Κυριακή 5 Δεκεμβρίου 2021

Σχέσεις και Συναισθηματική Εξάρτηση

Τι είναι η συναισθηματική εξάρτηση; Όλοι χρειαζόμαστε σχέσεις αγάπης και συντροφικότητας για να έχουμε μια αίσθηση προσωπικής ικανοποίησης και πληρότητας. Κάποιοι άνθρωποι όμως, εξαρτώνται υπερβολικά από τους άλλους, προσκολλώνται και στηρίζουν τη ζωή και την ευτυχία τους στον άλλο.

Κάνουν τα πάντα για να ευχαριστήσουν το σύντροφό τους, βάζουν οτιδήποτε άλλο σε δεύτερη μοίρα και παρότι μπορεί να υποφέρουν, προσπαθούν να κρατήσουν τη σχέση με οποιοδήποτε κόστος γιατί φοβούνται την εγκατάλειψη και τη μοναξιά.

Όταν πιστεύεις ότι δεν μπορείς να ζήσεις αν δεν έχεις κάποιον που σε λατρεύει, τότε το να έχεις μια σχέση γίνεται το σημαντικότερο πράγμα στη ζωή σου και θα κάνεις τα πάντα για να βρεις έναν σύντροφο και "να επιβιώσεις". Αυτό είναι εξάρτηση.

Χαρακτηριστικά γνωρίσματα της συναισθηματικής εξάρτησης

Το συναισθηματικά εξαρτημένο άτομο βασίζεται στους άλλους προκειμένου να καλύψει τις συναισθηματικές του ανάγκες, να αποφύγει τον πόνο και να διατηρήσει τη συναισθηματική του ισορροπία. Βαθιά μέσα του υπάρχει η πεποίθηση ότι πρέπει να είναι αφοσιωμένος σε κάποιον για να μπορέσει να επιβιώσει και να είναι πλήρης. Φοβάται πολύ το ενδεχόμενο της μοναξιάς και συχνά προσκολλάται σε προβληματικές ή ακόμη και επικίνδυνες σχέσεις αντί να αντιμετωπίζει τον πόνο και τους φόβους του.

Η ζωή του συναισθηματικά εξαρτημένου ατόμου είναι πολύ δύσκολη. Πρέπει συνεχώς να προσέχει ώστε να λέει αυτά που "πρέπει", να κάνει αυτά που "πρέπει" και να δείχνει όπως "πρέπει", προκειμένου να πάρει την αγάπη και την αποδοχή που χρειάζεται.

Τα συναισθήματα και η διάθεσή του καθορίζονται από το κατά πόσο ικανοποιείται η ανάγκη του για αγάπη και αποδοχή.

Νιώθει υπέροχα όταν παίρνει την πολυπόθητη επιβεβαίωση και έρχεται σε απόγνωση όταν το αντικείμενο της αγάπης του θυμώσει, γίνει επικριτικός ή φύγει.

Όλοι μας έχουμε σε κάποιο βαθμό γαλουχηθεί έτσι ώστε να αναπτύξουμε τάσεις εξάρτησης στις ερωτικές μας σχέσεις.

Αυτό ισχύει ιδιαίτερα για τις γυναίκες, οι οποίες ακόμη εκπαιδεύονται έτσι ώστε να βάζουν σε πρώτο ρόλο τις σχέσεις και μετά την εργασία και την προσωπική ισχύ.

Για τις γυναίκες, οι σχέσεις έχουν καθοριστική σημασία για να νιώθουν προσωπική ικανοποίηση και πληρότητα. Αυτό ισχύει ακόμη και αν μια γυναίκα δεν είναι συναισθηματικά εξαρτημένη.

Σε τι διαφέρει μια υγιής σχέση;

Μια σχέση αγάπης σίγουρα ενισχύει την αυτοεκτίμησή μας, δίνει μεγαλύτερο νόημα στη ζωή μας και μπορούμε να κάνουμε κάποιους συμβιβασμούς προκειμένου να τη διατηρήσουμε.

Η διαφορά από την εξάρτηση έχει να κάνει με το κατά πόσο αυτή η σχέση προσδιορίζει την προσωπική μας ταυτότητα.

Σε μια υγιή σχέση, οι σύντροφοι γνωρίζουν ότι έχουν ο καθένας τη δική του ζωή να ζήσει – είτε μαζί είτε χωρίς τον άλλον.

Διατηρούν την αίσθηση της προσωπικής ταυτότητας και ισχύος και δεν αναζητούν σκοπό και νόημα αποκλειστικά από τον αγαπημένο τους.

Τι κρύβεται πίσω από την τάση για συναισθηματική εξάρτηση;

Σε πολλές περιπτώσεις, το πρόβλημα έχει τις ρίζες του στην παιδική ηλικία του ατόμου, όπου δεν καλύφθηκαν οι βασικές του ανάγκες για αγάπη, φροντίδα και ασφάλεια.

Αυτό αφήνει στο παιδί μια αίσθηση εσωτερικού κενού και ενδεχομένως έναν χρόνιο φόβο εγκατάλειψης και μοναξιάς. Έτσι μπαίνει σε μια μόνιμη αναζήτηση ασφάλειας, αγάπης και φροντίδας από τους άλλους.

Στην ενήλικη ζωή, η εξάρτηση από κάποιον άλλο άνθρωπο είναι ένα είδος αυτο-εγκατάλειψης.

Ας φανταστούμε το συναισθηματικό κομμάτι του εαυτού μας ως ένα εσωτερικό παιδί.

Όταν εξαρτώμαστε συναισθηματικά από άλλους, είναι σαν να δίνουμε το εσωτερικό μας παιδί για υιοθεσία.

Αντί να μάθουμε να παίρνουμε την ευθύνη για την προσωπική μας ευτυχία, αγαπώντας και αποδέχοντας τον εαυτό μας, παραδίδουμε το εσωτερικό μας παιδί σε άλλους για αγάπη και αποδοχή – κάνοντας τους άλλους υπεύθυνους για τα συναισθήματά μας.

Αυτή η εσωτερική αυτο-εγκατάλειψη θα προκαλεί πάντα έναν βαθύ πόνο χαμηλής αυτοεκτίμησης, που θα μας κάνει να εξαρτώμαστε από άλλους για να νιώθουμε ότι αξίζουμε.

Πώς ξεπερνάμε την τάση να εξαρτώμαστε από τους άλλους;

Η απόκτηση αυτογνωσίας παίζει ουσιαστικό ρόλο για να έχουμε υγιείς προσωπικές σχέσεις.

Χρειάζεται να έρθουμε σε επαφή με τον εσωτερικό πόνο, την αίσθηση κενού και τους φόβους μας και να μάθουμε νέους, πιο "υγιείς" τρόπους να διαχειριζόμαστε αυτή την οδύνη.

Πρέπει να χτίσουμε τη δική μας εσωτερική πηγή ασφάλειας και να μάθουμε να καταφεύγουμε σ' αυτήν αντί να αναζητούμε μονίμως έναν εξωτερικό "γονέα".

Όταν καταφέρουμε να αποκτήσουμε μια καλή σχέση εμπιστοσύνης με τον εαυτό μας, τότε θα έχουμε επιτυχία και στις σχέσεις μας με τους άλλους.

Θρησκεία και Φιλοσοφία

Πιστεύω ότι αυτοί οι εξαιρετικοί ισχυρισμοί απαιτούν εξαιρετικές αποδείξεις – και λέγοντας αυτό εννοώ αποδείξεις πέραν του απλού βιώματος, το οποίο, όπως γνωρίζουμε εμείς οι φιλόσοφοι, είναι εύθραυστο, επισφαλές, ευμετάβλητο και εξαιρετικά ευεπηρέαστο.

Οι εκπληκτικές θεωρίες είναι ότι εσείς, οι χαρές σας, οι λύπες σας, οι αναμνήσεις σας και οι φιλοδοξίες σας, η αίσθηση της ελεύθερης βούλησής σας, δεν είναι στην πραγματικότητα παρά η συμπεριφορά μιας τεράστιας συνάθροισης νευρικών κυττάρων και των μορίων που συνδέονται μ΄ αυτά.

Η θρησκεία είναι μια αλήθεια που εκφράζεται με αλληγορίες και μύθους,

…αλλά όταν οι κοντόφθαλμοι θρησκευτικοί δάσκαλοι είτε παρανοούν ή παραποιούν την αλληγορία και τη μεταφορά, θεωρώντας τες ιστορική αλήθεια, είτε επιλέγουν συνειδητά να διδάξουν ψέματα και μ’ αυτό τον τρόπο και ν’ αντικαταστήσουν κάθε μορφή λογικής σκέψης με την βιβλική αυθεντία (sic), κινδυνεύουν ν’ αποξενώσουν τους μαθητές τους.

Η δυνατότητα για πίστη είναι ισχυρότερη στην παιδική ηλικία.

…συγκρίσεις ανάμεσα στην υπαρξιακή φιλοσοφία και τη θρησκευτική παρηγοριά… Κατά μια έννοια είναι ξαδέρφια, έχουν τους ίδιους προγόνους και τις ίδιες μέριμνες . Μοιράζονται μια κοινή αποστολή: διακονούν την απόγνωση που είναι εγγενής στην ανθρώπινη μοίρα.

Το πένθος μας φέρνει αντιμέτωπους όχι μόνο με την απώλεια αλλά και με την δική μας θνητότητα.

Η σκέψη, το συναίσθημα και η συμπεριφορά του ατόμου γεννιούνται από δυνάμεις που βρίσκονται μέσα του σε σύγκρουση.

Αν επιτρέψουμε στον εαυτό μας να παραμερίσει ή να βάλει σε παρένθεση τις καθημερινές έγνοιες της ζωής του και ν’ αναλογιστεί βαθύτερα τη θέση του μέσα στο σύμπαν, τότε αγγίζουμε αναπόφευκτα τις βαθιές δομές της ύπαρξης. Τέσσερις έσχατες έγνοιες, …σχετίζονται πολύ στενά με την φιλοσοφία: ο θάνατος, η μοναξιά, η ανάγκη νοήματος και η ελευθερία.

…και κανένας άνθρωπος δεν είναι άτρωτος στις εγγενείς τραγωδίες της ύπαρξης.

…η θρησκεία ξεπροβάλλει ως θεμελιώδης προσπάθεια του ανθρώπινου γένους να καθησυχάσει το άγχος της ύπαρξης.

Αντί να έχουμε δημιουργηθεί από θεούς, εμείς δημιουργούμε θεούς με την ανακούφισή μας και όπως έχουν τονίσει οι φιλόσοφοι από τις απαρχές του ανθρώπινου λόγου, τους δημιουργούμε καθ’ ομοίωσίν μας.

Ένα από τα κύρια έργα της ζωής μας είναι να επινοήσουμε έναν σκοπό αρκετά στέρεο για να στηρίξει μια ολόκληρη ζωή.

Ακόμα και τώρα στα πενήντα μου, δεν ξέρω τί θέλω να κάνω όταν μεγαλώσω.

Πολλοί φοβούνται την ανία. Ακόμη και η παραμικρή υποψία ανίας τους στέλνει ξανά πίσω στο παιχνίδι.

Είναι καλύτερα να μην κυνηγά κανείς επί τούτου ένα νόημα για τη ζωή του αλλά να το αφήνει να αναδυθεί μέσα από την αυθεντική και την ουσιαστική συμμετοχή, από την καταβύθιση σε μια ενασχόληση που μας διευρύνει, μας γεμίζει και μας κάνει να υπερβούμε τον εαυτό μας.

Ξέρω πως είμαστε όλοι πλοία που ταξιδεύουμε στο σκοτάδι κι ότι ο καθένας από μας είναι ένα πλοίο μοναχικό, είναι όμως τόσο ανακουφιστικό να βλέπεις τα φώτα των γειτονικών πλοίων να σκαμπανεβάζουν πλάι σου.

Ως κύριο όχημα η «οριακή εμπειρία», είναι μια κεραυνοβόλα μη αναστρέψιμη εμπειρία που μετακινεί το άτομο από μια καθημερινή σε μια πιο αυθεντική διάθεση. Απ’ όλες τις πιθανές οριακές εμπειρίες η αντιπαράθεση με το θάνατο είναι η πιο ισχυρή.

Παρόλο που η σωματική διάσταση του θανάτου μας καταστρέφει, η ιδέα του θανάτου μπορεί να μας σώσει.

Η πίστη στο υπερφυσικό, όχι η έλλειψη πίστης, είναι που θα μας καταστρέψει.

Εκείνοι που νιώθουν ότι έχουν ζήσει πλούσια τη ζωή τους ότι έχουν εκπληρώσει τις δυνατότητές τους και τον προορισμό τους, βιώνουν λιγότερο πανικό μπροστά στο θάνατο.

Άλλο είναι να ονειρεύεσαι κι άλλο να δεις τι θα κάνεις με τα όνειρά σου

Αν «είμαι ή δεν είμαι» ευτυχισμένος, το θέμα είναι τι κάνω με τα όνειρά μου.

Γιατί όλοι έχουμε όνειρα: όνειρα δικά μας και όνειρα δανεικά, όνειρα ταπεινά και όνειρα για μεγαλεία, όνειρα επιβεβλημένα και όνειρα ξεχασμένα, όνειρα τρομακτικά και όνειρα συναρπαστικά.

Η ζωή μας είναι γεμάτη όνειρα. Ωστόσο, άλλο είναι να ονειρεύεσαι κι άλλο να δεις τι θα κάνεις με τα όνειρά σου.

Το όνειρο για το οποίο μιλάμε δεν είναι κάτι μεγάλο: είναι, απλώς, η εικόνα ενός πράγματος που φαίνεται ελκυστικό, επιθυμητό, ή τουλάχιστον φορτισμένο με κάποια ενέργεια δική μας ή ξένη, και η εικόνα αυτή παρουσιάζεται στον κόσμο της φαντασίας. Τίποτα περισσότερο και τίποτα λιγότερο.

Αν αφήσω το όνειρο να με γοητεύσει, αν αρχίσω να σκέφτομαι «τι ωραία που θα ήταν», αυτό το όνειρο μπορεί να μετατραπεί σε φαντασίωση. Δεν είναι πια το όνειρο που βλέπω όταν κοιμάμαι. Η φαντασίωση είναι το όνειρο που βλέπω ξύπνιος, που μπορώ να ανακαλώ, να συλλογίζονται, μέχρι και να το μοιράζομαι με κάποιον.

Πράγματι είμαστε γεμάτοι επιθυμίες, αυτές όμως, από μόνες τους δεν κάνουν τίποτε άλλο από το να συσσωρεύουν μια ποσότητα ενέργειας η οποία είναι απαραίτητη για ν’ αρχίσει η διαδικασία που θα οδηγήσει στη δράση.

Γιατί… τι θα γινόταν με τις επιθυμίες αν δεν έφταναν ποτέ στο σημείο να μετατραπούν σε δράση;

Απλώς θα συσσωρεύαμε όλο και περισσότερη εσωτερική ενέργεια, η οποία, μην έχοντας διέξοδο, αργά ή γρήγορα θα ξέσπαγε σε μια πράξη που θα λειτουργούσε σαν υποκατάστατο.

Η επιθυμία δεν είναι τίποτα παραπάνω από την μπαταρία, την τροφή, το καύσιμο για κάθε ενέργειά μου.

Η επιθυμία αποκτά νόημα όταν είμαι σε θέση να τη μετατρέψω σε πράξη.

Για καθετί που κάνω και καθετί που αποφασίζω να μην κάνω με παρακινεί μια επιθυμία, είτε την αναγνωρίζω είτε όχι.

Να βρούμε το δρόμο που μας έταξαν τα όνειρα…

Φτιάξτε την τύχη σας

Είναι η τύχη κάτι ανεξέλεγκτο, που κανείς δεν μπορεί να ορίσει, ή τελικά ακόμα και αυτή είναι στο χέρι μας; Ο τροχός μπορεί να γυρίσει και η τύχη μας να αλλάξει, αρκεί να προσπαθήσουμε κι εμείς.

Οι αρχαίοι Έλληνες και οι Ρωμαίοι είχαν αναγάγει την τύχη σε θεότητα, τις θεές Τύχη και Φορτούνα αντίστοιχα, ενώ εμείς σήμερα χρησιμοποιούμε στον καθημερινό μας λόγο εκφράσεις και ρήσεις που περιγράφουν την καλοτυχία ή την κακοτυχία («Είχε τύχη βουνό», «Αν έχεις τύχη διάβαινε...» κ.ά.). Ωστόσο, στις περιπτώσεις αυτές η τύχη-καλή ή κακή-αποδίδεται σε μία δύναμη έξω από τον άνθρωπο, σε ένα «χάρισμα» με το οποίο κάποιοι από εμάς έχουν γεννηθεί και κάποιοι όχι. Είναι, όμως, έτσι τα πράγματα; Είναι η τύχη κάτι ανεξέλεγκτο, που κανείς δεν μπορεί να ορίσει, ή τελικά ακόμα και αυτή είναι στο χέρι μας;

Του Θεού ή του ανθρώπου;

Οι Άγγλοι για την τύχη έχουν δύο λέξεις, luck (= τύχη) και chance (= ευκαιρία). Στην περίπτωσή μας, δεν θα αναφερθούμε στην τύχη εννοώντας τη μοίρα-που επίσης αποτελεί θεότητα στην αρχαία Ελλάδα-, αλλά στην τύχη με την έννοια της ευκαιρίας. Οι ειδικοί, λοιπόν, ορίζουν την τύχη ως ένα σύνολο χαρακτηριστικών της προσωπικότητας που δημιουργεί ευκαιρίες και δίνει στον άνθρωπο τη δυνατότητα να τις αδράξει. Με άλλα λόγια, αυτό που θεωρούμε τύχη δεν είναι τίποτα άλλο από το αποτέλεσμα των αντιλήψεων, των ικανοτήτων, των επιλογών και των πράξεών μας, από τη στάση μας απέναντι στη ζωή, την ενέργεια που βάζουμε στα πράγματα που μας ενδιαφέρουν, αλλά και τον τρόπο που αντιδρούμε σε όσα μας συμβαίνουν, παράμετροι που είναι στο χέρι μας να ελέγξουμε. Η καλή τύχη, επομένως, δεν είναι και τόσο τυχαία.

Τύχη & ατυχία: Θέμα αντίληψης;

Και όμως. Η καλοτυχία ή η κακοτυχία είναι θέμα αντίληψης και προσωπικής προσπάθειας. Το αν όλα μας πηγαίνουν δεξιά εξαρτάται από το πόσο τυχερό ή άτυχο θεωρούμε οι ίδιοι τον εαυτό μας. Αυτό που έχει σημασία στη ζωή δεν είναι τα «χαρτιά» που ίσως μας έχει μοιράσει μια «ανώτερη δύναμη», αλλά το πώς παίζουμε τα «χαρτιά» αυτά. Μάλιστα, σύμφωνα με τους ειδικούς, οι άνθρωποι που θεωρούν τον εαυτό τους τυχερό τείνουν να είναι και στην πράξη πιο τυχεροί. Η θετική εικόνα που έχουμε για τον εαυτό μας, αλλά και η προβολή της εικόνας αυτής στους γύρω μας, μπορεί να αλλάξει τα δεδομένα και να γυρίσει υπέρ μας τα «χαρτιά».

Ποιος είναι «τυχερός»;

Εκείνοι που θεωρούν τον εαυτό τους τυχερό είναι συνήθως άνθρωποι ανοιχτόμυαλοι, εξωστρεφείς, ανοιχτοί σε εμπειρίες, αισιόδοξοι και με αυτοπεποίθηση. Επίσης, βιώνουν λιγότερο αρνητικά συναισθήματα, όπως το άγχος που οδηγεί σε φόβο, η κατάθλιψη που οδηγεί σε απραγία, ο θυμός, οι ενοχές, παράγοντες ανασταλτικοί για την εξερεύνηση του περιβάλλοντος. Επιπλέον, οι άνθρωποι που θεωρούν τον εαυτό τους τυχερό συνηθίζουν να δημιουργούν ευκαιρίες μέσα από νέες κοινωνικές επαφές, να διατηρούν ένα ευρύ δίκτυο γνωριμιών και να ανακαλούν στη μνήμη τους θετικά γεγονότα του παρελθόντος.
 
Από την άλλη, εκείνοι που θεωρούν τον εαυτό τους άτυχο έχουν την τάση να μένουν στα αρνητικά. Είναι δύσκαμπτοι και τα βλέπουν όλα μαύρα ή άσπρα, επικίνδυνα ή χωρίς μέλλον. Φοβούνται την αλλαγή και το άγνωστο και προτιμούν τα σίγουρα, ακόμα και όταν δεν τους κάνουν ευτυχισμένους.

Θετική ενέργεια

Η θετική ενέργεια προσελκύει την καλή τύχη. Γιατί; Επειδή προβάλλοντας μια αίσθηση ζωντάνιας και ενθουσιασμού, αποπνέοντας ζεστασιά και ενεργητικότητα, κάνουμε τους άλλους να αισθάνονται καλά και τους αφήνουμε μια καλή εντύπωση.
 
Επίσης, η θετική ενέργεια είναι μεταδοτική. Η συναναστροφή, δηλαδή, με ανθρώπους που δεν βλέπουν τη μίζερη όψη των πραγμάτων μπορεί να δώσει και σε εμάς κίνητρα και μια νέα προοπτική που δεν είχαμε σκεφτεί.

Οι πιο τυχεροί

Οι νεαροί σε ηλικία άνθρωποι, καθώς και εκείνοι που ζουν σε θερμότερες περιοχές φαίνεται να είναι πιο τυχεροί. Γιατί; Για τον λόγο ότι οι πρώτοι είναι πιο «ανοιχτοί» σε νέες εμπειρίες από τους μεγαλύτερους σε ηλικία και οι δεύτεροι γιατί περνούν περισσότερες ώρες έξω από το σπίτι, άρα έρχονται σε επαφή με περισσότερο κόσμο και είναι πιο κοινωνικοί.

Παίρνοντας ρίσκα

Καλύτερα από όλους το είχε πει ο Δημόκριτος: «Οι άνθρωποι επινόησαν τη θεά Τύχη για να δικαιολογήσουν τη δική τους έλλειψη θέλησης». Κλασικό παράδειγμα οι αμέτρητες φορές που έχουμε πει σε φίλους «Αχ και να κέρδιζα το λόττο», αλλά στην πραγματικότητα δεν έχουμε παίξει αυτό το παιχνίδι περισσότερες από μία φορά στη ζωή μας. Η τύχη, όμως, έχει να κάνει με το ρίσκο και την έκθεση, ακόμα και όταν δεν είμαστε σίγουροι ή φοβόμαστε. Αν θέλουμε να αρπάξουμε μια ευκαιρία, πρέπει ορισμένες φορές να εκτεθούμε, να αφήσουμε την ασφαλή επιλογή. Την επόμενη φορά, λοιπόν, που θα θελήσουμε να πάρουμε μια απόφαση ας αναρωτηθούμε ποιο είναι το χειρότερο πράγμα που μπορεί να συμβεί. Το πιθανότερο είναι ότι δεν θα γίνει κάτι ανεπανόρθωτο, το οποίο δεν θα μπορούμε να αντιμετωπίσουμε. Μετά, ας ρωτήσουμε τον εαυτό μας τι θα μετανιώσουμε περισσότερο: την ευκαιρία που δεν αφήσαμε να φύγει μέσα από τα χέρια μας ή το ότι προτιμήσαμε την ασφάλεια; Η απάντηση είναι εύκολη και θα καθορίσει τις πράξεις μας.

Κοιτώντας την… ατυχία

Ο «άτυχος» βιώνει σε μεγάλο βαθμό τον φόβο της αποτυχίας ως μια απειλή για την προσωπικότητά του. Αυτό σημαίνει ότι την αποδίδει στον εαυτό του και τον χαρακτήρα του, γι’ αυτό και δεν την ξεπερνάει εύκολα. Νιώθει άχρηστος και το μυαλό του «κολλάει» σε δύο επιλογές, χωρίς να ψάχνει εναλλακτικές λύσεις. Μένει στην ευκαιρία που χάθηκε και δεν προχωράει στην επόμενη. Επανέρχεται στην κακή εμπειρία, βάζοντας τον εαυτό του σε έναν φαύλο κύκλο. Μετά την αποτυχία, εγκαταλείπει, περνάει στην αυτολύπηση.

Η άλλη όψη της αποτυχίας

Εντάξει, σε κανέναν δεν αρέσει να αποτυγχάνει. Ωστόσο, σε καμία περίπτωση δεν πρέπει μια αποτυχία να μας κάνει να αμφισβητήσουμε τον εαυτό μας ή τον στόχο μας. Όσοι αισθάνονται τυχεροί δεν τα… βάφουν μαύρα όταν κάτι δεν πάει καλά. Αντίθετα, είναι ελαστικοί, προσαρμόζονται στα νέα δεδομένα και ετοιμάζουν νέα σχέδια για να φτάσουν στον στόχο τους. Όσοι ανήκουν στην κατηγορία αυτή γνωρίζουν ότι για να φτάσουν στον προορισμό τους υπάρχουν περισσότεροι από ένας τρόποι. Ακόμα και αν χάσουν μια ευκαιρία, ξέρουν ότι η επόμενη μπορεί να τους χτυπήσει την πόρτα την επόμενη κιόλας στιγμή. Αντί να κλαίγονται και να μεμψιμοιρούν, επιλέγουν να αξιολογήσουν την κατάσταση και τις κινήσεις που τους οδήγησαν σε αυτήν, μελετούν τα λάθη τους και μέσα από αυτό το ταξίδι αυτογνωσίας και αυτοκριτικής δυναμώνουν, καλλιεργούν τον χαρακτήρα τους, έτσι ώστε να είναι περισσότερο έτοιμοι στην επόμενη ευκαιρία που θα τους δοθεί. Οι τυχεροί δέχονται τις αποτυχίες τους, δεν νιώθουν ότι τους χαρακτηρίζουν και τις αποδίδουν σε εξωτερικούς παράγοντες, χωρίς ωστόσο να πέφτουν στην παγίδα της υπεραισιοδοξίας.

Αλλαγή εστίασης

Φυσικά και είναι καλό να αφιερώνουμε χρόνο και ενέργεια στη δουλειά μας ή να αφοσιωνόμαστε σε μια δραστηριότητα που μας αρέσει. Ωστόσο, το να κλείνουμε τα μάτια στον υπόλοιπο κόσμο κατά τη διάρκεια της απασχόλησής μας και να πορευόμαστε με τυφλή προσήλωση μπορεί μεν να μας οδηγήσει γρηγορότερα στον συγκεκριμένο στόχο, αλλά παράλληλα μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα να χάσουμε την ευκαιρία να εξερευνήσουμε νέα μονοπάτια, απρόσμενα, που μερικές φορές αποδεικνύονται καλύτερα σε βάθος χρόνου.

Σπάστε τη συνήθεια

1. Η ρουτίνα περιορίζει τις πιθανότητες να μας συμβεί κάτι καλό, γι’ αυτό καλό είναι να προσπαθούμε να αλλάζουμε μικρές καθημερινές συμπεριφορές, όπως, για παράδειγμα, να δεχτούμε μια πρόσκληση που μας βγάζει από το πρόγραμμα ή να πάρουμε καφέ από ένα άλλο μαγαζί.

2. Δημιουργούμε μόνοι μας ευκαιρίες. Μπορούμε, για παράδειγμα, να πιάσουμε κουβέντα με έναν άγνωστο ή να ζητήσουμε επιτέλους αυτή τη συνάντηση με το αφεντικό μας για να του αναπτύξουμε μια νέα ιδέα. Η πιθανή επιτυχία, πέρα από ικανοποίηση, θα ενισχύσει την αυτοπεποίθησή μας και την όρεξη για ανάληψη μελλοντικών ρίσκων και πρωτοβουλιών.

3. Εκπαιδεύουμε το μυαλό μας ώστε να είναι ανοιχτό σε νέες επιλογές και να αναγνωρίζει εναλλακτικές πορείες και απόψεις. Μπορούμε π.χ. να επιλέξουμε ένα θέμα -ακόμη και το πιο περίεργο- και να προσπαθήσουμε να αναπτύξουμε 5 διαφορετικές απόψεις σχετικά με αυτό.

4. Καλό είναι να μην προδιαγράφουμε την πορεία και την κατάληξη των πραγμάτων.

5. Κατά τη διάρκεια μιας εργασίας φροντίζουμε να κάνουμε τακτικά διαλείμματα. Έτσι, όχι μόνο θα ξεκουράζουμε το μυαλό μας και θα σκεφτόμαστε πιο καθαρά, αλλά θα αφήνουμε και ένα παράθυρο ανοιχτό στην έκπληξη. Η έμπνευση μπορεί να έρθει από παντού, ακόμη και από μια μπίρα με τους φίλους μετά τη δουλειά ή από μια γρήγορη περιήγηση στο Ίντερνετ.

Η ψυχολογία της τύχης

Ο Richard Wiseman, ερευνητής στο Πανεπιστήμιο του Hertfordshire στο Ηνωμένο Βασίλειο, είναι γνωστός για τις έρευνες που έχει πραγματοποιήσει σε περίεργους τομείς της ψυχολογίας, ανάμεσά τους η τύχη, το χιούμορ, η αυταπάτη. Μάλιστα, τα αποτελέσματα της πολυετής έρευνάς του στο κομμάτι της τύχης, στην οποία συμμετείχαν εκατοντάδες τυχεροί και άτυχοι άνθρωποι, οδήγησε στην έκδοση του διάσημου πια βιβλίου του «The luck factor» («Ο παράγοντας της τύχης»).

Σύμφωνα, λοιπόν, με τον ίδιο, οι τυχεροί άνθρωποι χρησιμοποιούν 4 βασικές αρχές για να προσελκύσουν την καλοτυχία στη ζωή τους. Ποιες είναι αυτές;

1. Μεγιστοποιούν τις πιθανότητες για μία ευκαιρία.

2. Φροντίζουν να προσέχουν το ένστικτό τους.

3. Περιμένουν να τους συμβούν καλά πράγματα.

4. Μετατρέπουν την κακοτυχία σε καλοτυχία.

Ο Αριστοτέλης και οι δύο μορφές της καλοτυχίας

Οπωσδήποτε, μια φιλοσοφική διερεύνηση της ανθρώπινης ευτυχίας δε θα μπορούσε να θεωρηθεί ολοκληρωμένη, αν δε λαμβανόταν υπόψη ο παράγοντας της τύχης: «Δεν είναι ούτε η φρόνηση από μόνη της που φέρνει την ευτυχία ούτε και η αρετή, αλλά κάποιοι είναι τυχεροί· έτσι τουλάχιστον το λέμε, με το σκεπτικό πως μπορεί την ευτυχία να τη φέρνει η τύχη, όπως τη φέρνει η ορθή γνώση» (1246b 46-47 και 1247a 1-2).

Η πεποίθηση των πολλών ότι η τύχη συμβάλλει καθοριστικά στην κατάκτηση της ευτυχίας καθιστά τη διερεύνηση του θέματος απαραίτητη, αφού είναι αδύνατο να αρνηθεί κανείς την (σε πολλές περιπτώσεις) καθοριστική σημασία της στην εξέλιξη (είτε θετική είτε αρνητική) των γεγονότων που προκύπτουν από τις ανθρώπινες πράξεις: «Ότι κάποιοι είναι άνθρωποι τυχεροί, το βλέπουμε. Διότι, ενώ δεν έχουν μυαλό, τα καταφέρνουν μια χαρά, ειδικά σε θέματα που τον πρώτο λόγο τον έχει η τύχη» (1247a 4-6).

Κι όχι μόνο αυτό: «Επιπλέον, τα καταφέρνουν καλά και σε θέματα που ναι μεν απαιτούν τεχνικές γνώσεις, όμως θέλουν και μεγάλη τύχη, π.χ. στη στρατηγική και στη διακυβέρνηση του πλοίου» (1247a 7-8). Η αναγνώριση ότι η τύχη είναι σε θέση να καθορίσει την επιτυχία ή την αποτυχία ενός εγχειρήματος ακόμα και σε ζητήματα που απαιτούνται ικανότητες, όπως η στρατηγική και η ναυσιπλοΐα, καταδεικνύει τη σημασία της ως απαραίτητου συμπληρωματικού παράγοντα δίπλα στη γνώση ή το ταλέντο.

Όσο σπουδαίος κι αν είναι ένας στρατηγός, όσο σωστά κι αν έχει προετοιμαστεί για τη μάχη, είναι δυνατό να ηττηθεί λόγω κάποιου απρόοπτου-αστάθμητου παράγοντα που ξεπερνά τα ανθρώπινα μέτρα πρόβλεψης. Κι ο ικανότερος καπετάνιος ενδέχεται να χάσει το πλοίο του. Το τυχαίο είναι σε θέση να οδηγήσει στις μεγαλύτερες ανατροπές και να επιφέρει ακόμα και τις πιο παράλογες εκπλήξεις.

Ο στρατηγός που κερδίζει όλες τις μάχες, πέρα από την αναμφισβήτητη ικανότητά του, είναι και τυχερός, έστω και με την έννοια ότι ποτέ δεν τον βρίσκει το κακότυχο απρόβλεπτο, που θα τον ρίξει στα χέρια των εχθρών. Λαϊκές φράσεις όπως «έχει το κοκαλάκι της νυχτερίδας» (για κάποιον που πετυχαίνει διαρκώς) ή «η τύχη ευνοεί τους ισχυρούς» καταδεικνύουν ότι μαζί με την ικανότητα συμπορεύεται και η τύχη που επισφραγίζει το αποτέλεσμα.

Ο Αριστοτέλης διερωτάται γι’ αυτούς τους ανθρώπους: «Τι ισχύει λοιπόν; Έχουν εκ φύσεως κάτι, και τους οδηγεί στις καλοτυχίες; Ή μήπως τα επιτεύγματά τους δεν έχουν καμία σχέση με αυτό που είναι οι ίδιοι;» (1247a 9-11).

Αρχικά, θα διερευνηθεί το ζήτημα της φύσης: «Η άποψη που κυριαρχεί είναι ότι η τύχη τους ανάγεται στη φύση τους· είναι η φύση που τους δίνει τις συγκεκριμένες ικανότητες, και είναι ευθύς εξαρχής διαφορετικοί εκ γενετής, όπως ακριβώς άλλοι έχουν μάτια γαλανά και άλλοι σκούρα, απλώς γιατί το επιβάλλει η φύση· έτσι, λένε, συμβαίνει και με τους τυχερούς και τους άτυχους» (1247a 11-16).

Ασφαλώς, η άποψη ότι η τύχη του καθενός ορίζεται από τη φύση του, σαν να είναι η φύση υπεύθυνη για τις αναποδιές (μικρές ή μεγάλες) που συναντά κανείς στη ζωή του ή όχι, φαντάζει εξωφρενική. Η φύση μπορεί να ορίζει την τυχαιότητα στο γονιδιακό συνδυασμό που θα ορίσει την εξωτερική εμφάνιση (χρώμα ματιών κλπ.), αλλά με τίποτε δε θα μπορούσε να την επικαλεσθεί κανείς ως αίτιο της κακοτυχίας που επέφερε την ήττα σε μια μάχη. Η αποδοχή του εκ φύσεως άτυχου, σαν να επρόκειτο για γονιδιακό χαρακτηριστικό, θα εκμηδένιζε όλες τις ανθρώπινες προσπάθειες προκαθορίζοντας τα αποτελέσματά τους από την ώρα που γεννήθηκαν.

Όμως, αν η εκδοχή να αποδοθεί η τύχη στη φύση αποκλείεται, εξίσου αποκλείεται και το ενδεχόμενο να θεωρηθεί αποτέλεσμα της φρόνησης: «Προφανώς και τα επιτεύγματά τους» (εννοείται των τυχερών ανθρώπων) «δεν ανάγονται στη φρόνησή τους. Διότι η φρόνηση δεν είναι άσχετη με τη λογική, αλλά σ’ αυτήν στηρίζει τις επιλογές των πράξεών της. Αντίθετα, οι άνθρωποι οι τυχεροί δεν μπορούν να εξηγήσουν που βασίζεται η επιτυχία τους (αν το μπορούσαν δε θα ήταν τύχη άλλα τέχνη)» (1247a 17-20).

Εξάλλου «είναι φανερό ότι δεν έχουν μυαλό, όχι μόνο σε άλλα ζητήματα αλλά ακριβώς στα ζητήματα που αποδεικνύονται τυχεροί μολονότι άμυαλοι» (1247a 20-21 και 26-27). Το ότι η επιτυχία της απόλυτης τύχης δε σχετίζεται ούτε με τη λογική ούτε με τη γνώση καταδεικνύει το αδύνατο του συσχετισμού της με τη φρόνηση, αφού φρόνηση χωρίς λογική δεν υφίσταται.

Από κει και πέρα, αυτό που μένει είναι η αναζήτηση της τύχης στο θεό: «Μπορεί και να τους αγαπάει, όπως λένε» (εννοείται τους τυχερούς) «ο θεός, και η επιτυχία τους να ανάγεται σε κάτι που έρχεται απ’ έξω. Και ένα πλοίο κακοναυπηγημένο αποδεικνύεται συχνά καλύτερο, όχι όμως γι’ αυτό που είναι το ίδιο αλλά επειδή έχει κυβερνήτη καλό· μήπως όμως έτσι ο τυχερός θα έχει κυβερνήτη καλό κάποιο θεό;» (1247a 31-36).

Όμως, ούτε κι αυτή η εκδοχή φαίνεται να ικανοποιεί τον Αριστοτέλη: «Αλλά δε στέκει λογικά ένας θεός να αγαπάει απλά τον τυχερό και όχι τον πιο καλό και μυαλωμένο» (1247a 36-38).

Ο αποκλεισμός της τύχης τόσο από το πεδίο της φρόνησης όσο και από το πεδίο της θεϊκής δράσης αναγκάζει τον Αριστοτέλη να επανέλθει στο ενδεχόμενο της φύσης: «Εάν, λοιπόν, η επιτυχία κάποιου ανάγεται αποκλειστικά είτε στη φύση του είτε στη σκέψη του είτε στην άνωθεν προστασία του, και αν τα δύο από αυτά έχουν ήδη αποκλειστεί, τότε στη φύση θα οφείλονται τα επιτεύγματα των τυχερών» (1247a 39-41).

Όμως, σε αντίθεση με τα τυχαία που (συνήθως) γίνονται μία φορά, αυτά που έχουν ως αίτιο τη φύση επαναλαμβάνονται: «Και βέβαια αποτελεί αίτιο η φύση, όμως για κάτι που επαναλαμβάνεται συνέχεια ή έστω τις πιο πολλές φορές, ενώ η τύχη το αντίθετο. Εφόσον, λοιπόν, μια αδικαιολόγητη επιτυχία αποδίδεται στην τύχη και κάποιος τα καταφέρνει από τύχη, δεν μπορεί αυτή να είναι αίτιο για κάτι που συμβαίνει συνέχεια ή έστω τις πιο πολλές φορές» (1247 41-46).

Με άλλα λόγια, η τύχη που επαναλαμβάνεται δεν είναι τύχη. Κατ’ επέκταση εκείνος που ευημερεί για μεγάλο χρονικό διάστημα από τύχη, χωρίς τη βοήθεια της φρόνησης (αν το όφειλε στη φρόνηση αναμφίβολα δε θα ήταν τύχη) και χωρίς τη συνδρομή του θεού (ο θεός δε θα αγαπούσε τον δίχως φρόνηση άνθρωπο), προφανώς τη διαρκή του τύχη την οφείλει στη φύση του.

Από αυτή την έννοια, ένας τέτοιος άνθρωπος δεν είναι τυχερός αλλά προικισμένος από τη φύση: «Άρα, δεν πρόκειται για άνθρωπο τυχερό αλλά προικισμένο από τη φύση. Συμπεραίνουμε ότι αυτοί που λέγονται τυχεροί, δεν είναι όντως τυχεροί, αφού δεν είναι η τύχη που τους ευνοεί. Στην τύχη οφείλονται μόνο εκείνα που εκείνη προκάλεσε: τα αγαθά μιας τύχης αγαθής» (1247a 49-50 και 1247b 1-2).

Όμως, μια τέτοια εκδοχή στην ουσία αποτελεί ολοκληρωτική ακύρωση της τύχης σε εννοιολογικό επίπεδο: «Αλλά, εάν αυτό ισχύει, μήπως δεν υπάρχει καθόλου τύχη; Ή και να υπάρχει, μήπως δεν αποτελεί αιτία για τίποτε; Αλλά υποχρεωτικά η τύχη και υπάρχει και αιτία είναι. Άρα θα είναι και αιτία για κάποια αγαθά ή κακά που έχουν μερικοί άνθρωποι» (1247b 2-5).

Εκτός, αν φτάσουμε στο ισοπεδωτικό συμπέρασμα της ολικής άρνησης της τύχης: «Εάν, από την άλλη, αρνηθούμε τελείως την τύχη ως αιτία ορισμένων συμβάντων και πούμε ότι τίποτε δε συμβαίνει κατά τύχη, τότε είναι σαν να λέμε τύχη μιαν άλλη αιτία που υπάρχει μεν αλλά εμείς δεν μπορούμε να τη δούμε (γι’ αυτό και κάποιοι ορίζουν ως εξής την τύχη: αιτία απροσπέλαστη στην ανθρώπινη λογική, αιτία που ανάγεται σε κάποια ιδιότητα της φύσης). Αλλά αυτό αποτελεί άλλο πρόβλημα» (1247b 6-11).

Το σίγουρο είναι ότι το απολύτως τυχαίο δεν επαναλαμβάνεται συνέχεια: «Όταν, όμως, βλέπουμε ότι ορισμένους ανθρώπους τους ευνόησε η τύχη μια φορά, γιατί να μην το ξανακάνει; Ακριβώς επειδή κατόρθωσαν το πρώτο, έχουν την τύχη και για το επόμενο. Το αποτέλεσμα της τύχης, δηλαδή, λειτουργεί πια ως αίτιο» (1247b 11-14).

Η άποψη που θέλει την τύχη να στέκεται ευνοϊκά στο μέλλον, επειδή υπήρξε ευνοϊκή στο παρελθόν, αποτελεί παραλογισμό, αφού συγχέει το αίτιο με το αποτέλεσμα. Το αποτέλεσμα της παλιάς καλής τύχης δεν αποτελεί αιτία-εγγύηση ότι η τύχη θα είναι πάντα ευνοϊκή.

Αν, πράγματι, η τύχη συνεχίζει να χαμογελά διαρκώς, τότε δεν είναι τύχη («έτσι, όμως, δεν πρόκειται πια για τύχη» 1247b 14) κι αν επιμένουμε να λέμε τύχη αυτό που επαναλαμβάνεται, θα προκύψει ο εξής ορισμός: «Τύχη είναι όταν προκύπτει το ίδιο αποτέλεσμα ανάμεσα σε άπειρα ενδεχόμενα και ακαθόριστα, δηλαδή κάτι σίγουρα καλό ή κακό για κάποιον, που όμως δεν μπορούμε να το προσεγγίσουμε επιστημονικά μέσω της εμπειρίας. Αν μπορούσαμε να το καταλάβουμε, όλοι θα μάθαιναν τον τρόπο να αποδεικνύονται τυχεροί» (1247b 14-17).

Αν όμως ίσχυε αυτό, τότε και οι επιστήμες θα ήταν μορφές καλής τύχης (άποψη που ασπάζεται ο Σωκράτης) πράγμα που ο Αριστοτέλης απορρίπτει. Το τελικό συμπέρασμα ότι η τύχη δεν επαναλαμβάνεται οδηγεί σε ένα νέο κύκλο ερωτήσεων: «Τι αποτρέπει, λοιπόν, την πολλαπλή επανάληψη της τύχης κάποιου, μιας τύχης που δεν οφείλεται σ’ αυτό που είναι αυτός, αλλά είναι σαν να ρίχνει αυτός συνέχεια τις ζαριές που θέλει;» (1247b 19-21).

Οι άνθρωποι που η τύχη ευνοεί όλες τις επιλογές τους (ή τουλάχιστον τις περισσότερες) δεν μπορούν να συγκριθούν εκείνον που παίζει ζάρια. Γιατί ο τζογαδόρος είναι αδύνατο να έχει συνέχεια την τύχη με το μέρος του. Άλλο η τύχη του ενός κι άλλο του άλλου.

Για τη διαφοροποίηση αυτών των δύο εκδοχών της τύχης ο Αριστοτέλης θα επικαλεστεί τις ψυχικές παρορμήσεις: «Μήπως δεν υπάρχουν παρορμήσεις στην ψυχή, άλλες βασισμένες σε κάποιον υπολογισμό και άλλες (έρχονται μάλιστα και πρώτες-πρώτες) βασισμένες σε κάποια τάση εκτός πάσας λογικής;» (1247b 22-24).

Οι ψυχικές αυτές παρορμήσεις προς μια ενέργεια, επειδή ακριβώς δε βασίζονται ούτε στη λογική ούτε στη φρόνηση, ενδέχεται να οδηγήσουν στις πιο εσφαλμένες επιλογές. Ο συνετός άνθρωπος δεν αποφασίζει ποτέ υπό αυτές τις συνθήκες. Όμως, πέρα από αυτό, ενδέχεται μια τέτοια παρορμητική-ενστικτώδης επιλογή (που εν πολλοίς οφείλεται στο τυχαίο ως στιγμιαία έμπνευση) να αποδειχθεί εξόχως αποδοτική, απείρως αποδοτικότερη από εκείνη που βασίστηκε σε υπολογισμούς (που μπορεί να αποδειχθούν και λανθασμένοι).

Εκείνος που από ένστικτο αποφασίζει υπό αυτούς τους όρους και αποδεικνύεται κατ’ επανάληψη ότι αποφασίζει σωστά δεν υπόκειται στους νόμους της τυχαιότητας (η τύχη που επαναλαμβάνεται δεν είναι τύχη, αφού αυτός που παίζει ζάρια δε φέρνει συνέχεια την καλή ζαριά), αλλά υπάρχει κάτι άλλο, κάτι ανερμήνευτο και μη ορατό που τον κατευθύνει προς τη σωστή κατεύθυνση. Πρόκειται για ένα εκ φύσεως χαρισματικό ένστικτο, μια φυσική-ταλαντούχα παρόρμηση που τον ωθεί στο σωστό, η οποία δεν υπόκειται στη λογική, όπως η καλή φωνή που δίνεται στον τραγουδιστή από τη γέννησή του.

Ο Αριστοτέλης σημειώνει: «Εάν ορισμένοι άνθρωποι έχουν εκ φύσεως κάποια πλεονεκτήματα, με τον τρόπο που κάποιος είναι τραγουδιστής όχι από γνώση αλλά από ταλέντο, τότε έτσι γεννήθηκαν και οι παρορμήσεις τους δεν έχουν καμία λογική. Είναι η φύση τους που τους οδηγεί, και έχουν την επιθυμία που πρέπει, για το αντικείμενο που πρέπει, στο σωστό χρόνο και με το σωστό τρόπο· οπότε θα πετύχουν αυτό που θέλουν, ακόμα κι αν είναι άμυαλοι και ανόητοι, όπως ορισμένοι μπορούν να τραγουδήσουν καλά, μολονότι αδυνατούν να διδάξουν τραγούδι» (1247b 26-33).

Κι αυτός ακριβώς είναι ο ορισμός των τυχερών ανθρώπων: «Έτσι ορίζονται συνεπώς οι τυχεροί: είναι αυτοί που τις περισσότερες φορές πετυχαίνουν αυτό που θέλουν, χωρίς να υπάρχει γι’ αυτή τους την επιτυχία καμία μα καμία λογική εξήγηση. Μόνο στη φύση μπορεί να αναχθεί η τύχη τους» (1247b 33-35).

Η καταφυγή σε μια ερμηνεία της τύχης που ξεπερνά τα όρια της λογικής (και μάλιστα από τον φιλόσοφο που την όρισε και την κατοχύρωσε ως θεμέλιο ολόκληρου του δυτικού πολιτισμού) καταδεικνύει το αχαρτογράφητο της ανθρώπινης συμπεριφοράς που είναι αδύνατο να ερμηνευτεί με αποκλειστικά λογικά κριτήρια. Υπό αυτή την έννοια, όταν γίνεται λόγος για τον άνθρωπο και τα κριτήρια της ευτυχίας και των ενεργειών του, η λογική προσέγγιση, από θέση αρχής, κινείται μέσα σε ορισμένα όρια.

Ο άνθρωπος δεν ερμηνεύεται μονάχα με τη λογική. Πρέπει οπωσδήποτε να ληφθούν υπόψη και οι άλογες παρορμήσεις της φύσης, οι ανερμήνευτες κι ακατανόητες δυνατότητες που μπορεί να παρέχει διαφοροποιώντας την προσωπικότητα του καθενός. Το αχαρτογράφητο του ανθρώπου δεν είναι τίποτε άλλο από το αχαρτογράφητο των δυνατοτήτων και των επιλογών του.

Η διαπίστωση αυτή, όμως, κάθε άλλο παρά προτίθεται να ακυρώσει τη λογική. Η λογική αποτελεί το ύψιστο ανθρώπινο εργαλείο για την ερμηνεία του κόσμου και του εαυτού του. Η άρνηση της λογικής και η καταφυγή σε μεταφυσικές ή πάσης φύσεως υπερβατικές ερμηνείες κρίνονται βαθύτατα αντι-αριστοτελικές. Σε τελική ανάλυση, το δίχως λογική αχαρτογράφητο μέρος του ανθρώπου (άλογον μέρος της ψυχής) πάλι η λογική θα το χαρτογραφήσει. Κι αυτή είναι η επιστήμη του μέλλοντος.

Αυτός είναι και ο λόγος που ο Αριστοτέλης θα συμπληρώσει: «Συμπεραίνουμε ότι το συγκεκριμένο επιχείρημα δεν αποδεικνύει ότι ορισμένοι είναι καλότυχοι λόγω της φύσης τους, αλλά απλώς ότι δεν είναι όλοι οι θεωρούμενοι τυχεροί όντως ευνοημένοι από την τύχη, αλλά ορισμένοι είναι από τη φύση. Συγχρόνως, δεν αποδεικνύεται ότι η τύχη είναι μια ανύπαρκτη αιτία, αλλά απλώς ότι δεν αποτελεί αιτία όλων όσων θεωρείται αιτία» (1248a 16-20).

Με άλλα λόγια, η αναγνώριση ότι μπορεί να υπάρχουν άνθρωποι με ταλέντο στις ενστικτώδεις αποφάσεις δεν αποδεικνύει ότι η ευτυχία βασίζεται στην τύχη, ως φυσικό χάρισμα. Οι άνθρωποι αυτοί είναι λίγοι και οι νόμοι ορίζονται από την τάση της συντριπτικής πλειοψηφίας που στερείται αυτού του χαρίσματος. Και βέβαια, μια τέτοια ερμηνεία δεν προτίθεται να ακυρώσει την έννοια της τύχης ανάγοντάς την αποκλειστικά στη φύση.

Η παρορμητική απόφαση μπορεί να οδηγήσει σε επιτυχή επιλογή και από καθαρή τύχη, όπως αυτός που παίζει ζάρια μπορεί να βρεθεί σε βραδιά μεγάλης ρέντας. Όμως, τα αποτελέσματα της καθαρής τύχης δεν επαναλαμβάνονται και αυτός που, επειδή στάθηκε μια φορά τυχερός, θεωρεί ότι θα είναι πάντα τυχερός, κατά κανόνα καταστρέφεται.

Η παραδοχή της ύπαρξης ανθρώπων (ακόμη και ανόητων) που με άλογο τρόπο κατανοούν ενστικτωδώς το σωστό έχοντας φυσικό χάρισμα θα οδηγήσει τον Αριστοτέλη στα κατάβαθα της ανθρώπινης ύπαρξης: «Ποια είναι μέσα στην ψυχή η αρχή της κίνησης;» (1248a 32).

Η απάντηση θα δοθεί αμέσως: «Είναι τόσο ξεκάθαρο, όσο και το ότι στο σύμπαν αρχή είναι ο θεός. Μπορούμε, δηλαδή, να πούμε ότι κινεί τα πάντα μέσα μας ένας θεός εσωτερικός. Και του λογικού στοιχείου ακόμα, αρχή δεν είναι το λογικό στοιχείο, αλλά κάτι ανώτερο. Τι άλλο, λοιπόν, θα είναι ανώτερο από την επιστήμη και από το νου, παρά ο θεός; Διότι και η αρετή εργαλείο του νου είναι» (1248a 33-37).

Κι αυτός ο εσωτερικός θεός μπορεί να κάνει κάποιους (τυχερούς ως προς τη φύση) ανόητους να τα καταφέρνουν δίνοντας την επίφαση της τύχης (ως προς τις πράξεις), ενώ πρόκειται για φυσικό χάρισμα. «Γι’ αυτό και μερικοί τα καταφέρνουν μολονότι ανόητοι, όπως το λέγαμε και προηγουμένως: τυχεροί οποιοιδήποτε ορμήσουν οπουδήποτε. Αυτούς δεν τους συμφέρει να το σκέφτονται, αφού κατέχουν μια αρχή ανώτερη από το νου και την έλλογη απόφαση (οι άλλοι με το νου, αυτό δεν το έχουν όπως δεν έχουν και τη θεία έμπνευση). Το να λειτουργούν βάσει σκέψης δεν το δύνανται, και ακριβώς αυτή η έλλειψη είναι που τους δίνει την επιτυχία» (1248a 37-44).

Το χάρισμα αυτό προσομοιάζει με τη σωστή κρίση των σοφών που γίνεται αστραπιαία: «Τα ίδια ισχύουν ακόμα και για την αυτόματη ευθυκρισία των μυαλωμένων και σοφών, αυτή που μοιάζει με μαντική: δεν πρέπει να την αποδώσουμε μόνο στη λογική, αλλά υπάρχουν μυαλωμένοι και σοφοί που λειτουργούν είτε με βάση την εμπειρία είτε με κάποια συνήθεια που έχουν στη διάγνωση των καταστάσεων» (1248a 45-48).

Το τελικό συμπέρασμα είναι σαφές. Η καλοτυχία είναι δύο ειδών, η περιστασιακή, που δε σχετίζεται με την παρόρμηση και αφορά αποκλειστικά τη συγκυριακή τύχη, και η θεϊκή, που κινείται από τον εσωτερικό θεό της φωτισμένης κι άλογης προτροπής: «Συμπέρασμα: υπάρχουν δύο μορφές καλοτυχίας· η μία είναι θεϊκή (γι’ αυτό και το κατόρθωμα του τυχερού το ανάγουν στο θεό). Με τη θεϊκή καλοτυχία ο τυχερός τα καταφέρνει χάρη στην εσωτερική παρόρμησή του. Με την άλλη ο τυχερός τα καταφέρνει ενάντια στην παρόρμηση. Όπως και να έχει πάντως, και στις δύο αυτές μορφές καλοτυχίας η λογική απουσιάζει. Επίσης, η θεϊκή καλοτυχία είναι συνεχής, ενώ η άλλη περιστασιακή» (1248b 4-9).

Αριστοτέλης, Ηθικά Ευδήμια

Μαθητές και δάσκαλοι

Δυστυχώς οι περισσότεροι παραμένουν μαθητές για όλη τη ζωή τους, με την αρνητική όμως έννοια, αυτήν που έμαθαν. Περιμένουν την έτοιμη γνώση, την μασημένη πληροφορία. Αναζητούν δασκάλους όπως αυτούς που γνώρισαν στα σχολικά τους χρόνια, που τους υπέβαλλαν τι θα μάθουν, πότε να το κάνουν, και πώς. Σπάνια διαπιστώνουν οι άνθρωποι πως διατηρούν τον ίδιο τρόπο λειτουργίας και στη ζωή τους, σε όλους τους τομείς.

Φυσικά, οι ίδιοι (αν και αδυνατούν να διαπιστώσουν το δίπολο χαρακτηριστικό), επικρίνουν και αντιμάχονται κάθε δάσκαλο, κάνοντας του κεφαλιού τους (κυριολεκτικά, βάση προγραμματισμού), χωρίς να συνειδητοποιούν πόσο εξαρτημένοι είναι από πεποιθήσεις, παπαγαλίες και δανεικές απόψεις που θεωρούν δικές τους.

Έχουμε λοιπόν όσους βασίζονται σε σκέψεις σοφών, αναπαράγοντας τα λόγια τους, μελετώντας τα γραπτά τους (αν υπάρχουν), αναζητώντας ιστορικά, πατώντας πάνω σε ό,τι έχει ήδη ειπωθεί/γραφτεί, χωρίς να κάνουν πράξη αυτά που "γνωρίζουν". Δεν είναι κακό, αλλά λειψό, περιοριστικό και μη εφαρμόσιμο κατά το μεγαλύτερο μέρος του. Άλλωστε, δεν χρειάζεται να είμαστε ακόλουθοι, μίμοι, ούτε πάμε προς τα πίσω, με σκοπό να αναβιώσουμε το παρελθόν. Οι ίδιες λέξεις αποκτούν άλλο περιεχόμενο ανάλογα με τον χρόνο, τον πολιτισμό, τη συνειδητότητα που τις γέννησε. Και ΔΕΝ ήμασταν εκεί!

Έχουμε και όσους νομίζουν πως βασίζονται στον εαυτό τους, είτε έχουν είτε δεν έχουν μελετήσει τις σκέψεις σοφών, αρχαία κείμενα, την κοινωνικά αποδεκτή γνώση. Θεωρούν πως ακολουθούν τη δική τους αυθεντική σκέψη, τις δικές τους επιθυμίες και αλήθεια, αγνοώντας πραγματικά πως κάτι τέτοιο είναι κυριολεκτικά αδύνατον, εκτός αν έχουν ακολουθήσει μια πολύ διαφορετική πορεία απογύμνωσης, αναγνώρισης της μικρότητας και της άγνοιας του εαυτού τους, προηγουμένως.

Είναι μια μακρά πορεία εσωτερικής και εξωτερικής δουλειάς, που απαιτεί αφοσίωση, πειθαρχία και αυτοσκοπό... πάνω από οποιονδήποτε άλλον σκοπό, της πρόσκαιρης ζωής μας. Για να φτάσει κανείς στον πυρήνα του ίδιου του εαυτού, χρειάζεται να απαρνηθεί όλα όσα δεν είναι δικά του, αναγνωρίζοντας όλα όσα έχει υιοθετήσει και δεν υποπτευόταν ποτέ πως υπήρχαν μέσα του, αλλά καθοδηγούν την προσωπικότητα εν αγνοία του. Δεν το αποφασίζει εύκολα κανείς αυτό, δεν το κάνει κανείς με "ελαφριά τη καρδία". Θέλει θάρρος, επιμονή και εμπιστοσύνη!

Άλλωστε, τους σοφούς (όχι κατ' ανάγκην δασκάλους, γιατί έχει άλλη έννοια ο δάσκαλος) τους κατανοούμε πραγματικά, μόνο τότε! Όταν απογυμνωθούμε! Γιατί τότε, τα λόγια τους αντηχούν μέσα μας εντελώς διαφορετικά, αγγίζοντας χορδές και σημεία του Είναι μας που δεν αντιλαμβανόμασταν πριν. Είναι σα να "ζωντανεύουν" τα λόγια τους αλλά και οι ίδιοι μέσα μας, παρακάμπτοντας το λογικο-αναλυτικό μέρος του νου μας και φτάνοντας πολύ πιο πηγαία, πιο βαθιά σε εκείνο το αληθινό, αυθεντικό μέρος μας που κανείς δεν μπορεί να το περιγράψει, μόνο να το βιώσει για τον εαυτό του.

Την απογύμνωση αυτή δεν την κάνουμε μόνοι μας. Είναι αδύνατον να αναγνωρίσεις αυτό που δεν μπορείς να δεις. Είναι αδύνατον να δεις αυτό που δεν θέλεις να δεις ή που πιστεύεις πως δεν υπάρχει μέσα σου. Είναι αδύνατον να πας πέρα από το νου που έμαθες να εμπιστεύεσαι, να του ζητάς απαντήσεις και να ακολουθείς. Και είναι το ίδιο μέρος του νου - το μόνο που αναγνωρίζεις - που δημιουργεί όλα όσα αδυνατείς να φανερώσεις στον εαυτό σου.

Όμως, η καθιερωμένη έννοια του δασκάλου, όπως την έχουμε ερμηνεύσει στη Δύση, δεν λειτουργεί εδώ (ούτε πουθενά αλλού, άσχετα αν την διατηρούμε).

Δεν έχει ο πραγματικός δάσκαλος έτοιμες γνώσεις να σου προσφέρει. Δεν έχει μέθοδο που μπορείς να ακολουθήσεις. Δεν χαϊδεύει τ' αυτιά σου και δεν σου προσφέρει μασημένη τροφή. Δεν το κάνει εύκολο ούτε γρήγορο, απλά επειδή έτσι έχουμε μάθει να περιμένουμε και να θέλουμε τα πάντα.

Αυτού του τύπου "δάσκαλοι", που λειτουργούν βάση των πιο πάνω, ανήκουν στη σύγχρονη εποχή του μάρκετινγκ, της διαφήμισης, του νεοπλουτισμού, των επιφανειακών και προσωρινών "χαπιών ανακούφισης", του φαστ-φουντ και της κοινωνικής αποδοχής των φαν. Οι ενέσεις ενέργειας, τα χάπια ανακούφισης, οι πληροφορίες που ικανοποιούν τα ένστικτα, διαρκούν για λίγο. Και προσφέρουν πολλές παρενέργειες, άλλες εμφανείς, άλλες όχι.

Έχοντας καταφέρει κάποιος το επιθυμητό: την απελευθέρωση του εαυτού από επεμβάσεις, παρεμβάσεις, κληροδοτήσεις και ό,τι μπορεί να σκιάσει την έκφραση του αυθεντικού Εαυτού, την εκδήλωση του μοναδικού δικού του εσωτερικού Δασκάλου/σύστημα διάκρισης και καθοδήγησης, δεν μετατρέπει κάποιον αυτόματα και σε δάσκαλο. Τον μετατρέπει σε ελεύθερο άνθρωπο, σε ανώτερη συνειδητότητα, σε αυθεντική ύπαρξη, σε σοφό, αλλά όχι σε δάσκαλο.

Ο δάσκαλος είναι αυτός που είτε τα έχει καταφέρει όλ' αυτά στο 100% (λέμε τώρα) είτε όχι, εν τούτοις, έχει βρει και ψάχνει συνέχεια, τρόπους να μεταδίδει αυτά που ανακαλύπτει, σε άλλους. Είναι αυτός που δεν βασίζεται σε συστήματα, μεθόδους, έτοιμες λύσεις και απαντήσεις, αλλά φτιάχνει, κάθε φορά, για τον καθένα από τους λίγους μαθητές του, τον μοναδικό δρόμο του καθενός, μαζί του. Δεν αναγνωρίζεται εύκολα, δεν μιλάει γι' αυτό που είναι εκτός αν ερωτηθεί. Η ίδια η ζωή του απλά εκφράζει την ίδια την πειθαρχημένη πορεία του.

Δεν οδηγεί κανένα μαθητή του κάπου συγκεκριμένα. Του δείχνει τον δρόμο, αλλά θα χρειαστεί να τον περπατήσει μόνος του, λειτουργώντας τη ζωή του. Δεν κάνει ο δάσκαλος, τη δουλειά που πρέπει να κάνει ο μαθητής του, αλλά πρέπει ο μαθητής να εμπιστευθεί τη δουλειά που του βάζει ο δάσκαλος, απόλυτα. Πρέπει να τολμήσει να παλέψει τις δικές του μάχες, να πέσει, να λερωθεί, να πονέσει και να επιστρέφει... γιατί εμπιστεύεται! Γιατί έχει πληρώσει γι' αυτό με την ίδια τη ζωή του, το τίμημα της δράσης του, την ταπεινότητα της αφοσίωσής του.

Και κάποια στιγμή πετάει μόνος του... Όλοι οι πραγματικοί μαθητές πετάνε μόνοι τους... και δεν χρειάζεται να γίνουν όλοι δάσκαλοι...

ΟΙ ΙΩΝΕΣ ΟΙ ΜΙΛΗΣΙΟΙ

Η Μίλητος υπήρξε μια από τις πλέον ευημερούσες πόλεις της Μικρός Ασίας, καθώς και το λίκνο μιας πολύ μεγάλης φιλοσοφικής σχολής. Πο­λύ συχνά, ερχόταν σε ρήξη με τους γειτονικούς Λυδούς, στα τέλη του 7ου π.Χ. αιώνα, όμως, ο Θρασύβουλος, ο τύραννος της Μιλήτου, πέτυχε τη σύναψη μιας συνθήκης με τον Λυδό βασιλιά Αλυάττη· όταν αργότερα ο Κροίσος, συνεχίζοντας την πολιτική του πατέρα του, κατέλαβε την Έφεσο, η Μίλητος κατάφερε να διατηρήσει τις παλιές καλές της σχέσεις με τους Λυδούς και να μην γίνει ποτέ υποτελής τους. Η Λυδία αποτελούσε κατά κάποιον τρόπο ένα προκεχωρημένο φυλάκιο του βαβυλωνιακού πο­λιτισμού κι επιπλέον ο Κροίσος είχε αναπτύξει σημαντικές σχέσεις με την Αίγυπτο. Η συμμαχία λοιπόν Μιλήτου και Λυδών ευνόησε και τις σχέσεις της πρώτης με τη Βαβυλώνα και την Αίγυπτο.

Ι. Θαλής ο Μιλήσιος

Κατά τον Αριστοτέλη (Μετά τα Φυσικά, Ι, 983 β 20), ο Θαλής ο Μιλήσιος ήταν ο ιδρυτής της_φιλοσοφίας των «φυσικών» ή «φυσιολόγων που ασχολούνταν με την αναζήτηση φυσικών αιτίων και αποστρέφονταν συνεπώς τις θεωρησιακές αφαιρέσεις των «θεολόγων», οι οποίοι κατέφευγαν_σε μύθους και υπερφυσικές ερμηνείες. Ο Θαλής συγκαταλεγόταν μεταξύ των περίφημων Επτά Σοφών της Ελλάδας κι ο Ευσέβιος τον παρουσιάζει ως «τον πατέρα της φιλοσοφίας και ιδρυτή της Ιωνικής Σχολής» (Praeparatio evangelica, XIV, 14).

Οι κυριότερες πηγές πληροφόρησης που διαθέτουμε σχετικά με τον Θαλή είναι ο Ηρόδοτος και ο Διογένης Λαέρτιος. Γεννήθηκε πιθανότατα το 624 π.Χ. και πέθανε το 548 π.Χ. Σύμφωνα με τον Ηρόδοτο, που έζησε ενάμιση αιώνα αργότερα, ο Θαλής είχε φοινικικό αίμα, ήταν δηλαδή Σημίτης, κατ' άλλους όμως συγγραφείς ήταν Μιλήσιος και μάλιστα αριστοκρατικής κα­ταγωγής· όπως και να έχει όμως το πράγμα, το όνομα του πατέρα του, Εξάμυος, είναι καρικό, ενώ της μητέρας του, της Κλεοβουλίνης, ελληνι­κό. Ήταν σύγχρονος των Λυδών βασιλέων Αλυάττη και Κροίσου, του βα­σιλιά των Περσών Κύρου και του Σόλωνα του Αθηναίου. Από τα χρόνια του ακόμη, έφερε τον τίτλο του μεγάλου σοφού, του επιστήμονα δηλαδή και του σοφού μαζί. Υπάρχουν δύο πασίγνωστα ανέκδοτα που τον παρου­σιάζουν άλλοτε ονειροπόλο κι άλλοτε σαν άνθρωπο προικισμένο με οξύ­τατο πρακτικό πνεύμα. Το πρώτο βρίσκεται στον Θεαίτητο του Πλάτωνα (174α): Κάποτε ο Θαλής παρατηρούσε τον ουρανό και, απορροφημένος καθώς ήταν από τη ρέμβη των άστρων, δεν πρόσεξε ένα πηγάδι που βρισκόταν μπροστά του, μ’ αποτέλεσμα να πέσει μέσα· έτσι αναγκάστη­κε να υπομείνει τους χλευασμούς μιας Θρακός δούλης, που θεωρούσε γε­λοίο τον ζήλο του Θαλή να γνωρίσει τι υπήρχε πάνω από το κεφάλι του, τη στιγμή που δεν ήταν ικανός να δει τι γινόταν μπροστά στα πόδια του.

Ο Αριστοτέλης όμως μας παρουσιάζει έναν Θαλή συνετό: «Ενώ τον κο­ρόιδευαν για τη φτώχεια του και του επισήμαιναν πως σε τίποτα δεν τον ωφελεί η σοφία του, αυτός λέγεται ότι επιδόθηκε στην εξής επιχείρηση: προβλέποντας, χάρη στις αστρονομικές του γνώσεις, πως η σοδειά της ελιάς θα 'ταν καλή κι ενώ ήταν ακόμα χειμώνας, προμηθεύτηκε κάποια χρήματα κι έκλεισε, δίνοντας αρραβώνα (εγγύηση σ.τ.μ.), όλα τα ελαιο­τριβεία της Μιλήτου και της Χίου αντί ελάχιστου ενοικίου αφού δεν υπήρ­χε κανείς άλλος που να δίνει περισσότερα. Όταν πια έφτασε η εποχή της συγκομιδής όλοι έτρεχαν βιαστικά να βρουν ελαιοτριβεία. Τότε ο Θαλής / τους τα υπενοικίαζε όσο ήθελε, κερδίζοντας έτσι πολλά χρήματα αλλά // και αποδεικνύοντας ότι είναι εύκολο για τους σοφούς να πλουτίσουν αν// το θέλουν, οι φιλοσοφικές τους όμως ενασχολήσεις δεν αποσκοπούν στην/ απόκτηση υλικού πλούτου» (Πολιτικά, Ι, 11, 1259 α 10).

Σύμφωνα με τον Ηρόδοτο (Ι, 170), έπεισε τις ιωνικές πόλεις να συνα­σπισθούν, προκειμένου να αντιμετωπίσουν την περσική απειλή, και να κά­νουν πρωτεύουσα τους την Τέω· ο Διογένης Λαέρτιος (1,25), μάλιστα, ισχυ­ρίζεται πως ο Θαλής απέτρεψε τους Μιλήσιους από το να συμμαχήσουν με τον Κροίσο, το βασιλιά της Λυδίας, όπως αυτός τους το είχε προτείνει, σώζοντας έτσι την πόλη, αφού ο Κύρος, ο βασιλιάς των Περσών, νίκησε τελικά τον Κροίσο.

1. Αστρονομία. Από τον Ηρόδοτο γνωρίζουμε πως ο Θαλής είχε προβλέψει την έκλειψη ηλίου που έθεσε τέρμα στον πόλεμο Λυδών και Μήδων∙ η έκλειψη αυτή εντοπίζεται, συνήθως, στις 28 Μαΐου 585 π.Χ. Παρατήρη­σε ακόμα πως η Μεγάλη Άρκτος, την οποία ακολουθούσαν συνήθως οι Φοίνικες, αποτελούσε για τους ναυτικούς καλύτερο μέσο προσανατολισμού, ώστε να βρίσκουν τον πόλο, παρά η Μικρή Άρκτος, με την οποία εντόπιζαν το στίγμα τους οι Έλληνες θαλασσοπόροι. Του αποδίδεται μά­λιστα και μια Ναυτική Αστρολογία, αν και πιθανότερο είναι να μην έγρα­ψε τίποτα∙ μια άλλη παράδοση πάλι τον φέρει να έχει διαιρέσει πρώτος αυτός το έτος σε 365 ημέρες, κατανέμοντας τες σε 30 ανά μήνα.

2. Μαθηματικά. Οι μαθηματικές του γνώσεις θα πρέπει να προέρχονταν από τους ιερείς της Αιγύπτου και μάλιστα ο ίδιος θα πρέπει να ήταν ο εισηγητής της γεωμετρίας στην Ελλάδα. Ο Πρόκλος του αποδίδει τις εξής ανακαλύψεις:

Α) Ο κύκλος τέμνεται από τη διάμετρο του σε δύο ίσα μέρη.

Β) Οι γωνίες της βάσης ενός ισοσκελούς τριγώνου είναι ίσες.

Γ) Οι κατά κορυφήν γωνίες δύο ευθειών που τέμνονται είναι ίσες μεταξύ τους.

Δ) Η εγγεγραμμένη στο ημικύκλιο γωνία είναι πάντα ορθή (λέγεται μάλιστα ότι η ανακάλυψη αυτή ενθουσίασε τόσο πολύ τον Θαλή, που θυσίασε ένα βόδι).

Ε) Ένα τρίγωνο είναι δυνατόν να ορισθεί αν είναι γνωστή η βάση του και οι γωνίες της (το θεώρημα αυτό επιτρέπει τον υπολογισμό της απόστασης των πλοίων μέσα στη θάλασσα). Στις προτάσεις αυτές παραδοσιακά προ­στίθεται και το λεγόμενο «θεώρημα του Θαλή»: κάθε παράλληλος της πλευράς ενός τριγώνου ορίζει δύο όμοια τρίγωνα. Λέγεται ακόμα πως ο Θαλής κατάφερε να μετρήσει το ύψος των πυραμίδων από το μήκος της σκιάς τους, βάσει της σχέσης ενός, κάθετου στο έδαφος, ραβδιού με τη σκιά του. Λένε τέλος πως εξέτρεψε τον ρου του ποταμού Άλυ, καθιστών­τας έτσι δυνατή τη διάβαση του από τα στρατεύματα του Κροίσου.

3. Η κοσμοθεωρία του Θαλή. Η γη επιπλέει στο νερό (Αριστοτέλης, Μετά τα Φυσικά, Α, 3,983 β 21 , Περί Ουρανού, Β, 13, 294 α 28) και το νερό είναι η αρχή των πάντων, (Αριστοτέλης, Μετά τα Φυσικά, Α, 983 β 6 επ.). Αξίζει να σταθεί κανείς στις κεφαλαιώδεις αυτές αποφάνσεις. Συχνά οι Ίωνες αποκαλούνταν υλοζωϊστές (από το ύλη) αν και σήμερα ο όρος αυτός θα πρέπει να γίνεται αποδεκτός μόνον όσο δεν μετατρέπεται σε συ­νώνυμο του σύγχρονου υλιστές, Θα ήταν άλλωστε πραγματικός αναχρο­νισμός να υποθέσει κανείς πως οι Έλληνες της εποχής εκείνης θα μπο­ρούσαν να αποφαίνονται ότι τα πάντα πηγάζουν από την ύλη. Ο Α. Ριβώ μάλιστα κατέδειξε (Το πρόβλημα του γίγνεσθαι και η έννοια της ύλης στην ελληνική φιλοσοφία, 1906) πως «το πρόβλημα της ύλης δεν υφίσταται στην αρχαία φιλοσοφία» (σ. 2). Πράγματι, ο Θαλής δεν ήταν ο πρώτος που τόνισε τον ουσιώδη ρόλο του νερού ως αρχής. Οι Βαβυλώνιοι, οι Αιγύπτιοι, ακόμα κι αυτός ο Όμηρος στις μυθολογίες τους επεφύλασσαν, πριν από αυτόν, μια ιδιαίτερη θέση στο νερό' άλλωστε η θεμελιώδης σημασία της βροχής για την ανάπτυξη των φυτών, καθώς και του νερού στην ανθρώπι­νη διατροφή, το θέαμα των ποταμών που παρασέρνουν την ιλύ και δημιουρ­γούν προσχώσεις, η μελέτη της κυκλοφορίας των θρεπτικών χυμών μέσα στους φυτικούς ιστούς και της γονιμοποίησης στα ζώα δεν άφησαν αδιά­φορους τους Έλληνες. Αποφαινόμενος ο Θαλής ότι το ύδωρ είναι αρχή των πάντων, ίσως απολαμβάνει δίκαια τις τιμές που του επιφυλάσσει ο Μπέρνετ (σ. 48), λέγοντας πως ο Μιλήσιος φιλόσοφος δεν αναρωτάται πλέον περί του τι υπήρχε πριν απ' αυτό που τώρα υπάρχει, αλλά αντίθετα αναζητά από τι είναι φτιαγμένος ο κόσμος. Εκείνο όμως που συνιστά την ιδιαιτερότητα του στοχασμού του είναι τελικά η θεώρηση που είχε για την ενότητα του κόσμου, στην οποία εμμένοντας ο Νίτσε αντικρίζει μια γιγαντιαία γενίκευση»: «Ο Θαλής αντιλήφθηκε την ενότητα του Είναι κι όταν θέλησε να την εκφράσει μίλησε για το νερό». Αν όμως το νερό είναι η αρχή των πάντων, δεν πρέπει να ξεχνάμε πως «πάντα πλήρη θεῶν εἶναι» (Αριστοτέλης, Περί Ψυχής, 411 α 7) και πως ο κόσμος έχει ψυχή: το κεχριμπάρι κι ο μαγνήτης μας δείχνουν πως και στο παραμικρό πράγμα υπάρχει ένα πνεύμα που το ζωντανεύει.

Ας αναφερθεί, τέλος, πως του αποδίδεται η πατρότητα της περίφημης ρήσης «γνώθι σαυτόν» και ότι κατά τον Διογένη Λαέρτιο (Α, 35) φέρονται ως δικά του τα παρακάτω αποφθέγματα: «Αρχαιότερο από όλα τα όντα είναι ο θεός, γιατί είναι αγέννητος. Το ωραιότερο πράγμα είναι ο κόσμος, γιατί είναι δημιούργημα του θεού. Το μεγαλύτερο πράγμα είναι ο χώρος, γιατί μπορεί να περιλάβει τα πάντα. Το πιο ισχυρό είναι η ανάγκη, γιατί κυριαρχεί πάνω σε όλα. Το πιο σοφό είναι ο χρόνος, γιατί αποκαλύπτει τα πάντα».

II. Αναξίμανδρος

Νεότερος του Θαλή, ο Αναξίμανδρος γεννήθηκε το 611 π. Χ.· λέγεται πως πρώτος αυτός συνέγραψε έργο με τίτλο Περί Φύσεως, το 547 π.Χ., λίγο πριν από το θάνατο του: το βιβλίο αυτό μάλιστα υπήρχε και στη βιβλιοθή­κη του Λυκείου, άρα ο Αριστοτέλης και ο Θεόφραστος πρέπει να το είχαν διαβάσει. Η ζωή του Αναξίμανδρου μας είναι σχεδόν παντελώς άγνωστη, αν και διαδραμάτισε πιθανότατα σημαντικό ρόλο στην πολιτική ζωή της πολιτείας του, καθώς ηγήθηκε της ίδρυσης μιας νέας αποικίας των Μιλησίων στη Μαύρη Θάλασσα, της Απολλωνίας. Του αποδίδονται ένας χάρτης της γης, οι αστρονομικές εργασίες για τον προσδιορισμό του μεγέθους της απόστασης των αστέρων, η επινόηση του ηλιακού πίνακα καθώς και του γνώμονα: λέγεται, τέλος, πως δίδασκε ότι η γη είναι σφαιρική και βρίσκεται στο κέντρο του σύμπαντος.

Δεν μας έχουν απομείνει πια απ’ αυτόν παρά ελάχιστες γραμμές, που έχουν προσφέρει όμως, από τον Νίτσε ως τον Χάιντεγκερ, λαβή για πο­λυάριθμους σχολιασμούς:

«Απ’ όπου όμως γεννιούνται τα όντα, εκεί ξαναγυρίζουν φθειρόμενα, σύμφωνα με μια αναγκαιότητα: γιατί πληρώνουν το ένα στο άλλο την αδικία που κάνουν κατά τη διάταξη του χρόνου» (Ἐξ ὧν δέ ἡ γέ­νε­σίς ἐ­στί τοῖς οὖ­σι καί τήν φθο­ράν εἰς ταῦ­τα γί­γνε­σθαι κα­τά /τό/ χρε­ών· δι­δό­ναι γάρ αὐ­τά δί­κην καί τί­σιν (ἀλ­λή­λοις) τῆς ἀ­δι­κί­ας κα­τά τήν τοῦ χρό­νου τά­ξιν) (12 Β 1).

Θα μπορούσε κατ’ αρχήν να επιχειρήσει κανείς μια «φυσική» ερμηνεία των αποφάνσεων αυτών, φέροντας τες να λένε πως οι επιμέρους ουσίες εξήχθησαν, αποχωριζόμενες από την πρωταρχική ύλη όπου μέλλουν να επανέλθουν μετά την αποσύνθεση τους. Υφίσταται, λοιπόν, κατά τον Ανα­ξίμανδρο ένας πραγματικός κύκλος των υλικών στοιχείων.

Ο Νίτσε όμως διέκρινε στο απόσπασμα αυτό μια κοσμοθεωρία που υπέρ βαίνει κατά πολύ το στενό πλαίσιο μιας «φυσικής» εξήγησης. Κατ' αυτόν θα πρέπει να γίνει κατανοητό πως ο Αναξίμανδρος ήταν ο πρώτος που αντιλήφθηκε ότι «κάθε γίγνεσθαι είναι και μια πράξη χειραφέτησης υπόλογη ενώπιον του αιωνίου όντος: μια ύβρις που μόνο με θάνατο ξεπληρώ­νεται». Αργότερα, ο Λέον Τσέστοβ θα τονίσει, και αυτός, πως «ο Αναξίμανδρος θεωρεί ότι τα πράγματα ἐν τῷ γεννᾶσθαι, απο­σπώμενα της θείας και πρωταρχικής ενότητας προκειμένου να φθάσουν στην ειδικότητα της ύπαρξης τους, διέπραξαν μια μεγίστου βαθμού ανευ­λαβή πράξη, για την οποία μέλλουν δικαίως να υποστούν την εσχάτη των ποινών: το θάνατο, την καταστροφή». Η ύπαρξη άρα, σύμφωνα με την ερμηνεία αυτή, θα πρέπει να είναι κατ’ ουσίαν μια απώλεια, μια εγκατά­λειψη της πρωταρχικής πηγής, όπως ακριβώς άλλωστε το μαρτυρεί, στις λατινογενείς γλώσσες, το πρόσφυμα ex του existentia. Στο ίδιο πνεύμα, o Gomperz θα υπογραμμίσει πως κάθε επιμέρους ύπαρξη φάνταζε στον Αναξίμανδρο σαν ένας «σφετερισμός» και παρομοιάζει την κοσμοθεω­ρία του με αυτή του βουδισμού.

Για τον Γαίγκερ, όμως, το να ορίζεται η ύπαρξη ως ένα είδος αμαρ­τήματος δεν ανταποκρίνεται σε ελληνικές ιδέες: κατ’ αυτόν, ο όρος ἀλλήλοις, που απουσίαζε μάλιστα από τις πρώτες εκδόσεις του Ντιλς, υποδεικνύει πως ο Αναξίμανδρος αναφέρεται στο πώς αναπτύσσονται τα πράγματα, το καθένα σε βάρος των υπολοίπων. Η πάλη αυτή μάλιστα πα­ρομοιάζεται με τις δίκες που εγείρουν οι ίδιοι οι άνθρωποι. Η εγγενής, λοι­πόν, στον κοινωνικό βίο διαδικασία της επανόρθωσης ανευρίσκεται μέ­σα σε μια φύση υποβαλλόμενη σ' ένα παρεμφερές νομικό καθεστώς που προσδιορίζει το χρόνο. Ο Αναξίμανδρος άρα διατύπωσε «έναν ηθικό, και όχι φυσικό, νόμο της φύσης. Υπάρχει κάτι το βαθύτατα θρησκευτικό στην αντίληψη του για τα φυσικά φαινόμενα, φαινόμενα υποκείμενα σ’ ένα ηθι­κό πρότυπο».

Η πιο πρόσφατη όμως ερμηνεία του αποσπάσματος του Αναξίμανδρου είναι αυτή του Χάιντεγκερ, ο οποίος, μάλιστα, εμπλέκει στο ζήτημα ορι­σμένες, συχνά εξαιρετικά σκοτεινές, φιλολογικές και φιλοσοφικές θεω­ρήσεις. Κατ’ αυτόν, το κείμενο του Αναξίμανδρου δεν μας είναι ιδιαίτερα σαφές γιατί δεν γνωρίζουμε πια επακριβώς τι σήμαιναν για τους Έλληνες αυτά τα «όντα» αλλά ούτε καν τι σημαίνουν σήμερα για μας· στην εποχή μας έχουμε περιπέσει σε μια κατάσταση σύγχυσης, που οφείλεται στη λή­θη του Είναι, στην «άσκοπη περιπλάνηση» όπου μας έχει βυθίσει η λήθη του χάσματος που χωρίζει το Είναι από το όν. Σύμφωνα με τον Χάιντε­γκερ, το Είναι για τους Έλληνες δεν ήταν κατά κανέναν τρόπο έννοια, ήταν παρουσία· τα όντα άρα είναι παρόντα πράγματα που διαδέχονται άλλα παρόντα πράγματα κι αυτό κατά το χρεών. Το όλο πρόβλημα για το οποίο μας μιλά ο Αναξίμανδρος δεν είναι άλλο από αυτό της ύπαρξης του όντος. Η ύπαρξη παρουσιάζεται στην ομιλία ως ύπαρξη του όντος· τα όντα πάλι αντιπροσωπεύουν την ολότητα των όντων που διαδέχονται το ένα το άλλο ως ισάριθμες παρουσίες. Σύμφωνα με τον Χάιντεγκερ, όταν κάνουμε σήμερα λόγο για τα παρόντα, μιλάμε για το «τώρα», παρεμβάλ­λοντας έτσι μια θεωρησιακή αντίληψη μεταγενέστερη του Αναξίμανδρου. Με τον τελευταίο, αντίθετα, τοποθετούμαστε στο ανοικτό πεδίο της διανοιγόμενης ύπαρξης, όπου δεν υφίσταται διάκριση υποκειμένου και αντι­κειμένου. Τα όντα λοιπόν διαδέχονται το ένα το άλλο· με τη διάνοιξη, άλ­λα κάνουν την εμφάνιση τους μέσα σ’ αυτήν ακριβώς την αποκάλυψη κι άλλα εξαφανίζονται, θα 'λέγε κανείς, πίσω από το σκηνικό. Παραμένει ωστόσο η μοναδική ευρύτητα της παρουσίας. Η αλήθεια δεν είναι απο­κλειστικό κατηγόρημα των κρίσεων αλήθεια και ύπαρξη αποτελούν μια μοναδική ενότητα. Προς τι λοιπόν η αδικία; Διότι κάθε πράγμα δεν μπο­ρεί να υφίσταται παρά μόνον αποσπώμενο από τα άλλα, χρονοτριβώντας μέσα στην παρουσία, μέσα σ' ένα είδος εγωισμού της παρουσίας. Από εδώ πηγάζει κι η απαισιοδοξία του Αναξίμανδρου, απαισιοδοξία που ξανασυ­ναντάμε σε ορισμένες αποστροφές του Αισχύλου. Το ον όμως δεν παγιώ­νεται ποτέ κι έτσι θα μπορούσαμε να πούμε πως η θέαση αυτή δεν είναι τελικά απαισιόδοξη αλλά τραγική. Η ύπαρξη του όντος ως όντος συνι­στά την αδικία· η ύπαρξη του όντος ως όντος συνιστά τη δικαιοσύνη. Κα­θώς λέει κι ο Ντε Βαλένζ σχολιάζοντας τον Χάιντεγκερ: «Το δράμα είναι πως το ον μας εξαναγκάζει να περιπλανώμαστε αναζητώντας το είναι, χάριν όμως του οποίου το ίδιο (το ον) καθίσταται παρόν, ενώ ταυτόχρονα μας αποκρύβει το ίδιο το γεγονός της περιπλάνησης στην οποία, λόγω ακριβώς του πεπερασμένου μας, το ίδιο μας έχει υποχρεώσει».

Γνωρίζουμε ακόμα πως ο Αναξίμανδρος τοποθετούσε το άπειρον ως αρχήν του παντός: θεωρείται μάλιστα ο πρώτος που έκανε χρήση της λέ­ξης αρχή για το σκοπό αυτό. Η απόδοση όμως του ίδιου του όρου άπειρον θέτει ένα πρόβλημα. Δικαίως φαίνεται να υπογραμμίζει ο Νίτσε πόσο ση­μαντικό είναι να αποδίδεται ως δίχως όριο (Indefinitum) και όχι ως δίχως πέρας (Infinitum), εφόσον για τους Έλληνες, αντίθετα με μας, ιδίως μετά τον Ντεκάρτ, το τελευταίο δήλωνε κατ’ εξοχήν κάτι το μη περατούμενο, κάτι το ατελές. Αρκετοί είναι οι σχολιαστές που βλέπουν το άπειρον του Αναξίμανδρου σαν ένα είδος πρωταρχικού χάους, σαν μια ακαθόριστη μάζα ζώσης ύλης απ' όπου, υποτίθεται, αναδύθηκαν τα πάντα. Κατά της «φυσικής» αυτής εξήγησης, όμως, διαθέτουμε ορισμένες μαρτυρίες του Αριστοτέλη, που μας λέει συγκεκριμένα πως ο ίδιος ο Αναξίμανδρος χα­ρακτήριζε το άπειρον ως «θείο» αφού ἀίδιον εἶναι καί ἀγήρω (Φυσικά, 203 β 6). Εδώ ακριβώς αναζητεί κι ο Γαίγκερ στηρίγματα των θέσεων του. Δηλώνοντας, κατ' αυτόν, ο Αναξίμανδρος πως το Απεριόριστο «αγκα­λιάζει και κυβερνά τα πάντα», δεν κάνει άλλο από το να πληροί την ύπα­τη αξίωση κάθε θρησκευτικής σκέψης έναντι του θείου. Πρόκειται λοι­πόν για μια οντολογική και για μια θεολογική ερμηνεία του φιλοσόφου. Εμπνεόμενος από την ιδέα αυτή, ο Πωλ Σέλιγκμαν βλέπει στο άπειρον του Αναξίμανδρου μια απαρχή, που η ίδια της δεν γνώρισε ποτέ αρχή, έναν γεννήτορα των πάντων, που ο ίδιος όμως είναι αγέννητος· είναι το Urgrund, η πρωταρχική πηγή απ' όπου ξεπήδησαν τα άτομα που, για να εισέλθουν στο γίγνεσθαι, διαπράττουν την αδικία κι έπειτα, εγκαταλείποντας την ύπαρξη τους και επιστρέφοντας στο άπειρον, καταβάλλουν το τίμημα που συνεπάγεται η ύπαρξη τους. Ο αφανισμός άρα είναι και μια επιστροφή στην πηγή της ζωής, ώστε αυτό που, υπό το πρίσμα της πεπερασμένης ύπαρξης, είναι επανεμφάνιση και κολασμός, υπό το πρίσμα του απείρου φαίνεται απελευθέρωση και απολύτρωση. Έτσι λοιπόν η σχέση απείρου-αδικίας μαρτυρεί, κατ' αυτήν την ερμηνεία, τον ασίγαστο πόθο του αν­θρώπου για επανασύνδεση με το θείο μέσα από τις διάφορες αντιξοότη­τες του εδώ και τώρα.

Πριν ακόμα προτείνουμε κάποιο συμπέρασμα, καλό θα ήταν να εξετά­σουμε ό,τι γνωρίζουμε ακόμα σχετικά με τον Αναξίμανδρο. Για το περιε­χόμενο της φυσικής του θεωρίας δεν διαθέτουμε παρά κάποιες σκόρπιες ενδείξεις. Μας λέει λοιπόν ότι: «Τα ζώντα όντα γεννήθηκαν από το υγρό στοιχείο, όταν αυτό εξατμίστηκε πια από τον ήλιο. Στην αρχή ο άνθρω­πος έμοιαζε με κάποιο άλλο ζώο, μάλλον με ψάρι» (12 Α 11, 6). Πολλοί είναι αυτοί που επιχείρησαν, ιδίως γύρω στα 1870, να μετατρέψουν τον Αναξίμανδρο σε πρόγονο του Δαρβίνου, ενώ άλλοι δεν είδαν στις φρά­σεις που παραθέσαμε τίποτα πέρα από κατάλοιπα μυθολογιών. Ίσως εί­ναι η κατάλληλη ευκαιρία εδώ να αναρωτηθούμε, εν είδει συμπεράσμα­τος, αν τελικά ο δαρβινισμός συναντά πράγματι τον Αναξίμανδρο, όχι όμως ως επιστήμη αλλά ως σημαίνουσα υπερερμηνεία σχετικά με το πρό­βλημα της καταγωγής των ειδών. Ο Αναξίμανδρος πριν απ' όλα αφηγεί­ται και μόνον εκ των υστέρων μας είναι δυνατόν να αναρωτηθούμε αν έκανε εμπειρικές παρατηρήσεις· αντίθετα, ο Δαρβίνος παρατηρεί, συνήθως όμως ξεχνάμε να αναρωτηθούμε μήπως τελικά κι αυτός καταλήγει να αφηγεί­ται. Θα μπορούσαμε ενδεχομένως να ανακαλύψουμε στη Thalassa του Σ. Φερέντσι μια εκ παραλλήλου θέαση του ψυχαναλυτικού και προσωκρα­τικού κόσμου ως επιστροφή στο απεριόριστο ή το άπειρο, μετά τον απο­χωρισμό της γέννησης. Ο Φερέντσι αναπτύσσει μια «βιολογία του βάθους», εμμένοντας στη ν ιδέα πως κάθε έμβιο ον επιζητεί να επιστρέψει στην «γα­λήνη της ανόργανης φύσης», να προβεί σε μια θαλάσσια οπισθοδρόμηση, που αποσκοπεί στην ακύρωση της γέννησης του· η συνουσία απεικονίζει επακριβώς την θεμελιακή αυτή επιθυμία. Αλλά και. σ' αυτό ακόμα το Eurêka του Ε.-A. Poe δεν μπορούμε άραγε να βρούμε ένα όραμα του κό­σμου που φαίνεται να το εμπνεύστηκε απευθείας από τον Αναξίμανδρο, ιδίως όταν γράφει: «Η γενική μου πρόταση είναι η εξής: μέσα στην πη­γαία αιωνιότητα του πρωταρχικού όντος περιέχεται η δευτερεύουσα αι­τία όλων των όντων, καθώς και το σπέρμα της άφευκτης καταστροφής». Έτσι αναπτύσσεται ένα ρεύμα ποιητικής και μεταφυσικής ερμηνείας των θεωριών του Νεύτωνα και του Λαπλάς, σύμφωνα με την οποία η βαρύτη­τα αποτελεί το αποτέλεσμα μιας εξακτίνωσης του πολλαπλού με βάση το ένα: η διάχυση αυτή θα πάψει μόνον την ημέρα που το πολλαπλό θα . επιστρέψει στην αρχική του πηγή.

Τι να πει κανείς τελικά; Τα ελάχιστα που μας έχουν απομείνει από την σκέψη του Αναξίμανδρου δεν μας επιτρέπουν να γνωρίζουμε με τρόπο βέ­βαιο κι αντικειμενικό τι θέλησε πραγματικά να πει. Το γεγονός όμως και μόνο πως ο λόγος αυτός έφθασε ως εμάς δια μέσου των αιώνων είναι ίσως ήδη ένα σημάδι πως δεν έχει ακόμα πάψει να μιλά στους ανθρώπους: εί­δαμε άλλωστε, μέσα από μερικά παραδείγματα, τι και πόσα θα μπορού­σε να τους λέει. Δεν είναι άραγε αυτό ένδειξη ενός λόγου που φέρει ανε­ξάντλητο φορτίο νοημάτων κι ωστόσο η σημασία του βρίσκεται πριν απ' όλα σ' αυτό ακριβώς που μας λέει; Προεπιστημονική σύλληψη του κό­σμου ή μυθολογία; Ίσως θα πρέπει τελικά να απορρίψουμε το ίδιο το δί­λημμα, αποφαινόμενοι πως πρόκειται ταυτόχρονα για μια επιστήμη προς απομυθολογικοποίηση και για μια μυθολογία προς γνώση: και οι δυο τους μαζί δεν είναι παρά το υπόστρωμα κοσμοθεωριών που έχουν κοινή τη ρί­ζα τους και μας εξωθούν στο πεδίο της αγωνίας για την ανθρώπινη συνθήκη.

III. Αναξιμένης

Δεν γνωρίζουμε σχεδόν τίποτα για τη ζωή του: γεννημένος στη Μίλητο, θα πρέπει να ήκμαζε γύρω στα 546 π.Χ. και να πέθανε το 528. Μαθητής και φίλος του Αναξίμανδρου, λέγεται ότι έγραψε ένα βιβλίο σε ιωνική διά­λεκτο. Όπως ακριβώς ο Αναξίμανδρος, έτσι κι ο Αναξιμένης αποφαίνε­ται πως η θεμελιώδης ουσία είναι μία και άπειρη, στην περίπτωση του όμως φαίνεται συγκεκριμένη και δεν είναι άλλη από τον αέρα (13 Α 5). Αν ο κό­σμος, καθώς τον αντιλαμβανόταν, είναι ένα ζων σώμα, τότε ο αέρας του είναι εξίσου απαραίτητος, όπως και στον άνθρωπο, για ν’ αναπνέει. «Όπως η δική μας ψυχή, όντας αέρας (ἀήρ), μας συγκρατεί, και όλο τον κόσμο μια πνοή (πνεῦμα) και ένας αέρας περικλείει» (13 Β 2)· υπάρχει λοιπόν, όπως και στους Πυθαγόρειους, ένας στενός παραλληλισμός μεταξύ μι­κρόκοσμου και μακρόκοσμου.

Ο Αναξίμανδρος είχε παρατηρήσει, δίχως ωστόσο να εξηγήσει, τις δια­δοχικές μεταμορφώσεις των όντων από το ένα σε κάποιο άλλο: ο Αναξι­μένης, αντίθετα, μας δίνει ως εξήγηση την αραίωση και την συμπύκνωση, χάρη στις οποίες τα πάντα γεννώνται από τον αέρα. Η αραίωση παράγει τη θερμότητα και τη φωτιά∙ η συμπύκνωση, αντίθετα, το ψύχος, τον άνε­μο και τα σύννεφα, το νερό, τη γη και τις πέτρες. Κι εδώ όμως τίθεται το ίδιο ερώτημα: βρισκόμαστε ενώπιον μιας φυσικής εξήγησης ή μήπως ενός βιταλιστικού και οιονεί ρομαντικού οράματος που ερμηνεύει τη ζωή του σύμπαντος με αφετηρία τη ρυθμικότητα συστολών και διαστολών; Φαί­νεται τελικά πως ο πλούτος του μηνύματος του Αναξιμένη έγκειται και πάλι στο να μας εγκαταλείπει μπροστά σ’ αυτή την αμφισημία, απεικόνι­ση της ίδιας μας της συνθήκης.

Ο Αναξιμένης για καιρό θεωρείτο ο κατ’ εξοχήν Ίωνας φιλόσοφος. Τε­λευταίοι εκπρόσωποι της Ιωνικής Σχολής ήταν ο Ίππων, ο Ιδαίος από την Ιμέρα, για τον οποίο γνωρίζουμε ελάχιστα πράγματα, και κυρίως ο Διογένης ο Απολλώνιος9, που διατήρησε τη θεωρία του Αναξιμένη περί αέρος ως αρχής του παντός, προσθέτοντας, ωστόσο, ότι είναι και συστα­τικό της ψυχής του σύμπαντος, που είναι κατά συνέπεια συγγενής με την ψυχή ανθρώπων και ζώων.
--------------------
ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

1. Αρκετοί ήταν οι κατάλογοι των Επτά Σοφών της Ελλάδας, συνήθως όμως ανα­φέρονται οι εξής: Θαλής ο Μιλήσιος (παρών σε όλους τους καταλόγους), Σόλων, Περίανδρος, Κλεόβουλος, Χίλων, Βίας, Πιττακός.

2. Γέννηση της φιλοσοφίας, σ. 43.

3. Όπου προηγουμένως, σ. 48.

4. Leon Chestov, Η εξουσία των κλειδιών (γαλ. μτφ. Boris de Schloezer), Paris, 1928, σ. 135.

5. W. Jaeger, Παιδεία (γαλ. μτφ. Α. και S. Devyver), Paris, 1964, σ. 199.

6. Heidegger, Δρόμοι που δεν βγάζουν πουθενά: «Ο λόγος του Αναξίμανδρου», γαλ. μτφ. W. Brokmeier, Paris 1962: καθοδηγούμαστε εδώ από τα σχόλια του Jean Wahl στο Περί της κατά Heidegger ερμηνείας της ιστορίας της μεταφυσικής (πο-λυγραφημένες παραδόσεις).

7. De Waelhens, Μονοπάτια κι αδιέξοδα της χαϊντεγκεριανής οντολογίας, Louvain-Paris, 1953, σ. 42.

8. Paul Seligman, The «Apeiron» of Anaximander. A study in the origin and function of metaphysical ideas, London, 1962.

Σχόλια σε εδάφια από τους Ψαλμούς του Δαυίδ (Μέρος Β')

Εδάφια στους Ψαλμούς του Δαυίδ που κάποιοι αμφισβητούν ή αγνοούν τα πραγματικά νοήματά τους.

Οι ψαλμοί του βασιλέως Δαυίδ, ένα εκ των 49 βιβλίων της Παλαιάς Διαθήκης, θεωρούνται αναπόσπαστο κομμάτι της χριστιανικής διδασκαλίας και του τελετουργικού μέσα στο οποίο είναι διάσπαρτοι, είτε ολόκληροι, είτε μέρος αυτών.

Η ωφέλεια τους αναγνωρίζεται από πολλούς πατέρες της Εκκλησία (δες στο πρώτο μέρος). ΕΔΩ ΤΟ Α΄ ΜΕΡΟΣ

Στην αρχαία Ελλάδα η αναζήτηση για την πραγματική φύση και την υπόσταση του ανθρώπου είχε φτάσει σε πολύ υψηλό επίπεδο.

Φιλόσοφοι, όπως ο Σωκράτης, ο Πλούταρχος και ο Πυθαγόρας, υποστήριζαν την θεωρία του δυϊσμού άυλης ψυχής-υλικού σώματος.

Σύμφωνα με τις ιδέες του πλατωνισμού, η ψυχή θεωρείται άυλη, αθάνατη και έδρα των πνευματικών λειτουργιών του ανθρώπου, αποτελώντας δηλαδή στην ουσία το πραγματικό εγώ του ανθρώπου η επίγεια και βιολογική ζωή του οποίου, είναι ένα ατυχές γεγονός από το οποίο πρέπει να ξεφύγει. Αυτό φυσικά έρχεται σε αντιδιαστολή με τα όσα πίστευαν οι Εβραίοι για την ανθρώπινη φύση, κάτι που φαίνεται έντονα στους ψαλμούς του Δαυίδ, αλλά και στο σύνολο των εβραϊκών γραφών γενικότερα.

Στο σημείο αυτό πρέπει να διατυπώσουμε το εξής ερώτημα: Αν ο Γιαχβέ ήταν ο Θεός-Πατήρ δεν θα έπρεπε, πέρα από κάποιες εντολές για τον τρόπο συμπεριφοράς των ανθρώπων μεταξύ τους, να αποκαλύψει την ύπαρξη της μετά θάνατον ζωής στους Εβραίους; Δεν θα ήταν λογικό να τους διδάξει ότι η ζωή πάνω στη γη είναι προσωρινή, οπότε δεν έχει νόημα η προσκόλληση στα υλικά αγαθά, τα οποία χάνονται με τον θάνατο; Παρ’ όλα αυτά βλέπουμε να συμβαίνει το ακριβώς αντίθετο. Ο Γιαχβέ (Σαμαέλ-Σατανάς) ενσταλάζει στους οπαδούς του μια νοοτροπία δούναι και λαβείν, σύμφωνα με την οποία ως ανταπόδωση για την υποταγή σε αυτόν, τους υπόσχεται υλικά αγαθά, δόξα και ευημερία σε αυτή τη γη.

Πάμε να εξετάσουμε, λοιπόν, αυτά τα χωρία των ψαλμών, που δείχνουν το υλιστικό πνεύμα του εβραϊκού λαού και την αντίληψη του για τον θάνατο του σώματος.

Ψαλ. 26,2 ἐν τῷ ἐγγίζειν ἐπ᾿ ἐμὲ κακοῦντας τοῦ φαγεῖν τὰς σάρκας μου, οἱ θλίβοντές με καὶ οἱ ἐχθροί μου, αὐτοὶ ἠσθένησαν καὶ ἔπεσαν.

Ψαλ. 26,2 Ενῷ με επλησίαζον οι κακοποιοί άνθρωποι, δια να καταφάγουν τας σάρκας μου, αυτοί, που με έθλιβαν και οι εχθροί μου, εκλονίσθησαν και έπεσαν κάτω.

Ψαλ. 26,12 μὴ παραδῷς με εἰς ψυχὰς θλιβόντων με, ὅτι ἐπανέστησάν μοι μάρτυρες ἄδικοι, καὶ ἐψεύσατο ἡ ἀδικία ἑαυτῇ.

Ψαλ. 26,12 Μη με παραδώσης εις τα χέρια εκείνων που με καταθλίβουν. Διότι εσηκώθησαν εναντίον μου συκοφάνται, διετύπωσαν ψευδείς κατηγορίας εναντίον μου.

Ψαλ. 26,13 πιστεύω τοῦ ἰδεῖν τὰ ἀγαθὰ Κυρίου ἐν γῇ ζώντων.

Ψαλ. 26,13 Εγώ όμως πιστεύω, ότι θα ζήσω και θα ίδω τα αγαθά του Κυρίου σε αυτή την γη των ζωντανών.

Σχόλιο: Οι Εβραίοι λοιπόν, ελπίζουν ότι θα γλιτώσουν από το θάνατο για να απολαύσουν τα υλικά αγαθά, που ο Γιαχβέ θα τους δώσει. Η φράση μάλιστα “εν γη ζώντων” δείχνει πόσο συνυφασμένη είναι γι’ αυτούς η έννοια της ζωής με αυτή τη γη.

Ψαλ. 32,18 ἰδοὺ οἱ ὀφθαλμοὶ Κυρίου ἐπὶ τοὺς φοβουμένους αὐτὸν τοὺς ἐλπίζοντας ἐπὶ τὸ ἔλεος αὐτοῦ,

Ψαλ. 32,18 Ιδού οι οφθαλμοί του Κυρίου βλέπουν στοργικώς όλους, όσοι τον σέβονται, όλους όσοι ελπίζουν στο έλεός του,

Ψαλ. 32,19 ῥύσασθαι ἐκ θανάτου τὰς ψυχὰς αὐτῶν καὶ διαθρέψαι αὐτοὺς ἐν λιμῷ.

Ψαλ. 32,19 δια να γλυτώση από πρόωρον η άδικον θάνατον την ζωήν των και να τους τροφοδοτήση και τους θρέψη εις περίοδον λιμού.

Σχόλιο: Μόνιμη ανησυχία και πάλι είναι η διαφυγή από τα “χέρια” του θανάτου. Όποιος ερμηνεύσει εδώ τον θάνατο των ψυχών, σαν πνευματικό θάνατο είναι το λιγότερο αφελής, αφενός μεν διότι ψυχή σημαίνει ζωή στο σημείο αυτό, αφετέρου δε διότι δεν γίνεται να μιλάει για πνευματικό θάνατο και αμέσως μετά να αναφέρεται σε λιμό που σχετίζεται με τον θάνατο του σώματος.

Ψαλ. 77,39 καὶ ἐμνήσθη ὅτι σάρξ εἰσι, πνεῦμα πορευόμενον καὶ οὐκ ἐπιστρέφον.

Ψαλ. 77,39 Είχεν υπ’ όψιν του ο Κύριος, ότι αυτοί ήσαν αδύνατες σάρκες, πνοή ανέμου περαστική, η οποία δεν επιστρέφει πάλιν.

Σχόλιο: Ο άνθρωπος αντιμετωπίζεται σαν ένα κομμάτι σάρκας, που όταν πεθαίνει χάνεται ανεπιστρεπτί.

Ψαλ. 102,14 ὅτι αὐτὸς ἔγνω τὸ πλάσμα ἡμῶν, ἐμνήσθη ὅτι χοῦς ἐσμεν.

Ψαλ. 102,14 Διότι αυτός γνωρίζει από τι επλάσθημεν, έχει πάντοτε υπ’ όψιν του, ότι είμεθα πλασμένοι από το χώμα της γης.

Σχόλιο: Στις εβραϊκές γραφές ο Αδάμ ταυτίζεται πάντα οντολογικά με το χώμα. Μην ξεχνάμε ότι η λέξη “Αδάμ” που χρησιμοποιείται για να δηλώσει την έννοια του ανθρώπου στα εβραϊκά σημαίνει “χωματένιος”, “γήινος”. Ο ίδος ο Γιαχβέ δηλώνει στην Γένεση 3,19: “Χώμα είσαι και στο χώμα θα επιστρέψεις”.

Ψαλ. 103,33 ᾄσω τῷ Κυρίῳ ἐν τῇ ζωῇ μου, ψαλῶ τῷ Θεῷ μου ἕως ὑπάρχω·

Ψαλ. 103,33 Θα ψάλλω εις όλην μου την ζωήν προς τον Κυριον. Θα υμνολογώ τον Θεόν μου, εφ’ όσον υπάρχω.

Σχόλιο: Η πρόθεση “έως” εδώ, δηλώνει μια ενέργεια που γίνεται μέχρι μια ορισμένη χρονική στιγμή. Θα ψάλλει δηλαδή τον Κύριο μέχρι την στιγμή που θα υπάρχει, για όσο υπάρχει. Άρα υπονοείται ότι κάποια στιγμή η ύπαρξη του θα λάβει τέλος, προφανώς με τον θάνατο. Μπορεί βέβαια να ισχυριστεί κάποιος ότι εννοείται το τέλος της ύπαρξης πάνω στη γη. Από την στιγμή όμως που δεν διευκρινίζεται κάτι τέτοιο και έχοντας υπ’ όψιν την αντίληψη των Εβραίων περί θανάτου σαν το οριστικό τέλος της ζωής είναι πιο ασφαλές να καταλήξουμε στο πρώτο συμπέρασμα.

Ψαλ. 111,1 Μακάριος ἀνὴρ ὁ φοβούμενος τὸν Κύριον, ἐν ταῖς ἐντολαῖς αὐτοῦ θελήσει σφόδρα·

Ψαλ. 111,1 Μακάριος είναι ο άνθρωπος, ο οποίος σέβεται και ευλαβείται τον Κυριον. Αυτός που ποθή να γνωρίζη και να εφαρμόζη τον νόμον του Θεού.

Ψαλ. 111,2 δυνατὸν ἐν τῇ γῇ ἔσται τὸ σπέρμα αὐτοῦ, γενεὰ εὐθέων εὐλογηθήσεται.

Ψαλ. 111,2 Ισχυροί θα είναι οι απόγονοί του στον κόσμον αυτόν. Ως γενεά δε δικαία θα έχουν την ευλογίαν του Θεού.

Ψαλ. 111,3 δόξα καὶ πλοῦτος ἐν τῷ οἴκῳ αὐτοῦ, καὶ ἡ δικαιοσύνη αὐτοῦ μένει εἰς τὸν αἰῶνα τοῦ αἰῶνος.

Ψαλ. 111,3 Η δόξα και ο πλούτος θα υπάρχουν εις την οικογένειάν του και η δικαιοσύνη αυτού θα παραμένη εις αιώνα αιώνος.

Σχόλιο: Όπως έγραψα και στον πρόλογο ο Γιαχβέ, ως αντάλλαγμα για την πίστη και τις υπηρεσίες των οπαδών του, χαρίζει ισχυρούς απογόνους, δόξα και πλούτη στις οικογένειες τους. Καμιά αναφορά για ουράνια ανταμοιβή, όλα μετριούνται με το χρήμα και την διαιώνιση της φυλής, μέσω ισχυρών απογόνων που θα επικρατήσουν έναντι των εχθρών.

Ψαλ. 113,24 ὁ οὐρανὸς τοῦ οὐρανοῦ τῷ Κυρίῳ, τὴν δὲ γῆν ἔδωκε τοῖς υἱοῖς τῶν ἀνθρώπων.

Ψαλ. 113,24 Ο υπεράνω του ουρανού ανήκει στον Κυριον· την γην όμως έδωκεν ως κατοικίαν στους ανθρώπους.

Ψαλ. 113,25 οὐχ οἱ νεκροὶ αἰνέσουσί σε, Κύριε, οὐδὲ πάντες οἱ καταβαίνοντες εἰς ᾅδου,

Ψαλ. 113,25 οι νεκροί δεν σε δοξάζουν, Κυριε. Αυτοί, οι οποίοι κατεβαίνουν στον άδη, δεν σε ενθυμούνται και δεν σε δοξολογούν.

Ψαλ. 113,26 ἀλλ᾿ ἡμεῖς οἱ ζῶντες εὐλογήσομεν τὸν Κύριον, ἀπὸ τοῦ νῦν, καὶ ἕως τοῦ αἰῶνος.

Ψαλ. 113,26 Αλλά ημείς, που ζώμεν, θα δοξολογήσωμεν τον Κυριον στους αιώνας των αιώνων.

Σχόλιο: Εδώ έχουμε μια πολύ σημαντική διάκριση. Ξεκαθαρίζεται ότι ο ουρανός ανήκει στον θεό, ενώ η γη αποτελεί την μόνιμη κατοικία των ανθρώπων. Απορρίπτεται τελείως, με αυτό το χωρίο, η ουράνια καταγωγή του ανθρώπου, ο οποίος μετά τον θάνατο πηγαίνει στον Άδη. Η ιδέα ταύτισης του Άδη με την μετά θάνατον ζωή δεν υφίσταται, διότι πουθενά στην Π.Δ. δεν γίνεται αναφορά για ενσυνείδητη κατάσταση των ψυχών ή για μέση κατάσταση των ψυχών μετά τον θάνατο.

Ψαλ. 114,3 περιέσχον με ὠδῖνες θανάτου, κίνδυνοι ᾅδου εὕροσάν με· θλῖψιν καὶ ὀδύνην εὗρον,

Ψαλ. 114,3 Θανάσιμοι πόνοι και αγωνίαι θανάτου με έχουν περικυκλώσει. Φοβεροί κίνδυνοι με ευρήκαν, οι οποίοι απειλούν να με κρημνίσουν στον άδην. Θλίψιν και οδύνην συνήντησα.

Ψαλ. 114,4 καὶ τὸ ὄνομα Κυρίου ἐπεκαλεσάμην· ὦ Κύριε, ῥῦσαι τὴν ψυχήν μου.

Ψαλ. 114,4 επεκαλέσθην το όνομα του Κυρίου και είπα· Ω Κυριε, σώσε την ζωήν μου.

Ψαλ. 114,8 ὅτι ἐξείλετο τὴν ψυχήν μου ἐκ θανάτου, τοὺς ὀφθαλμούς μου ἀπὸ δακρύων καὶ τοὺς πόδας μου ἀπὸ ὀλισθήματος.

Ψαλ. 114,8 ο Κυριος εγλύτωσε την ζωήν μου από τον θάνατον, τους οφθαλμούς μου τους απήλλαξεν από τα δάκρυα και τους πόδας μου τους διεφύλαξεν από ολισθήματα.

Ψαλ. 114,9 εὐαρεστήσω ἐνώπιον Κυρίου, ἐν χώρᾳ ζώντων.

Ψαλ. 114,9 Δια τούτο, εφ’ όσον θα ζω, θα προσπαθώ να πράττω πάντοτε το ευάρεστον ενώπιον Κυρίου.

Σχόλιο: Βλέπουμε εδώ την τεράστια θλίψη που προκαλεί στους Εβραίους η ιδέα και μόνο του θανάτου. Το αίσθημα αυτό είναι διάχυτο μέσα στην Π.Δ. όπου πουθενά δεν αναφέρεται ως προοπτική, η ουράνια ζωή μετά τον θάνατο. Απεναντίας, μετά τον θάνατο ο άνθρωπος, ανεξάρτητα από το αν ήταν καλός ή όχι καταλήγει στον τάφο. Με αυτό σαν δεδομένο ο προσευχόμενος εκλιπαρεί για περισσότερα χρόνια ζωής.

Ψαλ. 117,10 πάντα τὰ ἔθνη ἐκύκλωσάν με, καὶ τῷ ὀνόματι Κυρίου ἠμυνάμην αὐτούς·

Ψαλ. 117,10 Ολα τα γύρω έθνη με περιεκύκλωσαν, εγώ όμως με το όνομα του Κυρίου, υπερήσπισα τον εαυτόν μου.

Ψαλ. 117,14 ἰσχύς μου καὶ ὕμνησίς μου ὁ Κύριος καὶ ἐγένετό μοι εἰς σωτηρίαν.

Ψαλ. 117,14 Ο Κυριος είναι η δύναμίς μου, είναι η δοξολογία μου, αυτός έγινε η σωτηρία μου.

Ψαλ. 117,17 οὐκ ἀποθανοῦμαι, ἀλλὰ ζήσομαι καὶ διηγήσομαι τὰ ἔργα Κυρίου.

Ψαλ. 117,17 δεν θα αποθάνω εγώ , αλλά θα ζήσω και θα διηγούμαι τα έργα του Κυρίου.

Ψαλ. 117,18 παιδεύων ἐπαίδευσέ με ὁ Κύριος καὶ τῷ θανάτῳ οὐ παρέδωκέ με.

Ψαλ. 117,18 Δια μέσου πολλών δοκιμασιών με επαιδαγώγησε ο Κυριος, αλλά δεν με παρέδωκεν στον θάνατον.

Σχόλιο: Η σωτηρία είναι έννοια στενά συνδεδεμένη για τους Εβραίους με την επίγεια ζωή. Εξάλλου στις Εβραϊκές γραφές η μακροζωία ταυτίζεται με την ευλογία του Γιαχβέ, ενώ ταυτόχρονα τονίζεται ότι ο σωματικός θάνατος είναι κατάρα.

Ψαλ. 118,175 ζήσεται ἡ ψυχή μου καὶ αἰνέσει σε, καὶ τὰ κρίματά σου βοηθήσει μοι.

Ψαλ. 118,175 θα ζήσω και θα σε υμνώ, αι δε δίκαιαι κρίσεις σου θα με βοηθήσουν.

Σχόλιο: Εδώ ο όρος “ψυχή” έχει την έννοια του ατόμου και του ανθρώπου σαν αδιαίρετη οντότητα. Ενδιαφέρον παρουσιάζουν δύο χωρία σχετικά με την ψυχή, το ένα από τους αριθμούς και το άλλο από τον Ιεζεκιήλ.

Αρ. 6,6 πάσας τὰς ἡμέρας τῆς εὐχῆς Κυρίῳ ἐπὶ πάσῃ ψυχῇ τετελευτηκυίᾳ οὐκ εἰσελεύσεται·

Αρ. 6,6 'Ολας τας ημέρας, που διαρκεί το τάξιμό του, δεν θα εισέλθη εις δωμάτιον, όπου υπάρχει νεκρός.

Η ψυχή στο σημείο αυτό χρησιμοποιείται για να δηλώσει τον νεκρό.

Ιεζ. 18,4 ὅτι πᾶσαι αἱ ψυχαὶ ἐμαί εἰσιν, ὃν τρόπον ἡ ψυχὴ τοῦ πατρός, οὕτως καὶ ἡ ψυχὴ τοῦ υἱοῦ, ἐμαί
εἰσιν· ἡ ψυχὴ ἡ ἁμαρτάνουσα, αὕτη ἀποθανεῖται. –

Ιεζ. 18,4 Καθε ζωή ανθρώπου είναι ιδική μου· όπως η ζωή του πατρός έτσι και η ζωή του παιδιού. Ιδικές μου είναι οι ζωές. Αυτός ο οποίος αμαρτάνει, αυτός και θα τιμωρηθή δια θανάτου.

Και στο σημείο αυτό η ψυχή μπορεί να πεθάνει. Όσο κι αν προσπαθήσετε, δεν θα βρείτε εδάφιο της Π.Δ. που να λέει ότι η ψυχή είναι αθάνατη ούτε κάποιο που να περιγράφει την διάσπαση του δεσμού σώμα-ψυχή.

Ψαλ. 127,1 Μακάριοι πάντες οἱ φοβούμενοι τὸν Κύριον, οἱ πορευόμενοι ἐν ταῖς ὁδοῖς αὐτοῦ.

Ψαλ. 127,1 Μακάριοι όλοι όσοι φοβούνται τον Κυριον, οι πορευόμενοι σύμφωνα με τας εντολάς του.

Ψαλ. 127,2 τοὺς πόνους τῶν καρπῶν σου φάγεσαι· μακάριος εἶ, καὶ καλῶς σοι ἔσται.

Ψαλ. 127,2 θα τρώγης τους κόπους των χειρών σου. Είσαι καλότυχος και ευτυχισμένος, και όλα τα ζητήματά σου θα πάνε καλά.

Ψαλ. 127,3 ἡ γυνή σου ὡς ἄμπελος εὐθηνοῦσα ἐν τοῖς κλίτεσι τῆς οἰκίας σου· οἱ υἱοί σου ὡς νεόφυτα ἐλαιῶν κύκλῳ τῆς τραπέζης σου.

Ψαλ. 127,3 Η γυναίκα σου, θα είναι ωσάν την κληματαριά της αυλής σου. Τα παιδιά σου θα παρακάθηνται ολόγυρα από την τράπεζάν σου, σαν νεόφυτα δένδρύλλια ελαιών.

Ψαλ. 127,4 ἰδοὺ οὕτως εὐλογηθήσεται ἄνθρωπος ὁ φοβούμενος τὸν Κύριον.

Ψαλ. 127,4 Ιδού, έτσι θα ευλογηθή κάθε άνθρωπος, ο οποίος φοβείται και ευλαβείται τον Κυριον.

Ψαλ. 127,5 εὐλογήσαι σε Κύριος ἐκ Σιών, καὶ ἴδοις τὰ ἀγαθὰ Ἱερουσαλὴμ πάσας τὰς ἡμέρας τῆς ζωῆς σου·

Ψαλ. 127,5 Είθε, να σε ευλογήση ο Κυριος από την αγίαν Σιών, να ίδης και να απολαύσης τα αγαθά της Ιερουσαλήμ όλας τας ημέρας της ζωής σου.

Ψαλ. 127,6 καὶ ἴδοις υἱοὺς τῶν υἱῶν σου. εἰρήνη ἐπὶ τὸν Ἰσραήλ.

Ψαλ. 127,6 Είθε να ίδης τέκνα των τέκνων σου. Είθε η ειρήνη του Θεού να βασιλεύη εις ολόκληρον τον ισραηλιτικόν λαόν.

Σχόλιο: Εδώ συνοψίζεται η συμφωνία του Γιαχβέ και το αλισβερίσι με τους οπαδούς του. Είναι η επιτομή της νοοτροπίας του δούναι και λαβείν. Η ευλάβεια και η πίστη στον Γιαχβέ έχει ως αντίκρισμα πλούσιους καρπούς, ευτυχισμένη οικογενειακή ζωή, απόκτηση απογόνων και μακροημέρευση. Η υλιστική νοοτροπία στο αποκορύφωμα της. Καμία ομοιότητα με την παρότρυνση του Χριστού για ανάπτυξη άμεσης πνευματικής σχέσης μαζί Του και απάρνηση του ψεύτικου υλικού κόσμου.

Προς επίρρωσην των όσων ανέλυσα μέχρι τώρα θέλω να παραθέσω ακόμα δύο σχολιασμούς σχετικά με τη εβραϊκή αντίληψη για το δίπολο ψυχή-σώμα.

Σύμφωνα με το Theological Dictionary of the New Testament: “Παλαιότερες διαφοροποιήσεις μεταξύ διχοτόμησης και τριχοτόμησης (της ανθρώπινης φύσης) πρέπει να εγκαταλειφθούν όσον αφορά την ανθρωπολογία της Π.Δ.. Η ισραηλινή ανθρωπολογία είναι μονιστική. Η ενότητα της ανθρώπινης φύσης δεν εκφράζεται μέσω των αντιθετικών εννοιών του σώματος και της ψυχής, αλλά μέσω των συμπληρωματικών και αχώριστων εννοιών του σώματος και της ζωής”.

Σύμφωνα με τον καθηγητή Θεολογίας κ. H. Wheeler Robinson: “Οι Εβραίοι αντιλαμβάνονται τον άνθρωπο ως ζωοποιημένο σώμα και όχι ως ενσαρκωμένη ψυχή”.

Συμπέρασμα: Γιατί να διαβάζουμε κείμενα όπως οι ψαλμοί, που δεν έχουν καμιά πνευματική αξία; Πως κατάφεραν κάποιοι και διέκριναν κάτι ψυχωφέλιμο μέσα σε αυτό το πλήθος στίχων, όπου κυριαρχεί η αγάπη για την ύλη και η άγνοια για την ζωή μετά τον θάνατο; Γιατί αντίθετα, δεν προωθούνται κείμενα των αρχαίων Ελλήνων που μιλούσαν για την αθανασία της ψυχής ή προσευχές προς τον Δημιουργό όπως αυτές του Ερμή του Τρισμέγιστου;

Αυτό που φαίνεται να ενοχλεί είναι ο χαρακτηρισμός των ψαλμών ως “σατανικοί”. Βλέπετε, για κάποιους, η απομυθοποίηση προσώπων όπως ο Δαυίδ, ο Αβραάμ, ο Μωυσής και γενικά όλων των προπατόρων των Εβραίων, τους οποίους θεωρούν υποδείγματα βίου και πνευματικότητας, σημαίνει την κατάρρευση του Χριστιανισμού. Αυτό συμβαίνει, διότι δεν έχουν τον Χριστό σαν το κέντρο της πίστης και ασχολούνται με τους ατελείς ανθρώπους. Ελπίζω, με αυτό το Δεύτερο και τελευταίο μέρος της σειράς αυτής, να καταλάβουν ορισμένοι ότι οι ψαλμοί δεν είναι έργο πνευματικό και ψυχωφέλιμο και κακώς μας το παρουσιάζουν σαν τέτοιο.

Πάμε, λοιπόν, να εξετάσουμε ακόμα και κάποιους ψαλμούς με ενδιαφέρον περιεχόμενο.

Ψαλ. 21,19 διεμερίσαντο τὰ ἱμάτιά μου ἑαυτοῖς καὶ ἐπὶ τὸν ἱματισμόν μου ἔβαλον κλῆρον.

Ψαλ. 21,19 Εμοιράσθησαν μεταξύ των τα ενδύματά μου και δια τον άρραφον χιτώνα έβαλαν κλήρον.

Ψαλ. 68,22 καὶ ἔδωκαν εἰς τὸ βρῶμά μου χολὴν καὶ εἰς τὴν δίψαν μου ἐπότισάν με ὄξος

Ψαλ. 68,22 Οταν δε επείνασα μου έδωκαν αντί φαγητού χολήν, και όταν εδίψησα, μου έδωκαν να πιώ ξίδι.

Σχόλιο: Εκ πρώτης όψεως, κάποιος που έχει διαβάσει τα ευαγγέλια θα έλεγε ότι οι ψαλμοί αυτοί προφητεύουν κάποια συμβάντα κατά την Σταύρωση του Χριστού. Την ίδια άποψη εκφέρει και ο Άγιος Αθανάσιος στην ομιλία του “Εις το πάθος του Κυρίου και εις τον Σταυρόν”. Φυσικά, με μια ματιά στα σχετικά κείμενα των ψαλμών η θέση αυτή διαψεύδεται εύκολα. Ο ψαλμός 21 είναι ένας από τους συνηθισμένους ψαλμούς, κατά τους οποίους ο Δαυίδ προσεύχεται στον Γιαχβέ για παροχή προστασίας από τους εχθρούς, εξαιτίας των δεινών που του προκαλούν. Μέσα στην στεναχώρια του, λοιπόν, αναφέρει ότι είναι σε τόσο τραγική θέση που οι αντίπαλοι τον ξεγύμνωσαν από τα ιμάτια του. Πέρα από το γεγονός ότι αναφέρεται στον εαυτό του, καμία αναφορά δεν γίνεται για μελλοντικά γεγονότα, πόσο μάλλον για την Σταύρωση του Χριστού. Ομοίως και για τον ψαλμό 68. Μάλιστα, διαβάζουμε στην συνέχεια του 68ου ψαλμού:

Ψαλ. 68,23 γενηθήτω ἡ τράπεζα αὐτῶν ἐνώπιον αὐτῶν εἰς παγίδα καὶ εἰς ἀνταπόδοσιν καὶ εἰς σκάνδαλον.

Ψαλ. 68,23 Η πλουσία τράπεζά των, είθε να μετατραπή εις παγίδα ενώπιόν των. Να γίνη τιμωρία και ανταπόδοσις δια τα κακά, τα οποία μου κάνουν.

Ψαλ. 68,24 σκοτισθήτωσαν οἱ ὀφθαλμοὶ αὐτῶν τοῦ μὴ βλέπειν, καὶ τὸν νῶτον αὐτῶν διαπαντὸς σύγκαμψον.

Ψαλ. 68,24 Ας σκοτισθούν τα μάτια των μέχρι σημείου, ώστε να μη βλέπουν. Κυρτωσε την ράχιν των δια παντός.

Ψαλ. 68,25 ἔκχεον ἐπ᾿ αὐτοὺς τὴν ὀργήν σου, καὶ ὁ θυμὸς τῆς ὀργῆς σου καταλάβοι αὐτούς.

Ψαλ. 68,25 Χύσε επάνω των, σαν ποτάμι, ολόκληρον την οργήν σου, και ο θυμός της μεγάλη αγανακτήσεώς σου είθε να τους καταλάβη.

Ψαλ. 68,26 γενηθήτω ἡ ἔπαυλις αὐτῶν ἠρημωμένη, καὶ ἐν τοῖς σκηνώμασιν αὐτῶν μὴ ἔστω ὁ κατοικῶν·

Ψαλ. 68,26 Ας γίνη το περιποιημένον αγρόκτημά των έρημον και εις τας κατοικίας των ας μην υπάρξη κανείς απόγονός των, που να κατοικήση.

Ψαλ. 68,27 ὅτι ὃν σὺ ἐπάταξας, αὐτοὶ κατεδίωξαν, καὶ ἐπὶ τὸ ἄλγος τῶν τραυμάτων μου προσέθηκαν.

Ψαλ. 68,27 Διότι εκείνον, τον οποίον συ επέτρεψες θλίψεις και οδυνηράς μαστιγώσεις, αντί να τον συμπονέσουν, τον κατεδίωξαν και στον δριμύν πόνον των τραυμάτων μου προσέθεσαν άλλον πόνον.

Ψαλ. 68,28 πρόσθες ἀνομίαν ἐπὶ τῇ ἀνομίᾳ αὐτῶν, καὶ μὴ εἰσελθέτωσαν ἐν δικαιοσύνῃ σου·

Ψαλ. 68,28 Εγκατάλειψέ τους, ώστε να περιπίπτουν από αμαρτίας εις αμαρτίαν, δια να μη εισέλθουν στον δρόμον της μετανοίας και εύρουν δικαίωσιν ενώπιόν σου.

Ψαλ. 68,29 ἐξαλειφθήτωσαν ἐκ βίβλου ζώντων καὶ μετὰ δικαίων μὴ γραφήτωσαν.

Ψαλ. 68,29 Ας σβησθούν εξ όλοκλήρου τα ονόματά των από το βιβλίον των ζωντανών και ας μην καταγραφούν με τα ονόματα των δικαίων.

Σχόλιο: Είναι ξεκάθαρο ότι εδώ μιλάει ο Δαυϊδ, ο οποίος αρχίζει και ξεστομίζει κατάρες λόγω των όσων υπέστη από τους αντιπάλους μεταξύ των οποίων η χολή και το ξύδι. Ακόμα και αν υποθέσουμε πως ο στίχος 22 προφητικά αναφέρεται στον Χριστό, που δεν προκύπτει ούτε κατά διάνοια από τα συμφραζόμενα, σκεφτείτε το εξής παράδοξο. Αυτές οι δήθεν προφητείες είναι σε α’ ενικό πρόσωπο. Υποτίθεται δηλαδή πως είναι λόγια του Μεσσία. Στον ψαλμό 22 όμως μιλάει εξ’ ολοκλήρου ένα πρόσωπο. Είναι δυνατόν ο Χριστός να καταριόταν και να ζητούσε από τον Πατέρα Του το χειρότερο, για όσους του φέρθηκαν απάνθρωπα; Εννοείται πως όχι! Το αντίθετο, μάλιστα, αφού είπε πάνω στον Σταυρό: “Πάτερ, άφες αυτοίς, ου γαρ οίδασιν τι ποιούσιν”.

Ψαλ. 50,20 ἀγάθυνον, Κύριε, ἐν τῇ εὐδοκίᾳ σου τὴν Σιών, καὶ οἰκοδομηθήτω τὰ τείχη Ἱερουσαλήμ·

Ψαλ. 50,20 Ευδόκησον, λοιπόν, Κυριε, να φανής αγαθός και ευεργετικός εις την Ιερουσαλήμ. Δείξε την καλωσύνην σου, ώστε να ανοικοδομηθούν και πάλιν τα τείχη της Ιερουσαλήμ.

Ψαλ. 50,21 τότε εὐδοκήσεις θυσίαν δικαιοσύνης, ἀναφορὰν καὶ ὁλοκαυτώματα· τότε ἀνοίσουσιν ἐπὶ τὸ θυσιαστήριόν σου μόσχους.

Ψαλ. 50,21 Τοτε θα ευδοκήσης να δεχθής κάθε δίκαιαν θυσίαν, θυσίας αναφερομένας εις σέ, θυσίας ολοκαυτωμάτων. Τοτε θα ανεβάσουν στο θυσιαστήριον των ολοκαυτωμάτων σου μόσχους.

Σχόλιο: Ο 50ος ψαλμός είναι γνωστός στους περισσότερους καθώς περιλαμβάνεται στο απόδειπνο. Πολλοί από εσάς και εγώ επίσης τον διαβάζαμε καθημερινά. Ωστόσο πέφταμε κάθε φορά στην παγίδα των έτοιμων προσευχών. Ξύλινος λόγος, απλή ανάγνωση χωρίς κατανόηση, το κάναμε “μηχανικά” που λέμε, έτσι για να βγάλουμε την υποχρέωση. Για διαβάστε τον τώρα με προσοχή. Καταλαβαίνετε τι ζητούσαμε; Πόσο ανόητοι ήμασταν αιτούμενοι την ανοικοδόμηση των τειχών της Ιερουσαλήμ και προσμένοντας την θυσία μοσχαριών;;; Και όλα αυτά, ενώ ξέραμε ότι ο Χριστός είπε: “έλεος θέλω και όχι θυσία” ή αυτοθυσία.

Ψαλ. 67,2 Ἀναστήτω ὁ Θεός, καὶ διασκορπισθήτωσαν οἱ ἐχθροὶ αὐτοῦ, καὶ φυγέτωσαν ἀπὸ προσώπου αὐτοῦ οἱ μισοῦντες αὐτόν.

Ψαλ. 67,2 Ας εγερθή ο Θεός, και αμέσως οι εχθροί του θα διασκορπισθούν. Θα φύγουν πανικόβλητοι από εμπρός του όλοι εκείνοι, οι οποίοι τον μισούν.

Ψαλ. 67,3 ὡς ἐκλείπει καπνός, ἐκλιπέτωσαν· ὡς τήκεται κηρὸς ἀπὸ προσώπου πυρός, οὕτως ἀπολοῦνται οἱ ἁμαρτωλοὶ ἀπὸ προσώπου τοῦ Θεοῦ.

Ψαλ. 67,3 Όπως εξαφανίζεται και διαλύεται ο καπνός, έτσι θα εξαφανισθούν και αυτοί. Όπως διαλύεται το κηρί εμπρός στο πυρ, κατά παρόμοιον τρόπον θα εξολοθρευθούν και οι αμαρτωλοί εμπρός εις την παρουσίαν του Θεού.

Σχόλιο: Έχοντας σχηματίσει μια εικόνα από τις τρεις προηγούμενες αναρτήσεις για το πνεύμα στο οποίο κινούνται οι ψαλμοί καταλαβαίνετε ότι το αναστάσιμο αυτό τροπάριο μόνο χαρμόσυνο δεν είναι παρά μόνο κακός οιωνός. Κάποιοι αφελείς μπορεί να ισχυριστούν ότι εδώ προφητεύεται η Ανάσταση του Χριστού. Δεν ισχύει αυτό διότι το “αναστήτω” δεν σημαίνει απαραίτητα την ανάσταση ενός νεκρού. Η λέξη αυτή, εκ του ρήματος ανίστημι, έχει πολλές σημασίες. Στην περίπτωση μας σημαίνει “σηκώνομαι, εγείρομαι από την θέση μου”. Επιπλέον οι εχθροί, κλασσικά, είναι οι αμαρτωλοί άνθρωποι και όχι οι δαίμονες. Σκεφτείτε το εξής, δεν είναι λίγο οξύμωρο, αμέσως μετά το “Χριστός Ανέστη” να αναφερόμαστε στην απώλεια των αμαρτωλών που ο Χριστός έσωσε από αυτήν με την Σταύρωση και την Ανάσταση Του;

Ψαλ. 72,3 ὅτι ἐζήλωσα ἐπὶ τοῖς ἀνόμοις εἰρήνην ἁμαρτωλῶν θεωρῶν,

Ψαλ. 72,3 Διότι κατελήφθην από ζήλειαν επειδή έβλεπα την ευημερίαν των αμαρτωλών ανθρώπων.

Ψαλ. 72,4 ὅτι οὐκ ἔστιν ἀνάνευσις ἐν τῷ θανάτῳ αὐτῶν καὶ στερέωμα ἐν τῇ μάστιγι αὐτῶν·

Ψαλ. 72,4 Εβλεπα ότι δεν υπάρχει, μακρά αγωνία και βάσανος κατά τον θάνατόν των και δεν διαρκεί επί πολύ η τυχόν μαστίζουσα σε αυτούς θλίψις.

Σχόλιο: Αρχίζουν και αποκαλύπτονται σιγά-σιγά τα κόμπλεξ του Δαυίδ. Τον ικανοποιεί ο βασανιστικός και αργός θάνατος των “αμαρτωλών” και ζηλεύει όταν αυτοί βρίσκονται σε περίοδο ευημερίας.

Ψαλ. 77,38 αὐτὸς δέ ἐστιν οἰκτίρμων καὶ ἱλάσκεται ταῖς ἁμαρτίαις αὐτῶν καὶ οὐ διαφθερεῖ καὶ πληθυνεῖ τοῦ ἀποστρέψαι τὸν θυμὸν αὐτοῦ καὶ οὐχὶ ἐκκαύσει πᾶσαν τὴν ὀργὴν αὐτοῦ.

Ψαλ. 77,38 Ο Θεός όμως είναι ελεήμων και έδειχνε το έλεός του εις τας αμαρτίας αυτών. Δεν ηθέλησε να τους καταστρέψη. Εις πολυαρίθμους περιστάσεις ανέστειλε και απεμάκρυνε τον θυμόν του· δεν αφήκε να ανάψη και να ξεκσπάση όλη η οργή του εναντίον των.

Σχόλιο: Εδώ περιγράφεται πόσο μακρόθυμος και ελεήμων είναι ο Γιαχβέ, ο οποίος δεν εξολοθρεύει όλους τους Ισραηλίτες, αλλά σαν πονόψυχος που είναι αφήνει και μερικούς να ζήσουν! Μπορεί να θυμώνει συχνά, αλλά δεν αφήνει να ξεσπάσει η οργή του στον μέγιστο βαθμό. Ταιριάζει αυτή η συμπεριφορά με την εικόνα που έχουμε εμείς για τον Θεό-Πατέρα, ο οποίος έχει άπειρη αγάπη και φιλευσπλαχνία για τα δημιουργήματα Του;;; Γίνεται ο Θεός να είναι εμπαθής και να οργίζεται όπως οι ατελείς άνθρωποι; και μάλιστα λίαν καλά δημιουργήματά του!!!

Ψαλ. 77,45 ἐξαπέστειλεν εἰς αὐτοὺς κυνόμυιαν, καὶ κατέφαγεν αὐτούς, καὶ βάτραχον, καὶ διέφθειρεν αὐτούς·

Ψαλ. 77,45 Ο Κυριος εξαπέστειλεν επίσης εναντίον των Αιγυπτίων κυνόμυιαν, η οποία τους κατέφαγε, και βατράχους οι οποίοι μετέδωσαν εις αυτούς φθοροποιούς και μολυσματικάς ασθενείας.

Ψαλ. 77,46 καὶ ἔδωκε τῇ ἐρυσίβῃ τοὺς καρποὺς αὐτῶν καὶ τοὺς πόνους αὐτῶν τῇ ἀκρίδι·

Ψαλ. 77,46 Παρέδωκεν εις την σκωρίασιν τους καρπούς των αγρών των, και τους κόπους των καλλιεργημένων αγρών των εις τας ακρίδας.

Ψαλ. 77,47 ἀπέκτεινεν ἐν χαλάζῃ τὴν ἄμπελον αὐτῶν καὶ τὰς συκαμίνους αὐτῶν ἐν τῇ πάχνῃ·

Ψαλ. 77,47 Κατέστρεψε τα αμπέλια των με χάλαζαν και τας συκομορέας των με παγωνιά.

Ψαλ. 77,48 καὶ παρέδωκεν εἰς χάλαζαν τὰ κτήνη αὐτῶν καὶ τὴν ὕπαρξιν αὐτῶν τῷ πυρί·

Ψαλ. 77,48 Παρέδωκεν εις καταστρεπτικήν θανατηφόρον χάλαζαν τα ζώα των και την υπόλοιπον περιουσίαν των παρέδωσεν στο πυρ των κεραυνών του.

Ψαλ. 77,49 ἐξαπέστειλεν εἰς αὐτοὺς ὀργὴν θυμοῦ αὐτοῦ, θυμὸν καὶ ὀργὴν καὶ θλῖψιν, ἀποστολὴν δι᾿ ἀγγέλων πονηρῶν.

Ψαλ. 77,49 Εξαπέλυσεν εναντίον των την τιμωρόν οργήν της αγανακτήσεώς του, θυμόν και οργήν και θλίψιν, δεινά φοβερά, τα οποία έστειλε με εξολοθρευτάς αγγέλους.

Ψαλ. 77,50 ὡδοποίησε τρίβον τῇ ὀργῇ αὐτοῦ καὶ οὐκ ἐφείσατο ἀπὸ θανάτου τῶν ψυχῶν αὐτῶν καὶ τὰ κτήνη αὐτῶν εἰς θάνατον συνέκλεισε

Ψαλ. 77,50 Αφήκε να εκδηλωθή ασυγκράτητος η οργή του, δεν ελυπήθη την ζωήν των και δεν επροφύλαξεν αυτούς από τον θάνατον και αυτά ακόμη τα κατοικίδια ζώα των τα συνέκλεισεν μέσα εις τας παγίδας του θανάτου και της καταστροφής.

Ψαλ. 77,51 καὶ ἐπάταξε πᾶν πρωτότοκον ἐν γῇ Αἰγύπτῳ, ἀπαρχὴν παντὸς πόνου αὐτῶν ἐν τοῖς σκηνώμασι Χάμ,

Ψαλ. 77,51 Εκτύπησε με θάνατον όλα τα πρωτότοκα της γης Αιγύπτου· αυτά που αποτελούν την απαρχήν των πόνων της τεκνοποιΐας στους οίκους των Αιγυπτίων, των απογόνων αυτών του Χαμ.

Σχόλιο: Όταν πρόκειται για τιμωρίες πρέπει να παραδεχτούμε ότι ο Γιαχβέ έχει μεγάλη έμπνευση και φαντασία. Θα σταθώ σε δύο σημεία. Πρώτον, στην θανάτωση των πρωτοτόκων των Αιγυπτίων και κατά δεύτερον στην αποστολή πονηρών αγγέλων(!) για να πραγματοποιηθεί η εξολόθρευση τους. Αγαπητοί Γιαχβεδολάγνοι, που λέτε πως ο Χριστός είναι ο Γιαχβέ. Πόσο αδαείς πρέπει να είστε, για να θεωρείτε τον Θεό δολοφόνο και εντολοδόχο πονηρών αγγέλων, δηλαδή δαιμόνων!!! Θέλει πολύ μυαλό για να καταλάβετε ότι ο Γιαχβέ είναι ο Σαμαέλ- Σατανάς, που και τους ανθρώπους μισεί, σε σημείο να τους εξαφανίσει και χρησιμοποιεί δαίμονες για τα σχέδια του;

Ψαλ. 86,2 ἀγαπᾷ Κύριος τὰς πύλας Σιὼν ὑπὲρ πάντα τὰ σκηνώματα Ἰακώβ.

Ψαλ. 86,2 Ο Κυριος αγαπά περισσότερον από όλας τας πόλεις των απογόνων του Ιακώβ τας πύλας της Ιερουσαλήμ.

Ψαλ. 86,3 δεδοξασμένα ἐλαλήθη περὶ σοῦ ἡ πόλις τοῦ Θεοῦ. (διάψαλμα).

Ψαλ. 86,3 Πολις του Θεού, αγία Ιερουσαλήμ, ένδοξα και θαυμαστά διαλαλούνται πανταχού δια σέ.

Σχόλιο: Εδώ εξυμνείται η Ιερουσαλήμ σαν η αγία πόλη του Θεού, την οποία εξέλεξε για τον περιούσιο λαό του. Ας θυμηθούμε τι ανέφερε ο Χριστός για την Ιερουσαλήμ:

Ματθ. 23,37 Ἱερουσαλὴμ Ἱερουσαλήμ, ἡ ἀποκτέννουσα τοὺς προφήτας καὶ λιθοβολοῦσα τοὺς ἀπεσταλμένους πρὸς αὐτήν! ποσάκις ἠθέλησα ἐπισυναγαγεῖν τὰ τέκνα σου ὃν τρόπον ἐπισυνάγει ὄρνις τὰ νοσσία ἑαυτῆς ὑπὸ τὰς πτέρυγας, καὶ οὐκ ἠθελήσατε.

Ο Χριστός εδώ σχολιάζει με επικριτικό τρόπο την Ιερουσαλήμ λέγοντας ότι οι κάτοικοι της σκοτώνουν τους προφήτες και επιπλέον δεν δέχονται τον λόγο του Θεού. Οι αντιθέσεις στα λόγια του Χριστού και του Γιαχβέ είναι εμφανείς.

Ψαλ. 103,35 ἐκλείποιεν ἁμαρτωλοὶ ἀπὸ τῆς γῆς καὶ ἄνομοι, ὥστε μὴ ὑπάρχειν αὐτούς. εὐλόγει, ἡ ψυχή μου, τὸν Κύριον.

Ψαλ. 103,35 Είθε να εκλείψουν εντελώς οι αμαρτωλοί από την γην και οι άνομοι, ώστε να μη υπάρχουν πλέον. Δοξολόγει συ, ω ψυχή μου, τον Κύριον.

Σχόλιο: Ο Δαυϊδ, φαίνεται να θεωρεί τον εαυτό του αναμάρτητο για να τα λέει αυτά, αλλά στην πραγματικότητα έχει άγνοια για το τι είναι αμαρτία. Όσοι μέχρι αυτό το σημείο, στηρίζουν ακόμα την ανάγνωση των ψαλμών, αναρωτιέμαι τι αισθάνονται όταν ξεστομίζουν αυτές τις κατάρες.

Ψαλ. 108,5 καὶ ἔθεντο κατ᾿ ἐμοῦ κακὰ ἀντὶ ἀγαθῶν καὶ μῖσος ἀντὶ τῆς ἀγαπήσεώς μου.

Ψαλ. 108,5 Μου ανταπέδωσαν κακά αντί αγαθών και μίσος αντί της αγάπης, που έτρεφα προς αυτούς.

Ψαλ. 108,6 κατάστησον ἐπ᾿ αὐτὸν ἁμαρτωλόν, καὶ διάβολος στήτω ἐκ δεξιῶν αὐτοῦ

Ψαλ. 108,6 Βαλε ασεβή επάνω εις την κεφαλήν του κυρίως υπευθύνου και από τα δεξιά του ας σταθή διαβολικός κατήγορος.

Ψαλ. 108,7 ἐν τῷ κρίνεσθαι αὐτὸν ἐξέλθοι καταδεδικασμένος, καὶ ἡ προσευχὴ αὐτοῦ γενέσθω εἰς ἁμαρτίαν.

Ψαλ. 108,7 Οταν αυτός θα δικάζεται, είθε να εξέλθη καταδικασμένος και η προσευχή του, ας καταλογισθή εις αυτόν ως αμαρτία.

Ψαλ. 108,8 γενηθήτωσαν αἱ ἡμέραι αὐτοῦ ὀλίγαι, καὶ τὴν ἐπισκοπὴν αὐτοῦ λάβοι ἕτερος.

Ψαλ. 108,8 Αι ημέραι της ζωής του ας γίνουν ολίγαι και το αξίωμά του είθε να το πάρη άλλος.

Ψαλ. 108,9 γενηθήτωσαν οἱ υἱοὶ αὐτοῦ ὀρφανοὶ καὶ ἡ γυνὴ αὐτοῦ χήρα·

Ψαλ. 108,9 Ορφανά και απροστάτευτα ας μείνουν τα παιδιά του, χήρα ας μείνει η γυναίκα του.

Ψαλ. 108,10 σαλευόμενοι μεταναστήτωσαν οἱ υἱοὶ αὐτοῦ καὶ ἐπαιτησάτωσαν, ἐκβληθήτωσαν ἐκ τῶν οἰκοπέδων αὐτῶν.

Ψαλ. 108,10 Τα παιδιά του από τόπου εις τόπον μεταφερόμενα ας γίνουν επαίται. Ας εκδιωχθούν από τα κρημνισμένα σπίτια των.

Ψαλ. 108,11 ἐξερευνησάτω δανειστὴς πάντα, ὅσα ὑπάρχει αὐτῷ, καὶ διαρπασάτωσαν ἀλλότριοι τοὺς πόνους αὐτοῦ.

Ψαλ. 108,11 Ο δανειστής ας ερευνήση και ας καταγράψη όλα όσα ανήκουν εις αυτόν, και ξένοι άνθρωποι ας διαρπάσουν τους κόπους των χειρών του.

Ψαλ. 108,12 μὴ ὑπαρξάτω αὐτῷ ἀντιλήπτωρ, μηδὲ γενηθήτω οἰκτίρμων τοῖς ὀρφανοῖς αὐτοῦ·

Ψαλ. 108,12 Ας μη υπάρξη άνθρωπος να τον βοηθήση εις την συμφοράν του αυτήν, ούτε κανείς δια να λυπηθή τα ορφανά του.

Ψαλ. 108,13 γενηθήτω τὰ τέκνα αὐτοῦ εἰς ἐξολόθρευσιν, ἐν γενεᾷ μιᾷ ἐξαλειφθείη τὸ ὄνομα αὐτοῦ.

Ψαλ. 108,13 Ας εξολοθρευθούν τα παιδιά του, ώστε το όνομά του να σβήση, χωρίς να φθάση εις δεύτερον γενεάν τέκνων.

Ψαλ. 108,14 ἀναμνησθείη ἡ ἀνομία τῶν πατέρων αὐτοῦ ἔναντι Κυρίου, καὶ ἡ ἁμαρτία τῆς μητρὸς αὐτοῦ μὴ ἐξαλειφθείη·

Ψαλ. 108,14 Είθε να μείνουν ολοφάνεροι και αλησμόνητοι ενώπιον του Κυρίου, οχι μόνον αι ιδικαί του αμαρτίαι αλλά και αι αμαρτίαι των προγόνων του. Ας μη διαγραφούν όσα ημάρτησεν η μητέρα του.

Ψαλ. 108,15 γενηθήτωσαν ἐναντίον Κυρίου διαπαντός, καὶ ἐξολοθρευθείη ἐκ γῆς τὸ μνημόσυνον αὐτῶν,

Ψαλ. 108,15 Ας παραμένουν πάντοτε ενώπιον του Κυρίου όλαι αυταί αι αμαρτίαι, και να χαθεί από την γη η μνήμη αυτού.

Σχόλιο: Τι να σχολιάσει κάποιος μετά από αυτό το κρεσέντο μοχθηρίας και κακίας του Δαυϊδ; Πρέπει να έχει μείνει άναυδος. Οι κατάρες ποικίλουν. Καταριέται τους εχθρούς του να μείνουν άτεκνοι, να πεθάνουν σύντομα, να τους κατηγορούν άδικα, να τους κυνηγούν οι τοκογλύφοι, να μην βρίσκουν το δίκιο τους στα δικαστήρια, να μένουν αβοήθητοι στις δυστυχίες, να σκοτωθούν τα παιδιά του και στο τέλος οι ίδιοι. Να χαθεί η γενιά τους (Άγια λόγια!!!).

Ψαλ. 111,5 χρηστὸς ἀνὴρ ὁ οἰκτείρων καὶ κιχρῶν· οἰκονομήσει τοὺς λόγους αὐτοῦ ἐν κρίσει,

Ψαλ. 111,5 Αγαθός και χρήσιμος είναι ο άνθρωπος εκείνος, που σπλαγχνίζεται τους άλλους, και τους δανείζει. Αυτός θα προσέχει πάντοτε τους λόγους του με κρίση.

Σχόλιο: Αγαθός, λοιπόν, δεν είναι εκείνος που δωρίζει, αλλά εκείνος που δανείζει. Για άλλη μια φορά διακρίνουμε την νοοτροπία του “δούναι και λαβείν”. Η έννοια της ανιδιοτελούς προσφοράς στον συνάνθρωπο είναι ανύπαρκτη για τους Εβραίους οι οποίοι διδάχτηκαν από τον Γιαχβέ να μην προσφέρουν τίποτα χωρίς αντάλλαγμα.

Ψαλ. 135,1 Ἐξομολογεῖσθε τῷ Κυρίῳ, ὅτι ἀγαθός, ὅτι εἰς τὸν αἰῶνα τὸ ἔλεος αὐτοῦ·

Ψαλ. 135,1 Δοξολογείτε συνεχώς τον Κυριον, διότι είναι αγαθός και αιώνιον είναι το έλεός του.

Ψαλ. 135,10 τῷ πατάξαντι Αἴγυπτον σὺν τοῖς πρωτοτόκοις αὐτῶν, ὅτι εἰς τὸν αἰῶνα τὸ ἔλεος αὐτοῦ,

Ψαλ. 135,10 Δοξολογείτε αυτόν, ο οποίος εκτύπησε με θάνατον τα πρωτοτόκα των Αιγυπτίων, διότι αιώνιον και ανεξάντλητον είναι το έλεός του.

Ψαλ. 135,18 καὶ ἀποκτείναντι βασιλεῖς κραταιούς, ὅτι εἰς τὸν αἰῶνα τὸ ἔλεος αὐτοῦ,

Ψαλ. 135,18 Εθανάτωσε ισχυρούς βασιλείς, διότι αιώνιον και ανεξαντήτον είναι το έλεός του.

Σχόλιο: Αγαπημένος ύμνος από όλους μας ειδικά όταν ψάλλεται από τον πρωτοψάλτη Θεόδωρο Βασιλικό. Το δυσάρεστο είναι πως το απόσπασμα του ύμνου που συνήθως ψάλλεται, είναι παρμένο από τον 135ο ψαλμό ο οποίος, όπως ήταν επόμενο, δεν διαφέρει από τους υπολοίπους. Είναι ειρωνικό, γιατί, οι δύο παραπάνω στίχοι αναφέρονται στην θανάτωση παιδιών και βασιλιάδων και αυτό αποδίδεται στο… αιώνιο έλεος του θεού… το γράφω με μικρό, γιατί ο μόνος αληθινός ΘΕΟΣ δεν σκοτώνει ανθρώπους από έλεος. Έλεος δηλαδή!!!

Ψαλ. 136,9 μακάριος ὃς κρατήσει καὶ ἐδαφιεῖ τὰ νήπιά σου πρὸς τὴν πέτραν.

Ψαλ. 136,9 Μακάριος θα είναι εκείνος, ο οποίος θα κρατήση εις τας χείρας του τα βρέφη σου και θα τα συντρίψη κτυπώντας αυτά στους βράχους.

Σχόλιο: Μακάριος κατά τον Δαυίδ εκείνος που πιάνει τα μωρά των εχθρών στα χέρια του και τα συνθλίβει, χτυπώντας τα στους βράχους. Βασικά ο στίχος αυτός και μόνο αρκούσε για να αποδείξω ότι οι ψαλμοί είναι σατανικοί, αλλά επειδή κάποιοι είναι τόσο κολλημένοι έπρεπε να καλύψω πλήρως το θέμα.

Ψαλ. 138,21 οὐχὶ τοὺς μισοῦντάς σε, Κύριε, ἐμίσησα καὶ ἐπὶ τοὺς ἐχθρούς σου ἐξετηκόμην;

Ψαλ. 138,21 Εγώ, Κύριε, δεν εμίσησα αυτούς τους ασεβείς, οι οποίοι σε μισούν και δεν έλυωσα ωσάν κερί εξ αιτίας της αηδίας και αποστροφής μου προς τους εχθρούς σου;

Ψαλ. 138,22 τέλειον μῖσος ἐμίσουν αὐτούς, εἰς ἐχθροὺς ἐγένοντό μοι.

Ψαλ. 138,22 Με όλην μου την καρδιά και την ψυχήν τους εμίσησα και εκείνοι έγιναν εχθροί μου.

Σχόλιο: Έτσι θα κλείσουμε, με μία έκρηξη κακίας και μια ομολογία μίσους από τον Δαυίδ. Έγινε κατανοητό, πιστέυω, ότι η Π.Δ. είναι το βιβλίο του μίσους αλλά ούτε και το ευαγγέλιο το βιβλίο της αγάπης.

Θεωρώ πως κάλυψα το θέμα των ψαλμών όσο καλύτερα μπορούσα με αρκετά λεπτομερή και εμπεριστατωμένη ανάλυση, περιλαμβάνοντας στα 2 αυτά άρθρα (ΕΔΩ ΤΟ Α΄ ΜΕΡΟΣ) αποσπάσματα σχεδόν από όλους. Με δεδομένο ότι οι ψαλμοί αποτελούν αναπόσπαστο κομμάτι των έτοιμων προσευχών που κυκλοφορούν, έγινε αντιληπτό πως ο καλύτερος τρόπος, είναι με λόγια μέσα από την καρδιά μας. Πρέπει να σταματήσουμε να προσευχόμαστε με έναν τρόπο στημένο και βαρετό, μία δύο φορές μέσα στην ημέρα (Σε ΠΟΙΟΝ;;;).

Ας αξιοποιήσουμε αυτό το αναφαίρετο δικαίωμα που μας έχει δοθεί.