειδητοποιήσει πόσο άσχημα είχαν γίνει τα πράγματα.

Το επόμενο σοκ, ωστόσο, ήταν ότι τα συμπτώματα της Rosie δεν ήταν αρκετά άσχημα ώστε να δικαιολογούν άμεση βοήθεια από τις υπηρεσίες ψυχικής υγείας παιδιών. «Όταν βρήκα αυτό το ημερολόγιο, αισθάνθηκα τελείως άβολα», λέει η Harris. «Είναι φρικτό πράγμα να σκέφτεσαι ότι το παιδί σου αισθάνεται έτσι, και πήγα αμέσως εκεί που πίστευα ότι θα υπήρχε υποστήριξη. Αν δεν υπήρχε το σχολείο και οι άλλοι γονείς, θα ένιωθα εντελώς μόνη».

Σε ολόκληρη την Ευρώπη, χιλιάδες οικογένειες όπως αυτή της Harris στηρίζουν τους νέους σε αυτό που έχει χαρακτηριστεί ως «επιδημία άγχους». Τα προειδοποιητικά σημάδια στα παιδιά κυμαίνονται από υπερβολική προσκόλληση ή συχνό κλάμα έως επίμονη ανησυχία και αρνητικές σκέψεις, αποφυγή εξόδων, θυμωμένα ξεσπάσματα και προβλήματα στο φαγητό ή στον ύπνο. Μια μελέτη από ερευνητές του University College του Λονδίνου διαπίστωσε ότι οι διαγνώσεις αγχώδους διαταραχής σε άτομα ηλικίας 18 έως 24 ετών τριπλασιάστηκαν μεταξύ 2008 και 2018 και εκτιμάται ότι έως και το 19% των παιδιών και των νέων επηρεάζονται.

Οι καραντίνες ήταν μια αγχωτική στιγμή για πολλές οικογένειες, αλλά από την άλλη, ορισμένα παιδιά δυσκολεύτηκαν να προσαρμοστούν στον πολυάσχολο εξωτερικό κόσμο μόλις τελείωσε η πανδημία. Τώρα, οι υπηρεσίες ψυχικής υγείας δεν μπορούν να συμβαδίσουν με τη ζήτηση, οι λίστες αναμονής σε πολλές περιπτώσεις είναι τεράστιες.

Το άγχος μπορεί να είναι υγιές σε μικρές δόσεις, διδάσκοντας στα παιδιά τις δεξιότητες να αντιμετωπίζουν τις αναποδιές, λέει η κλινικής ψυχολόγος καθηγήτρια Jane Gilmour στον Guardian. Αλλά αν ένα παιδί δείχνει επίμονα καταβεβλημένο και αγχωμένο, αυτό είναι ένα προειδοποιητικό σημάδι για να το ερευνήσετε, ελέγχοντας ότι δεν έχει υπερβολικό πρόγραμμα ή ότι δεν αγωνίζεται ακαδημαϊκά. Αν το άγχος αφορά την κοινωνικοποίηση, ρωτήστε για τον εκφοβισμό ή για συγκεκριμένα περιστατικά που το απασχολούν. Αλλά αν έχετε ένα παιδί που είναι επίμονα αγχωμένο -για τα πάντα ή για κάτι συγκεκριμένο – και είναι επίμονα φοβισμένο για αρκετές εβδομάδες, είναι σίγουρα καιρός να αναζητήσετε επαγγελματική βοήθεια.

Παράλληλα, η Gilmour συμβουλεύει να βάζουμε τα παιδιά να γράφουν ή να ζωγραφίζουν τις ανησυχίες τους καθώς εμφανίζονται, αλλά στη συνέχεια να βάζουν αυτούς τους φόβους στην άκρη για να τους επανεξετάζουν με έναν γονέα σε καθορισμένη ώρα κάθε μέρα. Οι γονείς μπορούν να βοηθήσουν τα παιδιά να δουν πώς οι ανησυχίες εξασθενούν με την πάροδο του χρόνου ή να συζητήσουν τρόπους αντιμετώπισης τρομακτικών καταστάσεων.

Αφήνοντας τα παιδιά να τις αποφεύγουν – ας πούμε, μένοντας εκτός σχολείου – απλώς κινδυνεύουν να ενισχύσουν την ιδέα ότι υπάρχει κάτι που πρέπει να φοβούνται, λέει η ίδια. Αυτό που χρειάζεται να τους μεταδώσετε είναι ότι γνωρίζετε πως το βρίσκουν δύσκολο, αλλά είστε σίγουροι ότι μπορούν να τα καταφέρουν και ότι θα τα βοηθήσετε να βρουν μια λύση.

Η Goulding συνιστά να διδάσκονται τα παιδιά να αναγνωρίζουν τα πρώιμα προειδοποιητικά σημάδια μιας κρίσης πανικού, όπως το σφίξιμο στο στήθος ή τα υγρά χέρια, και στη συνέχεια να ηρεμούν μόνα τους όταν αισθάνονται ότι πλησιάζει μια τέτοια κρίση χρησιμοποιώντας την τεχνική των «πέντε αισθήσεων».

Ορισμένοι γονείς θα βρουν ενοχλητικό το να σπρώχνουν ένα ανήσυχο παιδί πέρα από τη ζώνη άνεσής του, ίσως ειδικά αν οι ίδιοι είναι επιρρεπείς στο άγχος. Ο καθηγητής Sam Cartwright-Hatton, κλινικός παιδοψυχολόγος στο Πανεπιστήμιο του Sussex ερευνά το άγχος μέσα στις οικογένειες. Τα παιδιά έχουν διπλάσιες πιθανότητες να υποφέρουν αν υποφέρουν οι γονείς τους, αν και τονίζει ότι αυτό δεν σημαίνει ότι φταίνε οι γονείς – η γενετική μπορεί να παίζει ρόλο μαζί με άλλους παράγοντες.

Αλλά το θέμα είναι να κάνουμε μικρά βήματα προς την αντιμετώπιση των φόβων, λέει, και όχι να πηδήξουμε στα βαθιά. «Αν έχετε ένα παιδί που φοβάται τα σκυλιά, δεν μπορούμε να το πάμε στο σπίτι του φίλου μας που έχει ένα τεράστιο ντόμπερμαν. Αν έχετε ένα παιδί που είναι πολύ ντροπαλό, ενθαρρύνετέ το αν είστε έξω σε μια καφετέρια να κάνει μόνο του την παραγγελία του. Απλά μικροσκοπικά σπρωξίματα για να κάνουν τα δύσκολα πράγματα».

Για τους εφήβους που πλησιάζουν στις εξετάσεις, συνιστά να διασφαλίζουν ότι δεν κάνουν υπερβολικά πολλές επαναλήψεις, καθώς και να τους ενθαρρύνουν να ασκούνται και να τρώνε τακτικά. ύπνος είναι το μεγάλο θέμα – γίνεται όλο και πιο σαφές ότι ο ύπνος έχει τεράστιο αντίκτυπο στην ψυχική υγεία και αν δεν κοιμάστε αρκετά θα είστε πολύ πιο επιρρεπείς στο άγχος.

Για πολλές οικογένειες, το μεγάλο εμπόδιο είναι να αναγνωρίσουν ότι το άγχος δεν μπορεί πάντα να «θεραπευτεί», αλλά να αντιμετωπιστεί. Η 13χρονη κόρη του Michael Wilton, η Lily, παραπέμφθηκε για πρώτη φορά σε δομή ψυχικής υγείας για άγχος όταν ήταν 10 ετών και έκανε θεραπεία CBT. Για ένα διάστημα αυτό βοήθησε, αλλά στη συνέχεια ανέπτυξε διατροφική διαταραχή. «Είναι δύσκολο να μιλήσεις γι’ αυτό, παρόλο που υπάρχει τεράστιος αριθμός γονέων που το περνούν. Αισθάνεσαι ότι κατά κάποιο τρόπο φταις εσύ». Αλλά η συμβουλή του προς τους γονείς είναι να προλαμβάνουν, ενθαρρύνοντας τις ανοιχτές συζητήσεις με τα παιδιά. «Το να προσποιείσαι ότι δεν συμβαίνει ή το να προσπαθείς αμέσως να βρεις τι μπορεί να το διορθώσει – κανένα από αυτά δεν είναι πολύ χρήσιμο».

Το μήνυμα, ωστόσο, είναι ότι το άγχος μπορεί να αντιμετωπιστεί όπως κάθε άλλη χρόνια ασθένεια – κάποιες φορές μέσω φαρμακευτικής αγωγής, θεραπείας και τρόπου ζωής. «Είναι λίγο σαν να έχω διαβήτη- είναι κάτι για το οποίο έπρεπε να είμαι σε εγρήγορση, έπρεπε να προσαρμόσω τον τρόπο ζωής μου για να το ενσωματώσω, αλλά δεν καθορίζει το ποια είμαι», αναφέρει μια θεραπευόμενη. Δεν χρειάζεται να καθορίζει ούτε το παιδί σας.

Η σοφία του να νικάς χωρίς να τσακώνεσαι

Έχετε ακούσει για τις αποτελεσματικές κινήσεις του ψυχολογικού αϊκίντο, δηλαδή των μέσων για την επίλυση οποιουδήποτε προβλήματος χωρίς να τσακώνεστε.

– Το ψυχολογικό αϊκίντο μοιάζει με την εξισορρόπηση πάνω σε μια μπάλα- εξισορρόπηση πριν την επιθετικότητα. Ενδώστε για να αποδυναμώσετε την αντίσταση, διδάσκουν οι Βουδιστές.

– Μην τσακώνεστε, γιατί θα γίνετε αναπόφευκτα αυτό στο οποίο μάχεστε. Η πολλή δύναμη οδηγεί στα αντίθετα αποτελέσματα.

– Μάθετε να ακολουθείτε για να μπορέσετε να οδηγείτε.

– Αυτός που σας φωνάζει βρίσκεται σε συναισθηματική φόρτιση πράγμα που σημαίνει, ότι η συνείδηση του δεν λειτουργεί. Είναι αστείο να προσπαθείτε να μιλήσετε σε έναν άνθρωπο που δεν λειτουργεί το μυαλό του. Είναι το ίδιο πράγμα με το να μιλάς σε κάποιον που κοιμάται. Έχετε δει ποτέ κάποιον να φωνάζει σε άλλον άνθρωπο, όταν έχει καλή διάθεση;

– Αυτός που φωνάζει σε αντάλλαγμα μοιάζει με το να χτυπάς έναν άνθρωπο που πνίγεται με ένα κουπί. Αυτός ο άνθρωπος πνίγεται στον ίδιο του τον θυμό. Οπότε, δεν χρειάζεται βοήθεια σε αυτό.

– Τι κάνουμε, όταν αισθανόμαστε άσχημα; Κατηγορούμε, φωνάζουμε, κλαίμε. Γι’ αυτό όταν κάποιος μας φωνάζει στην πραγματικότητα το κάνει, επειδή αισθάνεται άσχημα.

– Ξέρετε πως μπορείτε να βάλετε ένα τέλος στις φωνές τους; Παραμείνετε σιωπηλοί και αφήστε τους να σιγοβράζουν. Μην δίνετε σημασία στις λέξεις τους, γιατί είναι απλά ο πόνος τους. Και πως να κρατήσετε ένα καθαρό πρόσωπο; Επαινώντας ψυχικά τον εαυτό σας! “Μα τι ταλέντο είμαι. Μπορώ να παραμείνω ψύχραιμος ακόμα και με αυτόν τον άνθρωπο!” Η απλή σιωπή έχει την επίδραση του κρύου νερού. Καθώς ο αντίπαλός σας φωνάζει, κοιτάξτε τον με προσοχή και ακούστε τον. Αφήστε τον να ηρεμήσει.

– Το να παραμένετε σιωπηλοί, όταν θέλετε πολύ να υποστηρίξετε την άποψή σας είναι δύσκολο έργο, αλλά είναι σίγουρο ότι αξίζει τον κόπο. Αν το καταφέρει ο ένας από τους δυο που εμπλέκονται σε έναν τσακωμό, τότε όλοι οι παρόντες αισθάνονται πιο ψύχραιμοι.

Η αγκαλιά εκφράζει όσα δεν μπορείς να πεις

Αγκαλιά. Κάτι τόσο απλό, τόσο καθημερινό, αλλά ταυτόχρονα τόσο πηγαίο, τόσο ρομαντικό μέσα στην λιτότητά του. Δυο χέρια μπορούν να κάνουν πολλά και ίσως το να αγκαλιάσουν είναι από τα πιο σημαντικά και σπουδαία, τα πιο ουσιαστικά.

Υπάρχουν στιγμές που η κίνηση αυτή είναι απαραίτητη για να συμπληρώσει ένα αληθινό συναίσθημα. Μέσα σ’ αυτή, ανακαλύπτεις έναν κόσμο αλλιώτικο, για δευτερόλεπτα απομονώνεσαι από την πολύβουη καθημερινότητα, είσαι απλά εκεί με την ανθρώπινη υπόστασή σου να λειτουργεί στο έπακρο, μόνο και μόνο γιατί κάνεις αυτό για το οποίο είσαι εκ φύσεως προορισμένος. Νιώθεις. Με όλα σου το είναι, την καρδιά, την ψυχή.

Πόσες φόρες μια αγκαλιά δεν εξέφρασε όσα εμείς δεν μπορέσαμε; Είναι αλήθεια, μπορεί να μιλήσει πιο πολύ από εμάς, να εκφράσει όλα εκείνα τα οποία εμείς κωλώσαμε να ομολογήσουμε όταν ήταν η κατάλληλη στιγμή. Όταν εμείς, σαν κλειστοί τύποι, εγωιστές, φοβητσιάριδες απέναντι στο συναίσθημά μας, σιωπήσαμε, η αγκαλιά μας μπόρεσε να πει το «σ’ αγαπάω», το «σε θέλω», το «μου έλειψες», το «μη φύγεις», το «σ΄ ευχαριστώ», το «συγγνώμη».

Οι αγκαλιές επικοινωνούν με το δικό τους, ιδιαίτερο τρόπο. Τα σώματα πλησιάζουν σαν δυο αντίθετοι πόλοι, τα χέρια ανοίγουν, η ψυχή αφήνεται, χαλαρώνει.

Και τότε είναι που ξεκινάει ο διάλογος των δύο σωμάτων. Το ένα αφηγείται και το άλλο ακούει προσεκτικά. Και όσο πιο δυνατά μιλάει μια αγκαλιά, τόσο πιο δυνατά και γρήγορα χτυπάει και η καρδιά του ακροατή. Είναι περίεργο πώς κάτι τόσο μικρό είναι ταυτόχρονα και τόσο μεγάλο, τόσο σημαντικό.

Και δε μιλάω για εκείνες τις άδειες αγκαλιές, τις ανούσιες που περνάνε αδιάφορες. Μιλάω για εκείνες που κάνουν την καρδιά να βλέπει καθαρά. Ξέρεις, αυτές που γίνονται σε σταθμούς τραίνων, σε λιμάνια, σε αεροδρόμια, εκείνες που έγιναν μετά από καβγάδες, που έγιναν όταν αυτά που ήθελες να πεις ήταν τόσα που δεν μπορούσες διαφορετικά να τα εκφράσεις.

Όπως και να το πεις αλλιώς, η αγκαλιά είναι πράξη, γι’ αυτό μένει. Ακόμη και όταν τα σώματα φύγουν, εκείνη θα είναι ακόμη πίσω, στο ίδιο σημείο καλοφτιαγμένη και σφιχτή. Έχει κλείσει μέσα της όλα όσα ειπώθηκαν, τις μυρωδιές των δυο ατόμων, τα βλέμματά τους, τα συναισθήματά τους. Και αυτό συμβαίνει γιατί η διαδικασία της είναι πολύπλοκη. Ενεργοποιεί όλες τις αισθήσεις, αφήνει αναμνήσεις οι οποίες δεν έχουν να κάνουν μόνο με την αφή, την επαφή. Είναι η επικοινωνία του ψυχισμού, που για να γίνει σωστά και ολοκληρωμένα χρειάζεται την συσπείρωση όλων των υπολοίπων αισθήσεων.

Η επικοινωνία τελικά, δεν έχει να κάνει αποκλειστικά και μόνο με την ομιλία. Δυο σώματα, μπορούν να επικοινωνήσουν, να συζητήσουν με μια δική τους και μόνο διάλεκτο, με τη σαρκική επαφή, με ό,τι μια αγκαλιά προσφέρει. Η αγκαλιά έχει τη δική της γλώσσα, μια γλώσσα που δε χρειάζεται πτυχία και διδασκαλία για να τη μάθεις. Είναι τόσο απλή, η ικανότητα να την εκφράσεις κρύβεται μέσα σου. Απλά χρειάζεται ένα ιδιαίτερο ερέθισμα, το οποίο συνήθως είναι εσωτερικό και καθαρά προσωπικό.

Είναι γεγονός πως συνηθίζουμε πια να είμαστε πιο εσωστρεφείς και να μην ανοιγόμαστε γι’ αυτά που νιώθουμε. Έλα όμως που τελικά υπάρχει κάτι που μπορεί να μαρτυρήσει ό,τι κρύβεις ή αποφεύγεις να πεις. Η αγκαλιά είναι έκφραση με ένα τεράστιο λεξιλόγιο και χιλιάδες αποχρώσεις από συναισθήματα. Καταφέρνει να προφέρει αγάπη, ειλικρίνεια, φόβο, έρωτα, πάθος μέχρι και αγωνία, ειρωνεία, στεναχώρια. Είναι φάρμακο και λύτρωση, ανακούφιση, συναίνεση, επιβεβαίωση. Είναι τα κρυφά πάθη και τα μυστικά σου, οι ανησυχίες σου και οι φόβοι σου που θωρακίζονται μέσα σ’ ένα ζευγάρι χέρια.

Είναι λόγια ανείπωτα οι αγκαλιές, γι’ αυτό μην τις σπαταλάς, ούτε να τις περιφρονείς. Ανοίγουν τα μάτια της ψυχής, που συνήθως βλέπουν καλύτερα από τα κανονικά, σε φέρνουν σε κοινή πορεία με έναν πολύπλοκο ψυχισμό παρόμοιο με το δικό σου. Στην τελική, σε κάνουν περισσότερο άνθρωπο στο χάος που ζεις, σ’ εξευγενίζουν, σε ηρεμούν.

Η ζήλια που ο ύπουλος άνθρωπος νιώθει για τις αρετές των άλλων, γίνεται ανομολόγητος φθόνος που του «τρώει τα σωθικά»

Ο Καντ υποστηρίζει ότι υπάρχει μεγάλη διαφορά ανάμεσα στον ύπουλο εχθρό και στον δηλωμένο εχθρό: ο πρώτος, κρυφός και κόλακας, είναι αποτρόπαιος αν συγκριθεί με τον δεύτερο, ακόμη και όταν η κακία του τελευταίου μπορεί να γίνει πολύ βίαιη. Γιατί μπορούμε να αμυνθούμε, εξηγεί ο φιλόσοφος, εναντίον της δηλωμένης εχθρότητας, αλλά δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτα εναντίον της ύπουλης συμπεριφοράς, η οποία, αν είχε γίνει καθολικός κανόνας, θα είχε εξαφανίσει κάθε ίχνος εμπιστοσύνης στις σχέσεις μεταξύ των ανθρώπων. Στην προκειμένη περίπτωση ο συνήθως ήρεμος και ειρηνικός Καντ προτιμά απερίφραστα την «άγρια βία» της συμπεριφοράς του δηλωμένου εχθρού, από την ήρεμη και γλυκερή όψη του ύπουλου ανθρώπου. Στον τελευταίο, σημειώνει ο φιλόσοφος, έχει «στεγνώσει η πηγή του καλού».

Πώς όμως εξηγούνται ο ύπουλος άνθρωπος και η συμπεριφορά του; Ο Καντ υποστηρίζει ότι οι άνθρωποι έχουμε δύο τρόπους για να αξιολογήσουμε τον εαυτό μας: είτε να συγκριθούμε με την Ιδέα της τελειότητας είτε να συγκριθούμε με τον διπλανό μας. Το πρώτο κριτήριο, κάπως δύσκολο προφανώς στην εφαρμογή του, είναι το καλό· το δεύτερο είναι επικίνδυνο, γιατί αν διαλέξουμε έναν χειρότερο από μας είμαστε σίγουροι για το αποτέλεσμα της σύγκρισης. Αλλά οι άνθρωποι είμαστε έτσι φτιαγμένοι, ώστε συνήθως «να φροντίζουμε να συγκρινόμαστε με τους χειρότερους παρά με τους καλύτερους, γιατί έτσι μπορούμε να αποκτήσουμε εύκολα μια λαμπρή εικόνα του εαυτού μας».

Στην περίπτωση όμως που η ζωή μάς αναγκάζει να συγκριθούμε με ανθρώπους που οι αρετές τους ξεπερνούν εμφανώς τις δικές μας, έχουμε δύο τρόπους να αντιμετωπίσουμε τη δυσάρεστη σύγκριση: είτε να επιχειρήσουμε να κατακτήσουμε με τις δικές μας δυνάμεις τις αρετές που ζηλεύουμε στους άλλους είτε να επιχειρήσουμε να μειώσουμε τις αρετές αυτές. «Επειδή η δεύτερη μέθοδος είναι πιο βολική, οι άνθρωποι προτιμούν να μειώνουν την αξία των άλλων παρά να αυξάνουν τη δική τους». Βιρτουόζος στην άσκηση αυτής της μεθόδου είναι ακριβώς ο ύπουλος άνθρωπος, όχι όμως τόσο γιατί κρίνει τη μέθοδο βολική, αλλά γιατί ο ίδιος δεν μπορεί να επιλέξει καμία άλλη. Πράγματι η ζήλια που νιώθουμε για τις αρετές των άλλων, νόμιμη σύμφωνα με τον Καντ γιατί είναι συνυφασμένη με την ανθρώπινη φύση, στον ύπουλο άνθρωπο, που γνωρίζει ότι δεν έχει το σθένος να αντέξει την ευθεία αναμέτρηση, γίνεται ανομολόγητος φθόνος που «τρώει τα σωθικά». Αυτός ο φθόνος ονομάζεται από τον φιλόσοφο διαβολικός, «στο μέτρο που είναι τόσο έντονα ανεπτυγμένος σε έναν άνθρωπο, ώστε να ξεπερνά τα όρια της ανθρώπινης φύσης».

Μόνο που η υπέρβαση, στην προκειμένη περίπτωση, γίνεται προς τα κάτω: ο διαβολικός φθόνος έχει κάτι το κτηνώδες, «κάτι που θυμίζει το αρπακτικό που κοιμάται μέσα μας και που δεν καταφέρνουμε να υποτάξουμε». Η πηγή αυτών των γνωρισμάτων μας είναι άγνωστη, ομολογεί ο Καντ, και δέχεται ότι υπάρχουν ορισμένα χαρακτηριστικά της ανθρώπινης φύσης που δεν θεμελιώνονται πουθενά. Η μόνη διέξοδος είναι η αναλογία: «Ορισμένα ζώα έχουν την τάση να αρπάζουν ό,τι βρεθεί μπροστά τους, ακόμη και όταν αυτό που άρπαξαν τους είναι εντελώς άχρηστο. Και όλα συμβαίνουν σαν να έχει διατηρηθεί στον άνθρωπο κάτι από αυτή την κτηνώδη φύση».

Ο Επίκουρος και το “μαγκανοπήγαδο της ευτυχίας”

Η κοινωνία μας είναι γεμάτη παραδείγματα ανθρώπων που ζουν μ’ ένα τρόπο που ξεπερνά τις δυνατότητες και τα μέσα που διαθέτουν, θυσιάζουν την εσωτερική τους γαλήνη για χάρη της εικόνας που θέλουν να δώσουν προς τα έξω, προσπαθούν να αμβλύνουν την αίσθηση της επικείμενης απειλής με το να γίνονται αλκοολικοί, εργασιομανείς, μανιακοί της τηλεόρασης, ή υποκύπτουν σε κάποια άλλη μορφή εθισμού -έστω κι αν λένε πως «ξέρουν αυτοί τι κάνουν».

Τι μπορεί να ευθύνεται γι’ αυτή την ανακολουθία; Μήπως στην πραγματικότητα η ανθρώπινη φύση είναι ριζικά ελαττωματική;

Πρόσφατα, ο ψυχολόγος Donald Campbell ονόμασε το ατέρμονο κυνηγητό της ικανοποίησης «μαγκανοπήγαδο της ευτυχίας». Ο Steven Pinker επεξεργάστηκε το θέμα προσδίδοντάς του μια εξελικτική προοπτική:

Εκ πρώτης όψεως, η ευτυχία θα μπορούσε να φανεί σαν ένα δίκαιο επιδόρπιο της βιολογικής προσαρμοστικής καταλληλότητάς μας (ακριβέστερα, των καταστάσεων που οδηγούν στην προσαρμογή, μέσα στο περιβάλλον όπου εξελιχθήκαμε). Είμαστε ευτυχέστεροι όταν είμαστε υγιείς, χορτάτοι, καλοθρεμμένοι, άνετοι, ασφαλείς, γνώστες, ευυπόληπτοι, ζευγαρωμένοι, και αγαπητοί. Συγκρινόμενοι με τα αντίθετά τους, αυτοί οι επιδιωκόμενοι στόχοι συμβάλλουν στην αναπαραγωγή.

Η λειτουργία της ευτυχίας, καθώς φαίνεται, είναι να κινητοποιεί το νου, κάνοντας τον να αναζητεί τα κλειδιά της δαρβινικής προσαρμοστικής καταλληλότητας. Όταν είμαστε δυστυχείς, εργαζόμαστε για εκείνα που θα μας κάνουν ευτυχισμένους’ όταν είμαστε ευτυχείς, διατηρούμε το status quo.

Το πρόβλημα είναι: για τι βαθμό καταλληλότητας αξίζει ν’ αγωνιστούμε; Οι άνθρωποι της εποχής των παγετώνων θα έχαναν τον καιρό τους αν δυσφορούσαν επειδή τους έλειπαν οι θερμάστρες για κατασκήνωση, η πενικιλίνη και τα κυνηγετικά όπλα, ή αν πάσχιζαν ν’ αποκτήσουν αυτά, αντί για κατάλληλες σπηλιές και λόγχες. Ακόμη κι οι σύγχρονες τροφοσυλλεκτικές φυλές προσβλέπουν σε πολύ διαφορετικά πρότυπα, ανάλογα με τις εποχές και τους τόπους. Κι επειδή το τέλειο είναι ο εχθρός του καλού, η επιδίωξη της ευτυχίας θα πρέπει να σταθμίζεται σύμφωνα με αυτό που μπορεί να επιτευχθεί με εύλογη προσπάθεια στο συγκεκριμένο περιβάλλον.

Πώς γνωρίζουμε τι μπορεί να επιτευχθεί με εύλογη προσπάθεια; Μια καλή πηγή πληροφόρησης είναι τα επιτεύγματα των άλλων ανθρώπων. «Αν το ’χουν αυτοί, τότε μπορείς κι εσύ». Σ’ όλες τις εποχές, οι παρατηρητές της ανθρώπινης συνθήκης έχουν καταδείξει το μέγεθος της τραγωδίας: οι άνθρωποι είναι ευτυχείς όταν νιώθουν πως είναι σε καλύτερη κατάσταση απ’ ό,τι οι γείτονές τους, και δυστυχείς όταν νιώθουν πως βρίσκονται σε χειρότερη θέση.

Η αρχή του οικονομικού σχετικισμού είναι πολύ εύκολα αναγνωρίσιμη και πανταχού παρούσα. Σήμερα λέμε πως «δεν πρέπει να υστερούμε συγκριτικά με το βιοτικό επίπεδο του γείτονα».

Μα και ο Λουκρήτιος, επίσης, είχε πολλά να πει για το φαινόμενο αυτό και το πώς εμφανίστηκε στη ζωή των προϊστορικών ανθρώπων:

Αντλούσαν τις ηδονές τους ξοδεύοντας ελάχιστα, προπάντων όταν τους χαμογελούσε ο καιρός κι η εποχή κεντούσε την πράσινη χλόη με λουλούδια.

Το ’ριχναν τότε σε παιγνίδια και σε κουβέντες και σε γέλια φιλικά, γιατί τότε ήταν που η μούσα της υπαίθρου βρισκόταν σε μεγάλες δόξες’ όλο χαρά, στεφάνωναν τα κεφάλια και τους ώμους με άνθη και με φύλλα, και παρακινιόνταν έτσι σε λογής-λογής διασκεδάσεις και σ’ αδέξιους χορούς δίχως ρυθμό, καθώς βροντοχτυπούσαν τη γης με βαριά πόδια’ κι αυτό τους έδινε αφορμή για χαμόγελα και γέλια ασυγκράτητα — γιατί καινούργια ήσαν όλα τότε και θαυμαστά… Κι όταν ξαγρυπνούσαν, αυτή ήταν η παρηγοριά τους για το ξενύχτι, το να τραγουδούν μελωδίες με μεγάλη ποικιλία και παιχνίδισμα της φωνής, και να φυσούν στις άκρες των καλαμιών…

Ως και σήμερα ακόμα, σαν πέφτει η νύχτα, οι ξενύχτηδες κρατάνε τις παραδόσεις’ έχουνε μάθει καλύτερα να κρατούν όλους τους ρυθμούς, μα τούτο δεν τους δίνει πιο μεγάλη ευχαρίστηση από τη χαρά που ένιωθαν οι άξεστες εκείνες γενιές των δασών, τα τέκνα της γης.

Γιατί αυτό που κατέχουμε τώρα, αν προηγουμένως δεν έχουμε γνωρίσει κάτι άλλο πιο αγαπητό, το βλέπουμε σαν το καλύτερο δυνατό —ως τη στιγμή που θα βρεθεί κάτι καλύτερο, που αμέσως κάνει το παλιό να χάνει την αξία του, κι ό,τι νιώθαμε γι’ αυτό αλλάζει. Έτσι άρχισε η σιχαμάρα για τα βελανίδια, κι έτσι εγκαταλείφθηκαν τα στρώματα από χόρτα και φυλλωσιές’ κι έτσι έπεσε στην καταφρόνια το ντύσιμο με προβιές -αν και σκέφτομαι πως, όταν ανακαλύφθηκε η προβιά, θα προκάλεσε τέτοιο φθόνο εκείνος που την πρωτοφόρεσε, που σίγουρα θα βρήκε το θάνατο σε ενέδρα’ κι όμως, άγρια ξεσκισμένο και καταματωμένο απ’ τους φονιάδες, το ρούχο που κλέψαν μπορεί να ’χε γίνει πια άχρηστο γι’ αυτούς.

Τότε οι προβιές, τώρα το χρυσάφι κι οι πορφύρες τυραννούν με έγνοιες τη ζωή των ανθρώπων. Όμως και σ’ αυτό ακόμα, εμείς οι σημερινοί σφάλουμε περισσότερο: γιατί χωρίς τις προβιές, τα παιδιά της γης βασανίζονταν απ’ το κρύο’ ενώ εμάς διόλου δεν μας ενοχλεί το κρύο, αν μας λείπει ρούχο από πορφύρα δουλεμένο με χρυσάφι και πλούσια κεντήματα, αφού μπορεί να μας προστατέψει κι ένας ταπεινός μανδύας.

Έτσι λοιπόν το ανθρώπινο γένος μοχθεί πάντα μάταια και άσκοπα, και ξοδεύει τα χρόνια του σε μάταιες έγνοιες. Γιατί οι άνθρωποι δεν κατάλαβαν πως η ιδιοκτησία έχει το όριό της κι οτι η απόλαυσή της φτάνει μέχρις ενός σημείου. Κι η άγνοια αυτή μας παρέσυρε στ’ ανοιχτά και ξεσήκωσε απ’ το βυθό τα μεγάλα κύματα του πολέμου.

Έχουμε, λοιπόν, την τάση να ικανοποιούμαστε μ’ αυτό που διαθέτουμε – μέχρι τη στιγμή που θα παρουσιαστεί κάτι φαινομενικά καλύτερο. Γιατί, όπως ακριβώς τα νευρικά κύτταρα εύκολα προσαρμόζονται σ’ ένα σταθερό επίπεδο θερμότητας, οσμής, πίεσης, κλπ., σε σημείο που να μην αντιλαμβανόμαστε πια πως δεχόμαστε ερεθίσματα, έτσι και ο νους γενικά προσαρμόζεται σ’ ένα τρόπο ζωής, τόσο που η καθημερινή μας εμπειρία να φαίνεται «φυσιολογική».

Όταν συμβαίνει να παρουσιαστεί η βελτιωμένη ή πιο γοητευτική έκδοση κάποιου πράγματος, τότε διεγείρεται το ενδιαφέρον κι η επιθυμία μας για τούτο το απρόσμενο καινούριο φρούτο που μας συναρπάζει. Κι όταν δεν επαρκούν τα μέσα που διαθέτουμε ώστε να το αποκτήσουμε, τότε γεννιέται ο φθόνος.

Γιατί η μοίρα που έχει δοθεί στον καθένα συναρμόζεται και συναρμόζε

Να προσπαθείς ν’ αποφεύγεις το άσκοπο και το μάταιο στον ειρμό των παραστάσεων που γεννά ο νους, και πολύ περισσότερο την κακοήθεια και την περιέργεια. Να συνηθίσεις να συλλογιέσαι εκείνα μόνο, για τα οποία αν κάποιος σε ρωτούσε, «Τι σκέφτεσαι τώρα;», εσύ θ’ απαντούσες αμέσως και με ειλικρίνεια, «Το και το» – έτσι που να φανερώνεται ευθύς ότι οι σκέψεις σου όλες ήταν απλές και καλοπροαίρετες, σκέψεις που χαρακτηρίζουν ένα κοινωνικό ον που αδιαφορεί για τις ηδονικές και για όλο το φάσμα των απολαυστικών παραστάσεων, τον ανταγωνισμό, το φθόνο και την καχυποψία, και καθετί άλλο που θα σ’ έκανε να κοκκινίσεις από ντροπή αν το περιέγραφες.

Γιατί ένας τέτοιος άνθρωπος, αποφασισμένος εδώ και τώρα να καταλέγεται μεταξύ των άριστων, είναι κάτι σαν ιερέας και βοηθός των θεών καθώς χρησιμοποιεί τη δύναμη εντός του που τον καθιστά αγνό από ηδονές, άτρωτο από κάθε πόνο, ανέγγιχτο από κάθε ύβριν, ανεπηρέαστο από κάθε μοχθηρία, αθλητή του μέγιστου αγωνίσματος: να μη νικηθεί από κανένα πάθος, να ‘ναι κατάβαθα διαποτισμένος από τη δικαιοσύνη, να ασπάζεται ολόψυχα ό, τι συμβαίνει και ό, τι του είναι γραμμένο, και να μη βάζει με το νου του συχνά και δίχως να τον υποχρεώνει το κοινωνικό συμφέρον, τι λέει ο άλλος και τι κάνει και τι σκέφτεται. Γιατί καταγίνεται μόνο με ό, τι αφορά στα δικά του καθήκοντα, και από το σύνολο των πραγμάτων συλλογιέται όσα είναι συνυφασμένα με τον ίδιο` και στην πρώτη περίπτωση η προσφορά του είναι άξια, ενώ για τα δεύτερα πιστεύει ότι είναι καλά. Γιατί η μοίρα που έχει δοθεί στον καθένα συναρμόζεται και συναρμόζει.

ΜΑΡΚΟΣ ΑΥΡΗΛΙΟΣ, ΤΑ ΕΙΣ ΕΑΥΤΟΝ

Ναι, γεννήθηκα από εσένα, αλλά σίγουρα δεν ανήκω σε εσένα

Όταν ο Βούδας επέστρεψε στο χωριό του, όλο το χωριό πήγε να τον καλωσορίσει. Πήγε και ο πατέρας του, καθώς ο γιος του γύρισε μετά από δώδεκα χρόνια. Όλο το χωριό είχε πάει να καλωσορίσει τον Βούδα, αλλά ο πατέρας του είχε πάει για να εκφράσει την οργή του. Ο πατέρας του είχε την αυταπάτη ότι ο Βούδας ήταν γιος του, είχε γεννηθεί μέσα από εκείνον, αλλά το έσκασε χωρίς να τον ενημερώσει.

Όταν έφτασε εκεί, το πρώτο πράγμα που είπε στον Βούδα ήταν: «Οι πόρτες μου είναι ακόμα ανοιχτές. Αν είσαι έτοιμος να ζητήσεις συγγνώμη και να γυρίσεις σπίτι, μπορώ να σε συγχωρέσω αμέσως τώρα. Και η καρδιά μου ματώνει που σε βλέπω να ζητιανεύεις. Στην κοινότητά μας, στην οικογένειά μας, κανείς δεν έχει ζητιανέψει ποτέ για φαγητό. Όταν βλέπω ένα σκεύος επαιτείας στα χέρια σου, όλο μου το είναι σφαδάζει από πόνο. Είσαι πρίγκιπας και δεν χρειάζεται να ζητιανεύεις. Δεν έχει συμβεί ποτέ στην οικογένειά μας».

Ξέρετε τι είπε ο Βούδας; Ο Βούδας είπε: «Κάνεις λάθος. Σίγουρα έχω έρθει μέσα από εσένα, αλλά δεν ανήκω στη οικογένειά σου. Ήσουν σαν ένα σταυροδρόμι από το οποίο πέρασα. Αλλά, εδώ και καιρό, το ταξίδι μου βρίσκεται σε διαφορετική πορεία. Παρόλο που γεννήθηκα μέσα από εσένα, δεν ανήκω σε εσένα. Κανείς δεν έχει ζητιανέψει ποτέ για φαγητό στη δική σου οικογένεια από όσο ξέρω, αλλά στη δική μου οικογένεια ένα άτομο πάντα ζητιάνευε για φαγητό. Από όσο μπορώ να θυμηθώ, εγώ πάντα ζητιάνευα για φαγητό. Ναι, γεννήθηκα από εσένα, αλλά σίγουρα δεν ανήκω σε εσένα».

Ανθολόγιο Αττικής Πεζογραφίας

ΔΗΜΟΣΘΕΝΗΣ, ΥΠΕΡ ΜΕΓΑΛΟΠΟΛΙΤΩΝ

ΔΗΜ 16.27–32

(ΔΗΜ 16. Πίστις §6–31) Αξιώσεις των Αθηναίων απέναντι στους Αρκάδες και τους Λακεδαιμονίους – Ἐπίλογος (§32): Το συμφέρον επιβάλλει τη βοήθεια προς τους Μεγαλοπολίτες


[27] Λέγουσι τοίνυν οἱ μάλιστα δοκοῦντες δίκαια λέγειν ὡς
δεῖ τὰς στήλας καθελεῖν αὐτοὺς τὰς πρὸς Θηβαίους, εἴπερ
ἡμέτεροι βεβαίως ἔσονται σύμμαχοι. οἱ δέ φασι μὲν αὑτοῖς
οὐ[κ εἶναι] στήλας, ἀλλὰ τὸ συμφέρον εἶναι τὸ ποιοῦν τὴν
φιλίαν, τοὺς δὲ βοηθοῦντας ἑαυτοῖς, τούτους νομίζειν εἶναι
συμμάχους. ἐγὼ δ’, εἰ τὰ μάλιστ’ εἰσὶ τοιοῦτοι, ὡδί πως
ἔχω. φημὶ δεῖν ἅμα τούτους ἀξιοῦν καθαιρεῖν τὰς στήλας
καὶ Λακεδαιμονίους ἄγειν εἰρήνην, ἐὰν δὲ μὴ ’θέλωσι ποιεῖν
ὁπότεροι ταῦτα, τότ’ ἤδη μετὰ τῶν ἐθελόντων ἡμᾶς γίγνεσθαι.
[28] εἴτε γὰρ εἰρήνης γιγνομένης αὐτοῖς οἱ Μεγαλοπολῖται τῆς
Θηβαίων συμμαχίας ἕξονται, φανεροὶ πᾶσιν ἔσονται τὴν
πλεονεξίαν τὴν Θηβαίων, οὐ τὸ δίκαιον αἱρούμενοι· εἴτε
συμμάχους ἡμᾶς ἀδόλως τῶν Μεγαλοπολιτῶν ποιουμένων μὴ
’θελήσουσιν ἄγειν εἰρήνην οἱ Λακεδαιμόνιοι, δῆλοι δήπου
πᾶσιν ἔσονται, οὐχ ἵνα Θεσπιαὶ κατοικισθῶσι ποιούμενοι τὴν
σπουδήν, ἀλλ’ ἵνα τοῦ πολέμου περιεστηκότος Θηβαίοις τὴν
Πελοπόννησον ὑφ’ αὑτοῖς ποιήσωνται. [29] θαυμάζω δ’ ἐνίων,
εἰ τὸ μὲν Θηβαίων συμμάχους εἶναι τοὺς Λακεδαιμονίων
ἐχθροὺς φοβοῦνται, εἰ δὲ καταστρέψονται Λακεδαιμόνιοι
τούτους, μηδὲν ἡγοῦνται φοβερόν, καὶ ταῦτ’ ἔργῳ πεῖραν
ἡμῖν δεδωκότος τοῦ χρόνου ὅτι Θηβαῖοι μὲν τούτοις συμ-
μάχοις ἐπὶ Λακεδαιμονίους ἀεὶ χρῶνται, Λακεδαιμόνιοι δ’ ὅτ’
εἶχον αὐτούς, ἐφ’ ἡμᾶς ἐχρῶντο.

[30] Οἶμαι τοίνυν ἔγωγε κἀκεῖν’ ἐνθυμεῖσθαι δεῖν, ὅτι μὴ
προσδεξαμένων μὲν ὑμῶν τοὺς Μεγαλοπολίτας, ἐὰν μὲν
ἀναιρεθῶσι καὶ διοικισθῶσιν, ἰσχυροῖς Λακεδαιμονίοις ἔστιν
εὐθὺς εἶναι, ἐὰν δὲ σωθῶσιν ἄρα, ὡς ἤδη τι καὶ παρ’ ἐλπίδας
ἐξέβη, βέβαιοι σύμμαχοι Θηβαίων δικαίως ἔσονται· ἂν δὲ
προσδέξησθε, τούτοις μὲν ὑπάρξει ἤδη σωθῆναι δι’ ὑμᾶς, τὸ
δὲ συμβησόμενον, τὸν τοῦ κινδύνου λογισμὸν μετενεγκόντες,
σκοπῶμεν ἐπὶ Θηβαίων καὶ Λακεδαιμονίων. [31] ἂν μὲν τοίνυν
καταπολεμηθῶσιν οἱ Θηβαῖοι, ὥσπερ αὐτοὺς δεῖ, οὐκ ἔσον-
ται μείζους τοῦ δέοντος οἱ Λακεδαιμόνιοι, τούτους ἔχοντες
ἀντιπάλους τοὺς Ἀρκάδας ἐγγὺς οἰκοῦντας· ἂν δ’ ἀνενέγκω-
σιν ἄρ’ οἱ Θηβαῖοι καὶ σωθῶσιν, ἀλλ’ οὖν ἀσθενέστεροί γ’
ἔσονται, ἡμῖν συμμάχων γεγενημένων τῶνδε καὶ δι’ ἡμᾶς
σεσωμένων. ὥστε πανταχῇ συμφέρει μήτε προέσθαι τοὺς
Ἀρκάδας μήτε δι’ αὑτούς, ἂν ἄρα σωθῶσι, περιγεγονέναι
δοκεῖν, μηδὲ δι’ ἄλλους τινάς, ἀλλὰ δι’ ὑμᾶς.

[32] Ἐγὼ μὲν οὖν, ὦ ἄνδρες Ἀθηναῖοι, μὰ τοὺς θεοὺς οὔτε
φιλῶν οὐδετέρους οὔτε μισῶν ἰδίᾳ εἴρηκα, ἀλλ’ ἃ νομίζω
συμφέρειν ὑμῖν· καὶ παραινῶ μὴ προέσθαι Μεγαλοπολίτας,
μηδ’ ἄλλον ἁπλῶς μηδένα τῶν ἐλαττόνων τῷ μείζονι.

***
[27] Λέγουν λοιπόν εκείνοι, οι οποίοι φαίνονται ότι κατ' εξοχήν λέγουν δίκαια, ότι πρέπει να καταστρέψουν οι Μεγαλοπολίται τας στήλας, εις τας οποίας έχει γραφή η συμμαχία των με τους Θηβαίους, αφού βέβαια θα γίνουν σύμμαχοί μας. Ούτοι δε διισχυρίζονται, ότι στήλας μεν δεν έχουν, αλλ' ότι το συμφέρον είναι εκείνο που κάμνει την φιλίαν, νομίζουν δε ότι είναι σύμμαχοί των όσοι τους βοηθούν. Εγώ δε, αν αυτή είναι κατ' εξοχήν η γνώμη των, ιδού τι φρονώ. Λέγω ότι πρέπει συγχρόνως ούτοι να αξιούν να καταστραφούν αι στήλαι και οι Λακεδαιμόνιοι να διάγουν εν ειρήνη, εάν δε δεν θέλουν ή ο είς ή ο άλλος να κάμνουν ταύτα, τότε πλέον να ταχθώμεν με το μέρος εκείνων οι οποίοι δέχονται ταύτα. [28] Διότι, εάν οι Μεγαλοπολίται μείνουν σταθεροί εις την συμμαχίαν των Θηβαίων, αφού θα είναι εξησφαλισμένοι δια της ειρήνης, θα είναι φανερόν ότι προτιμούν να υποστηρίξουν τας διεκδικήσεις των Θηβαίων και όχι το δίκαιον· εάν πάλιν, οι Λακεδαιμόνιοι δεν θελήσουν να διάγουν εν ειρήνη αφού ημείς θα κάμωμεν νομίμως τους Μεγαλοπολίτας συμμάχους, τότε θα γίνουν βέβαια εις όλους ολοφάνεροι, ότι δεν φροντίζουν μόνον δια να οικισθούν αι Θεσπιαί, αλλά διά να υποταξουν υπό την αρχήν των όλην την Πελοπόννησον, αφού ο πόλεμος περικυκλώση ολόγυρα τους Θηβαίους. [29] Παραξενεύομαι δε με μερικούς, διότι φοβούνται μεν το να γίνουν οι εχθροί των Λακεδαιμονίων σύμμαχοι των Θηβαίων, ουδόλως δε φοβούνται, εάν υποτάξουν τούτους οι Λακεδαιμόνιοι και ταύτα αφού η πείρα του παρελθόντος μάς εδίδαξεν, ότι οι Θηβαίοι τούτους μεν πάντοτε μεταχειρίζονται ως συμμάχους εναντίον των Λακεδαιμονίων, οι Λακεδαιμόνιοι δε, ότε είχον αυτούς, εναντίον μας τους μετεχειρίζοντο.

[30] Νομίζω λοιπόν εγώ βέβαια, ότι ταύτα πρέπει να έχωμεν εις τον νουν μας, ότι αν μεν σεις δεν δεχθήτε ως συμμάχους τους Μεγαλοπολίτας, εάν μεν καταστραφούν και διασκορπισθούν, τούτο θα σημάνη την άμεσον επανόρθωσιν της δυνάμεως των Λακεδαιμονίων, εάν δε κατά τύχην οι ίδιοι οι Μεγαλοπολίται σωθούν, διότι μέχρι τούδε πολλά έχουν συμβή παρά τας ελπίδας των ανθρώπων, ασφαλείς σύμμαχοι των Θηβαίων δικαίως θα είναι· αν δε τους δεχθήτε ως συμμάχους, θα δυνηθούν μεν να σωθούν εξ αιτίας σας, το αποτέλεσμα δε ας εξετάσωμεν εν σχέσει με τους Θηβαίους και Λακεδαιμονίους, μεταβαλόντες άποψιν εξετάσεως του ζητήματος. [31] Αν μεν λοιπόν καταπολεμηθούν οι Θηβαίοι, όπως πρέπει, δεν θα γίνουν μεγαλύτεροι από ό,τι πρέπει οι Λακεδαιμόνιοι, έχοντες ως αντιπάλους τούτους τους Αρκάδας κατοικούντας πλησίον· αν δε κατά τύχην οι Θηβαίοι αναλάβουν τας δυνάμεις των και σωθούν, πάντως όμως θα είναι ασθενέστεροι, αφού θα έχουν γίνει σύμμαχοί μας οι Αρκάδες ούτοι και θα έχουν σωθή εξ αιτίας μας· ώστε κατά πάντα τρόπον συμφέρει μήτε να εγκαταλείψωμεν τους Αρκάδας, μήτε να νομίζουν, αν σωθούν, ότι εσώθησαν εξ αιτίας των ούτε εξ αιτίας άλλων τινών, αλλ' εξ αιτίας σάς των ιδίων.

[32] Εγώ μεν λοιπόν, ω άνδρες Αθηναίοι, μά τους θεούς, μη αγαπών μήτε τον ένα μήτε τον άλλον μήτε ορμώμενος από προσωπικόν μίσος έχω ομιλήσει, αλλ' έχω είπει όσα νομίζω συμφέροντα εις σας· και σας προτρέπω να μη εγκαταλείψετε τους Μεγαλοπολίτας μηδέ άλλον κανένα γενικώς των ασθενεστέρων εις την διάκρισιν του ισχυροτέρου.

Δευτέρα 5 Σεπτεμβρίου 2022

ΟΜΗΡΟΣ: Ὀδύσσεια (13.159-13.216)

Αὐτὰρ ἐπεὶ τό γ᾽ ἄκουσε Ποσειδάων ἐνοσίχθων,
160 βῆ ῥ᾽ ἴμεν ἐς Σχερίην, ὅθι Φαίηκες γεγάασιν.
ἔνθ᾽ ἔμεν᾽· ἡ δὲ μάλα σχεδὸν ἤλυθε ποντοπόρος νηῦς
ῥίμφα διωκομένη· τῆς δὲ σχεδὸν ἦλθ᾽ ἐνοσίχθων,
ὅς μιν λᾶαν ἔθηκε καὶ ἐρρίζωσεν ἔνερθε
χειρὶ καταπρηνεῖ ἐλάσας· ὁ δὲ νόσφι βεβήκει.
165 Οἱ δὲ πρὸς ἀλλήλους ἔπεα πτερόεντ᾽ ἀγόρευον
Φαίηκες δολιχήρετμοι, ναυσικλυτοὶ ἄνδρες.
ὧδε δέ τις εἴπεσκεν ἰδὼν ἐς πλησίον ἄλλον·
«ὤ μοι, τίς δὴ νῆα θοὴν ἐπέδησ᾽ ἐνὶ πόντῳ
οἴκαδ᾽ ἐλαυνομένην; καὶ δὴ προὐφαίνετο πᾶσα.»
170 Ὣς ἄρα τις εἴπεσκε· τὰ δ᾽ οὐκ ἴσαν ὡς ἐτέτυκτο.
τοῖσιν δ᾽ Ἀλκίνοος ἀγορήσατο καὶ μετέειπεν·
«ὢ πόποι, ἦ μάλα δή με παλαίφατα θέσφαθ᾽ ἱκάνει
πατρὸς ἐμοῦ, ὃς ἔφασκε Ποσειδάων᾽ ἀγάσεσθαι
ἡμῖν, οὕνεκα πομποὶ ἀπήμονές εἰμεν ἁπάντων.
175 φῆ ποτε Φαιήκων ἀνδρῶν περικαλλέα νῆα
ἐκ πομπῆς ἀνιοῦσαν ἐν ἠεροειδέϊ πόντῳ
ῥαισέμεναι, μέγα δ᾽ ἧμιν ὄρος πόλει ἀμφικαλύψειν.
ὣς ἀγόρευ᾽ ὁ γέρων· τὰ δὲ δὴ νῦν πάντα τελεῖται.
ἀλλ᾽ ἄγεθ᾽, ὡς ἂν ἐγὼ εἴπω, πειθώμεθα πάντες·
180 πομπῆς μὲν παύσασθε βροτῶν, ὅτε κέν τις ἵκηται
ἡμέτερον προτὶ ἄστυ· Ποσειδάωνι δὲ ταύρους
δώδεκα κεκριμένους ἱερεύσομεν, αἴ κ᾽ ἐλεήσῃ
μηδ᾽ ἡμῖν περίμηκες ὄρος πόλει ἀμφικαλύψῃ.»
Ὣς ἔφαθ᾽, οἱ δ᾽ ἔδεισαν, ἑτοιμάσσαντο δὲ ταύρους.
185 ὣς οἱ μέν ῥ᾽ εὔχοντο Ποσειδάωνι ἄνακτι
δήμου Φαιήκων ἡγήτορες ἠδὲ μέδοντες,
ἑσταότες περὶ βωμόν. ὁ δ᾽ ἔγρετο δῖος Ὀδυσσεὺς
εὕδων ἐν γαίῃ πατρωΐῃ, οὐδέ μιν ἔγνω,
ἤδη δὴν ἀπεών· περὶ γὰρ θεὸς ἠέρα χεῦε
190 Παλλὰς Ἀθηναίη, κούρη Διός, ὄφρα μιν αὐτὸν
ἄγνωστον τεύξειεν ἕκαστά τε μυθήσαιτο,
μή μιν πρὶν ἄλοχος γνοίη ἀστοί τε φίλοι τε,
πρὶν πᾶσαν μνηστῆρας ὑπερβασίην ἀποτῖσαι.
τοὔνεκ᾽ ἄρ᾽ ἀλλοειδέα φαινέσκετο πάντα ἄνακτι,
195 ἀτραπιτοί τε διηνεκέες λιμένες τε πάνορμοι
πέτραι τ᾽ ἠλίβατοι καὶ δένδρεα τηλεθάοντα.
στῆ δ᾽ ἄρ᾽ ἀναΐξας καί ῥ᾽ ἔσιδε πατρίδα γαῖαν·
ᾤμωξέν τ᾽ ἄρ᾽ ἔπειτα καὶ ὣ πεπλήγετο μηρὼ
χερσὶ καταπρηνέσσ᾽, ὀλοφυρόμενος δ᾽ ἔπος ηὔδα·
200 «ὤ μοι ἐγώ, τέων αὖτε βροτῶν ἐς γαῖαν ἱκάνω;
ἤ ῥ᾽ οἵ γ᾽ ὑβρισταί τε καὶ ἄγριοι οὐδὲ δίκαιοι,
ἦε φιλόξεινοι καί σφιν νόος ἐστὶ θεουδής;
πῇ δὴ χρήματα πολλὰ φέρω τάδε; πῇ δὲ καὶ αὐτὸς
πλάζομαι; αἴθ᾽ ὄφελον μεῖναι παρὰ Φαιήκεσσιν
205 αὐτοῦ· ἐγὼ δέ κεν ἄλλον ὑπερμενέων βασιλήων
ἐξικόμην, ὅς κέν μ᾽ ἐφίλει καὶ ἔπεμπε νέεσθαι.
νῦν δ᾽ οὔτ᾽ ἄρ πῃ θέσθαι ἐπίσταμαι, οὐδὲ μὲν αὐτοῦ
καλλείψω, μή πώς μοι ἕλωρ ἄλλοισι γένηται.
ὢ πόποι, οὐκ ἄρα πάντα νοήμονες οὐδὲ δίκαιοι
210 ἦσαν Φαιήκων ἡγήτορες ἠδὲ μέδοντες,
οἵ μ᾽ εἰς ἄλλην γαῖαν ἀπήγαγον· ἦ τέ μ᾽ ἔφαντο
ἄξειν εἰς Ἰθάκην εὐδείελον, οὐδ᾽ ἐτέλεσσαν·
Ζεύς σφεας τείσαιτο ἱκετήσιος, ὅς τε καὶ ἄλλους
ἀνθρώπους ἐφορᾷ καὶ τίνυται, ὅς τις ἁμάρτῃ.
215 ἀλλ᾽ ἄγε δὴ τὰ χρήματ᾽ ἀριθμήσω καὶ ἴδωμαι,
μή τί μοι οἴχωνται κοίλης ἐπὶ νηὸς ἄγοντες.»

***
Μόλις τον άκουσε τον λόγο του Διός ο κοσμοσείστης Ποσειδών,
160 προς τη Σχερία ορμήθηκε, όπου και ζουν οι Φαίακες —
εκεί περίμενε. Στην ώρα του πλησίαζε, όλο και πιο κοντά,
το ποντοπόρο πλοίο, λες και το κυνηγούσαν· τότε ο θεός
ο Ποσειδώνας, που τη γη σαλεύει, στάθηκε πλάι του,
κατέβασε το χέρι πάνω του κι ευθύς το πέτρωσε,
το ρίζωσε να γίνει βράχος — αργά μετά απομακρύνθηκε.
Εκείνοι, οι Φαίακες με τα μακριά κουπιά, θαλασσινοί με φήμη,
το θαύμα βλέποντας επήραν μεταξύ τους να αγορεύουν λόγια του ανέμου,
μιλώντας ένας στον άλλον, καθένας με τον διπλανό του:
«Ω θε μου! Ποιος το γρήγορο καράβι μας το ρίζωσε στη θάλασσα,
την ώρα που γυρνούσε στην πατρίδα, όταν φαινόταν πια
ακέραιο το σκαρί.»
170 Έτσι ο καθένας τους μιλούσε, δίχως να ξέρει πώς και τι συμβαίνει.
Οπότε ο Αλκίνοος πήρε τον λόγο μεταξύ τους και τους είπε:
«Αλίμονο, πώς τα παλιά μαντεύματα αληθεύουν! Εκείνα
του πατέρα μου, που έλεγε και ξανάλεγε πως θα θυμώσει κάποτε
ο Ποσειδών μαζί μας, αφού γινόμαστε, με δίχως βλάβη,
του καθενός οι συνοδοί. Προφήτεψε λοιπόν πως το περίκαλλο καράβι
των Φαιάκων, την ώρα της επιστροφής από την προπομπή,
θα το ρημάξει ο θεός στο θολωμένο πέλαγος· πως όρος μέγα
θα καλύψει την πόλη γύρω.
Αυτά ο γέροντας αγόρευε και να που τώρα όλα συντελούνται.
Αλλά τον νου σας τι θα πω, ας υπακούσουμε όλοι:
180 να σταματήσει πια του καθενός η προπομπή, όποιος μας τύχει
φτάνοντας στην πόλη· στον Ποσειδώνα ταύρους δώδεκα
ξεχωριστούς να σφάξουμε, μήπως μας ελεήσει, μήπως και δεν καλύψει
την πόλη γύρω μας μ᾽ ένα βουνό μεγάλο κι αψηλό.»
Τόσα τους είπε, τα σεβάστηκαν κι ετοίμασαν τους ταύρους.
Τώρα προσεύχονταν στον άνακτα θεό, στον Ποσειδώνα οι Φαίακες,
του δήμου οι άρχοντες κι οι σύμβουλοί του,
στημένοι γύρω στον βωμό.
Τότε κι ο Οδυσσέας ξυπνά από τον ύπνο που κοιμόταν
στα χώματά του· κι ωστόσο δεν την αναγνώρισε την πατρική του γη,
τόσον καιρό που έλειψε στα ξένα. Την είχε η θεά,
190 η Αθηνά Παλλάδα, περιβάλει με θολή νεφέλη, του Δία η κόρη,
θέλοντας να τον κάνει και τον ίδιο αγνώριστο,
να του εξηγήσει τα καθέκαστα· ότι δεν έπρεπε να τον αναγνωρίσουν
γυναίκα και δικοί μήτε κι οι άνθρωποι της πόλης,
προτού με την εκδίκησή του τιμωρήσει τους μνηστήρες
για την ασύστολη ανομία τους.
Γι᾽ αυτό του φάνταξαν του βασιλιά όλα τριγύρω αλλόκοτα·
τα μακρινά φιδίσια μονοπάτια, φιλόξενα λιμάνια, βράχια
απόκρημνα και δέντρα θαλερά.
Πάνω πετάχτηκε και, προσηλώνοντας το βλέμμα του
στην ίδια την πατρίδα του, έβγαλε στεναγμό βαρύ,
μετά χτυπούσε τα μεριά του με χέρια σαν σπαθιά,
τέλος ολοφυρόμενος μίλησε κι είπε:
200 «Αλίμονο, σε ποιων ανθρώπων έφτασα πάλι τη χώρα!
Είναι αλαζόνες, άγριοι κι άδικοι; ή μήπως τη φιλοξενία γνωρίζουν
κι ο νους τους σέβεται τα θεία;
Δεν ξέρω καν πού να τα πάω τα τόσα δώρα μου, ο ίδιος
πού να πλανηθώ. Καλύτερα στη χώρα εκείνη να ᾽χα μείνει
των Φαιάκων· μια μέρα θα ᾽φτανα σε κάποιον άλλο βασιλιά,
θα ᾽ταν πονόψυχος, φιλόξενα θα με δεχόταν, να με στείλει πίσω στην πατρίδα.
Τώρα δεν έχω πού να τ᾽ ακουμπήσω αυτά· μήτε και πρέπει
να τ᾽ αφήσω εδώ, γιατί μπορεί να μου τ᾽ αρπάξουν άλλοι,
να κάνουνε φτερά.
Α, βέβαια όχι· δεν ήσαν όλοι οι Φαίακες και λογικοί και δίκαιοι,
210 οι άρχοντες κι οι σύμβουλοί τους, που μ᾽ έφεραν αλλού,
σε ξένη χώρα· κι ας έλεγαν θα με οδηγήσουν
στην περίβλεπτη Ιθάκη — όμως δεν τήρησαν τον λόγο τους.
Ο ικέσιος Δίας ας τους τιμωρήσει, εκείνος που εφορά
τους πάντες, που τιμωρεί όποιον κι αν σφάλλει.
Αλλά τον νου μου τώρα, να μετρήσω τ᾽ αγαθά μου, να δω
μήπως και πήραν δρόμο αυτοί κρατώντας κάτι για λογαριασμό τους
στο κοίλο τους καράβι.»

Ο ώριμος έρωτας πρέπει να συνεπάγεται περισσότερη ενασχόληση με τον άλλο και λιγότερη ανησυχία

«Ο ΕΡΩΤΑΣ ΜΑΣ ΚΑΝΕΙ ΝΑ ΥΠΟΦΕΡΟΥΜΕ, ΑΛΛΑ ΟΣΟ ΠΙΟ ΠΑΡΑΔΟΜΕΝΟΙ ΤΟΝ ΥΠΟΜΕΝΟΥΜΕ, ΤΟΣΟ ΠΙΟ ΔΥΝΑΤΟΥΣ ΜΑΣ ΚΑΝΕΙ».

Ο Άγγλος ποιητής Άλφρεντ Τέννυσον είπε: «Καλύτερα να έχεις ερωτευτεί και να έχεις χάσει παρά να μην έχεις ερωτευτεί ποτέ».

Και το να γνωρίσεις τον έρωτα, ακόμα και με τον κίνδυνο να τον χάσεις ή να πονέσεις εξαιτίας του, είναι η πιο υπέροχη εμπειρία που μπορεί να βιώσει η ψυχή.

Όταν νιώθουμε ερωτευμένοι, η ψυχή μας ανοίγεται και τολμάμε πράγματα που πριν ούτε που τα ονειρευόμασταν.

Όπως είπε ο Πλάτων: «Δεν υπάρχει άνθρωπος τόσο δειλός, που να μη μπορεί να μεταμορφωθεί σε ήρωα χάρη στον έρωτα».

Ξαναγυρνώντας στον Σιντάρτα, στην αρχή της αναζήτησής του, είναι τόσο επικεντρωμένος στο να βρει τον Θεό και το νόημα της ύπαρξής του, που δε γνωρίζει την αληθινή αγάπη, παρόλο που έχει μοιραστεί το χρόνο του με την ωραία Καμάλα και την έχει ερωτευτεί.

Ωστόσο, στο τέλος του ταξιδιού του γνωρίζει τον γιο του και τότε ανακαλύπτει ένα συναίσθημα που αγνοούσε.

Βιώνει μια αγάπη που δεν προέρχεται από την επιθυμία ή την ανάγκη, μια αγάπη αγνή και απόλυτη, που τον ωθεί να φροντίζει και να προστατεύει το παιδί του. Αυτό το είδος αγάπης είναι ένα μεγάλο δώρο που μας γεμίζει την καρδιά, αλλά παράλληλα μπορεί να κουβαλάει και πόνο.

Κάθε σχέση γονέα-παιδιού συνεπάγεται ένα βαθμό πόνου και ανησυχίας.

Ανησυχούμε σημαίνει νοιαζόμαστε για κάτι προκαταβολικά, δηλαδή προτού αυτό συμβεί, ενδιαφερόμαστε να προλάβουμε τα γεγονότα, υποφέρουμε για κάτι που ακόμα δεν έχει συμβεί, αλλά που φοβόμαστε ότι μπορεί να συμβεί.

Το μόνο αντίδοτο στην ανησυχία είναι η ενασχόληση με κάτι.

Όταν δινόμαστε ενεργά σε κάτι, δε μένει πια καιρός ούτε χώρος για ανησυχία.

Ο ώριμος έρωτας πρέπει να συνεπάγεται περισσότερη ενασχόληση με τον άλλο και λιγότερη ανησυχία.

Να ζούμε τη σχέση και την αγάπη στο εδώ και στο τώρα.

Αν ασχολούμαστε με τον άλλο, αντί να ανησυχούμε, θα εξοικονομήσουμε πολύτιμη ενέργεια, που τη σπαταλάμε φτιάχνοντας καταστροφικά σενάρια.

Όταν έρθουν τα προβλήματα, αν έρθουν, τότε θα τα βάλουμε σε πρώτο πλάνο, όχι πριν.

Με την ανησυχία δεν αποτρέπονται ούτε ο δικός μας πόνος ούτε του άλλο.

Η ενασχόληση με τον άλλο είναι το μόνο χρήσιμο.

Η φωνή της άρνησης

Με λένε άρνηση, κι όσο κι αν παλεύεις να κάνεις αυτό που κάνω εγώ- να με αρνηθείς – τόσο πιο κοντά σου έρχομαι.

Σε ρώτησαν τι θα έλεγα αν είχα φωνή. Κι εσύ απάντησες πως θα ζήταγα να τα παρατήσω όλα και να φύγω, να βρω τον εαυτό μου. Χαίρομαι που σύντομα κατάλαβες, ναι εσύ, ότι αυτή ήταν η δική σου φωνή, η δική σου ανάγκη, και όχι η δική μου.

Χαίρομαι που αποφάσισες να ακούσεις και τη δική μου φωνή.

Είμαι η άρνηση και ζω δίπλα σου πολλά χρόνια, κυριεύω συναισθήματά σου, ελέγχω συμπεριφορές σου, είμαι πιστή σου φίλη ειδικά όταν με διώχνεις.

Είμαι η άρνηση και ξέρεις τι θα έλεγα λοιπόν; Δεν πρόκειται να φύγω από δίπλα σου. Θα μένω κολλημένη πάνω σου πεισματικά όσο εσύ με αγνοείς. Δε θα σε αφήνω να δεις καθαρά τα πράγματα, ή μάλλον θα τα βλέπεις, και με πλήρη διαύγεια και συνείδηση θα τα αγνοείς. Κι αυτό θα σε σκοτώνει. Θα ξέρεις τι νιώθεις, θα ξέρεις τι θέλεις, θα ξέρεις τι σκέφτεσαι κι όμως θα τα βάζεις όλα στην άκρη, κάνοντας με ανοιχτά μάτια ότι δεν υπάρχουν. Ναι, αυτό θα σου κάνω! Θα με φοράς πάνω σου μέρα και νύχτα, σαν ρούχο απαραίτητο που χωρίς αυτό αισθάνεσαι την άσχημη γύμνια αυτού του κόσμου να ξεριζώνει τα σωθικά σου.

Ξέρεις όμως κάτι; Θα είμαι εκεί και εκείνες τις κρύες νύχτες που όλα είναι μαύρα. Πιστή φίλη όπως σου είπα και πριν. Αρνούμαι- μα αυτό ξέρω να κάνω καλά!- να σε αφήσω, όσο εσύ αρνείσαι να δεις το ρόλο ύπαρξής μου.

Εγώ αρνούμαι, κι εσύ φοβάσαι. Κι έχω μάθει πως ο φόβος κρύβει πόνο. Κι εγώ δε θέλω να σε πονέσω. Το αντίθετο. Σε καλύπτω με ένα πέπλο για να μην πονέσεις. Φοβάσαι! Φοβάσαι να ρισκάρεις, φοβάσαι να είσαι εσύ, φοβάσαι να μην είσαι στα πελάγη τελειότητας, φοβάσαι μη σε απορρίψουν, φοβάσαι που υπάρχεις, όσο κι αν περίτρανα υπερασπίζεσαι έννοιες όπως ελευθερία, ρίσκο, αυθορμητισμός, παρόρμηση, πάθος. Έχεις καταφέρει πολλά, πάρα πολλά, δοκιμάζεις πολλά, βλέπεις πολλά, όμως τα προσπερνάς με τόσο μεγάλη ευκολία, που ακόμα κι αυτά, εγώ, η άρνηση, σε κάνω να μην τα βλέπεις εστιασμένα. Θα σε αφήσω να τα δεις, όταν πρώτα δεις βαθιά τι είσαι εσύ. Θα σε αφήσω να ενθουσιαστείς με όσα έχεις καταφέρει, όταν πρώτα ενθουσιαστείς με τον εαυτό σου. Γιατί μέχρι τότε, απλά τα μειώνεις, πρώτα εσένα και μετά εκείνα. Γιατί και που τα βλέπεις, δεν τα αναγνωρίζεις. Γι’ αυτό και εκεί υπάρχω εγώ πάλι.

Όσο ζεις με τη σκέψη του τι θα κάνεις και τι θα πεις για να μην πληγώσεις τους άλλους, να ξέρεις πως εγώ θα ζω δίπλα σου με την σκέψη του να μην πληγώσω εσένα. Κάποιος πρέπει να το κάνει και αυτό δε νομίζεις;

Θα φύγω όταν με αποδεχτείς. Νάτο, και μόνο που το γράφω είσαι σε πανικό. Άραγε πόσο φοβάσαι μη σε αφήσει κάποιος; Ακόμα και τα άσχημα, οι άνθρωποι που σε πονάνε, πόσο σε φοβίζει το να σε αφήσουν; Πόσα απορρίπτεις από εσένα για να μη σε απορρίψουν οι άλλοι; Μην ανησυχείς. Όταν θα φύγω, δε θα με έχεις πια ανάγκη, και σίγουρα θα είμαι πάλι εκεί δίπλα σου με μανία όταν εσύ θα με θες. Όταν ακούσεις τη φωνή μου, όταν συμφιλιωθείς μαζί μου, θα πάρω άλλη μορφή πάνω σου, δε θα χαθώ, θα μεταμορφωθώ σε κάτι γόνιμο πια για σένα.

Έχω και θυμό μαζί σου. Είναι απίστευτο το πως μπορείς να δέχεσαι τον κάθε άλλον, με το κάθε τι περίεργο πάνω του, και δε μπορείς να αγαπήσεις τα δικά σου περίεργα! Είναι απίστευτο το πόσο έντονα αγνοείς τα θετικά σου κομμάτια θεωρώντας τα δεδομένα σε σένα, αλλά επιτεύγματα στους άλλους. Γιατί κορίτσι μου; Ποιός στο καλό σου είπε ότι πρέπει να κάνεις ένα σωρό πράγματα για να είσαι άξια; Τι κατάλοιπα κουβαλάς; Και πόσα στο διάολο κοσμήματα, πτυχία, επιτυχίες πρέπει να κουβαλάς επάνω σου για να νιώθεις ότι είσαι ιδιαίτερη; Και που τα έχεις, το ίδιο μίζερα νιώθεις. Καλύπτεις απλά κάπως τα βαθύτερα κενά σου.

Μην κλαις. Κάποιος έπρεπε να σου τα χώσει κάποια στιγμή. Καλύτερα να το κάνω εγώ, που σου ανήκω. Ναι, κομμάτι σου είμαι! Κομμάτι που δε σου αρέσει, γι’ αυτό απωθείς συνεχώς, όπως κάνεις με όλα που δε σου αρέσουν σε σένα. Τα βάζεις τιμωρία στον τοίχο, τα κρίνεις, τα μαλώνεις, δεν τα δέχεσαι. Και εκεί έρχομαι κι εγώ σαν άρνηση ντυμένη να τα υπερασπιστώ. Στρέφω το βλέμμα σου αλλού. Γιατί κι αυτά κομμάτια σου είναι και πονάνε. Κι όσο πονάς εσύ όταν σε απορρίπτουν, άλλο τόσο ματώνει ο εαυτός σου όταν τον απορρίπτεις εσύ. Κι εγώ, η άρνηση, ΑΡΝΟΥΜΑΙ, να σε αφήσω να το κάνεις αυτό!

Είμαι η άρνηση και ξέρεις κάτι; Υπάρχω γιατί ΕΠΙΤΕΛΟΥΣ, επιτέλους όμως χρειάζεσαι λίγη ξεκούραση! Ψυχική, συναισθηματική, νοητική, σωματική. Και πρέπει κάποιος να στη δώσει. Αν δεν το κάνεις εσύ, θα το κάνω εγώ, έστω κι έτσι.

Στο χθες σου υπήρχα και σου εξήγησα γιατί. Στο τώρα σου… Τώρα είσαι τόσο μπερδεμένη, που αν σε αφήσω να στραφείς κάπου, θα πέσεις. Και έχεις πέσει αρκετά τελευταία. Και σου αξίζει και σένα να πέσεις πιο ομαλά σε κάτι. Κι αν θεωρείς ότι δε σου έχει συμβεί και τίποτα δύσκολο ώστε να νιώθεις τώρα έτσι, να ξέρεις πως ο κάθε άνθρωπος μοναδικά βιώνει την κάθε κατάσταση. Ξέρεις και ξέρω ανθρώπους που δεν έχουν περάσει τίποτα και γκρινιάζουν και άλλους που έχουν επιβιώσει από τραγικές καταστάσεις. Γιατί πρέπει να το ορίσεις; Γιατί δεν δικαιούσαι λίγη ηρεμία; Γιατί τόση ενοχή στην ύπαρξη ηρεμίας και χαράς; Όσο δεν αφήνεις τον εαυτό σου να ζήσει και να χαμογελάσει, να ξέρεις, πως εγώ αρνούμαι να φύγω από δίπλα σου, και έχω τους λόγους μου.

Αγάπησέ με, δε θέλω το κακό σου. Αγάπησέ με, είμαι μέρος σου. Εγώ σου έμαθα να αρνείσαι να βλέπεις συνειδητά, όμως μην αρνείσαι την άρνηση, μην αρνείσαι εμένα, μην αρνείσαι τον ίδιο σου τον εαυτό. Υπάρχω συνοδοιπόρος σου για να μάθεις να αρνείσαι άλλα πράγματα, όχι όμως εσένα. Αποδέξου με. Και τότε, θα χαμογελάμε μαζί με άρνηση σε ό,τι σε τρομάζει, σε ό,τι σε πονάει, σε ό,τι σε απορρίπτει. Σε αγαπάω.

Πως μας «ξεγελάει» ο εγκέφαλος, για να μας βοηθήσει να συνειδητοποιήσουμε καλύτερα ό,τι βλέπουμε

Μπορεί να μας ξεγελάσει ο εγκέφαλός μας σε διαδικασίες αντίληψης, για να μας βοηθήσει να συνειδητοποιήσουμε καλύτερα ό,τι βλέπουμε;

Η απάντηση είναι καταφατική και επιβεβαιώνεται από πρόσφατη έρευνα, που πραγματοποίησαν επιστήμονες του Πανεπιστήμιο του Αμπερντίν και του Πανεπιστημίου της Καλιφόρνια στο Μπέρκλεϋ και δημοσιεύθηκε στο περιοδικό Science Advances περιγράφουν μια άγνωστη μέχρι προσφάτως «οπτική ψευδαίσθηση» που μας βοηθά να αντιληφθούμε καλύτερα αυτό που βλέπουμε με την πάροδο του χρόνου.

«Αντί να αναλύουμε κάθε οπτικό στιγμιότυπο, αντιλαμβανόμαστε σε μια δεδομένη στιγμή έναν μέσο όρο αυτού που είδαμε τα τελευταία 15 δευτερόλεπτα», σημειώνουν οι συγγραφείς της έρευνας που δημοσιεύτηκε στο The Conversation.

Ο εγκέφαλος ενώνει τις εικόνες, οι οποίες τελικά μοιάζουν περισσότερο μεταξύ τους και κατά κάποιο τρόπο μας ξεγελάει με αποτέλεσμα να αντιλαμβανόμαστε το περιβάλλον πιο σταθερό

Η ζωή «στο παρελθόν» μπορεί να εξηγήσει γιατί δεν παρατηρούμε ανεπαίσθητες αλλαγές που συμβαίνουν με την πάροδο του χρόνου» αναφέρουν χαρακτηριστικά οι ερευνητές.

Αυτή η «ψευδαίσθηση οπτικής σταθερότητας» είναι μια ιδέα μάλλον χρειάζεται εξήγηση για να την κατανοήσει κανείς πλήρως.

Επιχειρώντας να σκεφτείτε την ικανότητα των ματιών σας να βλέπουν αντικείμενα που βρίσκονται σε κάποια απόσταση, ενώ παραμένουν εστιασμένα σε αντικείμενα που αντιλαμβάνονται κοντά τους και στη συνέχεια σκεφτείτε τι συμβαίνει με τους βολβούς των ματιών μας, ενώ είναι συγκεντρωμένοι, διαπιστώνετε ότι πρέπει να κινούνται ολόγυρα για να διατηρήσουν αυτή την ομαλή αίσθηση ενώ εστιάζουν σε αντικείμενα σε απόσταση.

Οι οπτικές ψευδαισθήσεις, περιλαμβάνουν οπτική εξαπάτηση. Λόγω της ρύθμισης των εικόνων, της επίδρασης των χρωμάτων, των επιπτώσεων της πηγής φωτός ή άλλων μεταβλητών, μπορεί να παρατηρηθεί ένα ευρύ φάσμα παραπλανητικών οπτικών εφέ.

Η μουσική από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα

Η μουσική είναι ένας αρχαίος Ελληνικός όρος που στις μέρες μας έχει αλλοιωθεί ολοκληρωτικά. Οι αρχαίοι Έλληνες ονόμαζαν Μουσική, την τέχνη των Μουσών. Ο όρος σήμαινε αρχικά το τραγούδι και την οργανοπαιξία, την Ποίηση, το Μέλος και τον Χορό, ως αδιάσπαστη ενότητα, και στη συνέχεια αυτό που θα ονομάζαμε σήμερα «πνευματική καλλιέργεια».

Με τον όρο Μουσική, όλοι κατανοούμε σε πρώτο επίπεδο, την Τέχνη του συνδυασμού ήχων με έναν ευχάριστο για το ανθρώπινο αυτί τρόπο. Τι σημαίνει όμως πραγματικά ο όρος Μουσική;

Αν θέλετε να δείτε πότε καταρρέει μια κοινωνία, δείτε τι μουσική ακούει. (Κομφούκιος)

Σε όλες σχεδόν τις γνωστές καθομιλούμενες γλώσσες του κόσμου η Ελληνική λέξη Μουσική, περνάει αυτούσια σ’ αυτές, πχ music, musica κ.α.

Στην Ελληνική γλώσσα η έννοια Μουσική ετυμολογικά προέρχεται από την έννοια Μούσα. Η έννοια Μούσα προέρχεται από την αρχαιοελληνική ρίζα «μω», η οποία σημαίνει «ερευνώ, ζητώ να μάθω σε βάθος». Κατά μερικούς άλλους, από τη ρίζα «μας» ή «μους» που σημαίνει «γενιά, παραγωγή, ανάπτυξη έξω από μια αρχή, μύηση».

Η Μουσική όπως την εννοούσαν οι αρχαίοι Έλληνες, είναι η επιστήμη των αρμονικών σχέσεων του σύμπαντος που βασίζεται σε σταθερές αρχές που τίποτα δεν μπορεί να τις αλλάξει καθώς και η γνώση της τάξης όλων των πραγμάτων. Η Μουσική για τους αρχαίους δεν ήταν απλά η τέχνη του συνδυασμού τόνων ή το ταλέντο της αναπαραγωγής τους με έναν ευχάριστο για το ανθρώπινο αυτί τρόπο. Αυτή είναι μόνο η πρακτική της πλευρά από την οποία απορρέουν οι εφήμερες μορφές της Μουσικής σήμερα. Ήταν νόηση, διάνοια, πνευματική καλλιέργεια και γνώση.

«Οι Έλληνες δια του λόγου τραγουδούσαν και δια του τραγουδιού ομιλούσαν».

Η Μουσική είναι η επιστήμη που για να γίνει κατανοητή από την ανθρώπινη διάνοια χρησιμοποιεί στο εξωτερικό επίπεδο δύο βασικά δομικά στοιχεία, τον ήχο και το χρόνο, θεωρώντας το ένα σαν ύλη και το άλλο σαν ρυθμιστή της μορφής που την προσδιορίζει και ως τέχνη.

Σύμφωνα με τον Πυθαγόρα οι επιστήμες ήταν τρεις. Φιλοσοφία, Αστρονομία και Μουσική, και η υστάτη των επιστημών αυτών ήταν η Μουσική, όλες οι υπόλοιπες επιστήμες θεωρούνταν «τέχνες». Σήμερα συμβαίνει το ακριβώς αντίθετο. Η μουσική θεωρείται «τέχνη» και οι υπόλοιπες «επιστήμες».

Η έννοια Μούσα και Μουσική εκφράζανε έναν τρόπο ύπαρξης και ζωής. Έναν τρόπο αυτογνωσίας, αυτοπραγμάτωσης, βελτίωσης και εξέλιξης του ανθρώπου και της κοινωνίας γενικότερα. Σήμερα, ο όρος Μούσα χρησιμοποιείται συχνά για να δείξει ότι κάποια νέα εμπνέει κάποιον άνδρα.

Οι Μούσες ήταν θυγατέρες του Δία-Ζευ (δηλαδή της αιώνιας ζώσης θείας πνευματικής οντότητας), και της Μνημοσύνης, δηλαδή της ιδιότητας διατήρησης τους στην μνήμη των ανθρώπων, άρα αιώνιες διαχρονικές αξίες. Συνεπώς μια μουσική είναι μουσική μόνο όταν έχει ως αποτέλεσμα την πνευματική καλλιέργεια, τον εξευγενισμό και τη διατήρηση στην μνήμη άρα την Α-λήθεια και χωρίς την ζεύξη με την πνευματικότητα και την διατήρηση στην μνήμη καμιά μουσική δεν υφίσταται.

Οι μούσες στην αρχαία ελληνική μυθολογία είναι εννέα αρχαίες θεές. Τα ονόματά τους είναι:

Καλλιόπη (επική ποίηση)

Ευτέρπη (μουσική)

Κλειώ (ιστορία)

Ερατώ (λυρική ποίηση)

Μελπομένη (τραγωδία)

Πολυμνία (Πολύμνια) (ιερή ποίηση)

Τερψιχόρη (χορός)

Θάλεια (κωμωδία)

Ουρανία (αστρονομία)

Ο Παυσανίας υποστηρίζει ότι υπήρχαν δύο γενιές Μουσών, όπου στην πρώτη γενιά ήταν 3 και ήταν κόρες του Ουρανού και της Γαίας, και στη δεύτερη, ήταν 9 και ήταν κόρες του Δία και της Μνημοσύνης. (Ελλάδος Περιήγησις, 9, 29, 1).

Οι αρχαιότερες Ελικωνιάδες Μούσες ήταν οι εξής:

• Μνήμη (μνήμη)

• Μελέτη (μελέτη)

• Αοιδή (τραγούδι)

Η ποιητική τέχνη χρειάζεται και τις τρεις αυτές Μούσες, χρειάζεται τον συνδυασμό του τραγουδιού, της μνήμης και της μελέτης. Γιατί για να τραγουδήσεις χρειάζεται πρώτα μνήμη, και μετά μελέτη (άσκηση).

Ενώ στους Δελφούς λάτρευαν 3 άλλες μούσες, την Νήτη, την Μέση και την Υπάτη, οι οποίες παραλληλίζονται με τις τρεις χορδές της λύρας.

Οι Μούσες, συνόδευαν, συντρόφευαν και αναγνώριζαν σαν ηγέτη τους τον Θεό του φωτός και της Μουσικής, τον Απόλλωνα τον συμπαντικό γεννήτορα, (Απόλλων Μουσηγέτης). Ο Απόλλων ήταν επίσης και πατέρας του Ασκληπιού του Θεού της Ιατρικής, και από αυτό μπορούμε να συμπεράνουμε την σχέση που έχει η μουσική με την ιατρική. Δεν ήταν τυχαία η χρήση της μουσικής στις εγκοιμήσεις στα αρχαία ιερά, στα οποία δίδονταν μουσικές συνταγές για θεραπεία ψυχικών ασθενειών, πολύ πριν η σύγχρονη επιστήμη ξαναανακαλύψει την μέθοδο της μουσικοθεραπείας.

Ο Πίνδαρος υμνεί τον Ασκληπιό, που θεραπεύει όλες τις ασθένειες με τραγούδια, ενώ ο Θεόφραστος χρησιμοποιούσε μελωδίες του Φρύγιου ήχου για να «επικουφίζει τα άλγη».

Οι Μούσες ήταν θεότητες – προστάτιδες της πνευματικής δημιουργίας και αντιστοιχούσαν σε είδη δημιουργίας όλων των τεχνών που σχετίζονται με τη μουσική, την τέχνη, την ποίηση, το τραγούδι, το χορό, το θέατρο αλλά και την αστρονομία αφού η διάρθρωση του σύμπαντος είναι αρμονική.

Ο Πλάτων λέει πως ο κόσμος είναι σαν επτάχορδη λύρα. Για τους Πυθαγόρειους η μουσική κλίμακα είναι ένα κοσμολογικό πρόβλημα κι η αστρονομία είναι η θεωρία της ουράνιας μουσικής που θα μιλήσουμε παρακάτω.

Στα έργα του Ομήρου, την Ιλιάδα και την Οδύσσεια, οι Μούσες, ως θεές της ποίησης, κατέχουν πολύ σημαντική θέση. Όταν ο ποιητής αρχίζει την αφήγηση του κάθε έπους, ζητά από τη Μούσα να τον βοηθήσει. Οι Μούσες τα ξέρουν όλα και τα έχουν δει όλα, πρέπει λοιπόν να τον βοηθήσουν να θυμηθεί γεγονότα του παρελθόντος, που ο ίδιος έχει μόνο ακουστά και που ο νους του αδυνατεί να συγκρατήσει. Στα ομηρικά έπη, λοιπόν, εμφανίζονται, πάνω απ” όλα, ως θεότητες της Μνήμης.

Είτε όλες μαζί, ως μια ενιαία ομάδα, είτε η καθεμιά ξεχωριστά, οι Μούσες συμβόλιζαν το μεγαλείο της τέχνης, το ωραίο όχι μόνο στη μορφή, μα και στο περιεχόμενο. Είναι φωτεινές και ήπιες μορφές που μέχρι σήμερα προσωποποιούν την παρηγοριά που φέρνει η τέχνη και η ηθική στη ζωή των ανθρώπων, καθώς και την ομορφιά που της δίνει.

Η μουσική

Είναι τόσο παλιά όσο και η Γλώσσα. Ουσιαστικά εξελίχθηκε παράλληλα με τον άνθρωπο. Όμως ο έναρθρος λόγος, ποτέ δεν μπόρεσε να αποδώσει επακριβώς, στον κόσμο των τριών διαστάσεων που ζούμε, όλες τις αποχρώσεις των υποκειμενικών, προσωπικών, ανθρώπινων σκέψεων και συναισθημάτων. Για αυτό και ο άνθρωπος ανέπτυξε ένα άλλο μέσο για να εκδηλώνεται και να εκφράζεται: Τον Μουσικό Λόγο. Όπως η Γλώσσα χρησιμεύει για την έκφραση των παραστάσεων, των εννοιών, για την ονομασία των πραγμάτων και την επικοινωνία, έτσι και η Μουσική, αποδεικνύεται μία απαραίτητη ανάγκη της ζωής, διερμηνεύοντας την ανθρώπινη ύπαρξη σε περισσότερες από τρεις διαστάσεις και χρησιμεύει για την επικοινωνία με το Θείο ή το Θεϊκό.

Η μουσική λοιπόν, το άλλο όνομα της «πνευματικής καλλιέργειας», δεν είναι απλά «γούστο» όπως πολλοί αδαής θέλουν να πιστεύουν στις μέρες μας. Δύο ακροατές με διαφορετικό πολιτισμικό υπόβαθρο, είναι δύσκολο να εξάγουν τα ίδια συναισθήματα ακούγοντας ένα συγκεκριμένο είδος μουσικής. Το «γούστο» είναι ένας χαρακτηρισμός που μπορεί να εφαρμοστεί και να εμφανιστεί μόνο σε ίδιες μορφές πνευματικής καλλιέργειας ή πολιτιστικού επιπέδου, δηλαδή μόνο αν οι δύο ακροατές του παραδείγματος έχουν παρόμοια πνευματική καλλιέργεια, πολιτιστικό επίπεδο ή επίπεδο νόησης.

Η Μουσική δεν ανήκει στους «ειδικούς». Είναι πανανθρώπινη, παγκόσμια, διαχρονική πολιτισμική αξία και ανήκει σε όλους ανεξαρτήτου εθνικότητας και φρονημάτων. Δεν έχει εθνική ταυτότητα και σημαία. Γιατί δεν αναφέρουμε ποτέ την κλασσική μουσική ως Γερμανική ή ως Ιταλική αλλά ως «κλασσική». Γιατί, πώς θα λεγόταν η μουσική σε μπουζούκι που συνθέτει για παράδειγμα ένας Ολλανδός λάτρης του μπουζουκιού; Ελληνική ή Ολλανδική; Γιατί η Rock μουσική παιγμένη από Έλληνες να ονομάζεται Ελληνική Rock;

Το ίδιο ισχύει για τα μεγάλα πνευματικά έργα, που μας χάρισαν οι πιο προικισμένοι από τους δημιουργούς αυτής της «Θεϊκής τέχνης». Δεν υπάρχουν «δικά μας» και «ξένα», δεν υπάρχουν «κοντινά» ή «μακρινά». Όλα ανήκουν στο σύνολο της ανθρωπότητας, στον κάθε ένα από εμάς, αποτελούν κληρονομιά μας. Κάθε άνθρωπος μπορεί να αναπτύξει το μουσικό του αισθητήριο. Αρκεί να στρέψει το ενδιαφέρον του. Να εμπιστευτεί τις αισθήσεις του. Να αφιερώσει λίγες ώρες για να ακούσει, συγκεντρωμένος, ότι πιο όμορφο δημιούργησε ποτέ ο ανθρώπινος νους.

Όταν αλλάζουν οι νόμοι της μουσικής, αλλάζουν και οι νόμοι της πολιτείας.(Πλάτωνας).

Θα δανειστώ μερικά λόγια του Λιαντίνη για να περιγράψω με λίγα λόγια το νόημα όσων θα ακολουθήσουν:

«Όταν είσαι μέσα στο μάτι του κυκλώνα, είναι δύσκολο να έχεις εικόνα για τα γύρω σου. Και ζώντας μέσα στη χώρα δεν έχουμε εικόνα για τη σημερινή Ελλάδα».

Τα τρία κύρια συστατικά στοιχεία της μουσικής, δηλαδή η μελωδία, η αρμονία, και ο ρυθμός, περνάνε και αυτά αυτούσια παγκοσμίως με τις Ελληνικές τους ονομασίες melody – harmony – rhythm.

Ο Ρυθμός απευθύνεται στο υλικό σώμα του ανθρώπου ως κινητική ενέργεια. Η έννοια ρυθμός προέρχεται από το ρήμα «ρέω». Δεν είναι λοιπόν καθόλου τυχαία η διάσπαση και η κατάρρευση των κοινωνιών, των οποίων έχει κλονιστεί ο συνεκτικός κρίκος της μουσικής, δηλαδή η διάσπαση της τάξης που υποβάλλει ο ρυθμός με την αρχέγονη αρχετυπική δύναμή του. Στις μέρες μας δεν μετασχηματίζεται απλώς η μουσική μας παράδοση, αλλά θίγεται άμεσα η καρδιά του μουσικού μας συστήματος (κλίμακες και ρυθμοί), αφού αλλοιώνεται η δομή του, άρα και η Ελληνική φιλοσοφία και αντίληψη περί της «υστάτης των επιστημών», της μουσικής.

Η έννοια Αρμονία για τους αρχαίους Έλληνες, σήμαινε γενικά την αρμογή, την σύνδεση, το ταίριασμα των μερών ενός δομημένου συνόλου όπως π.χ. των ουράνιων σωμάτων στο σύμπαν. Στη νεότερη μουσική ορολογία η λέξη αρμονία χαρακτηρίζει γενικά το σύνολο των κανόνων που διέπουν το ταυτόχρονο άκουσμα δύο ή περισσότερων φθόγγων, την συνήχηση ή αλλιώς τη συγχορδία.

Η Μελωδία για τους αρχαίους Έλληνες θεωρούνταν ακόμα πιο πρωταρχικό σημείο της μουσικής γιατί απευθύνεται στο ψυχικό μέρος της ανθρώπινης υπόστασης. Για τον Πυθαγόρα η μουσική ήταν πάνω απ΄όλα μια μαθηματική επιστήμη που η ουσία της ήταν ο αριθμός, και η ομορφιά της, η έκφραση των αρμονικών σχέσεων των αριθμών. Κατά τους Πυθαγορείους, οι πλανήτες καθώς περιστρέφονται γύρω από τον εαυτό τους και γύρω από τον Ήλιο, παράγουν διάφορους μουσικούς ήχους «ουράνια μουσική», που δεν μπορεί να τους συλλάβει το ανθρώπινο αυτί. Το σύνολο αυτών των ήχων αποτελεί την «αρμονία των σφαιρών». Για τον Πυθαγόρα η μουσική ήταν η εικόνα της ουράνιας αρμονίας και για τον Πλάτωνα, η αστρονομία και η μουσική ήταν αδελφές επιστήμες.

Σήμερα, αν ανατρέξει κανείς στα τελευταία δημοσιεύματα της ΝΑΣΑ ή της ΕΣΑ, για τον Ήλιο, με έκπληξη θα διαπιστώσει ότι η σύγχρονη επιστήμη έχει ανακαλύψει την «Ουράνια Μουσική» που παράγει ο Ήλιος κατά την κίνησή του, που είναι μάλιστα διαθέσιμη για τους χρήστες του διαδικτύου ώστε να ακούσουν πλέον αυτή την θεία Μουσική.

Η λέξη «τραγούδι», όπως χρησιμοποιείται σήμερα, δεν έχει και πολύ σχέση με την αρχαία έννοια του όρου κατά την οποία «τραγουδέω – τραγουδώ» σημαίνει παριστάνω τραγωδία, δηλαδή τραγωδώ. Κατά τον Αριστοτέλη η τραγωδία συνδέεται με τους αοιδούς των διθυράμβων προς τιμή του Διονύσου. Πρόκειται για «Μίμηση πράξεως σπουδαίας και τελείας…», η οποία με «Οιδησμένο Λόγο» οδηγεί τον ακροατή – θεατή μέσω του «ελέους» και του «φόβου» στην «Κάθαρση».

Η έννοια λοιπόν «τραγωδία», δεν συνδέεται κατά κανέναν τρόπο με την σημερινή έννοια του «τραγουδιού».

Πως έχουν όμως τα πράγματα στη χώρα μας σήμερα;

Τι είναι αυτό που αποκαλούμε σήμερα Ελληνικό τραγούδι;

Είναι ένα ψευδεπίγραφο κατασκεύασμα που έχει να κάνει με την οικτρή κακοποίηση της Ελληνικής γλώσσας.

Αποκαλούμε ορχήστρα συμφωνική, (λες και οι λοιπές είναι ασύμφωνες), αυτό το μουσικό σύνολο που μας ακινητοποιεί στην καρέκλα, όταν «όρχησις εστί χορός».

Αποκαλούμε «έντεχνη μουσική» και «έντεχνο τραγούδι» σαν να λέμε πως το είδος αυτό είναι έντεχνο ενώ όλα τα άλλα άτεχνα. Οι δημιουργοί του όμως και οι ακροατές του χορεύουν αλλότριους χορούς.

Να λοιπόν όταν η χυδαία αντιγραφή αποκτάει αυτοσυνείδηση και προχωράει προς την αυτοδιοίκησή της.

Από την άλλη το λαϊκό λεγόμενο τραγούδι, βουτηγμένο στην κυριολεξία μέσα στην Αραβοτουρκική κολυμπήθρα και πρόσφατα και στην Αγγλοσαξονική, να βρίθει από χυδαίους στίχους και αλλότριους χορούς.

Αλλά και οι ποιητές μας στην συντριπτική τους πλειοψηφία απαξιούν να γράφουν τραγούδια, όντες άμουσοι και άρρυθμοι, αποφεύγοντας στην ποίηση τους τον ρυθμό, το κατεξοχήν αυτό Ελληνικό στοιχείο, ο οποίος καθιστά τουλάχιστον την ποίηση δεκτική στην απαγγελία, χωρίς ωστόσο αυτό να σημαίνει ότι όποιο ποίημα έχει ρυθμό κατ’ ανάγκη είναι και καλό.

Η ανελλήνιστη όμως αυτή μουσικοχορευτική κατάσταση δεν έχει σταματημό ούτε τελειωμό: Η Ελλάδα είναι σήμερα η μοναδική χώρα στην Ευρώπη, και από τις ελάχιστες στον κόσμο, που δεν έχει ακόμα καθιερώσει τα μαθήματα της μουσικής και του χορού στη δημόσια εκπαίδευση, όταν πριν από δύο χιλιάδες χρόνια τουλάχιστον «αι των Ελλήνων πόλεις πρώτιστα και μάλιστα δια της μουσικής παιδεύουσιν τους νέους», όπως μας πληροφορεί ο Στράβων ο αρχαίος Έλληνας γεωγράφος.

Γιατί άραγε οι αρχαίοι Έλληνες έστελναν τα παιδιά τους πρώτα στη μουσική και κατόπιν στα γράμματα; Όταν η Τουρκία διαθέτει Ανώτατη Ακαδημία Τουρκικής Μουσικής, η χώρα μας δεν διαθέτει τίποτα ανάλογο και συνεχίζει στην ίδια πολιτική αδιαφορώντας εγκληματικά το Ελληνικό κράτος.

Η Ελλάδα, κυρίως λόγω γεωγραφικής θέσης και ιστορικών συγκυριών, ήταν ανέκαθεν μια πολιτισμικά σύνθετη χώρα. Είναι συνεπώς δύσκολο, αν όχι αδύνατο, να οριστεί η ελληνική μουσική με μια συνολική χειρονομία. H ρήση «ελληνική μουσική είναι η μουσική των Ελλήνων», δεν συνιστά λύση του προβλήματος.

Ποιος είναι Έλληνας; Ο σημερινός κάτοικος της σημερινής Ελλάδας ή ο μετέχων ελληνικής παιδείας;

Και ποια γεωγραφική περιοχή εννοείται ως «Ελλάδα»; Η αρχαία, η μεσαιωνική, η βυζαντινή ή η νεότερη Ελλάδα;

Η συντριπτική πλειοψηφία των Ωδείων στην Ελλάδα -σήμερα- είναι μαγαζάκια που ΠΟΥΛΑΝΕ πτυχία. Άλλοτε ουσιαστικά, γεμίζοντας τον τόπο χαρτιά… και άλλοτε μεταφορικά: Μονόφθαλμοι ή εντελώς αστοιχείωτοι δάσκαλοι διαιωνίζουν την ημιμάθεια ή την αμάθειά τους, μοιράζοντας πτυχία χωρίς αντίκρισμα και καταδικάζουν τους μαθητές τους σε έναν μουσικό μεσαίωνα… Οι χιλιάδες λοιπόν ημιμαθείς-στραβοδιδαγμένοι απόφοιτοι των «Ωδείων-μπακάλικων», μετά την απόκτηση του πτυχίου-διπλώματός τους, ακολουθούν συνήθως την εξής πορεία:

Ουδέποτε ξαναμελετούν το όργανο-μουσικό αντικείμενο που σπούδασαν, αντιθέτως κλείνονται σε ένα μίζερο δωμάτιο (με ένα συνήθως ξεκούρδιστο όργανο), παραδίδοντας κατ΄οίκον μαθήματα (χωρίς έλεγχο-πρόγραμμα) σε δύστυχα παιδιά.

Αλλά η μουσική σήψη δεν περιορίζεται στους χώρους της κλασσικής μουσικής μόνο! Κάποτε (μέχρι πρόσφατα) η μουσική για χαλαρή διασκέδαση (έντεχνη ή και λαϊκή) συνδεόταν με συνθέτες του βεληνεκούς ενός Χατζιδάκι… και στα βραδινά κέντρα απολάμβανες ερμηνευτές σαν την Γαλάνη και την Αλεξίου… Τώρα τα πρώτα ονόματα είναι άφωνα αγόρια που διαθέτουν νέας τεχνολογίας διορθωτικά μικρόφωνα και οπίσθια αρεστά σε διεστραμμένους μάνατζερ… και κορίτσια που αντί για ωραίες φωνές και σπουδές διαθέτουν ωραίες μεσούλες-μπουτάκια και στόλους υπηρετών (για μακιγιάζ, ντύσιμο, σκηνικά και χορευτικά), συνήθως δωρισμένους από τους γοργά εναλλασσόμενους πλούσιους εραστές τους!

Και φυσικά, αυτά τα αγόρια και κορίτσια διαφημίζονται μετά μανίας από καλοστημένα-εντυπωσιακά τηλεοπτικά σώου, τα οποία έχουν -κάποιοι- το Θράσος να τα αποκαλούν «μουσικές ακαδημίες»…!!!! Όλα αυτά με την ανοχή και συχνά την υποστήριξη της επίσημης πολιτείας… που το μόνο που προσφέρει στον Έλληνα είναι να προβάλλει τις μεγάλες σοβαρές παραστάσεις (στην κρατική ΤV), αραιά και που, στις 3 τα ξημερώματα!

Η μουσική δεν είναι διασκέδαση όπως ίσως οι περισσότεροι σήμερα νομίζουν. Η διασκέδαση μπορεί να προέλθει από τη μουσική διότι η μουσική αποτελεί το μέσον και είναι η πνευματική καλλιέργεια του κάθε ανθρώπου.

Σήμερα η ιδρυματική εξωσχολική μουσική παιδεία στην Ελλάδα παρουσιάζει την εξής εικόνα: Υπάρχουν ανά την επικράτεια περί τα 500 ιδιωτικά και δημοτικά Ωδεία και Μουσικές Σχολές. Κρατικό είναι μόνο το Ωδείο Θεσσαλονίκης, ενώ το Ωδείο Αθηνών είναι απλώς επιχορηγούμενο από το κράτος. Τα τελευταία χρόνια έχουμε και ίδρυση πανεπιστημιακών τμημάτων μουσικής, ενταγμένων στις Φιλοσοφικές Σχολές των Πανεπιστημίων. Το Μουσικό Τμήμα του Πανεπιστημίου Αθηνών ιδρύθηκε το 1991, ακολουθώντας το πρότυπο του Μουσικού Τμήματος του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. Στα τμήματα αυτά γίνεται κυρίως θεωρητική προσέγγιση του αντικειμένου, ενώ στο Μουσικό Τμήμα του Ιονίου Πανεπιστημίου και στο Μουσικό Τμήμα του προσφάτως ιδρυθέντος Πανεπιστημίου της Μακεδονίας, παράλληλα με τις θεωρητικές σπουδές, υπάρχουν, κατά το πρότυπο των αντίστοιχων πανεπιστημιακών Μουσικών Τμημάτων του εξωτερικού, και σπουδές προχωρημένου επιπέδου πρακτικής οργανικής εκτέλεσης.

Όσα μεγάλα πράγματα και αν κληρονομήσει κανείς, πεθαίνουν, εάν δεν τα περισώσει. Το ερώτημα είναι, εάν εμείς σήμερα θα αποτελέσουμε το παρελθόν του μέλλοντός μας. Χρονολογικά θα είμαστε παρελθόν μετά από 500 χρόνια. Δημιουργικά όμως δεν θα είμαστε, διότι είμαστε στείροι, επειδή μαϊμουδίζουμε, και μάλιστα μαϊμουδίζουμε αλλότριες παραδόσεις.

Αλλά εάν ένας λαός στον κόσμο έχει λιγότερο την ανάγκη να αντιγράφει λόγω της τεράστιας ιστορίας και παράδοσής του και του ασύλληπτου πολιτισμού του, αυτός είναι ο Ελληνικός. Ποιές αξίες και ποιες ιδέες θα διδάξουμε και θα εμπιστευτούμε στα παιδιά μας; Που είναι σήμερα ο λαός που έχτιζε Παρθενώνες; Είναι ο ίδιος λαός που σήμερα βρίσκεται εδώ στην Ελλάδα;

Με την έκφραση «Ελληνική μουσική» εννοούμε συνήθως την μουσική και τα τραγούδια που δημιούργησαν και δημιουργούν Έλληνες και Ελληνίδες, επώνυμα ή ανώνυμα, ατομικά ή συλλογικά, στον ελλαδικό χώρο αλλά και εκτός αυτού.

Η ελληνική μουσική διαφοροποιείται ανάλογα με τις ιστορικές περιόδους. Δεν μπορούμε να γνωρίζουμε σε ποιο βαθμό η ελληνική μουσική του σήμερα σχετίζεται με παλιότερες μορφές της, υποστηρίζεται όμως από πολλούς Έλληνες και ξένους μουσικολόγους, με κυριότερο τον Σαμουέλ Μπω-Μποβύ, ότι υπάρχει μια συνεχής εξέλιξη από την αρχαία ελληνική μουσική έως και το δημοτικό τραγούδι, η οποία μαρτυρείται, εκτός από τη γλώσσα, στο ρυθμό, τη δομή και τη μελωδία.

Οι έννοιες παιδεία και μουσική είναι περίπου ταυτόσημες ή, τουλάχιστον, η έννοια Μουσική είναι υπάλληλη της έννοιας Παιδεία. Από τις δύο αυτές πανάρχαιες λέξεις, η λέξη παιδεία εκ του παις – παιδός – έχει διατηρήσει έως σήμερα αναλλοίωτο το σημασιολογικό της περιεχόμενο, σήμαινε δηλαδή και σημαίνει πάντοτε τη διαδικασία αλλά και το αποτέλεσμα της εκπαίδευσης.

Ο ηθοπλαστικός χαρακτήρας της μουσικής υπογραμμίζεται στην αρχαιότητα από την θεωρία του ήθους, η οποία έπαιζε σημαντικό ρόλο στην δια της Μουσικής εκπαίδευση των νέων στην αρχαία Ελλάδα. Ήθος στη μουσική σήμαινε τον ηθικό χαρακτήρα, που μπορεί να εμπνεύσει στην ψυχή η Μουσική.

Σήμερα δυστυχώς η μουσική δεν έχει την ίδια σπουδαιότητα που είχε στην αρχαία Ελλάδα. Κι αυτό γιατί αποτελεί είτε ένα ηχητικό χαλί που μας συνοδεύει ως υπόκρουση στην καθημερινότητά μας, στο σπίτι, στο αυτοκίνητο, στη βραδινή μας έξοδο, είτε ένα είδος υψηλής τέχνης, που απευθύνεται σχεδόν αποκλειστικά στους λίγους και εκλεκτούς, στους μυημένους. Από κοινό κτήμα κάθε πολίτη από το σχολείο, η μουσική έχει μετατραπεί σε δραστηριότητα λίγων διάσημων δεξιοτεχνών. Φυσικά δεν παραγνωρίζουμε τη μουσική παιδεία που προσφέρουν τα εκπαιδευτήρια του τόπου. Όμως οι ώρες διδασκαλίας πιστεύω πως δεν επαρκούν. Εξάλλου, η προοδευτική εμπορευματοποίηση και η βιομηχανία της μουσικής με την επικράτηση των σουξέ δεν αφήνουν και πολλά περιθώρια για ανάπτυξη του παιδευτικού της ρόλου. Τέλος, ο μίζερος και καθαρά ορθολογιστικός τρόπος ζωής έχει εξοστρακίσει τις φιλοσοφικές και υπαρξιακές εξάρσεις που αποτελούν τροφή και ερεθίσματα για τους δημιουργούς.

Το παρών και κυρίως το μέλλον της Ελληνικής μουσικής δεν εξαρτάται από το youtube και από τους αγράμματους παραγωγούς της ελληνικής δισκογραφίας. Είναι γνωστό από την αρχαιότητα πως αν δεν υπάρχει παρελθόν δεν μπορεί να υπάρχει και μέλλον. Και όσο επιμελώς αγνοούμε τις παραδόσεις και την ιστορία μας ως Έλληνες δεν είναι δυνατόν να δημιουργήσουμε και να προχωρήσουμε προς τα εμπρός.

Τα μαϊμουδίσματα και οι αντιγραφές των αφρικανικών μονόχορδων και ρυθμών δεν αρμόζουν σε μας τους Έλληνες.

Για να πάμε ένα βήμα εμπρός, πρέπει πρώτα να κάνουμε μερικά βήματα πίσω, να ανακαλύψουμε εμείς οι νεοέλληνες την χαμένη μας ταυτότητα και να κτίσουμε πάνω σε αυτήν. Το μέσον για να γίνει αυτό είναι η ΠΑΙΔΕΙΑ και μέσω της παιδείας θα μπορέσουμε να ξαναανακαλύψουμε και την ΜΟΥΣΙΚΗ.