Ο Αριστοτέλης, αφού καθόρισε την ισοτιμία ως θεμελιώδη προϋπόθεση της αληθινής (πρωταρχικής) φιλίας, προχωρά στη διαπίστωση ότι αυτό δε φαίνεται να το έχουν συνειδητοποιήσει οι περισσότεροι άνθρωποι. Διερευνώντας τους λόγους που συμβαίνει αυτό σημειώνει: «Διαπιστώνουμε, ακόμα, γιατί οι άνθρωποι επιζητούνε πιο πολύ τη φιλία της υπεροχής και όχι της ισοτιμίας· διότι έτσι, δίπλα στην υπεροχή τους, κερδίζουν αυτομάτως και την αγάπη του άλλου» (1239a 25-28).
Με δυο λόγια, πρόκειται για την εκδοχή της υπεροχής που λειτουργεί ως διαπιστευτήριο της αγάπης. Η αίσθηση της ανωτερότητας κάνει τη σχέση περισσότερο επιθυμητή δίνοντας την εντύπωση ότι ο θαυμασμός που εισπράττει κανείς ως εξέχουσα φυσιογνωμία αποτελεί αναντίρρητη εκδήλωση αγάπης προς το πρόσωπό του. Ασφαλώς πρόκειται για στρέβλωση: «… μερικοί δίνουν πιο μεγάλη αξία στον κόλακα παρά στο φίλο: τους κάνει να νομίζουν ότι έχουν και την υπεροχή και την αγάπη» (1239a 29-30).
Η σύγχυση ανάμεσα στο θαυμασμό και την αγάπη αποτελεί το πεδίο του κόλακα που ξέρει καλά να εκμεταλλεύεται τις καταστάσεις. Η αντικατάσταση του φίλου από τον κόλακα είναι η άρνηση της κριτικής που θα εξελίξει την προσωπικότητα. Οι άνθρωποι που υποκύπτουν σε τέτοιες επιλογές γίνονται θύματα της ανάγκης για διαρκή επιβεβαίωση. Κι αυτό είναι το πλαίσιο της υπέρμετρης φιλοδοξίας: «Ιδιαίτερα επιρρεπείς σε αυτό είναι οι φιλόδοξοι: μέσα από την υπεροχή επιζητούν και το θαυμασμό» (1239a 31-31).
Φυσικά, η φιλοδοξία αυτού του είδους εκλαμβάνεται περισσότερο ως ματαιοδοξία που προσπαθεί να γεμίσει τα κενά της ψυχής με επαίνους. Επί της ουσίας αυτοί οι άνθρωποι δεν εισέπραξαν ποτέ την αγάπη που θα επιθυμούσαν. Το υποκατάστατο του θαυμασμού επιχειρεί να συγκαλύψει την κενότητα της ύπαρξης που είναι αδύνατο να έρθει σε ισορροπία. Αυτό που μένει είναι η ισχυρογνωμοσύνη και ο ναρκισσισμός.
Ο Αριστοτέλης κάνει σαφή αναφορά στη φύση. Το δεδομένο όμως του εθισμού για την κατάκτηση της αρετής (ως ύψιστης ψυχικής ισορροπίας) καταδεικνύει και την κοινωνική επίδραση, δηλαδή τις ανθρώπινες σχέσεις που έχουν επιδράσει καταλυτικά στη διαμόρφωση της προσωπικότητας: «Η φύση, όμως, άλλους τους κάνει ανθρώπους της φιλίας και άλλους της φιλοδοξίας. Άνθρωπος της φιλίας είναι αυτός που πιο πολύ χαίρεται να αγαπά παρά να αγαπιέται· αλλά με τον φιλόδοξο συμβαίνει το αντίστροφο. Όποιος, λοιπόν, απολαμβάνει να τον θαυμάζουν και να τον αγαπούν είναι φίλος της υπεροχής, ενώ εκείνος που ευχαριστιέται να δείχνει αγάπη είναι απλά φίλος» (1239a 31-35).
Η αναγνώριση ότι ο άνθρωπος της φιλίας χαίρεται περισσότερο δείχνοντας αγάπη δεν ερμηνεύεται ως απαξίωση της ανάγκης για αποδοχή (ο άνθρωπος πρέπει και να αγαπά και να αγαπιέται), αλλά ως κατάδειξη των αισθημάτων της αληθινής φιλίας που εστιάζουν περισσότερο στην προσφορά. Ο κόλακας, ως κατεξοχήν ψεύτικος φίλος, δεν έχει καμία διάθεση να προσφέρει αληθινή αγάπη σε αυτόν που κολακεύει. Αυτός είναι και ο λόγος που οι κολακείες του διαρκούν μονάχα όσο διαρκεί και η δυνατότητα εξαργύρωσής τους. Όταν ο κόλακας κατανοήσει ότι δεν έχει να κερδίσει τίποτε, διακόπτει όλες τις σχέσεις, αφού η διατήρησή τους δεν έχει πλέον κανένα νόημα.
Το δεδομένο ότι η αληθινή φιλία έγκειται στην ισοτιμία της προσφοράς (αν αυτό δεν ισχύει, τότε μετατρέπεται σε σχέση ευεργέτη-ευεργετούμενου) δεν αναιρεί ότι η εκδήλωση της αγάπης αποτελεί το βασικότερο κριτήριο για την πραγμάτωσή της. Αν δεν υπάρχει αυτό, τότε δεν υπάρχει φιλία από θέση αρχής. Όμως, η φιλική σχέση ολοκληρώνεται όταν αυτή η διάθεση ισχύει και από τις δύο πλευρές έχοντας ισότιμες δυνατότητες να εκδηλωθεί.
Η επιμονή του Αριστοτέλη, ότι φίλος είναι πρωτίστως αυτός που δείχνει αγάπη, έχει να κάνει με τη συνείδηση των πράξεων που επιβεβαιώνεται από την ενέργεια της ψυχής. Η επιθυμία να δείξει κανείς αγάπη είναι ενεργητική, ενώ η αποδοχή της σχετίζεται περισσότερο με τις πράξεις του άλλου. Οι φίλοι, πριν από όλα, επιθυμούν να διοχετεύσουν την αγάπη τους. Κι αυτή τους η επιθυμία, όταν εκδηλώνεται με τρόπο αμοιβαίο και ισάξιο, είναι η επισφράγιση των σχέσεών τους.
Ο Αριστοτέλης σημειώνει: «Οπωσδήποτε, η αγάπη πρέπει να είναι προσωπικό του ενέργημα. Αντίθετα, το να δέχεται κανείς την αγάπη του άλλου είναι μόνο ένα τυχαίο συμβάν, και μπορεί και να μην το έχει πάρει καν είδηση αυτός που αγαπιέται, πράγμα αδύνατο γι’ αυτόν που δείχνει ο ίδιος αγάπη. Εξάλλου, γνώρισμα της φιλίας είναι πρωτίστως το να αγαπάς και δευτερευόντως να αγαπιέσαι· το να αγαπιέσαι είναι κυρίως ιδιότητα του άλλου, που σε αγαπάει. Ιδού και η απόδειξη: ένας φίλος, αν δεν μπορούσε να τα έχει και τα δύο, θα προτιμούσε μάλλον να γνωρίζει μόνος του την αγάπη του παρά να τη γνωρίζει μόνο ο άλλος» (1239a 37-43).
Η αναγνώριση ότι «το να δέχεται κανείς την αγάπη του άλλου είναι μόνο ένα τυχαίο συμβάν» δεν πρέπει να εκληφθεί ως ματαίωση της αρετής. Μια τέτοια εκδοχή θα καθιστούσε τυφλή (τυχαία) την αγάπη της φιλίας σαν να επρόκειτο για συναίσθημα ανεξέλεγκτο που μπορεί να εκδηλωθεί με τον οποιονδήποτε. Το δεδομένο ότι αγαπά κανείς με ανιδιοτέλεια κι έχει διάθεση να προσφέρει σ’ αυτόν που αγαπά ασφαλώς έχει να κάνει με την προσωπικότητά του (άλλου) που κρίνεται άξια να αγαπηθεί.
Υπό αυτή την έννοια, η πρόκληση της αγάπης είναι αλληλένδετη με την αρετή, καθώς μόνο αυτή μπορεί να την εμπνεύσει. Οι συμπάθειες που μπορεί να υπάρξουν στην αρχή μιας γνωριμίας και που ενδέχεται να ματαιωθούν, αν η σύσφιξη των σχέσεων αποδείξει ότι ο άλλος είναι κατώτερος των προσδοκιών, δεν έχουν καμία σχέση με το βάθος της αγάπης που σηματοδοτεί την αληθινή φιλία.
Με το δεδομένο αυτό η αριστοτελική εκδοχή που θέτει την αγάπη ως κάτι τυχαίο προφανώς αναφέρεται στην αρχή των σχέσεων, όπου, ως ένα βαθμό, η έλξη προς ένα πρόσωπο μπορεί να οφείλεται και σε λόγους τυχαίους. Μια τέτοια έλξη, όμως, δεν έχει τη σταθερότητα που απαιτεί η φιλία. Γι’ αυτό και γρήγορα μπορεί να εξανεμιστεί.
Το βέβαιο είναι ότι η προτεραιότητα που δίνεται στην εκδήλωση της αγάπης δε σηματοδοτεί και την απαξία της αποδοχής της. Ο φίλος που δυσκολεύεται να δεχτεί την αγάπη του φίλου του καθιστά τη σχέση προβληματική, αφού φαίνεται ακατάδεκτος προτάσσοντας τη συμπεριφορά της ψωροπερηφάνιας. Στην ουσία συμπεριφέρεται εγωιστικά, καθώς στερεί από τον άλλο την ύψιστη χαρά να εκδηλώσει την αγάπη του. Μια τέτοια συμπεριφορά δεν είναι φιλική, αφού ακυρώνει κάθε έννοια ισοτιμίας. Ο φίλος πρέπει να ξέρει να δέχεται με τον ίδιο τρόπο που επιθυμεί να προσφέρει.
Η επιμονή του Αριστοτέλη στην προτεραιότητα που πρέπει να έχει η εκδήλωση της αγάπης από την αποδοχή αφορά τη διερεύνηση των κριτηρίων που θα πιστοποιήσουν την αληθινή φιλία. Με άλλα λόγια, αν κάποιος διερωτάται πότε μια συναναστροφή εξελίσσεται σε φιλία, ο Αριστοτέλης θα του απαντούσε ότι η φιλία ξεκινά από τη στιγμή που διαπιστώνει ότι ενδιαφέρεται περισσότερο να προσφέρει στον άλλο παρά να δεχτεί. (Και βέβαια δεν υπάρχει υποψία ερωτικής έλξης).
Από κει και πέρα, αν οι επιλογές του διαψευστούν και τα πρόσωπα που έχει επιλέξει για φίλους σταθούν κατώτερα των περιστάσεων ή, πολύ περισσότερο, αν αισθάνεται ότι θέλει να προσφέρει σε όλους και αργότερα απογοητευθεί, αυτό είναι μια άλλη υπόθεση που καταδεικνύει ότι δεν είχε σωστά κριτήρια για τη φιλία κάνοντας (προφανώς) κακές επιλογές. Όμως, αν μια τέτοια συμπεριφορά κρίνεται λανθασμένη από τη μεριά της υπερβολής, δεν πρέπει να φτάσει κανείς στο άλλο άκρο της έλλειψης αντιμετωπίζοντας με καχυποψία όλους τους ανθρώπους που τον πλησιάζουν.
Ο Αριστοτέλης επιμένει στη διάθεση της προσφοράς: «το να γνωρίζεις εσύ την αγάπη σου γίνεται για να ενεργήσεις ο ίδιος και να κάνει φίλο σου τον άλλο. Αυτός είναι και λόγος που επαινούμε όσους επιμένουν να δείχνουν αγάπη στους νεκρούς τους: το γνωρίζουν οι ίδιοι, χωρίς να το γνωρίζουν οι νεκροί». (1239b 1-2).
Όμως, η εκδήλωση της αγάπης δεν είναι τίποτε άλλο από τη συναισθηματική συμμετοχή στις χαρές και τις λύπες του αγαπημένου προσώπου. Η διάθεση της προσφοράς σηματοδοτεί ακριβώς τη χαρά που θα εισπραχτεί από τη χαρά του άλλου. Τα δώρα, οι εκπλήξεις, οι προσκλήσεις σε ευχάριστα γεγονότα κλπ. καταδεικνύουν ακριβώς αυτή τη διάθεση, καθώς η χαρά του άλλου είναι και προσωπική.
Με τον ίδιο τρόπο αυτός που αγαπά θα κάνει τα πάντα προκειμένου να δώσει ανακούφιση στο πρόσωπο που αγαπάει (έστω και την ελάχιστη δυνατή) στην περίπτωση της δυστυχίας. Η προσπάθεια να μειωθεί ο πόνος καταδεικνύει την επιθυμία για τη γρήγορη αποκατάσταση της χαράς.
Στο ζήτημα της λύπης ο Αριστοτέλης θα δώσει ιδιαίτερη βαρύτητα, αφού ως φίλο εκλαμβάνει αυτόν «που πονά μαζί με τον πονεμένο φίλο του, και αυτό χωρίς να έχει κάτι άλλο στο μυαλό του όπως πονάνε οι μητέρες με τον πόνο των παιδιών τους, ή όπως τα αρσενικά πουλιά που μοιράζονται τις οδύνες των θηλυκών» (1240a 41-45).
Οι αναφορές στη μάνα που πονά με τον πόνο των παιδιών της και στα αρσενικά πουλιά που συμπονούν τις οδύνες των θηλυκών δεν υπονοούν ότι πρόκειται για σχέσεις ιδανικής φιλίας. Ούτε οι μητρικές ούτε οι ερωτικές σχέσεις αποτελούν φιλίες. Με τις αναλογίες αυτές ο Αριστοτέλης θέλει να καταδείξει τον τρόπο που πρέπει να συλλυπείται κανείς το φίλο του στη δυστυχία.
Και βέβαια αυτό πρέπει να γίνεται με πλήρη ανιδιοτέλεια. Όταν κάποιος προσδοκά να κερδίσει κάτι από μια τέτοια συμπεριφορά δεν είναι φίλος αλλά καιροσκόπος που προσπαθεί να επωφεληθεί από τον πόνο του άλλου.
Για την περίπτωση της χαράς αναφέρεται: «Τα ίδια μπορούμε να πούμε και για τη χαρά. Είναι όντως γνώρισμα του φίλου να χαίρεται με τη χαρά του φίλου του, και αυτό όχι γιατί έχει κάτι άλλο στο μυαλό του, αλλά απλά και μόνο επειδή χαίρεται ο φίλος του» (1240a 48 και 1240b 1-2). Η συμμετοχή στη χαρά (και πάλι χωρίς υστεροβουλίες) είναι το επιστέγασμα της συναισθηματικής συμμετοχής που εκμηδενίζει όλες τις στρεβλώσεις.
Η ζήλια, ο ανταγωνισμός, η εγωιστική αντίληψη της σύγκρισης δεν έχουν θέση ανάμεσα στους φίλους. Κι αυτή ακριβώς η ύψιστη συναισθηματική μοιρασιά είναι η βαθύτερη ουσία της φιλίας, δηλαδή η υπέρτατη ψυχική ολοκλήρωση. Θα έλεγε κανείς ότι βρισκόμαστε στην καρδιά της ευτυχίας που προϋποθέτει την καταπολέμηση όλων των παθών και τη σωστή επιλογή ανθρώπων με τους οποίους θα συμπορευτεί κανείς σύμφωνα με τους κανόνες της αρετής.
Έχοντας γίνει κατανοητά αυτά γίνεται αντιληπτό ότι, εν τέλει, το δίλημμα του κατά πόσο η φιλία βασίζεται στην ομοιότητα ή στην αντίθεση είναι δίχως ιδιαίτερη σημασία. Και οι δύο εκδοχές εμπεριέχουν κάποια αλήθεια κι ως ένα βαθμό σχετίζονται και με την αρετή, αλλά δεν καταδεικνύουν την ουσία του θέματος. Οπωσδήποτε η ομοιότητα έχει προβάδισμα για τη σύναψη φιλίας, αλλά και πάλι πρέπει να διερευνηθεί το είδος της ομοιότητας. Γιατί, αν πρόκειται για ομοιότητα που τείνει στην ευτέλεια, το ζήτημα της φιλίας κρίνεται και πάλι επίφοβο.
Για τον Αριστοτέλη «η ομοιότητα ανάγεται και στην ηδονή και στο αγαθό» (1239b 12-13). Και θα δοθούν διευκρινήσεις: «Η ομοιότητα συνδέεται με τη φιλία, διότι χαρακτηρίζει το αγαθό, ενώ παράλληλα καλύπτει τρόπον τινά και το ηδύ· διότι άνθρωποι όμοιοι χαίρονται και με παρόμοια πράγματα. Και κάθε πράγμα που διατηρεί τη φυσική του ταυτότητα είναι ευχάριστο για τον ίδιο του τον εαυτό. Γι’ αυτό και οι φωνές και οι συνήθειες και η συμβίωση των ζώων τούς είναι ό,τι πιο ηδονικό, φαινόμενο που παρουσιάζεται τόσο μεταξύ ζώων του ίδιου είδους όσο και διαφορετικού. Μπορεί, μάλιστα, και οι άνθρωποι οι κακοί μέσω αυτής της ηδονικής ομοιότητας να γίνονται μεταξύ τους φίλοι» (1239b 20-26).
Το ότι η ομοιότητα μπορεί να συνδέσει ακόμη και τους κακούς καταδεικνύει το εύθραυστο των σχέσεων που συνάπτει, αφού η χαμηλή ποιότητα της φιλίας των κακών σηματοδοτεί και τη συνήθη μικρή διάρκειά τους. Αποτελεί περισσότερο ένδειξη φιλίας (ή έστω στοιχειώδη προϋπόθεση) αλλά όχι κριτήριο. Εξάλλου, ομοιότητες μπορούν να βρεθούν ακόμη και σε πράγματα που εκ φύσεως δεν είναι όμοια, όπως στην περίπτωση των ζώων. Θα έλεγε κανείς ότι ακόμη και στις πιο αντίθετες καταστάσεις (ή ανθρώπους) μπορούν να υπάρξουν ομοιότητες, χωρίς αυτό να σημαίνει απολύτως τίποτε.
Με τον ίδιο τρόπο τοποθετείται και το ζήτημα της αντίθεσης: «Η αντίθεση, πάλι, συνδέεται με τη φιλία στη βάση της χρησιμότητας. Γι’ αυτό και ο αφέντης χρειάζεται το δούλο, και ο δούλος τον αφέντη, και η γυναίκα με τον άνδρα ο ένας τον άλλο. Συγχρόνως, κάτι το αντίθετο είναι ηδύ και επιθυμητό λόγω του ότι είναι χρήσιμο· μπορεί να μην είναι χρήσιμο ως τελικός σκοπός, συμβάλλει όμως σε αυτόν. Και έτσι, όταν ο άνθρωπος βρει αυτό που επιθυμεί και πετύχει τον τελικό σκοπό του, παύει να ορέγεται το αντίθετό του, όπως ακριβώς συμβαίνει με το θερμό και το ψυχρό ή το ξερό με το υγρό» (1239b 28-36).
Η έννοια της χρησιμότητας από θέση αρχής υποβαθμίζει τις σχέσεις όχι μόνο γιατί τις καθιστά αναγκαστικές (η φιλία βασίζεται αποκλειστικά στην ελεύθερη βούληση), αλλά και γιατί εξ’ αρχής ορίζονται από τη διάρκεια της ανάγκης που τις επιβάλλει. Όταν η ανάγκη πάψει να υφίσταται αυτόματα διαλύονται και οι σχέσεις. Η διαπίστωση αυτή καθιστά σαφές ότι πρόκειται για σχέσεις άκρως επιφανειακές που με τίποτε δε μπορούν να συγκριθούν με το βάθος της αληθινής φιλίας.
Ο Αριστοτέλης, όμως, θα προσθέσει: «Ακόμη, η φιλία που βασίζεται στην αντίθεση συνδέεται κατά κάποιο τρόπο και με τη φιλία με το αγαθό. Διότι ο λόγος που τα αντίθετα άκρα ορέγονται το ένα το άλλο είναι ακριβώς το μέσον. Και αυτό, διότι έτσι αλληλοσυμπληρώνονται και προκύπτει από τα δύο αντίθετα ένα μέσον. Επίσης, ο πόθος για κάτι το αντίθετο δεν είναι παρά ένα επιφανειακό συμβάν, ενώ κατ’ ουσίαν είναι πόθος για τη μεσότητα. Όταν κάτι ψυχθεί υπερβολικά και δεχτεί θερμότητα, έρχεται κάπου στο μέσον, αλλά και το αντίστροφο» (1239b 36-44).
Η αναζήτηση του μέσου που θα επιτευχθεί με τη φιλία των αντίθετων άκρων δεν αποκλείεται και στην περίπτωση των ανθρώπινων σχέσεων: «Έτσι, συναντώνται και περιπτώσεις φίλων που χαίρονται με ανθρώπους ανόμοιούς τους: αυστηροί με αστείους, δραστήριοι με ράθυμους. Ο ένας φέρνει τον άλλο στο μέσον. Άρα, όπως το είπαμε, τα αντίθετα έχουν μια συμπτωματική φιλική σχέση, ενώ στην πραγματικότητα στρέφεται το καθένα προς το αγαθό» (1240a 2-6).
Η διαπίστωση ότι και το όμοιο και το αντίθετο μπορούν να λειτουργήσουν ενθαρρυντικά για τη σύναψη μιας φιλίας καθιστά το δίλημμα ανούσιο, αφού και στις δύο περιπτώσεις η φιλία μπορεί να γίνει εφικτή. Το ζήτημα δεν είναι αν φιλία ξεκινά από τη βάση της ομοιότητας ή της αντίθεσης. Το ζήτημα είναι οι προϋποθέσεις που θα υπάρξουν για τη διατήρηση και την ανύψωσή της στα επίπεδα της αληθινής (πρωταρχικής) φιλίας. Κι αυτό είναι θέμα της αρετής.
Αριστοτέλης, Ηθικά Ευδήμια
Κυριακή 10 Οκτωβρίου 2021
Μην τα βάζεις με τον κόσμο. Δεν μπορείς να κερδίσεις
Να θυμάσαι, μην τα βάζεις με τον κόσμο. Δεν μπορείς να κερδίσεις.
Αυτό το θάρρος υπάρχει μέσα σε όλους. Δεν είναι μια ιδιότητα που πρέπει να αποκτηθεί με την εξάσκηση είναι κάτι που είναι μέρος της ζωής σας, της ανάσας σας. Απλά η κοινωνία έχει δημιουργήσει τόσα πολλά εμπόδια στη φυσική σας ανάπτυξη, ώστε έχετε αρχίσει να σκέφτεστε: από πού να αντλήσετε θάρρος; Από πού να αντλήσετε εξυπνάδα; Από πού να αντλήσετε αλήθεια;
Δεν χρειάζεται να πάτε πουθενά. Μέσα σας περιλαμβάνετε έναν σπόρο από όσα θέλετε να είστε. Όταν το συνειδητοποιείτε αυτό και βλέπετε την άλλη πλευρά…
Οι άνθρωποι που ζουν με το πλήθος-ποιο είναι το κέρδος τους; Χάνουν τα πάντα. Και μάλιστα δεν ζουν καθόλου, απλά πεθαίνουν. Από τη γέννησή τους αρχίζουν να πεθαίνουν, και συνεχίζουν να πεθαίνουν μέχρι την τελευταία τους ανάσα. Ολόκληρη η ζωή τους είναι μια μακρά σειρά θανάτων. Απλά κοιτάξτε όλο το πλήθος των ανθρώπων.
Μπορείτε να είστε μαζί τους, αλλά η μοίρα σας θα είναι ίδια.
Τώρα πεθαίνεις. Ήσουν μαζί με τον κόσμο – τι κέρδισες; Ποια είναι η νίκη σου; Δεν μπορώ να σου υποσχεθώ αυτό που ζητάς. Θέλω να καταλάβεις ξεκάθαρα ότι όποιο κι αν είναι το κόστος… Μπορεί να χάσω τον αγώνα, αλλά θα είναι ο δικός μου αγώνας, και θα μείνω απόλυτα ικανοποιημένος επειδή ήμουν υπέρ της αλήθειας. Δεν έχει σημασία αν θα κερδίσω ή αν θα χάσω-αυτό είναι άσχετο, η ήττα ή η νίκη. Αυτό που έχει σημασία είναι να στηρίζεις αυτό που θεωρείς σωστό.
Αυτό το θάρρος υπάρχει μέσα σε όλους. Δεν είναι μια ιδιότητα που πρέπει να αποκτηθεί με την εξάσκηση είναι κάτι που είναι μέρος της ζωής σας, της ανάσας σας. Απλά η κοινωνία έχει δημιουργήσει τόσα πολλά εμπόδια στη φυσική σας ανάπτυξη, ώστε έχετε αρχίσει να σκέφτεστε: από πού να αντλήσετε θάρρος; Από πού να αντλήσετε εξυπνάδα; Από πού να αντλήσετε αλήθεια;
Δεν χρειάζεται να πάτε πουθενά. Μέσα σας περιλαμβάνετε έναν σπόρο από όσα θέλετε να είστε. Όταν το συνειδητοποιείτε αυτό και βλέπετε την άλλη πλευρά…
Οι άνθρωποι που ζουν με το πλήθος-ποιο είναι το κέρδος τους; Χάνουν τα πάντα. Και μάλιστα δεν ζουν καθόλου, απλά πεθαίνουν. Από τη γέννησή τους αρχίζουν να πεθαίνουν, και συνεχίζουν να πεθαίνουν μέχρι την τελευταία τους ανάσα. Ολόκληρη η ζωή τους είναι μια μακρά σειρά θανάτων. Απλά κοιτάξτε όλο το πλήθος των ανθρώπων.
Μπορείτε να είστε μαζί τους, αλλά η μοίρα σας θα είναι ίδια.
Αρχέτυπα: Ιερό Αρσενικό - Ιερό Θηλυκό
Όλη η ζωή έχει δημιουργηθεί από την ένωση δύο βασικών αρχών. Της αρσενικής και της θηλυκής. Της συνειδητότητας και της ενέργειας. Αυτές οι δύο αρχές συνυπάρχουν μέσα στο ευρύτερο πεδίο της Κοσμικής Αγάπης, η οποία είναι η δομή ολόκληρου του σύμπαντος.
Όταν χρησιμοποιούμε τους όρους αρσενική και θηλυκή αρχή δεν αναφερόμαστε στους άντρες και τις γυναίκες αλλά στις διαφορετικές ποιότητες. Αυτές οι δύο ποιότητες χρειάζεται να βρίσκονται σε ισορροπία μέσα στον καθένα από εμάς αν θέλουμε να φτάσουμε στην ύψιστη προοπτική ατομικά και συλλογικά, για την εξέλιξη όλης της ανθρωπότητας.
Ένα παράδειγμα της εκδήλωσης στο φυσικό επίπεδο της αρσενικής και θηλυκής ενέργειας ,είναι η τρέχουσα περιβαλλοντική κρίση όπου είναι το αποτέλεσμα μιας βαθιάς ανισορροπίας των δύο αυτών αρχών. Μιας ριζικής καταπίεσης της θηλυκής ενέργειας και μιας κυρίαρχης έκφρασης της αρσενικής συνειδητότητας.
Έχουμε αποσυνδεθεί από την θηλυκή αρχή (άντρες και γυναίκες εξίσου). Τώρα καλούμαστε να επανασυνδεθούμε, να εξισορροπήσουμε και να εναρμονίσουμε αυτές τις δύο αρχές μέσα μας και κατ’ επέκταση γύρω μας.
Τιμώντας το Κοσμικό Θηλυκό και το Κοσμικό Αρσενικό μέσα μας θέτουμε τη βάση για εξισορρόπηση. Το να δημιουργήσουμε ένα κόσμο βασισμένο στην αρμονία, την ισότητα και την αναγνώριση των δώρων του Θηλυκού και του Αρσενικού είναι ένα σημαντικό βήμα στο να δημιουργήσουμε ειρήνη.
Καθώς τιμούμε και αναγνωρίζουμε το αρσενικό και το θηλυκό, δημιουργούμε χώρο για ενότητα και αρμονία στον εσωτερικό και εξωτερικό μας κόσμο. Και οι δύο ενέργειες είναι ουσιώδεις και έχουν ισότιμο ρόλο στη δημιουργία του Ενός, της πληρότητας στη ζωή και το Κοσμικό. Ο πλήρης εναγκαλισμός των δώρων και των δύο ενεργειών και το να τους επιτρέψουμε να ενωθούν εντός μας και εκτός μας συντελούν σε ένα κόσμο ειρήνης, ωριμότητας και εξέλιξης.
Κάθε γυναίκα είναι μία μοναδική έκφραση του Κοσμικού-ιερού Θηλυκού.
Για να υπάρξει ισορροπία χρειάζεται να έρθουμε σε επαφή με όλες τις ποιότητες που αντιστοιχούν στην θηλυκή πλευρά μέσα μας. Με κάποιες μπορεί ήδη να έχουμε ισορροπημένη και υγιής σχέση, με κάποιες άλλες όχι.
Δεν είναι απαραίτητο να συμμορφωνόμαστε σε κάποιο από τα αρχέτυπα που αποτελούν το Κοσμικό θηλυκό, χρειάζεται μόνο να έρθουμε σε επαφή, να αγκαλιάσουμε και να επιτρέψουμε σε όλες τις θηλυκές μας ποιότητες να εκφραστούν μέσα από εμάς, με τον δικό μας προσωπικό και μοναδικό τρόπο.
Αφού το έχουμε κάνει αυτό ως γυναίκες, μπορούμε αντίστοιχα να συνδεθούμε και με τις αρσενικές μας ποιότητες και να τις εναρμονίσουμε με τις θηλυκές, έτσι ώστε η φροντίδα, η αγάπη και η συμπόνια (κ.λ.π.) να είναι ίσες με την δύναμη και την δράση (κ.λ.π.)
Αντίστοιχα, κάθε άντρας είναι μια μοναδική έκφραση του Κοσμικό Αρσενικού. Λόγω της ανισορροπίας που υπάρχει εδώ και χιλιάδες χρόνια, η αρσενική ενέργεια έχει παρερμηνευτεί και καταχραστεί.
Το Κοσμικό Αρσενικό λοιπόν χρειάζεται να επαναπροσδιορίσει τις αρσενικές ποιότητες, να αποκτήσει μια υγιής και ισορροπημένη σχέση με αυτές και κατόπιν να έρθει σε επαφή με τις θηλυκές ποιότητες μέσα του, επιτρέποντας στα συναισθήματα, στην αγάπη, στην συμπόνια να υπάρχει και να εκφράζεται ισότιμα με το θάρρος και την δύναμη και να συνδυάσει για παράδειγμα την δράση με την συμπόνια ώστε να παράγει εποικοδομητική δράση.
Ερχόμενοι αρχικά σε επαφή με την κυρίαρχη φύση μας –Οι γυναίκες με τις θηλυκές ποιότητες και οι άντρες με τις αρσενικές- το επόμενο βήμα είναι η εναρμόνιση και η εξισορρόπηση και των δύο μέσα μας.
Έτσι ενσαρκώνουμε το ενδυναμωμένο θεϊκό θηλυκό και το θεϊκό αρσενικό αντίστοιχα.
Οι κυρίαρχοι φόβοι που εμποδίζουν την γυναίκα να αγκαλιάσει τις θηλυκές αρχές, είναι ο φόβος της καταπίεσης, της κυριαρχίας, ο φόβος του να μην ακούγεται και να μην εκτιμάται.
Ο κυρίαρχος φόβος του αρσενικού, ώστε να αγκαλιάσει τις θηλυκές αρχές, είναι ο φόβος του να χάσει την κυριαρχία του.
Η αναγνώριση, η αποδοχή, η αγάπη, ο σεβασμός και η εκτίμηση αρσενικού και θηλυκού και η συνειδητή δράση είναι η βάση για αρμονία, πληρότητα και ενότητα. Οι δύο αυτές αρχές δεν είναι αντίθετες, είναι συμπληρωματικές και αλληλένδετες.
Οι ποιότητες που αντιπροσωπεύουν την θηλυκή αρχή είναι:
Αποκατάσταση, ζωή, ανανέωση, δημιουργία, γέννηση, θεραπεία, δεκτικότητα, ειλικρίνεια, μητρότητα, ανατροφή, αγάπη, κατανόηση, συμπόνια, διορατικότητα, φροντίδα, διαίσθηση, σοφία, συγχώρεση, σύνδεση, αρμονία, αισθησιασμός, το φεγγάρι.
Οι ποιότητες που αντιπροσωπεύουν την αρσενική αρχή είναι:
Δράση, κατεύθυνση, κίνηση, υπευθυνότητα, εστίαση, πατρότητα, γενναιοδωρία, ενθάρρυνση, διαύγεια, υλική αφθονία, μετασχηματισμός, διάνοια, ανάπτυξη, ο ήλιος.
Ιερό, Θεϊκό Θηλυκό-Αρχέτυπα
Η Θεά- Η Βασίλισσα- Η Ιέρεια- Η Πολεμίστρια- Η Ερωμένη- Η Σοφή Γυναίκα
Η Θεά (Θεότητα):
Η Θεά είναι το αρχέτυπο που παρέχει υπερβατική εμπειρία, επανασύνδεση με την πηγή και την φροντίδα της θεϊκής ουσίας. Είναι ένα μυστήριο, μια βαθιά εξερεύνηση, του Κενού, μέσα από το οποίο όλα προέρχονται, μια βαθιά εξερεύνηση στην άγνωστη άβυσσο που είναι η Αγάπη.
Η Θεά είναι η σπίθα της ζωής, η δυναμική, εμπνευστική, ρευστή ενέργεια της δημιουργίας και της εξέλιξης. Είναι η αρχέγονη, πρωταρχική, προγονική δημιουργός αιτία. Η σοφία της είναι ανεξιχνίαστη και συνεχώς εξελισσόμενη. Αντιπροσωπεύοντας συνεχώς το μυστήριο του αγνώστου και αμάθητου, πυροδοτεί τον Έρωτα, την επιθυμία και τη ζωτική δύναμη αναζητώντας νέες εμπειρίες, νέους συνδέσμους, νέες πιθανότητες μέσα από τελματωμένες παλαιές τεχνολογίες και διαδικασίες.
Η Θεά μας συνδέει σε μια συνεχή, αυξανόμενη ροή πιθανοτήτων και νεοτερισμών.
Μας εμπνέει σε επίπεδο ψυχής να εξελιχθούμε σε νέα υφή έκφρασης και σύνδεσης με τη ζωή σε όλο της το εύρος και την πληρότητα. Η Θεά εκπέμπει διαπροσωπική, αρμονική αγάπη για όλους και όλα τα όντα.
Το αρχέτυπο της Θεάς είναι το πεδίο της πνευματικότητας, του μυστικισμού, της εμπειρίας και της διαίσθησης.
Μια γυναίκα πλήρως ενωμένη με το αρχέτυπο της Θεάς εκπέμπει δυναμική ενέργεια, ροή, με συνεχώς εξελισσόμενη απεριόριστη διαίσθηση, σοφία και δημιουργικότητα.
Η παρουσία της εμπνέει και προκαλεί σε κάποιον την αίσθηση της ανανέωσης, παρακινεί και αναζωογονεί. Είναι πνευματικά ισορροπημένη και εκπέμπει αγάπη σε όλη την ζωή γύρω της, χωρίς προκαταλήψεις και διαχωρισμό. Ενώ είναι η πηγή των ιδεών και των λύσεων αναζητά την συνεργασία και την ομοφωνία σε όλες τις εκδηλώσεις και εκφράσεις.
Η Βασίλισσα (Μητέρα):
Ίσως το δυνατότερο αρχέτυπο και συγχρόνως το πιο καταπιεσμένο με προσδοκίες και καθήκοντα, είναι αυτό της Βασίλισσας (Μητέρας). Είναι αυτή που είναι η αυθεντία και η τροφοδότης της ζωής και η πρωταρχική τροφός των τέκνων.
Να γεννάς είναι το πιο εμβριθές επίτευγμα που μπορεί κάποιος να βιώσει. Η ζωή να δίνει ζωή! Να φροντίζει και να οδηγεί αυτή τη ζωή σε αυτό-συντήρηση και πληρότητα είναι ο ανιδιοτελής σκοπός της μητέρας. Η πιο σπουδαία σχέση που κάποιος μπορεί να έχει είναι με τη μητέρα που τον γέννησε. Κανένας άλλος δεσμός δε διαθέτει την εμπειρία τέτοιας σύνδεσης, αφοσίωσης και συμπλέγματος.
Είναι η Βασίλισσα που φέρνει τάξη και ευλογία, καλοσύνη, γονιμότητα, ισορροπία, συμπόνια, δικαιοσύνη και ανιδιοτελή αγάπη.
Ενώ το αρχέτυπο της Θεάς είναι η Δημιουργός, εμπνέοντας το όραμα και τη φαντασία, η Βασίλισσα φέρνει σε δημιουργία, σε ύπαρξη. Γεννά ζωή και φροντίζει ενεργά για την ανάπτυξη και την ευημερία αυτής.
Το πεδίο ορισμού του αρχέτυπου της Βασίλισσας (Μητέρας) είναι η υλική εκδήλωση, η οικογένεια, το ‘’βασίλειο’’ (η σφαίρα επιρροής της ζωής), ο υλικός πλούτος και η αφθονία.
Μια γυναίκα που εκφράζει πλήρως το αρχέτυπο της Βασίλισσας ((Μητέρας) ενδιαφέρεται για την ευεξία, την ευημερία και την ευτυχία της οικίας της και όλων όσων είναι υπό την κυριαρχία της με καλοκάγαθη αγάπη και φροντίδα.
Η Ιέρεια:
Το αρχέτυπο της Ιέρειας είναι πιθανότατα το λιγότερο γνωστό και κατανοητό, ειδικά στη σημερινή πατριαρχική μας κουλτούρα όπου κυριαρχεί και καθυποτάσσει την γυναικεία πνευματικότητα.
Το πεδίο ορισμού του αρχέτυπου της Ιέρειας είναι η διαισθητική επίγνωση και διορατικότητα της μυστικής και απόκρυφης γνώσης του αγνώστου, στην σφαίρα του πνεύματος.
Η Ιέρεια έχει μία μαγική σύνδεση με το Μεγάλο Μυστήριο, το Δημιουργικό κενό, την Μητέρα όλης της Δημιουργίας, την ενέργεια της Πηγής. Είναι ο σύνδεσμος και η συντονίστρια ανάμεσα στο υλικό και το πνευματικό. Είναι ένα διάμεσο ισχυρών πνευματικών, ψυχολογικών και συναισθηματικών ενεργειών που αποτελούν αυτό που είμαστε.
Η Ιέρεια επικαλείται και κατευθύνει ενέργειες ανάμεσα στην συνειδητή και υποσυνείδητη επίγνωση επηρεάζοντας την υλική και πνευματική αίσθηση της ευεξίας και της ευημερίας.
Μία γυναίκα σε πλήρη σύνδεση με το αρχέτυπο της Ιέρειας είναι μάστερ της υλικής και της πνευματικής της πραγματικότητας με εμπιστοσύνη στην γνώση του πώς να επικαλείται από τις πνευματικές αποθήκες ό,τι χρειάζεται για να μετασχηματίσει και να μεταμορφώσει όποιες ενέργειες θα μπορούσαν να κλονίσουν και να ανατρέψουν άλλες γυναίκες που δε βρίσκονται σε πληρότητα με το αρχέτυπο της Ιέρειας.
Είναι προσεκτική και στοχαστική και έχει βάθος στην παρουσία της και την διάνοιά της. Ξέρει πώς να αποκολλάται από εσωτερικές και εξωτερικές καταιγίδες και πώς να συνδέει βαθιές εσωτερικές αλήθειες με τη γήινη εμπειρία της ζωής. Βλέπει μία ανώτερη προοπτική και συντονίζεται με αυτή την αντήχηση. Δεν επηρεάζεται εύκολα από φθίνουσες παρορμήσεις και φέρνει δύναμη και αυτοπεποίθηση σε δύσκολες καταστάσεις που απαιτούν αλλαγή και μετάλλαξη, με χάρη και διορατικότητα
Η Πολεμίστρια:
Το αρχέτυπο της Πολεμίστριας είναι το λιγότερο αντιπροσωπευτικό και κατανοητό αρχέτυπο για τις γυναίκες. Διαστρεβλωμένο και παρεξηγημένο από την κυρίαρχη πατριαρχική κουλτούρα. Κάθε έκφραση της πολεμίστριας αντιμετωπίζεται με κατάκριση και επίκριση.
Οι ποιότητες της πολεμίστριας είναι η αποφασιστικότητα και η διαύγεια της σκέψης, η ανιδιοτελής υπηρεσία, η αυθεντική ταπεινότητα, η δύναμη και η εμπειρική γνώση, το κουράγιο να κάνει αυτό που είναι ‘’σωστό’’ ακόμα κι όταν αυτό είναι μια προσωπική πρόκληση, διατηρώντας και υποστηρίζοντας καθιερωμένα συστήματα και άκαμπτες φόρμες, πίστη στο ανώτερο καλό πέρα από το προσωπικό όφελος.
Είναι ανιδιοτελής και διατηρεί μια ζεστή, συμπονετική, επαινετική και γενναιόδωρη σύνδεση σε όποιον υπηρετεί. Πολεμά τον ‘’καλό αγώνα’’ προς όφελος του μεγαλύτερου καλού, κάνοντας την ζωή πιο πλήρη για όλους.
Η γειωμένη αυτοπεποίθηση, η ήρεμη συμπεριφορά, η δύναμη του αναστήματος της γυναίκας που ενσαρκώνει πλήρως το αρχέτυπο της πολεμίστριας είναι προφανής και αδιαμφισβήτητη.
Συμβάλλει χωρίς χειρισμούς και υπερβολές και χωρίς να απαιτεί την προσοχή. Ανταποκρίνεται πρόθυμα σε παρακλήσεις προς υπηρεσία, δείχνοντας σεβασμό προς όλους, ειδικά στους γηραιότερους, όπως και σε όλους τους άντρες, τις γυναίκες, τα παιδιά, τα ζώα και την γη.
Γνωρίζει τον εαυτό της και βρίσκει τη θέση της στις ομάδες, παίρνοντας ικανοποίηση μέσω της συμμετοχής χωρίς φιλοδοξία και ανταγωνισμό.
Η γυναίκα σε πλήρη σύνδεση με το αρχέτυπο της πολεμίστριας σε κάνει να νιώθεις ασφαλής, χωρίς να νιώθεις καταπίεση από την υποστήριξή της. Είναι αποφασιστική, εύκολα αποκρινόμενη από την καρδιά χωρίς το Εγώ της προσωπικότητας.
Η Ερωμένη:
Το αρχέτυπο της ερωμένης είναι ίσως το περισσότερο δυαδικό και διαστρεβλωμένο αρχέτυπο της μοντέρνας κοινωνίας. Υπάρχει η αντιπαράθεση του δυαδικού προτύπου της Παναγίας/Πόρνης που συσχετίζεται με την θηλυκή έκφραση του Έρωτα. Είναι είτε εξιδανικευμένη και πέρα από το εφικτό για τους άντρες προς λατρευτική άγνοια είτε υποτιμημένη και εκμεταλλευόμενη προς αχαλίνωτη λαγνεία. Και όμως, η πληρότητα του αρχέτυπου της Θεϊκής Ερωμένης μπορεί να περικλείει και να υπερνικά και τις δύο αυτές ανώριμες διακρίσεις.
Το αρχέτυπο της Ερωμένης έχει διαστρεβλωθεί σε μια εγωιστική και βαριά έκφραση με έλλειψη εύρους και πνεύματος. Ωστόσο η ερωμένη είναι η συνάντηση και ο συνδυασμός του σεξ και του πνεύματος, του έρωτα, της συμπαντικής ορμής για δέσιμο και ένωση.
Το αρχέτυπο της Ερωμένης σε πλήρη έκφραση είναι η αρχέγονη ενέργεια του πάθους, της σύμπλεξης με τη ζωή και της εκστατικής ύπαρξης, μία ζωντανή και ζωηρή άποψη του κόσμου.
Το πεδίο ορισμού του αρχέτυπου της Ερωμένης είναι οι πρωταρχικές ορμές της ύπαρξης: σεξ, φαί, ευημερία, παραγωγή και εκδηλώνεται με δημιουργική προσαρμογή και μυητική εμπειρία.
Η Θεϊκή Ερωμένη είναι η επιτομή του αισθησιασμού. Διαχέει αισθησιασμό στην διάθεση της, στην εμφάνιση της, στο περπάτημα της, στο παράστημα της. Ενδιαφέρεται ιδιαίτερα για όλες τις μορφές αισθησιακής επαφής, βιώνοντας τον κόσμο σε όλο του το μεγαλείο. Είναι το αρχέτυπο του υγειές ερωτικού παιχνιδιού χωρίς ντροπή.
Μία γυναίκα σε πλήρη σύνδεση με το αρχέτυπο της Ερωμένης είναι αισθησιακή, είναι ανοικτή και σε προσκαλεί να αγγίξεις το μυαλό, το σώμα και την ψυχή της. Απολαμβάνει την σύνδεση με τους άλλους, ειδικά με το σημείο αυτό που είναι πέρα από την ικανοποίηση των αναγκών του Εγώ. Εκτιμά την ομορφιά σε όλες τις μορφές, βλέποντας και νιώθοντας την ομορφιά μέσα της, αναγνωρίζοντας ότι κατέχει αυτή την ομορφιά και ότι είναι συνδεδεμένη με αυτήν.
Είναι στο σώμα της, ζωογονώντας το με ζωτική ενέργεια μέσω του χορού, της γιόγκα ή της κίνησης φέρνει έρωτα, αισθησιασμό και την χαρά της ζωής σε οποιαδήποτε εκδήλωση ή συζήτηση.
Η Σοφή Γυναίκα:
Η Σοφή Γυναίκα φέρει Σαμανικά Οράματα. Δεν έχει απλώς πρόσβαση στον πνευματικό κόσμο, αλλά φέρνει με πρακτικούς τρόπους την πνευματική ‘’τεχνολογία’’ στην οικία της και στον περίγυρό της. Διεισδύει στην απέραντη διαισθητική σοφία της και θαυματουργά παράγει λύσεις και εφαρμογές που προωθούν την πρόοδο και την επίλυση των αντιπαραθέσεων, των προκλήσεων και των ανόμοιων καταστάσεων.
Η Σοφή Γυναίκα έχει υπάρξει ένα ουσιώδες αρχέτυπο για την επιβίωση της κοινότητας, της οικογένειας και του ανθρώπινου είδους. Η Σοφή Γυναίκα φέρνει μια υποστηρικτική όψη ‘’σωστής δράσης’’ του ντάρμα.
Είναι η έκφραση του Εγώ σε υπηρεσία και σε σωστή συνεργασία με την δύναμη του Ανώτερου Εαυτού.
Η Σοφή Γυναίκα παρατηρεί, ανιχνεύει, καταγράφει πληροφορίες από όλες τις πηγές (εσωτερικές και εξωτερικές) και μεταφέρει σοφία που οδηγεί σε ‘’σωστή δράση’’.
Η γυναίκα που βρίσκεται σε πλήρη σύνδεση με την αρχέτυπη έκφραση της Σοφής Γυναίκας, αθόρυβα και επιδέξια ενορχηστρώνει και μεταδίδει σοφές συμβουλές και διαισθητική κατεύθυνση που μετασχηματίζει τον δέκτη προς νέες πιθανότητες και μονοπάτια που αντανακλούν ‘’σωστή δράση’’ για το μονοπάτι της ζωής τους. Διακριτικά υποστηρίζει την σοφία των άλλων μη ψάχνοντας επευφημίες ή προσοχή για την προσφορά της. Είναι στοχαστική και ξεκουράζεται στη σύνδεση της με το πνεύμα και στη γειωμένη σύνδεσή της με τη γη, με το πνεύμα της Γης, τη πηγή της διαίσθησης και της σοφίας της.
Η σπουδαιότητα της συμβολής της Σοφής Γυναίκας έρχεται στο προσκήνιο σε περίοδο κρίσεων και έντονης ανάγκης, δια μέσω του μοναδικά διαμορφωμένου αγωγού μέσω του οποίου η Σοφή Γυναίκα ενσαρκώνει την σοφία και την ‘’σωστή δράση’’. Με την συμβολή της Σοφής Γυναίκας νιώθουμε αυτοπεποίθηση και σιγουριά ότι το μονοπάτι μας είναι το ‘’σωστό’’ για εμάς και αντιδρούμε στη ζωή με μία ηρεμία που μεταμορφώνει τις κρίσεις και τις αλλαγές, με σοφία και χάρη.
Ιερό – Θεϊκό Αρσενικό/Αρχέτυπα
Ο Θεός – Ο Βασιλιάς- Ο Ιερέας- Ο Πολεμιστής- Ο Εραστής- Ο Σοφός Άντρας
Ο Θεός (Θεότητα):
Το αρχέτυπο του Θεού είναι η υπερβατική – ενωμένη με όλα όσα υπάρχουν- όψη του εαυτού. Είναι το κομμάτι μας που συνηχεί με την διαπροσωπική, αρμονική αγάπη για όλους και όλα τα όντα. Το αρχέτυπο του Θεού είναι ο ορισμός της πνευματικότητας, της μυστικιστικής εμπειρίας και της διαίσθησης.
Ο άντρας που εκφράζει το αρχέτυπο του Θεού σε πληρότητα, είναι ενωμένος με όλα όσα είναι και έχει την αυτοπεποίθηση του ‘’γνωρίζω’’ που απορρέει από αυτή τη σύνδεση. Έχει πνευματική ισορροπία και προσανατολισμό και εκπέμπει άνευ όρων αγάπη προς όλους με την παρουσία του.
Η δύναμη του βρίσκεται στην παρουσία του. Η πνευματική κεντραρισμένη επίγνωσή του, εστιάζει ολοκληρωτικά στην παρούσα στιγμή. Ενσωματώνει την αγάπη η οποία εκφράζεται με συμπόνια σε όποιον βρίσκεται στην σφαίρα επιρροής του.
Όταν βρίσκεται κανείς υπό την παρουσία του, έχει εμπνευσμένες ιδέες και συνδέσεις που δημιουργούν νέες εμπειρίες. Υποστηρίζει, συμβάλλει και προάγει το θεϊκό δικαίωμα της ευτυχίας, ισότιμα, για όλες τις φυλές, τα φύλα και τις σεξουαλικές εκφράσεις. Καθοδηγεί εμπνέοντας δημιουργικότητα, ομορφιά και αναζήτηση της Αλήθειας, εκπληρώνοντας τα ανώτερα ιδανικά και αρχές μέσα από το παράδειγμά του και όχι μόνο την έμπνευση.
Έχει πνευματική καθοδήγηση, υποστηρίζοντας και προωθώντας την δημιουργία, την υπεροχή και την επίλυση σε όλες τις μορφές. Σπέρνει σκεπτομορφές και ιδέες, χωρίς την αίσθηση ιδιοκτησίας, για το ανώτερο καλό. Ο άντρας που ‘’στέκεται’’ πλήρως στο αρχέτυπο του Θεού, αγαπά με ανιδιοτέλεια, είναι περιεκτικός ανοιχτός, κεντραρισμένος στην καρδιά, φιλόξενος, εστιασμένος στο πνεύμα, υποστηρικτικός και προσφέρει έμπνευση.
Ο Βασιλιάς (Πατέρας):
Το αρχέτυπο του Βασιλιά (Πατέρα), ενεργά παίζει τον κεντρικό ρόλο της τάξης και της ευλογίας, της καλοσύνης και της ευφορίας, της δύναμης και της ισορροπίας. Ενώ το αρχέτυπο του Θεού σπέρνει δια μέσω της σκέψης και των ιδεών, ο βασιλιάς τις γεννά και ενεργά φροντίζει για την ωρίμανση και την περαιτέρω εκδήλωση τους σε ύπαρξη, εποπτεύοντας.
Το αρχέτυπο του Βασιλιά κυβερνά τον τομέα της υλικής εκδήλωσης, της οικογένειας, του ‘’βασιλείου’’, την σφαίρα επιρροής μας, συμπεριλαμβανομένων των σχέσεων μας με άτομα και φυσικές τοποθεσίες όπως π.χ. το σπίτι, την γειτονιά, την κοινότητα κ.λπ. καθώς και τον υλικό πλούτο και την αφθονία.
Το αρχέτυπο του Βασιλιά διαθέτει την έξοχη, αγνή ποιότητα της ‘’ανυποχώρητης δύναμης του χαρακτήρα’’ και όλοι βασίζονται σε αυτόν ότι δεν υποχωρεί σε μη ευγενή, ιδιοτελή συμφέροντα και εξαναγκασμούς.
Έτσι ο βασιλιάς εμπνέει και ενώνει το βασίλειο, να ακολουθεί την ηγεσία του. Συνδυάζει αυτή τη δύναμη με νοημοσύνη, ‘’σωστή δράση’’ και σοφία.
To να είσαι με έναν άντρα που βρίσκεται σε πλήρη σύνδεση και επαφή με το αρχέτυπο του Βασιλιά (Πατέρα ) σε κάνει να νοιώθεις ότι είναι υποστηρικτικός και ότι φροντίζει την ευημερία και την ειρηνική συμμετοχή και την ευτυχία όλων όσων εμπλέκονται μαζί του. Είναι μια σταθεροποιητική και καθησυχαστική επιρροή σε όλες τις καταστάσεις. Από την ισορροπία του και την δραστικότητα του (δύναμη- αποτελεσματικότητα) οι άλλοι ενθαρρύνονται και επηρεάζονται ώστε να μιμηθούν το παράδειγμά του. Η συμπεριφορά του είναι ώριμη και ακολουθείτε από σοφία και όχι εφηβικές παρορμήσεις.
Το αρχέτυπο του Βασιλιά είναι πολύπλοκο με πολλαπλές πτυχές που περιλαμβάνουν αυτή τη μοναδική έκφραση του Θεϊκού. Η σοφία του, φέρει μια διαπροσωπική ανιδιοτέλεια, όπως ένας ευγενικός πατέρας. Είναι ένας αντιπρόσωπος του Θεϊκού με ευλάβεια για όλη την ζωή. Είναι φιλάνθρωπος, δίκαιος, ήρεμος, νοιάζεται, είναι παρών – και συγχρόνως παθιασμένος-, σε πληρότητα και εγκάρδια υποστηρικτικός. Είναι καθησυχαστικός στην βεβαιότητα ότι όλα είναι όπως ακριβώς έπρεπε να είναι, όλα αλλάζουν και δεν υπάρχει έλλειψη ή τίποτα που να φοβάται.
Ο Ιερέας:
Το αρχέτυπο του Ιερέα είναι πιθανότατα το λιγότερο γνωστό και κατανοητό και το λιγότερο υποστηριγμένο στην κουλτούρα μας.
Το πεδίο ορισμού του Ιερέα είναι αυτό της πνευματικής επίγνωσης και διορατικότητας, συνδέοντας και αποκαλύπτοντας την υπερφυσική (απόκρυφη) γνώση του αγνώστου, με την φώτιση του Εαυτού και της ανιδιοτέλειας για τους πολλούς. Ο Ιερέας είναι ο αισθητήρας, ο σύνδεσμος και ο διευκολύνων ανάμεσα στον υλικό και πνευματικό κόσμο, τη συνειδητή προσωπικότητα και το Θεϊκό πεδίο του Πνεύματος.
Είναι το διάμεσο ισχυρών ενεργειών που συντελούν την εσωτερική συνάθροιση των αρχέτυπων και των στοιχείων της προσωπικότητας, εργαζόμενα στενά με τα αρχέτυπα του Βασιλιά και του Σοφού, δημιουργώντας και εκδηλώνοντας το πνεύμα σε μορφή.
Ο Ιερέας επικαλείται και κατευθύνει ενέργειες ανάμεσα στην συνειδητή και υποσυνείδητη επίγνωση, επηρεάζοντας την αίσθηση της ευημερίας και της επάρκειας στην ζωή μας. Ο Ιερέας φροντίζει την πνευματική σχέση ανάμεσα στην εγωική προσωπικότητα και το πνεύμα.
Βρισκόμενοι στην παρουσία ενός άντρα σε πλήρη σύνδεση με το αρχέτυπο του Ιερέα, νιώθουμε ότι είναι ένας άντρας που είναι κύριος της πνευματικής και της υλικής του πραγματικότητας και γνωρίζει πώς να φέρει από τις πνευματικές αποθήκες ότι χρειάζεται ώστε να μετασχηματίσει όποιες ενέργειες θα μπορούσαν να κλονίσουν και να ανατρέψουν άλλους άντρες που δεν βρίσκονται σε πληρότητα.
Είναι προσεκτικός και στοχαστικός και η παρουσία του έχει βάθος και διάνοια. Γνωρίζει πώς να διατηρεί ανώτερη προοπτική και μη προσκόλληση (ή να μένει ουδέτερος) σε εσωτερικές και εξωτερικές καταιγίδες και πώς να συνδέει βαθιές εσωτερικές αλήθειες και πηγές με την εμπειρία της ζωής. Δεν επηρεάζεται εύκολα από απατηλές επιρροές αλλά με χάρη και διορατικότητα φέρνει δύναμη και αυτοπεποίθηση στις δύσκολες καταστάσεις που απαιτούν επίλυση ή αλλαγή.
Ο Πολεμιστής:
Το αρχέτυπο του Πολεμιστή είναι αυτό που εκπροσωπείται περισσότερο από όλα τα άλλα στην κουλτούρα μας. Όντας εξυψωμένο και σεβαστό από την πατριαρχική κοινωνία σαν τον πειθαρχημένο ηγέτη και προστάτη. Ενώ αυτές είναι δύο από τις ποιότητες του πολεμιστή, είναι όλα αυτά που συντελούν στην ολότητά του που δομούν αυτό το αρχέτυπο στην πλήρη θεϊκή του έκφραση.
Οι ποιότητες του Πολεμιστή περιλαμβάνουν : αποφασιστικότητα και διαύγεια σκέψης, ανιδιοτελή υπηρεσία, γνήσια ταπεινότητα, δύναμη εμπειρικής γνώσης, κουράγιο να πράττει ότι υπηρετεί το ανώτερο καλό ακόμα κι όταν αυτό αποτελεί προσωπική πρόκληση. Υπηρετεί την διατήρηση και υποστηρίζει δομημένα συστήματα και φόρμες συνειδητά χωρίς τυφλή ακαμψία, με υποδειγματική αφοσίωση στο κοινό καλό πέρα από το προσωπικό όφελος. Δεν έχει προσκόλληση (ή είναι ουδέτερος ως προς το αποτέλεσμα) κατά τη διάρκεια μιας πρόκλησης και παρ’όλα αυτά συνδεδεμένος με τα αισθήματά του. Είναι ζεστός και συμπονετικός, εκτιμά και είναι γενναιόδωρος σε κάθε ευκαιρία. Πολεμά τον ‘’καλό πόλεμο’’ προς όφελος του κοινού καλού και κάνει την ζωή πιο πλήρης για όλους.
Υπό την παρουσία του Πολεμιστή, η δύναμη του χαρακτήρα του είναι προφανής και αδιαμφισβήτητη. Συμβάλλει χωρίς υπερβολές και χειρισμούς ή απαίτηση για προσοχή. Ανταποκρίνεται πρόθυμα σε παρακλήσεις υπηρεσίας, δείχνοντας σεβασμό προς όλους, ειδικά στους γηραιότερους, όπως και σε όλους τους άντρες, τις γυναίκες, τα παιδιά, τα ζώα και την γη.
Γνωρίζει τον εαυτό του και βρίσκει την θέση του στις ομάδες, βρίσκοντας ικανοποίηση μέσω της συμμετοχής, χωρίς φιλοδοξία και ανταγωνισμό.
Ο άντρας σε πλήρη σύνδεση με το αρχέτυπο του πολεμιστή σε κάνει να νοιώθεις ασφαλής, χωρίς να νοιώθεις καταπίεση από το ανάστημά του ή την προστασία του.
Ο Εραστής:
Το αρχέτυπο του Εραστή είναι ίσως η πιο παρεξηγημένη και παρ’ όλα αυτά οικεία αρχέγονη ενέργεια. Το αρχέτυπο του Εραστή έχει διαστρεβλωθεί σε μια εγωιστική και βαριά έκφραση με έλλειψη εύρους και πνεύματος. Εν τούτοις ο Εραστής είναι η συνάντηση και ο συνδυασμός του σεξ και του πνεύματος, του έρωτα, της συμπαντικής ορμής για σύνδεση και ένωση. Περιλαμβάνει την αλχημεία που εμποτίζει το πνεύμα στην σαρκική επιθυμία, προτρέποντας σε δέσμευση και ερωτική έκφραση. Παρ’ όλο που συνήθως εκφράζεται μέσω της ρομαντικής αγάπης και της σεξουαλικής φόρμας, το αρχέτυπο του Εραστή συμπεριλαμβάνει μια πολύ περισσότερο ευρεία έκφραση του Θείου.
Το αρχέτυπο του Εραστή στη πλήρη έκφρασή του είναι η αρχέγονη ενέργεια του πάθους, η εξεζητημένη δέσμευση με την ζωή και την εκστατική ύπαρξη. Μια ζωντανή και ζωηρή άποψη του κόσμου.
Το πεδίο ορισμού του Θεϊκού Εραστή είναι οι αρχέγονες ορμές της ύπαρξης: το σεξ, το φαί, η ευεξία, η προδημιουργία και εκδηλώνεται με δημιουργική προσαρμογή και μυητική εμπειρία.
Ο Εραστής είναι η επιτομή του αισθησιασμού. Ενδιαφέρεται στενά για όλες τις μορφές αισθησιασμού, βλέποντας τον κόσμο σε όλο του το μεγαλείο. Είναι το αρχέτυπο του παιχνιδιού και η υγιής ενσάρκωση χωρίς ντροπή. Το αρχέτυπο του Εραστή έχει μια μυστικιστική ποιότητα που αναζητά να βιώσει την ομορφιά και την ενότητα στην καθημερινή ζωή.
O άντρας που βιώνει πλήρως το αρχέτυπο του εραστή είναι αισθησιακός, είναι ανοιχτός και σε προσκαλεί να αγγίξεις το μυαλό, το σώμα και την ψυχή του. Είναι συνδεδεμένος και απολαμβάνει φυσική, ψυχολογική και πνευματική σύνδεση με τους άλλους και αντανακλά διευρυμένη αντίληψη και εμπειρία. Βυθίζεται στην εμπειρία, βιώνει την παρούσα στιγμή, εστιασμένος στην ποιότητα της σύνδεσης και της δέσμευσης. Εκτιμά την αισθησιακή εμπειρία της ζωής και συνηχεί βαθιά με πολλά επίπεδα της ύπαρξης. Είναι ευαίσθητος στις ανάγκες και στις διαθέσεις των άλλων και ανταποκρίνεται διαισθητικά. Είναι παρών στο σώμα του, εκπέμποντας ζωτική ενέργεια είτε μέσω του χορού, της γιόγκα, είτε μέσω της κίνησης. Φέρνει την χαρά της ζωής σε κάθε συνάθροιση, σε κάθε συζήτηση. Έχει σταματήσει την ‘’επίδειξη’’ και έχει χαλαρώσει στην αίσθηση του ‘’Είναι’’ χωρίς πίεση να καταφέρει ή να κερδίσει.
Ο Σοφός (Sage):
Το αρχέτυπο του Σοφού είναι μια σημαντική άποψη της έκφρασης του Ιερού Αρσενικού. Το αρχέτυπο του Σοφού είναι στενά συνδεδεμένο με το αρχέτυπο του Ιερέα, παρ’ όλα αυτά ο Σοφός εκφέρει μια επιπλέον όψη της ‘’σωστής δράσης’’, του ντάρμα.
Ο Σοφός είναι το Εγώ προς υπηρεσία και σε σωστή σχέση με την δύναμη του Ανώτερου Εαυτού.
Ο Σοφός παρατηρεί, εντοπίζει, ανιχνεύει πληροφορίες από όλες τις πηγές (εσωτερικές και εξωτερικές) και φέρνει σοφία που οδηγεί σε ‘’σωστή δράση’’. Ο Σοφός είναι μη προσκολλημένος στην ροή της καθημερινής ζωής, παρακολουθώντας και χρησιμοποιώντας τις ενέργειες με σοφία και σωστή δράση, όπως χρειάζεται για την συγχρονιστική αρμονία της ζωής.
Ο άντρας που βρίσκεται σε πλήρη σύνδεση και εκφράζει το αρχέτυπο του Σοφού αθόρυβα και επιδέξια ενορχηστρώνει και μεταδίδει σοφές συμβουλές και διαισθητική κατεύθυνση που μετασχηματίζει τον δέκτη προς νέες πιθανότητες και μονοπάτια που αντανακλούν ‘’σωστή δράση’’ για το μονοπάτι της ζωής τους. Διακριτικά υποστηρίζει τη σοφία των άλλων μη ψάχνοντας επευφημίες ή προσοχή για τη προσφορά του. Είναι στοχαστικός και ξεκουράζεται στην σύνδεση του με την γη, το πνεύμα της Γης, την πηγή της διαίσθησης και της σοφίας του.
Η σπουδαιότητα της συμβολής του Σοφού άντρα έρχεται στο προσκήνιο σε περίοδο κρίσεων και έντονης ανάγκης, διαμέσων του μοναδικά διαμορφωμένου αγωγού μέσω του οποίου ο Σοφός άντρας ενσαρκώνει την σοφία και την ‘’σωστή’’ δράση. Με την συμβολή του Σοφού άντρα νιώθουμε αυτοπεποίθηση και σιγουριά ότι το μονοπάτι μας είναι το ‘’σωστό’’ για εμάς και αντιδρούμε στη ζωή, με μια ηρεμία που μεταμορφώνει τις κρίσεις και τις αλλαγές με σοφία και χάρη.
Ενώ το αρχέτυπο του Ιερέα προσανατολίζεται προς τα εσωτερικά πεδία, το αρχέτυπο του Σοφού προσανατολίζεται προς τα έξω, εστιάζοντας στην υπηρεσία και στην διοχέτευση σοφίας στην ύπαρξη.
Τι σημαίνει αρχέτυπο
Ο όρος αρχέτυπο αναφέρεται σε:
1) Μία δήλωση, ένα μοτίβο συμπεριφοράς, ένα πρωτότυπο που λειτουργεί ως παράδειγμα προς μίμηση.
2) Η πλατωνική φιλοσοφική ιδέα, που αναφέρεται σε αγνές φόρμες που ενσωματώνουν τα θεμελιώδη χαρακτηριστικά κάποιου πράγματος.
3) Σύμφωνα με την ψυχολογία του Γιούνγκ, τα αρχέτυπα αναφέρονται σε μια συλλογική ασυνείδητη ιδέα, μοτίβο σκέψης, εικόνα κ.λπ. παγκοσμίως παρούσα στις ατομικές ψυχές. (κ.α.)
Όταν χρησιμοποιούμε τους όρους αρσενική και θηλυκή αρχή δεν αναφερόμαστε στους άντρες και τις γυναίκες αλλά στις διαφορετικές ποιότητες. Αυτές οι δύο ποιότητες χρειάζεται να βρίσκονται σε ισορροπία μέσα στον καθένα από εμάς αν θέλουμε να φτάσουμε στην ύψιστη προοπτική ατομικά και συλλογικά, για την εξέλιξη όλης της ανθρωπότητας.
Ένα παράδειγμα της εκδήλωσης στο φυσικό επίπεδο της αρσενικής και θηλυκής ενέργειας ,είναι η τρέχουσα περιβαλλοντική κρίση όπου είναι το αποτέλεσμα μιας βαθιάς ανισορροπίας των δύο αυτών αρχών. Μιας ριζικής καταπίεσης της θηλυκής ενέργειας και μιας κυρίαρχης έκφρασης της αρσενικής συνειδητότητας.
Έχουμε αποσυνδεθεί από την θηλυκή αρχή (άντρες και γυναίκες εξίσου). Τώρα καλούμαστε να επανασυνδεθούμε, να εξισορροπήσουμε και να εναρμονίσουμε αυτές τις δύο αρχές μέσα μας και κατ’ επέκταση γύρω μας.
Τιμώντας το Κοσμικό Θηλυκό και το Κοσμικό Αρσενικό μέσα μας θέτουμε τη βάση για εξισορρόπηση. Το να δημιουργήσουμε ένα κόσμο βασισμένο στην αρμονία, την ισότητα και την αναγνώριση των δώρων του Θηλυκού και του Αρσενικού είναι ένα σημαντικό βήμα στο να δημιουργήσουμε ειρήνη.
Καθώς τιμούμε και αναγνωρίζουμε το αρσενικό και το θηλυκό, δημιουργούμε χώρο για ενότητα και αρμονία στον εσωτερικό και εξωτερικό μας κόσμο. Και οι δύο ενέργειες είναι ουσιώδεις και έχουν ισότιμο ρόλο στη δημιουργία του Ενός, της πληρότητας στη ζωή και το Κοσμικό. Ο πλήρης εναγκαλισμός των δώρων και των δύο ενεργειών και το να τους επιτρέψουμε να ενωθούν εντός μας και εκτός μας συντελούν σε ένα κόσμο ειρήνης, ωριμότητας και εξέλιξης.
Κάθε γυναίκα είναι μία μοναδική έκφραση του Κοσμικού-ιερού Θηλυκού.
Για να υπάρξει ισορροπία χρειάζεται να έρθουμε σε επαφή με όλες τις ποιότητες που αντιστοιχούν στην θηλυκή πλευρά μέσα μας. Με κάποιες μπορεί ήδη να έχουμε ισορροπημένη και υγιής σχέση, με κάποιες άλλες όχι.
Δεν είναι απαραίτητο να συμμορφωνόμαστε σε κάποιο από τα αρχέτυπα που αποτελούν το Κοσμικό θηλυκό, χρειάζεται μόνο να έρθουμε σε επαφή, να αγκαλιάσουμε και να επιτρέψουμε σε όλες τις θηλυκές μας ποιότητες να εκφραστούν μέσα από εμάς, με τον δικό μας προσωπικό και μοναδικό τρόπο.
Αφού το έχουμε κάνει αυτό ως γυναίκες, μπορούμε αντίστοιχα να συνδεθούμε και με τις αρσενικές μας ποιότητες και να τις εναρμονίσουμε με τις θηλυκές, έτσι ώστε η φροντίδα, η αγάπη και η συμπόνια (κ.λ.π.) να είναι ίσες με την δύναμη και την δράση (κ.λ.π.)
Αντίστοιχα, κάθε άντρας είναι μια μοναδική έκφραση του Κοσμικό Αρσενικού. Λόγω της ανισορροπίας που υπάρχει εδώ και χιλιάδες χρόνια, η αρσενική ενέργεια έχει παρερμηνευτεί και καταχραστεί.
Το Κοσμικό Αρσενικό λοιπόν χρειάζεται να επαναπροσδιορίσει τις αρσενικές ποιότητες, να αποκτήσει μια υγιής και ισορροπημένη σχέση με αυτές και κατόπιν να έρθει σε επαφή με τις θηλυκές ποιότητες μέσα του, επιτρέποντας στα συναισθήματα, στην αγάπη, στην συμπόνια να υπάρχει και να εκφράζεται ισότιμα με το θάρρος και την δύναμη και να συνδυάσει για παράδειγμα την δράση με την συμπόνια ώστε να παράγει εποικοδομητική δράση.
Ερχόμενοι αρχικά σε επαφή με την κυρίαρχη φύση μας –Οι γυναίκες με τις θηλυκές ποιότητες και οι άντρες με τις αρσενικές- το επόμενο βήμα είναι η εναρμόνιση και η εξισορρόπηση και των δύο μέσα μας.
Έτσι ενσαρκώνουμε το ενδυναμωμένο θεϊκό θηλυκό και το θεϊκό αρσενικό αντίστοιχα.
Οι κυρίαρχοι φόβοι που εμποδίζουν την γυναίκα να αγκαλιάσει τις θηλυκές αρχές, είναι ο φόβος της καταπίεσης, της κυριαρχίας, ο φόβος του να μην ακούγεται και να μην εκτιμάται.
Ο κυρίαρχος φόβος του αρσενικού, ώστε να αγκαλιάσει τις θηλυκές αρχές, είναι ο φόβος του να χάσει την κυριαρχία του.
Η αναγνώριση, η αποδοχή, η αγάπη, ο σεβασμός και η εκτίμηση αρσενικού και θηλυκού και η συνειδητή δράση είναι η βάση για αρμονία, πληρότητα και ενότητα. Οι δύο αυτές αρχές δεν είναι αντίθετες, είναι συμπληρωματικές και αλληλένδετες.
Οι ποιότητες που αντιπροσωπεύουν την θηλυκή αρχή είναι:
Αποκατάσταση, ζωή, ανανέωση, δημιουργία, γέννηση, θεραπεία, δεκτικότητα, ειλικρίνεια, μητρότητα, ανατροφή, αγάπη, κατανόηση, συμπόνια, διορατικότητα, φροντίδα, διαίσθηση, σοφία, συγχώρεση, σύνδεση, αρμονία, αισθησιασμός, το φεγγάρι.
Οι ποιότητες που αντιπροσωπεύουν την αρσενική αρχή είναι:
Δράση, κατεύθυνση, κίνηση, υπευθυνότητα, εστίαση, πατρότητα, γενναιοδωρία, ενθάρρυνση, διαύγεια, υλική αφθονία, μετασχηματισμός, διάνοια, ανάπτυξη, ο ήλιος.
Ιερό, Θεϊκό Θηλυκό-Αρχέτυπα
Η Θεά- Η Βασίλισσα- Η Ιέρεια- Η Πολεμίστρια- Η Ερωμένη- Η Σοφή Γυναίκα
Η Θεά (Θεότητα):
Η Θεά είναι το αρχέτυπο που παρέχει υπερβατική εμπειρία, επανασύνδεση με την πηγή και την φροντίδα της θεϊκής ουσίας. Είναι ένα μυστήριο, μια βαθιά εξερεύνηση, του Κενού, μέσα από το οποίο όλα προέρχονται, μια βαθιά εξερεύνηση στην άγνωστη άβυσσο που είναι η Αγάπη.
Η Θεά είναι η σπίθα της ζωής, η δυναμική, εμπνευστική, ρευστή ενέργεια της δημιουργίας και της εξέλιξης. Είναι η αρχέγονη, πρωταρχική, προγονική δημιουργός αιτία. Η σοφία της είναι ανεξιχνίαστη και συνεχώς εξελισσόμενη. Αντιπροσωπεύοντας συνεχώς το μυστήριο του αγνώστου και αμάθητου, πυροδοτεί τον Έρωτα, την επιθυμία και τη ζωτική δύναμη αναζητώντας νέες εμπειρίες, νέους συνδέσμους, νέες πιθανότητες μέσα από τελματωμένες παλαιές τεχνολογίες και διαδικασίες.
Η Θεά μας συνδέει σε μια συνεχή, αυξανόμενη ροή πιθανοτήτων και νεοτερισμών.
Μας εμπνέει σε επίπεδο ψυχής να εξελιχθούμε σε νέα υφή έκφρασης και σύνδεσης με τη ζωή σε όλο της το εύρος και την πληρότητα. Η Θεά εκπέμπει διαπροσωπική, αρμονική αγάπη για όλους και όλα τα όντα.
Το αρχέτυπο της Θεάς είναι το πεδίο της πνευματικότητας, του μυστικισμού, της εμπειρίας και της διαίσθησης.
Μια γυναίκα πλήρως ενωμένη με το αρχέτυπο της Θεάς εκπέμπει δυναμική ενέργεια, ροή, με συνεχώς εξελισσόμενη απεριόριστη διαίσθηση, σοφία και δημιουργικότητα.
Η παρουσία της εμπνέει και προκαλεί σε κάποιον την αίσθηση της ανανέωσης, παρακινεί και αναζωογονεί. Είναι πνευματικά ισορροπημένη και εκπέμπει αγάπη σε όλη την ζωή γύρω της, χωρίς προκαταλήψεις και διαχωρισμό. Ενώ είναι η πηγή των ιδεών και των λύσεων αναζητά την συνεργασία και την ομοφωνία σε όλες τις εκδηλώσεις και εκφράσεις.
Η Βασίλισσα (Μητέρα):
Ίσως το δυνατότερο αρχέτυπο και συγχρόνως το πιο καταπιεσμένο με προσδοκίες και καθήκοντα, είναι αυτό της Βασίλισσας (Μητέρας). Είναι αυτή που είναι η αυθεντία και η τροφοδότης της ζωής και η πρωταρχική τροφός των τέκνων.
Να γεννάς είναι το πιο εμβριθές επίτευγμα που μπορεί κάποιος να βιώσει. Η ζωή να δίνει ζωή! Να φροντίζει και να οδηγεί αυτή τη ζωή σε αυτό-συντήρηση και πληρότητα είναι ο ανιδιοτελής σκοπός της μητέρας. Η πιο σπουδαία σχέση που κάποιος μπορεί να έχει είναι με τη μητέρα που τον γέννησε. Κανένας άλλος δεσμός δε διαθέτει την εμπειρία τέτοιας σύνδεσης, αφοσίωσης και συμπλέγματος.
Είναι η Βασίλισσα που φέρνει τάξη και ευλογία, καλοσύνη, γονιμότητα, ισορροπία, συμπόνια, δικαιοσύνη και ανιδιοτελή αγάπη.
Ενώ το αρχέτυπο της Θεάς είναι η Δημιουργός, εμπνέοντας το όραμα και τη φαντασία, η Βασίλισσα φέρνει σε δημιουργία, σε ύπαρξη. Γεννά ζωή και φροντίζει ενεργά για την ανάπτυξη και την ευημερία αυτής.
Το πεδίο ορισμού του αρχέτυπου της Βασίλισσας (Μητέρας) είναι η υλική εκδήλωση, η οικογένεια, το ‘’βασίλειο’’ (η σφαίρα επιρροής της ζωής), ο υλικός πλούτος και η αφθονία.
Μια γυναίκα που εκφράζει πλήρως το αρχέτυπο της Βασίλισσας ((Μητέρας) ενδιαφέρεται για την ευεξία, την ευημερία και την ευτυχία της οικίας της και όλων όσων είναι υπό την κυριαρχία της με καλοκάγαθη αγάπη και φροντίδα.
Η Ιέρεια:
Το αρχέτυπο της Ιέρειας είναι πιθανότατα το λιγότερο γνωστό και κατανοητό, ειδικά στη σημερινή πατριαρχική μας κουλτούρα όπου κυριαρχεί και καθυποτάσσει την γυναικεία πνευματικότητα.
Το πεδίο ορισμού του αρχέτυπου της Ιέρειας είναι η διαισθητική επίγνωση και διορατικότητα της μυστικής και απόκρυφης γνώσης του αγνώστου, στην σφαίρα του πνεύματος.
Η Ιέρεια έχει μία μαγική σύνδεση με το Μεγάλο Μυστήριο, το Δημιουργικό κενό, την Μητέρα όλης της Δημιουργίας, την ενέργεια της Πηγής. Είναι ο σύνδεσμος και η συντονίστρια ανάμεσα στο υλικό και το πνευματικό. Είναι ένα διάμεσο ισχυρών πνευματικών, ψυχολογικών και συναισθηματικών ενεργειών που αποτελούν αυτό που είμαστε.
Η Ιέρεια επικαλείται και κατευθύνει ενέργειες ανάμεσα στην συνειδητή και υποσυνείδητη επίγνωση επηρεάζοντας την υλική και πνευματική αίσθηση της ευεξίας και της ευημερίας.
Μία γυναίκα σε πλήρη σύνδεση με το αρχέτυπο της Ιέρειας είναι μάστερ της υλικής και της πνευματικής της πραγματικότητας με εμπιστοσύνη στην γνώση του πώς να επικαλείται από τις πνευματικές αποθήκες ό,τι χρειάζεται για να μετασχηματίσει και να μεταμορφώσει όποιες ενέργειες θα μπορούσαν να κλονίσουν και να ανατρέψουν άλλες γυναίκες που δε βρίσκονται σε πληρότητα με το αρχέτυπο της Ιέρειας.
Είναι προσεκτική και στοχαστική και έχει βάθος στην παρουσία της και την διάνοιά της. Ξέρει πώς να αποκολλάται από εσωτερικές και εξωτερικές καταιγίδες και πώς να συνδέει βαθιές εσωτερικές αλήθειες με τη γήινη εμπειρία της ζωής. Βλέπει μία ανώτερη προοπτική και συντονίζεται με αυτή την αντήχηση. Δεν επηρεάζεται εύκολα από φθίνουσες παρορμήσεις και φέρνει δύναμη και αυτοπεποίθηση σε δύσκολες καταστάσεις που απαιτούν αλλαγή και μετάλλαξη, με χάρη και διορατικότητα
Η Πολεμίστρια:
Το αρχέτυπο της Πολεμίστριας είναι το λιγότερο αντιπροσωπευτικό και κατανοητό αρχέτυπο για τις γυναίκες. Διαστρεβλωμένο και παρεξηγημένο από την κυρίαρχη πατριαρχική κουλτούρα. Κάθε έκφραση της πολεμίστριας αντιμετωπίζεται με κατάκριση και επίκριση.
Οι ποιότητες της πολεμίστριας είναι η αποφασιστικότητα και η διαύγεια της σκέψης, η ανιδιοτελής υπηρεσία, η αυθεντική ταπεινότητα, η δύναμη και η εμπειρική γνώση, το κουράγιο να κάνει αυτό που είναι ‘’σωστό’’ ακόμα κι όταν αυτό είναι μια προσωπική πρόκληση, διατηρώντας και υποστηρίζοντας καθιερωμένα συστήματα και άκαμπτες φόρμες, πίστη στο ανώτερο καλό πέρα από το προσωπικό όφελος.
Είναι ανιδιοτελής και διατηρεί μια ζεστή, συμπονετική, επαινετική και γενναιόδωρη σύνδεση σε όποιον υπηρετεί. Πολεμά τον ‘’καλό αγώνα’’ προς όφελος του μεγαλύτερου καλού, κάνοντας την ζωή πιο πλήρη για όλους.
Η γειωμένη αυτοπεποίθηση, η ήρεμη συμπεριφορά, η δύναμη του αναστήματος της γυναίκας που ενσαρκώνει πλήρως το αρχέτυπο της πολεμίστριας είναι προφανής και αδιαμφισβήτητη.
Συμβάλλει χωρίς χειρισμούς και υπερβολές και χωρίς να απαιτεί την προσοχή. Ανταποκρίνεται πρόθυμα σε παρακλήσεις προς υπηρεσία, δείχνοντας σεβασμό προς όλους, ειδικά στους γηραιότερους, όπως και σε όλους τους άντρες, τις γυναίκες, τα παιδιά, τα ζώα και την γη.
Γνωρίζει τον εαυτό της και βρίσκει τη θέση της στις ομάδες, παίρνοντας ικανοποίηση μέσω της συμμετοχής χωρίς φιλοδοξία και ανταγωνισμό.
Η γυναίκα σε πλήρη σύνδεση με το αρχέτυπο της πολεμίστριας σε κάνει να νιώθεις ασφαλής, χωρίς να νιώθεις καταπίεση από την υποστήριξή της. Είναι αποφασιστική, εύκολα αποκρινόμενη από την καρδιά χωρίς το Εγώ της προσωπικότητας.
Η Ερωμένη:
Το αρχέτυπο της ερωμένης είναι ίσως το περισσότερο δυαδικό και διαστρεβλωμένο αρχέτυπο της μοντέρνας κοινωνίας. Υπάρχει η αντιπαράθεση του δυαδικού προτύπου της Παναγίας/Πόρνης που συσχετίζεται με την θηλυκή έκφραση του Έρωτα. Είναι είτε εξιδανικευμένη και πέρα από το εφικτό για τους άντρες προς λατρευτική άγνοια είτε υποτιμημένη και εκμεταλλευόμενη προς αχαλίνωτη λαγνεία. Και όμως, η πληρότητα του αρχέτυπου της Θεϊκής Ερωμένης μπορεί να περικλείει και να υπερνικά και τις δύο αυτές ανώριμες διακρίσεις.
Το αρχέτυπο της Ερωμένης έχει διαστρεβλωθεί σε μια εγωιστική και βαριά έκφραση με έλλειψη εύρους και πνεύματος. Ωστόσο η ερωμένη είναι η συνάντηση και ο συνδυασμός του σεξ και του πνεύματος, του έρωτα, της συμπαντικής ορμής για δέσιμο και ένωση.
Το αρχέτυπο της Ερωμένης σε πλήρη έκφραση είναι η αρχέγονη ενέργεια του πάθους, της σύμπλεξης με τη ζωή και της εκστατικής ύπαρξης, μία ζωντανή και ζωηρή άποψη του κόσμου.
Το πεδίο ορισμού του αρχέτυπου της Ερωμένης είναι οι πρωταρχικές ορμές της ύπαρξης: σεξ, φαί, ευημερία, παραγωγή και εκδηλώνεται με δημιουργική προσαρμογή και μυητική εμπειρία.
Η Θεϊκή Ερωμένη είναι η επιτομή του αισθησιασμού. Διαχέει αισθησιασμό στην διάθεση της, στην εμφάνιση της, στο περπάτημα της, στο παράστημα της. Ενδιαφέρεται ιδιαίτερα για όλες τις μορφές αισθησιακής επαφής, βιώνοντας τον κόσμο σε όλο του το μεγαλείο. Είναι το αρχέτυπο του υγειές ερωτικού παιχνιδιού χωρίς ντροπή.
Μία γυναίκα σε πλήρη σύνδεση με το αρχέτυπο της Ερωμένης είναι αισθησιακή, είναι ανοικτή και σε προσκαλεί να αγγίξεις το μυαλό, το σώμα και την ψυχή της. Απολαμβάνει την σύνδεση με τους άλλους, ειδικά με το σημείο αυτό που είναι πέρα από την ικανοποίηση των αναγκών του Εγώ. Εκτιμά την ομορφιά σε όλες τις μορφές, βλέποντας και νιώθοντας την ομορφιά μέσα της, αναγνωρίζοντας ότι κατέχει αυτή την ομορφιά και ότι είναι συνδεδεμένη με αυτήν.
Είναι στο σώμα της, ζωογονώντας το με ζωτική ενέργεια μέσω του χορού, της γιόγκα ή της κίνησης φέρνει έρωτα, αισθησιασμό και την χαρά της ζωής σε οποιαδήποτε εκδήλωση ή συζήτηση.
Η Σοφή Γυναίκα:
Η Σοφή Γυναίκα φέρει Σαμανικά Οράματα. Δεν έχει απλώς πρόσβαση στον πνευματικό κόσμο, αλλά φέρνει με πρακτικούς τρόπους την πνευματική ‘’τεχνολογία’’ στην οικία της και στον περίγυρό της. Διεισδύει στην απέραντη διαισθητική σοφία της και θαυματουργά παράγει λύσεις και εφαρμογές που προωθούν την πρόοδο και την επίλυση των αντιπαραθέσεων, των προκλήσεων και των ανόμοιων καταστάσεων.
Η Σοφή Γυναίκα έχει υπάρξει ένα ουσιώδες αρχέτυπο για την επιβίωση της κοινότητας, της οικογένειας και του ανθρώπινου είδους. Η Σοφή Γυναίκα φέρνει μια υποστηρικτική όψη ‘’σωστής δράσης’’ του ντάρμα.
Είναι η έκφραση του Εγώ σε υπηρεσία και σε σωστή συνεργασία με την δύναμη του Ανώτερου Εαυτού.
Η Σοφή Γυναίκα παρατηρεί, ανιχνεύει, καταγράφει πληροφορίες από όλες τις πηγές (εσωτερικές και εξωτερικές) και μεταφέρει σοφία που οδηγεί σε ‘’σωστή δράση’’.
Η γυναίκα που βρίσκεται σε πλήρη σύνδεση με την αρχέτυπη έκφραση της Σοφής Γυναίκας, αθόρυβα και επιδέξια ενορχηστρώνει και μεταδίδει σοφές συμβουλές και διαισθητική κατεύθυνση που μετασχηματίζει τον δέκτη προς νέες πιθανότητες και μονοπάτια που αντανακλούν ‘’σωστή δράση’’ για το μονοπάτι της ζωής τους. Διακριτικά υποστηρίζει την σοφία των άλλων μη ψάχνοντας επευφημίες ή προσοχή για την προσφορά της. Είναι στοχαστική και ξεκουράζεται στη σύνδεση της με το πνεύμα και στη γειωμένη σύνδεσή της με τη γη, με το πνεύμα της Γης, τη πηγή της διαίσθησης και της σοφίας της.
Η σπουδαιότητα της συμβολής της Σοφής Γυναίκας έρχεται στο προσκήνιο σε περίοδο κρίσεων και έντονης ανάγκης, δια μέσω του μοναδικά διαμορφωμένου αγωγού μέσω του οποίου η Σοφή Γυναίκα ενσαρκώνει την σοφία και την ‘’σωστή δράση’’. Με την συμβολή της Σοφής Γυναίκας νιώθουμε αυτοπεποίθηση και σιγουριά ότι το μονοπάτι μας είναι το ‘’σωστό’’ για εμάς και αντιδρούμε στη ζωή με μία ηρεμία που μεταμορφώνει τις κρίσεις και τις αλλαγές, με σοφία και χάρη.
Ιερό – Θεϊκό Αρσενικό/Αρχέτυπα
Ο Θεός – Ο Βασιλιάς- Ο Ιερέας- Ο Πολεμιστής- Ο Εραστής- Ο Σοφός Άντρας
Ο Θεός (Θεότητα):
Το αρχέτυπο του Θεού είναι η υπερβατική – ενωμένη με όλα όσα υπάρχουν- όψη του εαυτού. Είναι το κομμάτι μας που συνηχεί με την διαπροσωπική, αρμονική αγάπη για όλους και όλα τα όντα. Το αρχέτυπο του Θεού είναι ο ορισμός της πνευματικότητας, της μυστικιστικής εμπειρίας και της διαίσθησης.
Ο άντρας που εκφράζει το αρχέτυπο του Θεού σε πληρότητα, είναι ενωμένος με όλα όσα είναι και έχει την αυτοπεποίθηση του ‘’γνωρίζω’’ που απορρέει από αυτή τη σύνδεση. Έχει πνευματική ισορροπία και προσανατολισμό και εκπέμπει άνευ όρων αγάπη προς όλους με την παρουσία του.
Η δύναμη του βρίσκεται στην παρουσία του. Η πνευματική κεντραρισμένη επίγνωσή του, εστιάζει ολοκληρωτικά στην παρούσα στιγμή. Ενσωματώνει την αγάπη η οποία εκφράζεται με συμπόνια σε όποιον βρίσκεται στην σφαίρα επιρροής του.
Όταν βρίσκεται κανείς υπό την παρουσία του, έχει εμπνευσμένες ιδέες και συνδέσεις που δημιουργούν νέες εμπειρίες. Υποστηρίζει, συμβάλλει και προάγει το θεϊκό δικαίωμα της ευτυχίας, ισότιμα, για όλες τις φυλές, τα φύλα και τις σεξουαλικές εκφράσεις. Καθοδηγεί εμπνέοντας δημιουργικότητα, ομορφιά και αναζήτηση της Αλήθειας, εκπληρώνοντας τα ανώτερα ιδανικά και αρχές μέσα από το παράδειγμά του και όχι μόνο την έμπνευση.
Έχει πνευματική καθοδήγηση, υποστηρίζοντας και προωθώντας την δημιουργία, την υπεροχή και την επίλυση σε όλες τις μορφές. Σπέρνει σκεπτομορφές και ιδέες, χωρίς την αίσθηση ιδιοκτησίας, για το ανώτερο καλό. Ο άντρας που ‘’στέκεται’’ πλήρως στο αρχέτυπο του Θεού, αγαπά με ανιδιοτέλεια, είναι περιεκτικός ανοιχτός, κεντραρισμένος στην καρδιά, φιλόξενος, εστιασμένος στο πνεύμα, υποστηρικτικός και προσφέρει έμπνευση.
Ο Βασιλιάς (Πατέρας):
Το αρχέτυπο του Βασιλιά (Πατέρα), ενεργά παίζει τον κεντρικό ρόλο της τάξης και της ευλογίας, της καλοσύνης και της ευφορίας, της δύναμης και της ισορροπίας. Ενώ το αρχέτυπο του Θεού σπέρνει δια μέσω της σκέψης και των ιδεών, ο βασιλιάς τις γεννά και ενεργά φροντίζει για την ωρίμανση και την περαιτέρω εκδήλωση τους σε ύπαρξη, εποπτεύοντας.
Το αρχέτυπο του Βασιλιά κυβερνά τον τομέα της υλικής εκδήλωσης, της οικογένειας, του ‘’βασιλείου’’, την σφαίρα επιρροής μας, συμπεριλαμβανομένων των σχέσεων μας με άτομα και φυσικές τοποθεσίες όπως π.χ. το σπίτι, την γειτονιά, την κοινότητα κ.λπ. καθώς και τον υλικό πλούτο και την αφθονία.
Το αρχέτυπο του Βασιλιά διαθέτει την έξοχη, αγνή ποιότητα της ‘’ανυποχώρητης δύναμης του χαρακτήρα’’ και όλοι βασίζονται σε αυτόν ότι δεν υποχωρεί σε μη ευγενή, ιδιοτελή συμφέροντα και εξαναγκασμούς.
Έτσι ο βασιλιάς εμπνέει και ενώνει το βασίλειο, να ακολουθεί την ηγεσία του. Συνδυάζει αυτή τη δύναμη με νοημοσύνη, ‘’σωστή δράση’’ και σοφία.
To να είσαι με έναν άντρα που βρίσκεται σε πλήρη σύνδεση και επαφή με το αρχέτυπο του Βασιλιά (Πατέρα ) σε κάνει να νοιώθεις ότι είναι υποστηρικτικός και ότι φροντίζει την ευημερία και την ειρηνική συμμετοχή και την ευτυχία όλων όσων εμπλέκονται μαζί του. Είναι μια σταθεροποιητική και καθησυχαστική επιρροή σε όλες τις καταστάσεις. Από την ισορροπία του και την δραστικότητα του (δύναμη- αποτελεσματικότητα) οι άλλοι ενθαρρύνονται και επηρεάζονται ώστε να μιμηθούν το παράδειγμά του. Η συμπεριφορά του είναι ώριμη και ακολουθείτε από σοφία και όχι εφηβικές παρορμήσεις.
Το αρχέτυπο του Βασιλιά είναι πολύπλοκο με πολλαπλές πτυχές που περιλαμβάνουν αυτή τη μοναδική έκφραση του Θεϊκού. Η σοφία του, φέρει μια διαπροσωπική ανιδιοτέλεια, όπως ένας ευγενικός πατέρας. Είναι ένας αντιπρόσωπος του Θεϊκού με ευλάβεια για όλη την ζωή. Είναι φιλάνθρωπος, δίκαιος, ήρεμος, νοιάζεται, είναι παρών – και συγχρόνως παθιασμένος-, σε πληρότητα και εγκάρδια υποστηρικτικός. Είναι καθησυχαστικός στην βεβαιότητα ότι όλα είναι όπως ακριβώς έπρεπε να είναι, όλα αλλάζουν και δεν υπάρχει έλλειψη ή τίποτα που να φοβάται.
Ο Ιερέας:
Το αρχέτυπο του Ιερέα είναι πιθανότατα το λιγότερο γνωστό και κατανοητό και το λιγότερο υποστηριγμένο στην κουλτούρα μας.
Το πεδίο ορισμού του Ιερέα είναι αυτό της πνευματικής επίγνωσης και διορατικότητας, συνδέοντας και αποκαλύπτοντας την υπερφυσική (απόκρυφη) γνώση του αγνώστου, με την φώτιση του Εαυτού και της ανιδιοτέλειας για τους πολλούς. Ο Ιερέας είναι ο αισθητήρας, ο σύνδεσμος και ο διευκολύνων ανάμεσα στον υλικό και πνευματικό κόσμο, τη συνειδητή προσωπικότητα και το Θεϊκό πεδίο του Πνεύματος.
Είναι το διάμεσο ισχυρών ενεργειών που συντελούν την εσωτερική συνάθροιση των αρχέτυπων και των στοιχείων της προσωπικότητας, εργαζόμενα στενά με τα αρχέτυπα του Βασιλιά και του Σοφού, δημιουργώντας και εκδηλώνοντας το πνεύμα σε μορφή.
Ο Ιερέας επικαλείται και κατευθύνει ενέργειες ανάμεσα στην συνειδητή και υποσυνείδητη επίγνωση, επηρεάζοντας την αίσθηση της ευημερίας και της επάρκειας στην ζωή μας. Ο Ιερέας φροντίζει την πνευματική σχέση ανάμεσα στην εγωική προσωπικότητα και το πνεύμα.
Βρισκόμενοι στην παρουσία ενός άντρα σε πλήρη σύνδεση με το αρχέτυπο του Ιερέα, νιώθουμε ότι είναι ένας άντρας που είναι κύριος της πνευματικής και της υλικής του πραγματικότητας και γνωρίζει πώς να φέρει από τις πνευματικές αποθήκες ότι χρειάζεται ώστε να μετασχηματίσει όποιες ενέργειες θα μπορούσαν να κλονίσουν και να ανατρέψουν άλλους άντρες που δεν βρίσκονται σε πληρότητα.
Είναι προσεκτικός και στοχαστικός και η παρουσία του έχει βάθος και διάνοια. Γνωρίζει πώς να διατηρεί ανώτερη προοπτική και μη προσκόλληση (ή να μένει ουδέτερος) σε εσωτερικές και εξωτερικές καταιγίδες και πώς να συνδέει βαθιές εσωτερικές αλήθειες και πηγές με την εμπειρία της ζωής. Δεν επηρεάζεται εύκολα από απατηλές επιρροές αλλά με χάρη και διορατικότητα φέρνει δύναμη και αυτοπεποίθηση στις δύσκολες καταστάσεις που απαιτούν επίλυση ή αλλαγή.
Ο Πολεμιστής:
Το αρχέτυπο του Πολεμιστή είναι αυτό που εκπροσωπείται περισσότερο από όλα τα άλλα στην κουλτούρα μας. Όντας εξυψωμένο και σεβαστό από την πατριαρχική κοινωνία σαν τον πειθαρχημένο ηγέτη και προστάτη. Ενώ αυτές είναι δύο από τις ποιότητες του πολεμιστή, είναι όλα αυτά που συντελούν στην ολότητά του που δομούν αυτό το αρχέτυπο στην πλήρη θεϊκή του έκφραση.
Οι ποιότητες του Πολεμιστή περιλαμβάνουν : αποφασιστικότητα και διαύγεια σκέψης, ανιδιοτελή υπηρεσία, γνήσια ταπεινότητα, δύναμη εμπειρικής γνώσης, κουράγιο να πράττει ότι υπηρετεί το ανώτερο καλό ακόμα κι όταν αυτό αποτελεί προσωπική πρόκληση. Υπηρετεί την διατήρηση και υποστηρίζει δομημένα συστήματα και φόρμες συνειδητά χωρίς τυφλή ακαμψία, με υποδειγματική αφοσίωση στο κοινό καλό πέρα από το προσωπικό όφελος. Δεν έχει προσκόλληση (ή είναι ουδέτερος ως προς το αποτέλεσμα) κατά τη διάρκεια μιας πρόκλησης και παρ’όλα αυτά συνδεδεμένος με τα αισθήματά του. Είναι ζεστός και συμπονετικός, εκτιμά και είναι γενναιόδωρος σε κάθε ευκαιρία. Πολεμά τον ‘’καλό πόλεμο’’ προς όφελος του κοινού καλού και κάνει την ζωή πιο πλήρης για όλους.
Υπό την παρουσία του Πολεμιστή, η δύναμη του χαρακτήρα του είναι προφανής και αδιαμφισβήτητη. Συμβάλλει χωρίς υπερβολές και χειρισμούς ή απαίτηση για προσοχή. Ανταποκρίνεται πρόθυμα σε παρακλήσεις υπηρεσίας, δείχνοντας σεβασμό προς όλους, ειδικά στους γηραιότερους, όπως και σε όλους τους άντρες, τις γυναίκες, τα παιδιά, τα ζώα και την γη.
Γνωρίζει τον εαυτό του και βρίσκει την θέση του στις ομάδες, βρίσκοντας ικανοποίηση μέσω της συμμετοχής, χωρίς φιλοδοξία και ανταγωνισμό.
Ο άντρας σε πλήρη σύνδεση με το αρχέτυπο του πολεμιστή σε κάνει να νοιώθεις ασφαλής, χωρίς να νοιώθεις καταπίεση από το ανάστημά του ή την προστασία του.
Ο Εραστής:
Το αρχέτυπο του Εραστή είναι ίσως η πιο παρεξηγημένη και παρ’ όλα αυτά οικεία αρχέγονη ενέργεια. Το αρχέτυπο του Εραστή έχει διαστρεβλωθεί σε μια εγωιστική και βαριά έκφραση με έλλειψη εύρους και πνεύματος. Εν τούτοις ο Εραστής είναι η συνάντηση και ο συνδυασμός του σεξ και του πνεύματος, του έρωτα, της συμπαντικής ορμής για σύνδεση και ένωση. Περιλαμβάνει την αλχημεία που εμποτίζει το πνεύμα στην σαρκική επιθυμία, προτρέποντας σε δέσμευση και ερωτική έκφραση. Παρ’ όλο που συνήθως εκφράζεται μέσω της ρομαντικής αγάπης και της σεξουαλικής φόρμας, το αρχέτυπο του Εραστή συμπεριλαμβάνει μια πολύ περισσότερο ευρεία έκφραση του Θείου.
Το αρχέτυπο του Εραστή στη πλήρη έκφρασή του είναι η αρχέγονη ενέργεια του πάθους, η εξεζητημένη δέσμευση με την ζωή και την εκστατική ύπαρξη. Μια ζωντανή και ζωηρή άποψη του κόσμου.
Το πεδίο ορισμού του Θεϊκού Εραστή είναι οι αρχέγονες ορμές της ύπαρξης: το σεξ, το φαί, η ευεξία, η προδημιουργία και εκδηλώνεται με δημιουργική προσαρμογή και μυητική εμπειρία.
Ο Εραστής είναι η επιτομή του αισθησιασμού. Ενδιαφέρεται στενά για όλες τις μορφές αισθησιασμού, βλέποντας τον κόσμο σε όλο του το μεγαλείο. Είναι το αρχέτυπο του παιχνιδιού και η υγιής ενσάρκωση χωρίς ντροπή. Το αρχέτυπο του Εραστή έχει μια μυστικιστική ποιότητα που αναζητά να βιώσει την ομορφιά και την ενότητα στην καθημερινή ζωή.
O άντρας που βιώνει πλήρως το αρχέτυπο του εραστή είναι αισθησιακός, είναι ανοιχτός και σε προσκαλεί να αγγίξεις το μυαλό, το σώμα και την ψυχή του. Είναι συνδεδεμένος και απολαμβάνει φυσική, ψυχολογική και πνευματική σύνδεση με τους άλλους και αντανακλά διευρυμένη αντίληψη και εμπειρία. Βυθίζεται στην εμπειρία, βιώνει την παρούσα στιγμή, εστιασμένος στην ποιότητα της σύνδεσης και της δέσμευσης. Εκτιμά την αισθησιακή εμπειρία της ζωής και συνηχεί βαθιά με πολλά επίπεδα της ύπαρξης. Είναι ευαίσθητος στις ανάγκες και στις διαθέσεις των άλλων και ανταποκρίνεται διαισθητικά. Είναι παρών στο σώμα του, εκπέμποντας ζωτική ενέργεια είτε μέσω του χορού, της γιόγκα, είτε μέσω της κίνησης. Φέρνει την χαρά της ζωής σε κάθε συνάθροιση, σε κάθε συζήτηση. Έχει σταματήσει την ‘’επίδειξη’’ και έχει χαλαρώσει στην αίσθηση του ‘’Είναι’’ χωρίς πίεση να καταφέρει ή να κερδίσει.
Ο Σοφός (Sage):
Το αρχέτυπο του Σοφού είναι μια σημαντική άποψη της έκφρασης του Ιερού Αρσενικού. Το αρχέτυπο του Σοφού είναι στενά συνδεδεμένο με το αρχέτυπο του Ιερέα, παρ’ όλα αυτά ο Σοφός εκφέρει μια επιπλέον όψη της ‘’σωστής δράσης’’, του ντάρμα.
Ο Σοφός είναι το Εγώ προς υπηρεσία και σε σωστή σχέση με την δύναμη του Ανώτερου Εαυτού.
Ο Σοφός παρατηρεί, εντοπίζει, ανιχνεύει πληροφορίες από όλες τις πηγές (εσωτερικές και εξωτερικές) και φέρνει σοφία που οδηγεί σε ‘’σωστή δράση’’. Ο Σοφός είναι μη προσκολλημένος στην ροή της καθημερινής ζωής, παρακολουθώντας και χρησιμοποιώντας τις ενέργειες με σοφία και σωστή δράση, όπως χρειάζεται για την συγχρονιστική αρμονία της ζωής.
Ο άντρας που βρίσκεται σε πλήρη σύνδεση και εκφράζει το αρχέτυπο του Σοφού αθόρυβα και επιδέξια ενορχηστρώνει και μεταδίδει σοφές συμβουλές και διαισθητική κατεύθυνση που μετασχηματίζει τον δέκτη προς νέες πιθανότητες και μονοπάτια που αντανακλούν ‘’σωστή δράση’’ για το μονοπάτι της ζωής τους. Διακριτικά υποστηρίζει τη σοφία των άλλων μη ψάχνοντας επευφημίες ή προσοχή για τη προσφορά του. Είναι στοχαστικός και ξεκουράζεται στην σύνδεση του με την γη, το πνεύμα της Γης, την πηγή της διαίσθησης και της σοφίας του.
Η σπουδαιότητα της συμβολής του Σοφού άντρα έρχεται στο προσκήνιο σε περίοδο κρίσεων και έντονης ανάγκης, διαμέσων του μοναδικά διαμορφωμένου αγωγού μέσω του οποίου ο Σοφός άντρας ενσαρκώνει την σοφία και την ‘’σωστή’’ δράση. Με την συμβολή του Σοφού άντρα νιώθουμε αυτοπεποίθηση και σιγουριά ότι το μονοπάτι μας είναι το ‘’σωστό’’ για εμάς και αντιδρούμε στη ζωή, με μια ηρεμία που μεταμορφώνει τις κρίσεις και τις αλλαγές με σοφία και χάρη.
Ενώ το αρχέτυπο του Ιερέα προσανατολίζεται προς τα εσωτερικά πεδία, το αρχέτυπο του Σοφού προσανατολίζεται προς τα έξω, εστιάζοντας στην υπηρεσία και στην διοχέτευση σοφίας στην ύπαρξη.
Τι σημαίνει αρχέτυπο
Ο όρος αρχέτυπο αναφέρεται σε:
1) Μία δήλωση, ένα μοτίβο συμπεριφοράς, ένα πρωτότυπο που λειτουργεί ως παράδειγμα προς μίμηση.
2) Η πλατωνική φιλοσοφική ιδέα, που αναφέρεται σε αγνές φόρμες που ενσωματώνουν τα θεμελιώδη χαρακτηριστικά κάποιου πράγματος.
3) Σύμφωνα με την ψυχολογία του Γιούνγκ, τα αρχέτυπα αναφέρονται σε μια συλλογική ασυνείδητη ιδέα, μοτίβο σκέψης, εικόνα κ.λπ. παγκοσμίως παρούσα στις ατομικές ψυχές. (κ.α.)
Το καλό και το κακό
Η κακία είναι αποκλειστικά ανθρώπινο φαινόμενο. Πρόκειται για την προσπάθεια οπισθοδρόμησης σε ένα προ-ανθρώπινο στάδιο και εξάλειψης αυτού που είναι αποκλειστικά ανθρώπινο: της λογικής, της αγάπης, της ελευθερίας. Ωστόσο, η κακία δεν είναι μόνο ανθρώπινη αλλά και τραγική. Ακόμη και αν ο άνθρωπος οπισθοδρομήσει στις πιο αρχαϊκές μορφές εμπειρίας, δεν μπορεί ποτέ να πάψει να είναι άνθρωπος. Έτσι η κακία δεν θα τον ικανοποιήσει ποτέ ως λύση. Το ζώο δεν μπορεί να είναι κακό. Δρα σύμφωνα με τις έμφυτες παρορμήσεις, οι οποίες ουσιαστικά υπηρετούν το συμφέρον της επιβίωσής του. Η κακία είναι η προσπάθεια να υπερβεί κανείς την ανθρώπινη και να περάσει στη μη ανθρώπινη σφαίρα. Ωστόσο, είναι βαθιά ανθρώπινη, γιατί ο άνθρωπος δεν μπορεί να γίνει ζώο, όπως δεν μπορεί να γίνει «Θεός». Το Κακό είναι η από πλευράς ανθρώπου απώλεια του εαυτού του στην τραγική προσπάθεια να αποδράσει από το βάρος της ανθρώπινης φύσης του. Και το δυναμικό για Κακό είναι ακόμη μεγαλύτερο, επειδή ο άνθρωπος είναι προικισμένος με μια φαντασία που του επιτρέπει να φανταστεί όλες τις δυνατότητες για Κακό, και έτσι να τις επιθυμήσει και να τις κάνει πραγματικότητα, να τροφοδοτήσει την κακή φαντασία του. Η ιδέα του Καλού και το Κακού που εκφράζεται εδώ αντιστοιχεί ουσιαστικά με εκείνη που εκφράζεται από τον Σπινόζα. “Στο εξής επομένως”, λέει, “θα εννοώ ως καλό αυτό που γνωρίζουμε μετά βεβαιότητας ότι αποτελεί μέσο για να προσεγγίσουμε εγγύτερα στον τύπο της ανθρώπινης φύσης που έχουμε θέσει ενώπιόν μας [το μοντέλο της ανθρώπινης φύσης, όπως το αποκαλεί αλλιώς ο Σπινόζα]- και ως “κακό” αυτό που γνωρίζουμε μετά βεβαιότητας ότι αποτελεί εμπόδιο για μας στην προσέγγιση του προαναφερόμενου τύπου” (Ηθική, IV, Εισαγωγή). Λογικά, για τον Σπινόζα, “ένα άλογο θα καταστραφεί το ίδιο ολοσχερώς αν μετατραπεί σε άνθρωπο, όπως και αν μετατραπεί σε έντομο”. (Στο ίδιο.) Το καλό συνίσταται στη μεταμόρφωση της ύπαρξής μας σε μια όλο και εγγύτερη προσέγγιση της ουσίας μας- το κακό σε μια όλο και μεγαλύτερη αποξένωση μεταξύ ύπαρξης και ουσίας.
Οι βαθμοί της κακίας αποτελούν ταυτόχρονα βαθμούς οπισθοδρόμησης. Το μεγαλύτερο κακό είναι εκείνες οι ορμές που στρέφονται περισσότερο κατά της ζωής- η αγάπη του θανάτου, η αιμομικτική- συμβιωτική παρόρμηση επιστροφής στη μήτρα, στο χώμα, στο μη οργανικό- η ναρκισσιστική αυτοθυσία που κάνει τον άνθρωπο εχθρό της ζωής, ιδιαίτερα επειδή δεν μπορεί να ζήσει στη φυλακή του δικού του Εγώ. Το να ζεις με αυτόν τον τρόπο είναι σαν να ζεις στην “κόλαση”.
Υπάρχει μικρότερο κακό, σύμφωνα με τον μικρότερο βαθμό οπισθοδρόμησης. Υπάρχει έλλειψη αγάπης, έλλειψη λογικής, έλλειψη ενδιαφέροντος, έλλειψη θάρρους.
Η ανθρωπότητα έχει την τάση οπισθοδρόμησης και προόδου- είναι ένας άλλος τρόπος να πούμε ότι ο άνθρωπος έχει την τάση για το καλό και για το κακό. Αν και οι δύο τάσεις βρίσκονται ακόμα σε κάποια ισορροπία, είναι ελεύθερος να επιλέξει, με την προϋπόθεση ότι μπορεί να μετέρχεται της επίγνωσης και να καταβάλλει προσπάθεια. Είναι ελεύθερος να επιλέξει μεταξύ εναλλακτικών οι οποίες καθορίζονται από τη συνολική κατάσταση στην οποία βρίσκεται. Αν ωστόσο η καρδιά του έχει σκληρύνει σε τέτοιο βαθμό που δεν υπάρχει πλέον ισορροπία ανάμεσα στις τάσεις, δεν είναι πια ελεύθερος να επιλέξει. Στην αλληλουχία των γεγονότων που οδηγεί στην απώλεια της ελευθερίας η καταληκτική απόφαση είναι συνήθως μία που ο άνθρωπος δεν μπορεί να λάβει ελεύθερα. Στην πρώτη απόφαση ίσως μπορεί να επιλέξει ελεύθερα αυτό που οδηγεί στο καλό, εφόσον έχει επίγνωση της σημασίας αυτής της πρώτης απόφασης.
Ο άνθρωπος είναι υπεύθυνος μέχρι το σημείο που είναι ελεύθερος να επιλέξει τη δική του πράξη. Όμως η ευθύνη δεν είναι παρά ένα ηθικό αξίωμα και συχνά μια εκλογίκευση της επιθυμίας των αρχών να τον τιμωρήσουν. Ακριβώς επειδή η κακία είναι ανθρώπινη, επειδή είναι η δυνατότητα της οπισθοδρόμησης και της απώλειας της ανθρωπιάς μας, βρίσκεται μέσα σε όλους μας. Όσο περισσότερο το αντιλαμβανόμαστε, τόσο πιο απρόθυμοι είμαστε να διορίσουμε τον εαυτό μας κριτή των άλλων.
Η καρδιά του ανθρώπου μπορεί να σκληρύνει- μπορεί να γίνει απάνθρωπη, αλλά ποτέ μη ανθρώπινη. Πάντα παραμένει η καρδιά του ανθρώπου. Όλους μάς καθορίζει το ότι γεννηθήκαμε άνθρωποι, και επομένως το αδιάπτωτο έργο της επιλογής. Πρέπει να επιλέγουμε τα μέσα μαζί με τους στόχους. Δεν πρέπει να βασιζόμαστε σε κανέναν για να μας σώσει, αλλά να έχουμε πλήρη επίγνωση ότι οι λανθασμένες επιλογές μάς καθιστούν ανίκανους να σώσουμε τον εαυτό μας. Μάλιστα, πρέπει να αποκτήσουμε επίγνωση προκειμένου να επιλέξουμε το καλό- αλλά καμία επίγνωση δεν θα μας βοηθήσει αν έχουμε χάσει τη δυνατότητα να συγκινούμαστε από τα βάσανα ενός άλλου ανθρώπου, από το φιλικό βλέμμα ενός άλλους προσώπου, από το κελάηδημα ενός πουλιού, από το πράσινο του γρασιδιού. Αν ο άνθρωπος γίνει αδιάφορος προς τη ζωή, δεν υπάρχει πια ελπίδα ότι μπορεί να επιλέξει το καλό. Τότε πράγματι η καρδιά του θα έχει σκληρύνει τόσο, που η “ζωή” του θα έχει τελειώσει. Αν αυτό συμβεί σε ολόκληρη την ανθρώπινη φυλή ή στα πιο ισχυρά μέλη της, τότε η ζωή της ανθρωπότητας μπορεί να σβήσει ακριβώς την πιο ελπιδοφόρα στιγμή της.
Οι βαθμοί της κακίας αποτελούν ταυτόχρονα βαθμούς οπισθοδρόμησης. Το μεγαλύτερο κακό είναι εκείνες οι ορμές που στρέφονται περισσότερο κατά της ζωής- η αγάπη του θανάτου, η αιμομικτική- συμβιωτική παρόρμηση επιστροφής στη μήτρα, στο χώμα, στο μη οργανικό- η ναρκισσιστική αυτοθυσία που κάνει τον άνθρωπο εχθρό της ζωής, ιδιαίτερα επειδή δεν μπορεί να ζήσει στη φυλακή του δικού του Εγώ. Το να ζεις με αυτόν τον τρόπο είναι σαν να ζεις στην “κόλαση”.
Υπάρχει μικρότερο κακό, σύμφωνα με τον μικρότερο βαθμό οπισθοδρόμησης. Υπάρχει έλλειψη αγάπης, έλλειψη λογικής, έλλειψη ενδιαφέροντος, έλλειψη θάρρους.
Η ανθρωπότητα έχει την τάση οπισθοδρόμησης και προόδου- είναι ένας άλλος τρόπος να πούμε ότι ο άνθρωπος έχει την τάση για το καλό και για το κακό. Αν και οι δύο τάσεις βρίσκονται ακόμα σε κάποια ισορροπία, είναι ελεύθερος να επιλέξει, με την προϋπόθεση ότι μπορεί να μετέρχεται της επίγνωσης και να καταβάλλει προσπάθεια. Είναι ελεύθερος να επιλέξει μεταξύ εναλλακτικών οι οποίες καθορίζονται από τη συνολική κατάσταση στην οποία βρίσκεται. Αν ωστόσο η καρδιά του έχει σκληρύνει σε τέτοιο βαθμό που δεν υπάρχει πλέον ισορροπία ανάμεσα στις τάσεις, δεν είναι πια ελεύθερος να επιλέξει. Στην αλληλουχία των γεγονότων που οδηγεί στην απώλεια της ελευθερίας η καταληκτική απόφαση είναι συνήθως μία που ο άνθρωπος δεν μπορεί να λάβει ελεύθερα. Στην πρώτη απόφαση ίσως μπορεί να επιλέξει ελεύθερα αυτό που οδηγεί στο καλό, εφόσον έχει επίγνωση της σημασίας αυτής της πρώτης απόφασης.
Ο άνθρωπος είναι υπεύθυνος μέχρι το σημείο που είναι ελεύθερος να επιλέξει τη δική του πράξη. Όμως η ευθύνη δεν είναι παρά ένα ηθικό αξίωμα και συχνά μια εκλογίκευση της επιθυμίας των αρχών να τον τιμωρήσουν. Ακριβώς επειδή η κακία είναι ανθρώπινη, επειδή είναι η δυνατότητα της οπισθοδρόμησης και της απώλειας της ανθρωπιάς μας, βρίσκεται μέσα σε όλους μας. Όσο περισσότερο το αντιλαμβανόμαστε, τόσο πιο απρόθυμοι είμαστε να διορίσουμε τον εαυτό μας κριτή των άλλων.
Η καρδιά του ανθρώπου μπορεί να σκληρύνει- μπορεί να γίνει απάνθρωπη, αλλά ποτέ μη ανθρώπινη. Πάντα παραμένει η καρδιά του ανθρώπου. Όλους μάς καθορίζει το ότι γεννηθήκαμε άνθρωποι, και επομένως το αδιάπτωτο έργο της επιλογής. Πρέπει να επιλέγουμε τα μέσα μαζί με τους στόχους. Δεν πρέπει να βασιζόμαστε σε κανέναν για να μας σώσει, αλλά να έχουμε πλήρη επίγνωση ότι οι λανθασμένες επιλογές μάς καθιστούν ανίκανους να σώσουμε τον εαυτό μας. Μάλιστα, πρέπει να αποκτήσουμε επίγνωση προκειμένου να επιλέξουμε το καλό- αλλά καμία επίγνωση δεν θα μας βοηθήσει αν έχουμε χάσει τη δυνατότητα να συγκινούμαστε από τα βάσανα ενός άλλου ανθρώπου, από το φιλικό βλέμμα ενός άλλους προσώπου, από το κελάηδημα ενός πουλιού, από το πράσινο του γρασιδιού. Αν ο άνθρωπος γίνει αδιάφορος προς τη ζωή, δεν υπάρχει πια ελπίδα ότι μπορεί να επιλέξει το καλό. Τότε πράγματι η καρδιά του θα έχει σκληρύνει τόσο, που η “ζωή” του θα έχει τελειώσει. Αν αυτό συμβεί σε ολόκληρη την ανθρώπινη φυλή ή στα πιο ισχυρά μέλη της, τότε η ζωή της ανθρωπότητας μπορεί να σβήσει ακριβώς την πιο ελπιδοφόρα στιγμή της.
O Νόμος της Εναντιοδρομίας, η άγνωστη ψυχοθεραπευτική τέχνη του Ηράκλειτου
O Νόμος της Εναντιοδρομίας, η Άγνωστη Ψυχοθεραπευτική Τέχνη του Ηράκλειτου που μπορεί να θεραπεύσει τη Δυσαρμονία που βασιλευει στον Ψυχικό μας Κόσμο αλλά και στην Κοινωνία. «Τα σύνορα της ψυχής δε θα τα βρείς, όποιον δρόμο κι αν ακολουθήσεις, τόσο βάθος έχει η ουσία της.» Ηράκλειτος, απόσπ. 45
Σε μια τόσο σύντομη φράση, όπως η παραπάνω, ο μεγάλος Εφέσιος φιλόσοφος Ηράκλειτος – ο αποκαλούμενος σκοτεινός φιλόσοφος του αρχαίου Ελληνικού πνεύματος – μπόρεσε να συλλάβει την αλήθεια για την ανθρώπινη ψυχή, διατυπώνοντάς την με μια απέριττη αλλά και συγκλονιστική σαφήνεια.
Ο Ηράκλειτος κατέχει μια ξεχωριστή θέση όχι μόνο στην αρχαία Ελληνική φιλοσοφία, αλλά και στο χώρο της -γιουνγκιανής κυρίως– ψυχοθεραπείας, αφού η ηρακλειτική φιλοσοφία επηρέασε φανερά τον Ελβετό ψυχίατρο και μύστη της ψυχολογίας, Carl G.Jung. Ο Jung ενσωμάτωσε στο φιλοσοφικό του σύστημα αλλά και στις μεθόδους ψυχοθεραπείας που εφάρμοσε, τον περίφημο Νόμο της Εναντιοδρομίας ο οποίος βασίζεται στη φιλοσοφία του Ηράκλειτου περί αρμονίας των αντιθέτων.
Ο Jung απέδωσε την έμπνευση και τη φιλοσοφική σύλληψη αυτού του Νόμου στον ίδιο τον Ηράκλειτο, ο οποίος πρώτος μίλησε για την επιτακτική ανάγκη της συνένωσης των αντιθέτων, τόσο μέσα στη Φύση όσο και μέσα στον ίδιο τον άνθρωπο. Πάνω σε αυτή την ηρακλειτική αρχή, ο Jung προσπαθούσε πάντα –στη διάρκεια της ψυχοθεραπευτικής του πορείας-να απλώσει μια γέφυρα επικοινωνίας ανάμεσα σε δύο φαινομενικά αντίθετα στοιχεία στην προσωπικότητα των εκάστοτε ασθενών του: στο συνειδητό από τη μία (με την ορθολογική σκέψη και τον κριτικό νου) και το ασυνείδητο από την άλλη (με όλες τις αρχέγονες και ατιθάσευτες ενέργειες του.)
Aυτή η συνύπαρξη συνειδητού και ασυνείδητου, με τις εκ διαμέτρου αντίθετες δυνάμεις τους, ήταν για τον Jung το κλειδί της ψυχικής ισορροπίας κάθε ανθρώπου, όπως ακριβώς για τον Ηράκλειτο η θαυμαστή τάξη και λειτουργίας του Σύμπαντος βασιζόταν στην αρμονία των αντίθετων στοιχείων μέσα στη Φύση: μέρα και νύχτα, φως και σκοτάδι, ζέστη και κρύο, χειμώνας και καλοκαίρι.
Η ΙΣΟΡΡΟΠΙΑ ΤΩΝ ΑΝΤΙΘΕΤΩΝ
Για τον Jung, ο Νόμος της Εναντιοδρομίας είναι ο πιο σοφός ψυχολογικός νόμος, αφού εξυπηρετεί την πορεία του ανθρώπου προς την αυτοπραγμάτωσή του, μέσα από τον επαναπροσδιορισμό και την εκ νέου νοηματοδότηση της ζωής του. Σύμφωνα με το Νόμο της Εναντιοδρομίας, όταν μία ενεργειακή ροή, ένα ψυχικό δυναμικό αναπτυχθεί μονομερώς και παγιωθεί ως τρόπος ή στάση ζωής – χωρίς τη συμπλήρωση του αντιθέτου του- θα φτάσει στο ανώτατο σημείο ανάπτυξης και εκδήλωσης και μετά θα ακολουθήσει μία διαμετρικά αντίθετη πορεία από την αρχική, για να μπορέσει η εκδηλωθείσα ψυχική ενέργεια να συμπεριλάβει και να αφομοιώσει το αντίθετό της, που μέχρι τότε είχε παραμεληθεί. Ο Jung είχε πεί πως κάθε ενέργεια έχει πάντα δύο πόλους. Σκοπός λοιπόν της Εναντιοδρομίας είναι η ισορροπία των δύο αυτών αντίθετων πόλων. Για παράδειγμα, όταν κάποιος έχει εκφράσει μια μονοδιάστατη σεξουαλική ζωή, βασισμένη στο έντονο ερωτικό πάθος, την ηδονή, τη συναισθηματική έξαψη και την ενστικτώδη διέγερση , σε βάρος όμως της πνευματικότητας του και της συλλογικής διάστασης της ψυχής του (που περιλαμβάνει τις ανάγκες και των άλλων ανθρώπων, συντρόφων – ερωτικών και μη), με άξονα ικανοποίησης μόνο τη δική του ατομική ψυχή και τις εγωκεντρικές, ναρκισσιστικές της ανάγκες, τότε θα έρθει κάποια στιγμή στη ζωή αυτού του ατόμου, είτε ένα «απροσδόκητο», συνταρακτικό γεγονός (με τη μορφή ενός σοβαρού ατυχήματος ή μιας καταλυτικής «ατυχίας»), είτε ένα «ανεξήγητο», αλλά επίμονο σύμπτωμα (ψυχοσωματικό ή οργανικό), είτε μία παρατεταμένη, βαθιά μελαγχολία, ή ακόμα μια τυραννική ιδεοληψία (φοβίες που πρίν δεν υπήρχαν και μοιαζουν ακατανόητες, έντονες υποχονδριακές τάσεις καί ιδεοψυχαναγκαστικές-καταναγκαστικές συμπεριφορές), που θα εκδηλωθούν ως μία κρίσιμη και αποφασιστική καμπή, μια σχεδόν οριακή κατάσταση -ανάμεσα στην κατάρρευση και την ανύψωση-, μια ισορροπία σε τεντωμένο σχοινί, ώστε να μπορέσει η μέχρι τότε μονομερής και εγωκεντρική έκφραση της σεξουαλικότητας να μεταστοιχειωθεί στο συναισθηματικό μοίρασμα με τον άλλον και στην αναγνώριση μιας πνευματικής, ανώτερης διάστασης στη ψυχή του ίδιου του ατόμου, που μέχρι τότε παρέμενε ανεκδίπλωτη.
Η ΣΕΞΟΥΑΛΙΚΗ ΖΩΗ
Η πορεία της ανθρώπινης σεξουαλικότητας για τον Jung, είναι μία τέλεια εφαρμογή του Νόμου της Εναντιοδρομίας: Ξεκινάει δυναμικά και ορμητικά μέσα στα ένστικτα και τα πάθη, φτάνει σε ανώτατα επίπεδα κορύφωσης, διέγερσης και πλήρωσης για να ακολουθήσει στη μέση περίπου ηλικία (το χρονικό σημείο όπου εμφανίζεται η Εναντιοδρομία) μια σταδιακά, καθοδική πορεία. Τα ένστικτα και οι ορμές υποχωρούν για να εισέλθουν πιο πνευματικά και ψυχικά στοιχεία. Κάποιος που δε θα λάβει υπ’ όψιν του την εκδήλωση του Νόμου της Εναντιοδρομίας, θα οδηγηθεί σύμφωνα με τον Jung, σε σεξουαλικές νευρώσεις και συναισθηματικές διαταραχές, η σοβαρότητα των οποίων θα εξαρτηθεί από την μέχρι τότε ζωή του ατόμου. Ο Νόμος της Εναντιοδρομίας, έχει τις δικές του συνέπειες. Μια ζωή στραμμένη αποκλειστικά στη σεξουαλικότητα και τον αισθησιασμό, θα φέρει αρχικά ίσως ηδονή και ικανοποίηση, αργότερα όμως σεξουαλικές δυσλειτουργίες και κατάθλιψη. Βέβαια, η Εναντιοδρομία, μπορεί να ισχύσει και στην αντίθετη περίπτωση:
Κάποιος που ζει μια αποστειρωμένη – συναισθηματικά, ερωτικά και σεξουαλικά – πνευματική ζωή, προς χάριν της διανόησης και σε βάρος της σεξουαλικής και της υλιστικής του πλευράς, να νιώσει- σε κάποια αναπάντεχη φάση της ζωής του- ένα πρωτόγνωρο, ερωτικό πάθος, τόσο έντονο και παράφορο, που να τον εκτρέψει τελείως από την μέχρι τότε πνευματική και ήρεμη πορεία της ζωής του. Ή πάλι μπορεί να εμφανίσει συμπτώματα ανίας, κατάθλιψης, συναισθηματικού κενού, που θα του υπενθυμίζουν πάντα ότι ένα κομμάτι του εαυτού του – λιγότερο πνευματικό αλλά εξίσου σημαντικό έχει μείνει ανέκφραστο και ανολοκλήρωτο.
Ο ΑΝΙΚΑΝΟΠΟΙΗΤΟΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΜΑΤΙΑΣ
Ο ίδιος Jung ανέφερε ως «τυπικό παράδειγμα Εναντιοδρομίας» την περίπτωση ενός ασθενή του, ο οποίος κατάφερε να γίνει ένας αυτοδημιούργητος επιχειρηματίας με πάρα πολλά λεφτά. Ζούσε μόνο για τη δουλειά του. Όλο του το είναι είχε αναπτυχθεί προς την κατεύθυνση της υλικής μόνο δημιουργίας με τα πολλά χρήματα, τα πολλά ταξίδια, τα πολυτελή σπίτια και τις επιχειρηματικές δραστηριότητες. Όταν αυτός ο άνθρωπος αποφάσισε κάποια στιγμή να ξεκουραστεί από αυτόν τον τρόπο ζωής, και να ζήσει πιο ήρεμα, έπεσε σε μια κατάσταση παρατεταμένου άγχους, με επίμονες σωματικές ενοχλήσεις. Αποφάσισε να ξαναγυρίσει στον γνώριμο τρόπο ζωής, με τις συνεχείς ασχολίες, αλλά τα πράγματα χειροτέρεψαν καθώς ο επιχειρηματίας δεν είχε πλέον την παραμικρή διάθεση να εργαστεί, να βγάζει λεφτά ή να ταξιδεύει. Άρχισε να εμφανίζει έντονες υποχονδριακές κρίσεις και καταθλιπτικά συμπτώματα. Κατά τον Jung, όλα αυτά ήταν εκδηλώσεις του Νόμου της Εναντιοδρομίας, αφού ο άνθρωπος αυτός είχε παραμελήσει βαθύτερες ανάγκες του εαυτού του και του σώματός του, για να πετύχει μόνο σε ένα καθαρά εξωτερικό, υλικό επίπεδο. Η υποχονδρία και η κατάθλιψη ήταν το μήνυμα να αρχίσει να στρέφει το ενδιαφέρον του από την εξωτερική εικόνα του εαυτού του προς τις πιο εσωτερικές πτυχές της προσωπικότητάς του. Η Εναντιοδρομία ζητάει αυτό ακριβώς: ίση μεταχείριση και της πνευματικής και της υλικής μας πλευράς. Να μη ζούμε μόνο ούτε μέσα στο σώμα, αλλά ούτε και έξω από αυτό.
Η ΕΞΗΓΗΣΗ ΤΩΝ ΚΟΙΝΩΝΙΚΩΝ ΚΡΙΣΕΩΝ
Πέρα όμως από τις ατομικές περιπτώσεις του καθενός από εμάς, η Εναντιοδρομία μπορεί να εκδηλωθεί και σε κοινωνικό επίπεδο, ως το ψυχικό αντιστάθμισμα απέναντι στην κυρίαρχη τάση που επικρατεί σε έναν πολιτισμό.
Αν για παράδειγμα, η κυρίαρχη τάση σε μια κοινωνία είναι μια ψευδεπίγραφη κατάκτηση λογικής καί συνείδησης, και υλικής μονάχα δημιουργίας, με τη μορφή του πλουτισμού και μιας στείρας -απονεκρωμένης συναισθηματικά- τεχνολογικής εξέλιξης, τότε η Εναντιοδρομία θα εκδηλωθεί ως μια παράλογη, ασυνείδητη, μαζική καταστροφή, ως μοναξιά, απομόνωση και απειλή για την ασφάλεια του πολιτισμού και τη λειτουργία της κοινωνίας. Ο Jung είχε πεί πως σε κοινωνικό επίπεδο η Εναντιοδρομία μπορεί να προσλάβει μια τόσο βίαιη και απειλητική μορφή έκφρασης, ώστε να μπορέσει να αφυπνίσει όσο το δυνατό περισσότερες συνειδήσεις. Μπορεί να πάρει ακόμα και την μορφή ενός πολέμου-«ο πόλεμος είναι ο πατέρας των πάντων» είχε πεί ο Ηράκλειτος. Από τον πόλεμο ξεκινούν όλα. Τίποτα δεν κερδίζεται χωρίς μάχη.
Τα γεγονότα του Δεκεμβρίου του 2008 στην Ελλάδα, με τις λεηλασίες και τις καταστροφές σε μαγαζιά και αυτοκίνητα, είναι σαφείς εκδηλώσεις του Νόμου της Εναντιοδρομίας σε κοινωνικό πλέον επίπεδο. Όσοι χαρακτήρισαν αυτές τις πραγματικά βίαιες συμπεριφορές ως «βανδαλισμούς των οργισμένων νέων απέναντι στην οικονομική κρίση και την διάβρωση των θεσμών», απλώς αναπαρήγαγαν μια ερμηνεία ευρείας κατανάλωσης. Η οργή δεν είναι τόσο απέναντι στην οικονομική κρίση (στην ψυχανάλυση άλλωστε όπως και στην γιουνγκιανή ψυχολογία τα χρήματα και κάθε τι που σχετίζεται με αυτά είναι συμβολισμοί των βαθύτερων, συναισθηματικών αναγκών μας) όσο απέναντι στην κρίση των σχέσεων μας με την Φύση, με τους άλλους και κυρίως με τις ανώτερες πνευματικές μας ανάγκες- η εκπλήρωση των οποίων θα μπορέσει να δώσει το πολυπόθητο νόημα στη ζωή μας. Η διαρκής αύξηση των ψυχικών διαταραχών δεν είναι τυχαία. Ο σημερινός άνθρωπος έχει περιέλθει σε τέτοια κατάσταση μονοδιάστατης ανάπτυξης καί επιβίωσης που μοιάζει πραγματικά να «προκαλεί την τύχη του» (Jung). Η μοναξιά, το άγχος, η απομόνωση των ανθρώπων, η αύξηση της κατάθλιψης και των ψυχοσωματικών παθήσεων παγκοσμίως, είναι επίσης εκδηλώσεις του Νόμου της Εναντιοδρομίας απέναντι σε μια εποχή πλούσιας τεχνολογικά και υλικά αλλά πολύ φτωχής σε συναισθηματικές αποχρώσεις που χαρακτηρίζονται από μια λεπτοφυή πνευματικότητα. Ειδικά στην σύγχρονη εποχή που ζούμε και στο επίπεδο που βρίσκεται ο σημερινός πολιτισμός, ο άνθρωπος μοιάζει πιο διχασμένος, πιο διασπασμένος από ποτέ. Η Ηρακλειτική αρμονία των αντιθέτων δείχνει να έχει διαταραχθεί σοβαρά. Και όταν η αρμονία των αντιθέτων διαταράσσεται, η εύθραυστη ψυχική ισορροπία κλονίζεται και καταρρέει. Κανένας πολιτισμός δεν μπορεί να είναι βιώσιμος όταν αναπτύσσεται προς μία μόνο κατεύθυνση.
ΑΠΟΔΙΚΟΠΟΙΩΝΤΑΣ ΤΗ ΖΩΗ ΜΑΣ
Η Αναλυτική Ψυχολογία του Jung είχε ενσωματώσει στις ψυχοθεραπευτικές μεθόδους της την τεράστια θεραπευτική αξία του Ηρακλειτικού Νόμου της Εναντιοδρομίας: ότι είναι χρήσιμο για τον άνθρωπο και τον εξυπηρετεί στην αυγή της ζωής του, θα πάψει να τον εξυπηρετεί το απομεσήμερο και πολύ περισσότερο στο σούρουπο του γήινου ταξιδιού του. Αναλύοντας κατ’ αυτόν τον τρόπο την Εναντιοδρομία, ο Jung μπόρεσε να επινοήσει διαφορετικές θεραπευτικές τεχνικές και να τις προσαρμόσει ανάλογα με το ηλικιακό στάδιο των ασθενών του, ώστε να καλύπτει τις ασυνείδητες κάθε φορά ανάγκες τους και επιθυμίες τους. Με την Εναντιοδρομία, η χρησιμότητα των εμπειριών του παρελθόντος μεταστοιχειώνεται σε σοφία των αναγκών του παρόντος. Ο άνθρωπος τότε δεν έχει ανάγκη να ξαναζήσει ότι έζησε, εμμένοντας πεισματικά σε έναν ξεπερασμένο και άκαμπτο τρόπο ζωής, αλλά αποφασίζει να προχωρήσει συνειδητά μπροστά, συνθέτοντας ξανά τη ζωή του. Με όσα ειπώθηκαν παραπάνω, γίνεται πλέον πιο σαφής η ανεκτίμητη αξία που έχει η κατανόηση και η αποκρυπτογράφηση του Νόμου της Εναντιοδρομίας στην ψυχοθεραπεία. Η αποκωδικοποίηση των απρόσμενων γεγονότων της ζωής και των ψυχοσωματικών διαταραχών, αλλά και των ακραίων ακόμα κοινωνικών φαινομένων, βοηθούν τον άνθρωπο να αποκτήσει μια άλλη οπτική απέναντι σε ότι του συμβαίνει και σε ότι παρατηρεί, ώστε να μπορέσει τελικά να συνενώσει όλα τα διασπασμένα στοιχεία μέσα του και να κατανοήσει πως η ψυχική του υγεία βρίσκεται στην ένωση των αντιθέτων και όχι στο βίαιο διαχωρισμό τους.
Ο ΝΟΜΟΣ ΤΗΣ ΕΝΟΤΗΤΑΣ
Ο Νόμος της Εναντιοδρομίας βρίσκεται πολύ κοντά στον άλλο κορυφαίο Νόμο, το Νόμο της Ενότητας : όλα ξεκινούν από την ίδια Ανώτερη Πηγή, επομένως και τα «αντίθετα» συνδέονται, ενώνονται μεταξύ τους και δεν διαχωρίζονται: «από όλα το ένα κι από το ένα τα πάντα» (Ηράκλειτος, απ.10). Ακόμα και οι δυσάρεστες, οι επώδυνες εμπειρίες που βιώνουμε, μας συμβαίνουν πάντα για έναν ανώτερο σκοπό. Το κακό δε βρίσκεται απέναντι από το καλό, αλλά ακριβώς δίπλα. Τα δυσάρεστα γεγονότα της ζωής δεν είναι οι αντίθετοι πόλοι των ευχάριστων καταστάσεων, αλλά το απαραίτητο συμπλήρωμά τους, ώστε να κατανοήσουμε τον ανώτερο προορισμό του γήινου ταξιδιού μας (Εναντιοδρομία) και να ενωθούμε με τον διχασμένο εαυτό μας, με τους συνανθρώπους μας, και τελικά με την ίδια τη Ζωή (Νόμος της Ενότητας). Ο Νόμος της Εναντιοδρομίας όπως και ο Νόμος της Ενότητας δεν είναι μια ακόμα μεταφυσική προσέγγιση. Είναι ένας πραγματικός, ψυχολογικός Νόμος, που προάγει την αυτογνωσία και κατ’ επέκταση τη ψυχική υγεία του ανθρώπου και αποτελεί αληθινό κλειδί γνώσης που ανοίγει τις πόρτες στην ιδιαίτερη και λεπτή τέχνη της ψυχοθεραπείας.
Η Παλίντονος Αρμονία και ο νόμος της Εναντιοδρομίας
«Το μυαλό του πολιτισμένου ανθρώπου είναι ένα μουσείο από αντιμαχόμενες αλήθειες» -Remy de Gourmont, Γάλλος ποιητής
Η αξιολόγηση ενός ανθρώπου, μιας συμπεριφοράς, ενός πολιτισμού ή μιας εποχής είναι συνάρτηση του κριτηρίου που επιλέγουμε. Κάθε αλλαγή του κριτηρίου επιφέρει αναπόδραστα και αλλαγές στο αποτέλεσμα της αξιολόγησης. Γι’ αυτό είναι αναγκαίο – όχι μόνο για την επιστήμη – για τον κάθε άνθρωπο χωριστά αλλά και για την κοινωνία να γνωρίζει τη βαθύτερη δομή κάθε συστήματος και ανάλογα να επιλέγει το κριτήριο αξιολόγησης. Ένα από τα κριτήρια είναι και το στοιχείο της αντίθεσης που διαποτίζει κάθε πτυχή της ζωής μας και του πολιτισμού μας.
Οι διαπιστώσεις πολιτικού κόμματος για την ταυτότητα της εποχής μας είναι καίριες και αποτυπώνουν με ενάργεια το θεμελιακό στοιχείο της αντίθεσης που θεωρείται ως το «πρώτο κινούν» της ζωής και του πολιτισμού στη διαχρονική τους πορεία: «Ο σύγχρονος κόσμος είναι πολύμορφος, περίπλοκος, δυναμικός, γεμάτος ανταγωνιστικές τάσεις και αντιθέσεις. Ταυτόχρονα, όμως, είναι αλληλεξαρτώμενος και ενωμένος. Έχουμε ενότητα της πολυμορφίας. Ακριβώς η αλληλεξάρτηση και η ενότητα του κόσμου δίνουν μία νέα ερμηνεία και κατάταξη στις σύγχρονες αντιθέσεις».
«Συνάψεις όλα και ουχ όλα, συμφερόμενον διαφερόμενον, συνάδον διάδον, και εκ πάντων εν και εξ ενός πάντα»
(Ηράκλειτος, Οι συνδέσεις είναι όλα κι όχι όλα, ομόνοια, διχόνοια, συμφωνία, ασυμφωνία, και το ένα γεννιέται απ’ όλα και από το ένα από όλα).
Η αρμονία των αντιθέτων
Μία από τις μεγάλες συγκρούσεις στον επιστημονικό τομέα ήταν η σύγκρουση ανάμεσα στο ΝΤΕΡΤΕΡΜΙΝΙΣΜΟ (αιτιοκρατία) και στην ΑΡΧΗ της ΒΕΒΑΙΟΤΗΤΑΣ. Εκεί που όλοι είχαν αποδεχτεί την εξουσία κάποιων αιώνιων και αμετάβλητων φυσικών κανόνων που διέπουν τον κόσμο και ρυθμίζουν την «τάξη» - ισορροπία του, ήρθε το 1927 ο Χάιζενμπεργκ και διατύπωσε την «αρχή της αβεβαιότητας» προβάλλοντας με έμφαση τα στοιχεία της απροσδιοριστίας, της ανακολουθίας και της μη – κανονικότητας. Οι φυσικοί επιστήμονες ερίζουν όχι τόσο για την αρχή της δημιουργίας του κόσμου – το «σωματίδιο του Θεού» και τα νεοανακαλυφθέντα βαρυτικά κύματα, ίσως δώσουν – έδωσαν πειστικές απαντήσεις – όσο για το μυστήριο της αρμονίας – ισορροπίας του σύμπαντος.
Από παλιά φιλόσοφοι, φυσικοί και θεολόγοι πασχίζουν να ανιχνεύσουν εκείνη τη δύναμη – στοιχείο που προκαλεί την κίνηση στο συμπαντικό κόσμο, επιφέρει την αλλαγή και την πρόοδο χωρίς να χάνεται η ισορροπία. Στην ομάδα των παραπάνω μελετητών προστέθηκαν και οι κοινωνιολόγοι ως εκφραστές της αγωνίας – επιθυμίας των ανθρώπων να οριστούν και διατυπωθούν με σαφήνεια τόσο οι δυνάμεις της κοινωνικής αλλαγής και προόδου όσο και το πλαίσιο – μηχανισμοί πραγμάτωσης της κοινωνικής ισορροπίας και αρμονίας.
Πρώτος ιστορικά ο Ηράκλειτος διείδε και πρόβαλε ως αξίωμα την αέναη μεταλλαγή των πραγμάτων με το αποφθεγματικό «τα πάντα ρει». Συμπληρωματικά με την παραπάνω θέση ο σκοτεινός φιλόσοφος διατύπωσε και την άποψη πως στον κόσμο υπάρχει μια αρμονία – ισορροπία ως αποτέλεσμα των συνεχών συγκρούσεων και αντιθέσεων. Η γνωστή «ΠΑΛΙΝΤΟΝΟΣ ΑΡΜΟΝΙΑ» αποτυπώνει με τον πιο εναργή τρόπο τη δυναμική αλληλουχία των αντιθέσεων. «Εκ των διαφερόντων η «αρμονία» και «Το αντίξουν συμφέρον και εκ των διαφερόντων καλλίστην αρμονίαν» και Αρμονίη αφανής φανερής κρείττων». Η αρμονία, λοιπόν, (παλίντροπος ή παλίντονος) «όκωσπερ λύρης και τόξου».
Οι αντιθέσεις ως το «πρώτο κινούν»
Οι αντιθέσεις που δεν αποδομούν τη φυσική τάξη αλλά δημιουργούν τις αναγκαίες προϋποθέσεις για μια κίνηση – μεταβολή που καταλήγει στη σύνθεση – αρμονία και όχι στο χάος. Κι αυτό συμβαίνει γιατί οι αντιθέσεις στη βαθύτερη ουσία τους συνιστούν μια αδιαχώριστη ενότητα και γι’ αυτό καταλήγουν στη δημιουργική σύνθεση «ημέρα – νύχτα, ανηφόρα – κατηφόρα, πόλεμος – ειρήνη, θέρος – χειμώνας…». Οι αντιθέσεις στον αθέατο πυρήνα τους αλληλοσυμπληρώνονται και ισορροπούν παραπέμποντας στην κυκλική σχέση αλληλουχίας του κινέζου Λάο Τσε στο γνωστό «Γιν και Γιανγκ». Εξάλλου, όπως, θεωρεί και ο Ηράκλειτος: «Συναψίες όλα και ουχ όλα συμφερόμενον διαφερόμενον, συναδόν διάδον και εκ πάντων εν και εξ ενός πάντα».
Η διαφορά, λοιπόν, που ενυπάρχει στα αντίθετα πυροδοτεί την κίνηση και την αδιάκοπη φιλονικία μεταξύ των αντιθέσεων «πάντα κατ’ έριν γίνεσθαι». Ο άνθρωπος, δηλαδή, η κοινωνία και ο κόσμος δεν νοούνται έξω από τις αντιθέσεις και τις αντίρροπες δυνάμεις. Ένας ατέλειωτος δυισμός και μια πολλαπλότητα συνέχει τα πάντα (ψυχή – σώμα, άτομο – κοινωνία, αιτιοκρατία – αβεβαιότητα). Αυτήν την υπόγεια πάλη των αντίθετων δυνάμεων αποκρυσταλλώνει η γνωστή θεωρία του Εμπεδοκλή περί «Φιλότητας» και «νείκους». Η «φιλότης» (αγάπη, έρωτας, έλξη) βοηθά τα τέσσερα «ριζώματα» (πυρ, γη, ύδωρ, αέρας) να έλκονται και να ενώνονται. Αντίθετα το «νείκος» (έχθρα, έριδα, άπωση) διαλύει τις ενώσεις των ριζωμάτων.
Οι δύο αυτές κοσμογονικές δυνάμεις – φιλότης και νείκος – αν και επιφανειακά εδράζονται και τροφοδοτούνται μόνο από τη διαφορά, στο βάθος εκφράζουν μια ολότητα – ενότητα που διέπει το σύμπαν αλλά και κάθε οργανισμό (βιολογικό, κοινωνικό). Η διαφορά, λοιπόν, προκαλεί την κίνηση – σύγκρουση των αντιθέτων οδηγώντας αυτά σε μια σύνθεση, που συνιστά μια νέα κατάσταση που, ωστόσο, εμπεριέχει στοιχεία κι από τις προϋπάρχουσες αντίθετες δυνάμεις. Έτσι, ανοίγει ο δρόμος της διαλεκτικής, μιας συνεχούς περιπέτειας – διαδικασίας έλξεων και απώσεων.
Οι θεωρητικοί της διαλεκτικής
Ο Αριστοτέλης ονόμασε το Ζήνωνα τον Ελεάτη πατέρα της διαλεκτικής. Τους προγόνους της διαλεκτικής (Ηράκλειτο, Ζήνωνα και Εμπεδοκλή) διαδέχτηκε ο Έγελος που πολύ αργότερα όρισε τη διαλεκτική κίνηση των πραγμάτων και της ιστορίας με το γνωστό σχήμα: ΘΕΣΗ – ΑΝΤΙΘΕΣΗ – ΣΥΝΘΕΣΗ. Με το σχήμα αυτό ο Έγελος θέλησε να ερμηνεύσει τα διαδοχικά στάδια ολοκλήρωσης του πνεύματος που λαμβάνεται ως πρωταρχικό στοιχείο και κυρίαρχο έναντι της ύλης.
Αργότερα οι Μαρξ – Ένγκελς απορρίπτοντας το ιδεαλιστικό περιεχόμενο της Εγελιανής φιλοσοφίας οικοδόμησαν τη διαλεκτική στη βάση της υλιστικής αντίληψης του ιστορικού προτσές και της εξέλιξης. Ο διαλεκτικός υλισμός αποτελεί μια οργανική ενότητα του υλισμού και της διαλεκτικής. Ξεκινάει από την άποψη ότι η ύλη είναι το μοναδικό θεμέλιο του κόσμου, παραδέχεται την καθολική αλληλουχία των πραγμάτων και των φαινομένων, την κίνηση και την εξέλιξη του κόσμου σαν αποτέλεσμα των εσωτερικών του αντιθέσεων.
Η διαλεκτική των Μαρξ – Ένγκελς βρίσκει δικαίωση στη θεωρία περί πάλης των τάξεων που συνιστά και τη βαθύτερη αιτία της κοινωνικής εξέλιξης. «Η ιστορία κάθε μέχρι τώρα κοινωνίας είναι η ιστορία ταξικών αγώνων… Ελεύθερος και δούλος, Πατρίκιος και Πληβείος, βαρόνος και δουλοπάροικος, πρωτομάστορας και παραγιός, με μια λέξη καταπιεστής και καταπιεζόμενος βρισκόντουσαν συνεχώς σε αμοιβαία αντίθεση…» (Κομμουνιστικό μανιφέστο).
Η αλλαγή, επομένως, και η πρόοδος του κόσμου απορρέει από την παραγόμενη σύνθεση – νοούμενη ως ενότητα και αρμονία – που παράγει πάντα το καλύτερο αποτέλεσμα. Αρχικά γιατί μορφοποιεί το νέο που υπάρχει ως δυνατότητα στη διαπάλη των αντιθέσεων. Επίσης, η σύνθεση λειτουργεί ως αποχετευτικός αγωγός όλων των αρνητικών της αέναης σύγκρουσης. Απορροφά, δηλαδή, όλα αυτά και δεν τα αφήνει να λειτουργήσουν από μόνα τους ως καταστροφικές δυνάμεις, αλλά τα μετασχηματίζει σε δυναμικά στοιχεία μια νέας κατάστασης.
Η εναντιοδρομία και ο Jung
Τις θέσεις του Ηράκλειτου για την συνένωση – ισορροπία των αντιθέτων υιοθέτησε και ο Karl Jung στην ψυχοθεραπεία. Ο νόμος της εναντιοδρομίας – ως μία προσπάθεια επικοινωνίας και ισορροπίας μεταξύ του συνειδητού (λογική) και του ασυνείδητου (αρχέγονες ορμές) – συνέβαλε σημαντικά στην αυτοπραγμάτωση του ανθρώπου, στο βαθμό που αποδέχτηκε και ενσωμάτωσε τη «φωτεινή» και τη «σκοτεινή» πλευρά του εαυτού του. Ο νόμος της εναντιοδρομίας, σύμφωνα πάντα με τον Jung μάς βοηθά να επικοινωνούμε καλύτερα με τα αντίθετα στοιχεία – κομμάτια του εαυτού μας και να μην εθελοτυφλούμε. Μας βοήθησε να συμφιλιωθούμε με τις αντιθέσεις μας και όχι να τις βλέπουμε και να τις ψέγουμε μόνο στους άλλους.
«Οτιδήποτε μάς εκνευρίζει στους άλλους, μπορεί να οδηγήσει στην κατανόηση του εαυτού μας» -C. G. Jung
Χωρίς, λοιπόν, τη διαφορά και τις αντιθέσεις η φύση, η ζωή και ο πολιτισμός θα είχαν περιπέσει σε παρακμή και σε σήψη. Η διαφορά – οι αντιθέσεις συνιστούν το «πρώτο κινούν» της ζωής και της εξέλιξης. Οι αντιθέσεις που εκδηλώνονται κατά καιρούς στην κοινωνία δεν πρέπει να τρομάζουν. Είναι καθήκον του κάθε ανθρώπου χωριστά αλλά και της κοινωνίας γενικότερα να συνθέτει αυτές τις αντιθέσεις και να μην τις αφήνει να οδηγούν σε χαώδεις καταστάσεις: «Η ενότητα χωρίς της διαφορά είναι ταυτότητα, η διαφορά χωρίς ενότητα είναι – προκαλεί το χάος».
Προς επίρρωση όλων των παραπάνω συνδράμει και η διαπίστωση των Πυθαγορείων περί «αρμονίας» που προκύπτει από την ενοποίηση της πολλαπλότητας του όλου και τη σύμπνοια των διχογνωμιών. Θεωρούσαν, δηλαδή, πως η πραγματικότητα διέπεται από δυναμικές διαλεκτικές αντιθέσεις, του τύπου: «περιττόν – άρτιον», «εν – πλήθος», «ηρεμούν – κινούμεμον», «φως – σκότος».
Στόχος, λοιπόν, η «παλίντονος αρμονία» ως σύνθεση των αντιθέσεων και όχι η απόκρυψή τους. Στη ζωή καθετί γεννάει το αντίθετό του.
«Όταν όλοι τραγουδούν την ίδια νότα, δεν παράγεται αρμονία»
Σε μια τόσο σύντομη φράση, όπως η παραπάνω, ο μεγάλος Εφέσιος φιλόσοφος Ηράκλειτος – ο αποκαλούμενος σκοτεινός φιλόσοφος του αρχαίου Ελληνικού πνεύματος – μπόρεσε να συλλάβει την αλήθεια για την ανθρώπινη ψυχή, διατυπώνοντάς την με μια απέριττη αλλά και συγκλονιστική σαφήνεια.
Ο Ηράκλειτος κατέχει μια ξεχωριστή θέση όχι μόνο στην αρχαία Ελληνική φιλοσοφία, αλλά και στο χώρο της -γιουνγκιανής κυρίως– ψυχοθεραπείας, αφού η ηρακλειτική φιλοσοφία επηρέασε φανερά τον Ελβετό ψυχίατρο και μύστη της ψυχολογίας, Carl G.Jung. Ο Jung ενσωμάτωσε στο φιλοσοφικό του σύστημα αλλά και στις μεθόδους ψυχοθεραπείας που εφάρμοσε, τον περίφημο Νόμο της Εναντιοδρομίας ο οποίος βασίζεται στη φιλοσοφία του Ηράκλειτου περί αρμονίας των αντιθέτων.
Ο Jung απέδωσε την έμπνευση και τη φιλοσοφική σύλληψη αυτού του Νόμου στον ίδιο τον Ηράκλειτο, ο οποίος πρώτος μίλησε για την επιτακτική ανάγκη της συνένωσης των αντιθέτων, τόσο μέσα στη Φύση όσο και μέσα στον ίδιο τον άνθρωπο. Πάνω σε αυτή την ηρακλειτική αρχή, ο Jung προσπαθούσε πάντα –στη διάρκεια της ψυχοθεραπευτικής του πορείας-να απλώσει μια γέφυρα επικοινωνίας ανάμεσα σε δύο φαινομενικά αντίθετα στοιχεία στην προσωπικότητα των εκάστοτε ασθενών του: στο συνειδητό από τη μία (με την ορθολογική σκέψη και τον κριτικό νου) και το ασυνείδητο από την άλλη (με όλες τις αρχέγονες και ατιθάσευτες ενέργειες του.)
Aυτή η συνύπαρξη συνειδητού και ασυνείδητου, με τις εκ διαμέτρου αντίθετες δυνάμεις τους, ήταν για τον Jung το κλειδί της ψυχικής ισορροπίας κάθε ανθρώπου, όπως ακριβώς για τον Ηράκλειτο η θαυμαστή τάξη και λειτουργίας του Σύμπαντος βασιζόταν στην αρμονία των αντίθετων στοιχείων μέσα στη Φύση: μέρα και νύχτα, φως και σκοτάδι, ζέστη και κρύο, χειμώνας και καλοκαίρι.
Η ΙΣΟΡΡΟΠΙΑ ΤΩΝ ΑΝΤΙΘΕΤΩΝ
Για τον Jung, ο Νόμος της Εναντιοδρομίας είναι ο πιο σοφός ψυχολογικός νόμος, αφού εξυπηρετεί την πορεία του ανθρώπου προς την αυτοπραγμάτωσή του, μέσα από τον επαναπροσδιορισμό και την εκ νέου νοηματοδότηση της ζωής του. Σύμφωνα με το Νόμο της Εναντιοδρομίας, όταν μία ενεργειακή ροή, ένα ψυχικό δυναμικό αναπτυχθεί μονομερώς και παγιωθεί ως τρόπος ή στάση ζωής – χωρίς τη συμπλήρωση του αντιθέτου του- θα φτάσει στο ανώτατο σημείο ανάπτυξης και εκδήλωσης και μετά θα ακολουθήσει μία διαμετρικά αντίθετη πορεία από την αρχική, για να μπορέσει η εκδηλωθείσα ψυχική ενέργεια να συμπεριλάβει και να αφομοιώσει το αντίθετό της, που μέχρι τότε είχε παραμεληθεί. Ο Jung είχε πεί πως κάθε ενέργεια έχει πάντα δύο πόλους. Σκοπός λοιπόν της Εναντιοδρομίας είναι η ισορροπία των δύο αυτών αντίθετων πόλων. Για παράδειγμα, όταν κάποιος έχει εκφράσει μια μονοδιάστατη σεξουαλική ζωή, βασισμένη στο έντονο ερωτικό πάθος, την ηδονή, τη συναισθηματική έξαψη και την ενστικτώδη διέγερση , σε βάρος όμως της πνευματικότητας του και της συλλογικής διάστασης της ψυχής του (που περιλαμβάνει τις ανάγκες και των άλλων ανθρώπων, συντρόφων – ερωτικών και μη), με άξονα ικανοποίησης μόνο τη δική του ατομική ψυχή και τις εγωκεντρικές, ναρκισσιστικές της ανάγκες, τότε θα έρθει κάποια στιγμή στη ζωή αυτού του ατόμου, είτε ένα «απροσδόκητο», συνταρακτικό γεγονός (με τη μορφή ενός σοβαρού ατυχήματος ή μιας καταλυτικής «ατυχίας»), είτε ένα «ανεξήγητο», αλλά επίμονο σύμπτωμα (ψυχοσωματικό ή οργανικό), είτε μία παρατεταμένη, βαθιά μελαγχολία, ή ακόμα μια τυραννική ιδεοληψία (φοβίες που πρίν δεν υπήρχαν και μοιαζουν ακατανόητες, έντονες υποχονδριακές τάσεις καί ιδεοψυχαναγκαστικές-καταναγκαστικές συμπεριφορές), που θα εκδηλωθούν ως μία κρίσιμη και αποφασιστική καμπή, μια σχεδόν οριακή κατάσταση -ανάμεσα στην κατάρρευση και την ανύψωση-, μια ισορροπία σε τεντωμένο σχοινί, ώστε να μπορέσει η μέχρι τότε μονομερής και εγωκεντρική έκφραση της σεξουαλικότητας να μεταστοιχειωθεί στο συναισθηματικό μοίρασμα με τον άλλον και στην αναγνώριση μιας πνευματικής, ανώτερης διάστασης στη ψυχή του ίδιου του ατόμου, που μέχρι τότε παρέμενε ανεκδίπλωτη.
Η ΣΕΞΟΥΑΛΙΚΗ ΖΩΗ
Η πορεία της ανθρώπινης σεξουαλικότητας για τον Jung, είναι μία τέλεια εφαρμογή του Νόμου της Εναντιοδρομίας: Ξεκινάει δυναμικά και ορμητικά μέσα στα ένστικτα και τα πάθη, φτάνει σε ανώτατα επίπεδα κορύφωσης, διέγερσης και πλήρωσης για να ακολουθήσει στη μέση περίπου ηλικία (το χρονικό σημείο όπου εμφανίζεται η Εναντιοδρομία) μια σταδιακά, καθοδική πορεία. Τα ένστικτα και οι ορμές υποχωρούν για να εισέλθουν πιο πνευματικά και ψυχικά στοιχεία. Κάποιος που δε θα λάβει υπ’ όψιν του την εκδήλωση του Νόμου της Εναντιοδρομίας, θα οδηγηθεί σύμφωνα με τον Jung, σε σεξουαλικές νευρώσεις και συναισθηματικές διαταραχές, η σοβαρότητα των οποίων θα εξαρτηθεί από την μέχρι τότε ζωή του ατόμου. Ο Νόμος της Εναντιοδρομίας, έχει τις δικές του συνέπειες. Μια ζωή στραμμένη αποκλειστικά στη σεξουαλικότητα και τον αισθησιασμό, θα φέρει αρχικά ίσως ηδονή και ικανοποίηση, αργότερα όμως σεξουαλικές δυσλειτουργίες και κατάθλιψη. Βέβαια, η Εναντιοδρομία, μπορεί να ισχύσει και στην αντίθετη περίπτωση:
Κάποιος που ζει μια αποστειρωμένη – συναισθηματικά, ερωτικά και σεξουαλικά – πνευματική ζωή, προς χάριν της διανόησης και σε βάρος της σεξουαλικής και της υλιστικής του πλευράς, να νιώσει- σε κάποια αναπάντεχη φάση της ζωής του- ένα πρωτόγνωρο, ερωτικό πάθος, τόσο έντονο και παράφορο, που να τον εκτρέψει τελείως από την μέχρι τότε πνευματική και ήρεμη πορεία της ζωής του. Ή πάλι μπορεί να εμφανίσει συμπτώματα ανίας, κατάθλιψης, συναισθηματικού κενού, που θα του υπενθυμίζουν πάντα ότι ένα κομμάτι του εαυτού του – λιγότερο πνευματικό αλλά εξίσου σημαντικό έχει μείνει ανέκφραστο και ανολοκλήρωτο.
Ο ΑΝΙΚΑΝΟΠΟΙΗΤΟΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΜΑΤΙΑΣ
Ο ίδιος Jung ανέφερε ως «τυπικό παράδειγμα Εναντιοδρομίας» την περίπτωση ενός ασθενή του, ο οποίος κατάφερε να γίνει ένας αυτοδημιούργητος επιχειρηματίας με πάρα πολλά λεφτά. Ζούσε μόνο για τη δουλειά του. Όλο του το είναι είχε αναπτυχθεί προς την κατεύθυνση της υλικής μόνο δημιουργίας με τα πολλά χρήματα, τα πολλά ταξίδια, τα πολυτελή σπίτια και τις επιχειρηματικές δραστηριότητες. Όταν αυτός ο άνθρωπος αποφάσισε κάποια στιγμή να ξεκουραστεί από αυτόν τον τρόπο ζωής, και να ζήσει πιο ήρεμα, έπεσε σε μια κατάσταση παρατεταμένου άγχους, με επίμονες σωματικές ενοχλήσεις. Αποφάσισε να ξαναγυρίσει στον γνώριμο τρόπο ζωής, με τις συνεχείς ασχολίες, αλλά τα πράγματα χειροτέρεψαν καθώς ο επιχειρηματίας δεν είχε πλέον την παραμικρή διάθεση να εργαστεί, να βγάζει λεφτά ή να ταξιδεύει. Άρχισε να εμφανίζει έντονες υποχονδριακές κρίσεις και καταθλιπτικά συμπτώματα. Κατά τον Jung, όλα αυτά ήταν εκδηλώσεις του Νόμου της Εναντιοδρομίας, αφού ο άνθρωπος αυτός είχε παραμελήσει βαθύτερες ανάγκες του εαυτού του και του σώματός του, για να πετύχει μόνο σε ένα καθαρά εξωτερικό, υλικό επίπεδο. Η υποχονδρία και η κατάθλιψη ήταν το μήνυμα να αρχίσει να στρέφει το ενδιαφέρον του από την εξωτερική εικόνα του εαυτού του προς τις πιο εσωτερικές πτυχές της προσωπικότητάς του. Η Εναντιοδρομία ζητάει αυτό ακριβώς: ίση μεταχείριση και της πνευματικής και της υλικής μας πλευράς. Να μη ζούμε μόνο ούτε μέσα στο σώμα, αλλά ούτε και έξω από αυτό.
Η ΕΞΗΓΗΣΗ ΤΩΝ ΚΟΙΝΩΝΙΚΩΝ ΚΡΙΣΕΩΝ
Πέρα όμως από τις ατομικές περιπτώσεις του καθενός από εμάς, η Εναντιοδρομία μπορεί να εκδηλωθεί και σε κοινωνικό επίπεδο, ως το ψυχικό αντιστάθμισμα απέναντι στην κυρίαρχη τάση που επικρατεί σε έναν πολιτισμό.
Αν για παράδειγμα, η κυρίαρχη τάση σε μια κοινωνία είναι μια ψευδεπίγραφη κατάκτηση λογικής καί συνείδησης, και υλικής μονάχα δημιουργίας, με τη μορφή του πλουτισμού και μιας στείρας -απονεκρωμένης συναισθηματικά- τεχνολογικής εξέλιξης, τότε η Εναντιοδρομία θα εκδηλωθεί ως μια παράλογη, ασυνείδητη, μαζική καταστροφή, ως μοναξιά, απομόνωση και απειλή για την ασφάλεια του πολιτισμού και τη λειτουργία της κοινωνίας. Ο Jung είχε πεί πως σε κοινωνικό επίπεδο η Εναντιοδρομία μπορεί να προσλάβει μια τόσο βίαιη και απειλητική μορφή έκφρασης, ώστε να μπορέσει να αφυπνίσει όσο το δυνατό περισσότερες συνειδήσεις. Μπορεί να πάρει ακόμα και την μορφή ενός πολέμου-«ο πόλεμος είναι ο πατέρας των πάντων» είχε πεί ο Ηράκλειτος. Από τον πόλεμο ξεκινούν όλα. Τίποτα δεν κερδίζεται χωρίς μάχη.
Τα γεγονότα του Δεκεμβρίου του 2008 στην Ελλάδα, με τις λεηλασίες και τις καταστροφές σε μαγαζιά και αυτοκίνητα, είναι σαφείς εκδηλώσεις του Νόμου της Εναντιοδρομίας σε κοινωνικό πλέον επίπεδο. Όσοι χαρακτήρισαν αυτές τις πραγματικά βίαιες συμπεριφορές ως «βανδαλισμούς των οργισμένων νέων απέναντι στην οικονομική κρίση και την διάβρωση των θεσμών», απλώς αναπαρήγαγαν μια ερμηνεία ευρείας κατανάλωσης. Η οργή δεν είναι τόσο απέναντι στην οικονομική κρίση (στην ψυχανάλυση άλλωστε όπως και στην γιουνγκιανή ψυχολογία τα χρήματα και κάθε τι που σχετίζεται με αυτά είναι συμβολισμοί των βαθύτερων, συναισθηματικών αναγκών μας) όσο απέναντι στην κρίση των σχέσεων μας με την Φύση, με τους άλλους και κυρίως με τις ανώτερες πνευματικές μας ανάγκες- η εκπλήρωση των οποίων θα μπορέσει να δώσει το πολυπόθητο νόημα στη ζωή μας. Η διαρκής αύξηση των ψυχικών διαταραχών δεν είναι τυχαία. Ο σημερινός άνθρωπος έχει περιέλθει σε τέτοια κατάσταση μονοδιάστατης ανάπτυξης καί επιβίωσης που μοιάζει πραγματικά να «προκαλεί την τύχη του» (Jung). Η μοναξιά, το άγχος, η απομόνωση των ανθρώπων, η αύξηση της κατάθλιψης και των ψυχοσωματικών παθήσεων παγκοσμίως, είναι επίσης εκδηλώσεις του Νόμου της Εναντιοδρομίας απέναντι σε μια εποχή πλούσιας τεχνολογικά και υλικά αλλά πολύ φτωχής σε συναισθηματικές αποχρώσεις που χαρακτηρίζονται από μια λεπτοφυή πνευματικότητα. Ειδικά στην σύγχρονη εποχή που ζούμε και στο επίπεδο που βρίσκεται ο σημερινός πολιτισμός, ο άνθρωπος μοιάζει πιο διχασμένος, πιο διασπασμένος από ποτέ. Η Ηρακλειτική αρμονία των αντιθέτων δείχνει να έχει διαταραχθεί σοβαρά. Και όταν η αρμονία των αντιθέτων διαταράσσεται, η εύθραυστη ψυχική ισορροπία κλονίζεται και καταρρέει. Κανένας πολιτισμός δεν μπορεί να είναι βιώσιμος όταν αναπτύσσεται προς μία μόνο κατεύθυνση.
ΑΠΟΔΙΚΟΠΟΙΩΝΤΑΣ ΤΗ ΖΩΗ ΜΑΣ
Η Αναλυτική Ψυχολογία του Jung είχε ενσωματώσει στις ψυχοθεραπευτικές μεθόδους της την τεράστια θεραπευτική αξία του Ηρακλειτικού Νόμου της Εναντιοδρομίας: ότι είναι χρήσιμο για τον άνθρωπο και τον εξυπηρετεί στην αυγή της ζωής του, θα πάψει να τον εξυπηρετεί το απομεσήμερο και πολύ περισσότερο στο σούρουπο του γήινου ταξιδιού του. Αναλύοντας κατ’ αυτόν τον τρόπο την Εναντιοδρομία, ο Jung μπόρεσε να επινοήσει διαφορετικές θεραπευτικές τεχνικές και να τις προσαρμόσει ανάλογα με το ηλικιακό στάδιο των ασθενών του, ώστε να καλύπτει τις ασυνείδητες κάθε φορά ανάγκες τους και επιθυμίες τους. Με την Εναντιοδρομία, η χρησιμότητα των εμπειριών του παρελθόντος μεταστοιχειώνεται σε σοφία των αναγκών του παρόντος. Ο άνθρωπος τότε δεν έχει ανάγκη να ξαναζήσει ότι έζησε, εμμένοντας πεισματικά σε έναν ξεπερασμένο και άκαμπτο τρόπο ζωής, αλλά αποφασίζει να προχωρήσει συνειδητά μπροστά, συνθέτοντας ξανά τη ζωή του. Με όσα ειπώθηκαν παραπάνω, γίνεται πλέον πιο σαφής η ανεκτίμητη αξία που έχει η κατανόηση και η αποκρυπτογράφηση του Νόμου της Εναντιοδρομίας στην ψυχοθεραπεία. Η αποκωδικοποίηση των απρόσμενων γεγονότων της ζωής και των ψυχοσωματικών διαταραχών, αλλά και των ακραίων ακόμα κοινωνικών φαινομένων, βοηθούν τον άνθρωπο να αποκτήσει μια άλλη οπτική απέναντι σε ότι του συμβαίνει και σε ότι παρατηρεί, ώστε να μπορέσει τελικά να συνενώσει όλα τα διασπασμένα στοιχεία μέσα του και να κατανοήσει πως η ψυχική του υγεία βρίσκεται στην ένωση των αντιθέτων και όχι στο βίαιο διαχωρισμό τους.
Ο ΝΟΜΟΣ ΤΗΣ ΕΝΟΤΗΤΑΣ
Ο Νόμος της Εναντιοδρομίας βρίσκεται πολύ κοντά στον άλλο κορυφαίο Νόμο, το Νόμο της Ενότητας : όλα ξεκινούν από την ίδια Ανώτερη Πηγή, επομένως και τα «αντίθετα» συνδέονται, ενώνονται μεταξύ τους και δεν διαχωρίζονται: «από όλα το ένα κι από το ένα τα πάντα» (Ηράκλειτος, απ.10). Ακόμα και οι δυσάρεστες, οι επώδυνες εμπειρίες που βιώνουμε, μας συμβαίνουν πάντα για έναν ανώτερο σκοπό. Το κακό δε βρίσκεται απέναντι από το καλό, αλλά ακριβώς δίπλα. Τα δυσάρεστα γεγονότα της ζωής δεν είναι οι αντίθετοι πόλοι των ευχάριστων καταστάσεων, αλλά το απαραίτητο συμπλήρωμά τους, ώστε να κατανοήσουμε τον ανώτερο προορισμό του γήινου ταξιδιού μας (Εναντιοδρομία) και να ενωθούμε με τον διχασμένο εαυτό μας, με τους συνανθρώπους μας, και τελικά με την ίδια τη Ζωή (Νόμος της Ενότητας). Ο Νόμος της Εναντιοδρομίας όπως και ο Νόμος της Ενότητας δεν είναι μια ακόμα μεταφυσική προσέγγιση. Είναι ένας πραγματικός, ψυχολογικός Νόμος, που προάγει την αυτογνωσία και κατ’ επέκταση τη ψυχική υγεία του ανθρώπου και αποτελεί αληθινό κλειδί γνώσης που ανοίγει τις πόρτες στην ιδιαίτερη και λεπτή τέχνη της ψυχοθεραπείας.
ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ
Η Παλίντονος Αρμονία και ο νόμος της Εναντιοδρομίας
«Το μυαλό του πολιτισμένου ανθρώπου είναι ένα μουσείο από αντιμαχόμενες αλήθειες» -Remy de Gourmont, Γάλλος ποιητής
Η αξιολόγηση ενός ανθρώπου, μιας συμπεριφοράς, ενός πολιτισμού ή μιας εποχής είναι συνάρτηση του κριτηρίου που επιλέγουμε. Κάθε αλλαγή του κριτηρίου επιφέρει αναπόδραστα και αλλαγές στο αποτέλεσμα της αξιολόγησης. Γι’ αυτό είναι αναγκαίο – όχι μόνο για την επιστήμη – για τον κάθε άνθρωπο χωριστά αλλά και για την κοινωνία να γνωρίζει τη βαθύτερη δομή κάθε συστήματος και ανάλογα να επιλέγει το κριτήριο αξιολόγησης. Ένα από τα κριτήρια είναι και το στοιχείο της αντίθεσης που διαποτίζει κάθε πτυχή της ζωής μας και του πολιτισμού μας.
Οι διαπιστώσεις πολιτικού κόμματος για την ταυτότητα της εποχής μας είναι καίριες και αποτυπώνουν με ενάργεια το θεμελιακό στοιχείο της αντίθεσης που θεωρείται ως το «πρώτο κινούν» της ζωής και του πολιτισμού στη διαχρονική τους πορεία: «Ο σύγχρονος κόσμος είναι πολύμορφος, περίπλοκος, δυναμικός, γεμάτος ανταγωνιστικές τάσεις και αντιθέσεις. Ταυτόχρονα, όμως, είναι αλληλεξαρτώμενος και ενωμένος. Έχουμε ενότητα της πολυμορφίας. Ακριβώς η αλληλεξάρτηση και η ενότητα του κόσμου δίνουν μία νέα ερμηνεία και κατάταξη στις σύγχρονες αντιθέσεις».
«Συνάψεις όλα και ουχ όλα, συμφερόμενον διαφερόμενον, συνάδον διάδον, και εκ πάντων εν και εξ ενός πάντα»
(Ηράκλειτος, Οι συνδέσεις είναι όλα κι όχι όλα, ομόνοια, διχόνοια, συμφωνία, ασυμφωνία, και το ένα γεννιέται απ’ όλα και από το ένα από όλα).
Η αρμονία των αντιθέτων
Μία από τις μεγάλες συγκρούσεις στον επιστημονικό τομέα ήταν η σύγκρουση ανάμεσα στο ΝΤΕΡΤΕΡΜΙΝΙΣΜΟ (αιτιοκρατία) και στην ΑΡΧΗ της ΒΕΒΑΙΟΤΗΤΑΣ. Εκεί που όλοι είχαν αποδεχτεί την εξουσία κάποιων αιώνιων και αμετάβλητων φυσικών κανόνων που διέπουν τον κόσμο και ρυθμίζουν την «τάξη» - ισορροπία του, ήρθε το 1927 ο Χάιζενμπεργκ και διατύπωσε την «αρχή της αβεβαιότητας» προβάλλοντας με έμφαση τα στοιχεία της απροσδιοριστίας, της ανακολουθίας και της μη – κανονικότητας. Οι φυσικοί επιστήμονες ερίζουν όχι τόσο για την αρχή της δημιουργίας του κόσμου – το «σωματίδιο του Θεού» και τα νεοανακαλυφθέντα βαρυτικά κύματα, ίσως δώσουν – έδωσαν πειστικές απαντήσεις – όσο για το μυστήριο της αρμονίας – ισορροπίας του σύμπαντος.
Από παλιά φιλόσοφοι, φυσικοί και θεολόγοι πασχίζουν να ανιχνεύσουν εκείνη τη δύναμη – στοιχείο που προκαλεί την κίνηση στο συμπαντικό κόσμο, επιφέρει την αλλαγή και την πρόοδο χωρίς να χάνεται η ισορροπία. Στην ομάδα των παραπάνω μελετητών προστέθηκαν και οι κοινωνιολόγοι ως εκφραστές της αγωνίας – επιθυμίας των ανθρώπων να οριστούν και διατυπωθούν με σαφήνεια τόσο οι δυνάμεις της κοινωνικής αλλαγής και προόδου όσο και το πλαίσιο – μηχανισμοί πραγμάτωσης της κοινωνικής ισορροπίας και αρμονίας.
Πρώτος ιστορικά ο Ηράκλειτος διείδε και πρόβαλε ως αξίωμα την αέναη μεταλλαγή των πραγμάτων με το αποφθεγματικό «τα πάντα ρει». Συμπληρωματικά με την παραπάνω θέση ο σκοτεινός φιλόσοφος διατύπωσε και την άποψη πως στον κόσμο υπάρχει μια αρμονία – ισορροπία ως αποτέλεσμα των συνεχών συγκρούσεων και αντιθέσεων. Η γνωστή «ΠΑΛΙΝΤΟΝΟΣ ΑΡΜΟΝΙΑ» αποτυπώνει με τον πιο εναργή τρόπο τη δυναμική αλληλουχία των αντιθέσεων. «Εκ των διαφερόντων η «αρμονία» και «Το αντίξουν συμφέρον και εκ των διαφερόντων καλλίστην αρμονίαν» και Αρμονίη αφανής φανερής κρείττων». Η αρμονία, λοιπόν, (παλίντροπος ή παλίντονος) «όκωσπερ λύρης και τόξου».
Οι αντιθέσεις ως το «πρώτο κινούν»
Οι αντιθέσεις που δεν αποδομούν τη φυσική τάξη αλλά δημιουργούν τις αναγκαίες προϋποθέσεις για μια κίνηση – μεταβολή που καταλήγει στη σύνθεση – αρμονία και όχι στο χάος. Κι αυτό συμβαίνει γιατί οι αντιθέσεις στη βαθύτερη ουσία τους συνιστούν μια αδιαχώριστη ενότητα και γι’ αυτό καταλήγουν στη δημιουργική σύνθεση «ημέρα – νύχτα, ανηφόρα – κατηφόρα, πόλεμος – ειρήνη, θέρος – χειμώνας…». Οι αντιθέσεις στον αθέατο πυρήνα τους αλληλοσυμπληρώνονται και ισορροπούν παραπέμποντας στην κυκλική σχέση αλληλουχίας του κινέζου Λάο Τσε στο γνωστό «Γιν και Γιανγκ». Εξάλλου, όπως, θεωρεί και ο Ηράκλειτος: «Συναψίες όλα και ουχ όλα συμφερόμενον διαφερόμενον, συναδόν διάδον και εκ πάντων εν και εξ ενός πάντα».
Η διαφορά, λοιπόν, που ενυπάρχει στα αντίθετα πυροδοτεί την κίνηση και την αδιάκοπη φιλονικία μεταξύ των αντιθέσεων «πάντα κατ’ έριν γίνεσθαι». Ο άνθρωπος, δηλαδή, η κοινωνία και ο κόσμος δεν νοούνται έξω από τις αντιθέσεις και τις αντίρροπες δυνάμεις. Ένας ατέλειωτος δυισμός και μια πολλαπλότητα συνέχει τα πάντα (ψυχή – σώμα, άτομο – κοινωνία, αιτιοκρατία – αβεβαιότητα). Αυτήν την υπόγεια πάλη των αντίθετων δυνάμεων αποκρυσταλλώνει η γνωστή θεωρία του Εμπεδοκλή περί «Φιλότητας» και «νείκους». Η «φιλότης» (αγάπη, έρωτας, έλξη) βοηθά τα τέσσερα «ριζώματα» (πυρ, γη, ύδωρ, αέρας) να έλκονται και να ενώνονται. Αντίθετα το «νείκος» (έχθρα, έριδα, άπωση) διαλύει τις ενώσεις των ριζωμάτων.
Οι δύο αυτές κοσμογονικές δυνάμεις – φιλότης και νείκος – αν και επιφανειακά εδράζονται και τροφοδοτούνται μόνο από τη διαφορά, στο βάθος εκφράζουν μια ολότητα – ενότητα που διέπει το σύμπαν αλλά και κάθε οργανισμό (βιολογικό, κοινωνικό). Η διαφορά, λοιπόν, προκαλεί την κίνηση – σύγκρουση των αντιθέτων οδηγώντας αυτά σε μια σύνθεση, που συνιστά μια νέα κατάσταση που, ωστόσο, εμπεριέχει στοιχεία κι από τις προϋπάρχουσες αντίθετες δυνάμεις. Έτσι, ανοίγει ο δρόμος της διαλεκτικής, μιας συνεχούς περιπέτειας – διαδικασίας έλξεων και απώσεων.
Οι θεωρητικοί της διαλεκτικής
Ο Αριστοτέλης ονόμασε το Ζήνωνα τον Ελεάτη πατέρα της διαλεκτικής. Τους προγόνους της διαλεκτικής (Ηράκλειτο, Ζήνωνα και Εμπεδοκλή) διαδέχτηκε ο Έγελος που πολύ αργότερα όρισε τη διαλεκτική κίνηση των πραγμάτων και της ιστορίας με το γνωστό σχήμα: ΘΕΣΗ – ΑΝΤΙΘΕΣΗ – ΣΥΝΘΕΣΗ. Με το σχήμα αυτό ο Έγελος θέλησε να ερμηνεύσει τα διαδοχικά στάδια ολοκλήρωσης του πνεύματος που λαμβάνεται ως πρωταρχικό στοιχείο και κυρίαρχο έναντι της ύλης.
Αργότερα οι Μαρξ – Ένγκελς απορρίπτοντας το ιδεαλιστικό περιεχόμενο της Εγελιανής φιλοσοφίας οικοδόμησαν τη διαλεκτική στη βάση της υλιστικής αντίληψης του ιστορικού προτσές και της εξέλιξης. Ο διαλεκτικός υλισμός αποτελεί μια οργανική ενότητα του υλισμού και της διαλεκτικής. Ξεκινάει από την άποψη ότι η ύλη είναι το μοναδικό θεμέλιο του κόσμου, παραδέχεται την καθολική αλληλουχία των πραγμάτων και των φαινομένων, την κίνηση και την εξέλιξη του κόσμου σαν αποτέλεσμα των εσωτερικών του αντιθέσεων.
Η διαλεκτική των Μαρξ – Ένγκελς βρίσκει δικαίωση στη θεωρία περί πάλης των τάξεων που συνιστά και τη βαθύτερη αιτία της κοινωνικής εξέλιξης. «Η ιστορία κάθε μέχρι τώρα κοινωνίας είναι η ιστορία ταξικών αγώνων… Ελεύθερος και δούλος, Πατρίκιος και Πληβείος, βαρόνος και δουλοπάροικος, πρωτομάστορας και παραγιός, με μια λέξη καταπιεστής και καταπιεζόμενος βρισκόντουσαν συνεχώς σε αμοιβαία αντίθεση…» (Κομμουνιστικό μανιφέστο).
Η αλλαγή, επομένως, και η πρόοδος του κόσμου απορρέει από την παραγόμενη σύνθεση – νοούμενη ως ενότητα και αρμονία – που παράγει πάντα το καλύτερο αποτέλεσμα. Αρχικά γιατί μορφοποιεί το νέο που υπάρχει ως δυνατότητα στη διαπάλη των αντιθέσεων. Επίσης, η σύνθεση λειτουργεί ως αποχετευτικός αγωγός όλων των αρνητικών της αέναης σύγκρουσης. Απορροφά, δηλαδή, όλα αυτά και δεν τα αφήνει να λειτουργήσουν από μόνα τους ως καταστροφικές δυνάμεις, αλλά τα μετασχηματίζει σε δυναμικά στοιχεία μια νέας κατάστασης.
Η εναντιοδρομία και ο Jung
Τις θέσεις του Ηράκλειτου για την συνένωση – ισορροπία των αντιθέτων υιοθέτησε και ο Karl Jung στην ψυχοθεραπεία. Ο νόμος της εναντιοδρομίας – ως μία προσπάθεια επικοινωνίας και ισορροπίας μεταξύ του συνειδητού (λογική) και του ασυνείδητου (αρχέγονες ορμές) – συνέβαλε σημαντικά στην αυτοπραγμάτωση του ανθρώπου, στο βαθμό που αποδέχτηκε και ενσωμάτωσε τη «φωτεινή» και τη «σκοτεινή» πλευρά του εαυτού του. Ο νόμος της εναντιοδρομίας, σύμφωνα πάντα με τον Jung μάς βοηθά να επικοινωνούμε καλύτερα με τα αντίθετα στοιχεία – κομμάτια του εαυτού μας και να μην εθελοτυφλούμε. Μας βοήθησε να συμφιλιωθούμε με τις αντιθέσεις μας και όχι να τις βλέπουμε και να τις ψέγουμε μόνο στους άλλους.
«Οτιδήποτε μάς εκνευρίζει στους άλλους, μπορεί να οδηγήσει στην κατανόηση του εαυτού μας» -C. G. Jung
Χωρίς, λοιπόν, τη διαφορά και τις αντιθέσεις η φύση, η ζωή και ο πολιτισμός θα είχαν περιπέσει σε παρακμή και σε σήψη. Η διαφορά – οι αντιθέσεις συνιστούν το «πρώτο κινούν» της ζωής και της εξέλιξης. Οι αντιθέσεις που εκδηλώνονται κατά καιρούς στην κοινωνία δεν πρέπει να τρομάζουν. Είναι καθήκον του κάθε ανθρώπου χωριστά αλλά και της κοινωνίας γενικότερα να συνθέτει αυτές τις αντιθέσεις και να μην τις αφήνει να οδηγούν σε χαώδεις καταστάσεις: «Η ενότητα χωρίς της διαφορά είναι ταυτότητα, η διαφορά χωρίς ενότητα είναι – προκαλεί το χάος».
Προς επίρρωση όλων των παραπάνω συνδράμει και η διαπίστωση των Πυθαγορείων περί «αρμονίας» που προκύπτει από την ενοποίηση της πολλαπλότητας του όλου και τη σύμπνοια των διχογνωμιών. Θεωρούσαν, δηλαδή, πως η πραγματικότητα διέπεται από δυναμικές διαλεκτικές αντιθέσεις, του τύπου: «περιττόν – άρτιον», «εν – πλήθος», «ηρεμούν – κινούμεμον», «φως – σκότος».
Στόχος, λοιπόν, η «παλίντονος αρμονία» ως σύνθεση των αντιθέσεων και όχι η απόκρυψή τους. Στη ζωή καθετί γεννάει το αντίθετό του.
«Όταν όλοι τραγουδούν την ίδια νότα, δεν παράγεται αρμονία»
Richard Dawkins: Παρηγοριά, ένα αναγκαίο κακό
Έφτασε η ώρα να ασχοληθούμε με τον σημαντικότερο ρόλο που διαδραματίζει ο Θεός, εκείνον του παρηγορητή· θα εξετάσουμε και την ανθρωπιστική πρόκληση να βάλουμε κάτι άλλο στη θέση του.
Ακόμη και όσοι δέχονται ότι ο Θεός πιθανόν δεν υπάρχει, και ότι δεν είναι αναγκαίος για την ηθική, επανέρχονται συνεχώς σε ένα θέμα: Την υποτιθέμενη ψυχολογική ή συναισθηματική ανάγκη για ένα θεό. Αν αφαιρέσουμε τη θρησκεία, ρωτούν επιθετικά, τι θα βάλουμε στη θέση της; Τι θα προσφέρουμε στους ετοιμοθάνατους ασθενείς, στους θρηνολογούντες απελπισμένους, στις μοναχικές Eleanor Rigby για τις οποίες ο Θεός είναι ο μοναδικός τους φίλος;
Η πρώτη απάντηση που πρέπει να δώσουμε δεν αξίζει καν τον κόπο να αναφέρεται: Η ικανότητα της θρησκείας να παρηγορεί δεν της προσδίδει αλήθεια. Έστω κι αν κάναμε μια τεράστια παραχώρηση· έστω κι αν αποδεικνυόταν τελεσίδικα ότι η πίστη στην ύπαρξη του Θεού είναι απολύτως ουσιώδης για την ψυχολογική και συναισθηματική υγεία του ανθρώπου· έστω κι αν όλοι οι άθεοι είναι απελπισμένοι νευρωτικοί που ωθούνται στην αυτοκτονία από το ανελέητο κοσμικό άγχος —τίποτε από όλα αυτά δεν θα προσέφερε την παραμικρή ένδειξη ότι η θρησκευτική πίστη είναι αληθινή. Ίσως προσφέρει ενδείξεις πως αξίζει να πείσει κανείς τον εαυτό του ότι υπάρχει Θεός —έστω κι αν δεν υπάρχει. Όπως αναφέραμε ήδη, ο Dennett, στο Breaking the Spell, κάνει μια διάκριση μεταξύ της πίστης στον Θεό και της πίστης στην πίστη· την πίστη ότι αξίζει να πιστεύουμε, έστω κι αν η ίδια η πίστη στερείται αντικειμένου:
«Πιστεύω, Κύριε! Αλλά βοήθησέ με, διότι η πίστη μου δεν είναι ισχυρή» (Κατά Μάρκον, 9:24).
Οι πιστοί ενθαρρύνονται να ομολογούν την πίστη τους, πεπεισμένοι ή όχι για αυτήν. Ίσως, με αρκετά συχνή επανάληψη, να καταφέρει κανείς να πείσει τον εαυτό του για την αλήθεια της. Νομίζω ότι όλοι γνωρίζουμε ανθρώπους οι οποίοι απολαμβάνουν την ιδέα της θρησκευτικής πίστης και δυσανασχετούν με τις επιθέσεις εναντίον της, μολονότι παραδέχονται διατακτικά ότι οι ίδιοι δεν πιστεύουν. Εξεπλάγην κάπως όταν ανακάλυψα ένα πρώτης τάξεως παράδειγμα στο βιβλίο The Limits of Science (Τα όρια της επιστήμης) του ήρωα μου, του Peter Medawar:
«Λυπούμαι που δεν πιστεύω στον Θεό και τις θρησκευτικές απαντήσεις γενικά, διότι θεωρώ ότι, αν υπήρχαν ικανοποιητικοί επιστημονικοί και φιλοσοφικοί λόγοι για την πίστη στον Θεό, θα έβρισκαν ικανοποίηση και ανακούφιση όλοι όσοι τον έχουν ανάγκη».
Αφότου διάβασα τη διάκριση του Dennett, έχω βρει επανειλημμένα την ευκαιρία να την εφαρμόσω. Δεν αποτελεί υπερβολή να πω ότι η πλειονότητα των άθεων που γνωρίζω κρύβουν τον αθεϊσμό τους πίσω από ένα προσωπείο ευλάβειας. Οι ίδιοι δεν πιστεύουν σε τίποτε το υπερφυσικό, ωστόσο διατηρούν μια ασαφή αδυναμία στην πίστη στο παράλογο. Πιστεύουν στην πίστη. Είναι εκπληκτικό το πόσο πολλοί φαίνεται να μην μπορούν να διακρίνουν τη διαφορά μεταξύ της πρότασης «το X αληθεύει» και της πρότασης «αξίζει οι άνθρωποι να πιστεύουν ότι το X αληθεύει». Ίσως βέβαια δεν διαπράττουν πραγματικά αυτό το λογικό σφάλμα, αλλά απλώς θεωρούν την αλήθεια ασήμαντη σε σύγκριση με τα ανθρώπινα συναισθήματα. Δεν σκοπεύω να απαξιώσω τα ανθρώπινα συναισθήματα. Αλλά σε κάθε συζήτηση ας γνωρίζουμε για τι πράγμα μιλάμε: για τα συναισθήματα ή για την αλήθεια. Αμφότερα μπορεί να είναι σημαντικά, ωστόσο δεν ταυτίζονται.
Σε κάθε περίπτωση πάντως, η υποθετική παραχώρησή μου υπήρξε υπερβολική και λανθασμένη. Δεν έχω υπόψη μου καμία ένδειξη ότι οι άθεοι διακατέχονται από οποιαδήποτε γενική τάση προς τη δυστυχία, το άγχος και την απόγνωση. Κάποιοι άθεοι είναι ευτυχείς και άλλοι αξιολύπητοι. Παρομοίως, κάποιοι χριστιανοί, ιουδαίοι, μουσουλμάνοι, ινδουιστές και βουδιστές είναι αξιολύπητοι, ενώ άλλοι ευτυχείς. Ίσως υπάρχουν στατιστικές ενδείξεις για τη σχέση μεταξύ ευτυχίας και πίστης (ή έλλειψης πίστης), αλλά αμφιβάλλω εάν πρόκειται για αξιόλογη σχέση, ούτως ή άλλως. Θεωρώ περισσότερο ενδιαφέρον να αναρωτηθούμε εάν υπάρχει κάποιος καλός λόγος να αισθανόμαστε κατάθλιψη ζώντας χωρίς Θεό. Θα τελειώσω αυτό το βιβλίο υποστηρίζοντας ότι, αντιθέτως, κάθε άλλο παρά αδύνατη είναι μια ευτυχισμένη και ολοκληρωμένη ζωή χωρίς θρησκεία και πίστη στο υπερφυσικό. Πρώτα, ωστόσο, πρέπει να εξετάσω τους ισχυρισμούς της θρησκείας ότι προσφέρει παρηγοριά.
Η παρηγοριά κατά το Σύντομο λεξικό της Οξφόρδης συνίσταται στην απάλυνση της θλίψης ή της οδύνης. Θα διακρίνω δύο τύπους παρηγοριάς.
1. Άμεση φυσική παρηγοριά. Ένας άνθρωπος αποκλεισμένος για μια ολόκληρη παγερή νύχτα στα χιόνια ίσως βρει ανακούφιση στην παρουσία ενός μεγάλου, ζεστού σκύλου του Αγίου Βερνάρδου —χωρίς να ξεχνάμε το φλασκί με μπράντι στο λαιμό του ζώου. Ένα κοριτσάκι που κλαίει ίσως παρηγορηθεί με μια δυνατή αγκαλιά και με λίγα ενθαρρυντικά λόγια.
2. Παρηγοριά μέσω ανακάλυψης ενός γεγονότος το οποίο δεν είχε εκτιμηθεί προηγουμένως, ή ενός άγνωστου προηγουμένως τρόπον αντιμετώπισης τωρινών δεδομένων. Μια γυναίκα της οποίας ο σύζυγος σκοτώθηκε στον πόλεμο ίσως παρηγορηθεί αν ανακαλύψει ότι περιμένει το παιδί του, ή ότι εκείνος πέθανε ηρωικά. Μπορούμε επίσης να παρηγορηθούμε αν ανακαλύψουμε κάποιον νέο τρόπο αντιμετώπισης μιας κατάστασης. Ένας φιλόσοφος παρατηρεί ότι δεν υπάρχει τίποτε το ιδιαίτερο τη στιγμή του θανάτου ενός ηλικιωμένου ανθρώπου. Το παιδί το οποίο εκείνος υπήρξε κάποτε έχει «πεθάνει» προ πολλού, όχι τερματίζοντας απότομα τη ζωή του αλλά μεγαλώνοντας. Καθεμιά από τις επτά σαιξπηρικές ηλικίες του ανθρώπου «πεθαίνει» μεταβαίνοντας αργά στην επόμενη.
Από τούτη την άποψη, η στιγμή όπου ο ηλικιωμένος τελικά εκπνέει δεν διαφέρει από τους αργούς «θανάτους» κατά τη διάρκεια της ζωής του. Όποιος δεν χαίρεται ιδιαίτερα με την προοπτική του θανάτου του ίσως βρει παρηγοριά σε τούτη τη διαφορετική προοπτική. Ίσως και όχι, αλλά πρόκειται μόνο για ένα δυνητικό παράδειγμα παρηγοριάς μέσω του στοχασμού. Άλλο σχετικό παράδειγμα είναι η απόρριψη του φόβου του θανάτου από τον Μαρκ Τουέιν:
«Δεν φοβάμαι το θάνατο. Ήμουν νεκρός για δισεκατομμύρια και δισεκατομμύρια χρόνια πριν γεννηθώ, και δεν είχα το παραμικρό πρόβλημα».
Βέβαια, η νέα οπτική δεν αλλάζει τίποτα στο γεγονός του αναπόφευκτου θανάτου μας. Μας προσφέρεται όμως ένας διαφορετικός τρόπος αντιμετώπισης του αναπόφευκτου, και ίσως εκεί βρούμε παρηγοριά. Ο Thomas Jefferson, επίσης, δεν φοβόταν το θάνατο και φαίνεται ότι δεν πίστευε σε κανένα είδος μετά θάνατον ζωής. Όπως διηγείται ο Christopher Hitchens,
«Καθώς λιγόστευαν οι ημέρες του, ο Jefferson έγραψε αρκετές φορές σε φίλους ότι αντιμετώπιζε το επικείμενο τέλος χωρίς ελπίδα ούτε φόβο. Τούτο ισοδυναμεί με το να πούμε, με τον πλέον απερίφραστο τρόπο, ότι δεν ήταν χριστιανός».
Τα γενναία και μεγάλα πνεύματα ίσως είναι έτοιμα για την προκλητική και τολμηρή δήλωση του Bertrand Russell, στο δοκίμιό του «What I Believe»
(Τι πιστεύω):
Πστεύω ότι θα σαπίσω όταν πεθάνω, και δεν θα επιβιώσει τίποτε από το εγώ μου. Δεν είμαι νέος και αγαπώ τη ζωή. Αλλά περιγελώ τα ρίγη πανικού στη σκέψη της εξαφάνισης. Η ευτυχία δεν είναι λιγότερο αληθινή επειδή πρέπει να φτάσει σε ένα τέλος, ούτε η σκέψη και η αγάπη χάνουν την αξία τους επειδή δεν διαρκούν αιωνίως. Πολλοί άνθρωποι στάθηκαν με υπερηφάνεια στο ικρίωμα· η ίδια υπερηφάνεια πρέπει να μας διδάσκει να σκεπτόμαστε αληθινά τη θέση του ανθρώπου στον Κόσμο. Ακόμη κι αν τα ανοικτά παράθυρα της επιστήμης μάς κάνουν στην αρχή να τρέμουμε μετά τη βολική σπιτική ζεστασιά των παραδοσιακών μύθων που μας εξανθρωπίζουν, στο τέλος ο καθαρός αέρας της λογικής φέρνει ζωτικότητα, και οι ανοικτοί χώροι της επιστήμης έχουν το δικό τους μεγαλείο.
Το δοκίμιο τούτο τού Russell υπήρξε για μένα πηγή έμπνευσης όταν το διάβασα στη βιβλιοθήκη του σχολείου μου σε ηλικία περίπου δεκαέξι ετών, αλλά το είχα ξεχάσει .Ίσως ήθελα ασυναίσθητα να του αποτίσω φόρο τιμής (όπως ήθελα συνειδητά να κάνω για τον Δαρβίνο) όταν έγραφα το 2003 στο A Devil’s Chaplain·.
Υπάρχει κάτι περισσότερο από μεγαλείο σε τούτη τη στάση ζωής, όσο ζοφερή και κρύα κι αν φαίνεται κάτω από το προστατευτικό κάλυμμα της άγνοιας. Μια βαθιά αναζωογόνηση είναι το κέρδος σου όταν στέκεσαι με το πρόσωπο στραμμένο προς τον δυνατό, διαπεραστικό άνεμο της κατανόησης: «οι άνεμοι που πνέουν μέσα από τις διαδρομές των αστεριών» του Yeats.
Πώς συγκρίνεται η θρησκεία με την επιστήμη όσον αφορά τους δύο παραπάνω τύπους παρηγοριάς; Ως προς την παρηγοριά του πρώτου τύπου, είναι εντελώς εύλογο τα ισχυρά χέρια του Θεού, έστω και εντελώς φανταστικά, να μπορούν να παρηγορήσουν με τον ίδιο ακριβώς τρόπο που το κάνουν τα πραγματικά χέρια ενός φίλου ή ο σκύλος του Αγίου Βερνάρδου με το φλασκί μπράντι κρεμασμένο στο λαιμό του. Αλλά, φυσικά, και η ιατρική μπορεί επίσης να προσφέρει ανακούφιση —συνήθως αποτελεσματικότερα από το μπράντι.
Αν τώρα στραφούμε στην παρηγοριά του δεύτερου τύπου, εύκολα θα πιστέψουμε ότι η θρησκεία μπορεί να είναι εξαιρετικά αποτελεσματική. Τα θύματα μιας τρομερής καταστροφής, όπως ένας σεισμός, συχνά αναφέρουν ότι τους παρηγορεί η σκέψη πως όλα είναι μέρος του ανεξιχνίαστου σχεδίου του Θεού: χωρίς αμφιβολία, κάτι καλό θα προκύψει με το πλήρωμα του χρόνου. Εάν κάποιος φοβάται το θάνατο, η ειλικρινής πίστη στην αθανασία της ψυχής μπορεί να τον παρηγορήσει —εκτός, φυσικά, εάν νομίζει ότι θα πάει στην κόλαση ή στο καθαρτήριο. Οι ψευδείς πεποιθήσεις μπορούν να προσφέρουν την ίδια παρηγοριά με τις αληθείς, μέχρι τη στιγμή της διάψευσης. Τούτο ισχύει και για μη θρησκευτικές πεποιθήσεις. Ένας καρκινοπαθής στο τελικό στάδιο ίσως παρηγορηθεί από το γιατρό ο οποίος τού λέει ψέματα ότι θεραπεύτηκε, εξίσου αποτελεσματικά με έναν άλλο άνθρωπο στον οποίο λένε την αλήθεια ότι θεραπεύτηκε. Η ειλικρινής και ολόψυχη πίστη στη μετά θάνατον ζωή είναι ακόμη περισσότερο άτρωτη από τη διάψευση απ’ ό,τι η πίστη σε έναν ψευδόμενο γιατρό. Το ψέμα του γιατρού έχει αποτέλεσμα μόνο μέχρι τη στιγμή που τα συμπτώματα γίνονται αναμφισβήτητα. Όποιος πιστεύει στη μετά θάνατον ζωή δεν μπορεί ποτέ εν τέλει να διαψευστεί.
Richard Dawkins, Η περί Θεού αυταπάτη
Ακόμη και όσοι δέχονται ότι ο Θεός πιθανόν δεν υπάρχει, και ότι δεν είναι αναγκαίος για την ηθική, επανέρχονται συνεχώς σε ένα θέμα: Την υποτιθέμενη ψυχολογική ή συναισθηματική ανάγκη για ένα θεό. Αν αφαιρέσουμε τη θρησκεία, ρωτούν επιθετικά, τι θα βάλουμε στη θέση της; Τι θα προσφέρουμε στους ετοιμοθάνατους ασθενείς, στους θρηνολογούντες απελπισμένους, στις μοναχικές Eleanor Rigby για τις οποίες ο Θεός είναι ο μοναδικός τους φίλος;
Η πρώτη απάντηση που πρέπει να δώσουμε δεν αξίζει καν τον κόπο να αναφέρεται: Η ικανότητα της θρησκείας να παρηγορεί δεν της προσδίδει αλήθεια. Έστω κι αν κάναμε μια τεράστια παραχώρηση· έστω κι αν αποδεικνυόταν τελεσίδικα ότι η πίστη στην ύπαρξη του Θεού είναι απολύτως ουσιώδης για την ψυχολογική και συναισθηματική υγεία του ανθρώπου· έστω κι αν όλοι οι άθεοι είναι απελπισμένοι νευρωτικοί που ωθούνται στην αυτοκτονία από το ανελέητο κοσμικό άγχος —τίποτε από όλα αυτά δεν θα προσέφερε την παραμικρή ένδειξη ότι η θρησκευτική πίστη είναι αληθινή. Ίσως προσφέρει ενδείξεις πως αξίζει να πείσει κανείς τον εαυτό του ότι υπάρχει Θεός —έστω κι αν δεν υπάρχει. Όπως αναφέραμε ήδη, ο Dennett, στο Breaking the Spell, κάνει μια διάκριση μεταξύ της πίστης στον Θεό και της πίστης στην πίστη· την πίστη ότι αξίζει να πιστεύουμε, έστω κι αν η ίδια η πίστη στερείται αντικειμένου:
«Πιστεύω, Κύριε! Αλλά βοήθησέ με, διότι η πίστη μου δεν είναι ισχυρή» (Κατά Μάρκον, 9:24).
Οι πιστοί ενθαρρύνονται να ομολογούν την πίστη τους, πεπεισμένοι ή όχι για αυτήν. Ίσως, με αρκετά συχνή επανάληψη, να καταφέρει κανείς να πείσει τον εαυτό του για την αλήθεια της. Νομίζω ότι όλοι γνωρίζουμε ανθρώπους οι οποίοι απολαμβάνουν την ιδέα της θρησκευτικής πίστης και δυσανασχετούν με τις επιθέσεις εναντίον της, μολονότι παραδέχονται διατακτικά ότι οι ίδιοι δεν πιστεύουν. Εξεπλάγην κάπως όταν ανακάλυψα ένα πρώτης τάξεως παράδειγμα στο βιβλίο The Limits of Science (Τα όρια της επιστήμης) του ήρωα μου, του Peter Medawar:
«Λυπούμαι που δεν πιστεύω στον Θεό και τις θρησκευτικές απαντήσεις γενικά, διότι θεωρώ ότι, αν υπήρχαν ικανοποιητικοί επιστημονικοί και φιλοσοφικοί λόγοι για την πίστη στον Θεό, θα έβρισκαν ικανοποίηση και ανακούφιση όλοι όσοι τον έχουν ανάγκη».
Αφότου διάβασα τη διάκριση του Dennett, έχω βρει επανειλημμένα την ευκαιρία να την εφαρμόσω. Δεν αποτελεί υπερβολή να πω ότι η πλειονότητα των άθεων που γνωρίζω κρύβουν τον αθεϊσμό τους πίσω από ένα προσωπείο ευλάβειας. Οι ίδιοι δεν πιστεύουν σε τίποτε το υπερφυσικό, ωστόσο διατηρούν μια ασαφή αδυναμία στην πίστη στο παράλογο. Πιστεύουν στην πίστη. Είναι εκπληκτικό το πόσο πολλοί φαίνεται να μην μπορούν να διακρίνουν τη διαφορά μεταξύ της πρότασης «το X αληθεύει» και της πρότασης «αξίζει οι άνθρωποι να πιστεύουν ότι το X αληθεύει». Ίσως βέβαια δεν διαπράττουν πραγματικά αυτό το λογικό σφάλμα, αλλά απλώς θεωρούν την αλήθεια ασήμαντη σε σύγκριση με τα ανθρώπινα συναισθήματα. Δεν σκοπεύω να απαξιώσω τα ανθρώπινα συναισθήματα. Αλλά σε κάθε συζήτηση ας γνωρίζουμε για τι πράγμα μιλάμε: για τα συναισθήματα ή για την αλήθεια. Αμφότερα μπορεί να είναι σημαντικά, ωστόσο δεν ταυτίζονται.
Σε κάθε περίπτωση πάντως, η υποθετική παραχώρησή μου υπήρξε υπερβολική και λανθασμένη. Δεν έχω υπόψη μου καμία ένδειξη ότι οι άθεοι διακατέχονται από οποιαδήποτε γενική τάση προς τη δυστυχία, το άγχος και την απόγνωση. Κάποιοι άθεοι είναι ευτυχείς και άλλοι αξιολύπητοι. Παρομοίως, κάποιοι χριστιανοί, ιουδαίοι, μουσουλμάνοι, ινδουιστές και βουδιστές είναι αξιολύπητοι, ενώ άλλοι ευτυχείς. Ίσως υπάρχουν στατιστικές ενδείξεις για τη σχέση μεταξύ ευτυχίας και πίστης (ή έλλειψης πίστης), αλλά αμφιβάλλω εάν πρόκειται για αξιόλογη σχέση, ούτως ή άλλως. Θεωρώ περισσότερο ενδιαφέρον να αναρωτηθούμε εάν υπάρχει κάποιος καλός λόγος να αισθανόμαστε κατάθλιψη ζώντας χωρίς Θεό. Θα τελειώσω αυτό το βιβλίο υποστηρίζοντας ότι, αντιθέτως, κάθε άλλο παρά αδύνατη είναι μια ευτυχισμένη και ολοκληρωμένη ζωή χωρίς θρησκεία και πίστη στο υπερφυσικό. Πρώτα, ωστόσο, πρέπει να εξετάσω τους ισχυρισμούς της θρησκείας ότι προσφέρει παρηγοριά.
Η παρηγοριά κατά το Σύντομο λεξικό της Οξφόρδης συνίσταται στην απάλυνση της θλίψης ή της οδύνης. Θα διακρίνω δύο τύπους παρηγοριάς.
1. Άμεση φυσική παρηγοριά. Ένας άνθρωπος αποκλεισμένος για μια ολόκληρη παγερή νύχτα στα χιόνια ίσως βρει ανακούφιση στην παρουσία ενός μεγάλου, ζεστού σκύλου του Αγίου Βερνάρδου —χωρίς να ξεχνάμε το φλασκί με μπράντι στο λαιμό του ζώου. Ένα κοριτσάκι που κλαίει ίσως παρηγορηθεί με μια δυνατή αγκαλιά και με λίγα ενθαρρυντικά λόγια.
2. Παρηγοριά μέσω ανακάλυψης ενός γεγονότος το οποίο δεν είχε εκτιμηθεί προηγουμένως, ή ενός άγνωστου προηγουμένως τρόπον αντιμετώπισης τωρινών δεδομένων. Μια γυναίκα της οποίας ο σύζυγος σκοτώθηκε στον πόλεμο ίσως παρηγορηθεί αν ανακαλύψει ότι περιμένει το παιδί του, ή ότι εκείνος πέθανε ηρωικά. Μπορούμε επίσης να παρηγορηθούμε αν ανακαλύψουμε κάποιον νέο τρόπο αντιμετώπισης μιας κατάστασης. Ένας φιλόσοφος παρατηρεί ότι δεν υπάρχει τίποτε το ιδιαίτερο τη στιγμή του θανάτου ενός ηλικιωμένου ανθρώπου. Το παιδί το οποίο εκείνος υπήρξε κάποτε έχει «πεθάνει» προ πολλού, όχι τερματίζοντας απότομα τη ζωή του αλλά μεγαλώνοντας. Καθεμιά από τις επτά σαιξπηρικές ηλικίες του ανθρώπου «πεθαίνει» μεταβαίνοντας αργά στην επόμενη.
Από τούτη την άποψη, η στιγμή όπου ο ηλικιωμένος τελικά εκπνέει δεν διαφέρει από τους αργούς «θανάτους» κατά τη διάρκεια της ζωής του. Όποιος δεν χαίρεται ιδιαίτερα με την προοπτική του θανάτου του ίσως βρει παρηγοριά σε τούτη τη διαφορετική προοπτική. Ίσως και όχι, αλλά πρόκειται μόνο για ένα δυνητικό παράδειγμα παρηγοριάς μέσω του στοχασμού. Άλλο σχετικό παράδειγμα είναι η απόρριψη του φόβου του θανάτου από τον Μαρκ Τουέιν:
«Δεν φοβάμαι το θάνατο. Ήμουν νεκρός για δισεκατομμύρια και δισεκατομμύρια χρόνια πριν γεννηθώ, και δεν είχα το παραμικρό πρόβλημα».
Βέβαια, η νέα οπτική δεν αλλάζει τίποτα στο γεγονός του αναπόφευκτου θανάτου μας. Μας προσφέρεται όμως ένας διαφορετικός τρόπος αντιμετώπισης του αναπόφευκτου, και ίσως εκεί βρούμε παρηγοριά. Ο Thomas Jefferson, επίσης, δεν φοβόταν το θάνατο και φαίνεται ότι δεν πίστευε σε κανένα είδος μετά θάνατον ζωής. Όπως διηγείται ο Christopher Hitchens,
«Καθώς λιγόστευαν οι ημέρες του, ο Jefferson έγραψε αρκετές φορές σε φίλους ότι αντιμετώπιζε το επικείμενο τέλος χωρίς ελπίδα ούτε φόβο. Τούτο ισοδυναμεί με το να πούμε, με τον πλέον απερίφραστο τρόπο, ότι δεν ήταν χριστιανός».
Τα γενναία και μεγάλα πνεύματα ίσως είναι έτοιμα για την προκλητική και τολμηρή δήλωση του Bertrand Russell, στο δοκίμιό του «What I Believe»
(Τι πιστεύω):
Πστεύω ότι θα σαπίσω όταν πεθάνω, και δεν θα επιβιώσει τίποτε από το εγώ μου. Δεν είμαι νέος και αγαπώ τη ζωή. Αλλά περιγελώ τα ρίγη πανικού στη σκέψη της εξαφάνισης. Η ευτυχία δεν είναι λιγότερο αληθινή επειδή πρέπει να φτάσει σε ένα τέλος, ούτε η σκέψη και η αγάπη χάνουν την αξία τους επειδή δεν διαρκούν αιωνίως. Πολλοί άνθρωποι στάθηκαν με υπερηφάνεια στο ικρίωμα· η ίδια υπερηφάνεια πρέπει να μας διδάσκει να σκεπτόμαστε αληθινά τη θέση του ανθρώπου στον Κόσμο. Ακόμη κι αν τα ανοικτά παράθυρα της επιστήμης μάς κάνουν στην αρχή να τρέμουμε μετά τη βολική σπιτική ζεστασιά των παραδοσιακών μύθων που μας εξανθρωπίζουν, στο τέλος ο καθαρός αέρας της λογικής φέρνει ζωτικότητα, και οι ανοικτοί χώροι της επιστήμης έχουν το δικό τους μεγαλείο.
Το δοκίμιο τούτο τού Russell υπήρξε για μένα πηγή έμπνευσης όταν το διάβασα στη βιβλιοθήκη του σχολείου μου σε ηλικία περίπου δεκαέξι ετών, αλλά το είχα ξεχάσει .Ίσως ήθελα ασυναίσθητα να του αποτίσω φόρο τιμής (όπως ήθελα συνειδητά να κάνω για τον Δαρβίνο) όταν έγραφα το 2003 στο A Devil’s Chaplain·.
Υπάρχει κάτι περισσότερο από μεγαλείο σε τούτη τη στάση ζωής, όσο ζοφερή και κρύα κι αν φαίνεται κάτω από το προστατευτικό κάλυμμα της άγνοιας. Μια βαθιά αναζωογόνηση είναι το κέρδος σου όταν στέκεσαι με το πρόσωπο στραμμένο προς τον δυνατό, διαπεραστικό άνεμο της κατανόησης: «οι άνεμοι που πνέουν μέσα από τις διαδρομές των αστεριών» του Yeats.
Πώς συγκρίνεται η θρησκεία με την επιστήμη όσον αφορά τους δύο παραπάνω τύπους παρηγοριάς; Ως προς την παρηγοριά του πρώτου τύπου, είναι εντελώς εύλογο τα ισχυρά χέρια του Θεού, έστω και εντελώς φανταστικά, να μπορούν να παρηγορήσουν με τον ίδιο ακριβώς τρόπο που το κάνουν τα πραγματικά χέρια ενός φίλου ή ο σκύλος του Αγίου Βερνάρδου με το φλασκί μπράντι κρεμασμένο στο λαιμό του. Αλλά, φυσικά, και η ιατρική μπορεί επίσης να προσφέρει ανακούφιση —συνήθως αποτελεσματικότερα από το μπράντι.
Αν τώρα στραφούμε στην παρηγοριά του δεύτερου τύπου, εύκολα θα πιστέψουμε ότι η θρησκεία μπορεί να είναι εξαιρετικά αποτελεσματική. Τα θύματα μιας τρομερής καταστροφής, όπως ένας σεισμός, συχνά αναφέρουν ότι τους παρηγορεί η σκέψη πως όλα είναι μέρος του ανεξιχνίαστου σχεδίου του Θεού: χωρίς αμφιβολία, κάτι καλό θα προκύψει με το πλήρωμα του χρόνου. Εάν κάποιος φοβάται το θάνατο, η ειλικρινής πίστη στην αθανασία της ψυχής μπορεί να τον παρηγορήσει —εκτός, φυσικά, εάν νομίζει ότι θα πάει στην κόλαση ή στο καθαρτήριο. Οι ψευδείς πεποιθήσεις μπορούν να προσφέρουν την ίδια παρηγοριά με τις αληθείς, μέχρι τη στιγμή της διάψευσης. Τούτο ισχύει και για μη θρησκευτικές πεποιθήσεις. Ένας καρκινοπαθής στο τελικό στάδιο ίσως παρηγορηθεί από το γιατρό ο οποίος τού λέει ψέματα ότι θεραπεύτηκε, εξίσου αποτελεσματικά με έναν άλλο άνθρωπο στον οποίο λένε την αλήθεια ότι θεραπεύτηκε. Η ειλικρινής και ολόψυχη πίστη στη μετά θάνατον ζωή είναι ακόμη περισσότερο άτρωτη από τη διάψευση απ’ ό,τι η πίστη σε έναν ψευδόμενο γιατρό. Το ψέμα του γιατρού έχει αποτέλεσμα μόνο μέχρι τη στιγμή που τα συμπτώματα γίνονται αναμφισβήτητα. Όποιος πιστεύει στη μετά θάνατον ζωή δεν μπορεί ποτέ εν τέλει να διαψευστεί.
Richard Dawkins, Η περί Θεού αυταπάτη
Η έννοια της υπαρξιακής μοναξιάς
Συνειδητοποιώντας τη μοναδικότητα σου μέσα στον κόσμο, θα αναγκαστείς να δεχτείς ότι είσαι πάντα μόνος. Ναι, μόνος!
Κανείς άλλος δεν μπορεί ποτέ να αισθανθεί όπως αισθάνεσαι εσύ, είτε βρίσκεσαι ανάμεσα σε χιλιάδες ανθρώπους, είτε κάνεις έρωτα με κάποιον, είτε βρίσκεσαι μόνος σου, κλεισμένος σ’ ένα δωμάτιο. Η αναπόδραστη «υπαρξιακή μοναξιά» σου σημαίνει ότι η ανθρώπινη ύπαρξή σου είναι αναπόδραστα θεμελιωμένη πάνω στο γεγονός ότι υπάρχεις μόνος σου, με τα μοναδικά συναισθήματα και τις σκέψεις σου.
Η αναγνώριση της υπαρξιακής μοναξιάς σου μπορεί να είναι κάτι οριακά απελευθερωτικό ή απόλυτα υποδουλωτικό, ανάλογα με το πώς αποφασίζεις να τη χρησιμοποιήσεις. Σε καμιά περίπτωση, όμως, δεν αλλάζει. Μπορείς, ωστόσο, να την κάνεις μια απελευθερωτική εμπειρία, βάζοντάς την να δουλέψει για λογαριασμό σου.
Δείτε την περίπτωση του Ρ, ενός διευθυντικού στελέχους σαράντα έξι χρόνων.
Η συνάντηση του Ρ με την πραγματικότητα της υπαρξιακής του μοναξιάς ήρθε ξαφνικά. Ένα βράδυ στο σαλόνι του σπιτιού του και κοίταζε τη γυναίκα του, που διάβαζε την εφημερίδα της απορροφημένη, αγνοώντας τον στρόβιλο των σκέψεων μέσα στο κεφάλι του. Ξαφνικά αισθάνθηκε μέσα του το αλλόκοτο συναίσθημα πως αυτόν τον άνθρωπο, που ζούσε μαζί του επί είκοσι τέσσερα χρόνια, δεν τον γνώριζε καν, πως ήταν σαν μια ξένη, που καθόταν στο σαλόνι του. Έτσι συνειδητοποίησε για πρώτη φορά πως το πρόσωπο αυτό δε θα γνώριζε ποτέ τις εσωτερικές σκέψεις του Ρ.
Το συναίσθημα αυτό ήταν πολύ εξωπραγματικό για τον Ρ και, μην ξέροντας τι να το κάνει Έπρεπε κάτι να κάνει γι’ αυτό, να χωρίσει δηλαδή ή να φύγει. Όταν πλησίασε όμως, τη θεμελιακή αλήθεια του τι σημαίνει να είσαι ανθρώπινο πλάσμα, έμαθε να βλέπει αυτή την υπαρξιακή μοναξιά του από μια εντελώς διαφορετική σκοπιά – μια σκοπιά απελευθερωτική αν θέλετε. Δεδομένου ότι η γυναίκα του δε θα αισθανόταν ποτέ αυτό που αισθανόταν αυτός, μπορούσε να πάψει να της ζητά να τον καταλαβαίνει και να «είναι μαζί του» πάντοτε. Ταυτόχρονα συνειδητοποίησε πως η γυναίκα του ήταν κι αυτή υπαρξιακά μόνη και πως μπορούσε ν’ ανακουφιστεί από το βάρος τής προσπάθειας να είναι «ένα» μαζί της και να νιώθει όπως κι εκείνη, πράγμα που του δημιουργούσε ανώφελη ενοχή, όταν δεν τα κατάφερνε. Εξοπλισμένος με τη γνώση αυτή μπορούσε να σταματήσει πια αυτή τη θανάσιμη και αυτοδιαλυτική αναζήτηση ενός ανθρώπου, που θα αισθανόταν όμοια μ’ αυτόν. Μπορούσε, δηλαδή, να αρχίσει να κινεί μόνος του τα νήματά του. Παράλληλα, μπορούσε να εγκαταλείψει τις ανεδαφικές προσδοκίες του από τη γυναίκα του και να την ξαλαφρώσει κι εκείνη.
Μέσα σε ελάχιστο διάστημα ο Ρ αισθάνθηκε ξαναγεννημένος — μόνο και μόνο επειδή ελευθερώθηκε από την παράλογη απαίτηση να συγκατοικήσει με κάποιον άλλον, μέσα στο μοναδικό σώμα και πνεύμα του.
Έχει σημασία να δούμε πώς θα μπορούσε ο Ρ να μετατρέψει αυτή τη συνειδητοποίηση της υπαρξιακής μοναξιάς σε καταστροφή, όπως το κάνουν πολλοί, λέγοντας μέσα τους πως είναι αιχμάλωτοι της ανθρώπινης μοίρας τους και ότι ποτέ κάνεις δε θα τους καταλάβει. Ήδη. πριν έρθει να με δει, συνήθιζε να παραπονιέται ότι η γυναίκα του «δεν τον καταλαβαίνει» και η ξαφνική του διαίσθηση, ότι ήταν κατά κάποιο τρόπο μια «ξένη», θα μπορούσε να επιδεινώσει τη συμπεριφορά αυτή και να κάνει την κατάσταση αφόρητη. Καθώς, όμως, εξετάζαμε μαζί την υπαρξιακή μοναξιά, ο Ρ συνειδητοποίησε πόσο μάταιο ήταν να προσπαθεί να ενώσει κάποιον εσωτερικά μαζί του και ότι, ενώ είναι δυνατό οι άνθρωποι να μοιραστούν πολλά πράγματα και να έρθουν πολύ κοντά, η καθαρή αλήθεια είναι ότι δεν μπορούν να γνωριστούν παρά επιφανειακά. Η εσωτερική ύπαρξη του καθενός είναι απρόσιτη, εξαιτίας αυτής ακριβώς της ανθρώπινης υπόστασής του.
Η υπαρξιακή μοναξιά μπορεί ν’ αποτελέσει πηγή μεγάλης δύναμης, όσο και πηγή μεγάλων διαταραχών. Κάθε φορά που νιώθετε τον πειρασμό να χρησιμοποιήσετε τη ζωή των άλλων σαν πρότυπο για τη δίκη σας, θυμηθείτε τι έγραφε ο Νορβηγός δραματουργός του 19ου αιώνα Ερρίκος Ίψεν: «Ο πιο δυνατός άνθρωπος στον κόσμο είναι εκείνος που είναι πιο μόνος».
Αυτό μπορείτε να το ερμηνεύσετε σαν μια στάση εγωιστική και αντικοινωνική ή μπορεί να εξετάσετε τι υπαγορεύουν οι παράμετροι της δικής σας πραγματικότητας. Το γεγονός είναι ότι οι άνθρωποι που επηρέασαν πιο πολύ την ανθρωπότητα, που βοήθησαν το μεγαλύτερο αριθμό ανθρώπων, είναι αυτοί που προτίμησαν να συμβουλευτούν τα προσωπικά τους συναισθήματα, αντί να κάνουν αυτό που τους έλεγαν οι άλλοι να κάνουν. Από την άποψη αυτή, δύναμη σημαίνει να πάψεις να προσπαθείς να κάνεις τους άλλους να αισθανθούν αυτό που αισθάνεσαι εσύ και να υποστηρίζεις αυτό που πιστεύεις.
Για να ξαναγυρίσω στον Ρ: εξακολουθεί να θυμάται τη στιγμή εκείνη στο σαλόνι του σπιτιού του σαν μια από τις πιο σημαντικές της ζωής του, γιατί όχι μόνο τον ώθησε στη συμβουλευτική θεραπεία και του έδωσε την ελευθερία να σταματήσει τη μόνιμη, αλλά εντελώς ανώφελη προσπάθεια του να κάνει τη γυναίκα του και τα παιδιά του να αισθανθούν όπως εκείνος, αλλά του έδωσε και τη δύναμη να είναι ο εαυτός του, μ’ έναν τρόπο πιο ισχυρό και θετικό. Εξακολουθεί να πιστεύει ότι κανένας άνθρωπος δεν είναι απόλυτα αυτόνομος, ώστε να μπορεί να λειτουργήσει σαν αντικοινωνικός ερημίτης· τώρα, όμως, ξέρει ακόμη, έχοντάς το βιώσει, ότι μέσα μας είμαστε νησιά μοναδικά και πως, όταν συνειδητοποιήσουμε την ιδέα αυτή, μπορούμε -αν θέλουμε – να χτίσουμε γέφυρες προς τους άλλους, αντί να στήνουμε φράγματα, απογοητευμένοι κάθε φορά που διαπιστώνουμε ότι οι άλλοι δεν είναι σαν κι εμάς.
Κανείς άλλος δεν μπορεί ποτέ να αισθανθεί όπως αισθάνεσαι εσύ, είτε βρίσκεσαι ανάμεσα σε χιλιάδες ανθρώπους, είτε κάνεις έρωτα με κάποιον, είτε βρίσκεσαι μόνος σου, κλεισμένος σ’ ένα δωμάτιο. Η αναπόδραστη «υπαρξιακή μοναξιά» σου σημαίνει ότι η ανθρώπινη ύπαρξή σου είναι αναπόδραστα θεμελιωμένη πάνω στο γεγονός ότι υπάρχεις μόνος σου, με τα μοναδικά συναισθήματα και τις σκέψεις σου.
Η αναγνώριση της υπαρξιακής μοναξιάς σου μπορεί να είναι κάτι οριακά απελευθερωτικό ή απόλυτα υποδουλωτικό, ανάλογα με το πώς αποφασίζεις να τη χρησιμοποιήσεις. Σε καμιά περίπτωση, όμως, δεν αλλάζει. Μπορείς, ωστόσο, να την κάνεις μια απελευθερωτική εμπειρία, βάζοντάς την να δουλέψει για λογαριασμό σου.
Δείτε την περίπτωση του Ρ, ενός διευθυντικού στελέχους σαράντα έξι χρόνων.
Η συνάντηση του Ρ με την πραγματικότητα της υπαρξιακής του μοναξιάς ήρθε ξαφνικά. Ένα βράδυ στο σαλόνι του σπιτιού του και κοίταζε τη γυναίκα του, που διάβαζε την εφημερίδα της απορροφημένη, αγνοώντας τον στρόβιλο των σκέψεων μέσα στο κεφάλι του. Ξαφνικά αισθάνθηκε μέσα του το αλλόκοτο συναίσθημα πως αυτόν τον άνθρωπο, που ζούσε μαζί του επί είκοσι τέσσερα χρόνια, δεν τον γνώριζε καν, πως ήταν σαν μια ξένη, που καθόταν στο σαλόνι του. Έτσι συνειδητοποίησε για πρώτη φορά πως το πρόσωπο αυτό δε θα γνώριζε ποτέ τις εσωτερικές σκέψεις του Ρ.
Το συναίσθημα αυτό ήταν πολύ εξωπραγματικό για τον Ρ και, μην ξέροντας τι να το κάνει Έπρεπε κάτι να κάνει γι’ αυτό, να χωρίσει δηλαδή ή να φύγει. Όταν πλησίασε όμως, τη θεμελιακή αλήθεια του τι σημαίνει να είσαι ανθρώπινο πλάσμα, έμαθε να βλέπει αυτή την υπαρξιακή μοναξιά του από μια εντελώς διαφορετική σκοπιά – μια σκοπιά απελευθερωτική αν θέλετε. Δεδομένου ότι η γυναίκα του δε θα αισθανόταν ποτέ αυτό που αισθανόταν αυτός, μπορούσε να πάψει να της ζητά να τον καταλαβαίνει και να «είναι μαζί του» πάντοτε. Ταυτόχρονα συνειδητοποίησε πως η γυναίκα του ήταν κι αυτή υπαρξιακά μόνη και πως μπορούσε ν’ ανακουφιστεί από το βάρος τής προσπάθειας να είναι «ένα» μαζί της και να νιώθει όπως κι εκείνη, πράγμα που του δημιουργούσε ανώφελη ενοχή, όταν δεν τα κατάφερνε. Εξοπλισμένος με τη γνώση αυτή μπορούσε να σταματήσει πια αυτή τη θανάσιμη και αυτοδιαλυτική αναζήτηση ενός ανθρώπου, που θα αισθανόταν όμοια μ’ αυτόν. Μπορούσε, δηλαδή, να αρχίσει να κινεί μόνος του τα νήματά του. Παράλληλα, μπορούσε να εγκαταλείψει τις ανεδαφικές προσδοκίες του από τη γυναίκα του και να την ξαλαφρώσει κι εκείνη.
Μέσα σε ελάχιστο διάστημα ο Ρ αισθάνθηκε ξαναγεννημένος — μόνο και μόνο επειδή ελευθερώθηκε από την παράλογη απαίτηση να συγκατοικήσει με κάποιον άλλον, μέσα στο μοναδικό σώμα και πνεύμα του.
Έχει σημασία να δούμε πώς θα μπορούσε ο Ρ να μετατρέψει αυτή τη συνειδητοποίηση της υπαρξιακής μοναξιάς σε καταστροφή, όπως το κάνουν πολλοί, λέγοντας μέσα τους πως είναι αιχμάλωτοι της ανθρώπινης μοίρας τους και ότι ποτέ κάνεις δε θα τους καταλάβει. Ήδη. πριν έρθει να με δει, συνήθιζε να παραπονιέται ότι η γυναίκα του «δεν τον καταλαβαίνει» και η ξαφνική του διαίσθηση, ότι ήταν κατά κάποιο τρόπο μια «ξένη», θα μπορούσε να επιδεινώσει τη συμπεριφορά αυτή και να κάνει την κατάσταση αφόρητη. Καθώς, όμως, εξετάζαμε μαζί την υπαρξιακή μοναξιά, ο Ρ συνειδητοποίησε πόσο μάταιο ήταν να προσπαθεί να ενώσει κάποιον εσωτερικά μαζί του και ότι, ενώ είναι δυνατό οι άνθρωποι να μοιραστούν πολλά πράγματα και να έρθουν πολύ κοντά, η καθαρή αλήθεια είναι ότι δεν μπορούν να γνωριστούν παρά επιφανειακά. Η εσωτερική ύπαρξη του καθενός είναι απρόσιτη, εξαιτίας αυτής ακριβώς της ανθρώπινης υπόστασής του.
Η υπαρξιακή μοναξιά μπορεί ν’ αποτελέσει πηγή μεγάλης δύναμης, όσο και πηγή μεγάλων διαταραχών. Κάθε φορά που νιώθετε τον πειρασμό να χρησιμοποιήσετε τη ζωή των άλλων σαν πρότυπο για τη δίκη σας, θυμηθείτε τι έγραφε ο Νορβηγός δραματουργός του 19ου αιώνα Ερρίκος Ίψεν: «Ο πιο δυνατός άνθρωπος στον κόσμο είναι εκείνος που είναι πιο μόνος».
Αυτό μπορείτε να το ερμηνεύσετε σαν μια στάση εγωιστική και αντικοινωνική ή μπορεί να εξετάσετε τι υπαγορεύουν οι παράμετροι της δικής σας πραγματικότητας. Το γεγονός είναι ότι οι άνθρωποι που επηρέασαν πιο πολύ την ανθρωπότητα, που βοήθησαν το μεγαλύτερο αριθμό ανθρώπων, είναι αυτοί που προτίμησαν να συμβουλευτούν τα προσωπικά τους συναισθήματα, αντί να κάνουν αυτό που τους έλεγαν οι άλλοι να κάνουν. Από την άποψη αυτή, δύναμη σημαίνει να πάψεις να προσπαθείς να κάνεις τους άλλους να αισθανθούν αυτό που αισθάνεσαι εσύ και να υποστηρίζεις αυτό που πιστεύεις.
Για να ξαναγυρίσω στον Ρ: εξακολουθεί να θυμάται τη στιγμή εκείνη στο σαλόνι του σπιτιού του σαν μια από τις πιο σημαντικές της ζωής του, γιατί όχι μόνο τον ώθησε στη συμβουλευτική θεραπεία και του έδωσε την ελευθερία να σταματήσει τη μόνιμη, αλλά εντελώς ανώφελη προσπάθεια του να κάνει τη γυναίκα του και τα παιδιά του να αισθανθούν όπως εκείνος, αλλά του έδωσε και τη δύναμη να είναι ο εαυτός του, μ’ έναν τρόπο πιο ισχυρό και θετικό. Εξακολουθεί να πιστεύει ότι κανένας άνθρωπος δεν είναι απόλυτα αυτόνομος, ώστε να μπορεί να λειτουργήσει σαν αντικοινωνικός ερημίτης· τώρα, όμως, ξέρει ακόμη, έχοντάς το βιώσει, ότι μέσα μας είμαστε νησιά μοναδικά και πως, όταν συνειδητοποιήσουμε την ιδέα αυτή, μπορούμε -αν θέλουμε – να χτίσουμε γέφυρες προς τους άλλους, αντί να στήνουμε φράγματα, απογοητευμένοι κάθε φορά που διαπιστώνουμε ότι οι άλλοι δεν είναι σαν κι εμάς.
Οι διαφορές μεταξύ θρησκείας και πνευματικότητας
Πολλοί άνθρωποι συγχέουν τη θρησκεία και την πνευματικότητα ή κάποια μυστηριώδη και υπερφυσικά φαινόμενα. Κάποιοι ίσως να τη συγκρίνουν με αίρεση, αλλά αυτό οφείλεται στην έλλειψη γνώσης και στον φόβο χειραγώγησης.
Αν δεσμευόμαστε να παραμερίσουμε τους φόβους μας για να προσπαθήσουμε να μελετήσουμε και να καταλάβουμε την ίδια την αίσθηση της πνευματικότητας, φτάνουμε στην συνειδητοποίηση και στο συμπέρασμα ότι δεν έχει τίποτα μυστήριο ή υπερφυσικό, και σε καμία περίπτωση δεν συνδέεται με μια αίρεση.
Παρακάτω θα βρείτε 7 διαφορές ανάμεσα στη θρησκεία και την πνευματικότητα που θα σας βοηθήσουν να κατανοήσετε καλύτερα:
1 – H θρησκεία απαιτεί να υποκλιθείς ή να υποταχθείς – Η πνευματικότητα ελευθερώνει.
Η θρησκεία σάς λέει να ακολουθήσετε μια ιδεολογία και ορισμένους κανόνες, γιατί διαφορετικά θα τιμωρηθείτε. Η πνευματικότητα σας επιτρέπει να ακολουθείτε την καρδιά σας και να αισθανθείτε ποιο είναι σωστό για εσάς. Σας δίνει την ελευθερία να εκφράσετε την αληθινή σας φύση χωρίς να χρειάζεται να υποταχθείτε σε κάτι που δεν είναι ευθυγραμμισμένο με σας. Εσείς οι ίδιοι επιλέγετε αυτό που μπορεί να τιμηθεί για να γίνει θεϊκό.
2 – Η θρησκεία ενσταλάζει τον φόβο – Η πνευματικότητα σας δείχνει πώς να είστε γενναίος.
Η θρησκεία σας λέει τι πρέπει να φοβάστε και σας δείχνει τις συνέπειες.
Η πνευματικότητα σας κάνει να γνωρίζετε τις συνέπειες, αλλά δεν επιθυμεί να επικεντρώνεστε στον φόβο. Σας δείχνει πώς να τοποθετήσετε τον εαυτό σας, παρά τον φόβο, και πώς να συνεχίσετε να κάνετε αυτό που πιστεύετε σωστό, παρά τις συνέπειες που μπορεί να προκύψουν. Σας δείχνει την πράξη η οποία βασίζεται στην αγάπη και όχι στον φόβο, και συνεπώς, πώς να ελέγχετε τον φόβο, για να πράξετε καλύτερα.
3 – Η θρησκεία σας διακηρύσσει τις αλήθειες της – Η πνευματικότητα σας επιτρέπει να τις ανακαλύψετε.
Η θρησκεία σας λέει τι θεωρείται σωστό και σε τι πρέπει να πιστέψετε. Η πνευματικότητα σας επιτρέπει να ανακαλύψετε με το δικό σας ρυθμό και σύμφωνα με τις προσδοκίες σας. Σας επιτρέπει να συνδεθείτε με τον ανώτερο εαυτό σας και να κατανοήσετε με το δικό σας νου ποια είναι η αλήθεια, γιατί η αλήθεια στο σύνολό της είναι η ίδια για όλους. Έτσι, σας επιτρέπει να πιστεύετε στη δική σας αλήθεια, και αυτό, μέσα από τη δική σας αντίληψη και την καρδιά σας.
4 – Η θρησκεία είναι σε ανταγωνισμό με τις άλλες θρησκείες – Η πνευματικότητα ενώνει.
Υπάρχουν πολλές θρησκείες στον κόσμο και όλες κηρύττουν ότι η εκδοχή τους της ιστορίας είναι η καλύτερη από όλες. Η πνευματικότητα βλέπει την αλήθεια μέσα από όλες τις θρησκείες και αποκαλύπτει αυτό που τις ενώνει όλες, γιατί η αλήθεια είναι βασικά η ίδια για όλους, παρά τις διαφορές ερμηνείας και αντίληψης. Επικεντρώνεται στην ποιότητα των θείων μηνυμάτων τα οποία συμμερίζονται οι θρησκείες και όχι στις διαφορές των ιστορικών τους στοιχείων.
5 – Η θρησκεία δημιουργεί εθισμό – Η πνευματικότητα σας κάνει ανεξάρτητους.
Είστε πραγματικά θρησκεύομενος, αν παραστείτε σε θρησκευτικές εκδηλώσεις και μόνο τότε θεωρείστε ως άξιος ευτυχίας. Η πνευματικότητα σας δείχνει ότι δεν έχετε να εξαρτιέστε από τίποτα ή να χρειάζεστεοτιδήποτε για να είστε ευτυχισμένος. Η ευτυχία είναι πάντα βαθιά μέσα μας και είμαστε οι μόνοι υπεύθυνοι για την ευτυχία μας. Είμαστε πάντα εκεί που πρέπει να είμαστε, και δεν υποχρεούμαστε να συμμετέχουμε σε καμία εκδήλωση ή θρησκευτικό τελετουργικό. Η θεότητα είναι μέσα μας και αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο είμαστε πάντα άξιοι ευτυχίας.
6 – Η θρησκεία βασίζεται στην τιμωριτική καταστολή – Η πνευματικότητα βασίζεται στην κατανόηση του παγκόσμιου Νόμου
Η θρησκεία λέει ότι αν δεν υπακούμε σε ορισμένους κανόνες, υπάρχει μια τιμωρία που μας περιμένει. Η πνευματικότητα μας βοηθά να κατανοήσουμε ότι κάθε πράξη έχει μια συνέπεια, και να συνειδητοποιήσουμε ότι η αντισταθμική «τιμωρία» ή «ανταμοιβή» που ακολουθεί τις πράξεις μας θα είναι η φυσική συνέπεια αυτού που επιλέγουμε να κάνουμε ή να μην κάνουμε. Στηρίζεται αποκλειστικά στις θεμελιώδεις δυνάμεις του σύμπαντος και δεν χρειάζεται να πιστεύουμε στην ύπαρξη αυτών των δυνάμεων.
7 – Η θρησκεία σας ζητά να ακολουθήσετε το μονοπάτι αφύπνισης άλλου ανθρώπου – Η πνευματικότητα σας επιτρέπει να δημιουργήσετε το δικό σας.
Το θεμέλιο μιας θρησκείας βασίζεται στην ιστορία που λέει για τον προφήτη ο οποίος την ίδρυσε, το ταξίδι του προς τη φώτιση και τις αλήθειες που ανακαλύφθηκαν, και σας προσκαλεί να ακολουθήσετε τα βήματά του.
Η πνευματικότητα σας αφήνει να ανακαλύψετε το δικό σας ταξίδι προς την φώτιση και τις ιδρυτικές αλήθειες σας, και αυτό από μόνοι σας, ακολουθώντας αυτό που η καρδιά σας λέει ότι είναι αλήθεια, γιατί η αλήθεια είναι πάντα η ίδια, ανεξάρτητα από τον δρόμο που ακολουθούμε.
Κάθε θρησκεία ήρθε στον κόσμο μέσα από την πνευματικότητα, μέσα από το ταξίδι ενός ατόμου που αναγνωρίστηκε στη συνέχεια ως προφητικός οδηγός εμπνευσμένο δήθεν από τον ανύπαρκτο Θεό. Οι λεπτομέρειες της ιστορίας αυτού του ταξιδιού μπορεί να μην είναι σημαντικές, διότι αφορούν μόνο το πώς αυτός ο χαρακτήρας έχει ανακαλύψει την αλήθεια. Αυτό που είναι σημαντικό είναι το μήνυμα που αναφέρει αυτή την αλήθεια “ο θεϊκός κώδικας της ανθρώπινης καρδιάς” που αντηχεί αρμονικά μέσα από όλους εμάς. Αυτός είναι ο λόγος που κάθε θρησκεία έχει κάτι πραγματικό να διδάξει.
Αν δεσμευόμαστε να παραμερίσουμε τους φόβους μας για να προσπαθήσουμε να μελετήσουμε και να καταλάβουμε την ίδια την αίσθηση της πνευματικότητας, φτάνουμε στην συνειδητοποίηση και στο συμπέρασμα ότι δεν έχει τίποτα μυστήριο ή υπερφυσικό, και σε καμία περίπτωση δεν συνδέεται με μια αίρεση.
Παρακάτω θα βρείτε 7 διαφορές ανάμεσα στη θρησκεία και την πνευματικότητα που θα σας βοηθήσουν να κατανοήσετε καλύτερα:
1 – H θρησκεία απαιτεί να υποκλιθείς ή να υποταχθείς – Η πνευματικότητα ελευθερώνει.
Η θρησκεία σάς λέει να ακολουθήσετε μια ιδεολογία και ορισμένους κανόνες, γιατί διαφορετικά θα τιμωρηθείτε. Η πνευματικότητα σας επιτρέπει να ακολουθείτε την καρδιά σας και να αισθανθείτε ποιο είναι σωστό για εσάς. Σας δίνει την ελευθερία να εκφράσετε την αληθινή σας φύση χωρίς να χρειάζεται να υποταχθείτε σε κάτι που δεν είναι ευθυγραμμισμένο με σας. Εσείς οι ίδιοι επιλέγετε αυτό που μπορεί να τιμηθεί για να γίνει θεϊκό.
2 – Η θρησκεία ενσταλάζει τον φόβο – Η πνευματικότητα σας δείχνει πώς να είστε γενναίος.
Η θρησκεία σας λέει τι πρέπει να φοβάστε και σας δείχνει τις συνέπειες.
Η πνευματικότητα σας κάνει να γνωρίζετε τις συνέπειες, αλλά δεν επιθυμεί να επικεντρώνεστε στον φόβο. Σας δείχνει πώς να τοποθετήσετε τον εαυτό σας, παρά τον φόβο, και πώς να συνεχίσετε να κάνετε αυτό που πιστεύετε σωστό, παρά τις συνέπειες που μπορεί να προκύψουν. Σας δείχνει την πράξη η οποία βασίζεται στην αγάπη και όχι στον φόβο, και συνεπώς, πώς να ελέγχετε τον φόβο, για να πράξετε καλύτερα.
3 – Η θρησκεία σας διακηρύσσει τις αλήθειες της – Η πνευματικότητα σας επιτρέπει να τις ανακαλύψετε.
Η θρησκεία σας λέει τι θεωρείται σωστό και σε τι πρέπει να πιστέψετε. Η πνευματικότητα σας επιτρέπει να ανακαλύψετε με το δικό σας ρυθμό και σύμφωνα με τις προσδοκίες σας. Σας επιτρέπει να συνδεθείτε με τον ανώτερο εαυτό σας και να κατανοήσετε με το δικό σας νου ποια είναι η αλήθεια, γιατί η αλήθεια στο σύνολό της είναι η ίδια για όλους. Έτσι, σας επιτρέπει να πιστεύετε στη δική σας αλήθεια, και αυτό, μέσα από τη δική σας αντίληψη και την καρδιά σας.
4 – Η θρησκεία είναι σε ανταγωνισμό με τις άλλες θρησκείες – Η πνευματικότητα ενώνει.
Υπάρχουν πολλές θρησκείες στον κόσμο και όλες κηρύττουν ότι η εκδοχή τους της ιστορίας είναι η καλύτερη από όλες. Η πνευματικότητα βλέπει την αλήθεια μέσα από όλες τις θρησκείες και αποκαλύπτει αυτό που τις ενώνει όλες, γιατί η αλήθεια είναι βασικά η ίδια για όλους, παρά τις διαφορές ερμηνείας και αντίληψης. Επικεντρώνεται στην ποιότητα των θείων μηνυμάτων τα οποία συμμερίζονται οι θρησκείες και όχι στις διαφορές των ιστορικών τους στοιχείων.
5 – Η θρησκεία δημιουργεί εθισμό – Η πνευματικότητα σας κάνει ανεξάρτητους.
Είστε πραγματικά θρησκεύομενος, αν παραστείτε σε θρησκευτικές εκδηλώσεις και μόνο τότε θεωρείστε ως άξιος ευτυχίας. Η πνευματικότητα σας δείχνει ότι δεν έχετε να εξαρτιέστε από τίποτα ή να χρειάζεστεοτιδήποτε για να είστε ευτυχισμένος. Η ευτυχία είναι πάντα βαθιά μέσα μας και είμαστε οι μόνοι υπεύθυνοι για την ευτυχία μας. Είμαστε πάντα εκεί που πρέπει να είμαστε, και δεν υποχρεούμαστε να συμμετέχουμε σε καμία εκδήλωση ή θρησκευτικό τελετουργικό. Η θεότητα είναι μέσα μας και αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο είμαστε πάντα άξιοι ευτυχίας.
6 – Η θρησκεία βασίζεται στην τιμωριτική καταστολή – Η πνευματικότητα βασίζεται στην κατανόηση του παγκόσμιου Νόμου
Η θρησκεία λέει ότι αν δεν υπακούμε σε ορισμένους κανόνες, υπάρχει μια τιμωρία που μας περιμένει. Η πνευματικότητα μας βοηθά να κατανοήσουμε ότι κάθε πράξη έχει μια συνέπεια, και να συνειδητοποιήσουμε ότι η αντισταθμική «τιμωρία» ή «ανταμοιβή» που ακολουθεί τις πράξεις μας θα είναι η φυσική συνέπεια αυτού που επιλέγουμε να κάνουμε ή να μην κάνουμε. Στηρίζεται αποκλειστικά στις θεμελιώδεις δυνάμεις του σύμπαντος και δεν χρειάζεται να πιστεύουμε στην ύπαρξη αυτών των δυνάμεων.
7 – Η θρησκεία σας ζητά να ακολουθήσετε το μονοπάτι αφύπνισης άλλου ανθρώπου – Η πνευματικότητα σας επιτρέπει να δημιουργήσετε το δικό σας.
Το θεμέλιο μιας θρησκείας βασίζεται στην ιστορία που λέει για τον προφήτη ο οποίος την ίδρυσε, το ταξίδι του προς τη φώτιση και τις αλήθειες που ανακαλύφθηκαν, και σας προσκαλεί να ακολουθήσετε τα βήματά του.
Η πνευματικότητα σας αφήνει να ανακαλύψετε το δικό σας ταξίδι προς την φώτιση και τις ιδρυτικές αλήθειες σας, και αυτό από μόνοι σας, ακολουθώντας αυτό που η καρδιά σας λέει ότι είναι αλήθεια, γιατί η αλήθεια είναι πάντα η ίδια, ανεξάρτητα από τον δρόμο που ακολουθούμε.
Κάθε θρησκεία ήρθε στον κόσμο μέσα από την πνευματικότητα, μέσα από το ταξίδι ενός ατόμου που αναγνωρίστηκε στη συνέχεια ως προφητικός οδηγός εμπνευσμένο δήθεν από τον ανύπαρκτο Θεό. Οι λεπτομέρειες της ιστορίας αυτού του ταξιδιού μπορεί να μην είναι σημαντικές, διότι αφορούν μόνο το πώς αυτός ο χαρακτήρας έχει ανακαλύψει την αλήθεια. Αυτό που είναι σημαντικό είναι το μήνυμα που αναφέρει αυτή την αλήθεια “ο θεϊκός κώδικας της ανθρώπινης καρδιάς” που αντηχεί αρμονικά μέσα από όλους εμάς. Αυτός είναι ο λόγος που κάθε θρησκεία έχει κάτι πραγματικό να διδάξει.
Η μαγνητική δύναμη της σκέψης
Ο κάθε άνθρωπος είναι αυτό που είναι, εξαιτίας των σκέψεων που τον κυριαρχούν, στις οποίες επιτρέπει να καταλαμβάνουν την διάνοια του. Αυτές τις σκέψεις που ενθαρρύνει με την συμπάθεια και τις αναμειγνύει με μιά ή περισσότερες απο τις αισθήσεις του. Οι σκέψεις αυτές αποτελούν την κινητήρια δύναμη, η οποία κατευθύνει κι ελέγχει την κάθε του κίνηση, δράση, πράξη και φυσικά αποτέλεσμα.
Οι σκέψεις που κάνει, ενισχυμένες απο τα συναισθήματα που κυριαρχούν την στιγμή που αυτές γεννιούνται, δημιουργούν μιά “μαγνητική” δύναμη, που προκαλεί κι ελκύει άλλες όμοιες ή σχετικές σκέψεις.
Οποιαδήποτε σκέψη, ιδέα, σχέδιο, κυριαρχεί στο μυαλό του ατόμου, προσελκύει μεγάλο αριθμό παρόμοιων σκέψεων. Αυτές εγκαθίστανται στην διάνοια, μέσα απο την επανάληψη, και καθοδηγούν με τη σειρά τους τον νου απο το υποσυνείδητο σε δράση, για την υλοποίηση τους.
Όλοι μπορούν να “εξαπατήσουν” το υποσυνείδητο τους, δίνοντας του οδηγίες με τις κυρίαρχες σκέψεις τους (θετικές για όσους επιθυμούν επιτυχία, βέβαια), κι αυτό να εκτελεί τις εντολές τους, οδηγώντας τους στον στόχο που έχουν ορίσει, βρίσκοντας ανέλπιστα τρόπους να ξεπερνά τα εμπόδια που παρουσιάζονται στην πορεία, με μιά έμπνευση και δύναμη που το ανυποψίαστο άτομο ποτέ δεν φανταζόταν ότι διέθετε.
Και όμως ήταν εκεί, σε λανθάνουσα κατάσταση και περίμενε να ενεργοποιηθεί, με την δύναμη της αυθυποβολής και απο αρχική παρόρμηση και προσδοκία να μεταβληθεί σε πόθο, φλογερή επιθυμία και τελικά δράση για να πετύχει το υλικό ισοδύναμο της, τον στόχο του.
Ο φυσικός νόμος της αυθυποβολής, μέσα απο τον οποίο μπορεί οποιοδήποτε άτομο να φτάσει σε υψηλά επιτεύγματα, που ξεπερνούν κάθε του φαντασία, περιγράφεται με λίγες λέξεις με το ακόλουθο ποίημα:
Αν σκεφτείς πως σε νίκησαν, σε έχουν ήδη νικήσει.
Αν σκεφτείς πως δεν τολμάς, ποτέ δεν θα τολμήσεις.
Αν θέλεις να νικήσεις αλλά σκέφτεσαι πως δεν μπορείς, σίγουρα δεν θα νικήσεις.
Αν σκεφτείς πως θα χάσεις, είσαι ήδη χαμένος
γιατί η φύση μας διδάσκει πως:
Η Επιτυχία ριζώνει με την Θέληση.
Το μυστικό βρίσκεται στην διανοητική κατάσταση του κάθε ανθρώπου.
Αν σκέφτεσαι πως σ’ έχουν ξεπεράσει σε ξεπερνούν.
Πρέπει να σκεφτείς ψηλά για να πετάξεις.
Πρέπει να ‘σαι σίγουρος για τον Εαυτό σου αν θες η προσπάθεια σου να επιβραβευτεί.
Τους αγώνες της ζωής, δεν κερδίζει πάντα ο δυνατότερος, ή ο ταχύτερος.
Αυτός που αργά ή γρήγορα κερδίζει, είναι ο άνθρωπος ΠΟΥ ΣΚΕΦΤΕΤΑΙ ΟΤΙ ΜΠΟΡΕΙ.
Τόσο οι επιτυχίες, όσο και οι αποτυχίες, είναι αποκυήματα της κυρίαρχης σκέψης.
Οι σκέψεις που κάνει, ενισχυμένες απο τα συναισθήματα που κυριαρχούν την στιγμή που αυτές γεννιούνται, δημιουργούν μιά “μαγνητική” δύναμη, που προκαλεί κι ελκύει άλλες όμοιες ή σχετικές σκέψεις.
Οποιαδήποτε σκέψη, ιδέα, σχέδιο, κυριαρχεί στο μυαλό του ατόμου, προσελκύει μεγάλο αριθμό παρόμοιων σκέψεων. Αυτές εγκαθίστανται στην διάνοια, μέσα απο την επανάληψη, και καθοδηγούν με τη σειρά τους τον νου απο το υποσυνείδητο σε δράση, για την υλοποίηση τους.
Όλοι μπορούν να “εξαπατήσουν” το υποσυνείδητο τους, δίνοντας του οδηγίες με τις κυρίαρχες σκέψεις τους (θετικές για όσους επιθυμούν επιτυχία, βέβαια), κι αυτό να εκτελεί τις εντολές τους, οδηγώντας τους στον στόχο που έχουν ορίσει, βρίσκοντας ανέλπιστα τρόπους να ξεπερνά τα εμπόδια που παρουσιάζονται στην πορεία, με μιά έμπνευση και δύναμη που το ανυποψίαστο άτομο ποτέ δεν φανταζόταν ότι διέθετε.
Και όμως ήταν εκεί, σε λανθάνουσα κατάσταση και περίμενε να ενεργοποιηθεί, με την δύναμη της αυθυποβολής και απο αρχική παρόρμηση και προσδοκία να μεταβληθεί σε πόθο, φλογερή επιθυμία και τελικά δράση για να πετύχει το υλικό ισοδύναμο της, τον στόχο του.
Ο φυσικός νόμος της αυθυποβολής, μέσα απο τον οποίο μπορεί οποιοδήποτε άτομο να φτάσει σε υψηλά επιτεύγματα, που ξεπερνούν κάθε του φαντασία, περιγράφεται με λίγες λέξεις με το ακόλουθο ποίημα:
Αν σκεφτείς πως σε νίκησαν, σε έχουν ήδη νικήσει.
Αν σκεφτείς πως δεν τολμάς, ποτέ δεν θα τολμήσεις.
Αν θέλεις να νικήσεις αλλά σκέφτεσαι πως δεν μπορείς, σίγουρα δεν θα νικήσεις.
Αν σκεφτείς πως θα χάσεις, είσαι ήδη χαμένος
γιατί η φύση μας διδάσκει πως:
Η Επιτυχία ριζώνει με την Θέληση.
Το μυστικό βρίσκεται στην διανοητική κατάσταση του κάθε ανθρώπου.
Αν σκέφτεσαι πως σ’ έχουν ξεπεράσει σε ξεπερνούν.
Πρέπει να σκεφτείς ψηλά για να πετάξεις.
Πρέπει να ‘σαι σίγουρος για τον Εαυτό σου αν θες η προσπάθεια σου να επιβραβευτεί.
Τους αγώνες της ζωής, δεν κερδίζει πάντα ο δυνατότερος, ή ο ταχύτερος.
Αυτός που αργά ή γρήγορα κερδίζει, είναι ο άνθρωπος ΠΟΥ ΣΚΕΦΤΕΤΑΙ ΟΤΙ ΜΠΟΡΕΙ.
Τόσο οι επιτυχίες, όσο και οι αποτυχίες, είναι αποκυήματα της κυρίαρχης σκέψης.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις
(
Atom
)







