Κυριακή 14 Μαρτίου 2021

Προσεγγίσεις στην φιλοσοφία του Ηρακλείτου – Γνωσιολογία και η σχέση της με την ψυχή· o ρόλος των αισθήσεων

«Εμείς τη λέμε εποπτεία. Δηλώνει την προσοχή που δίνει το πνεύμα στον εαυτό του, επιπρόσθετα, ενόσω προσηλώνεται στην ύλη, στο κατ’ εξοχήν αντικείμενό του. Αυτή η πρόσθετη προσοχή μπορεί να καλλιεργηθεί μεθοδικά και να αναπτυχθεί μεθοδικά». -Ανρί Μπερξόν

«Ξέρω από πού κατάγομαι. Ακόρεστος όπως η φλόγα. Αναφλέγομαι και εξαφανίζομαι. Φως γίνεται το καθετί που εγγίζω. Άνθρακες το κάθε τι που αφήνω. Βέβαια είμαι μια φλόγα». -Φ. Νίτσε

Όπως γνωρίζουμε από τον Διογένη Λαέρτιο, το σύγγραμμα του Ηρακλείτου «Περί Φύσεως» ήταν χωρισμένο σε τρία μέρη: Περί του σύμπαντος, του ανθρωπίνου βίου και το θεολογικό. Επίσης, σύμφωνα με πληροφορίες του ιδίου συγγραφέως, ο Διόδοτος χαρακτήρισε το βιβλίο του Ηρακλείτου ως «ακριβή οδηγό για τη στάθμιση του βίου», ενώ άλλοι ως «γνώμονα ηθικής και διάταξης του ενιαίου τρόπου των πάντων». Με βάση αυτά, δεν είναι απόλυτα ορθή η άποψη ότι οι προσωκρατικοί δεν ασχολήθηκαν με τον άνθρωπο. Προκειμένου να προχωρήσουμε στην γνωσιολογία του Ηρακλείτου και να δούμε πως συνδέονται τα παραπάνω μέρη, πρέπει πρώτα να εξετάσουμε τις απόψεις του φιλοσόφου για το τι είναι ψυχή και τη σχέση της με τις αισθήσεις.

Ψυχή

Η φύση της ψυχής και η σχέση της με το σώμα.

Όσοι μπαίνουν στα ίδια ποτάμια βρέχονται από διαφορετικά νερά κάθε φορά. Έτσι και οι ψυχές αναδημιουργούνται συνεχώς μέσα από την εξάτμιση των (σωματικών) υγρών.
(απόσπασμα 12)

Σύμφωνα με τον Ηράκλειτο, η φύση της ψυχής είναι υλική. Προκύπτει από το υγρό στοιχείο μέσω της αναθυμίασης. Αυτή η διαδικασία είναι συνεχής, εξ ου και η σύνδεση με τα νερά του ποταμού που δεν είναι τα ίδια καθώς ρέουν. Στο ίδιο απόσπασμα, αναφέρεται ότι παράλληλα αποκτά πάντοτε νόηση («αναθυμιώμεναι νοεραί αεί γίνονται»). Συμπεραίνουμε λοιπόν, ότι σε αντίθεση με τα δυιστικά συστήματα, α) η ψυχή είναι υλικής φύσεως, β) δεν εισέρχεται στο σώμα αλλά προέρχεται από αυτό, γ) η σχέση μεταξύ σώματος και ψυχής είναι διαλεκτική· το πρώτο δίνει υλικό ώστε να παραχθεί η ψυχή, η δε ψυχή μετατρέπεται σε υγρό για να παραχθεί ξανά σε έναν αέναο κύκλο φυσικής ροής. Και δ) η νόηση συνδέεται με τη ψυχή. Αυτό το τελευταίο δείχνει ότι ο Ηράκλειτος αναφέρεται σε ένα διαφορετικό είδος νόησης (που δεν αφορά τον εγκέφαλο), μέσω της οποίας ο φιλοσοφικός νους συλλαμβάνει εποπτικά την ενότητα του κόσμου. Άλλο ένα απόσπασμα που δείχνει την άρρηκτη σχέση σώματος και ψυχής είναι το ακόλουθο.

Όπως η αράχνη, καθισμένη στο μέσο του ιστού, αντιλαμβάνεται αμέσως πως κάποια μύγα έσπασε ένα νήμα του και τρέχει γρήγορα στο σημείο αυτό σαν να την πονούσε η διάρρηξη του νήματος, με τον ίδιο τρόπο κι η ανθρώπινη ψυχή, όταν πληγωθεί ένα μέλος του σώματος, σπεύδει αμέσως εκεί σαν να μην μπορεί να υπομείνει τον τραυματισμό του σώματος με το οποίο είναι συνδεδεμένη στερεά και σύμφωνα με κάποια αναλογία.
(απόσπασμα 67a)

Ο Ηράκλειτος θεωρεί την ψυχή ενιαία, αποτελούμενη από νόηση και αίσθηση που πάντα γίνονται. Με το παράδειγμα της αράχνης θέλει να μας δείξει την εποπτική ικανότητα της ψυχής. Αυτή επαγρυπνεί σαν σκοπός στον ίδιο τον ιστό της, που φυσικά είναι φτιαγμένος από υλικό δικό της.

Ψυχή και νόηση.

Παραπάνω είδαμε ότι ο φιλόσοφος συνέδεσε τη νόηση με την ψυχή. Γιατί το έκανε άραγε; Αν και δεν υπάρχει κάποιο απόσπασμα που να απαντά άμεσα σε αυτό, ωστόσο φαίνεται σαφέστατα από τα σωζόμενα αποσπάσματα ότι τον απασχόλησε το ζήτημα του τρόπου λειτουργίας του παντός που έχει ως συνέπεια και την αφύπνιση του ανθρώπου. Αποκαθαίροντας την μαρτυρία του Σέξτου του Εμπειρικού από ορισμένες ανακρίβειες (καθώς φαίνεται ότι δεν λαμβάνει υπόψη του όλα τα ηρακλείτεια αποσπάσματα), μπορούμε να ισχυριστούμε ότι ο άνθρωπος (πέρα από την εγκεφαλική του νόηση) διαθέτει επιπλέον τη δυνατότητα της μετοχής σε κάτι που μας περιβάλλει και έχει λογική και νόηση («το περιέχον ημάς λογικόν τε ον και φρενήρες»). Αυτό χαρακτηρίζεται ως «λόγος» που είναι «κοινός» και «θείος». Με την μετοχή σε αυτό το εξωτερικό και φυσικό στοιχείο, ο άνθρωπος καθίσταται πράγματι λογικός. Προκειμένου να προλάβουμε παρεξηγήσεις και παρερμηνείες, οφείλουμε να διευκρινίσουμε ότι ο κοινός θείος λόγος δεν αναφέρεται σε κάτι θεϊκό. Όπως έχουμε ήδη δει, το θεϊκό στοιχείο δεν παίζει κανέναν καθοριστικό ρόλο στην ηρακλείτεια φιλοσοφία (και γενικότερα στους προσωκρατικούς). Ο κόσμος δεν πλάστηκε από κανέναν θεό, αλλά είναι ένα αυτορυθμιζόμενο και πάντοτε υπάρχων σύστημα (βλ. απ. 30 και 41). Συνεπώς, δεν είναι ο λόγος των πολύ μετέπειτα Στωικών που διέπει τα πάντα. Στον Ηράκλειτο, είναι ο καθολικός συμπαντικός νόμος. Όπως προκύπτει από τα αποσπάσματα 1,2, και 72, ο λόγος είναι ο αιώνιος κοσμικός νόμος σύμφωνα με τον οποίο γίνονται τα πάντα. Λειτουργεί ως συνδετικός αρμός των πάντων. Οι περισσότεροι όμως άνθρωποι (ακόμα και οι πολυμαθείς) δεν το έχουν συνειδητοποιήσει, και έτσι δεν έχουν φτάσει στην σοφία. Αυτός, ανάλογα με την αύξησή του ή την φθίση του εντός του ανθρώπου, είναι που καθιστά την ψυχή ξηρή ή υγρή. Ας δούμε όμως τα ηρακλείτεια χωρία.

Η πολυμάθεια (πολυμαθίη) δεν διδάσκει τη βαθύτερη κατανόηση (νόον έχειν). Αν ήταν έτσι, θα την είχε διδάξει στον Ησίοδο και τον Πυθαγόρα, κι επίσης στον Ξενοφάνη και τον Εκαταίο.
(απόσπασμα 40)

Φαίνεται καθαρά η διάκριση μεταξύ του «πολυμαθίη» από το «νόον έχειν», κατά το κείμενο. Άρα, άλλο πράγμα η πολυμάθεια και άλλο πράγμα το να έχει κανείς νου. Διακρίνεται η λογική της διάνοιας (που πάντα είναι ανάλογη με την τρέχουσα γνώση) από το λόγο. Στο απόσπασμα 41 φαίνεται καθαρά τι εννοεί «νόον έχειν». «Η σοφία είναι ένα μόνο πράγμα: να γνωρίζεις ότι ο ορθός λόγος κυβερνά τα πάντα μέσα από τις εσωτερικές τους σχέσεις». Είναι η σοφία, δηλαδή η κατανόηση του συμπαντικού νόμου ότι ο κόσμος κυβερνάται από τις ίδιες του τις εσωτερικές σχέσεις (το οποίο σχετίζεται με τον ρόλο του «πολέμου», της «έριδας», της «δίκης», του μέτρου, και του γίγνεσθαι). Το αυτό ισχύει και για τον άνθρωπο ως μέρος του κόσμου. Αυτή η σύλληψη δεν είναι υποκειμενική γνώση, αλλά αντικειμενική αλήθεια. Όντας χωρισμένη από όλα, δεν υπόκειται στους νόμους του γίγνεσθαι. Μόνο το εκφράζει. Όσοι όμως μιλούν, τους λανθάνει αυτή η γνώση. «Απ’ όλους όσους άκουσα να μιλούν, κανείς δεν έφθασε στο σημείο να γνωρίζει ότι η σοφία είναι διαχωρισμένη από όλα τα πράγματα» (απόσπασμα 108).

Η ορθή σκέψη είναι η μεγαλύτερη αρετή, και η σοφία είναι το να λέμε την αλήθεια και να πράττουμε σύμφωνα με τη φύση, όπως αρμόζει σε ανθρώπους που έχουν γνώση.
(απόσπασμα 112)

Η ορθή σκέψη -ή το «σωφρωνείν» κατά το κείμενο- είναι «αρετή μεγίστη» διότι είναι η βάση όπου στηρίζονται οι «άνθρωποι που έχουν γνώση» ή «επαΐοντες» κατά το κείμενο (οι γνώστες και αφυπνισμένοι). Η σοφία εκδηλώνεται με το να λέμε την αλήθεια και να πράττουμε όπως ορίζει η φύση.
Η ηθική του Ηρακλείτου δεν καθορίζεται ούτε από αυθεντίες που θα μας πουν πως θα ζήσουμε, ούτε από θεούς και θεόσταλτους νόμους. Δεν είναι η συμβατική ηθική των πολλών που ορίζει υπακοή σε ανθρωποποίητα έθιμα. Είναι καθαρά φυσιοκρατική.

Η φιλοσοφική-ενορατική σύλληψη του παντός, δεν στηρίζεται σε αυθαιρεσίες και εικοτολογίες.Το πόσο σοβαρό είναι το θέμα, δηλώνεται ρητώς από το εξής απόσπασμα: 

«Ας μη στοχαζόμαστε αυθαίρετα με εικασίες για τα σπουδαιότητα ζητήματα». 
(απόσπασμα 47).

Όποιο δρόμο κι αν ακολουθήσεις, δεν θα βρεις τα όρια της ψυχής. Τόσο βαθύς είναι ο λόγος της.
(απόσπασμα 45)

Το πόσο βαθιά είναι μια ψυχή εξαρτάται από τον λόγο της. Όσο περισσότερο αυξάνει ο λόγος, τόσο και η ψυχή. Φυσικά μπορεί να ισχύει και το αντίθετο. Στο απόσπασμα 115, αναφέρεται ότι «στην ψυχή ανήκει ο λόγος που αυξάνει από μόνος του». Αυτή η αύξηση δεν γίνεται μηχανικά. Σε συνδυασμό με το απόσπασμα 112 που είδαμε παραπάνω, μπορούμε να πούμε ότι ο λόγος ζυμώνεται με την ψυχή σε μια φυσική διαδικασία συν αύξησης, αλλά το να παραμείνει εκεί εναπόκειται στον άνθρωπο. Ο άνθρωπος οφείλει να ζήσει «κατά φύσιν», ώστε να σωφρονεί (έχοντας την αίσθηση του μέτρου), πράττοντας και λέγοντας τα αληθινά (κάτι που συνιστά την σοφία).

Περισσότερο φως ίσως ρίξουν οι πληροφορίες που μας δίνει ο Διογένης ο Λαέρτιος στο βιβλίο του «Βίοι φιλοσόφων». Κάποια περίοδο, ο Ηράκλειτος αποτραβήχτηκε στο ιερό της Αρτέμιδος διότι δεν ήθελε πλέον να πολιτεύεται με τους Εφέσιους καθώς είχαν επικρατήσει οι ανάξιοι, έχοντας επιβάλλει ένα φαύλο πολίτευμα. Επιπλέον, είχαν εξορίσει τον φίλο του Ηρακλείτου τον Ερμόδωρο, τον οποίο θεωρούσε (πνευματικά) άριστο. Τελικά κατάντησε μισάνθρωπος λόγω της άθλιας κατάστασης των Εφεσίων, και έφυγε στα βουνά, τρώγοντας χόρτα και ρίζες. Δεν μαθήτευσε κοντά σε κανέναν, αλλά ισχυριζόταν ότι έμαθε τα πάντα από τον εαυτό του. Άλλωστε, και το βιβλίο που έγραψε, το έγραψε με τέτοιο τρόπο ώστε μόνοι οι ικανοί να είναι σε θέση να το κατανοήσουν. Το κατέθεσε στον ναό και αυτό απέκτησε τόση φήμη, ώστε δημιουργήθηκε φιλοσοφική τάση της οποίας τα μέλη ονομάστηκαν ηρακλείτειοι. Είναι αξιοσημείωτο ότι ο Ηράκλειτος καταφρόνησε όχι μόνο τη χαμερπή κατάσταση της εποχής του, αλλά και τα αξιώματα. Σύμφωνα με τον Στράβωνα, ο Άνδροκλος, που ήταν γιος του βασιλιά της Αθήνας Κόδρου, υπήρξε ο ιδρυτής της Εφέσου. Οι απόγονοί του ονομάστηκαν βασιλείς και απολάμβαναν τιμών στους αγώνες και τελούσαν τα μυστήρια της Ελευσίνιας Δήμητρας. Ένας από τους απογόνους ήταν και ο Ηράκλειτος. Πιθανότατα, η εφαρμογή του Δελφικού ρητού «γνώθι σαυτόν», να ήταν αυτό που τον οδήγησε στην πνευματική του αφύπνιση. Βρήκε το λόγο (την κοσμολογική αρχή) ξεκινώντας από μέσα του. Πιθανότατα αυτό ήταν και το νόημα της ζωής του.

«Ερεύνησα τον εαυτό μου» 
(απόσπασμα 101).

Σύμφωνα με τα αποσπάσματα, ο φιλόσοφος διακρίνει δύο ποιότητες στην ψυχή· την μια την ονομάζει «υγρή» και την άλλη «ξηρή».

Ο άνδρας, όταν μεθύσει, έχει οδηγό του αμούστακο παιδί: σκοντάφτει, δεν ξέρει που πάει, επειδή έχει την ψυχή υγρή.
(απόσπασμα 117)

Άνθρωπος με «υγρή» ψυχή σημαίνει δύο πράγματα· πρώτον ότι το υγρό στοιχείο υπερτερεί, και δεύτερον ότι ατροφεί ο λόγος μέσα του. Με αυτήν την παραβολική εικόνα, τονίζεται η πνευματική ανικανότητα του ανθρώπου να περπατήσει ορθά στον βίο ως επαΐων (γνώστης και αφυπνισμένος), με το σωστό προσανατολισμό. Ένας τέτοιος άνθρωπος έχει την ανάγκη των θεωρούμενων «πνευματικών οδηγών» (που για τον φιλόσοφό μας έχουν το ίδιο διανοητικό επίπεδο με αυτό των μικρών παιδιών). Σχετικά με αυτό, θα δούμε περισσότερα στον οικείο τόπο όταν θα εξετάσουμε τις ηρακλείτειες απόψεις περί «αυθεντιών».

Στον αντίποδα, «η ξηρή ψυχή είναι η πιο σοφή και άριστη» (απόσπασμα 118). Είναι η ψυχή στην οποία υπερτερεί το πύρινο στοιχείο και ο λόγος βαίνει αυξανόμενος. Το άριστο συνδέεται με το σοφό. Επομένως, ο άριστος δεν είναι ο άριστος στην καταγωγή ή τον πλούτο, αλλά στο πνεύμα. Μιλάει επομένως για μια αριστοκρατία του πνεύματος.

Οι εσωτερικές μεταλλαγές.

Είπαμε παραπάνω ότι η ψυχή (μέσω της διαδικασίας της αναθυμιάσεως) πάντοτε «γίνεται». Η αφετηρία της είναι από το υγρό στοιχείο του σώματος. Καθοδόν όμως, και με τη συμβολή του λόγου (και αναλόγως του βίου), άλλοτε αυξάνει γενόμενη περισσότερο ξηρή και θερμή, άλλοτε φθίνει γενόμενη υγρή. Ο φυσικός προορισμός της είναι να συνεχίσει να επιβιώνει και μετά τον θάνατο του σώματος. Θάνατος δεν είναι απαραιτήτως η εκμηδένιση της αυτοσυνειδησίας. Θάνατος είναι μια φάση της φυσικής εξελίξεως. Όπως όλα περνούν από μεταστοιχειώσεις, έτσι περνά το σώμα και η ψυχή.

Η φωτιά ζει τον θάνατο του αέρα, κι ο αέρας ζει τον θάνατο της φωτιάς· το νερό ζει τον θάνατο της γης και η γη τον θάνατο του νερού. Ο θάνατος της φωτιάς είναι γένεση του αέρα και ο θάνατος του αέρα γένεση του νερού. Ο θάνατος της γης είναι να γίνει νερό, και ο θάνατος του νερού είναι να γίνει αέρας, και του αέρα να γίνει φωτιά, και αντίστροφα.
(απόσπασμα 76)

Το απόσπασμα αναφέρεται στην μεταστοιχείωση ή τις τροπές του «πυρός» (του αποσπάσματος 31). Εδώ, η μετάβαση καλείται «θάνατος», «ζωή», και «γένεση». Η πρότερη κατάσταση της ύλης χαρακτηρίζεται ως «θάνατος» και η νέα ως «ζωή» και «γέννηση». Αλλάζει η κατάσταση του αυτού «αειζώου πυρός» χωρίς αυτό να αφανίζεται. 
(απόσπασμα 30).

Στο απόσπασμα 36, η ψυχή συμπεριφέρεται ως ένα στοιχείο όπως όλα τα άλλα. «Οι ψυχές, όταν πεθάνουν, γίνονται νερό, και το νερό, όταν πεθάνει, γίνεται γη· από τη γη γεννιέται το νερό κι απ’ το νερό η ψυχή».

Είναι ίσως μια περιγραφή του κύκλου της διαρκούς αναθυμιάσεως (του αποσπάσματος 12). Αυτή η φυσική λειτουργία εκφράζεται και διαφορετικά: «Εμείς ζούμε τον θάνατό τους κι εκείνες ζουν τον δικό μας»(απόσπασμα 77). Δεν μπορούμε να πούμε ότι ζούμε την εκμηδένιση της ψυχής και η ψυχή την δική μας. Είναι φανερό ότι εννοεί τη διαλεκτική σχέση σώματος και ψυχής. Αυτό το «πάρε-δώσε». Τις εναλλαγές κατά την αναθυμίαση.

Για τις ψυχές το να γίνουν υγρές είναι ηδονή ή θάνατος.
(απόσπασμα 77)

Το απόσπασμα αναφέρεται στην ποιοτική υποβάθμιση της ψυχής. Το θερμό και το ξηρό εξασθενεί σημαντικά έως του σημείου να σβήσει εντελώς. Αυτό σημαίνει ότι ταυτόχρονα σβήνει και ο λόγος. Η ψυχή πεθαίνει, δηλαδή γίνεται νερό. Αν αυτή η κατάσταση παραμείνει η ίδια μέχρι το θάνατο του σώματος κι εφόσον δεν θα υπάρχει η δυνατότητα της αναθυμιάσεως, η ψυχή θα έχει πεθάνει (δηλαδή θα έχει μετατραπεί σε νερό, άνευ αυτοσυνειδησίας). Σε αυτήν την κατάσταση συμβάλλει η ηδονή. Ποιά ηδονή όμως; Η φυσική; Αν δεχόμασταν ότι εννοεί την φυσική ηδονή, αυτό θα έρχονταν σε αντίθεση με το απόσπασμα 112. Είδαμε παραπάνω ότι εκεί η σωφροσύνη και η σοφία είναι να λέμε την αλήθεια και να πράττουμε κατά φύση. Η ηδονή ανήκει στην φύση. Επομένως, η ηδονή που αναφέρεται εδώ είναι η ακριβώς αντίστροφη. Είναι αυτό που θεωρούν οι άλογοι άνθρωποι (οι μη αφυπνισμένοι πνευματικά) ως ηδονή. Είναι η ηδονή που οδηγεί στην αφροσύνη, στο ψεύδος και γενικότερα που δεν είναι σύμφωνη ούτε με τη φύση ούτε με την βαθύτερη κατανόηση των πραγμάτων. Είναι η κατάσταση που δεν μπορεί να αναπτυχθεί ο λόγος της ψυχής. Κοντολογίς, που δεν μπορεί ο άνθρωπος να πραγματώσει τον εαυτό του. Να φτάσει εκεί που πρέπει να φτάσει.

Οι ψυχές οσφραίνονται στον Άδη.
(απόσπασμα 98)

Όπως φαίνεται από το χωρίο, ο Ηράκλειτος δέχονταν την δυνατότητα της επιβίωσης της αυτοσυνειδησίας μετά τον φυσικό θάνατο, όχι με μια μεταφυσική χροιά, αλλά ως μέρος μιας φυσικής διαδικασίας.

Σε άλλο απόσπασμα διαβάζουμε: «Τα πτώματα των νεκρών πρέπει να τα πετούν σαν κοπριές και χειρότερα» (96). Το νεκρό σώμα (και όλα τα όργανα που το αποτελούν) αποσυντίθεται. Παύει να λειτουργεί εντός του η διαδικασία αναθυμίασης. Η ψυχή, εξέρχεται και συνεχίζει την ίδια διαδικασία αλλά αλλού. Όπως είδαμε στο απόσπασμα 12,η ψυχή έχει αναπτύξει δική της νόηση ανεξάρτητα από την εγκεφαλική. Κατά το ίδιο απόσπασμα, έχει αναπτύξει και την δική της αίσθηση. Το απόσπασμα αυτό εξάγεται από τον Άρειο τον Δίδυμο ο οποίος λέει ότι ο Ζήνων δέχονταν ότι η ψυχή είναι «αισθητική αναθυμίαση», όπως ακριβώς και ο Ηράκλειτος. Δηλαδή, η ψυχή αναπτύσσει δική της νόηση και αίσθηση. Μπορούμε να πούμε ότι ο Ηράκλειτος εντάσσει το φαινόμενο «θάνατος» ως φάση του γίγνεσθαι και της ροής. Γεννιέται το σώμα μαζί με την ψυχή. Κατά τη διάρκεια που ζει ο άνθρωπος, μεταβάλλεται τόσο το σώμα του όσο και η ψυχή του. Όταν πια πεθαίνει, τα δύο στοιχεία του συνεχίζουν την ροή τους. Το μεν σώμα αποσυντίθεται, η δε ψυχή είτε γίνεται νερό, είτε συνεχίζει τις μεταστοιχειώσεις σε διαφορετικό επίπεδο. Όπως η κάμπια που κλεισμένη στο κουκούλι της γίνεται πεταλούδα. Ίσως κάτι παρόμοιο να θεωρούσε ο Ηράκλειτος. Η ψυχή που τρέφονταν από το ίδιο το σώμα και σχηματίζονταν εκεί, πλέον δεν το χρειάζεται. Το σώμα «πέθανε», αλλά ένα μέρος του ανθρώπου συνεχίζει να επιβιώνει μετασχηματιζόμενο. Το νεκρό σώμα πλέον είναι άχρηστο. Δεν εξυπηρετεί. Για αυτό και η ομολογουμένως ακραία άποψη του Ηρακλείτου, δεν πρέπει να συγχέεται με κανέναν δυισμό περί κατωτερότητας του σώματος έναντι της ψυχής. Άλλωστε εδώ δεν γίνεται λόγος για σώμα, αλλά για νεκρό σώμα (πτώμα).

Οι ψυχές λοιπόν διατηρούν την αυτοσυνειδησία τους δεχόμενες αιθέριες αναθυμιάσεις, ως μέρος μιας φυσικής διαδικασίας. Ένα ακόμα στοιχείο που δείχνει ότι η ψυχή διατηρεί την αυτοσυνειδησία της, είναι το ακόλουθο: «Τους ανθρώπους, όταν πεθάνουν, τους περιμένουν πράγματα που ούτε ελπίζουν ούτε φαντάζονται» (απόσπασμα 27).

Αν θάνατος σήμαινε εκμηδένιση της συνειδήσεως στον Ηράκλειτο, τότε δεν θα ήταν δυνατή ούτε η ελπίδα ούτε η ικανότητα φαντασίας. Σαφώς, απορρίπτονται οι ιδέες περί μετενσάρκωσης ή ανάστασης. Στην πρώτη περίπτωση επειδή το σώμα είναι που δημιουργεί την ψυχή από τα ίδια του τα υλικά. Στην δεύτερη, επειδή ο θάνατος δεν είναι «τραγωδία» όπως το παρουσίασε η χριστιανική διδασκαλία, αλλά ένα απολύτως φυσιολογικό γεγονός. Συνεπώς δεν χρειάζεται κάποια αποκατάσταση.

Αυτά ισχύουν για τις ξηρές ψυχές. Οι δε υγρές, εφόσον έχασαν το ξηρό στοιχείο τους, άρα έχασαν και κάθε αισθητικότητα και νόηση. Πεθαίνοντας και το σώμα, άρα και ο εγκέφαλος, χάνουν κάθε αυτοσυνειδησία.

Οι αισθήσεις

Ο ρόλος των αισθητηρίων οργάνων και η εξάρτησή τους από την ποιότητα της ψυχής.

Τα αισθητήρια όργανα και οι αισθήσεις δεν αποκλείονται, αλλά ιεραρχούνται. Χαρακτηριστικά είναι τα ακόλουθα αποσπάσματα:

« Όσα πράγματα είναι αντικείμενα της όρασης, της ακοής, και της αντίληψης, αυτά εγώ προτιμώ» 
(απόσπασμα 55).

«Τα μάτια είναι πιο αξιόπιστοι μάρτυρες από τα αυτιά» 
(απόσπασμα 101a).

Τα πράγματα όμως αλλάζουν όταν πρόκειται περί «υγρών» ή βαρβάρων ψυχών. Τα μηνύματα των αισθήσεων είναι σωστά, αλλά ερμηνεύονται λανθασμένα, με συνέπεια την πλάνη.

«Τα μάτια και τα αυτιά όσων έχουν βάρβαρες ψυχές είναι κακοί μάρτυρες για τους ανθρώπους» (απόσπασμα 107).

Εδώ βλέπουμε ξεκάθαρα ότι η ψυχή λειτουργεί ως όργανο για την «καλή» ή την «κακή» μαρτυρία όλων όσων λαμβάνουν οι αισθήσεις. Η κατάσταση της ψυχής είναι που δίνει στην ψυχή την ικανότητα της φιλοσοφικής εποπτείας και της βαθύτερης κατανόησης των πραγμάτων. Στο απόσπασμα 7 αναφέρεται κάτι ασαφές, που ίσως να έχει να κάνει με αυτό. «Αν όλα γίνονταν καπνός, τα ρουθούνια θα τα αναγνώριζαν». Δηλαδή, παρατηρούμε ότι υπάρχει κάποια συσχέτιση μεταξύ γνωστικού αντικειμένου και οργάνου. Ο καπνός αναγνωρίζεται από τα ρουθούνια. Όμως, δεν είναι όλα καπνός. Άρα, δεν αναγνωρίζει η όσφρηση τα πάντα. Για αυτό υπάρχουν και οι υπόλοιπες αισθήσεις οι οποίες μας φέρουν σε επαφή με τον εξωτερικό κόσμο ώστε να γνωρίζουμε. Όμως στην ενορατική σύλληψη, ποιο όργανο αντιστοιχεί; Σύμφωνα με όλα όσα εκθέσαμε, νομίζω ότι είναι η ψυχή.

Ο «φιλελληνικός» και «πατριωτικός» ρόλος του Πατριαρχείου, μετά την Επανάσταση του 1821 και την Απελευθέρωση – Η κατάπτυστη επιστολή του πατριάρχη Αγαθάγγελου προς τους Έλληνες το 1828 και η απάντηση του Ιωάννη Καποδίστρια

Ο βασισμένος στην εξουσία, που κληρονόμησε από τον σουλτάνο σαν ανταπόδοση, ρόλος του Πατριαρχείου συνεχίστηκε και μετά την Απελευθέρωση και συνεχίζεται έως και σήμερα. Έτσι υπερασπιζόμενο τα κεκτημένα του το Πατριαρχείο, τάχθηκε εναντίον της Επανάστασης του 1821, αφόρισε τους επαναστάτες και συνέχισε να προπαγανδίζει την επαναφορά των Ελλήνων στο σουλτανικό ζυγό ακόμη και μετά την απελευθέρωσή μας και τη δημιουργία του Ελληνικού Κράτους. Πρωταγωνίστησε επίσης στην εγκαθίδρυση της παράλληλης θεοκρατικής εξουσίας στο νέο Κράτος, η οποία έκτοτε αποτελεί τον σπουδαιότερο ανασταλτικό παράγοντα προόδου. Οι εξουσιαστικές του επιδιώξεις είναι σύμφυτες με το Χριστιανισμό, ένα απόλυτα διεθνιστικό οικοδόμημα.

Στο άρθρο αυτό θα παρουσιασθεί ένα σκοπίμως αποσιωπούμενο από την επίσημη Ελληνική Ιστορία επεισόδιο με πρωταγωνιστές τον πατριάρχη Αγαθάγγελο και τον πρώτο κυβερνήτη της Ελλάδας, Ιωάννη Καποδίστρια, όπου καθίσταται έκδηλος ο αντεθνικός ρόλος κι ο αμείωτος φιλοτουρκισμός του Πατριαρχείου ακόμη και μετά τη λήξη του Αγώνα της Ανεξαρτησίας και τη δημιουργία του μικρού ελεύθερου Ελληνικού Κράτους.

Ο πατριάρχης Αγαθάγγελος Α΄ ο από Χαλκηδόνος, έστειλε τον Φεβρουάριο του 1828 στην Ελλάδα τους μητροπολίτες Νίκαιας, Χαλκηδόνας, Λάρισας και Ιωαννίνων, με σκοπό να συστήσουν στους κατοίκους της Πελοποννήσου και των νησιών του Αιγαίου Πελάγους -στους μπαρουτοκαπνισμένους και ματωμένους αγωνιστές, που με τόσες θυσίες κέρδισαν την ελευθερία τους- να δηλώσουν υποταγή στο σουλτάνο και να επανέλθουν στον οθωμανικό ζυγό! Οι μητροπολίτες είχαν μαζί τους και γράμμα του πατριάρχη, που όχι μόνο συμβούλευε την υποταγή, αλλά υποσχόταν, πως ο «πολυχρονεμένος» σουλτάνος θα έδινε αμνηστία σε όσους υποτάσσονταν.

Το κείμενο της κατάπτυστης επιστολής που δημοσιεύθηκε το 1852, από την εφημερίδα «Σφαίρα», έχει ως εξής:

(σ.σ.: Υπήρχε η πρόθεση να τονιστούν τα πιο «αξιοπρόσεκτα» της επιστολής, αλλά κάτι τέτοιο κατέστη αδύνατον, καθώς θα έπρεπε να τονιστεί σχεδόν…όλο το κείμενο!)

Επιστολή του Πατριάρχου και της Ιεράς Συνόδου της Κωνσταντινουπόλεως προς τους Έλληνας, από 20 Φεβρουαρίου 1828.

Ενδοξότατοι άρχοντες, ευσεβέστατοι κληρικοί, πρόκριτοι και λοιποί πάντες χριστιανοί οι κατοικούντες την Πελοπόννησον και το Αιγαίον πέλαγος, παντός βαθμού και πάσης τάξεως, εις την καρδίαν των οποίων δεν εσβέσθη ο σπινθήρ της αγίας ημών πίστεως καθώς και η σωτηριώδης γνώσις των συμφερόντων σας, χάρις είη πάσιν υμίν και ειρήνη και έλεος παρά Θεού Κυρίου Παντοκράτορος.

Πολλοί από υμάς ενόμισαν βέβαια, βλέποντας την μέχρι τούδε σιωπήν της Εκκλησίας, ότι αύτη είχεν εγκαταλείψει ολοτελώς την φροντίδα περί της σωτηρίας της Πελοποννήσου και των λοιπών τόπων, και ότι εξ αιτίας της αδιαφορίας σας εις το ν’ ακούσετε τα πρώτας αυτής συμβουλάς, αφ’ ου εξέδωκε τους αφορισμούς αυτής, έμεινεν αδιάφορος εις τα δυστυχήματά σας, χωρίς να ζητήσει κανένα μέσον του να δώσει τέλος εις αυτά και ούτω να σας εξαγάγη από τα δεινά τα οποία σας επαπειλούν.

Αν αυτός ήναι ο συλλογισμός σας, εξέλθετε από την απάτην. Καθώς όλοι οι αδελφοί σας οι διεσπαρμένοι εις όλην την κραταιάν αυτοκρατορίαν, η Εκκλησία, αύτη η κοινή Μήτηρ, ησθάνετο λύπην βαθείαν στοχαζομένη τα αγαθά τα οποία απώλεσαν εκείνοι από τους κατοίκους, όσους η αποστασία είχε καταντήσει εις ανήκουστα δεινά και εις κινδύνους πάντοτε αυξανόμενους. Επερίμενε δε την μετάνοίαν των η Εκκλησία διά να σκεπάση αυτούς και πάλιν παρά του Θεού αρχαίαν εκείνην σκέπην και περιβολήν, να τους δώση την συγχώρησην, να τους ελευθερώση από τα δεσμά των, και να τους κάμη κοινωνούς των πνευματικών αυτής ευεργετημάτων.

Η πρόνοιά της υπήρξεν αναμφίβολος, η μακροθυμία και η ευσπλαχνία αυτής εγένοντο πασίγνωστοι, διότι μόλις είδε την προς αυτήν επιστροφήν των εκτός της Πελοποννήσου, οι οποίοι παρεσύρθηκαν και αυτοί από την απάτην και άγνοιαν, και ηδυνήθη να πεισθή περί της ειλικρινούς μετανοίας των, ήνοιξε προς αυτούς αμέσως τας μητρικάς αγκάλας, έλυσε τα δεσμά του αφορισμού, και έκαμεν υπέρ αυτών παρακλήσεις προς τον υπέρτατον κυριάρχην της κραταιάς αυτοκρατορίας. Αξιωθέντες δε συγχωρήσεως οι τόποι ούτοι αναπαύονται σήμερον υποκάτω της σκιάς του αειθαλούς δένδρου της ευσπλαχνίας και της δικαιοσύνης αυτού, απολαύοντες των πολύτιμων αγαθών των οποίων την ανεξάντλητον πηγήν συνέβη εις άλλους άλλοτε να γνωρίσωσιν.

Αλλά μέγα μέρος τόπων ευρίσκεται ακόμη εις την πλάνην. Οι κάτοικοι μόλον τούτο ανεγνώρισαν κατ’ επανάληψιν, ότι ασάκις έδωκαν ακρόασιν εις ξενικάς υποσχέσεις, ηπατήθησαν, και ότι ηθέλησαν ν’ αποπλανηθώσιν από τον δρόμον της υποταγής και της πίστεως, την οποίαν εις την νόμιμον οθωμανικήν εξουσίαν την παρά του Θεού προστατευομένην, οι ξένοι ωφελήθησαν από την πλάνην ταύτην, και η αστόχαστος αύτη θυσία εγένετο χρήσιμος μόνο εις τα συμφέροντα των ξένων. Οι Πελοποννήσιοι και οι κάτοικοι του Αιγαίου πελάγους επιμένουν εις το να ακούουν τους σφαλερούς λόγους των πρωταιτίων και τας πονηράς συμβουλάς των ξένων, οι οποίοι με επιτηδείαν προμελέτην ομιλούντες, φροντίζουν να κρύπτουν τας αληθινάς περιστάσεις των πραγμάτων, και παρεξηγούν επί κακού της κραταιάς βασιλείας, την ευσπλαχνία και συγκατάβασιν προς εκείνους οι οποίοι νοούν με ειλικρίνειαν.

Ούτω πεπλανημένοι υποπτεύουν ότι μετά την επιστροφήν των, τους περιμένει τιμωρία ανάλογος με το πταίσμα των. Η δε πρόνοια της Εκκλησίας θέλει κατά τούτο να μιμηθή το παράδειγμα του ευαγγελικού ποιμένος, και να ζητήση το πεπλανημένον πρόβατον διά να το επαναφέρη εις πνευματικήν και πολιτικήν ποίμνην από την οποία απεμακρύνθη, διά να το αναπαύση υπό την σκιά του βασιλικού ελέους και να το εμπιστευθή εις τας φροντίδας του. Θα ακούση άραγε την φιλικήν φωνήν το πλανηθέν; Θα καταλάβη το πνεύμα των σωτήριων συμβουλών; Θα ιδή το αληθινόν συμφέρον του και θα το εννοήση; Ή η καρδία του σκληρυνθείσα από τας παρεξηγήσεις, τα όμματά του θαμβωθέντα από την απατηλήν λάμψιν, θα θελήσουν ακόμη να πλανώνται εις άλλον δρόμον και να μην βλέπουν παρά αθεράπευτον το κακό;

Ημείς μόλον τούτο θα εκπληρώσωμεν το ιερό χρέος της προνοίας και φιλανθρωπίας, στέλλοντες ακόμη μίαν φοράν τας συμβουλάς μαςεν μέσω της ποίμνης. Εσκέφθημεν περί όλων όσων κάθε φρόνιμος και συνετός άνθρωπος χρεωστεί να ενθυμήται, περί της απολαύσεως των αγαθών τα οποία έδιδον τα μέσα του ζην, ομοίως με αυτούς τους ιδίους τους μουσουλμάνους, προς τους υπηκόους Έλληνας όσοι ήξευραν να διατηρώνται εις την έντιμον αυτών θέσεων, η οποία τους εσυγχώρει να επιχειρούν παν είδος εμπορίου και ν’ απολαμβάνουν παν είδος ωφελείας, να δύνανται να επικαλώνται την δικαιοσύνην και να την ευρίσκωσιν ενώπιον των δικαστηρίων. Οι κάτοικοι της Πελοποννήσου απελάμβανον εκ περισσού όλα αυτά τα δικαιώματα με τα οποία ετιμώντο ως δείγμα μεγαλυτέρων χαρίτων, θεμελιωμένων εις συνθήκας παραχωρηθείσας προς αυτούς κατ’ εξαίρεσιν από την βασιλικήν μεγαλοπρέπειαν. Εσκέφθημεν εξ άλλου τα ανεκδιήγητα εκείνα δεινά, εκείνα τα αθεράπευτα δυστυχήματα, τους φόνους, τας αρπαγάς, την άβυσσον εκείνην των θλίψεων εις την οποίαν εκρημνίσθητε, και η οποία θα γενή βαθυτέρα αν δεν κλεισθή αμέσως από το έλεος της κραταιάς βασιλείας, της οποίας τας μητρικάς αγκάλας θέλει ανοίξει η μετάνοιά σας.

Δυνάμενοι εξ ενός μέρους να παραστήσωμεν προς δικαιολογία σας τας προτροπάς εκείνων, οίτινες υποθάλπουν την αταξίαν και αυχαριστούνται εις την ταραχήν, των οποίνων αι ολέθριαι συμβουλαί παρασύσρουν συχνά τους πλέον προσεκτικούς και φρονίμους, εξ άλλους δε γνωρίζοντες ότι η βασιλική εξουσία μιμουμένη την αγαθότητα του ουρανίου Βασιλέως, μας αποδεικνύει μεν αναρίθμητα παραδείγματα, ότι δέχεται με επιείκειαν όλους εκείνους οι οποίοι καταφεύγουν εις το ιερόν άσυλον τους ελέους της και προστρέχουσιν εις αυτόν με ειλικρίνειαν, ετολμήσαμεν να παρουσιασθώμεν ενώπιοναυτής και να δώσωμεν αναφοράν με την ημετέραν σφραγίδα, προσφέροντες την μεσιτείαν μας την θεμελιωμένην εις το εθνικόν και θρησκευτικόν δίκαιον.Ο σκοπός των παρακλήσεών μας ήτον, όχι μόνον η ασφάλειά σας μετά την επιστροφήν σας εις την υποτογήν, αλλ’ ακόμη μία συγχώρησις πλήρης και τελεία, η απόδοσις όλων των προνομίων όσων δύναται να συμφωνήσουν με την κατάστασιν του υπηκόου, διά να δυνηθώμεν να πραΰνομεν τας τας τεταραγμένας καρδίας σας, και να στερεώσωμεν την ησυχίαν της ζωής της ιδικής σας και των απογόνων σας, αναλόγως της πίστεως με την οποίαν θα διατηρήσετε την σειράν της υποταγής.

Χάρις είη προς τον Ύψιστον, και δεδοξασμένον το δεδοξασμένον το άγιον όνομα αυτού από του νυν και εώς του αιώνος, ότι έκαμε ν’ αναβλύσωσιν από την καρδίαν της υψηλής Κυβερνήσεως νέα ευεργετήματα. Αι ελπίδες ημών δεν εψεύσθησαν. Ελάβομεν παρ’ αυτής, όχι μόνον λόγους παρηγορίας, αλλά και έγγραφον παραδοχήν της ταπεινής μεσολαβήσεως και των παρακλήσεών μας, και ίδομεν ότι διά της παραδοχής ταύτης επικυρώθη το δικαίωμα το το παραχωρηθέν εις τον ημέτερον πατριαρχικόν θρόνον, του να μεσολαβή εις τα υποθέσεις τους έθνους.

Η αυτοκρατορική Κυριαρχία σάς αναγγέλει διά της μεσολαβήσεώς μας, ότι εις την εγκληματικήν απάτην και διαφθοράν η οποία σας παρέσυρε, θέλει ν’ αντιτάξη την επιείκειαν και μακροθυμίαν της και να αναγκάση εις την ευγνωμοσύνην τας καρδίας τας πλέον απεσκληρυμένας. Εις την πλήρην και τελείαν αμνηστείαν, εις την παντελή λήθην του παρελθόντος, θέλει να προσθέση όχι μόνον την άφεσιν των νομίμων αποζημιώσεων, αλλά και των εισοδημάτων των επτά ετών, τα οποία παρήλθον από της επαναστάσεως, και τέλος την ασυδοσίαν δι’ εν έτος ακόμη μετά την υποταγήν. Αποκαθιστά τα πρώην καθεστώτα και τας συνθήκας περί της πελοποννήσου και των νήσων, προ πάντων δε την ελευθέραν εξάσκησιν των θρησκευτικών ημών εθίμων καθ’ όλην των την έκτασιν. Η Υψηλή Κυβέρνησισ εδήλωσε τας ευνοϊκάς αυτής διαθέσεις διά των εξής όρων:

(Όροι του Σουλτάνου προς τους Έλληνας)

Είναι γνωστόν εις όλον τoν κόσμον, ότι η Υψηλή Κυβέρνησις, καθώς το ομολογεί ειλικρινώς ο Πατριάρχης, παραχωρεί πάντοτε αφθόνους χάριτας προς έκαστον των υπηκόων της, οι οποίοι ευρισκόμενοι υπό την θεόσωστον αυτής εξουσίας, απέχουν του να παραβιάζωσι τα χρέη τα οποία χαρακτηρίζουν έναν πιστόν υπήκοον. Οι κάτοικοι ραγιάδες του Μωρέως και των νήσων της Άσπρης θαλάσσης απελάμβανον κατ’ εξοχήν, όλην την εύνοιαν της Υψηλής Κυβερνήσεως και ως εκ τούτου είχον το πλεονέκτημα να ζώσιν αναπαυόμενοι υπό την σκιάν του ισχυρού κράτους, ν’ απολαμβάνουν εντελή ησυχίαν, και να εξακολουθούν εν ειρήνη τας εμπορικάς υποθέσεις των, τόσον διά ξηράς όσον και διά θαλάσσηςκαι ν’ απολαμβάνουν άφθονα κέρδη. Εχρεώστουν λοιπόν εις την Κυβέρνησιν ευγνωμοσύνην διά τόσα αγαθά τα οποία έχαιρον. Αλλά απατηθέντες από μάταια πλάσματα της φαντασίας των, δεν εφοβήθησαν να συνομώσωσιν εναντίον της ισχυράς αυτοκρατορίας, και απορρίπτοντες διά μιας την ευτυχίαν, την οποίαν από τους προγόνους των εκληρονόμησαν, αυτοί οι ίδιοι κατετάραξαν την ησυχίαν των και επροκάλεσαν εναντίον των αυστηροτέρας ποινάς.

Μόλον τούτο, η Υψηλή Κυβέρνησις μη ακούουσα παρά την επιείκειαν και φιλανθρωπίαν της, μη τιμωρούσα τους αντάρτας οι οποίοι επιμένουν εις την αποστασίαν, μη μεταβάλλουσα κατ’ ουδέν τον συνήθη τρόπον του φέρεσθαι προς τους υπηκόους της, δεν εσυμβουλεύθη παρά το έλεος αυτής, εις τα οποία μετεχειρίσθη μέσα προς διόρθωσιν των πρώτων και προς επιστροφήν των δευτέρων, λησμονούσα τα παρελθόντα αμαρτήματά των, ως να μην υπήρξαν ποτέ, φροντίζει, καθώς και πρότερον, διά την διατήρησιν της ησυχίας και την ανακούφισιν εκείνων οι οποίοι προστρέχουσιν εις το άσυλον της αγαθότητος αυτής. Επανερχόμενοι εις εαυτούς θα εννοήσωσιν ότι ο δρόμος τον οποίον ακολουθούν δεν φέρει εις αγαθόν τέλος, και καθώς έως σήμερον δεν επέτυχον ως αποτέλεσμα ειμή δυστυχίαν και κακήν έκβασιν, δεν θα εύρωσιν επίσης και του λοιπού, παρά την απώλειαν ζωής και των υπαρχόντων των, καταστρέφοντες ούτω διά των ιδίων χειρών των το οικοδόμημα της ευτυχίας των.

Εάν λοιπόν εννοούντες τας αληθείας ταύτας, μετανοήσωσι δι’ όσα έπραξαν και ρίφθωσιν εις τας αγκάλας της Υψηλής Κυβερνήσεως, αύτη αντί τούτων χαρίζει εις αυτούς πληρέστατην αμνηστίαν, όπως ο μουσουλμανικός νόμος απαιτεί και καθ’ όσον κατά το μέλλον θέλουσι μείνει εις το κέντρον της υποτελείας (ρεαγιαλίκι) και της πίστεως, τα προηγηθέντα αμαρτήματά των δεν θέλουσι ονειδισθή ποσώς· και μόλον ότι κατά την απαίτησιν του ιερού νόμου αι γαίαι των και όλα των τα κτήματα έπρεπε ν’ απωλεσθώσι δι’ αυτούς και να μεταβώσιν εις την κυριότητα της Κυβερνήσεως, μόλον τούτο από υχηλήν συγκατάβασιν, άπαντα θέλουσι διαμείνει εις τους ζώντας ή τους κληρονόμους των αποθανόντων.

Μόλον ότι δε η Υψηλή Κυβέρνησις έχει το δικαίωμα να μεταβάλη το σχήμα της διοικήσεως των τόπων τούτων, όπως φανή εις αυτήν εύλογον και όπως η πολιτική της το απαιτεί, εξ επιεικείας όμως θέλει αποκατασταθή η πρώτη τάξις, διότι αύτη συντελεί εις την ειρήνην και την ησυχίαν των κατοίκων διά της επαγρυπνήσεως εις την εκτέλεσιν των νόμων και της δικαιοσύνης. Οι μουσουλμάνοι θέλουν κατοικεί, ως και πρότερον, εις τας ιδιοκτησίας των, οι δε υπήκοοι θέλουσι παραδώσει εις τους επιστάτας και προϊσταμένους της Υψηλής Κυβερνήσεως τα φρούρια όσα κατέχουσι, τα κανόνια και παν άλλο πολεμικόν όργανον. Ούτοι δε θέλουσι κατοικήσει τότε τους αρχαίους αυτών τόπους, αναλαμβάνοντες τας ιδιοκτησίας των· περιπλέον ουδέν εμπόδιον δεν θέλει επιφερθή εις την παραχώρησιν των αρχαίων ακκλησιών των και εις την εξάσκησιν των θρησκευτικών αυτών εθίμων, αν δε και ήθελεν είναι συνεπές το ν’ απαιτήση παρ’ αυτών η Κυβέρνησις τας αποδεκατώσεις ως και τον κεφαλικόν φόρον (χαράτσι) και παν άλλον είδος φόρων, όσα συνεσωρεύθησαν κατά το διάστημα των 6-7 ετών, και την αποζημίωσιν τοσούτων εξόδων γενομένων εις χρήματα εκ του δημοσίου ταμείου ένεκα ανταρσίας των, παραιτούνται εις αυτούς άπαντα ταύτα, χάριν της παρακλήσεως των μεσολαβησάντων, και έτι περιπλέον ως μαρτύριον της ευσπλαχνίας και της φιλανθρωπίας, την οποίαν η Υψηλή Κυβέρνησις επιδεικνύει προς τους υποτελείς αυτής υπηκόους.

Αφού η διοίκησης του Μωρέως ήθελεν ανατεθή πάλιν εις έναν βεζίρην δίκαιον και ευνοϊκόν προς τους Έλληνας, θέλει δοθή πάντοτε προσοχή εις ό,τι δύναται να συντελέση εις την ευζωίαν των υπηκόων του ισχυρού Κράτους, και να προφυλάξη αυτούς από πάσης αδικίας και καταθλίψεως. Αλλ’ εάν, μη γινώσκοντες να εκτημίσωσι τα εξ επιεικείας υποσχόμενα εις αυτούς δωρήματα, επιμείνωσιν εις φανταστικάς ορέξεις παρεκτρεπομένας από την σειράν του υπηκόου, ας μάθωσι ότι η επιείκεια δεν θέλει προβή περαιτέρω, και ότι εντός της προσθεσμίας τριών μηνών η επιστροφή των προς την Κυβέρνησιν θέλει προξενήσει εις αυτούς την εκπλήρωσιν των ευεργετικών υποσχέσεων, όσαι γίνονται σήμερον προς αυτούς· και ότι αν τουναντίον επιμένωσιν εις την ανταρσίαν των, θέλουν είναι υπεύθυνοι διά το έγκλημά των και εις τούτον και εις τον άλλον κόσμον.

Η παρούσα έγγραφος απόκρισις, σάς παραχωρείται με την άδειαν να γνωστοποιηθή εκ μέρους του Πατριαρχείου εις τους κατοίκους.

(Συνέχεια της πατριαρχικής επιστολής)

Τα ευεργετήματα, τα οποία προσφέρει η ισχυρά αυτοκρατορία κατά συνεπείαν της μεσολαβήσεως και των προνοητικών παρακλήσεών μας υπέρ πάντων υμών, πρέπει αναμφιβόλως να σας ευχαριστήσωσι και να ευφράνωσι την καρδίαν σας, να εξαλείψουν τας υποψίας, να αποκρούουν πάσαν πρόφασιν, και να καταστρέψουν τας πανουργίας των εναντίων.

Διά τον σκοπόν τούτον, η παρούσα επιστολή, γεγραμμένη δι’ όλους υμάς, διαβιβάζεται διά προσώπων εκλεκτών και αξιοσυστάτων, εκ των εγκρίτων αρχιεπισκόπων της Ιεράς Συνόδου, των σεβασμιωτάτων Μητροπολιτών, Νικαίας Ιωσήφ, Χαλκηδόνος Ζαχαρίου, Λαρίσσης Μελετίου, και του Μεγάλου Πρωτοσυγγέλου της ημετέρας Εκκλησίας. Οι σεβάσμιοι ούτοι απεσταλμένοι, θέλουν σας προτρέψει και διά ζώσης φωνής ν’ ακούσητε τας συμβουλάς ημών, αγαπητά εν πενύματι τέκνα, ενόσω είναι καιρός χαρίτων, καιρός μετανοίας. Διά τους οικτιρμούς του Θεού, μη χάνετε την πολύτιμον ταύτην περίστασιν, την οποίαν μετά ταύτα θα ζητήσετε χωρίς να δυνηθήτε να την εύρητε· σκέφθητε με φρόνησιν και φεισθήτε συγχρόνως την ψυχήν, το σώμα και την περιουσίαν σας. Ακούσατε την φωνήν μιας μητρός ήτις σας έθρεψε πνευματικώς· αποδεχθείτε μετά προθυμίας τας σωτηρίους νουθεσίας της, και δείξατε δι’ επιστροφής ειλικρινούς, πόσον μεγάλη είναι η μετάνοια διά τα γενόμενα. Επανερχόμενοι εις την ιεράν ποίμνην του Χριστού, θέλετε προξενήσει χορόν εις ημάς και εις πάντα όστις φέρει το όνομα του χριστιανού.

Προσδράμετε όλοι εις τας αγκάλας τας οποίας σας ανοίγει η Κραταιά Βασιλεία, εάν θέλετε να ιδήτε πάλιν ημέρας φαιδράς και αλύπους, και ν’ αποφύγητε κινδύνους και σκοπέλους επί των οποίων τέλος πάντων θα συντριφθήτε. Σπεύσατε να φθάσητε εις τον σωτήριον λιμένα, εις τον οποίον θέλομεν σας υποδεχθή μετά χαράς.

Περιμένομεν κατά το ωρισμένον διάστημα των τριών μηνών τα αποτελέσματα των φρονίμων συμβουλών, τας οποίας σας φέρουν τα διακεκριμένα υποκείμενα εις τα οποία επιτρέψαμεν ταύτην αποστολήν, και ελπίζομεν ότι τα αποτελέσματα θέλουν είναι ευάρεστα εις την Κυβέρνησιν. Θέλετε εκπληρώσει τας πράξεις τας οποίας σας επιβάλλουν τα ιερά χρέη της υποταγής· ημείς δε θέλομεν σας ανταμείψει διά των δωρεών των εκκλησιαστικών ημών χαρίτων.

Αλλ’ αν, ο μη γένοιτο, και πάλιν απαντήσωμεν ισχυρογνωμίαν και απείθειαν προερχομένη από τας απατηλάς ιδέας αι οποίαι σας αποπλανούν, η αξίνη προς την ρίζαν των δένδρων κείται… Υμείς όψεσθε.

(Έπονται αι υπογραφαί)

Οι μητροπολίτες, αφού συνάντησαν πρώτα τον Ιμπραήμ, πήγαν ύστερα στο Ναύπλιο, όπου όμως ο έπαρχος Γενοβέλης δεν τους άφησε να εισέλθουν, για να μην επηρεάσουν τον πληθυσμό. Το ίδιο συνέβη και στην Τριπολιτσά, όπου ο έπαρχος Βλαχόπουλος τους απαγόρευσε να εισέλθουν στην πόλη. Όταν τον Απρίλιο έφτασαν στον Πόρο και τόλμησαν να πουν στον Καποδίστρια, ότι θα διάβαζαν την πατριαρχική προκήρυξη, με την οποία καλούνταν ο ελληνικός λαός να υποταχθεί στο σουλτάνο, όχι μόνον δεν τους το επέτρεψε, αλλά επί πλέον τους μίλησε σε πολύ αυστηρή γλώσσα.

Αξίζει εδώ να παραθέσουμε χαρακτηριστικά αποσπάσματα της πατριωτικής και περήφανης απάντησης του Καποδίστρια προς τους απεσταλμένους του Πατριαρχείου κληρικούς, που μετέφεραν την εξωφρενική κι αντεθνική πατριαρχική έκκληση εθελοδουλίας, όπως δημοσιεύθηκε στο «Δελτίο του Κέντρου Ερεύνης της Ιστορίας του Νεώτερου Ελληνισμού», τόμος Β’, Ακαδημία Αθηνών, Αθήνα 2000:

Αρ. 2683

Ελληνική Πολιτεία
Ο Κυβερνήτης της Ελλάδος

Προς τον Παναγιώτατον Οικουμενικόν Πατριάρχην και την περί αυτόν αγίαν Σύνοδον.

Η προς τους προύχοντας, κληρικούς, προκρίτους και λοιπούς χριστιανούς κατοίκους της Πελοποννήσου και των νήσων του Αιγαίου Πελάγους εκάστης τάξεως και βαθμού διευθυνθείσα παρά της Υμετέρας Παναγιότητος και της ιεράς Συνόδου επιστολή του Φεβρουαρίου μηνός είχε φανή και εις τας εφημερίδας όλης της Ευρώπης, και αυτής ακόμη της Ελλάδος, ότε εσχάτως οι άγιοι Αρχιεπίσκοποι και Μητροπολίται Νικαίας, Χαλκηδόνος, Λαρίσσης και Ιωαννίνων μετά του Μεγάλου Πρωτοσυγκέλλου έφθασαν εις την νήσον Πόρον, όπου κατά το παρόν και ημείς διατρίβομεν…

Όσον ολίγων ελπίδων και αν ήτον η προσδοκία μας, δεν δυνάμεθα να υποκρύψωμεν εις την Υμετέραν Παναγιότητα την ανέκφραστον λύπην, την οποίαν ησθάνθημεν, όταν εβεβαιώθημεν, ότι η αποστολή των Ιεραρχών τούτων σκοπόν μόνον είχε του να εγχειρίσωσι προς ημάς την ιδίαν του Φεβρουαρίου επιστολήν και να μας προτρέψωσιν εν ταυτώ, καθ’ όλους τους κατεπείγοντας τρόπους, ώστε να τους δώσωμεν καν ελπίδας ότι Ελληνικόν έθνος ήθελε παραδεχθή τας νουθεσίας της Υ. Παναγιότητος.

Οι ίδιοι ημείς, δεξάμενοι παρά των ιδίων αυτών την επιστολήν, είπομεν μεθ’ όλης της παρρησίας τα αίτια, με τα οποία το βήμα τούτο ούτε συνέπειάν τινα εδύνατο να έχη, ούτε καρπούς παντελώς να φέρη αναλόγους προς τας επιθυμίας της Υ. Παναγιότητος.

Βαθύτατα αισθανόμεθα ο,τι οφείλομεν εις την θέσιν και της Μεγάλης Εκκλησίας και της Υ. Παναγιότητος, δια τούτο και δεν εγκρίνομεν να ανακεφαλαιώσωμεν το περιεχόμενον της συνοδικής επιστολής.

Περικυκλούμενος και πολεμούμενος ο λαός ούτος εξ ενός μέρους από φοβερά στρατόπεδα, ωθούμενος συχνάκις έως του χείλους της αβύσσου, ο λαός ούτος υπάρχει ακόμη.

Ομόφωνος και γενική είναι η πεποίθησις αύτη· ούτε οι προύχοντες ούτε ο κλήρος ούτε ο λαός, προς τους οποίους η Υ.Π. διευθύνεται, έχουσιν ούτε δύνανται να έχωσιν άλλην παρ’ αυτήν την πεποίθησιν, χωρίς να εξαχρειωθώσι και να παύσωσι του να είναι άνθρωποι και χριστιανοί.

Πάμπολυ αίμα εχύθη, πάμπολλαι ουσίαι εφθάρησαν εις διάστημα οκτώ ετών πολέμου και δυστυχιών, καθ’ ους ο τόπος ούτος κατηφανίσθη, ώστε όλως διόλου αδύνατον είναι να επανέλθη εις οποιανδήποτε κατάστασιν πραγμάτων βάσιν έχουσαν το παρελθόν!

Εν Πόρω την 28η Μαΐου (9 Ιουνίου) 1828

Ο Κυβερνήτης

Ι. Α. Καποδίστριας

Ο Γραμματεύς της Επικρατείας

Σ. Τρικούπης

Όσον αφορά στον πατριάρχη Αγαθάγγελο και στην εγκύκλιό του, χαρακτηριστικά είναι όσα γράφτηκαν ανώνυμα στη «Γενική Εφημερίδα της Ελλάδος» το Σεπτέμβριο του 1828 με τίτλο: «Περί της εις την Ελλάδα αποστολής των Αρχιερέων κατά τον παρελθόντα Απρίλιον». Παρατίθενται ορισμένα αποσπάσματα:

«…ο Ρεΐζ Εφέντης εις μίαν συνέντευξίν του μετά του Πατριάρχου εφάνη παρωργισμένος και ήλεγξεν αυτόν, ότι δεν εκπληροί τα πατριαρχικά χρέη του.

Ο πατριάρχης, φοβηθείς μήπως εκπέση του θρόνου του η μήπως ευρεθή εις ανάγκην να εκκενώση τον συναχθέντα πλούτον του, σκεφθείς επενόησε και επρόβαλεν εις την Πόρταν ότι, αν του εδίδετο άδεια, ηδύνατο να μεταχειρισθή τινά μέσα, δια να διαιρέση τους Έλληνας, και με πρόσχημα θρησκευτικών παραινέσεων να αποτοξεύση εις αυτούς εμφύλιον πόλεμον … Κατ’ αυτόν τον τρόπον ενηργήθη η αποστολή των αρχιερέων και των εγκυκλίων γραμμάτων εις Πελοπόννησον.

Ο δε πατριάρχης αυτός… περιγράφεται όμως ως άνθρωπος νωθροτάτου νοός και χαμερπών αισθημάτων· διο, και, ενώ αυτόκλητος περιεπλέχθη εις επιχείρημα όσον απερίσκεπτον τόσον και μάταιον, ήδη βλέπων πλησιάζοντα τον καιρόν, καθ’ ον θέλει φανή του κινήματός του η απροβλεψία, κυριεύεται από πολλήν δειλίαν. Άραγε ο συναχθείς παρ’ αυτού πλούτος δύναται να τον σώση;»

Ο επόμενος πατριάρχης, Κωνστάντιος, επικοινώνησε με τον Καποδίστρια και προσπάθησε να τον πείσει να απαγορεύσει να κυκλοφορούν στην Ελλάδα καλβινιστικά βιβλία, εξέφρασε δε «την ζωηράν επιθυμίαν, όπως οι Έλληνες επανέλθωσιν πάλιν υπό τας ζωοπαρόχους ακτίνας του ορθοδόξου πατριαρχικού ήλιου».

Ούτε σε μεταγενέστερους χρόνους το Πατριαρχείο σταμάτησε να προτρέπει τους ορθόδοξους χριστιανούς να εκτελούν πιστά τα προς τον σουλτάνο χρέη τους. Έτσι με την από 23 Φεβρουαρίου 1840 έντυπη εγκύκλιό του ο πατριάρχης Άνθιμος Δ΄ ο από Νικομηδείας, ευθύς μετά την εκλογή του και την ανάληψη των καθηκόντων του, απευθύνθηκε προς τις μονές του Αγίου Όρους, στις οποίες συνιστούσε να εκτελούν πιστά τα «ρεαγιαδικά χρέη» τους και να προσεύχονται για την μακροημέρευση και υγεία του «ευσπλαχνικωτάτου ημών Άνακτος Σουλτάν Απδούλ Μετζίτ εφένδη».

Αντίτυπό της, μαζί με άλλα παρόμοια, φυλάσσεται στο Αρχείο της Μονής Δοχειαρίου του Αγίου Όρους (φάκελος: «Πατριαρχικά 1783-1906»).

Oι πιο σκανδαλώδεις μύθοι για την Παρθένο Μαρία και τη Γέννηση του Ιησού

Από όλες τις ιστορίες της Βίβλου, η ιστορία της Γέννησης του Ιησού έχει προκαλέσει τα πιο σαρκαστικά σχόλια. Πείτε το μισογυνισμό, αν θέλετε, αλλά οι περισσότερες κακολογίες έχουν εκτοξευτεί κατά της ιστορίας της σύλληψης του Ιησού και της σεξουαλικής αγνότητας της Μαρίας από οποιοδήποτε άλλο θαύμα της Καινής Διαθήκης.

Για πολλούς σύγχρονους, η παρθενία της Μαρίας είναι μύθος και η παντοτινή της παρθενία (το δόγμα πως η Μαρία δεν είχε ποτέ σεξουαλικές επαφές με τον Ιωσήφ) είναι απόλυτη φαντασία. Ωστόσο δεν υπάρχει τίποτα το νέο σε αυτές τις αντιδράσεις: Οι Μύθοι και οι Θρύλοι για την Μαρία «ήταν στην κυκλοφορία» από την πρώιμη Εκκλησία-και κάποιοι από αυτούς είναι ιδιαίτερα σκανδαλώδεις.

Η διερεύνηση της Παρθενίας της Μαρίας μπορεί να προκαλέσει εγκαύματα τρίτου βαθμού (δες στο παράρτημα)

Από την εποχή της πρώιμης Εκκλησίας υπήρχαν αυτοί που αναρωτιούνταν για την παρθενία της Μαρίας. Κάποιες ραββινικές και ρωμαϊκές πηγές προτείνουν πως ο Ιησούς ήταν γιος ενός Ρωμαίου στρατιώτη ονόματι Παντέρα. Σύμφωνα με αυτές τις κριτικές, η Μαρία επινόησε την ιστορία της παρθενίας προκειμένου να αποκρύψει το γεγονός ότι απάτησε τον μνηστήρα της με κάποιο μέλος της στρατιωτικής κατοχής που καταπίεζε τον λαό της. Αυτή η εξήγηση φαίνεται απίθανη για τον λόγο και μόνο ότι σαν κάτοικος της Γαλιλαίας δεν θα ερχόταν ποτέ σε επαφή με Ρωμαίους στρατιώτες, εντούτοις οι αρχαίοι Χριστιανοί αναγνώστες πήραν την ιστορία στα σοβαρά.

Μία ιστορία του δεύτερου αιώνα που ήταν γνωστή ως το Πρωτευαγγέλιο του Ιακώβου γεμίζει αρκετά κενά στη βιογραφία της Μαρίας. Μας λέει για τα παιδικά της χρόνια, όπου είναι μια αφοσιωμένη παρθένα και ήταν 16 όταν συνέλαβε τον Ιησού. Σε αυτή την εκδοχή της γέννησης, ο Ιωσήφ δεν την κατηγορεί απλά που ατίμωσε τον εαυτό της, αλλά αποκρίνεται στον ισχυρισμό της ότι δεν “γνώρισε” ποτέ άλλον άντρα με την ερώτηση “Τότε από που προέρχεται αυτό στην μήτρα σου;”

Αλλά ο Ιωσήφ τελικά την πιστεύει αντίθετα με μια γυναίκα που την έλεγαν Σαλώμη. Η Σαλώμη, που συναντάει την μαία που εξέτασε την Μαρία, δηλώνει, “Στο όνομα του ζωντανού Κυρίου του Θεού μου, αν δεν βάλω το δάκτυλό μου να την εξετάσω, δεν θα πειστώ ότι μια παρθένα γέννησε.” Η Μαρία ετοιμάζει τον εαυτό της για αυτή την γυναικολογική εξέταση και η Σαλώμη κάνει το τεστ. Το χέρι της κυριολεκτικά πιάνει φωτιά και παίρνει την μορφή ενός αγγέλου (μαζί με κάποιες ισχυρές δηλώσεις μεταμέλειας από την Σαλώμη) πριν θεραπευτεί.
 
Η Παρθενική Γέννηση δεν είναι η Άμωμος σύλληψη

Μία από τις πιο διαδεδομένες παρανοήσεις της ιστορίας των Χριστουγέννων είναι πως η φράση “άμωμη σύλληψη” αποτελεί έναν εκλεπτυσμένο τρόπο αναφοράς στην παρθενική γέννηση. Για την ακρίβεια, όχι. Είναι μια αναφορά στην σύλληψη της ίδιας της Μαρίας. Σύμφωνα με μεταγενέστερους μύθους (που διατηρήθηκαν σε ένα άλλο απόκρυφο κείμενο που καλείται το Ψευδο-ευαγγέλιο του Ματθαίου), οι γονείς της Μαρίας πέρασαν ένα χρόνο χωριστά πριν τη γέννηση της. Σε κάποιες εκδοχές της ιστορίας η σύλληψη της Μαρίας έγινε όταν ένας άγγελος εμφανίστηκε στη μητέρα της, ενώ σε μια άλλη όταν οι γονείς της “αγκαλιάστηκαν σφιχτά” αφού επανενώθηκαν, μετά από καιρό, στην χρυσή πύλη της Ιερουσαλήμ.

Αν αναρωτιέστε από που προέρχονται αυτοί οι θρύλοι, έχει να κάνει με την μεσαιωνική συζήτηση γύρω από τη φυσική κατάσταση της Μαρίας και τη σύνδεση της αμαρτίας με το σεξ. Ήδη από εκείνη την εποχή οι άνθρωποι πίστευαν πως η αρχική αμαρτία (που ο Ιησούς δεν είχε διαπράξει) περνούσε από πρόσωπο σε πρόσωπο μέσω της σεξουαλικής επαφής. Αυτό έθεσε την ερώτηση για το αν η Μαρία ήταν δέσμια αυτού του αμαρτήματος ή αν ήταν “άμωμη” (άσπιλη). Το 1438 ο Πάπας Πιος ΙΧ υιοθέτησε επίσημα την άποψη πως η σύλληψη της Μαρίας έγινε με άσπιλο τρόπο, αλλά η άποψη αυτή έγινε επίσημο δόγμα το 1854.

Η μητέρα της μπορεί να είχε παντρευτεί τρεις φορές

Η ίδια η Καινή Διαθήκη δεν αναφέρει ποτέ τα ονόματα των γονέων της Μαρίας, αλλά, σύμφωνα με την παράδοση η μητέρα της ήταν η Άννα και πατέρας της ο Ιωακείμ. Η Άννα πρωτοεμφανίζεται στο Πρωτευαγγέλιο του Ιακώβου και σταδιακά εξελίχτηκε σε μια αξιοσέβαστη μεσαιωνική Αγία. Μια από τις πιο ενδιαφέρουσες πτυχές του βίου της είναι πως παντρεύτηκε τρεις φορές (τεχνικά καλείται θεωρία του τρινούβιου). Γιατί; Προκειμένου να λυθεί το ζήτημα των πολλών αδερφών του Ιησού που αναφέρονται στη Βίβλο. Αν η Μαρία ήταν μια δια βίου παρθένα, πως ο Ιησούς είχε αδέρφια; Η απάντηση, σύμφωνα με τον μεταφραστή της Βίβλου του πέμπτου αιώνα, Ιερώνυμο, ήταν πως επρόκειτο για ξαδέρφια του Ιησού (και είναι αλήθεια πως στον αρχαίο κόσμο τα ξαδέρφια θεωρούνταν συχνά ως αδέρφια). Τότε θα αναρωτηθεί κάποιος: Ποιοι ήταν οι θείοι και οι θείες του Ιησού; Προφανώς τα αδέρφια της Μαρίας.

Μέσα από αυτή την αλυσίδα των υποθέσεων αναπτύχθηκε μία παράδοση κατά την οποία η Άννα ξαναπαντρεύτηκε δύο φορές μετά τον θάνατο του Ιωακείμ, γεννώντας ακόμα δύο “Μαρίες”: την Μαρία του Κλωπά και την Μαρία Σαλώμη. Δεν αστειεύομαι: αυτή η παράδοση διατείνεται πως η Άννα ονόμασε όλες τις κόρες της Μαρίες. Η θεωρία τελικά καταδικάστηκε τον δωδέκατο αιώνα όταν οι θεολόγοι ένιωσαν πως δεν παρουσίαζε την Άννα με τον καλύτερο τρόπο.

Δεν ένιωσε πόνο στη γέννα

Η γέννα ενός παιδιού είναι μια ιδιαίτερα επώδυνη εμπειρία. Οι μητέρες ίσως να έχουν προσέξει πως στην Αναγεννησιακή τέχνη η Μαρία παρουσιάζεται σε μια άψογη φυσική κατάσταση αμέσως μετά την γέννηση του Ιησού. Ντροπιάζει ακόμα και την Δούκισσα του Καίμπριτζ. Δεν υπάρχει αίμα, ιδρώτας ή οτιδήποτε άλλο που να θαμπώνει την εικόνα της Αγίας Οικογένειας. Αυτή δεν είναι απλά μια μη ρεαλιστική πλευρά της υψηλής τέχνης αλλά μια ολόκληρη θεολογική παράδοση. Η παράδοση υποστηρίζει πως ο πόνος κατά την εμπειρία της γέννας είναι το αποτέλεσμα της αμαρτίας της Εύας στον κήπο της Εδέμ. Γι’ αυτόν τον λόγο η Μαρία απεικονίζεται ως ατάραχη, ήρεμη και χαρούμενη. Οι μεσαιωνικές περιγραφές της εμπειρίας της σχετικά με την σύλληψη, την εγκυμοσύνη και την γέννα της, είναι συνήθως χαρούμενες και κάποιες φορές ερωτικές.
 
Δεν είχε καμία εμπειρία πόνου ή βασάνου κατά τον θάνατό της. Για την ακρίβεια ίσως να μην πέθανε ποτέ

Αν και η Μαρία έζησε την φρικτή εμπειρία της απώλειας ενός παιδιού, ο θρύλος υποστηρίζει πως η ίδια δεν βίωσε μεγάλο φυσικό πόνο. Μάλιστα σε κάποιες παραδόσεις δεν πέθανε καν. Υπάρχουν αμέτρητες ιστορίες για το τέλος της Μαρίας πάνω στη Γη. Κάποιες την θέλουν να πέφτει σε βαθύ ύπνο (και μετά να ανασταίνεται και να αναλήπτεται στους ουρανούς ), ενώ άλλες εστιάζουν στην ανάληψή της (προφανώς χωρίς να έχει προηγηθεί θάνατος).

Η επίσημη παράδοση, που είναι γνωστή ως η Μετάσταση της Θεοτόκου, είναι δημοφιλής στην Ανατολική ορθόδοξη και καθολική εκκλησία. Η ιδέα ότι έπεσε σε βαθύ ύπνο υπονοούσε πως δεν βασανίστηκε καθόλου. Το δόγμα της Ανάληψης της Μαρίας είναι διαδεδομένο στους χριστιανούς. Σε κάθε θεωρία, oι θιασώτες είναι ξεκάθαροι για το γεγονός πως παρόλο που πέθανε, η Μαρία δεν βίωσε ποτέ πόνο που σχετίζεται με τον θάνατο.

Οι προχριστιανικές ρίζες της Μετάστασης της Παναγίας

Αν και η Ανάληψη της Παναγίας πέρασε στο Βυζαντινό εορτολόγιο στα τέλη του 6ου αιώνα από τον Αυτοκράτορα Μαυρίκιο, μόλις το 1950 ορίστηκε επίσημα δόγμα της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας από τον Πάπα Πίο ΧΙΙ. Για την Ορθόδοξη Ανατολική Εκκλησία, βέβαια, αποτελεί απλά μέρος της Ιεράς Παράδοσης, παράδοση που τις απαρχές της μπορούμε να εντοπίσουμε όχι στα λόγια του Τιμόθεου των Ιεροσολύμων, όπως πιστεύουν αρκετοί (καθώς η λεπτομερής έρευνα του Bernard Capelle το 1949 έδειξε πως δεν πρόκειται για κάποιο ιερέα του 4ου αιώνα, αλλά για ανώνυμο Βυζαντινό συγγραφέα που έζησε κάπου ανάμεσα στον 6ο και 8ο αιώνα), αλλά στο λεγόμενο απόκρυφο Liber Requiei Mariae (Το Βιβλίο για την Ανάπαυση της Μαρίας). Το τελευταίο σήμερα σώζεται μονάχα στα Αιθιοπικά και χρονολογείται τον 4ο αιώνα, είναι όμως πολύ πιθανό ως προφορική παράδοση να ξεκινάει ένα αιώνα νωρίτερα. Όλες οι μετέπειτα εκδοχές, αν και εμπλουτίζουν την αρχική διήγηση, φαίνεται να έχουν ως βάση εκείνο ακριβώς το απόκρυφο ευαγγέλιο γραμμένο από κάποιο άγνωστο συγγραφέα.
 
Όπως είδαμε προηγουμένως, η αγιογραφική απεικόνιση της Κοιμήσεως και της Ανάληψης της Παναγίας, αποτελεί μια σύνθεση απόκρυφων πηγών παρά ιστορικών μαρτυριών. Βέβαια, σκοπός της αγιογραφικής τέχνης δεν είναι να αποτυπώσει την ιστορία, παρά να ιστορίσει την πνευματοποίηση του κόσμου. Και το επιτυγχάνει αυτό μέσα από τη θεολογική χρήση των χρωμάτων και των μορφών, γεγονός που σημαίνει πως το εικόνισμα παραμένει στο μεταφορικό επίπεδο, ώστε αλλάζοντας τη συμπαγή πραγματικότητα να της εκμαιεύσει τη μεταφυσική της σημασία.
 
Παρ’ όλα αυτά, όμως, αν στο επεισόδιο με την Τίμια Ζώνη της Παρθένου μπορούμε να εντοπίσουμε προχριστιανικές ρίζες, μήπως το ίδιο μπορούμε να κάνουμε και με το γενικότερο θέμα της Μετάστασης;
 
Το 161, στο Monte Citorio της Ρώμης, θα αναγερθεί το λεγόμενο Colonna di Antonino Pio, ένα μαρμάρινο μνημείο με το οποίο ο αυτοκράτορας Antoninus Pius θα απαθανατίσει την Αποθέωση της πρόσφατα χαμένης του συζύγου Annia Galeria Faustina. Με τον όρο αυτό -αποθέωση-, οι αρχαίοι Έλληνες (η λέξη εμφανίζεται για πρώτη φορά στον Πολύβιο, χρησιμοποιείται όμως με τη σημασία που της αποδόθηκε αργότερα από τον Κικέρωνα) και μετέπειτα οι Ρωμαίοι, περιέγραφαν το πέρασμα ενός θνητού σε ένα επίπεδο ύπαρξης πιο κοντά στους θεούς. Σε αντίθεση, βέβαια, με τους τελευταίους, ο αφηρωϊσμός στους Έλληνες δεν κατέτασσε τους θνητούς στον Όλυμπο, τους ομοίαζε όμως με τους Θεούς, αφού αγαλλίαζαν και αποκτούσαν ευεργετικές δυνάμεις για τους ζωντανούς. Ο αφηρωϊσμός των νεκρών αποτελεί ιδιαίτερο γνώρισμα των ελληνιστικών χρόνων και συγκεκριμένα των γεωγραφικών περιοχών που ήταν κάτω από την επιρροή των Μακεδόνων, ενώ ένα από χαρακτηριστικά του ήταν η χάραξη της επιγραφής «ήρως χρηστέ χαίρε» στις επιτύμβιες στήλες. Το χαίρειν θεωρείται πως ήταν μέρος μιας αγγελίας που οδηγεί στην ηρωοποίηση, έτσι όπως την υπόσχονταν ποικίλες λατρείες στην αρχαιότητα και ιδιαίτερα τα ορφικά ελάσματα, που έδιναν οδηγίες στο νεκρό για την επίτευξη της μακάριας αθανασίας. Στην αυτοκρατορική εποχή, όμως, ο αφηρωϊσμός γίνεται ο κανόνας, φτάνοντας μέχρι και την Ρώμη, όπου οι αυτοκράτορες θεοποιούνταν (divus) τις περισσότερες φορές για πολιτικούς λόγους, που εύλογα προκαλούσαν αρνητικά σχόλια ακόμη και μεταξύ των Ρωμαίων (βλ. το σατιρικό Αποκολοκύνθωσις του Σενέκα).
 
Αυτό που μας ενδιαφέρει, όμως, στην περίπτωση της Faustina, είναι πως η ανάγλυφη παράσταση της Αποθέ-ωσης παριστάνει την ανάληψη της αυτοκράτειρας στην πλάτη ενός genius, ενός φτερωτού προστατευτικού πνεύματος (βλ. Αιών) που οδηγεί την ίδια και το σύζυγο της στον ουρανό. Η σκηνή πλαισιώνεται από δυο αετούς που παραδοσιακά έχουν την αποστολή της μεταφοράς των θνητών. Αυτό ισχύει στην περίπτωση της αποθέωσης του αυτοκράτορα Titus που στην αψίδα που εγέρθηκε στα τέλη του 1ου αιώνα προς τιμή του, στη Via Sacra της Ρώμης, παριστάνεται ίσως για πρώτη φορά η ανάληψη αυ-τοκράτορα στην πλάτη ενός αετού. Σε παλαιότερες παραστάσεις αποθέωσης, όπως αυτή του Ιούλιου Καίσαρα στο λεγόμενο βωμό του Belvedere (π. 2 π.α.χ.χ), βλέπουμε το στρατηγό ανεβασμένο σε άρμα να ξεκινά την ανοδική του πορεία προς τον θεό Caelus. Ο τελευταίος με το μανδύα του σχηματίζει το ουράνιο στερέωμα, καθώς ο ίδιος αντιστοιχεί στον ελληνικό Ουρανό, το Δία αλλά και τον (υπερβατικό) Όλυμπο, όπως μας εξηγεί ο Marcus Terentius Varro.
 
Μερικά χρόνια πριν την Faustina, μια άλλη αυτοκράτειρα θα αποθεωθεί με δικό της ανάγλυφο που θα στήσει ο σύζυγός της το 137 στη Ρώμη. Πρόκειται για το consecratio της Vibia Sabina, της οποίας το πνεύμα αφού θα απελευθερωθεί από την νεκρική πυρά, μεταφέρεται στην πλάτη ενός θηλυκού genius της Αιωνιότητας στον ουρανό. Τη σκηνή παρακολουθούν με θαυμασμό άνδρες όπως ο Αδριανός, που παριστάνεται με τη χαρακτηριστική στάση της δαχτυλοδειξίας. Το ορθωμένο χέρι που δείχνει ψηλά, κατευθύνει το βλέμμα του θεατή στην πηγή αλλά και τον σκοπό όλων των πραγμάτων. Το μάτι θα αναζητήσει στον ουρανό και τον ήλιο αυτή την αρχή και δεν θα είναι λάθος. Ο εσωτερικός οφθαλμός, όμως, γνωρίζει καλύτερα πως ο ουρανός αλλά και ο ήλιος αυτός, δεν είναι παρά είδωλα μιας άλλης πνευματικής αρχής. Ως έτσι, το ορθωμένο δάχτυλο δηλώνει τη ροπή των πραγμάτων προς τα άνω, στις ανώτερες καταστάσεις ύπαρξης, σε εκείνες της καταστάσεις ενότητας, όπως ένα είναι και το δάχτυλο που ορθώνεται (δηλαδή στέκει ορθά, επομένως ορθώνεται δια της ορθοπραξίας).
 
Τα προαναφερθέντα ανάγλυφα -όπως και πολλά ακόμη- αλλά και οι λεπτομερείς περιγραφές που σώθηκαν από τους ιστορικούς Cassius Dio και Ηρωδιανό, μαρτυρούν πως η αυτοκρατορική αποθέωση δεν περιοριζόταν σε έργα τέχνης, αλλά και σε ειδικές τελετουργίες, όπου στηνόταν μεγάλη πυρά, γύρω από την οποία βάδιζαν οι ιερείς που μετέφεραν και απέδιδαν δώρα και θυμιάματα. Λόγοι που εξυμνούσαν τον αποθανόντα προφέρονταν με στόμφο, ενώ ένα κέρινο ομοίωμα του νεκρού έλιωνε στη φωτιά που είχε ανάψει από πυρσούς που έφερε ο νέος αυτοκράτορας και το κοινό που παρακολουθούσε την ιεροπραξία. Η τελετή ολοκληρωνόταν με την απελευθέρωση ενός αετού, το πέταγμα του οποίου σήμανε το ταξίδι της ψυχής του νεκρού στον ουρανό, πορεία που συχνά αποτελούσε οιωνό για το μέλλον της Ρώμης και του καινούργιου της άρχοντα.
 
Τα στοιχεία της πυράς και του αετού έχουν ιδιαίτερη σημασία, καθώς παραπέμπουν στους ελληνικούς μύθους του Ηρακλή και του Γανυμήδη. Όπως τραγουδά ο Οβίδιος στις Μεταμορφώσεις του (1ος αιώνας), όταν η Δηιάνειρα η σύζυγος του Ηρακλή τυφλώθηκε από ζήλια, του πρόσφερε ένα δηλητηριασμένο χιτώνα να φορέσει. Εκείνος αδυνατώντας να αντέξει άλλο τον πόνο στις σάρκες του, χτίζει μια πυρά στην κορυφή του βουνού Οίτη για να πεθάνει. Στις φλόγες, λοιπόν, παραδίδει ότι θνητό υπήρχε από την πλευρά της μητέρας του Αλκμήνης, ενώ το αθάνατο ανέβηκε σε άρμα που το έσερναν τέσσερα άλογα και κατευθύνθηκε στον Όλυμπο όπου ο πατέρας του ο Δίας του πρόσφερε μια θέση ανάμεσα στους θεούς.

Σχετικά με το Γανυμήδη, διαβάζουμε στην Ιλιάδα πως οι θεοί τον ανέβασαν στον Όλυμπο για να γίνει αθάνατος και οινοχόος του Δία -ανάληψη που έγινε με την αρπαγή ενός αετού, μας πληροφορεί ο ψευδο Υγίνος- όχι γιατί ήταν ο πιο όμορφος ανάμεσα στους θνητούς, μας εξηγεί ο Ξενοφώντας στο Συμπόσιό του, αλλά λόγω της ψυχής του, γεγονός που βεβαιώνει και το όνομά του από το γάνυται και το μήδεα, που σημαίνουν «χαίρομαι να ακούω σοφές σκέψεις». Αυτό που χάρισε δηλαδή την αθανασία στον νεαρό πρίγκιπα της Τροίας, δεν είναι το ότι ήταν ηδησώματος, αλλά ηδηγνώμων.

Οι θνητοί αυτοί, βέβαια, δεν ήταν οι μοναδικοί που αναλήφθηκαν στον αρχαίο Όλυμπο… Όπως γράφει ο ψευδο-Απολλόδωρος στη Βιβλιοθήκη του (1ος αιώνας), όταν οι πύρινες γλώσσες κάλυψαν το σώμα της Σεμέλης, ο γιος της Διόνυσος κατέβηκε στον Άδη για να την ανεβάσει αργότερα στον Όλυμπο ως Θυώνη (από το θύω που σημαίνει κι- νούμαι ορμητικά από όπου και το θυάς δηλαδή η μαινάδα). Ο Παυσανίας αμφιβάλει αν πέθανε πραγματικά η Θηβαία πριγκίπισσα, ο Νόννος όμως στα Διονυσιακά του (5ος αιώνας) ξεκαθαρίζει πως η μητέρα του θυρσοφόρου πέρασε τις πύλες του Ολύμπου, όχι πριν, αλλά μετά το θάνατο της.

Παρόμοια ο Πλούταρχος (Βίοι Παράλληλοι, 1ος αιώνας) εξιστορεί πως μια μυστηριώδης νεφέλη εξαφάνισε τον Ρωμύλο κατά την διάρκεια δημόσιων τελετών, ενώ μάρτυρες τον είδαν να υψώνεται την ίδια ώρα που μια φωνή τον αποκαλούσε Κυρίνο (ένα από τα μετέπειτα επίθετα του Ιανού).

Με τη σειρά του ο Απουλήιος, στο Asinus aureus (2ος αιώνας), ανεβάζει στο βουνό των θεών την κόρη του βασιλιά της Σικελίας, τη Ψυχή με τα φτερά του Έρωτα (παραπέμποντας ασφαλώς εδώ στην Πλατωνική αντίληψη για την πτέρωση της ψυχής και την ένωσή της με το θείο δια του μέγα δαίμων Έρωτα). Ενώ ο ψευδο Υγίνος με την σειρά του, μας πληροφορεί πως ανάμεσα στους θνητούς που έγιναν αθάνατοι, ήταν και η Αριάδνη, που όταν την εγκατέλειψε ο Θησέας στη Νάξο, την ερωτεύτηκε ο Διόνυσος. Ο Οβίδιος συμπληρώνει εδώ λέγοντας πως την κόρη του Μίνωα ο θεός την ανέβασε ψηλά στον ουρανό, μεταμορφώνοντάς την και δίνοντάς της καινούργιο όνομα – Libera (ελευθερία). Σε δίσκο από τερακότα που βρέθηκε στο Βρινδήσιο (1ος αιώνας π.α.χ.χ;) βλέπουμε το θεϊκό ζευγάρι να ανέρχεται στους ουρανούς πάνω σε άρμα που το οδηγεί ο Έρωτας με την συντροφιά του Ερμή, ενώ μια μεγάλη κύλικα από το Ρούβο απεικονίζει την ανάληψη της Αριάδνης με δυο φτερωτούς έρωτες που κρατάνε μυητικά σύμβολα, μια Αιωνική δάδα και μια Ισιδιακή situla.

Στο σημείο αυτό αξίζει να σημειώσουμε πως η μεταμόρφωση για την οποία έκανε λόγο ο Οβίδιος νωρίτερα, δεν αφορά μόνο το χάρισμα της αθανασίας στην Αριάδνη, αλλά και την τοποθέτηση του στέμματος που της πρόσφερε ο θεός στον ουρανό, ως αστερισμό του Βόρειου Στέφανου. Ο μεταθανάτιος καταστερισμός, δηλαδή η μεταμόρφωση των θνητών σε αστέρια – όπως συνέβη με την Καλλιστώ, τους Διόσκουρους, τον Ωρίωνα, τον Ασκληπιό (που αν και αναστήθηκε από τον Απόλλωνα ο Δίας τον μεταμόρφωσε στον αστερισμό του Οφιούχου) κ.α.- συνάδει με την ευρύτερη αντίληψη των αρχαίων περί ταύτισης των άστρων με τις ευδαίμονες ψυχές (βλ. χαρακτηριστικά Τίμαιος 42β), στοιχείο που φαίνεται να μην αγνοεί η Ιουδαϊκή γραμματεία (βλ. επίσης Ενώχ 104:2, 2 Έσδρας 7:97, 2 Μπαρούχ 51:10), καθώς ο προφήτης Δανιήλ βάζει τον άγγελο να λέει πως την έσχατη μέρα της ανάστασης των νεκρών «οι συνετοί θα λάμψουν σαν το λαμπρό στερέωμα, κι εκείνοι που βοήθησαν πολλούς να μείνουν πιστοί, θα λάμψουν επίσης σαν αστέρια για πάντα» (12:3). Εδώ, αξίζει να σημειώσουμε πως και το στοιχείο του αετού που συναντήσαμε σε τόσα παραδείγματα αποθέωσης στην αρχαία Ελλάδα και Ρώμη, υπάρχει εξίσου στην Ιουδαϊκή Γραφή και πιο συγκεκριμένα στο βιβλίο της Εξόδου (19:4), όπου το σύμβολο αποκτά λυτρωτική σημασία.

Ο αετός συγκεντρώνει τις λειτουργίες του φωτός και της φωτιάς, είναι ο φορέας της φώτισης του Δία, καθώς του φέρνει το νέκταρ στο Δικταίο Άντρο για να ξεδιψάσει. Αργότερα, κατά το Μεσαίωνα, θα γίνει ο ίδιος ο Ιησούς, καθώς είναι ικανός να αντικρίζει τον Ήλιο (το θείο, τον Πατέρα) χωρίς να ταλαντεύεται και να ανέρχεται στα ουράνια.

Με βάση, λοιπόν, όλα τα παραπάνω, μπορούμε να συμπεράνουμε πως οι βασικές ιδέες που βρίσκουμε στην Κοίμηση και την Ανάληψη της Παναγίας δεν περιορίζονται στο χριστιανικό φαντασιακό, παρά τις συναντάμε τόσο στη Ρώμη όσο και στην Ελλάδα, γεγονός που σημαίνει πως η διαμόρφωση της δοξασίας της Μετάστασης της Παρθένου εκκολάφτηκε σε ένα προ αιώνων διαμορφωμένο θρησκειολογικό πλαίσιο, που ιδιαίτερα στους Αυτοκρατορικούς χρόνους (1ος αιώνας π.α.χ.χ – 3ος αιώνας) βρισκόταν σε ακμή.

ΔΕΣ: Μαρία· από απλή γυναίκα, σε «μετά Θεόν, η θεός» - Η προοδευτική εξέλιξη της θεολογικής θέσης της Παναγίας, κατά τους πρώτους χριστιανικούς αιώνες

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ

ΟΛΟΚΛΗΡΟ ΤΟ ΑΠΟΚΡΥΦΟ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ ΤΟΥ ΙΑΚΩΒΟΥ. (Μαμή με το δάκτυλό της διαπιστώνει την παρθενία της 12χρονης Μαριάμ)

Αν δεν βάλω το δάκτυλο μου στη φύση της για να ερευνήσω, δεν θα πιστέψω ότι μια παρθένος γέννησε  ΒΛΕΠΕ ΚΕΦ. 19:3

ΠΡΩΤΕΥΑΓΓΕΛΙΟ ΤΟΥ ΙΑΚΩΒΟΥ

1.1. Στις ιστορίες των δώδεκα φυλών του Ισραήλ’ γίνεται λόγος για τον Ιωακείμ, που ήταν πολύ πλούσιος και συνήθιζε να προσφέρει διπλά τα δώρα του στο Ναό, λέγοντας: «Ας είναι ένα μέρος της περιουσίας μου για το λαό και ένα άλλο αφιερωμένο στον Κύριο μου για να συγχωρεί τις αμαρτίες μου και για τον εξιλασμό μου». 2. Πλησίαζε η ημέρα τον Κυρίου η μεγάλη και οι υιοί Ισραήλ πρόσφεραν τα δώρα τους. Στάθηκε τότε μπροστά του ο Ρουβείμ και του είπε: «Δεν σου επιτρέπεται να προσφέρεις πρώτος τα δώρα σου, αφού δεν έκανες απογόνους στον Ισραήλ». 3. Ο Ιωακείμ τότε λυπήθηκε πολύ και πήγε στα βιβλία των δώδεκα φυλών του Ισραήλ μονολογώντας: «Θα κοιτάξω προσεκτικά στα βιβλία των δώδεκα φυλών του Ισραήλ, για να διαπιστώσω αν είμαι ο μόνος που δεν έκανα απογόνους στον Ισραήλ». Ερεύνησε και βρήκε ότι όλοι οι δίκαιοι ανάστησαν απογόνους στον Ισραήλ. Θυμήθηκε και τον πατριάρχη Αβραάμ που την έσχατη ώρα του χάρισε ο Θεός υιό, τον Ισαάκ. 4. Λυπήθηκε πολύ ο Ιωακείμ και δεν εμφανίστηκε στη γυναίκα του, αλλά κατευθύνθηκε στην έρημο, όπου έστησε τη σκηνή του, νήστεψε επίσης σαράντα μερόνυχτα μονολογώντας: «Δεν θα κατεβώ ούτε για φαγητό ούτε για ποτό, έως ότου με επισκεφτεί ο Κύριος, ο Θεός μου, και θα είναι τροφή και ποτό η προσευχή μου».

2. 1. Η γυναίκα του η Άννα θρηνούσε δύο θρήνους και οδυρόταν δύο οδυρμούς, έλεγε: «Θα οδύρομαι για τη χηρεία μου, θα οδύρομαι για την ατεκνία μου». 2. Πλησίαζε η ημέρα του Κυρίου η μεγάλη και της είπε η δούλη της η Ιουδίθ: «Έως πότε θα ταπεινώνεις τον εαυτό σου; Να έφτασε η ημέρα του Κυρίου η μεγάλη και δεν επιτρέπεται να πενθείς. Πάρε, λοιπόν, αυτή τη μαντίλα που μου έδωσε η κυρία του εργαστηρίου, δεν αρμόζει άλλωστε σε εμένα να τη φορώ, γιατί εγώ είμαι δούλα, ενώ αυτή έχει βασιλικά χαρακτηριστικά». 3. Και η Άννα της αποκρίθηκε: «Φύγε από κοντά μου, και εγώ δεν τα προκάλεσα αυτά, αλλά ο Κύριος με ταπείνωσε, μήπως όμως κάποιος πανούργος σου χάρισε το μαντήλι και ήρθες να μοιραστείς μαζί μου την αμαρτία σου;" Και η Ιουδίθ απάντησε: «Γιατί να σε καταραστώ, αφού ο Κύριος έκλεισε τη μήτρα σου για να μην δώσεις καρπό στον Ισραήλ»; 4. Στεναχωρήθηκε πολύ η Άννα. Πέταξε από πάνω της τα πένθιμα ρούχα, έλουσε το κεφάλι της και ντύθηκε τα νυφικά της φορέματα. Κατά την ένατη ώρα κατέβηκε στον κήπο να περπατήσει. Είδε μια δάφνη, κάθισε κάτω από αυτήν και ικέτεψε με τέτοια θερμά λόγια τον Κύριο: «Θεέ των πατέρων μας, ευλόγησε με και εισάκουσε τη δέηση μου, όπως ευλόγησες τη μήτρα της Σάρρας και της έδωκες υιό, τον Ισαάκ».

3. 1. Καθώς έστρεψε τα μάτια της προς τον ουρανό, είδε μια φωλιά σπουργιτιών μέσα στη δάφνη και θρήνησε μέσα της λέγοντας: «Αλίμονο σε μένα, ποιος με γέννησε; ποιά μήτρα με έφερε στον κόσμο; Γεννήθηκα καταραμένη ανάμεσα στους υιούς Ισραήλ και με χλεύασαν στο Ναό του Κυρίου. 2. Αλίμονο, σε ποιον έμοιασα εγώ; δεν έμοιασα ούτε στα πετεινά του ουρανού, αφού ακόμη και τα πετεινά του ουρανού είναι γόνιμα ενώπιον Σου, Κύριε. Αλίμονο, σε ποιον έμοιασα εγώ; δεν έμοιασα ούτε στα θηρία της γης, γιατί ακόμη και τα θηρία είναι γόνιμα ενώπιον Σον, Κύριε. 3. Αλίμονο, σε ποιον έμοιασα εγώ; δεν έμοιασα ούτε σε αυτά τα (τρεχούμενα) νερά, αφού ακόμη και τα νερά είναι γόνιμα ενώπιον Σου, Κύριε. Αλίμονο, σε ποιον έμοιασα εγώ; δεν έμοιασα ούτε σε τούτη εδώ τη γη, γιατί ακόμη και τούτη η γη προσφέρει τους καρπούς της στον κατάλληλο καιρό και Σε ευλογεί, Κύριε».

4. 1. Και να ένας άγγελος Κυρίου εμφανίστηκε μπροστά της και της είπε: «Άννα, Άννα, ο Κύριος εισάκουσε τη δέηση σου, θα συλλάβεις και θα γεννήσεις και θα μιλούν για το σπέρμα σου σε όλη την οικουμένη». Και η Άννα αποκρίθηκε: «Ζει Κύριος, ο Θεός μου, εάν γεννήσω, είτε αγόρι είτε κορίτσι, θα το προσφέρω ως δώρο στον Κύριο, τον Θεό μου, να τον υπηρετεί όλες τις ημέρες της ζωής του». 2. Ήλθαν τότε δύο αγγελιοφόροι και της είπαν: «Να, ο Ιωακείμ, o άνδρας σου, έρχεται με τα πρόβατα του». Άγγελος Κυρίου είχε κατεβεί σε αυτόν και του είπε: «Ιωακείμ, Ιωακείμ, ο Κύριος, ο Θεός εισάκουσε τη δέηση σου, κατέβα λοιπόν από αυτόν τον τόπο, γιατί η γυναίκα σου θα συλλάβει». 3. Κατέβηκε τότε ο Ιωακείμ, κάλεσε τους βοσκούς του και τους παράγγειλε: «Φέρτε εδώ δέκα προβατίνες χωρίς κηλίδα ή ψεγάδι για να τις προσφέρω θυσία στον Κύριο, το Θεό μου, φέρτε μου επίσης δώδεκα μοσχάρια τρυφερά για να τα προσφέρω στους ιερείς και τη γερουσία και φέρτε μου τέλος και εκατό κατσίκια για όλο το λαό». 4. Και να ο Ιωακείμ έφθασε με τα κοπάδια του και η Άννα στάθηκε στην πύλη, σαν είδε τον Ιωακείμ να έρχεται, έτρεξε και κρεμάστηκε στο λαιμό του λέγοντας: «Τώρα ξέρω καλά ότι ο Κύριος, ο Θεός μου έδωκε πλούσια την ευλογία Του, γιατί να που η χήρα δεν θα είναι πια χήρα και να που η άτεκνος θα συλλάβει». Ο Ιωακείμ ξεκουράστηκε την πρώτη ημέρα στο σπίτι του.

5. l. Την επόμενη μέρα πρόσφερε τα δώρα του αναλογιζόμενος: «Αν ο Κύριος, ο Θεός, μου δώσει χάρη, θα μου (το) φανερώσει το πέταλο του ιερέα». Πρόσφερε, λοιπόν, ο Ιωακείμ τα δώρα του και παρατηρούσε το πέταλο του ιερέα καθώς ανέβηκε στο θυσιαστήριο του Κυρίου και δεν είδε τίποτε να μαρτυρεί αμαρτία εναντίον του. Και είπε ο Ιωακείμ: «Τώρα ξέρω ότι ο Κύριος μου έδωσε τη χάρη του και συγχώρησε όλα τα αμαρτήματα μου». Έτσι κατέβηκε δικαιωμένος από το Ναό του Κυρίου και γύρισε στο σπίτι του. 2. Εν τω μεταξύ συμπληρώθηκαν οι μήνες της και τον ένατο μήνα η Άννα γέννησε. Ρώτησε τη μαία: «Τι γέννησα»; Και εκείνη της αποκρίθηκε: «Κορίτσι». Είπε τότε η Άννα: «Η ψυχή μου σήμερα ευφράνθηκε όσο ποτέ άλλοτε» και την έβαλε στο κρεβάτι. Όταν συμπληρώθηκαν οι μέρες της, η Άννα πλύθηκε, έδωσε στο παιδί της το μαστό της για να θηλάσει και την ονόμασε Μαριάμ.

6. 1. Μέρα με τη μέρα το κορίτσι μεγάλωνε και όταν έγινε έξι μηνών, την κράτησε η μητέρα της όρθια για να δει αν στέκεται. Η Μαριάμ έκανε επτά βήματα και έπεσε στην αγκαλιά της. Την άρπαξε τότε η Άννα, τη σήκωσε υψηλά και είπε: «Ζει Κύριος, ο Θεός μου δεν θα περπατήσεις στη γη, έως ότου σε οδηγήσω στο Ναό του Κυρίου». Και διαμόρφωσε στο υπνοδωμάτιο της ένα εξαγνισμένο χώρο, όπου τίποτε το μολυσμένο ή ακάθαρτο δεν επέτρεπε να περάσει. Κάλεσε επίσης τις αμόλυντες θυγατέρες των Εβραίων για να παίζουν μαζί της. 2. Όταν το κορίτσι έγινε ενός έτους, ο Ιωακείμ έκανε γιορτή μεγάλη. Κάλεσε τους ιερείς, τους γραμματείς, τη γερουσία και όλο το λαό του Ισραήλ. Παρουσίασε τότε ο Ιωακείμ την κόρη του στους ιερείς και την ευλόγησαν λέγοντας: «Θεέ των πατέρων μας, ευλόγησε αυτήν την κόρη και χάρισε της όνομα ξακουστό και αιώνιο σε όλες τις γενιές». Και ο λαός αποκρίθηκε: «Γένοιτο, γένοιτο, αμήν». Την παρουσίασε επίσης στους αρχιερείς και αυτοί την ευλόγησαν λέγοντας: «Θεέ των πατέρων μας, στρέψε το βλέμμα Σου σε αυτή την κόρη και ευλόγησε την με την έσχατη και ολοκληρωτική ευλογία, που ανώτερη της δεν υπάρχει». 3. Την πήρε στην αγκαλιά της η μητέρα της και την οδήγησε στον εξαγνισμένο χώρο του υπνοδωματίου της, όπου της έδωσε το μαστό της για να θηλάσει. Και έψαλε η Άννα αυτό το άσμα στον Κύριο, τον Θεό: «Θα ψάλω ένα άσμα στον Κύριο, τον Θεό μου, γιατί με σπλαχνίστηκε και με απάλλαξε από τη ντροπή των εχθρών μου. Μου έδωσε ο Κύριος καρπό της δικαιοσύνης Του, μοναδικό και πολλαπλάσιο ενώπιον Του. Ποιος θα αναγγείλει στους υιούς της φυλής Ρουβείμ ότι η Άννα θηλάζει; Ακούστε, ακούστε, οι δώδεκα φυλές του Ισραήλ ότι η Άννα θηλάζει». Κι αφού την έβαλε να αναπαυτεί στον εξαγνισμένο χώρο, βγήκε και υπηρετούσε τους καλεσμένους. Όταν τελείωσε το δείπνο, έφυγαν γεμάτοι αγαλλίαση, δοξάζοντας τον Θεό του Ισραήλ.

7. 1. Καθώς περνούσαν οι μήνες, το παιδί μεγάλωνε. Όταν έγινε δύο ετών, είπε ο Ιωακείμ στην Άννα: «Ας την οδηγήσουμε στο ναό του Κυρίου, για να εκπληρώσουμε την υπόσχεση που δώσαμε, μήπως μας στείλει ο Κύριος την οργή Του και δεν γίνει δεκτό τότε το Δώρο μας». Η Άννα τότε απάντησε: «Ας περιμένουμε το τρίτο έτος, για να μην αποζητήσει το κορίτσι τον πατέρα ή την μητέρα». Και o Ιωακείμ είπε: «Ας περιμένουμε». 2. Όταν έγινε τριών χρόνων το κορίτσι, είπε ο Ιωακείμ: «Προσκαλέστε τις αμόλυντες θυγατέρες των Εβραίων να πάρουν από μια λαμπάδα, που θα κρατούν αναμμένη, ώστε να μην στραφεί το κορίτσι προς τα πίσω και μείνει αιχμάλωτη η καρδιά της μακριά από το Ναό του Κυρίου». Έτσι έκαναν, λοιπόν, ώσπου ανέβηκαν στο ναό του Κυρίου, όπου ο ιερέας την υποδέχτηκε, την ασπάστηκε, την ευλόγησε και είπε: «Ο Κύριος δόξασε το όνομα σου σε όλες τις γενιές. Μέσα από εσένα θα αποκαλύψει o Κύριος στις έσχατες ημέρες τη λύτρωση Του στους Ισραηλίτες». 3. Ο ιερέας την έβαλε να καθίσει στον τρίτο αναβαθμό του θυσιαστηρίου. Ο Κύριος, ο Θεός, της έδωσε χάρη και χόρεψε (με τα πόδια της) και όλος ο λαός του Ισραήλ την αγάπησε.

8. l. Οι γονείς της επέστρεψαν γεμάτοι θαυμασμό και δοξάζοντας τον δεσπότη Θεό, γιατί η κόρη τους δεν στράφηκε προς τα πίσω. H δε Μαρία ζούσε στο Ναό του Κυρίου τρεφόμενη σαν περιστέρι και έπαιρνε την τροφή της από το χέρι αγγέλου. 2.Όταν έγινε δώδεκα ετών, έκαναν συμβούλιο οι ιερείς συζητώντας: «Να η Μαρία έγινε δωδεκαετής ζώντας στο Ναό του Κυρίου, τι να κάνουμε λοιπόν με αυτήν για να μην μολύνει τον ιερό χώρο του Κυρίου»; Και είπαν στον αρχιερέα: «Εσύ στέκεσαι μπροστά στο θυσιαστήριο του Κυρίου, είσελθε, λοιπόν, και ό,τι σου αποκαλύψει ο Κύριος αυτό θα κάνουμε». 3. Ο αρχιερέας φόρεσε το δωδεκακώδωνο άμφιο εισήλθε στα άγια των αγίων και προσευχήθηκε για αυτήν. Και να άγγελος Κυρίου του παρουσιάστηκε και είπε: «Ζαχαρία, Ζαχαρία, βγες έξω και συγκέντρωσε τους χήρους του λαού να φέρει ο καθένας ένα ραβδί και σε όποιον ο Κύριος δείξει κάποιο σημάδι, αυτού θα γίνει γυναίκα». Βγήκαν οι κήρυκες σε όλη την περιοχή της Ιουδαίας, ήχησε η σάλπιγγα του Κυρίου και έτρεξαν όλοι.

9. 1. Ο Ιωσήφ έριξε το σκεπάρνι και πήγε να τους συναντήσει. Όταν συγκεντρώθηκαν, πήγαν με τα ραβδιά στον αρχιερέα. Εκείνος πήρε τα ραβδιά όλων, εισήλθε στο Ναό και προσευχήθηκε. Αφού τελείωσε την προσευχή, πήρε τα ραβδιά, βγήκε και τους τα παρέδωσε. Κανένα όμως σημάδι δεν υπήρχε σε αυτά. Το τελευταίο ραβδί το πήρε ο Ιωσήφ και να ένα περιστέρι ξεπήδησε από το ραβδί και πέταξε πάνω στο κεφάλι του Ιωσήφ. Ο ιερέας είπε τότε στον Ιωσήφ: «Σε σένα έλαχε ο κλήρος να παραλάβεις την παρθένο του Κυρίου υπό την προστασία σου». 2. Ο Ιωσήφ όμως απάντησε: «Έχω γιους και είμαι γέρος, ενώ αυτή είναι νεαρή, θα με περιγελάσουν οι υιοί Ισραήλ». Και ο ιερέας αποκρίθηκε στον Ιωσήφ: «Φοβήσου τον Κύριο, τον Θεό σου, και θυμήσου τι έκανε ο Θεός στον Δαθάν, τον Αβειρών και τον Κορέ, πως δηλαδή σχίστηκε η γη και τους κατάπιε εξαιτίας της αντιλογίας τους. Και τώρα φοβήσου και εσύ Ιωσήφ, μήπως συμβούν αυτά στο σπίτι σου». 3. Φοβήθηκε ο Ιωσήφ και την παρέλαβε υπό την προστασία του. Και είπε ο Ιωσήφ στη Μαρία: «Να, σε παρέλαβα από το Ναό του Κυρίου και τώρα σε αφήνω στο σπίτι μου, πηγαίνω να χτίσω τις οικοδομές μου και θα επιστρέψω κοντά σου: Ο Κύριος θα σε διαφυλάξει».

10. 1. Συσκέφθηκαν οι ιερείς και είπαν: «Ας κάνουμε ένα παραπέτασμα για τον Ναό του Κυρίου». Και ο ιερέας πρόσταξε: «Καλέστε μου αμόλυντες παρθένες από τη φυλή του Δαβίδ». Οι υπηρέτες πήγαν και αναζήτησαν και βρήκαν επτά παρθένες. Θυμήθηκε τότε ο ιερέας και το κορίτσι, την Μαριάμ, που καταγόταν από τη φυλή του Δαβίδ και ήταν αμόλυντη ενώπιον του Θεού. Πήγαν τότε οι υπηρέτες και την έφεραν. 2. Τις οδήγησαν στο Ναό του Κυρίου και είπε ο ιερέας: «Ρίξτε κλήρο ποιά θα υφάνει το χρυσό και ποιά τον αμίαντο, ποιά το λινό και ποιά το μετάξι, ποιά το υακίνθινο και ποιά το κόκκινο και ποια την αληθινή πορφύρα». Κληρώθηκε στη Μαριάμ η αληθινή πορφύρα και το κόκκινο, τα πήρε και πήγε σπίτι της. Εκείνο τον καιρό έχασε τη λαλιά του ο Ζαχαρίας και τον αντικατέστησε ο Σαμουήλ, έως ότου ο Ζαχαρίας ξαναμίλησε. Η Μαρία πήρε το κόκκινο και άρχισε να κλώθει.

11. 1. Πήρε την στάμνα και πήγε να τη γεμίσει νερό. Και να μια φωνή της λέει «Χαίρε κεχαριτωμένη, ο Κύριος μετά Σου, ευλογημένη Συ εν γυναιξίν». Εκείνη έστρεψε το βλέμμα της δεξιά αριστερά, για να καταλάβει από που έρχεται αυτή η φωνή. Κατατρομαγμένη γύρισε σπίτι της, τακτοποίησε τη στάμνα, πήρε την πορφύρα, κάθισε στην καρέκλα της και έκλωθε. 2. Και να άγγελος Κυρίου στάθηκε μπροστά της και της είπε: «Μη φοβάσαι Μαριάμ, βρέθηκε περίσσεια η χάρη του Θεού, που είναι Κύριος των πάντων, για σένα, γι’ αυτό θα συλλάβεις από το λόγο του». Όταν το άκουσε αυτό αναρωτήθηκε: Θα συλλάβω εγώ απο τον Κύριο, τον ζώντα Θεό, και θα γεννήσω όπως γεννά κάθε γυναίκα; 3. Και ο άγγελος Κυρίου αποκρίθηκε: «Όχι έτσι Μαριάμ, γιατί δύναμη Κυρίου θα σε καλύψει. Γι’ αυτό και το άγιο παιδί θα ονομαστεί Υιός του Υψίστου και θα του δώσεις το όνομα Ιησούς, αυτός θα σώσει το λαό από τις αμαρτίες του. Και η Μαριάμ απάντησε: «Ιδού η δούλη Κυρίου ενώπιον Του, ας γίνει αυτό που λες». 12. 1. Αφού τελείωσε την πορφύρα και το κόκκινο, τα πήγε στον ιερέα, αυτός την ευλόγησε και είπε; «Μαριάμ, ο Κύριος δόξασε το όνομά σου, θα είσαι ευλογημένη σε όλες τις γενιές της γης». 2. Γεμάτη χαρά η Μαριάμ πήγε στην Ελισάβετ, τη συγγένισσα της, και χτύπησε την πόρτα. Ακούγοντας το χτύπο η Ελισάβετ, παραμέρισε το κόκκινο νήμα, έτρεξε προς την πόρτα και την άνοιξε. Όταν είδε τη Μαριάμ, την ευλόγησε και είπε: «Πώς μου έγινε αυτή η τιμή να με επισκεφτεί η μητέρα του Κυρίου μου; Γιατί να, αυτό που κρατώ στα σπλάχνα μου σκίρτησε και σε ευλόγησε. Η Μαρία, εν τω μεταξύ, είχε λησμονήσει τα μυστήρια για τα οποία της μίλησε ο αρχάγγελος Γαβριήλ και ατενίζοντας τον ουρανό είπε: «Ποία είμαι εγώ Κύριε που όλες οι γενιές με ευλογούν;». 3. Έμεινε τρεις μήνες στην Ελισάβετ. Μέρα όμως με τη μέρα η κοιλιά της μεγάλωνε. Φοβήθηκε η Μαριάμ, γύρισε στο σπίτι της και κρυβόταν απο τους υιούς Ισραήλ. Ήταν τότε δεκαέξι ετών όταν συνέβαιναν αυτά τα μυστήρια.

13. 1. Ήταν στον έκτο μήνα, όταν τελικά ήλθε ο Ιωσήφ από τις οικοδομικές του ασχολίες και μπαίνοντας στο σπίτι του, την βρήκε έγκυο. Χτύπησε το πρόσωπο του και ρίχτηκε κάτω σε ένα σάκκο, έκλαψε πικρά και είπε: «Με τι πρόσωπο θα αντικρίσω τον Κύριο, τον Θεό μου; Ποία προσευχή να κάνω γι’ αυτήν την κόρη; Παρθένο την παρέλαβα από το Ναό του Κυρίου, του Θεού μου, και δεν την προφύλαξα. Ποιος μου έστησε παγίδα; Ποιος έκανε αυτήν την πονηρία μέσα στο ίδιο μου το σπίτι και μόλυνε την παρθένο; Μήπως σε εμένα επαναλήφθηκε η ιστορία του Αδάμ; Γιατί όπως ακριβώς την ώρα που δοξολογούσε ο Αδάμ το Θεό, ήρθε ο όφις βρίσκοντας μόνη την Εύα και την εξαπάτησε, έτσι ακριβώς συνέβη και σε μένα». 2. Σηκώθηκε ο Ιωσήφ από το σάκκο, κάλεσε την Μαριάμ και της είπε: «Τι είναι αυτό που έκανες ξεχνώντας τον Κύριο, τον Θεό σου, που σε φρόντιζε; Γιατί ταπείνωσες τον εαυτό σου εσύ που ανατράφηκες στα άγια των αγίων και που έπαιρνες τροφή από χέρι αγγέλου»; 3. Εκείνη έκλαψε πικρά λέγοντας: «Είμαι αμόλυντη εγώ και με άνδρα δεν είχα σχέσεις». Ρώτησε τότε ο Ιωσήφ: «Από που λοιπόν συνέλαβες τον καρπό της κοιλίας σου;» Και αυτή απάντησε: «Ζει Κύριος ο Θεός μου, δεν ξέρω από που είναι».

14. 1.O Ιωσήφ φοβήθηκε πολύ, απομακρύνθηκε και έπεσε σε περισυλλογή, τι να κάνει με αυτή. Και αναλογίστηκε: «Εάν κρύψω το αμάρτημά της, θα βρεθώ να αντιμάχομαι το νόμο του Κυρίου». Εάν πάλι την φανερώσω στους υιούς Ισραήλ, φοβούμαι μήπως υπάρχει κάτι το αγγελικό σε αυτήν και βρεθώ να έχω παραδώσει έναν αθώο στο θάνατο. Τι να κάμω με αυτή; Κρυφά θα τη διώξω μακριά μου». Με τέτοιες σκέψεις τον πρόλαβε η νύκτα. 2. Και να άγγελος Κυρίου εμφανίζεται στο όνειρό του και του λέγει: «Μη φοβηθείς αυτό το κορίτσι, γιατί αυτό που βρίσκεται στα σπλάχνα της προέρχεται από το Άγιο Πνεύμα. Θα γεννήσει υιό και θα τον ονομάσεις Ιησού, γιατί αυτός θα σώσει το λαό από τα αμαρτήματα του». Σηκώθηκε τότε ο Ιωσήφ από τον ύπνο και δόξασε τον Θεό που του χάρισε την ευλογία αυτή, και πρόσεχε την Μαριάμ.

15. 1. Τον καιρό εκείνο ήρθε σ' αυτόν ο γραμματέας Άννας και του είπε: «Τι συνέβη και δεν φάνηκες στη σύναξη μας;» Ο Ιωσήφ του απάντησε: «Ήμουν ταλαιπωρημένος από το ταξίδι και ξεκουράστηκα την πρώτη μέρα». Στράφηκε τότε και είδε ο Άννας τη Μαριάμ έγκυο. 2.Φεύγει τρέχοντας προς τον ιερέα και του λέει: «Ο Ιωσήφ, για τον οποίον εσύ δίνεις μαρτυρία, παρανόμησε πολύ σοβαρά». Ρώτησε τότε ο ιερέας: «Γιατί μου το λες αυτό;» Εκείνος αποκρίθηκε: «Την παρθένο που παρέλαβε από το Ναό του Κυρίου, τη μόλυνε, ολοκλήρωσε το γάμο με αυτήν κρυφά και δεν το φανέρωσε στους υιούς Ισραήλ». Αναρωτήθηκε τότε ο ιερέας: «Έκανε τέτοιο πράγμα ο Ιωσήφ;». «Στείλε υπηρέτες και θα βρεις έγκυο την παρθένο", απάντησε ο Άννας ο γραμματέας. Πήγαν οι υπηρέτες και τη βρήκαν στην κατάσταση που περιέγραψε ο Άννας. Οδήγησαν τότε αυτήν και τον Ιωσήφ στο δικαστήριο. 3. Είπε ο ιερέας: «Μαρία, γιατί το έκανες αυτό; γιατί ταπείνωσες τον εαυτό σου ξεχνώντας τον Κύριο, τον Θεό σου; Εσύ που ανατράφηκες στα άγια των αγίων και λάμβανες τροφή από χέρι αγγέλου, εσύ που άκουσες τους ύμνους και χόρεψες μπροστά στο Θεό, γιατί το έκανες αυτό;». Εκείνη έκλαψε πικρά λέγοντας: «Ζει Κύριος ο Θεός μου, είμαι καθαρή ενώπιον Του και δεν έχω σχέση με άντρα». 4. Είπε τότε ο ιερέας στον Ιωσήφ: «Γιατί το έκανες αυτό;» Ο Ιωσήφ απάντησε: «Ζει Κύριος, εγώ είμαι καθαρός με αυτήν». Και ο ιερέας πρόσθεσε: «Μην παίρνεις ψεύτικο όρκο αλλά φανέρωσε την αλήθεια· ολοκλήρωσες κρυφά το γάμο μαζί της, δεν το φανέρωσες στους υιούς Ισραήλ, αλλά και δεν έσκυψες το κεφάλι σου στο κραταιό (θεϊκό) χέρι, για να ευλογηθεί το σπέρμα σου». Ο Ιωσήφ έμεινε σιωπηλός.

16. 1. Είπε ο ιερέας: «Δώσε πίσω την παρθένο που παρέλαβες από το Ναό του Κυρίου». Τότε ο Ιωσήφ άρχισε να κλαίει. Ο ιερέας συνέχισε: «Θα σας δώσω να πιείτε το ''ύδωρ της ελέγξεως του Κυρίου'' που θα φανερώσει ενώπιον σας τις αμαρτίες σας». 2. Πήρε ο ιερέας και έδωσε στον Ιωσήφ να πιεί, στέλνοντας τον στο βουνό. Και επέστρεψε σώος. Έδωσε και στη Μαριάμ να πιει στέλνοντάς την στο βουνό. Και επέστρεψε σώα. Θαύμασε τότε όλος ο λαός , αφού δεν βρέθηκε αμαρτία σε αυτούς. 3. Και είπε ο ιερέας: «Αφού ο Κύριος δεν αποκάλυψε αμαρτίες σε σας, ούτε εγώ σας κατακρίνω» και τους άφησε ελεύθερους. Πήρε ο Ιωσήφ τη Μαριάμ και επέστρεψε στο σπίτι του χαρούμενος και δοξάζοντας το Θεό του Ισραήλ.

17. 1. Ο βασιλιάς Αύγουστος εξέδωσε διαταγή να απογραφούν όλοι όσοι κατάγονται από τη Βηθλεέμ της Ιουδαίας. Και αναλογίστηκε ο Ιωσήφ: «Εγώ θα απογράψω τους γιους μου, με αυτό το κορίτσι όμως τι να κάνω; Πώς θα την απογράψω; Ως γυναίκα μου; Ντρέπομαι. Ως θυγατέρα μου; Μα όλοι οι υιοί Ισραήλ γνωρίζουν καλά ότι δεν είναι κόρη μου. Αυτή είναι η ημέρα του Κυρίου, ας ενεργήσει όπως θέλει». 2. Έστρωσε το υποζύγιο, την έβαλε να καθίσει, πήρε τα γκέμια ο γιος του και ο Ιωσήφ ακολουθούσε. Πορεύτηκαν κοντά τρία μίλια έτσι. Σε μια στιγμή ο Ιωσήφ στράφηκε και είδε τη Μαρία σκυθρωπή και αναλογίστηκε: «Ίσως ο καρπός της την κάνει να πονά». Γυρίζει πάλι ο Ιωσήφ και την είδε να γελά, και είπε: «Μαρία, τι συμβαίνει; Το πρόσωπο σου το βλέπω πότε γελαστό και πότε σκυθρωπό». Η Μαρία απάντησε: «Είναι επειδή βλέπω ενώπιον μου δύο λαούς, έναν που κλαίει και θρηνεί και έναν που χαίρεται και αναγαλλιάζει». 3. Είχαν διασχίσει τη μισή διαδρομή και είπε η Μαριάμ: «Κατέβασε με από το υποζύγιο, επειδή αυτό που υπάρχει μέσα μου με πιέζει να εξέλθει». Την κατέβασε από το υποζύγιο και της είπε: «Πού να σε πάω και πού να σκεπάσω τη ντροπή σου; Ο τόπος είναι έρημος».

18. 1. Εκεί βρήκε ένα σπήλαιο, την έβαλε μέσα και άφησε τους γιους του να την φροντίζουν. Κατόπιν βγήκε να αναζητήσει μαμή στα μέρη της Βηθλεέμ. 2. Εγώ ο Ιωσήφ περπατούσα και όμως δεν προχωρούσα, έστρεψα το βλέμμα μου ψηλά και είδα τον αέρα πλημμυρισμένο με φως, σήκωσα τα μάτια μου στον ουρανό και τον είδα σταματημένο και τα ουράνια πουλιά ακίνητα. Και κοίταξα προς τη γη και είδα χάμω μια σκάφη και εργάτες ανασηκωμένους με τα χέρια μέσα στη σκάφη· όσοι έτρωγαν δεν έτρωγαν και όσοι σήκωναν το κεφάλι δεν μπορούσαν να το κατεβάσουν, όσοι πάλι άνοιγαν το στόμα τους δεν μπορούσαν να το κλείσουν, αλλά ολονών τα πρόσωπα ήταν στραμμένα προς τον ουρανό. Είδα και πρόβατα να περνούν και τα πρόβατα στάθηκαν ακίνητα και, όταν σήκωσε το χέρι του ο βοσκός για να τα χτυπήσει, έμεινε υψηλά. Και έριξα τα μάτια μου στον χείμαρρο και διέκρινα τα στόματα των μικρών προβάτων ανοιχτά χωρίς να πίνουν. Και ξαφνικά όλα εξακολούθησαν την πορεία τους.

19. 1. Και να μια γυναίκα που κατέβαινε από το βουνό με ρώτησε: «Άνθρωπε που πηγαίνεις;» Εγώ απάντησα: "Ψάχνω μαμή Εβραία». Εκείνη μου αποκρίθηκε: «Και ποια είναι η ετοιμόγεννη στο σπήλαιο;» Εγώ απάντησα: «Η μνηστή μου». Μου είπε: «Δεν είναι σύζυγός σου;» Εγώ αποκρίθηκα: «Είναι η Μαριάμ που ανατράφηκε στο Ναό του Κυρίου και μου έλαχε ως γυναίκα υπό την προστασία μου. Φυσικά, λοιπόν, δεν είναι σύζυγός μου, αλλά έχει συλλάβει καρπό από το Άγιο Πνεύμα». «Είναι αλήθεια αυτό;». «Έλα και δες», απάντησε ο Ιωσήφ και η μαμή πήγε μαζί του. 2. Σταμάτησαν όταν έφτασαν στο χώρο του σπηλαίου και να ένα φωτεινό σύννεφο επεσκίαζε το σπήλαιο και η μαμή αναφώνησε: «Γέμισε από δόξα η ψυχή μου σήμερα, παράδοξα είδαν τα μάτια μου, γιατί σωτήρας γεννήθηκε στον Ισραήλ». Ξάφνου το σύννεφο υποχώρησε από το σπήλαιο και φως μεγάλο έλαμψε μέσα στο σπήλαιο, ώστε ήταν αδύνατον να αντέξουν τα μάτια μας. Σε λίγο και εκείνο το φως έσβησε, ώσπου φάνηκε το βρέφος που ήρθε και πήρε το μαστό της μητέρας του, της Μαρίας. Και η μαμή ανεβόησε: «Μεγάλη μέρα για μένα σήμερα που είδα το καινούργιο αυτό θέαμα». 3. Βγαίνοντας η μαμή από το σπήλαιο συνάντησε τη Σαλώμη και της είπε: "Σαλώμη, Σαλώμη, καινούργιο θέαμα έχω να σου διηγηθώ, μια παρθένος γέννησε παιδί που δεν το χωρά η φύση της». Και η Σαλώμη απάντησε: «Ζει Κύριος ο Θεός μου, μα αν δεν βάλω το δάκτυλο μου στη φύση της για να ερευνήσω, δεν θα πιστέψω ότι μια παρθένος γέννησε».

20. 1. Μπήκε στο σπήλαιο η μαμή και είπε στη Μαριάμ: «Πάρε την κατάλληλη θέση, γιατί μεγάλη φιλονικία υπάρχει γύρω από εσένα». Έβαλε η Σαλώμη το δάκτυλό της στη φύση και έκραξε: «Αλίμονο στην αμαρτία και στην απιστία μου που θέλησα να δοκιμάσω τη δύναμη του ζώντος Θεού και να το χέρι μου αποκόπτεται με φωτιά». 2. Έπεσε στα γόνατα τότε λέγοντας στο Δεσπότη: «Θεέ των πατέρων μου, θυμήσου ότι είμαι απόγονος του Αβραάμ, του Ισαάκ και του Ιακώβ, κατάταξε με ανάμεσα στους πτωχούς, Συ γνωρίζεις δέσποτα, ότι έκανα θεραπείες στο όνομα σου και από Εσένα λάμβανα την ανταπόδοση μου». 3. Και να άγγελος Κυρίου ήρθε και της είπε: «Σαλώμη, Σαλώμη, σε άκουσε ο Κύριος, πρόσφερε το χέρι σου στο παιδί και κράτησέ το στην αγκαλιά, έτσι θα σωθείς και θα χαρείς». 4. Προσήλθε τότε η Σαλώμη, κράτησε το παιδί και είπε: «Θα προσκυνήσω Αυτό γιατί γεννήθηκε μεγάλος βασιλιάς στον Ισραήλ». Αμέσως θεραπεύτηκε η Σαλώμη, και βγήκε συγχωρημένη από το σπήλαιο. Και τότε φωνή ακούστηκε να λέει: «Σαλώμη, Σαλώμη, μην αναγγείλεις όσα παράδοξα είδες, μέχρι να μπει το παιδί στα Ιεροσόλυμα».

21. 1. Και να ο Ιωσήφ ετοιμάστηκε να φύγει προς την Ιουδαία και θόρυβος ξέσπασε στη Βηθλεέμ της Ιουδαίας· ήλθαν μάγοι ρωτώντας: «Πού βρίσκεται ο νεογέννητος βασιλιάς των Ιουδαίων; Είδαμε το αστέρι Του να ανατέλλει στην ανατολή και ήρθαμε να Τον προσκυνήσουμε». 2. Όταν το άκουσε ο Ηρώδης, ταράχτηκε και έστειλε υπηρέτες στους μάγους. Έστειλε και κάλεσε τους αρχιερείς και τους ανέκρινε ρωτώντας: «Πώς αναφέρονται τα σχετικά με τον Χριστό; Πού γεννιέται;» Εκείνοι απάντησαν: «Στη Βηθλεέμ της Ιουδαίας, έτσι έχει γραφτεί». Αφού τους απέλυσε, ανέκρινε τους μάγους ρωτώντας: «Τι σημάδι είδατε για το γεννημένο βασιλιά;» Οι μάγοι απάντησαν: «Είδαμε ένα υπερμεγέθη αστέρα που έλαμψε και συσκότισε τους υπολοίπους, ώστε να μην φαίνονται· έτσι εμείς αντιληφθήκαμε ότι γεννήθηκε βασιλιάς στον Ισραήλ και ήλθαμε να τον προσκυνήσουμε». Είπε τότε ο Ηρώδης: «Πηγαίνετε και αναζητήστε τον και αν τον βρείτε, ειδοποιήστε και εμένα, για να τον προσκυνήσω». 3. Έφυγαν οι μάγοι και να ο αστέρας που είχαν δει στην ανατολή, τους οδηγούσε έως ότου έφτασαν στο σπήλαιο, και στάθηκε στην κορυφή του. Είδαν τότε οι μάγοι το παιδί με τη μητέρα Του και έβγαλαν από τους σάκκους τους χρυσό, λίβανο και σμύρνα. 4. Αφού οι μάγοι πήραν οδηγίες από άγγελο να μην μπούνε στην Ιουδαία, από άλλο δρόμο πορεύτηκαν για την πατρίδα τους.

22. 1. Όταν κατάλαβε ο Ηρώδης ότι τον ξεγέλασαν οι μάγοι, οργίστηκε και έστειλε φονιάδες παραγγέλνοντας τους: «Σκοτώστε τα βρέφη από δύο χρονών και κάτω». 2. Όταν άκουσε η Μαριάμ ότι σκοτώνουν τα βρέφη, φοβισμένη πήρε το παιδί, το σπαργάνωσε και το έκρυψε σε ένα παχνί βοδιών. 3. Η δε Ελισάβετ όταν πληροφορήθηκε ότι ψάχνουν τον Ιωάννη, τον άρπαξε και κατευθύνθηκε προς την ορεινή περιοχή, ψάχνοντας χώρο για να τον κρύψει, αλλά χώρος για κρύψιμο δεν υπήρχε. Αναστέναξε τότε η Ελισάβετ με δυνατή φωνή και είπε: «Όρος Θεού δέξου τη μητέρα με το παιδί της». Και επειδή η Ελισάβετ δεν μπορούσε να ανέβει, αμέσως σκίστηκε το όρος και την δέχτηκε. Υπήρχε φως που τους φώτιζε, γιατί άγγελος Κυρίου ήταν μαζί τους και τους προστάτευε.

23. 1. Ο Ηρώδης έψαχνε τον Ιωάννη και έστειλε υπηρέτες στον Ζαχαρία ρωτώντας: «Πού έκρυψες τον γιο σου; «Αυτός τους αποκρίθηκε: «Εγώ είμαι λειτουργός του Θεού και βρίσκομαι στο Ναό του Κυρίου, δεν ξέρω που είναι ο γιος μου». 2. Έφυγαν οι υπηρέτες και ανακοίνωσαν στον Ηρώδη όλα αυτά. Οργισμένος ο Ηρώδης είπε: «Ο γιος του θα βασιλέψει στο Ισραήλ». Έστειλε πάλι υπηρέτες σε αυτόν ρωτώντας: «Πες την αλήθεια, που είναι ο γιος σου; Γνωρίζεις καλά ότι η ζωή σου είναι στα χέρια μου». 3. Και είπε ο Ζαχαρίας: «Μάρτυρας του Θεού θα γίνω αν χύσεις το αίμα μου, γιατί την ψυχή μου θα τη δεχτεί ο Δεσπότης, αφού αίμα αθώο χύνεις στα πρόθυρα του Ναού του Κυρίου». Στο γλυκοχάραμα σκότωσαν τον Ζαχαρία, οι υιοί όμως του Ισραήλ δεν γνώριζαν το φόνο.

 24. 1. Αλλά την ώρα του ασπασμού έφυγαν οι ιερείς και δεν πήραν την ευλογία του Ζαχαρία σύμφωνα με την τάξη. Στάθηκαν λοιπόν οι ιερείς περιμένοντας να ασπαστούν τον Ζαχαρία κατά την διάρκεια της προσευχής και να δοξάσουν τον Ύψιστο. 2. Αργούσε να φανεί και όλοι φοβήθηκαν, ένας μάλιστα από αυτούς τόλμησε και μπήκε, και είδε δίπλα στο θυσιαστήριο ξεραμένο αίμα και ακούστηκε μια φωνή να λέει: «Ο Ζαχαρίας φονεύτηκε και δεν θα εξαλειφθεί η μνήμη του φόνου, έως ότου έρθει αυτός που θα αποδώσει δικαιοσύνη». Όταν άκουσε αυτά φοβήθηκε, βγήκε έξω και ανήγγειλε τα συμβάντα στους ιερείς. 3. Τόλμησαν τότε και εισήλθαν και είδαν τι είχε γίνει, μέχρι και οι αψίδες του Ναού γέμισαν με τους εκκωφαντικούς θρήνους των ιερέων που ξέσχισαν τα ρούχα τους από πάνω έως κάτω. Το σώμα του όμως δεν το βρήκαν παρά μόνο το αίμα του που είχε γίνει σαν πέτρα. Έντρομοι βγήκαν έξω και ανήγγειλαν στο λαό ότι ο Ζαχαρίας είχε φονευτεί. Το έμαθαν όλες οι φυλές του λαού, τον πένθησαν και τον θρήνησαν για τρία μερόνυκτα. 4. Μετά από τρεις ημέρες συσκέφτηκαν οι ιερείς για τον αντικαταστάτη του και ο κλήρος έλαχε στον Συμεών. Αυτός είχε πληροφορηθεί από το άγιο Πνεύμα ότι δεν θα έβλεπε θάνατο έως ότου δει τον Μεσσία σαρκωμένο.

25. Εγώ ο Ιάκωβος που έγραψα την ιστορία αυτή στην Ιερουσαλήμ, όταν δημιουργήθηκε θόρυβος με το θάνατο του Ηρώδη, αποσύρθηκα στην έρημο ώσπου καταλάγιασε ο θόρυβος στην Ιερουσαλήμ, δοξάζοντας τον Δεσπότη Θεό που μου έδωσε τη χάρη και τη σοφία να συγγράψω αυτή την ιστορία. Ας είναι η χάρις σε όσους σέβονται τον Κύριο Ιησού Χριστό του οποίου η δόξα ας παρατείνεται στους αιώνες. Αμήν.

Ο ψυχολογικός νόμος του ελέγχου

Κατανοώντας τον Νόμο

Ο νόμος του ελέγχου δηλώνει ότι αισθανόμαστε καλά με τον εαυτό μας στο βαθμό που αισθανόμαστε ότι έχουμε τον έλεγχο στην ζωή μας. Όταν σωματικά, νοητικά και συναισθηματικά ελέγχουμε τις αλλαγές που έρχονται ή δημιουργούμε στην ζωή μας, τότε αυτό οδηγεί σε υψηλότερα επίπεδα επίτευξης συναισθηματικής ικανοποίησης και πληρότητας. Μη ελεγχόμενες αλλαγές, οδηγούν σε στρες, άγχος και πολλές φορές σε μιζέρια. Καταστάσεις που δείχνουν ότι το μυαλό μας χρειάζεται περισσότερη πειθαρχία και αποτελεσματικές δομές διαχείρισης καταστάσεων.

Ο Νόμος του Ελέγχου Καθορίζει…

Το μέγεθος του ψυχολογικού ελέγχου που αισθανόμαστε ότι έχουμε στην ζωή μας, καθορίζει τις σχέσεις μας με τους άλλους ανθρώπους, πως αισθανόμαστε σε καθημερινή βάση, πως διαχειριζόμαστε τα συναισθήματα μας κάτω από συγκεκριμένες συνθήκες και τι είδους συναισθήματα τείνουμε να βιώνουμε πιο συχνά.

Ο πυρήνας του κατά πόσο αισθανόμαστε ότι έχουμε τον έλεγχο έχει ρίζες βαθιά στην επιστήμη. Όταν βιώνουμε γεγονότα τα οποία είναι απρόβλεπτα, ο εγκέφαλος μας προσπαθεί να συλλέξει και να συνδυάσει αυτά τα ‘’τυχαία΄΄ συμβάντα ώστε να δώσει απάντηση στην απλή και ίσως πιο σημαντική ερώτηση: Γιατί;

Το ότι αισθανόμαστε έλλειψη ελέγχου, οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στην πίεση που έχουμε πολλές φορές να δώσουμε νόημα σε απρόβλεπτα γεγονότα. Είναι στην φύση να αναζητούμε ένα λόγο για τα πάντα γύρω μας. Μάλιστα, αυτός ο τρόπος σκέψης, όχι μόνο αλλάζει δραματικά τα δεδομένα αλλά είναι και μια απ’ τις αιτίες της εξέλιξης μας ως ανθρώπινο είδος. Πιστεύουμε ότι πρέπει να υπάρχει μια εξήγηση. Ακόμα αυτή η γνώση παρέχει και μια σημαντική προέκταση: Αναζητούμε συνεχώς αυτό που ονομάζεται agency (υπηρεσία, αντιπροσωπεία). Τι σημαίνει αυτό;

Ένας αντιπρόσωπος, στην επιστήμη της ψυχολογίας, είναι το άτομο ή πράγμα που προκαλεί κάτι να συμβεί. Ψάχνουμε συνεχώς για agents – προσωπικούς και μη – ακόμα και όταν αυτή δεν υπάρχουν. Η προσπάθεια για ν’ ανακτήσουμε τον έλεγχο στην ζωή μας είναι συνεχής και αυτόματη. Η ίδια μας η φύση μας σπρώχνει προς αυτή την κατεύθυνση.

Ο φιλόσοφος Daniel Dennett ονομάζει αυτή την διαδικασία intentionalstance: απευθυνόμαστε σε καταστάσεις, ανθρώπους ή πράγματα ως το διάμεσο για να καταλάβουμε τι πραγματικά συμβαίνει. Το ζήτημα βέβαια είναι ότι προσπαθούμε να βρούμε το γιατί ακόμα και όταν αυτό δεν υπάρχει!

Οι ψυχολόγοι χρησιμοποιούν συχνά τον όρο ψευδαίσθηση ελέγχου για να περιγράψουν τι συμβαίνει όταν τοποθετούμε τον εαυτό μας στον ρόλο του αντιπροσώπου σε μια κατάσταση που δεν χρειάζεται να έχει! Τείνουμε να υιοθετούμε αυτό το ρόλο όταν τα πράγματα δεν πηγαίνουν όπως θα θέλαμε, πέφτοντας σε ένα κυκεώνα νοητικών κύκλων με ένα απλό μοτίβο: ‘’Αν είχα κάνει το Χ, αυτό δεν θα συνέβαινε’’.

Σε πολλές περιπτώσεις, προσπαθούμε να έχουμε τον έλεγχο σε καταστάσεις που πραγματικά δεν χρειάζεται, ακόμα και αν γνωρίζουμε ότι αυτή η κατάσταση έχει περάσει στο παρελθόν. Αυτό μειώνει δραματικά την ικανότητα μας προχωρήσουμε σε λύσεις ή ν’ ανακάμψουμε συναισθηματικά.

Τα Επίπεδα Ελέγχου

Όταν χρειάζεται να πάρουμε τον έλεγχο της ζωής μας και καταστάσεων, υπάρχουν δύο σημαντικά και βασικά επίπεδα ελέγχου:

1. Υψηλό Επίπεδο Ελέγχου

Κάτω από συγκεκριμένες συνθήκες το υψηλό αίσθημα ελέγχου, οδηγεί στην εμπειρία θετικών συναισθημάτων και ότι ο έλεγχος της ζωής βρίσκεται στα χέρια μας. Έχουμε βαθιά ριζωμένη την πεποίθηση ότι μπορούμε να φέρουμε κάτω απ’ τον έλεγχο μας καταστάσεις που μπορεί ν α είναι απρόβλεπτες.

2. Χαμηλό Επίπεδο Ελέγχου

Έχοντας το αίσθημα ότι υπάρχει ικανότητα χαμηλού ελέγχου, οδηγούμαστε σε αρνητικά συναισθήματα και μας οδηγούν στο συμπέρασμα ότι η ζωή μας βρίσκεται κάτω απ΄ τον έλεγχο εξωτερικών καταστάσεων και ανθρώπων.

Τύποι Έλλειψης Ελέγχου

Όταν μαθαίνουμε να παίρνουμε αποτελεσματικά έλεγχο στις διαδικασίες αλλαγής των καταστάσεων της ζωής μας, αυτό οδηγεί στην μείωση των επιπέδων του στρες, και κυρίως στην αύξηση της απόδοσης μας.

Όταν αισθανόμαστε ότι δεν έχουμε τον έλεγχο σε καταστάσεις, ανθρώπους και συναισθήματα, τείνουμε να περιοριζόμαστε με διάφορους τρόπους. Κάποιοι απ’ τους σημαντικότερους είναι:

Υψηλά Επίπεδα Αναβλητικότητας

Όταν αρχίζουμε να καταλαβαίνουμε ότι δεν έχουμε τον έλεγχο σε μια κατάσταση, το σώμα μας μπαίνει σε μια φυσική διαδικασία πανικού, την οποία την μεταφράζει ως ένα είδος παρόρμησης που τείνει να μας απομακρύνει από την συγκεκριμένη κατάσταση.

Θετικά και Αρνητικά Συναισθήματα

Η αίσθηση της έλλειψης ελέγχου μπορεί ακόμα να οδηγήσει σε συναισθήματα όπως μπέρδεμα(έλλειψη ποιοτικών επιλογών), απογοήτευση, θυμό ή ενοχή προς τον ίδιο μας τον εαυτό. Δυστυχώς ο πιο σκληρός κριτής είναι ο εαυτός μας.

Όποτε βιώνουμε αυτά τα συναισθήματα, απλά σημαίνει ότι κάθε στιγμή πιστεύουμε ότι πρέπει να συμβεί κάτι εξωτερικό για να διορθωθούν οι καταστάσεις. Ο βαθμός των θετικών προσδοκιών πέφτει και βυθιζόμαστε συνεχώς σε σκέψεις που απλά χειροτερεύουν την κατάσταση.

Μη Αποτελεσματικές Επιλογές και Αποφάσεις

Οι επιλογές και αποφάσεις που παίρνουμε συνεχώς είναι αποτέλεσμα της νοητικής κατάστασης που βρισκόμαστε κάθε στιγμή. Όταν υπάρχει έλλειψη στο αίσθημα του ελέγχου, τότε βιώνουμε δισταγμό, αναποφασιστικότητα και φόβο.

Όταν Διατηρούμε τον Έλεγχο

Όταν το αίσθημα του ελέγχου είναι ισχυρό, τότε κερδίζουμε με πολλούς και ποικίλους τρόπους:

Παραγωγικά Συναισθήματα

Το αίσθημα του ελέγχου μας προσφέρει εσωτερική ικανοποίηση και κυρίως σιγουριά. Αισθανόμαστε ότι πατάμε καλά στα πόδια μας και ότι στηριζόμαστε σε ισχυρά θεμέλια ικανά να μας στηρίξουν όταν χρειαστεί.

Διαύγεια Σκέψης

Όταν έχουμε τον έλεγχο, και το ξέρουμε, τότε είμαστε να σκεφτούμε καθαρά και κάνουμε επιλογές που βρίσκονται κοντά στην λύση και όχι στην αποφυγή αυτού.

Υψηλά Επίπεδα Κινήτρου

Οι αναλύσεις πάνω στις ψυχολογικές έρευνες πάνω στο κίνητρο αντιστοιχούν σε χιλιάδες σελίδες. Αν για παράδειγμα θέλουμε να διεκδικήσουμε μια δουλειά και ξέρουμε ότι έχουμε τις ικανότητες να κερδίσουμε την θέση, τότε είναι λογικό επακόλουθο να αισθανόμαστε το κίνητρο να κυνηγήσουμε όσες περισσότερες συνεντεύξεις γίνεται.

Αυτο-ανάλυση και Αλλαγή

Σε αυτό το μέρος θα αναλύσουμε διάφορες στρατηγικές που μπορούν να βοηθήσουν, μέσω κάποιων ερωτήσεων, ν’ αποκτήσουμε μια εις βάθος κατανόηση των πληροφοριών και πηγών που έχουμε για να ανακτήσουμε και πάλι τον έλεγχο εκεί που χρειάζεται περισσότερο.

‘’Υπάρχουν τομείς στην ζωή μου που θα ήθελα να είμαι περισσότερο επιδραστικός και όχι αντιδραστικός;’’

‘’Η έλλειψη ελέγχου που αισθάνομαι σε αυτούς τους τομείς, οφείλεται αποκλειστικά σε εξωτερικούς παράγοντες;’’

‘’Ο τρόπος που αντιμετωπίζω αυτές τις καταστάσεις, πρακτικά και συναισθηματικά, με αφήνει ικανοποιημένο;’’

‘’Αν ήξερα ότι έχω 100% τον έλεγχο αυτών τον καταστάσεων, πως θα βοηθούσε και τι θα έκανα διαφορετικά;’’

Στρατηγικές Αλλαγής – Ανάλυση των Ιδιοτήτων του Ποιοτικού Ελέγχου

Συνειδητή Επίγνωση του Παρόντος

Οποιαδήποτε στιγμή αισθάνεσαι ότι χάνεις τον έλεγχο, είτε μιας κατάστασης ή των συναισθημάτων που εμπλέκονται σ’ αυτήν, είναι εξαιρετικά σημαντικό να εστιάζεις την προσοχή σου στο παρόν.

Φυσικά, όλη αυτή η διαδικασία δεν είναι καθόλου απλή και μάλιστα η επιστημονική της ανάλυση δεν έχει ζωή ούτε μια δεκαετία!

Όταν δεν είμαστε στο παρόν, ο εγκέφαλος βρίσκεται στην διαδικασία της περιπλάνησης. Το εντυπωσιακό είναι πως σε αυτή τη νοητική διαδικασία βρισκόμαστε στο 30 – 50% των ωρών που είμαστε ξύπνιοι. Ένα συγκεκριμένο δίκτυο νευρώνων το οποίο αντιστοιχεί σε τρία διαφορετικά τμήματα του εγκεφάλου, ενεργοποιείται όταν ο εγκέφαλος μας μπαίνει στον αυτόματο. Όταν δεν είμαστε συγκεντρωμένοι σε κάτι ικανό να μας κρατήσει το ενδιαφέρον, αυτό το δίκτυο ενεργοποιείται.

Το συγκεκριμένο δίκτυο, το οποίο ονομάζεται default network, δραστηριοποιείται όταν βρισκόμαστε σε καταστάσεις στρες ή χαοτικά, για την αντίληψη μας, περιβάλλοντα. Σύμφωνα με τον ψυχολόγο του Harvard, Daniel T. Gilbert, είμαστε λιγότεροι ευτυχισμένοι όταν βρισκόμαστε κάτω από τον έλεγχο αυτού του δικτύου.

Με το να συγκεντρωνόμαστε στο παρόν, έχει από μόνο του την ικανότητα να μειώνει αισθητά τα συναισθηματικά rollercosters του εγκεφάλου μας!

Προνοητικότητα

Προνοητικότητα είναι η ικανότητα να βλέπουμε πέρα απ’ την στιγμή, σε μέλλον στο οποίο είναι σχηματισμένο με συνειδητό έλεγχο. Δηλαδή, δημιουργούμε ένα μελλοντικό πλαίσιο στο οποίο υπάρχουν μόνο λύσεις ή ευκαιρίες και προσπαθούμε να χρησιμοποιήσουμε τις πληροφορίες του παρόντος ώστε να επωφεληθούμε και να υλοποιήσουμε αυτές τις λύσεις.

Δημιουργία Παραγωγικών Χρονικών Πλαισίων

Το να μπορούμε να ελέγχουμε το πως και που θα ξοδέψουμε τον χρόνο μας, μπορεί μερικές φορές να μην είναι εύκολο, όμως είναι ένα ουσιαστικό βήμα για ανάκτηση ελέγχου. Έχω ξαναγράψει ότι σημασία δεν έχει μόνο η καταγραφή των δραστηριοτήτων αλλά και το χρονικό διάστημα που θα διαρκέσουν. Όταν δεν έχουμε να επεξεργαστούμε το πως θα αξιοποιήσουμε την επόμενη ώρα, είμαστε πιο χαλαροί και συγκεντρωμένοι.