Πέμπτη 1 Σεπτεμβρίου 2022

ΟΜΗΡΟΣ: Ὀδύσσεια (12.303-12.373)

Ὣς ἐφάμην, οἱ δ᾽ αὐτίκ᾽ ἀπόμνυον ὡς ἐκέλευον.
αὐτὰρ ἐπεί ῥ᾽ ὄμοσάν τε τελεύτησάν τε τὸν ὅρκον,
305 στήσαμεν ἐν λιμένι γλαφυρῷ εὐεργέα νῆα
ἄγχ᾽ ὕδατος γλυκεροῖο, καὶ ἐξαπέβησαν ἑταῖροι
νηός, ἔπειτα δὲ δόρπον ἐπισταμένως τετύκοντο.
αὐτὰρ ἐπεὶ πόσιος καὶ ἐδητύος ἐξ ἔρον ἕντο,
μνησάμενοι δὴ ἔπειτα φίλους ἔκλαιον ἑταίρους,
310 οὓς ἔφαγε Σκύλλη γλαφυρῆς ἐκ νηὸς ἑλοῦσα·
κλαιόντεσσι δὲ τοῖσιν ἐπήλυθε νήδυμος ὕπνος.
ἦμος δὲ τρίχα νυκτὸς ἔην, μετὰ δ᾽ ἄστρα βεβήκει,
ὦρσεν ἔπι ζαῆν ἄνεμον νεφεληγερέτα Ζεὺς
λαίλαπι θεσπεσίῃ, σὺν δὲ νεφέεσσι κάλυψε
315 γαῖαν ὁμοῦ καὶ πόντον· ὀρώρει δ᾽ οὐρανόθεν νύξ.
ἦμος δ᾽ ἠριγένεια φάνη ῥοδοδάκτυλος Ἠώς,
νῆα μὲν ὁρμίσαμεν, κοῖλον σπέος εἰσερύσαντες·
ἔνθα δ᾽ ἔσαν Νυμφέων καλοὶ χοροὶ ἠδὲ θόωκοι.
καὶ τότ᾽ ἐγὼν ἀγορὴν θέμενος μετὰ μῦθον ἔειπον·
320 «Ὦ φίλοι, ἐν γὰρ νηῒ θοῇ βρῶσίς τε πόσις τε
ἔστιν, τῶν δὲ βοῶν ἀπεχώμεθα, μή τι πάθωμεν·
δεινοῦ γὰρ θεοῦ αἵδε βόες καὶ ἴφια μῆλα,
Ἠελίου, ὃς πάντ᾽ ἐφορᾷ καὶ πάντ᾽ ἐπακούει.»
Ὣς ἐφάμην, τοῖσιν δ᾽ ἐπεπείθετο θυμὸς ἀγήνωρ.
325 μῆνα δὲ πάντ᾽ ἄλληκτος ἄη Νότος, οὐδέ τις ἄλλος
γίγνετ᾽ ἔπειτ᾽ ἀνέμων, εἰ μὴ Εὖρός τε Νότος τε.
οἱ δ᾽ ἧος μὲν σῖτον ἔχον καὶ οἶνον ἐρυθρόν,
τόφρα βοῶν ἀπέχοντο λιλαιόμενοι βιότοιο.
ἀλλ᾽ ὅτε δὴ νηὸς ἐξέφθιτο ἤϊα πάντα,
330 καὶ δὴ ἄγρην ἐφέπεσκον ἀλητεύοντες ἀνάγκῃ,
ἰχθῦς ὄρνιθάς τε, φίλας ὅ τι χεῖρας ἵκοιτο,
γναμπτοῖς ἀγκίστροισιν· ἔτειρε δὲ γαστέρα λιμός·
δὴ τότ᾽ ἐγὼν ἀνὰ νῆσον ἀπέστιχον, ὄφρα θεοῖσιν
εὐξαίμην, εἴ τίς μοι ὁδὸν φήνειε νέεσθαι.
335 ἀλλ᾽ ὅτε δὴ διὰ νήσου ἰὼν ἤλυξα ἑταίρους,
χεῖρας νιψάμενος, ὅθ᾽ ἐπὶ σκέπας ἦν ἀνέμοιο,
ἠρώμην πάντεσσι θεοῖς οἳ Ὄλυμπον ἔχουσιν·
οἱ δ᾽ ἄρα μοι γλυκὺν ὕπνον ἐπὶ βλεφάροισιν ἔχευαν.
Εὐρύλοχος δ᾽ ἑτάροισι κακῆς ἐξάρχετο βουλῆς·
340 «Κέκλυτέ μευ μύθων, κακά περ πάσχοντες ἑταῖροι·
πάντες μὲν στυγεροὶ θάνατοι δειλοῖσι βροτοῖσι,
λιμῷ δ᾽ οἴκτιστον θανέειν καὶ πότμον ἐπισπεῖν.
ἀλλ᾽ ἄγετ᾽, Ἠελίοιο βοῶν ἐλάσαντες ἀρίστας
ῥέξομεν ἀθανάτοισι, τοὶ οὐρανὸν εὐρὺν ἔχουσιν.
345 εἰ δέ κεν εἰς Ἰθάκην ἀφικοίμεθα, πατρίδα γαῖαν,
αἶψά κεν Ἠελίῳ Ὑπερίονι πίονα νηὸν
τεύξομεν, ἐν δέ κε θεῖμεν ἀγάλματα πολλὰ καὶ ἐσθλά·
εἰ δὲ χολωσάμενός τι βοῶν ὀρθοκραιράων
νῆ᾽ ἐθέλῃ ὀλέσαι, ἐπὶ δ᾽ ἕσπωνται θεοὶ ἄλλοι,
350 βούλομ᾽ ἅπαξ πρὸς κῦμα χανὼν ἀπὸ θυμὸν ὀλέσσαι
ἢ δηθὰ στρεύγεσθαι ἐὼν ἐν νήσῳ ἐρήμῃ.»
Ὣς ἔφατ᾽ Εὐρύλοχος, ἐπὶ δ᾽ ᾔνεον ἄλλοι ἑταῖροι.
αὐτίκα δ᾽ Ἠελίοιο βοῶν ἐλάσαντες ἀρίστας
ἐγγύθεν· οὐ γὰρ τῆλε νεὸς κυανοπρῴροιο
355 βοσκέσκονθ᾽ ἕλικες καλαὶ βόες εὐρυμέτωποι·
τὰς δὲ περιστήσαντο καὶ εὐχετόωντο θεοῖσι,
φύλλα δρεψάμενοι τέρενα δρυὸς ὑψικόμοιο·
οὐ γὰρ ἔχον κρῖ λευκὸν ἐϋσσέλμου ἐπὶ νηός.
αὐτὰρ ἐπεί ῥ᾽ εὔξαντο καὶ ἔσφαξαν καὶ ἔδειραν
360 μηρούς τ᾽ ἐξέταμον κατά τε κνίσῃ ἐκάλυψαν
δίπτυχα ποιήσαντες, ἐπ᾽ αὐτῶν δ᾽ ὠμοθέτησαν·
οὐδ᾽ εἶχον μέθυ λεῖψαι ἐπ᾽ αἰθομένοισ᾽ ἱεροῖσιν,
ἀλλ᾽ ὕδατι σπένδοντες ἐπώπτων ἔγκατα πάντα.
αὐτὰρ ἐπεὶ κατὰ μῆρε κάη καὶ σπλάγχνα πάσαντο,
365 μίστυλλόν τ᾽ ἄρα τἆλλα καὶ ἀμφ᾽ ὀβελοῖσιν ἔπειραν.
Καὶ τότε μοι βλεφάρων ἐξέσσυτο νήδυμος ὕπνος·
βῆν δ᾽ ἰέναι ἐπὶ νῆα θοὴν καὶ θῖνα θαλάσσης.
ἀλλ᾽ ὅτε δὴ σχεδὸν ἦα κιὼν νεὸς ἀμφιελίσσης,
καὶ τότε με κνίσης ἀμφήλυθεν ἡδὺς ἀϋτμή·
370 οἰμώξας δὲ θεοῖσι μετ᾽ ἀθανάτοισι γεγώνευν·
«Ζεῦ πάτερ ἠδ᾽ ἄλλοι μάκαρες θεοὶ αἰὲν ἐόντες,
ἦ με μάλ᾽ εἰς ἄτην κοιμήσατε νηλέϊ ὕπνῳ,
οἱ δ᾽ ἕταροι μέγα ἔργον ἐμητίσαντο μένοντες.»

***
Έτσι τους μίλησα, κι αυτοί δίνουν τον όρκο που παράγγειλα.
Μόλις ορκίστηκαν και σφράγισαν τον όρκο τους,
στήσαμε το καλόχτιστο καράβι σε βαθύ λιμάνι,
πλάι σε γλυκό νερό· έπειτα βγαίνουν από το καράβι οι σύντροφοι,
κι εκεί το δείπνο ετοίμαζαν με γνώση και φροντίδα.
Κι όταν εκόρεσαν τον πόθο τους για το φαΐ, για το πιοτό,
τότε θυμήθηκαν τους ακριβούς συντρόφους και θρηνούσαν
310 όσους η Σκύλλα κατασπάραξε απ᾽ το βαθύ μας πλοίο αρπάζοντας.
Κι έτσι θρηνώντας, έπεσε και τους συνεπήρε νήδυμος ύπνος.
Είχε στο μεταξύ κι η νύχτα προχωρήσει στην τρίτη μοίρα της,
έγειραν τ᾽ άστρα· κι ο Δίας τότε, που τα σύννεφα συνάζει,
άνεμο σήκωσε σφοδρό, με νέφη σκέπασε παντού
στεριά και πέλαγος, μαύρισε πάνω μας ο ουρανός.
Ώσπου ξημέρωσε και φάνηκε ροδίζοντας η Αυγή·
τότε τραβήξαμε πιο μέσα το καράβι, το δέσαμε σε μια βαθιά σπηλιά,
εκεί που οι Νύμφες είχαν όμορφο χορό και θρόνους.
Αμέσως κάλεσα συνέλευση, μπήκα στη μέση και τους μίλησα:
320 «Φίλοι, υπάρχει ακόμη στο γοργό καράβι φαγητό, πιοτό·
μακριά λοιπόν τα χέρια από τα βόδια,
να μη μας βρει κι άλλο κακό μεγάλο· γιατί τα βόδια αυτά
και τα θρεμμένα πρόβατα ανήκουν στον αμείλικτο θεό, τον Ήλιο,
που βλέπει από ψηλά τα πάντα και τα πάντα ακούει.»
Έτσι τους μίλησα, κι υπάκουσε περήφανη η ψυχή τους.
Γέμισε όμως κι έλιωσε ένα φεγγάρι ολόκληρο,
κι όλο φυσούσε ασίγαστος νοτιάς
κανένας άλλος άνεμος, μόνο νοτιάς σιρόκος.
Οι σύντροφοι, όσο ακόμη τους περίσσευαν ψωμί και κόκκινο κρασί,
τόσο δεν άγγιζαν τα βόδια· λογάριαζαν και τη ζωή τους.
Αλλ᾽ όταν πια μες στο καράβι σώθηκαν όλες μας οι τροφές,
330 τότε τριγύριζαν παντού, αναγκασμένοι, κάτι να πιάσουν και να βρουν,
ψάρι, πουλί, ό,τι τους έπεφτε στο χέρι, με τα καμπύλα αγκίστρια τους·
τους θέριζε, μ᾽ άδειο στομάχι, η πείνα.
Οπότε εγώ ξεμάκρυνα και πήρα να ανεβαίνω το νησί,
ευχή να κάνω στους θεούς, άμποτε κάποιος να μου δείξει δρόμο γυρισμού.
Κι όταν, ανηφορίζοντας στο βάθος του νησιού, βρέθηκα απόμακρα
απ᾽ τους συντρόφους, τα χέρια μου ένιψα κι εκεί, σε κάποια απάνεμη μεριά,
ύψωνα δέηση προς όλους τους θεούς του Ολύμπου.
Εκείνοι όμως χύνουν στα βλέφαρά μου ύπνο γλυκό.
Τότε ο Ευρύλοχος, μιλώντας στους συντρόφους,
ξεκίνησε μια συμβουλή κακή:
340 «Ακούστε με κι εμένα τώρα, μ᾽ όσα κι αν σας βαραίνουν πάθη·
οι θάνατοι όλοι αν είναι μισητοί στους άμοιρους θνητούς,
ο πιο πικρός είναι ο θάνατος της πείνας, μοιραίο τέλος.
Λοιπόν ελάτε, ας φέρουμε τα βόδια του Ήλιου, τα καλύτερα,
ας τα προσφέρουμε θυσία στους θεούς, που τον πλατύ ουρανό κατέχουν.
Κι αν μιαν ημέρα στην Ιθάκη φτάσουμε, στην πατρική μας γη,
ευθύς να υψώσουμε πλούσιο ναό στον Υπερίονα Ήλιο,
μ᾽ αφιερώματα να τον στολίσουμε πολλά, λαμπρά.
Αν όμως χολωθεί βαριά για τα ορθοκέρατά του βόδια,
αν το καράβι μας θελήσει ν᾽ αφανίσει,
και συμφωνήσουν οι λοιποί θεοί, τότε το προτιμώ
350 το κύμα να με πνίξει, χάνοντας τη ζωή μου,
παρά να μαραζώνω ατέλειωτα σε τούτο το έρημο νησί.»
Έτσι ο Ευρύλοχος τους μίλησε, κι οι άλλοι εταίροι επαίνεσαν τον λόγο του.
Αμέσως πήραν κι έφεραν τα βόδια του Ήλιου, τα καλύτερα,
κάπου από κει κοντά· γιατί δεν έβοσκαν τόσο μακριά
από το μελανόπρωρο καράβι τα βόδια ωραία,
ελικοκέρατα, ευρυμέτωπα.
Κι αφού τα περικύκλωσαν, δέονταν στους θεούς
κόβοντας φύλλα τρυφερά βαλανιδιάς υψίκομης,
γιατί δεν τους απόμεινε λευκό κριθάρι στο καλόχτιστο καράβι.
Ύστερα προσευχήθηκαν, τα ᾽σφαξαν και τα γδέρνουν,
360 χώρισαν τα μεριά, κι ολόγυρα τα σκέπασαν με λίπος
διπλωμένα, κι έβαλαν αποπάνω κομμάτια κρέας ωμό.
Κι όπως κρασί δεν είχαν να σταλάξουν στα σφάγια που φλέγονταν,
έκαναν με νερό σπονδή, ψήνοντας ύστερα τα σπλάχνα.
Κι αφού κάηκαν τα μεριά και γεύτηκαν τα σπλάχνα,
τα υπόλοιπα τα λιάνισαν και τα περνούν στις σούβλες.
Κι αυτοστιγμεί μου φεύγει ο ύπνος ο γλυκός, ανοίγοντας τα βλέφαρά μου,
ευθύς πήγα να βρω το γρήγορο σκαρί στης θάλασσας το περιγιάλι.
Κι όπως κατέβαινα γοργά κι ήμουνα πια κοντά στο αμφίκυρτο καράβι,
γλυκά με πήρε η μυρωδιά της κνίσας.
370 Βόγγηξα τότε κι ύψωσα φωνή μεγάλη στους αθάνατους θεούς:
«Δία πατέρα και θεοί μακαρισμένοι, αιώνιοι·
στη βλάβη εμένα με βουλιάξατε του ανελέητου ύπνου,
κι οι σύντροφοί μου βρήκαν τον καιρό να μελετήσουν
το ανόσιο έργο.»

Τι είναι αυτό που τελικά ερωτευόμαστε

Πώς ερωτεύονται οι άνθρωποι; Σίγουρα όχι με τον ίδιο τρόπο. Μάλιστα, ο τρόπος διαφέρει και στον ίδιο άνθρωπο, αφού τα χαρακτηριστικά που ψάχνουμε δεν είναι τα ίδια, όσο μεγαλώνουμε. Αυτό κατέδειξε μια σύγχρονη μελέτη του Whyte: ό,τι μας ελκύει σε μικρότερη ηλικία, αλλάζει όσο μεγαλώνουμε και μετατοπίζεται προς άλλες ποιότητες. Η έρευνα έδειξε ότι οι άνθρωποι, όσο ωριμάζουμε, ενδιαφερόμαστε περισσότερο για την προσωπικότητα, την εμπιστοσύνη, το χιούμορ, ενώ σε μικρότερες ηλικίες κυρίαρχο είναι το εμφανισιακό στοιχείο, καθώς πρωτεύον είναι το αναπαραγωγικό ζήτημα. Όταν τα ορμονικά ηρεμούν και πλέον δε μας απασχολεί η αναπαραγωγή, επιλέγουμε ασυνείδητα με άλλα κριτήρια και διαφορετικά ποιοτικά χαρακτηριστικά.

Η εμφάνιση παίζει ρόλο, όσο το αναπαραγωγικό είναι σε άνθιση, ενώ όσο μεγαλώνουμε θέλουμε να βρίσκουμε ανθρώπους που μας ταιριάζουν περισσότερο βάσει της προσωπικότητας, των ενδιαφερόντων και του πόσο ανοιχτοί χαρακτήρες είναι. Αυτά τα χαρακτηριστικά στις ηλικίες 35+, αλλάζουν σε σχέση μ’ αυτά που μας ταιριάζουν όταν είμαστε μικρότεροι. Πώς και δεν είχε παρατηρηθεί αυτή η μετατόπιση; Η διαφορά αυτή προέκυψε διότι μέχρι τώρα οι ερευνητές μελετούσαν τις μικρότερες ηλικίες και δε λάμβαναν υπόψιν στην έρευνα δείγμα ηλικίας 35 και πάνω.

Έτσι, υπήρχε πάντα το αποτέλεσμα ότι αυτό που μας τραβάει για να ερωτευθούμε και να επιλέξουμε σύντροφο, ήταν κυρίως θέματα εμφανισιακά, εφόσον λόγω του βιολογικού παράγοντα και της σεξουαλικότητας, στόχευε σε αντίστοιχα θέματα. Όταν προστέθηκαν στο δείγμα της έρευνας άνθρωποι, όπου το αναπαραγωγικό είτε έχει λυθεί ή δεν αποτελεί πλέον προτεραιότητα, παρατηρήθηκε ότι ο τρόπος επιλογής μετακινείται από την εμφάνιση, προς την προσωπικότητα. Πλέον θέματα εμπιστοσύνης, το πώς περνάμε με τον άλλον άνθρωπο στον ελεύθερό μας χρόνο, το αν έχουμε κοινά ενδιαφέροντα, εάν διασκεδάζουμε και μπορούμε να στηριχτούμε, γίνονται πρωτεύοντα σε σχέση με το αν έχει γραμμωμένο κορμί και πρόσωπο που μας ανάβει. Πέφτει το πέπλο των ορμονών, το αναπαραγωγικό αρχίζει κι ατονεί και βλέπουμε την αλήθεια του άλλου χωρίς φίλτρα.

Είναι μια πρόσκληση να παρατηρήσουμε πόσο διαφορετικούς ανθρώπους ερωτευόμαστε με την πάροδο του χρόνου και ν’ αναγνωρίσουμε με ερευνητικά στοιχεία γιατί συμβαίνει αυτό, γιατί διαφέρουν τόσο πολύ οι επιλογές μας και τι ερωτευόμαστε στους άλλους. Σε μια ζωή που δουλεύουμε και τρέχουμε, είναι πολύ σημαντικό το θέμα της καθημερινότητας, της ισορροπίας κι εκεί προκρίνονται οι προσωπικότητες κι οι χαρακτήρες. Δεν επενδύουμε μόνο στην εμφάνιση διότι δεν επικεντρωνόμαστε βιολογικά εκεί. Θέλουμε να έχουμε έναν άνθρωπο δίπλα μας, που να τον εμπιστευόμαστε, να μπορούμε να αντέχουμε τις καθημερινές δυσκολίες και τις προκλήσεις της ζωής, φυσικά να υπάρχει ενεργή σεξουαλική ζωή, αλλά το βασικότερο κι αυτό που μας καλύπτει είναι ποιοτικά χαρακτηριστικά σε σχέση με την εμπιστοσύνη, με την προσωπικότητα και το πνευματικό επίπεδο του ανθρώπου.

Το να μπορέσουμε να διαλέξουμε έναν άνθρωπο σε μικρότερη ηλικία, βάσει της εμφάνισης, ενώ παράλληλα έχει και την προσωπικότητα που μας ταιριάζει είναι ο ιδανικός συνδυασμός για να ερωτευθούμε και να μείνουμε μαζί. Αν δεν μπορέσουμε να μείνουμε μαζί με τον συγκεκριμένο άνθρωπο, όσο μεγαλώνουμε θ’ αλλάξει ασυναίσθητα αυτό που μας κάνει να επιλέγουμε και να ερωτευόμαστε. Μην παραξενευτούμε από τις ίδιες μας τις επιλογές, υπάρχει εξήγηση. Οι συζητήσεις, η εξυπνάδα, το χιούμορ, ο τρόπος που μιλάει κάποιος, το ποσό ασφαλείς νιώθουμε, σε όλες τις ηλικίες, σε αντίθεση με ό,τι θα πιστεύαμε, έδειξε η έρευνα ότι παίζουν ρόλο στην έλξη.

Συμπερασματικά θεωρούνται για μας περισσότερο ελκυστικά χαρακτηριστικά τα οποία όταν είμαστε μικρότεροι, τυφλωμένοι από τη σεξουαλική ορμή, δεν τους δίνουμε τόση σημασία, διότι παραμένουμε σε μια πιο επιφανειακή αντιμετώπιση των ανθρώπων. Δε φταίμε εμείς, φταίει το ορμονικό μας σύστημα. Ίσως έτσι να εξηγείται γιατί με την πάροδο του χρόνου, αυτός που αρχικά διαλέξαμε με άλλα κριτήρια, δε μας καλύπτει και χωρίζουμε. Ας το έχουμε στο μυαλό μας, μήπως κάνουμε μια πιο ολοκληρωμένη επιλογή σε όλες τις φάσεις μας.

Καρλ Σαγκάν: Ψευδοεπιστήμη

Όσο διασκεδαστική και αν φαίνεται μια ψευδοεπιστήμη, όσο σίγουροι και αν είμαστε ότι δε θα φανούμε ποτέ τόσο αφελείς ώστε να παρασυρθούμε από μια τέτοια διδασκαλία, ξέρουμε πολύ καλά ότι ανθίζει γύρω μας.

Ο Υπερβατικός Διαλογισμός και η Αούμ Σινρίκυο φαίνεται πως έχουν προσελκύσει έναν μεγάλο αριθμό μορφωμένων ανθρώπων, που μερικοί μάλιστα έχουν και ανώτατα πτυχία φυσικής ή μηχανικής. Δεν είναι διδασκαλίες για ηλίθιους. Κάτι άλλο συμβαίνει.

Επιπλέον, κανείς απ’ όσους ενδιαφέρονται για το τι είναι οι θρησκείες και πώς άρχισαν, δεν μπορεί να τις αγνοήσει. Μολονότι τεράστια τείχη μπορεί φαίνεται ότι υψώνονται ανάμεσα στην ντόπια, μονοδιάστατη επιχειρηματολογία της ψευδοεπιστήμης και σε κάτι σαν μια παγκόσμια θρησκεία, οι διαφορές -είναι πολύ λεπτές. Ο κόσμος μας γεννά σχεδόν αξεπέραστα προβλήματα. Μια τεράστια γκάμα από λύσεις προσφέρονται, μερικές με πολύ περιορισμένη κοσμοθεωρία και άλλες με επιβλητικό εκτόπισμα. Στις συνήθεις Δαρβινικές θεωρίες περί φυσικής επιλογής, μερικές ευδοκιμούν για κάποιο διάστημα αλλά εξαφανίζονται το ίδιο γρήγορα. Κάποιες όμως - μερικές φορές, όπως απέδειξε η Ιστορία - οι πιο άθλιες και λιγότερο ελκυστικές από αυτές, μπορεί να έχουν τη δύναμη να αλλάξουν σε βάθος την Ιστορία του κόσμου.

Η συνεχής εξάπλωση της κακώς εφαρμοσμένης επιστήμης, της ψευδο-επιστήμης και των προλήψεων (της Νέας Εποχής ή και της Παλιάς) μέχρι την αξιοσέβαστη μυστηριακή θρησκεία που βασίζεται στην αποκάλυψη, είναι ακαθόριστη. Προσπαθώ να μη χρησιμοποιώ τη λέξη “cult” σε αυτό το βιβλίο. με τη συνήθη σημασία μιας θρησκείας που ο ομιλών απεχθάνεται, αλλά αντίθετα προσπαθώ να φτάσω στον ακρογωνιαίο λίθο της γνώσης - άραγε ξέρουν πραγματικά αυτά που ισχυρίζονται ότι γνωρίζουν; Όπως αποδεικνύεται, όλοι έχουν μια σχετική εμπειρία.

Σε ορισμένα σημεία αυτού του βιβλίου θα κάνω κριτική στην υπερβολή της θεολογίας, γιατί είναι δύσκολο να διακρίνει κανείς την ψευδό επιστήμη από την αυστηρή, δογματική θρησκεία όταν φθάνουν στα άκρα. Παρόλα αυτά να αναγνωρίσω εξαρχής την τεράστια ποικιλία και πολυπλοκότητα της θρησκευτικής σκέψης και πρακτικής ανά τους αιώνες, την ανάπτυξη της φιλελεύθερης θρησκείας και της οικουμενικής αδελφότητας τον τελευταίο αιώνα το γεγονός ότι - όπως στην Προτεσταντική Μεταρρύθμιση, την άνοδο του Αναμορφωμένου Ιουδαϊσμού, το Βατικανό II και την επονομαζόμενοι υψηλή κριτική της Βίβλου - η θρησκεία έχει αντιπαλέψει (με κυμαινόμενο βαθμό επιτυχίας) τις ίδιες της τις υπερβολές. Αλλά παράλληλα με αρκετούς επιστήμονες που δείχνουν απρόθυμοι να συζητήσουν ή έστω να αναφέρουν δημόσια την ψευδό επιστήμη, πολλοί συνήγοροι των κυρίαρχων θρησκειών είναι επιφυλακτικοί να αποδεχτούν τους ακραία συντηρητικούς ή φονταμενταλιστές. Αν αυτή η τάση συνεχιστεί, πιθανώς το πεδίο να είναι δικό τους. Μπορούν να κερδίσουν τη διαμάχη ερήμην.

Ένας θρησκευτικός ηγέτης μου έγραψε για τη λαχτάρα του όσον αφορά στην "πειθαρχημένη ακεραιότητα” στη θρησκεία:

Γίναμε πάρα πολύ συναισθηματικοί... Αφοσίωση και φτηνή ψυχολογία από τη μια, αλαζονεία και δογματική αδιαλλαξία από την άλλη, διαστρεβλώνουν τον αυθεντικό θρησκευτικό βίο. Μερικές φορές πλησιάζω στην απελπισία, αλλά τότε αντιδρώ με πείσμα και ελπίδα... Η ειλικρινής θρησκεία, που είναι πιο κοντά απ’ όσο οι κριτικοί της στις διαστρεβλώσεις και τους παραλογισμούς που διαπράττονται στο όνομά της, έχει ενεργό ενδιαφέρον να ενθαρρύνει τον υγιή σκεπτικισμό για το δικό της συμφέρον... Υπάρχει πιθανότητα η θρησκεία και η επιστήμη να σφυρηλατήσουν μια ισχυρή συμμαχία ενάντια στην ψευδοεπιστήμη και την ψευδοθρησκεία.

Η ψευδό επιστήμη διαφέρει από την εσφαλμένη επιστήμη. Η επιστήμη βρίθει από λάθη αποκλείοντάς τα το ένα μετά το άλλο. Λανθασμένα συμπεράσματα συνάγονται -πάντα, αλλά συνάγονται προσωρινά. Οι υποθέσεις είναι περιορισμένες και έτσι είναι σε θέση να ανασκευαστούν. Μια αλληλουχία από εναλλακτικές υποθέσεις αντιπαρατίθεται στο πείραμα και την παρατήρηση. Η επιστήμη πηγαίνει ψηλαφώντας και σκουντουφλώντας προς τη βελτιωμένη αντίληψη. Τα αισθήματα κυριότητας οπωσδήποτε προσβάλλονται όταν ανασκευαστεί-μια επιστημονική υπόθεση, αλλά αυτές οι απορρίψεις θεωρούνται - στην επιστημονική επιχείρηση.

Η ψευδό επιστήμη είναι το ακριβώς αντίθετο. Οι υποθέσεις είναι συχνά με ακρίβεια οριοθετημένες έτσι ώστε να παραμένουν ανέπαφες από κάθε πειραματισμό που προσφέρει μια προοπτική απόρριψης και έτσι ακόμα και εξ ορισμού δεν μπορούν να αναιρεθούν. Οι επαγγελματίες είναι επιφυλακτικοί και προσεχτικοί. Η σκεπτικιστική σχολαστικότητα καταπολεμάται. Όταν η ψευδό-επιστημονική υπόθεση αποτυγχάνει να διεγείρει τους επιστήμονες, τότε πιστεύεται ότι γίνονται συνομωσίες για την καταστολή της.

Η κινητική ικανότητα σε υγιείς ανθρώπους είναι σχεδόν τέλεια. Σπάνια σκοντάφτουμε και πέφτουμε, εκτός αν είμαστε σε παιδική ή προχωρημένη ηλικία. Μπορούμε να μάθουμε για παράδειγμα να οδηγούμε ποδήλατο ή να κάνουμε σκέιτ ή να παίζουμε κουτσό ή να πηδάμε σκοινάκι ή να οδηγούμε αυτοκίνητο και να διατηρήσουμε αυτή τη δεξιοτεχνία σε όλη μας τη ζωή. Ακόμα και αν περάσει μια δεκαετία χωρίς να την εξασκήσουμε, επανέρχεται αμέσως χωρίς κόπο. Η ακρίβεια και διατήρηση της κινητικής μας ικανότητας, ωστόσο, μας δίνουν μια ψευδαίσθηση αυτοπεποίθησης και στα υπόλοιπα ταλέντα μας. Η αντίληψή μας υπόκειται σε λάθη. Μερικές φορές βλέπουμε κάτι που δεν υπάρχει. Γινόμαστε θύματα οφθαλμαπάτης. Σε ορισμένες περιπτώσεις έχουμε παραισθήσεις. Είμαστε επιρρεπείς σε σφάλματα.

Ένα εξαιρετικά διαφωτιστικό βιβλίο με τίτλο: Πως Ξέρουμε Ότι Δεν Είναι Έτσι: Η Πιθανότητα Σφάλματος της Ανθρώπινης Λογικής στην Καθημερινή Ζωή, του Τόμας Τζίλοβιτς, παρουσιάζει πώς οι άνθρωποι συστηματικά σφάλουν στην κατανόηση των αριθμών, στην απώθηση δυσάρεστων περιστατικών και πώς επηρεάζονται από την γνώμη των άλλων. Είμαστε καλοί σε ορισμένα πράγματα, αλλά όχι σε όλα. Η σοφία έγκειται στην αντίληψη των ορίων μας.

«Ο άνθρωπος είναι ένα επιπόλαιο πλάσμα» μας διδάσκει ο Ουίλιαμ Σαίξπηρ. Να λοιπόν πού υπεισέρχεται η σκεπτικιστική αυστηρότητα της επιστήμης.

Ίσως η πιο ακριβής διάκριση ανάμεσα στην επιστήμη και την ψευδό-επιστήμη είναι ότι η επιστήμη διαθέτει μια πολύ ικανότερη κατανόηση της ανθρώπινης ατέλειας και πιθανότητας σφάλματος απ’ ότι η ψευδό-επιστήμη. Αν αρνιόμαστε αποφασιστικά να αναγνωρίσουμε σε ποια σημεία είμαστε επιρρεπείς να περιπέσουμε σε λάθος, σε σοβαρό σφάλμα, τότε μπορούμε να περιμένουμε σίγουρα ότι το λάθος - ακόμα και το σοβαρό λάθος - θα είναι σύντροφός μας για πάντα. Αν όμως είμαστε ικανοί για μια μικρή θαρραλέα αυτοκριτική, όσο και αν αυτή μπορεί να επιφέρει θλιβερές αντιδράσεις, οι πιθανότητές μας βελτιώνονται εξαιρετικά.

Αν διδάσκουμε μόνο τις ανακαλύψεις και τα προϊόντα της επιστήμης -αδιάφορο από το πόσο χρήσιμες και ενθαρρυντικές μπορεί να είναι - χωρίς να εμβαθύνουμε στις κριτικές της μεθόδους, πώς είναι δυνατόν ο μέσος άνθρωπος να διακρίνει την επιστήμη από την ψευδό-επιστήμη; Τότε και οι δυο παρουσιάζονται ως αστήρικτοι ισχυρισμοί. Στη Ρωσία και την Κίνα ήταν κάποτε εύκολο. Η αυθεντική επιστήμη ήταν αυτή που διδασκόταν. Η διάκριση ανάμεσα στην επιστήμη και την ψευδό-επιστήμη γινόταν από άλλους και όχι από το ίδιο το άτομο. Αλλά όταν προέκυψαν οι βαθιές πολιτικές αλλαγές και η δομή της ελεύθερης σκέψης χαλάρωσε, μια στρατιά από βέβαιους ή χαρισματικούς ισχυρισμούς - ειδικά από αυτούς που μας λένε αυτό που θέλουμε να ακούσουμε-κέρδισε τεράστια απήχηση. Κάθε ιδέα, έστω και απίθανη, απέκτησε εγκυρότητα.

Είναι μια μεγάλη πρόκληση για τους εκλαϊκευτές της επιστήμης να καταστήσουν σαφή την πραγματική διαστρεβλωμένη ιστορία των μεγάλων της ανακαλύψεων, όπως επίσης τις παρεξηγήσεις και περιστασιακές επιμονές αρνήσεις των επαγγελματιών που ασχολούνται με αυτή να αλλάξουν λογική. Είναι ένα θέμα το οποίο αρκετά ίσως τα περισσότερα, επιστημονικά βιβλία για τους μελλοντικούς επιστήμονες, το προσπερνούν βιαστικά .Είναι απείρως ευκολότερο να παρουσιάσεις με ελκυστικό τρόπο το απόσταγμα της ανά τους αιώνες σοφίας της υπομονετικής και συλλογικής εξέτασης της Φύσης ,πάρα να εκθέσεις λεπτομερώς τον χαώδη μηχανισμό απόσταξης .Η επιστημονική μέθοδος όσο και αν φαίνεται δύσπεπτη και κατηφής, είναι πολύ πιο σημαντική από τις ίδιες τις ανακαλύψεις της επιστήμης.

Καρλ Σαγκάν, Στοιχειωμένος κόσμος

Αναβλητικότητα

Ένα ζήτημα που επανέρχεται όλο και συχνότερα στην επικαιρότητα και αφορά στον τρόπο ζωής του σύγχρονου ανθρώπου, είναι αυτό της αναβλητικότητας. Με τον όρο αναβλητικότητα σκιαγραφείται ουσιαστικά η συνειδητή και συστηματική τάση προς αναβολή, προς καθυστέρηση δηλαδή, κάποιας συμπεριφοράς ή πράξης, η οποία τάση ανάγεται σταδιακά σε τρόπο ζωής του ατόμου.

Πριν αναφέρουμε οτιδήποτε άλλο, είναι σημαντικό να σημειώσουμε εδώ ότι το άτομο που αναβάλει διαρκώς πράγματα που θα έπρεπε να κάνει, ακόμα και όταν γνωρίζει ότι θα ήταν προς όφελός του τελικά να τα πράξει, αισθάνεται ένα είδος ανακούφισης, ίσως μια πρόσκαιρη ελευθερία από την εκάστοτε υποχρέωσή του, η οποία στην πραγματικότητα δεν είναι ελευθερία.

Καταλαβαίνει κανείς, λοιπόν, ότι ο άνθρωπος που χαρακτηρίζεται από μια συστηματική αναβλητικότητα στο μεγαλύτερο μέρος τη καθημερινότητάς του, αισθάνεται ότι βρίσκεται σε ένα πλαίσιο ασφάλειας, υπό την έννοια ότι απεκδύεται ευθύνες και υποχρεώσεις, ώστε να νιώθει πιο ‘ελεύθερος’, έχοντας την ψευδαίσθηση συγχρόνως ότι είναι ο ίδιος που ελέγχει τις καταστάσεις, ενώ στην πραγματικότητα απλώς αρνείται να τις αντιμετωπίσει. Συνεπώς, όταν μια τέτοια μέθοδος διαχείρισης των υποχρεώσεων γίνεται τρόπος ζωής, συν τω χρόνων παρουσιάζονται ορισμένες συνέπειες στη ζωή του ατόμου, οι οποίες επηρεάζουν ένα μεγάλο μέρος τη κοινωνικής του ζωής.

Πιο αναλυτικά, η συστηματική αναβλητικότητα επηρεάζει άμεσα την ποιότητα εργασίας του ατόμου, σε όποιο επίπεδο ενασχόλησης κι αν βρίσκεται, με αποτέλεσμα να μειώνεται αισθητά η απόδοσή του. Τούτο συμβαίνει, διότι ο άνθρωπος καταβάλει προσπάθεια να ενεργήσει σε αρκετά μικρότερο χρονικό διάστημα, κοπιάζοντας περισσότερο, έχοντας τα αντίθετα αποτελέσματα από τα επιδιωκόμενα.

Παράλληλα, ενώ το άτομο μέσω της αναβλητικότητας θεωρεί ότι είναι ασφαλές, στην πραγματικότητα δεν διακατέχεται από αίσθημα ασφάλειας, αλλά από άγχος και stress, καθώς και από αισθήματα ενοχής απέναντι στα όσα αρνείται να πράξει και να διευθετήσει. Έρευνες έδειξαν στο παρελθόν ότι μια ακόμα συνέπεια της αναβλητικότητας είναι ο περιορισμός, έως και η ανυπαρξία, της άσκησης στη ζωή των ανθρώπων, η σωστή διαχείριση του ύπνου και η απουσία σωστών διατροφικών συνηθειών.

Τα τελευταία με τη σειρά τους, όπως αντιλαμβάνεται κανείς, αναδεικνύουν κι αυτά επιπρόσθετες συνέπειες στη ποιότητα ζωής του ατόμου, δημιουργώντας κατά κάποιον τρόπον έναν φαύλο κύκλο στην καθημερινή «σειρά» ή ρουτίνα, ο οποίος ορισμένες φορές είναι αρκετά δύσκολο να αλλάξει.

Ένα μεγάλο μέρος του επιστημονικού κόσμου έχει καταλήξει στο εξής συμπέρασμα, αναφορικά με τα βασικά αίτια του φαινομένου της αναβλητικότητας. Συγκεκριμένα, λέγεται ότι η σοβαρότερη αιτία του φαινομένου αυτού είναι ο φόβος – το άγχος της αποτυχίας. Ένα μεγάλο μέρος του πληθυσμού καταλήγει να αναβάλει διαρκώς, να μένει σε ανενεργή κατάσταση- απραγία δηλαδή-, υπό το φόβο της μη επιτυχίας, χωρίς μια τέτοια τακτική να συνδέεται απαραίτητα με αποτυχίες του παρελθόντος.

Σημαντικός αριθμός είναι και η μερίδα των ατόμων που χαρακτηρίζονται ως αναποφάσιστοι ή με δυσκολία στο επίπεδο λήψης αποφάσεων, με αποτέλεσμα η αποφυγή μιας απόφασης- και της ευθύνης της συγχρόνως- οδηγούν σε αναβολή και τελικά απραγία.

Στο σημείο αυτό είναι σημαντικό να υπογραμμισθεί μια ακόμα περίπτωση, η οποία συνιστά βασική αιτία παρουσίας της αναβλητικότητας.

Ειδικότερα, ορισμένοι άνθρωποι όταν καλούνται να ανταπεξέλθουν και να διαχειριστούν σημαντικά και πολύπλοκα ζητήματα, τα οποία χαρακτηρίζονται για τους χρονικούς τους περιορισμούς και τις υψηλές εν γένει απαιτήσεις, δημιουργούν στο εκάστοτε άτομο το αίσθημα της ψυχικής κούρασης και της νωθρότητας. Στις περιπτώσεις αυτές συμβαίνει πολύ συχνά το άτομο, εν τέλει, να επιλέγει την αποφυγή της διαχείρισης μια τέτοιας κατάστασης, αντί της διευθέτησής της.

Mε δεδομένα τα όσα σημειώθηκαν στις παραπάνω παραγράφους, μπορεί να κατανοήσει ο καθένας ότι η αναβλητικότητα, ως τρόπος ζωής, συνιστά έναν αρνητικό-αγκυλωμένο τρόπο σκέψης και συμπεριφοράς, ο οποίος επηρεάζει άμεσα το συνολικό περιβάλλον στο οποίο ζει ο αναβλητικός άνθρωπος. Είναι πολύ σημαντικό, επομένως, το άτομο εν πρώτοις να μπορέσει να κατανοήσει και να συνειδητοποιήσει το πλαίσιο της αναβλητικότητας μέσα στο οποίο κινείται και εν συνεχεία να μπορέσει σταδιακά να μεταβάλει μια τέτοιου είδους κατάσταση σε πιο λειτουργική.

Το πρώτο και σημαντικότερο βήμα είναι το άτομο να κατανοήσει και να αντιληφθεί την αξία και τη σοβαρότητα του συνόλου των πράξεων τις οποίες αναβάλει. Μέσω της τακτικής αυτής το άτομο καλείται ουσιαστικά να επεξεργαστεί τις υποχρεώσεις τους και να επιλέξει ποιες έχουν προτεραιότητα και σημασία, καθώς και τις αιτίες που οδηγούν στην αναβολή τους.

Άμεσα, λοιπόν, ο καθένας επικεντρώνεται στα όσα χρειάζεται να επικεντρωθεί και φυσικά να αφιερώσει χρόνο. Παράλληλα, σε τεχνικό επίπεδο, μια βοήθεια που μπορούμε να δώσουμε στον εαυτό μας, είναι να δημιουργήσουμε ένα είδος λίστας-προγράμματος, μέσω του οποίου θα γίνονται ξεκάθαρες οι υποχρεώσεις που χρειάζονται διευθέτηση στο άμεσο μέλλον.

Είναι εξαιρετικά σημαντικό οι στόχοι που καταγράφονται να είναι εφικτοί και στο πλαίσιο του πραγματικού, ώστε να μην έρχεται το άτομο προ εκπλήξεως και δυσαρέσκειας. Ο ρεαλιστικός σχεδιασμός και οι πιθανότητες επιτυχίας στους ανάλογους στόχους, μειώνουν το άγχος και το άτομο δεν μένει παθητικό μπροστά στις υποχρεώσεις του.

Στο ίδιο επίπεδο, με βάση την ιδιαίτερη ιδιοσυγκρασία του ατόμου, ο καθένας από εμάς μπορεί να βρει τρόπους, ώστε όταν δεν εμπνέεται από κάτι, αντί να αναβάλλει αυτό που έχει να κάνει, να αλλάζει χώρο ή τρόπο δραστηριοποίησης, ώστε να «ανανεώνει» το περιβάλλον του.

Ως εκ τούτου, το φαινόμενο της αναβλητικότητας είναι κάτι που μέσα από τη σωστή διαχείριση γίνεται να αντιμετωπιστεί και οι αιτίες που το δημιουργούν να περιοριστούν και να μεταβληθούν σε λειτουργικούς στόχους. Χρήσιμο είναι, ακόμα, να γνωρίζουμε, ότι στην εποχής μας, λόγω των ρυθμών ζωής πολλές φορές φαινόμενα που ασκούν επιρροή στη ζωή και το επάγγελμά μας, είναι δύσκολο να τα διαχειριστούμε μόνοι μας.

Στις περιπτώσεις αυτές μπορούμε πάντοτε να απευθυνθούμε σε κάποιον ψυχοθεραπευτή ή σύμβουλο ψυχικής, ώστε να μας βοηθήσει να ‘ξεκλειδώσουμε’ κάποια σημεία σκέψης και συμπεριφοράς, τα οποία δυσκολευόμαστε να διαχειριστούμε μόνοι μας. Με τον τρόπο αυτόν τα πράγματα πολλές φορές γίνονται πιο εύκολα, καθώς στην ουσία συμβαίνει συχνά να μας λείπει ο τρόπος και όχι ο κόπος.

Η μοίρα του αχάριστου, είναι η μοναξιά

Δεν κατάλαβα ποτέ γιατί η αχαριστία, δεν είναι ποινικό αδίκημα. Γιατί δεν τιμωρείται παραδειγματικά και οι αχάριστοι να ξεχωρίζουν ανάμεσα στους άλλους. Να μπορείς να τους βλέπεις και να λες «μακριά ρε». Ναι, μακριά.

Γιατί ο φονιάς, μπορεί να βρέθηκε εν βρασμώ ψυχής ή ακόμα και να μετανιώσει, να αλλάξει. Ο κλέφτης, μπορεί να έγινε κλέφτης από ανάγκη και να πάψει να είναι κλέφτης, να βρει το δρόμο του. Ο μοιχός, ο ψεύτης, ο απατεώνας, όλοι αυτοί, έχουν μια ελπίδα να αλλάξουν. Να κοιταχτούν στον καθρέφτη και να πουν «τι κάνεις ρε μαλάκα» και να αλλάξουν ρώτα.

Ο αχάριστος όμως, είναι εγκληματίας που δεν σωφρονίζεται, δεν αλλάζει, δεν μπορεί καν να καταλάβει πως είναι ένα κινούμενο έγκλημα. Ο αχάριστος νομίζει πως όλοι του χρωστάνε. Άνθρωποι, ζωή, μοίρα, τύχη, όλοι του έχουν στερήσει κάτι και του το χρωστάνε.

Κι επειδή εκείνος φαντασιώνεται πως του χρωστάνε, κοιτάει να τα πάρει από όποιον λάχει να περάσει από το μονοπάτι του. Κοιτάει να ξεσκίσει την ψυχή του άλλου. Κοιτάει να μπήξει το μαχαίρι τόσο βαθιά που να μην υπάρχει ελπίδα σωτηρίας.

Ο αχάριστος είναι ένα κινούμενο έγκλημα που μένει ατιμώρητο από το ποινικό δίκαιο αλλά όχι από την ζωή. Βλέπεις ο αχάριστος, είναι καταδικασμένος να ζήσει μόνος. Ο αχάριστος ξεχωρίζει γιατί κανείς δεν μένει δίπλα του. Στο τέλος, τον ξερνάνε όλοι.

Ο αχάριστος έμαθε να είναι θύμα, έμαθε να πιστεύει πως όλοι τον εκμεταλλεύονται, όλοι θέλουν κάτι από εκείνον κι εκείνος απλά και μόνο απαιτεί. Απαιτεί συναισθήματα αλλά είναι ένας ντενεκές άδειος και τα συναισθήματα χάνονται. Απαιτεί προσοχή, όμως όση και να του δώσεις, είναι τόσο ασήμαντος που δεν μπορεί να νιώσει σημαντικός. Απαιτεί συγχώρεση και κατανόηση μα δεν έμαθε να δίνει τίποτα από τα δυο!

Ο αχάριστος είναι ανίκανος να νιώσει. Να αγαπήσει, να ευτυχίσει, να συγχωρέσει. Και το χειρότερο; Τον αχάριστο, τον έχουν αγαπήσει, του έχουν προσφέρει ευτυχία και χαρά, τον έχουν συγχωρήσει, πριν τον αγνοήσουν.

Γιατί η μοίρα του αχάριστου, αυτή είναι. Να τον αγνοούν οι άνθρωποι και η ίδια η ζωή.

Μήνυμα που εστάλη, δεν σημαίνει πάντα ότι ελήφθη

Οι λειτουργίες της γλώσσας (το επικοινωνιακό μοντέλο του Jakobson)

Ο Roman Jakobson, μεγάλος γλωσσολόγος και θεωρητικός της λογοτεχνίας, έχτισε τη θεωρία του για το επικοινωνιακό μοντέλο, στο οποίο συμμετέχουν έξι βασικοί παράγοντες και παράλληλα διέκρινε την αντιστοιχία που δημιουργούν με λειτουργίες της γλώσσας.

Το μοντέλο που πρότεινε ο Jakobson, πρόκειται για έναν πολυποίκιλο κώδικα που αντανακλά κυρίως τις ανθρώπινες λειτουργίες της γλώσσας και επειδή μπορεί να δυσκολεύει, θα το εξετάσουμε αναλυτικά και με παραδείγματα!

Οι βασικοί παράγοντες στη μετάδοση της επικοινωνίας είναι οι εξής:

1) πομπός (αυτός που στέλνει το μήνυμα, ο ομιλητής/αποστολέας)
2) δέκτης (αυτός που λαμβάνει το μήνυμα, ο ακροατής/παραλήπτης)
3) μήνυμα (ό,τι στέλνει ο πομπός)
4) επικοινωνιακός κώδικας (η γλώσσα, που πρέπει να είναι κοινή για πομπό και δέκτη)
5) πλαίσιο αναφοράς (το αναφερόμενο, αυτό που δείχνει η λέξη. Αφορά το θέμα, την πληροφορία)
6) δίαυλος επικοινωνίας (το “κανάλι” μεταξύ πομπού – δέκτη)

Ο καθένας από τους παραπάνω παράγοντες ορίζει και μια λειτουργία της γλώσσας:

1) Πομπός –> συναισθηματική/εκφραστική/συγκινησιακή λειτουργία, καθώς αυτός είναι που πλάθει το μήνυμα, δίνει μορφή στο περιεχόμενο και διαμορφώνει μια συγκεκριμένη στάση απέναντί του. Το μήνυμα είναι συνήθως σε α’ πρόσωπο, με επιφωνήματα, τονικό χρωματισμό κ.α. Π.χ: Αχ! Αγαπώ τόσο τα ταξίδια!

2) Δέκτης –> βουλητική/προστακτική/κλητική λειτουργία, επειδή απευθύνεται προς τον δέκτη για να εκφράσει: επιθυμία, προσταγή ή επίκληση, ώστε να πραγματοποιηθεί ένα πρακτικό αποτέλεσμα. Π.χ: Φέρε μου ένα ποτήρι νερό!

3) Μήνυμα –> ποιητική χρήση της γλώσσας, καθώς η σημασία περνάει στην επεξεργασία και τη μορφή του ίδιου του μηνύματος. Μπορεί να είναι έντονα τα υφολογικά χαρακτηριστικά ή να υπάρχει ομοιοκαταληξία. Π.χ: Τον κοίταξε θυμωμένα και το βλέμμα της φώτισε σαν αστραπή…

4) Επικοινωνιακός κώδικας –> μεταγλωσσική/διαγλωσσική λειτουργία. Αυτή η λειτουργία, επιτρέπει να μιλάμε για μια γλώσσα κάνοντας χρήση της ίδιας αυτής γλώσσας. Π.χ: “πόλεμος” σημαίνει “σύγκρουση, ένοπλη σύρραξη μεταξύ μεγάλων ομάδων ανθρώπων”, “τι εννοείς;”

5) Πλαίσιο αναφοράς –> αναφορική/δηλωτική/παραστατική λειτουργία, όπως το λέει και η λέξη από μόνη της: δηλώνει, πληροφορεί για κάτι. Π.χ: Χιονίζει.

6) Δίαυλος –> φατική λειτουργία, η οποία ελέγχει την αποτελεσματικότητα του αγωγού, άρα και της επικοινωνίας και έτσι την προωθεί ή την τερματίζει. Δεν δίνει απαραίτητα σημασία στο μήνυμα. Π.χ: “εμπρός;” (στο τηλέφωνο), “έλα βρε, σώπα!”, “εντάξει, τα λέμε αύριο, ε;”

Πρέπει να σημειωθεί πως στην ουσία αυτές οι λειτουργίες δείχνουν έξι όψεις, μέσα απ’ τις οποίες μπορούμε να εξετάσουμε τη γλωσσική πράξη, δηλαδή την πράξη που πραγματοποιούμε όταν λέμε ή γράφουμε κάτι, πάντα μέσα σ’ ένα επικοινωνιακό πλαίσιο και για να εξυπηρετήσουμε κάποιον επικοινωνιακό σκοπό (π.χ η αποστήθιση δεν αποτελεί γλωσσική πράξη). Ο Jakobson αναφερόταν πολύ συχνά στον Stanislavsky, ο οποίος ζητούσε από τους ηθοποιούς του να πουν τη φράση “σήμερα το απόγευμα” με σαράντα διαφορετικούς τρόπους, ώστε οι ακροατές να καταλαβαίνουν κάθε φορά και μια διαφορετική ψυχική κατάσταση!

Το Θέμα Δεν Είναι Ποιος Έχει Δίκιο. Το Θέμα Είναι Να Ζούμε Καλά Μαζί

Καθένας μας έχει ορισμένες πεποιθήσεις, αξίες και σκέψεις που είναι θεμελιώδεις και απαράβατες για τον ίδιο. Πιστεύουμε ότι είναι αδιαμφισβήτητα σωστές και ότι όλοι θα τις εκτιμούσαν εάν μπορούσαν να τις καταλάβουν. Ωστόσο κάποιες φορές θα πρέπει να μοιραζόμαστε τον χρόνο μας και με άτομα που δεν ασπάζονται τις αντιλήψεις μας.

Διαφωνούμε πολλές φορές για ζητήματα πολιτικής, θρησκευτικές πεποιθήσεις ή αξίες ζωής. Όταν μία συζήτηση άπτεται αυτών των θεμάτων, δεν αποκλείεται πολύ σύντομα να υπάρξει αντιπαράθεση. Κανείς δεν εισπράττει εκτίμηση ή σεβασμό, κι αυτό που απομένει είναι ο θυμός, η σύγχυση κι ο πόνος.

Πρέπει να διερωτηθούμε εάν πραγματικά αξίζει να δυσαρεστούμε ή να πληγώνουμε ο ένας τον άλλο στον βωμό της προάσπισης των πεποιθήσεών μας. Αντί να ασχολούμαστε με την ιερότητα των αξιών μας, δεν θα έπρεπε να ενδιαφερόμαστε περισσότερο για το άτομο που βρίσκεται μπροστά μας; Δεν είναι προτιμότερο να είμαστε καλά μαζί από το να έχει δίκιο ένας μόνος του;

Η απόπειρα να πείσουμε κάποιον να υιοθετήσει τις απόψεις μας είναι κυρίως έργο του εγώ μας. Ακόμα κι αν αποδειχθεί ότι έχουμε δίκιο, το εγώ μας αναζητά νέα θέματα για να διαφωνήσει.

Η ωριμότητα έρχεται με την εμπειρία. Ένα μάθημα ωριμότητας είναι ότι δεν πρέπει να παίρνουμε τις σκέψεις μας και πολύ στα σοβαρά και ότι πρέπει να χαλιναγωγούμε το εγώ μας για να αποκτήσουμε μια συνολική εικόνα των πραγμάτων.

Το να έχουμε δίκιο δεν συγκρίνεται ούτε στο ελάχιστο με το να ζούμε καλά μαζί με τους άλλους.

Η NASA παρήγαγε στον Άρη οξυγόνο αρκετό για 100 λεπτά αναπνοής ενός αστροναύτη

Μια μικρή πειραματική συσκευή πάνω στο ρομποτικό ρόβερ Perseverance της Αμερικανικής Διαστημικής Υπηρεσίας (NASA) παρήγαγε επιτόπου στον Άρη – κάνοντας τη «δουλειά» ενός μικρού δένδρου -αρκετή ποσότητα οξυγόνου που θα επέτρεπε σε έναν αστροναύτη να αναπνέει επί 100 λεπτά.

Η εν λόγω μέθοδος MOXIE (Mars Oxygen In-Situ Resource Utilization Experiment) πρόκειται πλέον να αξιοποιηθεί σε μεγαλύτερη κλίμακα για να βοηθήσει στις μελλοντικές επανδρωμένες αποστολές.

Το MOXIE, που είχε φθάσει στον Άρη τον Φεβρουάριο του 2021 μαζί με το ρόβερ, κατάφερε να παράγει οξυγόνο με ρυθμό περίπου έξι γραμμαρίων την ώρα (όσο περίπου παράγει ένα μικρό δένδρο) και μάλιστα υπό δύσκολες πλανητικές συνθήκες. Συνολικά έχει ήδη παράγει 50 γραμμάρια οξυγόνου, αρκετά για 100 λεπτά αναπνοής ενός αστροναύτη.

Οι ερευνητές παρουσίασαν τα αποτελέσματα της ΜΟΧΙΕ για πρώτη φορά στο επιστημονικό περιοδικό «Science Advances». Για «λαμπρή επιτυχία» έκανε λόγο ο επικεφαλής ερευνητής Μάικλ Χεχτ του Πανεπιστημίου ΜΙΤ, καθώς η συσκευή συνέχισε να παράγει υψηλής ποιότητας οξυγόνο μέρα-νύχτα, σε όλες τις αρειανές εποχές και σε διαφορετικές ακραίες θερμοκρασίες, ακόμη και μετά από μια θύελλα σκόνης.

«Είναι η πρώτη επίδειξη της πραγματικής χρήσης πόρων από την επιφάνεια ενός άλλου πλανητικού σώματος και η μεταμόρφωσή τους με χημικό τρόπο σε κάτι που θα μπορούσε να είναι χρήσιμο για μια ανθρώπινη αποστολή. Με αυτή την έννοια, είναι κάτι ιστορικό», δήλωσε ο καθηγητής του Τμήματος Αεροναυτικής και Αστροναυτικής του ΜΙΤ Τζέφρι Χόφμαν.

Η συσκευή χρησιμοποιεί φίλτρα, αντλίες και συμπιεστές για να αντλήσει διοξείδιο του άνθρακα από την αρειανή ατμόσφαιρα, να το φιλτράρει και να το καθαρίσει, να το συμπιέσει και να το θερμάνει έως τους 800 βαθμούς Κελσίου, μετά με ηλεκτροχημικό τρόπο να το διασπάσει σε άτομα (ιόντα) οξυγόνου και μονοξείδιο του άνθρακα, ώσπου τελικά να απομονώσει και να συνδυάσει τα άτομα οξυγόνου έτσι ώστε να παράγει αναπνεύσιμο αέριο μοριακό οξυγόνο, το οποίο απελευθερώνεται στον αέρα.

Η NASA εργάζεται πλέον πάνω σε μια μεγαλύτερη εκδοχή της συσκευής, όγκου περίπου ενός κυβικού μέτρου (100 φορές μεγαλύτερη από την τωρινή ΜΟΧΙΕ), κάτι που ενέχει τεχνικές προκλήσεις.

Μια τέτοια μεγαλύτερη συσκευή θα μπορούσε να παράγει αρκετό οξυγόνο – με ρυθμό ισοδύναμο εκατοντάδων δένδρων – όχι μόνο για όλο το πλήρωμα μιας αποστολής στον Άρη, αλλά για και τους 30 έως 50 τόνους πυραυλικού καυσίμου (υγρού οξυγόνου) που θα χρειαστούν για την εκτόξευση και επιστροφή τους στη Γη, έτσι ώστε να μην χρειαστεί να έχει μεταφερθεί εκ των προτέρων τόσο οξυγόνο από τον πλανήτη μας στον Άρη.


Σταδιακά περισσότερες τέτοιες μονάδες από κοινού θα αποτελέσουν ένα εργοστάσιο παραγωγής οξυγόνου στον γειτονικό πλανήτη, αξιοποιώντας το άφθονο διοξείδιο του άνθρακα που υπάρχει εκεί και αποτελεί περίπου το 96% της αρειανής ατμόσφαιρας.

Για να υποστηρίξει πάντως μια αποστολή αστροναυτών, η συσκευή παραγωγής οξυγόνου θα πρέπει να δουλεύει συνεχώς για περίπου 400 μέρες και μέχρι στιγμής η MOXIE – που συνεχίζει να δουλεύει στον Άρη – έχει εργαστεί για μια ώρα το πολύ κάθε φορά (συνολικά επτά φορές σε διαφορετικές χρονικές περιόδους). Σε κάθε περίπτωση, η τεχνολογία της θεωρείται πολλά υποσχόμενη.

Λουκρήτιος: Οι πρώτοι άνθρωποι

Είναι εκπληκτικό πως η Επικούρεια “ανθρωπολογία”, που γνωρίσαμε διαμέσου του Λουκρήτιου και του φιλοσοφικού του ποιήματος De rerum natura (“Περί της φύσεως των πραγμάτων”, ελάχιστα διαφέρει από τις επιστημονικές αντιλήψεις της εποχής μας, αποτελώντας μία από τις πρώτες εκδηλώσεις της εξελικτικής σκέψης Διαβάστε ένα μικρό απόσπασμα:

Εκείνη όμως η ανθρώπινη γενιά πάνω στη γη ήταν πολύ πιο σκληρή, πράγμα φυσικό, αφού την είχε δημιουργήσει η σκληρή γη, φτιαγμένη εσωτερικά με κόκαλα μεγαλύτερα και πιο γερά, με τις σάρκες κολλημένες με δυνατούς τένοντες, μια φυλή που δεν την πείραζε εύκολα ούτε η ζέστη ούτε το κρύο ούτε η ασυνήθιστη τροφή ούτε καμιά σωματική αδυναμία.

Περνούσαν τη ζωή τους όλο περιπλανήσεις, κατά τη διάρκεια πολλών περιστροφών του ήλιου, σαν αγρίμια. Δεν υπήρχε κανένας ρωμαλέος οδηγός του κυρτού αλετριού, κανένας δεν ήξερε να καλλιεργεί τα χωράφια με σιδερένιο υνί ούτε να μπήγει στη γη τρυφερά βλαστάρια ούτε να κόβει με κλαδευτήρι τα παλιά κλαδιά από τα ψηλά δέντρα. Αυτό που είχε δώσει ο ήλιος και οι βροχές, αυτό που είχε δημιουργήσει η γη μόνη της, ήταν δώρο αρκετό, για να ευχαριστήσει τις καρδιές τους.

Τις πιο πολλές φορές τρέφονταν με βαλανίδια. Και τα κούμαρα που βλέπεις τώρα να ωριμάζουν με το πορφυρό τους χρώμα το χειμώνα, τότε η γη τα έβγαζε άφθονα και πολύ πιο μεγάλα. Ακόμα η θαλερή τότε νεότητα του κόσμου έβγαζε άφθονη τροφή σκληρή, αλλά κατάλληλη για τους φτωχούς θνητούς.

Αλλά τα ποτάμια και οι πηγές τους καλούσαν να σβήσουν τη δίψα τους, όπως τώρα το νερό που πέφτει από τα ψηλά βουνά καλεί από μακριά τα διψασμένα αγρίμια. Τέλος κατοικούσαν στις κατοικίες των νυμφών, μέσα στα δάση, γνωστές από τις περιπλανήσεις τους, απ’ όπου μάθαιναν πως ρέματα τρεχάμενα πλένουν με τα κύματά τους τους υγρούς βράχους, τους σκεπασμένους με μούσκλια, όλο σταγόνες υγρούς βράχους, και πως σε μερικά μέρη ξεχειλίζουν κι απλώνονται στις ανοιχτές πεδιάδες.

Δεν ήξεραν ακόμα να δουλεύουν πράγματα με τη φωτιά ούτε να χρησιμοποιούν τα δέρματα και να ντύνουν το σώμα τους με τα τομάρια των αγριμιών. Ζούσαν στα δάση, στις σπηλιές των βουνών και στους λόγγους, έκρυβαν τα βρόμικα κορμιά τους στους θάμνους, για να γλιτώσουν από τα μαστιγώματα των ανέμων και τις βροχές.

Δεν μπορούσαν να φροντίζουν τα κοινά αγαθά ούτε ήξεραν να ρυθμίζουν τις μεταξύ τους σχέσεις με έθιμα και νόμους. Καθένας έπαιρνε τη λεία που του πρόσφερε η τύχη, μαθημένος να ‘ναι δυνατός για τον εαυτό του και να ζει μόνος του. Η Αφροδίτη μέσα στα δάση ένωνε τα κορμιά των εραστών. Τους ένωνε η αμοιβαία επιθυμία ή η ορμητική δύναμη κι ο δυνατός πόθος του άντρα ή η προσφορά: βαλανίδια και κούμαρα ή διαλεχτά αχλάδια.

Με τη θαυμαστή ικανότητα των χεριών και των ποδιών τους κυνηγούσαν τα είδη των αγριμιών στα δάση με ρόπαλα βαριά και πετώντας πέτρες. Τα περισσότερα τα νικούσαν κι από μερικά γλίτωναν μέσα σε κρυψώνες.

Σαν τ’ αγριογούρουνα, όταν τους έβρισκε η νύχτα, τέντωναν τ’ άγρια κορμιά τους χάμω και τυλίγονταν με φύλλα και κλαδιά. Δεν έψαχναν για τη μέρα και για τον ήλιο θρηνώντας μέσα στα δάση, γυρνώντας τρομαγμένοι μες στις σκιές της νύχτας, αλλά περίμεναν βουβοί, θαμμένοι στον ύπνο, πότε θ’ απλώσει ο ήλιος με το ρόδινο πυρσό του το φως στον ουρανό. Αφού είχαν συνηθίσει από παιδιά να βλέπουν πάντα το σκοτάδι και το φως να παρουσιάζονται διαδοχικά, δεν ήταν δυνατό ν’ απορούν ή να φοβούνται μήπως χαθεί το φως του ήλιου και μια αιώνια νύχτα απλωθεί στη γη.

Αλλά περισσότερο τους ανησυχούσαν τ’ αγρίμια που τάραζαν συχνά την ησυχία αυτών των δυστυχισμένων. Διωγμένοι από την κατοικία τους, αναγκάζονταν να φύγουν από τα πέτρινα καταφύγιά τους, όταν ερχόταν ένα αγριογούρουνο με αφρισμένο στόμα ή ένα δυνατό λιοντάρι, και, βαθιά μεσάνυχτα, παραχωρούσαν τρομαγμένοι τα στρωμένα με φύλλα κρεβάτια τους στους άγριους επισκέπτες.

Ούτε εξάλλου τα γένη των θνητών τότε, περισσότερο από τώρα, άφηναν το γλυκό φως της ζωής με θρήνους. Γιατί τότε ήταν ευκολότερο να πιαστεί ο καθένας και να προσφέρει τον εαυτό του ζωντανή τροφή στα θηρία, ξεσκισμένος από τα δόντια τους, γεμίζοντας με το θρήνο του λαγκάδια, βουνά και δάση, βλέποντας τη ζωντανή σάρκα του μέσα σε τάφο ζωντανό.

Εκείνοι όμως που σώζονταν με τη φυγή, κρατώντας ύστερα τις τρεμάμενες παλάμες τους πάνω στις πληγές τους καλούσαν με τρομερές φωνές τον Άδη, ως τη στιγμή που άγριοι πόνοι τους στερούσαν τη ζωή, χωρίς βοήθεια, χωρίς να ξέρουν τι φροντίδα χρειάζονταν οι πληγές τους.

Όμως δεν έστελνε στον όλεθρο μια μονάχα μέρα πολλές χιλιάδες άντρες παραταγμένους κάτω απ’ τις σημαίες, ούτε πελώρια ταραγμένα κύματα έριχναν με δύναμη πάνω στους βράχους καράβια κι ανθρώπους. Αλλά μάταια, στα χαμένα συχνά σηκωνόταν κι αγρίευε η θάλασσα ή άφηνε να πέφτουν χωρίς λόγο οι κούφιες απειλές της. Δεν μπορούσε να ξεγελάσει κανένα με τη δόλια απάτη της ηρεμίας της, με τα γελαστά κύματά της. Η ανόσια τέχνη της ναυσιπλοΐας τότε βρισκόταν στο σκοτάδι. Τον καιρό εκείνο η έλλειψη της τροφής πρόσφερε τα κορμιά στο θάνατο. Αντίθετα, τώρα τα πνίγει η αφθονία. Εκείνοι από άγνοια έχυναν οι ίδιοι μέσα τους το δηλητήριο, τώρα, πιο τεχνικά, το δίνουν οι ίδιοι σε άλλους.

Ύστερα, όταν άρχισαν να χρησιμοποιούν καλύβες, δέρματα και τη φωτιά, και η γυναίκα, ζευγαρωμένη με τον άντρα, μπήκε σε σπίτι, έγιναν γνωστοί οι νόμοι του γάμου και είδαν να γεννιούνται απόγονοι, άρχισε τότε για πρώτη φορά να ημερεύει το ανθρώπινο γένος. Γιατί η φωτιά φρόντισε να μην μπορούν τα σώματά τους, που τουρτούριζαν, ν’ αντέχουν κάτω απ’ το θόλο τ’ ουρανού και η Αφροδίτη περιόρισε τις δυνάμεις τους, τα παιδιά με τα χάδια εύκολα έσπασαν το περήφανο φρόνημα των γονιών τους.

Τότε επίσης άρχισαν οι γείτονες να συνάπτουν φιλικούς δεσμούς μεταξύ τους με την επιθυμία να μην προκαλούν ούτε να παθαίνουν κακό, ζήτησαν προστασία για τα παιδιά και το γυναικείο φύλο, όταν έδειχναν με χειρονομίες και φωνές, με λόγια μπερδεμένα, πως είναι δίκαιο όλοι να σπλαχνίζονται τον αδύνατο. Δεν ήταν όμως δυνατό να επικρατεί σε κάθε περίπτωση η ομόνοια, αλλά αρκετοί καλοί σέβονταν τίμια τις συνθήκες. Αλλιώς το ανθρώπινο γένος από τότε κιόλας θα είχε αφανιστεί εντελώς και δε θα μπορούσε να συνεχίσει μέχρι σήμερα τη διαιώνισή του.

Λουκρήτιος, Η φύση των πραγμάτων (Lucretius – De rerum natura)

Ο Τίτος Λουκρήτιος Κάρος (λατινικά: Titus Lucretius Carus, 94 π.Χ. – 15 Οκτωβρίου 55 π.Χ.) ήταν Ρωμαίος ποιητής και φιλόσοφος. Το μόνο γνωστό του έργο είναι το εκτενές φιλοσοφικό ποίημα ), 7.415 στίχων με επικούρεια θεματολογία.

Ανθολόγιο Αττικής Πεζογραφίας

ΔΗΜΟΣΘΕΝΗΣ, ΠΡΟΣ ΦΟΡΜΙΩΝΑ ΠΕΡΙ ΔΑΝΕΙΟΥ

ΔΗΜ 34.22–32

Επιχειρήματα κατά του ισχυρισμού του κατηγορουμένου ότι έδωσε τα χρήματα στον Λάμπη

Το πρώτο τμήμα της διηγήσεως–πίστεως αφιερώθηκε στην προσπάθεια του Χρύσιππου να αποδείξει ότι ο Φορμίωνας μεταχειρίστηκε καθόλη τη διάρκεια της υπόθεσης δόλια μέσα, ώστε να μην του επιστρέψει τα χρήματα που είχε δανειστεί. Όταν τελικά αποδείχτηκαν αβάσιμες οι δικαιολογίες του, ο Φορμίωνας επινόησε σε συνεννόηση με τον Λάμπη τον ισχυρισμό ότι είχε δώσει σε εκείνον τα χρήματα του δανείου λίγο πριν από το ναυάγιο του πλοίου του στον Βόσπορο.


ἐξ αὐτοῦ δὴ
τοῦ πράγματος λογίσασθε, ὦ ἄνδρες δικασταί, παρ’ ὑμῖν
αὐτοῖς, ὁπόθεν ἔμελλεν οὗτος ἀποδώσειν τὸ χρυσίον. ἐνθένδε
μὲν γὰρ ἐξέπλει οὐκ ἐνθέμενος εἰς τὴν ναῦν τὰ χρήματα καὶ
ὑποθήκην οὐκ ἔχων, ἀλλ’ ἐπὶ τοῖς ἐμοῖς χρήμασιν ἐπιδανει-
σάμενος· ἐν Βοσπόρῳ δ’ ἀπρασίαν τῶν φορτίων κατέλαβεν,
καὶ τοὺς τὰ ἑτερόπλοα δανείσαντας μόλις ἀπήλλαξεν. [23] καὶ
οὗτος μὲν ἐδάνεισεν αὐτῷ δισχιλίας δραχμὰς ἀμφοτερόπλουν,
ὥστ’ ἀπολαβεῖν Ἀθήνησιν δισχιλίας ἑξακοσίας δραχμάς·
Φορμίων δέ φησιν ἀποδοῦναι Λάμπιδι ἐν Βοσπόρῳ ἑκατὸν
καὶ εἴκοσι στατῆρας Κυζικηνούς (τούτῳ γὰρ προσέχετε τὸν
νοῦν) δανεισάμενος ἐγγείων τόκων. ἦσαν δὲ ἔφεκτοι οἱ
ἔγγειοι τόκοι, ὁ δὲ Κυζικηνὸς ἐδύνατο ἐκεῖ εἴκοσι καὶ ὀκτὼ
δραχμὰς Ἀττικάς. [24] δεῖ δὴ μαθεῖν ὑμᾶς ὅσα φησὶν χρήματα
ἀποδεδωκέναι. τῶν μὲν γὰρ ἑκατὸν εἴκοσι στατήρων γίγνον-
ται τρισχίλιαι τριακόσιαι ἑξήκοντα, ὁ δὲ τόκος ὁ ἔγγειος ὁ
ἔφεκτος [τῶν τριάκοντα μνῶν καὶ τριῶν καὶ ἑξήκοντα] πεντα-
κόσιαι δραχμαὶ καὶ ἑξήκοντα· τὸ δὲ σύμπαν κεφάλαιον
γίγνεται τόσον καὶ τόσον. [25] ἔστιν οὖν, ὦ ἄνδρες δικασταί,
οὗτος ὁ ἄνθρωπος ἢ γενήσεταί ποτε, ὃς ἀντὶ δισχιλίων
ἑξακοσίων δραχμῶν τριάκοντα μνᾶς καὶ τριακοσίας καὶ ἑξή-
κοντα ἀποτίνειν προείλετ’ ἄν, καὶ τόκον πεντακοσίας δραχμὰς
καὶ ἑξήκοντα δανεισάμενος, ἅς φησιν ἀποδεδωκέναι Φορμίων
Λάμπιδι, τρισχιλίας ἐνακοσίας εἴκοσι; ἐξὸν δ’ αὐτῷ ἀμφο-
τερόπλουν Ἀθήνησιν ἀποδοῦναι τὸ ἀργύριον, ἐν Βοσπόρῳ
ἀπέδωκε, τρισὶ καὶ δέκα μναῖς πλέον; [26] καὶ τοῖς μὲν τὰ ἑτερό-
πλοα δανείσασι μόλις τἀρχαῖον ἀποδέδωκας, οἳ συνέπλευσάν
σοι καὶ προσήδρευον· τούτῳ δὲ τῷ μὴ παρόντι οὐ μόνον
τἀρχαῖα καὶ τοὺς τόκους ἀπεδίδους, ἀλλὰ καὶ τὰ ἐπιτίμια τὰ
ἐκ τῆς συγγραφῆς ἀπέτινες, οὐδεμιᾶς σοι ἀνάγκης οὔσης;
[27] κἀκείνους μὲν οὐκ ἐδεδίεις, οἷς αἱ συγγραφαὶ ἐν Βοσπόρῳ τὴν
πρᾶξιν ἐδίδοσαν τοῦ δανείου· τούτου δὲ φὴς φροντίζειν, ὃν ἐξ
ἀρχῆς εὐθὺς ἠδίκεις οὐκ ἐνθέμενος τὰ χρήματα εἰς τὴν ναῦν
κατὰ τὴν συγγραφὴν Ἀθήνηθεν; καὶ νῦν μὲν εἰς τὸ ἐμπόριον
ἥκων, οὗ τὸ συμβόλαιον ἐγένετο, οὐκ ὀκνεῖς ἀποστερεῖν τὸν
δανείσαντα· ἐν Βοσπόρῳ δὲ πλείω τῶν δικαίων φὴς ποιεῖν, οὗ
δίκην οὐκ ἔμελλες δώσειν; [28] καὶ οἱ μὲν ἄλλοι πάντες οἱ τὰ
ἀμφοτερόπλοα δανειζόμενοι, ὅταν ἀποστέλλωνται ἐκ τῶν
ἐμπορίων, πολλοὺς παρίστανται, ἐπιμαρτυρόμενοι ὅτι τὰ χρή-
ματα ἤδη κινδυνεύεται τῷ δανείσαντι· σὺ δ’ ἑνὶ σκήπτει μάρ-
τυρι αὐτῷ τῷ συναδικοῦντι, καὶ οὔτε τὸν παῖδα τὸν ἡμέτερον
παρέλαβες ἐν Βοσπόρῳ ὄντα οὔτε τὸν κοινωνόν, οὐδὲ τὰς
ἐπιστολὰς ἀπέδωκας αὐτοῖς, ἃς ἡμεῖς ἐπεθήκαμεν, ἐν αἷς ἐγέ-
γραπτο παρακολουθεῖν σοι οἷς ἂν πράττῃς; [29] καίτοι, ὦ ἄνδρες
δικασταί, τί οὐκ ἂν πράξειεν ὁ τοιοῦτος, ὅστις γράμματα λα-
βὼν μὴ ἀποδέδωκεν ὀρθῶς καὶ δικαίως; ἢ πῶς οὐ φανερόν
ἐστιν ὑμῖν τὸ τούτου κακούργημα ἐξ αὐτῶν ὧν ἔπραττεν; καί-
τοι, ὦ γῆ καὶ θεοί, προσῆκέν γε τοσοῦτο χρυσίον ἀποδιδόντα,
καὶ πλέον τοῦ δανείσματος, περιβόητον ποιεῖν ἐν τῷ ἐμπορίῳ,
καὶ παρακαλεῖν πάντας ἀνθρώπους, πρῶτον δὲ τὸν παῖδα τὸν
τούτου καὶ τὸν κοινωνόν· [30] ἴστε γὰρ δήπου πάντες ὅτι δανεί-
ζονται μὲν μετ’ ὀλίγων μαρτύρων, ὅταν δ’ ἀποδιδῶσιν,
πολλοὺς παρίστανται μάρτυρας, ἵνα ἐπιεικεῖς δοκῶσιν εἶναι
περὶ τὰ συμβόλαια. σοὶ δ’ ἀποδιδόντι τό τε δάνειον καὶ
τοὺς τόκους ἀμφοτέρους, ἑτερόπλῳ τῷ ἀργυρίῳ κεχρημένῳ,
καὶ προστιθέντι ἑτέρας τρεῖς καὶ δέκα μνᾶς, πῶς οὐχὶ πολ-
λοὺς ἦν παραληπτέον μάρτυρας; καὶ εἰ τοῦτο ἔπραξας, οὐδ’
ἂν εἷς σοῦ μᾶλλον τῶν πλεόντων ἐθαυμάζετο. [31] σὺ δ’ ἀντὶ
τοῦ πολλοὺς μάρτυρας τούτων ποιεῖσθαι πάντας ἀνθρώπους
λανθάνειν ἐπειρῶ, ὥσπερ ἀδικῶν τι. καὶ εἰ μὲν ἐμοὶ τῷ
δανείσαντι ἀπεδίδους, οὐδὲν <ἂν> ἔδει μαρτύρων· τὴν γὰρ
συγγραφὴν ἀνελόμενος ἀπήλλαξο ἂν τοῦ συμβολαίου· νῦν
δ’ οὐκ ἐμοί, ἀλλ’ ἑτέρῳ ὑπὲρ ἐμοῦ ἀποδιδούς, καὶ οὐκ Ἀθή-
νησιν, ἀλλ’ ἐν Βοσπόρῳ, καὶ τῆς συγγραφῆς σοι κειμένης
Ἀθήνησι καὶ πρὸς ἐμέ, καὶ ᾧ τὸ χρυσίον ἀπεδίδους ὄντος
θνητοῦ καὶ πέλαγος τοσοῦτον μέλλοντος πλεῖν, μάρτυρα
οὐδένα ἐποιήσω, οὔτε δοῦλον οὔτ’ ἐλεύθερον. [32] ἡ γὰρ συγ-
γραφή με, φησί, τῷ ναυκλήρῳ ἐκέλευεν ἀποδοῦναι τὸ χρυ-
σίον. μάρτυρας δέ γ’ οὐκ ἐκώλυεν παρακαλεῖν, οὐδὲ τὰς
ἐπιστολὰς ἀποδοῦναι. καὶ οἵδε μὲν πρὸς σὲ δύο συγγραφὰς
ἐποιήσαντο ὑπὲρ τοῦ συμβολαίου, ὡς ἂν οἱ μάλιστ’ ἀπι-
στοῦντες· σὺ δὲ μόνος μόνῳ φὴς δοῦναι τῷ ναυκλήρῳ τὸ
χρυσίον, εἰδὼς κατὰ σοῦ κειμένην Ἀθήνησι συγγραφὴν πρὸς
τοῦτον.

***
[22] Λοιπόν, άνδρες δικασταί, συλλογισθήτε, έχοντες υπ' όψιν σας τα γεγονότα, πώς ούτος επρόκειτο να αποδώση τα χρήματα. Διότι από εδώ μεν απέπλευσε χωρίς να θέση εις το πλοίον τα εμπορεύματα και χωρίς να δύναται να εξασφαλίση τας υποχρεώσεις του, τουναντίον με δευτέραν υποθήκην εδανείσθη επί του φορτίου που ηγόρασε με τα χρήματα που εδανείσθη από εμέ· εις τον Βόσπορον τα εμπορεύματά του δεν ηδυνήθησαν να πωληθούν και μετά μεγάλης δυσκολίας είχε κατορθώσει να ικανοποιήση τους δανειστάς του που τον είχαν δανείσει μόνον διά την μετάβασιν εις Βόσπορον. [23] Και ούτος μεν εδάνεισεν εις αυτόν δύο χιλιάδας δραχμάς διά ταξίδιον μεταβάσεως και επιστροφής, ώστε εις τας Αθήνας να λάβη δύο χιλιάδας εξακοσίας δραχμάς· ο Φορμίων δε ισχυρίζεται, ότι παρέδωκεν εις τον Λάμπιν εις τον Βόσπορον εκατόν είκοσι στατήρας Κυζικηνούς (σημειώσατε το σημείον τούτο), αφού εδανείσθη χρήματα με υποθήκην έγγεια κτήματα. Οι τόκοι δε με υποθήκην έγγεια κτήματα ανήρχοντο εις το 1/6 του κεφαλαίου, ο δε Κυζικηνός στατήρ ισοδυνάμει με είκοσιν οκτώ Αττικάς δραχμάς. [24] Πρέπει λοιπόν να μάθετε σεις πόσα χρήματα ισχυρίζεται, ότι παρέδωσεν. Διότι οι μεν εκατόν είκοσι στατήρες ισοδυναμούν με τρεις χιλιάδας τριακοσίας εξήκοντα δραχμάς, ο δε τόκος με υποθήκην έγγεια κτήματα προς 16 και 2/3 % των 3.360 δραχμών είναι 560 δραχμαί. Προσθέτοντες το αρχικόν κεφάλαιον και τους τόκους ευρίσκομεν ολόκληρον το κεφάλαιον. [25] Υπάρχει λοιπόν, άνδρες δικασταί, άνθρωπος τοιούτος ή θα υπάρξη, ο οποίος αντί 2600 δραχμών θα προετίμα να πληρώση 3.360, και τόκον 560 δραχμάς; Αυτό εν τούτοις είναι το κεφάλαιον το οποίον ισχυρίζεται ο Φορμίων ότι κατέβαλεν εις τον Λάμπιν, δηλαδή 3.920 δραχμάς εν όλω! ενώ δε ήτο εις την εξουσίαν του πλέων εις Βόσπορον και επιστρέφων εις Αθήνας να εξοφλήση το χρέος του, θα επλήρωνε εις τον Βόσπορον επί πλέον δέκα τρεις μνας; [26] Και εις εκείνους μεν, οι οποίοι σε εδάνεισαν διά ταξίδιον απλής μόνον μεταβάσεως μόλις και μετά βίας επέστρεψες το κεφάλαιόν των, οι οποίοι έπλευσαν μαζί σου και σε παρηκολούθουν από πλησίον· εις τούτον δε που ήτο απών όχι μόνον τους τόκους και τα κεφάλαια επέστρεφες, αλλ' επλήρωνες ακόμη και την ποινικήν ρήτραν, η οποία περιείχετο εις την γραπτήν συμφωνίαν, χωρίς κανείς να σε υποχρεώνη προς τούτο; [27] Και εκείνους μεν τους δανειστάς, εις τους οποίους αι γραπταί συμφωνίαι παρείχον το δικαίωμα να προβούν εις ενεργείας εναντίον σου εν Βοσπόρω δεν εφοβείσο και ισχυρίζεσαι, ότι φροντίζεις, διά τούτον τον οποίον ευθύς εξ αρχής ηδίκεις, διότι δεν έθεσες τα εμπορεύματα εντός του πλοίου, σύμφωνα προς την γραπτήν συμφωνίαν, κατά την εξ Αθηνών αναχώρησιν; Και τώρα μεν επιστρέψας εις την αγοράν των εμπορευμάτων, όπου έγινεν η γραπτή συμφωνία, δεν διστάζεις, να εξαπατήσης τον δανειστήν σου, και εις τον Βόσπορον, όπου κανείς δεν επρόκειτο να σε διώξη, ισχυρίζεσαι ότι εξώφλησες το χρέος του και έδωσες ακόμη περισσότερα από όσα ώφειλες; [28] Και οι μεν άλλοι όλοι όσοι δανείζονται διά ταξίδιον μεταβάσεως και επιστροφής, όταν εγκαταλείπουν τον λιμένα καλούν πολλούς μάρτυρας ενώπιον των οποίων διακηρύσσουν ότι θέτουν εμπορεύματα εντός των πλοίων των, αλλά ταύτα ταξιδεύουν εις βάρος των δανειστών· συ δε στηρίζεσαι εις ένα μόνον μάρτυρα, αυτόν τον συνένοχόν σου, και ούτε τον δούλον μου εκάλεσες τον ευρισκόμενον εις τον Βόσπορον, ούτε τον συνεταίρον μου και ούτε παρέδωκες εις αυτούς τας επιστολάς που σου είχομεν εμπιστευθή, εις τας οποίας είχεν αναγραφή να παρακολουθούν όλας σου τας πράξεις; [29] Αλλά, άνδρες δικασταί, διά ποίαν πράξιν δεν είναι ικανός ο τοιούτος, ο οποίος, λαβών επιστολάς δεν τας παρέδωκε ορθώς και δικαίως; Ή πώς δεν είναι φανερά εις σας η απάτη τούτου από αυτάς τας πράξεις του; Εν πάση περιπτώσει, ω γη και θεοί, πληρώνων κεφάλαιον τόσον σημαντικόν και υπερβαίνον τα δάνειόν του, ώφειλε να το διακηρύξη εις τον λιμένα και να προσκαλή ως μάρτυρας όλους τους ανθρώπους και προ πάντων τον συνεταίρον και τον δούλον τούτου· [30] διότι βεβαίως γνωρίζετε ότι όλοι δανείζονται ενώπιον ολίγων μαρτύρων, όταν δε επιστρέφουν τα δανεισθέντα προσκαλούν πολλούς ως μάρτυρας, διά να φανούν ότι είναι συνεπείς εις τας υποχρεώσεις των. Συ δε, ο οποίος απέδιδες όχι μόνον το κεφάλαιον, αλλά και τους τόκους διά δάνειον μεταβάσεως και επιστροφής, αφού μετεχειρίσθης τα χρήματα μόνον διά ταξίδιον απλής μεταβάσεως και προσέθετες άλλας δέκα τρεις μνας, πώς δεν έπρεπε να επικαλεσθής πολλούς ως μάρτυρας; Και αν έπραττες τούτο, δεν θα υπήρχεν άλλος έμπορος με μεγαλυτέραν υπόληψιν από σε. [31] Αλλ' αντί να καλέσης πλείστους μάρτυρας της πράξεώς σου, ηθέλησες να κρυφθής από όλους τους ανθρώπους, ωσάν να διέπραττες κάποιο έγκλημα. Και εάν μεν επέστρεφες εις εμέ το χρέος μου, δεν θα υπήρχε καμμία ανάγκη μαρτύρων· θα μου έδιδες την γραπτήν συμφωνίαν, θα την κατέστρεφον και θα ήσο απηλλαγμένος πάσης υποχρεώσεως· τώρα δε ουχί εις εμέ, αλλ' εις άλλον αποδίδων τα χρήματα διά λογαριασμόν μου και ουχί εις τας Αθήνας, αλλ' εις τον Βόσπορον και ενώ η γραπτή συμφωνία είχε κατατεθή εδώ εις τας Αθήνας επ' ονόματί μου, εκείνος δε εις τον οποίον απέδιδες τα χρήματα ήτο θνητός και επρόκειτο να διασχίση τόσην θάλασσαν, κανένα δεν εκάλεσες ως μάρτυρα, ούτε δούλον ούτε ελεύθερον. [32] Η γραπτή συμφωνία, λέγει, με υποχρέωνε να δώσω τα χρήματα εις τον ιδιοκτήτην του πλοίου, αλλά δεν σε ημπόδιζε να καλέσης μάρτυρας και να παραδώσης τας επιστολάς. Και οι συνεργαζόμενοι μεν με εμέ συνέταξαν εις διπλούν την συμφωνίαν που έκαμαν μαζί σου, ωσάν να είχον μεγάλην δυσπιστίαν προς σε· συ δε ισχυρίζεσαι ότι μόνος προς μόνον τον ιδιοκτήτην του πλοίου απέδωσες τα χρήματα, ενώ εγνώριζες ότι υπήρχεν εις Αθήνας γραπτή συμφωνία περιέχουσα τας υποχρεώσεις σου προς τον συνεταίρον μου.

Τετάρτη 31 Αυγούστου 2022

ΟΜΗΡΟΣ: Ὀδύσσεια (12.222-12.302)

Ὣς ἐφάμην, οἱ δ᾽ ὦκα ἐμοῖς ἐπέεσσι πίθοντο.
Σκύλλην δ᾽ οὐκέτ᾽ ἐμυθεόμην, ἄπρηκτον ἀνίην,
μή πώς μοι δείσαντες ἀπολλήξειαν ἑταῖροι
225 εἰρεσίης, ἐντὸς δὲ πυκάζοιεν σφέας αὐτούς.
καὶ τότε δὴ Κίρκης μὲν ἐφημοσύνης ἀλεγεινῆς
λανθανόμην, ἐπεὶ οὔ τί μ᾽ ἀνώγει θωρήσσεσθαι·
αὐτὰρ ἐγὼ καταδὺς κλυτὰ τεύχεα καὶ δύο δοῦρε
μάκρ᾽ ἐν χερσὶν ἑλὼν εἰς ἴκρια νηὸς ἔβαινον
230 πρῴρης· ἔνθεν γάρ μιν ἐδέγμην πρῶτα φανεῖσθαι
Σκύλλην πετραίην, ἥ μοι φέρε πῆμ᾽ ἑτάροισιν·
οὐδέ πῃ ἀθρῆσαι δυνάμην· ἔκαμον δέ μοι ὄσσε
πάντῃ παπταίνοντι πρὸς ἠεροειδέα πέτρην.
Ἡμεῖς μὲν στεινωπὸν ἀνεπλέομεν γοόωντες·
235 ἔνθεν γὰρ Σκύλλη, ἑτέρωθι δὲ δῖα Χάρυβδις
δεινὸν ἀνερροίβδησε θαλάσσης ἁλμυρὸν ὕδωρ.
ἦ τοι ὅτ᾽ ἐξεμέσειε, λέβης ὣς ἐν πυρὶ πολλῷ
πᾶσ᾽ ἀναμορμύρεσκε κυκωμένη· ὑψόσε δ᾽ ἄχνη
ἄκροισι σκοπέλοισιν ἐπ᾽ ἀμφοτέροισιν ἔπιπτεν.
240 ἀλλ᾽ ὅτ᾽ ἀναβρόξειε θαλάσσης ἁλμυρὸν ὕδωρ,
πᾶσ᾽ ἔντοσθε φάνεσκε κυκωμένη, ἀμφὶ δὲ πέτρη
δεινὸν βεβρύχει, ὑπένερθε δὲ γαῖα φάνεσκε
ψάμμῳ κυανέη· τοὺς δὲ χλωρὸν δέος ᾕρει.
ἡμεῖς μὲν πρὸς τὴν ἴδομεν δείσαντες ὄλεθρον·
245 τόφρα δέ μοι Σκύλλη κοίλης ἐκ νηὸς ἑταίρους
ἓξ ἕλεθ᾽, οἳ χερσίν τε βίηφί τε φέρτατοι ἦσαν·
σκεψάμενος δ᾽ ἐς νῆα θοὴν ἅμα καὶ μεθ᾽ ἑταίρους
ἤδη τῶν ἐνόησα πόδας καὶ χεῖρας ὕπερθεν
ὑψόσ᾽ ἀειρομένων· ἐμὲ δὲ φθέγγοντο καλεῦντες
250 ἐξονομακλήδην, τότε γ᾽ ὕστατον, ἀχνύμενοι κῆρ.
ὡς δ᾽ ὅτ᾽ ἐπὶ προβόλῳ ἁλιεὺς περιμήκεϊ ῥάβδῳ
ἰχθύσι τοῖς ὀλίγοισι δόλον κατὰ εἴδατα βάλλων
ἐς πόντον προΐησι βοὸς κέρας ἀγραύλοιο,
ἀσπαίροντα δ᾽ ἔπειτα λαβὼν ἔρριψε θύραζε,
255 ὣς οἵ γ᾽ ἀσπαίροντες ἀείροντο προτὶ πέτρας·
αὐτοῦ δ᾽ εἰνὶ θύρῃσι κατήσθιε κεκλήγοντας,
χεῖρας ἐμοὶ ὀρέγοντας ἐν αἰνῇ δηϊοτῆτι.
οἴκτιστον δὴ κεῖνο ἐμοῖς ἴδον ὀφθαλμοῖσι
πάντων ὅσσ᾽ ἐμόγησα πόρους ἁλὸς ἐξερεείνων.
260 Αὐτὰρ ἐπεὶ πέτρας φύγομεν δεινήν τε Χάρυβδιν
Σκύλλην τ᾽, αὐτίκ᾽ ἔπειτα θεοῦ ἐς ἀμύμονα νῆσον
ἱκόμεθ᾽· ἔνθα δ᾽ ἔσαν καλαὶ βόες εὐρυμέτωποι,
πολλὰ δὲ ἴφια μῆλ᾽ Ὑπερίονος Ἠελίοιο.
δὴ τότ᾽ ἐγὼν ἔτι πόντῳ ἐὼν ἐν νηῒ μελαίνῃ
265 μυκηθμοῦ τ᾽ ἤκουσα βοῶν αὐλιζομενάων
οἰῶν τε βληχήν· καί μοι ἔπος ἔμπεσε θυμῷ
μάντιος ἀλαοῦ, Θηβαίου Τειρεσίαο,
Κίρκης τ᾽ Αἰαίης, οἵ μοι μάλα πόλλ᾽ ἐπέτελλον
νῆσον ἀλεύασθαι τερψιμβρότου Ἠελίοιο.
270 δὴ τότ᾽ ἐγὼν ἑτάροισι μετηύδων, ἀχνύμενος κῆρ·
«Κέκλυτέ μευ μύθων, κακά περ πάσχοντες ἑταῖροι,
ὄφρ᾽ ὑμῖν εἴπω μαντήϊα Τειρεσίαο
Κίρκης τ᾽ Αἰαίης, οἵ μοι μάλα πόλλ᾽ ἐπέτελλον
νῆσον ἀλεύασθαι τερψιμβρότου Ἠελίοιο·
275 ἔνθα γὰρ αἰνότατον κακὸν ἔμμεναι ἄμμιν ἔφασκον.
ἀλλὰ παρὲξ τὴν νῆσον ἐλαύνετε νῆα μέλαιναν.»
Ὣς ἐφάμην, τοῖσιν δὲ κατεκλάσθη φίλον ἦτορ.
αὐτίκα δ᾽ Εὐρύλοχος στυγερῷ μ᾽ ἠμείβετο μύθῳ·
«Σχέτλιός εἰς, Ὀδυσεῦ, περί τοι μένος οὐδέ τι γυῖα
280 κάμνεις· ἦ ῥά νυ σοί γε σιδήρεα πάντα τέτυκται,
ὅς ῥ᾽ ἑτάρους καμάτῳ ἀδηκότας ἠδὲ καὶ ὕπνῳ
οὐκ ἐάᾳς γαίης ἐπιβήμεναι, ἔνθα κεν αὖτε
νήσῳ ἐν ἀμφιρύτῃ λαρὸν τετυκοίμεθα δόρπον,
ἀλλ᾽ αὔτως διὰ νύκτα θοὴν ἀλάλησθαι ἄνωγας,
285 νήσου ἀποπλαγχθέντας, ἐν ἠεροειδέϊ πόντῳ.
ἐκ νυκτῶν δ᾽ ἄνεμοι χαλεποί, δηλήματα νηῶν,
γίγνονται· πῇ κέν τις ὑπεκφύγοι αἰπὺν ὄλεθρον,
ἤν πως ἐξαπίνης ἔλθῃ ἀνέμοιο θύελλα,
ἢ Νότου ἢ Ζεφύροιο δυσαέος, οἵ τε μάλιστα
290 νῆα διαρραίουσι, θεῶν ἀέκητι ἀνάκτων.
ἀλλ᾽ ἦ τοι νῦν μὲν πειθώμεθα νυκτὶ μελαίνῃ
δόρπον θ᾽ ὁπλισόμεσθα θοῇ παρὰ νηῒ μένοντες·
ἠῶθεν δ᾽ ἀναβάντες ἐνήσομεν εὐρέϊ πόντῳ.»
Ὣς ἔφατ᾽ Εὐρύλοχος, ἐπὶ δ᾽ ᾔνεον ἄλλοι ἑταῖροι.
295 καὶ τότε δὴ γίγνωσκον ὃ δὴ κακὰ μήδετο δαίμων,
καί μιν φωνήσας ἔπεα πτερόεντα προσηύδων·
«Εὐρύλοχ᾽, ἦ μάλα δή με βιάζετε μοῦνον ἐόντα·
ἀλλ᾽ ἄγε δή μοι πάντες ὀμόσσατε καρτερὸν ὅρκον,
εἴ κέ τιν᾽ ἠὲ βοῶν ἀγέλην ἢ πῶϋ μέγ᾽ οἰῶν
300 εὕρωμεν, μή πού τις ἀτασθαλίῃσι κακῇσιν
ἢ βοῦν ἠέ τι μῆλον ἀποκτάνῃ· ἀλλὰ ἕκηλοι
ἐσθίετε βρώμην, τὴν ἀθανάτη πόρε Κίρκη.»

***
Έτσι τους μίλησα, κι εκείνοι υπάκουσαν στα λόγια μου.
Δεν είπα ωστόσο λέξη για τη Σκύλλα, το ακαταμάχητο κακό·
μήπως οι εταίροι μου τρομάξουν και παρατήσουν τα κουπιά,
τρέχοντας να κρυφτούν στο αμπάρι.
Και ξαφνικά λησμόνησα κι εκείνη τη σκληρή εντολή
της Κίρκης, που μ᾽ απαγόρευσε να αρματωθώ· εγώ
τη λαμπερή μου πανοπλία φόρεσα, πήρα τα δύο δόρατα
στα χέρια κι ανέβηκα στης πλώρης την κουβέρτα.
230 Γιατί από εκεί περίμενα πως πρώτα θα φανεί
πάνω στον βράχο η Σκύλλα, έτοιμη να μου κάνει το κακό
με τους συντρόφους.
Αλλά δεν μπόρεσα να ξεχωρίσω τίποτα· τα μάτια μου πονούσαν,
κοιτάζοντας παντού τον βράχο μες στην καταχνιά.
Έτσι ανεβαίναμε σ᾽ εκείνο το στενό θρηνώντας·
στη μια μεριά η Σκύλλα, στην άλλη η Χάρυβδη θεοτική,
αναρροφώντας το αλμυρό νερό της θάλασσας, θέαμα τρομερό!
Κι όποτε το ξερνούσε, να βράζει ο τόπος και ν᾽ αφρίζει, λες κι ήτανε
λεβέτι σε δυνατή πυρά· κι η αλισάχνη να πετάγεται ψηλά,
να πέφτει στις κορφές του ενός και του άλλου βράχου.
240 Κι όταν ξανά το αναρροφούσε το αλμυρό νερό της θάλασσας,
έχασκε ο στρόβιλος χοχλάζοντας, βογγούσε ο βράχος κι έτριζε
φριχτά, έβλεπες ξαφνικά στον πάτο να μαυρίζει η άμμος —
οι εταίροι πράσινοι απ᾽ τον φόβο τους.
Προσηλωμένοι εμείς στη Χάρυβδη, περίφοβοι για τον χαμό μας,
πρόλαβε τότε η Σκύλλα κι άρπαξε απ᾽ το βαθύ μας πλοίο
έξι συντρόφους, τους πιο καλούς και χεροδύναμους.
Κι εγώ, το βλέμμα στρέφοντας στο γρήγορο καράβι,
ψάχνοντας τους συντρόφους,
τους είδα επάνω, να κρέμονται πόδια και χέρια,
όπως η Σκύλλα τούς σήκωνε ψηλά· κι εκείνοι απελπισμένοι
250 φώναζαν το όνομά μου παρακλητικά, για τελευταία φορά.
Πώς ο ψαράς σ᾽ ένα ακρωτήρι απόκρημνο, με το μακρύ καλάμι του
δόλωμα ρίχνει σε ψάρια πιο μικρά, πετώντας στα βαθιά
το αγκίστρι του, που το ᾽χει περασμένο σε κέρατο άγραυλου βοδιού,
κι όταν πιάσει κανένα, σπαρταριστό το αφήνει καταγής·
έτσι κι εκείνοι σπαρταρούσαν, καθώς τους σήκωνε ψηλά στα βράχια,
όπου τους έτρωγε εκεί μπροστά στο άνοιγμα της σπηλιάς·
κραύγαζαν τότε και τα χέρια τους σ᾽ εμένα απλώνοντας
με το φριχτό τους τέλος πάλευαν.
Όχι, τα μάτια μου δεν είδαν θέαμα πιο ελεεινό,
στα τόσα βάσανα που τράβηξα αναζητώντας τα περάσματα της θάλασσας.
260 Όταν πια προσπεράσαμε τις Πέτρες, την τρομερή τη Χάρυβδη,
τη Σκύλλα, έπειτα γρήγορα αντικρίσαμε το θείο
κι άψογο νησί· όπου κυκλοφορούσαν, όμορφα κι ευρυμέτωπα,
τα βόδια, και τα πολλά θρεμμένα αρνιά του Υπερίονα Ήλιου.
Τότε, κι ενόσω εγώ έπλεα ακόμη στα ανοιχτά, μέσα στο μελανό καράβι,
άκουσα το μουκανητό από τα μαντρισμένα βόδια
και των προβάτων τα βελάσματα· οπότε ανέβηκε στον νου μου ο λόγος
του μάντη Τειρεσία, του τυφλού Θηβαίου,
κι εκεί στην Αία της Κίρκης, που μου παράγγειλαν επίμονα
πώς να αποφύγω το νησί του Ήλιου
που τέρπει με το φως του τους βροτούς.
270 Γι᾽ αυτό κι εγώ στράφηκα στους συντρόφους, μιλώντας με βαριά καρδιά:
«Σύντροφοι, ακούσετε τα λόγια μου, όσα κι αν σας βαραίνουν πάθη,
για να σας πω τι μου παράγγειλαν επίμονα ο Τειρεσίας
και στην Αία η Κίρκη, πώς να αποφύγω το νησί του Ήλιου,
που τέρπει με το φως του τους βροτούς·
γιατί, το τόνισαν, εδώ μας περιμένει το μεγαλύτερο κακό.
Για τούτο σας προστάζω, το μελανό καράβι μας να προσπεράσει το νησί.»
Έτσι τους μίλησα, εκείνων όμως ράγισε η καρδιά τους,
κι ευθύς ο Ευρύλοχος μου απάντησε μ᾽ άσχημο τρόπο:
«Είσαι, Οδυσσέα, σκληρός, η αντοχή σου ξεπερνά το μέτρο,
τα μέλη σου δεν ξέρουν από κούραση, όλα σ᾽ εσένα καμωμένα
280 αλύγιστα από σίδερο.
Και τώρα τους συντρόφους, από τον κάματο ξεθεωμένους,
την αγρύπνια, δεν τους αφήνεις να πατήσουνε στεριά·
σε τούτο το περίβρεχτο νησί να βάλουμε στο στόμα μας
γλυκό ψωμί, κάτι να φάμε.
Αλλά μέσα στη νύχτα αυτήν που τρέχει, προστάζεις από το νησί
να ξεμακρύνουμε, να περιπλανηθούμε στο σκοτεινιασμένο πέλαγο,
γνωρίζοντας πως οι αγέρηδες της νύχτας είναι φοβεροί —
βέβαιη καταστροφή των πλοίων.
Αλήθεια, πες μου, ποιος και πώς θα το μπορούσε να ξεφύγει
την απειλή του ολέθρου, αν ξαφνικά ξεσπούσε θύελλα,
απ᾽ τον νοτιά ή τον σφοδρό πουνέντε (άνεμοι που καταλύουν
290 τα πλοία), κι ας μην το θέλησαν οι κραταιοί θεοί;
Γι᾽ αυτό και τώρα, ας υπακούσουμε στο πρόσταγμα της μαύρης νύχτας,
στο περιγιάλι να φροντίσουμε το δείπνο μας, πλάι
στο ταχύπλοο καράβι, περιμένοντας· κι όταν πια ξημερώσει,
τότε ανεβαίνουμε στο πλοίο, να ανοιχτούμε πάλι
στην απεραντοσύνη του πελάγου.»
Έτσι ο Ευρύλοχος μιλούσε, κι οι άλλοι εταίροι επαίνεσαν τον λόγο του·
όσο για μένα γύριζε ο νους μου στο κακό που κάποιος δαίμονας μας έκλωθε.
Τότε τον φώναξα απαντώντας, και πέταξαν τα λόγια μου σαν τα πουλιά:
«Ευρύλοχε, το βλέπω, μ᾽ εκβιάζεις, κι έμεινα μόνος.
Αλλά σας προκαλώ, όλοι σας ορκιστείτε τον απαράβατο όρκο·
ανίσως απαντήσουμε βοδιών αγέλη ή και κοπάδι πρόβατα μεγάλο,
300 κανείς να μην ενδώσει στο κακό, και τυφλωμένος
σφάξει ή βόδι ή πρόβατο· φρόνιμοι κι ήσυχοι,
να τρώτε μόνο τις τροφές που μας προμήθευσε η Κίρκη αθάνατη.»

Εγώ και οι ρόλοι μου

Έχετε σκεφτεί πόσους ρόλους αναλαμβάνουμε στη ζωή μας; Είμαστε ο γιος, η κόρη, ο αδερφός, η αδερφή, ο πατέρας, η μητέρα κάποιου. Ταυτόχρονα είμαστε μαθητές, επιχειρηματίες, φίλοι, αθλητές, ταξιδευτές, καλλιτέχνες, μέντορες, σύζυγοι, συνάδελφοι, εραστές…

Συχνά στην καθημερινότητά μας ακούμε φίλους και γνωστούς να συζητούν με απορία, απογοήτευση, ακόμα κι ενοχή κάποιες φορές, για στιγμές που δεν στάθηκαν στο ύψος των περιστάσεων ενός ρόλου που έχουν αναλάβει. Οι μητέρες φέρουν πολλές φορές μια μεγάλη αγωνία για το αν ανταποκρίνονται σωστά στα καθήκοντά τους, οι πατέρες αναλαμβάνουν όλο και μεγαλύτερο μερίδιο στη γονική φροντίδα, τα αδέρφια συγκρούονται συχνά, οι φίλοι απομακρύνονται, παρεξηγούνται, οι συνάδελφοι αναζητούν δικαιοσύνη και ανταμοιβή στον εργασιακό χώρο. Μέσα από αυτές τις αφηγήσεις επαναλαμβάνονται συχνά φράσεις όπως «δεν το περίμενα αυτό από εμένα», «ήμουν εκτός εαυτού», «δεν με αναγνωρίζω» και «δεν είμαι πια εγώ»…

Αν οι παραπάνω φράσεις σας φαίνονται γνώριμες, τότε ίσως σας βοηθήσει ένας εναλλακτικός τρόπος οπτικής. O George Herbert Mead, φιλόσοφος και κοινωνικός ψυχολόγος, ανέπτυξε μια πολύ σημαντική θεωρία η οποία συνοψίζεται στο εξής: οι άνθρωποι μαθαίνουν να προσαρμόζονται στις απαιτήσεις του περιβάλλοντός τους και να συμμορφώνονται με αυτό που τους ζητούν οι άλλοι. Ο Mead κατέληξε σ’ αυτό το συμπέρασμα παρατηρώντας ότι οι άνθρωποι έχουν την ικανότητα να συναισθάνονται τις προθέσεις και τα αισθήματα των άλλων και κατ’ επέκταση κατορθώνουν να προβλέπουν σε μεγάλο βαθμό τις αντιδράσεις τους. Εκεί που θέλουμε να καταλήξουμε μέσω αυτής της θεωρίας είναι ότι ο εαυτός συγκροτείται μέσω της αλληλεπίδρασης με τους άλλους και της ανάληψης κάποιων κοινωνικών ρόλων. Δηλαδή, οι ρόλοι σύμφωνα με τον Μead είναι συνδυασμοί συμπεριφορών και αποκρίσεων στα είδη της συμπεριφοράς των άλλων ανθρώπων. Για παράδειγμα, οι γονείς συνειδητά ή ασυνείδητα ωθούν το παιδί τους να συμπεριφέρεται με τέτοιο τρόπο ώστε να παίρνει την αγάπη και την αποδοχή που χρειάζεται, ενσαρκώνοντας το ρόλο του «καλού παιδιού», στη συνέχεια ο δάσκαλος ξεκαθαρίζει με τον τρόπο του ποια συμπεριφορά και πρακτική είναι επιθυμητή στην τάξη κι ο εργοδότης οριοθετεί το πλαίσιο εντός του οποίου κάποιος είναι ένα παραγωγικό και συνεργατικό μέλος, με άλλα λόγια ένας «καλός υπάλληλος». Καθώς μεγαλώνουμε, οι ρόλοι που καλούμαστε να παίξουμε πληθαίνουν γιατί έχουμε όλο και περισσότερες κοινωνικές υποχρεώσεις και συναναστροφές. Προκειμένου να διατηρήσουμε και να βελτιώσουμε την ποιότητα της ζωής μας χρειάζεται αναμφίβολα να συμμορφωθούμε με κάποιες από τις επιταγές μιας οργανωμένης κοινωνίας όπως τις μαθαίνουμε από την οικογένεια, το σχολείο, τις σπουδές, τα εργασιακά περιβάλλοντα, την αλληλεπίδραση με τους άλλους ανθρώπους, τα ήθη και τα έθιμα του πολιτισμού στον οποίο εντασσόμαστε και στις τάσεις της εποχής που ζούμε, όπως αποτυπώνονται στην καθημερινότητα και στη μαζική κουλτούρα. Επιπρόσθετα, τα μέσα μαζικής ενημέρωσης δίνουν συστηματικά ιδέες, παραδείγματα και οδηγίες για το πώς να είναι κάποιος καλός πατέρας, αποτελεσματικός εργαζόμενος, επιθυμητή γυναίκα.

Καμιά φορά όμως οι απαιτήσεις που έχει το περιβάλλον από τον καθένα μας, αλλά ακόμα περισσότερο και τα όρια που θέτουμε εμείς στον εαυτό μας και ο τρόπος που τον αξιολογούμε γίνεται επιβαρυντικοί και ασφυκτικοί παράγοντες για την ψυχική μας ισορροπία. Ίσως θα μας βοηθούσε να σκεφτούμε ότι οι ρόλοι που αναλαμβάνουμε αποτελούν μόνο ένα μέρος του εαυτού μας και δε μας καθορίζουν απόλυτα.

Σύμφωνα με τον Moreno, οι ρόλοι έχουν μια κοινωνική και μια προσωπική, περισσότερο ιδιωτική διάσταση. Σημειώνει πως υπάρχουν τρεις τρόποι με τους οποίους ενσαρκώνουμε ρόλους κατά τη διάρκεια της ζωής μας: η ανάληψη ρόλων, η απόδοση ρόλων και η δημιουργία ρόλων. Η ανάληψη ρόλων είναι μια συνηθισμένη, σχεδόν παραδοσιακή διαδικασία που σχετίζεται με τον πολιτισμό και την κοινότητα μέσα στην οποία μεγαλώνει κάποιος και δεν αποκλίνει από αυτή. Η απόδοση ρόλων είναι μια πιο υπεύθυνη αλλά και ελεύθερη διαδικασία που επιτρέπει στο άτομο να ενσαρκώνει το ρόλο του με ευκολία και άνεση. Η δημιουργία ρόλων είναι η πιο αυθόρμητη διαδικασία γιατί το άτομο προσθέτει κάτι νέο, φέρει στο ρόλο μια προσωπική πινελιά ή τον φέρνει εις πέρας εξ’ολοκλήρου με το δικό του μοναδικό τρόπο.

Κατά τη διάρκεια της ζωής μας και ανάλογα με τις προσωπικές εμπειρίες και τον τρόπο που τις ερμηνεύουμε, παγιώνουμε τους ρόλους που επιθυμούμε να παίξουμε στην προσωπική, αλλά και την κοινωνική μας ζωή. Όμως, καθώς είμαστε σε διαρκή αλληλεπίδραση με άλλους ανθρώπους και οι απαιτήσεις κάθε ρόλου αλλάζουν, οι άνθρωποι δυσφορούν όλο και συχνότερα μέσα στους ρόλους που χρειάζεται να ενσαρκώσουν στην ιδιωτική και στην δημόσια ζωή τους. Για παράδειγμα, ο ρόλος της μητέρας, είναι πολυσύνθετος και απαιτεί νέες προσαρμογές και ανανέωση κάποιων παραδοσιακών αντιλήψεων. Επίσης, ο ρόλος του εργαζόμενου απαιτεί νέες κοινωνικές δεξιότητες και απόκτηση νέων κωδίκων συμπεριφοράς που δεν υπήρχαν στο παρελθόν.

ΣΥΧΝΑ ΕΡΧΟΜΑΣΤΕ ΣΕ ΣΥΓΚΡΟΥΣΗ ΜΕ ΤΟΝ ΕΑΥΤΟ ΜΑΣ, ΑΛΛΑ ΚΑΙ ΜΕ ΤΟΥΣ ΑΛΛΟΥΣ ΟΤΑΝ ΔΕΝ ΑΝΤΑΠΟΚΡΙΝΟΜΑΣΤΕ ΣΤΟ ΡΟΛΟ ΟΠΩΣ ΘΕΛΟΥΜΕ ΕΜΕΙΣ ΟΙ ΙΔΙΟΙ Η ΟΠΩΣ ΕΠΙΘΥΜΟΥΝ ΟΙ ΑΛΛΟΙ.

Σε αυτή την περίπτωση, βοηθά να σκεφτούμε ότι εμείς μπορούμε να αποφασίσουμε πώς θα προσεγγίσουμε τον κάθε ρόλο, αν θα συμμορφωθούμε με τις απαιτήσεις του περιβάλλοντος, τι θα διασώσουμε από το παρελθόν και τι θα δανειστούμε από το παρόν, εμείς θα βάλουμε εκ νέου τους όρους της διαπραγμάτευσης ανάμεσα σε αυτό που μας ζητούν και σε αυτό που μπορούμε ή θέλουμε να δώσουμε.

Είναι επίσης σκόπιμο να αξιολογούμε ποιον τρόπο θα επιλέξουμε να ενσαρκώνουμε τους ρόλους ανάλογα με τον ίδιο και το ρόλο, τη δική μας ευελιξία και τη δυνατότητα που μας δίνει κάποια συνθήκη. Για παράδειγμα, ένας δάσκαλος μπορεί να αποδώσει το ρόλο του με τρόπο πιο ελεύθερο και δημιουργικό που να εμπνέει τους μαθητές του. Με άλλα λόγια, είναι σημαντικό να γνωρίζουμε ότι ο εαυτός μας είναι ο πυρήνας της ύπαρξής μας και παρά το γεγονός ότι επηρεάζεται από τους ρόλους που παίζουμε στην προσωπική και κοινωνική μας ζωή δεν ταυτίζεται με αυτούς.

Ακόμα και ως παιχνίδι ή ως άσκηση αυτογνωσίας είναι σημαντική η εξάσκηση στον εντοπισμό, την κατανόηση και τη μετατροπή στον τρόπο με τον οποίο παίζουμε τους σημαντικούς ρόλους της ζωής μας. Σε αυτό μπορεί να μας βοηθήσει η τέχνη, γιατί μας βοηθάει να κατανοήσουμε τη διαφορά ανάμεσα στο έργο και το δημιουργό του και να εντοπίσουμε το σημείο συνάντησής τους. Ένας ηθοποιός φέρει στοιχεία του εαυτού του στο ρόλο που ενσαρκώνει κάθε φορά αλλά δεν ταυτίζεται απόλυτα με αυτόν, ο συγγραφέας δανείζεται σίγουρα κάτι προσωπικό προκειμένου να κατασκευάσει έναν άλλο κόσμο για ένα βιβλίο ή ένα σενάριο, αλλά δεν αποκαλύπτει κάθε πτυχή της προσωπικότητάς του.

Ο κινηματογράφος και η λογοτεχνία ως πολύ ισχυρά αφηγηματικά μέσα δίνουν τη δυνατότητα να προσεγγίσουμε με διαφορετικό τρόπο παραδοσιακούς ρόλους, να ανακαλύψουμε πλευρές του εαυτού κάποιου άλλου – ακόμα και αν πρόκειται για κάποιο προϊόν μυθοπλασίας- με τις οποίες μπορούμε να ταυτιστούμε. Η τέχνη μας προτείνει συχνά να εξερευνήσουμε πτυχές του ίδιου μας του εαυτού βάζοντας τον εαυτό μας στη θέση του ήρωα ή του πρωταγωνιστή. Κάποιες φορές μέσα από τις αφηγήσεις της ιστορίας των άλλων κατορθώνουμε να ανακαλύψουμε νέους τρόπους να επικοινωνήσουμε με τον εαυτό μας και τους άλλους, να εκφράσουμε συναισθήματα βαθιά κρυμμένα και να έρθουμε σε επαφή με στοιχεία του εαυτού μας που δε μπορούμε να αναγνωρίσουμε στην καθημερινότητα.

Κάθε φορά που γελάμε, κλαίμε και συμπάσχουμε με τις περιπέτειες και τη συμπεριφορά ενός ήρωα της λογοτεχνίας ή του κινηματογράφου μαθαίνουμε κάτι ακόμα και για μας: τι μας συγκινεί και γιατί, τι θα κάναμε στη θέση του ήρωα/ της ηρωίδας, τι θέλουμε να αλλάξουμε σήμερα στη ζωή μας και τι ονειρευόμαστε.

Ίσως όμως το πιο σημαντικό δώρο που μας κάνει η τέχνη είναι η κατανόηση ότι το δικό μας σενάριο το γράφουμε και το σκηνοθετούμε εμείς, ότι εμείς επιλέγουμε τους ρόλους της ζωής μας και τους συμπρωταγωνιστές μας.

Ο Carl Rogers, προσωποκεντρικός ψυχοθεραπευτής, έγραφε ότι ο στόχος που επιδιώκει συνειδητά ή ασυνείδητα το άτομο είναι να γίνει ο εαυτός του, να ανακαλύψει άγνωστα σε αυτόν στοιχεία, να απευθύνεται όλο και λιγότερο στους άλλους για αξιολόγηση, να ζει μ’ έναν τρόπο που να τον ικανοποιεί τόσο ώστε να απολαμβάνει τη ζωή ως διαδικασία, ως ταξίδι, και γιατί όχι, ως ιστορία άξια να την αφηγηθεί κανείς.

Εξάλλου, όπως μας λέει ο χαρακτήρας του Ζακ στο έργο του Shakespeare «Όπως σας αρέσει», «όλος ο κόσμος είναι μια θεατρική σκηνή και όλοι οι άνθρωποι, άντρες και γυναίκες, ηθοποιοί που κάνουν εισόδους και εξόδους από τη σκηνή και παίζουν όχι έναν, αλλά πολλούς ρόλους κατά τη διάρκεια των επτά εποχών τους». Είναι στο χέρι μας να εξερευνήσουμε τις δυνατότητες και τους περιορισμούς του κάθε ρόλου που καλούμαστε να παίξουμε και να θυμηθούμε ότι οι ηθοποιοί – δηλαδή εμείς- είμαστε που κάνουμε τις ερμηνείες αξέχαστες!

Και η επιδοκιμασία των άλλων δεν με αποζημιώνει

Επιπλέον, έχω παντελή άγνοια σε ό,τι αφορά τον εαυτό μου. Θαυμάζω την πεποίθηση και εμπιστοσύνη που καθένας έχει στο άτομό του, ενώ δεν υπάρχει σχεδόν τίποτα που να ξέρω πως ξέρω, ούτε που να τολμώ να δώσω το λόγο μου ότι μπορώ να κάμω. Δεν έχω τις ικανότητές μου κατά κατηγορία και σε κατάλογο· και δεν μαθαίνω ποιες είναι παρά εκ των υστέρων: αμφιβάλλω τόσο για τον εαυτό μου όσο για οτιδήποτε άλλο. Και έτσι μου συμβαίνει, αν καταφέρω κάτι αξιέπαινο σε μια δουλειά, να το αποδίδω περισσότερο στην καλοτυχία μου παρά στη δύναμή μου, τόσο μάλλον που όλα μου τα σχέδια για κάθε δουλειά γίνονται στα τυφλά και διστακτικά. 

Ομοίως, μιλώντας γενικώς, να τι ισχύει και για μένα επίσης: από όλες τις γνώμες που, σε γενικές γραμμές, διατύπωσε η Αρχαιότητα περί του ανθρώπου, αυτές που ενστερνίζομαι προθυμότερα και με τις οποίες συμφωνώ πιο πολύ, είναι εκείνες που μας περιφρονούν, μας υποτιμούν και μας εκμηδενίζουν περισσότερο. Η φιλοσοφία ποτέ δεν μου φαίνεται πως έχει τόσο καλά χαρτιά, παρά μόνο όταν καταπολεμάει την αλαζονεία και τη ματαιότητά μας, όταν καλή τη πίστει αναγνωρίζει την αναποφασιστικότητά της, την αδυναμία της και την άγνοιά της. Μου φαίνεται πως η μητέρα τροφός των σφαλερότερων απόψεων, είτε δημόσιων είτε ιδιωτικών, είναι η υπέρμετρα καλή γνώμη που ο άνθρωπος έχει για τον εαυτό του.

Είναι εξαιρετικά δύσκολο μου φαίνεται για οποιονδήποτε άλλον να έχει λιγότερο σε εκτίμηση τον εαυτό του ή ακόμα για οποιονδήποτε άλλον να με έχει σε λιγότερη εκτίμηση από ό,τι εγώ έχω σε εκτίμηση τον εαυτό μου.

Εκτιμώ πως ανήκω στο συνηθισμένο είδος ανθρώπων, με τη μόνη διαφορά πως θεωρώ ότι εκεί πράγματι ανήκω· ένοχος των πιο παρακατιανών και χυδαίων ελαττωμάτων, που όμως ούτε απαρνιέμαι ούτε δικαιολογώ· και δίνω αξία στον εαυτό μου μόνο από το γεγονός ότι ξέρω την αξία μου.

Γιατί, για να λέω την αλήθεια, όποια μορφή και αν πάρουν, όταν πρόκειται για το προϊόντα του νου μου, ποτέ δεν ξεπήδησε κάτι από μένα που να με γέμιζε. Και η επιδοκιμασία των άλλων δεν με αποζημιώνει. Τα γούστα μου αντιλαμβάνονται λεπτές διακρίσεις και δύσκολα ικανοποιούνται, ιδιαιτέρως σε ό,τι σχετίζεται με το άτομό μου· απαρνιέμαι αδιάκοπα τον εαυτό μου και τον νιώθω παντού να αμφιρρέπει και να κάμπτεται από αδυναμία. Τίποτα από ό,τι βρίσκεται στην κατοχή μου δεν ικανοποιεί την κρίση μου. Η ματιά μου είναι αρκετά καθάρια και υπό έλεγχο, αλλά θολώνει όταν είναι να βγάλει αποτέλεσμα, όπως διαπίστωσα ξεκάθαρα στην περίπτωση της ποίησης. Την αγαπώ απέραντα· είμαι αρκετά καλός κριτής των έργων των άλλων· η αλήθεια όμως είναι πως όταν βαλθώ να καταπιαστώ με την ποίηση, είμαι σαν παιδί: βρίσκω τον εαυτό μου ανυπόφορο. Μπορείς να αστειεύεσαι οπουδήποτε αλλού, όχι όμως στην ποίηση:

τους μέτριους ποιητές δεν ανέχονται
ούτε οι θεοί ούτε οι άνθρωποι ούτε όσοι προβάλλουν τα έργα τους (ΟΡΑΤΙΟΣ)

Αν αυτή η φράση να βρισκόταν στην πρόσοψη των μαγαζιών όλων των τυπογράφων μας, για να απαγορεύει την είσοδο σε τόσους στιχουργούς:

πράγματι
κανείς δεν είναι πιο αμέριμνος απ’ τον κακό ποιητή. (ΜΑΡΤΙΑΛΗΣ)

Γιατί να μην έχουμε ανθρώπους [σαν και αυτούς τους Έλληνες που θα αναφέρω]; Ο Διονύσιος ο Πρεσβύτερος δεν είχε από τον εαυτό του τίποτα σε εκτίμηση όσο την ποίησή του. Στην περίοδο των Ολυμπιακών αγώνων, εκτός από άρματα που ξεπερνούσαν όλα τα άλλα σε μεγαλοπρέπεια, έστειλε επίσης σκηνές και κιόσκια βασιλικά, χρυσωμένα και σκεπασμένα με χαλιά για τους ποιητές και μουσικούς που είχαν να παρουσιάσουν τους στίχους του. Όταν ήρθε η ώρα να απαγγελθούν οι στίχοι του, η χάρη και η αρτιότητα της απαγγελίας τράβηξαν στην αρχή την προσοχή του πλήθους· όταν όμως λίγο αργότερα ήρθε η ώρα να ζυγίσει τη μωρολογία του έργου, το κοινό έδειξε πρώτα περιφρόνηση και καθώς η κρίση του άρχισε να γίνεται αυστηρότερη, κυριεύτηκε σε λίγο από μανία και έτρεξε να γκρεμίσει και να ξεσκίσει από αγανάκτηση όλα τα κιόσκια. Και όταν τα άρματά του δεν έκαμαν τίποτα της προκοπής στις αρματοδρομίες και το πλοίο που έφερνε πίσω τους ανθρώπους του έχασε τη Σικελία, σπρώχτηκε από την τρικυμία και κομματιάστηκε πέφτοντας στην ακτή του Τάραντα, ο κόσμος θεώρησε βέβαιο πως ήταν κατατρεγμός των θεών, που είχαν οργισθεί, όπως και το κοινό, για εκείνη την κακή ποίηση. Και οι ίδιοι οι ναύτες που είχαν γλυτώσει από το ναυάγιο, έρχονταν συνεπίκουροι σε αυτήν τη γνώμη του κόσμου, με την οποία επίσης φάνηκε να συμφωνεί κάπως ο χρησμός που προείπε το θάνατό του. Ο χρησμός δήλωσε πως ο Διονύσιος θα πλησίαζε στο τέλος του, όταν θα είχε νικήσει εκείνους που άξιζαν περισσότερο από αυτόν, πράγμα που ο Διονύσιος ερμήνευσε ότι αφορούσε τους Καρχηδόνιους, που τον ξεπερνούσαν σε δύναμη. Και πολεμώντας εναντίον τους απέφευγε συχνά τη νίκη και τη μετρίαζε, για να μην υποστεί τη μοίρα που είχε προβλέψει εκείνη η προφητεία, όμως ερμήνευσε στραβά: γιατί ο θεός αναφερόταν στην εποχή που κέρδισε (με μεροληψίες και αδίκως) το βραβείο στην Αθήνα από καλύτερους τραγικούς ποιητές από ό,τι ο ίδιος, έχοντας δώσει να παίξουν στο διαγωνισμό το έργο του “Τα Λήναια”· ύστερα από αυτήν τη νίκη πέθανε ξαφνικά και εξαιτίας εν μέρει της υπερβολικής χαράς που τον κατέλαβε λόγω αυτού του γεγονότος.

Τα έργα μου απέχουν τόσο από το να μου προσφέρουν ικανοποίηση, ώστε όσες φορές και αν τα αναψηλαφώ, τόσες φορές με σκάζουν:

σαν τα ξαναδιαβάζω, ντρέπομαι που τα έγραψα,
γιατί εγώ που τα έγραψα βλέπω πολλά που κρίνω άξια να
σβηστούν. (ΟΒΙΔΙΟΣ)

Εξ αυτού συμπεραίνω πως οι παραγωγές εκείνων των γόνιμων και μεγάλων πνευμάτων των περασμένων καιρών είναι πολύ πιο πέρα από το έσχατο όριο όπου απλώνεται η φαντασία και η επιθυμία μου. Τα γραπτά τους δεν με ικανοποιούν και με γεμίζουν μόνο, αλλά μου φέρνουν απορία και με κάνουν να μαρμαρώνω από θαυμασμό. Κρίνω την ομορφιά τους· τη βλέπω, αν όχι ως την άκρη, τουλάχιστον σε τέτοιο βαθμό, ώστε μου είναι αδύνατο να προσπαθήσω να τη φτάσω.

Επιθυμώντας σε πείσμα των ψευδαισθήσεων

Γιατί επιμένουμε στο σφάλμα; Γιατί επιμένουμε να επιδιώκουμε απατηλούς σκοπούς, να τρέφουμε ανέφικτες ή καταστροφικές επιθυμίες; Γιατί παραμένουμε μέσα σε σχέσεις αλλοτριωτικών και εξουθενωτικών συναισθηματικών εξαρτήσεων; Γιατί αφήνουμε τον εαυτό μας έρμαιο ανάμεσα στις συμπληγάδες του μίσους, του φθόνου, της ζήλιας, των ενοχών, των τύψεων, της χαμηλής αυτοεκτίμησης;

Υπάρχει ένα κόκκινο νήμα που διατρέχει όλες τις συναισθηματικές περιπλανήσεις μας: Ο άνθρωπος έχει ανάγκη να πιστεύει σε κάτι, έστω κι αν αυτό είναι εσφαλμένο. Έχει επίσης ανάγκη να επιθυμεί κάτι, οτιδήποτε, έστω κι αν αυτή η επιθυμία είναι μια ψευδαίσθηση. Κατά τον ίδιο τρόπο ο άνθρωπος έχει ανάγκη να αγαπά κάτι, να συνδέεται με κάτι, έστω κι αν στην πραγματικότητα αυτό το κάτι τον καταστρέφει περισσότερο παρά τον προάγει, τον θλίβει παρά τον χαροποιεί. Να πώς θέτει ο Σπινόζα αυτή την αρχή:

«Το Πνεύμα, όσο μπορεί, προσπαθεί να φαντάζεται όσα αυξάνουν ή επικουρούν τη δύναμη ενέργειας του Σώματος».

Καθώς η σωματική κατάσταση αντανακλά την ψυχική μας κατάσταση και αντιστρόφως, προτιμάμε να σκεφτόμαστε ό,τι ενδυναμώνει το σώμα μας δίνοντάς του περισσότερη ενέργεια. Η παρουσία ορισμένων πραγμάτων μας δίνει χαρά, άρα αυξάνει την ενέργεια, την αυτοπεποίθηση, τις ικανότητες, με άλλα λόγια τη δύναμή μας. Έτσι ακόμη κι όταν λείπουν αυτά τα πράγματα, εμείς δεν μπορούμε να μη φανταζόμαστε μια κάποια αιτία χαράς, πραγματική ή φανταστική.

Όλοι το έχουμε ζήσει. Μια ευτυχής ερωτική γνωριμία, μια αρμονική οικογενειακή ζωή, μια φιλία που φαινόταν στέρεη μας είχαν δώσει την εντύπωση ότι επικεντρωνόμασταν στον εαυτό μας, είχαν ενισχύσει τη διάθεσή μας για ζωή, την εμπιστοσύνη στον εαυτό μας και στους άλλους, μας είχαν κάνει πιο δραστήριους και αποτελεσματικούς. Στη σχέση με τον σύντροφό μας για παράδειγμα είχαμε νιώσει να γινόμαστε διαφορετικοί: πιο δυνατοί, πιο συγκεντρωμένοι, ικανοί να αντλούμε από πηγές που μέχρι τότε ήταν ανεξερεύνητες για εμάς. Όταν η σχέση μας άρχισε να φθείρεται και ο σύντροφός μας να μας δίνει περισσότερη λύπη και λιγότερη χαρά, εμείς συνεχίσαμε παρ’ όλα αυτά να τον φανταζόμαστε σαν μια αιτία χαράς που αύξανε τη δύναμή μας. Ακόμη και όταν επέρχεται η ρήξη και βρισκόμαστε μόνοι, εξακολουθούμε να φανταζόμαστε μια παρόμοια αιτία χαράς, είτε νοσταλγώντας το πρόσωπο που χάσαμε είτε προβάλλοντας τα ίδια συναισθήματα και επιθυμίες σε πρόσωπα που συναντάμε τυχαία. Ανεξάρτητα από το αν το αντικείμενο είναι λάθος ή φανταστικό, εμείς εξακολουθούμε να έχουμε ανάγκη να προβάλλουμε τα συναισθήματά μας επάνω σε κάτι.

Δεν μπορούμε να κάνουμε διαφορετικά, κι αυτό επειδή πρόκειται για τη ζωτική μας δύναμη, για την ισορροπία των εσωτερικών μας δυνάμεων. Για να σταθούμε απέναντι στα εμπόδια και τους κινδύνους της ζωής, για να έχουμε το κουράγιο να τα ξεπερνάμε, φανταζόμαστε κάτι το οποίο πιστεύουμε ότι μπορεί να μας ενδυναμώσει. Και, αντιστρόφως, προσπαθούμε να αρνιόμαστε την ύπαρξη όποιου πράγματος νομίζουμε ότι μας απειλεί· να γιατί ορισμένοι έχουν ανάγκη να μισούν πάση θυσία, να αντιτίθενται σε κινδύνους ανύπαρκτους, να δίνουν φανταστικές μάχες…

Ακολούθησέ με για να δεις ξεκάθαρα αυτά που περνούν απαρατήρητα από τους ανόητους

«Θα συναντήσεις», είπε, «κάποτε έναν ισχυρό άνδρα που εξουσιάζει χώρες και ανθρώπους· σε αυτόν ποτέ μη διστάσεις να πεις τούτον εδώ τον μύθο, αν και κάποιοι πρόκειται να σε περιφρονήσουν ως φλύαρο και αγύρτη.»

Απεσταλμένος του Δία ο Ερμής έφτασε στη Θήβα, όπου ανατρεφόταν ο Ηρακλής όταν ήταν νέος, του είπε ποιος είναι και από ποιον στάλθηκε, και τον πήρε και τον οδήγησε σε έναν μυστικό και απάτητο από ανθρώπους δρόμο, έως ότου έφτασε σε μια κορφή βουνού περίβλεπτη και πολύ ψηλή, τρομερά απότομη από την εξωτερική μεριά, με κάθετους γκρεμούς και βαθύ φαράγγι ποταμού που έτρεχε κυκλικά και έκανε πολύ θόρυβο και βουητό, ώστε σε όσους την έβλεπαν από κάτω να φαίνεται μία η κορφή από πάνω, αλλά στην πραγματικότητα ήταν δύο με μια ρίζα, και μάλιστα απείχαν πολύ μεταξύ τους. Από αυτές η μία αποκαλείτο βασιλική κορφή, αφιερωμένη στον βασιλιά Δία, και η άλλη τυραννική, έχοντας λάβει την ονομασία της από τον Τυφώνα”. Απέξω είχαν δύο δρόμους προς τον εαυτό τους, η βασιλική ασφαλή και πλατύ, ώστε κάποιος επιβαίνοντας σε άρμα να μπαίνει από αυτόν ακίνδυνα και απρόσκοπτα, η άλλη είχε στενό, με στροφές και ανώμαλο, ώστε οι περισσότεροι που τον δοκίμασαν να πέσουν στους γκρεμούς και στο ρέμα, επειδή, πιστεύω, πήγαιναν αντίθετα με το δίκιο. Φαίνονται λοιπόν, όπως έλεγα, στους περισσότερους, επειδή κοιτάζουν από μακριά, και οι δύο μία και σχεδόν ενωμένες, όμως η βασιλική κορυφή υπερέχει τόσο, ώστε εκείνη βρίσκεται υπεράνω των νεφών, στον καθαρό και αίθριο αέρα, ενώ η άλλη βρίσκεται πολύ πιο κάτω, κυρίως γύρω από τους όγκους των νεφών, σκοτεινή και ομιχλώδης.

Οδηγώντας τον, λοιπόν, εκεί ο Ερμής του έδειξε τη φύση της τοποθεσίας. Και επειδή ο Ηρακλής, μιας και ήταν νέος και φιλόδοξος, ήθελε να δει τα εντός, “λοιπόν ακολούθησέ με”, του λέει, “ για να δεις ξεκάθαρα και τη διαφορά των υπολοίπων, που περνούν απαρατήρητα από τους ανόητους”. Του έδειχνε, λοιπόν, πρώτα πάνω στη μεγαλύτερη κορφή καθισμένη σε λαμπρό θρόνο μια γυναίκα ευπαρουσίαστη και μετ γαλόσωμη, ντυμένη με άσπρη ενδυμασία, κρατώντας σκήπτρο όχι χρυσό ούτε ασημένιο, αλλά από άλλη ουσία καθαρή και λαμπερότερη, όπως κυρίως ζωγραφίζουν την Ήρα το πρόσωπό της ήταν χαρούμενο και ταυτόχρονα επιβλητικό, ώστε όλοι οι ενάρετοι να την κοιτάζουν με θάρρος, αλλά κανείς κακός να μην μπορεί να την αντικρίσει, όχι περισσότερο απ’ όσο ο αδύνατος στα μάτια μπορεί να κοιτάξει προς τον δίσκο του ηλίου το παρουσιαστικό της ήταν σταθερό και αμετάβλητο στην όψη και το βλέμμα της αδιατάρακτο· βαθιά σιωπή και αθόρυβη ησυχία διακατείχε τον τόπο. Όλα ήταν γεμάτα με άφθονους καρπούς και ζώα από κάθε είδος υπήρχε εκεί σωρευμένο άπλετο χρυσάφι και ασήμι και χαλκός και σίδηρος. Ωστόσο εκείνη δεν έδινε καμία σημασία στο χρυσάφι ούτε ευχαριστιόταν με αυτό, αλλά περισσότερο με τους καρπούς και τα ζώα.

Ο Ηρακλής λοιπόν, μόλις την είδε, ντράπηκε και κοκκίνισε, αποδίδοντας τιμή και σεβασμό σαν καλό παιδί στην ευγενή μητέρα. Και ρώτησε τον Ερμή ποια θεά είναι εκείνος είπε: “Αυτή είναι η μακάρια θεά Βασιλεία, παιδί του βασιλιά Δία”. Ο Ηρακλής χάρηκε και πήρε θάρρος μαζί της. Και πάλι ρώτησε για τις γυναίκες που ήταν μαζί της. “Ποιες είναι;” είπε· “γιατί είναι κόσμιες, μεγαλοπρεπείς και αρρενωπές”. “Τούτη εδώ”, του απάντησε, “που κοιτάει αυστηρά και ήρεμα, καθισμένη από τα δεξιά, είναι η Δικαιοσύνη, η οποία λάμπει με πάμπολλη και εκτυφλωτική ομορφιά. Πλάι της η Ευνομία, πολύ όμοια και λίγο διαφορετική στην εμφάνιση. Από την άλλη μεριά μια γυναίκα πολύ ωραία, ντυμένη με χάρη, χαμογελώντας γαλήνια: Ειρήνη την αποκαλούν και τούτος ο ισχυρός άντρας που έχει σταθεί κοντά στη Βασιλεία, κοντά στο ίδιο το σκήπτρο και μπροστά, ασπρομάλλης και υπερήφανος, αυτός λοιπόν αποκαλείται Νόμος, ενώ ο ίδιος έχει κληθεί και Ορθός Λόγος, σύμβουλος και συμπαραστάτης, χωρίς τον οποίο δεν επιτρέπεται σε εκείνες να πράξουν ή να διανοηθούν τίποτε”.

Ακούγοντας, λοιπόν, και βλέποντας αυτά, χαιρόταν και είχε στραμμένη την προσοχή του, για να μην τα ξεχάσει ποτέ. Αφού κατέβηκαν από εκεί και έφτασαν στην τυραννική είσοδο, είπε: “Εδώ δες και την άλλη, που πολλοί την αγαπούν και για την οποία μπαίνουν σε πολλούς και κάθε λογής μπελάδες, φονεύοντας οι ταλαίπωροι, συνωμοτώντας πολλές φορές τα παιδιά εναντίον των γονιών τους και οι γονείς εναντίον των παιδιών τους και τα αδέρφια εναντίον των αδερφών τους, ποθώντας και μακαρίζοντας το μεγαλύτερο κακό, την εξουσία με αμυαλιά””. Πρώτα λοιπόν του έδειχνε την είσοδο, πώς φαινόταν προφανώς μία, και αυτή σχεδόν όπως προηγουμένως είπα, επικίνδυνη, που οδηγούσε στον ίδιο τον γκρεμό, ενώ υπήρχαν πολλές κρυφές και αόρατες διαβάσεις, και όλος ο τόπος τριγύρω ήταν υπόγεια σκαμμένος και διορυγμένος κάτω από τον ίδιο, πιστεύω, τον θρόνο, ενώ όλοι οι παράδρομοι και τα μονοπάτια ήταν πασαλειμμένα με αίμα και γεμάτα νεκρούς. Δεν τον οδήγησε σε κανένα από αυτά, αλλά από τον εξωτερικό δρόμο, στεύω, που ήταν καθαρότερος, επειδή επρόκειτο πιστεύω, να είναι μόνο θεατής.

Μόλις μπήκαν, βρίσκουν την Τυραννία να κάθεται ψηλά επίτηδες, καθώς προσποιόταν και προσπαθούσε να εξομοιώσει τον εαυτό της με τη Βασιλεία, σε πολύ, όπως νόμιζε, υψηλότερο και καλύτερο θρόνο, ο οποίος είχε χιλιάδες άλλες ανάγλυφες παραστάσεις και ήταν στολισμένος με ένθετη διακόσμηση από χρυσό, ελεφαντόδοντο, κεχριμπάρι, έβενο και υλικά κάθε λογής χρωμάτων. Στη βάση ο θρόνος δεν ήταν ασφαλής ούτε στερεωμένος, αλλά κουνιόταν και έγερνε. Και τίποτα άλλο δεν ήταν βαλμένο με τάξη, αλλά όλα με σκοπό τη ματαιοδοξία, την αλαζονεία και την ξιπασιά, πολλά σκήπτρα, πολλές τιάρες και διαδήματα” στο κεφάλι. Προσπαθώντας, λοιπόν, να μιμηθεί το ήθος εκείνης, αντί για το προσφιλές χαμόγελο σάρκαζε ταπεινά και ύπουλα, και αντί για το σεβάσμιο βλέμμα κοίταζε σκυθρωπά και άγρια. Για να φαίνεται μεγαλόπρεπη, δεν κοίταζε όσους πλησίαζαν, αλλά τους περιφρονούσε και τους ατίμαζε. Από αυτό ήταν μισητή σε όλους, και υποπτευόταν τους πάντες. Όσο καθόταν, δεν μπορούσε να μείνει ατάραχη, αλλά κοίταζε συνεχώς τριγύρω και αναπηδούσε πολλές φορές από τον θρόνο. Φυλούσε το χρυσάφι πρόστυχα στην αγκαλιά της, και πάλι τρομαγμένη το πετούσε όλο μεμιάς, κι έπειτα αμέσως άρπαζε ό,τι είχε κανείς απ’ όσους ήταν κοντά της, και το παραμικρό. Η ενδυμασία της ήταν ποικιλόχρωμη, αλλού πορφυρή, αλλού καφετιά, αλλού κρόκινη κάποια από τα πέπλα της φαίνονταν λευκά και η περιβολή της ήταν σχισμένη σε πολλά σημεία. Άλλαζε όλων των ειδών τα χρώματα, καθώς φοβόταν και αγωνιούσε και υποπτευόταν και οργιζόταν, άλλοτε ήταν ταπεινή από τη λύπη, και άλλοτε φαινόταν ενθουσιασμένη από τη χαρά, άλλοτε με το πρόσωπό της γελούσε πολύ πρόστυχα, και πάλι αμέσως θρηνούσε. Υπήρχε γύρω της και μια ομήγυρη γυναικών σε τίποτα όμοιων με εκείνες που έλεγα ότι υπάρχουν γύρω από τη Βασιλεία, αλλά η Ωμότητα, η Ξιπασιά, η Ανομία και η Διχόνοια, που όλες τη διέφθειραν και την κατέστρεφαν με τον χειρότερο τρόπο. Αντί για τη Φιλία ήταν δίπλα της η Κολακεία, δουλοπρεπής και ανελεύθερη, η οποία δεν την επιβουλευόταν λιγότερο από καμιά τους, αλλά περισσότερο απ’ όλες ζητούσε να την καταστρέψει.

Μόλις είχε παρατηρήσει αρκετά και αυτά, ο Ερμής τον ρώτησε ποια από τα δύο πράγματα του αρέσουν και ποια από τις δύο γυναίκες. “Μα, την άλλη”, είπε, “τη θαυμάζω και την αγαπώ και μου φαίνεται ότι είναι πραγματικά θεά, αξιοζήλευτη και αξιομακάριστη τούτη τη δεύτερη εγώ τουλάχιστον τη θεωρώ εντελώς μισητή και μικρή, ώστε με πολύ μεγάλη ευχαρίστηση θα την γκρέμιζα από τούτο το βράχο και θα την εξαφάνιζα”. Αυτά, λοιπόν, επαίνεσε ο Ερμής και τα είπε στον Δία. Κι εκείνος του επέτρεψε να βασιλεύει σε όλο το γένος των ανθρώπων, με την ιδέα ότι είναι ικανός. Έτσι, όπου έβλεπε τυραννία και τύραννο, τον τιμωρούσε και τον σκότωνε, τόσο μεταξύ των Ελλήνων όσο και μεταξύ των βαρβάρων όπου όμως έβλεπε βασιλεία και βασιλιά, τον τιμούσε και τον προστάτευε».

Και γι’ αυτό έλεγε ότι είναι σωτήρας της γης και των ανθρώπων, όχι επειδή τους προστάτευε από τα θηρία – γιατί πόσο θα μπορούσε να τους βλάψει ένα λιοντάρι ή αγριογούρουνο; – αλλά επειδή τιμωρούσε τους ανήμερους και κακούς ανθρώπους και κατέλυε και αφαιρούσε την εξουσία των υπεροπτικών τυράννων. Και τώρα ακόμη αυτό κάνει…

ΔΙΩΝ Ο ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ, ΑΠΑΝΤΑ

Με την απαλλαγή των εγωιστικών επιθυμιών, απαλλάσσεται κάποιος από τις εσωτερικές συγκρούσεις

Ο Ταοϊσμός πρωτοπαρουσιάστηκε στην Κίνα κατά τη μέση περίοδο της βασιλείας, γύρω στον τρίτο ή τέταρτο αιώνα π.Χ., από τον Λάο Τσε σε ένα σύντομο έργο με λιγότερες από 6.000 λέξεις, που ονομαζόταν “Το Ταό” (Ο Δρόμος).Η φιλοσοφία του επεκτάθηκε αργότερα και ερμηνεύτηκε από έναν ιδιοφυή φιλόσοφο και ποιητή, τον Τσουάνγκ Τσου, κατά τη διάρκεια του δεύτερου μισού του τέταρτου αιώνα π.Χ..

Ο κύριος στόχος της ταοϊστικής φιλοσοφίας είναι η εσωτερική ολοκλήρωση και αρμονία κάθε ατόμου. Σαν τέτοιος, δεν είναι ένας βολικός δρόμος. Προβάλλει ότι καθένας από μας μπορεί να πετύχει να φθάσει στην πλήρη ανθρώπινη φύση του μέσα από τη διαδικασία της λησμονιάς όσων έχει ήδη μάθει, ώστε να του δοθεί η ευκαιρία να επιστρέψει στην αρμονία με όλα τα πράγματα, όπως ήταν στην αρχή.

Ο εγωισμός θεωρείται ότι βρίσκεται στη ρίζα όλης της δυσαρμονίας κι έτσι ο κύριος αιτιολογικός παράγοντας της ανθρώπινης δυστυχίας. Για το λόγο αυτό, ο άνθρωπος πρέπει ν’ αγωνιστεί ν’ απαλλαγεί από τον εγωισμό του. Με την απαλλαγή των εγωιστικών επιθυμιών, απαλλάσσεται κάποιος και από τις εσωτερικές συγκρούσεις.

Ο Λάο Τσε υποδήλωνε έτσι, ότι τα ολοκληρωμένα άτομα θα είχαν λίγες επιθυμίες και δεν θα προσκολλώνται σε ανθρώπους ή σε πράγματα. Θα ζούσαν με τη δική τους κρίση και όχι με εκείνη των άλλων. Θα πάλευαν για τη φυσική απλότητα και την αυθόρμητη ζωή και θα απαλλάσσονταν από την επιφανειακότητα και τον καταναγκασμό.

Οι ολοκληρωμένοι Ταοϊστές δεν είναι στο έλεος των παρορμήσεών τους.

Αγωνίζονται να διατηρήσουν τον εαυτό τους σωστά σε σχέση με τις φανερές δυνατότητες και αδυναμίες τους. Θεωρούν τον εαυτό τους μοναδικό και γι’ αυτό με κανέναν ανταγωνιστικό.

Εξασκούνται στην “αδράνεια”. Η αδράνεια για τον Ταοϊστή δεν είναι μια παθητική κατάσταση, αλλά μάλλον μια λεπτή μορφή δράσης. Η πορεία του νερού χρησιμοποιείται σαν συνηθισμένη μεταφορά γι’ αυτό. Με τα λόγια του Λάο Τσε, καθώς η μαλακή υποχώρηση του νερού σχίζει την ισχυρή πέτρα. Έτσι και η υποχώρηση στην ζωή επιλύει το άλυτο: Η υποχώρηση, έμαθα, είναι να επιστρέφεις πίσω ξανά.
Αλλʹ αυτό το άγραφο μάθημα, αυτό το εύκολο παράδειγμα, χάθηκε από τους ανθρώπους.

Οι Ταοϊστές βλέπουν τη δύναμη στην ηθική και γι’ αυτό είναι ευαίσθητοι προς την κοινωνία και τα συναισθήματα των άλλων. Δεν κρίνουν και προσπαθούν ν’ ανταποκρίνονται στη στάση των άλλων περισσότερο απ’ ό,τι στις ενέργειές τους. Απορρίπτουν τη βία, την καταπίεση και την εξουσία.

Αρνούνται να συμμετάσχουν στην κατάκτηση της φύσης ή την εκμετάλλευση άλλων. Περισσότερο, παλεύουν να γίνουν οι φιλικοί συνεργάτες των ανθρώπων και της φύσης. Ο στόχος τους είναι η αρμονία με όλα τα πράγματα, επιτρέποντας σε όλα τα πράγματα να πραγματοποιήσουν τον προορισμό τους.