Η μοναξιά, ιδιαίτερα στην τρίτη ηλικία, αποτελεί ένα ζήτημα αυξανόμενου ενδιαφέροντος και ανησυχίας στην Ευρώπη και όχι μόνο. Μια νέα αυστριακή μελέτη αξιολογεί τους τέσσερις πιο σημαντικούς παράγοντες που φέρνουν μοναξιά στους ηλικιωμένους: την κακή υγεία τους (43,3%), την έλλειψη κοινωνικής υποστήριξης και την απομόνωσή τους (27%), ορισμένα νευρωτικά χαρακτηριστικά της προσωπικότητάς τους που ευνοούν τη μοναξιά (10,4%), καθώς επίσης τις αρνητικές συνθήκες και προσωπικές εμπειρίες κατά την παιδική ηλικία (7,5%).
Είναι γνωστό από προηγούμενες έρευνες ότι η μοναξιά σχετίζεται σαφώς με αυξημένο κίνδυνο για επιδείνωση της σωματικής και ψυχικής υγείας, μεγαλύτερη ανάγκη για ιατρική-νοσοκομειακή φροντίδα και μειωμένο προσδόκιμο ζωής. Η νέα έρευνα, με επικεφαλής τη Σόφι Γκουθμούλερ του Οικονομικού Πανεπιστημίου της Βιέννης, η οποία δημοσιεύθηκε στο επιστημονικό περιοδικό «PLoS One», ανέλυσε στοιχεία, που προήλθαν από την μεγάλη διεθνή Έρευνα για την Υγεία, τη Γήρανση και τη Συνταξιοδότηση στην Ευρώπη (SHARE), που αφορά άτομα άνω των 50 ετών.
Η μελέτη συμπέρανε ότι παράγοντες όπως η ύπαρξη λίγων φίλων στην παιδική ηλικία, η ανυπαρξία αδελφών, οι κακές σχέσεις με τους γονείς, η ανατροφή σε φτωχό νοικοκυριό κ.α. αυξάνουν την πιθανότητα μοναξιάς, όταν κανείς μεγαλώσει. Η πιθανότητα μοναξιάς μετά τα 50 είναι 1,24 φορές μεγαλύτερη για όσους είχαν ελάχιστους ή καθόλου καλούς φίλους στην παιδική ηλικία, 1,34 φορές μεγαλύτερη για όσους είχαν κακή σχέση με τη μητέρα τους ως παιδιά και 1,21 φορές μεγαλύτερη για όσους μεγάλωσαν σε οικογένεια που είχε οικονομικές δυσκολίες.
Επίσης η μοναξιά είναι 1,20 φορές πιθανότερη σε όσους έχουν χαρακτηριστικά νευρωτικής προσωπικότητας και λιγότερο πιθανή σε όσους έχουν σε μεγάλο βαθμό άλλα χαρακτηριστικά (ευσυνειδησία, εξωστρέφεια, φιλικότητα, διάθεση για νέες εμπειρίες). Τα ευρήματα, σύμφωνα με τους ερευνητές, επιβεβαιώνουν τη σημασία των κοινωνικών δικτύων και της υποστήριξης από άλλους κατά την τρίτη ηλικία, καθώς επίσης της προσωπικότητας και του τρόπου που έχει διαμορφωθεί κατά την παιδική ηλικία.
Κυριακή 21 Αυγούστου 2022
ΞΕΝΟΦΑΝΗΣ
Κατά την παράδοση, ο Ξενοφάνης υπήρξε ιδρυτής της Ελεατικής Σχολής[1] και άκμασε γύρω στο 540. Οι δοξογράφοι αναφέρονται σε αυτόν διεξοδικά και συζητούν αρκετές πλευρές της διδασκαλίας που του αποδίδουν, εμείς όμως θα την εξετάσουμε μόνο σε σχέση με τα προβλήματα που μας απασχόλησαν μέχρι τώρα. Ας παρατηρήσουμε εν πρώτοις ότι, σύμφωνα με τον Αριστοτέλη στο Μετά τα Φυσικά, ο Ξενοφάνης, έχοντας θεωρήσει τον ὅλον οὐρανόν (τον κόσμο, το σύμπαν ολόκληρο) «είπε ότι το ένα είναι ο θεός[2]». Ο Ξενοφάνης απορρίπτει συνεπώς τον πολυθεϊσμό του Ομήρου και του Ησιόδου και ονομάζει θεό το Ένα. Η ιδέα αυτή του Ενός αναμφίβολα προϋπήρξε του Ξενοφάνη. όχι όμως με τη μορφή μεγάλης υπερβατικής αρχής, αρχής του είναι. Πρόκειται για την αφετηρία αυτού που θα γίνει στη συνέχεια το πρόβλημα της ορθολογικής θεολογίας στη φιλοσοφία, πρόβλημα που θα αποθηκεύσει - πώς θα μπορούσε να γίνει διαφορετικά άλλωστε; - την ανάπτυξή της και πώς, εν πάση περιπτώσει, θα την απασχολήσει έντονα μέχρι σήμερα. Αυτό όμως που κυρίως μας ενδιαφέρει είναι ότι με τον Ξενοφάνη αρχίζει και συγχρόνως φτάνει αμέσως στο ανώτερο επίπεδο η κριτική της θεσμισμένης παράστασης, τόσο της ελληνικής παράδοσης όσο και των δοξῶν γενικότερα. Θα σας παρουσιάσου καταρχάς, χωρίς να προσπαθήσω να σας δώσω ακριβή μετάφραση, ορισμένα από τα αποσπάσματά του, ακολουθώντας την αρίθμηση του Diels. Στο 11ο απόσπασμα βρίσκεται η περίφημη κριτική του στον Όμηρο και στον Ησίοδο, τους οποίους κατηγορεί ότι απέδωσαν στους θεούς όλα όσα οι άνθρωποι θεωρούν επαίσχυντα: ψεύδη, μοιχείες, διπλοπροσωπίες. Επανέρχεται στην κριτική αυτή στο 12ο απόσπασμα: οι ποιητές αυτοί αποδίδουν στους θεούς ἀθέμιστας πράξεις, αντίθετες με τους κανόνες συμπεριφοράς και με το νόμο. Ύστερα, στο 14ο απόσπασμα. προχωρεί ακόμα πιο μακριά, εφόσον γενικεύει την κριτική όλων των ανθρωπομορφικών θρησκειών: οι θνητοί θεωρούν πως οι θεοί γεννιούνται, πως φοράνε ρούχα και έχουν φωνή και σώμα σαν το δικό τους. Για πρώτη φορά συναντάμε καθαρή πρόταση, και κατά μία έννοια οριστική, που vet καταδικάζει την προβολή η οποία περιέχεται στην παράσταση του θείου σε όλες τις γνωστές θρησκείες. Κριτική η οποία γίνεται ακριβέστερη και βαθύτερη στο 15ο απόσπασμα: αν τα βόδια, τα άλογα και τα λιοντάρια είχαν χέρια και μπορούσαν vet σχεδιάσουν ή να σκαλίσουν όπως οι άνθρωποι, θα παρίσταναν θεούς με μορφή βοδιού, αλόγου ή λέοντος. Και στο 16ο απόσπασμα συνεχίζει: για τους Αιθίοπες οι θεοί έχουν γαμψή μύτη και μαύρο δέρμα, για τους Θράκες γαλάζια μάτια και κόκκινα μαλλιά. Η κριτική είναι όσο πιο καθαρή γίνεται και δεν θα έπρεπε να υποτιμήσουμε το θάρρος που τη χαρακτηρίζει. Ο Ξενοφάνης αντιτάσσει στα παραπάνω τη δική του σύλληψη για τον θεό (απ. 23-26), ένα θεό ο οποίος, όπως λέει, είναι όλος όραση, ακοή και στοχασμό (απόσπασμα 24) και δεν συγκρίνεται με τους θνητούς ούτε κατά το σώμα ούτε κατά τη σκέψη (απ. 23). Βλέπει κανείς αμέσως τη σημασία της ιδέας, ακόμα και από την άποψη της χριστιανικής θεολογίας. Η πλευρά όμως αυτή δεν θα μας απασχολήσει περαιτέρω, ίσως επανέλθω όταν θα μιλήσουμε για την καταγωγή της θεολογίας αυτής καθαυτής.
Δύο ακόμα αποσπάσματα μας ενδιαφέρουν ιδιαίτερα εδώ. Δεν θα επεκταθούμε στο πρώτο (απ. 32), όπου βρίσκουμε μια απαρχή κριτικής της γλώσσας καθαυτής: αυτό που αποκαλούν οι άνθρωποι Ίριδα (το ουράνιο τόξο) είναι ένα σύννεφο πορφυρό, κόκκινο και πράσινο. Βεβαίως, ο Ξενοφάνης πλανάται εδώ το ουράνιο τόξο δεν είναι, από φυσική άποψη, σύννεφο, το νόημα όμως της κριτικής του είναι εμφανές. Προχωρά πολύ πιο μακριά στο απόσπασμα 34, απόσπασμα ιδιαίτερης σημασίας. Ουδείς άνθρωπος, λέει, γνωρίζει και δεν θα μπορέσει ποτέ να γνωρίσει τίποτα το σίγουρο για τους θεούς ούτε εξάλλου για οτιδήποτε άλλο. Ακόμα και αν κάποιος, προσθέτει, κατάφερνε να πει τη μεγαλύτερη αλήθεια ή την πιο ακριβή δυνατή, δεν θα το γνώριζε ούτε ο ίδιος. Σκέψη που περιέχει αναμφισβήτητη αλήθεια και που μπορεί να αναπτυχτεί περαιτέρω. Ο άνθρωπος που διαθέτει το πλέον κριτικό πνεύμα δεν γνωρίζει αν είναι αληθή όσα εκστομίζει, παρά το γεγονός ότι έχουν αυστηρά αποδειχθεί, και τούτο όχι με σχετικιστική-ιστορική έννοια αλλά διότι δεν θα είναι ποτέ σε θέση να επιστρατεύσει, να διευκρινίσει και να θεμελιώσει το σύνολο των προϋποθέσεων της αλήθειας που διατυπώνει. Κανένας ποτέ δεν θα μπορέσει να έχει τη γνώση και τη βεβαιότητα της γνώσης με απόλυτο τρόπο, ακόμα και προκειμένου να αποφανθεί ότι δύο και δύο κάνουν τέσσερα. Το απόσπασμα καταλήγει με το εξής εκπληκτικό ημιστίχιο, του οποίου δυστυχώς η δύναμή του μόνο στα Ελληνικά μπορεί να αποδοθεί: δόκος ἐπί πᾶσι τέτυκται. Δόκος είναι μια ιωνική λεκτική μορφή της δόξης, της γνώμης. Πρόκειται για τη δόξα ή μια δόξα που τέτυκται, κτίζεται, κατασκευάζεται, ἐπί πᾶσι, πάνω σε όλα τα πράγματα. Πρόκειται πάντα για την κατασκευή, τη διαμόρφωση μιας γνώμης, γι’ αυτό που σας φαίνεται σαν, που καλύπτει τα πάντα για τους ανθρώπους[3]. Ιδού λοιπόν ο Ξενοφάνης γύρο στο 540 π.Χ.: κατά κάποιον τρόπο, τα πάντα έχουν ή6η λεχθεί και συγχρόνως τα πάντα αρχίζουν.
Ένα τελευταίο σημείο για τις πολύ βαθιές πολιτικές επιπτώσεις - αυτή τη φορά με τη στενή έννοια του όρου - που είχε η κριτική του μυθολογικού λόγου από τον Ξενοφάνη, σύγχρονο των μεγάλων ανακατατάξεων του 6ου αιώνα και του δημοκρατικού κινήματος. Η αμφισβήτηση της ίδιας της ύπαρξης των ανθρωπόμορφων θεών που μοιχεύουν σημαίνει αμφισβήτηση της νομιμοποίησης των αριστοκρατικών οικογενειών, διότι οι πρόγονοι τους οποίους διεκδικούν συνήθως οι οικογένειες αυτές είναι ήρωες που γεννήθηκαν από τη συνεύρεση θεών με θνητές γυναίκες. Αν ο Αίας δεν είχε διαπράξει μοιχεία με την Αλκμήνη, μητέρα του Ηρακλή, οι Ηρακλείδες, βασιλείς της Σπάρτης, δεν θα κατάγονταν από τον Δία. Ιδού το συμπέρασμα που ο καθένας μπορούσε να βγάλει αβίαστα από την ως άνω κριτική. Βρίσκουμε άλλωστε και άλλες ενδείξεις στην ποίηση της εποχής, δεν θα επιμείνω όμως επ’ αυτού.
-------------------------------
[1] <Βλ. Πλάτων, Σοφιστής, 242d (DK 21 A 29)· Αριστοτέλης, Μετά τα Φυσικά. A 5 986b 18, σκεπτικιστικά σχόλια επ’ αυτού στο KRS, σ. 175-176.>
[2] <Αριστοτέλης. Μετά τα Φυσικά, A 5.986b 21. Βλ. Burnet, ό.π., σ. 142-143. KRS. σ. 181-183.>
[3] [Σημ. περιθ.: Ο Ξενοφάνης για τη δόξαν, βλ. Guthrie I., <Α
Δύο ακόμα αποσπάσματα μας ενδιαφέρουν ιδιαίτερα εδώ. Δεν θα επεκταθούμε στο πρώτο (απ. 32), όπου βρίσκουμε μια απαρχή κριτικής της γλώσσας καθαυτής: αυτό που αποκαλούν οι άνθρωποι Ίριδα (το ουράνιο τόξο) είναι ένα σύννεφο πορφυρό, κόκκινο και πράσινο. Βεβαίως, ο Ξενοφάνης πλανάται εδώ το ουράνιο τόξο δεν είναι, από φυσική άποψη, σύννεφο, το νόημα όμως της κριτικής του είναι εμφανές. Προχωρά πολύ πιο μακριά στο απόσπασμα 34, απόσπασμα ιδιαίτερης σημασίας. Ουδείς άνθρωπος, λέει, γνωρίζει και δεν θα μπορέσει ποτέ να γνωρίσει τίποτα το σίγουρο για τους θεούς ούτε εξάλλου για οτιδήποτε άλλο. Ακόμα και αν κάποιος, προσθέτει, κατάφερνε να πει τη μεγαλύτερη αλήθεια ή την πιο ακριβή δυνατή, δεν θα το γνώριζε ούτε ο ίδιος. Σκέψη που περιέχει αναμφισβήτητη αλήθεια και που μπορεί να αναπτυχτεί περαιτέρω. Ο άνθρωπος που διαθέτει το πλέον κριτικό πνεύμα δεν γνωρίζει αν είναι αληθή όσα εκστομίζει, παρά το γεγονός ότι έχουν αυστηρά αποδειχθεί, και τούτο όχι με σχετικιστική-ιστορική έννοια αλλά διότι δεν θα είναι ποτέ σε θέση να επιστρατεύσει, να διευκρινίσει και να θεμελιώσει το σύνολο των προϋποθέσεων της αλήθειας που διατυπώνει. Κανένας ποτέ δεν θα μπορέσει να έχει τη γνώση και τη βεβαιότητα της γνώσης με απόλυτο τρόπο, ακόμα και προκειμένου να αποφανθεί ότι δύο και δύο κάνουν τέσσερα. Το απόσπασμα καταλήγει με το εξής εκπληκτικό ημιστίχιο, του οποίου δυστυχώς η δύναμή του μόνο στα Ελληνικά μπορεί να αποδοθεί: δόκος ἐπί πᾶσι τέτυκται. Δόκος είναι μια ιωνική λεκτική μορφή της δόξης, της γνώμης. Πρόκειται για τη δόξα ή μια δόξα που τέτυκται, κτίζεται, κατασκευάζεται, ἐπί πᾶσι, πάνω σε όλα τα πράγματα. Πρόκειται πάντα για την κατασκευή, τη διαμόρφωση μιας γνώμης, γι’ αυτό που σας φαίνεται σαν, που καλύπτει τα πάντα για τους ανθρώπους[3]. Ιδού λοιπόν ο Ξενοφάνης γύρο στο 540 π.Χ.: κατά κάποιον τρόπο, τα πάντα έχουν ή6η λεχθεί και συγχρόνως τα πάντα αρχίζουν.
Ένα τελευταίο σημείο για τις πολύ βαθιές πολιτικές επιπτώσεις - αυτή τη φορά με τη στενή έννοια του όρου - που είχε η κριτική του μυθολογικού λόγου από τον Ξενοφάνη, σύγχρονο των μεγάλων ανακατατάξεων του 6ου αιώνα και του δημοκρατικού κινήματος. Η αμφισβήτηση της ίδιας της ύπαρξης των ανθρωπόμορφων θεών που μοιχεύουν σημαίνει αμφισβήτηση της νομιμοποίησης των αριστοκρατικών οικογενειών, διότι οι πρόγονοι τους οποίους διεκδικούν συνήθως οι οικογένειες αυτές είναι ήρωες που γεννήθηκαν από τη συνεύρεση θεών με θνητές γυναίκες. Αν ο Αίας δεν είχε διαπράξει μοιχεία με την Αλκμήνη, μητέρα του Ηρακλή, οι Ηρακλείδες, βασιλείς της Σπάρτης, δεν θα κατάγονταν από τον Δία. Ιδού το συμπέρασμα που ο καθένας μπορούσε να βγάλει αβίαστα από την ως άνω κριτική. Βρίσκουμε άλλωστε και άλλες ενδείξεις στην ποίηση της εποχής, δεν θα επιμείνω όμως επ’ αυτού.
-------------------------------
[1] <Βλ. Πλάτων, Σοφιστής, 242d (DK 21 A 29)· Αριστοτέλης, Μετά τα Φυσικά. A 5 986b 18, σκεπτικιστικά σχόλια επ’ αυτού στο KRS, σ. 175-176.>
[2] <Αριστοτέλης. Μετά τα Φυσικά, A 5.986b 21. Βλ. Burnet, ό.π., σ. 142-143. KRS. σ. 181-183.>
[3] [Σημ. περιθ.: Ο Ξενοφάνης για τη δόξαν, βλ. Guthrie I., <Α
Ο πύργος της Βαβέλ – Πως «εξηγεί» η ιουδαιοχριστιανική θρησκεία την ποικιλία γλωσσών στον κόσμο
Η ιστορία του πύργου της Βαβέλ υπάρχει στη Γένεση, στο κεφάλαιο 11. Ξεκινά ως εξής:
Καί ἦν πᾶσα ἡ γῆ χεῖλος ἕν, καὶ φωνὴ μία πᾶσι. καὶ ἐγένετο ἐν τῷ κινῆσαι αὐτοὺς ἀπὸ ἀνατολῶν, εὗρον πεδίον ἐν γῇ Σενναὰρ καὶ κατῴκησαν ἐκεῖ. καὶ εἶπεν ἄνθρωπος τῷ πλησίον αὐτοῦ· δεῦτε πλινθεύσωμεν πλίνθους καὶ ὀπτήσωμεν αὐτὰς πυρί. καὶ ἐγένετο αὐτοῖς ἡ πλίνθος εἰς λίθον, καὶ ἄσφαλτος ἦν αὐτοῖς ὁ πηλός. καὶ εἶπαν· δεῦτε οἰκοδομήσωμεν ἑαυτοῖς πόλιν καὶ πύργον, οὗ ἔσται ἡ κεφαλὴ ἕως τοῦ οὐρανοῦ, καὶ ποιήσωμεν ἑαυτοῖς ὄνομα πρὸ τοῦ διασπαρῆναι ἡμᾶς ἐπὶ προσώπου πάσης τῆς γῆς. καὶ κατέβη Κύριος ἰδεῖν τὴν πόλιν καὶ τὸν πύργον, ὃν ᾠκοδόμησαν οἱ υἱοὶ τῶν ἀνθρώπων. καὶ εἶπε Κύριος· ἰδοὺ γένος ἓν καὶ χεῖλος ἓν πάντων, καὶ τοῦτο ἤρξαντο ποιῆσαι, καὶ νῦν οὐκ ἐκλείψει ἀπ᾿ αὐτῶν πάντα, ὅσα ἂν ἐπιθῶνται ποιεῖν. δεῦτε καὶ καταβάντες συγχέωμεν αὐτῶν ἐκεῖ τὴν γλῶσσαν, ἵνα μὴ ἀκούσωσιν ἕκαστος τὴν φωνὴν τοῦ πλησίον. καὶ διέσπειρεν αὐτοὺς Κύριος ἐκεῖθεν ἐπὶ πρόσωπον πάσης τῆς γῆς, καὶ ἐπαύσαντο οἰκοδομοῦντες τὴν πόλιν καὶ τὸν πύργον. διὰ τοῦτο ἐκλήθη τὸ ὄνομα αὐτῆς Σύγχυσις, ὅτι ἐκεῖ συνέχεε Κύριος τὰ χείλη πάσης τῆς γῆς, καὶ ἐκεῖθεν διέσπειρεν αὐτοὺς Κύριος ἐπὶ πρόσωπον πάσης τῆς γῆς.
[Και ολόκληρη η γη ήταν μιας γλώσσας, και μιας φωνής. Και όταν κίνησαν από την ανατολή, βρήκαν μια πεδιάδα στη γη Σεναάρ· και κατοίκησαν εκεί. Και ο ένας είπε στον άλλον: «Ελάτε, ας κάνουμε πλίθες, και ας τις ψήσουμε σε φωτιά»· και η μεν πλίθα τούς χρησίμευσε αντί για πέτρα, η δε άσφαλτος τους χρησίμευσε αντί για πηλό. Και είπαν: «Ελάτε, ας κτίσουμε για μας μια πόλη και έναν πύργο, που η κορυφή του να φτάνει μέχρι τον ουρανό· και ας αποκτήσουμε για μας όνομα, μήπως και διασπαρούμε επάνω στο πρόσωπο της γης». Και ο Κύριος κατέβηκε για να δει την πόλη και τον πύργο, που οικοδόμησαν οι γιοι των ανθρώπων. Και ο Κύριος είπε: «Να, ένας λαός, και όλοι έχουν μία γλώσσα, και άρχισαν να το πραγματοποιούν· και τώρα δεν θα εμποδιστεί σ’ αυτούς κάθε τι που σκοπεύουν να κάνουν· ελάτε, ας κατέβουμε, και ας συγχύσουμε εκεί τη γλώσσα τους, για να μη καταλαβαίνει ο ένας τη γλώσσα τού άλλου». Και από εκεί ο Κύριος τους διασκόρπισε επάνω στο πρόσωπο ολόκληρης της γης· και σταμάτησαν να κτίζουν την πόλη. Γι’ αυτό, το όνομά της ονομάστηκε Βαβέλ· επειδή, εκεί ο Κύριος σύγχυσε τη γλώσσα ολόκληρης της γης· και από εκεί ο Κύριος τους διασκόρπισε επάνω στο πρόσωπο ολόκληρης της γης.]
(Γένεσις, 11: 1-9)
Παρατήρηση: Ιδιαίτερα ενδιαφέρον είναι ότι η λέξη «Βαβέλ» (που υπάρχει στο μασοριτικό κείμενο και στη μετάφραση των Ιεχωβάδων) δεν υπάρχει στο ελληνικό κείμενο (μετάφραση Ο’), αλλά μεταφράζεται ως «Σύγχυση». Πέραν αυτού, αξιοσημείωτο είναι ότι ο Γιαχβέ μιλά -για μια ακόμη φορά- σε πρώτο πληθυντικό πρόσωπο.
Αυτή είναι η ιστορία· μια πολύ ανόητη και αντιφατική ιστορία είναι!…
Κατ’ αρχάς, αυτός ο οικείος και ασεβής τρόπος με τον οποίο αναφέρεται στον Θεό αυτό το κεφάλαιο, είναι προσβλητικός για έναν σοβαρό άνθρωπο. Όσον αφορά την πρόθεση κατασκευής ενός πύργου που θα φτάσει στον ουρανό, δεν μπορεί να υπήρξαν άνθρωποι τόσο ανόητοι που να πίστευαν κάτι τέτοιο. Αλλά το να παρουσιάζεται ο Θεός να ζηλεύει αυτή την προσπάθεια, όπως έκανε ο συγγραφέας αυτής της διήγησης, ουσιαστικά προσθέτει ασέβεια στην ανοησία. «Δεῦτε οἰκοδομήσωμεν ἑαυτοῖς πόλιν…», λένε οι χτίστες, «…καὶ πύργον, οὗ ἔσται ἡ κεφαλὴ ἕως τοῦ οὐρανοῦ». «Δεῦτε καὶ καταβάντες…», λέει ο Θεός, «…συγχέωμεν αὐτῶν ἐκεῖ τὴν γλῶσσαν».
Αυτή η οικειότητα είναι απρεπής και η αιτιολόγησή της είναι ακόμα χειρότερη. «Τοῦτο ἤρξαντο ποιῆσαι, καὶ νῦν οὐκ ἐκλείψει ἀπ᾿ αὐτῶν πάντα, ὅσα ἂν ἐπιθῶνται ποιεῖν». Ο Μεγαλοδύναμος παρουσιάζεται να ζηλεύει την επιθυμία τους να ανέβουν στον ουρανό. Η ιστορία αυτή είναι μια τελείως γελοία προσπάθεια, γελοία ακόμα και για μύθο, να εξηγηθεί η ποικιλία γλωσσών στον κόσμο, και απ’ ό,τι φαίνεται αυτός ήταν ο σκοπός της.
Επιπλέον, η σύγχυση των γλωσσών για να χωριστούν οι άνθρωποι δεν έχει νόημα, γιατί αντί να παράγει αυτό το αποτέλεσμα, ουσιαστικά θα αύξανε τις δυσκολίες των ανθρώπων και θα τους ανάγκαζε να μείνουν κοντά ο ένας στον άλλο. Πού θα μπορούσαν να πάνε για να βελτιώσουν τη ζωή τους;
Άλλη μια παρατήρηση στην ιστορία, είναι ότι είναι ασυνεπής με την ιδέα ότι η Βίβλος είναι ο λόγος του Θεού που δόθηκε από τον Θεό για να διαβαστεί από την ανθρωπότητα. Τίποτα δεν θα εμπόδιζε τη διάδοση αυτού του λόγου περισσότερο από τη σύγχυση των γλωσσών της ανθρωπότητας. Οι άνθρωποι, που μετά από αυτό μιλούσαν διαφορετικές γλώσσες, θα μπορούσαν να καταλάβουν τον λόγο του Θεού, όσο μπορούσαν και οι χτίστες της Βαβέλ να καταλάβουν ο ένας τον άλλο. Αν όντως ο Θεός ήθελε να δώσει τον λόγο του στους ανθρώπους, σίγουρα θα ήταν καλύτερο η ανθρωπότητα να είχε ένα στόμα και μία φωνή, όπως πριν τη Βαβέλ, και να μην είχαν συγχυσθεί ποτέ.
Ωστόσο, είναι γεγονός ότι η Βίβλος δεν επιδέχεται εξέτασης σε κανένα τμήμα της, το οποίο δεν θα συνέβαινε αν ήταν όντως ο λόγος του Θεού. Αυτοί που το πιστεύουν αυτό είναι αυτοί που ξέρουν τα λιγότερα για τη Βίβλο και οι ιερείς πάντα φροντίζουν να κρατούν τα αντιφατικά και ασυνεπή τμήματά της κρυμμένα.
Ο Άρμστρονγκ γράφει για την ιστορία του πύργου της Βαβέλ:
Ερώτηση: Τί είναι πιο γελοίο; Η ιδέα ενός πύργου που φτάνει στα Ουράνια ή η ιδέα ότι μερικοί αρχιτέκτονες της Εποχής του Χαλκού μπορούν να φοβίσουν τον Θεό;
Από αυτούς τους 9 στίχους στην αρχή του κεφαλαίου 11 της Γενέσεως μαθαίνουμε ότι:
1. Προφανώς αυτοί που έγραψαν τη Βίβλο νόμιζαν ότι είναι αρχιτεκτονικά εφικτό να χτιστεί ένας πύργος που μπορεί να φτάσει στα σύννεφα (ή τον ουράνιο θόλο) και κατά συνέπεια στα Ουράνια.
2. Ο Γιαχβέ φοβήθηκε αυτούς τους ανθρώπους στον στίχο 6.
3. Ο Γιαχβέ καταράστηκε τους ανθρώπους για να σταματήσει την ανοικοδόμηση. Οι διαφορετικές γλώσσες δημιουργήθηκαν στιγμιαία εκείνη τη στιγμή.
Η κοινή λογική, μας λέει:
1. Είναι εντελώς απίθανο ο δημιουργός ολόκληρου του σύμπαντος να νιώθει φόβο ή να απειλείται από οποιαδήποτε ανθρώπινη δραστηριότητα.
2. Προφανώς ο Θεός δεν απειλείται από το ότι ταξιδεύουμε πέρα-δώθε στο φεγγάρι, αφού επιτρέπει να γίνει ένα τέτοιο ταξίδι.
3. Αν όντως υπάρχουν τα Ουράνια (ή ο Παράδεισος), δεν βρίσκονται κοντά στη Γη.
Βιβλική αντίφαση:
Αν και η Βίβλος στη Γένεση (κεφ. 11) λέει ότι υπήρχε μόνο μια γλώσσα, στο αμέσως προηγούμενο κεφάλαιο υποδηλώνει ότι υπήρχαν παραπάνω από μία…
Γένεσις, 10: 5: «ἐκ τούτων ἀφωρίσθησαν νῆσοι τῶν ἐθνῶν ἐν τῇ γῇ αὐτῶν, ἕκαστος κατὰ γλῶσσαν ἐν ταῖς φυλαῖς αὐτῶν καὶ ἐν τοῖς ἔθνεσιν αὐτῶν».
Γένεσις, 10: 20: «οὗτοι υἱοὶ Χάμ, ἐν ταῖς φυλαῖς αὐτῶν, κατὰ γλώσσας αὐτῶν, ἐν ταῖς χώραις αὐτῶν καὶ ἐν τοῖς ἔθνεσιν αὐτῶν».
Γένεσις, 10: 31: «οὗτοι υἱοὶ Σήμ, ἐν ταῖς φυλαῖς αὐτῶν, κατὰ γλώσσας αὐτῶν, ἐν ταῖς χώραις αὐτῶν καὶ ἐν τοῖς ἔθνεσιν αὐτῶν».
Προφανώς υπήρχαν περισσότερες της μίας γλώσσες και πριν τον πύργο της Βαβέλ, σύμφωνα με το 10ο κεφάλαιο. Αλλά το 11ο λέει ότι δεν υπήρχαν. Πώς γίνεται αυτοί που συνέθεσαν τον φερόμενο «λόγο του Θεού» να ήταν τόσο τσαπατσούληδες;
Καί ἦν πᾶσα ἡ γῆ χεῖλος ἕν, καὶ φωνὴ μία πᾶσι. καὶ ἐγένετο ἐν τῷ κινῆσαι αὐτοὺς ἀπὸ ἀνατολῶν, εὗρον πεδίον ἐν γῇ Σενναὰρ καὶ κατῴκησαν ἐκεῖ. καὶ εἶπεν ἄνθρωπος τῷ πλησίον αὐτοῦ· δεῦτε πλινθεύσωμεν πλίνθους καὶ ὀπτήσωμεν αὐτὰς πυρί. καὶ ἐγένετο αὐτοῖς ἡ πλίνθος εἰς λίθον, καὶ ἄσφαλτος ἦν αὐτοῖς ὁ πηλός. καὶ εἶπαν· δεῦτε οἰκοδομήσωμεν ἑαυτοῖς πόλιν καὶ πύργον, οὗ ἔσται ἡ κεφαλὴ ἕως τοῦ οὐρανοῦ, καὶ ποιήσωμεν ἑαυτοῖς ὄνομα πρὸ τοῦ διασπαρῆναι ἡμᾶς ἐπὶ προσώπου πάσης τῆς γῆς. καὶ κατέβη Κύριος ἰδεῖν τὴν πόλιν καὶ τὸν πύργον, ὃν ᾠκοδόμησαν οἱ υἱοὶ τῶν ἀνθρώπων. καὶ εἶπε Κύριος· ἰδοὺ γένος ἓν καὶ χεῖλος ἓν πάντων, καὶ τοῦτο ἤρξαντο ποιῆσαι, καὶ νῦν οὐκ ἐκλείψει ἀπ᾿ αὐτῶν πάντα, ὅσα ἂν ἐπιθῶνται ποιεῖν. δεῦτε καὶ καταβάντες συγχέωμεν αὐτῶν ἐκεῖ τὴν γλῶσσαν, ἵνα μὴ ἀκούσωσιν ἕκαστος τὴν φωνὴν τοῦ πλησίον. καὶ διέσπειρεν αὐτοὺς Κύριος ἐκεῖθεν ἐπὶ πρόσωπον πάσης τῆς γῆς, καὶ ἐπαύσαντο οἰκοδομοῦντες τὴν πόλιν καὶ τὸν πύργον. διὰ τοῦτο ἐκλήθη τὸ ὄνομα αὐτῆς Σύγχυσις, ὅτι ἐκεῖ συνέχεε Κύριος τὰ χείλη πάσης τῆς γῆς, καὶ ἐκεῖθεν διέσπειρεν αὐτοὺς Κύριος ἐπὶ πρόσωπον πάσης τῆς γῆς.
[Και ολόκληρη η γη ήταν μιας γλώσσας, και μιας φωνής. Και όταν κίνησαν από την ανατολή, βρήκαν μια πεδιάδα στη γη Σεναάρ· και κατοίκησαν εκεί. Και ο ένας είπε στον άλλον: «Ελάτε, ας κάνουμε πλίθες, και ας τις ψήσουμε σε φωτιά»· και η μεν πλίθα τούς χρησίμευσε αντί για πέτρα, η δε άσφαλτος τους χρησίμευσε αντί για πηλό. Και είπαν: «Ελάτε, ας κτίσουμε για μας μια πόλη και έναν πύργο, που η κορυφή του να φτάνει μέχρι τον ουρανό· και ας αποκτήσουμε για μας όνομα, μήπως και διασπαρούμε επάνω στο πρόσωπο της γης». Και ο Κύριος κατέβηκε για να δει την πόλη και τον πύργο, που οικοδόμησαν οι γιοι των ανθρώπων. Και ο Κύριος είπε: «Να, ένας λαός, και όλοι έχουν μία γλώσσα, και άρχισαν να το πραγματοποιούν· και τώρα δεν θα εμποδιστεί σ’ αυτούς κάθε τι που σκοπεύουν να κάνουν· ελάτε, ας κατέβουμε, και ας συγχύσουμε εκεί τη γλώσσα τους, για να μη καταλαβαίνει ο ένας τη γλώσσα τού άλλου». Και από εκεί ο Κύριος τους διασκόρπισε επάνω στο πρόσωπο ολόκληρης της γης· και σταμάτησαν να κτίζουν την πόλη. Γι’ αυτό, το όνομά της ονομάστηκε Βαβέλ· επειδή, εκεί ο Κύριος σύγχυσε τη γλώσσα ολόκληρης της γης· και από εκεί ο Κύριος τους διασκόρπισε επάνω στο πρόσωπο ολόκληρης της γης.]
(Γένεσις, 11: 1-9)
Παρατήρηση: Ιδιαίτερα ενδιαφέρον είναι ότι η λέξη «Βαβέλ» (που υπάρχει στο μασοριτικό κείμενο και στη μετάφραση των Ιεχωβάδων) δεν υπάρχει στο ελληνικό κείμενο (μετάφραση Ο’), αλλά μεταφράζεται ως «Σύγχυση». Πέραν αυτού, αξιοσημείωτο είναι ότι ο Γιαχβέ μιλά -για μια ακόμη φορά- σε πρώτο πληθυντικό πρόσωπο.
Αυτή είναι η ιστορία· μια πολύ ανόητη και αντιφατική ιστορία είναι!…
Κατ’ αρχάς, αυτός ο οικείος και ασεβής τρόπος με τον οποίο αναφέρεται στον Θεό αυτό το κεφάλαιο, είναι προσβλητικός για έναν σοβαρό άνθρωπο. Όσον αφορά την πρόθεση κατασκευής ενός πύργου που θα φτάσει στον ουρανό, δεν μπορεί να υπήρξαν άνθρωποι τόσο ανόητοι που να πίστευαν κάτι τέτοιο. Αλλά το να παρουσιάζεται ο Θεός να ζηλεύει αυτή την προσπάθεια, όπως έκανε ο συγγραφέας αυτής της διήγησης, ουσιαστικά προσθέτει ασέβεια στην ανοησία. «Δεῦτε οἰκοδομήσωμεν ἑαυτοῖς πόλιν…», λένε οι χτίστες, «…καὶ πύργον, οὗ ἔσται ἡ κεφαλὴ ἕως τοῦ οὐρανοῦ». «Δεῦτε καὶ καταβάντες…», λέει ο Θεός, «…συγχέωμεν αὐτῶν ἐκεῖ τὴν γλῶσσαν».
Αυτή η οικειότητα είναι απρεπής και η αιτιολόγησή της είναι ακόμα χειρότερη. «Τοῦτο ἤρξαντο ποιῆσαι, καὶ νῦν οὐκ ἐκλείψει ἀπ᾿ αὐτῶν πάντα, ὅσα ἂν ἐπιθῶνται ποιεῖν». Ο Μεγαλοδύναμος παρουσιάζεται να ζηλεύει την επιθυμία τους να ανέβουν στον ουρανό. Η ιστορία αυτή είναι μια τελείως γελοία προσπάθεια, γελοία ακόμα και για μύθο, να εξηγηθεί η ποικιλία γλωσσών στον κόσμο, και απ’ ό,τι φαίνεται αυτός ήταν ο σκοπός της.
Επιπλέον, η σύγχυση των γλωσσών για να χωριστούν οι άνθρωποι δεν έχει νόημα, γιατί αντί να παράγει αυτό το αποτέλεσμα, ουσιαστικά θα αύξανε τις δυσκολίες των ανθρώπων και θα τους ανάγκαζε να μείνουν κοντά ο ένας στον άλλο. Πού θα μπορούσαν να πάνε για να βελτιώσουν τη ζωή τους;
Άλλη μια παρατήρηση στην ιστορία, είναι ότι είναι ασυνεπής με την ιδέα ότι η Βίβλος είναι ο λόγος του Θεού που δόθηκε από τον Θεό για να διαβαστεί από την ανθρωπότητα. Τίποτα δεν θα εμπόδιζε τη διάδοση αυτού του λόγου περισσότερο από τη σύγχυση των γλωσσών της ανθρωπότητας. Οι άνθρωποι, που μετά από αυτό μιλούσαν διαφορετικές γλώσσες, θα μπορούσαν να καταλάβουν τον λόγο του Θεού, όσο μπορούσαν και οι χτίστες της Βαβέλ να καταλάβουν ο ένας τον άλλο. Αν όντως ο Θεός ήθελε να δώσει τον λόγο του στους ανθρώπους, σίγουρα θα ήταν καλύτερο η ανθρωπότητα να είχε ένα στόμα και μία φωνή, όπως πριν τη Βαβέλ, και να μην είχαν συγχυσθεί ποτέ.
Ωστόσο, είναι γεγονός ότι η Βίβλος δεν επιδέχεται εξέτασης σε κανένα τμήμα της, το οποίο δεν θα συνέβαινε αν ήταν όντως ο λόγος του Θεού. Αυτοί που το πιστεύουν αυτό είναι αυτοί που ξέρουν τα λιγότερα για τη Βίβλο και οι ιερείς πάντα φροντίζουν να κρατούν τα αντιφατικά και ασυνεπή τμήματά της κρυμμένα.
Ο Άρμστρονγκ γράφει για την ιστορία του πύργου της Βαβέλ:
Ερώτηση: Τί είναι πιο γελοίο; Η ιδέα ενός πύργου που φτάνει στα Ουράνια ή η ιδέα ότι μερικοί αρχιτέκτονες της Εποχής του Χαλκού μπορούν να φοβίσουν τον Θεό;
Από αυτούς τους 9 στίχους στην αρχή του κεφαλαίου 11 της Γενέσεως μαθαίνουμε ότι:
1. Προφανώς αυτοί που έγραψαν τη Βίβλο νόμιζαν ότι είναι αρχιτεκτονικά εφικτό να χτιστεί ένας πύργος που μπορεί να φτάσει στα σύννεφα (ή τον ουράνιο θόλο) και κατά συνέπεια στα Ουράνια.
2. Ο Γιαχβέ φοβήθηκε αυτούς τους ανθρώπους στον στίχο 6.
3. Ο Γιαχβέ καταράστηκε τους ανθρώπους για να σταματήσει την ανοικοδόμηση. Οι διαφορετικές γλώσσες δημιουργήθηκαν στιγμιαία εκείνη τη στιγμή.
Η κοινή λογική, μας λέει:
1. Είναι εντελώς απίθανο ο δημιουργός ολόκληρου του σύμπαντος να νιώθει φόβο ή να απειλείται από οποιαδήποτε ανθρώπινη δραστηριότητα.
2. Προφανώς ο Θεός δεν απειλείται από το ότι ταξιδεύουμε πέρα-δώθε στο φεγγάρι, αφού επιτρέπει να γίνει ένα τέτοιο ταξίδι.
3. Αν όντως υπάρχουν τα Ουράνια (ή ο Παράδεισος), δεν βρίσκονται κοντά στη Γη.
Βιβλική αντίφαση:
Αν και η Βίβλος στη Γένεση (κεφ. 11) λέει ότι υπήρχε μόνο μια γλώσσα, στο αμέσως προηγούμενο κεφάλαιο υποδηλώνει ότι υπήρχαν παραπάνω από μία…
Γένεσις, 10: 5: «ἐκ τούτων ἀφωρίσθησαν νῆσοι τῶν ἐθνῶν ἐν τῇ γῇ αὐτῶν, ἕκαστος κατὰ γλῶσσαν ἐν ταῖς φυλαῖς αὐτῶν καὶ ἐν τοῖς ἔθνεσιν αὐτῶν».
Γένεσις, 10: 20: «οὗτοι υἱοὶ Χάμ, ἐν ταῖς φυλαῖς αὐτῶν, κατὰ γλώσσας αὐτῶν, ἐν ταῖς χώραις αὐτῶν καὶ ἐν τοῖς ἔθνεσιν αὐτῶν».
Γένεσις, 10: 31: «οὗτοι υἱοὶ Σήμ, ἐν ταῖς φυλαῖς αὐτῶν, κατὰ γλώσσας αὐτῶν, ἐν ταῖς χώραις αὐτῶν καὶ ἐν τοῖς ἔθνεσιν αὐτῶν».
Προφανώς υπήρχαν περισσότερες της μίας γλώσσες και πριν τον πύργο της Βαβέλ, σύμφωνα με το 10ο κεφάλαιο. Αλλά το 11ο λέει ότι δεν υπήρχαν. Πώς γίνεται αυτοί που συνέθεσαν τον φερόμενο «λόγο του Θεού» να ήταν τόσο τσαπατσούληδες;
Λαγνεία, Έλξη και Προσκόλληση. Οι 3 φάσεις του έρωτα
Τα τελευταία χρόνια η νευροενδοκρινολογία έχει εξηγήσει σχεδόν ολοκληρωτικά την ερωτική συμπεριφορά. Όπως αποδεικνύεται από τις μελέτες και έρευνες που έχουν πραγματοποιηθεί πάνω στο θέμα, η ερωτική αγάπη και οι ερωτικοί δεσμοί είναι προϊόν νευροχημικών διαδικασιών. Συγκεκριμένα κάθε ερωτική έκφραση έχει και ανάλογο ορμονικό υπόβαθρο.
Η φύση παίζει μαζί μας παράξενα ερωτικά παιχνίδια με όπλο τις ορμόνες που εκκρίνονται, ιδίως από κάποιους νευρώνες του νωτιαίου μυελού. Η στιγμή της κορύφωσης της ερωτικής πράξης παρομοιάζεται από τους νευροεπιστήμονες με θύελλα που ξεσπά στον εγκέφαλο κάτι σαν έκρηξη πυροτεχνημάτων στο κέντρο του εγκεφάλου, στον υποθάλαμο, που δημιουργείται λόγω της μαζικής παραγωγής ορμονών.
Υπάρχουν, επίσης, κάποιες ορμόνες, οι φερομόνες, από τις οποίες ξεκινά το παιχνίδι της σαγήνης επειδή σχετίζονται με την ερωτική ορμή.
Είτε το θέλουμε είτε όχι, είμαστε δέσμιοι της χημείας και της φύσης. Κι αυτή η δέσμευση, που άρχισε εκατομμύρια χρόνια πριν, εξακολουθεί να ασκεί την ίδια έντονη επιρροή «τραβώντας» μας κυριολεκτικά από τη μύτη!
Γι αυτό, άλλωστε, έχουμε την τάση να φοράμε κολόνιες και αρώματα. Θέλουμε να εκπέμπει το σώμα μας μυρωδιές και αρώματα για να είμαστε πιο ελκυστικοί και αρεστοί στους άλλους. Οι εταιρίες καλλυντικών δημιουργούν αρώματα και κολόνιες που είναι πραγματικά ακαταμάχητα. Όχι επειδή απλώς μυρίζουν ωραία αλλά επειδή περιέχουν παράγωγα φερομονών όπως η ανδροστενόνη, η γαλακτολίνη και εξαλτονίνη. Αυτού του τύπου οι κολόνιες μας κάνουν να νιώθουμε μια ευχάριστη έλξη για τους ανθρώπους που τα φορούν μόνο και μόνο γιατί μας άγγιξε το άρωμά τους!
Η παραγωγή φερομονών σχετίζεται και με το ανοσοποιητικό σύστημα. Θεωρείται ότι πρόκειται για μια προσπάθεια του οργανισμού να επιλέξει -βάσει της μυρωδιάς- τον ιδανικό σύντροφο, ώστε να υπάρχει η μεγαλύτερη δυνατή συμβατότητα των ανοσοποιητικών συστημάτων των δύο ατόμων, με απώτερο σκοπό να αποκτήσουν γερά παιδιά.
Όταν κάποιος είναι ερωτευμένος, το σώμα του βιώνει πραγματικές αλλαγές.
Από πλευράς νευροχημείας, το ερωτικό φαινόμενο περιγράφεται ως διακρινόμενο σε τρεις φάσεις: τη φάση της Λαγνείας, τη φάση της Έλξης και τη φάση της Προσκόλλησης.
Τα έντονα συναισθήματα που βιώνει ο ερωτευμένος σε κάθε μία από αυτές τις φάσεις οφείλονται σε συγκεκριμένες – ανά φάση – νευροχημικές ουσίες.
Η φάση της Λαγνείας οφείλεται στην παραγωγή τεστοστερόνης στους άντρες και οιστρογόνων στις γυναίκες, γεγονός που τους ωθεί να συνάψουν σεξουαλικές σχέσεις.
Η τεστοστερόνη, πρόκειται για μια ορμόνη που αυξομειώνεται ανεβοκατεβάζοντας έτσι και την επιθυμία στο ερωτικό παιχνίδι. Η έλλειψή της είναι και καταλυτική για την εμφάνιση της κατάθλιψης. Πράγμα που συνοδεύεται και από την έλλειψη της επιθυμίας.
Στους άνδρες, η ορμόνη τεστοστερόνη που μεταξύ άλλων αυξάνει την επιθετικότητα και τη σεξουαλική ορμή, μειώνεται. Αντίθετα στις γυναίκες, η τεστοστερόνη που συνήθως βρίσκεται σε χαμηλά επίπεδα και είναι υπεύθυνη για τη σεξουαλική ορμή των γυναικών, αυξάνεται.
Το γεγονός ότι η τεστοστερόνη μειώνεται στους άνδρες ενώ αυξάνεται στις γυναίκες, ερμηνεύεται ως μια προσπάθεια της φύσης να μειώσει τις διαφορές μεταξύ των δύο. Η μείωση των διαφορών συμβάλλει στη σύναψη στενών και ισχυρών σχέσεων μεταξύ των ερωτευμένων. Ερευνητές μέτρησαν τα επίπεδα τεστοστερόνης στα ερωτευμένα ζευγάρια από ένα μέχρι δύο χρόνια μετά την έναρξη του έρωτά τους και βρήκαν ότι η τεστοστερόνη επέστρεψε στα φυσιολογικά της επίπεδα.
Η ερωτική έλξη είναι καθαρά θέμα βιοχημικών μεταβολών στο σώμα μας. Η φάση της Έλξης χαρακτηρίζεται από παραγωγή φαινυλεθυλαμίνης που απελευθερώνει ντοπαμίνη και σεροτονίνη, νευροδιαβιβαστές που ευθύνονται για τη ρύθμιση συναισθημάτων χαράς, ευτυχίας και ενθουσιασμού.
Το αποτέλεσμα είναι ένα αίσθημα ευδαιμονίας. Τα προβλήματα προσωρινά εξαφανίζονται, το ίδιο και αισθήματα άγχους ή στρες, και κάποιες φορές παρατηρείται και αναλγητική δράση. Αξίζει επίσης να σημειωθεί εδώ πως, χημικά, τα αποτελέσματά της σεροτονίνης στην ερωτική τρέλα, είναι παρόμοια με τα συμπτώματα ανθρώπων με ιδεοψυχαναγκαστική διαταραχή, πράγμα που μπορεί να εξηγήσει γιατί οι ερωτευμένοι δεν μπορούν να σκεφτούν τίποτε άλλο.
Το ερωτικό πάθος, το «κουμαντάρει» η ορμόνη ντοπαμίνη. Είναι ο νευροδιαβιβαστής που έχει άμεση πρόσβαση στο κέντρο «επιβράβευσης – ικανοποίησης» του εγκεφάλου. Ανάλογα με την ποσότητα της ντοπαμίνης έχουμε και την μεγαλύτερη ή μικρότερη αίσθηση της ηδονής.
Στο στάδιο της καταπληκτικής εκείνης περίοδου που αισθανόμαστε πραγματικά ερωτοχτυπημένοι και δεν μπορούμε να σκεφτούμε τίποτα άλλο τρεις βασικοί νευροδιαβιβαστές, η αδρεναλίνη, η ντοπαμίνη και η σεροτονίνη, αποτελούν τους κύριους υπαίτιους για τα ακραία, αλλά υπέροχα αισθήματά μας.
Η αρχική κατάσταση κατά την οποία κάποιος αισθάνεται ότι ερωτεύεται συνδέεται με το άγχος που προκαλεί η επικείμενη συνάντηση με το αγαπημένο του πρόσωπο, που επιφέρει αύξηση των επιπέδων αδρεναλίνης και κορτιζόλης στο αίμα του. Αυτός είναι και ο λόγος που αισθανόμαστε την καρδιά μας να χτυπάει δυνατά, να ιδρώνουμε και να στεγνώνει το στόμα μας, όταν συναντηθούμε αναπάντεχα με το πρόσωπο που μας ενδιαφέρει.
Η ντοπαμίνη προκαλεί μία έντονη ορμή προς ευχαρίστηση, η οποία διεγείρει την επιθυμία και την ανάγκη ανταμοιβής, προκαλώντας στον εγκέφαλο τα ίδια αποτελέσματα που έχει η κοκαΐνη. Η αυξημένη έκκριση ντοπαμίνης ευθύνεται για το γεγονός ότι οι ερωτευμένοι νιώθουν μικρότερη ανάγκη για ύπνο και φαγητό, καθώς η προσοχή τους εστιάζεται και αντλεί ευχαρίστηση από τις πιο μικρές λεπτομέρειες της νέας σχέσης.
Ο τρίτος νευροδιαβιβαστής που συνθέτει την εικόνα του ερωτευμένου ατόμου, η σεροτονίνη, είναι μία από τις πιο σημαντικές χημικές ουσίες του έρωτα που μπορεί να εξηγήσει το γεγονός ότι το πρόσωπο με το οποίο είμαστε ερωτευμένοι εμφανίζεται συνεχώς στις σκέψεις μας.
Επίσης, με τη βοήθεια πλέον και μηχανημάτων, όπως ο μαγνητικός τομογράφος, οι επιστήμονες μπορούν να αντλήσουν στοιχεία για τη λειτουργία του εγκεφάλου την ώρα της διέγερσης τους. Έρευνες σε ερωτευμένα ζευγάρια έδειξαν ότι υπάρχει ενεργοποίηση ενός πολύπλοκου συστήματος στον εγκέφαλο, που προσομοιάζει με αυτό που συμβαίνει όταν γίνεται λήψη κοκαΐνης.
Η φάση της Προσκόλλησης έρχεται συνήθως ως μοιραία κατάληξη των δύο προηγούμενων σταδίων.
Κατά την φάση αυτή, δημιουργούνται συναισθηματικοί δεσμοί ανάμεσα στο ζευγάρι ενώ οι συσχετιζόμενες χημικές ουσίες εκκρίνονται σε περίοδο από 90 μέρες έως και 3 χρόνια μετά τη φάση της Έλξης.
Τα χημικά αυτά συνιστούν η ορμόνες οκυτοκίνη και βασοπρεσσίνη. Μια ηδονή που γίνεται σιγά – σιγά συναίσθημα όταν ενεργοποιείται η ορμόνη του έρωτα που είναι η οκυτοκίνη. Η οξυτοκίνη εκκρίνεται από τον υποθάλαμο στο κεντρικό νευρικό σύστημα και αποθηκεύεται στην υπόφυση. Είναι η ορμόνη της αφής και της αγάπης. Διεγείρει τα άτομα στο να είναι μαζί και να συνυπάρχουν αγαπημένα. Από αυτή την ορμόνη δημιουργείται και η αίσθηση της στοργής.
Η οκυτοκίνη είναι μία ισχυρή ορμόνη που παράγεται στους άντρες και τις γυναίκες κατά τη διάρκεια του οργασμού και ενισχύει το αίσθημα της σύνδεσης, της εγγύτητας και της οικειότητας που δημιουργείται ανάμεσα στο ζευγάρι. Συμβάλλει αποφασιστικά στη δημιουργία των συσπάσεων της μήτρας (οργασμό), την αγγειοδιαστολή (ξάναμμα), και στο θηλασμό (στοργική μητέρα).
Θεωρείται πάντως ως η ορμόνη της προσκόλλησης και της δέσμευσης, δημιουργεί αισθήματα ικανοποίησης, ασφάλειας και ηρεμίας και είναι επίσης εκείνη η οποία βοηθά, μέσω της έκκριση της κατά το θηλασμό, στο να δημιουργηθούν και να εδραιωθούν δεσμοί αγάπης μεταξύ μητέρας και παιδιού. Με παρόμοιο και ανάλογο τρόπο ενεργεί και μεταξύ των ερωτευμένων.
Η βασοπρεσσίνη ενισχύει τη μακροπρόθεσμη δέσμευση του ζευγαριού και επίσης εκλύεται μετά την ερωτική συνεύρεση. Πρόκειται για την ορμόνη που σχετίζεται με τα νεφρά και ελέγχει το αίσθημα της δίψας. Η ίδια αυτή ορμόνη αυξάνει την αφοσίωση του ενός ατόμου στο άλλο και ενισχύει την τάση τους να προστατεύουν το σύντροφό τους από άλλους επίδοξους διεκδικητές.
Σύμφωνα με έρευνα που έγινε το 2004, φέρεται να είναι υπεύθυνη για τη θεμελίωση της πίστης ανάμεσα σε ένα ζευγάρι που έχει εισέλθει στη φάση Προσκόλλησης. Σύμφωνα με τους ερευνητές, κατά τη διάρκεια της σεξουαλικής πράξης συμβαίνει στη γυναίκα έκλυση βασοπρεσσίνης, η οποία κατόπιν συλλαμβάνεται από τον άνδρα μέσω ειδικών υποδοχέων, δίνοντας του αίσθημα πληρότητας και ικανοποίησης, και άρα την επιθυμία να παραμείνει με τη σύντροφο που έχει.
Εντυπωσιακό εύρημα αποτελεί το ότι μια γενετική διαφοροποίηση σε έναν από αυτούς τους υποδοχείς βασοπρεσσίνης συνδέεται με το φόβο της δέσμευσης και κατά συνέπεια την απιστία. Θα μπορούσαμε λοιπόν να πούμε ότι η βασοπρεσσίνη σχετίζεται με το συναισθηματικό δέσιμο και την ερωτική πίστη στους άντρες.
Και στα δύο φύλα αυξάνεται σημαντικά η κορτιζόνη που είναι η κατ’ εξοχήν ορμόνη του στρες.
O συντονισμός όλων αυτών των ορμονών γίνεται από τον εγκέφαλο με βάση την μνήμη και καθοδήγηση από διάφορα γονίδια.
Όπως αποδεικνύεται, η ερωτική αγάπη και οι ερωτικοί δεσμοί είναι προϊόν νευροχημικών διαδικασιών. Αντίθετα με ό,τι πιστεύουμε και μας κάνει πολύ συχνά να απογοητευόμαστε και να εγκαταλείπουμε, φαίνεται πως η αντίληψη ότι όταν ο έρωτας σβήνει, δεν ξανανάβει, δεν είναι και τόσο σωστή.
Το ερωτικό πάθος, αν και λιγότερο έντονο από ό,τι στην αρχή, μπορεί να αναβιώσει ξανά και ξανά σε μια σχέση στην οποία έχει αναπτυχθεί εμπιστοσύνη και οικειότητα.
Διότι, επίσης αντίθετα με αυτό που πιστεύεται, δεν είναι η σεξουαλική επιθυμία που τροφοδοτεί το ερωτικό συναίσθημα, αλλά τα τρυφερά συναισθήματα που ξυπνούν την επιθυμία για τον άλλον.
Η φύση παίζει μαζί μας παράξενα ερωτικά παιχνίδια με όπλο τις ορμόνες που εκκρίνονται, ιδίως από κάποιους νευρώνες του νωτιαίου μυελού. Η στιγμή της κορύφωσης της ερωτικής πράξης παρομοιάζεται από τους νευροεπιστήμονες με θύελλα που ξεσπά στον εγκέφαλο κάτι σαν έκρηξη πυροτεχνημάτων στο κέντρο του εγκεφάλου, στον υποθάλαμο, που δημιουργείται λόγω της μαζικής παραγωγής ορμονών.
Υπάρχουν, επίσης, κάποιες ορμόνες, οι φερομόνες, από τις οποίες ξεκινά το παιχνίδι της σαγήνης επειδή σχετίζονται με την ερωτική ορμή.
Είτε το θέλουμε είτε όχι, είμαστε δέσμιοι της χημείας και της φύσης. Κι αυτή η δέσμευση, που άρχισε εκατομμύρια χρόνια πριν, εξακολουθεί να ασκεί την ίδια έντονη επιρροή «τραβώντας» μας κυριολεκτικά από τη μύτη!
Γι αυτό, άλλωστε, έχουμε την τάση να φοράμε κολόνιες και αρώματα. Θέλουμε να εκπέμπει το σώμα μας μυρωδιές και αρώματα για να είμαστε πιο ελκυστικοί και αρεστοί στους άλλους. Οι εταιρίες καλλυντικών δημιουργούν αρώματα και κολόνιες που είναι πραγματικά ακαταμάχητα. Όχι επειδή απλώς μυρίζουν ωραία αλλά επειδή περιέχουν παράγωγα φερομονών όπως η ανδροστενόνη, η γαλακτολίνη και εξαλτονίνη. Αυτού του τύπου οι κολόνιες μας κάνουν να νιώθουμε μια ευχάριστη έλξη για τους ανθρώπους που τα φορούν μόνο και μόνο γιατί μας άγγιξε το άρωμά τους!
Η παραγωγή φερομονών σχετίζεται και με το ανοσοποιητικό σύστημα. Θεωρείται ότι πρόκειται για μια προσπάθεια του οργανισμού να επιλέξει -βάσει της μυρωδιάς- τον ιδανικό σύντροφο, ώστε να υπάρχει η μεγαλύτερη δυνατή συμβατότητα των ανοσοποιητικών συστημάτων των δύο ατόμων, με απώτερο σκοπό να αποκτήσουν γερά παιδιά.
Όταν κάποιος είναι ερωτευμένος, το σώμα του βιώνει πραγματικές αλλαγές.
Από πλευράς νευροχημείας, το ερωτικό φαινόμενο περιγράφεται ως διακρινόμενο σε τρεις φάσεις: τη φάση της Λαγνείας, τη φάση της Έλξης και τη φάση της Προσκόλλησης.
Τα έντονα συναισθήματα που βιώνει ο ερωτευμένος σε κάθε μία από αυτές τις φάσεις οφείλονται σε συγκεκριμένες – ανά φάση – νευροχημικές ουσίες.
Η φάση της Λαγνείας οφείλεται στην παραγωγή τεστοστερόνης στους άντρες και οιστρογόνων στις γυναίκες, γεγονός που τους ωθεί να συνάψουν σεξουαλικές σχέσεις.
Η τεστοστερόνη, πρόκειται για μια ορμόνη που αυξομειώνεται ανεβοκατεβάζοντας έτσι και την επιθυμία στο ερωτικό παιχνίδι. Η έλλειψή της είναι και καταλυτική για την εμφάνιση της κατάθλιψης. Πράγμα που συνοδεύεται και από την έλλειψη της επιθυμίας.
Στους άνδρες, η ορμόνη τεστοστερόνη που μεταξύ άλλων αυξάνει την επιθετικότητα και τη σεξουαλική ορμή, μειώνεται. Αντίθετα στις γυναίκες, η τεστοστερόνη που συνήθως βρίσκεται σε χαμηλά επίπεδα και είναι υπεύθυνη για τη σεξουαλική ορμή των γυναικών, αυξάνεται.
Το γεγονός ότι η τεστοστερόνη μειώνεται στους άνδρες ενώ αυξάνεται στις γυναίκες, ερμηνεύεται ως μια προσπάθεια της φύσης να μειώσει τις διαφορές μεταξύ των δύο. Η μείωση των διαφορών συμβάλλει στη σύναψη στενών και ισχυρών σχέσεων μεταξύ των ερωτευμένων. Ερευνητές μέτρησαν τα επίπεδα τεστοστερόνης στα ερωτευμένα ζευγάρια από ένα μέχρι δύο χρόνια μετά την έναρξη του έρωτά τους και βρήκαν ότι η τεστοστερόνη επέστρεψε στα φυσιολογικά της επίπεδα.
Η ερωτική έλξη είναι καθαρά θέμα βιοχημικών μεταβολών στο σώμα μας. Η φάση της Έλξης χαρακτηρίζεται από παραγωγή φαινυλεθυλαμίνης που απελευθερώνει ντοπαμίνη και σεροτονίνη, νευροδιαβιβαστές που ευθύνονται για τη ρύθμιση συναισθημάτων χαράς, ευτυχίας και ενθουσιασμού.
Το αποτέλεσμα είναι ένα αίσθημα ευδαιμονίας. Τα προβλήματα προσωρινά εξαφανίζονται, το ίδιο και αισθήματα άγχους ή στρες, και κάποιες φορές παρατηρείται και αναλγητική δράση. Αξίζει επίσης να σημειωθεί εδώ πως, χημικά, τα αποτελέσματά της σεροτονίνης στην ερωτική τρέλα, είναι παρόμοια με τα συμπτώματα ανθρώπων με ιδεοψυχαναγκαστική διαταραχή, πράγμα που μπορεί να εξηγήσει γιατί οι ερωτευμένοι δεν μπορούν να σκεφτούν τίποτε άλλο.
Το ερωτικό πάθος, το «κουμαντάρει» η ορμόνη ντοπαμίνη. Είναι ο νευροδιαβιβαστής που έχει άμεση πρόσβαση στο κέντρο «επιβράβευσης – ικανοποίησης» του εγκεφάλου. Ανάλογα με την ποσότητα της ντοπαμίνης έχουμε και την μεγαλύτερη ή μικρότερη αίσθηση της ηδονής.
Στο στάδιο της καταπληκτικής εκείνης περίοδου που αισθανόμαστε πραγματικά ερωτοχτυπημένοι και δεν μπορούμε να σκεφτούμε τίποτα άλλο τρεις βασικοί νευροδιαβιβαστές, η αδρεναλίνη, η ντοπαμίνη και η σεροτονίνη, αποτελούν τους κύριους υπαίτιους για τα ακραία, αλλά υπέροχα αισθήματά μας.
Η αρχική κατάσταση κατά την οποία κάποιος αισθάνεται ότι ερωτεύεται συνδέεται με το άγχος που προκαλεί η επικείμενη συνάντηση με το αγαπημένο του πρόσωπο, που επιφέρει αύξηση των επιπέδων αδρεναλίνης και κορτιζόλης στο αίμα του. Αυτός είναι και ο λόγος που αισθανόμαστε την καρδιά μας να χτυπάει δυνατά, να ιδρώνουμε και να στεγνώνει το στόμα μας, όταν συναντηθούμε αναπάντεχα με το πρόσωπο που μας ενδιαφέρει.
Η ντοπαμίνη προκαλεί μία έντονη ορμή προς ευχαρίστηση, η οποία διεγείρει την επιθυμία και την ανάγκη ανταμοιβής, προκαλώντας στον εγκέφαλο τα ίδια αποτελέσματα που έχει η κοκαΐνη. Η αυξημένη έκκριση ντοπαμίνης ευθύνεται για το γεγονός ότι οι ερωτευμένοι νιώθουν μικρότερη ανάγκη για ύπνο και φαγητό, καθώς η προσοχή τους εστιάζεται και αντλεί ευχαρίστηση από τις πιο μικρές λεπτομέρειες της νέας σχέσης.
Ο τρίτος νευροδιαβιβαστής που συνθέτει την εικόνα του ερωτευμένου ατόμου, η σεροτονίνη, είναι μία από τις πιο σημαντικές χημικές ουσίες του έρωτα που μπορεί να εξηγήσει το γεγονός ότι το πρόσωπο με το οποίο είμαστε ερωτευμένοι εμφανίζεται συνεχώς στις σκέψεις μας.
Επίσης, με τη βοήθεια πλέον και μηχανημάτων, όπως ο μαγνητικός τομογράφος, οι επιστήμονες μπορούν να αντλήσουν στοιχεία για τη λειτουργία του εγκεφάλου την ώρα της διέγερσης τους. Έρευνες σε ερωτευμένα ζευγάρια έδειξαν ότι υπάρχει ενεργοποίηση ενός πολύπλοκου συστήματος στον εγκέφαλο, που προσομοιάζει με αυτό που συμβαίνει όταν γίνεται λήψη κοκαΐνης.
Η φάση της Προσκόλλησης έρχεται συνήθως ως μοιραία κατάληξη των δύο προηγούμενων σταδίων.
Κατά την φάση αυτή, δημιουργούνται συναισθηματικοί δεσμοί ανάμεσα στο ζευγάρι ενώ οι συσχετιζόμενες χημικές ουσίες εκκρίνονται σε περίοδο από 90 μέρες έως και 3 χρόνια μετά τη φάση της Έλξης.
Τα χημικά αυτά συνιστούν η ορμόνες οκυτοκίνη και βασοπρεσσίνη. Μια ηδονή που γίνεται σιγά – σιγά συναίσθημα όταν ενεργοποιείται η ορμόνη του έρωτα που είναι η οκυτοκίνη. Η οξυτοκίνη εκκρίνεται από τον υποθάλαμο στο κεντρικό νευρικό σύστημα και αποθηκεύεται στην υπόφυση. Είναι η ορμόνη της αφής και της αγάπης. Διεγείρει τα άτομα στο να είναι μαζί και να συνυπάρχουν αγαπημένα. Από αυτή την ορμόνη δημιουργείται και η αίσθηση της στοργής.
Η οκυτοκίνη είναι μία ισχυρή ορμόνη που παράγεται στους άντρες και τις γυναίκες κατά τη διάρκεια του οργασμού και ενισχύει το αίσθημα της σύνδεσης, της εγγύτητας και της οικειότητας που δημιουργείται ανάμεσα στο ζευγάρι. Συμβάλλει αποφασιστικά στη δημιουργία των συσπάσεων της μήτρας (οργασμό), την αγγειοδιαστολή (ξάναμμα), και στο θηλασμό (στοργική μητέρα).
Θεωρείται πάντως ως η ορμόνη της προσκόλλησης και της δέσμευσης, δημιουργεί αισθήματα ικανοποίησης, ασφάλειας και ηρεμίας και είναι επίσης εκείνη η οποία βοηθά, μέσω της έκκριση της κατά το θηλασμό, στο να δημιουργηθούν και να εδραιωθούν δεσμοί αγάπης μεταξύ μητέρας και παιδιού. Με παρόμοιο και ανάλογο τρόπο ενεργεί και μεταξύ των ερωτευμένων.
Η βασοπρεσσίνη ενισχύει τη μακροπρόθεσμη δέσμευση του ζευγαριού και επίσης εκλύεται μετά την ερωτική συνεύρεση. Πρόκειται για την ορμόνη που σχετίζεται με τα νεφρά και ελέγχει το αίσθημα της δίψας. Η ίδια αυτή ορμόνη αυξάνει την αφοσίωση του ενός ατόμου στο άλλο και ενισχύει την τάση τους να προστατεύουν το σύντροφό τους από άλλους επίδοξους διεκδικητές.
Σύμφωνα με έρευνα που έγινε το 2004, φέρεται να είναι υπεύθυνη για τη θεμελίωση της πίστης ανάμεσα σε ένα ζευγάρι που έχει εισέλθει στη φάση Προσκόλλησης. Σύμφωνα με τους ερευνητές, κατά τη διάρκεια της σεξουαλικής πράξης συμβαίνει στη γυναίκα έκλυση βασοπρεσσίνης, η οποία κατόπιν συλλαμβάνεται από τον άνδρα μέσω ειδικών υποδοχέων, δίνοντας του αίσθημα πληρότητας και ικανοποίησης, και άρα την επιθυμία να παραμείνει με τη σύντροφο που έχει.
Εντυπωσιακό εύρημα αποτελεί το ότι μια γενετική διαφοροποίηση σε έναν από αυτούς τους υποδοχείς βασοπρεσσίνης συνδέεται με το φόβο της δέσμευσης και κατά συνέπεια την απιστία. Θα μπορούσαμε λοιπόν να πούμε ότι η βασοπρεσσίνη σχετίζεται με το συναισθηματικό δέσιμο και την ερωτική πίστη στους άντρες.
Και στα δύο φύλα αυξάνεται σημαντικά η κορτιζόνη που είναι η κατ’ εξοχήν ορμόνη του στρες.
O συντονισμός όλων αυτών των ορμονών γίνεται από τον εγκέφαλο με βάση την μνήμη και καθοδήγηση από διάφορα γονίδια.
Όπως αποδεικνύεται, η ερωτική αγάπη και οι ερωτικοί δεσμοί είναι προϊόν νευροχημικών διαδικασιών. Αντίθετα με ό,τι πιστεύουμε και μας κάνει πολύ συχνά να απογοητευόμαστε και να εγκαταλείπουμε, φαίνεται πως η αντίληψη ότι όταν ο έρωτας σβήνει, δεν ξανανάβει, δεν είναι και τόσο σωστή.
Το ερωτικό πάθος, αν και λιγότερο έντονο από ό,τι στην αρχή, μπορεί να αναβιώσει ξανά και ξανά σε μια σχέση στην οποία έχει αναπτυχθεί εμπιστοσύνη και οικειότητα.
Διότι, επίσης αντίθετα με αυτό που πιστεύεται, δεν είναι η σεξουαλική επιθυμία που τροφοδοτεί το ερωτικό συναίσθημα, αλλά τα τρυφερά συναισθήματα που ξυπνούν την επιθυμία για τον άλλον.
To «Γιατί» και το «Γιατί Όχι»
«Το κάθε παιδί είναι ένας καλλιτέχνης. Το πρόβλημα είναι πώς να παραμείνει καλλιτέχνης όταν ενηλικιώνεται» είχε πει ο Πικάσο.
Και η πικρή αλήθεια είναι ότι κάνουμε ό,τι μπορούμε για να καυτηριάσουμε τον καλλιτέχνη μέσα στο παιδί. Αντί να ενθαρρύνουμε και να αναπτύσσουμε, αγνοούμε ή ακόμα και διώκουμε τη φαντασία και τη δημιουργικότητα, τα δύο sine qua non της τέχνης.
H ενθάρρυνση της δημιουργικότητας και η καλλιέργεια της φαντασίας είναι από τις πιο παραμελημένες πλευρές των σύγχρονων εκπαιδευτικών συστημάτων.
Η φαντασία συνδέεται με το ψεύδος και η δημιουργικότητα με την παράβαση κανόνων και την προσβολή ιερών αγελάδων. Τα παιδιά εισέρχονται στο σχολείο προικισμένα με πλούσια φαντασία και αστείρευτη δημιουργικότητα και αποφοιτούν με φαντασίες ατροφικές και δημιουργικές δυνατότητες στραγγαλισμένες.
«Είναι σκανδαλώδες, γράφει ο John Watson, ότι τα σχολεία παραγεμίζουν τα παιδιά σαν γαλοπούλες με γνώσεις, ενώ αφήνουν τη φαντασία τους να λιμοκτονεί».
Σε μια εποχή που η γνώση είναι εύκολα προσβάσιμη και τη θέση «των βιβλίων τσέπης» παίρνουν «βιβλιοθήκες τσέπης» (γιατί τι άλλο είναι οι ηλεκτρονικές συσκευές που επιτρέπουν στον καθένα να κυκλοφορεί με το περιεχόμενο πολλών βιβλιοθηκών στην τσέπη του;) η εκπαίδευση, αντί να εμπνέει και να χαρίζει δημιουργικά φτερά, συνθλίβει και καταθλίβει με τη συσσώρευση γνώσεων το παιδί, ενώ θα έπρεπε να του προσφέρει το εφόδιο της φαντασίας για τη δημιουργική αξιοποίηση αυτών των γνώσεων.
Αυτό συμβαίνει επειδή η πάσης φύσεως εξουσία, θρησκευτική, πολιτική οικονομική, εκπαιδευτική, έχει τη ροπή να θεωρεί αμετάβλητα όσα είναι ρευστά, να μην ανέχεται διαφορετική από την κρατούσα πραγματικότητα, να ανάγει σε υπέρτατες αξίες τη σταθερότητα και την προβλεψιμότητα. Η κάθε εξουσία τότε μόνο αισθάνεται ασφαλής όταν τα πάντα είναι αυστηρά καθορισμένα και οριοθετημένα.
Οι ασκούντες εξουσία λατρεύουν τη στασιμότητα και φοβούνται καθετί το ρευστό, το αντιφατικό, το μεταβατικό, το υπερβατικό, το μεταβλητό. Εκλαμβάνουν συνεπώς ως απειλή την αντιφατική ματιά, την απείθαρχη εστίαση της φαντασίας και το «εν δυνάμει» της δημιουργικότητας και έχουν κάθε συμφέρον να τα θέτουν υπό διωγμόν.
Ο διωγμός όμως της φαντασίας και της δημιουργικότητας όχι μόνον στραγγαλίζει τον καλλιτέχνη μέσα στο παιδί, αλλά απονευρώνει και τον μελλοντικό επιστήμονα δεδομένου του κρίσιμου ρόλου των δύο αυτών παραγόντων στην επιστημονική πρόοδο και καινοτομία.
Όσο οι επιστήμονες ερευνούν όλο και ευρύτερες εκτάσεις χώρου, όσο ανατέμνουν όλο και μικρότερες μονάδες ύλης, τόσο και πιο δυσδιάκριτη καθίσταται η διαχωριστική γραμμή μεταξύ πραγματικού και φανταστικού.
Στην κβαντική φυσική τα συστατικά στοιχεία της πραγματικότητας που μας περιβάλλει, δηλαδή τα άτομα, είναι δυνατόν να υπάρχουν την ίδια στιγμή σε δύο διαφορετικούς χώρους. Ένα σύμπαν γεμάτο «κόκκινους νάνους» και «μαύρες τρύπες» που καταπίνουν αστέρια είναι πιο κοντά στον χώρο τou φανταστικού παρά στην κλασική φυσική. Eξού και το μεταμοντερνιστικό συμπέρασμα ότι «η αλήθεια είναι μύθος και ο μύθος είναι αλήθεια».
Μόνο αν καταφέρουμε να διατηρήσουμε τον καλλιτέχνη μέσα στο παιδί, μόνο αν τονώσουμε τη φαντασία και καλλιεργήσουμε τη δημιουργικότητά του, μόνο αν το μάθουμε, αντί να υπηρετεί, να υπερβαίνει την πραγματικότητα, και πιο πολύ από «γιατί;» να ρωτάει «γιατί όχι;» έχουμε ελπίδα να αποφύγουμε τη στασιμότητα, την αδράνεια και την κοινωνική αποτελμάτωση.
Και η πικρή αλήθεια είναι ότι κάνουμε ό,τι μπορούμε για να καυτηριάσουμε τον καλλιτέχνη μέσα στο παιδί. Αντί να ενθαρρύνουμε και να αναπτύσσουμε, αγνοούμε ή ακόμα και διώκουμε τη φαντασία και τη δημιουργικότητα, τα δύο sine qua non της τέχνης.
H ενθάρρυνση της δημιουργικότητας και η καλλιέργεια της φαντασίας είναι από τις πιο παραμελημένες πλευρές των σύγχρονων εκπαιδευτικών συστημάτων.
Η φαντασία συνδέεται με το ψεύδος και η δημιουργικότητα με την παράβαση κανόνων και την προσβολή ιερών αγελάδων. Τα παιδιά εισέρχονται στο σχολείο προικισμένα με πλούσια φαντασία και αστείρευτη δημιουργικότητα και αποφοιτούν με φαντασίες ατροφικές και δημιουργικές δυνατότητες στραγγαλισμένες.
«Είναι σκανδαλώδες, γράφει ο John Watson, ότι τα σχολεία παραγεμίζουν τα παιδιά σαν γαλοπούλες με γνώσεις, ενώ αφήνουν τη φαντασία τους να λιμοκτονεί».
Σε μια εποχή που η γνώση είναι εύκολα προσβάσιμη και τη θέση «των βιβλίων τσέπης» παίρνουν «βιβλιοθήκες τσέπης» (γιατί τι άλλο είναι οι ηλεκτρονικές συσκευές που επιτρέπουν στον καθένα να κυκλοφορεί με το περιεχόμενο πολλών βιβλιοθηκών στην τσέπη του;) η εκπαίδευση, αντί να εμπνέει και να χαρίζει δημιουργικά φτερά, συνθλίβει και καταθλίβει με τη συσσώρευση γνώσεων το παιδί, ενώ θα έπρεπε να του προσφέρει το εφόδιο της φαντασίας για τη δημιουργική αξιοποίηση αυτών των γνώσεων.
Αυτό συμβαίνει επειδή η πάσης φύσεως εξουσία, θρησκευτική, πολιτική οικονομική, εκπαιδευτική, έχει τη ροπή να θεωρεί αμετάβλητα όσα είναι ρευστά, να μην ανέχεται διαφορετική από την κρατούσα πραγματικότητα, να ανάγει σε υπέρτατες αξίες τη σταθερότητα και την προβλεψιμότητα. Η κάθε εξουσία τότε μόνο αισθάνεται ασφαλής όταν τα πάντα είναι αυστηρά καθορισμένα και οριοθετημένα.
Ο διωγμός όμως της φαντασίας και της δημιουργικότητας όχι μόνον στραγγαλίζει τον καλλιτέχνη μέσα στο παιδί, αλλά απονευρώνει και τον μελλοντικό επιστήμονα δεδομένου του κρίσιμου ρόλου των δύο αυτών παραγόντων στην επιστημονική πρόοδο και καινοτομία.
Όσο οι επιστήμονες ερευνούν όλο και ευρύτερες εκτάσεις χώρου, όσο ανατέμνουν όλο και μικρότερες μονάδες ύλης, τόσο και πιο δυσδιάκριτη καθίσταται η διαχωριστική γραμμή μεταξύ πραγματικού και φανταστικού.
Στην κβαντική φυσική τα συστατικά στοιχεία της πραγματικότητας που μας περιβάλλει, δηλαδή τα άτομα, είναι δυνατόν να υπάρχουν την ίδια στιγμή σε δύο διαφορετικούς χώρους. Ένα σύμπαν γεμάτο «κόκκινους νάνους» και «μαύρες τρύπες» που καταπίνουν αστέρια είναι πιο κοντά στον χώρο τou φανταστικού παρά στην κλασική φυσική. Eξού και το μεταμοντερνιστικό συμπέρασμα ότι «η αλήθεια είναι μύθος και ο μύθος είναι αλήθεια».
Μόνο αν καταφέρουμε να διατηρήσουμε τον καλλιτέχνη μέσα στο παιδί, μόνο αν τονώσουμε τη φαντασία και καλλιεργήσουμε τη δημιουργικότητά του, μόνο αν το μάθουμε, αντί να υπηρετεί, να υπερβαίνει την πραγματικότητα, και πιο πολύ από «γιατί;» να ρωτάει «γιατί όχι;» έχουμε ελπίδα να αποφύγουμε τη στασιμότητα, την αδράνεια και την κοινωνική αποτελμάτωση.
Ευχαριστώ όσους δεν πίστεψαν σε μένα. M’ έμαθαν να μετακινώ βουνά
Ευχαριστώ όλους εκείνους που γελούν με τα όνειρά μου..
Εμπνέουν τη φαντασία μου.
Ευχαριστώ όλους όσους με γεμίζουν ψέματα..
Μου δίνουν τη δύναμη της αλήθειας.
Ευχαριστώ όλους εκείνους που δεν έχουν πιστέψει σε μένα..
Μου έμαθαν πως μετακινούνται τα βουνά.
Θέλω να ευχαριστήσω όλους όσους με πολεμούν..
Προκαλούν το θάρρος μου.
Ευχαριστώ όλους εκείνους που ήθελαν να μου επιβάλουν περιορισμούς..
Μου δίδαξαν την αξία της ελευθερίας .
Ευχαριστώ όλους όσους μου έχουν προκαλέσει σύγχυση..
Έχει γίνει σαφής η θέση μου.
Θέλω να ευχαριστήσω όλους όσους με έχουν εγκαταλείψει..
Μου έδωσαν χώρο για να δημιουργήσω.
Θέλω να ευχαριστήσω όλους όσους με έχουν προδώσει,
όσους καταχράστηκαν τα αισθήματα μου..
Μου επέτρεψαν να είμαι προσεκτικός.
Θέλω να ευχαριστήσω όλους όσους με έχουν βλάψει..
Με έμαθαν να αναπτύσσομαι μέσα από τον πόνο.
Ευχαριστώ όλους εκείνους που διαταράσσουν την ηρεμία μου δημιουργώντας μου προβλήματα..
Μου έδωσαν δύναμη να τα αντιμετωπίζω.
Ευχαριστώ όλους εκείνους που με έριξαν στο έδαφος..
Μου έδωσαν την ευκαιρία και τη δύναμη να μάθω να σηκώνομαι.
Ευχαριστώ όλους εκείνους που έχουν κερδίσει εις βάρος μου..
Μου έδειξαν ότι όλοι είναι σε θέση να χάσουν.
Το πιο σημαντικό…
Θα ήθελα να ευχαριστήσω όλους όσους με αγαπούν όπως κι εγώ.
Σας ευχαριστώ.
Paulo Coelho, Εγχειρίδιο του Πολεμιστή του Φωτός
Εμπνέουν τη φαντασία μου.
Ευχαριστώ όλους όσους με γεμίζουν ψέματα..
Μου δίνουν τη δύναμη της αλήθειας.
Ευχαριστώ όλους εκείνους που δεν έχουν πιστέψει σε μένα..
Μου έμαθαν πως μετακινούνται τα βουνά.
Θέλω να ευχαριστήσω όλους όσους με πολεμούν..
Προκαλούν το θάρρος μου.
Ευχαριστώ όλους εκείνους που ήθελαν να μου επιβάλουν περιορισμούς..
Μου δίδαξαν την αξία της ελευθερίας .
Ευχαριστώ όλους όσους μου έχουν προκαλέσει σύγχυση..
Έχει γίνει σαφής η θέση μου.
Θέλω να ευχαριστήσω όλους όσους με έχουν εγκαταλείψει..
Μου έδωσαν χώρο για να δημιουργήσω.
Θέλω να ευχαριστήσω όλους όσους με έχουν προδώσει,
όσους καταχράστηκαν τα αισθήματα μου..
Μου επέτρεψαν να είμαι προσεκτικός.
Θέλω να ευχαριστήσω όλους όσους με έχουν βλάψει..
Με έμαθαν να αναπτύσσομαι μέσα από τον πόνο.
Ευχαριστώ όλους εκείνους που διαταράσσουν την ηρεμία μου δημιουργώντας μου προβλήματα..
Μου έδωσαν δύναμη να τα αντιμετωπίζω.
Ευχαριστώ όλους εκείνους που με έριξαν στο έδαφος..
Μου έδωσαν την ευκαιρία και τη δύναμη να μάθω να σηκώνομαι.
Ευχαριστώ όλους εκείνους που έχουν κερδίσει εις βάρος μου..
Μου έδειξαν ότι όλοι είναι σε θέση να χάσουν.
Το πιο σημαντικό…
Θα ήθελα να ευχαριστήσω όλους όσους με αγαπούν όπως κι εγώ.
Σας ευχαριστώ.
Paulo Coelho, Εγχειρίδιο του Πολεμιστή του Φωτός
Νίτσε: Αγαπώ αυτόν του οποίου η ψυχή είναι βαθιά, ακόμα και στο πλήγωμα
Αγαπώ αυτούς που δεν ξέρουν να ζουν παρά μόνο σαν καταβάτες, επειδή είναι υπερβάτες. Αγαπώ τους μεγάλους καταφρονητές, επειδή είναι οι μεγάλοι λάτρες, και βέλη που λαχταρούν την άλλη ακτή. Αγαπώ εκείνους που δεν ψάχνουν πρώτα ένα λόγο πέρα από τ’ αστέρια για να κατεβούνε και να θυσιαστούνε, αλλά θυσιάζουν τον εαυτό τους στη γη, ώστε η γη του Υπεράνθρωπου στη συνέχεια να έρθει.
Αγαπώ αυτόν που ζει για να μαθαίνει και αναζητεί να μαθαίνει, ώστε ο Υπεράνθρωπος στη συνέχεια να ζήσει. Έτσι αναζητεί τη δική του κατάβαση. Αγαπώ αυτόν που μοχθεί και εφευρίσκει, ώστε να χτίσει το σπίτι για τον Υπεράνθρωπο, και να προετοιμάσει γι’ αυτόν γη, ζώα, και φυτά: γιατί έτσι αναζητεί τη δική του κατάβαση. Αγαπώ αυτόν που αγαπάει την αρετή του: γιατί η αρετή είναι η βούληση προς κατάβαση, και ένα βέλος λαχτάρας.
Αγαπώ αυτόν που δεν κρατάει μερίδιο πνεύματος για τον εαυτό του, αλλά θέλει να είναι πλήρως το πνεύμα της αρετής του: έτσι περπατάει σαν πνεύμα πάνω απ’ τη γέφυρα. Αγαπώ αυτόν που κάνει την αρετή του κλίση και πεπρωμένο του: έτσι, για χάρη της αρετής του, είναι διατεθειμένος να συνεχίσει να ζει, διαφορετικά να μη ζήσει άλλο. Αγαπώ αυτόν που δεν επιθυμεί πολλές αρετές. Μια αρετή είναι περισσότερο αρετή από δύο, επειδή είναι περισσότερο κόμβος για να πιαστεί το πεπρωμένο κάποιου.
Αγαπώ αυτόν που η ψυχή είναι πλουσιοπάροχη, που δε θέλει ευχαριστώ και δεν τα επιστρέφει: αφού πάντα παρέχει και δεν επιθυμεί να κρατήσει για τον εαυτό του. Αγαπώ αυτόν που ντρέπεται όταν τα ζάρια πέφτουν ευνοϊκά γι’ αυτόν, και που στη συνέχεια ρωτάει: «Είμαι ανέντιμος παίχτης;» -επειδή είναι διατεθειμένος να υποχωρήσει.
Αγαπώ αυτόν που σκορπάει λίγα χρυσά πριν από τα έργα, και πάντα κάνει περισσότερα απ’ ό,τι υποσχέθηκε: γιατί αναζητάει τη δική του κατάβαση. Αγαπώ αυτόν που δικαιολογεί τους μελλοντικούς και συγχωρεί τους παρελθόντες: γιατί είναι διατεθειμένος να υποχωρήσει στους τωρινούς. Αγαπώ αυτόν που δαμάζει τον Θεό του, επειδή αγαπάει τον Θεό του: γιατί πρέπει να υποχωρήσει δια της οργής του Θεού του.
Αγαπώ αυτόν του οποίου η ψυχή είναι βαθιά, ακόμα και στο πλήγωμα, και μπορεί να υποχωρήσει σε κάτι μικρό: έτσι περνάει εθελουσίως πάνω από τη γέφυρα. Αγαπώ αυτόν του οποίου η ψυχή είναι τόσο υπερπλήρης, που ξεχνάει τον εαυτό του, και όλα τα πράγματα είναι μέσα του: έτσι όλα τα πράγματα γίνονται η κάθοδός του.
Αγαπώ αυτόν που είναι ελεύθερο πνεύμα και ελεύθερη καρδιά: έτσι το κεφάλι του είναι μόνο τα σπλάχνα της καρδιάς του, η καρδιά του, όμως, προκαλεί την κατάβασή του. Αγαπώ όλους όσοι είναι σαν βαριές σταγόνες που πέφτουν μια-μια απ’ το μαύρο σύννεφο που χαμήλωσε πάνω απ’ τον άνθρωπο: προμηνύουν τον ερχομό της αστραπής, και υποχωρούν σαν προάγγελοι.
Φρίντριχ Βίλχελμ Νίτσε
Αγαπώ αυτόν που ζει για να μαθαίνει και αναζητεί να μαθαίνει, ώστε ο Υπεράνθρωπος στη συνέχεια να ζήσει. Έτσι αναζητεί τη δική του κατάβαση. Αγαπώ αυτόν που μοχθεί και εφευρίσκει, ώστε να χτίσει το σπίτι για τον Υπεράνθρωπο, και να προετοιμάσει γι’ αυτόν γη, ζώα, και φυτά: γιατί έτσι αναζητεί τη δική του κατάβαση. Αγαπώ αυτόν που αγαπάει την αρετή του: γιατί η αρετή είναι η βούληση προς κατάβαση, και ένα βέλος λαχτάρας.
Αγαπώ αυτόν που δεν κρατάει μερίδιο πνεύματος για τον εαυτό του, αλλά θέλει να είναι πλήρως το πνεύμα της αρετής του: έτσι περπατάει σαν πνεύμα πάνω απ’ τη γέφυρα. Αγαπώ αυτόν που κάνει την αρετή του κλίση και πεπρωμένο του: έτσι, για χάρη της αρετής του, είναι διατεθειμένος να συνεχίσει να ζει, διαφορετικά να μη ζήσει άλλο. Αγαπώ αυτόν που δεν επιθυμεί πολλές αρετές. Μια αρετή είναι περισσότερο αρετή από δύο, επειδή είναι περισσότερο κόμβος για να πιαστεί το πεπρωμένο κάποιου.
Αγαπώ αυτόν που η ψυχή είναι πλουσιοπάροχη, που δε θέλει ευχαριστώ και δεν τα επιστρέφει: αφού πάντα παρέχει και δεν επιθυμεί να κρατήσει για τον εαυτό του. Αγαπώ αυτόν που ντρέπεται όταν τα ζάρια πέφτουν ευνοϊκά γι’ αυτόν, και που στη συνέχεια ρωτάει: «Είμαι ανέντιμος παίχτης;» -επειδή είναι διατεθειμένος να υποχωρήσει.
Αγαπώ αυτόν που σκορπάει λίγα χρυσά πριν από τα έργα, και πάντα κάνει περισσότερα απ’ ό,τι υποσχέθηκε: γιατί αναζητάει τη δική του κατάβαση. Αγαπώ αυτόν που δικαιολογεί τους μελλοντικούς και συγχωρεί τους παρελθόντες: γιατί είναι διατεθειμένος να υποχωρήσει στους τωρινούς. Αγαπώ αυτόν που δαμάζει τον Θεό του, επειδή αγαπάει τον Θεό του: γιατί πρέπει να υποχωρήσει δια της οργής του Θεού του.
Αγαπώ αυτόν του οποίου η ψυχή είναι βαθιά, ακόμα και στο πλήγωμα, και μπορεί να υποχωρήσει σε κάτι μικρό: έτσι περνάει εθελουσίως πάνω από τη γέφυρα. Αγαπώ αυτόν του οποίου η ψυχή είναι τόσο υπερπλήρης, που ξεχνάει τον εαυτό του, και όλα τα πράγματα είναι μέσα του: έτσι όλα τα πράγματα γίνονται η κάθοδός του.
Αγαπώ αυτόν που είναι ελεύθερο πνεύμα και ελεύθερη καρδιά: έτσι το κεφάλι του είναι μόνο τα σπλάχνα της καρδιάς του, η καρδιά του, όμως, προκαλεί την κατάβασή του. Αγαπώ όλους όσοι είναι σαν βαριές σταγόνες που πέφτουν μια-μια απ’ το μαύρο σύννεφο που χαμήλωσε πάνω απ’ τον άνθρωπο: προμηνύουν τον ερχομό της αστραπής, και υποχωρούν σαν προάγγελοι.
Φρίντριχ Βίλχελμ Νίτσε
Η εκδίκηση καθ’ εαυτή βασίζεται σε ένα αίσθημα ανημποριάς
Η λαχτάρα για εκδίκηση είναι η πιο σημαντική από τις πηγές της μνησικακίας.
Η λέξη «μνησικακία» υποδεικνύει αφ’ εαυτής ότι έχουμε μια θυμική παρόρμηση που άρχεται από τη σύλληψη της θυμικής κατάστασης ενός άλλου προσώπου, ότι πρόκειται δηλαδή για μιαν αντί-δραση. Και για να διαπιστώσουμε ότι η λαχτάρα για εκδίκηση ανήκει όντως σε αυτήν την τάξη, αρκεί να την αντιτάξουμε στις άμεσες και ενεργείς ροπές, στην εχθρότητα ή στη φιλία.
Η λαχτάρα για εκδίκηση συνεπάγεται προσβολή ή πρότερη βλασφημία. Σημειωτέον όμως ότι, εν προκειμένω, αυτή η λαχτάρα δεν συγχέεται επ’ ουδενί με μια ροπή για απόκρουση ή άμυνα, που θα συνοδεύεται από θυμό, λύσσα ή αγανάκτηση. Το ζώο που πιάστηκε και δαγκώνει τον κυνηγό δεν ζητάει να εκδικηθεί. Παρόμοια, η άμεση ανταπόδοση μιας γροθιάς δεν συνιστά εκδίκηση.
Για να υπάρξει αληθινή εκδίκηση απαιτείται ένα μακρύ σχετικά «διάστημα χρόνου», στη διάρκεια του οποίου η ροπή για άμεση ανταπόδοση και οι συναφείς ορμές του μίσους και του θυμού θα παραμείνουν συγκρατημένες και ανεσταλμένες∙ από την άλλη μεριά, απαιτείται η πράξη της ανταπόδοσης να επιχειρηθεί σε πιο κατάλληλη ευκαιρία και στιγμή («περίμενε και θα δεις την άλλη φορά!»).
Μάλιστα αυτό που συγκρατεί την άμεση ανταπόδοση είναι η πρόβλεψη για μιαν ενδεχόμενη αποτυχία η οποία υποθάλπεται από ένα διακριτό συναίσθημα «ανημποριάς» και «ανικανότητας». Συνεπώς βλέπουμε ότι η εκδίκηση καθ’ εαυτή βασίζεται σε ένα αίσθημα ανημποριάς∙ ανήκει πάντα και προπάντων σε κάποιον «αδύναμο» (όποια κι αν είναι η μορφή της αδυναμίας του).
Κατ’ ουσίαν δεν περιέχει ποτέ το φρόνημα του ανθρώπου που αντιδρά επί τόπου και ουδέποτε εκδηλώνεται σαν θυμική αντίδραση. Ετούτα τα γνωρίσματα καθιστούν τη λαχτάρα για εκδίκηση ένα πεδίο τόσο ευνοϊκό για το θέριεμα της μνησικακίας.
Πόσο υπερόπτες μας επιτρέπει η ζωή να είμαστε;
«Ταπεινότητα δεν σημαίνει να έχεις μικρή ιδέα για τον εαυτό σου, αλλά να ασχολείσαι με τον εαυτό σου λιγότερο» -Σιντ Μπανκς
Υπό αυτή την έννοια, η ταπεινότητα ισοδυναμεί με την ανθρώπινη κατάσταση. Δεν έχει καμία σχέση με την υψηλή ή χαμηλή αυτοεκτίμηση, αλλά με την αναγνώριση του γεγονότος ότι είμαστε ένα από τα έξι δισεκατομμύρια κύματα στον ωκεανό της ζωής και ότι κανείς μας δεν είναι περισσότερο ή λιγότερο σημαντικός από τους άλλους.
Χωρίς να χρειάζεται να κάνω οτιδήποτε γι΄ αυτό, ο ήλιος ανατέλλει το πρωί και το βράδυ βγαίνουν τα άστρα.
Προτού ακόμα σηκωθώ από το κρεβάτι, η Γη έχει εκτελέσει το ένα τρίτο της περιστροφής της γύρω από τον άξονά της και έξι δισεκατομμύρια άνθρωποι έχουν κάνει ό,τι καλύτερο μπορούν για να γίνουν πιο ευτυχισμένοι και να μετριάσουν τον πόνο τους.
Και αφού δεν είμαι εγώ υπεύθυνος, μπορώ να χαλαρώσω και να απολαύσω τη ζωή. Δεν δειλιάζω συνειδητοποιώντας ότι είμαι αδύναμος – ή ακόμα και απόλυτα ανίσχυρος – μπροστά στις δυνάμεις που είναι πολύ ανώτερες από τις δικές μου, αλλά, αντίθετα, νιώθω ελεύθερος.
Ελεύθερος να απολαμβάνω τη ζωή όταν τα πράγματα εξελίσσονται σύμφωνα με τις επιθυμίες μου, αλλά και να επιδεικνύω στωικότητα και αξιοπρέπεια όταν καλούμαι να διαχειριστώ δυσκολίες.
Ελεύθερος να αγαπώ και να βοηθώ τους ανθρώπους όταν συμπεριφέρονται όπως θα ήθελα, αλλά και να εξακολουθώ να τους αγαπώ και να τους βοηθώ όταν η συμπεριφορά τους δεν είναι η επιθυμητή.
Ελεύθερος να δημιουργήσω τη ζωή των ονείρων μου όταν τα πράγματα φαίνονται εύκολα, αλλά και ελεύθερος να συνεχίσω να κινούμαι προς αυτή την κατεύθυνση ή να παραιτηθώ και να χαράξω νέα πορεία όταν τα πράγματα φαίνονται δύσκολα.
Τελικά, αυτό μου φαίνεται ότι είναι στον πυρήνα κάθε επιθυμίας μας: η ελευθερία να απολαμβάνουμε τη ζωή μας και να συνεισφέρουμε στο Όλον, τόσο στα εύκολα όσο και στα δύσκολα, με όποιο τρόπο μπορούμε και για όσο καιρό βρισκόμαστε εδώ.
Το πώς θα καταλήξουν τα πράγματα δεν είναι στο χέρι μας. Ποτέ δεν ήταν στο χέρι μας. Αν όμως βάλουμε κι εμείς το λιθαράκι μας και παίξουμε τον ρόλο μας, είναι απίστευτο πόσο μακριά μπορούμε να πάμε.
Υπό αυτή την έννοια, η ταπεινότητα ισοδυναμεί με την ανθρώπινη κατάσταση. Δεν έχει καμία σχέση με την υψηλή ή χαμηλή αυτοεκτίμηση, αλλά με την αναγνώριση του γεγονότος ότι είμαστε ένα από τα έξι δισεκατομμύρια κύματα στον ωκεανό της ζωής και ότι κανείς μας δεν είναι περισσότερο ή λιγότερο σημαντικός από τους άλλους.
Χωρίς να χρειάζεται να κάνω οτιδήποτε γι΄ αυτό, ο ήλιος ανατέλλει το πρωί και το βράδυ βγαίνουν τα άστρα.
Προτού ακόμα σηκωθώ από το κρεβάτι, η Γη έχει εκτελέσει το ένα τρίτο της περιστροφής της γύρω από τον άξονά της και έξι δισεκατομμύρια άνθρωποι έχουν κάνει ό,τι καλύτερο μπορούν για να γίνουν πιο ευτυχισμένοι και να μετριάσουν τον πόνο τους.
Και αφού δεν είμαι εγώ υπεύθυνος, μπορώ να χαλαρώσω και να απολαύσω τη ζωή. Δεν δειλιάζω συνειδητοποιώντας ότι είμαι αδύναμος – ή ακόμα και απόλυτα ανίσχυρος – μπροστά στις δυνάμεις που είναι πολύ ανώτερες από τις δικές μου, αλλά, αντίθετα, νιώθω ελεύθερος.
Ελεύθερος να απολαμβάνω τη ζωή όταν τα πράγματα εξελίσσονται σύμφωνα με τις επιθυμίες μου, αλλά και να επιδεικνύω στωικότητα και αξιοπρέπεια όταν καλούμαι να διαχειριστώ δυσκολίες.
Ελεύθερος να αγαπώ και να βοηθώ τους ανθρώπους όταν συμπεριφέρονται όπως θα ήθελα, αλλά και να εξακολουθώ να τους αγαπώ και να τους βοηθώ όταν η συμπεριφορά τους δεν είναι η επιθυμητή.
Ελεύθερος να δημιουργήσω τη ζωή των ονείρων μου όταν τα πράγματα φαίνονται εύκολα, αλλά και ελεύθερος να συνεχίσω να κινούμαι προς αυτή την κατεύθυνση ή να παραιτηθώ και να χαράξω νέα πορεία όταν τα πράγματα φαίνονται δύσκολα.
Τελικά, αυτό μου φαίνεται ότι είναι στον πυρήνα κάθε επιθυμίας μας: η ελευθερία να απολαμβάνουμε τη ζωή μας και να συνεισφέρουμε στο Όλον, τόσο στα εύκολα όσο και στα δύσκολα, με όποιο τρόπο μπορούμε και για όσο καιρό βρισκόμαστε εδώ.
Το πώς θα καταλήξουν τα πράγματα δεν είναι στο χέρι μας. Ποτέ δεν ήταν στο χέρι μας. Αν όμως βάλουμε κι εμείς το λιθαράκι μας και παίξουμε τον ρόλο μας, είναι απίστευτο πόσο μακριά μπορούμε να πάμε.
Λογικοθυμική Ψυχοθεραπεία
H Λογικοθυμική Θεραπεία (ΛΘΘ) στηρίζεται σε ένα πλαίσιο φιλοσοφικών θεωριών περισσότερο, ίσως, από κάθε άλλο σύστημα ψυχοθεραπείας. Ο Albert Ellis (1913-2007), Πατέρας της ΛΘΘ, στήριξε τη δομή της ψυχοθεραπείας στον Στωϊκό φιλόσοφο του 1ου αιώνα π.Χ. Επίκτητο.
«Οι άνθρωποι δε διαταράσσονται τόσο από τα γεγονότα, αλλά από την αντίληψη που έχουν γι’ αυτά τα γεγονότα».
Η συναισθηματική δυσλειτουργία οφείλεται κατά ένα μεγάλο μέρος (αλλά όχι ολοκληρωτικά) στις πεποιθήσεις, στις εκτιμήσεις και στις αξίες μας, τα οποία είναι συστατικά στοιχεία της προσωπικής φιλοσοφίας του κάθε ατόμου.
Η ΛΘΘ έχει ενσωματώσει μέσα στο μοντέλο της ένα σύστημα αξιών, ορθολογισμού, ηθικών αρχών και θεωριών γνώσης.
Τι είναι η Λογικοθυμική Ψυχοθεραπεία
Υπάρχουν τρεις κύριες ψυχολογικές πλευρές της ανθρώπινης οντότητας: οι σκέψεις, τα συναισθήματα και η συμπεριφορά. Αυτοί οι τρεις τομείς είναι αλληλένδετοι κι αλληλοεξαρτώμενοι, ώστε οι αλλαγές που συμβαίνουν σε έναν από αυτούς τους τομείς να προκαλούν αλλαγές και στους άλλους δύο. Κατ’ επέκταση εάν ένα άτομο τροποποιήσει τον τρόπο σκέψης του για ένα συγκεκριμένο γεγονός, θα αποκτήσει και διαφορετικά συναισθήματα γι’ αυτό και πιθανόν να αλλάξει και ο τρόπος που αντιδρά συμεριφοριστικά σε αυτό. Επίσης κάποιες αλλαγές στη συμπεριφορά οδηγούν σε αλλαγές στον τρόπο σκέψης.
Στο θεραπευτικό πλαίσιο της ΛΘΘ ο ψυχοθεραπευτής λαμβάνει έναν ενεργητικό-καθοδηγητικό ρόλο, ωστόσο θεραπευόμενος/η και ψυχοθεραπευτής συνεργάζονται για να επιτύχουν ένα κοινό στόχο.
Επιπλέον η ΛΘΘ χρησιμοποιεί μια «εκπαιδευτική» προσέγγιση, ενθαρρύνοντας τον θεραπευόμενο να «μελετήσει» σε βάθος τις μη λειτουργικές-παράλογες πεποιθήσεις του ώστε να ενσωματώσει τη θεραπεία σε όλους τους τομείς της ζωής του ακόμα και μετά το πέρας των συνεδριών.
Θεραπευτικό Πλαίσιο της Λογικοθυμικής Θεραπείας
Το θεραπευτικό πλαίσιο της ΛΘΘ βασίζεται στο μοντέλο ABC. Σε αυτό το σύστημα το A συμβολίζει το Γεγονός -ή την εμπειρία- που ενεργοποιεί την σκέψη-αντίληψη (Activating event), και το οποίο συνήθως ενεργοποιεί την αντίληψη που έχουμε για κάποιο δυσάρεστο γεγονός. Το C αντιπροσωπεύει τις συναισθηματικές και συμπεριφοριστικές συνέπειες (Consequences). Είναι δηλαδή η μη λειτουργική συναισθηματική αντίδραση που οδηγεί το άτομο στην αναζήτηση ψυχολογικής βοήθειας. Τέλος, το Β συμβολίζει το σύστημα πεποιθήσεων-αξιών του κάθε ατόμου (Belief system) το οποίο αποτελείται από δύο μέρη: τις ορθολογικές-λειτουργικές και τις παράλογες-μη λειτουργικές πεποιθήσεις. Οι παράλογες-μη λειτουργικές πεποιθήσεις θα αποτελέσουν θα αποτελέσουν και το επίκεντρο των ψχοθεραπευτικών συναντήσεων.
Οι παράλογες πεποιθήσεις βασίζονται σε ένα πλαίσιο απαιτήσεων:
Η ολοκλήρωση της ψυχοθεραπείας πραγματοποιείται όταν το άτομο πλέον είναι σε θέση να εφαρμόσει το μοντέλο ABC στην καθημερινότητά του και να μπορεί να διακρίνει τα λειτουργικά από τα μη λειτουργικά συναισθήματα καθώς και τις παράλογες από τις λειτουργικές-λογικές πεποιθήσεις. Ουσιαστικά η βελτίωση παρατηρείται εφόσον οι απαιτητικές παρεισφρητικές σκέψεις αντικαθίστανται από σκέψεις επιθυμίας και αποδοχής έστω και του χειρότερου σεναρίου, συνοδευόμενες από λειτουργικά συναισθήματα.
«Οι άνθρωποι δε διαταράσσονται τόσο από τα γεγονότα, αλλά από την αντίληψη που έχουν γι’ αυτά τα γεγονότα».
Η συναισθηματική δυσλειτουργία οφείλεται κατά ένα μεγάλο μέρος (αλλά όχι ολοκληρωτικά) στις πεποιθήσεις, στις εκτιμήσεις και στις αξίες μας, τα οποία είναι συστατικά στοιχεία της προσωπικής φιλοσοφίας του κάθε ατόμου.
Η ΛΘΘ έχει ενσωματώσει μέσα στο μοντέλο της ένα σύστημα αξιών, ορθολογισμού, ηθικών αρχών και θεωριών γνώσης.
Τι είναι η Λογικοθυμική Ψυχοθεραπεία
Υπάρχουν τρεις κύριες ψυχολογικές πλευρές της ανθρώπινης οντότητας: οι σκέψεις, τα συναισθήματα και η συμπεριφορά. Αυτοί οι τρεις τομείς είναι αλληλένδετοι κι αλληλοεξαρτώμενοι, ώστε οι αλλαγές που συμβαίνουν σε έναν από αυτούς τους τομείς να προκαλούν αλλαγές και στους άλλους δύο. Κατ’ επέκταση εάν ένα άτομο τροποποιήσει τον τρόπο σκέψης του για ένα συγκεκριμένο γεγονός, θα αποκτήσει και διαφορετικά συναισθήματα γι’ αυτό και πιθανόν να αλλάξει και ο τρόπος που αντιδρά συμεριφοριστικά σε αυτό. Επίσης κάποιες αλλαγές στη συμπεριφορά οδηγούν σε αλλαγές στον τρόπο σκέψης.
Στο θεραπευτικό πλαίσιο της ΛΘΘ ο ψυχοθεραπευτής λαμβάνει έναν ενεργητικό-καθοδηγητικό ρόλο, ωστόσο θεραπευόμενος/η και ψυχοθεραπευτής συνεργάζονται για να επιτύχουν ένα κοινό στόχο.
Επιπλέον η ΛΘΘ χρησιμοποιεί μια «εκπαιδευτική» προσέγγιση, ενθαρρύνοντας τον θεραπευόμενο να «μελετήσει» σε βάθος τις μη λειτουργικές-παράλογες πεποιθήσεις του ώστε να ενσωματώσει τη θεραπεία σε όλους τους τομείς της ζωής του ακόμα και μετά το πέρας των συνεδριών.
Θεραπευτικό Πλαίσιο της Λογικοθυμικής Θεραπείας
Το θεραπευτικό πλαίσιο της ΛΘΘ βασίζεται στο μοντέλο ABC. Σε αυτό το σύστημα το A συμβολίζει το Γεγονός -ή την εμπειρία- που ενεργοποιεί την σκέψη-αντίληψη (Activating event), και το οποίο συνήθως ενεργοποιεί την αντίληψη που έχουμε για κάποιο δυσάρεστο γεγονός. Το C αντιπροσωπεύει τις συναισθηματικές και συμπεριφοριστικές συνέπειες (Consequences). Είναι δηλαδή η μη λειτουργική συναισθηματική αντίδραση που οδηγεί το άτομο στην αναζήτηση ψυχολογικής βοήθειας. Τέλος, το Β συμβολίζει το σύστημα πεποιθήσεων-αξιών του κάθε ατόμου (Belief system) το οποίο αποτελείται από δύο μέρη: τις ορθολογικές-λειτουργικές και τις παράλογες-μη λειτουργικές πεποιθήσεις. Οι παράλογες-μη λειτουργικές πεποιθήσεις θα αποτελέσουν θα αποτελέσουν και το επίκεντρο των ψχοθεραπευτικών συναντήσεων.
Οι παράλογες πεποιθήσεις βασίζονται σε ένα πλαίσιο απαιτήσεων:
- Πρέπει να πετυχαίνω σε αυτά που κάνω και να κερδίζω την αποδοχή των άλλων
- Πρέπει να μου συμπεριφέρεστε ευγενικά και καλά
- Πρέπει να μου παρέχεται αυτό που θέλω γρήγορα, εύκολα και με μεγάλη βεβαιότητα
- Είναι τρομερό αυτό που συμβάινει
- Δεν το αντέχω.
- Είμαι(ή είσαι) ένας απαίσιος άνθρωπος.
Η ολοκλήρωση της ψυχοθεραπείας πραγματοποιείται όταν το άτομο πλέον είναι σε θέση να εφαρμόσει το μοντέλο ABC στην καθημερινότητά του και να μπορεί να διακρίνει τα λειτουργικά από τα μη λειτουργικά συναισθήματα καθώς και τις παράλογες από τις λειτουργικές-λογικές πεποιθήσεις. Ουσιαστικά η βελτίωση παρατηρείται εφόσον οι απαιτητικές παρεισφρητικές σκέψεις αντικαθίστανται από σκέψεις επιθυμίας και αποδοχής έστω και του χειρότερου σεναρίου, συνοδευόμενες από λειτουργικά συναισθήματα.
Όταν προσπαθούμε να καταστείλουμε τις σκέψεις μας εκείνες επιστρέφουν δριμείες στα όνειρά μας
Οι άνθρωποι που γενικά προσπαθούν να καταστείλουν τις σκέψεις τους, όχι μόνο ονειρεύονται περισσότερο τις συναισθηματικές εμπειρίες τους από όταν είναι ξύπνιοι – ιδιαίτερα τις δυσάρεστες καταστάσεις – αλλά έχουν και χειρότερη ποιότητα ύπνου και υψηλότερα επίπεδα στρες, άγχους και κατάθλιψης σε σχέση με άλλους.
Είναι η πιο γνωστή, και ίσως διαβόητη, θεωρία των ονείρων στο δυτικό κόσμο. Στο τέλος του περασμένου αιώνα, ο Sigmund Freud δημοσίευσε το βιβλίο του, η «Ερμηνεία των Ονείρων», υποστηρίζοντας ότι τα όνειρά μας δεν είναι τίποτα περισσότερο από τις επιθυμίες που ψάχνουμε να εκπληρώσουμε στην «ξύπνια» ζωή μας.
Μερικές από αυτές τις επιθυμίες είναι σχετικά αθώες και σε αυτές τις περιπτώσεις τα όνειρά μας τις παρουσιάζουν όπως ακριβώς είναι. Ωστόσο, υπάρχουν και άλλες επιθυμίες που είναι τόσο απαράδεκτες για μας (όπως σεξουαλικές ή επιθετικές παρορμήσεις που δεν μπορούμε να παραδεχτούμε ή να κάνουμε) που τα όνειρά μας πρέπει να τις λογοκρίνουν.
Τέτοιες απαράδεκτες επιθυμίες συνήθως καταστέλλονται από το συνειδητό ξύπνιο μυαλό, αλλά εμφανίζονται στο όνειρο με ένα μη αναγνωρίσιμο και συχνά περίεργο τρόπο. Αλλά με τη βοήθεια ενός ψυχαναλυτή και μεθόδων, όπως ο ελεύθερος συνειρμός, ο Freud υποστήριξε, ότι θα μπορούσε να αποκαλυφθεί η επιθυμία πίσω από το όνειρο.
Παρά τη φήμη και την επίδραση της θεωρίας του Freud σε άλλες ψυχολογικές θεωρίες, τα τελευταία χρόνια η θεωρία του έχει πέσει σε ανυποληψία και έχει κατηγορηματικά απορριφθεί από τους σύγχρονους επιστήμονες των ονείρων. Πλέον, υπάρχουν δεκάδες θεωρίες σχετικά με το γιατί ονειρευόμαστε – από την επεξεργασία των συναισθημάτων μας και την ενίσχυση των νέων αναμνήσεων μέχρι την προετοιμασία κοινωνικών ή απειλητικών καταστάσεων. Όμως, καμία θεωρία δεν έχει επικρατήσει τώρα, όπως επικρατούσε κάποτε του Freud.
Τα αποκαλυπτικά πειράματα
Ωστόσο, κατά την τελευταία δεκαετία, μια νέα σειρά πειραμάτων έχει αρχίσει να φανερώνει ότι τουλάχιστον ένα μέρος της θεωρίας του Freud θα μπορούσε να είναι τελικά σωστό: ότι ονειρευόμαστε πράγματα που προσπαθούμε, όσο γίνεται περισσότερο, να αγνοήσουμε.
Το πρώτο από αυτά τα πειράματα έγινε από τον Daniel Wegner, ο οποίος παρατήρησε ότι όταν προσπαθούμε πολύ να αγνοήσουμε ή να καταστείλουμε μια σκέψη, η σκέψη αυτή συχνά επανέρχεται. Ο Wegner υπέδειξε ότι αυτό συμβαίνει επειδή έχουμε δύο ψυχολογικές διεργασίες που δουλεύουν την ίδια στιγμή που προσπαθούμε να καταστείλουμε μια σκέψη: μια διαδικασία λειτουργίας με ενεργητική καταστολή και μια διαδικασία παρακολούθησης που επιβλέπει την κατεσταλμένη σκέψη. Η καταστολή της σκέψης είναι περίπλοκη και μπορεί να επιτευχθεί μόνο όταν οι δύο διαδικασίες συνεργάζονται αρμονικά.
Ο Wegner υποστηρίζει ότι οι διαδικασίες αυτές μπορεί να αποτύχουν κατά τη διάρκεια του ύπνου (REM). Κατά τη διάρκεια του ύπνου REM, τμήματα του εγκεφάλου που είναι απαραίτητα για την καταστολή της σκέψης – όπως αυτά που εμπλέκονται στην προσοχή, τον έλεγχο και τη μνήμη εργασίας – απενεργοποιούνται. Γνωρίζουμε ότι ένας μεγάλος αριθμός από τα όνειρά μας προέρχονται από τον ύπνο REM, οπότε ο Wegner υπέθεσε ότι εκεί θα βλέπαμε πολλές κατεσταλμένες σκέψεις να επανεμφανίζονται στα όνειρα.
Περιέργως, κατάφερε να δοκιμάσει αυτή την ιδέα πριν μερικά χρόνια. Στο πείραμά του, οι συμμετέχοντες κλήθηκαν να σκεφθούν ένα άτομο που γνώριζαν και στη συνέχεια να γράψουν μέσα σε πέντε λεπτά ό,τι τους ερχόταν στο μυαλό, πριν πάνε για ύπνο εκείνο το βράδυ. Στην πρώτη ομάδα των συμμετεχόντων είπαν συγκεκριμένα να μην σκέφτονται το πρόσωπο αυτό στα πέντε λεπτά που έγραφαν, ενώ στη δεύτερη ομάδα είπαν να σκεφτούν μόνο τα πρόσωπα αυτά. Μια τρίτη ομάδα θα μπορούσε να σκεφτεί ό,τι ήθελε.
Όταν ξύπνησαν το πρωί, κατέγραψαν όλοι τα όνειρα που μπορούσαν να θυμηθούν ότι είχαν δει εκείνο το βράδυ. Τα αποτελέσματα ήταν σαφή: η ομάδα, η οποία είχε εντολή να καταστείλει τις σκέψεις του προσώπου, ονειρεύτηκε αυτό το πρόσωπο πολύ περισσότερο από την ομάδα η οποία είχε εντολή να εστιάσει τις σκέψεις της στο πρόσωπο και από την ομάδα που μπορούσε να σκεφτεί ό,τι ήθελε. Ο Wegner το ονόμασε αυτό το «φαινόμενο της επαναφοράς του ονείρου».
Από αυτό το πείραμα και μετά, έχουμε μάθει πολλά περισσότερα για την επίδραση της επαναφοράς του ονείρου. Για παράδειγμα, έχει βρεθεί ότι οι άνθρωποι που είναι γενικά πιο επιρρεπείς στην καταστολή της σκέψης, βιώνουν περισσότερα όνειρα επαναφοράς και ότι η καταστολή μιας σκέψης όχι μόνο οδηγεί σε περισσότερα όνειρα γι’ αυτή, αλλά και σε πιο δυσάρεστα όνειρα.
Σε μερικές από τις πρόσφατες έρευνές μου, βρήκα ότι οι άνθρωποι που γενικά προσπαθούν να καταστείλουν τις σκέψεις τους, όχι μόνο ονειρεύονται περισσότερο τις συναισθηματικές εμπειρίες τους από όταν είναι ξύπνιοι – ιδιαίτερα τις δυσάρεστες καταστάσεις – αλλά έχουν και χειρότερη ποιότητα ύπνου και υψηλότερα επίπεδα στρες, άγχους και κατάθλιψης σε σχέση με άλλους. Στην πραγματικότητα, γνωρίζουμε πλέον ότι η καταστολή των σκέψεων, συνδέεται με μια ολόκληρη σειρά από προβλήματα ψυχικής υγείας.
Γνωρίζοντας αυτό, θα πρέπει πραγματικά να κατανοήσουμε καλύτερα τι συμβαίνει με τις σκέψεις μας, όταν προσπαθούμε να τις καταστείλουμε. Αν δίναμε προσοχή στα όνειρα μας, θα μπορούσαμε να εντοπίσουμε τα πράγματα που δεν δίνουμε αρκετή προσοχή στη ζωή μας και μας προκαλούν προβλήματα. Αυτό μπορεί να σημαίνει ότι υπάρχει ουσιαστική αξία στην ανάλυση των ονείρων στη θεραπεία. Στην πραγματικότητα, πρόσφατες έρευνες έχουν δείξει ότι η ανάλυση ονείρων είναι ένας αποτελεσματικός τρόπος για την απόκτηση προσωπικών πληροφοριών, τόσο εντός όσο και εκτός της θεραπευτικής διεργασίας.
Η ετυμηγορία για τον Freud
Υπάρχουν ακόμα πολλές πτυχές της θεωρίας των ονείρων του Freud που δεν έχουν (και δεν μπορούν) δοκιμαστεί εμπειρικά. Είναι πιθανό να υποστηριχθεί ότι η ολοκλήρωση της επιθυμίας παρουσιάζεται σχεδόν σε κάθε όνειρο, αλλά είναι αδύνατο να αποδειχθεί ή να διαψευστεί αυτό.
Σε μεταγενέστερα κείμενα, ο Freud παραδέχτηκε ότι η θεωρία του δεν μπορεί να αναλύσει όλους τους τύπους ονείρων, όπως είναι οι εφιάλτες που σχετίζονται με τη διαταραχή μετα-τραυματικού στρες. Η θεωρία του παίρνει επίσης την ουσία της ερμηνείας των ονείρων μακριά από τον ονειροπόλο και τη παραδίδει στα χέρια του αναλυτή, η οποία έρχεται σε αντίθεση με τις ηθικές κατευθυντήριες γραμμές για την ανάλυση των ονείρων που ακολουθούνται συνήθως μέχρι τώρα.
Παρ’ όλα αυτά, ορισμένες πτυχές της θεωρίας έχουν ελεγχθεί πειραματικά, για παράδειγμα, τα όνειρα στον ύπνο REM είναι γεμάτα από επιθετικές αλληλεπιδράσεις, τις οποίες ο Freud θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει ως αποδεικτικό στοιχείο κατεσταλμένων επιθετικών παρορμήσεων που εμφανίζονται στα όνειρά μας.
Έτσι, ενώ παραμένει ασαφής το ακριβές μέγεθος στο οποίο είναι σωστή η θεωρία του Freud για τα όνειρα, τουλάχιστον σε ένα σημείο, φαίνεται σαν να έχει δίκιο τελικά: τα όνειρα πραγματικά είναι ο βασιλικός δρόμος για την γνώση του ασυνειδήτου, εκεί όπου ζουν οι εξόριστες σκέψεις.
Είναι η πιο γνωστή, και ίσως διαβόητη, θεωρία των ονείρων στο δυτικό κόσμο. Στο τέλος του περασμένου αιώνα, ο Sigmund Freud δημοσίευσε το βιβλίο του, η «Ερμηνεία των Ονείρων», υποστηρίζοντας ότι τα όνειρά μας δεν είναι τίποτα περισσότερο από τις επιθυμίες που ψάχνουμε να εκπληρώσουμε στην «ξύπνια» ζωή μας.
Μερικές από αυτές τις επιθυμίες είναι σχετικά αθώες και σε αυτές τις περιπτώσεις τα όνειρά μας τις παρουσιάζουν όπως ακριβώς είναι. Ωστόσο, υπάρχουν και άλλες επιθυμίες που είναι τόσο απαράδεκτες για μας (όπως σεξουαλικές ή επιθετικές παρορμήσεις που δεν μπορούμε να παραδεχτούμε ή να κάνουμε) που τα όνειρά μας πρέπει να τις λογοκρίνουν.
Τέτοιες απαράδεκτες επιθυμίες συνήθως καταστέλλονται από το συνειδητό ξύπνιο μυαλό, αλλά εμφανίζονται στο όνειρο με ένα μη αναγνωρίσιμο και συχνά περίεργο τρόπο. Αλλά με τη βοήθεια ενός ψυχαναλυτή και μεθόδων, όπως ο ελεύθερος συνειρμός, ο Freud υποστήριξε, ότι θα μπορούσε να αποκαλυφθεί η επιθυμία πίσω από το όνειρο.
Παρά τη φήμη και την επίδραση της θεωρίας του Freud σε άλλες ψυχολογικές θεωρίες, τα τελευταία χρόνια η θεωρία του έχει πέσει σε ανυποληψία και έχει κατηγορηματικά απορριφθεί από τους σύγχρονους επιστήμονες των ονείρων. Πλέον, υπάρχουν δεκάδες θεωρίες σχετικά με το γιατί ονειρευόμαστε – από την επεξεργασία των συναισθημάτων μας και την ενίσχυση των νέων αναμνήσεων μέχρι την προετοιμασία κοινωνικών ή απειλητικών καταστάσεων. Όμως, καμία θεωρία δεν έχει επικρατήσει τώρα, όπως επικρατούσε κάποτε του Freud.
Τα αποκαλυπτικά πειράματα
Ωστόσο, κατά την τελευταία δεκαετία, μια νέα σειρά πειραμάτων έχει αρχίσει να φανερώνει ότι τουλάχιστον ένα μέρος της θεωρίας του Freud θα μπορούσε να είναι τελικά σωστό: ότι ονειρευόμαστε πράγματα που προσπαθούμε, όσο γίνεται περισσότερο, να αγνοήσουμε.
Το πρώτο από αυτά τα πειράματα έγινε από τον Daniel Wegner, ο οποίος παρατήρησε ότι όταν προσπαθούμε πολύ να αγνοήσουμε ή να καταστείλουμε μια σκέψη, η σκέψη αυτή συχνά επανέρχεται. Ο Wegner υπέδειξε ότι αυτό συμβαίνει επειδή έχουμε δύο ψυχολογικές διεργασίες που δουλεύουν την ίδια στιγμή που προσπαθούμε να καταστείλουμε μια σκέψη: μια διαδικασία λειτουργίας με ενεργητική καταστολή και μια διαδικασία παρακολούθησης που επιβλέπει την κατεσταλμένη σκέψη. Η καταστολή της σκέψης είναι περίπλοκη και μπορεί να επιτευχθεί μόνο όταν οι δύο διαδικασίες συνεργάζονται αρμονικά.
Ο Wegner υποστηρίζει ότι οι διαδικασίες αυτές μπορεί να αποτύχουν κατά τη διάρκεια του ύπνου (REM). Κατά τη διάρκεια του ύπνου REM, τμήματα του εγκεφάλου που είναι απαραίτητα για την καταστολή της σκέψης – όπως αυτά που εμπλέκονται στην προσοχή, τον έλεγχο και τη μνήμη εργασίας – απενεργοποιούνται. Γνωρίζουμε ότι ένας μεγάλος αριθμός από τα όνειρά μας προέρχονται από τον ύπνο REM, οπότε ο Wegner υπέθεσε ότι εκεί θα βλέπαμε πολλές κατεσταλμένες σκέψεις να επανεμφανίζονται στα όνειρα.
Περιέργως, κατάφερε να δοκιμάσει αυτή την ιδέα πριν μερικά χρόνια. Στο πείραμά του, οι συμμετέχοντες κλήθηκαν να σκεφθούν ένα άτομο που γνώριζαν και στη συνέχεια να γράψουν μέσα σε πέντε λεπτά ό,τι τους ερχόταν στο μυαλό, πριν πάνε για ύπνο εκείνο το βράδυ. Στην πρώτη ομάδα των συμμετεχόντων είπαν συγκεκριμένα να μην σκέφτονται το πρόσωπο αυτό στα πέντε λεπτά που έγραφαν, ενώ στη δεύτερη ομάδα είπαν να σκεφτούν μόνο τα πρόσωπα αυτά. Μια τρίτη ομάδα θα μπορούσε να σκεφτεί ό,τι ήθελε.
Όταν ξύπνησαν το πρωί, κατέγραψαν όλοι τα όνειρα που μπορούσαν να θυμηθούν ότι είχαν δει εκείνο το βράδυ. Τα αποτελέσματα ήταν σαφή: η ομάδα, η οποία είχε εντολή να καταστείλει τις σκέψεις του προσώπου, ονειρεύτηκε αυτό το πρόσωπο πολύ περισσότερο από την ομάδα η οποία είχε εντολή να εστιάσει τις σκέψεις της στο πρόσωπο και από την ομάδα που μπορούσε να σκεφτεί ό,τι ήθελε. Ο Wegner το ονόμασε αυτό το «φαινόμενο της επαναφοράς του ονείρου».
Από αυτό το πείραμα και μετά, έχουμε μάθει πολλά περισσότερα για την επίδραση της επαναφοράς του ονείρου. Για παράδειγμα, έχει βρεθεί ότι οι άνθρωποι που είναι γενικά πιο επιρρεπείς στην καταστολή της σκέψης, βιώνουν περισσότερα όνειρα επαναφοράς και ότι η καταστολή μιας σκέψης όχι μόνο οδηγεί σε περισσότερα όνειρα γι’ αυτή, αλλά και σε πιο δυσάρεστα όνειρα.
Σε μερικές από τις πρόσφατες έρευνές μου, βρήκα ότι οι άνθρωποι που γενικά προσπαθούν να καταστείλουν τις σκέψεις τους, όχι μόνο ονειρεύονται περισσότερο τις συναισθηματικές εμπειρίες τους από όταν είναι ξύπνιοι – ιδιαίτερα τις δυσάρεστες καταστάσεις – αλλά έχουν και χειρότερη ποιότητα ύπνου και υψηλότερα επίπεδα στρες, άγχους και κατάθλιψης σε σχέση με άλλους. Στην πραγματικότητα, γνωρίζουμε πλέον ότι η καταστολή των σκέψεων, συνδέεται με μια ολόκληρη σειρά από προβλήματα ψυχικής υγείας.
Γνωρίζοντας αυτό, θα πρέπει πραγματικά να κατανοήσουμε καλύτερα τι συμβαίνει με τις σκέψεις μας, όταν προσπαθούμε να τις καταστείλουμε. Αν δίναμε προσοχή στα όνειρα μας, θα μπορούσαμε να εντοπίσουμε τα πράγματα που δεν δίνουμε αρκετή προσοχή στη ζωή μας και μας προκαλούν προβλήματα. Αυτό μπορεί να σημαίνει ότι υπάρχει ουσιαστική αξία στην ανάλυση των ονείρων στη θεραπεία. Στην πραγματικότητα, πρόσφατες έρευνες έχουν δείξει ότι η ανάλυση ονείρων είναι ένας αποτελεσματικός τρόπος για την απόκτηση προσωπικών πληροφοριών, τόσο εντός όσο και εκτός της θεραπευτικής διεργασίας.
Η ετυμηγορία για τον Freud
Υπάρχουν ακόμα πολλές πτυχές της θεωρίας των ονείρων του Freud που δεν έχουν (και δεν μπορούν) δοκιμαστεί εμπειρικά. Είναι πιθανό να υποστηριχθεί ότι η ολοκλήρωση της επιθυμίας παρουσιάζεται σχεδόν σε κάθε όνειρο, αλλά είναι αδύνατο να αποδειχθεί ή να διαψευστεί αυτό.
Σε μεταγενέστερα κείμενα, ο Freud παραδέχτηκε ότι η θεωρία του δεν μπορεί να αναλύσει όλους τους τύπους ονείρων, όπως είναι οι εφιάλτες που σχετίζονται με τη διαταραχή μετα-τραυματικού στρες. Η θεωρία του παίρνει επίσης την ουσία της ερμηνείας των ονείρων μακριά από τον ονειροπόλο και τη παραδίδει στα χέρια του αναλυτή, η οποία έρχεται σε αντίθεση με τις ηθικές κατευθυντήριες γραμμές για την ανάλυση των ονείρων που ακολουθούνται συνήθως μέχρι τώρα.
Παρ’ όλα αυτά, ορισμένες πτυχές της θεωρίας έχουν ελεγχθεί πειραματικά, για παράδειγμα, τα όνειρα στον ύπνο REM είναι γεμάτα από επιθετικές αλληλεπιδράσεις, τις οποίες ο Freud θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει ως αποδεικτικό στοιχείο κατεσταλμένων επιθετικών παρορμήσεων που εμφανίζονται στα όνειρά μας.
Έτσι, ενώ παραμένει ασαφής το ακριβές μέγεθος στο οποίο είναι σωστή η θεωρία του Freud για τα όνειρα, τουλάχιστον σε ένα σημείο, φαίνεται σαν να έχει δίκιο τελικά: τα όνειρα πραγματικά είναι ο βασιλικός δρόμος για την γνώση του ασυνειδήτου, εκεί όπου ζουν οι εξόριστες σκέψεις.
Οι ηλίθιοι είναι επιθετικοί
Να γιατί, παραδόξως, οι ηλίθιοι προτιμούν τον πόλεμο.
Απολαμβάνουν τη χαρά της καταστροφής, τουλάχιστον στη σκέψη, και η απόλαυση αυτή θέτει ολόκληρο τον κόσμο σε κίνδυνο, ακόμα και στην πραγματικότητα. Θα ρωτήσετε ίσως από πού προέρχεται αυτή η παράδοξη απόλαυση που τους προσφέρει η καταστροφή. E, λοιπόν , κατ’ αρχάς οι ηλίθιοι δεν είναι τίποτε άλλο από γιγάντια κουτορνίθια που εκπλήσσονται από την ίδια τους τη δύναμη και που την ασκούν χωρίς να καταφέρουν να ξεπεράσουν τη δυσπιστία τους. Όπως τα βρέφη, εκείνο που τους ενδιαφέρει είναι να δοκιμάσουν την εξουσία τους σε οποιονδήποτε, ανεξαρτήτως τιμήματος – κυρίως επειδή, για εκείνους, η δύναμη παραμένει προβληματική. Καθώς τις αμφιβολίες τους ενθαρρύνουν άλλοι ηλίθιοι, οι οποίοι τους εξουσιάζουν, δε σταματούν ποτέ να αμφιβάλλουν για τον εαυτό τους, έτσι οι μεν ανακουφίζονται κυρίως ασκώντας εξουσία και οι δε υποτασσόμενοι. Ωστόσο, μέσα στην ίδια μέρα, η πολύμορφη ηλιθιότητά τους περνά από τη μια μεταμόρφωση στην άλλη – από την κυριαρχία στην υποταγή και την καταστροφή.
Αλλά υπάρχουν πολλά ακόμα. Διότι εφόσον οι ηλίθιοι κλίνουν προς την καταστροφή (και σας απειλούν, για παράδειγμα), ελάχιστα τους ενδιαφέρει εάν η δύναμη αυτή είναι δική τους. Επίσης, πολύ συχνά, ελάχιστα τους ενδιαφέρει εάν προστατεύει αυτούς τους ίδιους. Τι τους ενδιαφέρει; Ε λοιπόν, υπακούν τυφλά σε μια λογική της οικονομίας που δεν αφορά άμεσα αυτούς, αλλά μια φυσική τάση του Σύμπαντος.
Επειδή είναι πιο απλό και πιο εύκολο να καταστρέφει κανείς παρά να δημιουργεί, να επιτίθεται παρά να κατευνάζει, να διαλύει παρά να κτίζει, οι ηλίθιοι αφήνονται να τους διαπεράσει μια βία η οποία ξεπερνά κάθε υποκειμενική επεξεργασία, κάθε κοινωνικό οικοδόμημα, κάθε πολιτική συμφωνία, κάθε οικολογική αντίληψη. Με άλλα λόγια, σέβονται πλήρως έναν φυσικό νόμο αύξησης της εντροπίας, επιστροφής στην αταξία, καταστροφής των οργανωμένων σχημάτων, όχι ακριβώς επειδή είναι οκνηροί (αν και η εν λόγω περιγραφή δε θα ήταν ανακριβής), αλλά επειδή κατά βάθος η δύναμη που τους διαπερνά αποτυγχάνει να οργανωθεί μέσα τους, αποτυγχάνει να ολοκληρωθεί υποκειμενικά και, έτσι, ξεχύνεται σαν φονικό κύμα στην παραλία των σχέσεων.
Η προτίμηση στον πόλεμο που παρατηρείται στους ηλίθιους δεν προκύπτει, συνεπώς, σε καμία περίπτωση από μια μυστηριώδη παρόρμηση θανάτου, διότι η βία που επικαλούνται και ενσαρκώνουν δεν είναι μόνο μια μορφή εξουσίας την οποία ένα υποκείμενο θα ασκούσε επάνω και εναντίον κάποιου άλλου. Η βία της ηλιθιότητας είναι πιο κοσμική από αυτό. Επισημαίνει το γεγονός ότι οι άνθρωποι είναι ο μοχλός μιας δύναμης, η οποία μπορεί να ενώσει ή να διχάσει, να αυτοοργανωθεί ή να εξαρθρωθεί, να κονιορτοποιήσει τους ανθρώπους και τον πλανήτη Γη πιο εύκολα απ’ όσο φυσάμε τις πικραλίδες. Εκείνο που επιφέρει την πραγματική καταστροφή (τον πόλεμο, τους θανάτους, τις οικολογικές καταστροφές) δεν είναι, επομένως, τίποτε άλλο παρά η ανώτερη δύναμη της ύπαρξης, που άλλοτε αυτοοργανώνεται σε υπέροχους ενεργειακούς συνδυασμούς -αυτοί είστε εσείς, είναι η ζωή, η χαρά, είναι η αιώνια άνοιξη του Σύμπαντος- και άλλοτε αποδιοργανώνεται με τρομακτικές εκλάμψεις που προκύπτουν από την εύθραυστη φύση κάθε προοπτικής επεξεργασίας.
Η δύναμη της ύπαρξης τους διαπερνά διαλύοντάς τους και, γι’ αυτόν τον λόγο, υποφέρουν μέσω του μίσους. Και μισούν οτιδήποτε, οποιονδήποτε, διότι η δύναμη καταστρέφει μέσω αυτών. Καθώς είναι πιο άμεση και πιο απλή, καθώς έχει λιγότερο κόστος σε άμεσα μέσα απ’ ό,τι ο διάλογος, η καταστροφή είναι τελικά άρρηκτα συνδεδεμένη με την ηλιθιότητα. Στο στάδιο αυτό, σχεδόν όλη η φιλοσοφική έρευνα υποχρεούται να αντιστραφεί. Διότι, το αντιλαμβάνεστε, δεν είναι δυνατό να καταστραφεί η ηλιθιότητα, δεδομένου ότι η ίδια είναι η αρχή κάθε καταστροφής.
Έτσι, εάν επιθυμείτε να ταχθείτε, στο μέτρο του δυνατού, στο στρατόπεδο της καλοσύνης και της ευφυΐας, θα αφήνετε ευλαβικά τους ηλίθιους να μιλούν ή, για να είμαι πιο σαφής, θα τους αφήνετε τελείως ελεύθερους να λένε ηλιθιότητες.
Όποιος είχε την ευκαιρία να παρατηρήσει για αρκετό διάστημα μια αποικία από φώκιες στον ήλιο οφείλει να το παραδεχτεί: όπως και η εξυπνάδα έτσι και η ηλιθιότητα δεν είναι μόνο ανθρώπινο χαρακτηριστικό. Στους τεράστιους βράχους που κάθονται υπάρχει πολύς χώρος: υπάρχουν επίσης και ενοχλητικοί τύποι. Καθώς προτιμούν τα κατειλημμένα σημεία αντί για τις ελεύθερες θέσεις, ξεκινούν ανούσιες διαμάχες, προκαλούν φωνές και πληγές, δηλητηριάζουν τη ζωή των άλλων με κάθε μέσο, είτε πιτσιλώντας τους πάντες ενώ πέφτουν στη θάλασσα είτε επιχειρώντας να εκτοπίσουν φώκιες πιο δυνατές από τους ίδιους και, ενίοτε, λιγότερο δυνατές. Να το δράμα κάθε κοινότητας. Σε κάθε μέρος που υπάρχει αλληλεπίδραση, υπάρχουν και ηλίθιοι.
Απολαμβάνουν τη χαρά της καταστροφής, τουλάχιστον στη σκέψη, και η απόλαυση αυτή θέτει ολόκληρο τον κόσμο σε κίνδυνο, ακόμα και στην πραγματικότητα. Θα ρωτήσετε ίσως από πού προέρχεται αυτή η παράδοξη απόλαυση που τους προσφέρει η καταστροφή. E, λοιπόν , κατ’ αρχάς οι ηλίθιοι δεν είναι τίποτε άλλο από γιγάντια κουτορνίθια που εκπλήσσονται από την ίδια τους τη δύναμη και που την ασκούν χωρίς να καταφέρουν να ξεπεράσουν τη δυσπιστία τους. Όπως τα βρέφη, εκείνο που τους ενδιαφέρει είναι να δοκιμάσουν την εξουσία τους σε οποιονδήποτε, ανεξαρτήτως τιμήματος – κυρίως επειδή, για εκείνους, η δύναμη παραμένει προβληματική. Καθώς τις αμφιβολίες τους ενθαρρύνουν άλλοι ηλίθιοι, οι οποίοι τους εξουσιάζουν, δε σταματούν ποτέ να αμφιβάλλουν για τον εαυτό τους, έτσι οι μεν ανακουφίζονται κυρίως ασκώντας εξουσία και οι δε υποτασσόμενοι. Ωστόσο, μέσα στην ίδια μέρα, η πολύμορφη ηλιθιότητά τους περνά από τη μια μεταμόρφωση στην άλλη – από την κυριαρχία στην υποταγή και την καταστροφή.
Αλλά υπάρχουν πολλά ακόμα. Διότι εφόσον οι ηλίθιοι κλίνουν προς την καταστροφή (και σας απειλούν, για παράδειγμα), ελάχιστα τους ενδιαφέρει εάν η δύναμη αυτή είναι δική τους. Επίσης, πολύ συχνά, ελάχιστα τους ενδιαφέρει εάν προστατεύει αυτούς τους ίδιους. Τι τους ενδιαφέρει; Ε λοιπόν, υπακούν τυφλά σε μια λογική της οικονομίας που δεν αφορά άμεσα αυτούς, αλλά μια φυσική τάση του Σύμπαντος.
Επειδή είναι πιο απλό και πιο εύκολο να καταστρέφει κανείς παρά να δημιουργεί, να επιτίθεται παρά να κατευνάζει, να διαλύει παρά να κτίζει, οι ηλίθιοι αφήνονται να τους διαπεράσει μια βία η οποία ξεπερνά κάθε υποκειμενική επεξεργασία, κάθε κοινωνικό οικοδόμημα, κάθε πολιτική συμφωνία, κάθε οικολογική αντίληψη. Με άλλα λόγια, σέβονται πλήρως έναν φυσικό νόμο αύξησης της εντροπίας, επιστροφής στην αταξία, καταστροφής των οργανωμένων σχημάτων, όχι ακριβώς επειδή είναι οκνηροί (αν και η εν λόγω περιγραφή δε θα ήταν ανακριβής), αλλά επειδή κατά βάθος η δύναμη που τους διαπερνά αποτυγχάνει να οργανωθεί μέσα τους, αποτυγχάνει να ολοκληρωθεί υποκειμενικά και, έτσι, ξεχύνεται σαν φονικό κύμα στην παραλία των σχέσεων.
Η προτίμηση στον πόλεμο που παρατηρείται στους ηλίθιους δεν προκύπτει, συνεπώς, σε καμία περίπτωση από μια μυστηριώδη παρόρμηση θανάτου, διότι η βία που επικαλούνται και ενσαρκώνουν δεν είναι μόνο μια μορφή εξουσίας την οποία ένα υποκείμενο θα ασκούσε επάνω και εναντίον κάποιου άλλου. Η βία της ηλιθιότητας είναι πιο κοσμική από αυτό. Επισημαίνει το γεγονός ότι οι άνθρωποι είναι ο μοχλός μιας δύναμης, η οποία μπορεί να ενώσει ή να διχάσει, να αυτοοργανωθεί ή να εξαρθρωθεί, να κονιορτοποιήσει τους ανθρώπους και τον πλανήτη Γη πιο εύκολα απ’ όσο φυσάμε τις πικραλίδες. Εκείνο που επιφέρει την πραγματική καταστροφή (τον πόλεμο, τους θανάτους, τις οικολογικές καταστροφές) δεν είναι, επομένως, τίποτε άλλο παρά η ανώτερη δύναμη της ύπαρξης, που άλλοτε αυτοοργανώνεται σε υπέροχους ενεργειακούς συνδυασμούς -αυτοί είστε εσείς, είναι η ζωή, η χαρά, είναι η αιώνια άνοιξη του Σύμπαντος- και άλλοτε αποδιοργανώνεται με τρομακτικές εκλάμψεις που προκύπτουν από την εύθραυστη φύση κάθε προοπτικής επεξεργασίας.
Η δύναμη της ύπαρξης τους διαπερνά διαλύοντάς τους και, γι’ αυτόν τον λόγο, υποφέρουν μέσω του μίσους. Και μισούν οτιδήποτε, οποιονδήποτε, διότι η δύναμη καταστρέφει μέσω αυτών. Καθώς είναι πιο άμεση και πιο απλή, καθώς έχει λιγότερο κόστος σε άμεσα μέσα απ’ ό,τι ο διάλογος, η καταστροφή είναι τελικά άρρηκτα συνδεδεμένη με την ηλιθιότητα. Στο στάδιο αυτό, σχεδόν όλη η φιλοσοφική έρευνα υποχρεούται να αντιστραφεί. Διότι, το αντιλαμβάνεστε, δεν είναι δυνατό να καταστραφεί η ηλιθιότητα, δεδομένου ότι η ίδια είναι η αρχή κάθε καταστροφής.
Έτσι, εάν επιθυμείτε να ταχθείτε, στο μέτρο του δυνατού, στο στρατόπεδο της καλοσύνης και της ευφυΐας, θα αφήνετε ευλαβικά τους ηλίθιους να μιλούν ή, για να είμαι πιο σαφής, θα τους αφήνετε τελείως ελεύθερους να λένε ηλιθιότητες.
Όποιος είχε την ευκαιρία να παρατηρήσει για αρκετό διάστημα μια αποικία από φώκιες στον ήλιο οφείλει να το παραδεχτεί: όπως και η εξυπνάδα έτσι και η ηλιθιότητα δεν είναι μόνο ανθρώπινο χαρακτηριστικό. Στους τεράστιους βράχους που κάθονται υπάρχει πολύς χώρος: υπάρχουν επίσης και ενοχλητικοί τύποι. Καθώς προτιμούν τα κατειλημμένα σημεία αντί για τις ελεύθερες θέσεις, ξεκινούν ανούσιες διαμάχες, προκαλούν φωνές και πληγές, δηλητηριάζουν τη ζωή των άλλων με κάθε μέσο, είτε πιτσιλώντας τους πάντες ενώ πέφτουν στη θάλασσα είτε επιχειρώντας να εκτοπίσουν φώκιες πιο δυνατές από τους ίδιους και, ενίοτε, λιγότερο δυνατές. Να το δράμα κάθε κοινότητας. Σε κάθε μέρος που υπάρχει αλληλεπίδραση, υπάρχουν και ηλίθιοι.
FERNANDO PESSOA: Να λες. Να ξέρεις να λες. Να ξέρεις να υπάρχεις
Να λες. Να ξέρεις να λες. Να ξέρεις να υπάρχεις μες’ από τη γραπτή φωνή και τη νοητική εικόνα! Η ζωή δεν αξίζει τίποτα παραπάνω: το παραπάνω είναι άντρες και γυναίκες, υποθετικοί έρωτες και ματαιοδοξίες ψεύτικες, προφάσεις της πέψης και της λήθης, άνθρωποι που κινούνται πάνω κάτω, σαν ζώα όταν ανασηκώνουμε μια πέτρα, κάτω από τον μεγάλο αφηρημένο βράχο του γαλάζιου χωρίς νόημα ουρανού.
Επανάσταση; Αλλαγή; Αυτό που θέλω στ' αλήθεια από τα βάθη της ψυχής μου είναι να φύγουν τα άτονα σύννεφα που πασαλείβουν με μια γκρίζα σαπουνάδα τον ουρανό. Αυτό που θέλω είναι να δω το γαλάζιο να προβάλλει ανάμεσα τους, αλήθεια βέβαιη και ξεκάθαρη γιατί τίποτα δεν είναι και ούτε θέλει να είναι.
Φερνάντο Πεσσόα, Το βιβλίο της ανησυχίας
Επανάσταση; Αλλαγή; Αυτό που θέλω στ' αλήθεια από τα βάθη της ψυχής μου είναι να φύγουν τα άτονα σύννεφα που πασαλείβουν με μια γκρίζα σαπουνάδα τον ουρανό. Αυτό που θέλω είναι να δω το γαλάζιο να προβάλλει ανάμεσα τους, αλήθεια βέβαιη και ξεκάθαρη γιατί τίποτα δεν είναι και ούτε θέλει να είναι.
Φερνάντο Πεσσόα, Το βιβλίο της ανησυχίας
Φιλοσοφική Συμβουλευτική
Η φιλοσοφική συμβουλευτική, είναι δυνατόν να αποτελέσει ένα πολύ σημαντικό, εναλλακτικό εργαλείο, αναφορικά με την θεραπευτική στο πεδίο της Ψυχολογίας. Η ίδια η φιλοσοφική συμβουλευτική είναι άρρηκτα συνδεδεμένη ειδικά με ένα είδος θεραπευτικής διαδικασίας, όπου πολύ σημαντικός είναι ο ρόλος και η χρήση της συζήτησης.
Την ίδια στιγμή εδώ μάλιστα, προβάλλεται και η σημασία της διάστασης εκείνης που σχέση με την μεθόδευση του υλικού που εξιστορεί ο θεραπευόμενος, ενώ λαμβάνουν χώρα οι συνεδρίες με τον θεραπευτή του. Ο τελευταίος εδώ εξάλλου, καθίσταται ταυτόχρονα και ένα είδος φιλοσόφου.
Η ίδια η έρευνά μας, ως προς την δομή της αρχικά ασχολείται ειδικότερα με την αναφορά και ανάλυση του τί είναι η φιλοσοφική συμβουλευτική. Στη συνέχεια έχει να κάνει με τις προϋποθέσεις και τα κριτήρια μιας φιλοσοφικής συμβουλευτικής διαδικασίας. Τέλος, από την άλλη μεριά, ασχολείται ειδικότερα με το ζήτημα περί του αν είναι αναγκαία η ύπαρξη ειδικής εκπαίδευσης αναφορικά με την φιλοσοφική συμβουλευτική, αλλά και για το τί αποτελέσματα μπορεί να προσφέρει και αν εντάσσεται στις θεραπευτικές μεθόδους.
Τί είναι η φιλοσοφική συμβουλευτική
Η φιλοσοφική συμβουλευτική, που μερικές φορές ονομάζεται επίσης φιλοσοφική πρακτική ή φιλοσοφική συμβουλευτική ή κλινική φιλοσοφία, είναι ένα σύγχρονο κίνημα στην πρακτική φιλοσοφία.
Αναπτύσσοντας από τη δεκαετία του 1980 ως επάγγελμα, αλλά από τη δεκαετία του 1950 ως πρακτική, οι επαγγελματίες της φιλοσοφικής συμβουλευτικής έχουν συνήθως διδακτορικό ή τουλάχιστον μεταπτυχιακό στη φιλοσοφία και προσφέρουν τις φιλοσοφικές τους υπηρεσίες συμβουλευτικής ή συμβουλευτικής σε πελάτες που αναζητούν μια φιλοσοφική κατανόηση της ζωής τους.
Κάτι τέτοιο εξάλλου είναι συνδεδεμένο με την προσπάθεια των ατόμων να αντιμετωπίσουν διάφορα κοινωνικά προβλήματα ή ακόμα και ψυχικά προβλήματα.
Στην τελευταία περίπτωση, η φιλοσοφική συμβουλευτική μπορεί να είναι αντί, ή σε συνδυασμό με, ψυχοθεραπεία. Συχνά λέγεται ότι το κίνημα έχει τις ρίζες του στη σωκρατική παράδοση, η οποία θεωρούσε τη φιλοσοφία ως αναζήτηση του Καλού και της καλής ζωής. Μια ζωή χωρίς φιλοσοφία, άλλωστε δεν άξιζε για τον Σωκράτη (Achenbach, 2002).
Η ψυχοθεραπεία την προκειμένη περίπτωση είναι δυνατόν να λάβει χώρα αυτοπροσώπως (ένας προς έναν ή με ζευγάρια ή σε ομάδες). Μπορεί επίσης, να γίνει ακόμα και μέσω τηλεφώνου ή μέσω τηλεφωνικής συμβουλευτικής ή αντίστοιχα μέσω διαδικτύου. Υπήρξαν επίσης εξελίξεις στη θεραπεία με τη βοήθεια υπολογιστή, όπως η θεραπεία εικονικής πραγματικότητας για έκθεση στη συμπεριφορά, προγράμματα πολυμέσων για κάθε γνωστική τεχνική και συσκευές χειρός για βελτιωμένη παρακολούθηση ή εφαρμογή διαφόρων ιδεών (Achenbach, 2002).
Από την άλλη μεριά παράλληλα, θα μπορούσε σε αυτό το σημείο να επισημάνει κάποιος όμως και το ότι μια σύγχρονη προσέγγιση αναφορικά με την έννοια περί φιλοσοφικής συμβουλευτικής προκύπτει μέσα από το έργο του Lou Marinoff και ειδικότερα μέσα από το βιβλίο του με τον τίτλο «Πλάτωνας, όχι Προζάκ». Η ανάπτυξη του συγκεκριμένου είδους συμβουλευτικής εδώ μάλιστα, είναι συνδεδεμένη αφενός μεν με την διαδικασία του προσδιορισμού του προβλήματος που μπορεί να αντιμετωπίζει ένα άτομο και αφετέρου έχει να κάνει όμως και με το πώς είναι δυνατή η έκφραση των συναισθημάτων αλλά και η ανάλυση των σχετικών επιλογών (Marinoff, 1999).
Μια άλλη παράμετρος που περιλαμβάνεται εδώ, είναι σχετική με το ζήτημα περί του πώς είναι εφικτό το να μελετηθεί με τον πλέον σωστό τρόπο μια φιλοσοφική παράδοση, προκειμένου να μπορέσει να μας προσφέρει στην πορεία ουσιαστική βοήθεια. Όλα τα παραπάνω από την άλλη μεριά φυσικά δεν παύουν να είναι άρρηκτα συνδεδεμένα εδώ ταυτόχρονα και με την προσπάθεια περί ανανέωσης της προσωπικής ψυχολογικής ισορροπίας ενός ατόμου.
Υπό το πρίσμα όλων αυτών των επισημάνσεων, εδώ καθίσταται εμφανές, πως η φιλοσοφική συμβουλευτική είναι άμεσα συνδεδεμένη με πέντε στάδια: το πρόβλημα, το συναίσθημα, την ανάλυση, την ενατένιση και την ισορροπία (Marinoff, 1999).
Οι τρόποι σκέψης μας επηρεάζουν τον τρόπο που νιώθουμε, επιθυμούμε, επιλέγουμε, ενεργούμε, δημιουργούμε, σχετιζόμαστε και είμαστε στον κόσμο. Όταν η ζωή μας είναι γεμάτη προβλήματα, αυτά τα προβλήματα συχνά έχουν τις ρίζες τους στον τρόπο σκέψης μας. Αλλά τις περισσότερες φορές δεν παρατηρούμε καν τα μοτίβα σκέψης μας. Λειτουργούν με αυτόματο πιλότο, τροφοδοτούμενοι από παλιές συνήθειες και υποθέσεις λειτουργίας (Marinoff, 1999).
Για παράδειγμα, κάπου στην πορεία μπορεί να έχετε συλλάβει την πεποίθηση ότι δεν είστε αρκετά έξυπνοι για να ακολουθήσετε την καριέρα ή τον τρόπο ζωής των ονείρων σας.
Ίσως έχετε αποφασίσει ότι έχετε κολλήσει στην τρέχουσα δυσλειτουργική σας κατάσταση και δεν υπάρχει διέξοδος ή ότι πρέπει να ζήσετε σύμφωνα με τις προσδοκίες των άλλων για εσάς. Ίσως οι κυρίαρχες έννοιες της επιτυχίας να έχουν αποτυπωθεί στον εγκέφαλό σας και δεν είχατε ποτέ την ευκαιρία να αναρωτηθείτε πραγματικά αν είναι υγιείς ή τοξικές (Marinoff, 1999)
Οι τρόποι σκέψης μας με αυτόματο πιλότο μπορούν να καταστρέψουν τον τρόπο που νιώθουμε, επιλέγουμε και ενεργούμε στον κόσμο. Τέτοιοι τρόποι σκέψης μπορεί να σας κάνουν να αισθάνεστε σύγχυση, άσκοπη, κατάθλιψη, αποξένωση, ανίσχυρη, άχρηστη, ηττημένη ή να κολυμπάτε σε μια θάλασσα ανούσιας. Αν μπορούσαμε να εξετάσουμε τον τρόπο σκέψης μας - τις πεποιθήσεις, τις υποθέσεις, τις ερμηνείες, τις κρίσεις και τις αξίες μας - θα μπορούσαμε να προσαρμόσουμε μερικά πράγματα που δεν μας λειτουργούν πολύ καλά και να καλλιεργήσουμε μεγαλύτερη σαφήνεια, συνοχή, εύρος και βάθος στην κοσμοθεωρία μας. Αυτό το έργο μπορεί να έχει μεγάλο αντίκτυπο στις μελλοντικές μας ενέργειες, αντιδράσεις και γενική εμπειρία ζωής.
Εάν μπορούμε να αναθεωρήσουμε προσεκτικά τις υποθέσεις μας για το τι είναι αληθινό, δίκαιο και καλό, τότε μπορούμε να εφαρμόσουμε τις νέες μας γνώσεις στις ενέργειές μας με τρόπο που μας επιτρέπει να ζούμε με μεγαλύτερη πρόθεση, αυτοδιάθεση και αυθεντικότητα.
Έτσι, μια τακτική πρακτική αυτοεξέτασης και σκόπιμης δράσης - ο ακρογωνιαίος λίθος μιας φιλοσοφικής ζωής και αυτό ακριβώς που επιδιώκουμε μαζί στη φιλοσοφική συμβουλευτική - έχει τη δύναμη να αυξήσει την κατανόηση, το νόημα, το σκοπό, την ελευθερία και την εκπλήρωση στη ζωή μας. Έχει επίσης τη δύναμη να μεταμορφώσει πολλούς από τους συναισθηματικούς ενόχους που μας προκαλούν ταλαιπωρία - φόβο, τρόμο, άγχος, θυμό, κατάθλιψη, υπερβολική προσκόλληση, ζήλια, αγανάκτηση, χαμηλή αυτοεκτίμηση και ενοχές (Marinoff, 1999).
Όταν αρχίζεις να σκέφτεσαι με νέους τρόπους, αρχίζεις να αισθάνεσαι και με νέους τρόπους, αντίστοιχα τότε και ο τρόπος που προσεγγίζεις και βιώνεις τον κόσμο αρχίζει να αλλάζει.
Μπορεί να εκπλαγείτε με το πόσο γρήγορα κάποια από τα παλιά σας συναισθήματα αλλάζουν ή ακόμη και εξαφανίζονται όταν έχετε μια νέα συνειδητοποίηση ή δοκιμάστε μια νέα προοπτική στη φιλοσοφική συμβουλευτική. Η εξέταση των σκέψεων πίσω από τα συναισθήματα ανοίγει το δρόμο για σημαντική μεταμόρφωση και θεραπεία της ζωής. Η φιλοσοφική συμβουλευτική είναι, επομένως, μια διαδικασία που είναι εκπαιδευτική, ενδυναμωτική και θεραπευτική (Marinoff, 1999)
Συνοπτικά, η φιλοσοφική συμβουλευτική ακολουθεί μια ολιστική προσέγγιση στη σκέψη-συναίσθημα-επιλογή-πράξη του ατόμου σε έναν κοινωνικό-πολιτικό κόσμο και θεωρεί ότι οι δυνάμεις εξέτασης, δημιουργικής εξερεύνησης και στοχαστικής επιλογής του ατόμου είναι οχήματα κίνησης, αλλαγής, και ανάπτυξη.
Αν και υπάρχουν όντως μοτίβα σκέψης που μπορούν να μας δημιουργήσουν προβλήματα, η ίδια η σκέψη δεν θεωρείται πρόβλημα στη φιλοσοφική συμβουλευτική. Χρησιμοποιείται ως θαυμάσιο εργαλείο και βασικό συστατικό για να ζει κάποιος με όραμα, πρόθεση και ελευθερία.
Υπάρχουν ορισμένες ψυχοθεραπευτικές μέθοδοι που δεν είναι σε ένταση, αλλά έχουν συγγένεια με φιλοσοφικές προσεγγίσεις, καθώς οι θεωρητικές τους ρίζες μπορούν να εντοπιστούν σε σωκρατικές, στωικές, βουδιστικές, υπαρξιακές ή φεμινιστικές φιλοσοφίες, μεταξύ άλλων. Αλλά καθώς η εκπαίδευση ενός ψυχοθεραπευτή και ενός φιλοσόφου μπορεί να είναι αρκετά διαφορετική, υπάρχει διαφορά στις διαστάσεις των προβλημάτων των πελατών τους που εστιάζουν (ακόμα και όταν μοιράζονται θεωρητικές βάσεις) και μια διαφορά στα εργαλεία που φέρνουν στο τραπέζι για να αντιμετωπίσουν αυτά τα προβλήματα (Achenbach, 2002).
Οι προϋποθέσεις και τα κριτήρια μιας φιλοσοφικής συμβουλευτικής διαδικασίας
Αυτές οι πέντε φάσεις, την ίδια στιγμή, μπορούν να αποτελέσουν και τις κεντρικές προϋποθέσεις, ως προς το ζήτημα περί φιλοσοφικής συμβουλευτικής (Marinoff, 1999). Η λειτουργία τους εξάλλου εδώ συνδυάζεται άμεσα και με το ότι και ο ίδιος ο εαυτός μας μπορεί να αποτελέσει επίσης σημαντική προϋπόθεση αυτού του τύπου συμβουλευτικής. Η ίδια η φιλοσοφία, εν προκειμένω εδώ, θεωρείται, πως μπορεί να παρέχει όλα τα αναγκαία εφόδια, ώστε να οδηγηθούμε σε μια κατάσταση προσωπικής εξέτασης το ίδιου μας του εαυτού. Κάτι τέτοιο άλλωστε από την άλλη μεριά, είναι και ένα πολύ σημαντικό στοιχείο, ως προς το να αντιληφθούμε τί είναι αυτό που πραγματικά μπορεί να μας βοηθήσει.
Πρόκειται για ένα κεντρικής βαρύτητας και σημασίας κριτήριο, μέσα από το οποίο είναι δυνατόν να αποκτήσουμε ένα βασικό κίνητρο. Το τελευταίο, πιο συγκεκριμένα έχει να κάνει εδώ μ την αναγνώριση, όχι της ίδιας της αιτίας, αλλά της έννοιας βασικά που βρίσκεται πίσω από μια προβληματική φάση και ο ίδιος ο Marinoff εδώ ταυτόχρονα χρησιμοποιεί ως σχετικό παράδειγμα, την περίπτωση ενός υπαλλήλου εταιρείας. Ο υπάλληλος αυτός, υποτίθεται, πως καθίσταται στόχος κάποιων προσβολών και αδικιών εκ μέρους των προϊσταμένων του, εξαιτίας κάποιας ενέργειάς του.
Η προσβολή αυτή συνιστά για τον εν λόγω υπάλληλο ένα είδος ηθικής βλάβης, αλλά την ίδια στιγμή το κεντρικό του πρόβλημα είναι η απουσία ουσιαστικής περισυλλογής, αναφορικά με την κατάσταση στην οποία έχει βρεθεί. Πρόκειται με άλλα λόγια, για την αδυναμία αποκρυστάλλωσης αναφορικά με την έννοια που υφίσταται πίσω από τους προσωπικούς μηχανισμούς που αναπτύσσει ο συγκεκριμένος υπάλληλος.
Σε συνάρτηση πάντα με όλο αυτό το πλαίσιο των σχετικών προϋποθέσεων και κριτηρίων εξάλλου, εδώ θα ήταν δυνατόν να ληφθεί παράλληλα υπόψη μας και το ότι η φιλοσοφική συμβουλευτική (με βάση την θεωρητική προσέγγιση του Marinoff) σε σύγκριση με την περίπτωση διαφόρων άλλων προσεγγίσεων στο χώρο της ψυχοθεραπευτικής, εκτός από την προοπτική της ίασης έχει την δυνατότητα να προσφέρει και γνώση. Αυτή η προοπτική εδώ εξάλλου, είναι συνυφασμένη ταυτόχρονα και με την ενασχόληση του υποκειμένου με τρία χρονικά πλαίσια, με άλλα λόγια, το παρελθόν, το παρόν και το μέλλον, δεδομένου μάλιστα, πως και τα τρία αυτά χρονικά πλαίσια μπορεί να παίξουν σημαντικό ρόλο, αναφορικά με την εξέλιξη και πορεία ενός προβλήματος (Marinoff, 1999).
Κάτι τέτοιο προκύπτει μέσα από την διαδικασία της διερεύνησης εκ μέρους ενός φιλοσόφου, αναφορικά με την κίνηση, όσο όμως στο κομμάτι που είναι το αποτέλεσμα μιας αιτίας (και που έχει προκύψει πλέον) αλλά ως κάτι το ξεχωριστό, το οποίο είναι ενταγμένο στα πλαίσια εκείνων των αναζητήσεων που λαμβάνουν χώρα μέσα από την φιλοσοφική συμβουλευτική. Αναζητήσεων επίσης που αποτελούν τα προϊόντα μελλοντικών ενεργειών.
Πέρα από μια τέτοια προοπτική όμως, είναι χαρακτηριστικό εδώ ταυτόχρονα και το ότι η όλη διαδικασία της φιλοσοφικής συμβουλευτικής είναι συνυφασμένη άρρηκτα και με το κίνητρο της ερμηνείας ως προς την επιλογή των διαφόρων πράξεων και τρόπων αντίδρασης ενός ατόμου. Βέβαια όλα αυτά, από την άλλη μεριά, δεν παύουν να σημαίνουν, πως εκ των πραγμάτων υφίσταται και η εξέταση και ανάλυση της αιτίας που μπορεί να υποκίνησε μια πράξη.
Η ίδια η αιτία άλλωστε επίσης εντάσσεται και στο πλαίσιο της όλης θεραπευτικής διαδικασίας. Αποτελεί τμήμα της, χωρίς όμως να συνιστά την συνολική εξήγηση των (Marinoff, 1999).
Ως προς το θέμα περί των προϋποθέσεων και των κριτηρίων στο θέμα της λειτουργίας και της προσφοράς της εδώ κρίνουμε σκόπιμο να αναφέρουμε όμως και το ότι η ίδια η διαδικασία περί ενός φιλοσοφικού διαλόγου (στα πλαίσια της φιλοσοφικής συμβουλευτικής) κάθε άλλο παρά είναι κάτι το εύκολο.
Η πραγματοποίηση της διαδικασίας αυτής ταυτόχρονα μπορεί να λάβει χώρα, κατά κύριο λόγο, μόνο εφόσον υπάρξει η απαιτούμενη προσοχή ως προς το ζητούμενο. Το τελευταίο εδώ, πιο συγκεκριμένα, είναι συνδεδεμένο με την απερίσπαστη έκφραση του λόγου. Ο ίδιος ο θεραπευόμενος μάλιστα, α πρέπει να είναι έτοιμος να αποδεχθεί όλη αυτήν την θεραπευτική διαδικασία, χωρίς να εγκλωβίζεται από κάποιες δικές του κρίσεις.
Οι παραπάνω προϋποθέσεις, εν προκειμένω, άλλωστε, σημαίνουν και το εξής στοιχείο: στην ουσία η ανοιχτή συζήτηση που γίνεται με βάση τα φιλοσοφικά όρια δεν περιλαμβάνει στην πραγματικότητα κάποιες προϋποθέσεις, αλλά την ίδια στιγμή από την άλλη καλεί τον θεραπευόμενο, όπως επίσης και τον θεραπευτή, ώστε να αποδεσμευτούν από τις προσχηματισμένες τους ιδέες. Αυτό άλλωστε, σημαίνει συνακόλουθα και μια μεγαλύτερη ελευθερία, ως προς την έκφραση κάποιων συναισθηματικών εντυπώσεων (Δελλής, 2005).
Στα πλαίσια φυσικά των διαφόρων προϋποθέσεων αναφορικά με την φιλοσοφική συμβουλευτική και σε συνάρτηση συγχρόνως και με όλα όσα ήδη έχουν αναφερθεί και πιο πάνω, θα ήταν επίσης εφικτό σε αυτό το σημείο να τονιστεί ακόμα περισσότερο η διάσταση της αμφίδρομης σχέσης που πρέπει να αναπτύσσεται μεταξύ του θεραπευτή και του θεραπευόμενου. Πρόκειται για μια συνισταμένη μάλιστα, η οποία είναι κεντρικής σημασίας και βαρύτητας αναφορικά με την επιτυχή διαδικασία της φιλοσοφικής συμβουλευτικής.
Η αμφίδρομη επικοινωνία σημαίνει, πως καθώς από την μεριά του ο μεν θεραπευόμενος αρχίζει να αναπτύσσει μια πιο ανοικτή, ειλικρινή, αλλά και ουσιαστική σχέση με τον θεραπευτή, ο τελευταίος αντίστοιχα από την δική του μεριά, εισέρχεται στην διαδικασία της προσωπικής ενασχόλησης και κατανόησης των ανασφαλειών, των προβλημάτων, συναισθημάτων και του τρόπου σκέψης του θεραπευόμενου. Αυτό σημαίνει εδώ ειδικότερα την ανάπτυξη μιας αμφίδρομης θεραπείας και σχέσης, μέσα από την οποία ο ίδιος ο σύμβουλος είναι ικανός επίσης να εγκαταλείψει την καθαρά θεραπευτική απόσταση που τον χωρίζει από τον θεραπευόμενο. Στην ουσία δηλαδή ακολουθεί την πορεία των συναισθημάτων του ατόμου που έχει απέναντί του (De Carvalho, 2012).
Κάτι τέτοιο εξάλλου, είναι εδώ συνυφασμένο και με το ότι μια μεγάλη αλλαγή στην ψυχοθεραπεία τα τελευταία χρόνια είναι προς τη μεγαλύτερη αμοιβαιότητα - η αντίληψη ότι η ψυχοθεραπεία είναι μια αμφίδρομη σχέση στην οποία ο θεραπευτής και ο θεραπευόμενος είναι ίσοι εταίροι στη θεραπευτική διαδικασία.
Οι θεραπευτές κάνουν αυτή τη στάση εμφανή με συνεχή τρόπο, για παράδειγμα, αποκαλύπτοντας τα συναισθήματά τους όταν χρειάζεται και προσκαλώντας ενεργά την ανατροφοδότηση από τους ασθενείς σχετικά με το πώς πηγαίνει η θεραπεία (De Carvalho, 2012).
Στην ψυχοθεραπεία, μια διπλή σχέση εμφανίζεται όταν ένας θεραπευτής έχει μια δεύτερη, σημαντικά διαφορετική σχέση με τον πελάτη του εκτός από τον παραδοσιακό δεσμό θεραπευτή-θεραπευόμενου.
Για παράδειγμα, ένας θεραπευτής μπορεί να διαπιστώσει ότι το άτομο που αναζητά θεραπεία τυχαίνει να είναι ο γείτονάς του (Corey, 2016).
Στο πλαίσιο της φιλοσοφικής συμβουλευτικής η ανάπτυξη αυτής της αμφίδρομης σχέσης ανάμεσα σε θεραπευτή και θεραπευόμενο είναι κάτι το αναπόφευκτο. Μάλιστα, ενίοτε ίσως, είναι δυνατόν να προκύψει μια διαδικασία αρκετά στενής κι έντονης σχέσης μεταξύ των δύο βασικών πόλων της διαδικασίας της ψυχοθεραπείας, καθώς ο θεραπευτής στην ουσία μπορεί να φτάσει ακόμα και να υιοθετήσει περισσότερο ή λιγότερο το είδος της λογικής, η οποία μπορεί να υφίσταται πίσω από πράξεις, σκέψεις και συναισθήματα του θεραπευόμενου (Corey, 2016).
Εν γένει μέσα από αυτήν την αμφίδρομη σχέση θεραπευτή και θεραπευόμενου, θα μπορούσε να κρίνει κάποιος άλλωστε και το ότι η ίδια η θεραπευτική σχέση είναι (ή πρέπει να είναι) μια ισότιμη και αμφίδρομη σχέση. Κι αυτό, καθώς, την ίδια στιγμή εδώ, και ο ίδιος ο ψυχοθεραπευτής είναι δυνατόν να αισθάνεται και να εκφράζει συναισθήματα κατά την διάρκεια της θεραπείας (Corey, 2016).
Υπό αυτό το πρίσμα, μπορεί να αντιληφθεί εδώ κάποιος εξάλλου συγχρόνως, το ότι το στοιχείο της αμφίδρομης σχέσης μεταξύ του θεραπευόμενου και του θεραπευτή, είναι κάτι που προκύπτει λόγω της ανταλλαγής και της συνεξέλιξης που προκύπτουν εδώ.
Ο ίδιος ο ψυχοθεραπευτής από την μεριά του άλλωστε, είναι ενδεικτικό, πως μπορεί όντως να διαθέτει ένα πολύ μεγάλο απόθεμα από εξειδικευμένες γνώσεις ή από τεχνικές και μεθόδους που μπορεί να εφαρμόσει στην διάρκεια μιας συνεδρίας. Ωστόσο, μπορεί η χρήση τους να μην είναι επιτυχής από τη στιγμή που δεν επιδείξει ειλικρίνεια και ένα πνεύμα εμπιστοσύνης προς τον θεραπευτή ο θεραπευόμενος. Μπορεί αντιστοίχως, και ο ίδιος ο θεραπευτής ακόμα κι αν του θέσει ένα πρόβλημά του προς επεξεργασία και ανάλυση ο θεραπευόμενος, αντίστοιχα να μην επιδείξει το ίδιο προσωπικό ενδιαφέρον και να μην εισχωρήσει στην ψυχή και τον συναισθηματικό κόσμο του πελάτη του στο βαθμό που πρέπει (Walsh, 2005).
Η ανάγκη ύπαρξης ειδικής εκπαίδευσης για την φιλοσοφική συμβουλευτική - Τί αποτελέσματα μπορεί να προσφέρει η φιλοσοφική συμβουλευτική και το ερώτημα του αν εντάσσεται στις θεραπευτικές μεθόδους
Την ίδια στιγμή, αναφορικά με το όλο θέμα περί των αποτελεσμάτων που μπορεί να προσφέρει η φιλοσοφική συμβουλευτική, αυτά σαφέστατα από την μια μεριά έχουν να κάνουν με τον κεντρικό στόχο της ίασης. Μιας ίασης, στα πλαίσια της οποίας όμως συγχρόνως, ο ρόλος της φιλοσοφίας έχει έναν διττό χαρακτήρα. Από την μια δηλαδή αφενός μεν η χρήση της αναφορικά με την διαδικασία της ίασης έχει έναν προτρεπτικό χαρακτήρα, τη στιγμή φυσικά που ο άλλος ρόλος της έχει σχέση με την θεραπεία καθαυτή.
Ως προς το πρώτο είδος ρόλου και χαρακτήρα, είναι ενδεικτικό εδώ, πιο συγκεκριμένα, πως ο σύμβουλος-θεραπευτής δοκιμάζει να οδηγήσει τον θεραπευόμενο στην αλήθεια και την αρετή. Ως προς τον θεραπευτικό χαρακτήρα, ο θεραπευόμενος, μέσα από τη βοήθεια της φιλοσοφίας, εφοδιάζεται με όλα εκείνα τα ορθά κριτήρια που είναι απαραίτητα, ώστε να μπορέσει να καταλάβει και να συνειδητοποιήσει επακριβώς τα σφάλματά του και όλα εκείνα τα αίτια που τον οδήγησαν στην ψυχική τοξικότητα (Marinoff, 1999).
Με βάση μια τέτοια επισήμανση μάλιστα, σε αυτό το σημείο μπορεί να αντιληφθεί κάποιος συγχρόνως και το ότι η φιλοσοφική συμβουλευτική παραπέμπει στην διαδικασία της λεγόμενης μαιευτικής μεθόδου, την οποία είχε χρησιμοποιήσει χιλιάδες χρόνια πριν ο Σωκράτης.
Η ίδια η μαιευτική μέθοδος μάλιστα διαχρονικά και ανέκαθεν ήταν και είναι συνδεδεμένη με μια τάση συνεχούς αμφισβήτησης στοιχείων, τα οποία μπορεί να θεωρούνται απόλυτες βεβαιότητες. Αυτό συνδέεται όμως και μια αναβίωση των γεγονότων της ζωής, αλλά με έναν αντίστροφο τρόπο και με την οποία επίσης τα άτομα μπορούν να αποκτήσουν και μια συνολική γνώση του εαυτού τους. Αυτό φυσικά δεν είναι κάτι που μπορεί να επιτευχθεί σε όλες τις περιπτώσεις, αν και είναι αλήθεια, από την άλλη μεριά, το ότι μπορεί να αποτελέσει ταυτόχρονα και μια εξαίρετη τεχνική, με την οποία αναπτύσσεται στην πορεία η κατάλληλη συλλογιστική για την επίλυση διαφόρων προβλημάτων (Δελλής, 2005).
Κάτι τέτοιο, μπορεί ενίοτε να σημαίνει ακόμα και την χρήση στα πλαίσια της μαιευτικής μεθόδου και του στοιχείου της ειρωνείας, κατά τα πρότυπα της αρχαίας σωκρατικής μαιευτικής. Μιας ειρωνείας, με την οποία όμως φυσικά δεν εξευτελίζεται σε καμιά περίπτωση ο θεραπευόμενος, ούτε φυσικά στόχος είναι το να νιώσει αρνητικά συναισθήματα. Η ειρωνεία αυτή απεναντίας μπορεί να είναι τέτοια, ώστε να εμφανίζεται με έναν διακριτικό τρόπο, όντας αρμονικά ενταγμένη στην όλη διαδικασία και να λαμβάνει χώρα με τέτοιο τρόπο, προκειμένου να λειτουργήσει πιο αποτελεσματικά η μαιευτική μέθοδος (Δελλής, 2005)
Πάντως, σε αυτό το σημείο, θα ήταν επίσης δυνατόν να τονιστεί και το ότι κάτι τέτοιο απαιτεί ταυτόχρονα και την ανάγκη για μια συγκεκριμένη εξειδίκευση, εκ μέρους των διαφόρων θεραπευτών ψυχολογικής αγωγής, με γνώμονα την ύπαρξη ορισμένων ειδικότερων γνώσεων, με τις οποίες θα είναι δυνατή και η καλύτερη και πιο ακριβής γνώση και ως προς τις μεθόδους που θα χρησιμοποιήσει ο θεραπευτής. Κάτι τέτοιο εδώ είναι συνυφασμένο, εν προκειμένω για παράδειγμα, και με το ότι η προαναφερόμενη σωκρατική μέθοδος και διαδικασία είναι δυνατόν να εφαρμοστούν με βάση συγκεκριμένους κανόνες. Κανόνες δηλαδή, τους οποίους θα πρέπει να γνωρίζει επακριβώς ο θεραπευτής, όπως επίσης και το πώς μπορεί να τους εφαρμόσει (Raabe, 2001).
Μια κεντρική συνισταμένη εδώ, πιο συγκεκριμένα, είναι σχετική με το ότι ο ίδιος ο θεραπευτής εκ των προτέρων γνωρίζει το ότι η εφαρμογή του σωκρατικού διαλόγου και της μαιευτικής μεθόδου που θα χρησιμοποιήσει κατά την συνεδρία του με ένα άτομο, υπόκειται σε μια καθορισμένη διαδικασία αποτελεσμάτων. Αυτό πιο συγκεκριμένα, έχει να κάνει εδώ με το ότι αυτή η διαδικασία δεν παύει να εμφανίζει μια σειρά από γνωρίσματα σχετικά με το στοιχείο της χειραγώγησης αλλά και κάποιες τεχνικές. Οι τελευταίες έχουν εξάλλου, ως στόχο τους, πιο συγκεκριμένα την σύμπλευση των γνωμών στα πλαίσια διαφόρων ομάδων ατόμων (Raabe, 2001).
Ως προς το ζήτημα περί των διαφόρων τεχνικών και κανόνων που οφείλει να έχει υπόψη του φυσικά και ο ίδιος ο θεραπευτής, πρόκειται για τις ακόλουθες περιπτώσεις:
Εκ μέρους του θεραπευτή που ασκεί την φιλοσοφική συμβουλευτική, είναι χαρακτηριστικό το ότι καταρχάς τίθεται ένα γενικό ερώτημα σε μια ομάδα ατόμων που μπορεί να ζητούν την βοήθειά του. στη συνέχεια ο θεραπευτής μπορεί να ζητήσει εκ μέρους των συμμετεχόντων να προβούν στην παροχή μιας σειράς διαφόρων συγκεκριμένων παραδειγμάτων, αναφορικά με κάποια κατάσταση και συνθήκη της ζωής τους κατά την διάρκεια της οποίας είχαν έρθει παράλληλα αντιμέτωποι με το συγκεκριμένο πρόβλημα.
Στην συνέχεια είναι δυνατόν να επιλεχθεί από την μεριά του φιλοσοφικού συμβούλου ένα παράδειγμα, από όλα εκείνα που μπορεί να είχαν αναφερθεί πιο πριν. Πιο συγκεκριμένα, εδώ είναι εφικτό να επιλεχθεί το πλέον ενδεικτικό και αντιπροσωπευτικό παράδειγμα, προκειμένου αντίστοιχα έτσι, να τεθούν οι κατάλληλες συνθήκες, με γνώμονα την πραγματοποίηση μιας συζήτησης.
Η συζήτηση που θα ακολουθήσει εξάλλου, συνιστά εδώ την ίδια στιγμή, και μια προσπάθεια με την οποία ο θεραπευτής θα μπορέσει και να βοηθήσει τους συνεδριαζόμενους κάποιες απαντήσεις, ως προς τα όποια τυχόν ερωτήματά τους. Μάλιστα, η ανάδυση τέτοιων απαντήσεων εδώ μπορεί να καταστεί εφικτή μέσα από το συναίσθημα της συναίνεσης Μάλιστα, θα πρέπει να σημειώσουμε εδώ και το ότι μια τέτοια παράθεση εδώ εμφανίζει και την ιδιαιτερότητα, η οποία διακρίνει την διαδικασία της φιλοσοφικής συμβουλευτικής. Κι αυτό, δεδομένου ότι ο ψυχαναλυτής επιδιώκει μέσω μιας τέτοιας διαδικασίας, καταρχάς το να ανακαλύψει τα συγκεκριμένα συμπτώματα του προβλήματος και της ασθένειας που μπορεί να αντιμετωπίσει ο ασθενής και θεραπευόμενος, κάνοντας άλλωστε και μια έγκυρη διάγνωση έτσι (Raabe, 2001).
Με βάση όλα τα παραπάνω στοιχεία μάλιστα, εδώ αναδεικνύεται και ένα συγκεκριμένο θεωρητικό μοντέλο, το οποίο είχε καλλιεργήσει κάποτε ο Raabe, και με βάση το οποίο ο θεραπευτής της φιλοσοφικής συμβουλευτικής είναι εφικτό να είναι έτοιμος αναφορικά με την άσκηση του επαγγέλματός του. στα πλαίσια αυτού του μοντέλου, πιο συγκεκριμένα, είναι εφικτό το να επισημάνουμε την περίπτωση των ακόλουθων φάσεων:
Η μία από αυτές έχει να κάνει με την λεγόμενη ελεύθερη πλεύση ή επικοινωνία, η δεύτερη από την άλλη μεριά αφορά, πιο συγκεκριμένα την αντιμετώπιση του άμεσου προβλήματος, ενώ μια τρίτη φάση είναι συνδεδεμένη με την διαδικασία της διδασκαλίας, η οποία συγχρόνως συνιστά μια σκόπιμη πράξη. Μια άλλη φάση, η τέταρτη αντίστοιχα κατά την πορεία αυτής της διαδικασίας, είναι συνδεδεμένη με την λεγόμενη υπέρβαση του συγκεκριμένου προβλήματος του ασθενούς (Raabe, 2001).
Σε συνάρτηση με όλες αυτές τις αναφορές άλλωστε, είναι επίσης ενδεικτικό εδώ και το ότι η φιλοσοφική συμβουλευτική καθώς αντλεί στοιχεία από τις διαδικασίες και τους τρόπους προσέγγισης που μπορεί να είχαν χρησιμοποιηθεί ήδη ακόμα και από χιλιάδες χρόνια πριν εκ μέρους διαφόρων φιλοσόφων, όπως ο Σωκράτης (σωκρατική μαιευτική μέθοδος) καταλήγει σε μια συνθήκη και κατάσταση, κατά την οποία ο θεραπευτής μπορεί να εισχωρήσει στο πλαίσιο ορισμένων βαθύτερων αληθειών που μπορεί να κρύβει εντός του ο θεραπευόμενος. Ιδεών, με άλλα λόγια, που θα μπορούσαν να θεωρηθούν εξάλλου, ότι υφίστανται ήδη στο υποσυνείδητο του θεραπευόμενου και που χωρίς ο ίδιος να το αντιλαμβάνεται πολλές φορές, είναι δυνατόν να καθορίζουν τις σκέψεις και πράξεις του τελευταίου (Δανιηλίδου, 2012).
Μια τέτοια επισήμανση εδώ άλλωστε, είναι συναφής και σχετική και με όλα όσα ήδη αναφέρθηκαν και πιο πάνω, ως προς την ανάδειξη της αυτογνωσίας μέσα από την δυναμική που προσφέρει και αναπτύσσει η φιλοσοφική θεραπευτική. Μιας αυτογνωσίας ωστόσο που εν τέλει, δεν αφορά μόνο τον ίδιο τον θεραπευόμενο, αλλά και τον θεραπευτή, λόγω της προσωπικής του εισχώρησης στην διαδικασία της κατανόησης και προσωπικής (De Carvalho, 2012).
Συμπεράσματα
Υπό το βάρος όλων των παραπάνω επισημάνσεων λοιπόν, μπορεί να αντιληφθεί κάποιος σε αυτό το σημείο, το ότι η φιλοσοφική συμβουλευτική γενικότερα μπορεί να αποτελέσει στις μέρες μας ένα είδος εναλλακτικής μεθόδου αναφορικά με την διαδικασία της ψυχοθεραπείας. Η χρήση της αναμφίβολα, με βάση τις σχετικές αναφορές και αναλύσεις μας, είναι σαφές, πως έχει ως κεντρικό της πυρήνα και βάση την φιλοσοφία και την σχετική φιλοσοφική θεωρία και παράδοση που μπορεί να έχει αναπτυχθεί από χιλιάδες χρόνια πριν. Μια παράδοση, η οποία εξάλλου είναι εφικτό, την ίδια στιγμή, να αποτελέσει και ένα πολύ χρήσιμο και σημαντικό εργαλείο, αναφορικά με την προσφορά βοήθειας προς τον θεραπευόμενο.
Βέβαια, είναι αλήθεια εδώ ταυτόχρονα, και το ότι μέσα από αυτήν την συγκεκριμένη διαδικασία, μπορεί συγχρόνως να αναδειχθεί και μια αμφίδρομη πορεία. Μπορεί δηλαδή μέσω της εφαρμογής αυτής της μεθόδου, ταυτόχρονα να διδαχθεί ή ακόμα και να δεχθεί στοιχεία θεραπευτικής και ο ίδιος ο θεραπευτής.
Η κατάσταση, και τα διάφορα προβλήματα που μπορεί να βιώσει και να αντιμετωπίσει ο ίδιος ο θεραπευόμενος και που μπορεί να είναι συνυφασμένα με τον συναισθηματικό του κόσμο, τους προβληματισμούς του ή από την άλλη μεριά και με την ποιότητα των σχέσεων που μπορεί να αναπτύσσει με το γύρω του κοινωνικό ή οικογενειακό περιβάλλον, μπορεί σε ένα άλλο επίπεδο ενδόμυχα να βρίσκουν ταυτόχρονα κάποιες αναλογίες ακόμα και με την προσωπική ζωή και τα συναισθήματα ή βιώματα του ίδιου του θεραπευτή.
Σε μια τέτοια περίπτωση έτσι, καθίσταται εδώ εμφανές όμως και το ότι έτσι και ο θεραπευτής έχει την δυνατότητα, καθώς διεισδύει στις σκέψεις, τα προβλήματα, τις ψυχολογικές άμυνες κλπ., του ατόμου που μπορεί να ζητάει ψυχολογική υποστήριξη και βοήθεια, φτάνει στο σημείο, να βρει κάποιες απαντήσεις ίσως και για τον ίδιο του τον εαυτό. Αυτή η προοπτική μάλιστα ίσως μπορεί να θεωρηθεί, πως υφίσταται ακόμα και στην περίπτωση που τα βαθύτερα προβλήματα, ανασφάλειες κλπ., του θεραπευτή δεν ταυτίζονται με εκείνα του θεραπευόμενου.
Πέραν όλων των παραπάνω παρατηρήσεων, εδώ συγχρόνως κάτι πολύ σημαντικό που αναφέρθηκε εξάλλου και πιο πάνω, ως προς την περίπτωση αυτού του είδους και τύπου συμβουλευτικής, είναι το ότι μια βασική συνισταμένη της είναι η λεγόμενη μαιευτική μέθοδος.
Μέσω της τελευταίας άλλωστε, είναι δυνατόν ο θεραπευόμενος να εισέλθει σε μια ειδικότερη διαδικασία μέσω της οποίας θα είναι εφικτό σταδιακά να αρχίσει ακόμα και αυτός ο ίδιος να βγάζει προς τα έξω βαθύτερες πτυχές της σκέψης και των συναισθημάτων του. Πρόκειται για μια διαδικασία εξάλλου, η οποία είχε αναδειχθεί ήδη ακόμα και από χιλιάδες χρόνια πριν μέσα από τον τρόπο σκέψης και φιλοσοφικής αναζήτησης που είχε καλλιεργήσει ο μεγάλος Αθηναίος φιλόσοφος Σωκράτης.
Υπό το βάρος μάλιστα μιας τέτοιας μεθόδου και διαδικασίας ταυτόχρονα εδώ είναι εμφανές και το ότι η ίδια η φιλοσοφική συμβουλευτική μπορεί να αποτελέσει ένα από τα σημαντικότερα εργαλεία, αναφορικά με το θέμα περί της κατάκτησης της αυτογνωσίας.
Πρόκειται για μια διαδικασία μέσα από την οποία ο θεραπευόμενος σαφώς μεν από την μια μεριά δεν παύει να δέχεται μια σειρά ερεθισμάτων εκ μέρους του θεραπευτή του. αυτά τα ερεθίσματα, εν συνεχεία, όμως, μπορούν να αποτελέσουν και εκείνο το κατάλληλο εργαλείο, με το οποίο ο θεραπευόμενος να εντρυφήσει ακόμα βαθύτερο εντός του εαυτού του και της ψυχής του, ώστε να ανακαλύψει όλες εκείνες τις βαθύτερες απαντήσεις και στοιχεία που ίσως μπορέσουν να τον βοηθήσουν σχετικά με το να πάρει απαντήσεις, ως προς τα διάφορα ζητήματα και προβλήματα που μπορεί να τον ταλανίζουν.
Υπό το βάρος όλων αυτών των αναλύσεών μας, αντιλαμβανόμαστε έτσι λοιπόν, το πώς η φιλοσοφική συμβουλευτική και ψυχοθεραπεία τελικά μπορεί να καταστεί ένα είδος θεραπευτικού συναισθήματος. Μπορεί να προσφέρει μια σειρά ριζικών αλλαγών πάνω στον τρόπο, με τον οποίο βλέπουμε τον ίδιο μας τον εαυτό. Φυσικά κάτι τέτοιο εδώ δεν παύει πάντα να απαιτεί και ορισμένα πολύ προσεκτικά βήματα, ώστε να μπορέσει το κάθε άτομο να ανακαλύψει πραγματικά τον εαυτό του και κατά προέκταση και τις διάφορες δυνατότητές του.
Την ίδια στιγμή εδώ μάλιστα, προβάλλεται και η σημασία της διάστασης εκείνης που σχέση με την μεθόδευση του υλικού που εξιστορεί ο θεραπευόμενος, ενώ λαμβάνουν χώρα οι συνεδρίες με τον θεραπευτή του. Ο τελευταίος εδώ εξάλλου, καθίσταται ταυτόχρονα και ένα είδος φιλοσόφου.
Η ίδια η έρευνά μας, ως προς την δομή της αρχικά ασχολείται ειδικότερα με την αναφορά και ανάλυση του τί είναι η φιλοσοφική συμβουλευτική. Στη συνέχεια έχει να κάνει με τις προϋποθέσεις και τα κριτήρια μιας φιλοσοφικής συμβουλευτικής διαδικασίας. Τέλος, από την άλλη μεριά, ασχολείται ειδικότερα με το ζήτημα περί του αν είναι αναγκαία η ύπαρξη ειδικής εκπαίδευσης αναφορικά με την φιλοσοφική συμβουλευτική, αλλά και για το τί αποτελέσματα μπορεί να προσφέρει και αν εντάσσεται στις θεραπευτικές μεθόδους.
Τί είναι η φιλοσοφική συμβουλευτική
Η φιλοσοφική συμβουλευτική, που μερικές φορές ονομάζεται επίσης φιλοσοφική πρακτική ή φιλοσοφική συμβουλευτική ή κλινική φιλοσοφία, είναι ένα σύγχρονο κίνημα στην πρακτική φιλοσοφία.
Αναπτύσσοντας από τη δεκαετία του 1980 ως επάγγελμα, αλλά από τη δεκαετία του 1950 ως πρακτική, οι επαγγελματίες της φιλοσοφικής συμβουλευτικής έχουν συνήθως διδακτορικό ή τουλάχιστον μεταπτυχιακό στη φιλοσοφία και προσφέρουν τις φιλοσοφικές τους υπηρεσίες συμβουλευτικής ή συμβουλευτικής σε πελάτες που αναζητούν μια φιλοσοφική κατανόηση της ζωής τους.
Κάτι τέτοιο εξάλλου είναι συνδεδεμένο με την προσπάθεια των ατόμων να αντιμετωπίσουν διάφορα κοινωνικά προβλήματα ή ακόμα και ψυχικά προβλήματα.
Στην τελευταία περίπτωση, η φιλοσοφική συμβουλευτική μπορεί να είναι αντί, ή σε συνδυασμό με, ψυχοθεραπεία. Συχνά λέγεται ότι το κίνημα έχει τις ρίζες του στη σωκρατική παράδοση, η οποία θεωρούσε τη φιλοσοφία ως αναζήτηση του Καλού και της καλής ζωής. Μια ζωή χωρίς φιλοσοφία, άλλωστε δεν άξιζε για τον Σωκράτη (Achenbach, 2002).
Η ψυχοθεραπεία την προκειμένη περίπτωση είναι δυνατόν να λάβει χώρα αυτοπροσώπως (ένας προς έναν ή με ζευγάρια ή σε ομάδες). Μπορεί επίσης, να γίνει ακόμα και μέσω τηλεφώνου ή μέσω τηλεφωνικής συμβουλευτικής ή αντίστοιχα μέσω διαδικτύου. Υπήρξαν επίσης εξελίξεις στη θεραπεία με τη βοήθεια υπολογιστή, όπως η θεραπεία εικονικής πραγματικότητας για έκθεση στη συμπεριφορά, προγράμματα πολυμέσων για κάθε γνωστική τεχνική και συσκευές χειρός για βελτιωμένη παρακολούθηση ή εφαρμογή διαφόρων ιδεών (Achenbach, 2002).
Από την άλλη μεριά παράλληλα, θα μπορούσε σε αυτό το σημείο να επισημάνει κάποιος όμως και το ότι μια σύγχρονη προσέγγιση αναφορικά με την έννοια περί φιλοσοφικής συμβουλευτικής προκύπτει μέσα από το έργο του Lou Marinoff και ειδικότερα μέσα από το βιβλίο του με τον τίτλο «Πλάτωνας, όχι Προζάκ». Η ανάπτυξη του συγκεκριμένου είδους συμβουλευτικής εδώ μάλιστα, είναι συνδεδεμένη αφενός μεν με την διαδικασία του προσδιορισμού του προβλήματος που μπορεί να αντιμετωπίζει ένα άτομο και αφετέρου έχει να κάνει όμως και με το πώς είναι δυνατή η έκφραση των συναισθημάτων αλλά και η ανάλυση των σχετικών επιλογών (Marinoff, 1999).
Μια άλλη παράμετρος που περιλαμβάνεται εδώ, είναι σχετική με το ζήτημα περί του πώς είναι εφικτό το να μελετηθεί με τον πλέον σωστό τρόπο μια φιλοσοφική παράδοση, προκειμένου να μπορέσει να μας προσφέρει στην πορεία ουσιαστική βοήθεια. Όλα τα παραπάνω από την άλλη μεριά φυσικά δεν παύουν να είναι άρρηκτα συνδεδεμένα εδώ ταυτόχρονα και με την προσπάθεια περί ανανέωσης της προσωπικής ψυχολογικής ισορροπίας ενός ατόμου.
Υπό το πρίσμα όλων αυτών των επισημάνσεων, εδώ καθίσταται εμφανές, πως η φιλοσοφική συμβουλευτική είναι άμεσα συνδεδεμένη με πέντε στάδια: το πρόβλημα, το συναίσθημα, την ανάλυση, την ενατένιση και την ισορροπία (Marinoff, 1999).
Οι τρόποι σκέψης μας επηρεάζουν τον τρόπο που νιώθουμε, επιθυμούμε, επιλέγουμε, ενεργούμε, δημιουργούμε, σχετιζόμαστε και είμαστε στον κόσμο. Όταν η ζωή μας είναι γεμάτη προβλήματα, αυτά τα προβλήματα συχνά έχουν τις ρίζες τους στον τρόπο σκέψης μας. Αλλά τις περισσότερες φορές δεν παρατηρούμε καν τα μοτίβα σκέψης μας. Λειτουργούν με αυτόματο πιλότο, τροφοδοτούμενοι από παλιές συνήθειες και υποθέσεις λειτουργίας (Marinoff, 1999).
Για παράδειγμα, κάπου στην πορεία μπορεί να έχετε συλλάβει την πεποίθηση ότι δεν είστε αρκετά έξυπνοι για να ακολουθήσετε την καριέρα ή τον τρόπο ζωής των ονείρων σας.
Ίσως έχετε αποφασίσει ότι έχετε κολλήσει στην τρέχουσα δυσλειτουργική σας κατάσταση και δεν υπάρχει διέξοδος ή ότι πρέπει να ζήσετε σύμφωνα με τις προσδοκίες των άλλων για εσάς. Ίσως οι κυρίαρχες έννοιες της επιτυχίας να έχουν αποτυπωθεί στον εγκέφαλό σας και δεν είχατε ποτέ την ευκαιρία να αναρωτηθείτε πραγματικά αν είναι υγιείς ή τοξικές (Marinoff, 1999)
Οι τρόποι σκέψης μας με αυτόματο πιλότο μπορούν να καταστρέψουν τον τρόπο που νιώθουμε, επιλέγουμε και ενεργούμε στον κόσμο. Τέτοιοι τρόποι σκέψης μπορεί να σας κάνουν να αισθάνεστε σύγχυση, άσκοπη, κατάθλιψη, αποξένωση, ανίσχυρη, άχρηστη, ηττημένη ή να κολυμπάτε σε μια θάλασσα ανούσιας. Αν μπορούσαμε να εξετάσουμε τον τρόπο σκέψης μας - τις πεποιθήσεις, τις υποθέσεις, τις ερμηνείες, τις κρίσεις και τις αξίες μας - θα μπορούσαμε να προσαρμόσουμε μερικά πράγματα που δεν μας λειτουργούν πολύ καλά και να καλλιεργήσουμε μεγαλύτερη σαφήνεια, συνοχή, εύρος και βάθος στην κοσμοθεωρία μας. Αυτό το έργο μπορεί να έχει μεγάλο αντίκτυπο στις μελλοντικές μας ενέργειες, αντιδράσεις και γενική εμπειρία ζωής.
Εάν μπορούμε να αναθεωρήσουμε προσεκτικά τις υποθέσεις μας για το τι είναι αληθινό, δίκαιο και καλό, τότε μπορούμε να εφαρμόσουμε τις νέες μας γνώσεις στις ενέργειές μας με τρόπο που μας επιτρέπει να ζούμε με μεγαλύτερη πρόθεση, αυτοδιάθεση και αυθεντικότητα.
Έτσι, μια τακτική πρακτική αυτοεξέτασης και σκόπιμης δράσης - ο ακρογωνιαίος λίθος μιας φιλοσοφικής ζωής και αυτό ακριβώς που επιδιώκουμε μαζί στη φιλοσοφική συμβουλευτική - έχει τη δύναμη να αυξήσει την κατανόηση, το νόημα, το σκοπό, την ελευθερία και την εκπλήρωση στη ζωή μας. Έχει επίσης τη δύναμη να μεταμορφώσει πολλούς από τους συναισθηματικούς ενόχους που μας προκαλούν ταλαιπωρία - φόβο, τρόμο, άγχος, θυμό, κατάθλιψη, υπερβολική προσκόλληση, ζήλια, αγανάκτηση, χαμηλή αυτοεκτίμηση και ενοχές (Marinoff, 1999).
Όταν αρχίζεις να σκέφτεσαι με νέους τρόπους, αρχίζεις να αισθάνεσαι και με νέους τρόπους, αντίστοιχα τότε και ο τρόπος που προσεγγίζεις και βιώνεις τον κόσμο αρχίζει να αλλάζει.
Μπορεί να εκπλαγείτε με το πόσο γρήγορα κάποια από τα παλιά σας συναισθήματα αλλάζουν ή ακόμη και εξαφανίζονται όταν έχετε μια νέα συνειδητοποίηση ή δοκιμάστε μια νέα προοπτική στη φιλοσοφική συμβουλευτική. Η εξέταση των σκέψεων πίσω από τα συναισθήματα ανοίγει το δρόμο για σημαντική μεταμόρφωση και θεραπεία της ζωής. Η φιλοσοφική συμβουλευτική είναι, επομένως, μια διαδικασία που είναι εκπαιδευτική, ενδυναμωτική και θεραπευτική (Marinoff, 1999)
Συνοπτικά, η φιλοσοφική συμβουλευτική ακολουθεί μια ολιστική προσέγγιση στη σκέψη-συναίσθημα-επιλογή-πράξη του ατόμου σε έναν κοινωνικό-πολιτικό κόσμο και θεωρεί ότι οι δυνάμεις εξέτασης, δημιουργικής εξερεύνησης και στοχαστικής επιλογής του ατόμου είναι οχήματα κίνησης, αλλαγής, και ανάπτυξη.
Αν και υπάρχουν όντως μοτίβα σκέψης που μπορούν να μας δημιουργήσουν προβλήματα, η ίδια η σκέψη δεν θεωρείται πρόβλημα στη φιλοσοφική συμβουλευτική. Χρησιμοποιείται ως θαυμάσιο εργαλείο και βασικό συστατικό για να ζει κάποιος με όραμα, πρόθεση και ελευθερία.
Υπάρχουν ορισμένες ψυχοθεραπευτικές μέθοδοι που δεν είναι σε ένταση, αλλά έχουν συγγένεια με φιλοσοφικές προσεγγίσεις, καθώς οι θεωρητικές τους ρίζες μπορούν να εντοπιστούν σε σωκρατικές, στωικές, βουδιστικές, υπαρξιακές ή φεμινιστικές φιλοσοφίες, μεταξύ άλλων. Αλλά καθώς η εκπαίδευση ενός ψυχοθεραπευτή και ενός φιλοσόφου μπορεί να είναι αρκετά διαφορετική, υπάρχει διαφορά στις διαστάσεις των προβλημάτων των πελατών τους που εστιάζουν (ακόμα και όταν μοιράζονται θεωρητικές βάσεις) και μια διαφορά στα εργαλεία που φέρνουν στο τραπέζι για να αντιμετωπίσουν αυτά τα προβλήματα (Achenbach, 2002).
Οι προϋποθέσεις και τα κριτήρια μιας φιλοσοφικής συμβουλευτικής διαδικασίας
Αυτές οι πέντε φάσεις, την ίδια στιγμή, μπορούν να αποτελέσουν και τις κεντρικές προϋποθέσεις, ως προς το ζήτημα περί φιλοσοφικής συμβουλευτικής (Marinoff, 1999). Η λειτουργία τους εξάλλου εδώ συνδυάζεται άμεσα και με το ότι και ο ίδιος ο εαυτός μας μπορεί να αποτελέσει επίσης σημαντική προϋπόθεση αυτού του τύπου συμβουλευτικής. Η ίδια η φιλοσοφία, εν προκειμένω εδώ, θεωρείται, πως μπορεί να παρέχει όλα τα αναγκαία εφόδια, ώστε να οδηγηθούμε σε μια κατάσταση προσωπικής εξέτασης το ίδιου μας του εαυτού. Κάτι τέτοιο άλλωστε από την άλλη μεριά, είναι και ένα πολύ σημαντικό στοιχείο, ως προς το να αντιληφθούμε τί είναι αυτό που πραγματικά μπορεί να μας βοηθήσει.
Πρόκειται για ένα κεντρικής βαρύτητας και σημασίας κριτήριο, μέσα από το οποίο είναι δυνατόν να αποκτήσουμε ένα βασικό κίνητρο. Το τελευταίο, πιο συγκεκριμένα έχει να κάνει εδώ μ την αναγνώριση, όχι της ίδιας της αιτίας, αλλά της έννοιας βασικά που βρίσκεται πίσω από μια προβληματική φάση και ο ίδιος ο Marinoff εδώ ταυτόχρονα χρησιμοποιεί ως σχετικό παράδειγμα, την περίπτωση ενός υπαλλήλου εταιρείας. Ο υπάλληλος αυτός, υποτίθεται, πως καθίσταται στόχος κάποιων προσβολών και αδικιών εκ μέρους των προϊσταμένων του, εξαιτίας κάποιας ενέργειάς του.
Η προσβολή αυτή συνιστά για τον εν λόγω υπάλληλο ένα είδος ηθικής βλάβης, αλλά την ίδια στιγμή το κεντρικό του πρόβλημα είναι η απουσία ουσιαστικής περισυλλογής, αναφορικά με την κατάσταση στην οποία έχει βρεθεί. Πρόκειται με άλλα λόγια, για την αδυναμία αποκρυστάλλωσης αναφορικά με την έννοια που υφίσταται πίσω από τους προσωπικούς μηχανισμούς που αναπτύσσει ο συγκεκριμένος υπάλληλος.
Σε συνάρτηση πάντα με όλο αυτό το πλαίσιο των σχετικών προϋποθέσεων και κριτηρίων εξάλλου, εδώ θα ήταν δυνατόν να ληφθεί παράλληλα υπόψη μας και το ότι η φιλοσοφική συμβουλευτική (με βάση την θεωρητική προσέγγιση του Marinoff) σε σύγκριση με την περίπτωση διαφόρων άλλων προσεγγίσεων στο χώρο της ψυχοθεραπευτικής, εκτός από την προοπτική της ίασης έχει την δυνατότητα να προσφέρει και γνώση. Αυτή η προοπτική εδώ εξάλλου, είναι συνυφασμένη ταυτόχρονα και με την ενασχόληση του υποκειμένου με τρία χρονικά πλαίσια, με άλλα λόγια, το παρελθόν, το παρόν και το μέλλον, δεδομένου μάλιστα, πως και τα τρία αυτά χρονικά πλαίσια μπορεί να παίξουν σημαντικό ρόλο, αναφορικά με την εξέλιξη και πορεία ενός προβλήματος (Marinoff, 1999).
Κάτι τέτοιο προκύπτει μέσα από την διαδικασία της διερεύνησης εκ μέρους ενός φιλοσόφου, αναφορικά με την κίνηση, όσο όμως στο κομμάτι που είναι το αποτέλεσμα μιας αιτίας (και που έχει προκύψει πλέον) αλλά ως κάτι το ξεχωριστό, το οποίο είναι ενταγμένο στα πλαίσια εκείνων των αναζητήσεων που λαμβάνουν χώρα μέσα από την φιλοσοφική συμβουλευτική. Αναζητήσεων επίσης που αποτελούν τα προϊόντα μελλοντικών ενεργειών.
Πέρα από μια τέτοια προοπτική όμως, είναι χαρακτηριστικό εδώ ταυτόχρονα και το ότι η όλη διαδικασία της φιλοσοφικής συμβουλευτικής είναι συνυφασμένη άρρηκτα και με το κίνητρο της ερμηνείας ως προς την επιλογή των διαφόρων πράξεων και τρόπων αντίδρασης ενός ατόμου. Βέβαια όλα αυτά, από την άλλη μεριά, δεν παύουν να σημαίνουν, πως εκ των πραγμάτων υφίσταται και η εξέταση και ανάλυση της αιτίας που μπορεί να υποκίνησε μια πράξη.
Η ίδια η αιτία άλλωστε επίσης εντάσσεται και στο πλαίσιο της όλης θεραπευτικής διαδικασίας. Αποτελεί τμήμα της, χωρίς όμως να συνιστά την συνολική εξήγηση των (Marinoff, 1999).
Ως προς το θέμα περί των προϋποθέσεων και των κριτηρίων στο θέμα της λειτουργίας και της προσφοράς της εδώ κρίνουμε σκόπιμο να αναφέρουμε όμως και το ότι η ίδια η διαδικασία περί ενός φιλοσοφικού διαλόγου (στα πλαίσια της φιλοσοφικής συμβουλευτικής) κάθε άλλο παρά είναι κάτι το εύκολο.
Η πραγματοποίηση της διαδικασίας αυτής ταυτόχρονα μπορεί να λάβει χώρα, κατά κύριο λόγο, μόνο εφόσον υπάρξει η απαιτούμενη προσοχή ως προς το ζητούμενο. Το τελευταίο εδώ, πιο συγκεκριμένα, είναι συνδεδεμένο με την απερίσπαστη έκφραση του λόγου. Ο ίδιος ο θεραπευόμενος μάλιστα, α πρέπει να είναι έτοιμος να αποδεχθεί όλη αυτήν την θεραπευτική διαδικασία, χωρίς να εγκλωβίζεται από κάποιες δικές του κρίσεις.
Οι παραπάνω προϋποθέσεις, εν προκειμένω, άλλωστε, σημαίνουν και το εξής στοιχείο: στην ουσία η ανοιχτή συζήτηση που γίνεται με βάση τα φιλοσοφικά όρια δεν περιλαμβάνει στην πραγματικότητα κάποιες προϋποθέσεις, αλλά την ίδια στιγμή από την άλλη καλεί τον θεραπευόμενο, όπως επίσης και τον θεραπευτή, ώστε να αποδεσμευτούν από τις προσχηματισμένες τους ιδέες. Αυτό άλλωστε, σημαίνει συνακόλουθα και μια μεγαλύτερη ελευθερία, ως προς την έκφραση κάποιων συναισθηματικών εντυπώσεων (Δελλής, 2005).
Στα πλαίσια φυσικά των διαφόρων προϋποθέσεων αναφορικά με την φιλοσοφική συμβουλευτική και σε συνάρτηση συγχρόνως και με όλα όσα ήδη έχουν αναφερθεί και πιο πάνω, θα ήταν επίσης εφικτό σε αυτό το σημείο να τονιστεί ακόμα περισσότερο η διάσταση της αμφίδρομης σχέσης που πρέπει να αναπτύσσεται μεταξύ του θεραπευτή και του θεραπευόμενου. Πρόκειται για μια συνισταμένη μάλιστα, η οποία είναι κεντρικής σημασίας και βαρύτητας αναφορικά με την επιτυχή διαδικασία της φιλοσοφικής συμβουλευτικής.
Η αμφίδρομη επικοινωνία σημαίνει, πως καθώς από την μεριά του ο μεν θεραπευόμενος αρχίζει να αναπτύσσει μια πιο ανοικτή, ειλικρινή, αλλά και ουσιαστική σχέση με τον θεραπευτή, ο τελευταίος αντίστοιχα από την δική του μεριά, εισέρχεται στην διαδικασία της προσωπικής ενασχόλησης και κατανόησης των ανασφαλειών, των προβλημάτων, συναισθημάτων και του τρόπου σκέψης του θεραπευόμενου. Αυτό σημαίνει εδώ ειδικότερα την ανάπτυξη μιας αμφίδρομης θεραπείας και σχέσης, μέσα από την οποία ο ίδιος ο σύμβουλος είναι ικανός επίσης να εγκαταλείψει την καθαρά θεραπευτική απόσταση που τον χωρίζει από τον θεραπευόμενο. Στην ουσία δηλαδή ακολουθεί την πορεία των συναισθημάτων του ατόμου που έχει απέναντί του (De Carvalho, 2012).
Κάτι τέτοιο εξάλλου, είναι εδώ συνυφασμένο και με το ότι μια μεγάλη αλλαγή στην ψυχοθεραπεία τα τελευταία χρόνια είναι προς τη μεγαλύτερη αμοιβαιότητα - η αντίληψη ότι η ψυχοθεραπεία είναι μια αμφίδρομη σχέση στην οποία ο θεραπευτής και ο θεραπευόμενος είναι ίσοι εταίροι στη θεραπευτική διαδικασία.
Οι θεραπευτές κάνουν αυτή τη στάση εμφανή με συνεχή τρόπο, για παράδειγμα, αποκαλύπτοντας τα συναισθήματά τους όταν χρειάζεται και προσκαλώντας ενεργά την ανατροφοδότηση από τους ασθενείς σχετικά με το πώς πηγαίνει η θεραπεία (De Carvalho, 2012).
Στην ψυχοθεραπεία, μια διπλή σχέση εμφανίζεται όταν ένας θεραπευτής έχει μια δεύτερη, σημαντικά διαφορετική σχέση με τον πελάτη του εκτός από τον παραδοσιακό δεσμό θεραπευτή-θεραπευόμενου.
Για παράδειγμα, ένας θεραπευτής μπορεί να διαπιστώσει ότι το άτομο που αναζητά θεραπεία τυχαίνει να είναι ο γείτονάς του (Corey, 2016).
Στο πλαίσιο της φιλοσοφικής συμβουλευτικής η ανάπτυξη αυτής της αμφίδρομης σχέσης ανάμεσα σε θεραπευτή και θεραπευόμενο είναι κάτι το αναπόφευκτο. Μάλιστα, ενίοτε ίσως, είναι δυνατόν να προκύψει μια διαδικασία αρκετά στενής κι έντονης σχέσης μεταξύ των δύο βασικών πόλων της διαδικασίας της ψυχοθεραπείας, καθώς ο θεραπευτής στην ουσία μπορεί να φτάσει ακόμα και να υιοθετήσει περισσότερο ή λιγότερο το είδος της λογικής, η οποία μπορεί να υφίσταται πίσω από πράξεις, σκέψεις και συναισθήματα του θεραπευόμενου (Corey, 2016).
Εν γένει μέσα από αυτήν την αμφίδρομη σχέση θεραπευτή και θεραπευόμενου, θα μπορούσε να κρίνει κάποιος άλλωστε και το ότι η ίδια η θεραπευτική σχέση είναι (ή πρέπει να είναι) μια ισότιμη και αμφίδρομη σχέση. Κι αυτό, καθώς, την ίδια στιγμή εδώ, και ο ίδιος ο ψυχοθεραπευτής είναι δυνατόν να αισθάνεται και να εκφράζει συναισθήματα κατά την διάρκεια της θεραπείας (Corey, 2016).
Υπό αυτό το πρίσμα, μπορεί να αντιληφθεί εδώ κάποιος εξάλλου συγχρόνως, το ότι το στοιχείο της αμφίδρομης σχέσης μεταξύ του θεραπευόμενου και του θεραπευτή, είναι κάτι που προκύπτει λόγω της ανταλλαγής και της συνεξέλιξης που προκύπτουν εδώ.
Ο ίδιος ο ψυχοθεραπευτής από την μεριά του άλλωστε, είναι ενδεικτικό, πως μπορεί όντως να διαθέτει ένα πολύ μεγάλο απόθεμα από εξειδικευμένες γνώσεις ή από τεχνικές και μεθόδους που μπορεί να εφαρμόσει στην διάρκεια μιας συνεδρίας. Ωστόσο, μπορεί η χρήση τους να μην είναι επιτυχής από τη στιγμή που δεν επιδείξει ειλικρίνεια και ένα πνεύμα εμπιστοσύνης προς τον θεραπευτή ο θεραπευόμενος. Μπορεί αντιστοίχως, και ο ίδιος ο θεραπευτής ακόμα κι αν του θέσει ένα πρόβλημά του προς επεξεργασία και ανάλυση ο θεραπευόμενος, αντίστοιχα να μην επιδείξει το ίδιο προσωπικό ενδιαφέρον και να μην εισχωρήσει στην ψυχή και τον συναισθηματικό κόσμο του πελάτη του στο βαθμό που πρέπει (Walsh, 2005).
Η ανάγκη ύπαρξης ειδικής εκπαίδευσης για την φιλοσοφική συμβουλευτική - Τί αποτελέσματα μπορεί να προσφέρει η φιλοσοφική συμβουλευτική και το ερώτημα του αν εντάσσεται στις θεραπευτικές μεθόδους
Την ίδια στιγμή, αναφορικά με το όλο θέμα περί των αποτελεσμάτων που μπορεί να προσφέρει η φιλοσοφική συμβουλευτική, αυτά σαφέστατα από την μια μεριά έχουν να κάνουν με τον κεντρικό στόχο της ίασης. Μιας ίασης, στα πλαίσια της οποίας όμως συγχρόνως, ο ρόλος της φιλοσοφίας έχει έναν διττό χαρακτήρα. Από την μια δηλαδή αφενός μεν η χρήση της αναφορικά με την διαδικασία της ίασης έχει έναν προτρεπτικό χαρακτήρα, τη στιγμή φυσικά που ο άλλος ρόλος της έχει σχέση με την θεραπεία καθαυτή.
Ως προς το πρώτο είδος ρόλου και χαρακτήρα, είναι ενδεικτικό εδώ, πιο συγκεκριμένα, πως ο σύμβουλος-θεραπευτής δοκιμάζει να οδηγήσει τον θεραπευόμενο στην αλήθεια και την αρετή. Ως προς τον θεραπευτικό χαρακτήρα, ο θεραπευόμενος, μέσα από τη βοήθεια της φιλοσοφίας, εφοδιάζεται με όλα εκείνα τα ορθά κριτήρια που είναι απαραίτητα, ώστε να μπορέσει να καταλάβει και να συνειδητοποιήσει επακριβώς τα σφάλματά του και όλα εκείνα τα αίτια που τον οδήγησαν στην ψυχική τοξικότητα (Marinoff, 1999).
Με βάση μια τέτοια επισήμανση μάλιστα, σε αυτό το σημείο μπορεί να αντιληφθεί κάποιος συγχρόνως και το ότι η φιλοσοφική συμβουλευτική παραπέμπει στην διαδικασία της λεγόμενης μαιευτικής μεθόδου, την οποία είχε χρησιμοποιήσει χιλιάδες χρόνια πριν ο Σωκράτης.
Η ίδια η μαιευτική μέθοδος μάλιστα διαχρονικά και ανέκαθεν ήταν και είναι συνδεδεμένη με μια τάση συνεχούς αμφισβήτησης στοιχείων, τα οποία μπορεί να θεωρούνται απόλυτες βεβαιότητες. Αυτό συνδέεται όμως και μια αναβίωση των γεγονότων της ζωής, αλλά με έναν αντίστροφο τρόπο και με την οποία επίσης τα άτομα μπορούν να αποκτήσουν και μια συνολική γνώση του εαυτού τους. Αυτό φυσικά δεν είναι κάτι που μπορεί να επιτευχθεί σε όλες τις περιπτώσεις, αν και είναι αλήθεια, από την άλλη μεριά, το ότι μπορεί να αποτελέσει ταυτόχρονα και μια εξαίρετη τεχνική, με την οποία αναπτύσσεται στην πορεία η κατάλληλη συλλογιστική για την επίλυση διαφόρων προβλημάτων (Δελλής, 2005).
Κάτι τέτοιο, μπορεί ενίοτε να σημαίνει ακόμα και την χρήση στα πλαίσια της μαιευτικής μεθόδου και του στοιχείου της ειρωνείας, κατά τα πρότυπα της αρχαίας σωκρατικής μαιευτικής. Μιας ειρωνείας, με την οποία όμως φυσικά δεν εξευτελίζεται σε καμιά περίπτωση ο θεραπευόμενος, ούτε φυσικά στόχος είναι το να νιώσει αρνητικά συναισθήματα. Η ειρωνεία αυτή απεναντίας μπορεί να είναι τέτοια, ώστε να εμφανίζεται με έναν διακριτικό τρόπο, όντας αρμονικά ενταγμένη στην όλη διαδικασία και να λαμβάνει χώρα με τέτοιο τρόπο, προκειμένου να λειτουργήσει πιο αποτελεσματικά η μαιευτική μέθοδος (Δελλής, 2005)
Πάντως, σε αυτό το σημείο, θα ήταν επίσης δυνατόν να τονιστεί και το ότι κάτι τέτοιο απαιτεί ταυτόχρονα και την ανάγκη για μια συγκεκριμένη εξειδίκευση, εκ μέρους των διαφόρων θεραπευτών ψυχολογικής αγωγής, με γνώμονα την ύπαρξη ορισμένων ειδικότερων γνώσεων, με τις οποίες θα είναι δυνατή και η καλύτερη και πιο ακριβής γνώση και ως προς τις μεθόδους που θα χρησιμοποιήσει ο θεραπευτής. Κάτι τέτοιο εδώ είναι συνυφασμένο, εν προκειμένω για παράδειγμα, και με το ότι η προαναφερόμενη σωκρατική μέθοδος και διαδικασία είναι δυνατόν να εφαρμοστούν με βάση συγκεκριμένους κανόνες. Κανόνες δηλαδή, τους οποίους θα πρέπει να γνωρίζει επακριβώς ο θεραπευτής, όπως επίσης και το πώς μπορεί να τους εφαρμόσει (Raabe, 2001).
Μια κεντρική συνισταμένη εδώ, πιο συγκεκριμένα, είναι σχετική με το ότι ο ίδιος ο θεραπευτής εκ των προτέρων γνωρίζει το ότι η εφαρμογή του σωκρατικού διαλόγου και της μαιευτικής μεθόδου που θα χρησιμοποιήσει κατά την συνεδρία του με ένα άτομο, υπόκειται σε μια καθορισμένη διαδικασία αποτελεσμάτων. Αυτό πιο συγκεκριμένα, έχει να κάνει εδώ με το ότι αυτή η διαδικασία δεν παύει να εμφανίζει μια σειρά από γνωρίσματα σχετικά με το στοιχείο της χειραγώγησης αλλά και κάποιες τεχνικές. Οι τελευταίες έχουν εξάλλου, ως στόχο τους, πιο συγκεκριμένα την σύμπλευση των γνωμών στα πλαίσια διαφόρων ομάδων ατόμων (Raabe, 2001).
Ως προς το ζήτημα περί των διαφόρων τεχνικών και κανόνων που οφείλει να έχει υπόψη του φυσικά και ο ίδιος ο θεραπευτής, πρόκειται για τις ακόλουθες περιπτώσεις:
Εκ μέρους του θεραπευτή που ασκεί την φιλοσοφική συμβουλευτική, είναι χαρακτηριστικό το ότι καταρχάς τίθεται ένα γενικό ερώτημα σε μια ομάδα ατόμων που μπορεί να ζητούν την βοήθειά του. στη συνέχεια ο θεραπευτής μπορεί να ζητήσει εκ μέρους των συμμετεχόντων να προβούν στην παροχή μιας σειράς διαφόρων συγκεκριμένων παραδειγμάτων, αναφορικά με κάποια κατάσταση και συνθήκη της ζωής τους κατά την διάρκεια της οποίας είχαν έρθει παράλληλα αντιμέτωποι με το συγκεκριμένο πρόβλημα.
Στην συνέχεια είναι δυνατόν να επιλεχθεί από την μεριά του φιλοσοφικού συμβούλου ένα παράδειγμα, από όλα εκείνα που μπορεί να είχαν αναφερθεί πιο πριν. Πιο συγκεκριμένα, εδώ είναι εφικτό να επιλεχθεί το πλέον ενδεικτικό και αντιπροσωπευτικό παράδειγμα, προκειμένου αντίστοιχα έτσι, να τεθούν οι κατάλληλες συνθήκες, με γνώμονα την πραγματοποίηση μιας συζήτησης.
Η συζήτηση που θα ακολουθήσει εξάλλου, συνιστά εδώ την ίδια στιγμή, και μια προσπάθεια με την οποία ο θεραπευτής θα μπορέσει και να βοηθήσει τους συνεδριαζόμενους κάποιες απαντήσεις, ως προς τα όποια τυχόν ερωτήματά τους. Μάλιστα, η ανάδυση τέτοιων απαντήσεων εδώ μπορεί να καταστεί εφικτή μέσα από το συναίσθημα της συναίνεσης Μάλιστα, θα πρέπει να σημειώσουμε εδώ και το ότι μια τέτοια παράθεση εδώ εμφανίζει και την ιδιαιτερότητα, η οποία διακρίνει την διαδικασία της φιλοσοφικής συμβουλευτικής. Κι αυτό, δεδομένου ότι ο ψυχαναλυτής επιδιώκει μέσω μιας τέτοιας διαδικασίας, καταρχάς το να ανακαλύψει τα συγκεκριμένα συμπτώματα του προβλήματος και της ασθένειας που μπορεί να αντιμετωπίσει ο ασθενής και θεραπευόμενος, κάνοντας άλλωστε και μια έγκυρη διάγνωση έτσι (Raabe, 2001).
Με βάση όλα τα παραπάνω στοιχεία μάλιστα, εδώ αναδεικνύεται και ένα συγκεκριμένο θεωρητικό μοντέλο, το οποίο είχε καλλιεργήσει κάποτε ο Raabe, και με βάση το οποίο ο θεραπευτής της φιλοσοφικής συμβουλευτικής είναι εφικτό να είναι έτοιμος αναφορικά με την άσκηση του επαγγέλματός του. στα πλαίσια αυτού του μοντέλου, πιο συγκεκριμένα, είναι εφικτό το να επισημάνουμε την περίπτωση των ακόλουθων φάσεων:
Η μία από αυτές έχει να κάνει με την λεγόμενη ελεύθερη πλεύση ή επικοινωνία, η δεύτερη από την άλλη μεριά αφορά, πιο συγκεκριμένα την αντιμετώπιση του άμεσου προβλήματος, ενώ μια τρίτη φάση είναι συνδεδεμένη με την διαδικασία της διδασκαλίας, η οποία συγχρόνως συνιστά μια σκόπιμη πράξη. Μια άλλη φάση, η τέταρτη αντίστοιχα κατά την πορεία αυτής της διαδικασίας, είναι συνδεδεμένη με την λεγόμενη υπέρβαση του συγκεκριμένου προβλήματος του ασθενούς (Raabe, 2001).
Σε συνάρτηση με όλες αυτές τις αναφορές άλλωστε, είναι επίσης ενδεικτικό εδώ και το ότι η φιλοσοφική συμβουλευτική καθώς αντλεί στοιχεία από τις διαδικασίες και τους τρόπους προσέγγισης που μπορεί να είχαν χρησιμοποιηθεί ήδη ακόμα και από χιλιάδες χρόνια πριν εκ μέρους διαφόρων φιλοσόφων, όπως ο Σωκράτης (σωκρατική μαιευτική μέθοδος) καταλήγει σε μια συνθήκη και κατάσταση, κατά την οποία ο θεραπευτής μπορεί να εισχωρήσει στο πλαίσιο ορισμένων βαθύτερων αληθειών που μπορεί να κρύβει εντός του ο θεραπευόμενος. Ιδεών, με άλλα λόγια, που θα μπορούσαν να θεωρηθούν εξάλλου, ότι υφίστανται ήδη στο υποσυνείδητο του θεραπευόμενου και που χωρίς ο ίδιος να το αντιλαμβάνεται πολλές φορές, είναι δυνατόν να καθορίζουν τις σκέψεις και πράξεις του τελευταίου (Δανιηλίδου, 2012).
Μια τέτοια επισήμανση εδώ άλλωστε, είναι συναφής και σχετική και με όλα όσα ήδη αναφέρθηκαν και πιο πάνω, ως προς την ανάδειξη της αυτογνωσίας μέσα από την δυναμική που προσφέρει και αναπτύσσει η φιλοσοφική θεραπευτική. Μιας αυτογνωσίας ωστόσο που εν τέλει, δεν αφορά μόνο τον ίδιο τον θεραπευόμενο, αλλά και τον θεραπευτή, λόγω της προσωπικής του εισχώρησης στην διαδικασία της κατανόησης και προσωπικής (De Carvalho, 2012).
Συμπεράσματα
Υπό το βάρος όλων των παραπάνω επισημάνσεων λοιπόν, μπορεί να αντιληφθεί κάποιος σε αυτό το σημείο, το ότι η φιλοσοφική συμβουλευτική γενικότερα μπορεί να αποτελέσει στις μέρες μας ένα είδος εναλλακτικής μεθόδου αναφορικά με την διαδικασία της ψυχοθεραπείας. Η χρήση της αναμφίβολα, με βάση τις σχετικές αναφορές και αναλύσεις μας, είναι σαφές, πως έχει ως κεντρικό της πυρήνα και βάση την φιλοσοφία και την σχετική φιλοσοφική θεωρία και παράδοση που μπορεί να έχει αναπτυχθεί από χιλιάδες χρόνια πριν. Μια παράδοση, η οποία εξάλλου είναι εφικτό, την ίδια στιγμή, να αποτελέσει και ένα πολύ χρήσιμο και σημαντικό εργαλείο, αναφορικά με την προσφορά βοήθειας προς τον θεραπευόμενο.
Βέβαια, είναι αλήθεια εδώ ταυτόχρονα, και το ότι μέσα από αυτήν την συγκεκριμένη διαδικασία, μπορεί συγχρόνως να αναδειχθεί και μια αμφίδρομη πορεία. Μπορεί δηλαδή μέσω της εφαρμογής αυτής της μεθόδου, ταυτόχρονα να διδαχθεί ή ακόμα και να δεχθεί στοιχεία θεραπευτικής και ο ίδιος ο θεραπευτής.
Η κατάσταση, και τα διάφορα προβλήματα που μπορεί να βιώσει και να αντιμετωπίσει ο ίδιος ο θεραπευόμενος και που μπορεί να είναι συνυφασμένα με τον συναισθηματικό του κόσμο, τους προβληματισμούς του ή από την άλλη μεριά και με την ποιότητα των σχέσεων που μπορεί να αναπτύσσει με το γύρω του κοινωνικό ή οικογενειακό περιβάλλον, μπορεί σε ένα άλλο επίπεδο ενδόμυχα να βρίσκουν ταυτόχρονα κάποιες αναλογίες ακόμα και με την προσωπική ζωή και τα συναισθήματα ή βιώματα του ίδιου του θεραπευτή.
Σε μια τέτοια περίπτωση έτσι, καθίσταται εδώ εμφανές όμως και το ότι έτσι και ο θεραπευτής έχει την δυνατότητα, καθώς διεισδύει στις σκέψεις, τα προβλήματα, τις ψυχολογικές άμυνες κλπ., του ατόμου που μπορεί να ζητάει ψυχολογική υποστήριξη και βοήθεια, φτάνει στο σημείο, να βρει κάποιες απαντήσεις ίσως και για τον ίδιο του τον εαυτό. Αυτή η προοπτική μάλιστα ίσως μπορεί να θεωρηθεί, πως υφίσταται ακόμα και στην περίπτωση που τα βαθύτερα προβλήματα, ανασφάλειες κλπ., του θεραπευτή δεν ταυτίζονται με εκείνα του θεραπευόμενου.
Πέραν όλων των παραπάνω παρατηρήσεων, εδώ συγχρόνως κάτι πολύ σημαντικό που αναφέρθηκε εξάλλου και πιο πάνω, ως προς την περίπτωση αυτού του είδους και τύπου συμβουλευτικής, είναι το ότι μια βασική συνισταμένη της είναι η λεγόμενη μαιευτική μέθοδος.
Μέσω της τελευταίας άλλωστε, είναι δυνατόν ο θεραπευόμενος να εισέλθει σε μια ειδικότερη διαδικασία μέσω της οποίας θα είναι εφικτό σταδιακά να αρχίσει ακόμα και αυτός ο ίδιος να βγάζει προς τα έξω βαθύτερες πτυχές της σκέψης και των συναισθημάτων του. Πρόκειται για μια διαδικασία εξάλλου, η οποία είχε αναδειχθεί ήδη ακόμα και από χιλιάδες χρόνια πριν μέσα από τον τρόπο σκέψης και φιλοσοφικής αναζήτησης που είχε καλλιεργήσει ο μεγάλος Αθηναίος φιλόσοφος Σωκράτης.
Υπό το βάρος μάλιστα μιας τέτοιας μεθόδου και διαδικασίας ταυτόχρονα εδώ είναι εμφανές και το ότι η ίδια η φιλοσοφική συμβουλευτική μπορεί να αποτελέσει ένα από τα σημαντικότερα εργαλεία, αναφορικά με το θέμα περί της κατάκτησης της αυτογνωσίας.
Πρόκειται για μια διαδικασία μέσα από την οποία ο θεραπευόμενος σαφώς μεν από την μια μεριά δεν παύει να δέχεται μια σειρά ερεθισμάτων εκ μέρους του θεραπευτή του. αυτά τα ερεθίσματα, εν συνεχεία, όμως, μπορούν να αποτελέσουν και εκείνο το κατάλληλο εργαλείο, με το οποίο ο θεραπευόμενος να εντρυφήσει ακόμα βαθύτερο εντός του εαυτού του και της ψυχής του, ώστε να ανακαλύψει όλες εκείνες τις βαθύτερες απαντήσεις και στοιχεία που ίσως μπορέσουν να τον βοηθήσουν σχετικά με το να πάρει απαντήσεις, ως προς τα διάφορα ζητήματα και προβλήματα που μπορεί να τον ταλανίζουν.
Υπό το βάρος όλων αυτών των αναλύσεών μας, αντιλαμβανόμαστε έτσι λοιπόν, το πώς η φιλοσοφική συμβουλευτική και ψυχοθεραπεία τελικά μπορεί να καταστεί ένα είδος θεραπευτικού συναισθήματος. Μπορεί να προσφέρει μια σειρά ριζικών αλλαγών πάνω στον τρόπο, με τον οποίο βλέπουμε τον ίδιο μας τον εαυτό. Φυσικά κάτι τέτοιο εδώ δεν παύει πάντα να απαιτεί και ορισμένα πολύ προσεκτικά βήματα, ώστε να μπορέσει το κάθε άτομο να ανακαλύψει πραγματικά τον εαυτό του και κατά προέκταση και τις διάφορες δυνατότητές του.
Εργαστηριακός κερατοειδής χιτώνας: Τυφλοί άνθρωποι βλέπουν ξανά και μάλιστα άψογα
Επιστήμονες στη Σουηδία ανέπτυξαν ένα εμφύτευμα, φτιαγμένο από κολλαγόνο από δέρμα χοίρου, το οποίο μοιάζει με τον ανθρώπινο κερατοειδή χιτώνα του ματιού.
Το πειραματικό εμφύτευμα βελτίωσε σημαντικά ή αποκατέστησε την όραση σε 20 ανθρώπους με ελαττωματικό κερατοειδή χιτώνα, οι περισσότεροι από τους οποίους ήταν προηγουμένως τυφλοί. Σε μερικές μάλιστα περιπτώσεις ασθενών η αποκατάσταση της όρασής τους ήταν πλήρης (βαθμοί 20/20).
Οι ερευνητές του Πανεπιστημίου Λινκέπινγκ και της εταιρείας LinkoCare Life Sciences AB, οι οποίοι έκαναν τη σχετική δημοσίευση στο περιοδικό βιοτεχνολογίας «Nature Biotechnology», ευελπιστούν ότι το επίτευγμά τους θα δώσει ελπίδα σε όσους πάσχουν από ελαττωμένη όραση ή τύφλωση λόγω κερατοειδούς, προσφέροντας τους ένα εμβιομηχανικό εμφύτευμα ως εναλλακτική λύση στην μεταμόσχευση ανθρώπινου κερατοειδούς από δότη. Τέτοια μοσχεύματα συχνά είναι σπάνια.
«Τα αποτελέσματα μας δείχνουν ότι είναι δυνατό να αναπτυχθεί ένα βιολογικό υλικό που καλύπτει όλα τα κριτήρια χρήσης ως ανθρώπινα εμφυτεύματα, το οποίο μπορεί να παραχθεί μαζικά και να αποθηκευθεί για έως δύο χρόνια, συνεπώς θα είναι διαθέσιμο σε ακόμη περισσότερους ανθρώπους με προβλήματα όρασης. Αυτό μας επιτρέπει να ξεπεράσουμε το πρόβλημα της έλλειψης ιστού κερατοειδούς από δωρητές», δήλωσε ο καθηγητής Νιλ Λαγκάλι του Τμήματος Βιοϊατρικών και Κλινικών Επιστημών του Λινκέπινγκ.
Εκτιμάται ότι περίπου 12,7 εκατομμύρια άνθρωποι στον κόσμο είναι τυφλοί λόγω προβλήματος στον κερατοειδή χιτώνα τους, του εξωτερικού διαφανούς στρώματος του ματιού, το οποίο μπορεί να υποστεί ζημιά λόγω ασθένειας ή τραυματισμού. Μέχρι στιγμής ο μοναδικός τρόπος αποκατάστασης της όρασης είναι η μεταμόσχευση, κάτι που όμως συμβαίνει μόλις στον ένα στους 70 ασθενείς. Επιπροσθέτως, οι περισσότεροι άνθρωποι που χρειάζονται τέτοιο μόσχευμα, ζουν σε χώρες χαμηλού και μεσαίου εισοδήματος, όπου εκ των πραγμάτων η πρόσβαση σε μοσχεύματα είναι πολύ περιορισμένη.
«Η ασφάλεια και αποτελεσματικότητα των εμφυτευμάτων βιοτεχνολογίας αποτελούν τον πυρήνα της εργασίας μας. Έχουμε κάνει σημαντικές προσπάθειες να διασφαλίσουμε ότι η εφεύρεσή μας θα καταστεί ευρέως διαθέσιμη και φθηνή για όλους και όχι μόνο για τους πλούσιους. Γι’ αυτό αυτή η τεχνολογία μπορεί να χρησιμοποιηθεί σε όλα τα μέρη του κόσμου», ανέφερε ο αναπληρωτής καθηγητής Μεχράντ Ραφάτ του Τμήματος Βιοϊατρικής Μηχανικής του Λινκέπινγκ, σχεδιαστής των εμφυτευμάτων, καθώς επίσης ιδρυτής και διευθύνων σύμβουλος της εταιρείας LinkoCare Life Sciences AB που τα παράγει.
Ο ανθρώπινος κερατοειδής συνίσταται κυρίως από την πρωτεΐνη κολλαγόνο. Για τη δημιουργία του εργαστηριακού κερατοειδούς οι ερευνητές χρησιμοποίησαν μόρια κολλαγόνου από δέρμα χοίρου (ένα υποπροϊόν της βιομηχανίας τροφίμων που είναι ευρέως διαθέσιμο και φθηνό), τα οποία καθαρίστηκαν και παρήχθησαν μαζικά για ανθρώπινη χρήση. Τελικά παράγεται ένα ανθεκτικό και διαφανές υλικό που μπορεί να μεταμοσχευθεί στο μάτι. Ενώ οι κερατοειδείς χιτώνες από δότες πρέπει να μεταμοσχευθούν εντός μόνο δύο εβδομάδων, οι εργαστηριακοί έχουν περιθώριο έως δύο έτη μετά τη δημιουργία τους.
Οι ερευνητές ανέπτυξαν επίσης μια νέα ελάχιστα επεμβατική μέθοδο για τη θεραπεία του κερατόκωνου, μιας πάθησης στην οποία ο κερατοειδής γίνεται τόσο λεπτός που μπορεί να οδηγήσει σε τύφλωση. Μέχρι σήμερα ένας κερατόκωνος ασθενούς σε προχωρημένο στάδιο πρέπει να αφαιρεθεί χειρουργικά και να αντικατασταθεί με μόσχευμα δωρητή, μέσω μιας διαδικασίας που είναι επεμβατική και γίνεται μόνο σε εξειδικευμένα ιατρικά κέντρα.
«Μια λιγότερο επεμβατική μέθοδος θα μπορεί να χρησιμοποιηθεί σε περισσότερα νοσοκομεία, κάτι που θα βοηθήσει συνεπώς περισσότερους ανθρώπους. Με τη μέθοδό μας, ένας χειρουργός δεν χρειάζεται να αφαιρέσει τον ιστό του ασθενούς. Αντίθετα, μέσω μιας μικρής τομής που γίνεται με λέιζερ ή με το χέρι, το εμφύτευμα εισάγεται στον υπάρχοντα κερατοειδή», ανέφερε ο δρ Λαγκάλι.
Η τεχνική είχε δοκιμαστεί με επιτυχία αρχικά σε χοίρους και στη συνέχεια έγινε πιλοτική μελέτη σε 20 ανθρώπους στο Ιράν και στην Ινδία (δύο χώρες με μεγάλο αριθμό ασθενών με τύφλωση λόγω κερατοειδούς), όπου αποδείχτηκε απλούστερη και ασφαλέστερη από μια συμβατική μεταμόσχευση κερατοειδούς. Οι επεμβάσεις εισαγωγής του εργαστηριακού εμφυτεύματος δεν εμφάνισαν επιπλοκές και μια θεραπεία μόνο οκτώ εβδομάδων με ανοσοκατασταλτικά φάρμακα (σταγόνες) – και όχι ετών όπως στην περίπτωση της συμβατικής μεταμόσχευσης – ήταν αρκετή για να αποτραπεί η απόρριψη του εμφυτεύματος. Το πάχος και η καμπυλότητα του αποκαταστάθηκε σε φυσιολογικά επίπεδα.
Πριν την επέμβαση οι 14 από τους 20 ασθενείς ήταν τυφλοί, ενώ μετά από δύο χρόνια κανένας δεν ήταν τυφλός πια. Μάλιστα οι τρεις από όσους ήταν τυφλοί πριν, είχαν μετά την επέμβαση τέλεια όραση (20/20).
Οι ερευνητές δεν είναι ακόμη σίγουροι ποιό θα είναι το τελικό κόστος της νέας μεθόδου, αλλά εκτιμούν ότι θα είναι πιο χαμηλό από ό,τι μιας κανονικής μεταμόσχευσης. Μια μεγαλύτερη κλινική μελέτη χρειάζεται πάντως να διενεργηθεί, προτού δοθεί άδεια από τις ρυθμιστικές αρχές για τη χρήση της νέας μεθόδου. Επίσης προς διερεύνηση είναι κατά πόσο η νέα τεχνολογία μπορεί να αξιοποιηθεί και σε άλλες οφθαλμολογικές παθήσεις, καθώς επίσης κατά πόσο το εμφύτευμα είναι δυνατό να καταστεί πιο αποτελεσματικό μέσω εξατομικευμένης προσαρμογής σε κάθε ασθενή.
Το πειραματικό εμφύτευμα βελτίωσε σημαντικά ή αποκατέστησε την όραση σε 20 ανθρώπους με ελαττωματικό κερατοειδή χιτώνα, οι περισσότεροι από τους οποίους ήταν προηγουμένως τυφλοί. Σε μερικές μάλιστα περιπτώσεις ασθενών η αποκατάσταση της όρασής τους ήταν πλήρης (βαθμοί 20/20).
Οι ερευνητές του Πανεπιστημίου Λινκέπινγκ και της εταιρείας LinkoCare Life Sciences AB, οι οποίοι έκαναν τη σχετική δημοσίευση στο περιοδικό βιοτεχνολογίας «Nature Biotechnology», ευελπιστούν ότι το επίτευγμά τους θα δώσει ελπίδα σε όσους πάσχουν από ελαττωμένη όραση ή τύφλωση λόγω κερατοειδούς, προσφέροντας τους ένα εμβιομηχανικό εμφύτευμα ως εναλλακτική λύση στην μεταμόσχευση ανθρώπινου κερατοειδούς από δότη. Τέτοια μοσχεύματα συχνά είναι σπάνια.
«Τα αποτελέσματα μας δείχνουν ότι είναι δυνατό να αναπτυχθεί ένα βιολογικό υλικό που καλύπτει όλα τα κριτήρια χρήσης ως ανθρώπινα εμφυτεύματα, το οποίο μπορεί να παραχθεί μαζικά και να αποθηκευθεί για έως δύο χρόνια, συνεπώς θα είναι διαθέσιμο σε ακόμη περισσότερους ανθρώπους με προβλήματα όρασης. Αυτό μας επιτρέπει να ξεπεράσουμε το πρόβλημα της έλλειψης ιστού κερατοειδούς από δωρητές», δήλωσε ο καθηγητής Νιλ Λαγκάλι του Τμήματος Βιοϊατρικών και Κλινικών Επιστημών του Λινκέπινγκ.
Εκτιμάται ότι περίπου 12,7 εκατομμύρια άνθρωποι στον κόσμο είναι τυφλοί λόγω προβλήματος στον κερατοειδή χιτώνα τους, του εξωτερικού διαφανούς στρώματος του ματιού, το οποίο μπορεί να υποστεί ζημιά λόγω ασθένειας ή τραυματισμού. Μέχρι στιγμής ο μοναδικός τρόπος αποκατάστασης της όρασης είναι η μεταμόσχευση, κάτι που όμως συμβαίνει μόλις στον ένα στους 70 ασθενείς. Επιπροσθέτως, οι περισσότεροι άνθρωποι που χρειάζονται τέτοιο μόσχευμα, ζουν σε χώρες χαμηλού και μεσαίου εισοδήματος, όπου εκ των πραγμάτων η πρόσβαση σε μοσχεύματα είναι πολύ περιορισμένη.
«Η ασφάλεια και αποτελεσματικότητα των εμφυτευμάτων βιοτεχνολογίας αποτελούν τον πυρήνα της εργασίας μας. Έχουμε κάνει σημαντικές προσπάθειες να διασφαλίσουμε ότι η εφεύρεσή μας θα καταστεί ευρέως διαθέσιμη και φθηνή για όλους και όχι μόνο για τους πλούσιους. Γι’ αυτό αυτή η τεχνολογία μπορεί να χρησιμοποιηθεί σε όλα τα μέρη του κόσμου», ανέφερε ο αναπληρωτής καθηγητής Μεχράντ Ραφάτ του Τμήματος Βιοϊατρικής Μηχανικής του Λινκέπινγκ, σχεδιαστής των εμφυτευμάτων, καθώς επίσης ιδρυτής και διευθύνων σύμβουλος της εταιρείας LinkoCare Life Sciences AB που τα παράγει.
Ο ανθρώπινος κερατοειδής συνίσταται κυρίως από την πρωτεΐνη κολλαγόνο. Για τη δημιουργία του εργαστηριακού κερατοειδούς οι ερευνητές χρησιμοποίησαν μόρια κολλαγόνου από δέρμα χοίρου (ένα υποπροϊόν της βιομηχανίας τροφίμων που είναι ευρέως διαθέσιμο και φθηνό), τα οποία καθαρίστηκαν και παρήχθησαν μαζικά για ανθρώπινη χρήση. Τελικά παράγεται ένα ανθεκτικό και διαφανές υλικό που μπορεί να μεταμοσχευθεί στο μάτι. Ενώ οι κερατοειδείς χιτώνες από δότες πρέπει να μεταμοσχευθούν εντός μόνο δύο εβδομάδων, οι εργαστηριακοί έχουν περιθώριο έως δύο έτη μετά τη δημιουργία τους.
Οι ερευνητές ανέπτυξαν επίσης μια νέα ελάχιστα επεμβατική μέθοδο για τη θεραπεία του κερατόκωνου, μιας πάθησης στην οποία ο κερατοειδής γίνεται τόσο λεπτός που μπορεί να οδηγήσει σε τύφλωση. Μέχρι σήμερα ένας κερατόκωνος ασθενούς σε προχωρημένο στάδιο πρέπει να αφαιρεθεί χειρουργικά και να αντικατασταθεί με μόσχευμα δωρητή, μέσω μιας διαδικασίας που είναι επεμβατική και γίνεται μόνο σε εξειδικευμένα ιατρικά κέντρα.
«Μια λιγότερο επεμβατική μέθοδος θα μπορεί να χρησιμοποιηθεί σε περισσότερα νοσοκομεία, κάτι που θα βοηθήσει συνεπώς περισσότερους ανθρώπους. Με τη μέθοδό μας, ένας χειρουργός δεν χρειάζεται να αφαιρέσει τον ιστό του ασθενούς. Αντίθετα, μέσω μιας μικρής τομής που γίνεται με λέιζερ ή με το χέρι, το εμφύτευμα εισάγεται στον υπάρχοντα κερατοειδή», ανέφερε ο δρ Λαγκάλι.
Η τεχνική είχε δοκιμαστεί με επιτυχία αρχικά σε χοίρους και στη συνέχεια έγινε πιλοτική μελέτη σε 20 ανθρώπους στο Ιράν και στην Ινδία (δύο χώρες με μεγάλο αριθμό ασθενών με τύφλωση λόγω κερατοειδούς), όπου αποδείχτηκε απλούστερη και ασφαλέστερη από μια συμβατική μεταμόσχευση κερατοειδούς. Οι επεμβάσεις εισαγωγής του εργαστηριακού εμφυτεύματος δεν εμφάνισαν επιπλοκές και μια θεραπεία μόνο οκτώ εβδομάδων με ανοσοκατασταλτικά φάρμακα (σταγόνες) – και όχι ετών όπως στην περίπτωση της συμβατικής μεταμόσχευσης – ήταν αρκετή για να αποτραπεί η απόρριψη του εμφυτεύματος. Το πάχος και η καμπυλότητα του αποκαταστάθηκε σε φυσιολογικά επίπεδα.
Πριν την επέμβαση οι 14 από τους 20 ασθενείς ήταν τυφλοί, ενώ μετά από δύο χρόνια κανένας δεν ήταν τυφλός πια. Μάλιστα οι τρεις από όσους ήταν τυφλοί πριν, είχαν μετά την επέμβαση τέλεια όραση (20/20).
Οι ερευνητές δεν είναι ακόμη σίγουροι ποιό θα είναι το τελικό κόστος της νέας μεθόδου, αλλά εκτιμούν ότι θα είναι πιο χαμηλό από ό,τι μιας κανονικής μεταμόσχευσης. Μια μεγαλύτερη κλινική μελέτη χρειάζεται πάντως να διενεργηθεί, προτού δοθεί άδεια από τις ρυθμιστικές αρχές για τη χρήση της νέας μεθόδου. Επίσης προς διερεύνηση είναι κατά πόσο η νέα τεχνολογία μπορεί να αξιοποιηθεί και σε άλλες οφθαλμολογικές παθήσεις, καθώς επίσης κατά πόσο το εμφύτευμα είναι δυνατό να καταστεί πιο αποτελεσματικό μέσω εξατομικευμένης προσαρμογής σε κάθε ασθενή.
Τι σημαίνει διάλογος στην Ανθρωπολογία; Από τον Σωκράτη στον Buber και στον Levinas
Ακούμε μόνο τις ερωτήσεις στις οποίες μπορούμε να απαντήσουμε -Φρίντριχ Νίτσε
Η παραπάνω πρόταση είναι πράγματι μια πρόκληση, για την ψυχοθεραπεία ειδικότερα αλλά και γενικά, για τις ανθρώπινες σχέσεις. Υπάρχει άραγε τρόπος να υπερβούμε το απλοϊκό μοντέλο δράσης - αντίδρασης, όπου η πράξη ενός ατόμου έχει επίδραση πάνω σε ένα άλλο άτομο, και έτσι δημιουργείται ένας κύκλος ανάδρασης, που συνεχίζεται με μια πράξη που προκαλεί κάτι άλλο, και πάλι από την αρχή;
Τι παραπάνω όμως μπορεί να γίνει;
Η απάντηση εδώ απαιτεί μια εντελώς νέα αντίληψη της συνεύρεσης: το να αρχίσουμε να σκεφτόμαστε σε ένα διαφορετικό επίπεδο, σε ένα επίπεδο του "Εμείς", όπου μια δεδομένη στιγμή κατά την οποία σχετιζόμαστε και επικοινωνούμε με έναν άλλο άνθρωπο, φροντίζουμε να τον συμπεριλαμβάνουμε, δίνοντας βαρύτητα, όχι μόνο στο Εγώ, αλλά και στο πλαίσιο αναφοράς του άλλου.
Τι σημαίνει διάλογος στην ανθρωπολογία;
Εάν θέλουμε να κατανοήσουμε πραγματικά τη διαλογική αντίληψη, πρέπει να αναφερθούμε στο τι εννοούμε με τον όρο "διαλογικός", έναν όρο με συγκεκριμένη έννοια στην ιστορία της φιλοσοφίας.
Διά σημαίνει: μεταξύ ή μέσω και λόγο σημαίνει: λέξη ή νόημα, σημασία.
Στα αγγλικά, η ετυμολογική μετάφραση του διαλόγου είναι "ανάμεσα στις λέξεις" ή "μέσω λέξεων". Θα μπορούσε κανείς να το μεταφράσει με τη λέξη "συζήτηση" αλλά και "ροή νοήματος" ή "ροή μέσω νοήματος".
Συνήθως λοιπόν, στην καθημερινή γλώσσα (αλλά και στην ψυχοθεραπεία), ο διάλογος θεωρείται η πρόσωπο με πρόσωπο συζήτηση, η αμοιβαία ανταλλαγή, που χαρακτηρίζεται από συμμετρία και ισότητα: πρόκειται για την συνάντηση του ενός με τον άλλον.
Από όσο γνωρίζουμε, ο πρώτος φιλόσοφος που συνειδητοποίησε τη σημασία του τι συμβαίνει μεταξύ δύο ατόμων που συζητούν, ήταν ο Σωκράτης με τους Διαλόγους του πριν από δυόμισι χιλιάδες χρόνια, όπως μεταφέρονται από τον Πλάτωνα. Εισήγαγε τη συστηματική χρήση του διαλόγου ως ανεξάρτητης φιλολογικής μορφής. Σε όλους αυτούς τους διαλόγους υπάρχει μια σαφής ή μια υπονοούμενη διαφωνία - μπορούμε να την πούμε και ασυμφωνία- και ο στόχος του διαλόγου είναι η λύση της.
Ο χαρακτηριστικός τρόπος του Σωκράτη είναι η διεξοδική εξέταση του συνομιλητή ως προς τις πεποιθήσεις του, μέχρι να φτάσει μέσω του υπαινιγμού στην αντίφαση της υπό συζήτηση πεποίθησης ή υπόθεσης. Με αυτόν τον τρόπο ο συνομιλητής αναγκάζεται να δει το αδιέξοδο της υπόθεσης και εξετάζει άλλες υποθέσεις που επίσης γίνονται αντικείμενο αυστηρού ελέγχου.
Οι περισσότεροι από αυτούς τους διαλόγους δεν καταλήγουν σε μια οριστική λύση, όπως συμβαίνει και στην πραγματική ζωή. Αυτό εξυπηρετεί την αυτογνωσία και την επίγνωση ότι ουσιαστικά δεν ξέρουμε τίποτα, γεγονός που δεν οδηγεί στην παραίτηση, αλλά σε μια ενεργό αναζήτηση σοφίας και εν τέλει στο ευ ζήν, δηλαδή το να ζήσει κανείς μια καλή και αληθινή ζωή.
Η μαιευτική τέχνη του Σωκράτη, η τέχνη της μαίας -παρεμπιπτόντως ήταν και το επάγγελμα της μητέρας του- βασίζεται στην ιδέα ότι η αλήθεια προϋπάρχει στον άνθρωπο και απλώς πρέπει να γεννηθεί, να έρθει στη ζωή. Παρά τη συγγένεια με τις ανθρωπιστικές ιδέες, ο διάλογος εδώ νοείται ως παιδαγωγικό εργαλείο, ένα μέσο διδασκαλίας και εκπαίδευσης. Δεν εκπλήσσει λοιπόν ότι η λογικοθυμική ψυχοθεραπεία (rational emotive) χρησιμοποιεί τους "Σωκρατικούς διαλόγους" ως τεχνική για την αλλαγή των παράλογων πεποιθήσεων.
Ο Σωκράτης μπορεί εύκολα να θεωρηθεί μοντέλο μιας "προκειμένου να" ψυχοθεραπείας.
Buber: Εγώ - Εσύ (I - Thou)
Κάνουμε ένα μεγάλο άλμα στον Buber και την αντίληψη του για το διάλογο, η οποία μπορεί να θεωρηθεί βάση των περισσότερων ανθρωπιστικών ψυχοθεραπειών.
Σύμφωνα με τον Buber, πρέπει πρώτα από όλα να γίνει μια διάκριση μεταξύ διαλόγου και μεταμφιεσμένου σε διάλογο μονολόγου που εξυπηρετεί μόνο την αυτεπιβεβαίωση. Θεωρεί ότι η σπουδαιότητα του διαλόγου δεν βρίσκεται στον έναν και όχι στον άλλον, ούτε και στους δυο μαζί, αλλά στην ανταλλαγή μεταξύ τους. Έτσι, ο διάλογος είναι αυτό που προκύπτει από το διαπροσωπικό στοιχείο.
Η σφαίρα του διαπροσωπικού είναι το να είναι ο ένας αντικριστά με τον άλλον -το ξετύλιγμα του είναι αυτό που αποκαλούμε διάλογο (Buber, 1982).
Από τη μια μεριά, ο διάλογος τηρεί την απόλυτη απόσταση ανάμεσα στο Εσύ και το Εγώ, διατηρώντας έτσι τη μοναδικότητα και των δύο, κι από την άλλη το "διά", το "μεταξύ" υπερβαίνει την απόσταση χωρίς να την καταργεί. Ο διάλογος διατηρεί τη διαφορετικότητα και από την άλλη πλευρά, την υπερβαίνει. Είναι και απόσταση και οικειότητα. Δεν είναι σύνθεση, δεν είναι Εσύ και Εγώ: δεν υπάρχει "και" ανάμεσα τους. Δεν είναι μια σύνθετη ενότητα που απαρτίζεται από μέρη, ως αποτέλεσμα συνεύρεσης.
Σύμφωνα με τον Buber, ο διάλογος είναι μια οντολογική κατηγορία. Επιτιθέμενος στον ψυχολογισμό, λέει ότι το διαλογικό πρέπει να ιδωθεί ως αντίθετο προς το ψυχολογικό. Ο πραγματικός διάλογος δεν είναι μεταβίβαση πληροφοριών, είναι μια σχέση Εγώ-Εσύ που οδηγεί σε ένα κοινό "μεταξύ", είναι συμμετοχή στην ύπαρξη του Άλλου, εφικτή μόνο όταν περιλαμβάνει τη μετα-επικοινωνία, δηλαδή την αμοιβαία αντανάκλαση.
Levinas: Εσύ - Εγώ (Thou - I)
Αλλά και η παραπάνω προσέγγιση έχει απορριφθεί και εξελιχθεί περαιτέρω. Ο Emmanuel Levinas τόνισε ότι ο διάλογος δεν είναι απλώς "αμοιβαία κατανόηση", έκφραση αμοιβαίας ενσυναίσθησης. Σχολίασε ότι ο Buber παγιδεύτηκε στην κυκλικότητα, στον κλειστό κύκλο του Εγώ-Εσύ. Σύμφωνα με τον Levinas, ο διάλογος είναι ένα βήμα πέρα από τη σκέψη του ενός και του άλλου. Διάλογος δεν είναι η εμπειρία μιας συνάντησης ατόμων που συζητούν μεταξύ τους. Διάλογος δεν είναι το αποτέλεσμα της συνάντησης μεταξύ των ατόμων: διάλογος είναι αυθεντική α-μεσό-τητα (im-media-cy) δεν είναι δια-μεσο-λαβηση.
Είναι ένα αυθεντικό, πρωταρχικό γεγονός, είναι η διαπροσωπική σχέση, "η αυθεντική κοινωνικότητα που παρατηρείται στο διάλογο.
Κατά τον Levinas, ο διάλογος δεν έχει να κάνει με τη συμμετρία, όπως τονίζει ο Buber, αλλά με την ασυμμετρία στη σχέση. "Ακριβώς επειδή το Εσύ είναι εντελώς διαφορετικό από το Εγώ, υπάρχει ο διάλογος μεταξύ των δύο (Levinas, 1989). Άρα, δεν ισχύει ότι όταν δύο άτομα συναντηθούν, προκύπτει διάλογος, αλλά το αντίστροφο: ο διάλογος διαμορφώνει το διαπροσωπικό στοιχείο και έτσι μπορούμε πράγματι να μιλήσουμε για μια σχέση Εσύ-Εγώ.
Το θεμελειώδες Εμείς δεν είναι ένα συμμετρικό Εμείς. Είναι ασυμμετρικό από το φύση του. Ο Άλλος έχει προτεραιότητα. Ο Άλλος, με καλεί, το πρόσωπο του Άλλου απευθύνεται σε μένα, είναι μια πρό-κληση.
Γι αυτόν τον λόγο, ο διάλογος δημιουργεί υπευθυνότητα, αλληλεγγύη και δέσμευση. Το Εσύ επιστρατεύει το Εγώ. Ο Άλλος, με διατάζει να τον υπηρετήσω (Levinas, 1986). Επομένως, η διακονία (δηλαδή υπηρεσία) δεν είναι αποτέλεσμα διαλόγου, είναι η θεμελειώδης ουσία της ανθρώπινης σχέσης.
Διάλογος και η έννοια της αλληλεγγύης
Η διαλογική συζήτηση είναι το να μιλάει κανείς για τον άλλον, υπέρ του άλλου, να παρεμβαίνει υπέρ του. Ετσι η αλληλεγγύη δεν είναι μια δευτερεύουσα κατηγορία που απορρέει από την εμπειρία, αλλά μια βασική ανθρώπινη συνθήκη. Είναι η μεταστροφή από τον μονό-λογο στον διά-λογο, από το σκέφτομαι κάτι σχετικά με τον άλλον, στο απευθύνομαι στον συγκεκριμένο συνάνθρωπο. Σημαίνει να είμαι πρόθυμος και έτοιμος να πω απλώς: "Είμαι εδώ". "Είμαι "για" τον άλλον, όχι απλώς είμαι μαζί του.
Οι καταβολές της ηθικής ανάγονται σε αυτή την ασυμμετρική σχέση. Το Εγώ συγκροτείται από την υπευθυνότητα του/της να ανταποκριθεί στο κάλεσμα του Άλλου". Αυτό, αντιστρέφει πλήρως την καθιερωμένη αλληλουχία ανάμεσα στην αυτο-συνείδηση και τον διάλογο: Η συνάντηση στον διάλογο είναι προϋπόθεση για την αυτο-συνείδηση και την αυτο-πεποίθηση. Διάλογος είναι η έλλειψη αδιαφορίας του Εγώ προς το Εσύ, ή για να το διατυπώσουμε θετικά, είναι η προσοχή, η φροντίδα και η άνευ όρων θετική αποδοχή.
Με άλλα λόγια: ο διάλογος είναι μια έκφραση αγάπης. Ο Levinas, προτιμά να σκέφτεται τη φιλοσοφία ως "σοφία της αγάπης" μάλλον, παρά ως "αγάπη για τη σοφία" (που είναι η ετυμολογική σημασία της ελληνικής λέξης φιλοσοφία).
Συνοψίζοντας: Διάλογος δεν είναι η συνέπεια κάποιας ενόρασης, ούτε κάποιας υποχρεωτικής πράξης. Δεν έχει κάποια συγκεκριμένη λειτουργία, δεν αποσκοπεί σε κάτι.
Ο διάλογος είναι μια πρωταρχική συνθήκη της ανθρώπινης υπόστασης και μέσα σε αυτήν, ένα αυθεντικό φαινόμενο. Έτσι, προκύπτει ότι : το πρόσωπο είναι διάλογος.
Το παραπάνω, δεν είναι απλώς μια εύστοχη διατύπωση, γιατί τοποθετεί την αντίληψη για την ύπαρξη μας μέσα στον κόσμο και με συνανθρώπους μας, σε μια νέα βάση: είμαι στον κόσμο, σημαίνει : είμαι σε διάλογο.
Από διαλογική άποψη, τα πρόσωπα δεν θεωρούνται ότι απλώς και μόνο συνάπτουν σχέσεις, τα πρόσωπα αυτά καθαυτά είναι η σχέση. Τα πρόσωπα, είναι διάλογος.
Η παραπάνω πρόταση είναι πράγματι μια πρόκληση, για την ψυχοθεραπεία ειδικότερα αλλά και γενικά, για τις ανθρώπινες σχέσεις. Υπάρχει άραγε τρόπος να υπερβούμε το απλοϊκό μοντέλο δράσης - αντίδρασης, όπου η πράξη ενός ατόμου έχει επίδραση πάνω σε ένα άλλο άτομο, και έτσι δημιουργείται ένας κύκλος ανάδρασης, που συνεχίζεται με μια πράξη που προκαλεί κάτι άλλο, και πάλι από την αρχή;
Τι παραπάνω όμως μπορεί να γίνει;
Η απάντηση εδώ απαιτεί μια εντελώς νέα αντίληψη της συνεύρεσης: το να αρχίσουμε να σκεφτόμαστε σε ένα διαφορετικό επίπεδο, σε ένα επίπεδο του "Εμείς", όπου μια δεδομένη στιγμή κατά την οποία σχετιζόμαστε και επικοινωνούμε με έναν άλλο άνθρωπο, φροντίζουμε να τον συμπεριλαμβάνουμε, δίνοντας βαρύτητα, όχι μόνο στο Εγώ, αλλά και στο πλαίσιο αναφοράς του άλλου.
Τι σημαίνει διάλογος στην ανθρωπολογία;
Εάν θέλουμε να κατανοήσουμε πραγματικά τη διαλογική αντίληψη, πρέπει να αναφερθούμε στο τι εννοούμε με τον όρο "διαλογικός", έναν όρο με συγκεκριμένη έννοια στην ιστορία της φιλοσοφίας.
Διά σημαίνει: μεταξύ ή μέσω και λόγο σημαίνει: λέξη ή νόημα, σημασία.
Στα αγγλικά, η ετυμολογική μετάφραση του διαλόγου είναι "ανάμεσα στις λέξεις" ή "μέσω λέξεων". Θα μπορούσε κανείς να το μεταφράσει με τη λέξη "συζήτηση" αλλά και "ροή νοήματος" ή "ροή μέσω νοήματος".
Συνήθως λοιπόν, στην καθημερινή γλώσσα (αλλά και στην ψυχοθεραπεία), ο διάλογος θεωρείται η πρόσωπο με πρόσωπο συζήτηση, η αμοιβαία ανταλλαγή, που χαρακτηρίζεται από συμμετρία και ισότητα: πρόκειται για την συνάντηση του ενός με τον άλλον.
Από όσο γνωρίζουμε, ο πρώτος φιλόσοφος που συνειδητοποίησε τη σημασία του τι συμβαίνει μεταξύ δύο ατόμων που συζητούν, ήταν ο Σωκράτης με τους Διαλόγους του πριν από δυόμισι χιλιάδες χρόνια, όπως μεταφέρονται από τον Πλάτωνα. Εισήγαγε τη συστηματική χρήση του διαλόγου ως ανεξάρτητης φιλολογικής μορφής. Σε όλους αυτούς τους διαλόγους υπάρχει μια σαφής ή μια υπονοούμενη διαφωνία - μπορούμε να την πούμε και ασυμφωνία- και ο στόχος του διαλόγου είναι η λύση της.
Ο χαρακτηριστικός τρόπος του Σωκράτη είναι η διεξοδική εξέταση του συνομιλητή ως προς τις πεποιθήσεις του, μέχρι να φτάσει μέσω του υπαινιγμού στην αντίφαση της υπό συζήτηση πεποίθησης ή υπόθεσης. Με αυτόν τον τρόπο ο συνομιλητής αναγκάζεται να δει το αδιέξοδο της υπόθεσης και εξετάζει άλλες υποθέσεις που επίσης γίνονται αντικείμενο αυστηρού ελέγχου.
Οι περισσότεροι από αυτούς τους διαλόγους δεν καταλήγουν σε μια οριστική λύση, όπως συμβαίνει και στην πραγματική ζωή. Αυτό εξυπηρετεί την αυτογνωσία και την επίγνωση ότι ουσιαστικά δεν ξέρουμε τίποτα, γεγονός που δεν οδηγεί στην παραίτηση, αλλά σε μια ενεργό αναζήτηση σοφίας και εν τέλει στο ευ ζήν, δηλαδή το να ζήσει κανείς μια καλή και αληθινή ζωή.
Η μαιευτική τέχνη του Σωκράτη, η τέχνη της μαίας -παρεμπιπτόντως ήταν και το επάγγελμα της μητέρας του- βασίζεται στην ιδέα ότι η αλήθεια προϋπάρχει στον άνθρωπο και απλώς πρέπει να γεννηθεί, να έρθει στη ζωή. Παρά τη συγγένεια με τις ανθρωπιστικές ιδέες, ο διάλογος εδώ νοείται ως παιδαγωγικό εργαλείο, ένα μέσο διδασκαλίας και εκπαίδευσης. Δεν εκπλήσσει λοιπόν ότι η λογικοθυμική ψυχοθεραπεία (rational emotive) χρησιμοποιεί τους "Σωκρατικούς διαλόγους" ως τεχνική για την αλλαγή των παράλογων πεποιθήσεων.
Ο Σωκράτης μπορεί εύκολα να θεωρηθεί μοντέλο μιας "προκειμένου να" ψυχοθεραπείας.
Buber: Εγώ - Εσύ (I - Thou)
Κάνουμε ένα μεγάλο άλμα στον Buber και την αντίληψη του για το διάλογο, η οποία μπορεί να θεωρηθεί βάση των περισσότερων ανθρωπιστικών ψυχοθεραπειών.
Σύμφωνα με τον Buber, πρέπει πρώτα από όλα να γίνει μια διάκριση μεταξύ διαλόγου και μεταμφιεσμένου σε διάλογο μονολόγου που εξυπηρετεί μόνο την αυτεπιβεβαίωση. Θεωρεί ότι η σπουδαιότητα του διαλόγου δεν βρίσκεται στον έναν και όχι στον άλλον, ούτε και στους δυο μαζί, αλλά στην ανταλλαγή μεταξύ τους. Έτσι, ο διάλογος είναι αυτό που προκύπτει από το διαπροσωπικό στοιχείο.
Η σφαίρα του διαπροσωπικού είναι το να είναι ο ένας αντικριστά με τον άλλον -το ξετύλιγμα του είναι αυτό που αποκαλούμε διάλογο (Buber, 1982).
Από τη μια μεριά, ο διάλογος τηρεί την απόλυτη απόσταση ανάμεσα στο Εσύ και το Εγώ, διατηρώντας έτσι τη μοναδικότητα και των δύο, κι από την άλλη το "διά", το "μεταξύ" υπερβαίνει την απόσταση χωρίς να την καταργεί. Ο διάλογος διατηρεί τη διαφορετικότητα και από την άλλη πλευρά, την υπερβαίνει. Είναι και απόσταση και οικειότητα. Δεν είναι σύνθεση, δεν είναι Εσύ και Εγώ: δεν υπάρχει "και" ανάμεσα τους. Δεν είναι μια σύνθετη ενότητα που απαρτίζεται από μέρη, ως αποτέλεσμα συνεύρεσης.
Σύμφωνα με τον Buber, ο διάλογος είναι μια οντολογική κατηγορία. Επιτιθέμενος στον ψυχολογισμό, λέει ότι το διαλογικό πρέπει να ιδωθεί ως αντίθετο προς το ψυχολογικό. Ο πραγματικός διάλογος δεν είναι μεταβίβαση πληροφοριών, είναι μια σχέση Εγώ-Εσύ που οδηγεί σε ένα κοινό "μεταξύ", είναι συμμετοχή στην ύπαρξη του Άλλου, εφικτή μόνο όταν περιλαμβάνει τη μετα-επικοινωνία, δηλαδή την αμοιβαία αντανάκλαση.
Levinas: Εσύ - Εγώ (Thou - I)
Αλλά και η παραπάνω προσέγγιση έχει απορριφθεί και εξελιχθεί περαιτέρω. Ο Emmanuel Levinas τόνισε ότι ο διάλογος δεν είναι απλώς "αμοιβαία κατανόηση", έκφραση αμοιβαίας ενσυναίσθησης. Σχολίασε ότι ο Buber παγιδεύτηκε στην κυκλικότητα, στον κλειστό κύκλο του Εγώ-Εσύ. Σύμφωνα με τον Levinas, ο διάλογος είναι ένα βήμα πέρα από τη σκέψη του ενός και του άλλου. Διάλογος δεν είναι η εμπειρία μιας συνάντησης ατόμων που συζητούν μεταξύ τους. Διάλογος δεν είναι το αποτέλεσμα της συνάντησης μεταξύ των ατόμων: διάλογος είναι αυθεντική α-μεσό-τητα (im-media-cy) δεν είναι δια-μεσο-λαβηση.
Είναι ένα αυθεντικό, πρωταρχικό γεγονός, είναι η διαπροσωπική σχέση, "η αυθεντική κοινωνικότητα που παρατηρείται στο διάλογο.
Κατά τον Levinas, ο διάλογος δεν έχει να κάνει με τη συμμετρία, όπως τονίζει ο Buber, αλλά με την ασυμμετρία στη σχέση. "Ακριβώς επειδή το Εσύ είναι εντελώς διαφορετικό από το Εγώ, υπάρχει ο διάλογος μεταξύ των δύο (Levinas, 1989). Άρα, δεν ισχύει ότι όταν δύο άτομα συναντηθούν, προκύπτει διάλογος, αλλά το αντίστροφο: ο διάλογος διαμορφώνει το διαπροσωπικό στοιχείο και έτσι μπορούμε πράγματι να μιλήσουμε για μια σχέση Εσύ-Εγώ.
Το θεμελειώδες Εμείς δεν είναι ένα συμμετρικό Εμείς. Είναι ασυμμετρικό από το φύση του. Ο Άλλος έχει προτεραιότητα. Ο Άλλος, με καλεί, το πρόσωπο του Άλλου απευθύνεται σε μένα, είναι μια πρό-κληση.
Γι αυτόν τον λόγο, ο διάλογος δημιουργεί υπευθυνότητα, αλληλεγγύη και δέσμευση. Το Εσύ επιστρατεύει το Εγώ. Ο Άλλος, με διατάζει να τον υπηρετήσω (Levinas, 1986). Επομένως, η διακονία (δηλαδή υπηρεσία) δεν είναι αποτέλεσμα διαλόγου, είναι η θεμελειώδης ουσία της ανθρώπινης σχέσης.
Διάλογος και η έννοια της αλληλεγγύης
Η διαλογική συζήτηση είναι το να μιλάει κανείς για τον άλλον, υπέρ του άλλου, να παρεμβαίνει υπέρ του. Ετσι η αλληλεγγύη δεν είναι μια δευτερεύουσα κατηγορία που απορρέει από την εμπειρία, αλλά μια βασική ανθρώπινη συνθήκη. Είναι η μεταστροφή από τον μονό-λογο στον διά-λογο, από το σκέφτομαι κάτι σχετικά με τον άλλον, στο απευθύνομαι στον συγκεκριμένο συνάνθρωπο. Σημαίνει να είμαι πρόθυμος και έτοιμος να πω απλώς: "Είμαι εδώ". "Είμαι "για" τον άλλον, όχι απλώς είμαι μαζί του.
Οι καταβολές της ηθικής ανάγονται σε αυτή την ασυμμετρική σχέση. Το Εγώ συγκροτείται από την υπευθυνότητα του/της να ανταποκριθεί στο κάλεσμα του Άλλου". Αυτό, αντιστρέφει πλήρως την καθιερωμένη αλληλουχία ανάμεσα στην αυτο-συνείδηση και τον διάλογο: Η συνάντηση στον διάλογο είναι προϋπόθεση για την αυτο-συνείδηση και την αυτο-πεποίθηση. Διάλογος είναι η έλλειψη αδιαφορίας του Εγώ προς το Εσύ, ή για να το διατυπώσουμε θετικά, είναι η προσοχή, η φροντίδα και η άνευ όρων θετική αποδοχή.
Με άλλα λόγια: ο διάλογος είναι μια έκφραση αγάπης. Ο Levinas, προτιμά να σκέφτεται τη φιλοσοφία ως "σοφία της αγάπης" μάλλον, παρά ως "αγάπη για τη σοφία" (που είναι η ετυμολογική σημασία της ελληνικής λέξης φιλοσοφία).
Συνοψίζοντας: Διάλογος δεν είναι η συνέπεια κάποιας ενόρασης, ούτε κάποιας υποχρεωτικής πράξης. Δεν έχει κάποια συγκεκριμένη λειτουργία, δεν αποσκοπεί σε κάτι.
Ο διάλογος είναι μια πρωταρχική συνθήκη της ανθρώπινης υπόστασης και μέσα σε αυτήν, ένα αυθεντικό φαινόμενο. Έτσι, προκύπτει ότι : το πρόσωπο είναι διάλογος.
Το παραπάνω, δεν είναι απλώς μια εύστοχη διατύπωση, γιατί τοποθετεί την αντίληψη για την ύπαρξη μας μέσα στον κόσμο και με συνανθρώπους μας, σε μια νέα βάση: είμαι στον κόσμο, σημαίνει : είμαι σε διάλογο.
Από διαλογική άποψη, τα πρόσωπα δεν θεωρούνται ότι απλώς και μόνο συνάπτουν σχέσεις, τα πρόσωπα αυτά καθαυτά είναι η σχέση. Τα πρόσωπα, είναι διάλογος.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις
(
Atom
)


_-_Google_Art_Project.jpg)




_-_n._0034a_ebay.jpg)





