Κυριακή 3 Ιανουαρίου 2021

Krishnamurti: Περί αξιοπρέπειας

Η αξιοπρέπεια είναι κάτι πολύ σπάνιο. Ένα γραφείο ή μία αξιοσέβαστη θέση δίνουν αξιοπρέπεια. Είναι σαν να φοράς γραβάτα. Η γραβάτα, το κοστούμι, το πόστο, δίνουν αξιοπρέπεια. Ένας τίτλος ή μια θέση δίνουν αξιοπρέπεια. Ξεγύμνωσε όμως τους ανθρώπους απ’ όλα αυτά και θα δεις ότι πολύ λίγοι θα έχουν εκείνη την ποιότητα της αξιοπρέπειας που δίνει η ελευθερία τού να μην είσαι τίποτα.

Οι άνθρωποι λαχταρούν να είναι κάτι, και με το να είναι κάτι παίρνουν μια θέση στην κοινωνία που θεωρείται σεβαστή. Οι άνθρωποι κατατάσσονται σε διάφορες κατηγορίες -έξυπνοι, πλούσιοι, επιστήμονες, άγιοι- κι όποιος δεν μπορεί να καταταγεί σε μια κατηγορία αναγνωρισμένη από την κοινωνία, θεωρείται πρόσωπο περιθωριακό.

Η αξιοπρέπεια δεν μπορεί να θεωρηθεί σαν κάτι δεδομένο, δεν μπορεί να καλλιεργηθεί και αν κανείς είναι συνειδητά αξιοπρεπής σημαίνει ότι όλη την ώρα νοιάζεται μόνο για τον εαυτό του, που σημαίνει ότι είναι ασήμαντος, μικροπρεπής. Το να είσαι τίποτα σημαίνει ότι είσαι ελεύθερος από την ιδέα του να είσαι κάτι. Αληθινή αξιοπρέπεια υπάρχει όταν δεν ανήκεις ή βρίσκεσαι σε κάποια ξεχωριστή θέση. Αυτό δεν μπορεί κανείς να στο αφαιρέσει, θα υπάρχει πάντα.

Το ν’ αφήνεις τη ζωή να κυλάει ελεύθερα χωρίς να μένει πίσω της κανένα κατακάθι, σημαίνει ύπαρξη πραγματικής επίγνωσης.

Ο ανθρώπινος νους είναι σαν το κόσκινο που άλλα κρατάει κι άλλα αφήνει να περνάνε. Εκείνα που κρατάει έχουν το μέγεθος των επιθυμιών του και οι επιθυμίες, όσο κι αν είναι βαθιές, δυνατές ή ευγενικές, είναι μικρές κι ασήμαντες γιατί η επιθυμία είναι κατασκεύασμα του νου.

Χρειάζεται ολοκληρωτική επίγνωση να μη συγκρατείς τη ζωή, αλλά να την αφήνεις να κυλάει ελεύθερα, χωρίς να κάνεις καμιά επιλογή. Πάντοτε διαλέγουμε και κρατάμε· διαλέγουμε εκείνα που έχουν σημασία και τα κρατάμε για πάντα. Αυτό είναι που ονομάζουμε εμπειρία και τον πολλαπλασιασμό των εμπειριών τον ονομάζουμε πλούτο της ζωής.

Ο πλούτος της ζωής είναι η απελευθέρωση από την αποθήκευση εμπειριών. Η εμπειρία που παραμένει, που κρατιέται, εμποδίζει εκείνη την κατάσταση όπου το γνωστό δεν υπάρχει. Το γνωστό δεν είναι ο θησαυρός, αλλά ο νους προσκολλιέται σ’ αυτό κι έτσι καταστρέφει ή ρυπαίνει το άγνωστο.

Η ζωή είναι μια περίεργη ιστορία. Ευτυχισμένος είναι ο άνθρωπος που δεν είναι τίποτα.

Είμαστε – οι περισσότεροι τουλάχιστον – πλάσματα της διάθεσης ή μιας ποικιλίας από διαθέσεις. Λίγοι από μας ξεφεύγουν απ’ αυτό.

Για μερικούς έχει σχέση με τη σωματική τους κατάσταση, για άλλους με τη διανοητική και μας αρέσει αυτή η «μια πάνω μια κάτω» κατάσταση, νομίζουμε ότι αυτή η αλλαγή διάθεσης είναι μέρος της ύπαρξης ή πάλι απλώς αφήνει κανείς να παρασύρεται μια από τη μία διάθεση και μια από την άλλη.

Υπάρχουν όμως μερικοί που δεν είναι πιασμένοι σ’ αυτό το «πάνω κάτω», που είναι ελεύθεροι από το να παλεύουν να γίνουν κάτι, έτσι που εσωτερικά υπάρχει μια σταθερότητα που δεν είναι αποτέλεσμα θέλησης, μια σταθερότητα που δεν έχει καλλιεργηθεί, που δεν είναι σταθερότητα από συγκεντρωμένο ενδιαφέρον σε κάτι, ούτε είναι αποτέλεσμα κάποιας δραστηριότητας σαν τις παραπάνω. Εμφανίζεται όταν η θέληση παύει να δρα.

Τα χρήματα πραγματικά καταστρέφουν τους ανθρώπους. Οι πλούσιοι έχουν μια ιδιαίτερη αλαζονεία. Με πολύ λίγες εξαιρέσεις, σε κάθε χώρα, οι πλούσιοι έχουν γύρω τους εκείνη την ιδιαίτερη ατμόσφαιρα ότι μπορούν να κάνουν ό,τι θέλουν οποιονδήποτε, ακόμα και τους θεούς, και μπορούν πράγματι ν’ αγοράσουν τους δικούς τους θεούς. Αυτή η ατμόσφαιρα όμως δεν υπάρχει μόνο στον πλούτο, αλλά και στις ικανότητες, τα ταλέντα, που μπορεί να έχει κανείς. Οι ικανότητες δίνουν στον άνθρωπο μια παράξενη αίσθηση ελευθερίας. Τον κάνουν να νιώθει επίσης ότι είναι ανώτερος από τους άλλους, ότι είναι διαφορετικός. Όλα αυτά του δίνουν μια αίσθηση υπεροχής: κάθεται ικανοποιημένος και κοιτάζει τους άλλους να πασχίζουν και να ντροπιάζονται• δεν έχει συναίσθηση της δικής του άγνοιας και σε τι σκοτάδι βρίσκεται ο νους του.

Τα λεφτά και οι ικανότητες προσφέρουν μια πολύ καλή φυγή απ’ αυτό το σκοτάδι. Αλλά και η φυγή είναι ένα είδος αντίστασης που γεννάει τα δικά της προβλήματα. Η ζωή είναι μια περίεργη ιστορία.

Ευτυχισμένος είναι ο άνθρωπος που δεν είναι τίποτα.

Krishnamurti

H θεωρία των χορδών: O χώρος και ο χρόνος δεν είναι θεμελιακές ιδέες, αλλά προϊόντα βαθύτερης οργάνωσης του σύμπαντος

Mια από τις πολλά υποσχόμενες, αλλά και τις πλέον αμφιλεγόμενες θεωρίες της μοντέρνας φυσικής είναι εκείνη των Xορδών. Oι συζητήσεις που ξεσήκωσε όταν πρωτοδιατυπώθηκε ήταν πολλές. Όπως αναφέρεται και σε βιβλίο που κυκλοφόρησε στα ελληνικά, είναι η θεωρία των Πάντων (Yπερχορδές: H θεωρία των Πάντων, Kάτοπτρο 1989), μια θεωρία που μπορεί να δώσει όλες τις απαντήσεις στην φυσική. Έχει όμως ένα πρόβλημα: δεν μπορεί να γίνει αντικείμενο πειραματικής μελέτης. Θεωρία που δεν προσφέρει τον τρόπο διάψευσής της, είχε γράψει ο μεγάλος φιλόσοφος της επιστήμης Karl Popper, δεν μπορεί να είναι επιστημονική. Παρ’ όλα αυτά όμως η συζήτηση στους κύκλους των φυσικών είναι έντονη.

«H θεωρία των χορδών υπόσχεται την συνένωση των δύο βασικών θεωριών της φυσικής του 20ου αιώνα», δήλωσε ο καθηγητής Brian Green. «Έχουμε μάθει ότι τα μεγαλύτερα πράγματα στο σύμπαν, αστέρια, γαλαξίες (ακόμη και το σύμπαν καθεαυτό) εξηγούνται πολύ καλά από την γενική θεωρία της σχετικότητας του Aϊνστάιν. Tα μικρά πράγματα του σύμπαντος – μόρια, άτομα, υποατομικά σωματίδια κ.λ.π. – εξηγούνται καλά από μια άλλη θεωρία που ονομάζεται κβαντομηχανική. Tο περίεργο είναι πως κάθε μία από αυτές τις θεωρίες ισχυρίζεται ότι η άλλη είναι λάθος. Yπάρχει ένας τρομερός ανταγωνισμός μεταξύ της γενικής σχετικότητας και της κβαντομηχανικής, που πενήντα χρόνια τώρα προσπαθούν να συμβιβάσουν οι άνθρωποι. Tελικά, ήρθε η θεωρία των χορδών και μας έδειξε τον τρόπο που μπορεί να γίνει αυτό.

H βασική ιδέα της θεωρίας των χορδών είναι απλή. Πριν από καιρό μάθαμε ότι τα μόρια και τα άτομα απαρτίζονται από μικρότερα σωματίδια: τα μικρά ηλεκτρόνια περιστρέφονται γύρω από τον πυρήνα. O πυρήνας με την σειρά του είναι φτιαγμένος από μικρότερα ακόμη σωματίδια: τα πρωτόνια και τα νετρόνια. Για κάμποσο καιρό οι άνθρωποι πίστευαν ότι η ιστορία τέλειωνε εκεί. Aλλά πιο εκλεπτυσμένα πειράματα έδειξαν ότι αν κοιτάξουμε πιο προσεκτικά μέσα σε ένα πρωτόνια ή ένα νετρόνιο, θα βρούμε ακόμη μικρότερα σωματίδια, τα ονομαζόμενα κουάρκ. H θεωρία των χορδών λέει πως υπάρχει ένα ακόμη χαμηλότερο επίπεδο. Aν δείτε πολύ βαθιά μέσα σε ένα ηλεκτρόνια ή μέσα σε ένα κουάρκ, λέει η θεωρία των χορδών, θα βρείτε ένα μικρό βρόγχο ένα νηματίδιο ενέργειας που χορεύει. Aυτό τον μικρό βρόγχο τον αποκαλούμε χορδή. Mοιάζει με ένα μικρό κομμάτι χορδής.

H υπέροχη ιδέα αυτής της θεωρίας είναι ότι τελικά έχουμε ένα μόνο συστατικό, ένα βασικό πράγμα, για να εξηγήσουμε όλο το σύμπαν: την χορδή. Mια χορδή όμως μπορεί να ταλαντώνεται με πολλούς διαφορετικούς τρόπους, όπως μια χορδή ενός βιολιού μπορεί να παίξει πολλές νότες. Kάθε διαφορετικό είδος ταλάντωσης αυτών των μικρών βρόγχων, λοιπόν δεν δίνει διαφορετικούς ήχους, δίνει διαφορετικά σωματίδια. Tο ηλεκτρόνιο δηλαδή στην πραγματικότητα είναι μία χορδή που ταλαντώνεται κατά ένα τρόπο, το κουάρκ μια επίσης χορδή που ταλαντώνεται κατά διαφορετικό τρόπο. Kατά μία έννοια η θεωρία των χορδών ξαναφέρνει στην ζωή την παλιά ιδέα της μουσικής των σφαιρών, αλλά σε μικροσκοπικό επίπεδο».

Πως γίνεται όμως μεγάλοι φυσικοί να στέκονται σκεπτικοί σε μια θεωρία που μπορεί να απαντήσει σε τόσο θεμελιακά προβλήματα;

Πολλοί, απαντά το Brian Green, θέλουν την ένωση των δύο βασικών θεωριών και αν και ξέρουν ότι «η θεωρία των χορδών μπορεί να δώσει λύση σε αυτό το μεγάλο πρόβλημα, φοβούνται ότι μπορεί να μην υπάρχει τρόπος να ελεγχθεί πειραματικά…

Aυτοί οι μικρού βρόγχοι είναι εξαιρετικά μικροσκοπικοί. αν θεωρήσουμε ότι το άτομο έχει το μέγεθος του γνωστού σύμπαντος, τότε η χορδή θα έχει το μέγεθος ενός δένδρου. Προς το παρόν δεν έχουμε μια πειραματική διαδικασία που να μεγεθύνει τα πράγματα τόσο πολύ ώστε αν μπορέσουμε να τα δούμε απ’ ευθείας. Έτσι λοιπόν το σκεπτικό είναι: “Ωραία, έχουμε μια όμορφη θεωρία που μπορεί να λύσει αυτό το μεγάλο πρόβλημα. Θα μπορέσουμε όμως ποτέ να την δοκιμάσουμε πειραματικά;” H απάντηση σ’ αυτό τον φόβο, είναι ότι παρ’ όλο που είναι εκτός των δυνατοτήτων μας να δούμε αυτά τα μικρά πραγματάκια, υπάρχουν έμμεσοι τρόποι να προσεγγίσουμε αυτή την θεωρία πειραματικά. Για παράδειγμα, η θεωρία των χορδών θέλει το σύμπαν να έχει περισσότερα είδη υποατομικών σωματιδίων – περισσότερες μορφές ταλαντώσεων – που δεν έχουν ανακαλυφθεί ακόμη. Ένας μεγάλος επιταχυντής που τώρα φτιάχνεται στην Γενεύη της Eλβετίας μπορεί ίσως να έχει την δυνατότητα να παράγει αυτά τα σωματίδια μέσω των τρομαχτικών συγκρούσεων που δημιουργεί. Aν τα βρεθούν τα σωματίδια που προβλέφθηκαν, τότε είμαστε στον σωστό δρόμο.»

Ένα από τα πεδία που η θεωρία των χορδών βρίσκει εξαιρετική εφαρμογή είναι οι μαύρες τρύπες. Aυτές είναι πολύ μικρές περιοχές του διαστήματος όπου συγκεντρώνεται μεγάλη μάζα ύλης. Eίναι δε τόσο μεγάλη η συγκέντρωση της μάζας και τόσο μικρό το μέγεθός τους, που οι τεράστιες δυνάμεις βαρύτητας που αναπτύσσει, δεν αφήνει ούτε το φως να ξεφύγει. Eξ ου και το όνομά τους, “μαύρες τρύπες”.

«Oι μαύρες τρύπες, λόγω της τεράστιας μάζας τους, χρειάζονται την θεωρία της γενικής σχετικότητας. Λόγω του μικρού τους μεγέθους χρειάζονται την κβαντομηχανική. Xρειαζόμαστε δηλαδή τους νόμους του μεγάλου και τους νόμους του μικρού την ίδια στιγμή…

Στην δεκαετία του 1970, ο Stephen Hawking συνειδητοποίησε πως οι μαύρες τρύπες έχουν μερικά ασυνήθιστα χαρακτηριστικά. Για παράδειγμα έχουν θερμοκρασία διαφορετική του μηδενός, που στην φυσική αυτό σημαίνει ότι υπάρχει αστάθεια. O Stephen Hawking μπόρεσε να υπολογίσει πόση αστάθεια (ή σε όρους φυσικής πόση εντροπία) έχουν αυτές οι μαύρες τρύπες.Tα τελευταία χρόνια δύο θεωρητικοί των χορδών κατάφεραν να υπολογίσουν επακριβώς το μέγεθος της αστάθειας μέσα σε μια μαύρη τρύπα. Έκαναν από την αρχή τους υπολογισμούς, με αυτό το πιό εκλεπτυσμένο πλαίσιο και κατέληξαν ακριβώς στην ίδια απάντηση που είχε καταλήξει ο Stephen Hawking. Ήταν μια επιβεβαίωση της προ 25ετίας πρόβλεψης του Hawking, που τώρα απέκτησε μια πολύ στέρεα θεωρητική θεμελίωση από την θεωρία των χορδών…

Σήμερα ο Brian Green εργάζεται να αποδείξει ότι ο χώρος και ο χρόνος δεν είναι θεμελιακές ιδέες, αλλά προϊόντα βαθύτερης οργάνωσης του σύμπαντος. «H ιδέα του χώρου και του χρόνου είναι προσεγγίσεις βαθύτερων οργανωτικών αρχών, αρχές που εμφανίζονται όταν το σύμπαν βρεθεί σε ακραίες καταστάσεις. Aυτό που προσπαθούμε τώρα να κάνουμε είναι να βρούμε ποιες είναι αυτές οι αρχές…»

Ποτέ μην επιτρέπεις στους άλλους να καταλάβουν τους χειρισμούς σου. Άφηνέ τους ωστόσο να νομίζουν πως τους αντιλαμβάνονται

Ο Ταλεϋράνδος ήταν ο τέλειος αυλικός, ιδιαίτερα την εποχή που υπηρετούσε τον Ναπολέοντα. Όταν οι δύο άντρες άρχισαν να πρωτογνωρίζουν ο ένας τον άλλο, ο Ναπολέων κάποια στιγμή είπε: «Θα έρθω για μεσημεριανό στο σπίτι σου μία από αυτές τις μέρες». Ο Ταλεϋράνδος είχε ένα σπίτι στην Ωτέιγ, στα προάστια του Παρισιού. «Θα χαρώ πολύ, στρατηγέ μου», απάντησε ο υπουργός, «και μια και το σπίτι μου είναι κοντά στο Δάσος της Βουλώνης, θα μπορέσετε να διασκεδάσετε κάνοντας και σκοποβολή το απόγευμα». «Δεν μου αρέσει η σκοποβολή», είπε ο Ναπολέων, «Αλλά μου αρέσει το κυνήγι. Υπάρχουν αγριογούρουνα στο Δάσος της Βουλώνης;» Ο Ναπολέων καταγόταν από την Κορσική όπου το κυνήγι του αγριογούρουνου ήταν σπουδαίο άθλημα. Με την ερώτησή του αυτή, αν υπάρχουν αγριογούρουνα στο Παρίσι, φανέρωσε ότι εξακολουθούσε να είναι ένας σχεδόν άξεστος επαρχιώτης. Ο Ταλεϋράνδος δεν γέλασε, ωστόσο δεν άντεξε να μην κάνει μια φάρσα στον άνθρωπο που τώρα ήταν ο κύριος του στην πολιτική, αν και δεν ήταν ανώτερός του σε καταγωγή και σε αριστοκρατικότητα, εφόσον ο Ταλεϋράνδος προερχόταν από οικογένεια ευγενών. Στην ερώτηση του Ναπολέοντα απλά απάντησε: «Πολύ λίγα, στρατηγέ μου, αλλά τολμώ να πω θα τα καταφέρετε να βρείτε ένα».

Κανονίστηκε την επομένη στις επτά το πρωί να επισκεφτεί ο Ναπολέων τον Ταλεϋράνδο και να περάσει εκεί το πρωινό του. Το απόγευμα θα πήγαιναν για το κυνήγι του αγριογούρουνου”. Όλο το πρωί ο ενθουσιασμένος στρατηγός δεν μιλούσε για τίποτα άλλο παρά για το κυνήγι. Στο μεταξύ ο Ταλεϋράνδος έβαλε τους υπηρέτες του να πάνε στην αγορά, μυστικά, να αγοράσουν δύο τεράστια μαύρα γουρούνια και να τα μεταφέρουν στο μεγάλο πάρκο.

Μετά το μεσημεριανό, οι κυνηγοί και τα λαγωνικά τους ξεκίνησαν για το Δάσος της Βουλώνης. Ο Ταλεϋράνδος έδωσε το μυστικό σύνθημα στους υπηρέτες και αυτοί άφησαν τα γουρούνια ελεύθερα. «Βλέπω ένα αγριογούρουνο», φώναξε χαρούμενα ο Ναπολέων, πηδώντας στο άλογό του για να το κυνηγήσει. Ο Ταλεϋράνδος έμεινε πίσω. Μετά από μισή ώρα καλπασμού στο πάρκο το “αγριογούρουνο” τελικά αιχμαλωτίστηκε. Τη στιγμή του θριάμβου, ωστόσο, ένας από τους υπασπιστές που γνώριζε ότι το πλάσμα δεν μπορούσε να είναι αγριογούρουνο πλησίασε τον Ναπολέοντα και του είπε πως φοβόταν ότι θα γελοιοποιόταν αν μαθευόταν η ιστορία: « Κύριε», είπε στον Ναπολέοντα, «φυσικά συνειδητοποιείτε ότι αυτό δεν είναι αγριογούρουνο, αλλά γουρούνι».

Ο Ναπολέων, εξοργισμένος, αμέσως κάλπασε στο σπίτι του Ταλεύρανδου. Καθ’ οδόν συνειδητοποίησε πως θα γινόταν αντικείμενο αστείων και ότι αν ξεσπούσε στον Ταλεϋράνδο το μόνο που θα κατάφερνε θα ήταν να γελοιοποιηθεί παραπάνω. Θα ήταν καλύτερα να δείξει ότι έχει αίσθηση του χιούμορ, αλλά όπως ήταν φυσικό δεν έκρυψε τη δυσαρέσκειά του.

Ο Ταλεϋράνδος αποφάσισε να καταπραύνει το μωλωπισμένο εγώ του στρατηγού. Είπε στον Ναπολέοντα να μην επιστρέψει στο Παρίσι ακόμη και ότι έπρεπε να ξανακυνηγήσει στο πάρκο. Υπήρχαν πολλοί λαγοί εκεί και το κυνήγι τους ήταν ένα από τα αγαπημένα χόμπι του Λουδοβίκου του 16ου. Ο Ταλεϋράνδος ακόμη προσφέρθηκε να δώσει στον Ναπολέοντα ένα σετ όπλων που κάποτε ανήκε στον Λουδοβίκο. Με τέτοια κολακεία και καλόπιασμα, ξαναέπεισε τον Ναπολέοντα να πάει για κυνήγι. Η συντροφιά έφυγε για το πάρκο αργά το απόγευμα. Καθ’ οδόν ο Ναπολέων είπε στον Ταλεϋράνδο: «Δεν είμαι ο Λουδοβίκος ο 16ος, σίγουρα δεν θα σκοτώσω ούτε ένα λαγό». Ωστόσο, εκείνο το απόγευμα, από μια περίεργη σύμπτωση, το πάρκο ήταν γεμάτο λαγούς. Ο Ναπολέων σκότωσε τουλάχιστον 50 απ’ αυτούς και η διάθεσή του άλλαξε από θυμό σε ικανοποίηση. Στο τέλος αυτού του τρελού κυνηγετικού ξεφαντώματος ο ίδιος υπασπιστής του τον πλησίασε και του ψιθύρισε στο αυτί: «Μα την αλήθεια, κύριε, αρχίζω να πιστεύω πως αυτοί δεν είναι άγριοι λαγοί. Υποψιάζομαι πως αυτός ο κατεργάρης ο Ταλεϋράνδος μας κάνει και άλλο αστείο – (ο υπασπιστής είχε δίκιο: ο Ταλεϋράνδος, όντως, είχε στείλει τους υπηρέτες του πίσω στην αγορά, όπου αγόρασαν δεκάδες λαγούς τους οποίους άφησαν ελεύθερους στο δάσος). Ο Ναπολέων αμέσως καβάλησε το άλογό του και κάλπασε αυτή τη φορά προς το Παρίσι. Αργότερα απείλησε τον Ταλεϋράνδο και τον προειδοποίησε να μην πει σε κανένα τι είχε συμβεί. Αν γινόταν ο περίγελως του Παρισιού, θα είχε να κάνει μαζί του.

Ερμηνεία

Οι αυλικοί είναι σαν τους μάγους: παίζουν απατηλά παιχνίδια εντυπώσεων και αφήνουν τους γύρω τους να δουν μόνο ό,τι αυτοί θέλουν να δουν. Όταν εξαπατάς και χειρίζεσαι τους γύρω σου σε τόσο μεγάλο βαθμό, είναι βασικό να φροντίζεις ώστε να μην καταλαβαίνουν τα κόλπα σου.

Ο Ταλεϋράνδος κανονικά ήταν ο Μεγάλος Μάγος της Τέχνης του Αυλικού και αν δεν είχε καταλάβει ο υπασπιστής του Ναπολέοντα τι συνέβαινε, δεν θα είχε πιαστεί. Θα τον είχε ταυτόχρονα ευχαριστήσει και θα είχε κάνει κατά πλάκα σε βάρος του. Αλλά η τέχνη του αυλικού είναι μια πολύ έμμεση τέχνη και αν παραβλέψεις κάποιες παγίδες ή κάνεις κάποια ακούσια λάθη, τότε μπορεί να καταστρέψεις τα καλύτερα κόλπα Ποτέ μην διακινδυνεύεις να γίνουν οι χειρισμοί σου αντιληπτοί. Ποτέ μην επιτρέπεις στους άλλους να δουν τα τεχνάσματά σου.

Valhalla: Ο «παράδεισος» των Βίκινγκς

Το χρυσό παλάτι στην μυθική Ασγάρδη είναι η κατοικία των νεκρών Βίκινγκς πολεμιστών. Μεγαλόπρεπο, με μια γιγαντιαία αίθουσα συμποσίων και άγριο όπως οι άντρες που υποδέχεται ανήκει στον Όντιν τον Θυμωμένο, τον πατέρα όλων των Θεών στο Πάνθεον των Σκανδιναβών, ψυχοπομπό, ποιητή και εφευρέτη των ρούνων.

Η Βαλχάλλα (Valhalla) είναι ένας παράδεισος που στάζει αίμα. Το όνομά της από το αρχαίο Valhöll κυριολεκτικά σημαίνει «Ο Οίκος των Σφαγιασθέντων».

Με πρωτότυπη warrior style διακόσμηση, έχει τοίχους φτιαγμένους από λόγχες, στέγη από χρυσές ασπίδες, και μακρούς πάγκους κατασκευασμένους από πανοπλίες.

Η Βαλχάλλα έχει 540 πόρτες κι άλλα τόσα δωμάτια. Ένας λύκος είναι κρεμασμένος μπροστά από τις πόρτες της Δύσης και ένας αετός αιωρείται στην κεντρική αίθουσα. Στην είσοδο του γυαλιστερού παλατιού φύεται το χρυσό δέντρο Glasir με το πουλί που μιλάει και που δίνει οιωνούς αν του θυσιάσει ο αγαπημένος του πρίγκιπας.

Στα πολύ παλιά χρόνια ήταν ένας κόσμος υπόγειος και σκοτεινός, τα Ηλύσια Πεδία των βάρβαρων γερμανικών φυλών. Αργότερα ανέβηκε στα σύννεφα κι έγινε το χρυσό παλάτι ‘όπου οδηγούνται από τις Βαλκυρίες, πανέμορφες αμαζόνες οπλισμένες σαν αστακοί που καβαλάνε φτερωτά άλογα (ή λύκους), οι τιμημένοι πολεμιστές, όσοι πέθαναν πάνω στη μάχη. Αυτοί που λιποψύχησαν ή έφυγαν ήσυχοι από γεράματα ή άλλη αιτία δεν γίνονται δεκτοί ακόμα κι αν ήταν αντρειωμένοι.

Με αυτές τις ταιριαστές γυναίκες οι νεκροί Βίκινγκς συμποσιάζονται και συνουσιάζονται κι όταν δεν κάνουν αυτά τα δύο ασκούνται για τον μεγάλο πόλεμο του Θεού Οντίν ενάντια στους Γίγαντες. Γι’ αυτή τη μεγάλη τελική μάχη στο Ράουναροκ προπονούνται μέρα-νύχτα στις ουράνιες πεδιάδες και κατεβάζουν ανεξάντλητες ποσότητες από γουρουνόπουλα και μεθυστικό υδρόμελι.

Μέσα στην κεντρική αίθουσα η ατμόσφαιρα είναι πάντα γιορταστική. Οι Βαλκυρίες περιποιούνται τους άντρες γεμίζοντας τις κούπες και επιβλέποντας τα τραπέζια κι αυτοί τρώνε, πίνουν, παίζουν επιτραπέζια και για ξεσκουριάσουν μάχονται για το σπορ. Σε τρεις θρόνους κάθονται οι μέγιστοι θεοί, ο Οντίν και οι γιοι του Θωρ και Μπράγκι, σπουδαίοι αρχαίοι βασιλείς κι ένας κόκορας που ονομάζεται Γκουλλινκάμπι.

Οι παγανιστικές δοξασίες τοποθετούν τη θέση του παλατιού στην κορυφή του όρους Γκράουστριχτμιρακερφιλν. Η ύπαρξη και τα γεγονότα του Λαμπερού Φρουρίου πρωτογράφτηκαν τον 13ο αι. στο μεσαιωνικό χειρόγραφο του Codex Regius, στις Έντα (Edda) επικές αφηγήσεις της Σκανδιναβικής Μυθολογίας και επαναλήφθηκαν και σε άλλες μεσαιωνικές ιστορίες. Οι Σκανδιναβοί έστησαν την Ουτοπία τους σαν ένα nonstopπολεμικό saga. Έναν κόσμο αντρικό, βίαιο, αποθεωμένων πολεμιστών που δε λένε να πετάξουν τα όπλα ούτε νεκροί.

Θεϊστική Κοσμογονία

Πάντα με απασχολούσε το πρώτο κεφάλαιο κιόλας της Βίβλου. Η δημιουργία του κόσμου από το Θεό. Είναι λογικό αυτό καν σαν έννοια; Γιατί να θέλει τάχατες ο Θεός να πλάσει έναν υλικό κόσμο; Όσο προχωρούσα στις θεολογικές αναζητήσεις μου, τόσο με απασχολούσε αυτό. Δεν αγγίζω καν τη συνέχεια της ιστορίας, ούτε το προπατορικό αμάρτημα, ούτε το πρόβλημα του κακού, ούτε τα μεγάλα φιλοσοφικά προβλήματα περί παραδείσων, κολάσεων, διαβόλων και τριβόλων. Μένω εδώ. Άλλωστε, αν έχει σοβαρό πρόβλημα μια θεωρία από την αρχή, δεν έχει και πολύ νόημα η εμπλοκή με τις μετέπειτα λεπτομέρειες.

Υπάρχουν δύο εναλλακτικές για τη δημιουργία του σύμπαντος από τον Θεό· είτε δημιουργήθηκε ακούσια, είτε εκούσια. Ας πιάσουμε την πρώτη περίπτωση πρώτα, που είναι και η πιο ακραία και απίθανη.

Ακούσια δημιουργία

Έχουμε πολλά παραδείγματα ακούσιας δημιουργίας στην παγκόσμια μυθολογία και δύο χαρακτηριστικά από αυτά έρχονται από τους αρχαίους ημών προγόνους.

Μια φορά που η Ήρα κοιμόταν, την πλησίασε ο νεογέννητος Ηρακλής και άρχισε να βυζαίνει. Η Ήρα ξύπνησε και χτύπησε το βρέφος για να φύγει και από το γάλα που χύθηκε δημιουργήθηκε ο Γαλαξίας μας. Προφανώς η Ήρα δεν είχε καμία πρόθεση να δημιουργήσει το Γαλαξία. Ήταν ένα ατύχημα.

Συμπτωματικά γεννήθηκε και η Αφροδίτη. Πήρε, λέει ο μύθος, ο Κρόνος ένα δρεπάνι για να σκοτώσει τον Ουρανό και όπως τον έσφαξε έσταξε αίμα στη θάλασσα και από το θεϊκό αυτό αίμα αναδύθηκε η Αφροδίτη. Ομοίως κι εδώ, η γέννηση της Αφροδίτης ήταν ένα τυχαίο γεγονός. Παρόμοι περιστατικά υπάρχουν και σε άλλες μυθολογίες.

Τι θα σήμαινε κάτι τέτοιο στη χριστιανική κοσμογονία; Έστω ότι ο Γιαβχέ δημιουργεί το σύμπαν κατά λάθος. Δεν είχε καμία πρόθεση να το δημιουργήσει, αλλά με κάποιο τρόπο προέκυψε. Τι θα σήμαινε αυτό;

Κατ’ αρχάς, αυτό θα σήμαινε είτε ότι ο Γιαχβέ δεν είναι παντογνώστης, αφού δεν προέβλεψε τα αποτελέσματα των ενεργειών του, ειδικά στην περίπτωση της τυχαίας δημιουργίας, είτε ότι ο Γιαχβέ έχει ένα είδος θεϊκού υποσυνείδητου που δρα εν αγνοία του. (Η δεύτερη εναλλακτική είναι πιο extreme, αλλά οι έντονοι ανθρωπομορφισμοί της Παλαιάς Διαθήκης μου δίνουν το δικαίωμα να εικάσω κι εγώ έναν επιπλέον ανθρωπομορφισμό. Θέλω εξ άλλου να καλύψω όλες τις πιθανότητες.)

Σ’ αυτή την περίπτωση οι εναλλακτικές είναι τέσσερις:

α) Ο Γιαχβέ δημιουργεί τον κόσμο ασυνείδητα και δεν το έχει αντιληφθεί. Αντ’ αυτού τα νήματα τα κινεί το θεϊκό υποσυνείδητο. Σ’ αυτή την περίπτωση ο Γιαχβέ, και κατ’ επέκταση ο Χριστιανικός Θεός, που λατρεύουν οι άνθρωποι δεν είναι επί της ουσίας ο Θεός, αλλά το ίδιο το θεϊκό υποσυνείδητο απ’ ευθείας. Αυτό θα εξηγούσε εν μέρει την ασταθή συμπεριφορά που επιδεικνύει το θείο μέσα στα ιερά κείμενα των μονοθεϊστικών θρησκειών (Ισλαμισμού συμπεριελαμβανομένου).

β) Ο Γιαχβέ δημιουργεί τον κόσμο ασυνείδητα, αλλά κάποια “στιγμή” το αντιλαμβάνεται. Αυτή η εναλλακτική ίσως να ήταν η φυσική εξέλιξη του δόγματος των Μαρκιωνιτών, αν είχαν επιβιώσει αρκετά για να αναπτύξουν απολογητική σκέψη. Οι Μαρκιωνίτες πίστευαν ότι ο κόσμος είναι δημιούργημα ενός κατώτερου θεού (του θεού της Παλαιάς Διαθήκης) και ο Ιησούς είναι ένας ανώτερος θεός που ήρθε να μας λυτρώσει. Αν υποθέσουμε ότι ο κατώτερος θεός αυτός είναι το θεϊκό υποσυνείδητο, δικαιολογούνται αρκετά πράγματα στις γραφές των μονοθεϊστών. (Σ’ αυτό το σενάριο το Ισλάμ θεωρεί το Μωάμεθ σωτήρα· απλά η συνειδητοποίηση από μεριάς Θεού γίνεται αργότερα στην ανθρώπινη ιστορία).

γ) Το σύμπαν είναι υποπροϊόν κάποιας άλλης θεϊκής ενέργειας, οπότε ο Γιαχβέ προσπαθεί να λύσει τα προβλήματα στον κόσμο αυτό εκ των υστέρων χωρίς να επιθυμεί να τον αλλάξει ριζικά. Τα ανθρώπινα όντα, καθ’ ότι δεν είναι σχεδιασμένα εξ αρχής καθ’ εικόνα και ομοίωση παρανοούν τις ενδιάμεσες αποκαλύψεις, οπότε καθίσταται αναγκαία η ενσάρκωση του Θεού στη Γη. (Αυτή η εναλλακτική θέτει στην ίδια βάση όλους τους μεσσίες, όλων των θρησκειών).

δ) Το σύμπαν είναι υποπροϊόν κάποιας θεϊκής ενέργειας και ο Γιαχβέ δεν έχει αντιληφθεί την ύπαρξη του σύμπαντος, ούτε και πρόκειται (καθότι άχρονος). Αυτός ο Γιαχβέ είναι καθαρά ντεϊστικός. Ο κόσμος εξελίσσεται φυσικά, αλλά διατηρεί ίχνη τελειότητας που βλέπουμε σήμερα ως ίχνη σχεδιασμού και ο Θεός ούτε επεμβαίνει στον κόσμο, ούτε πρόκειται να επέμβει. Οι θρησκείες είναι όλες ανθρώπινα δημιουργήματα.

Βέβαια, για την χριστιανική κοσμοθεωρία η ιδέα και μόνο της ακούσιας δημιουργίας του κόσμου από το Θεό είναι απαράδεκτη, αφού προϋποθέτει αδυναμίες από μεριάς Θεού. Και αν το Θείο λειτουργεί όπως ο άνθρωπος με συνειδητό και υποσυνείδητο (λέω, αν) τότε είναι εξίσου αδιανόητο το θεϊκό υποσυνείδητο να έχει ατέλειες. Εν τέλει είναι αδιανόητος ο διαχωρισμός αυτός σε ένα θείο Ον. Παράλληλα από τους Χριστιανούς απορρίπτεται και ο ντεϊστικός θεός ως μη προσωπικός. Η ακούσια δημιουργία δεν είναι δυνατόν να ενσωματωθεί στη χριστιανική κοσμοθεωρία. Οι ιδέες είναι εντελώς ασύμβατες.

Παράλληλα, παραλείπω εντελώς και την ιδέα ο Θεός να έπλασε τον κόσμο καθ’ υποχρέωσιν. Ένα θείο ον, πόσο μάλλον ένα τέλειο ον, είναι αδιανόητο να έπλασε τον κόσμο χωρίς να το θέλει, επειδή ήταν υποχρεωμένος να το κάνει. Τότε δε ήταν αυτός Θεός, αλλά εκείνος που επέβαλε την υποχρέωση. Όλη αυτή η ενότητα μπορεί να απορριφθεί.

Εκούσια δημιουργία

Αυτή είναι η στάνταρ χριστιανική θέση. Ο Θεός ήθελε να φτιάξει τον κόσμο, τον έφτιαξε και έκτοτε τον συντηρεί με σκοπό να οδηγήσει τα έλλογα όντα του πλανήτη Γη στη θέωση. Αλλά και αυτή η ιδέα έχει σοβαρότατο φιλοσοφικό πρόβλημα· για μένα το μεγαλύτερο και σπουδαιότερο από τα προηγούμενα ανεκδιήγητα σενάρια.

Το πρόβλημα εντοπίστηκε από τον Επίκουρο και την ντεϊστική του φιλοσοφία περί θεών. Έλεγε ότι οι θεοί είναι όντα μακάρια που δεν ασχολούνται με τον κόσμο, ούτε τον δημιούργησαν, καθώς ασχολούνται μόνο με τη μακαριότητά τους. Η θεϊκή μακαριότητα θεωρούνταν από την επικούρεια φιλοσοφία ως ο απώτερος, αλλά άφταστος στόχος, της ανθρώπινης αναζήτησης για ευτυχία και αταραξία (ηδονή, όπως την έλεγε). Σ’ αυτό το επίπεδο, η επικούρεια φιλοσοφία βαδίζει παράλληλα με το Βουδισμό, μόνο που στο Βουδισμό στόχος δεν είναι η μακαριότητα, αλλά η απαθής ένωση με το σύμπαν και η εξάλειψη του εαυτού (η Νιρβάνα, στόχος επιτεύξιμος για τον άνθρωπο).

Αυτή η μικρή ανάλυση επιτίθεται άμεσα στην ίδια την ουσία του χριστιανικού Θεού, αν και δεν της φαίνεται εκ πρώτης όψεως. Αναδύεται αν ρωτήσουμε “Γιατί έφτιαξε ο Θεός το σύμπαν;”

Γιατί, λοιπόν, έπλασε ο Γιαχβέ το σύμπαν; Ήθελε να νιώσει τη χαρά της δημιουργίας; Ήθελε να έχει πλάσματα να τον αγαπούν και να τα αγαπάει; Ό,τι και να υποθέσει κανείς, αναγκαστικά θέτει το Θεό στη θέση να επιθυμεί κάτι και, δυστυχώς, η επιθυμία προϋποθέτει έλλειψη. Πρέπει να σου λείπει κάτι για να το επιθυμείς και η έλλειψη σημαίνει ατέλεια. Ο Θεός δεν μπορεί να είναι τέλειος και να επιθυμεί. Δεν μπορεί να είναι τέλειος και να του λείπει κάτι (ειδικά κάτι που μπορούν να του προσφέρουν ατελή, υλικά όντα).

Αν και μιλάμε για τον υλικό κόσμο, το ίδιο επιχείρημα ισχύει και για την άυλη κομπανία του Γιαχβέ. Άγγελοι και δαίμονες είναι κι αυτοί δημιουργήματα του Γιαχβέ (υλικά για το Θεό, άυλα για τους ανθρώπους· μία ενδιάμεση κατάσταση μεταξύ ύλης και θείας ουσίας) και το ερώτημα παραμένει το ίδιο: “Τι του έλειπε του Θεού και δημιούργησε τέτοια πλάσματα;” (Δε θα ασχοληθώ καν με την καλβινιστική άποψη ότι ο Θεός ήθελε πλάσματα να υμνούν το μεγαλείο του. Αυτό δημιουργεί χειρότερο ελάττωμα στο Θεό· του προσδίδει εγωισμό.)

Για όσους μεγάλωσαν μέσα στη χριστιανική μυθολογία αυτό είναι εξίσου αδιανόητο. Ένας Θεός που απλά ίπταται εντός ή εκτός σύμπαντος μη νιώθοντας τίποτα πέρα από τη μακαριότητά του; Και ο θεός ως αγάπη; Δυστυχώς, αυτή η ανάλυση δεν επιτρέπει στο Θεό να φτάσει σ’ αυτό το στάδιο, αφού δεν του επιτρέπει καν να προχωρήσει σε δημιουργία. Το συμπέρασμα είναι απλό. Ένας τέλειος Θεός ΔΕΝ ΔΗΜΙΟΥΡΓΕΙ. Είτε είναι ατελής και είναι δημιουργός, είτε είναι τέλειος και δεν είναι δημιουργός. Και τα δύο είναι αλληλοαποκλειώμενα. Αλλά υπάρχει και τρίτο σενάριο.
Το Θείο ως μη δημιουργός

Μήπως τελικά, αν όντως υπάρχει Θεός δεν υπήρξε ποτέ δημιουργός του σύμπαντος; Αν θέλουμε να διατηρήσουμε την τελειότητα του Θεού, τότε, όπως ήδη είπαμε, δεν μπορεί να ήταν δημιουργός του οτιδήποτε.

Σίγουρα, θα μπορούσαμε να μεταπέσουμε σε μια από τις δύο ήδη υπάρχουσες εναλλακτικές:

Ο κόσμος θα μπορούσε να είναι δημιούργημα ενός πολύ ισχυρού, αλλά όχι τέλειου όντος, αλλά τότε είναι αμφίβολο αν ένα τέτοιο ον θα άξιζε να ονομάζεται Θεός με την κλασσική φιλοσοφική έννοια. Ένα τέτοιο ον θα έμοιαζε περισσότερο με έναν ατελή αρχαιοελληνικό θεό.
Ή θα μπορούσε ο Θεός και ο κόσμος να είναι εντελώς ανεξάρτητα, με το Θεό να ασχολείται με τη μακαριότητά του και το υλικό σύμπαν να εξελίσσεται μόνο του. Ο Θεός δεν πλάθει ποτέ το σύμπαν, οπότε δεν εγείρεται φιλοσοφικό πρόβλημα.

Θα μπορούσε να υποτεθεί ότι το σύμπαν προέρχεται από τη μετουσιωμένη θεία ουσία. Ο Θεός υπήρχε, αλλά μεταπλάστηκε σε σύμπαν και όταν το σύμπαν αναλωθεί ο Θεός θα επανασχηματιστεί. Μπα… όλο αυτό το πέρα-δώθε, από Θεό σε Σύμπαν και το αντίστροφο δεν φαντάζει καθόλου τέλειο.

Η τελευταία εναλλακτική είναι ο Πανθεϊσμός. Θεός και Σύμπαν αποτελούν μια ενότητα και μία ουσία. Καθαρά δυϊστική θεωρία. Ο Θεός είναι ο νους και το Σύμπαν είναι το σώμα με τα έλλογα όντα να λειτουργούν ως νευρώνες που κινούν τη συνείδηση του σύμπαντος. Αυτή η θεωρία λύνει το πρόβλημα της δημιουργίας από έναν τέλειο Θεό, αλλά μετατρέπει το Θεό σε ένα πεπερασμένο ον. Υπάρχει όσο υπάρχουν έλλογα όντα, οπότε όσο δεν είχαν εξελιχθεί έλλογα όντα στο σύμπαν, Θεός δεν υπήρχε (και φυσικά αν εξαλειφθούν όλα τα νοήμονα όντα, πεθαίνει κι ο Θεός μαζί τους, μέχρι να εμφανιστούν νέα ή υπάρχει, αλλά η όποια δραστηριότητά του περνά, λογικά, απαρατήρητη και είναι αδιάφορη).
Ο Θεός σ’ αυτή την περίπτωση είναι πεπερασμένος, αλλά εν δυνάμει αθάνατος εντός των πλαισίων του σύμπαντος. Επίσης δεν είναι δυνατόν να υποθέσει κανείς τις ιδιότητες ενός τέτοιου όντος, αφού εξαρτάται από τα υλικά πλάσματα. Δεν είμαι καν σίγουρος ότι μπορεί να χαρακτηριστεί καν “Ον”, πόσο μάλλον να ονομαστεί “Θεός” η συλλογική συνείδηση όλων των έλλογων όντων του σύμπαντος.

Πάντως, η ιδέα είναι πολύ θελκτική και έχει χρησιμοποιηθεί κατά κόρον και από το φαινόμενο New Age και από την επιστημονική φαντασία (με αγαπημένη μου εμφάνιση στη σειρά “Babylon 5” όπου τα έλλογα όντα εμφανίζονται ως το Σύμπαν που προσπαθεί να κατανοήσει τον εαυτό του). Και παρόλο που η ιδέα είναι πολύ ρομαντική και ενώνει όλα τα έλλογα όντα σε ένα συμπαντικό γαϊτανάκι κατανόησης και εξερεύνησης της ύπαρξής μας, σίγουρα αυτό δεν είναι Θεός. Αν ποτέ βρούμε κι άλλα όντα σαν κι εμάς στο σύμπαν (και είμαι πεπεισμένος ότι θα βρούμε κάποια στιγμή) θα είναι ένα καλό επιχείρημα για συμπαντική ειρήνη, αλλά Θεός αυτό δεν είναι.

Εν κατακλείδι

Τελικά, είναι δυνατόν ένα ον με τα θεϊκά χαρακτηριστικά στα οποία έχει καταλήξει η χριστιανική θεολογία και απολογητική; Ένα ον τέλειο, παντοδύναμο, που τα γνωρίζει όλα, άχρονο, άυλο, πανταχού παρόν, δημιουργός του σύμπαντος και προσωποποίηση της αγάπης. Νομίζω ότι είναι προφανές το τι πιστεύω εγώ. Όπως και γιατί δεν είμαι πλέον Χριστιανός. Δεν ξέρω που θα με οδηγήσει η πνευματική αναζήτησή μου, αλλά είναι εξίσου προφανές ότι δε σκοπεύω να το ξανασκεφτώ, αν δε βρω μια ικανοποιητική απάντηση στο φλέγον ερώτημα που ξεπηδά από τους πρώτους κιόλας στίχους της Βίβλου. Επτά λέξεις είναι όλες κι όλες· μια σύντομη ερώτηση, όπως είναι όλες οι δύσκολες ερωτήσεις:

Πώς μπορεί ένα τέλειο ον να επιθυμεί;

ΔΕΣ:


ΚΟΣΜΟΓΟΝΙΑ - ΘΕΟΓΟΝΙΑ (ΜΥΘΟΛΟΓΙΑ ΚΑΙ ΕΠΙΣΤΗΜΗ)

Πλάτων: ποια είναι η ουσία του ανθρώπου;

ΠΛΑΤΩΝ: 428/27‒348/47 π.Χ.

Η ουσία του ανθρώπου είναι η ψυχή

Ι. Το έργο του Πλάτωνος: πρώτος Αλκιβιάδης είναι ένας διάλογος, όπου ο Σωκράτης συνομιλεί με τον Αλκιβιάδη. Πρόκειται για ένα διάλογο, ο οποίος μάλλον θα είχε λάβει χώρα γύρω στα 430 π. Χ., λίγο πριν την έναρξη του Πελοποννησιακού Πολέμου, όταν ο Σωκράτης ήταν 40 ετών και ο Αλκιβιάδης 20 ετών. Ο Αλκιβιάδης είναι ένας νέος, που βρίσκεται στην αρχή της πολιτικής του καριέρας· δεν είναι ακόμη εκείνη η προσωπικότητα, που συγκέντρωσε στο πρόσωπό του εν ταυτώ την αίγλη και την αμφισβήτηση. Ο φιλόσοφος γνώριζε πολύ καλά τις πολιτικές φιλοδοξίες του νεαρού συνομιλητή του και με τον παρόντα διάλογο, ανάμεσα στις πολλές προσπάθειές του να τον διαπαιδαγωγήσει σωστά, αναλαμβάνει να του εκθέσει την αληθινή εικόνα του δημόσιου άνδρα, τις αρετές που πρέπει να διαθέτει και τον ορθό δρόμο που πρέπει να ακολουθήσει στην πολιτική του σταδιοδρομία. Στο πλαίσιο αυτής της εξέλιξης απαραίτητος είναι ο εσωτερικός δεσμός γνώσης και αρετής, έτσι ώστε ο φέρελπις πολιτικός να επιτύχει την αναγκαία ηθικο-πνευματική καλλιέργεια σε απόλυτη αλληλεπίδραση με την ενάρετη πράξη.

ΙΙ. Στην αρχαιότητα ήδη, αυτό το έργο θεωρήθηκε ένα από τα καλύτερα κείμενα για εισαγωγή στη φιλοσοφία του Πλάτωνος, γι' αυτό και διδασκόταν στην Ακαδημία ως μάθημα εισαγωγής στην Πλατωνική φιλοσοφία. Παραδοσιακά, το εν λόγω έργο περιλαμβάνεται στο πλατωνικό σώμα, αν και δεν είναι απόλυτα βέβαιο ότι έχει γραφεί από τον ίδιο τον Πλάτωνα. Το σίγουρο πάντως είναι ότι πραγματεύεται μερικά από τα καίρια θέματα της σκέψης του αλλά και της δυτικής φιλοσοφικής σκέψης. Αφορμή για τη συνομιλία αποτέλεσε η επιθυμία του Αλκιβιάδη, δεδομένου ότι είχε φτάσει στην κατάλληλη ηλικία, να δραστηριοποιηθεί πολιτικά και με την παρουσία του στη συνέλευση του λαού, στην εκκλησία του Δήμου, να αποκτήσει κύρος και επιρροή. Ο Σωκράτης αποδεικνύει ότι δεν κατέχει κάποιες “ειδικές” γνώσεις, που θα μπορούσαν να κάνουν τον Αλκιβιάδη ικανό να νουθετήσει τους Αθηναίους, δηλ. αρνείται να παίξει τον ρόλο του σοφιστή. Στις πολιτικές αποφάσεις το κύριο, πριν απ’ όλα, είναι η γνώση σχετικά με το τι είναι καλό και τι κακό. Για να αποκτήσει όμως κανείς μια τέτοια γνώση, πρέπει πρωτίστως να προσπαθήσει να επιτύχει αυτο-γνωσία.

ΙΙΙ. Πράγματι, μόνο αυτός που ξέρει τι είναι ο άνθρωπος και τι του ανήκει, τι του ιδιάζει, μπορεί επίσης να πει τι είναι καλό και τι κακό για τον άνθρωπο. Ιδού το κεντρικό θέμα του διαλόγου: “τι είναι ο άνθρωπος;” Ευθύς με την έναρξη της συνομιλίας, ο Σωκράτης δηλώνει την αγάπη του για τον νεαρό Αλκιβιάδη και τον λόγο που τον πλησιάζει και θέλει να συνομιλήσει μαζί του. Επί πολύ καιρό είχε απομακρυνθεί απ’ αυτόν, γιατί τον απέτρεπε το Δαιμόνιό του. Ο λόγος ήταν ότι δεν είχε γίνει ακόμη 20 ετών για να μπορεί να ασχοληθεί με την πολιτική. Στη συνομιλία που θα ακολουθήσει, θα προσπαθήσει να τον απομακρύνει από τη λογική και την πρακτική της αθηναϊκής πολιτικής. Ο συνομιλητής του Σωκράτη, ο Αλκιβιάδης, είναι νέος, όμορφος και πλούσιος και έχει γνώση και επίγνωση πως μπροστά του ανοίγεται ένα πολλά υποσχόμενο μέλλον. Ο ίδιος o Σωκράτης επίσης είναι πεπεισμένος πως ο Αλκιβιάδης, καθότι φοβερά φιλόδοξος, θα δώσει όλο του το Είναι στην πολιτική. Προτείνει συνεπώς να τον καθοδηγήσει και τον ρωτάει για την ομιλία που ετοιμάζεται να εκφωνήσει από το βήμα για να συμβουλεύσει τους Αθηναίους. Περί τίνος πρόκειται να μιλήσει; Φυσικά, περί της πολιτικής.

IV. Ο Σωκράτης, με απτά παραδείγματα από την ατομική και κοινωνικοπολιτική ζωή, δεν δυσκολεύεται να του δείξει ότι αυτό προϋποθέτει τη γνώση του δικαίου και του αδίκου, την οποία ο Αλκιβιάδης πήρε μόνο «από τον πολύ κόσμο»[1]. Εάν ο Αλκιβιάδης έχει δασκάλους τους πολλούς, τη μάζα, τότε ποια εγκυρότητα έχουν τέτοιοι δάσκαλοι ως προς το πιο πάνω θέμα της δικαιοσύνης; Μηδαμινή εγκυρότητα έχουν οι γνώμες των πολλών, γιατί είναι ευμετάβλητες και ασταθείς, χωρίς ένα σταθερό γνωσιακό θεμέλιο. Όταν επομένως δεν εκκινούν από μια σταθερή βάση γνώσης, πώς μπορούν να γίνουν δάσκαλοι τόσο σοβαρών θεμάτων, όπως είναι η γνώση περί δικαίου και αδίκου; Το μόνο που κατορθώνουν είναι να διαφωνούν μεταξύ τους και να αλληλοσπαράσσονται εντός και εκτός της Εκκλησίας του Δήμου, χωρίς να μπορούν να προσφέρουν κάποια γνώση. Ο όχλος έτσι είναι «δάσκαλος» χωρίς γνώση, είναι κακός «δάσκαλος», γιατί ποτέ δεν συμφωνεί σχετικά με το τι είναι δίκαιο και τι άδικο[2]. και

«δεν είναι σε θέση να διδάξει ούτε πώς παίζονται οι πεσσοί και πώς όχι, που είναι πολύ πιο εύκολο από το δίκαιο»[3].

Ο Αλκιβιάδης που δέχτηκε να διδαχθεί από την άγνωμη μάζα δεν έχει παρά μια ψευδή συνείδηση, με άμεση συνέπεια να

«σκέπτεται να έλθει στην Εκκλησία του Δήμου προκειμένου να συμβουλεύσει τους Αθηναίους για πράγματα που καθόλου δεν γνωρίζει»[4].

V. Ο Σωκράτης χαρακτηρίζει ένα τέτοιο εγχείρημα παρανοϊκό, καθώς ο Αλκιβιάδης επιχειρεί να διδάσκει πράγματα, για τα οποία δεν έχει καμιά γνώση, αδιαφορώντας να μάθει. Τούτο συνεπάγεται περαιτέρω πως στην Εκκλησία του Δήμου δεν μπορεί να παράγει μια πολιτική ανώτερη απ’ αυτή που εκπροσωπούν εκεί μέσα οι παραδοσιακοί πολιτικοί, οι οποίοι συμβαίνει να είναι αμόρφωτοι, απαίδευτοι και συνακόλουθα ανίκανοι να κυβερνήσουν. Το μόνο που ξέρουν είναι να κολακεύουν τα πλήθη[5]. Ο καλός πολιτικός κρίνεται από το αν κυβερνά σωστά και δίκαια: μια δίκαιη διακυβέρνηση δεν ταυτίζεται με την κολακεία της μάζας ούτε με τους διαφόρους πολιτικούς ανταγωνισμούς παρά με την αναζήτηση της αρετής της δικαιοσύνης και της σωφροσύνης. Για να το πετύχει αυτό, πρέπει κατ’ αρχήν να αποκτήσει γνώση της άγνοιάς του και με βάση τούτη την αυτογνωσία και τη φροντίδα του εαυτού να αντιμετωπίσει την υπεροχή του πολιτικού αντιπάλου, χωρίς την παραμικρή εμπλοκή σε ανώφελους πολιτικούς, κομματικούς ανταγωνισμούς. Ο Αλκιβιάδης αντιτείνει πως οι Αθηναίοι πολύ σπάνια συζητούν περί του δικαίου σε αντίθεση με το γεγονός ότι συχνά συναθροίζονται για να συζητήσουν σχετικά με το τι είναι συμφέρον[6].

VI. Παρευθύς ο Σωκράτης κατορθώνει, μέσα από έναν διακριτικό τρόπο της ερμηνευτικής διαλεκτικής, να καθορίσει μια ισοδυναμία ανάμεσα στο δίκαιο, το ωραίο και το ωφέλιμο. Ο Αλκιβιάδης τότε ομολογεί ότι δεν ξέρει πια τι να πει[7], κάτι που για τον Σωκράτη συνιστά μια ακόμη απόδειξη της άγνοιας του φιλόδοξου νεαρού συνομιλητή του. Όσο ο Αλκιβιάδης διέπεται από μια ψευδή συνείδηση, του λέει όχι χωρίς τη δέουσα ειρωνεία ο Σωκράτης πως θέλει να ασχοληθεί με τις δημόσιες υποθέσεις, προτού ακόμη αποκτήσει την απαραίτητη μόρφωση και μια ολοκληρωμένη γνώση γύρω από την υπόθεση της πολιτικής, λίαν αναγκαία για τον σωστό πολιτικό άνδρα[8]. Αντ’ αυτού απομιμείται τους πιο διεφθαρμένους και διεστραμμένους τύπους της Αθήνας. Ο Σωκράτης στη συνέχεια και μετά την εμμονή του Αλκιβιάδη ότι δεν είναι αναγκαία η επιστημονική μόρφωση του πολιτικού ανδρός για μια καλή διακυβέρνηση, γιατί στην πολιτική έχουν υπάρξει και υπάρχουν αμόρφωτοι, απαίδευτοι και ανίκανοι πολιτικοί, του θυμίζει προς καλυτέρευση του εαυτού του τη δελφική ρήση: γνώθι σαυτόν. που δεν έχει να κάνει με κάποια ψυχολογική ενδοσκόπηση παρά με την ενθάρρυνση του ανθρώπου να συνειδητοποιήσει την αληθινή του φύση, να γνωρίζει ότι είναι πρωτίστως μια ψυχή:

«Επειδή ο άνθρωπος δεν είναι ούτε το σώμα μόνο ούτε πάλι τα δυο μαζί [δηλ. σώμα και ψυχή], απομένει, νομίζω, ή αυτό να μην είναι τίποτα ή, αν είναι κάτι, ο άνθρωπος να μην είναι τίποτε άλλο παρά μόνο ψυχή»[9].

VII. Η γνώση και η φροντίδα του εαυτού, ως προκύπτει, δεν έχει να κάνει μόνο με την υλική φροντίδα του σώματος, τις σαρκικές ηδονές ή τις υλικές απολαύσεις, αλλά πρωτίστως με την ψυχική και πνευματική ανάταση του ανθρώπου. Το κύριο μέλημα επομένως είναι να γνωρίσει ο Αλκιβιάδης και να κατανοήσει σε βάθος την ψυχική και πνευματική φύση του ανθρώπου, στην περίπτωσή του, του ίδιου του εαυτού του και να επιδοθεί πριν απ’ όλα στη βελτίωσή του. Η γνώση της αληθινής ουσίας της ψυχής οδηγεί τον άνθρωπο να αντιμετωπίσει το πρώτο του καθήκον, που είναι η αρετή. Ο Αλκιβιάδης έχει και σε τούτο το ζήτημα ακόμη πολύ δρόμο να διανύσει. Πρέπει να καλλιεργήσει την αρετή και να μην αφεθεί στο έλεος της καταστροφικής επιρροής του όχλου των Αθηνών. Η καλλιέργεια της αρετής θα τον καταστήσει όχι μόνο δίκαιο αλλά και ωφέλιμο τόσο για τον εαυτό του όσο και για την πατρίδα του. Ο ίδιος συμφωνεί με όσα τον συμβουλεύει εδώ ο Σωκράτης, για να τελειώσει ο διάλογος με κάποιες προκαταρκτικές παρατηρήσεις σχετικά με μια ευδόκιμη πορεία ζωής του Αλκιβιάδη. Σε τούτο το έργο συνοψίζονται τα μεγάλα θέματα της σκέψης του Πλάτωνος στην ενιαία τους ολότητα: πολιτική, ηθική, γνώση. Αν η πολιτική αξίζει κάτι, μπορεί να υπάρχει μόνο ως πρακτική υλοποίηση καθολικών σκοπών, που διακρίνονται για αυτο-επίγνωση, και όχι ως ικανοποίηση προσωπικών φιλοδοξιών.
--------------------
[1] Αλκιβιάδης 110e1.
[2] Ό.π.
[3] Ό.π.
[4] Ό.π., 113b10-11.
[5] Ό.π., 119b κ.εξ.
[6] Ό.π., 113d.
[7] Ό.π., 116d.
[8] Ό.π., 120c.
[9] Ό.π., 130c1-4.

ΠΛΑΤΩΝ: Πολιτεία: (609e-611d)

[609e] Ἐννόει γάρ, ἦν δ᾽ ἐγώ, ὦ Γλαύκων, ὅτι οὐδ᾽ ὑπὸ τῆς τῶν σιτίων πονηρίας, ἣ ἂν ᾖ αὐτῶν ἐκείνων, εἴτε παλαιότης εἴτε σαπρότης εἴτε ἡτισοῦν οὖσα, οὐκ οἰόμεθα δεῖν σῶμα ἀπόλλυσθαι· ἀλλ᾽ ἐὰν μὲν ἐμποιῇ ἡ αὐτῶν πονηρία τῶν σιτίων τῷ σώματι σώματος μοχθηρίαν, φήσομεν αὐτὸ δι᾽ ἐκεῖνα ὑπὸ τῆς αὑτοῦ κακίας νόσου οὔσης ἀπολωλέναι· ὑπὸ [610a] δὲ σιτίων πονηρίας ἄλλων ὄντων ἄλλο ὂν τὸ σῶμα, ὑπ᾽ ἀλλοτρίου κακοῦ μὴ ἐμποιήσαντος τὸ ἔμφυτον κακόν, οὐδέποτε ἀξιώσομεν διαφθείρεσθαι.
Ὀρθότατ᾽ αὖ, ἔφη, λέγεις.
Κατὰ τὸν αὐτὸν τοίνυν λόγον, ἦν δ᾽ ἐγώ, ἐὰν μὴ σώματος πονηρία ψυχῇ ψυχῆς πονηρίαν ἐμποιῇ, μή ποτε ἀξιῶμεν ὑπὸ ἀλλοτρίου κακοῦ ἄνευ τῆς ἰδίας πονηρίας ψυχὴν ἀπόλλυσθαι, τῷ ἑτέρου κακῷ ἕτερον.
Ἔχει γάρ, ἔφη, λόγον.
Ἢ τοίνυν ταῦτα ἐξελέγξωμεν ὅτι οὐ καλῶς λέγομεν, ἢ [610b] ἕως ἂν ᾖ ἀνέλεγκτα, μή ποτε φῶμεν ὑπὸ πυρετοῦ μηδ᾽ αὖ ὑπ᾽ ἄλλης νόσου μηδ᾽ αὖ ὑπὸ σφαγῆς, μηδ᾽ εἴ τις ὅτι σμικρότατα ὅλον τὸ σῶμα κατατέμοι, ἕνεκα τούτων μηδὲν μᾶλλόν ποτε ψυχὴν ἀπόλλυσθαι, πρὶν ἄν τις ἀποδείξῃ ὡς διὰ ταῦτα τὰ παθήματα τοῦ σώματος αὐτὴ ἐκείνη ἀδικωτέρα καὶ ἀνοσιωτέρα γίγνεται· ἀλλοτρίου δὲ κακοῦ ἐν ἄλλῳ γιγνομένου, τοῦ δὲ ἰδίου ἑκάστῳ μὴ ἐγγιγνομένου, [610c] μήτε ψυχὴν μήτε ἄλλο μηδὲν ἐῶμεν φάναι τινὰ ἀπόλλυσθαι.
Ἀλλὰ μέντοι, ἔφη, τοῦτό γε οὐδείς ποτε δείξει, ὡς τῶν ἀποθνῃσκόντων ἀδικώτεραι αἱ ψυχαὶ διὰ τὸν θάνατον γίγνονται.
Ἐὰν δέ γέ τις, ἔφην ἐγώ, ὁμόσε τῷ λόγῳ τολμᾷ ἰέναι καὶ λέγειν ὡς πονηρότερος καὶ ἀδικώτερος γίγνεται ὁ ἀποθνῄσκων, ἵνα δὴ μὴ ἀναγκάζηται ἀθανάτους τὰς ψυχὰς ὁμολογεῖν, ἀξιώσομέν που, εἰ ἀληθῆ λέγει ὁ ταῦτα λέγων, τὴν ἀδικίαν εἶναι θανάσιμον τῷ ἔχοντι ὥσπερ νόσον, καὶ ὑπ᾽ [610d] αὐτοῦ, τοῦ ἀποκτεινύντος τῇ ἑαυτοῦ φύσει, ἀποθνῄσκειν τοὺς λαμβάνοντας αὐτό, τοὺς μὲν μάλιστα θᾶττον, τοὺς δ᾽ ἧττον σχολαίτερον, ἀλλὰ μὴ ὥσπερ νῦν διὰ τοῦτο ὑπ᾽ ἄλλων δίκην ἐπιτιθέντων ἀποθνῄσκουσιν οἱ ἄδικοι.
Μὰ Δί᾽, ἦ δ᾽ ὅς, οὐκ ἄρα πάνδεινον φανεῖται ἡ ἀδικία, εἰ θανάσιμον ἔσται τῷ λαμβάνοντι —ἀπαλλαγὴ γὰρ ἂν εἴη κακῶν— ἀλλὰ μᾶλλον οἶμαι αὐτὴν φανήσεσθαι πᾶν τοὐναντίον [610e] τοὺς ἄλλους ἀποκτεινῦσαν, εἴπερ οἷόν τε, τὸν δ᾽ ἔχοντα καὶ μάλα ζωτικὸν παρέχουσαν, καὶ πρός γ᾽ ἔτι τῷ ζωτικῷ ἄγρυπνον· οὕτω πόρρω που, ὡς ἔοικεν, ἐσκήνηται τοῦ θανάσιμος εἶναι.
Καλῶς, ἦν δ᾽ ἐγώ, λέγεις. ὁπότε γὰρ δὴ μὴ ἱκανὴ ἥ γε οἰκεία πονηρία καὶ τὸ οἰκεῖον κακὸν ἀποκτεῖναι καὶ ἀπολέσαι ψυχήν, σχολῇ τό γε ἐπ᾽ ἄλλου ὀλέθρῳ τεταγμένον κακὸν ψυχὴν ἤ τι ἄλλο ἀπολεῖ, πλὴν ἐφ᾽ ᾧ τέτακται.
Σχολῇ γ᾽, ἔφη, ὥς γε τὸ εἰκός.
Οὐκοῦν ὁπότε μηδ᾽ ὑφ᾽ ἑνὸς ἀπόλλυται κακοῦ, μήτε [611a] οἰκείου μήτε ἀλλοτρίου, δῆλον ὅτι ἀνάγκη αὐτὸ ἀεὶ ὂν εἶναι· εἰ δ᾽ ἀεὶ ὄν, ἀθάνατον.
Ἀνάγκη, ἔφη.
Τοῦτο μὲν τοίνυν, ἦν δ᾽ ἐγώ, οὕτως ἐχέτω· εἰ δ᾽ ἔχει, ἐννοεῖς ὅτι ἀεὶ ἂν εἶεν αἱ αὐταί. οὔτε γὰρ ἄν που ἐλάττους γένοιντο μηδεμιᾶς ἀπολλυμένης, οὔτε αὖ πλείους· εἰ γὰρ ὁτιοῦν τῶν ἀθανάτων πλέον γίγνοιτο, οἶσθ᾽ ὅτι ἐκ τοῦ θνητοῦ ἂν γίγνοιτο καὶ πάντα ἂν εἴη τελευτῶντα ἀθάνατα.
Ἀληθῆ λέγεις.
Ἀλλ᾽, ἦν δ᾽ ἐγώ, μήτε τοῦτο οἰώμεθα —ὁ γὰρ λόγος οὐκ [611b] ἐάσει— μήτε γε αὖ τῇ ἀληθεστάτῃ φύσει τοιοῦτον εἶναι ψυχήν, ὥστε πολλῆς ποικιλίας καὶ ἀνομοιότητός τε καὶ διαφορᾶς γέμειν αὐτὸ πρὸς αὑτό.
Πῶς λέγεις; ἔφη.
Οὐ ῥᾴδιον, ἦν δ᾽ ἐγώ, ἀίδιον εἶναι σύνθετόν τε ἐκ πολλῶν καὶ μὴ τῇ καλλίστῃ κεχρημένον συνθέσει, ὡς νῦν ἡμῖν ἐφάνη ἡ ψυχή.
Οὔκουν εἰκός γε.
Ὅτι μὲν τοίνυν ἀθάνατον ψυχή, καὶ ὁ ἄρτι λόγος καὶ οἱ ἄλλοι ἀναγκάσειαν ἄν· οἷον δ᾽ ἐστὶν τῇ ἀληθείᾳ, οὐ λελωβημένον [611c] δεῖ αὐτὸ θεάσασθαι ὑπό τε τῆς τοῦ σώματος κοινωνίας καὶ ἄλλων κακῶν, ὥσπερ νῦν ἡμεῖς θεώμεθα, ἀλλ᾽ οἷόν ἐστιν καθαρὸν γιγνόμενον, τοιοῦτον ἱκανῶς λογισμῷ διαθεατέον, καὶ πολύ γε κάλλιον αὐτὸ εὑρήσει καὶ ἐναργέστερον δικαιοσύνας τε καὶ ἀδικίας διόψεται καὶ πάντα ἃ νῦν διήλθομεν. νῦν δὲ εἴπομεν μὲν ἀληθῆ περὶ αὐτοῦ, οἷον ἐν τῷ παρόντι φαίνεται· τεθεάμεθα μέντοι διακείμενον αὐτό, ὥσπερ οἱ τὸν [611d] θαλάττιον Γλαῦκον ὁρῶντες οὐκ ἂν ἔτι ῥᾳδίως αὐτοῦ ἴδοιεν τὴν ἀρχαίαν φύσιν, ὑπὸ τοῦ τά τε παλαιὰ τοῦ σώματος μέρη τὰ μὲν ἐκκεκλάσθαι, τὰ δὲ συντετρῖφθαι καὶ πάντως λελωβῆσθαι ὑπὸ τῶν κυμάτων, ἄλλα δὲ προσπεφυκέναι, ὄστρεά τε καὶ φυκία καὶ πέτρας, ὥστε παντὶ μᾶλλον θηρίῳ ἐοικέναι ἢ οἷος ἦν φύσει, οὕτω καὶ τὴν ψυχὴν ἡμεῖς θεώμεθα διακειμένην ὑπὸ μυρίων κακῶν. ἀλλὰ δεῖ, ὦ Γλαύκων, ἐκεῖσε βλέπειν.
Ποῖ; ἦ δ᾽ ὅς.

***
[609e] Πραγματικά συλλογίσου, αγαπητέ μου Γλαύκων, ότι και για το σώμα δεν παραδεχόμαστε ότι η καταστροφή του είναι το άμεσο αποτέλεσμα της κακής ποιότητας των τροφών, που οφείλεται είτε στην πολυκαιρία, είτε στην αποσύνθεση, είτε σε οποιαδήποτε άλλη αιτία· αλλ᾽ εάν η κακή ποιότητα των τροφών γεννήσει στο σώμα την αρρώστια που του προσιδιάζει, θα ειπούμε ότι εξαιτίας εκείνων το σώμα καταστράφηκε από το δικό του κακό, την αρρώστια· [610a] και ποτέ δεν θα ισχυριστούμε ότι οι τροφές, που είναι κάτι διαφορετικό από το σώμα, μπορούν με την κακή τους ποιότητα να φέρουν την καταστροφή του, εκτός αν τούτο το ξένο κακό γεννήσει το σύμφυτο του σώματος κακό.
Πάρα πολύ σωστά τα λες.
Κατά τον ίδιο λοιπόν λόγο, εάν η αρρώστια του σώματος δεν γεννήσει την αρρώστια της ψυχής, ας μην ισχυριστούμε ποτέ ότι αυτή είναι δυνατόν να καταστραφεί από ξένο κακό, χωρίς να μεσολαβήσει το δικό της το νόσημα.
Το πράγμα είναι λογικό.
Ή λοιπόν πρέπει με τον έλεγχο να αποδείξομε αυτά μας τα επιχειρήματα μη λογικά, ή, [610b] ενόσω μένουν ανεξέλεγκτα, ας μη τολμήσομε να ειπούμε ότι είτε από τον πυρετό, είτε απ᾽ οποιαδήποτε άλλη αρρώστια, είτε από τη σφαγή, ακόμη κι όταν κατακόψει κανείς το σώμα σε μικρότατα κομμάτια, είναι ποτέ δυνατόν απ᾽ αυτές τις αιτίες να καταστραφεί η ψυχή· εκτός αν κανείς μάς αποδείξει ότι απ᾽ αυτά τα παθήματα του σώματος γίνεται και αυτή η ίδια η ψυχή αδικότερη και ανοσιότερη· και ας μην επιτρέψομε να μας ειπούν ότι [610c] είτε η ψυχή είτε οποιοδήποτε άλλο πράγμα αφανίζεται από ξένο κακό, χωρίς να επισυμβεί το κακό που του προσιδιάζει.
Αυτό όμως βέβαια κανείς δεν θα μπορέσει να το αποδείξει, ότι οι ψυχές των ανθρώπων που πεθαίνουν γίνονται αδικότερες εξαιτίας του θανάτου.
Εάν μολαταύτα κανείς έχει την τόλμη να προσβάλει αυτήν την αλήθεια και να ισχυριστεί ότι ο θάνατος κάνει τον άνθρωπο χειρότερο και αδικότερο, για να μην αναγκαστεί να ομολογήσει ότι οι ψυχές είναι αθάνατες, θα τον υποχρεώσομε να παραδεχτεί ότι, εάν είναι αληθινά αυτά που λέγει, η αδικία οδηγεί στον θάνατο όπως η αρρώστια, και [610d] ότι αυτή θανατώνει, με τη δύναμη που έχει από τη φύση της, όσους τη δέχονται, άλλους γρηγορότερα και άλλους αργότερα, ανάλογα με τον βαθμό της αδικίας, και όχι, όπως συμβαίνει τώρα, ότι αιτία του θανάτου των αδίκων είναι η τιμωρία που τους επιβάλλουν άλλοι.
Μά την αλήθεια, αν η αδικία θανατώνει εκείνους που τη δέχονται, δεν θα έδινε την εντύπωση τόσο πολύ φοβερού πράγματος — γιατί τότε θα μας γλίτωνε από τους κακούς· απεναντίας νομίζω ότι μάλλον [610e] τους άλλους πάει να σκοτώσει, εάν μπορεί, εκείνον δε που την έχει τον κάνει πάρα πολύ ζωτικό και άγρυπνο· τόσο πολύ, φαίνεται, βρίσκεται μακριά από το να επιφέρει τον θάνατο.
Πολύ σωστά τα λες. Γιατί, αν της ψυχής η δική της αρρώστια και το δικό της κακό δεν μπορεί να τη θανατώσει και να την καταστρέψει, δεν θα είναι ποτέ δυνατόν να φέρει αυτό το αποτέλεσμα απάνω στην ψυχή ή απάνω σε οποιοδήποτε άλλο πράγμα όχι το δικό τους κακό αλλά εκείνο που είναι καμωμένο για να προξενεί την καταστροφή ενός άλλου.
Αδύνατο βέβαια· το λέγει η λογική.
Επομένως, αφού ένα πράγμα δεν καταστρέφεται από κανένα κακό, ούτε [611a] δικό του ούτε ξένο, είναι φανερό ότι κατ᾽ ανάγκη θα υπάρχει πάντοτε και, αφού θα υπάρχει πάντοτε, είναι αθάνατο.
Κατ᾽ ανάγκη.
Ας δεχτούμε λοιπόν ότι αυτό είναι έτσι· αν όμως έτσι έχει το πράγμα, καταλαβαίνεις βέβαια ότι οι ψυχές θα είναι πάντοτε αριθμητικώς οι ίδιες· γιατί, αφού καμιά δεν χάνεται, δεν μπορούν ούτε λιγότερες να γίνουν ούτε περισσότερες· και πραγματικά, αν μεγάλωνε ο αριθμός των αθάνατων πραγμάτων, αυτά τα νέα όντα θα γίνονταν από κάτι θνητό κι έτσι στο τέλος όλα θα γίνονταν αθάνατα.
Έχεις δίκιο.
Αλλ᾽ ούτε τούτο θα μας επιτρέψει ο ορθός λόγος να πιστέψομε [611b] ούτε ακόμη να παραδεχτούμε ότι η ψυχή, θεωρούμενη κατά την αληθέστατη φύση της, είναι κάτι ποικιλόμορφο και γεμάτο από ανομοιότητα και διαφορά, αυτό απέναντι στον εαυτό του.
Πώς λες;
Δεν είναι εύκολο κάτι που αποτελείται από τη σύνθεση πολλών μερών, εκτός αν η σύνθεση είναι τόσο τέλεια, να είναι συνάμα αιώνιο, όπως δείξαμε ότι είναι η ψυχή.
Φυσικά όχι.
Το επιχείρημα λοιπόν που αναφέραμε πριν και άλλα μάς αναγκάζουν να παραδεχτούμε ότι η ψυχή είναι αθάνατη· αλλά για να γνωρίσομε την αληθινή φύση της, [611c] δεν πρέπει να την ιδούμε όπως τη βλέπομε σήμερα, στην κατάσταση της διαφθοράς από την ένωσή της με το σώμα και από τα άλλα κακά, αλλά πρέπει να τη μελετήσομε προσεκτικά με τον λογισμό, ποιά είναι καθεαυτήν και καθαρή από κάθε ξένο στοιχείο, και τότε θα εννοήσομε πόσο πολύ ωραιότερη είναι, και τότε ακόμη θα γνωρίσομε ακριβέστερα τη φύση της δικαιοσύνης και της αδικίας και όλων των άλλων, για όσα μιλήσαμε ήδη. Αυτά που είπαμε για κείνην είναι βέβαια αληθινά αλλά σχετικά με την τωρινή της κατάσταση· την είδαμε καθώς εκείνοι [611d] που βλέπουν τον θαλάσσιο Γλαύκο και δεν μπορούν ν᾽ αναγνωρίσουν εύκολα την πρώτη του μορφή, επειδή τα παλαιά μέρη του σώματός του είναι άλλα σπασμένα, άλλα πάλι φαγωμένα και εντελώς παραμορφωμένα από τα κύματα, κι απάνω του έχουν άλλα προσκολληθεί, κοχύλια και φύκια και πέτρες, ώστε με κάθε άλλο θηρίο να μοιάζει μάλλον παρά όπως ήταν η αρχική του φύση· έτσι παρουσιάζεται και σε μας η ψυχή, παραμορφωμένη από μύρια κακά. Αλλά πρέπει, Γλαύκων, εκεί ν᾽ αποβλέπομε.
Πού;

Σάββατο 2 Ιανουαρίου 2021

ΔΡΑΜΑΤΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ: ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ - Μήδεια (446-521)

ΙΑΣΩΝ
οὐ νῦν κατεῖδον πρῶτον ἀλλὰ πολλάκις
τραχεῖαν ὀργὴν ὡς ἀμήχανον κακόν.
σοὶ γὰρ παρὸν γῆν τήνδε καὶ δόμους ἔχειν
κούφως φερούσῃ κρεισσόνων βουλεύματα,
450 λόγων ματαίων οὕνεκ᾽ ἐκπεσῇ χθονός.
κἀμοὶ μὲν οὐδὲν πρᾶγμα· μὴ παύσῃ ποτὲ
λέγουσ᾽ Ἰάσον᾽ ὡς κάκιστός ἐστ᾽ ἀνήρ.
ἃ δ᾽ ἐς τυράννους ἐστί σοι λελεγμένα,
πᾶν κέρδος ἡγοῦ ζημιουμένη φυγῇ.
455 κἀγὼ μὲν αἰεὶ βασιλέων θυμουμένων
ὀργὰς ἀφῄρουν καί σ᾽ ἐβουλόμην μένειν·
σὺ δ᾽ οὐκ ἀνίεις μωρίας, λέγουσ᾽ ἀεὶ
κακῶς τυράννους· τοιγὰρ ἐκπεσῇ χθονός.
ὅμως δὲ κἀκ τῶνδ᾽ οὐκ ἀπειρηκὼς φίλοις
460 ἥκω, τὸ σὸν δὲ προσκοπούμενος, γύναι,
ὡς μήτ᾽ ἀχρήμων σὺν τέκνοισιν ἐκπέσῃς
μήτ᾽ ἐνδεής του· πόλλ᾽ ἐφέλκεται φυγὴ
κακὰ ξὺν αὑτῇ. καὶ γὰρ εἰ σύ με στυγεῖς,
οὐκ ἂν δυναίμην σοὶ κακῶς φρονεῖν ποτε.
465 ΜΗ. ὦ παγκάκιστε, τοῦτο γάρ σ᾽ εἰπεῖν ἔχω
γλώσσῃ μέγιστον εἰς ἀνανδρίαν κακόν·
ἦλθες πρὸς ἡμᾶς, ἦλθες ἔχθιστος γεγώς
[θεοῖς τε κἀμοὶ παντί τ᾽ ἀνθρώπων γένει];
οὔτοι θράσος τόδ᾽ ἐστὶν οὐδ᾽ εὐτολμία,
470 φίλους κακῶς δράσαντ᾽ ἐναντίον βλέπειν,
ἀλλ᾽ ἡ μεγίστη τῶν ἐν ἀνθρώποις νόσων
πασῶν, ἀναίδει᾽. εὖ δ᾽ ἐποίησας μολών·
ἐγώ τε γὰρ λέξασα κουφισθήσομαι
ψυχὴν κακῶς σὲ καὶ σὺ λυπήσῃ κλύων.
475 ἐκ τῶν δὲ πρώτων πρῶτον ἄρξομαι λέγειν·
ἔσωσά σ᾽, ὡς ἴσασιν Ἑλλήνων ὅσοι
ταὐτὸν συνεισέβησαν Ἀργῷον σκάφος,
πεμφθέντα ταύρων πυρπνόων ἐπιστάτην
ζεύγλαισι καὶ σπεροῦντα θανάσιμον γύην·
480 δράκοντά θ᾽, ὃς πάγχρυσον ἀμπέχων δέρος
σπείραις ἔσῳζε πολυπλόκοις ἄυπνος ὤν,
κτείνασ᾽ ἀνέσχον σοι φάος σωτήριον.
αὐτὴ δὲ πατέρα καὶ δόμους προδοῦσ᾽ ἐμοὺς
τὴν Πηλιῶτιν εἰς Ἰωλκὸν ἱκόμην
485 σὺν σοί, πρόθυμος μᾶλλον ἢ σοφωτέρα·
Πελίαν τ᾽ ἀπέκτειν᾽, ὥσπερ ἄλγιστον θανεῖν,
παίδων ὕπ᾽ αὐτοῦ, πάντα τ᾽ ἐξεῖλον δόμον.
καὶ ταῦθ᾽ ὑφ᾽ ἡμῶν, ὦ κάκιστ᾽ ἀνδρῶν, παθὼν
προύδωκας ἡμᾶς, καινὰ δ᾽ ἐκτήσω λέχη,
490 παίδων γεγώτων· εἰ γὰρ ἦσθ᾽ ἄπαις ἔτι,
συγγνώστ᾽ ἂν ἦν σοι τοῦδ᾽ ἐρασθῆναι λέχους.
ὅρκων δὲ φρούδη πίστις, οὐδ᾽ ἔχω μαθεῖν
εἰ θεοὺς νομίζεις τοὺς τότ᾽ οὐκ ἄρχειν ἔτι
ἢ καινὰ κεῖσθαι θέσμι᾽ ἀνθρώποις τὰ νῦν,
495 ἐπεὶ σύνοισθά γ᾽ εἰς ἔμ᾽ οὐκ εὔορκος ὤν.
φεῦ δεξιὰ χείρ, ἧς σὺ πόλλ᾽ ἐλαμβάνου,
καὶ τῶνδε γονάτων, ὡς μάτην κεχρῴσμεθα
κακοῦ πρὸς ἀνδρός, ἐλπίδων δ᾽ ἡμάρτομεν.
ἄγ᾽, ὡς φίλῳ γὰρ ὄντι σοι κοινώσομαι
500 (δοκοῦσα μὲν τί πρός γε σοῦ πράξειν καλῶς;
ὅμως δ᾽, ἐρωτηθεὶς γὰρ αἰσχίων φανῇ)·
νῦν ποῖ τράπωμαι; πότερα πρὸς πατρὸς δόμους,
οὓς σοὶ προδοῦσα καὶ πάτραν ἀφικόμην;
ἢ πρὸς ταλαίνας Πελιάδας; καλῶς γ᾽ ἂν οὖν
505 δέξαιντό μ᾽ οἴκοις ὦν πατέρα κατέκτανον.
ἔχει γὰρ οὕτω· τοῖς μὲν οἴκοθεν φίλοις
ἐχθρὰ καθέστηχ᾽, οὓς δέ μ᾽ οὐκ ἐχρῆν κακῶς
δρᾶν, σοὶ χάριν φέρουσα πολεμίους ἔχω.
τοιγάρ με πολλαῖς μακαρίαν Ἑλληνίδων
510 ἔθηκας ἀντὶ τῶνδε· θαυμαστὸν δέ σε
ἔχω πόσιν καὶ πιστὸν ἡ τάλαιν᾽ ἐγώ,
εἰ φεύξομαί γε γαῖαν ἐκβεβλημένη,
φίλων ἔρημος, σὺν τέκνοις μόνη μόνοις·
καλόν γ᾽ ὄνειδος τῷ νεωστὶ νυμφίῳ,
515 πτωχοὺς ἀλᾶσθαι παῖδας ἥ τ᾽ ἔσωσά σε.
ὦ Ζεῦ, τί δὴ χρυσοῦ μὲν ὃς κίβδηλος ᾖ
τεκμήρι᾽ ἀνθρώποισιν ὤπασας σαφῆ,
ἀνδρῶν δ᾽ ὅτῳ χρὴ τὸν κακὸν διειδέναι
οὐδεὶς χαρακτὴρ ἐμπέφυκε σώματι;
520 ΧΟ. δεινή τις ὀργὴ καὶ δυσίατος πέλει,
ὅταν φίλοι φίλοισι συμβάλωσ᾽ ἔριν.

***
(Εισέρχεται ο Ιάσων από την ίδια πάροδο από την οποία
είχε εισέλθει και ο Κρέων
.)

ΙΑΣΩΝ
Δεν είναι τώρα η πρώτη φορά που το βλέπω,
το έχω δει πολλές: Η άγρια οργή
είναι κακό ακαταμάχητο. Εσύ,
ενώ μπορούσες να ζεις σ᾽ αυτή τη γη
και να έχεις το σπίτι σου,
αν σήκωνες αγόγγυστα τους ορισμούς των δυνατών,
450 για κάποια λόγια σου αστόχαστα
θα εξοριστείς από τη χώρα.
Και εγώ βεβαίως ποσώς που νοιάζομαι για μένα·
μην πάψεις ποτέ να λες ότι ο Ιάσων
είναι ο ελεεινότερος άντρας που υπάρχει.
Όμως γι᾽ αυτά που είπες για τους δυνάστες
θεώρησέ το μέγα κέρδος
που σου επιβάλλεται ως ποινή η εξορία.
455 Και εγώ βέβαια, όποτε οργίζονταν οι βασιλιάδες,
επράυνα πάντα την οργή τους
και αγωνιζόμουν για να μείνεις. Εσύ όμως
δεν άφηνες να κοπάσει η μωρία σου
και δεν έπαψες ποτέ να διασύρεις τους δυνάστες.
Γι᾽ αυτό εξορίζεσαι από τη χώρα.
Ωστόσο, ακόμα και τώρα,
δεν εγκαταλείπω τους ανθρώπους που αγάπησα
460 και ήρθα. Νοιάζομαι για το δικό σου το καλό, γυναίκα·
να μη βρεθείς με τα παιδιά στην εξορία δίχως χρήματα
και να μη στερηθείς τίποτα.
Σέρνει πολλά κακά μαζί της η εξορία.
Μπορεί εσύ να με μισείς, όμως εγώ
ποτέ δεν θα θελήσω το κακό σου.
465 ΜΗ. Πανάθλιε —δεν βρίσκω λόγο πιο βαρύ για έναν άνανδρο—,
ήρθες μπροστά μου, ήρθες, ενώ είσαι ο χειρότερος εχθρός μου
[για τους θεούς, για μένα, για όλο το γένος των ανθρώπων];
Δεν είναι θάρρος τούτο, δεν είναι τόλμη,
470 να έχεις αδικήσει ανθρώπους που αγάπησες
και να ᾽χεις μάτια να τους αντικρίσεις. Αυτό
είναι η μέγιστη απ᾽ όλες τις αρρώστιες των ανθρώπων:
αναισχυντία. Όμως έπραξες άριστα που ήρθες.
Γιατί και εγώ θα πω όσα σου καταμαρτυρώ
και η ψυχή μου θα ξαλαφρώσει,
και εσύ ακούγοντάς τα θα πονέσεις.
475 Θα αρχίσω πρώτα από τα πρώτα.
Σε έσωσα, όπως το ξέρουν όσοι από τους Έλληνες
μπήκαν μαζί σου στο καράβι της Αργώς,
όταν ήρθες να ζέψεις στον ζυγό
τους ταύρους με την πύρινη ανάσα
και να οργώσεις στον κάμπο του θανάτου.
480 Τον δράκοντα, που φύλαγε άγρυπνος
το πάγχρυσο δέρας τυλίγοντάς το
με τους αμέτρητους κύκλους του σώματός του,
τον σκότωσα και ύψωσα για σένα
φως σωτηρίας.
Πρόδωσα πατέρα και σπίτι
και βρέθηκα μαζί σου στην Ιωλκό και στο Πήλιο,
485 άκουσα την καρδιά μου, όχι τη λογική.
Σκότωσα τον Πελία, με τον πιο φριχτό θάνατο που υπάρχει
—τον θανάτωσαν οι ίδιες του οι κόρες—,
και το σπίτι του ολόκληρο το ρήμαξα.
Εγώ, άθλιε άνδρα, έκανα τόσα για σένα,
και εσύ με πρόδωσες για το κρεβάτι κάποιας άλλης,
490 ενώ είχαμε παιδιά. Αν ήσουν ακόμα χωρίς παιδιά,
θα μπορούσε να καταλάβει κάποιος
τον πόθο σου γι᾽ αυτόν τον γάμο.
Η πίστη στους όρκους εχάθηκε
και δεν μπορώ να ξέρω τί πιστεύεις,
πως οι θεοί εκείνοι δεν κυβερνούν πια τον κόσμο
ή ότι τώρα θεσπίστηκαν για τους ανθρώπους νέοι νόμοι;
495 Γιατί γνωρίζεις, βέβαια, καλά
ότι τους όρκους που έδωσες δεν τους σεβάστηκες.
Αχ χέρι μου δεξιό, που εσύ πολλές φορές το κράτησες,
και αυτό και τούτα τα γόνατα.
Ματαίως σας άγγιζε ικετεύοντας ένας αχρείος
και όλες μου οι ελπίδες φάνηκαν μάταιες.
Γιά πες μου — θα σε ρωτήσω σαν να ήσουν φίλος,
500 όχι πως περιμένω καλό από σένα,
όμως, όταν θα έχεις ερωτηθεί,
θα φανεί καθαρότερα η αισχρότητά σου.
Πού να πάω τώρα; Να πάω στο σπίτι του πατέρα μου;
Και αυτό και την πατρίδα μου
τα πρόδωσα για χάρη σου και ήρθα εδώ.
Ή μήπως στις δύσμοιρες κόρες του Πελία;
505 Θα με καλοδεχθούν εξάπαντος στο σπίτι τους,
αφού έχω σκοτώσει τον πατέρα τους.
Έτσι είναι. Με μισούν οι δικοί μου άνθρωποι
και έχω κάνει εχθρούς για χάρη σου
εκείνους που δεν έπρεπε να βλάψω.
Γι᾽ αυτό και εσύ, ανταμείβοντάς με,
έκαμες να με μακαρίζουν πολλές Ελληνίδες.
510 Εγώ η δύστυχη έχω εσένα σύζυγο θαυμάσιο και πιστό,
γι᾽ αυτό θα πάρω ξεριζωμένη τον δρόμο της εξορίας,
δίχως φίλους, μόνη, με τα παιδιά μου ολομόναχα.
Ωραίο το όνειδος για τον νεόκοπο νυμφίο,
να περιφέρονται πενόμενα τα τέκνα του
515 και μαζί τους εγώ που σ᾽ έσωσα.
Ω Ζευ, γιατί για το χρυσάφι που είναι κίβδηλο
να έχεις δώσει στους ανθρώπους σημάδια καθαρά,
και να μην υπάρχει ένα χάραγμα πάνω στο σώμα των ανδρών
για να ξεχωρίζουν οι κίβδηλοι;
520 ΧΟ. Είναι τρομερή η οργή, είναι αγιάτρευτη,
όταν ερίζουν άνθρωποι που κάποτε αγαπήθηκαν.

Ιστορία της αρχαίας Ελληνικής γλώσσας: Η Eλληνική γλώσσα και το αλφάβητο

5.3 Πότε ανακαλύφθηκε η αλφαβητική γραφή


Αλλά πότε ανακαλύφθηκε το αλφάβητο; Πότε έφτασε στην Ελλάδα; Η ανάγκη για ένα σύστημα γραφής που να καταγράφει με ακρίβεια τους ήχους της γλώσσας (τα φωνήματα) γεννήθηκε νωρίς, σε εποχές που ακόμη κυριαρχούσαν τα εικονογραφικά/σημασιογραφικά συστήματα. Και αυτό γιατί υπάρχουν όψεις της γλώσσας που δεν μπορούν να καταγραφούν με τέτοια συστήματα. Ένα παράδειγμα είναι τα κύρια ονόματα. Δεν υπάρχει τρόπος να καταγραφούν με έναν εικονογραφικό/σημασιογραφικό τρόπο, γιατί δεν έχουν σημασία. Συγκρίνετε τη λέξη Γιάννης με τις λέξεις παιδί, πρόβατο κλπ. Έτσι, οι αρχαίοι Αιγύπτιοι, πολύ πριν ανακαλυφθεί η αλφαβητική γραφή, χρησιμοποιούσαν έναν αλφαβητικό τρόπο μόνο για την καταγραφή των κύριων ονομάτων. Είχαν δηλαδή σημάδια για να δηλώνουν τους φθόγγους των κύριων ονομάτων, αλλά όχι όλους· μόνο τα σύμφωνα. Έτσι, για να δώσουμε ένα τεχνητό παράδειγμα, το κύριο όνομα Νίκος θα δηλωνόταν με τρία σημάδια: ένα για το ν, ένα για το κ και ένα για το ς, δηλαδή νκς.

Οι πιο παλιές αλφαβητικές επιγραφές προέρχονται από τη χερσόνησο του Σινά. Εκεί σε ένα αρχαίο αιγυπτιακό ορυχείο χαλκού βρέθηκαν το 1905 επιγραφές που δεν ήταν ιερογλυφικές αιγυπτιακές - οι περισσότερες μάλιστα είναι χαραγμένες σαν τα σημερινά γκράφιτι στους τοίχους. Οι ειδικοί που τις μελέτησαν πιστεύουν ότι γράφτηκαν από εργάτες που δεν ήταν Αιγύπτιοι αλλά Σημίτες και μιλούσαν μια σημιτική γλώσσα. Σημιτικές γλώσσες είναι τα εβραϊκά, τα αραμαϊκά (η γλώσσα που μιλούσε ο Χριστός), τα φοινικικά (θα ξαναγυρίσουμε σε αυτά), τα αραβικά. Το σημαντικό είναι ότι οι επιγραφές αυτές, που χρονολογούνται γύρω στο 1600 π.Χ., είναι αλφαβητικές, καταγράφουν δηλαδή φωνήματα και όχι συλλαβές ή σημασίες. Σε μία μάλιστα από αυτές, που είναι χαραγμένη πάνω σε ένα κομμάτι από κεραμίδι (ο επιστημονικός όρος είναι «όστρακο»), διακρίνει κανείς μια σειρά γραμμάτων που μοιάζει πολύ με αλφαβητάρι. Προσέξτε τα γράμματα που θυμίζουν τα ΑΒΓΔΕ. Οι επιγραφές αυτές, που λέγονται πρωτοσιναϊτικές, θεωρούνται ως τα πρώτα δείγματα του φοινικικού αλφαβήτου, από το οποίο, όπως θα δούμε, προέρχεται το ελληνικό αλφάβητο.

Πριν μιλήσουμε για το φοινικικό αλφάβητο, πρώτα δείγματα του οποίου είναι οι πρωτοσιναϊτικές επιγραφές για τις οποίες μόλις μιλήσαμε, θα πρέπει να αναφερθούμε σε μια άλλη περίπτωση αλφαβήτου που αναπτύχθηκε στην ίδια περίπου περιοχή δύο ή τρεις αιώνες αργότερα (γύρω στο 1370-1350 π.Χ.), στην πόλη της Ουγκαρίτ (σημερινή Ras Shamra, στην ακτή της Συρίας απέναντι από την Κύπρο). Ο βασιλιάς της πόλης αυτής Νικμαντού Β' αποφάσισε να κάνει ένα μεγάλο αρχείο με όλα τα κείμενα τα σχετικά με τους μύθους και τις παραδόσεις του βασιλείου του. Το αρχείο αυτό βρέθηκε στις ανασκαφές και είναι γνωστό με το όνομα «Βιβλίο του Μεγάλου Ιερέα». Στο αρχείο αυτό χρησιμοποιήθηκε ένα αλφαβητικό σύστημα καταγραφής που αποτελείται από τριάντα σημεία (γράμματα), τα οποία προέρχονται από την παράδοση της σφηνοειδούς γραφής, για την οποία μιλήσαμε νωρίτερα. Το αλφαβητικό αυτό σύστημα χρησιμοποιήθηκε στην περιοχή της Ουγκαρίτ μέχρι τον 12ο αιώνα π.Χ. Μετά την εποχή αυτή, που σημαδεύεται από τις καταστροφές που συνδέονται με τις επι­δρομές των λεγόμενων «Λαών της Θάλασσας », το αλφαβητικό αυτό σύστημα παύει να χρησιμοποιείται και επικρατεί το φοινικικό αλφαβητικό σύστημα - αυτό που ξεκινάει με τις πρωτοσιναϊτικές επιγραφές που συζητήσαμε λίγο νωρίτερα.

Μη χρησιμοποιείτε το σύντροφό σας ως σάκο του μποξ

Σε πολλούς ανθρώπους αρέσει να ξεσπάνε πότε πότε. Υπάρχει τεράστια διαφορά από ένα περιστασιακό ξέσπασμα που βοηθάει στην αποσυμπίεση της έντασης από το να κάνετε αυτού του είδους τα ξεσπάσματα τακτικό κομμάτι της καθημερινής σας επικοινωνίας.

Σε σχέσεις που το ένα άτομο συνηθίζει να συμπεριφέρεται έτσι, το άλλο άτομο αναφέρει ότι συχνά νιώθει σαν σάκος του μποξ!

Ένα από τα προβλήματα που έχει το ξέσπασμα είναι ότι διαθέτει πάντα ατελείωτα αποθέματα υλικού. Με άλλα λόγια, πάντα θα υπάρχουν πράγματα που σας στενοχωρούν αν εστιάζετε την προσοχή σας προς αυτή την κατεύθυνση.

Φανταστείτε για ένα λεπτό ότι είστε λιγάκι κουρασμένος στο τέλος μιας συνηθισμένης μέρας. Νιώθετε σχετικά ήρεμα και η ζωή σάς φέρεται καλά. Μόλις πιάσετε στα χέρια σας ένα βιβλίο και είστε έτοιμοι να διαβάσετε για λίγα λεπτά μέχρι το δείπνο, ο σύντροφός σας μπαίνει στο δωμάτιο και αρχίζει να παραπονιέται για τη μέρα του.

Αγαπάτε το σύντροφό σας και θέλετε να τον στηρίξετε. Αφήνετε το βιβλίο σας και αρχίζετε να τον ακούτε. Μέσα στα επόμενα δέκα λεπτά η διάθεσή σας αλλάζει δραματικά. Σας έχει πει απαίσια πράγματα, σας υπενθυμίζει τα άσχημα του κόσμου και πόσο άδικη και σκληρή μπορεί να γίνει η ζωή. Τα παράπονά του είναι σοβαρά και αρχίζετε να τα πιστεύετε και ο ίδιος. Ο σύντροφός σας δείχνει να μισεί τη ζωή του.

Σε αυτό το παράδειγμα αυτός που παραπονιόταν πιθανότατα είχε άσχημη διάθεση και ένιωθε χάλια με τον εαυτό του. Το πιο πιθανό όμως είναι ότι αύριο θα έβλεπε τελείως διαφορετικά τα πράγματα.

Με λίγα λόγια, όταν εμείς ξεσπάμε, ίσως κάποιος άλλος να πληρώνει το τίμημα.

O Εσωτερικός μας δαίμονας

Το μεγαλύτερο μέρος της ζωής ενός ανθρώπου διέπεται από ασυνείδητους ενδοψυχικούς μηχανισμούς, οι οποίοι καθορίζουν την ποιότητα ζωής του. Κάποιοι από αυτούς έχουν ολέθριες επιδράσεις στην καθημερινότητα του, τον παραλύουν και τον ακινητοποιούν.

Ένας από αυτούς του μηχανισμούς ψυχικής παράλυσης είναι η Ενοχή, η οποία μαζί με το φόβο αποτελεί το μεγαλύτερο εμπόδιο απέναντι σε μία παραγωγική ζωή.

Τι είναι όμως η ενοχή;

Στην καθημερινότητα χρησιμοποιούμε τον όρο ενοχή αναφερόμενοι ως επί το πλείστον σε ένα αίσθημα δυσφορίας, το οποίο έπεται μιας σκέψης ή πράξης που έχουμε κάνει και την οποία δεν εγκρίνουμε ως καλή. Ωστόσο, σαν ψυχολογικός μηχανισμός, η ενοχή έχει μία πιο διευρυμένη έννοια και καλύπτει όλο το φάσμα της ύπαρξης ενός ατόμου. Είναι ένας εσωτερικός δαίμονας, μία αρχή, μία εξουσία, η οποία μας ωθεί σε καταναγκαστικές πράξεις. Στον παρονομαστή της ενοχής βρίσκεται η έννοια του «πρεπισμού».

Η ενοχή λοιπόν είναι το δυσάρεστο συναίσθημα που εμφανίζεται όταν κάποιος δεν υπακούει στα εσωτερικευμένα «ΠΡΕΠΕΙ».

Είναι συναίσθημα άγχους και δυσφορίας, δείγμα σκοταδισμού της ανθρώπινης ύπαρξης. Εμφανίζεται ως εσωτερική φωνή όταν αρχίζουμε να πράττουμε αυθόρμητα λέγοντας «Έκανες μεγάλο διάλειμμα, ΠΡΕΠΕΙ να γυρίσεις στη δουλειά», «Δεν ΠΡΕΠΕΙ να ξενυχτάς», «ΠΡΕΠΕΙ να αποταμιεύεις για το μέλλον» και φυσικά ο κατάλογος δεν έχει τέλος.

Ασχέτως αν μερικά από τα «πρέπει» είναι δυνατό να έχουν μακροπρόθεσμη ή βραχυπρόθεσμη χρησιμότητα, σε κάθε περίπτωση αποτελούν ένδειξη νεύρωσης και ψυχαναγκασμού. Είναι η υποταγή σε μία παράλογη εσωτερική εξουσία. Το παράδοξο είναι ότι όσο αυτή η υποταγή μεγαλώνει, τόσο τα αισθήματα ενοχής ισχυροποιούνται.

Πρόκειται για κανόνες που ρυθμίζουν τη ζωή ενός ανθρώπου, οι οποίοι βέβαια δεν έχουν θεσπιστεί από τον ίδιο, όσο και αν αυτός πιστεύει το αντίθετο.

Είναι προϊόντα ενδοβολής κανόνων, προτύπων συμπεριφοράς και μοντέλων εξουσίας που από τα πρώτα χρόνια της ύπαρξης μας έχουμε εσωτερικεύσει.

Δύο από τις ισχυρότερες μορφές ασυνείδητης ψυχικής εξουσίας είναι η οικογένεια και η κοινωνία.

Από τη βρεφική ακόμα ηλικία το άτομο μαθαίνει να υπακούει σε νόμους και κανόνες, οι οποίοι έχουν την μορφή των «πρέπει» και περιορίζουν την ελεύθερη ανάπτυξη του.

Τα πρώτα λοιπόν «πρέπει» έρχονται από τους γονείς μας, οι οποίοι μας προβάλλουν ένα μοντέλο συμπεριφοράς και ρυθμιστικών κανόνων ζωής τα οποία στη μετέπειτα ηλικία μας τα εσωτερικεύουμε ασυνείδητα και ενεργούμε βάση αυτών. Μάλιστα, όταν παρεκκλίνουμε από αυτά τα πρότυπα συμπεριφοράς επέρχεται ένα αίσθημα ενοχής και δυσφορίας το οποίο δυσκολευόμαστε να εξηγήσουμε.

Ένα πολύ απλό παράδειγμα θα αναδείξει πως αυτή η εσωτερικευμένη εξουσία των γονιών μας ρυθμίζει ασυνείδητα τη μετέπειτα ζωή μας. Ένας από τους πρώτους κανόνες που μαθαίνει πολύ μικρό παιδί είναι ότι ΠΡΕΠΕΙ να κοιμάται νωρίς και να ξυπνάει νωρίς. Αυτός ο κανόνας έχει εσωτερικευθεί και εμφανίζεται με τη μορφή ενοχής όταν ο ενήλικας κοιμηθεί ή ξυπνήσει αργότερα από την ώρα που «πρέπει», παρόλο που δεν έχει καμία εξωτερική υποχρέωση. Είναι η ίδια φωνή που σου λέει «σταμάτα να διασκεδάζεις και πήγαινε να εργαστείς ή να μελετήσεις». Είναι η ενοχή που αισθάνεσαι αν πιείς ή φας λίγο παραπάνω ή αν αγοράσεις κάτι ακριβό επειδή και μόνο σου άρεσε.

Στο ίδιο επίπεδο εσωτερικεύουμε και τις επιταγές της κοινωνίας. «Πρέπει» να παντρευτείς μέχρι μια συγκεκριμένη ηλικία, «πρέπει» να είσαι ευγενικός, εργατικός, καλοσυνάτος, αλτρουιστής και ούτω καθεξής. Όπως ανέφερα και πριν, όσο πιστά και αν ακολουθούμε αυτές τις αρχές, το αίσθημα της ενοχής θα παραμένει και θα μας βασανίζει. Θα παραμείνει διότι είναι ένδειξη ψυχικής δυσλειτουργίας, νεύρωσης και εσωτερικού θανάτου. Μέσω αυτής της υποταγής στα πρέπει και της συνακόλουθης ενοχής το άτομο χάνει τον εαυτό του, μπλοκάρει την ανάπτυξη της προσωπικότητας του και ζει μία ζωή που δεν του ανήκει.

Μία άλλη ιδιότητα της ενοχής είναι το γεγονός ότι μας στερεί την απόλαυση της τωρινής στιγμής. Μας καθηλώνει στο παρελθόν προκαλώντας συναισθηματική δυσφορία και αδράνεια. Είναι ένα συναίσθημα που δεν επιφέρει καμία αλλαγή και δε διορθώνει καμία κατάσταση. Αντιθέτως, οδηγεί το άτομο σε ένα ψυχικό αδιέξοδο και σε μια ζωή μιζέριας, θλίψης και ανησυχίας τα οποία με τη σειρά τους τρέφουν τα αισθήματα ενοχής. Ασυνείδητα δηλαδή ενδυναμώνουμε τα συναισθήματα ενοχής, εισερχόμενοι σε ένα φαύλο κύκλο περιφρόνησης απέναντι στον ίδιο μας τον εαυτό.

Προσωπικά πιστεύω ότι η ενοχή, παρότι δεν είναι ούτε ενστικτώδης ανάγκη ούτε εξυπηρετεί κάποια βιολογική σκοπιμότητα σε αντίθεση με το φόβο και το άγχος που μας προετοιμάζουν να αντιδράσουμε σε ένα απειλητικό ερέθισμα, είναι ο ισχυρότερος ψυχολογικός μηχανισμός που διέπει την ανθρώπινη ύπαρξη. Διότι, η ενοχή είναι το μόνο αίσθημα το οποίο ξεπερνά το μεγαλύτερο φόβο του ανθρώπου: το φόβο θανάτου. Πράγματι, ένας σημαντικός αριθμός ανθρώπων επέλεξαν την αυτοκτονία ως την ύστατη λύτρωση από το αίσθημα ενοχής.

Το να απαλλαχθεί κανείς από τα συναισθήματα ενοχής και τα «πρέπει» απαιτεί συναισθηματική και ψυχολογική ωρίμανση.

Βυθισμένοι με θρησκευτική ευλάβεια στον προγραμματισμό και την κατάτμηση της ύπαρξης μας δε μένει χρόνος να σκεφτούμε, να νιώσουμε και να αισθανθούμε.

Έτσι, εκτελούμε το «καθήκον» μας όπως μας πρόσταξαν οι «εξωτερικές εξουσίες», αποφεύγοντας να κοιτάξουμε μέσα μας και να συγκρουστούμε με αυτές.

Η διαδικασία φυσικά δεν είναι ευχάριστη διότι ξυπνάει τον «εσωτερικό μας δαίμονα» που τόσο μεθοδικά έχουμε ναρκώσει. Είναι όντως οδυνηρό να ανακαλύπτει κανείς ότι έχει ζήσει μια ζωή όπως οι άλλοι θέλανε, μία ζωή που δεν του ανήκει, που δεν τον εκφράζει.

Σε κάθε περίπτωση όμως, η κατανόηση των ασυνείδητων κινήτρων της συμπεριφοράς μας είναι η κινητήριος δύναμη της αλλαγής και ψυχολογικής ωρίμανσης, ούριος άνεμος στο ταξίδι αναζήτησης της χαμένης αυθεντικότητας μας.

Καμιά απόρριψη και καμιά αποδοχή δεν είναι προσωπική

Από την παιδική ηλικία μάς διδάσκουν να είμαστε τέλεια πλάσματα για να μην μας απορρίψουν και προσπαθούμε σκληρά να έχουμε την αποδοχή όλων.

Αρχίζουμε να φοβόμαστε την απόρριψη και δεν τολμάμε να εκφράσουμε αυτό που νιώθουμε. Σταδιακά αντιμετωπίζουμε τους άλλους με δειλία, γιατί το «όχι» που μπορεί να βγει από τα χείλη τους γιγαντώνεται και γίνεται ένας δράκος που μας καταπίνει. Κρατάμε με αυτόν τον τρόπο απόσταση από τους ανθρώπους. Κρατάμε με αυτόν τον τρόπο απόσταση από τη ζωή.

Πρέπει να καταλάβουμε ότι το «όχι» του άλλου δεν αφορά εμάς αλλά τον ίδιο. Δεν είναι κάτι προσωπικό και είναι απόλυτα υγιές κάποιος να μπορεί να εκφράσει το «όχι» του. Εκφράζοντάς το μας κάνει ένα δώρο. Ουσιαστικά μας λέει ότι η ενέργειά του δεν μπορεί να κινηθεί μαζί με τη δική μας και μας γλυτώνει από καυγάδες και τσακωμούς που θα υπήρχαν στο μέλλον. Γιατί, όταν δυο ενέργειες δεν μπορούν να κινηθούν μαζί, τότε δημιουργούν δυσαρμονία στη ροή και αυτό φέρνει δυσκολίες στη σχέση μεταξύ δύο ανθρώπων.

Και εμείς από την άλλη χρειάζεται να μπορούμε να εκφράζουμε το «όχι» μας κάνοντας ένα αντίστοιχο “δώρο” στον άλλον αντί να τον ταλαιπωρούμε με χίλιες δυο ιδιοτροπίες και τερτίπια, τιμωρώντας τον κατά βάθος επειδή υπάρχει στη ζωή μας. Αν δυσκολευόμαστε να λέμε «όχι» είτε γιατί δεν θέλουμε να πληγώσουμε τον άλλον είτε γιατί θέλουμε να είμαστε αποδεκτοί, τότε κάνουμε τη ζωή μας ένα μπερδεμένο κουβάρι με αποτέλεσμα να καταπιεζόμαστε και να δυσκολευόμαστε να καταλάβουμε με ποιους ανθρώπους ταιριάζουμε και με ποιους όχι.

Αν είμαστε αληθινοί με τον εαυτό μας, αν είμαστε αληθινοί στα «ναι» και στα «όχι» μας, τότε η ζωή μας δεν θα είναι ένα μπέρδεμα αλλά η ενέργειά μας θα ρέει αβίαστα και θα έχουμε χαρά.

Όμως, αυτό που φοβάται την απόρριψη, αυτό που φοβάται να τολμήσει και κρατά απόσταση από τους ανθρώπους, κρατά απόσταση από τη ζωή, είναι το “εγώ”. Το “εγώ” έχει παγιωμένο τρόπο συμπεριφοράς. Κινείται πάντα σε καθορισμένα μονοπάτια και μόνο σε γνωστούς δρόμους, ακόμα κι αν αυτοί του δίνουν πόνο και δυστυχία. Αν γίνουμε παρατηρητές του “εγώ” μας, θα δούμε ότι είναι πάντα πολύ προβλέψιμο.

Αν αφήσουμε το “εγώ” και γίνουμε άνθρωποι δημιουργικοί, τότε θα είμαστε ρευστοί. Θα μπορούμε να κινούμαστε με ευκολία σε όλες τις κατευθύνσεις, θα μας συναρπάζει το άγνωστο, το μη δεδομένο και το μη ασφαλές, γιατί θα έχουμε κατανοήσει πια ότι η ζωή δεν έχει καμιά ασφάλεια. Κανένα συμβόλαιο δεν μπορείς να υπογράψεις μαζί της και το μόνο δεδομένο που υπάρχει μέσα στη ροή της ζωής είναι η ίδια η αλλαγή.

«Ο πλουσιότερος άνθρωπος δεν έχει χαρακτήρα. Είναι ρευστός, κινείται διαρκώς σε διαφορετικές διαστάσεις. Ψάχνει και αναζητάει από κάθε διάσταση. Είναι πάντοτε παιδί με μάτια που κοιτάζουν πάντοτε με θαυμασμό και δέος. Πάντοτε κυνηγά πεταλούδες και μαζεύει βότσαλα. Ποτέ δεν νιώθει πως έχει φτάσει. Ποτέ! Ολόκληρη η ζωή του είναι γεμάτη αφίξεις και αναχωρήσεις, ποτέ όμως δεν φτάνει στο σημείο που να μπορεί να πει ότι έχει φτάσει. Εκείνοι που λένε ότι έχουν φτάσει είναι νεκροί και κουβαλούν γύρω τους τον τάφο τους».

Φανταστείτε…

Φανταστείτε ότι σας έχει δοθεί η άδεια να είστε ευτυχισμένοι και να απολαμβάνετε την κάθε στιγμή. Η ζωή σας δεν επιφυλάσσει πια την παραμικρή σύγκρουση με τον εαυτό σας ή με τους άλλους. 

Φανταστείτε ότι ζείτε χωρίς να φοβάστε να εκφράσετε τις επιθυμίες σας. Γνωρίζετε τι δεν θέλετε, γνωρίζετε τι θέλετε και πότε το θέλετε. Είστε ελεύθεροι να αλλάξετε τη ζωή σας και να της δώσετε τη μορφή που πραγματικά επιθυμείτε. Δεν φοβάστε να ζητήσετε αυτό που έχετε ανάγκη, δεν φοβάστε να πείτε ναι ή να πείτε όχι.

Φανταστείτε ότι ζείτε δίχως την αγωνία της κρίσης των άλλων. Δεν προσαρμόζετε πια τη συμπεριφορά σας σύμφωνα με το τι πιθανόν να πιστεύουν οι άλλοι για σας. Δεν αισθάνεστε πια υπεύθυνοι για τις γνώμες των άλλων. Δεν νιώθετε την ανάγκη να ελέγξετε κανέναν, ούτε κανείς ελέγχει εσάς.

Φανταστείτε ότι ζείτε δίχως να κρίνετε τους ανθρώπους γύρω σας. Μπορείτε εύκολα να συγχωρήσετε και να ξεχάσετε τις κρίσεις που κάνατε στο παρελθόν. Δεν αισθάνεστε πια την ανάγκη να έχετε δίκιο, ούτε την ανάγκη να αποδεικνύετε ότι οι άλλοι κάνουν λάθος. Σέβεστε τον εαυτό σας και τους άλλους και, σε αντάλλαγμα, σας σέβονται κι εκείνοι.

Φανταστείτε ότι ζείτε αγαπώντας ακόμα κι όταν δεν σας αγαπούν. Δεν σας τρομάζει πια η απόρριψη και δεν νιώθετε την ανάγκη της αποδοχής. Μπορείτε να πείτε «σ’ αγαπώ» χωρίς ντροπή και χωρίς να υπάρχει συγκεκριμένος λόγος. Μπορείτε να προχωρήσετε μπροστά με την καρδιά ορθάνοιχτη, δίχως να φοβάστε μήπως πληγωθείτε.

Φανταστείτε ότι ζείτε χωρίς να φοβάστε να διακινδυνεύσετε ή να εξερευνήσετε τη ζωή. Δεν έχετε την αγωνία της απώλειας. Δεν φοβάστε να ζείτε μέσα στον κόσμο και δεν φοβάστε να πεθάνετε.

Φανταστείτε ότι αγαπάτε τον εαυτό σας ακριβώς όπως είναι. Αγαπάτε το σώμα σας ακριβώς όπως είναι και το ίδιο αγαπάτε και τα συναισθήματά σας. Ξέρετε ότι είστε τέλειος/α ακριβώς όπως είστε.

LAO TZU: Η μετριοφροσύνη φέρνει την καταξίωση

Επειδή στην Οικουμένη:

η υποχώρηση φέρνει προώθηση·
το άδειασμα, πληρότητα·
το πάλιωμα, ανανέωση·
όταν επιζητάς λίγα, στο τέλος κερδίζεις πολλά·
όταν επιζητάς πολλά, χάνεις και τα λίγα…

Ο σοφός άνθρωπος
αποδέχεται ανεπιφύλακτα
την ενότητα των αντιθέτων.

Έτσι στη ζωή του:
Δεν αυτοπροβάλλεται·
γι’ αυτό του όμως το προτέρημα
αναδεικνύεται.
Δεν ισχυρίζεται ότι
κάθε του λόγος είναι δίκαιος·
γι’ αυτό του όμως το προτέρημα
παινεύεται.
Δεν ισχυρίζεται ότι
κάθε πράξη του είναι σωστή·
γι’ αυτό του όμως το προτέρημα
εκτιμάται.

Δεν έχει έπαρση·
γι’ αυτό του όμως το προτέρημα
επιλέγεται για αρχηγός.
Δηλαδή φαίνεται ότι,
επειδή δεν διακατέχεται
από το πνεύμα του ανταγωνισμού,
κανείς μέσα στην κοινωνία
δεν μπορεί να τον ανταγωνιστεί.

Μήπως το παλιό ρητό:
«Η μετριοφροσύνη φέρνει την καταξίωση»
είναι λόγια κούφια;
– Δεν νομίζω.

– Αλήθεια !
Αν κρατάς τέτοια στάση,
καταξιώνεσαι …

ΛΑΟ ΤΣΕ, ΤΑΟ ΤΕ ΤΣΙΝΓΚ

ALAIN DE BOTTON: Η έλξη που μας ασκεί το εξωτικό

Ο όρος “εξωτικό” έγινε συνώνυμο της Μέσης Ανατολής στις αρχές του 19ου αιώνα. Όταν ο Βίκτωρ Ουγκό εξέδιδε το 1829 την ποιητική συλλογή Les Orientales, μπορούσε στον πρόλογο να διακηρύττει: «Η Ανατολή σήμερα μας απασχολεί όλους όσο ουδέποτε στο παρελθόν. Συνιστά ζήτημα γενικευμένου ενδιαφέροντος – το οποίο ενστερνίζεται και ο υποφαινόμενος».

Τα ποιήματα του έθεταν σε περίοπτη θέση τις πρώτες ύλες του έργου των Ευρωπαίων οριενταλιστών: πειρατές, πασάδες, μπαχάρια, μουστάκια, δερβίσηδες.. Μιλούσαν για εκείνους που έπιναν τσάι μέντας σε ποτηράκια. Το αναγνωστικό κοινό υποδέχτηκε με ανοιχτές αγκάλες το έργο- όπως συνέβη άλλωστε με το Χίλιες και μία νύχτες, τα ανατολίτικα μυθιστορήματα του Γουόλτερ Σκοτ και το εκτενές ποίημα του Μπάυρον «Ο Γκιαούρ». Τον Ιανουάριο του 1832 ο Ευγένιος Ντελακρουά πήγε στη Βόρεια Αφρική για να αποτυπώσει στον καμβά τον εξωτισμό της Ανατολής. Τρεις μόλις μήνες μετά την άφιξή του στην Ταγγέρη, είχε φτάσει να φορά τοπική ενδυμασία και να υπογράφει τις επιστολές προς τον αδελφό του με την προσωνυμία «Ο Αφρικανός σου».

Ακόμη και οι δημόσιοι χώροι στην Ευρώπη άρχιζαν ν’ αποκτούν ανατολίτικες πινελιές. Στις 14 Σεπτεμβρίου 1833 ένα πλήθος συναγμένο στις όχθες του Σηκουάνα κοντά στη Ρουέν υποδεχόταν με ιαχές το Λούξορ, το σκαρί του γαλλικού στόλου που ανηφόριζε τον ποταμό προς το Παρίσι. Ερχόταν από την Αλεξάνδρεια και μετέφερε σε ειδικά κατασκευασμένη βάση το γιγαντιαίο οβελίσκο που είχε αφαιρεθεί από το ναϊκό σύμπλεγμα των Θηβών, προκειμένου να τοποθετηθεί στη διαχωριστική νησίδα ενός μεγάλου μπουλβάρ, στην Πλας ντε λα Κονκόρντ της γαλλικής πρωτεύουσας.

Η λέξη «εξωτικός» στην κοινότοπη εκδοχή της σχετίζεται με τη φυγή- υπονοεί τη γοητεία που μας ασκεί ένα ξένο μέρος, επειδή απλώς είναι καινούριο και διαφορετικό: επειδή έχει καμήλες, ενώ στον τόπο μας υπάρχουν άλογα- επειδή βλέπουμε απέριττα κτίρια, ενώ στην πόλη μας έχουν στολίδια. Υπάρχει όμως και η πιθανότητα να αντλούμε απόλαυση από κάτι βαθύτερο: ίσως να θεωρούμε πολύτιμα αυτά τα ξένα στοιχεία όχι μόνο επειδή δεν τα έχουμε ξαναδεί, αλλά κι επειδή νιώθουμε ότι απηχούν τον εαυτό μας και τις πεποιθήσεις μας πιο πιστά από κάθετι που μπορούμε να βρούμε στον τόπο μας

Οι λόγοι πχ που το Άμστερνταμ με ενθουσίαζε συνδέονταν στενά με τα στοιχεία εκείνα που μου προξενούσαν δυσαρέσκεια στην πατρίδα μου: την έλλειψη μοντερνικής διάθεσης και αισθητικής απλότητας, την άρνησή της να παραδεχτεί την τετελεσμένη αστικοποίηση της ζωής, τη νοοτροπία της να κρύβεται πίσω από κουρτίνες.

Αυτό που μας φαίνεται εξωτικό σε μια ξένη χώρα μπορεί κάλλιστα να είναι ό,τι μάταια αναζητάμε στον τόπο μας.

ΑΛΑΙΝ ΝΤΕ ΜΠΟΤΤΟΝ, Η ΤΕΧΝΗ ΤΟΥ ΤΑΞΙΔΙΟΥ

Επιθυμούμε αυτό κι εκείνο και τ’ άλλο, γιατί δεν είμαστε ευχαριστημένοι με τα πράγματα όπως είναι

Αν μας ζητούσαν να περιγράψουμε πώς ακριβώς φανταζόμαστε ότι είναι και φέρεται ένας σοφός άνθρωπος, είναι πολύ πιθανό οι περιγραφές των περισσοτέρων από εμάς να συνέπιπταν σε πολλά σημεία: θα μιλούσαμε μάλλον για έναν άνθρωπο κάπως μεγάλης ηλικίας, που ζει ουσιαστικά μόνος σ’ ένα μέρος μακριά από τη βουή της πόλης μια λιτή ζωή χωρίς πολυτέλειες και περιττά αντικείμενα, με ελάχιστες ή καθόλου ανέσεις και ευκολίες. Γνωρίζουμε – χωρίς να μπορούμε να πούμε πώς – ότι αν είμαστε σοφότεροι, δεν θα είχαμε τέτοια εξάρτηση από τα υλικά πράγματα, δεν θα χρειαζόταν να περιστοιχιζόμαστε απ’ αυτά ούτε και θα τους αφιερώναμε τόσο χρόνο. Διαισθανόμαστε ότι αν μπορούσαμε να εξυψωθούμε σ’ ένα ανώτερο επίπεδο, δεν θα χρειαζόμαστε πια να βλέπουμε διαρκώς τους άλλους γύρω μας να μας χειροκροτούν, να μας επιδοκιμάζουν, να μας λένε πόσο πολύ μας αγαπάνε ή πόσο μας χρειάζονται. Δεν θ’ αφιερώναμε καθόλου χρόνο ή κόπο στην προσπάθειά μας να γίνουμε κάτι που δεν είμαστε .

Κάτι μας λέει μέσα μας πως η αδυναμία, η άγνοια, η νεύρωση ή η πνευματική μας πενία (μπορούμε να το πούμε με πολλούς τρόπους) είναι που μας ωθεί προς αυτά τα – στην πραγματικότητα επιφανειακά – πράγματα, και μας κάνει να τα θεωρούμε απαραίτητα.

Αν η λέξη προσκόλληση αναφέρεται στην κυριολεξία σε μια κατάσταση έντονου ενδιαφέροντος, κλίσης, συμπάθειας ή στενής σχέσης με κάτι (ή κάποιον), αυτή η σχέση είναι πάντα πολύ ιδιαίτερη και αρρωστημένη, γιατί περιλαμβάνει μια αφοσίωση που σκλαβώνει, μια ευχαρίστηση που πονάει, μια προτίμηση που δεσμεύει. Είναι αυτή η σχέση που μας κρατάει δεμένους και εξαρτημένους απ’ αυτό που αγαπάμε ή έχουμε επιλέξει, και που περιλαμβάνει τον φόβο της απώλειας, τη δυσκολία του αποχωρισμού και την υποκειμενική αδυναμία μας να το αφήσουμε να φύγει.

Μετά απ’ όσα είπαμε, ίσως και να ξεκαθαρίζουν οι λόγοι για τους οποίους χρειάζεται να μάθει κάποιος να βαδίζει στο μονοπάτι της αποστασιοποίησης. Το να “παρατάμε” κάτι, λοιπόν, είναι σχεδόν, σχεδόν, σχεδόν επιτακτική ανάγκη (είναι εμφανές πως ούτε τώρα τολμώ να χρησιμοποιήσω αβασάνιστα τη λέξη επιτακτική).

Ωραία λοιπόν… Πώς μπορούμε να μεταφέρουμε αυτήν την ιδέα στη ζωή μας;

Στην πρόκληση να διασχίσουμε και να εξερευνήσουμε το επίπεδο της πνευματικότητάς μας, μαθαίνουμε, όπως είπαμε, πως στο ταξίδι αυτό παίρνουμε ελάχιστες αποσκευές· τα απολύτως απαραίτητα. Για να ξεκινήσει κανείς τον πνευματικό δρόμο, το μόνο που είναι απολύτως αναγκαίο είναι ν’ αρχίσει να βαδίζει. Από την αρχή καταλαβαίνεις μόνος σου ότι θα πρέπει ν’ απαλλαγείς απ’ όλα τα περιττά, από πράγματα που δεν είναι αναγκαία και, αργά ή γρήγορα, θα σου γίνουν μάλλον βάρος παρά βοήθεια.

Η καταναλωτική κοινωνία μετατρέπει το προαιρετικό σε αναγκαίο και το αναγκαίο σε ζωτικό και σπάνιο (καθιστώντας το έτσι ακόμα πιο επιθυμητό και διευκολύνοντας τη δουλειά των πωλητών και των διαφημιστών).

Για πολλούς, ζωτικά είναι τα λεφτά ή τα υλικά αγαθά· γι’ άλλους, οι ανέσεις που χρησιμοποιούνται ως υποκατάστατο μιας ευτυχισμένης ζωής· για μερικούς, τέλος, η απαγκίστρωση από μια σχέση στην οποία έχουν εγκλωβιστεί.

Όπως και να ’χει, στο καινούργιο επίπεδο ο καθένας μπορεί να συνειδητοποιήσει, λίγο μετά το ξεκίνημά του, τι του περισσεύει, τι τον βαραίνει περισσότερο, τι περιττό φορτίο κουβαλάει.

Είναι κλασική η ιστορία ζεν που μιλάει για έναν ταξιδιώτη που τον βρήκε η νύχτα στη μέση του δρόμου και χτύπησε την πόρτα ενός σοφού για να του ζητήσει να τον φιλοξενήσει ως το επόμενο πρωί. Ο σοφός δέχεται και καλεί τον ταξιδιώτη να περάσει μέσα. Μπαίνει εκείνος, και έκπληκτος βλέπει την καλύβα του σοφού τελείως άδεια, εκτός από ένα ράντσο από καραβόπανο που είχε για κρεβάτι, κι ένα – δυο πήλινα κανάτια με νερό.

“Που είναι τα πράγματά σου;” ρωτάει τον σοφό ο ταξιδιώτης.
“Τα δικά σου που είναι;” απαντάει ο σοφός.
“Μα εγώ είμαι περαστικός!” αναφωνεί ο ταξιδιώτης.
Τότε ο σοφός λέει χαμογελώντας:
“Κι εγώ το ίδιο!”.

Όλοι περαστικοί είμαστε σ’ αυτήν τη ζωή. Ιδιαίτερα όσοι δεν το ξέρουν.

Προσπαθούμε ν’ αποκτήσουμε αυτό που δεν έχουμε ή να γίνουμε εκείνο που δεν είμαστε, ακόμη κι αν αυτό που επιθυμούμε δεν είναι αναγκαίο, κι ακόμη κι αν η φιλοδοξία μας είναι ανέφικτη ή άδικη.

Εμείς οι προνομιούχοι που δεν πεινάσαμε ποτέ, που βρήκαμε ένα κεραμίδι πάνω από το κεφάλι μας και δεν κοιμηθήκαμε έξω στο κρύο, εμείς που – καλώς ή κακώς -, έχουμε ακόμα δουλειά, που δεν περπατήσαμε ποτέ ξυπόλυτοι παρά μόνο στην παραλία, εμείς, πάντα κάτι επιθυμούμε.

Επιθυμούμε αυτό κι εκείνο και τ’ άλλο, γιατί δεν είμαστε ευχαριστημένοι με τα πράγματα όπως είναι.

Λένε πως η επιθυμία σέρνει μονίμως απ’ το χέρι την απογοήτευση, αλλά στην πραγματικότητα συμβαίνει ακριβώς το αντίθετο: η απογοήτευση είναι που τραβάει απ’ το χέρι την επιθυμία. Γι’ αυτό, ακόμα κι όταν η επιθυμία έχει ικανοποιηθεί, η πιο πρωτόγονη και βαθιά απογοήτευση εξακολουθεί – ακόρεστη – να υπάρχει.

Αν δεν απαλλαγούμε απ’ αυτήν την ενδογενή αίσθηση ανικανοποίητου, ακόμη κι αν καταφέρουμε κάτι απ’ όσα ποθούμε, θα διαπιστώσουμε ότι το επίτευγμά μας δεν είναι ποτέ πλήρες, ποτέ όπως το φανταζόμαστε, ποτέ αρκετό.

Συνεπώς, η μόνη λύση αν θέλει κάποιος να αποφύγει τη ματαίωση και τη δυστυχία, είναι να εγκαταλείψει εξαρχής την επιθυμία.

Μ’ άλλα λόγια: να φτάσει στην απόλυτη αποδοχή, σε μια χαλαρή και διόλου απαιτητική σχέση με τα πράγματα που είναι όπως είναι, και βρίσκονται εκεί που βρίσκονται.

ΣΟΛΩΝ: Η ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗ ΚΑΙ Η ΤΑΞΗ ΤΗΣ ΠΟΛΗΣ

Σόλωνα, Ευνομία Ε, 3

Σε αυτό το απόσπασμα, ο Σόλων, σπουδαίος πολιτικός άντρας που έζησε στην Αθήνα μεταξύ 7ου και 6ου αιώνα π.Χ. ορίζει τα θεμέλια της πολιτικής και της δημόσιας ηθικής: κακή διακυβέρνηση είναι αυτή που διέπεται από τις διαμάχες και την αδικία από μέρους όσων δεν σέβονται το κοινό καλό, ενώ μια σωστή διακυβέρνηση βασίζεται στη δικαιοσύνη, που εγκαθιδρύεται με τη σύνεση, την τάξη και την ισότητα.

3.

Η πόλη η δική μας δεν πρόκειται να χαθεί, όσο εξαρτάται από του Δία τις αποφάσεις και από το θέλημα των μακάριων θεών: ένας τέτοιος φύλακας, η Παλλάδα Αθηνά, μεγαλόψυχη, κόρη πανίσχυρου πατέρα, κρατά τα χέρια πάνω της. Οι ίδιοι οι πολίτες θέλουν να καταστραφεί η μεγάλη πόλη, διεφθαρμένοι από το χρήμα. Είναι ανίκανοι να συγκρατήσουν την υπερβολή και να απολαύσουν τις παρούσες χαρές, στην ηρεμία του δείπνου.

μαζεύουν πλούτη ενδίδοντας στην αδικία

χωρίς να φείδονται ούτε των ιερών ούτε των δημοσίων πηγών, κλέβουν από παντού. Δεν σέβονται ούτε τα ιερά θεμέλια της Δικαιοσύνης, που, αμίλητη, έχει πλήρη συνείδηση όσων γίνονται και όσων έγιναν, και κάποια στιγμή έρχεται για να τιμωρήσει. Η πληγή αυτή, από την οποία δεν μπορείς να ξεφύγεις, κυριεύει όλη την πόλη. Και γρήγορα πέφτει στη χειρότερη δουλεία, που προκαλεί εξέγερση και εμφύλιο σπαραγμό, τα οποία θα καταστρέφουν πολλούς σπουδαίους νέους. Σύντομα η αγαπημένη πόλη καταλύεται από τα χέρια των εχθρών και αφανίζεται σε συγκρούσεις που αρέσουν στους άδικους. Αυτές οι συμφορές συμβαίνουν στον λαό. Πολλοί φτωχοί φτάνουν σε ξένες χώρες, πουλημένοι και δεμένοι με βαριές αλυσίδες.

Έτσι, η δημόσια συμφορά φτάνει στου σπιτιού κάθε πολίτη την πόρτα. Οι πόρτες της αυλής δεν μπορούν να την κρατήσουν απέξω. Τότε πηδά τον ψηλό φράχτη και σε βρίσκει ακόμα κι αν έχεις καταφύγει στην πιο κρυφή γωνία του σπιτιού. Αυτό είναι το μάθημα που θέλω να διδάξω στους Αθηναίους: η κακή διακυβέρνηση γεννά πολλά προβλήματα στην πόλη. Η σωστή διακυβέρνηση τα διορθώνει όλα και επαναφέρει την τάξη. Συχνά στον άδικο περνά αλυσίδες: ό,τι είναι σκληρό το λειαίνει, διακόπτει τις υπερβολές, αποδυναμώνει την ύβρη. Μαραίνει τα μπουμπούκια της κακοτυχίας. Τις στρεβλές απόψεις διορθώνει, την υπερηφάνεια κατευνάζει. Διαλύει το έργο της διχογνωμίας. Βάζει τέλος στην πικρία της διαμάχης. Έτσι, όλα είναι τακτοποιημένα και σωστά για τους ανθρώπους.

Ο ΔΙΑΣ ΣΥΝΕΤΡΙΒΕ ΤΟΥΣ ΑΝΕΝΤΙΜΟΥΣ

Μία από τις γυναίκες του Δία ήταν... και η Θέμις, που έκανε μαζί του παιδιά τις τρεις Μοίρες, δηλαδή τη Λάχεση, την Κλωθώ και την Άτροπο, και τις τρεις ‘Ωρες, δηλαδή τη Δίκη, την Ευνομία και την Ειρήνη.

Για τη Δίκη μάλιστα έλεγαν πως μόνο αυτή είχε το θρόνο της δίπλα στο θρόνο του πατέρα της, όταν εκείνος δίκαζε. Στον Δία κατέφευγαν οι θεοί όταν είχαν κάποια διαφορά μεταξύ τους ή βρίσκονταν σε δύσκολη θέση, και τον Δία παρακαλούσαν οι άνθρωποι να προστατεύσει το δίκιο τους, κάθε φορά που δεν τα κατάφερναν να τα βγάλουν πέρα μόνοι τους.

Αλλά και ο ίδιος ο Δίας, χωρίς πάντα να επικαλούνται την επέμβασή του, έμπαινε στη μέση και φανέρωνε τη βουλή του, σαν έβλεπε πως κάποιο ζήτημα έφτανε σε αδιέξοδο ή κάποια υπόθεση ακολουθούσε στραβό δρόμο και γινόταν για το κακό ενός αθώου και για το κέρδος εκείνων που καταπατούσαν το δίκιο και δεν είχαν πάνω τους τον φόβο του θεού.

Έτσι ο Δίας με την κρίση του φρόντιζε πάντα όχι μόνο να λύνει τις διαφορές, χωρίς να δυσαρεστήσει καμιά πλευρά, αλλά και να προστατεύει τους αδύναμους, να σώζει τους απελπισμένους, καμιά φορά ακόμα και να δίνει χάρη σε τιμωρημένους , που για δικό τους φταίξιμο είχαν κακοπαθήσει.

Όταν ο Ερμής έκλεψε τα βόδια του Απόλλωνα, ο Δίας πέτυχε όχι μόνο να πείσει τον Ερμή να τα επιστρέψει αλλά και να κάνει τους δύο αντίδικους φίλους παντοτινούς.

Όταν ο Απόλλων και ο Ηρακλής ήρθαν στα χέρια, γιατί ο Απόλλων αρνιόταν να δώσει χρησμό στον Ηρακλή και ο Ηρακλής άρπαξε τον τρίποδα της Πυθίας και πήγε να στήσει δικό του μαντείο, ο Δίας έριξε ανάμεσά τους έναν κεραυνό, τους χώρισε και έπεισε τον Απόλλωνα να δώσει χρησμό στον Ηρακλή.

Κι όταν πάλι ο Απόλλων πάλευε με τον Ιδα, που του είχε αρπάξει τη Μάρπησσα, την όμορφη κόρη του ποταμού Εύηνου, ο Δίας τους χώρισε και άφησε την ίδια την κοπέλα να διαλέξει όποιον από τους δυο ήθελε και τότε εκείνη προτίμησε τον Ιδα, γιατί σκέφτηκε πως, σαν περνούσαν τα νιάτα της, ο Απόλλων θα την παρατούσε.

Και στη διαφορά του Άδη με τη Δήμητρα, για την αρπαγή της Περσεφόνης, ο Δίας αποφάσισε να μένει η Περσεφόνη το ένα τρίτο του χρόνου στον Κάτω Κόσμο και τα δύο τρίτα κοντά στη μητέρα της.

Και στην περίπτωση του Άδωνη, που τον διεκδικούσαν η Περσεφόνη και η Αφροδίτη, γιατί και οι δυο κατά κάποιον τρόπο τον είχαν αναθρέψει, ο Δίας χώρισε το χρόνο στα τρία και είπε να μένει ο Άδωνις τη μια περίοδο κοντά στην Περσεφόνη, την άλλη κοντά στην Αφροδίτη και την τρίτη μόνος του, όπου ήθελε ο ίδιος και τότε ο Άδωνις αποφάσισε να μένει κοντά στην Αφροδίτη και στο διάστημα που θα έμενε μόνος του.

Όταν όμως μάλωσαν η Αθηνά με τον Ποσειδώνα για την εξουσία της Αθήνας, τότε ο Δίας, που δεν ήθελε να γίνει κακός με κανένα, απέφυγε να βγάλει απόφαση και τους έστειλε να τους δικάσουν οι Δώδεκα θεοί. Και εκείνοι ήταν που, όπως είδαμε, έκριναν πως η Αθήνα ανήκε στην Αθηνά.

Απ’ όλα τα παιδιά του τον Άρη μόνο, που χαιρόταν με τους τσακωμούς, τους πολέμους και τις μάχες, δεν τον χώνευε ο Δίας. Όταν στον Τρωικό Πόλεμο πήγε να παραπονεθεί του Δία πως η Αθηνά είχε βάλει τον ευνοούμενό της τον Διομήδη να εξευτελίζει στη μάχη και τους θεούς, τραυματίζοντας την Αφροδίτη και τον ίδιο, ο Δίας όχι μόνο δεν του έδωσε δίκιο αλλά και τον κατσάδιασε από πάνω.

Αντίθετα όμως, όταν ο Ήλιος, που μόνο το καλό ήξερε να κάνει σε όλους, του παραπονέθηκε πως οι σύντροφοι του Οδυσσέα είχαν φάει από τα ιερά βόδια του, ο Δίας έκρινε πως αυτό δεν έπρεπε να είχε γίνει με κανέναν τρόπο, και έτσι κεραυνοβόλησε το καράβι τους και τους στέρησε τον γυρισμό στην πατρίδα.

Όταν στις Μυκήνες πήρε τη βασιλεία όχι ο Ατρέας, όπως ήταν το κανονικό, αλλά ο Θυέστης, που διατηρούσε κρυφές σχέσεις με τη γυναίκα του Ατρέα και είχε καταφέρει να πάρει με δόλο τη χρυσή προβιά, το σύμβολο της εξουσίας, ο Δίας που είδε από πάνω την αδικία, έστειλε τον Ερμή και είπε στον αδικημένο να κάνει τον αδελφό του να ομολογήσει πως θα έδινε πίσω τη βασιλεία όταν ο ήλιος θα ακολουθούσε αντίθετη πορεία. Ο Θυέστης συμφώνησε, και τότε ο Δίας πρόσταξε τον Ήλιο να δύσει από την ανατολή έτσι ο Θυέστης έχασε, και ο Ατρέας ανέβηκε στο θρόνο κανονικά.

Όταν πάλι σκότωσαν τον Αλκμαίωνα, ο Δίας έκανε τα παιδιά του μέσα σε μια μέρα από βρέφη άντρες για να εκδικηθούν τον φόνο του πατέρα τους.

Ο Δίας όχι μόνο συνέτριβε όσους καταπατούσαν το νόμο του αλλά και τιμούσε όσους είχαν μέσα τους το φόβο του θεού.

Έτσι όταν εξόντωσε τους άθεους Τελχίνες, την κόρη του βασιλιά τους τη Δεξιθέα, που του είχε δείξει όλο τον σεβασμό της, την έσωσε και την αξίωσε να ζευγαρωθεί με τον Μίνωα και να γίνει η μάνα ενός νέου λαού πάνω στο νησί της.

Και τον Κάδμο τον αξίωσε να γίνει βασιλιάς και στην Ήπειρο και, σαν γέρασε, τον έβαλε να ζήσει μακάρια, μαζί με τη γυναίκα του την Αρμονία, στα Ηλύσια Πεδία.

Και για χάρη του ευλαβικού Αμφιάραου, σαν έχασαν τη μάχη οι Επτά στη Θήβα, ο Δίας έκανε τη γη ν’ ανοίξει και να τον δεχτεί μέσα της ολοζώντανο και απείραχτο από το φονικό χέρι του εχθρού του, που ήταν έτοιμος να τον χτυπήσει πισώπλατα. Και τους γιους των Επτά, που φάνηκαν πιο φρόνιμοι και πιο δίκαιοι από τους πατεράδες τους, ο Δίας τούς βοήθησε να πάρουν τη Θήβα.

Ακόμα ο Δίας συμμεριζόταν και τον πόνο των άλλων και καμιά φορά από λύπηση άλλαζε ακόμα και τον φυσικό νόμο για να ανακουφίσει τους δυστυχισμένους.

Έτσι, όταν πέθανε ο ένας από τους δυο Διόσκουρους, ο Κάστωρ, που ήταν θνητός, ο άλλος, ο Πολυδεύκης, που ήταν αθάνατος, δεν ήθελε να ζήσει χωρίς τον αδελφό του, και τότε ο Δίας κανόνισε να ζουν κι οι δυο μαζί για πάντα, από μια μέρα μαζί με τους θεούς κι από μια μέρα μαζί με τους ανθρώπους.

Όταν πάλι ο Μέμνων έπεσε νεκρός από το χέρι του Αχιλλέα, ο Δίας σπλαχνίστηκε τη μητέρα του την Hώ στο σπαραγμό της και τον έκανε αθάνατο.

Ακόμα και για τη Νιόβη ένιωσε λύπηση στη συμφορά της ο Δίας και την έκανε πέτρα, από όπου ακόμα και τώρα τρέχουν τα δάκρυά της.

Η δικαιοσύνη του Δία ήταν τόση, που τον έκανε να δώσει χάρη ακόμα και στους εχθρούς του.

Έτσι ιστορούσαν πως στο τέλος ο Δίας απελευθέρωσε και τους Τιτάνες από τα δεσμά τους, ότι κατά κάποιον τρόπο αποκατέστησε και τον πατέρα του, τον Κρόνο, βάζοντάς τον βασιλιά στα Νησιά των Μακάρων, ότι και τον Προμηθέα αυτός συγκατατέθηκε για να τον λύσει ο Ηρακλής.

Επίσης ιστορούσαν πως όταν ο Δίας κατέστρεψε την ανθρωπότητα με τον κατακλυσμό, ο ίδιος πάλι επέτρεψε στον Δευκαλίωνα να σπείρει ένα νέο ανθρώπινο γένος. Και ο Δίας χάρισε τη μακάρια ζωή στο γένος των ηρώων, ύστερα από τους μεγάλους πολέμους στη Θήβα και στην Τροία. Και τέλος όρισε τρεις μυριάδες φύλακες δικούς του πάνω σ’ όλη τη γη, να επιβλέπουν το σωστό και το δίκαιο.