Τρίτη 28 Δεκεμβρίου 2021

ΟΜΗΡΟΣ: Ἰλιάς (10.1-10.71)

Ραψωδία Κ' - Δολώνεια


Ἄλλοι μὲν παρὰ νηυσὶν ἀριστῆες Παναχαιῶν
εὗδον παννύχιοι, μαλακῷ δεδμημένοι ὕπνῳ·
ἀλλ᾽ οὐκ Ἀτρεΐδην Ἀγαμέμνονα, ποιμένα λαῶν,
ὕπνος ἔχε γλυκερὸς πολλὰ φρεσὶν ὁρμαίνοντα.
ὡς δ᾽ ὅτ᾽ ἂν ἀστράπτῃ πόσις Ἥρης ἠϋκόμοιο, 5
τεύχων ἢ πολὺν ὄμβρον ἀθέσφατον ἠὲ χάλαζαν
ἢ νιφετόν, ὅτε πέρ τε χιὼν ἐπάλυνεν ἀρούρας,
ἠέ ποθι πτολέμοιο μέγα στόμα πευκεδανοῖο,
ὣς πυκίν᾽ ἐν στήθεσσιν ἀνεστενάχιζ᾽ Ἀγαμέμνων
νειόθεν ἐκ κραδίης, τρομέοντο δέ οἱ φρένες ἐντός. 10
ἤτοι ὅτ᾽ ἐς πεδίον τὸ Τρωϊκὸν ἀθρήσειε,
θαύμαζεν πυρὰ πολλά, τὰ καίετο Ἰλιόθι πρό,
αὐλῶν συρίγγων τ᾽ ἐνοπὴν ὅμαδόν τ᾽ ἀνθρώπων.
αὐτὰρ ὅτ᾽ ἐς νῆάς τε ἴδοι καὶ λαὸν Ἀχαιῶν,
πολλὰς ἐκ κεφαλῆς προθελύμνους ἕλκετο χαίτας 15
ὑψόθ᾽ ἐόντι Διί, μέγα δ᾽ ἔστενε κυδάλιμον κῆρ.
ἥδε δέ οἱ κατὰ θυμὸν ἀρίστη φαίνετο βουλή,
Νέστορ᾽ ἔπι πρῶτον Νηλήϊον ἐλθέμεν ἀνδρῶν,
εἴ τινά οἱ σὺν μῆτιν ἀμύμονα τεκτήναιτο,
ἥ τις ἀλεξίκακος πᾶσιν Δαναοῖσι γένοιτο. 20
ὀρθωθεὶς δ᾽ ἔνδυνε περὶ στήθεσσι χιτῶνα,
ποσσὶ δ᾽ ὑπὸ λιπαροῖσιν ἐδήσατο καλὰ πέδιλα,
ἀμφὶ δ᾽ ἔπειτα δαφοινὸν ἑέσσατο δέρμα λέοντος
αἴθωνος μεγάλοιο ποδηνεκές, εἵλετο δ᾽ ἔγχος.
Ὣς δ᾽ αὔτως Μενέλαον ἔχε τρόμος —οὐδὲ γὰρ αὐτῷ 25
ὕπνος ἐπὶ βλεφάροισιν ἐφίζανε— μή τι πάθοιεν
Ἀργεῖοι, τοὶ δὴ ἕθεν εἵνεκα πουλὺν ἐφ᾽ ὑγρὴν
ἤλυθον ἐς Τροίην πόλεμον θρασὺν ὁρμαίνοντες.
παρδαλέῃ μὲν πρῶτα μετάφρενον εὐρὺ κάλυψε
ποικίλῃ, αὐτὰρ ἐπὶ στεφάνην κεφαλῆφιν ἀείρας 30
θήκατο χαλκείην, δόρυ δ᾽ εἵλετο χειρὶ παχείῃ.
βῆ δ᾽ ἴμεν ἀνστήσων ὃν ἀδελφεόν, ὃς μέγα πάντων
Ἀργείων ἤνασσε, θεὸς δ᾽ ὣς τίετο δήμῳ.
τὸν δ᾽ εὗρ᾽ ἀμφ᾽ ὤμοισι τιθήμενον ἔντεα καλὰ
νηῒ πάρα πρύμνῃ· τῷ δ᾽ ἀσπάσιος γένετ᾽ ἐλθών. 35
τὸν πρότερος προσέειπε βοὴν ἀγαθὸς Μενέλαος·
«τίφθ᾽ οὕτως, ἠθεῖε, κορύσσεαι; ἦ τιν᾽ ἑταίρων
ὀτρυνέεις Τρώεσσιν ἐπίσκοπον; ἀλλὰ μάλ᾽ αἰνῶς
δείδω μὴ οὔ τίς τοι ὑπόσχηται τόδε ἔργον,
ἄνδρας δυσμενέας σκοπιαζέμεν οἶος ἐπελθὼν 40
νύκτα δι᾽ ἀμβροσίην· μάλα τις θρασυκάρδιος ἔσται.»
Τὸν δ᾽ ἀπαμειβόμενος προσέφη κρείων Ἀγαμέμνων·
«χρεὼ βουλῆς ἐμὲ καὶ σε, διοτρεφὲς ὦ Μενέλαε,
κερδαλέης, ἥ τίς κεν ἐρύσσεται ἠδὲ σαώσει
Ἀργείους καὶ νῆας, ἐπεὶ Διὸς ἐτράπετο φρήν. 45
Ἑκτορέοις ἄρα μᾶλλον ἐπὶ φρένα θῆχ᾽ ἱεροῖσιν·
οὐ γάρ πω ἰδόμην, οὐδ᾽ ἔκλυον αὐδήσαντος,
ἄνδρ᾽ ἕνα τοσσάδε μέρμερ᾽ ἐπ᾽ ἤματι μητίσασθαι,
ὅσσ᾽ Ἕκτωρ ἔρρεξε Διῒ φίλος υἷας Ἀχαιῶν,
αὔτως, οὔτε θεᾶς υἱὸς φίλος οὔτε θεοῖο. 50
ἔργα δ᾽ ἔρεξ᾽ ὅσα φημὶ μελησέμεν Ἀργείοισι
δηθά τε καὶ δολιχόν· τόσα γὰρ κακὰ μήσατ᾽ Ἀχαιούς.
ἀλλ᾽ ἴθι νῦν Αἴαντα καὶ Ἰδομενῆα κάλεσσον
ῥίμφα θέων παρὰ νῆας· ἐγὼ δ᾽ ἐπὶ Νέστορα δῖον
εἶμι, καὶ ὀτρυνέω ἀνστήμεναι, αἴ κ᾽ ἐθέλῃσιν 55
ἐλθεῖν ἐς φυλάκων ἱερὸν τέλος ἠδ᾽ ἐπιτεῖλαι.
κείνῳ γάρ κε μάλιστα πιθοίατο· τοῖο γὰρ υἱὸς
σημαίνει φυλάκεσσι, καὶ Ἰδομενῆος ὀπάων
Μηριόνης· τοῖσιν γὰρ ἐπετράπομέν γε μάλιστα.»
Τὸν δ᾽ ἠμείβετ᾽ ἔπειτα βοὴν ἀγαθὸς Μενέλαος· 60
«πῶς γάρ μοι μύθῳ ἐπιτέλλεαι ἠδὲ κελεύεις;
αὖθι μένω μετὰ τοῖσι, δεδεγμένος εἰς ὅ κεν ἔλθῃς,
ἦε θέω μετὰ σ᾽ αὖτις, ἐπὴν εὖ τοῖς ἐπιτείλω;»
Τὸν δ᾽ αὖτε προσέειπεν ἄναξ ἀνδρῶν Ἀγαμέμνων·
«αὖθι μένειν, μή πως ἀβροτάξομεν ἀλλήλοιιν 65
ἐρχομένω· πολλαὶ γὰρ ἀνὰ στρατόν εἰσι κέλευθοι.
φθέγγεο δ᾽ ᾗ κεν ἴῃσθα, καὶ ἐγρήγορθαι ἄνωχθι,
πατρόθεν ἐκ γενεῆς ὀνομάζων ἄνδρα ἕκαστον,
πάντας κυδαίνων· μηδὲ μεγαλίζεο θυμῷ,
ἀλλὰ καὶ αὐτοί περ πονεώμεθα· ὧδέ που ἄμμι 70
Ζεὺς ἐπὶ γιγνομένοισιν ἵει κακότητα βαρεῖαν.»

***
Οι πρώτοι των Παναχαιών ολόνυκτα κοιμούνταν
όλοι σιμά στα πλοία τους, αλλά του Ατρείδη μόνον,
του αρχηγού, δεν έπιανε τα μέλη ο γλυκός ύπνος,
ότι πολλούς διαλογισμούς ανακινούσε ο νους του,
5 και ως συχναστράφτει ο σύζυγος της λαμπροκόμης Ήρας
κι είτε χαλάζι προμηνά ή μέγα νεροπόντι
ή χιόνι που όλους τους αγρούς κατάλευκο σκεπάζει
ή και τον μέγαν λάρυγγα του φθαρτικού πολέμου,
ομοίως συχνοεστέναζεν απ᾽ της ψυχής τα βάθη
10 ο Αγαμέμνων, και σφοδρώς τ᾽ ελάκτιζε η καρδία.
Και στην πεδιάδα ότ᾽ έστρεφε τα μάτια προς την Τροίαν
με πλήξιν τα πολλά πυρά θωρούσε και τον ήχον
συρίγγων άκουε και αυλών και χλαλοήν ανθρώπων·
και ότ᾽ έστρεφε στων Αχαιών τα πλήθη και στα πλοία,
15 της κεφαλής ξερίζωνε τες τρίχες προς τον Δία
επάνω κι η ανδράγαθη ψυχή του αδημονούσε.
Και τούτη συμφερότερη τότε του εφάνη γνώμη,
στον Νηλιάδη Νέστορα πρώτον να υπάγει απ᾽ όλους,
ίσως ωραίον σοφισθεί τρόπον μαζί του ο γέρος
20 όλους από τον όλεθρον τους Δαναούς να σώσει.
Σηκώθη, περιέβαλε το στήθος με χιτώνα,
στα λαμπρά πόδια πέδιλα επρόσδεσεν ωραία,
δέρμα μεγάλου λέοντος εφόρεσε στους ώμους
ξανθό μακρύ κι εφούκτωσε το δυνατό κοντάρι.
25 Ομοίως και ο Μενέλαος —ουδέ στα βλέφαρά του
εκάθιζ᾽ ύπνος— τρόμαζε μη πάθουν οι Αργείοι,
που εξ αφορμής του απέραντα πελάγ᾽ είχαν περάσει
και πόλεμον απότολμον εκίνησαν στην Τροίαν.
Στους πλατείς ώμους φόρεσε δέρμα στικτό της πάρδου,
30 χάλκινο κράνος έβαλε στην κεφαλήν κι επήρε
την λόγχην εις το χέρι του κι επήγε να σηκώσει
τον αδελφόν του, κι ήτο αυτός των βασιλέων πρώτος
εις τους Αργείους, και ως θεόν τον ετιμούσαν όλοι.
Τον ήβρε μ᾽ άρματα λαμπρά το σώμα του να ζώνει
35 σιμά στην πρύμνην· και χαράν επήρε, άμα τον είδε
να φθάσει· και ο Μενέλαος σ᾽ εκείνον πρώτος είπε:
«Σεπτέ μου, τι αρματώνεσαι; Μη τάχα των συντρόφων
να στείλεις κάποιον βούλεσαι κατάσκοπον στους Τρώας;
Πολύ φοβούμαι μη κανείς δεν ευρεθεί να θέλει
40 μες στους εχθρούς κατάσκοπος νύκτα να υπάγει μόνος·
θα ᾽χει τωόντι ατρόμητην ψυχήν όποιος το κάμει».
Και προς αυτόν απάντησεν ο μέγας Αγαμέμνων:
«Εγώ και συ Μενέλαε, πολλήν έχομε ανάγκην
βουλής ορθής, τους Αχαιούς να σώσει και τα πλοία,
45 αφού τώρ᾽ άλλαξεν ο Ζευς την γνώμην του και ο νους του
προσέχει προθυμότερον στου Έκτορος τα δώρα.
Ότι δεν είδα εγώ ποτέ, μήτ᾽ άκουσ᾽ άνδρας ένας
εις μίαν ημέραν συμφορές τόσες να εργάσθη όσες
ο Έκτωρ ο διίφιλος εργάσθ᾽ εις τους Αργείους,
50 ενώ θεάς ούτε θεού γόνος αυτός δεν είναι·
τόσα τους έκαμε κακά, που θα περάσουν χρόνοι
πριν τ᾽ αστοχήσουν οι Αχαιοί. Και τώρα συ στα πλοία
δράμε να εβρείς τον Αίαντα και τον Ιδομενέα,
προσκάλεσέ τους ενώ εγώ τον Νέστορα τον θείον
55 θενά σηκώσω να ᾽λθει αυτός, αν θέλει, στων φυλάκων
το θείον τάγμα προσταγές να δώσει· και στον γέρον
πρόθυμ᾽ αυτοί θα υπάκουαν, διότι τον υιόν του
και τον Μηριόνην, σύντροφον του Ιδομενέως, πρώτους
εμείς διορίσαμε αρχηγούς της νυκτοφυλακής μας».
60 Και ο δυνατός Μενέλαος σ᾽ εκείνον αποκρίθη:
«Λέγε μου τώρα καθαρά και πρόσταζε τι θέλεις·
αυτού μ᾽ εκείνους θα σταθώ να περιμείνω, ως να ᾽λθεις,
ή άμα ειπώ τον λόγον σου θα τρέξω ευθύς να σ᾽ έβρω;»
Και ο Αγαμέμνων προς αυτόν, «αυτού να μείνεις» είπε,
65 «μη τύχει εγώ να σε ζητώ, συ να ζητάς εμένα
στους πολλούς δρόμους του στρατού· και όπου θα πας ειπέ τους
όλοι να μείνουν άγρυπνοι, και κάλεσε καθέναν
με του πατρός του τ᾽ όνομα και με την γενεάν του,
τιμώντας όλους· κι έπαρσιν μην έχεις μεγαλείου·
70 ας κοπιάζομε κι εμείς, ως απ᾽ την γέννησίν μας
σκληρήν μας εδιόρισεν ο Ζευς ταλαιπωρίαν! »

Τα "ειδικά" παιδιά

Κι όμως... Παρ' όλες τις εφευρέσεις, την ανάπτυξη, τους ορισμούς και τις διαγνώσεις, δεν τα γνωρίζουμε.

Είναι γεγονός ότι ο νους αυτών των παιδιών λειτούργει διαφορετικά. Αλλά, διαφορετικά από τι;

Όλα όσα μπορούν κι αντιλαμβάνονται, παραμένουν κρυμμένα από το φαίνεσθαι. Και είναι πολλά αυτά που θα μπορούσαν να προσφέρουν.

Καμία επιστήμη η σύστημα δεν το γνωρίζει ακόμα. Καμία "ειδική" εκπαίδευση ή σχολείο δεν τα βοηθάει ουσιαστικά!

Μπορούν να διεισδύσουν τόσο βαθιά στην αλήθεια της στιγμής, που ούτε οι κοντινοί τους άνθρωποι δεν καταφέρνουν να κατανοήσουν, έχοντας εκπαιδευτεί να βλέπουν τα παιδιά τους με "συμπονετική" μόνο μάτια.

Μπορούν να ερμηνεύσουν την πραγματικότητα πολύ αληθινά αλλά καθόλου βολικά για εμάς τους υπόλοιπους.

Το "απλανές" τους βλέμμα συνδέεται εύκολα με κόσμους πέραν του επιφανειακού υπαρκτού. Οι πληροφορίες που φέρουν μαζί τους δεν ανταποκρίνονται στην γραμμική μας, ορθολογιστική οργάνωση της "τάξης".

Το γεγονός, "δεν τα ξέρουμε" παραμένει. Το "δεν εκτιμάμε" την πρόσφορα τους είναι απλά ένα τραγικό επακόλουθο, με πολλαπλές συνέπιες

Είναι πολλά τα "ειδικά παιδιά"... πολύ περισσότερα απ' ό,τι η ασφάλεια της υποτιθέμενης γνώσης μας επιτρέπει να αναγνωρίζουμε.

Το αληθινό σοκ θα ήταν να καταλήγαμε στη συνειδητοποίηση ότι μπορούμε να τα βρούμε μέσα μας, ως ανάλογες λειτουργίες που δεν αναγνωρίζουμε...

Νεράιδες και Αλήθειες

Περί αναγκαίας «πεζότητας» πρώτα...

Όλοι οι νόμοι βασίζονται στα χρηματο-οικονομικά συμφέροντα, ενώ νομίζουμε ότι δημιουργήθηκαν και αντιπροσωπεύουν την ηθική. Μα και η ηθική, αν το πάρουμε από αυτήν την πλευρά, βασίζεται στο εγωικό συμφέρον που είναι ποσοτικό στην ποιότητά του.

Τι μπορώ να κερδίσω;

Τι μπορώ να εξασφαλίσω, να διαφυλάξω;

Πόσα μπορώ να κατακτήσω με το λιγότερο δυνατόν κόπο/ξόδεμα, στο λιγότερο χρόνο;

Τι χρειάζομαι για να είμαι καλυμμένος ακόμα κι αν χάσω/αποτύχω;

Πώς μπορώ να εκδικηθώ, να τιμωρήσω, να επανακτήσω;

Ναι, ξέρω, ΕΜΕΙΣ ΔΕΝ κάνουμε τέτοιες σκέψεις... άλλοι τις κάνουν!

Όμως... πρέπει λοιπόν να υπακούμε τους νόμους που φτιάξαμε, βάση αυτής της αρχέγονης νοοτροπίας και του τρόπου σκέψης, που στα θεμέλιά του ελάχιστα ή καθόλου δεν έχει αλλάξει ανά τους αιώνες; Μα φυσικά, αφού ο ατομικός τρόπος σκέψης, υπόκειται και ανήκει στο ίδιο αυτό μοτίβο που αυτό-συντηρείται, αυτό-επεκτείνεται, αυτό-εδραιώνεται κάθε στιγμή, με κάθε σκέψη, με κάθε δράση, με κάθε πρόθεση, με τρόπους που δεν αντιλαμβανόμαστε. Χωρίς τη συμμετοχή, τη στήριξη και τη συνεχιζόμενη δέσμευσή μας, θα κατέρρεε, όχι μελλοντικά και αόριστα, αλλά ολοσχερώς και ακαριαία. Αδύνατον!

Είναι δύσκολο θέμα, γιατί οι μεγαλύτερες αλήθειες είναι πάντα αυτές που βρίσκονται ακριβώς μπροστά μας, φανερά, εκεί ακριβώς που δεν τις βλέπουμε… δεν υπάρχει πιθανότητα να κοιτάξουμε... όσο κι αν το θέλουμε ή προσπαθούμε. Γιατί;

Φαντάσου ότι είναι σα να έχεις φορέσει μόνιμα γυαλιά, που δεν ξέρεις καν ότι τα φοράς. Το έχεις ξεχάσει γιατί τα φοράς όλη σου τη ζωή. Σου επιτρέπουν να δεις μόνο μακριά, γραμμικά, επιφανειακά και αποσπασματικά, κι όμως, έμαθες να εμπιστεύεσαι απόλυτα τα «μάτια» σου (τον τρόπο σκέψης σου δηλαδή). Έτσι, ό,τι κι αν διαβάζεις, ακούς, όσο κι αν ενημερώνεσαι, αλλάζεις, μορφώνεσαι, γίνονται όλα μέσα από αυτό το αόρατο φίλτρο που σ’ εμποδίζει να δεις καθαρά. Είναι ένα πανέξυπνο, αυτό-συντηρούμενο σύστημα σκέψης και δράσης (=αντίληψης), που ονομάζουμε «πραγματικότητα».

Το φτιάξαμε μόνοι μας! Μην πιστεύεις σε θεωρίες συνομωσίας και επισκέψεις «θεών» που «πείραξαν το DNA μας». Τα θεμέλια του προγραμματισμού είναι εσωτερικά, αυτόβουλα και δεν αποκαλύπτονται ποτέ… εκτός εάν… Εκτός αν καταφέρουμε να αντιληφθούμε ότι πράγματι φοράμε γυαλιά και θελήσουμε να τα βγάλουμε. Εύκολο να το λες... άλλωστε, είμαι σίγουρη πως δεν είναι η πρώτη φορά που το βλέπεις αυτό γραμμένο.

Αλλά και πάλι… ΚΑΙ η φαντασία ανήκει – όπως έχουμε μάθει – στη σφαίρα του αδύνατου, του ψεύτικου, του εξωπραγματικού, του μη ρεαλιστικού. Είναι μόνο για τα μικρά παιδιά… τους το επιτρέπουμε…κάπως!

Και έχουμε τόσα «πραγματικά προβλήματα»… Να, πρέπει να τρέξεις να προλάβεις τα καταστήματα την τράπεζα ανοιχτά (σώματα υποστηρικτικά της «ασφάλειάς» σου), πρέπει να πάρεις τηλέφωνο τη γυναίκα σου με την οποία τσακώθηκες χθες, έχεις αργήσει για το φροντιστήριο του παιδιού, πρέπει σε λίγο να είσαι στη δουλειά, ξέχασες να βγάλεις τα σκουπίδια... και τι θα κάνεις με εκείνο το καθυστερημένο δάνειο ή την οικοδομή που περιμένει να επιδοτήσεις; Πρέπει να τελειώσεις τις σπουδές σου, να πας για καφέ, να βρεις δουλειά, να, να, να...;

Τις προάλλες, καθώς οδηγούσα, κολλημένος (σπάνια πια) στην κίνηση, ακούω την κόρη μου από το πίσω κάθισμα:

- Μαμά, ξέρεις πώς γεννιούνται οι νεράιδες;

- Όχι, δεν ξέρω, εσύ ξέρεις;

- Ναι βέβαια!

- Για πες μου…

- Κάθε φορά που γεννιέται ένα παιδί και αυτό χαμογελάει για πρώτη φορά, γεννιέται μια νεράιδα!

Νεράιδες και Αλήθειες λοιπόν… έχουμε να πούμε πολλά και για τα δυο…! Γιατί ό,τι ανήκει στη σφαίρα της φαντασίας, ξαφνικά ανατρέπεται όταν βγάζεις τα γυαλιά που ήταν πάντα τόσο οικεία...

Σάμουελ Μπέκετ: Σιγά σιγά συνηθίζω τα πάντα.

–Ιδού ο άνθρωπος, κύριε! Φορτώνει στα παπούτσια του το φταίξιμο των ποδιών του.

–Ο κόσμος είναι μαλάκας. Σηκώνεται με κόπο, πάει κουτσαίνοντας μέχρι την άκρη αριστερά, στέκεται, κοιτάζει πέρα σκιάζοντας τα μάτια με το χέρι του, κάνει μεταβολή, πηγαίνει ως την άκρη δεξιά, κοιτάζει πέρα.

-Όποιος αντέχει τα πολλά, αντέχει και τα λίγα.

–Σιγά σιγά συνηθίζω τα πάντα.

–Όσο περισσότερους ανθρώπους γνωρίζω τόσο ευτυχέστερος γίνομαι. Και το πιο τρισάθλιο ανθρωπάκι σε κάνει λιγάκι σοφότερο, λιγάκι πλουσιότερο, σε κάνει να συναισθανθείς πιο πολύ την ευτυχία σου.

-Πρίν από λίγο με λέγανε κύριο και τρέμανε. Τώρα μου αρχίσατε τις ερωτήσεις. Δε θα τελειώσει καλά αυτή η ιστορία!

-Η ποσότητα των δακρύων αυτού του κόσμου είναι αμετάβλητη. Για καθέναν που αρχίζει να κλαίει, κάπου κάποιος άλλος σταματάει. Το ίδιο γίνεται και με το γέλιο.

-Δεν μπορεί να χορέψει πρώτα και μετά να σκεφτεί;/Γίνεται;/Μα βέβαια, τίποτα πιο εύκολο. Αυτό είναι άλλωστε και η φυσική σειρά.

–Μη μ΄ αγγίζεις! Μη με ρωτάς! Μη μου μιλάς! Μείνε κοντά μου!

-Μπορεί και να μην έκανες. Αλλά αυτό που μετράει είναι ο τρόπος, ο τρόπος που το κάνεις, αν θες να σώσεις το τομάρι σου.

-Όλη την πουτάνα την ζωή μου την πέρασα χωμένος μες στον βούρκο! Και συ θέλεις να βλέπω παραλλαγές στο τοπίο;

–Ας κάνουμε κάτι γρήγορα, τώρα που μας προσφέρεται μια τέτοια ευκαιρία! Δεν μας τυχαίνει κάθε μέρα να μας χρειάζονται.

–Η τίγρη δεν κάθεται ποτέ να σκεφτεί, ή τρέχει να βοηθήσει τους ομοίους της, ή χώνεται, στην πλησιέστερη λόχμη.

-Το βέβαιο είναι πως οι ώρες είναι ατελείωτες, κάτω απ΄ αυτές τις συνθήκες και είμαστε αναγκασμένοι να τις σκοτώνουμε με διάφορα καμώματα που, πως να το πω, που μπορεί εκ πρώτης όψεως να μοιάζουν λογικά, μέχρι που μας γίνονται συνήθεια.

-Τί κάνετε όταν πέφτετε και δεν υπάρχει κανείς να σας σηκώσει; Περιμένουμε μέχρι να μπορέσουμε να σηκωθούμε μόνοι μας. Και μετά συνεχίζουμε. Μπρος!

–Θα πάψετε επιτέλους να με βασανίζετε με τον καταραμένο το χρόνο σας! Είναι απάνθρωπο! Πότε! Πότε! Μια μέρα! Δε σας φτάνει αυτό; Μια μέρα σαν τις άλλες, μια μέρα μουγγάθηκε, μια μέρα τυφλώθηκα, μια μέρα θα κουφαθούμε, μια μέρα γεννηθήκαμε, μια μέρα θα πεθάνουμε, την ίδια μέρα, την ίδια ώρα, την ίδια στιγμή, δε σας φτάνει αυτό; (Πιο ήρεμα) Ξεγεννάει καβάλα σ΄ ένα τάφο, αστράφτει το φως μια στιγμή, κι ύστερα πάλι σκοτάδι.

-Μήπως κοιμόμουνα, όταν οι άλλοι υπόφεραν; Μήπως κοιμάμαι τώρα; Αύριο άμα ξυπνήσω ή θα νομίζω πως ξύπνησα, τι θα πω για τούτη τη μέρα; Ότι εγώ κι ο φίλος μου ο Εστραγκόν καθόμασταν σε τούτο το μέρος μέχρι να νυχτώσει, και περιμέναμε τον Γκοντό;

–Στον πάτο του λάκκου, με το πάσο του ο νεκροθάφτης βάζει μπρος τον εμβρυουλκό. Έχουμε καιρό να γεράσουμε. Ο αέρας αντιλαλεί τις κραυγές μας. (Αφουγκράζεται) Αλλά η συνήθεια είναι σπουδαίος σιγαστήρας. (Ξανακοιτάζει τον Εστραγκόν.) Και μένα με κοιτάζει κάποια τώρα, και για μένα υπάρχει κάποια που λέει, κοιμάται, και δεν ξέρει τίποτα, ασ΄ τον να κοιμηθεί.

Σάμουελ Μπέκετ, Περιμένοντας τον Γκοντό

Ποτέ δεν πρόκειται να το ξεπεράσω αυτό

Όταν βιώνουμε μια δυσάρεστη ή αρκετά πονετική κατάσταση πιστεύουμε πως ποτέ δεν πρόκειται να νιώσουμε καλά, ποτέ δεν πρόκειται να ξαναχαμογελάσουμε, να ηρεμήσουμε, να χαρούμε και να κάνουμε όνειρα...

Ανατρέχοντας στο παρελθόν μπορούμε να σκεφτούμε κάποιες καταστάσεις, όπως έχουν αποτυπωθεί στη μνήμη μας, που θα θέλαμε να διαγράψουμε για πάντα και να απαλλαγούμε από αυτές...

Μπορεί ακόμη και τώρα να μας επηρεάζουν, να μας κάνουν να πονάμε, να νιώθουμε μια βαθιά θλίψη και να σκεφτόμαστε ότι πάντα έτσι θα είμαστε...

Όμως, αν συγκρίνουμε πώς ήμασταν τότε που το βιώσαμε και πως είμαστε τώρα, μπορούμε να δούμε τα βήματα που έχουμε κάνει.

Επομένως, την επόμενη φορά που θα σκεφτούμε ότι ποτέ δεν πρόκειται να το ξεπεράσουμε αυτό... θα πρέπει να σκεφτούμε και τις άλλες φορές που ζήσαμε κάτι ανάλογο.

Όσο και να μην μπορούμε να ξεπεράσουμε κάποια πράγματα, με το πέρασμα του χρόνου και την επεξεργασία των σκέψεων και των συναισθημάτων μας, μπορούμε να νιώσουμε σταδιακά καλύτερα, να απαλλαγούμε λίγο από το έντονο αρνητικό συγκινησιακό φορτίο, να μειώσουμε τον ψυχικό μας πόνο και να μπορέσουμε να δούμε και πάλι το μέλλον με αισιοδοξία...

Αφήνοντας λίγο στην άκρη την απογοητευτική σκέψη «ποτέ δεν πρόκειται να το ξεπεράσω αυτό...», ας εστιάσουμε στο παρόν και ας δούμε πώς νιώθουμε.

Όταν βιώνουμε κάτι αρνητικό, όταν μας συμβεί κάτι δυσάρεστο είναι λογικό να νιώθουμε άδειοι, αποσυνδεδεμένοι από το παρόν και από τη ζωή, ανίκανοι να εμπιστευτούμε οποιονδήποτε και οτιδήποτε γύρω μας...

Όταν συμβεί κάτι αρνητικό, μπορεί να νιώσουμε πόνο και ανασφάλεια, που θεωρούμε ότι ποτέ δεν θα ξεπεράσουμε, όμως, από εμάς εξαρτάται να γίνουμε και πάλι καλά.

Όταν κάτι μας συμβεί είναι λογικό να νιώσουμε απροετοίμαστοι, ανέτοιμοι, αδύναμοι και ανίκανοι να το αντιμετωπίσουμε.

Νιώθουμε μια τάση για παραίτηση, νιώθουμε χαμένοι μέσα στον πόνο και η απόγνωση μας κατακλύζει.

Γενικεύουμε αυτό που μας συνέβη και σκεφτόμαστε ότι πάντα μόνο αρνητικά γεγονότα μας τυχαίνουν. Κι αυτό μας κάνει να πονάμε ακόμη περισσότερο...

Η σκέψη «ποτέ δεν πρόκειται να το ξεπεράσω αυτό...» θα πρέπει σταδιακά να μετατραπεί σε μια πιο θετική και λειτουργική σκέψη: «ας κρατήσω αυτά που έμαθα από αυτό που έζησα και ας γίνω πιο δυνατός στη ζωή».

Μπορούμε να τα καταφέρουμε, αρκεί να δούμε με μια πιο λογική ματιά τα συναισθήματα που μας προκάλεσε η δυσάρεστη κατάσταση που έχουμε βιώσει...

Ας μην ξεχνάμε ότι όλα μπορούν να λειτουργήσουν ως ένα μάθημα που μας βοηθάει να προχωρήσουμε, να δούμε άγνωστες πτυχές του εαυτού μας, να μάθουμε να διαχειριζόμαστε καλύτερα τα συναισθήματά μας και να καταφέρουμε να είμαστε πιο προετοιμασμένοι για τις νέες προκλήσεις της ζωής.

Ίσως, ποτέ δεν θα είμαστε επαρκώς προετοιμασμένοι, όμως, μπορούμε να ωριμάσουμε μέσα από όλα όσα δύσκολα μπορέσαμε να ξεπεράσουμε ή από όλα ακόμη και τώρα προσπαθούμε να ξεπεράσουμε και συχνά απογοητευόμαστε και ψιθυριστά λέμε στον εαυτό μας «ποτέ δεν πρόκειται να το ξεπεράσω αυτό...».

Νίτσε: Είμαστε όλοι ηφαίστεια που περιμένουν την ώρα της έκρηξής τους

Οι εκρήξεις μας.

-Αναρίθμητα πράγματα που ιδιοποιήθηκε σε προγενέστερα στάδια η ανθρωπότητα, αλλά με μορφή τόσο αδύναμη και εμβρυακή που κανένας δεν μπόρεσε να αντιληφθεί την ιδιοποίηση αυτή, έρχονται ξαφνικά στο φως πολύ αργότερα, ίσως αιώνες αργότερα- στο μεταξύ έχουν γίνει δυνατά κι έχουν ωριμάσει.

Ορισμένες εποχές, όπως και ορισμένοι άνθρωποι, μοιάζουν να μην έχουν καθόλου το τάδε ή το δείνα ταλέντο, την τάδε ή τη δείνα αρετή: περιμένετε όμως τα εγγόνια και τα δισέγγονά τους, αν μπορείτε να περιμένετε τόσο πολύ - θα φέρουν στο φως ό,τι είχαν μέσα τους οι παππούδες τους, ό,τι είχαν μέσα τους δίχως να το ξέρουν ακόμη.

Συχνά, ήδη ο γιος αποκαλύπτει τον πατέρα του: ο πατέρας καταλαβαίνει καλύτερα τον εαυτό του από τη στιγμή που έχει ένα γιο.

Όλοι έχουμε μέσα μας κρυμμένους κήπους και φυτείες· και, για να χρησιμοποιήσω μια άλλη μεταφορά, είμαστε όλοι ηφαίστεια που περιμένουν την ώρα της έκρηξής τους· κανένας δεν ξέρει όμως πότε, σε λίγο ή σε πολύ, θα γίνει η έκρηξη αυτή -ούτε καν ο καλός Θεός.

Περνώντας το γεφυράκι.

-Στις σχέσεις μας με ανθρώπους που ντρέπονται για τα συναισθήματα τους πρέπει να ξέρουμε να προσποιούμαστε.

Οι άνθρωποι αυτοί νιώθουν ξαφνικό μίσος για όποιον τους τσακώνει να έχουν ένα τρυφερό, ενθουσιώδες ή υψηλό συναίσθημα, σαν να είχε δει τα μυστικά τους.

Αν θέλετε να τους κάνετε να νιώσουν καλά τέτοιες στιγμές, κάντε τους να γελάσουν ή πείτε μια ψυχρή και δηκτική κακία· τότε το συναίσθημα τους παγώνει και συνέρχονται αμέσως.

Λέω όμως το επιμύθιο πριν πω την ιστορία.

-Κάποτε ήμασταν τόσο κοντά ο ένας στον άλλο μέσα στη ζωή που τίποτα δεν φαινόταν να εμποδίζει τη φιλία και την αδελφοσύνη μας, και μόνον ένα μικρό γεφυράκι υπήρχε ανάμεσα μας.

Ακριβώς τη στιγμή που πήγαινες να ανεβείς ο' αυτό σε ρώτησα:

«Θέλεις να περάσεις το γεφυράκι για να με συναντήσεις;» -και τότε έπαψες πια να το θέλεις* κι όταν σε ξαναπαρακάλεσα, έμεινες σιωπηλός.

Από τότε βουνά κι ορμητικοί ποταμοί κι ό,τι άλλο χωρίζει και αποξενώνει μπήκαν ανάμεσά μας· κι ακόμη κι όταν το θέλαμε, δεν ήταν μπορετό να συναντηθούμε!

Μα όταν θυμάσαι τώρα εκείνο το μικρό γεφυράκι δεν έχεις πια λόγια -μόνο λυγμούς και απορία.

Friedrich Nietzsche, Η χαρούμενη επιστήμη (1882)

Ο «οικονομικός άνθρωπος» την εποχή της κρίσης

Ο Νίτσε, πρώτα, το διατυπώνει: «Το μεγαλύτερο μέρος της ψυχικής μας δραστηριότητας, το χρησιμοποιούμε για να ξεχάσουμε˙ αυτό είναι για τα ανθρώπινα όντα ένα ζωτικό ερώτημα».

Η λειτουργία της απώθησης, που ευφυώς περιέγραψε ο Φρόυντ ως βασική λειτουργία του ανθρώπινου ψυχισμού, σαν στοιχείο συμβιβασμού με την εξωτερική πραγματικότητα και συνθήκη sine qua non επιβίωσης, μας θέτει μπροστά σε έναν τεράστιο απωθημένο-ξεχασμένο όγκο της ύπαρξής μας, όπως μια κατάσταση προ-αίσθησης, μαύρων ή γκρίζων ζωνών, απόμακρων και αδιαφοροποίητων.

Ένας τέτοιος μηχανισμός συσκοτίζει ένα μεγάλο μέρος της εσωτερικής και της εξωτερικής πραγματικότητας και περιορίζει τη φιλοδοξία μας να αποδεικνύουμε με τεκμήρια όλη την πολυπλοκότητα που μας περιβάλλει.

Ίσως αυτό που μας φαίνεται σαν οικείο και κοινότοπο, πολλές φορές να μην είναι γνωστό σε βάθος. Αυτός ο ισχυρός και πανανθρώπινος μηχανισμός της απώθησης, της λήθης δεν ισχύει μόνο για τις υπαρξιακές αγωνίες και ερωτήματα της ζωής μας, του θανάτου, της καταγωγής ή της ύπαρξης μιας μετά θάνατον ζωής.

Το επίπεδο το πιο σκοτεινό και συγχυτικό για τον εαυτό μας είναι η διαθεσιμότητα σε μαζικό επίπεδο οπτικών αντικειμένων, εικόνων, θραυσμάτων εικόνων που μεταφέρουν «πληροφορίες» ή «νοήματα».

Ωστόσο, ο βομβαρδισμένος από ατελείωτες αλληλουχίες ψυχισμός μας, δεν μπορεί να αποκωδικοποιήσει εύκολα τι είναι αυτό που βλέπει. Στην μετα-νεωτερική κοινωνία μας, κάτι υπάρχει γιατί βλέπεται, ή αν το σκεφτούμε σε βάθος, υπάρχουμε επειδή φαινόμαστε, μας βλέπουν. Δεν έχει σημασία πώς και γιατί, αρκεί να φαινόμαστε.

Η υπόθεση που διατυπώνουμε εδώ είναι ότι στην καρδιά αυτής της κοινότοπης μαζικής παραγωγής εικόνων βρίσκεται το μυστικό της εξουσίας και της σαγήνης που μας ασκούν, μέσα από τον τρόπο να υπάρχουν και να εσωτερικεύονται στη ζωή μας, μέσα από την πραγματική φύση τους.

Στις μελέτες του ο Φρόυντ θεωρούσε την τέχνη σαν ένα μέσο από το οποίο σχηματίζεται «μια άλλη βασιλική οδός, (όπως το όνειρο και το παιχνίδι), για τη γνώση των ασυνείδητων δραστηριοτήτων του νου» (1900, p.60). Κάθε μορφή τέχνης, καλή μορφή vs. τέλεια μορφή, χρησιμοποιείται για να εκφράζει, αναπαριστά ή να οργανώνει νοήματα.

Η δημιουργικότητα μπορεί να αποτελέσει μια απάντηση στην κρίση;

Πολλά έχουν γραφτεί για τη συλλογική συμπτωματολογία της κρίσης και της αποδόμησης του κοινωνικού ιστού. Ο λαϊκισμός, η παράδοξη θέση που τρελαίνει, να εφαρμόζεται μέχρι σήμερα μια μνημονιακή συνταγή που αποτυγχάνει τεκμηριωμένα, αλλά να συνεχίζεται η ύφεση και η φτώχεια, η άνοδος του νέο-ναζισμού, η ανομία, η επανειλημμένη άνοδος της ασημαντότητας της πλειοψηφίας της πολιτικής ηγεσίας, η παράνοια, η παθητικοποίηση και ο φόβος μεγάλων στρωμάτων της κοινωνίας, η χαμένη ταυτότητα μέσα από διαδικασίες ψευδο-ευδαιμονισμού και υπερκαταναλωτισμού δημιουργούν μια πολύ-επίπεδη κοινωνική οδύνη.

Αυτή εκφράζεται τόσο με απόσυρση-παθητικότητα, ακόμα και με κλινική κατάθλιψη, με διαρκείς διχοτομήσεις καλού-κακού, με ένδεια αναστοχασμού και με ένα επώδυνο ψυχικό κενό, μια απελπισία, μια απουσία ελπίδας και επένδυσης στο μέλλον.

Το ψυχικό κενό, σαν ένα πηγάδι χωρίς πάτο, μοιάζει να ρουφάει και να καταστρέφει οτιδήποτε μπορεί να δημιουργήσει μια προσδοκία, μια σύνδεση, μια ανάμνηση, μια σκέψη.

Η απουσία αναστοχασμού και το ψυχικό κενό είναι μια έκφραση της καταστροφικότητας και της αυτό-καταστροφικότητας, της ενόρμησης του θανάτου.

Αυτή τη «σκοτεινή ύλη» του ψυχικού κενού έρχεται να προκαλέσει η δημιουργικότητα, η τέχνη: «Η δημιουργικότητα υπογραμμίζει την ικανότητα του καλλιτέχνη να παράγει μοναδικές συνθέσεις σε επικοινωνήσιμες στην πραγματικότητα μορφές» (Kahn, 1974). Είναι μια προσπάθεια να απαρτιωθούν οι κατακερματισμένες λειτουργίες του Εγώ, να δημιουργηθούν κοινωνικοί δεσμοί και κινήσεις ζωής εκεί όπου κυριαρχούσε το κενό, η απόσυρση. Αυτή την προσπάθεια πραγματοποιεί ο Τάσος Νυφαδόπουλος υλοποιώντας το γλυπτό «Κρίση»

Ο πολιτισμός, δηλαδή η λογοτεχνία, τα έργα τέχνης, η μουσική, η επιστήμη πρέπει να είναι οι απαντήσεις στην κρίση, που σε πείσμα της περιρρέουσας ατμόσφαιρας, ορισμένοι άνθρωποι εξακολουθούν να πράττουν το σωστό και το δύσκολο, να πορεύονται με ευθύνη και ήθος, να υπερβαίνουν τις ειδήσεις των οκτώ.

Αυτή η παράλληλη Ελλάδα, όπως εύστοχα γράφει ο Γιώργος Γραμματικάκης, «είναι η πραγματική Ελλάδα, η μόνη Ελλάδα». Μια Ελλάδα που δεν φοβάται τον φόβο.

Η κατάθλιψη απειλεί το άτομο που προσπαθεί να ξεφύγει από τον εαυτό του, όπως η αμαρτία απειλούσε την ψυχή που στρεφόταν στο Θεό, εκεί που έδραζε η ενοχή του ανθρώπου διχασμένη από τη σύγκρουση.

Πέραν από μια συναισθηματική οδύνη, η κατάθλιψη είναι ένας τρόπος ζωής, επώδυνος, βασανιστικός, αλλά τρόπος ζωής. Το βασικό στοιχείο της ατομικότητας κατά τη διάρκεια του 2ου μισού του 20ού αιώνα μέχρι τις μέρες μας, είναι η αναμέτρηση μεταξύ της απεριόριστης δυνατότητάς μας και του βιώματος του ανεξέλεγκτου.

Η μαζική επικράτηση της κατάθλιψης ανέδειξε ανάγλυφα αυτές τις εντάσεις που δημιουργήθηκαν από αυτή την αναμέτρηση.

Το ανεξέλεγκτο προέρχεται από τη σταθερή παραβίαση ηθικών κανόνων, αρχών, των διαγενεακών πολιτισμικών κωδίκων, ωθώντας τον σύγχρονο άνθρωπο στη φαντασίωση παντοδυναμίας της αυτό-πραγμάτωσης, της άμετρης ικανοποίησης κάθε επιθυμίας του: “sky is the limit”!

Το άτομο πιστεύει λανθασμένα ότι είναι ο συγγραφέας της ζωής του, ενώ παραμένει ένα υποκείμενο με διπλή υπόσταση: είναι ο ηθοποιός και ο ασθενής της ζωής (του).

Αν, όπως σκεπτόταν ο Φρόυντ «ο άνθρωπος γίνεται νευρωτικός διότι δεν μπορεί να ελέγξει το βαθμό ματαιώσεων που του επιβάλλονται από την κοινωνία», γίνεται καταθλιπτικός διότι πρέπει να ανεχθεί την αυταπάτη ότι όλα είναι δυνατά!

Αυτή η τρελή και απάνθρωπη απαίτηση να είμαστε αυτό-δημιούργητοι, αποδοτικοί, όμορφοι, ζωντανοί, γεμάτοι ενέργεια και υγεία, αποτελεί τη σύγχρονη εξίσωση του «ατόμου χωρίς ιδιότητες» (R. Musil), μια δήθεν ψυχική απελευθέρωση και ατομική πρωτοβουλία, ανασφάλεια ταυτότητας και ανικανότητα περισυλλογής, αναστοχασμού και δράσης.

Η κατάθλιψη είναι ο φρουρός του ατόμου χωρίς οδηγό, είναι όχι μόνο η οδύνη του, αλλά το βαρύ αντίτιμο της ανάπτυξης και σπατάλης της ενέργειάς του, προσπαθώντας να κατακτήσει το ΑΔΥΝΑΤΟ.

Η κραυγή του γίνεται ζωντανή ύλη, ενορμήσεις ζωής, δράσης, συλλογικότητας, ανατροπής αυτών των κραυγαλέων κοινωνικών ανισοτήτων.

Γίνεται μια επένδυση στην ελπίδα, στους δεσμούς, στην προοπτική για ένα καλύτερο μέλλον.

Αγάπη χωρίς Ανάγκη

Η αγάπη είναι ένα από τα συναισθήματα που γεννιούνται μαζί με εμάς. Η πρώτη φύση της είναι περιελιγμένη με την ανάγκη αφού τη χρειαζόμαστε για να επιβιώσουμε. Χρειαζόμαστε αγάπη για να φροντιστεί ο εαυτός μας, να τραφούμε, να καθαριστούμε και να μεταφερθεί η πολύτιμη πληροφορία από τη μητέρα σε εμάς.

Θα έλεγε κανείς ότι η αγάπη και η ανάγκη, τα πρώτα χρόνια της ζωής μας, είναι αγκαλιασμένες η μία με την άλλη. Παρόλα αυτά, η σημαντικότερη παράμετρος της, δεν παύει να είναι η ποιότητα αφού η ποιότητα απελευθερώνει τον άνθρωπο από τα δεσμά μιας ατέρμονης προσμονής για ποσότητα. Μοιάζει προδικασμένο για αυτόν που δεν βίωσε την ποιότητα της αγάπης, στα πρώτα του χρόνια, να ζητά μία επανάληψη αυτών στην υπόλοιπη ζωή του. Πώς βιώνεται αυτή η ποιότητα, όμως, στα πρώτα χρόνια της ζωής μας;

Η ποιότητα στην αγάπη βιώνεται μέσα από την επένδυση. Την συναισθηματική επένδυση, για να γίνω συγκεκριμένος, η οποία χρωματίζει κάθε πράξη κάνοντάς την "ανάγλυφη" στον καμβά του χρόνου. Για να γίνει περισσότερο κατανοητό, φανταστείτε κάθε κίνηση που κάνει κάποιος σε κάποιον άλλο, κάθε ενέργεια ή νεύμα του, σαν ένα δοχείο... Όταν το δοχείο δεν έχει περιεχόμενο, όσο όμορφη και συμβολική να είναι η κίνηση δεν παύει να παραμένει άδεια... Όταν, όμως, το δοχείο γεμίσει με συναίσθημα τότε ακόμα και το πιο μικρό νεύμα ανάγεται στην ύψιστη μορφή επικοινωνίας. Πώς, όμως, απαγκιστρώνεται η ανάγκη από την αγάπη και πώς εκτυλίσσεται η διαδικασία;

Η ανάγκη αποχωρεί όταν παύει να είναι το κυρίαρχο κίνητρο στις πράξεις επικοινωνίας. Όπως ένας αυτοκινητόδρομος ταχείας κυκλοφορίας, όταν φιλοξενεί έναν τρομερά μεγάλο αριθμό οχημάτων καταντά αργός έτσι και η αγάπη όταν μεταφέρει περισσότερες από μία πληροφορίες είναι καταδικασμένη να επιβραδύνει την ταχύτητά της... Σταθμίζοντας τον παραλληλισμό μας, το σημαντικότερο πράγμα που χρειάζεται να μας διδάξει η αγάπη, στην παιδική ηλικία, είναι ότι είμαστε μοναδικοί. Αργότερα, εσωτερικεύουμε το αίσθημα αυτό και δεν απαιτούμε από τους ανθρώπους που έρχονται στη ζωή μας να μας το επιβεβαιώνουν.

Εφόσον, η ρομαντική αγάπη – αυτή που διέπει δύο εραστές – είναι ο χρονοταξιδευτής των εμπειριών της παιδικής ηλικίας, ενίοτε κουβαλά στις αποσκευές της την προσδοκία. Προσδοκία η οποία ζητά από συντροφικό ταίρι να δηλώσει ότι ο ένας ανήκει στον άλλο για να καθησυχάσει το αίσθημα μιας επικείμενης απώλειας. Η χροιά αυτής της προσδοκίας, όμως, αυτή που ζητάει να ανήκει και να της ανήκουν, μοιάζει να κρατάει τον άλλο αγκαλιά όπως κρατούσε η ανάγκη την αγάπη στα πρώτα χρόνια της ζωής μας, μαρτυρώντας περισσότερο ένα χαρακτήρα επιβίωσης παρά έναν απελευθέρωσης. Μια αγκαλιά που κρατά τον άλλο δέσμιο αντί να λειτουργεί ως βατήρας, για να σπρώξει δυνατά εκείνος και να εκτοξευτεί... Μια αγκαλιά που υπονοεί ότι ο ένας ανήκει στον άλλο και όχι ότι ο ένας συναντά τον άλλο στο βασίλειο της συναισθηματικής πραγματικότητας στην πορεία τους προς την αυτοπραγμάτωση.

Δεν ανήκω, λοιπόν, γιατί έτσι μαθαίνω το αίσθημα της ιδιοκτησίας... Αντιθέτως, αναγνωρίζω ότι η μοναδικότητα δεν αναδεικνύει τη μοναχικότητα αλλά τη δύναμη μιας πλήρους και αυτάρκους ύπαρξης η οποία δεν "χρειάζεται να έχει" αλλά "επιλέγει να έχει". Νομίζω ότι όλη η παραπάνω πρόταση συνοψίζεται στους παρακάτω στίχους περισσότερο ελεύθερη και διαθέσιμη στην ερμηνεία, έχοντας το συναίσθημα ως τον ήρωα που κόβει τα δεσμά του δυνάστη της λογικής...

Μη βάζεις το "μου" στο "αγάπη μου" γιατί τρομάζω...

Μη βάζεις το "μου" στο "δικός μου" γιατί τρομάζω πάλι...

Να μου πεις ότι το "μου" είναι κισσός που αναφύεται και περιελίσσεται γύρω απ' την αγάπη και, πολλές φορές, στην προσπάθεια να ξεφορτωθούμε τον κισσό ξεριζώνουμε και την ίδια...

Πες μου, ακόμα, ότι ανήκω μόνο σε μένα... Πες μου ότι ανήκεις μονάχα σε σένα... Πες μου ότι δεν σε χρειάζομαι για να είμαι ευτυχισμένος μα θέλεις να σου δείξω όλα αυτά που με κάνουν να είμαι...

Πες μου ότι δεν με χρειάζεσαι για να είσαι ευτυχισμένη μα με θέλεις μέσα στον κύκλο της ευτυχίας σου...

Πες μου οτι το μόνο που χρειαζόμαστε είναι η δύναμη να χαίρεται ο ένας με την ευτυχία του άλλου ακόμα και τις στιγμές που δεν περιλαμβάνει εμάς...

Η αγάπη, πες μου, αν είναι ανιδιοτελής, μπορεί να ευχηθεί ακόμα και σ' εκείνον που την πλήγωσε να είναι καλά... Απεναντίας, πες μου, αν είναι προϊόν με σκοπό τότε πληγώνει αυτόν που αγαπά κι αυτόν που αγαπιέται...

Πες μου να μη βάζω το "μας" στις "στιγμές μας" μόνος... Πιάσε το από τη μία άκρη, πες μου, να το πιάσω από την άλλη κι ας το βάλουμε μαζί... Πέπλο που την σκεπάζει και την φιλά στο μέτωπο, κρατώντας τη ζέστη στην κοιτίδα που σχηματίζεται ανάμεσα από τα κορμιά μας...

Βγάλε, ακόμα, και το "αγάπη" απ' το "αγάπη μου" όταν με προσφωνείς, πες μου, και 'βαλε σε σένα... Δεν χρειάζομαι, να το ακούω, πες, γιατί έχω ήδη κάποιον που με αγαπά, εμένα...

Ο εαυτός μου με σπρώχνει, πες μου, γιατί έχει ανάγκη να τ' ακούει πιο συχνά και προστάζει τα χείλη μου για να το πουν μα εγώ, λανθασμένα, το λέω σε σένα... Γιατί σε σένα, πες μου, βλέπω το κομμάτι μου που θέλει να τ' ακούσει...

Όμως, πες μου, μη μπερδεύεσαι... Δεν είσαι ο καθρέφτης μου. Ούτε εγώ είμαι ο δικός σου... Εγώ είμαι εγώ, πες μου, κ εσύ είσαι εσύ... Μαζί, πες μου, τέλος, κάνουμε το εμείς αλλά μέσα στο εμείς υπάρχει αναλλοίωτο το "ε" του εγώ και το "σ" του εσύ...

Η πιο μεγάλη τέχνη στη ζωή, πες μου, και μ' αυτό σταμάτα να μιλάς και φίλα με, είναι η αφαίρεση... Πάρε το "Σ' αγαπώ και σε χρειάζομαι για να είμαι ευτυχισμένος", πες, και καν' το "Σ' αγαπώ και χρειάζομαι, εσύ, να είσαι ευτυχισμένος..."

Η ηθική φιλοσοφία του Καντ

Στο δεύτερο μισό του 19ου αιώνα σημειώθηκε μια μεγάλη στροφή στον ιδεαλισμό και την ηθική ως αντίδραση στον ωφελιμισμό. Η κίνηση αυτή είναι βαθιά επηρεασμένη από τις εξελίξεις του ηθικού στοχασμού των δύο τελευταίων αιώνων στη Γερμανία, και κυρίως από την ηθική του Kant και του Hegel, καθώς και των επιγόνων τους.

Η ηθική φιλοσοφία του Immanuel Kant (1724-1804) χαρακτηρίζεται συνήθως ως κανονική δεοντοκρατία και αντιδιαστέλλεται από τον εγωισμό, τον ηδονισμό, τον ωφελιμισμό και γενικότερα από τον ευδαιμονισμό.

«Τα στοιχεία που συνιστούν την πρωτοτυπία της σε σύγκριση με τις προηγούμενες θεωρίες είναι η θεμελίωση της ηθικότητας σε a priori αρχές του πρακτικού λόγου, η ενόραση της ηθικής υποχρέωσης (το καθήκον για το καθήκον), ο καθολικός σεβασμός του ηθικού νόμου και ο επιτακτικός χαρακτήρας του που εκφράζεται με την κατηγορική προστακτική σε ποικίλες παραλλαγές, ο απόλυτα ηθικός χαρακτήρας της “καλής θέλησης”, η αποδέσμευση της ηθικής αρετής από την ευδαιμονία, η αυτονομία του ανθρώπινου προσώπου, η σχέση της ηθικότητας με τη λογικότητα, η προτεραιότητα του ορθού απέναντι στο αγαθό κ.λ.π.»

Σύμφωνα με τον Kant, ο καθαρός λόγος είναι από μόνος του πρακτικός και δίνει στον άνθρωπο έναν παγκόσμιο νόμο, που τον ονομάζουμε ηθικό. Ο ηθικός νόμος μας παρουσιάζει ένα γεγονός που μένει απολύτως ανεξήγητο με όλα τα δεδομένα του κόσμου των αισθήσεων και σε όλο τον κύκλο της θεωρητικής χρήσης του λόγου μας, ένα γεγονός που μας δείχνει έναν κόσμο της καθαρής διάνοιας. Ο ηθικός νόμος είναι ο βασικός νόμος μιας υπεραισθητής φύσης και ενός καθαρού κόσμου της διάνοιας, που όμοιός του πρέπει να υπάρχει και στο αισθητό κόσμο.

Έτσι ο Kant υποστηρίζει ότι ο ηθικός νόμος, χωρίς ο ίδιος να έχει ανάγκη από καμιά αιτία που να τον δικαιολογεί, δείχνει, όχι απλώς τη δυνατότητα της δύναμης της ελευθερίας, αλλά την πραγματικότητα για τα όντα που αναγνωρίζουν την υποχρεωτικότητα αυτού του νόμου. Ο ηθικός νόμος είναι εκείνος που καθορίζει και δίνει τη δυνατότητα στις έννοιες του καλού και του κακού.

Οι έννοιες του καλού και του κακού αποτελούν συνέπειες του a priori καθορισμού της βούλησης και ως τέτοιες προϋποθέτουν και μια καθαρή πρακτική αρχή και άρα μια αιτιότητα του πρακτικού λόγου.

Σύμφωνα με τον Kant, η ουσία κάθε ηθικής αξίας των πράξεων εξαρτάται από το εξής: ο ηθικός νόμος να καθορίζει άμεσα τη βούληση. Ο σεβασμός στον ηθικό νόμο είναι ο ηθικός βαθμός που βρίσκεται ο άνθρωπος και η ηθική κατάσταση που μπορεί πάντοτε να βρίσκεται, είναι η αρετή, δηλαδή η ηθική πρόθεση στον αγώνα. Ο ηθικός νόμος, μέσω της έννοιας του ανώτατου αγαθού σαν αντικειμένου και τελικού σκοπού του πρακτικού λόγου, οδηγεί προς τη θρησκεία, δηλαδή τη γνώση των καθηκόντων, που είναι θείες προσταγές και όχι κυρώσεις, δηλαδή αυθαίρετα διατάγματα και καθαυτά συμπτωματικά μιας εξωτερικής βούλησης, αλλά ουσιώδεις νόμοι κάθε βούλησης καθαυτό ελεύθερης και που πρέπει να θεωρηθούν σαν προσταγές του υπέρτατου όντος:

«Δύο πράγματα γεμίζουν την ψυχή μου θαυμασμό κι’ ευλάβεια πάντοτε καινούργια και μεγάλη…ο έναστρος ουρανός παν’ από μένα κι’ ο ηθικός νόμος μέσα μου. Αυτά τα δύο πράγματα…τα βλέπω μπροστά μου και τα συνδέω άμεσα με τη συνείδηση της ύπαρξής μου. Το πρώτο αρχίζει απ’ τη θέση που κατέχω στον αισθητό εξωτερικό κόσμο….το δεύτερο αρχίζει απ’ το αόρατο εγώ μου, απ’ την προσωπικότητά μου, και με παρουσιάζει σ’ ένα κόσμο, όπου υπάρχει το αληθινό άπειρο κι’ όπου μόνο η διάνοια μπορεί να εισδύσει…».

Ο Γερμανός φιλόσοφος, διαχωρίζοντας τη θέση του από τον αγγλοσαξονικό εμπειρισμό και ωφελιμισμό, που στηρίχτηκε πάνω στο θεωρητικό σύστημα του Hobbes, υποστηρίζει ότι η έννοια του ηθικώς ορθού δεν μπορεί να έχει εμπειρικές καταβολές: οι ηθικές έννοιες είναι γνώσεις διανοητικές και δεν πηγάζουν από την εμπειρία, αλλά από την καθαρή νόηση.

Έτσι ανατρέπει τις βασικές αρχές των Άγγλων ηθικών φιλοσόφων, καθώς αναζητά την πηγή των ηθικών αρχών όχι στη σφαίρα της εμπειρίας, αλλά στην περιοχή του λόγου. Ο άνθρωπος ως πράγμα καθαυτό είναι αυτόνομος, και μόνον ως προς τη βιολογική του διάσταση ετεροκαθορίζεται από τον φυσικό νόμο. Η ελευθερία του ανθρώπου συνίσταται στη δυνατότητα να υπερβεί την πίεση των εξωτερικών συνθηκών και να πράξει σύμφωνα με την καθαρή ιδέα του καθήκοντος. Εάν δεν υπάρχει ελευθερία, τότε η ηθική πράξη είναι αδύνατη, και ο άνθρωπος είναι έρμαιο των εγωιστικών και ωφελιμιστικών ροπών της ψυχής του.

Ο άνθρωπος, όπως υποστηρίζει ο Kant, πρέπει να ενεργεί σύμφωνα με την επιταγή του δέοντος, απλώς και μόνον επειδή το επιβάλλει ο βαθύτερος καθαρός εαυτός του. Η καλή θέληση, προϊόν της ανθρώπινης λογικότητας, είναι η πηγή του καθήκοντος και καθορίζεται από τον ηθικό νόμο που ενυπάρχει σε κάθε έλλογο ον. Το καθήκον υποχρεώνει αφ’ εαυτού.

Ο Kant ορίζει τελικά την ηθική όχι ως επιστήμη των νόμων της φύσης, αλλά ως επιστήμη των νόμων της ελευθερίας (των νόμων δηλαδή της ηθικής θέλησης), και την ηθικότητα ως μία πάλη ανάμεσα στις επιταγές της συνείδησης και τις ορμές της αισθητικότητας.

Συμπερασματικά ο Kant διαχωρίζει ριζικά την ηθική από την ψυχολογία και τη μεταφυσική. Κριτήριο του ηθικού χαρακτήρα της πράξης θεωρεί το εσωτερικό φρόνημα, δηλαδή το σεβασμό στο καθήκον που υπαγορεύεται από τον ηθικό νόμο που είναι αξίωμα του πρακτικού λόγου και κατευθύνει την καθαρή θέληση, και όχι τα συναισθήματα, τις κλίσεις ή τον υπολογισμό. Πρόκειται για μια τυπική ηθική, “αντίστροφη” του ως τότε ηθικού στοχασμού, που άσκησε επίδραση στη Γερμανία και αλλού και το φιλοσοφικό ενδιαφέρον που προκαλεί παραμένει αμείωτο ως τις μέρες μας. Τη μεταφυσική και συνάμα κοινωνική διάσταση, που έδωσε ο J.G. Fichte στην ηθική του Kant, ανάγοντάς την σε μια θεωρία αυτοπραγμάτωσης και αυτοτελείωσης, την ανέπτυξε περαιτέρω ο F. Hegel (1770-1831), θεωρώντας την ηθικότητα μορφή αυτοπραγμάτωσης του απόλυτου πνεύματος.

Αλλ’ αν ευρεθής υποχρεωμένος μια μέρα να ξεράσης τα όσα έχαψες

Ένας λαός ευχαριστημένος, ένας λαός χαρούμενος, είναι διά τον ενάρετον άνθρωπον το πουλιό ευχάριστο θέαμα. Μα όταν βλέπη κανείς πως η χαρά εκείνη θ’ ακολουθηθή γλήγορα από γενική βλάβη του λαού του ίδιου, επειδή ‘μιάζει καθ’ όλα με τη χαρά του νήπιου όταν χαίρεται πως έπιασε και κρατεί το φίδι, τι πονόκαρδο δεν κάνει μία τέτοια χαρά!

Μία μασκαράδα εγίνηκε μια φορά στη Ρώμη, η οποία, για την πολλή της ομοιότητα με τα πράμματά μας αξίζει ν’ αναφερθή.

Μία συντροφιά μασκαράδες εβγήκανε με πιάτα γιομάτα μιστόπητα˙ κ’ εφαινότουνε πως, από καλοσύνη τους, ηθέλανε να φιλέψουνε τον λαόν. Ο λαός έτρεξε˙ καθένας εκαμπύλωνε το δάχτυλό του, εβούταε κ’ έχαφτε. Μα δεν αργήσανε να τραβηχθούν κατά μέρος, και ντροπιασμένοι, να ξεράσουνε. Η μιστόπητα εκείνη δεν ήτανε όλη μιστόπητα, Απ’ όξου, ναι, το κουλούμι ήτανε πετσομένο με μιστόπητα μα μέσαθε ήτανε κάτι άλλο πράμμα πολύ δυσάρεστο…

Λαέ απατημένε, άμποτε τα πράμματα νάλθουνε σε τρόπο, που να μην πληρώσεις ποτέ την ποινήν της απάτης σου. Αλλ’ αν ευρεθής υποχρεωμένος μια μέρα να ξεράσης τα όσα έχαψες, θελ’ ιδείς τότε, εξετάζοντας ένα ένα, πως δεν ήτανε όλα μιστόπητες.

ΑΝΔΡΕΑΣ ΛΑΣΚΑΡΑΤΟΣ, ΛΑΟΣ ΚΑΙ ΛΑΟΠΛΑΝΟΙ

Η ευτυχία είναι επιλογή

Εκπλήσσομαι με τον τεράστιο αριθμό ενηλίκων που δεν αναλαμβάνουν την ευθύνη της στάσης τους απέναντι στη ζωή. Αν είναι κακόκεφοι και κάποιος ζητήσει να μάθει γιατί, απαντούν, “Σήμερα ξύπνησα στραβά”. Όταν η αποτυχία χτυπάει την πόρτα τους, λένε, “Γεννήθηκα για να βασανίζομαι. Όταν η ζωή τους δεν πάει καλά ενώ άλλα άτομα της οικογένειας βρίσκονται σε άνοδο, λένε, “Λοιπόν, εγώ ήμουν ο άτυχος της οικογένειας”. Όταν οι γάμοι τους αποτυγχάνουν, πιστεύουν ότι παντρεύτηκαν λάθος άτομο. Όταν κάποιος άλλος παίρνει την προαγωγή που ήθελαν, είναι γιατί δε βρέθηκαν στον κατάλληλο τόπο τον κατάλληλο χρόνο. Παρατηρείτε κάτι; Πάντοτε οι άλλοι ευθύνονται για τα προβλήματά τους. 

Η μεγαλύτερη μέρα στη ζωή σας, όπως και στη δική μου, είναι η μέρα που αναλαμβάνετε πλήρως την ευθύνη της στάσης σας. Είναι η μέρα της ουσιαστικής ενηλικίωσης. Ένας σύμβουλος του Προέδρου Λίνκολν τού πρότεινε ένα συγκεκριμένο υποψήφιο για το Υπουργικό Συμβούλιο. Ο Λίνκολν όμως αρνήθηκε, λέγοντας, “Δε μου αρέσει η φάτσα αυτού του ανθρώπου”. “Μα, κύριε, δεν ευθύνεται αυτός για τα χαρακτηριστικά του προσώπου του”, επέμεινε ο σύμβουλος. “Κάθε άνδρας πάνω από τα σαράντα ευθύνεται για το πρόσωπό του”, απάντησε ο Λίνκολν, και το θέμα θεωρήθηκε τελειωμένο.

Ανεξάρτητα από το τι πιστεύετε εσείς για τη στάση σας, η έκφρασή σας σας προδίδει!

Τις προάλλες, είδα ένα αυτοκόλλητο που έγραφε “Η δυστυχία είναι επιλογή”.

Δεν αποφασίζουμε εμείς πόσα χρόνια θα ζήσουμε, αλλά μπορούμε να αποφασίσουμε πόση ζωή θα περιέχεται μέσα στα χρόνια αυτά.

Δεν εξαρτάται από μας η ομορφιά του προσώπου μας, αλλά από μας εξαρτάται η έκφρασή του.

Δεν έχουμε τη δυνατότητα να αποφύγουμε τις δύσκολες στιγμές της ζωής, αλλά μπορούμε να επιλέξουμε να μην κάνουμε δύσκολη τη ζωή μας.

Δεν μπορούμε να ελέγξουμε την αρνητική ατμόσφαιρα του κόσμου που ζούμε, μπορούμε όμως να ελέγξουμε την ατμόσφαιρα που επικρατεί στο μυαλό μας.

Πολύ συχνά προσπαθούμε να επιλέξουμε και να ελέγξουμε πράγματα που δεν περνούν από το χέρι μας.

Πολύ σπάνια επιλέγουμε να ελέγξουμε αυτό που περνάει από το χέρι μας …τη στάση ζωής μας.

Ευτυχισμένος δεν είναι τόσο ο άνθρωπος που βρίσκει τις κατάλληλες συνθήκες, αλλά ο άνθρωπος με την κατάλληλη στάση ζωής. Οι περισσότεροι πιστεύουν ότι η ευτυχία είναι μια κατάσταση. Όταν τα πράγματα πηγαίνουν καλά, είναι ευτυχισμένοι. Όταν τα πράγματα πηγαίνουν άσχημα, είναι δυστυχείς. Μερικοί άνθρωποι πάσχουν από αυτό που εγώ αποκαλώ “ασθένεια προορισμού”. Νομίζουν ότι μπορούν να βρουν την ευτυχία σε κάποια θέση ή σε κάποιο τόπο. Άλλοι υποφέρουν από αυτό που αποκαλώ “η ασθένεια του κάποιου”. Νομίζουν ότι η ευτυχία κερδίζεται αν γνωρίζεις ή είσαι με κάποιο συγκεκριμένο άτομο.

Με εντυπωσιάζει η φιλοσοφία που κρύβεται στα παρακάτω λόγια: “Η ζωή επιλέγει αυτά που θα υποστούμε. Εμείς επιλέγουμε τον τρόπο που θα τα υποστούμε.” Το μοναδικό πράγμα που δεν μπορείτε να μου αφαιρέσετε είναι ο τρόπος που επιλέγω να αντιδράσω σε αυτά που μου κάνετε. Το τελευταίο οχυρό της ελευθερίας του ατόμου είναι η επιλογή της στάσης του μπροστά σε κάθε δεδομένη κατάσταση.”

Η Clara Barton, ιδρύτρια του Αμερικανικού Ερυθρού Σταυρού, κατανόησε τη σημασία της επιλογής της κατάλληλης στάσης ακόμη και στις πιο αντίξοες συνθήκες. Ποτέ δεν τη θυμάται κανείς να κρατάει κακία σε κάποιον. Μια φορά, ένας φίλος της της θύμισε κάποιο δυσάρεστο γεγονός που είχε συμβεί μερικά χρόνια νωρίτερα, αλλά η Κλάρα έδειχνε να μη θυμάται το περιστατικό. “Μα δε θυμάσαι το κακό που σου έκανε;” ρώτησε ο φίλος της. “Όχι”, απάντησε ήρεμα η Κλάρα, “Θυμάμαι καθαρά ότι το έχω ξεχάσει”.

Πολύ συχνά, άτομα που έχουν αντιμετωπίσει αντίξοες καταστάσεις στη ζωή τούς αισθάνονται πικρία και θυμό. Άλλες φορές, στη ζωή τους αποδεικνύονται άτομα αρνητικά και σκληρά απέναντι στους άλλους. ‘Έχουν την τάση να αναφέρονται στις δύσκολες στιγμές του παρελθόντος και να λένε, “Εκείνο το γεγονός με κατέστρεψε”. Αυτό που δε συνειδητοποιούν είναι πως το γεγονός εκείνο απαιτούσε μια επιλογή στάσης — μια αντίδραση. Η λανθασμένη επιλογή στάσης τούς κατέστρεψε, και όχι οι συνθήκες.

Ο C. S. Lewis είπε, “Κάθε φορά που κάνετε μια επιλογή, μεταλλάσσετε το προσωπικό σας κέντρο ελέγχου, το κομμάτι που αποφασίζει, σε κάτι λίγο διαφορετικό από αυτό που ήταν ως εκείνη τη στιγμή. Και αν πάρετε τη ζωή σας ως σύνολο, με όλες τις αναρίθμητες επιλογές σας, σταδιακά εξελίσσεστε μέσω αυτού του κέντρου ελέγχου είτε σε ένα αγγελικό είτε σε ένα διαβολικό πλάσμα.”.

Η Αρχαία Ελληνική Τέχνη και η Ακτινοβολία της

3.1.2. Ο «ζωγράφος του Νέσσου»


Ανάμεσα στα παλαιότερα αττικά αγγεία που έχουν διακοσμηθεί με τη μελανόμορφη τεχνική, αξιομνημόνευτα είναι εκείνα που ανακαλύφθηκαν σε τάφους του αρχαίου δήμου Αναγυρούντος, στη σημερινή Βάρη. Οι αγγειογραφίες τους είναι πραγματικά εντυπωσιακές· πρόκειται για έργα ικανών ζωγράφων των τελευταίων δεκαετιών του 7ου αιώνα π.Χ., οι οποίοι, αν και παραμένουν ανώνυμοι, μας δίνουν συχνά τη δυνατότητα να αναγνωρίσουμε την ιδιαίτερη καλλιτεχνική τους γλώσσα, με άλλα λόγια το προσωπικό τους στιλ. Τον σημαντικότερο από αυτούς τον αποκαλούμε συμβατικά «ζωγράφο του Νέσσου» από το γνωστότερο έργο του, έναν αμφορέα που βρέθηκε στο νεκροταφείο του Κεραμεικού στην Αθήνα, στον λαιμό του οποίου εικονίζεται η πάλη του Ηρακλή με τον Κένταυρο Νέσσο.

Σύμφωνα με τον μύθο, ο Ηρακλής, επιστρέφοντας από την Καλυδώνα, όπου είχε παντρευτεί τη Δηιάνειρα, την κόρη του βασιλιά Οινέα, έφτασε στις όχθες του Εύηνου ποταμού. Εκεί ο Νέσσος (ή Νέττος στην αττική διάλεκτο) περνούσε τους ταξιδιώτες απέναντι με αμοιβή και ο Ηρακλής του εμπιστεύτηκε τη γυναίκα του για να τη μεταφέρει στην πλάτη του. Αλλά στη μέση του ποταμού ο Κένταυρος προσπάθησε να βιάσει τη Δηιάνειρα και τότε ο Ηρακλής του επιτέθηκε και τον σκότωσε με τα θανατηφόρα βέλη του. Ο αγγειογράφος δεν ακολουθεί αυτή την εκδοχή του μύθου, αφού μας δείχνει τον Ηρακλή να σκοτώνει τον Κένταυρο με το ξίφος του. Είναι δύσκολο να πούμε αν η ιδιομορφία αυτή οφείλεται σε παραλλαγή του μύθου ή αν ο αγγειογράφος προτίμησε το ξίφος από τα βέλη για να κάνει τη συμπλοκή των μορφών πιο δραματική για τον θεατή. Η δεύτερη ερμηνεία φαίνεται πιθανότερη, γιατί ο τρόπος θανάτωσης του Νέσσου έχει τη σημασία του στον μύθο.

Μπορεί το επεισόδιο του φόνου του Νέσσου να μη φαίνεται από μόνο του σημαντικό, οι αρχαίοι γνώριζαν όμως ότι είχε μοιραίες συνέπειες για τον Ηρακλή. Ο λόγος ήταν ότι ο Κένταυρος, πριν πεθάνει, συμβούλεψε τη Δηιάνειρα να μαζέψει το αίμα του, λέγοντάς της ότι, αν ποτέ ο Ηρακλής φανεί άπιστος απέναντι της, αυτό θα τη βοηθούσε να τον ξαναφέρει κοντά της. Πραγματικά, ο Ηρακλής ερωτεύτηκε λίγο αργότερα την Ιόλη, κόρη του βασιλιά της Οιχαλίας Ευρύτου, που την αιχμαλώτισε όταν κυρίεψε την πατρίδα της και σκότωσε τον πατέρα και τα αδέλφια της. Η Δηιάνειρα, από φόβο μήπως ο Ηρακλής την εγκαταλείψει, ράντισε με το αίμα του Νέσσου τον επίσημο χιτώνα που θα φορούσε για να προσφέρει θυσία στον Δία. Αλλά το αίμα του Κενταύρου ήταν μολυσμένο από το δηλητήριο της Λερναίας Ύδρας, στο οποίο είχε βουτήξει ο Ηρακλής τα βέλη του για να τα κάνει θανατηφόρα. Μόλις λοιπόν ο ήρωας φόρεσε το ρούχο, εκείνο κόλλησε επάνω του και άρχισε να του διαλύει τις σάρκες. Για να γλιτώσει από τους πόνους ο Ηρακλής κατέφυγε στην κορυφή της Οίτης, όπου κάηκε σε μια φωτιά που άναψε για χάρη του ο βοσκός Ποίας. Η θετική πλευρά της ιστορίας είναι ότι οι θεοί δέχτηκαν τον Ηρακλή στον Όλυμπο μετά το τραγικό τέλος του. Ο φόνος του Νέσσου είναι, επομένως, η αρχή μιας ιστορίας με μεγάλο ενδιαφέρον για τον αρχαίο θεατή, που γνώριζε ότι ο Ηρακλής λατρευόταν σε ολόκληρη την Ελλάδα, άλλοτε ως ήρωας και άλλοτε ως θεός. Η ιστορία του Ηρακλή και του Νέσσου, που εμείς την ξέρουμε κυρίως από μια τραγωδία του 5ου αιώνα π.Χ., τις Τραχίνιες του Σοφοκλή, ήταν πολύ γνωστή ήδη από τον 7ο αιώνα, όπως φαίνεται από το γεγονός ότι την είχε διηγηθεί σε ένα ποίημά του ο Αρχίλοχος.

Στο σώμα του αμφορέα εικονίζεται ένας μύθος που τον συναντήσαμε ήδη στον πρωτοαττικό αμφορέα της Ελευσίνας, ο αποκεφαλισμός της Μέδουσας: η αποκεφαλισμένη Γοργόνα καταρρέει ενώ οι αδελφές της κυνηγούν τον φονιά της, τον Περσέα. Η γρήγορη κίνηση δηλώνεται με την κάμψη και των δύο γονάτων σχεδόν σε ορθή γωνία, ένα τυπικό μοτίβο της αρχαϊκής τέχνης. Στην πραγματικότητα οι φτερωτές Γοργόνες πετούν πάνω από τα κύματα της θάλασσας, η οποία δηλώνεται με μια σειρά από δελφίνια που κολυμπούν αντίθετα· τα μεγάλα τερατόμορφα κεφάλια τους αποδίδονται με τρόπο λιγότερο ευφάνταστο από ό,τι στον παλαιότερο αμφορέα του Πολύφημου. Η τυποποίηση των χαρακτηριστικών των Γοργόνων που παρατηρούμε εδώ, με ανθρώπινα μάτια και αφτιά, αλλά μύτη πλατιά, στόμα άγριου ζώου και φλογόσχημους βοστρύχους σαν χαίτη λιονταριού στο κάτω μέρος του προσώπου, οφείλεται στους Κορίνθιους αγγειογράφους και επικρατεί ως την κλασική εποχή. Ο ίδιος ο Περσέας δεν εμφανίζεται στην παράσταση, πιθανότατα λόγω έλλειψης χώρου. Το αγγείο είναι διακοσμημένο μόνο στην μπροστινή όψη· η πίσω πλευρά του φαίνεται ότι δεν ήταν ορατή, επειδή ήταν ταφικό μνημείο, προορισμένο να στηθεί μπροστά από μια όρθια λίθινη πλάκα.

ΔΕΣ: ΑΡΧΑΪΚΗ ΕΠΟΧΗ ΣΤΟΝ ΕΛΛΑΔΙΚΟ ΧΩΡΟ

Αρχαίοι Έλληνες Φιλόσοφοι: ΙI. ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΣΩΚΡΑΤΙΚΟΥΣ ΣΤΗΝ ΥΣΤΕΡΗ ΑΡΧΑΙΟΤΗΤΑ

9.5. Και γιατί «σκύλοι»;


Το όνομά τους το πήραν οι Κυνικοί από τον σκύλο, τον κύνα. Επειδή ο χαρακτηρισμός αυτός είχε υποτιμητική σημασία (υποδηλώνει αναίδεια), εύκολα θα πιστεύαμε ότι τους βάφτισαν έτσι οι φιλοσοφικοί τους αντίπαλοι. Ακόμη κι αν είχε συμβεί αυτό, ο ίδιος ο Διογένης το αποδέχθηκε και αποκαλούσε τον εαυτό του «σκύλο».

Η συμπεριφορά των Κυνικών είναι σαν του σκύλου, δηλαδή κυνική: είναι ωμά ειλικρινής, χωρίς υπεκφυγές, διακρίνει αμέσως φίλους και εχθρούς· είναι ταυτόχρονα και αναίσχυντη, δεν έχει ντροπές στις δημόσιες πράξεις, δεν έχει ντροπές σε καμία πράξη, γιατί όλες γίνονται δημοσίως.

Για τους Κυνικούς, η παρατήρηση της ζωής των ζώων φανερώνει ότι ο άνθρωπος έχασε την αλήθεια εξαιτίας του πολιτισμού, γιατί οι θεμελιώδεις αξίες του (στην πολιτική, στην ηθική, στη θρησκεία) είναι αντίθετες προς τη φύση. Ο πολιτισμός παραχάραξε τον φυσικό νόμο και θέσπισε τον θετικό νόμο που ισχύει στις πολιτείες· αυτό τον νόμο ο Διογένης προσπάθησε να τον υπονομεύσει. Παραχάραξε με τη σειρά του τις συνήθειες των πολιτών και πρόβαλε σαν υπόδειγμα τη φυσική ζωή, ακόμη και τη σκυλίσια. Δεν τόνισε τη λογική πλευρά του ανθρώπου (όπως π.χ. ο Αριστοτέλης), γιατί τον κανόνα τον δίνει η φύση. Ο άνθρωπος οφείλει να ζήσει σύμφωνα με τη φύση, όπως άλλωστε κάνουν οι σκύλοι και όλα τα ζώα.

Ο Διογένης χρησιμοποιεί τα ζώα ως παραδείγματα τόσο για λόγους διαπαιδαγώγησης (ας θυμηθούμε διδακτικούς μύθους, όπως τους αισώπειους) όσο και για να δείξει την ανωτερότητα της φύσης απέναντι στον πολιτισμό.

Η φύση, λοιπόν, διδάσκει· το ίδιο και οι άνθρωποι, αν τους παρατηρούμε. Ο Διογένης έβλεπε ότι μπορούμε να ζήσουμε χωρίς πολλά πράγματα τα οποία έχουμε συνηθίσει να θεωρούμε απαραίτητα. Όταν έφτασε στην Αθήνα το ᾽σκασε ο σκλάβος του, ο Μάνης. Παρηγορήθηκε με τη σκέψη ότι, αν ο Μάνης μπορούσε χωρίς τον Διογένη, τότε και ο Διογένης θα μπορούσε χωρίς τον Μάνη (Διογένης Λαέρτιος 6.55).

Την απλότητα την διδασκόταν και από τα παιδιά - κάτι παράξενο για Έλληνα φιλόσοφο. Όταν είδε ένα παιδί να πίνει νερό με τα χέρια, πέταξε το κύπελλό του· κι όταν είδε κάποιο άλλο παιδί να παίρνει τις φακές του στη γούβα ενός ψωμιού, πέταξε την κούπα του (Διογένης Λαέρτιος 6.37).

Δευτέρα 27 Δεκεμβρίου 2021

ΟΜΗΡΟΣ: Ἰλιάς (9.656-9.713)

Ὣς ἔφαθ᾽, οἱ δὲ ἕκαστος ἑλὼν δέπας ἀμφικύπελλον
σπείσαντες παρὰ νῆας ἴσαν πάλιν· ἦρχε δ᾽ Ὀδυσσεύς.
Πάτροκλος δ᾽ ἑτάροισιν ἰδὲ δμωῇσι κέλευσε
Φοίνικι στορέσαι πυκινὸν λέχος ὅττι τάχιστα.
660 αἱ δ᾽ ἐπιπειθόμεναι στόρεσαν λέχος ὡς ἐκέλευσε,
κώεά τε ῥῆγός τε λίνοιό τε λεπτὸν ἄωτον.
ἔνθ᾽ ὁ γέρων κατέλεκτο καὶ Ἠῶ δῖαν ἔμιμνεν.
αὐτὰρ Ἀχιλλεὺς εὗδε μυχῷ κλισίης εὐπήκτου·
τῷ δ᾽ ἄρα παρκατέλεκτο γυνή, τὴν Λεσβόθεν ἦγε,
665 Φόρβαντος θυγάτηρ, Διομήδη καλλιπάρῃος.
Πάτροκλος δ᾽ ἑτέρωθεν ἐλέξατο· πὰρ δ᾽ ἄρα καὶ τῷ
Ἶφις ἐΰζωνος, τήν οἱ πόρε δῖος Ἀχιλλεὺς
Σκῦρον ἑλὼν αἰπεῖαν, Ἐνυῆος πτολίεθρον.
Οἱ δ᾽ ὅτε δὴ κλισίῃσιν ἐν Ἀτρεΐδαο γένοντο,
670 τοὺς μὲν ἄρα χρυσέοισι κυπέλλοις υἷες Ἀχαιῶν
δειδέχατ᾽ ἄλλοθεν ἄλλος ἀνασταδόν, ἔκ τ᾽ ἐρέοντο·
πρῶτος δ᾽ ἐξερέεινεν ἄναξ ἀνδρῶν Ἀγαμέμνων·
«εἴπ᾽ ἄγε μ᾽, ὦ πολύαιν᾽ Ὀδυσεῦ, μέγα κῦδος Ἀχαιῶν,
ἤ ῥ᾽ ἐθέλει νήεσσιν ἀλεξέμεναι δήϊον πῦρ,
675 ἦ ἀπέειπε, χόλος δ᾽ ἔτ᾽ ἔχει μεγαλήτορα θυμόν;»
Τὸν δ᾽ αὖτε προσέειπε πολύτλας δῖος Ὀδυσσεύς·
«Ἀτρεΐδη κύδιστε, ἄναξ ἀνδρῶν Ἀγάμεμνον,
κεῖνός γ᾽ οὐκ ἐθέλει σβέσσαι χόλον, ἀλλ᾽ ἔτι μᾶλλον
πιμπλάνεται μένεος, σὲ δ᾽ ἀναίνεται ἠδὲ σὰ δῶρα.
680 αὐτόν σε φράζεσθαι ἐν Ἀργείοισιν ἄνωγεν
ὅππως κεν νῆάς τε σαῷς καὶ λαὸν Ἀχαιῶν·
αὐτὸς δ᾽ ἠπείλησεν ἅμ᾽ ἠοῖ φαινομένηφι
νῆας ἐϋσσέλμους ἅλαδ᾽ ἑλκέμεν ἀμφιελίσσας.
καὶ δ᾽ ἂν τοῖς ἄλλοισιν ἔφη παραμυθήσασθαι
685 οἴκαδ᾽ ἀποπλείειν, ἐπεὶ οὐκέτι δήετε τέκμωρ
Ἰλίου αἰπεινῆς· μάλα γάρ ἑθεν εὐρύοπα Ζεὺς
χεῖρα ἑὴν ὑπερέσχε, τεθαρσήκασι δὲ λαοί.
ὣς ἔφατ᾽· εἰσὶ καὶ οἵδε τάδ᾽ εἰπέμεν, οἵ μοι ἕποντο,
Αἴας καὶ κήρυκε δύω, πεπνυμένω ἄμφω.
690 Φοῖνιξ δ᾽ αὖθ᾽ ὁ γέρων κατελέξατο, ὣς γὰρ ἀνώγει,
ὄφρα οἱ ἐν νήεσσι φίλην ἐς πατρίδ᾽ ἕπηται
αὔριον, ἢν ἐθέλῃσιν· ἀνάγκῃ δ᾽ οὔ τί μιν ἄξει.»
Ὣς ἔφαθ᾽, οἱ δ᾽ ἄρα πάντες ἀκὴν ἐγένοντο σιωπῇ
μῦθον ἀγασσάμενοι· μάλα γὰρ κρατερῶς ἀγόρευσε.
695 δὴν δ᾽ ἄνεῳ ἦσαν τετιηότες υἷες Ἀχαιῶν·
ὀψὲ δὲ δὴ μετέειπε βοὴν ἀγαθὸς Διομήδης·
«Ἀτρεΐδη κύδιστε, ἄναξ ἀνδρῶν Ἀγάμεμνον,
μὴ ὄφελες λίσσεσθαι ἀμύμονα Πηλεΐωνα,
μυρία δῶρα διδούς· ὁ δ᾽ ἀγήνωρ ἐστὶ καὶ ἄλλως·
700 νῦν αὖ μιν πολὺ μᾶλλον ἀγηνορίῃσιν ἐνῆκας.
ἀλλ᾽ ἤτοι κεῖνον μὲν ἐάσομεν, ἤ κεν ἴῃσιν,
ἤ κε μένῃ· τότε δ᾽ αὖτε μαχήσεται, ὁππότε κέν μιν
θυμὸς ἐνὶ στήθεσσιν ἀνώγῃ καὶ θεὸς ὄρσῃ.
ἀλλ᾽ ἄγεθ᾽, ὡς ἂν ἐγὼ εἴπω, πειθώμεθα πάντες·
705 νῦν μὲν κοιμήσασθε τεταρπόμενοι φίλον ἦτορ
σίτου καὶ οἴνοιο· τὸ γὰρ μένος ἐστὶ καὶ ἀλκή·
αὐτὰρ ἐπεί κε φανῇ καλὴ ῥοδοδάκτυλος Ἠώς,
καρπαλίμως πρὸ νεῶν ἐχέμεν λαόν τε καὶ ἵππους
ὀτρύνων, καὶ δ᾽ αὐτὸς ἐνὶ πρώτοισι μάχεσθαι.»
710 Ὣς ἔφαθ᾽, οἱ δ᾽ ἄρα πάντες ἐπῄνησαν βασιλῆες,
μῦθον ἀγασσάμενοι Διομήδεος ἱπποδάμοιο.
καὶ τότε δὴ σπείσαντες ἔβαν κλισίηνδε ἕκαστος,
ἔνθα δὲ κοιμήσαντο καὶ ὕπνου δῶρον ἕλοντο.

***
Είπε· και αυτοί, με δίκουπο ποτήρι αφού σπονδίσαν
καθείς, στα πλοία γύριζαν κατόπιν του Οδυσσέως.
Κι επρόσταξεν ο Πάτροκλος τους άνδρες και τες δούλες
την κλίνην αναπαυτικήν του Φοίνικος να στρώσουν.
660 Και αυτές την στρώσαν με προβιές, με τάπητες και ωραίο
λινό σινδόνι επάνωθε· και ο γέρος εις την κλίνην
επλάγιασε, την άφθαρτην Ηώ να περιμένει.
Και παραμέσα στην σκηνήν κοιμήθηκε ο Πηλείδης·
σιμά του επλάγιασε γυνή, που επήρε από την Λέσβον,
665 και κόρ᾽ ήταν του Φόρβαντος, η όμορφη Διομήδη.
Εις μέρος άλλ᾽ ο Πάτροκλος· κι είχε και αυτός στο πλάγι
την Ίφιν την καλόζωνην που του ᾽δωκε ο Πηλείδης,
στην Σκύρον ότε ανέβηκε, την πόλιν του Ενυέως.
Και στου Ατρείδη τες σκηνές όταν εκείνοι εφθάσαν
670 όρθοί σ᾽ αυτούς επρόπιναν των Αχαιών οι παίδες
με τα ποτήρια τα χρυσά και τους ερώτων όλοι.
Και πρώτος τους ερώτησεν ο μέγας Αγαμέμνων:
«Λέγε, Οδυσσέα θαυμαστέ, ω δόξα των Αργείων,
θέλει απ᾽ το πυρ το φλογερόν να σώσει τα καράβια,
675 ή αρνείται, και η μεγάλη του καρδιά θυμώνει ακόμη;»
Του απάντησε ο πολύπαθος, ο θείος Οδυσσέας:
«Ω Αγαμέμνων αρχηγέ, τρισένδοξε, όχι μόνον
δεν σβήνει εκείνος τον θυμόν, αλλά και φλόγα παίρνει
χειρότερη, και αρνείται σε και τα δικά σου δώρα.
680 Και μόνος σου, είπε, να σκεφθείς εσύ με τους Αργείους
πώς τον λαόν των Αχαιών να σώσεις και τα πλοία.
Και αυτός μας εφοβέρισε, πως άμα ξημερώσει
στην θάλασσαν τα ισόπλευρα καράβια του θα σύρει.
Και να στραφούμε θα ᾽λεγε κι οι άλλοι στην πατρίδα
685διότι δεν θα ᾽βρετε ποτέ της υψηλής Ιλίου
το τέλος· ότι επρόβαλε το χέρι του έμπροσθέν της
να την σκεπάσει ο Βροντητής κι εθάρρευσαν τα πλήθη.
Και αυτά που είπεν άκουσαν και τούτ᾽ οι συνοδοί μου,
ο Αίας κι οι δυο κήρυκες, άνδρες και οι δυο με γνώσιν.
690 Και ως είπ᾽ εκείνος πλάγιασεν ο Φοίνιξ στην σκηνήν του,
και στην γλυκιάν πατρίδα του θενά τον συνοδεύσει
αύριον, αν θέλει· στανικώς δεν θέλει αυτός τον πάρει».
Είπε κι εκείνοι εσίγησαν, άφωνοι εμείναν όλοι
από τον λόγον φοβερόν που ακούσαν ξιπασμένοι.
695 Κι εσώπαν εις την θλίψιν τους των Αχαιών οι παίδες,
όσο που λόγον άρχισεν ο ανίκητος Διομήδης:
«Ω Αγαμέμνων αρχηγέ, τρισένδοξε Ατρείδη,
τον έξοχον Πηλείωνα να μη ᾽χες ικετεύσει
με δώρα τόσα· κι έπαρσιν πολλήν έχ᾽ η ψυχή του
700 και τώρα τον εμψύχωσες πολύ στην έπαρσίν του.
Αλλ᾽ ας αφήσομεν αυτόν, ή αναχωρήσ᾽ ή μείνει·
και πάλι οπόταν του το ειπεί στα στήθη του η καρδία
και τον κινήσει ένας θεός, αυτός θα πολεμήσει.
Αλλ᾽ ό,τι τώρα εγώ θα ειπώ να το δεχθούμεν όλοι.
705 Πρώτα ευφρανθείτε το φαγί και το κρασί που είναι
δύναμις εις τον άνθρωπον· κατόπι αναπαυθείτε.
Και όταν η ροδοδάκτυλος Ηώς την γην φωτίσει,
τους ίππους και όλον τον λαόν ευθύς εμπρός στα πλοία
κίνησε και πολέμησε συ μεταξύ των πρώτων».
710 Έπαυσε και όλ᾽ οι βασιλείς, ότ᾽ είπεν εδεχθήκαν
και του Διομήδη εθαύμασαν τον λόγον του ιπποδάμου·
και αφού σπονδίσαν πήγαινε καθείς εις την σκηνήν του
κι εκεί του ύπνου εχάρηκαν το δώρον πλαγιασμένοι.

Μάθε να αγαπάς αυτούς που δεν πληγώνουν την αγάπη

Έμαθες να έλκεσαι από τα δύσκολα. Έμαθες να έλκεσαι από ανθρώπους που σε πλήγωναν εύκολα, που δεν δίσταζαν να σου πουν όχι, που δεν σε φρόντιζαν όσο θα ήθελες. Έμαθες να έλκεσαι από ανθρώπους που ενώ γνώριζες ότι δεν είσαι ευτυχισμένος, ευτυχισμένη, παρέμενες και το ονόμαζες σχέση.

Παλιά έλεγες ότι αξίζεις περισσότερα, σταδιακά όμως σταμάτησες να το λες. Τον ξέχασες τον εαυτό σου. Δικαιολογούσες όλες τις συμπεριφορές των άλλων. Έμαθες να εφευρίσκεις δικαιολογίες για όλες τις συμπεριφορές, για όλα τα λόγια, για αυτά που σε πλήγωναν. Έμαθες να λες ότι γίνεσαι πιο δυνατός, πιο δυνατή έτσι.

Έμαθες να προσπαθείς να σώσεις, ακόμα και αυτά που δεν σώζονται. Προσπαθούσες για χρόνια να πείσεις τον εαυτό σου ότι έτσι είναι οι σχέσεις. Δύσκολες, πρέπει πάντα να καταλαβαίνεις τον άλλον, απαιτούν μόνιμα συμβιβασμούς και μόνιμα έπρεπε να προσφέρεις εσύ.

Να σου πω όμως κάτι; Δεν είναι έτσι οι σχέσεις. Έμαθες να αγαπάς όσους πληγώνουν την αγάπη, όσους πλήγωναν εσένα. Ονόμαζες το λίγο πολύ και πάντα δικαιολογούσες. Πάντα έλεγες ότι καταλαβαίνεις τους άλλους και ότι στην αγάπη πρέπει πάντα να ακούμε. Να σου πω όμως κάτι;

Δεν είναι αυτό αγάπη. Στην αγάπη προσφέρουν και οι δύο, νιώθουν και οι δύο, ακούνε και οι δύο, φροντίζουν και θαυμάζουν και οι δύο, ρωτάνε και οι δύο, ενδιαφέρονται και οι δύο, είναι παρόντες και οι δύο, επιδιώκουν και οι δύο, προσφέρουν και οι δύο, θέλουν τη σχέση έμπρακτα και οι δύο.

Δεν πληγώνουν. Δεν μειώνουν. Δεν παραμελούν. Δεν αγνοούν. Δείχνουν, με λίγα ή με πολλά, δεν έχει σημασία. Σέβονται. Και είναι τόσο όμορφο να σε σέβονται, να σε θαυμάζουν, να σου λένε πόσο όμορφος είσαι ή πόσο όμορφο είναι αυτό που έφτιαξες.

Σταμάτησε να δικαιολογείς και να αρκείσαι στα λίγα. Φρόντισε τον εαυτό σου και αγάπησέ τον μέσα από τις επιλογές σου. Μην περιμένεις μία γιορτή για να σου δείξει ο άλλος αν σε αγαπάει. Αγάπη σημαίνει να σου δείχνω καθημερινά ότι αξίζω εγώ να είμαι δίπλα σου.

Γιατί ανεβάζουμε παλμούς όταν αρχίζει πρόταση με τ’ όνομά μας;

Από μικρή ηλικία μάθαμε η πρώτη λέξη στην οποία ανταποκρινόμαστε να είναι το όνομά μας. Μπορεί να μην ξέραμε συναισθηματικά ποιοι είμαστε, να περάσαμε στιγμές στην εφηβεία -ή και όχι- που ψάχναμε να προσδιορίσουμε την ταυτότητά μας. Αυτή η μικρή λεξούλα όμως, παρέμενε εκεί, να μας χαρακτηρίζει. Καλώς ή κακώς το έχουμε μάθει πλέον. Ξέρουμε πότε το χρησιμοποιούν οι δικοί μας άνθρωποι και πότε εμείς πρέπει να αντιδράσουμε στο άκουσμά του.

Μιας και έγινε μια μικρή αναπόληση, ίσως θα ήταν καλό να θυμηθούμε λίγο κάτι παλιά όμορφα απογεύματα. Που παίζαμε ανέμελοι σε αυλές ή σε δρόμους και η μητέρα ή η γιαγιά μάς φώναζε ονομαστικά και γινόταν ο τελάλης της γειτονιάς. Ξέραμε ότι όταν μας φώναζε είτε θα ήταν για κάποια σκανταλιά που ανακάλυψε, είτε για να σημάνει τη λήξη στο παιχνίδι μας. Οποιοδήποτε και από τα δυο να ήταν, σίγουρα δεν ακουγόταν για καλό.

Άλλη μια φορά που αναγνωρίζαμε ότι θα συμβεί μάχη στα επόμενα δευτερόλεπτα, ήταν όταν τα αδέρφια ή τα ξαδέρφια μας, φώναζαν τις μητέρες τους ξεκινώντας την πρόταση με το «Μαμά, η Μαρία ή ο Γιώργος…». Φυσικά και αυτό ήταν ένα από τα πιο αναγνωρισμένα red flags της εποχής μας και απ’ το μυαλό μας πέρναγε γρήγορα πως το να τρέξουμε μάλλον θα ήταν καλή επιλογή. Καθώς μεγαλώναμε και εξελισσόμασταν ξέραμε στο σχολείο, στο πανεπιστήμιο ή στη δουλειά, πως εάν ακουστεί το όνομά μας από το στόμα του διευθυντή σήμαινε αποβολή, απόλυση ή καμιά έξτρα τρίωρη υπερωρία παραμονή Χριστουγέννων.

Ένα από τα πιο μεγάλα σήματα κινδύνου, διεθνώς αναγνωρισμένο, σε επίπεδο που μέχρι και η πυροσβεστική θα έπρεπε να παρέμβει για να σβήσει τις φωτιές μας ανάβουν, είναι όταν το ταίρι λέει «Μαρία (αντί για μωρό μου), Γιώργο (αντί για αγάπη μου) θέλω να μιλήσουμε». Αμέ, σαφώς μπορούμε να μιλήσουμε και να πούμε ό,τι θέλεις, άλλωστε έτσι είναι οι σχέσεις, έχουν συζήτηση. Όμως ξεκινώντας με αυτήν την πρόταση είναι σαν να μάρτυρας πως είναι κάτι πιο σοβαρό από τα συνηθισμένα, κάτι που θέλει σκέψη και που -πιθανότατα- θα στήσει τον Γιώργο ή τη Μαρία στον τοίχο με συνοπτικές διαδικασίες.

Κι ενώ τα παραπάνω red flags που αναφέραμε έχουν και το αστείο στοιχείο τους, στην πραγματικότητα και ύστερα από αρκετές ώρες και χρονιές δουλειάς ή διαβάσματος, παύει να είναι πλέον τόσο χιουμοριστικό. Μπορεί να εξελιχθεί ακόμη και σε ένα είδος φοβίας. Να φέρει εντάσεις, παρεξηγήσεις και τσακωμούς. Και τίποτε απ’ όλα αυτά δε θα γίνει ηθελημένα.

Σκέψου το εξής σκηνικό. Βρίσκεσαι στο γραφείο και συζητάς κάτι με έναν φίλο και συνάδελφό σου. Ξαφνικά, ξεκινάει μια πρόταση με το όνομά σου, κάνοντας έπειτα μια απλή ερώτηση, για παράδειγμα: «Γιώργο, ξέρεις γιατί δε δουλεύει η καφετιέρα;». Δεν είσαι σίγουρος, μα κι ο τόνος σου φάνηκε αλλιώτικος. «Λες να νομίζει πως τη χάλασα εγώ;», «Έχω να πιώ καφέ εδώ και μια βδομάδα που τον έκοψα, γιατί να ρωτήσει εμένα;», «Τι έπαθε στα καλά καθούμενα και μιλάει έτσι;», είναι ίσως μερικές απ’ τις αυτόματες σκέψεις, αφού ο εγκέφαλος εξέλαβε το όνομα ως σήμα για να αρχίσει να προστατεύεται. Φυσικά και δε θα πούμε στον φίλο μας κάτι απ’ αυτά, ούτε θα απαντήσουμε «γιατί ανέφερες το όνομά μου» ίσως όμως ρωτήσουμε προς τι η ένταση. Κι ας έχουμε εμείς περισσότερη από τον συνομιλητή μας.

Πρόκειται για κάτι που θα πρέπει να δουλέψουμε εμείς οι ίδιοι. Να κρατάμε την εκρηκτικότητά μας ακόμη κι αν ακούμε το όνομά μας στην αρχή της πρότασης, δίνοντας μια μικρή ευκαιρία να καταλάβουμε πραγματικά γιατί μπήκε εκεί. Ίσως αυτή η μικρή λεξούλα να μην είναι πάντα λόγος για red flag αλλά να μπορεί να σημάνει κι ένα white flag, αυτό της ανακωχής.

Υ.Γ. Εάν βέβαια το ακούς συχνά και σε ενοχλεί και τόσο, τι λες να αλλάξεις όνομα για να έχει και κάποια εναλλαγή η ρουτίνα;

Για τη φύση του ανθρώπου

Το ερώτημα που έχει ταλανίσει όλους τους εκπροσώπους των ανθρωπιστικών επιστημών και το οποίο δεν έχει καταφέρει να απαντηθεί είναι «ποια η φύση του ανθρώπου»; Είναι άραγε ο άνθρωπος καλός η κακός; Θεός ή Δαίμων; Λύκος η πρόβατο;

Στον πυρήνα του ερωτήματος που έχει βασανίσει επιστήμονες και φιλοσόφους, κρύβεται μια πλάνη. Πριν από χιλιάδες χρονιά, ο Λάο Τσε είχε κατανοήσει απόλυτα το ότι η χαρακτηρολογική προσέγγιση ενός προβλήματος είναι η Αχίλλειος πτέρνα της επίλυσης του, διότι δε μας βοηθά να κατανοήσουμε το πρόβλημα.

Όταν χαρακτηρίζουμε κάτι ως καλό, εμφαίνει, κάτι άλλο γίνεται αυτόματα κακό, όταν αποκαλούμε κάτι ωραίο κάτι άλλο πρέπει να είναι άσχημο. Υπό την έννοια αυτή, η κατανόηση της φύσης του προβλήματος υπερβαίνει κάθε ηθική προσέγγιση και εισέρχεται βαθειά στη ριζά του προβλήματος.

Ο άνθρωπος ως ον είναι ένα κράμα βιολογικών, ψυχολογικών και κοινωνικών δυναμικών παραγόντων που βρίσκονται σε άμεση αλληλεπίδραση μεταξύ τους. Η συμπεριφορά του ανθρώπου υποκινείται από πανίσχυρα πρωτόγονα ένστικτα καθώς και από εξίσου ισχυρές ενδοψυχικες ανάγκες.

Ο ψυχολογικός και βιολογικός παράγοντας είναι άμεσα συνδεδεμένοι μεταξύ τους και βρίσκονται σε πλήρη αρμονία σε ένα υγιές και ολοκληρωμένο άτομο. Σε πολλές όμως περιπτώσεις αυτός ο ομοιοστατικος μηχανισμός που τους κρατά σε αρμονία διαταράσσεται την αρμονία διαδέχεται η δυσαρμονία και η δυσφορια.

Οι δυο βασικότερες κινητήριες δυνάμεις της ανθρώπινης συμπεριφοράς, ο όποιες αν δεν εκφραστούν κατάλληλα προκαλούν τη μεγαλύτερη δυσαρμονία, είναι η επιθετική ενορμηση και η ανάγκη του σχετίζεσθαι με τους άλλους.

Η επιθετικότητα συγκαταλέγεται ανάμεσα στα πιο αρχέγονα ένστικτα του ανθρώπου, είναι γραμμένη στα γονίδια του και σκοπό έχει να μας προστατευσει από έναν επαπειλούμενο κίνδυνο. Η επιθετικότητα ως ένστικτο λοιπόν προστατεύει τη ζωή. Η επιθετικότητα όμως έχει και ένα δεύτερο σκοπό που δεν είναι άλλος από την επιβολή της δύναμης και της κυριαρχίας ενός ανθρώπου πάνω σε κάποιον άλλο, η μιας ομάδας ανθρώπων σε κάποια άλλη. Όλη η ιστορία της ανθρωπότητας θα μπορούσε να περιγραφεί ως ένας αιματηρός αγώνας για δύναμη και κυριαρχία.

Παρότι φαινομενικά παράδοξο και αντιφατικό, αν παρατηρήσουμε πιο προσεκτικά την ιστορία του ανθρώπινου πολιτισμού, βλέπουμε ότι οικοδομήθηκε πάνω στην ανάγκη του «σχετίζεσθαι» με τους άλλους.

Η ανάγκη του ανθρώπου να σχετιστεί με «τον άλλο» είναι η πιο ισχυρή ψυχολογική και παράλληλα ενστικτώδης καθώς και βιολογικά καθοριζόμενη ανάγκη. Το βρέφος γνωρίζει ότι αν δεν αναπτύξει δεσμό με τη μητέρα δε θα επιβιώσει διότι δε μπορεί να εξασφαλίσει την τροφή του. Στην ενήλικη ζωή το «σχετίζεσθαι» με τους άλλους εξασφαλίζει συναισθηματική τροφή που είναι εξίσου σημαντική για την ωρίμανση και ανάπτυξη του ανθρώπου

Στο κοινωνικό επίπεδο, μία κοινωνία είναι «αρκετά καλή» όταν καταφέρει να ικανοποιήσει παραγωγικά την ανάγκη του ανθρώπου να αναπτύξει δεσμούς με τους γύρω του. Μάλιστα, ένα τέτοιο είδος μοντέλου κοινωνίας δομείται και θεμελιώνεται πάνω σε αυτή την ανάγκη.

Η «αρκετά καλή» κοινωνία δεν αγνοεί την επιθετική ενόρμηση του ανθρώπου, ούτε προσπαθεί να την καταπνίξει. Αντιθέτως, τη μετουσιώνει ενθαρρύνοντας έτσι την εκτόνωση της μέσω κοινωνικά αποδεκτών τρόπων. Η «αρκετά καλή» κοινωνία φροντίζει και τις παραγωγικές και τις καταστροφικές δυνάμεις του ανθρώπου, αξιοποιώντας τις πρώτες και κατευθύνοντας τις δεύτερες, κατανοώντας πλήρως τη δυναμική και τη φύση του ανθρώπου.

Σαδισμός

Το ανθρώπινο ον είναι ένα συνονθύλευμα ψυχολογικών, βιολογικών και κοινωνικών μηχανισμών που βρίσκονται σε συνεχή αλληλεπίδραση μεταξύ τους και καθορίζουν την προσωπικότητα του.

Από βιολογικής άποψης, οι πιο ισχυρές ενστικτώδεις ενορμήσεις του ανθρώπου είναι η επιβίωση, δηλαδή η ανάγκη να κρατήσει τον εαυτό του ζωντανό και η αναπαραγωγή, η οποία είναι μία μορφή μεταθανάτιας επιβίωσης μεταφέροντας τμήματα του εαυτού μας μέσω των γονιδίων και δημιουργώντας έτσι ζωή.

Ωστόσο, στον αστερισμό της ανθρώπινης ψυχοσύνθεσης, πέρα από τα ένστικτα διατήρησης και διαιώνισης της ζωής υπάρχουν και κακοήθεις μορφές επιθετικών ενστίκτων, που τείνουν να καταστρέψουν τη ζωή. Δύο από τα πιο αξιοσημείωτα κακοήθη και παθολογικά υποκατάστατα της ζωής είναι ο σαδισμός, τον οποίο πραγματεύεται αυτό το κείμενο, καθώς και η νεκροφιλία.

Ο σαδισμός ως όρος έχει τις ρίζες του στον 18αι., και βασίστηκε στη ζωή και στα γραπτά του Γάλλου μυθιστοριογράφου Μαρκήσιου ντε Σαντ. Ως ιατρικός όρος πρώτο-χρησιμοποιήθηκε κάποια χρόνια αργότερα από τον ψυχίατρο Κrafft- Εbing για να περιγράψει μια μορφή διαταραχής της προσωπικότητας γνωστής ως "psychopathia sexualis".

Μεταγενέστεροι μελετητές προσεγγίζουν τον σαδισμό ως ένα μοτίβο συμπεριφορών που κυμαίνεται από τη μη σεξουαλική ψυχολογική ή σωματική βία έως τη σεξουαλική κακοποίηση και τα βασανιστήρια που καταλήγουν σε φόνο. Αν ανατρέξουμε στη σημερινή βιβλιογραφία θα δούμε ότι υπάρχει μια πληθώρα ερμηνειών αναφορικά με το φαινόμενο του σαδισμού.

Σύμφωνα με την επικρατέστερη, ο σαδισμός ορίζεται ως το αίσθημα της σεξουαλικής (ή μη) διέγερσης και η ευχαρίστηση που αισθάνεται κάποιος όταν προξενεί συναισθηματικό ή σωματικό πόνο σε ένα άλλο ανθρώπινο πλάσμα. Ο ίδιος ο Φρόυντ θεωρούσε το σαδισμό καθώς και το μαζοχισμό ως διαστροφές της σεξουαλικότητας του ατόμου μέσω των οποίων το άτομο δύναται να νιώσει σεξουαλική ικανοποίηση.

Προσωπικά πιστεύω ότι ο σαδισμός είναι ένα πιο ευρύ και πολύπλοκο φαινόμενο και δε μπορεί να απομονωθεί στη σφαίρα της σεξουαλικής ζωής. Το σεξ είναι μία μόνο πτυχή της ανθρώπινης δραστηριότητας και μια διαταραχή προσωπικότητας, όπως ο σαδισμός, μπορεί να εκφραστεί μόνο σε ένα περιορισμένο βαθμό κατά τη διάρκεια της σεξουαλικής πράξης και δε μπορεί να είναι δηλωτικό στοιχείο μιας διαταραχής. Επομένως, ο σαδισμός δεν μπορεί να οριστεί ως σεξουαλικό φαινόμενο παρόλο που μπορούμε να εντοπίσουμε εκφάνσεις του στη σεξουαλική ζωή.

Επίσης ο σαδισμός υπερβαίνει το αίσθημα ευχαρίστησης και την επιθυμία να προκαλέσουμε πόνο στον άλλο, διότι και αυτός ο ορισμός είναι ανεπαρκής να εξηγήσει σε βάθος το φαινόμενο. Αντιθέτως, ως σαδισμό θα μπορούσαμε να ορίσουμε την επιθυμία ενός ατόμου να κυριαρχήσει απόλυτα πάνω σε ένα άλλο πλάσμα, να ασκήσει σε αυτό απόλυτο έλεγχο και να το μετατρέψει σε άβουλο αντικείμενο της θέλησης του. Όλες οι παραπάνω εκφάνσεις και μορφές του σαδισμού είναι αποτέλεσμα της προαναφερθείσας παρώθησης, της ευχαρίστησης δηλαδή που δίνει η απόλυτη κυριαρχία σε ένα έμβιο ον.

Αυτή κάθε αυτή η σαδιστική παρόρμηση αντιβαίνει στο φαινόμενο της ζωής και λειτουργεί ως υποκατάστατο της τελευταίας. Ασκώντας πλήρη κυριαρχία σε ένα ανθρώπινο πλάσμα, ο σαδιστής του στερεί μια βασική και θεμελιώδη αρχή της ζωής, την ικανότητα να δράσει ελεύθερα και αυθόρμητα. Έτσι το θύμα της σαδιστικής βίας το οποίο στερείται της προσωπικής του ελευθερίας μετατρέπεται, κατά μία βαθύτερη ψυχολογικά έννοια, σε ά-ψυχο ον.

Ο σαδιστής δεν αγαπά τη ζωή αλλά τη φθονεί. Μέσω αυτής της αντισταθμιστικής και σαδιστικής βίας εκδικείται τη ζωή αρπάζοντας βίαια από αυτήν το πιο όμορφο κομμάτι της, την ελευθερία, με τον ίδιο τρόπο που ο Πλούτωνας άρπαξε την όμορφη Περσεφόνη και την οδήγησε στο ζοφερό σκοτάδι του Άδη.

Ένα παιδί που δεν το αποδέχθηκαν, τρέχει μια ζωή προκειμένου να φτάσει κάπου

Κι εμείς τι πάθαμε που μεγαλώσαμε έτσι; 
–Γίναμε έτσι…

«Είναι εύκολο να γίνεις γονιός, αλλά είναι δύσκολο να είσαι γονιός».

Σ’ αυτή τη φράση ο Βίλχελμ Μπους εσωκλείει σύντομα και περιεκτικά τη δυσκολία – κι ό,τι αυτή προϋποθέτει ή συνεπάγεται- του να είναι κανείς όχι τέλειος, αλλά ένας αρκούντως καλός γονιός. Εξάλλου τέλειοι γονείς δεν υπάρχουν, όπως δεν υπάρχουν και τέλεια παιδιά, κι αυτό είναι κάτι, που χρειάζεται να κρατάμε καλά στο νου μας.

Όταν κάποιος γίνεται γονιός, τότε είναι η στιγμή που έρχεται στην επιφάνεια το δικό του εσωτερικό παιδί, των δικών του παιδικών χρόνων, έρχεται ξανά σε επαφή με το παρελθόν του, με τα τραύματά του. Και μπορεί είτε να υποκύψει σ’ αυτά και να τα αναπαράγει, διαιωνίζοντας με τη σειρά του αυτό το φαύλο κύκλο γενεών, είτε μπορεί να έρθει αντιμέτωπος με τις πληγές του, σπάζοντας τον κύκλο. Όποια κι αν είναι η επιλογή του, οι συνέπειες είναι αναπόφευκτες και αντίστοιχες της απόφασής του. Ο πρώτος δρόμος είναι σίγουρα ο πιο εύκολος, αλλά εξίσου σίγουρα είναι και ο πιο επικίνδυνος και επώδυνος για το παιδί μπροστά του.

Οι γονείς βλέπουν το παιδί τους ως προέκταση του εαυτού τους, αδυνατούν να το δουν ως ξεχωριστή προσωπικότητα, ως πλάσμα με διαφορετική ταυτότητα, τη δική του ταυτότητα. Περιμένουν απ’ αυτό να γίνει ό,τι δεν έγιναν, να κάνει ό,τι δεν έκαναν, να ζήσουν τη ζωή που δεν έζησαν μέσα απ’ τη ζωή του παιδιού τους, να “φτιάξουν” το τέλειο, το ιδανικό, το ατσαλάκωτο παιδί. Αντ’ αυτού όμως, το μόνο που καταφέρνουν να “φτιάξουν” είναι ένα φοβισμένο παιδί.

«Όταν ο γονιός δεν έχει αρκετή αυτοπεποίθηση, όταν δεν είναι σίγουρος για τη θέση του, μπορεί να αντιδρά άσχημα στις εκδηλώσεις αντίστασης του παιδιού του. Αντί να δει την αντίσταση ως μία εκδήλωση της ταυτότητας του παιδιού, αισθάνεται ότι κατευθύνεται εναντίον του» (Ιζαμπέλ Φιλιοζά). Και τότε οι γονείς κάνουν ένα από τα μεγαλύτερα τους λάθη. Αντί να προσπαθήσουν να κατανοήσουν τη συμπεριφορά του παιδιού τους, προσπαθούν να μεγαλώσουν ένα υπάκουο και πειθαρχημένο παιδί χρησιμοποιώντας ως όπλο τους και έχοντας ως σύμμαχο τους το φόβο. Και ο φόβος είναι παιδική κακοποίηση.

Παιδική κακοποίηση δεν είναι μόνο ό,τι αγγίζει τη σφαίρα του ακραίου. Παιδική κακοποίηση είναι οι τιμωρίες, οι επικρίσεις, οι υποτιμήσεις, οι ετικέτες, οι συγκρίσεις, οι απαιτήσεις, οι απειλές, η αδιαφορία, η απόρριψη, η απαξίωση, η ειρωνεία, τα λόγια που πονάνε, η αγάπη υπό όρους («Σ’ αγαπώ/ Είσαι καλός/ή, αν κάνεις αυτό που λέω/θέλω εγώ»).

Δε μιλάμε πλέον για μια σχέση ισότιμη, αναφορικά με την αξιοπρέπεια και την Το παιδί δεν μπορεί να ακούει προσβολές, γιατί μόνο έτσι μεγαλώνοντας θα αποκτήσει αξιοπρέπεια αξία του παιδιού ως ανθρώπου. Μιλάμε για μια σχέση ελέγχου, για ένα μόνιμο παιχνίδι εξουσίας, με τους γονείς να κατηγορούν το παιδί ξεχνώντας ότι αυτοί το ξεκίνησαν.

Κάθε φορά που ο γονιός επιδιώκει να επιβληθεί στο παιδί του, κατ’ ουσίαν επιχειρεί να επιβληθεί στα τραύματα του για να μην πονάει. Πίσω απ’ τη βία κρύβεται μια δική του ιστορία, είναι οι παλιές πληγές, που ξαναματώνουν, προβάλλει την οργή της παιδικής του ηλικίας στο παιδί του.

Το παιδί εξαρτάται από τους γονείς του, καθρεφτίζεται στο βλέμμα τους, βλέπει τον εαυτό του μέσα απ’ τα δικά τους μάτια. Το παιδί δεν έχει ανάγκη από τέλειους γονείς, έχει ανάγκη από γονείς που το αγαπούν και κυρίως το αποδέχονται άνευ όρων και όχι άνευ ορίων. Δε φτάνει μόνο η αγάπη, χρειάζεται και η αποδοχή. Ένα παιδί, που δεν το αποδέχθηκαν, τρέχει για μια ζωή προκειμένου να φτάσει κάπου. Έχει ανάγκη από γονείς που αποδέχονται ότι το παιδί τους δεν είναι τέλειο, ότι δεν είναι ίσως αυτό που ονειρεύτηκαν, ότι δεν είναι αυτό που θα ήθελαν να είναι. Αλήθεια, οι ίδιοι είναι αυτό που θα ήθελαν να είναι; Αποδέχτηκαν ποτέ τον εαυτό τους; Τον αγάπησαν; Το παιδί έχει ανάγκη από γονείς, που αναγνωρίζουν τα λάθη τους, τα παραδέχονται και προσπαθούν να τα διορθώσουν.

«Κι εμείς τι πάθαμε που μεγαλώσαμε έτσι;». Μεγαλώσαμε μέσα σ’ έναν ψεύτικο εαυτό. Μάθαμε να φοβόμαστε, να κρυβόμαστε πίσω από μάσκες, να μην έχουμε πρόσωπο, αλλά προσωπείο, να φοράμε το κουστούμι μας και να παίζουμε το ρόλο μας. Μάθαμε να μην εκφράζουμε τις ανάγκες και τα «θέλω» μας, να μην τα αναγνωρίζουμε, να θέλουμε τα «θέλω» των άλλων, να τα περνάμε για δικά μας, να τους ανήκουμε, να εξαρτιόμαστε. Μάθαμε να μην αγαπάμε τον εαυτό μας, άρα και τους άλλους, να μην τον αποδεχόμαστε, να τον σαμποτάρουμε, να ζητούμε το δυσλειτουργικό για να λειτουργήσουμε ή για να νομίζουμε ότι έτσι λειτουργούμε. Μάθαμε να βολευόμαστε, να μη ρισκάρουμε, να μην κυνηγάμε τα όνειρά μας, να μην ονειρευόμαστε, να μας τρομάζει η αλλαγή, δηλαδή η ίδια η ζωή, μάθαμε να μη ζούμε. Άλλα περισσότερο, άλλα λιγότερο. Άλλοι περισσότερο, άλλοι λιγότερο. Κι αν πάλι όλα αυτά δεν τα αναγνωρίζουμε είναι γιατί κυρίως μάθαμε να τα βάζουμε όλα «κάτω απ’ το χαλί»… Κι αφού δεν τα βλέπω, ή μάλλον δε θέλω να τα δω, τότε δεν υπάρχουν! Αυτό πάθαμε. Γίναμε έτσι…

Μας οφείλουμε λοιπόν να βγούμε στο Ερεβοκτόνο φως, να δούμε τις σκιές μας, να τις αναγνωρίσουμε, να τις γνωρίσουμε κι αυτή τη φορά να μάθουμε να τις διαχειριζόμαστε. «Να πούμε “ναι” στον εαυτό μας, να αντιμετωπίσουμε τον εαυτό μας σαν αυτό να είναι το σοβαρότερο απ’ όλα τα καθήκοντά μας.» (C. Jung). Να βγάλουμε τη μάσκα! Να σπάσουμε τον κύκλο!

Μπορείς να είσαι αυτός που είσαι

Παντού και πάντα σε ό,τι και αν έκανα η συμβουλή των δικών μου ανθρώπων ήταν “να είσαι ο εαυτός σου σε ό,τι και αν κάνεις”. Τι πιο ωραίο άλλωστε να είσαι ο εαυτός σου και να μην φοβάσαι να πείς την αλήθεια.

Έχεις σκεφτεί ποτέ ότι αυτό που σκέφτεσαι αυτό και αισθάνεσαι;

Οι άνθρωποι ανεξαρτήτου ηλικίας καταβάλλουν προσπάθειες να ξεφύγουν από τη κριτική των άλλων αποφεύγοντας να λένε αυτό που πραγματικά θέλουν. Παρατηρούμε για παράδειγμα να μην εκφράζουν τη γνώμη τους σε μια κουβέντα φίλων με πολιτικά, να μην εκφράζουν τις επιθυμίες τους στο εργασιακό περιβάλλον ή και να μην ζητούν αυτό που θέλουν από το σύντροφο τους. Αυτό συμβαίνει γιατί φοβόμαστε τη κριτική από τους άλλους καθώς επιθυμούμε να είμαστε αρεστοί σε όλους. Η συνεχής διαδικασία της κριτικής μεταξύ των ανθρώπων δεν θα σταματήσει και ο μόνος τρόπος αντιμετώπισής της είναι να αφήσουμε το καθένα να κρίνει όπως θέλει, να κοιτάξουμε τις δικές μας κριτικές και να μην σταματήσουμε να είμαστε αυτό που είμαστε.

Τα παραπάνω βήματα αντιμετώπισης του φόβου της κριτικής από τους άλλους θα κρατήσουν τη ψυχολογία μας και το χαρακτήρα μας ακέραιο από κάθε σχόλιο και αρνητική ενέργεια. Παρ’ όλα αυτά η κάθε συμπεριφορά που αναγκάζεσαι να αντιμετωπίσεις σε καθιστά πιο ώριμο επιλέγοντας το καλύτερο περιβάλλον για σένα. Ο χαρακτήρας σου ενδυναμώνει με ό,τι έχει να αντιμετωπίσει καθώς όλοι έχουν να σου δώσουν ένα μάθημα είτε καλό είτε ”καλύτερο”.

Άλλωστε όπως υποστήριζε και ο διάσημος φιλόσοφος και Ψυχολόγος της θετικής σχολής Ψυχολογίας Κάρλ Γκούσταβ Γιούνκ «ό,τι μας ενοχλεί στους άλλους, μπορεί να μας βοηθήσει να καταλάβουμε καλύτερα τον εαυτό μας».

Πρίν θυμώσεις γιατί δεν απάντησες όπως πραγματικά ήθελες σε μια κριτική που υπέστη στο παρελθόν λόγω συνθηκών, άσε το χρόνο να δώσει την απάντηση και μην ξεχνάς να ”βλέπεις” πίσω από τη συμπεριφορά των άλλων γιατί τις περισσότερες φορές δεν είναι κάτι “προσωπικό”, αφού ο οποιοσδήποτε κρίνει βάσει των δικών του βιωμάτων και των ηθικών αξιών του, έχοντας προσωπική αντίληψη των καταστάσεων και του κόσμου.

Καθένας είναι διαφορετικός και είναι σημαντικό να αποδεχόμαστε τον άλλον όπως ακριβώς είναι, σεβόμενοι τις απόψεις του, τις επιθυμίες του, την ιδεολογία του. Ο καθένας είναι ελεύθερος να είναι όπως θέλει να είναι.

Ας αποδεχτούμε λοιπόν, τη διαφορετικότητα μεταξύ μας, δίνοντας στους άλλους αυτό που έχουμε και παίρνοντας αυτό που οι άλλοι μπορούν να μας δώσουν.

Η συνειδητοποίηση της σημαντικότητας της επικοινωνίας μεταξύ των ανθρώπων θα μας δώσει έναν πιο όμορφο και απλό κόσμο γύρω μας.

Πολλοί όμως δε θέλουν να κάνουν αυτή την προσπάθεια

Όσο λιγότερο καθαρά βλέπουμε την πραγματικότητα του κόσμου – όσο περισσότερο το πνεύμα μας είναι θολωμένο από ψέματα, απατηλές αντιλήψεις, και ψευδαισθήσεις – τόσο λιγότερο ικανοί θα είμαστε να χαράζουμε μια σωστή πορεία δράσης και να παίρνουμε σωστές αποφάσεις. Ο τρόπος που βλέπουμε την πραγματικότητα είναι σαν ένας χάρτης με τον οποίο ανιχνεύουμε το έδαφος της ζωής. Αν ο χάρτης είναι αληθινός και ακριβής, θα ξέρουμε γενικά πού βρισκόμαστε, κι αν έχουμε αποφασίσει πού θέλουμε να πάμε, θα ξέρουμε γενικά πώς να φτάσουμε εκεί. Αν ο χάρτης είναι λαθεμένος και ανακριβής, το αποτέλεσμα γενικά είναι να χαθούμε. Μολονότι αυτό είναι ολοφάνερο, οι περισσότεροι άνθρωποι προτιμούν, σε μεγαλύτερο ή μικρότερο βαθμό, να το αγνοούν. Το αγνοούν γιατί η όδευσή μας προς την πραγματικότητα δεν είναι εύκολη. 

Πρώτα πρώτα δε γεννιόμαστε με χάρτες· πρέπει να τους φτιάξουμε. Και το φτιάξιμό τους απαιτεί προσπάθεια. Όσο μεγαλύτερη προσπάθεια καταβάλουμε για να εκτιμήσουμε και να αντιληφθούμε την πραγματικότητα, τόσο μεγαλύτεροι και ακριβέστεροι θα είναι οι χάρτες μας. Πολλοί όμως δε θέλουν να κάνουν αυτή την προσπάθεια. Μερικοί σταματούν να την κάνουν όταν φτάνουν στο τέλος της εφηβείας. Οι χάρτες τους είναι μικροί και πρόχειροι, και οι απόψεις τους για τον κόσμο περιορισμένες και παραπλανητικές. Προς το τέλος της μέσης ηλικίας, οι περισσότεροι άνθρωποι έχουν παραιτηθεί από την προσπάθεια. Αισθάνονται σίγουροι ότι οι χάρτες τους είναι πλήρεις και ότι η Weltanschauung (κοσμοθεωρία) τους είναι σωστή (και μάλιστα ιερή) και δεν ενδιαφέρονται πια για καινούργιες γνώσεις. Λες και είναι κουρασμένοι. Μόνο μια σχετικά μικρή και τυχερή μειοψηφία συνεχίζει μέχρι τη στιγμή του θανάτου να εξερευνά το μυστήριο της πραγματικότητας μεγαλώνοντας, εξειδικεύοντας και αναθεωρώντας συνεχώς την κοσμοαντίληψή τους και την άποψή τους για το τι είναι αλήθεια.

Αλλά το μεγαλύτερο πρόβλημα στη χάραξη του χάρτη δεν είναι ότι πρέπει να αρχίσουμε από το μηδέν, αλλά ότι, αν θέλουμε να είναι οι χάρτες μας ακριβείς, θα χρειαστεί να τους αναθεωρούμε συνεχώς. Ο ίδιος ο κόσμος διαρκώς αλλάζει. Παγετώνες έρχονται, …παγετώνες φεύγουν. Πολιτισμοί έρχονται, πολιτισμοί φεύγουν. Υπάρχει πολύ λίγη τεχνολογία, υπάρχει πάρα πολλή τεχνολογία. Ακόμα πιο δραματικά, η σκοπιά από όπου θεωρούμε τον κόσμο αλλάζει διαρκώς και πολύ γρήγορα. Όταν είμαστε παιδιά είμαστε εξαρτημένοι και αδύναμοι. Όταν γίνουμε ενήλικοι, μπορούμε να είμαστε δυνατοί. Ωστόσο, σε περίπτωση αρρώστιας ή γεροντικής αναπηρίας μπορεί να ξαναγίνουμε αδύναμοι και εξαρτημένοι. Όταν έχουμε παιδιά που πρέπει να φροντίσουμε, ο κόσμος φαίνεται διαφορετικός απ’ όταν δεν έχουμε κανένα παιδί. Όταν ανατρέφουμε μικρά, ο κόσμος φαίνεται διαφορετικός απ’ όταν ανατρέφουμε εφήβους. Όταν είμαστε φτωχοί, ο κόσμος φαίνεται διαφορετικός απ’ όταν είμαστε πλούσιοι. Καθημερινά βομβαρδιζόμαστε με νέες πληροφορίες για τη φύση της πραγματικότητας. Αν θέλουμε να αφομοιώσουμε αυτές τις πληροφορίες, πρέπει συνεχώς να αναθεωρούμε τους χάρτες μας, και μερικές φορές όταν αρκετές νέες πληροφορίες έχουν συσσωρευτεί, πρέπει να κάνουμε πολύ σημαντικές αναθεωρήσεις. Η διεργασία της αναθεώρησης, και ιδιαίτερα της σημαντικής αναθεώρησης, είναι επίμοχθη, μερικές φορές μάλιστα βασανιστική. Και εδώ ακριβώς βρίσκεται η μεγαλύτερη πηγή πολλών από τα κακά του ανθρώπινου γένους.

Τι συμβαίνει όταν ένας έχει μοχθήσει πολύ και για μακρόχρονο διάστημα για να σχηματίσει μιαν ικανοποιητική κοσμοαντίληψη, έναν φαινομενικά χρήσιμο και πρακτικό χάρτη, και ξαφνικά βρίσκεται μπροστά σε μια νέα πληροφορία που δείχνει πως η αντίληψη αυτή είναι λαθεμένη και πως ο χάρτης χρειάζεται σε ένα μεγάλο μέρος του να ξανασχεδιαστεί; Η απαιτούμενη οδυνηρή προσπάθεια φαίνεται τρομερή, σχεδόν συντριπτική. Εκείνο που κάνουμε πιο συχνά και συνήθως ασύνειδα είναι να αγνοούμε το νέο στοιχείο. Πολλές φορές αυτή η πράξη της ηθελημένης άγνοιας είναι πολύ περισσότερο από παθητική. Μπορεί να καταγγείλουμε το νέο στοιχείο ως λαθεμένο, επικίνδυνο, αιρετικό, έργο του διαβόλου. Μπορεί και να κηρύξουμε σταυροφορία εναντίον του, κι ακόμα να προσπαθήσουμε να παραπλανήσουμε τον κόσμο ώστε να τον κάνουμε να συμφωνήσει με τη δική μας αντίληψη τια την πραγματικότητα. Ένα άτομο αντί να προσπαθήσει να αλλάξει τον χάρτη, μπορεί να προσπαθήσει να καταστρέψει το νέο στοιχείο.

Είναι λυπηρό το γεγονός ότι ένα τέτοια άτομο μπορεί να ξοδεύει πολύ περισσότερη ενέργεια υπερασπίζοντας μια απαρχαιωμένη κοσμοθεωρία από ό,τι θα χρειαζόταν για να την αναθεωρήσει ή να την διορθώσει.

Αν δεν έχεις τίποτα να πεις, μη λες τίποτα

Η διανοητική οκνηρία, η ανοησία ή η άγνοια είναι πηγές σύγχυσης και ασάφειας. Η λογόρροια εμφανίζεται για να καλύψει τη νεφελώδη σκέψη. Άλλοτε επιτυχώς, άλλοτε ματαίως. Όσο μας θαμπώνει η ευγλωττία, τόσο πέφτουμε στην παγίδα. Σε συνδυασμό με την πλάνη του κύρους (που περιέγραψα στο προηγούμενο βιβλίο μου), η πολυλογία μπορεί να δημιουργήσει επικίνδυνο κοκτέιλ.

Πόσες φορές έπεσα θύμα του πειρασμού της φλυαρίας! Στα νιάτα μου είχα γοητευτεί από τον Γάλλο φιλόσοφο Ζακ Ντεριντά. Καταβρόχθισα τα βιβλία του αλλά δεν κατάλαβα απολύτως τίποτα ακόμα και μετά από βαθιά σκέψη.

Αυτό προσέδιδε στη φιλοσοφία του την αύρα μιας απόκρυφης επιστήμης. Έφτασα στο σημείο να εκπονήσω διατριβή πάνω σ’ αυτή τη φιλοσοφία. Τώρα που βλέπω τα πράγματα από χρονική απόσταση, ο Ντεριντά και η διατριβή μου, μου φαίνονται ανώφελη πολυλογία. Μέσα στην άγνοιά μου, έγινα και ο ίδιος μια μηχανή παραγωγής νεφελώδους σκέψης.

Η φλυαρία βασιλεύει και στους πανεπιστημιακούς κύκλους. Όσο λιγότερα αποτελέσματα παράγει μια επιστήμη, τόσο μεγαλύτερη τάση έχει προς την αερολογία. Η οικονομία είναι το τέλειο παράδειγμα – αρκεί να ακούσει κανείς τα σχόλια και τις προβλέψεις των οικονομολόγων. Το ίδιο φαινόμενο εμφανίζεται στην οικονομία των επιχειρήσεων: όσο πιο άσχημα πηγαίνει μια επιχείρηση, τόσο ο πρόεδρός της χρησιμοποιεί μεγάλα λόγια κενά νοήματος, στα οποία προστίθενται συχνά πράξεις επίσης κενές νοήματος – αποκαλούμε αυτή τη στάση «πολύ κακό για το τίποτα». «Δεν ξέρετε πόσο δύσκολο είναι να μιλάς καθαρά και απλά. Οι άνθρωποι φοβούνται μην τους περάσουν για βλάκες. Στην πραγματικότητα, συμβαίνει ακριβώς το αντίθετο».

Συμπέρασμα: Η πολυλογία καλύπτει την άγνοια. Αν ο ομιλητής δεν εκφράζεται καθαρά, είναι γιατί δεν ξέρει για τι πράγμα μιλάει. Η λεκτική έκφραση είναι ο καθρέφτης της σκέψης: αυτό που συλλαμβάνεται σωστά διατυπώνεται με σαφήνεια. Με άλλα λόγια, όταν η σκέψη είναι σαφής, το ίδιο είναι και η έκφρασή της. Όταν η σκέψη είναι θολή, το ίδιο είναι και τα λόγια, εξ’ ου και η τάση προς την περιττολογία. Δυστυχώς, πολύ σπανίως έχουμε σκέψεις πραγματικά σαφείς. Ο κόσμος είναι πολύπλοκος και για να καταλάβεις έστω και μία πλευρά του απαιτεί πολλή σκέψη. Περιμένοντας λοιπόν την έμπνευση, ακολουθήστε τη συμβουλή του Μαρκ Τουαίην: «Αν δεν έχεις τίποτα να πεις, μη λες τίποτα». Η απλότητα είναι το τέρμα ενός μεγάλου και κοπιαστικού δρόμου και όχι η αφετηρία του.

Και τέλος υπάρχουν οι σοφοί άνθρωποι των οποίων τα μάτια στρέφονται προς το Ερεβοκτόνο Φως

ΠΟΡΦΥΡΙΟΣ: Πώς τότε Πλωτίνε θα όριζες τον άνθρωπο; Είναι ο άνθρωπος μία ψυχή ή κατέχει, απλώς κατέχει μία ψυχή;

ΠΛΩΤΙΝΟΣ: Ο άνθρωπος είναι ψυχή και έχει ένα σώμα. Η φύση και η ουσία αυτών των δύο πρέπει να διαχωριστεί. Από την στιγμή που το σώμα είναι σύνθετο, η ανάγκη δεν μπορεί να το διατηρήσει για πάντα στην ίδια κατάσταση. Η γνώση ομοίως δείχνει πως, ότι διαλύεται κατά τον θάνατο δέχεται διαχωρισμούς μίας και κάθε τι που ενυπάρχει σε κάτι, τείνει στο όλο και όμοιο του από όπου προήλθε Η ψυχή λοιπόν διαχωρίζεται κατά τον θάνατο από το σώμα.

ΠΟΡΦΥΡΙΟΣ: Το σώμα μας δεν αποτελεί μέρος μας Πλωτίνε;

ΠΛΩΤΙΝΟΣ: Εάν το σώμα είναι μέρος μας, τότε δεν είμαστε εξολοκλήρου αθάνατοι. Όταν όμως διακρίνουμε σωστά, βλέπουμε ότι το σώμα είναι μόνο το όργανο της ψυχής, και ότι η ψυχή είναι ουσιαστικά ο άνθρωπος.

ΠΟΡΦΥΡΙΟΣ: Μα Πλωτίνε παρότι το σώμα είναι ένα όργανο μόνο της ψυχής, παρόλα αυτά είναι ένα σημαντικό μέρος της. Δεν μπορούμε να λειτουργήσουμε χωρίς αυτό.

ΠΛΩΤΙΝΟΣ: Δεν είμαστε μόνο το σώμα, αλλά δεν είμαστε και εντελώς χωρισμένοι από αυτό. Είναι εξαρτώμενο από εμάς. Για αυτό οι πόνοι και οι ηδονές που βιώνει το σώμα μας επηρεάζουν. Όσο πιο αδύναμοι είμαστε τόσο πιο πολύ ασχολούμαστε με αυτό. Μέσα σε αυτό είναι δεμένο ένα μέρος του εαυτού μας, που αποτελεί την προσωπικότητά μας.

ΠΟΡΦΥΡΙΟΣ: Γιατί τότε Πλωτίνε οι άνθρωποι μιλούν για την ψυχή σαν να είναι το σώμα;

ΠΛΩΤΙΝΟΣ: Λέγεται ότι η ψυχή είναι το σώμα, για τον λόγο ότι το σώμα είναι ορατό. Αλλά εάν μπορούσαμε να δούμε την ψυχή, και αν μπορούσαμε να δούμε ότι περιβάλει το σώμα με την ζωή που κατέχει, θα λέγαμε ότι η ψυχή δεν είναι με κανένα τρόπο το σώμα, αλλά αντίθετα το σώμα περιέχεται μέσα σε αυτήν, αυτό που ρέει μέσα στο ακίνητο.

ΠΟΡΦΥΡΙΟΣ: Μπορείς να μου δώσεις ένα παράδειγμα έτσι ώστε να μου γίνει πιο ξεκάθαρο;

ΠΛΩΤΙΝΟΣ: Η ψυχή λέγεται ότι υπάρχει στο σώμα όπως ο καπετάνιος σε ένα πλοίο. Αλλά αυτό δεν είναι σωστό. Γιατί αφενός βρίσκεται στο πλοίο κατά τύχη, και αφετέρου γιατί ο καπετάνιος κυβερνά όλο το πλοίο, ενώ βρίσκεται σε ένα μόνο μέρος του, ενώ η ψυχή κυβερνά το σώμα και είναι παρούσα παντού. Ένα καλύτερο παράδειγμα θα ήταν εάν λέγαμε ότι η ψυχή είναι παρούσα στο σώμα όπως το φως στον αέρα. Το φως είναι παρόν στον αέρα χωρίς να ανακατεύεται με αυτό. Όταν το φως αποσύρεται από τον αέρα, μέσα στον οποίο ακτινοβολεί, αυτός (ο αέρας) δεν κρατά τίποτα από το φως, αλλά φωτίζεται μόνο για όσο ο αέρας παραμένει το μέσα του.

ΠΟΡΦΥΡΙΟΣ: Σε ευχαριστώ Πλωτίνε για τα παραδείγματα. Αλλά έχω άλλη μια ερώτηση που θα ήθελα να σου κάνω. Είπες πριν από λίγο ότι μέρος του εαυτού μας είναι δεμένο στο σώμα μας. Πρέπει να υποθέσω ότι και όλη ψυχή δεν είναι παρούσα στο σώμα;

ΠΛΩΤΙΝΟΣ: Η ψυχή δεν εισέρχεται ολοκληρωτικά στο σώμα. Το υψηλότερο μέρος μένει πάντα ενωμένο με τον νοήμονα κόσμο, ενώ το κατώτερο μέρος της παραμένει ενωμένο με τον αισθητό κόσμο. Το ανώτερο μέρος της είναι ανεπηρέαστο από την έλξη των παροδικών απολαύσεων και οδηγεί σε μία ατάραχη ζωή. Κάθε ψυχή έχει ένα κατώτερο μέρος που είναι στραμμένο προς το σώμα, και ένα ανώτερο που είναι στραμμένο προς την θεία διάνοια.

ΠΟΡΦΥΡΙΟΣ: Μάλιστα. Η φύση της ψυχής γίνεται δυαδική μόλις εισέρχεται στο σώμα Συνεπώς αυτό αναγκαστικά σημαίνει διπλή δράση.

ΠΛΩΤΙΝΟΣ: Ακριβώς. Η ψυχή έχει διπλή δράση στις σχέση της με το πάνω και το κάτω. Με την πρώτη της ενέργεια ελέγχει το σώμα, και με την δεύτερη μελετά τις καταληπτές οντότητες.

ΠΟΡΦΥΡΙΟΣ: Κατάλαβα. Η ψυχή είναι μία ενεργή οντότητα. Πώς ενεργεί;

ΠΛΩΤΙΝΟΣ: Η ψυχή έχει οντότητα με χαρακτηριστική φύση και ενέργειες. Μία από αυτές είναι η μνήμη, της οποίας η άσκηση εμποδίζεται μόνο από το σώμα. Όταν η ψυχή δένεται στο σώμα, ξεχνάει. Όταν διαχωρίζεται θυμάται. Για αυτό τον λόγο το σώμα είναι η πηγή της λήθης. Η μνήμη ανήκει μόνο στην ψυχή.

ΠΟΡΦΥΡΙΟΣ: Πώς η ψυχή χρησιμοποιεί τα σώματα; Υπάρχει κάποιος νόμος που προκαλεί την μετενσάρκωση σε ένα σώμα;

ΠΛΩΤΙΝΟΣ: Αυτό που ονομάζεται αναπόφευκτη ανάγκη και θεία δικαιοσύνη κυβερνά την φύση που προκαλεί κάθε ψυχή να εισέρχεται σε εκείνο το σώμα που έχει επιλέξει. Όταν έρθει η κατάλληλη ώρα, η ψυχή πλησιάζει το σώμα εκείνο όπου οφείλει να εισέλθει. Κάθε ψυχή έχει την δική της ώρα.

ΠΟΡΦΥΡΙΟΣ: Πλωτίνε φαίνεται ότι διδάσκεις για μία δύναμη που βρίσκεται έξω από τον άνθρωπο. Ο νόμος για τον οποίο μιλάς πού βρίσκεται; Από πού πηγάζει;

ΠΛΩΤΙΝΟΣ: Ο κάθε ένας από εμάς κουβαλά μαζί του αυτόν τον νόμο, έναν νόμο του οποίου η ισχύς δεν πηγάζει από έξω, αλλά που είναι έμφυτη.

ΠΟΡΦΥΡΙΟΣ: Ποιος είναι ο σκοπός της μετενσάρκωσης;

ΠΛΩΤΙΝΟΣ: Η ψυχή κατέρχεται για να εξελίξει τις δυνάμεις της και για να στολίσει ό,τι βρίσκεται κάτω από αυτήν. Η ψυχή αλλάζει σώματα με τον ίδιο τρόπο που σε ένα θεατρικό έργο ο ηθοποιός πεθαίνει, αλλά στην επόμενη σκηνή, αλλάζει ενδύματα και υποδύεται ένα άλλο πρόσωπο και επιστρέφει στην σκηνή.

ΠΟΡΦΥΡΙΟΣ: Τι είναι τότε Πλωτίνε ο θάνατος;

ΠΛΩΤΙΝΟΣ: Θάνατος είναι μόνο η αλλαγή του σώματος, όπως και να έχει αυτός που αναχωρεί θα ξαναγυρίσει να παίξει...

ΠΟΡΦΥΡΙΟΣ: Δώσε μου ακόμα ένα παράδειγμα Πλωτίνε. Είναι ένα θέμα που πάντα με μπέρδευε.

ΠΛΩΤΙΝΟΣ: Η Ζωή είναι ένας συνεταιρισμός της ψυχής και του σώματος. Θάνατος είναι ο χωρισμός. Τόσο στην ζωή όσο και στον θάνατο η ψυχή νοιώθει σαν στο σπίτι της.

ΠΟΡΦΥΡΙΟΣ: Τι συνείδηση έχει η ψυχή μετά τον θάνατο;

ΠΛΩΤΙΝΟΣ : Υπάρχουν δύο στάδια μετά θάνατο. Στο πρώτο η ψυχή έλκεται από το σώμα που αναπολεί ότι ο άνθρωπος έκανε ή υπέφερε κατά την διάρκεια της ζωής του. Στην διάρκεια του χρόνου όμως η ανάμνηση προηγούμενων ζωών θα επιτευχθεί. Για τον λόγο ότι με τον καιρό η ψυχή εξαρτάται όλο και λιγότερο από το σώμα, και έτσι αρχίζει να θυμάται πράγματα που είχε ξεχάσει στην παρούσα ζωή.

ΠΟΡΦΥΡΙΟΣ: Και όταν η ψυχή επιστρέφει στην γήινη ύπαρξη Πλωτίνε, τι συμβαίνει;

ΠΛΩΤΙΝΟΣ: Συναντά τις συνέπειες των προηγούμενων οφειλών της. Αυτοί που στην προηγούμενη ζωή τους, ήταν ιδιοκτήτες σκλάβων, εάν καταχράστηκαν την εξουσία τους, θα γίνουν αυτοί σκλάβοι. Δεν εναπόκειται μόνο στην τύχη το να γίνει κάποιος σκλάβος, φυλακισμένος ή ατιμασμένος. Θα πρέπει να έχει διαπράξει την βία την οποία εισπράττει. Εάν επιθυμείς να ανακαλύψεις την διανεμόμενη δικαιοσύνη, δεν είναι αρκετό να εξετάζεις μόνο το παρόν αλλά τόσο το παρελθόν, όσο και το μέλλον. Το σύστημα αυτό ανταποδοτικότητας είναι απόλυτο, δίκαιο και σοφό. Η τάξη που κυριαρχεί στο σύμπαν είναι αιώνια. Επενεργεί στο κάθε τι ακόμα και στα μικρότερα πράγματα.

ΠΟΡΦΥΡΙΟΣ: Μου υπέδειξες Πλωτίνε ότι ο άνθρωπος είναι ο υπαίτιος της μοίρας του, και ο μοναδικός υπεύθυνος που ενεργοποιεί τις αιτίες τόσο της ευτυχίας όσο και της δυστυχίας του. Πως όμως αυτός ο νόμος που κληρονομείται στον άνθρωπο ορίζει την ποιότητα και την ποσότητα της τιμωρίας που ο άνθρωπος πρέπει να υποφέρει;

ΠΛΩΤΙΝΟΣ: Ο Θείος νόμος είναι αναπόφευκτος, και περιέχει μέσα του την δύναμη της δικαιοσύνης. Μέσω του νόμου καθορίζεται πώς και για πόσο είναι αναγκαίο κάποιος να υποφέρει. Οι τιμωρίες που εξαγνίζουν το κακό πρέπει να προέρχονται από την τάξη που κυβερνά όλα τα πράγματα. Οι κακές πράξεις τα ατυχήματα και η δυστυχία που καταπιέζουν το καλό, μπορεί να ειπωθεί ότι είναι οι συνέπειες προηγούμενων σφαλμάτων. Η παγκόσμια τάξη δεν πρέπει να κατηγορείται ως άδικη, αλλά πρέπει να επιμένουμε στην διανομή του δίκαιου. Εάν δεν καταλαβαίνουμε κάποια πτυχές του Θείου νόμου είναι λόγω κρυφών αιτιών που διαφεύγουν της γνώσης μας.

ΠΟΡΦΥΡΙΟΣ: Διανεμητής δικαιοσύνης. Θα θυμάμαι αυτές τις λέξεις Πλωτίνε. Μου ξεκαθάρισες πολλά σημεία που με προβλημάτιζαν. Αλλά Πλωτίνε όλοι οι άνθρωποι υποβάλλονται στην διανομή της δικαιοσύνης με τον ίδιο τρόπο;

ΠΛΩΤΙΝΟΣ : Υπάρχουν τρεις τύποι ανθρώπων. Ο πρώτος αφορά τους ανθρώπους εκείνους που θεωρούν την επίγεια ζωή σαν την αρχή και το τέλος. Ο δεύτερος αφορά αυτούς που είναι ικανοί σε κάποιο βαθμό να στρέφουν την ψυχή τους σε πιο υψηλές αξίες. Και τέλος υπάρχουν οι σοφοί άνθρωποι των οποίων τα μάτια στρέφονται προς το Ερεβοκτόνο Φως…