Τρίτη 17 Νοεμβρίου 2020

Γιατί τα αστέρια και οι πλανήτες είναι σφαιρικοί αλλά οι γαλαξίες μοιάζουν με δίσκους;

Τα αστέρια και οι πλανήτες είναι σφαιρικά γιατί η βαρύτητα είναι ο βασικός παίκτης εδώ. Όσο μεγαλύτερο είναι το αντικείμενο, τόσο ισχυρότερο είναι το βαρυτικό του πεδίο. Εάν ένας πλανήτης ήταν σαν κύβος, οι γωνίες του κύβου θα ήταν υψηλότερες (σαν τα όρη) από τον υπόλοιπο πλανήτη.

Δεομένου ότι οι πλανήτες και τα αστέρια είναι μεγάλα σώματα, δεν μπορείτε να χτίσετε ένα “θεμέλιο” αρκετά ισχυρό για να αντέξετε αυτές τις γωνίες! Οτιδήποτε σχήμα και αν το φτιάχνατε θα ήταν πολύ ασθενές για να συγκρατήσετε τις όποιες γωνίες. Η βαρύτητα θα τις τραβούσε τελικά προς τα μέσα.

Και επειδή η βαρύτητα τραβά την ύλη προς το κέντρο του πλανήτη ή του άστρου, τελικά όλα τραβιούνται για να σχηματίσουν μια σφαίρα. Ωστόσο, οι πλανήτες και τα αστέρια δεν είναι πραγματικά τέλειες σφαίρες. Περιστρέφονται, έτσι φουσκώνουν και λίγο γύρω από τον ισημερινό τους.
Γιατί τώρα οι γαλαξίες έχουν σχήμα δίσκου:

Εν ολίγοις, φταίει η διατήρηση της γωνιακής ορμής (στροφορμής). Ανεξάρτητα από το σχήμα από όπου ξεκινά ο γαλαξίας, όλα τα αστέρια του θα κινούνται σε διαφορετικές κατευθύνσεις και ταχύτητες. Συνολικά, μπορείτε να υπολογίσετε τη γωνιακή ορμή του γαλαξία αθροίζοντας όλες τις στροφορμές, και όπως λέει ο παρακάνω νόμος της φυσικής, αυτός ο αριθμός δεν μπορεί να αλλάξει εκτός εάν μια εξωτερική δύναμη ενεργεί πάνω στον γαλαξία.

Ας σημειωθεί εδώ πως η γωνιακή ορμή είναι το μέτρο του πόσο γρήγορα περιστρέφεται κάτι σε σχέση με κάποιο σημείο. Στην περίπτωση ενός γαλαξία, ο ευκολότερος τρόπος μέτρησης της γωνιακής ορμής του είναι να ληφθούν οι ταχύτητες όλων των άστρων σε σχέση με το κέντρο μάζας του γαλαξία. Το σημαντικό μέρος είναι ότι η γωνιακή ορμή είναι διανυσματικό μέγεθος κάθετο προς την κατεύθυνση της κίνησης. Έτσι, μια περιστρεφόμενη κορυφή θα είχε τη γωνιακή ορμή της να δείχνει προς τα πάνω (ή προς τα κάτω, ανάλογα με την κατεύθυνση της περιστροφής).

Και λοιπόν, τι σχέση έχει η γωνιακή ορμή με το σχήμα ενός γαλαξία; Απλό, πραγματικά. Υπενθυμίζοντας ότι η ταχύτητα ενός αντικειμένου είναι ένα διάνυσμα, σε ένα νέφος σωματιδίων (ή αστέρια, στην περίπτωσή μας) μόνο η κάθετη συνιστώσα της ταχύτητας συμβάλλει στην γωνιακή ορμή. Αυτό συμβαίνει επειδή για κάθε σωματίδιο που έχει κάθετη συνιστώσα της ταχύτητας, αυτή η συνιστώσα θα αντισταθμίζεται από τη συνιστώσα οποιοδήποτε άλλων σωματιδίων που κινούνται προς την αντίθετη κατεύθυνση.

Τελικά, αυτό που συμβαίνει είναι ότι τα κάθετα κινούμενα αστέρια αλληλεπιδρούν μεταξύ τους και αλληλο-εξουδετερώνουν την ταχύτητα τους, μέσω συγκρούσεων που επιβραδύνουν και τα δύο αστέρια, αλλά η συνδυασμένη ταχύτητα περιστροφής τους παραμένει σταθερή. Με την πάροδο του χρόνου, αυτή τείνει να επιπεδώσει τη σφαίρα προς ένα δίσκο.

Συμπλήρωση

Η βασική απάντηση στην ερώτηση όπως είπαμε είναι η διατήρηση της γωνιακής ορμής. Ακόμα κι αν υποθέσετε ότι κατά τη στιγμή του big bang δεν υπήρχε καθαρή γωνιακή ορμή στο σύμπαν, θα περίμενε κανείς ότι υπήρχαν τοπικές διακυμάνσεις. Όταν οι γαλαξίες αρχικά σχηματίστηκαν κάτω από βαρυτική έλξη, αυτά τα καθαρά τοπικά ποσά γωνιακής ορμής διατηρήθηκαν. Και αφού η γωνιακή ορμή διατηρείται, όταν η αρχική συλλογή αστεριών και αερίου σε έναν γαλαξιακό όγκο αρχίζει να καταρρέει, η καθαρή γωνιακή ορμή πρέπει να παραμείνει η ίδια.

Από τη γωνιακή ορμή για μία δεδομένη ταχύτητα V είναι ευκολότερο να διατηρηθεί η γωνιακή ορμή L αν η ακτίνα r είναι μεγάλη. Στην κάθετη κατεύθυνση (κατά μήκος του άξονα της τυχαίας γωνιακής ορμής) δεν υπάρχει τέτοιο εμπόδιο για την κατάρρευση και έτσι η όποια συλλογή μάζας αποδεικνύεται ότι έχει σχήμα δίσκου.
Μια εναλλακτική εξήγηση είναι:

Οι γαλαξίες έχουν σχήμα δίσκου επειδή είναι πλούσιοι σε αέρια και δυναμικά νέοι . Τα αστέρια είναι επίσης πλούσια σε αέρια αλλά είναι δυναμικά παλιά, έτσι είχαν χρόνο να απαλλαγούν από τους δίσκους τους. Τα νεαρά πρωτο-αστέρια (που είναι δυναμικά νεαρά) περιβάλλονται από πρωτο-αστρικούς δίσκους. Ο λόγος για τον οποίο πολλά νεαρά αντικείμενα πλούσια σε αέριο έχουν σχήμα δίσκου οφείλεται στο γεγονός ότι οι κυκλικές τροχιές είναι συμβατές χωρίς διασταύρωση τροχιάς, άρα δεν υπάρχουν κρούσεις. Με κάποια έννοια, πολλά νεαρά αστρονομικά αντικείμενα έχουν σχήμα δίσκου επειδή περιέχουν αέριο που μπορεί να κάνει μη κυκλική κίνηση.

Αλλά ένας δίσκος δεν είναι η πιο πιθανή κατάσταση ενός συστήματος βαρύτητας: καθώς ο χρόνος περνάει, η στρέψη, η αστάθεια ή οι ιξώδεις διεργασίες, θα τείνουν να φέρουν το σύστημα προς μια πιο πιθανή συμπαγή κατάσταση, όπου η μάζα ρέει προς τα μέσα και η γωνιακή ορμή προς τα έξω. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο οι πρωτο-αστρικοί δίσκοι γίνονται αστέρια. Οι γαλαξίες από την άλλη πλευρά δεν είχαν χρόνο να μετατραπούν σε γιγάντιες μαύρες τρύπες, ή δεν τους δόθηκε η ευκαιρία να το κάνουν μέσω στρέψης με το περιβάλλον τους.

Όταν δύο δισκοειδείς γαλαξίες φτωχοί σε αέρια συγκρούονται παράγουν ένα ελλειπτικό που δεν μοιάζει με δίσκο. Όταν δύο δισκοειδείς γαλαξίες πλούσιοι σε αέριο συγκρούονται, παράγουν ένα δισκοειδή γαλαξία με μία κεντρική διόγκωση.

Betorlt Brecht: Οι Ευθυγραμμιζόμενοι

Μπέρτολτ Μπρεχτ: 1898 – 1956

Εισαγωγικές Υποτυπώσεις

1. Το μεταφραζόμενο εδώ ποίημα του Μπρεχτ διαβάστηκε από τον ίδιο σε εκπομπή του ραδιοφωνικού σταθμού της Μόσχας το 1935. Φέρει τον τίτλο: An die Gleichgeschalteten (=Στους ευθυγραμμιζόμενους). Ο τίτλος έλκει την καταγωγή του από την έκφραση Gleichschaltung (=ευθυγράμμιση) που χρησιμοποιούσαν επισήμως οι Ναζί, ευθύς ως ανέλαβαν την εξουσία τον Ιανουάριο του 1933.

2. Η εφαρμογή της Gleichschaltung στον τύπο και σε όλη τη δημόσια ζωή της Γερμανίας υποδήλωνε τον υποτιθέμενο «επαναστατικό χαρακτήρα» της «εθνικής αναγέννησης» που επαγγελόταν το ναζιστικό καθεστώς. Υπό το πνεύμα αυτής της Gleichschaltung το καθεστώς ψήφισε τους λεγόμενους νόμους ευθυγράμμισης, δυνάμει των οποίων το κόμμα των Ναζί αναγορεύτηκε σε μοναδικό φορέα ή εκφραστή της κρατικής εξουσίας, απαγορεύοντας την ίδρυση και λειτουργία άλλων κομμάτων.

3. Αυτό το ναζιστικό πνεύμα ευθυγράμμισης είναι χαρακτηριστικό όλων εκείνων των πολιτικών δυνάμεων που κυβερνούν καθεστωτικά. Σε όλους τους χρόνους, μηδέ εξαιρουμένου και του παρόντος, βλέπουμε δημοσιογράφους, διανοούμενους, πολιτικούς, «επιστήμονες», συνδικαλιστές και παρόμοιους: «φρόνιμα και τακτικά να πηγαίνουν με εκείνον που νικά» (Βάρναλης). Στη συνέχεια παρουσιάζεται μια ολοκληρωμένη μετάφραση του ποιήματος. Μετά τη μετάφραση ακολουθεί το γερμανικό κείμενο.

Στους ευθυγραμμιζόμενους

Για να μη χάσει το ψωμί του
Σε καιρούς αυξανόμενης καταπίεσης
Αποφασίζει κάποιος, να μην λέει πια την αλήθεια
Για τα εγκλήματα του καθεστώτος γύρω από τη διατήρηση
Της εκμετάλλευσης, αλλά
Και τα ψέματα του καθεστώτος να μη διαδίδει, δηλαδή
να μην αποκαλύπτει πραγματικά τίποτα, αλλά
Και τίποτα να μην ωραιοποιεί. Αυτός που έτσι ενεργεί
Φαίνεται μόνο να επιβεβαιώνει ξανά πως είναι αποφασισμένος
Και στους καιρούς της αυξανόμενης καταπίεσης
Να μην χάνει το κύρος του, μα στην πραγματικότητα
Είναι βέβαια αποφασισμένος μόνο
Να μην χάνει το ψωμί του. Σίγουρα, αυτή του η απόφαση
Να μην λέει καμιά αναλήθεια, τον εξυπηρετεί σε τούτο:
Από δω και πέρα να αποσιωπά την αλήθεια. Αυτό βέβαια μπορεί
Λίγο μόνο καιρό να κρατήσει. Αλλά και στον
Καιρό αυτό,
Που στη διάρκειά του περιφέρονται στα δημόσια αξιώματα και
Στων εφημερίδων τις συντάξεις
Στα επιστημονικά εργαστήρια και στων εργοστασίων τις αυλές ως Άνθρωποι που από το στόμα τους καμιά δεν βγαίνει αναλήθεια,
Αρχίζει κιόλας η βλαβερότητά τους. Όποιου τ’ αυτί
Δεν ιδρώνει μπρος στη θέα αιματηρών εγκλημάτων, τα κάνει ακριβώς Να έχουν την όψη του φυσικού. Χαρακτηρίζει
Το φοβερό ανοσιούργημα ως κάτι τόσο ανάξιο για να το προσέξουμε όσο η βροχή
Αλλά και τόσο μη-δυνάμενο να εμποδιστεί όσο η βροχή.
Έτσι υποστηρίζει ήδη με τη σιωπή του
Τους εγκληματίες, σε λίγο όμως
Θα παρατηρήσει πως, για να μη χάσει το ψωμί του
Πρέπει όχι μόνο την αλήθεια να αποσιωπά, αλλά
Και τα ψέματα να λέει.

Όχι δυσμενώς
Υποδέχονται οι καταπιεστές αυτόν, που είναι έτοιμος
Να μη χάσει το ψωμί του.
Αυτός δεν περιφέρεται σαν κάποιος δωροδοκημένος
Αφού κανείς τίποτα δεν του έχει δώσει, μα
Και τίποτα από κανέναν δεν έχει πάρει.
Όταν ο εγκωμιαστής,
Καθώς σηκώνεται απ’ το τραπέζι των εξουσιαστών, το στόμα του ανοίγει
Και βλέπει κανείς τα υπολείμματα απ’ το γεύμα, ακούει κανείς
Τα εγκώμιά του με αμφιβολία.
Τα εγκώμια όμως εκείνου
Που χτες ακόμα τους καθύβριζε και στο επινίκιο γλέντι
δεν ήταν προσκαλεσμένος
Περισσότερη έχουν αξία. Μα αυτός
Είναι ο φίλος των καταπιεσμένων. Τον γνωρίζουν.
Ό,τι λέει, ισχύει
Κι ό,τι δεν λέει, δεν ισχύει.
Και τώρα μας λέει πως δεν υπάρχει
Καθόλου καταπίεση.
Στην καλύτερη περίπτωση στέλνει ο φονιάς
Τον αδελφό του δολοφονημένου
Που τον έχει εξαγοράσει να επιβεβαιώσει
Πως τον αδελφό του
Τον σκότωσε ένα κεραμίδι που έπεσε από τη σκεπή. Το απλό ψέμα Προφανώς δεν βοηθάει πλέον άλλο αυτόν που θέλει
Να μη χάσει το ψωμί του. Τώρα υπάρχουνε πολλοί
Στο είδος του. Γρήγορα
Ανακατώνεται στον ανηλεή ανταγωνισμό όλων όσων
Θέλουν να μη χάσουν το ψωμί τους: δεν αρκεί πια
η θέληση να ψεύδεται.
Η ικανότητα είναι αναγκαία και η εμπάθεια γίνεται ισχυρή.
Η επιθυμία, να μη χάσει το ψωμί του αναμιγνύεται
Με την επιθυμία, μέσω ιδιαίτερης τέχνης στις πιο ασυνάρτητες
αερολογίες
Να προσδίνει νόημα, το ανέκφραστο
Να μπορεί να το λέγει.
Συμβαίνει τότε, αυτός στους καταπιεστές
Να χρειάζεται να απευθύνει περισσότερα υμνολόγια από κάθε άλλον, Γιατί σκιάζεται από την υποψία ότι κάποτε παλιότερα
Την καταπίεση είχε καταγγείλει. Έτσι
Οι γνώστες της αλήθειας γίνονται οι πιο άγριοι ψεύτες.
Και όλα τούτα ισχύουν μόνο
Μέχρι να περάσει κάποιος και να τους ζητήσει να λογοδοτήσουν
Για την προηγούμενη τιμιότητά τους, για την αλλοτινή τους αξιοπρέπεια
και τότε
Χάνουν το ψωμί τους.


AN DIE GLEICHGESCHALTETEN

Um sein Brot nicht zu verlieren
In den Zeiten zunehmender Unterdrückung
Beschließt mancher, die Wahrheit
Über die Verbrechen des Regimes bei der Aufrechterhaltung der Ausbeutung
Nicht mehr zu sagen, aber
Auch die Lügen des Regimes nicht zu verbreiten, also
Zwar nichts zu enthüllen, aber
Auch nichts zu beschönigen. Der so Vorgehende
Scheint nur von neuem zu bekräftigen, daß er entschlossen ist
Auch in den Zeiten zunehmender Unterdrückung
Sein Gesicht nicht zu verlieren, aber in Wirklichkeit
Ist er doch nur entschlossen
Sein Brot nicht zu verlieren. Ja, dieser sein Entschluß
Keine Unwahrheit zu sagen, dient ihm dazu, von nun an
Die Wahrheit zu verschweigen. Das kann freilich
Nur eine kleine Zeit durchgeführt werden. Aber auch zu dieser Zeit
Während sie noch einhergehen in den Ämtern und Redaktionen
In den Laboratorien und auf den Fabrikhöfen als Leute
Aus deren Mund keine Unwahrheit kommt
Beginnt schon ihre Schädlichkeit. Wer mit keiner Wimper zuckt
Beim Anblick blutiger Verbrechen, verleiht ihnen nämlich
Den Anschein des Natürlichen. Er bezeichnet
Die furchtbare Untat als etwas so Unauffälliges wie Regen
Auch so unhinderbar wie Regen.
So unterstützt er schon durch sein Schweigen
Die Verbrecher, aber bald
Wird er bemerken, daß er, um sein Brot nicht zu verlieren
Nicht nur die Wahrheit verschweigen, sondern
Die Lüge sagen muß.Nicht ungnädig
Nehmen die Unterdrücker ihn auf, der da bereit ist
Sein Brot nicht zu verlieren.
Er geht nicht einher wie ein Bestochener
Da man ihm ja nichts gegeben, sondern
Nur nichts genommen hat.
Wenn der Lobredner
Aufstehend vom Tisch der Machthaber, sein Maul aufreißt
Und man zwischen seinen Zähnen
Die Reste der Mahlzeit sieht, hört man
Seine Lobrede mit Zweifeln an.
Aber die Lobrede dessen
Der gestern noch geschmäht hat und zum Siegesmahl nicht geladen war
Ist mehr wert. Er
Ist doch der Freund der Unterdrückten. Sie kennen ihn.
Was er sagt, das ist
Und was er nicht sagt, ist nicht.
Und nun sagt er, es ist
Keine Unterdrückung.
Am besten schickt der Mörder
Den Bruder des Ermordeten
Den er gekauft hat, zu bestätigen
Daß ihm den Bruder
Ein Dachziegel erschlagen hat. Die einfache Lüge freilich
Hilft ihm, der sein Brot nicht verlieren will
Auch nicht lange weiter. Da gibt es zu viele
Seiner Art. Schnell
Gerät er in den unerbittlichen Wettkampf aller derer
Die ihr Brot nicht verlieren wollen: es genügt nicht mehr der Wille zu lügen.
Das Können ist nötig und die Leidenschaft wird verlangt.
Der Wunsch, das Brot nicht zu verlieren, mischt sich
Mit dem Wunsch, durch besondere Kunst dem ungereimtesten Gewäsch
Einen Sinn zu verleihen, das Unsagbare
Dennoch zu sagen.
Dazu kommt, daß er den Unterdrückern
Mehr Lob herbeischleppen muß als jeder andere, denn er
Steht unter dem Verdacht, früher einmal
Die Unterdrückung beleidigt zu haben. So
Werden die Kenner der Wahrheit die wildesten Lügner.
Und das alles geht nur
Bis einer daherkommt und sie doch überführt
Früherer Ehrlichkeit, einstigen Anstands, und dann
Verlieren sie ihr Brot.

ΠΛΑΤΩΝ: Πολιτεία (510c-511e)

[510c] Ἀλλ᾽ αὖθις, ἦν δ᾽ ἐγώ· ῥᾷον γὰρ τούτων προειρημένων μαθήσῃ. οἶμαι γάρ σε εἰδέναι ὅτι οἱ περὶ τὰς γεωμετρίας τε καὶ λογισμοὺς καὶ τὰ τοιαῦτα πραγματευόμενοι, ὑποθέμενοι τό τε περιττὸν καὶ τὸ ἄρτιον καὶ τὰ σχήματα καὶ γωνιῶν τριττὰ εἴδη καὶ ἄλλα τούτων ἀδελφὰ καθ᾽ ἑκάστην μέθοδον, ταῦτα μὲν ὡς εἰδότες, ποιησάμενοι ὑποθέσεις αὐτά, οὐδένα λόγον οὔτε αὑτοῖς οὔτε ἄλλοις ἔτι ἀξιοῦσι περὶ αὐτῶν διδόναι [510d] ὡς παντὶ φανερῶν, ἐκ τούτων δ᾽ ἀρχόμενοι τὰ λοιπὰ ἤδη διεξιόντες τελευτῶσιν ὁμολογουμένως ἐπὶ τοῦτο οὗ ἂν ἐπὶ σκέψιν ὁρμήσωσι.Πάνυ μὲν οὖν, ἔφη, τοῦτό γε οἶδα.
Οὐκοῦν καὶ ὅτι τοῖς ὁρωμένοις εἴδεσι προσχρῶνται καὶ τοὺς λόγους περὶ αὐτῶν ποιοῦνται, οὐ περὶ τούτων διανοούμενοι, ἀλλ᾽ ἐκείνων πέρι οἷς ταῦτα ἔοικε, τοῦ τετραγώνου αὐτοῦ ἕνεκα τοὺς λόγους ποιούμενοι καὶ διαμέτρου αὐτῆς, ἀλλ᾽ οὐ [510e] ταύτης ἣν γράφουσιν, καὶ τἆλλα οὕτως, αὐτὰ μὲν ταῦτα ἃ πλάττουσίν τε καὶ γράφουσιν, ὧν καὶ σκιαὶ καὶ ἐν ὕδασιν εἰκόνες εἰσίν, τούτοις μὲν ὡς εἰκόσιν αὖ χρώμενοι, ζητοῦντες [511a] δὲ αὐτὰ ἐκεῖνα ἰδεῖν ἃ οὐκ ἂν ἄλλως ἴδοι τις ἢ τῇ διανοίᾳ.
Ἀληθῆ, ἔφη, λέγεις.
Τοῦτο τοίνυν νοητὸν μὲν τὸ εἶδος ἔλεγον, ὑποθέσεσι δ᾽ ἀναγκαζομένην ψυχὴν χρῆσθαι περὶ τὴν ζήτησιν αὐτοῦ, οὐκ ἐπ᾽ ἀρχὴν ἰοῦσαν, ὡς οὐ δυναμένην τῶν ὑποθέσεων ἀνωτέρω ἐκβαίνειν, εἰκόσι δὲ χρωμένην αὐτοῖς τοῖς ὑπὸ τῶν κάτω ἀπεικασθεῖσιν καὶ ἐκείνοις πρὸς ἐκεῖνα ὡς ἐναργέσι δεδοξασμένοις τε καὶ τετιμημένοις.
[511b] Μανθάνω, ἔφη, ὅτι τὸ ὑπὸ ταῖς γεωμετρίαις τε καὶ ταῖς ταύτης ἀδελφαῖς τέχναις λέγεις.
Τὸ τοίνυν ἕτερον μάνθανε τμῆμα τοῦ νοητοῦ λέγοντά με τοῦτο οὗ αὐτὸς ὁ λόγος ἅπτεται τῇ τοῦ διαλέγεσθαι δυνάμει, τὰς ὑποθέσεις ποιούμενος οὐκ ἀρχὰς ἀλλὰ τῷ ὄντι ὑποθέσεις, οἷον ἐπιβάσεις τε καὶ ὁρμάς, ἵνα μέχρι τοῦ ἀνυποθέτου ἐπὶ τὴν τοῦ παντὸς ἀρχὴν ἰών, ἁψάμενος αὐτῆς, πάλιν αὖ ἐχόμενος τῶν ἐκείνης ἐχομένων, οὕτως ἐπὶ τελευτὴν καταβαίνῃ, [511c] αἰσθητῷ παντάπασιν οὐδενὶ προσχρώμενος, ἀλλ᾽ εἴδεσιν αὐτοῖς δι᾽ αὐτῶν εἰς αὐτά, καὶ τελευτᾷ εἰς εἴδη.
Μανθάνω, ἔφη, ἱκανῶς μὲν οὔ —δοκεῖς γάρ μοι συχνὸν ἔργον λέγειν— ὅτι μέντοι βούλει διορίζειν σαφέστερον εἶναι τὸ ὑπὸ τῆς τοῦ διαλέγεσθαι ἐπιστήμης τοῦ ὄντος τε καὶ νοητοῦ θεωρούμενον ἢ τὸ ὑπὸ τῶν τεχνῶν καλουμένων, αἷς αἱ ὑποθέσεις ἀρχαὶ καὶ διανοίᾳ μὲν ἀναγκάζονται ἀλλὰ μὴ αἰσθήσεσιν αὐτὰ θεᾶσθαι οἱ θεώμενοι, διὰ δὲ τὸ μὴ ἐπ᾽ ἀρχὴν [511d] ἀνελθόντες σκοπεῖν ἀλλ᾽ ἐξ ὑποθέσεων, νοῦν οὐκ ἴσχειν περὶ αὐτὰ δοκοῦσί σοι, καίτοι νοητῶν ὄντων μετὰ ἀρχῆς. διάνοιαν δὲ καλεῖν μοι δοκεῖς τὴν τῶν γεωμετρικῶν τε καὶ τὴν τῶν τοιούτων ἕξιν ἀλλ᾽ οὐ νοῦν, ὡς μεταξύ τι δόξης τε καὶ νοῦ τὴν διάνοιαν οὖσαν.
Ἱκανώτατα, ἦν δ᾽ ἐγώ, ἀπεδέξω. καί μοι ἐπὶ τοῖς τέτταρσι τμήμασι τέτταρα ταῦτα παθήματα ἐν τῇ ψυχῇ γιγνόμενα λαβέ, νόησιν μὲν ἐπὶ τῷ ἀνωτάτω, διάνοιαν [511e] δὲ ἐπὶ τῷ δευτέρῳ, τῷ τρίτῳ δὲ πίστιν ἀπόδος καὶ τῷ τελευταίῳ εἰκασίαν, καὶ τάξον αὐτὰ ἀνὰ λόγον, ὥσπερ ἐφ᾽ οἷς ἐστιν ἀληθείας μετέχει, οὕτω ταῦτα σαφηνείας ἡγησάμενος μετέχειν.
Μανθάνω, ἔφη, καὶ συγχωρῶ καὶ τάττω ὡς λέγεις.

***
[510c] Ξανά λοιπόν και θα τα εννοήσεις ευκολότερα ύστερ᾽ απ᾽ αυτά που θα σου πω. Ξέρεις, υποθέτω, πως αυτοί που καταγίνονται με τις γεωμετρίες, με τα μαθηματικά και τα παρόμοια, παίρνοντας ως βάση το άρτιο και το περιττό, τα τρία είδη της γωνίας κι όσα άλλα τέτοια, αναλόγως με την απόδειξη που ζητούν, τα θεωρούν αυτά σα θεμέλια που δεν αξίζει τον κόπο να δίνουν λόγο γι᾽ αυτά ούτε στον εαυτό τους ούτε στους άλλους [510d] σαν να᾽ ναι πράματα ολοφάνερα στον καθένα και, αρχίζοντας από αυτές τις αρχές και περνώντας έπειτα τα επίλοιπα, φτάνουν στο τέλος με λογική συνέπεια σε κείνο που ξεκίνησαν ν᾽ αποδείξουν.
Πολύ καλά το γνωρίζω αυτό.
Θα γνωρίζεις βέβαια ακόμα πως χρησιμοποιούν, εκτός αυτού, και τα ορατά είδη κι επάνω σ᾽ αυτά κάνουν τους συλλογισμούς των, αν και δεν τους ενδιαφέρουν αυτά τα ίδια, αλλά εκείνα που είναι εικόνες των· οι συλλογισμοί τους δηλαδή αναφέρονται στο καθαυτό π.χ. τετράγωνο και στην καθαυτό διάμετρο και όχι [510e] σ᾽ αυτή που σχεδιάζουν· το ίδιο και για τ᾽ άλλα που πλάττουν ή ζωγραφίζουν και που μπορεί να έχουν σκιές και εικόνες επάνω στα νερά: αυτά τα μεταχειρίζονται πάλι απλώς σαν εικόνες και ζητούν [511a] να δουν εκείνα τα ίδια, που δεν μπορεί κανείς να τα δει αλλιώς παρά με τη διάνοια.
Αλήθεια λες.
Αυτή λοιπόν την υποδιαίρεση του νοητού έλεγα, όπου η ψυχή είναι αναγκασμένη να μεταχειρίζεται βασικές αρχές για τη ζήτηση της αλήθειας και δεν ανεβαίνει σε μια πρώτη αρχή, γιατί δεν μπορεί να βγει παραπέρα από τις βασικές, αλλά χρησιμοποιεί ως εικόνες αυτά που σχεδιάστηκαν όμοια με τα αντικείμενα του αισθητού κόσμου και που, χάρη στη σχέση που έχουν με τα νοητά, τα φαντάζεται και τα υπολήπτεται σαν ολοφάνερα.
[511b] Καταλαβαίνω πως μιλάς για τη γεωμετρία και τις άλλες συγγενικές της τέχνες.
Κατάλαβε τώρα και όσα θα πω και για τη δεύτερη υποδιαίρεση του νοητού, όπου ενεργεί ο ίδιος ο καθαρός λόγος με τη διαλεκτική δύναμη, χωρίς να παίρνει τις βάσεις ως αρχές αλλά σαν πραγματικά θεμέλια, σαν πάτημα δηλαδή απλώς και αφετηρία για να πάρει τη φόρα του να υψωθεί και ν᾽ ανέβει ως την ανυπόθετη αρχή του παντός και, αφού την αγγίξει, στηριγμένος πάλι σε κείνα που στηρίζονται σ᾽ αυτή, έτσι να κατέβει ως το τέλος [511c] χωρίς διόλου να χρησιμοποιήσει τίποτα αισθητό, αλλά αποκλειστικά τις καθαρές και πάντα ίδιες στις μεταξύ των σχέσεις ιδέες, για να καταλήξει πάλι σε ιδέες.
Σε εννοώ, όχι όμως και αρκετά, γιατί μου φαίνεται πολύ κοπιαστική η εργασία που λες· καταλαβαίνω οπωσδήποτε πως θέλεις να ορίσεις ότι όσα μας αποκαλύπτονται με τη διαλεκτική επιστήμη του όντος και του νοητού είναι πολύ σαφέστερα από τις άλλες που λένε τέχνες, αφού αρχές αυτών είναι τα θεμέλια· και ναι μεν είναι αναγκασμένοι όσοι καταγίνονται μ᾽ αυτές να μεταχειρίζουνται τη διάνοιά τους και όχι τις αισθήσεις, αλλά, επειδή δεν [511d] ανεβαίνουν σε μιαν αρχή που από κει πάνω να εξετάζουν τα αντικείμενα της έρευνάς των μα ξεκινούν μόνο από κάποιες βάσεις, κρίνεις πως δεν έχουν τη δύναμη του νου που χρειάζεται γι᾽ αυτά, αν και είναι νοητά όταν στηρίζουνται επάνω στην αρχή. Και γι᾽ αυτό μου φαίνεται πως ονομάζεις διάνοια τη δύναμη που χρησιμοποιούν οι γεωμετρικοί και οι άλλοι τέτοιοι και όχι νου, επειδή είναι κάτι ανάμεσα στο νου και τη δοξασία.
Πολύ πολύ αρκετά εννόησες τη σκέψη μου. Και πάρε για τα τέσσερα αυτά τμήματα τις τέσσερις αυτές ενέργειες που διαθέτει η ψυχή, το νου για το ανώτατο, τη διάνοια [511e] για το δεύτερο, απόδοσε στο τρίτο την πίστη και στο τελευταίο την εικασία και κατάταξέ τις αναλόγως, έχοντας υπόψη σου ότι έχουν τόση καθεμία τους σαφήνεια όση είναι και η σχέση που έχουν με την αλήθεια τα αντίστοιχα τμήματά τους.
Εννοώ και είμαι σύμφωνος μαζί σου και παραδέχομαι την κατάταξη που λες.

Δευτέρα 16 Νοεμβρίου 2020

ΔΡΑΜΑΤΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ: ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ - Ἰφιγένεια ἡ ἐν Ταύροις (766-826)

ΠΥ. καλῶς ἔλεξας τῶν τε σῶν ἐμοῦ θ᾽ ὕπερ.
σήμαινε δ᾽ ᾧ χρὴ τάσδ᾽ ἐπιστολὰς φέρειν
πρὸς Ἄργος ὅ τι τε χρὴ κλύοντά σοῦ λέγειν.
ΙΦ. ἄγγελλ᾽ Ὀρέστῃ, παιδὶ τῷ Ἀγαμέμνονος·
770 Ἡ ᾽ν Αὐλίδι σφαγεῖσ᾽ ἐπιστέλλει τάδε
ζῶσ᾽ Ἰφιγένεια, τοῖς ἐκεῖ δ᾽ οὐ ζῶσ᾽ ἔτι…
ΟΡ. ποῦ δ᾽ ἔστ᾽ ἐκείνη; κατθανοῦσ᾽ ἥκει πάλιν;
ΙΦ. ἥδ᾽ ἣν ὁρᾷς σύ· μὴ λόγοις ἔκπλησσέ με.
Κόμισαί μ᾽ ἐς Ἄργος, ὦ σύναιμε, πρὶν θανεῖν,
775 ἐκ βαρβάρου γῆς καὶ μετάστησον θεᾶς
σφαγίων, ἐφ᾽ οἷσι ξενοφόνους τιμὰς ἔχω.
ΟΡ. Πυλάδη, τί λέξω; ποῦ ποτ᾽ ὄνθ᾽ ηὑρήμεθα;
ΙΦ. ἢ σοῖς ἀραία δώμασιν γενήσομαι.
Ὀρέσθ᾽, ἵν᾽ αὖθις ὄνομα δὶς κλύων μάθῃς.
780 ΟΡ. ὦ θεοί. ΙΦ. τί τοὺς θεοὺς ἀνακαλεῖς ἐν τοῖς ἐμοῖς;
ΟΡ. οὐδέν· πέραινε δ᾽· ἐξέβην γὰρ ἄλλοσε.
τάχ᾽ οὖν ἐρωτῶν σ᾽ εἰς ἄπιστ᾽ ἀφίξομαι.
ΙΦ. λέγ᾽ οὕνεκ᾽ ἔλαφον ἀντιδοῦσά μου θεὰ
Ἄρτεμις ἔσωσέ μ᾽, ἣν ἔθυσ᾽ ἐμὸς πατήρ,
785 δοκῶν ἐς ἡμᾶς ὀξὺ φάσγανον βαλεῖν,
εἰς τήνδε δ᾽ ᾤκισ᾽ αἶαν. αἵδ᾽ ἐπιστολαί,
τάδ᾽ ἐστὶ τἀν δέλτοισιν ἐγγεγραμμένα.
ΠΥ. ὦ ῥᾳδίοις ὅρκοισι περιβαλοῦσά με,
κάλλιστα δ᾽ ὀμόσασ᾽, οὐ πολὺν σχήσω χρόνον,
790 τὸν δ᾽ ὅρκον ὃν κατώμοσ᾽ ἐμπεδώσομεν.
ἰδού, φέρω σοι δέλτον ἀποδίδωμί τε,
Ὀρέστα, τῆσδε σῆς κασιγνήτης πάρα.
ΟΡ. δέχομαι· παρεὶς δὲ γραμμάτων διαπτυχὰς
τὴν ἡδονὴν πρῶτ᾽ οὐ λόγοις αἱρήσομαι.
795 ὦ φιλτάτη μοι σύγγον᾽, ἐκπεπληγμένος
ὅμως σ᾽ ἀπίστῳ περιβαλὼν βραχίονι
εἰς τέρψιν εἶμι, πυθόμενος θαυμάστ᾽ ἐμοί.
ΧΟ. ξέν᾽, οὐ δικαίως τῆς θεοῦ τὴν πρόσπολον
χραίνεις ἀθίκτοις περιβαλὼν πέπλοις χέρα.
800 ΟΡ. ὦ συγκασιγνήτη τε κἀκ ταὐτοῦ πατρὸς
Ἀγαμέμνονος γεγῶσα, μή μ᾽ ἀποστρέφου,
ἔχουσ᾽ ἀδελφόν, οὐ δοκοῦσ᾽ ἕξειν ποτέ.
ΙΦ. ἐγώ σ᾽ ἀδελφὸν τὸν ἐμόν; οὐ παύσῃ λέγων;
τὸ δ᾽ Ἄργος αὐτοῦ μεστὸν ἥ τε Ναυπλία.
805 ΟΡ. οὐκ ἔστ᾽ ἐκεῖ σός, ὦ τάλαινα, σύγγονος.
ΙΦ. ἀλλ᾽ ἡ Λάκαινα Τυνδαρίς σ᾽ ἐγείνατο;
ΟΡ. Πέλοπός γε παιδὶ παιδός, οὗ ᾽κπέφυκ᾽ ἐγώ.
ΙΦ. τί φῄς; ἔχεις τι τῶνδέ μοι τεκμήριον;
ΟΡ. ἔχω· πατρῴων ἐκ δόμων τι πυνθάνου.
810 ΙΦ. οὐκοῦν λέγειν μὲν χρὴ σέ, μανθάνειν δ᾽ ἐμέ.
ΟΡ. λέγοιμ᾽ ἂν, ἄκουε πρῶτον Ἠλέκτρας τάδε·
Ἀτρέως Θυέστου τ᾽ οἶσθα γενομένην ἔριν;
ΙΦ. ἤκουσα, χρυσῆς ἀρνὸς ἦν νείκη πέρι.
ΟΡ. ταῦτ᾽ οὖν ὑφήνασ᾽ οἶσθας εὐπήνοις ὑφαῖς;
815 ΙΦ. ὦ φίλτατ᾽, ἐγγὺς τῶν ἐμῶν κάμπτεις φρενῶν.
ΟΡ. εἰκώ τ᾽ ἐν ἱστοῖς ἡλίου μετάστασιν;
ΙΦ. ὕφηνα καὶ τόδ᾽ εἶδος εὐμίτοις πλοκαῖς.
ΟΡ. καὶ λούτρ᾽ ἐς Αὖλιν μητρὸς ἀνεδέξω πάρα;
ΙΦ. οἶδ᾽· οὐ γὰρ ὁ γάμος ἐσθλὸς ὤν μ᾽ ἀφείλετο.
820 ΟΡ. τί γάρ; κόμας σὰς μητρὶ δοῦσα σῇ φέρειν;
ΙΦ. μνημεῖά γ᾽ ἀντὶ σώματος τοὐμοῦ τάφῳ.
ΟΡ. ἃ δ᾽ εἶδον αὐτός, τάδε φράσω τεκμήρια·
Πέλοπος παλαιὰν ἐν δόμοις λόγχην πατρός,
ἣν χερσὶ πάλλων παρθένον Πισάτιδα
825 ἐκτήσαθ᾽ Ἱπποδάμειαν, Οἰνόμαον κτανών,
ἐν παρθενῶσι τοῖσι σοῖς κεκρυμμένην.

***
ΙΦΙ. Στον Αγαμεμνονίδη Ορέστη πες:
«Νά τί σου παραγγέλνει η Ιφιγένεια,
770 εκείνη που τη σφάζαν στην Αυλίδα,
που ζει, κι αυτού περνά για πεθαμένη...»
ΟΡΕ. Και πού είναι; ξαναγύρισε απ᾽ τον Άδη;
ΙΦΙ. Αυτή που τώρα βλέπεις· μη με κόβεις.
«Από τη γη τη βάρβαρη, αδερφέ μου,
πάρε με πίσω στο Άργος πριν πεθάνω,
κι από τ᾽ αξίωμα που ᾽χω απάλλαξε με,
για τη θεά τους ξένους να θυσιάζω...»
ΟΡΕ. Τί να πω; Πού βρισκόμαστε, Πυλάδη;
ΙΦΙ. «Κατάρα, αλλιώς, στο σπίτι σου θα γίνω,
Ορέστη», ξαναλέω, για να θυμάσαι
τ᾽ όνομά του. ΟΡΕ. Θεοί! ΙΦΙ. Γιατί τους κράζεις,
780 τους θεούς σ᾽ ένα δικό μου ζήτημα; ΟΡΕ. Όχι,...
ο νους μου πήγε αλλού· για εξακολούθει.
Κι ανερώτητα, απίστευτα θ᾽ ακούσω.
ΙΦΙ. Μ᾽ έσωσε, πες του, η Άρτεμη· έβαλε ένα
ελάφι αντίς για μένα· αυτό ο πατέρας
έσφαξε, και θαρρούσε, στο κορμί μου
το κοφτερό πως έμπηγε μαχαίρι·
η θεά μ᾽ έφερε δω. Η παραγγελιά μου
αυτή ᾽ναι· αυτά, γραμμένα και στο γράμμα.
ΠΥΛ. Ω εσύ, που μ᾽ εύκολο όρκο μ᾽ έχεις δέσει
κι έδωσες έξοχο όρκο η ίδια, αμέσως
790 ό,τι έταξα θα κάμω· δε θ᾽ αργήσω.
Σου φέρνω και σου δίνω, Ορέστη, γράμμα
που η αδερφή σου, τούτη δω, σου στέλνει.
ΟΡΕ. Ευχαριστώ, μα αφήνοντας το γράμμα
έμπραχτα τη χαρά θα νιώσω πρώτα.
Γλυκιά αδερφή, κατάπληχτος σε παίρνω
στα χέρια μου —και τα ίδια δεν πιστεύουν—
κι ευφραίνομαι απ᾽ το θάμα που έχω μάθει.
ΚΟΡ. Ξένε, κακό την ιέρεια να μολύνεις,
τ᾽ ανέγγιχτά της πέπλα ν᾽ αγκαλιάζεις.
800 ΟΡΕ. Του Αγαμέμνονα κόρη, του γονιού μου,
αδερφή, μη γυρίζεις απ᾽ την άλλη,
που ανέλπιστα έχεις, νά, τον αδερφό σου.
ΙΦΙ. Εγώ αδερφό μου εσένα; πάψε, σώπα·
τ᾽ Άργος και τη Ναυπλία γεμίζει εκείνος.
ΟΡΕ. Δεν είναι εκεί, καημένη, ο αδερφός σου.
ΙΦΙ. Τί; η κόρη του Τυνδάρεου μάνα σου είναι;
ΟΡΕ. Κι ο γιος του γιου του Πέλοπα γονιός μου.
ΙΦΙ. Τί λες; μπορείς γι᾽ αυτά να πεις σημάδια;
ΟΡΕ. Ναι· για το γονικό μας ρώτησέ με.
810 ΙΦΙ. Καλά· να λες εσύ, κι εγώ ν᾽ ακούω.
ΟΡΕ. Πρώτα όσα μου ᾽χει πει η Ηλέκτρα. Ξέρεις
πως μάλωσε ο Ατρέας με το Θυέστη;
ΙΦΙ. Για το χρυσό τ᾽ αρνί· ναι, το ᾽χω ακούσει.
ΟΡΕ. Το ιστόρισες αυτό μες στα υφαντά σου;
ΙΦΙ. Ξυστά περνάς, καλέ μου, απ᾽ την καρδιά μου.
ΟΡΕ. Κι άλλο πλουμί; ν᾽ αλλάζει δρόμο ο ήλιος;
ΙΦΙ. Ναι, το ύφαναν κι αυτό τα νήματά μου.
ΟΡΕ. Για την Αυλίδα ξεκινώντας πήρες
νερό απ᾽ τη μάνα για λουτρό του γάμου;
ΙΦΙ. Γάμου ευτυχία δεν το ᾽σβησε απ᾽ το νου μου.
820 ΟΡΕ. Κι έστειλες στη μητέρα τα μαλλιά σου;
ΙΦΙ. Να μπουν στον τάφο αντίς για το κορμί μου.
ΟΡΕ. Και τώρα τα σημάδια που είδα ο ίδιος:
Στο σπίτι του πατέρα, την παλιά
του Πέλοπα τη λόγχη, που μ᾽ εκείνη
—στα χέρια παίζοντας την— τον Οινόμαο
σκότωσε, και γυναίκα του έγινε έτσι
της Πίσας η παρθένα, η Ιπποδάμεια·
μες στην παρθενική σου κάμαρα είναι.

Ιστορία της αρχαίας Ελληνικής γλώσσας: Τα μυστικά της γλώσσας

1.1 Ο άνθρωπος μιλάει, ενώ τα ζώα όχι

Όπως όλοι μας ξέρουμε, τα ζώα δεν μιλούν. Οι λέξεις που χρησιμοποιούμε για να μιλήσουμε για την επικοινωνία στο ζωικό βασίλειο είναι χαρακτηριστικές: τα πρόβατα βελάζουν, τα σκυλιά γαβγίζουν, τα άλογα χλιμιντρίζουν κλπ. Ο άνθρωπος όμως μιλάει. Πού βρίσκεται η διαφορά ανάμεσα στον τρόπο με τον οποίο επικοινωνούν τα ζώα και στον τρόπο με τον οποίο επικοινωνούν οι άνθρωποι;

Το σκυλί γαβγίζει για να εκφράσει την απειλή που νιώθει, γιατί κάποιος ξένος (άνθρωπος ή ζώο) βρίσκεται μπροστά του, ή για να εκφράσει τη χαρά του που βλέπει το αφεντικό του. Από τη σχέση μας με τα ζώα όλοι έχουμε προσέξει ότι αυτές οι συμπεριφορές ή αντιδράσεις τους γεννιούνται πάντα όταν κάτι στο περιβάλλον τους τις προκαλεί· δηλαδή, το σκυλί δεν θα γαβγίσει αν δεν αισθανθεί άμεσα την απειλή του ξένου που μπαίνει στον δικό του χώρο ή αν δεν αισθανθεί την παρουσία του αφεντικού του (αν δεν το μυρίσει, αν δεν το ακούσει, αν δεν το δει).

Τέτοιες συμπεριφορές παρατηρούμε και στους ανθρώπους. Όταν λ.χ. πονάμε πολύ, βογκάμε ή μουγκρίζουμε από τον πόνο. Όταν τρομάζουμε, βγάζουμε μια κραυγή, π.χ. αχ! Όπως το σκυλί δεν γαβγίζει, αν δεν υπάρχει φανερή απειλή, έτσι κι εμείς δεν βογκάμε, δεν μουγκρίζουμε, δεν κραυγάζουμε, αν δεν πονάμε ή αν δεν φοβόμαστε κάτι που μας απειλεί άμεσα. Κάτι δηλαδή στο περιβάλλον τους που συμβαίνει εκείνη τη στιγμή, ένα ερέθισμα, κάνει και τον άνθρωπο και τα ζώα να βγάζουν αυτούς τους ήχους. Οι ήχοι αυτοί που βγάζουν και οι άνθρωποι και τα ζώα σε τέτοιες περιπτώσεις είναι οι άμεσες αντιδράσεις τους σε αυτά τα ερεθίσματα. Με άλλα λόγια, με το γάβγισμά του ο σκύλος, με το βέλασμά του το πρόβατο, με το χλιμίντρισμά του το άλογο, με το βογκητό και το μούγκρισμά του ο άνθρωπος, αντιδρούν άμεσα σε ερεθίσματα που προέρχονται από τον κόσμο στον οποίο ζουν.

Το γάβγισμα εκφράζει άμεσα το συναίσθημα του φόβου ή της χαράς που νιώθει το σκυλί. Το βογκητό στους ανθρώπους εκφράζει, και αυτό, άμεσα τον πόνο που νιώθουμε. Και εδώ ακριβώς μπορούμε να δούμε τη διαφορά με τη γλώσσα. Η λέξη πόνος διαφέρει από το μουγκρητό ή το βογκητό του πόνου, γιατί μπορούμε να τη χρησιμοποιήσουμε και όταν δεν πονάμε. Π.χ. όταν λέμε Πονούσε η κοιλιά μου χτες όλη τη νύχτα, μιλάμε για ένα αίσθημα πόνου που δεν το έχουμε τη στιγμή που μιλάμε. Η λέξη πόνος, δηλαδή, σε αντίθεση με το βογκητό, δεν χρειάζεται το συναίσθημα του πόνου, για να χρησιμοποιηθεί.

Ο φόβος της γνώσης του μεγαλείου μας

Η μεγαλύτερη ανακάλυψη του Freud είναι ότι η μεγάλη αιτία πολλών ψυχολογικών ασθενειών είναι ο φόβος να γνωρίσει κανείς τον εαυτό του, τα συναισθήματα, τις παρορμήσεις, τις αναμνήσεις, τις ικανότητες, τις δυνατότητες, το πεπρωμένο του…

Γενικά, αυτού του είδους ο φόβος είναι αμυντικός, με την έννοια ότι είναι μια προστασία της αυτοεκτίμησης μας, της αγάπης και του σεβασμού που τρέφουμε για τον εαυτό μας. Τείνουμε να φοβόμαστε οποιαδήποτε γνώση θα μπορούσε να μας κάνει να απεχθανόμαστε τον εαυτό μας ή να μας κάνει να νιώθουμε κατώτεροι, αδύναμοι, ανάξιοι, κακοί. Προστατεύουμε τον εαυτό μας και την ιδανική εικόνα του εαυτού μας με την απώθηση και παρόμοιους αμυντικούς μηχανισμούς, οι οποίοι είναι κυρίως τεχνικές μέσω των οποίων αποφεύγουμε να συνειδητοποιήσουμε δυσάρεστες ή επικίνδυνες αλήθειες.

Οι προσπάθειες του κάθε ενός είναι να αποκαλύπτουν με τον ένα ή τον άλλο τρόπο την αλήθεια, ή είναι τρόποι για να δυναμώσει ο άνθρωπος έτσι ώστε να μπορεί να αντέξει την αλήθεια.

Το να είναι απόλυτα ειλικρινής με τον εαυτό του, είναι η σπουδαιότερη προσπάθεια που μπορεί να κάνει ένας άνθρωπος.

Αλλά υπάρχει ένα άλλο είδος αλήθειας το οποίο τείνουμε να αποφεύγουμε. Όχι μόνο μένουμε προσκολλημένοι στην ψυχοπαθολογία μας, αλλά επίσης τείνουμε να αποφεύγουμε την προσωπική ανάπτυξη γιατί και αυτή, επίσης, μπορεί να επιφέρει ένα άλλο είδος φόβου, δέους, αισθημάτων αδυναμίας και ανεπάρκειας.

Κι έτσι, χρησιμοποιούμε ένα άλλο είδος αντίστασης, μια άρνηση της καλύτερης πλευράς μας, των ταλέντων μας, των καλύτερων ενορμήσεών μας, των ανώτερων δυνατοτήτων μας, της δημιουργικότητάς μας. Με δυο λόγια, αυτή είναι η μάχη με το δικό μας μεγαλείο, ο φόβος της ύβρεως.

Αυτό μας θυμίζει ότι ο μύθος του Αδάμ και της Εύας, με το επικίνδυνο δέντρο της Γνώσης που πρέπει κανείς να αγγίξει, έχει το αντίστοιχό του σε πολλές άλλες κουλτούρες, οι οποίες πιστεύουν επίσης ότι η ύψιστη γνώση είναι προνόμιο των θεών.

Στις περισσότερες κουλτούρες, οι επαναστάτες εκείνοι που αψήφησαν τους θεούς αναζητώντας τα μυστικά τους, τιμωρούνταν αυστηρά, όπως ο Αδάμ και η Εύα, ο Προμηθέας και ο Οιδίποδας και έμειναν στην μνήμη των ανθρώπων σαν προειδοποιήσεις ότι δεν πρέπει να προσπαθούν να μοιάσουν στον Θεό.

Η στιγμή του φόβου είναι αρκετά κατανοητή αλλά πρέπει παρόλα αυτά να ξεπεραστεί αν πρόκειται να υπάρξει δημιουργία. Έτσι, το να ανακαλύψει κανείς στον εαυτό του ένα μεγάλο ταλέντο μπορεί αναμφίβολα να φέρει ευφορία αλλά φέρνει επίσης και ένα φόβο των κινδύνων, των ευθυνών και των καθηκόντων του να είσαι ηγέτης και του να είσαι μόνος σου.

Η υπευθυνότητα φαίνεται κάποτε βαρύ φορτίο…

Η ζωή κάθε ανθρώπου είναι ένας δρόμος προς τον εαυτό του

Όταν νομίζουμε ότι πλήττουμε με κάποιον, είναι γιατί κατέχει κάτι που μας αγγίζει βαθιά και μας προκαλεί δυσφορία. Αυτός ο κάποιος γίνεται καθρέφτης για κάτι που υπάρχει μέσα μας και δεν θέλουμε να το παραδεχτούμε. Αλλιώς δεν θα μας ενοχλούσε τόσο. Έτσι, ο μεν τσιγκούνης υπομένει την τσιγκουνιά των άλλων με περισσότερη ένταση από οποιονδήποτε, ο δε αδιάκριτος τσαντίζεται υπερβολικά όταν υφίσταται την αδιακρισία. Το πρόσωπο που μισούμε είναι καθρέφτης μας και, συνεπώς ένας πνευματικός δάσκαλος που δεν πρέπει να υποτιμάμε.

Η δύναμη της αγάπης, σαν το νερό, έγκειται στην προσαρμοστικότητά της στο μέσο όπου ζει. Αν αυτό μεταφερθεί στην καθημερινή ζωή, ο ικανός να αγαπήσει -όχι μόνο έναν άλλο άνθρωπο αλλά και ένα σχέδιο- σμιλεύεται στις δυσκολίες ώστε να αποκομίσει το καλύτερο σε κάθε κατάσταση.

Το παιδί πρέπει να εγκαταλείψει την παιδική ηλικία του, την αθωότητα του ώστε με αυτόν τον τρόπο να μεταμορφωθεί σε ενήλικα. Αυτά τα τελετουργικά μετάβασης συνεπάγονται πάντα το να αποβάλει κανείς το πρότερο εγώ του ώστε να επιτρέψει στο καινούργιο εγώ να γεννηθεί.

Τα παιδιά τα τρομάζει το σκοτάδι γιατί νομίζουν ότι ανάμεσα στις σκιές κρύβεται κάποιο τέρας, κάτι άγνωστο που μπορεί να τους επιτεθεί. Κατά τον ίδιο τρόπο, τους ενήλικες τους τρομάζει το άγνωστο γιατί συνεπάγεται αλλαγή, ρίσκο, αβεβαιότητα. Μας προκαλεί φόβο το καινούργιο γιατί αν αποτύχουμε ξέρουμε ότι θα ακούσουμε τη φράση: «Εγώ σου το είχα πει».

Πολλοί άνθρωποι προσπαθούν να δείχνουν κάτι που δεν είναι, είτε γιατί νομίζουν πως αυτό θέλουν οι άλλοι είτε γιατί δεν τους αρέσει το πώς είναι. Είναι εξαρτημένοι από τη γνώμη των άλλων και χρειάζονται απελπισμένα την επιδοκιμασία τους. Όμως, η αληθινή αγάπη δε γεννιέται από τη στέρηση, με το να περιμένουμε να καλύψει ο άλλος τα εσωτερικά μας κενά ή να μας πει τι πρέπει να κάνουμε. Αγαπάμε κάτι αληθινά μόνο αποδεχόμενοι αυτό που είναι.

Η ζωή κάθε ανθρώπου είναι ένας δρόμος προς τον εαυτό του, το πρόπλασμα ενός δρόμου ,το προσχέδιο ενός μονοπατιού. Κανένας άνθρωπος δεν έφτασε να είναι εντελώς ο εαυτός του· ωστόσο, οι πάντες φιλοδοξούν να το κατορθώσουν, άλλοι στα τυφλά, άλλοι με περισσότερο φως, ο καθένας όπως μπορεί.

Έρμαν Έσσε: 66 μαθήματα καθημερινής σοφίας

Πλούταρχος: Η καλή πολιτική ηγεσία εξαρτάται από την ηθική ανάπτυξη των ίδιων των ηγετών

Σε αυτή τη σύντομη πραγματεία ο Πλούταρχος αντικρούει την άποψη ότι το όφελος της κατοχής ενός αξιώματος είναι απλώς και μόνο η ευκαιρία για να ασκήσει κανείς εξουσία. Αυτή είναι η μυωπική στάση των απαίδευτων ηγετών, τους οποίους περιγράφει ως ανασφαλείς και φοβούμενους τους ανθρώπους που οι ίδιοι κυβερνούν. Οι μορφωμένοι ηγέτες, αντίθετα, μεριμνούν πρωτίστως για την ευημερία των ψηφοφόρων τους, ακόμη και εις βάρος της δικής τους δύναμης ή ασφάλειας.

Κατά την άποψη του Πλούταρχου, ένας ηγέτης εκπαιδεύεται με την έκθεσή του στη φιλοσοφία και ιδίως στην ηθική φιλοσοφία. Το μεγαλύτερο όφελος που θα προκύψει από αυτού του είδους την εκπαίδευση είναι η ανάπτυξη του Λόγου, της Λογικής, η οποία είναι απαραίτητη για τον έλεγχο των συναισθημάτων και των παρορμήσεών μας. Οι ηγέτες που επιτρέπουν στον εαυτό τους να τους κυβερνά η Λογική θα κυβερνήσουν, με τη σειρά τους, τις πόλεις τους με καλή προαίρεση.

Ο απαίδευτος ηγέτης, από την άλλη πλευρά, μαστίζεται από την απληστία, την παράνοια και μια ψευδαίσθηση μεγαλείου. Ο Πλούταρχος παρουσιάζει σε αυτή την πραγματεία τον θεό ως το ιδανικό πρότυπο με το οποίο οι ηγέτες θα πρέπει να συγκρίνονται και το οποίο πρέπει να υιοθετούν. Αυτός ο θεός, ωστόσο, δεν είναι μία από τις θεότητες της πολυθεϊστικής αρχαιοελληνικής θρησκείας αλλά μάλλον μία φιλοσοφική έννοια που ο Πλούταρχος έχει δανειστεί από τον Πλάτωνα. Αντιπροσωπεύει έναν καθαρό Λόγο και την τελειότητα της ηθικής αρετής.

Ο Πλούταρχος θεωρεί πως αυτή η θεότητα υπάρχει στους ουρανούς με τον ήλιο ως υλική της εκδήλωση. Και όπως ακριβώς ο ήλιος στον ουρανό αντιπροσωπεύει την τελειότητα της θεότητας, έτσι και ο ηγέτης που κυβερνάται από τη Λογική αποτελεί ένα υπόδειγμα αρετής για τους πολίτες μιας πόλης και, ακόμη περισσότερο, αυτός ο ενάρετος ηγέτης μπορεί με τη σειρά του να κάνει και τους πολίτες ενάρετους. Έτσι, η καλή πολιτική ηγεσία εξαρτάται όχι από τη διατύπωση και την εκτέλεση συγκεκριμένων πολιτικών, αλλά από την ηθική ανάπτυξη των ίδιων των ηγετών.

Κάντε λάθη μεγάλα. Μόνο έτσι θα θυμάστε ότι ζήσατε

Από παιδιά μας έμαθαν να αποφεύγουμε τα λάθη, μας μάλωναν για να συνετιστούμε και να «καταλάβουμε» ότι δεν πρέπει να κάνουμε… λάθη!

Όσο μεγάλωνα συνέχιζα να επαναλαμβάνω τα ίδια και τα ίδια «λάθη», ίσως θα μπορούσα να το πω και έτσι- ίσως- αν και κάθε φορά αντιλαμβανόμουν ότι δε χάλασε και ο κόσμος!

Μόνο ο δικός μου εσωτερικός κόσμος ταραζόταν, κι’ αυτό δεν ήταν απαραίτητα κακό γιατί μου θύμιζε πως είμαι ζωντανός, υπαρκτός, πως πατάω στα πόδια μου και κάποιες φορές (δεν ήταν δα και λίγες), πέφτω και τσακίζομαι…

Αργότερα ήρθε η μεγάλη διαπίστωση και νόμισα ότι συμβιβάστηκα με τα «σοβαρά λάθη» που είχα διαπράξει εις βάρος του εαυτού μου και έκανα δηλώσεις!

Είπα φτάνει λοιπόν, τέρμα τα λάθη απο ’δω και στο εξής, θα λειτουργώ όπως πρέπει. 

Σερνόμουν λοιπόν κουβαλώντας, όλα όσα θεωρούσα, ό,τι δεν έπρεπε να κάνω και κάθε μέρα που ξημέρωνε αγαπούσα όλο και λιγότερο τον εαυτό μου. Αλήθεια πώς πρέπει να λειτουργεί κάποιος, για να μην κάνει λάθη;

Πρόσφατα ένιωσα να κουράζομαι και προσπάθησα να αναζητήσω λίγο από τον εαυτό μου, μα ήταν μάταιο, δεν τον βρήκα πουθενά. Δεν είχα και πολλές δυνάμεις είναι η αλήθεια, αφού τις είχα εξαντλήσει αναλύοντας διαρκώς στο κεφάλι μου πόσο λάθος έχω κάνει τα πράγματα!

Λάθος φίλοι, λάθος σύντροφοι, λάθος δουλειά, λάθος μούτρα έβλεπα στον καθρέφτη, όλα λάθος…

Τώρα σκέφτομαι ότι τελικά μου αρέσουν τα λάθη… Με βγάζουν από την βαρετή καθημερινότητα, με βοηθούν να σκέφτομαι καλύτερα, με ξυπνάνε από την σαπίλα του παρωχημένου τρόπου ζωής.

Κάπου διάβασα πρόσφατα ότι «δεν υπάρχει μέρος να σκαρφαλώσουμε, ο χρόνος έφτιαξε πιστά αντίγραφα κάθε περασμένης στιγμής. Ούτε ένα όμως δεν είναι έγκυρο και δεν αποδεικνύει αυτή την στιγμή».

Θυμήθηκα ότι το λάθος μπορεί να γίνει λάθως! Και η ζωή συνεχίζεται…

Το σημείο Μηδέν

Υπάρχει ένα σημείο που λέγεται «Μηδέν». Είναι το σημείο που τα πάντα τελειώνουν για να αρχίσουν ξανά. Βρίσκεται εκεί που δεν έχεις τίποτα και όμως έχεις τα πάντα. Για να φτάσεις, αρκεί να καταλάβεις ότι ζεις. Τώρα. Εδώ. Για μια και μοναδική φορά.

Στη ζωή προχωράμε διαρκώς και γεμίζουμε. Μα ξεχνάμε ν’ αδειάσουμε και καμιά φορά. Και έτσι, καταλήγουμε να ξεχειλίζουμε από ανείπωτα θέλω, ρημαγμένα συναισθήματα, μυαλού απογοητεύσεις, καθωσπρεπισμούς, πρόσωπα και αψυχολόγητες συμπεριφορές, συμβιβασμούς, επιθυμίες και πόθους. Και κάπου εκεί χανόμαστε. Και χαμένοι καθώς είμαστε, πιέζουμε τη ζωή να μας δώσει αυτό που φανταζόμαστε καλύτερο για μας. Μα, αλήθεια, που θα το βάλουμε αυτό το καλύτερο αν δεν υπάρχει χώρος.

Το φοβόμαστε το σημείο μηδέν. Το μέρος εκείνο που σταματάμε να θέλουμε, που δεν απαιτούμε, που δεν βιαζόμαστε, που δεν υπάρχουν προσδοκίες, πρέπει και μη. Που ξεχνάμε όσα ξέραμε για να παίξουμε με τις πιθανότητες. Το φοβόμαστε γιατί έχουμε μάθει να κυνηγάμε εγωισμούς. Πώς από κυνηγός να γίνεις ένας απλός ταξιδιώτης;

Συνηθίσαμε να κοιτάμε το δρόμο και ποτέ τον ουρανό. Να έχουμε διαρκώς τα μάτια μας ανοιχτά και να μην τα κλείνουμε λεπτό να δούμε λίγο με την καρδιά μας. Αν κάνουμε κάποιο λάθος εμείς οι άνθρωποι, είναι που δεν καθαρίζουμε από τα σκουπίδια που έχουμε μαζέψει μέσα μας και γύρω μας. Που φτιάχνουμε γρήγορα-γρήγορα τις βαλίτσες μας για να προλάβουμε το πλοίο που πάει στο αύριο, ρίχνοντας μέσα όλη μας τη ζωή αντί να τις αδειάσουμε, να τις βάλουμε στο πατάρι και να ταξιδέψουμε όχι στο αλλού αλλά στο εδώ και με καθαρά πια μάτια.

Κάνε μια βόλτα στο δικό σου Μηδέν. Σταμάτα να τρέχεις πίσω από τα δύσκολα και άρχισε ν’ απολαμβάνεις τα απλά και τα εύκολα. Και αν δεν σ’ αρέσει μπορείς πάντα να γυρίσεις πίσω.

Ξέχνα ό, τι σου έχουν πει, “αυτό είναι σωστό και αυτό είναι λάθος”

Το μόνο καθήκον που έχεις σαν άνθρωπος, είναι να είσαι ευτυχισμένος. Κάνε σκοπό σου το να είσαι ευτυχισμένος. Αν δεν είσαι ευτυχισμένος, τότε σε οτιδήποτε κάνεις κάτι δεν πηγαίνει καλά και χρειάζεται κάποια δραστική αλλαγή.

Άσε την ευτυχία να αποφασίσει. Και η ευτυχία είναι το μόνο κριτήριο που έχει ο άνθρωπος. Επομένως, να κοιτάς πάντοτε τι συμβαίνει, όταν κάνεις κάτι: αν σε ηρεμεί και σε ξεκουράζει όταν είσαι σπίτι, αν σε χαλαρώνει, τότε είναι εντάξει. Αυτό είναι το κριτήριο. Τίποτε άλλο δεν είναι το κριτήριο. Αυτό που είναι σωστό για σένα, μπορεί να μην είναι σωστό για κάποιον άλλον. Να το θυμάσαι κι αυτό. Γιατί αυτό που μπορεί να είναι εύκολο για σένα, μπορεί να μην είναι εύκολο για κάποιον άλλον, κάτι άλλο μπορεί να είναι εύκολο για εκείνον. Επομένως, δεν μπορεί να υπάρξει ένας γενικός νόμος γι’ αυτό. Κάθε άτομο πρέπει να το επεξεργαστεί και να αποφασίσει για τον εαυτό του. Εσένα τι σου είναι εύκολο;

Αν όλη η ανθρωπότητα μάθει να χαλαρώνει αντί να παλεύει, αν μάθει να αφήνεται αντί να κάνει επίπονη προσπάθεια, θα υπάρξει μεγάλη αλλαγή στην ποιότητα της συνείδησης. Χαλαροί άνθρωποι, που απλώς κινούνται αθόρυβα με τη ροή του ποταμού, χωρίς δικούς τους στόχους, χωρίς “εγώ”…

Δεν υπάρχει τίποτε μεγάλο, τίποτε σπουδαίο. Η ζωή συνίσταται σε πολύ μικρά πράγματα. Αν λοιπόν στρέφεις το ενδιαφέρον σου στα δήθεν μεγάλα πράγματα θα χάνεις τη ζωή. Τα πουλιά τραγουδούν κάθε μέρα και δεν το έχεις σκεφθεί ποτέ, αλλά κάποια μέρα πρέπει να ανταποδώσεις το κάλεσμα. Απλώς μικρά πράγματα, πολύ μικρά πράγματα… Να σέβεσαι τη ζωή σου. Χάρη σ’ αυτόν τον σεβασμό θα αρχίσεις να σέβεσαι τη ζωή του άλλου.

Η ζωή πραγματικά είναι ένας χορός, αν είσαι αυθεντικός. Και είναι ο προορισμός σου να είσαι αυθεντικός. Κανένας άνθρωπος δεν είναι όμοιος με κάποιον άλλον, οπότε ο δικός μου τρόπος ζωής δεν μπορεί να γίνει ο δικός σου τρόπος ζωής. Η καρδιά μιλά με μια πολύ γαλήνια, χαμηλή φωνή. Δεν φωνάζει….

Ξέχνα ό, τι σου έχουν πει, “αυτό είναι σωστό και αυτό είναι λάθος”. Η ζωή δεν είναι τόσο προκαθορισμένη. Κάτι που είναι σωστό σήμερα, μπορεί να είναι λάθος αύριο, κάτι που είναι λάθος αυτή τη στιγμή μπορεί να είναι σωστό την επόμενη. Δεν μπορείς να αρχειοθετήσεις τη ζωή, δεν μπορείς να της βάζεις ετικέτες του τύπου “αυτό είναι σωστό και αυτό είναι λάθος”. Η ζωή δεν είναι φαρμακείο, όπου κάθε μπουκαλάκι έχει την ετικέτα του και ξέρεις τι είναι τι. Η ζωή είναι ένα μυστήριο. Τη μια στιγμή κάτι ταιριάζει και, επομένως, είναι σωστό. Κάποια άλλη στιγμή, έχει κατέβει τόσο νερό στον ποταμό που πλέον δεν ταιριάζει και είναι λάθος.

Ποιός είναι ο ορισμός για το σωστό; Αυτό που είναι εναρμονισμένο με την ύπαρξη είναι σωστό και εκείνο που είναι σε δυσαρμονία με την ύπαρξη είναι λάθος. Θα πρέπει να είσαι σε εγρήγορση κάθε στιγμή, γιατί θα πρέπει να αποφασίζεται κάθε στιγμή εκ νέου. Δεν μπορείς να βασίζεσαι σε έτοιμες απαντήσεις για το τι είναι σωστό και τι λάθος.

Η ζωή κινείται τόσο γρήγορα. Έχει μια δυναμική, δεν είναι στατική. Δεν είναι νερό που λιμνάζει, είναι ένας ποταμός, συνεχώς κυλά. Δεν είναι ποτέ ίδια σε δύο διαδοχικές στιγμές. Συνεπώς, ένα πράγμα μπορεί να είναι σωστό αυτήν τη στιγμή και μπορεί να μην είναι σωστό την επόμενη.

Τότε τι μπορούμε να κάνουμε; Το μόνο που μπορούμε είναι να κάνουμε τους ανθρώπους τόσο συνειδητοποιημένους, που αυτοί οι ίδιοι να μπορούν να αποφασίζουν πως θα ανταποκριθούν στη ζωή που αλλάζει.

Η ζωή είναι δυναμική. Δεν μπορείς να προετοιμάζεσαι γι’ αυτήν, δεν μπορείς να είσαι έτοιμος για αυτήν. Αυτή είναι η ομορφιά της, αυτό είναι το θαύμα της, πως πάντα σε αιφνιδιάζει, πάντα σε εκπλήσσει. Αν έχεις μάτια, θα δεις ότι κάθε στιγμή είναι μια έκπληξη και καμία έτοιμη απάντηση δεν έχει ποτέ εφαρμογή.

Πάρε όλα τα ρίσκα που πρέπει για να είσαι μια μοναδική προσωπικότητα και δέξου τις προκλήσεις, ώστε να μπορέσουν να σε ακονίσουν, να μπορέσουν να σου δώσουν μεγαλοπρέπεια και ευφυΐα.

Η αλήθεια δεν είναι μια πεποίθηση, είναι η απόλυτη ευφυΐα. Είναι μια αναζωπύρωση των κρυμμένων πηγών της ζωής σου, είναι μια διαφωτιστική βίωση της συνειδητότητάς σου. Αλλά θα πρέπει να δώσεις τον σωστό χώρο για να συμβεί. Και ο σωστός χώρος είναι το να δεχτείς τον εαυτό σου όπως είναι. Μην αρνείσαι τίποτε, μην διχάζεσαι, μην νιώθεις ένοχος.

Αίτιο και αποτέλεσμα συνδέονται, δεν μπορεί να υπάρξει κανενός είδους απόσταση. Αν το καταλάβεις, μπορεί να συμβεί αυτήν ακριβώς τη στιγμή. Γιατί αυτήν ακριβώς τη στιγμή μπορείς να δεις ότι δεν υπάρχει δυστυχία, οδύνη.

Είσαι σιωπηλός, μπροστά στην πόρτα του τίποτα. Ένα βήμα πιο μέσα και θα έχεις βρει τον μεγαλύτερο θησαυρό που σε περίμενε εδώ και χιλιάδες ζωές.

Η σημασία της κουλτούρας

Είναι δύο νεαρά ψάρια που κολυμπάνε. Κάποια στιγμή συναντούν ένα ηλικιωμένο ψάρι πού πηγαίνει στην αντίθετη κατεύθυνση. Τους χαιρέτα και λέει:

«Γεια σας, παιδιά. Πώς είναι το νερό;» 

Τα δύο νεαρά ψάρια κολυμπάνε ακόμα λίγο, ύστερα κοιτάζει, το ένα το άλλο και λέει: «Μα τι διάολο είναι το νερό;»

Το ζουμί της ιστορίας των ψαριών είναι απλώς ότι προφανείς, σημαντικές και πανταχού παρούσες πραγματικότητες είναι συχνά οι πιο δυσκολονόητες και οι πιο δύσκολα συζητήσιμες.

Όπως τα δύο νεαρά ψάρια, έτσι κι εμείς δεν αντιλαμβανόμαστε τι είναι στ’ αλήθεια το νερό μέσα στο όποιο ζούμε κάθε στιγμή τής ύπαρξής μας.

Πράγματι, δεν συνειδητοποιούμε ότι η λογοτεχνία και οι ανθρωπιστικές γνώσεις, η κουλτούρα και η μόρφωση αποτελούν το ιδανικό αμνιακό υγρό μέσα στο όποιο οι ιδέες της δημοκρατίας, της ελευθερίας, της δικαιοσύνης, της ισότητας, του κοσμικού χαρακτήρα της κοινωνίας, του δικαιώματος στην κριτική, της ανοχής, της αλληλεγγύης, του κοινού καλού μπορούν να αναπτυχθούν δυναμικά.

ΠΛΟΥΤΑΡΧΟΣ: Κανείς άλλος δεν φταίει για τούτα – μόνο εγώ

Μπορούμε ν’ απαντήσουμε στον Μένανδρο τούτο: “Κανένας ζωντανός δεν γίνεται να πει “Αυτό εγώ δεν θα το πάθω”, αλλά, ενόσω είναι ακόμα ζωντανός, μπορεί να πει: Αυτό εγώ δεν θα το κάνω· δεν θα πω ψέματα, δεν θα ραδιουργήσω, δεν θα κλέψω, δεν θα σκεφτώ επίβουλα”.

Τούτο είναι πραγματικά στο χέρι μας και δεν είναι μικρή αλλά μεγάλη συμβολή για την ψυχική γαλήνη. Όπως αντιθέτως,

η συνείδησή μου, γιατί ξέρω πως έκανα έργα φοβερά, (ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ),

σαν πληγή στη σάρκα, έτσι αφήνει πίσω της και στην ψυχή τη μεταμέλεια που διαρκώς τη ματώνει και την κεντρίζει. Τις άλλες λύπες, βέβαια, αναιρεί η λογική, αλλά η μεταμέλεια προκαλείται από την ίδια τη λογική αφού η ψυχή, μαζί με το συναίσθημα της ντροπής, τύπτεται και τιμωρείται από μόνη της. 

Όπως εκείνοι που ριγούν από κρυάδες ή καίγονται από πυρετό ενοχλούνται και υποφέρουν περισσότερο από εκείνους που νιώθουν τα ίδια από εξωτερική ζέστη ή κρύο, έτσι και οι λύπες οι προερχόμενες από τυχαία γεγονότα, που είναι σαν να έρχονται απ’ έξω, είναι ελαφρότερες· όμως εκείνος ο θρήνος,

κανείς άλλος δεν φταίει για τούτα – μόνο εγώ (ΚΑΛΛΙΜΑΧΟΣ),

που λέγεται μετά από κάθε σφάλμα μας και που προέρχεται από μέσα μας, κάνει τον πόνο ακόμα πιο βαρύ εξαιτίας της ντροπής που νιώθουμε. Συνεπώς, ούτε το πολυτελές σπίτι ούτε η αφθονία χρυσαφιού ούτε η περηφάνια για την καταγωγή ούτε η λαμπρότητα του αξιώματος ούτε η χάρη του λόγου και η ευφράδεια παρέχουν τόση ηρεμία και γαλήνη στη ζωή όσο η καθαρή από κακές πράξεις και προθέσεις ψυχή, αυτή που έχει πηγή ζωής της το ατάραχο και αμίαντο ήθος· από την πηγή αυτή ρέουν οι καλές πράξεις που έχουν ενέργεια εμπνευσμένη και χαρούμενη, την οποία ακολουθεί μεγαλοφροσύνη, και (που έχουν) μνήμη γλυκύτερη και ασφαλέστερη από τη “γηροτρόφο” ελπίδα του Πινδάρου.

Μήπως “και τα θυμιατήρια”, όπως είπε ο Καρνεάδης, “ακόμα κι όταν έχουν αδειάσει, δεν κρατούν το άρωμά τους για πολύ καιρό”, και οι καλές πράξεις δεν αφήνουν στην ψυχή του σοφού πάντα χαριτωμένη και φρέσκια την ανάμνησή τους, με την οποία ποτίζεται η χαρά και θάλλει, και περιφρονεί όσους κλαίγονται και κατηγορούν τη ζωή πως είναι τόπος δεινών ή τόπος εξορίας που έχει οριστεί εδώ για τις ψυχές;

Ευχαριστιέμαι, επιπλέον, με τον Διογένη ο οποίος, όταν είδε τον οικοδεσπότη του στη Σπάρτη να προετοιμάζεται με υπερηφάνεια για κάποια γιορτή, είπε: “Ο καλός άνθρωπος δεν θεωρεί την κάθε μέρα γιορτή;” Και λαμπρότατη βέβαια, αν έχουμε σωφροσύνη.

Αφού η ζωή είναι η πιο τέλεια μύηση και τελετουργία στα παραπάνω, πρέπει να είναι γεμάτη ψυχική γαλήνη και χαρά και όχι, όπως συμβαίνει με τους πολλούς που περιμένουν τα Κρόνια, τα Διάσια, τα Παναθήναια και άλλες τέτοιες μέρες για να ευχαριστηθούν και ν’ αναζωογονηθούν, γελώντας το γέλιο που αγοράζουν πληρώνοντας το αντίτιμο στους μίμους και τους χορευτές.

Παρ’ ότι οι άνθρωποι χαίρονται με τα γλυκόλαλα όργανα και τα πουλιά που κελαηδούν, κι ευχαριστιούνται βλέποντας τα ζώα να παίζουν και να χοροπηδούν, ενώ, αντίθετα, δυσαρεστούνται, όταν αυτά ουρλιάζουν και βρυχώνται και δείχνουν αγριεμένα, ωστόσο, αν και βλέπουν πως η δική τους ζωή είναι αγέλαστη, κατηφής και πιεσμένη από οχληρά πάθη και προβλήματα και ατέλειωτες φροντίδες, δεν δέχονται να προσφέρουν στον εαυτό τους κάποια ανάσα και ξεκούραση από κάπου, αλλά, ακόμα κι όταν άλλοι τους παρακινούν, δεν δέχονται συμβουλή, που ακολουθώντας τη θα συμβιβάζονταν με τα παρόντα χωρίς να δυσθυμούν και θα θυμούνταν το παρελθόν με ευγνωμοσύνη, ενώ θ’ αντιμετώπιζαν και το μέλλον χωρίς φόβο και καχυποψία, με ευχάριστες και λαμπρές ελπίδες.

ΠΛΟΥΤΑΡΧΟΣ, ΗΘΙΚΑ ΤΟΜΟΣ 12

NBD: Η επαναστατική μπαταρία που θα σας λύσει τα χέρια - Φορτίζει μόνη της και ζει πάνω από έναν αιώνα

Η NBD (Nano Diamond Battery) είναι η επαναστατική μπαταρία που ήρθε να μας λύσει πολλά προβλήματα, σκεφτείτε μόνο πως αν την βάλεις σε ένα ηλεκτρικό αυτοκίνητο, δεν θα χρειαστεί ποτέ φόρτιση.

Ο κύκλος ζωής της σκαρφαλώνει στα 28.000 χρόνια και μπορεί να αυτο-φορτίζει, κάτι που σημαίνει πως δεν χρειάζεται ποτέ εξωτερική παροχή ρεύματος.

Πώς γίνεται αυτό; Επιστρατεύοντας ένα ειδικού τύπου γραφένιο, κάτι σαν ανακυκλωμένο υλικό από πυρηνικά απόβλητα (το ραδιοϊσότοπο άνθρακας-14). Οι καινοτόμες κυψέλες έρχονται να αντικαταστήσουν ολοταχώς τα ιόντα λιθίου, καθώς οι πρακτικές τους εφαρμογές και τα μεγέθη τους δεν έχουν τέλος.

Ο πρωτοποριακός πυκνωτής της κάνει για τα πάντα, από μπαταρίες κινητών τηλεφώνων και απλές μπαταρίες της αγοράς (AA και AAA) μέχρι και μπαταρίες ηλεκτρικών αυτοκινήτων, τρένων και αεροπλάνων.

Η μπαταρία δεν απελευθερώνει διοξείδιο του άνθρακα και το μόνο που θέλει για να λειτουργήσει απρόσκοπτα είναι πρόσβαση στον καθαρό αέρα.

Το καλιφορνέζικο startup NBD Inc έχει δείξει τι ακριβώς υπόσχεται και πώς θα το καταφέρει. Σε κατάσταση πρωτοτύπου παραμένει, μια πρώτη εμπορική απόπειρα είναι ωστόσο καθ’ οδόν.

Αν πετύχει στον μεγάλο της στόχο, την εμπορική εκμετάλλευση της εφεύρεσής της, τότε θα μιλάμε για μια πραγματική επανάσταση στην επικράτεια της ενέργειας

«Δαμάζοντας» τον κεραυνό: Ελκτική ακτίνα κατευθύνει την αστραπή

Μια διεθνής ομάδα επιστημόνων αναπτύσσουν μία τεχνολογία ελκτικής δέσμης λέιζερ για τον έλεγχο της πορείας και της κατεύθυνσης του κεραυνού, που ως γνωστόν δεν είναι τίποτα άλλο παρά μία ηλεκτρική εκκένωση. Η τεχνολογία μπορεί να επιτρέψει στους επιστήμονες να ελέγχουν πού χτυπά το έδαφος ο κεραυνός, μειώνοντας έτσι τον κίνδυνο καταστροφικών πυρκαγιών, κάτι που έγινε πέρυσι στην Αυστραλία.

Οι επιστήμονες χρησιμοποίησαν ένα λέιζερ με ένταση χίλιες φορές μικρότερη από αυτήν που έκαναν σε προηγούμενες προσπάθειες, που σημαίνει ότι οποιαδήποτε πιθανή τεχνολογία για τον έλεγχο του κεραυνού θα μπορούσε να είναι πολύ φθηνότερη, ασφαλέστερη και πιο ακριβής.

Το λέιζερ λειτουργεί παγιδεύοντας και θερμαίνοντας μικροσωματίδια γραφενίου στον ατμοσφαιρικό αέρα. Θερμαίνοντας τα μικροσωματίδια γραφενίου που παγιδεύονται στη δέσμη, η ομάδα δημιούργησε τις απαραίτητες ηλεκτρικές συνθήκες εκκένωσης και μετάδοσης της κατά μήκος της πορείας του λέιζερ χρησιμοποιώντας ένα συμβατικό λέιζερ χαμηλής έντασης .

Η ομάδα δηλαδή χρησιμοποίησε μια δέσμη λέιζερ που αντικατοπτρίζει την ίδια διαδικασία με τον κεραυνό και δημιουργεί ένα μονοπάτι που κατευθύνει τις ηλεκτρικές εκκενώσεις σε συγκεκριμένους στόχους. Το πείραμα προσομοίωσε παρόμοιες ατμοσφαιρικές συνθήκες με αυτές που βρέθηκαν σε πραγματικό αστραπή. Μπορούμε λοιπόν να φανταστούμε ένα μέλλον όπου αυτή η τεχνολογία μπορεί να προκαλέσει ηλεκτρική εκκένωση από τη μετάδοση της αστραπής, βοηθώντας την να οδηγηθεί σε ασφαλείς στόχους και να μειώσει έτσι τον κίνδυνο καταστροφικών πυρκαγιών.

Οι ερευνητές λένε ότι είναι σαν να έχουν ένα αόρατο νήμα, ένα στυλό με το οποίο μπορούν να γράψουν φως και να ελέγξουν την ηλεκτρική εκφόρτιση σε περίπου το ένα δέκατο του πλάτους μιας ανθρώπινης τρίχας.

Μάλιστα η ανακάλυψη έχει επίσης δυνατότητα για τον μικρο-έλεγχο της ηλεκτρικής εκκένωσης σε εφαρμογές ιατρικής και κατασκευών. Οι ιατρικές εφαρμογές περιλαμβάνουν οπτικά νυστέρια για την αφαίρεση σκληρού καρκινικού ιστού σε μη επεμβατικές χειρουργικές τεχνικές».

Πλάτων: τι σημαίνει ακόλαστος πολιτικός;

Πλάτων: 427 π.Χ.–347 π.Χ.

Ο φαύλος πολιτικός ως όλεθρος της πολιτείας

§1

Ίδιον των Ελλήνων της αρχαιότητας ήταν η συνύφανση πολιτικής θεωρίας και πράξης. Όσο καλλιεργούσαν σε βάθος την πολιτική θεωρία, την πολιτική θεώρηση των πραγμάτων, τόσο αποδεικνύονταν ικανοί να παράγουν αληθινή πολιτική πράξη και αντίστροφα. Η πολιτική θεωρία, κατά κανόνα, είχε ως βάση την πολιτική φιλοσοφία. Η συστηματική συνεπώς ανάπτυξη της τελευταίας συνέβαλε τα μέγιστα στο να πλημυρίσει ο αρχαίος κόσμος από εκείνα τα πολύ δυνατά κείμενα των αττικών ρητόρων, των λογογράφων, των ποιητών, των ιστορικών κ.α. Η πολιτική φιλοσοφία, από άποψη αρχής, δεν καλλιεργήθηκε ως ένας ιδιαίτερος κλάδος ή κατεύθυνση της φιλοσοφίας, αλλά ήταν αυτή τούτη η φιλοσοφική σκέψη που δεν ξεχώριζε τον εαυτό της από την πολιτική. Καθ’ όλη εξάλλου την ιστορική της εξέλιξη η φιλοσοφία δεν έπαψε να συνδέεται με την πολιτική ως σκέψη της πόλης. Γι’ αυτό και το σύνολο σχεδόν των φιλοσοφικών θεωριών, έμμεσα ή άμεσα, διεκδικούσαν μια πολιτική προτεραιότητα. Μια τέτοια προτεραιότητα χαρακτήριζε ουσιαστικά όλο το φιλοσοφικό έργο του Πλάτωνα.

§2

Χαρακτηριστικό της Πλατωνικής πολιτικής σκέψης –και αυτό της χάρισε μοναδική πρωτοτυπία στο διηνεκές του χρόνου– ήταν ότι εξαρτούσε το αληθές του Πολιτικού εν όλω από την πολιτική αρετή, δηλαδή από την ικανότητα της κοινωνίας και πολιτείας του ανθρώπου να διευθύνει με αυτονομία και παραδειγματική φρόνηση τα του οίκου της. Η άσκηση, συνακόλουθα, ή η εφαρμογή της πολιτικής αρετής δεν εξαρτάται από τη βούληση απλώς του πολιτικού ανδρός, γιατί βούληση –και μάλιστα βούληση μηδενισμού– διαθέτει και ο φαύλος, ο κίβδηλος πολιτικόςˑ απτό παράδειγμα οι αφισοκολλητές του καθεστωτικο-φεουδαρχικού «αριστερισμού», που στελεχώνουν την εξουσιαστική μηχανή της σημερινής Ελλάδας: με βούληση διαλύουν και ξεπουλούν ό,τι έχει απομείνει όρθιο από την πατρίδα, κάτι που σημειώνει με οξύνοια ο Πλάτων για παρόμοιες περιπτώσεις των δικών του καιρών. Ούτε ακόμη εξαρτάται από μια κατασκευασμένη εξωτερικά, συντεχνιακά, κοινότητα ανθρώπων. Εξαρτάται κυρίως από τη διεκδίκηση της υπέρτατης γνώσης, όχι ως εξουσιαστικής δοκησισοφίας, αλλά ως καταστροφής του επιχρίσματος της πολιτικής απάτης και ως διαλεκτικού Λόγου που θα αφυπνίζει τις μάζες και θα τις καθιστά ικανές να αποκτούν αυτοσυνείδηση, να αποβάλλουν έτσι τη μοίρα της μάζας και να γίνονται οδηγοί του εαυτού τους. Ένας τέτοιος Λόγος δεν διδάσκει στους άλλους την πολιτική –γιατί δεν αεροβατεί ως παντογνώστης– ή δεν την ασκεί εν ονόματι των άλλων ως πεφωτισμένος κομισάριος, αλλά διδάσκοντας και ασκώντας την πολιτική μετασχηματίζεται και ο ίδιος σε δύναμη άρνησης του κακού (Θεαίτητος), άρνησης της πολιτικής πλεκτάνης και των εισαγομένων «ηγετών»· γίνεται δηλαδή «μέτρο όλων των πραγμάτων», μέτρο και για τα όρια του εαυτού του, έτσι ώστε να ξεσκλαβώνεται ο νους και κανείς να μην επωμίζεται τον ρόλο του αγελαίου ή του καθοδηγητή.

§3

Χαράσσοντας μια τέτοια φιλοσοφική γραμμή, ο Πλάτων καθιστούσε το πολιτικό ζήτημα –και σύστημα– εμπρόσωπο και όχι απρόσωπο, όχι σαθρό, όπως συμβαίνει σήμερα. Συμβαίνει, για παράδειγμα, στους καιρούς μας, θλιβερές ασημαντότητες της πολιτικής να κατέχονται από μια τέτοια μεγαλομανία, ώστε να ταυτίζουν το γενικό συμφέρον με τις δικές τους κλεπτομανίες και σατανικές ιδεοληψίες για πρωτεία, να ξεγελούν το πλήθος με κενόδοξες ρητορείες περί κοινωνικής ισότητας, δικαιοσύνης κ.λπ. και στην άσκηση της εξουσίας να αποδεικνύονται ως η πιο αδίστακτη ολιγαρχία του πολιτικού ωφελιμισμού και της πολιτικής αγυρτείας. Όπως αναλύει ο Πλάτων στην Πολιτεία, η εξουσία δεν είναι αυτοσκοπός, αλλά υπηρετεί έναν ανώτερο σκοπό: τη συνοχή και την ευδαιμονία της πολιτείας. Αυτό το χαρακτηριστικό της ιδιάζει στους αληθινούς φιλοσόφους, σε αντίθεση με τους αγύρτες: ενώ οι δεύτεροι απολαμβάνουν την εξουσία, οι πρώτοι απλώς την υποφέρουν, δηλαδή σηκώνουν το φορτίο της διακυβέρνησης για το καλό της πολιτείας και όχι για τη δική τους καλοπέραση.

§4

Μοιραία φαίνεται να ήταν η συνάντηση του Πλάτωνα με τον Σωκράτη. Ο τελευταίος ήταν αληθινός φιλόσοφος, καθώς ήξερε να εναρμονίζει τη θεωρία με τη δράση. Ο Σωκράτης, όπως καταμαρτυρεί ο Πλάτων (Επιστολή Ζ΄), δολοφονήθηκε από την αθηναϊκή δημοκρατία, επειδή ως φιλόσοφος ασκούσε αληθινά την πολιτική αρετή. Απ’ αυτή την άποψη, η αθηναϊκή δημοκρατία μόνο την πολιτική αρετή δεν ασκούσε, γι’ αυτό και δεν διέθετε χώρο για ανθρώπους σαν τον Σωκράτη. Εάν ο φιλόσοφος ως τέτοιος, σκεπτόταν ο Πλάτων, δεν έχει θέση σε μια «ευνομούμενη» πολιτεία, τότε: ή η πολιτεία δεν είναι ευνομούμενη και γι’ αυτό εχθρεύεται τη φιλοσοφική σκέψη, ή η φιλοσοφική σκέψη πρέπει να υπερβεί μια τέτοια σαπρή [=σάπια] πολιτεία. Με αφετηρία αυτή τη συλλογιστική, ο Πλάτων συνέθεσε όλα του τα έργα με πολιτικό σκεπτικισμό, αλλά και φιλοσοφική προοπτική. Η προοπτική αναδύεται από τη φοβερή σύλληψη της τέλειας Πολιτείας και από τη θεωρία των Ιδεών ως την αστείρευτη πηγή λόγου, αληθούς ερμηνείας του εμπειρικού και μιας ποιητικής εκμύθευσης ενάντια στα σιδερένια άλογα (Χάιντεγκερ) της πολιτικής ασυναρτησίας. Τα σιδερένια άλογα είναι, για τον Πλάτωνα (βλ. Θεαίτητος 173 κ.εξ), οι πολιτικοί συνασπισμοί και οι εκλεκτοί τους που διψούν για ανάληψη δημόσιων αξιωμάτων και για αύξηση μέσω αυτών της περιουσίας τους, για φιλήδονες συνεστιάσεις ή διασκεδάσεις, για νυχτερινά χαροκόπια, για αστόχαστες αντιλογίες μέσα στο βουλευτήριο και τόσα άλλα παρόμοια, αδιαφορώντας αν τα πράγματα στην Πόλη πορεύονται καλά ή κακά. Η αλήθεια, συνεχίζει ο Έλληνας φιλόσοφος, δεν βρίσκεται στις φλυαρίες για γραΐδια (ό.π., 176b), που ακούγονται εντός και εκτός βουλευτηρίου από τους δοκησίσοφους πολιτικούς, αλλά στην οντολογική της θεμελίωση σε σχέση με την εξουσία: π.χ. τι είναι η εξουσία και κατά πόσο η μια ή η άλλη μορφή άσκησής της ταιριάζει στην ουσία του ανθρώπου.

§5

Ο φιλόσοφος, ως προκύπτει, ούτε στον ύπνο του ούτε στον ξύπνο του δεν θέλει να βλέπει και να ακούει ό,τι έχει σχέση με τις μικρότητες των πολιτικών. Όταν, για παράδειγμα, τους «ακούει να εγκωμιάζουν κάποιον τύραννο ή βασιλιά», ας πούμε με σημερινούς όρους τον έναν ή τον άλλο πολιτικό ή πολιτειακό παράγοντα, «νομίζει πως ακούει να μακαρίζουν κανένα ποιμένα, όπως χοιροβοσκό ή βουκόλο που αρμέγει πολύ γάλα» ( Θεαίτητος 174d). Ο ίδιος ο φιλόσοφος φαντάζει, για όλους αυτούς, ξένο σώμα. Κι όμως βρίσκεται στο κέντρο της γης. Μέσα στην ατελή πολιτεία που υποχρεώνεται να ζήσει, μπορεί να μην του παραχωρείται χώρος αντάξιος του φιλοσοφικώς ζην, ωστόσο είναι ο μόνος που μπορεί να εγγυάται τη ριζική αλλαγή της φαύλης πολιτείας. Γιατί μπορεί μόνο αυτός; Επειδή μετέχει στον άτοπο τόπο, στον νοητό χώρο των καθαρών ιδεών: διάγει έναν βίο που στηρίζεται στη διαλεκτική σκέψη και έτσι αίρεται πάνω από τη μικρόψυχη κατάσταση του φιλόνικου και του φιλοκερδούς. Συναφώς δεν εκπίπτει «στην τάξη των επαγγελματιών, κηφήνων πολιτικών που δημαγωγούν και κολακεύουν το λαό, υποκινώντας τον συγχρόνως σε κάθε είδους βιαιοπραγίες» (Πολιτεία). Επομένως ο αληθινός φιλόσοφος δεν ενδιαφέρεται για ατομική ιδιοκτησία, πλούτη, χλιδή και εξουσία. Εάν, παρά ταύτα, οι φιλόσοφοι χρειάζεται να κυβερνήσουν είναι, γιατί «είναι ντροπή να αφήνουν τους χειρότερους να νέμονται την εξουσία προς ίδιον όφελος» (Πολιτεία). Οι αληθινοί φιλόσοφοι, εκείνοι που έχουν αντικρίσει το Αγαθό καθαυτό, δηλαδή έχουν μυηθεί σε έναν ανώτερο τρόπο ζωής, θα αντιμετωπίσουν «τη θορυβώδη πολιτική, με το να αναλάβουν τη διοίκηση (=διακυβέρνηση) και να υπηρετήσουν το κοινό καλό …και αφού διαμορφώσουν τα κατάλληλα πρότυπα πολιτών για υπηρέτηση του κοινού καλού θα μετοικήσουν στη νήσο των Μακάρων» (Πολιτεία), δηλαδή θα εγκαταλείψουν την εξουσία, η άσκηση της οποίας δεν τους τιμά, αλλά είναι αναπόφευκτη για ένα ορισμένο διάστημα. Η φιλοδοξία για παραμονή στην εξουσία για πολύ χρόνο χαρακτηρίζει τους πολιτικούς του ιδεολογικού ολοκληρωτισμού. Ό,τι ακριβώς κυριαρχεί σήμερα στην Ελλαδική πολιτεία!

ΠΛΑΤΩΝ: Πολιτεία (508d-510b)

[508d] Ὅταν δέ γ᾽ οἶμαι ὧν ὁ ἥλιος καταλάμπει, σαφῶς ὁρῶσι, καὶ τοῖς αὐτοῖς τούτοις ὄμμασιν ἐνοῦσα φαίνεται.Τί μήν;
Οὕτω τοίνυν καὶ τὸ τῆς ψυχῆς ὧδε νόει· ὅταν μὲν οὗ καταλάμπει ἀλήθειά τε καὶ τὸ ὄν, εἰς τοῦτο ἀπερείσηται, ἐνόησέν τε καὶ ἔγνω αὐτὸ καὶ νοῦν ἔχειν φαίνεται· ὅταν δὲ εἰς τὸ τῷ σκότῳ κεκραμένον, τὸ γιγνόμενόν τε καὶ ἀπολλύμενον, δοξάζει τε καὶ ἀμβλυώττει ἄνω καὶ κάτω τὰς δόξας μεταβάλλον, καὶ ἔοικεν αὖ νοῦν οὐκ ἔχοντι.
Ἔοικε γάρ.
[508e] Τοῦτο τοίνυν τὸ τὴν ἀλήθειαν παρέχον τοῖς γιγνωσκομένοις καὶ τῷ γιγνώσκοντι τὴν δύναμιν ἀποδιδὸν τὴν τοῦ ἀγαθοῦ ἰδέαν φάθι εἶναι· αἰτίαν δ᾽ ἐπιστήμης οὖσαν καὶ ἀληθείας, ὡς γιγνωσκομένης μὲν διανοοῦ, οὕτω δὲ καλῶν ἀμφοτέρων ὄντων, γνώσεώς τε καὶ ἀληθείας, ἄλλο καὶ κάλλιον ἔτι τούτων ἡγούμενος αὐτὸ ὀρθῶς ἡγήσῃ· ἐπιστήμην [509a] δὲ καὶ ἀλήθειαν, ὥσπερ ἐκεῖ φῶς τε καὶ ὄψιν ἡλιοειδῆ μὲν νομίζειν ὀρθόν, ἥλιον δ᾽ ἡγεῖσθαι οὐκ ὀρθῶς ἔχει, οὕτω καὶ ἐνταῦθα ἀγαθοειδῆ μὲν νομίζειν ταῦτ᾽ ἀμφότερα ὀρθόν, ἀγαθὸν δὲ ἡγεῖσθαι ὁπότερον αὐτῶν οὐκ ὀρθόν, ἀλλ᾽ ἔτι μειζόνως τιμητέον τὴν τοῦ ἀγαθοῦ ἕξιν.
Ἀμήχανον κάλλος, ἔφη, λέγεις, εἰ ἐπιστήμην μὲν καὶ ἀλήθειαν παρέχει, αὐτὸ δ᾽ ὑπὲρ ταῦτα κάλλει ἐστίν· οὐ γὰρ δήπου σύ γε ἡδονὴν αὐτὸ λέγεις.
Εὐφήμει, ἦν δ᾽ ἐγώ· ἀλλ᾽ ὧδε μᾶλλον τὴν εἰκόνα αὐτοῦ ἔτι ἐπισκόπει.
[509b] Πῶς;
Τὸν ἥλιον τοῖς ὁρωμένοις οὐ μόνον οἶμαι τὴν τοῦ ὁρᾶσθαι δύναμιν παρέχειν φήσεις, ἀλλὰ καὶ τὴν γένεσιν καὶ αὔξην καὶ τροφήν, οὐ γένεσιν αὐτὸν ὄντα.
Πῶς γάρ;
Καὶ τοῖς γιγνωσκομένοις τοίνυν μὴ μόνον τὸ γιγνώσκεσθαι φάναι ὑπὸ τοῦ ἀγαθοῦ παρεῖναι, ἀλλὰ καὶ τὸ εἶναί τε καὶ τὴν οὐσίαν ὑπ᾽ ἐκείνου αὐτοῖς προσεῖναι, οὐκ οὐσίας ὄντος τοῦ ἀγαθοῦ, ἀλλ᾽ ἔτι ἐπέκεινα τῆς οὐσίας πρεσβείᾳ καὶ δυνάμει ὑπερέχοντος.
[509c] Καὶ ὁ Γλαύκων μάλα γελοίως, Ἄπολλον, ἔφη, δαιμονίας ὑπερβολῆς.
Σὺ γάρ, ἦν δ᾽ ἐγώ, αἴτιος, ἀναγκάζων τὰ ἐμοὶ δοκοῦντα περὶ αὐτοῦ λέγειν.
Καὶ μηδαμῶς γ᾽, ἔφη, παύσῃ, εἰ μή τι, ἀλλὰ τὴν περὶ τὸν ἥλιον ὁμοιότητα αὖ διεξιών, εἴ πῃ ἀπολείπεις.
Ἀλλὰ μήν, εἶπον, συχνά γε ἀπολείπω.
Μηδὲ σμικρὸν τοίνυν, ἔφη, παραλίπῃς.
Οἶμαι μέν, ἦν δ᾽ ἐγώ, καὶ πολύ· ὅμως δέ, ὅσα γ᾽ ἐν τῷ παρόντι δυνατόν, ἑκὼν οὐκ ἀπολείψω.
Μὴ γάρ, ἔφη.
[509d] Νόησον τοίνυν, ἦν δ᾽ ἐγώ, ὥσπερ λέγομεν, δύο αὐτὼ εἶναι, καὶ βασιλεύειν τὸ μὲν νοητοῦ γένους τε καὶ τόπου, τὸ δ᾽ αὖ ὁρατοῦ, ἵνα μὴ οὐρανοῦ εἰπὼν δόξω σοι σοφίζεσθαι περὶ τὸ ὄνομα. ἀλλ᾽ οὖν ἔχεις ταῦτα διττὰ εἴδη, ὁρατόν, νοητόν;
Ἔχω.
Ὥσπερ τοίνυν γραμμὴν δίχα τετμημένην λαβὼν ἄνισα τμήματα, πάλιν τέμνε ἑκάτερον τὸ τμῆμα ἀνὰ τὸν αὐτὸν λόγον, τό τε τοῦ ὁρωμένου γένους καὶ τὸ τοῦ νοουμένου, καί σοι ἔσται σαφηνείᾳ καὶ ἀσαφείᾳ πρὸς ἄλληλα ἐν μὲν τῷ ὁρωμένῳ [509e] τὸ μὲν ἕτερον τμῆμα εἰκόνες — λέγω δὲ τὰς εἰκόνας πρῶτον [510a] μὲν τὰς σκιάς, ἔπειτα τὰ ἐν τοῖς ὕδασι φαντάσματα καὶ ἐν τοῖς ὅσα πυκνά τε καὶ λεῖα καὶ φανὰ συνέστηκεν, καὶ πᾶν τὸ τοιοῦτον, εἰ κατανοεῖς.
Ἀλλὰ κατανοῶ.
Τὸ τοίνυν ἕτερον τίθει ᾧ τοῦτο ἔοικεν, τά τε περὶ ἡμᾶς ζῷς καὶ πᾶν τὸ φυτευτὸν καὶ τὸ σκευαστὸν ὅλον γένος.
Τίθημι, ἔφη.
Ἦ καὶ ἐθέλοις ἂν αὐτὸ φάναι, ἦν δ᾽ ἐγώ, διῃρῆσθαι ἀληθείᾳ τε καὶ μή, ὡς τὸ δοξαστὸν πρὸς τὸ γνωστόν, οὕτω τὸ ὁμοιωθὲν πρὸς τὸ ᾧ ὡμοιώθη;
[510b] Ἔγωγ᾽, ἔφη, καὶ μάλα.
Σκόπει δὴ αὖ καὶ τὴν τοῦ νοητοῦ τομὴν ᾗ τμητέον.
Πῇ;
Ἧι τὸ μὲν αὐτοῦ τοῖς τότε μιμηθεῖσιν ὡς εἰκόσιν χρωμένη ψυχὴ ζητεῖν ἀναγκάζεται ἐξ ὑποθέσεων, οὐκ ἐπ᾽ ἀρχὴν πορευομένη ἀλλ᾽ ἐπὶ τελευτήν, τὸ δ᾽ αὖ ἕτερον —τὸ ἐπ᾽ ἀρχὴν ἀνυπόθετον— ἐξ ὑποθέσεως ἰοῦσα καὶ ἄνευ τῶν περὶ ἐκεῖνο εἰκόνων, αὐτοῖς εἴδεσι δι᾽ αὐτῶν τὴν μέθοδον ποιουμένη.
Ταῦτ᾽, ἔφη, ἃ λέγεις, οὐχ ἱκανῶς ἔμαθον.

***
[508d] Όταν όμως, θαρρώ, πέφτει επάνω των κατάλαμπρος ο ήλιος, τα βλέπουν ολοκάθαρα και φαίνονται πως αυτά, τα ίδια τα μάτια, έχουν μέσα τους την όραση.
Πραγματικώς.
Το ίδιο λοιπόν να φανταστείς πως γίνεται και με την ψυχή· όταν στηρίξει το βλέμμα επάνω σε κάτι που ολόλαμπρη πέφτει επάνω του η αλήθεια και το ον, τότε ολοκάθαρα το αντιλήφθηκε και το γνώρισε και φαίνεται πως έχει νου· όταν όμως το στρέφει σε πράματα που είναι ανακατωμένα με το σκοτάδι, που γίνονται και χάνονται, τότε πια δε βλέπει καθαρά, σχηματίζει δοξασίες που αλλάζουν και πάνε άνω κάτω και μοιάζει τότε μ᾽ έναν που δεν έχει νου.
Πραγματικώς μοιάζει.
[508e] Αυτό λοιπόν που χορηγεί στα νοητά αντικείμενα την αλήθεια και στην ψυχή τη δύναμη να τα γνωρίζει, αυτό να λες πως είναι η ιδέα του αγαθού κι αυτό έχε στον νου σου πως είναι η αιτία της επιστήμης και της αλήθειας, όταν γίνεται αντικείμενο της γνώσης· και ενώ είναι τόσο ωραία και καλά και τα δυο τους, κι η αλήθεια και η γνώση, μπορείς να είσαι βέβαιος, χωρίς φόβο ν᾽ απατηθείς, πως αυτό είναι διαφορετικό και πολύ ακόμα, πολύ πιο ωραιότερό τους· [509a] και όπως εκεί το σωστό είναι να νομίζομε το φως και την όψη πως ηλιοφέρνουν, όχι όμως και πως είναι ήλιος, έτσι κι εδώ το σωστό είναι να νομίζομε πως και τα δυο τους αυτά έχουν ομοιότητα και αναλογία με το αγαθό, δεν είναι όμως σωστό να νομίζομε όποιο από τα δυο τους πως είναι το αγαθό, αλλά πολύ μεγαλύτερη αξία πρέπει να δίνομε στην ιδέα του αγαθού.
Αφάνταστη λοιπόν θα είναι η ομορφιά του, αφού, καθώς λες, δίνει την επιστήμη και την αλήθεια, τις ξεπερνά όμως τόσο πολύ στην ομορφιά· γιατί βέβαια δεν εννοείς με αυτό που λες την ηδονή.
Δάγκασε τη γλώσσα σου! αλλά πρόσεξε να δεις πώς θα σου παραστήσω ακόμα καλύτερα την εικόνα του.
[509b] Πώς;
Ο ήλιος, πιστεύω να παραδέχεσαι, πως όχι μόνο δίνει στα ορατά αντικείμενα τη δύναμη να βλέπουνται, αλλά και τη γέννηση και την αύξηση και την τροφή, χωρίς να είναι αυτός η γέννηση.
Βέβαια.
Κατά τον ίδιο τρόπο λοιπόν πρέπει να λέμε πως και τα αντικείμενα της νόησης στο αγαθό χρωστούν όχι μόνο το ότι γνωρίζονται, αλλά πως από κείνο έχουν και το είναι και την ουσία τους, χωρίς να είναι ουσία το αγαθό, αλλά πολύ παραπέρα και ψηλότερα από την ουσία κατά τα πρωτεία και τη δύναμη.
[509c] Και ο Γλαύκων με πολύ αστείο τρόπον: Ω Απόλλων, φώναξε, τί δαιμόνια υπερβολή!
Είσαι εσύ, του είπα εγώ, η αφορμή, που με ανάγκασες να πω την ιδέα μου απάνω σ᾽ αυτό.
Και μη σταματήσεις έως εδώ, αλλά τέλειωσε, αν όχι άλλο, αυτή τουλάχιστο την ομοιότητα του αγαθού με τον ήλιο, αν παράλειψες τίποτα.

Το νοητόν και το ορατόν ως αντικείμενα γνώσης
Πραγματικώς παράλειψα και πολλά μάλιστα.
Να μην παραλείψεις ούτε το παραμικρότερο.
Πάντα θα μείνει και πολύ, θαρρώ· όμως, όσα μπορώ για την ώρα θα προσπαθήσω να μην τα παραλείψω.
Έτσι μάλιστα.
[509d] Φαντάσου λοιπόν πως το αγαθό και ο ήλιος είναι, καθώς λέμε, δυο βασιλιάδες, ο ένας του νοητού κόσμου και ο άλλος του ορατού, για να μην πω του ουρανού και νομίσεις πως θέλω να παίξω με τη λέξη. Έχεις λοιπόν στο νου σου αυτά τα δυο είδη, το νοητό και το ορατό;
Τα έχω.
Φαντάσου τώρα μια γραμμή κομμένη σε δυο άνισα τμήματα και διαίρεσε πάλι το καθένα απ᾽ αυτά τα δυο τμήματα, του ορατού και νοητού, κατά την ίδια αναλογία· κι έτσι θα έχεις, σχετικά με τη σαφήνεια και ασάφεια μεταξύ τους, στο [509e] ορατό τμήμα, στην πρώτη υποδιαίρεσή του, εικόνες· και λέγω εικόνες [510a] πρώτα τις σκιές, έπειτα τα αντικαθρεφτίσματα επάνω στην επιφάνεια του νερού ή επάνω σε πυκνά, γυαλιστερά, διάφανα και παρόμοια σώματα, αν με εννοείς.
Αλλά σ᾽ εννοώ.
Στην άλλη του υποδιαίρεση βάλε τα ίδια τα αντικείμενα, που αυτά είναι οι εικόνες των, όλα δηλαδή που βλέπομε γύρω μας ζώα, φυτά και όλα μ᾽ ένα λόγο που παράγει η φύση ή κατασκευάζουν οι άνθρωποι.
Τα έβαλα.
Αν θα ήθελες τώρα να εφαρμόσεις αυτή τη διαίρεση επάνω στην αλήθεια και στο αντίθετό της, δε θα παραδεχόσουν πως έχει την ίδια σχέση η γνώση με τη δοξασία, όποια και η εικόνα με το αντικείμενο;
[510b] Εγώ βέβαια, και πολύ μάλιστα.
Πρόσεξε τώρα πώς πρέπει να διαιρεθεί και το νοητό τμήμα.
Πώς;
Σε δυο πάλι υποδιαιρέσεις· η πρώτη είναι εκείνη όπου η ψυχή, παίρνοντας σαν εικόνες τα πραγματικά αντικείμενα από το ορατό τμήμα, αναγκάζεται να αναζητά την αλήθεια στηριγμένη επάνω σε υποθέσεις και έτσι δεν πηγαίνει προς την αρχή αλλά προς το τέλος· στη δεύτερη υποδιαίρεση, που διευθύνεται προς μιαν ανυπόθετη αρχή, προχωρεί έξω από κάθε υπόθεση και χωρίς τις εικόνες εκείνες της άλλης, αλλά ακολουθώντας τις ίδιες τις καθαρές ιδέες και αυτές μόνο χρησιμοποιώντας στην αναζήτηση της αλήθειας.
Δεν τα εννόησα και πολύ καλά αυτά που είπες.

Κυριακή 15 Νοεμβρίου 2020

ΔΡΑΜΑΤΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ: ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ - Ἰφιγένεια ἡ ἐν Ταύροις (725-765)

725 ΙΦ. ἀπέλθεθ᾽ ὑμεῖς καὶ παρευτρεπίζετε
τἄνδον μολόντες τοῖς ἐφεστῶσι σφαγῇ.
δέλτου μὲν αἵδε πολύθυροι διαπτυχαί,
ξένοι, πάρεισιν· ἃ δ᾽ ἐπὶ τοῖσδε βούλομαι,
ἀκούσατ᾽· οὐδεὶς αὑτὸς ἐν πόνοις ‹τ᾽› ἀνὴρ
730 ὅταν τε πρὸς τὸ θάρσος ἐκ φόβου πέσῃ.
ἐγὼ δὲ ταρβῶ μὴ ἀπονοστήσας χθονὸς
θῆται παρ᾽ οὐδὲν τὰς ἐμὰς ἐπιστολὰς
ὁ τήνδε μέλλων δέλτον εἰς Ἄργος φέρειν.
ΟΡ. τί δῆτα βούλει; τίνος ἀμηχανεῖς πέρι;
735 ΙΦ. ὅρκον δότω μοι τάσδε πορθμεύσειν γραφὰς
πρὸς Ἄργος, οἷσι βούλομαι πέμψαι φίλων.
ΟΡ. ἦ κἀντιδώσεις τῷδε τοὺς αὐτοὺς λόγους;
ΙΦ. τί χρῆμα δράσειν ἢ τί μὴ δράσειν; λέγε.
ΟΡ. ἐκ γῆς ἀφήσειν μὴ θανόντα βαρβάρου.
740 ΙΦ. δίκαιον εἶπας· πῶς γὰρ ἀγγείλειεν ἄν;
ΟΡ. ἦ καὶ τύραννος ταῦτα συγχωρήσεται;
ΙΦ. ναί.
πείσω σφε, καὐτὴ ναὸς εἰσβήσω σκάφος.
ΟΡ. ὄμνυ· σὺ δ᾽ ἔξαρχ᾽ ὅρκον ὅστις εὐσεβής.
ΙΦ. δώσω, λέγειν χρή, τήνδε τοῖσι σοῖς φίλοις.
745 ΠΥ. τοῖς σοῖς φίλοισι γράμματ᾽ ἀποδώσω τάδε.
ΙΦ. κἀγὼ σὲ σώσω κυανέας ἔξω πέτρας.
ΠΥ. τίν᾽ οὖν ἐπόμνυς τοισίδ᾽ ὅρκιον θεῶν;
ΙΦ. Ἄρτεμιν, ἐν ἧσπερ δώμασιν τιμὰς ἔχω.
ΠΥ. ἐγὼ δ᾽ ἄνακτά γ᾽ οὐρανοῦ, σεμνὸν Δία.
750 ΙΦ. εἰ δ᾽ ἐκλιπὼν τὸν ὅρκον ἀδικοίης ἐμέ;
ΠΥ. ἄνοστος εἴην· τί δὲ σύ, μὴ σῴσασά με;
ΙΦ. μήποτε κατ᾽ Ἄργος ζῶσ᾽ ἴχνος θείην ποδός.
ΠΥ. ἄκουε δή νυν ὃν παρήλθομεν λόγον.
ΙΦ. ἀλλ᾽ αὖθις ἔσται καινός, ἢν καλῶς ἔχῃ.
755 ΠΥ. ἐξαίρετόν μοι δὸς τόδ᾽, ἤν τι ναῦς πάθῃ,
χἡ δέλτος ἐν κλύδωνι χρημάτων μέτα
ἀφανὴς γένηται, σῶμα δ᾽ ἐκσῴσω μόνον,
τὸν ὅρκον εἶναι τόνδε μηκέτ᾽ ἔμπεδον.
ΙΦ. ἀλλ᾽ οἶσθ᾽ ὃ δράσω; πολλὰ γὰρ πολλῶν κυρεῖ·
760 τἀνόντα κἀγγεγραμμέν᾽ ἐν δέλτου πτυχαῖς
λόγῳ φράσω σοι πάντ᾽ ἀναγγεῖλαι φίλοις.
ἐν ἀσφαλεῖ γάρ· ἢν μὲν ἐκσῴσῃς γραφήν,
αὕτη φράσει σιγῶσα τἀγγεγραμμένα·
ἢν δ᾽ ἐν θαλάσσῃ γράμματ᾽ ἀφανισθῇ τάδε,
765 τὸ σῶμα σῴσας τοὺς λόγους σῴσεις ἐμοί.

***
ΙΦΙ. Εσείς, πια μπείτε μέσα και βοηθήστε
εκείνους που ετοιμάζουν τη θυσία.
Στον Ορέστη και τον Πυλάδη.
Ξένοι μου, νά η γραφή με τις πολλές της
δίπλες· μα ακούστε τί έχω να προσθέσω·
κάθε άνθρωπος αλλάζει, όταν περάσει
730 στη σιγουριά απ᾽ τη θέση του κινδύνου.
Φοβούμαι μήπως, όταν φύγει εδώθε
αυτός που είναι να πάει το γράμμα στο Άργος,
αυτά που παραγγέλνω εγώ αψηφήσει.
ΟΡΕ. Λοιπόν τί θέλεις; Τί σε βάζει σε έγνοια;
ΙΦΙ.Να μου ορκιστεί πως τη γραφή μου στο Άργος
θα φέρει και στο πρόσωπο που θέλω.
ΟΡΕ. Αντίστοιχο όρκο εσύ δε θα του δώσεις;
ΙΦΙ. Να κάμω ή να μην κάμω τί; Για λέγε.
ΟΡΕ. Πως ζωντανό απ᾽ τη χώρα θα τον βγάλεις.
740 ΙΦΙ. Σωστά· πώς το μαντάτο αλλιώς θα δώσει;
ΟΡΕ. Κι ο βασιλιάς σ᾽ αυτά θα συμφωνήσει;
ΙΦΙ. Ναι, θα του κάμω εγώ τη γνώμη, κι η ίδια
το φίλο σου θα βάλω στο καράβι.
ΟΡΕ. στον Πυλάδη.
Ορκίσου.
Στην Ιφιγένεια.
Εσύ λόγια όρκου λέγε τίμιου.
ΙΦΙ. Να πεις: Θα δώσω τούτο στους δικούς σου.
ΠΥΛ. Θα δώσω στους δικούς σου αυτό το γράμμα.
ΙΦΙ. Κι εγώ από τους μαύρους βράχους θα σε βγάλω.
ΠΥΛ. Στ᾽ όνομα τίνος θεού τον όρκο δίνεις;
ΙΦΙ. Στης Άρτεμης, σαν ιέρεια του ναού της.
ΠΥΛ. Στου Δία εγώ, τρανού στα ουράνια αφέντη.
750 ΙΦΙ. Κι αν τον όρκο πατώντας με αδικήσεις;
ΠΥΛ. Να μη γυρίσω· εσύ, αν δε με λυτρώσεις;
ΙΦΙ. Στ᾽ Άργος ποτέ να μην πατήσω ζώντας.
ΠΥΛ. Κάτι ξεχάσαμε όμως· άκουσέ το.
ΙΦΙ. Για το σωστό είναι πάντοτε ευκαιρία.
ΠΥΛ. Μια εξαίρεση μονάχα να μου δώσεις:
το πλοίο αν πάθει και χαθεί το γράμμα
μαζί με το φορτίο μέσα στο κύμα
και μόνο τη ζωή μου εγώ γλιτώσω,
δεσμευτικός πια ο όρκος να μην είναι.
ΙΦΙ. Τότε θα κάμω έν᾽ άλλο· πετυχαίνεις
πολλά, πολλά αν προβλέπεις· όσα μέσα
760 στο γράμμα είναι γραμμένα, με το στόμα
θα σου τα πω, να φέρεις στους δικούς μου
το μήνυμά μου· κι έτσι σίγουρο είναι·
σώο πας το γράμμα; φανερώνει το ίδιο,
αμίλητο, όσα κρύβει· πάει χαμένο
στο πέλαο; τη ζωή σου εσύ αν γλιτώσεις,
μαζί μ᾽ αυτή κι όσα θα πω γλιτώνουν.
ΠΥΛ. Το ᾽πες ωραία για σένα και για μένα.
Σε ποιόν να φέρω το μαντάτο στο Άργος;
τί θέλεις να του πω; φανέρωσέ το.

Η Αρχαία Ελληνική Τέχνη και η Ακτινοβολία της, Η ΕΠΙΔΡΑΣΗ ΤΗΣ ΑΡΧΑΙΑΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΤΕΧΝΗΣ ΣΤΑ ΝΕΟΤΕΡΑ ΧΡΟΝΙΑ: Αρχαιότητα και νεοελληνική τέχνη

14.2. Τελείωσε ο κλασικισμός;

Επίλογος 

Ο κλασικισμός είναι αλήθεια ότι υποχώρησε και άρχισε να φθίνει στην τέχνη ήδη από τον 19ο αιώνα, όταν διατηρείται πλέον στις ακαδημίες ως στείρα διδασκαλία, χωρίς να μπορεί να προσεγγίσει το σύγχρονο κοινό. Ωστόσο, οι πλούσιες και ποικίλες αναφορές και οι διαφορετικές ερμηνείες και χειρισμοί των αρχαίων προτύπων στον 20ό αιώνα φανερώνουν μια διαρκή εμπλοκή τους στη σύγχρονη διεθνή καλλιτεχνική παραγωγή, που σημαίνει ότι η αρχαία ελληνική τέχνη εξακολουθεί να λειτουργεί ως πρωτογενές υλικό στη διάθεση των δημιουργών.

Στο ερώτημα λοιπόν που βρίσκεται σήμερα η αρχαία ελληνική τέχνη, ας αφήσουμε τον Πικάσο να μας απαντήσει (συνέντευξη του 1923): «Στην τέχνη δεν υπάρχει ούτε παρελθόν, ούτε μέλλον. Αν ένα έργο δεν μπορεί να ζει πάντα στο παρόν, δεν πρέπει να ληφθεί καθόλου υπόψη. Η τέχνη των αρχαίων Ελλήνων, των Αιγυπτίων, των μεγάλων ζωγράφων που έζησαν σε άλλες εποχές, δεν είναι παρελθόν, αλλά είναι ίσως πιο ζωντανή σήμερα από ποτέ».

Η Ελληνική Αρχαιότητα: II ΚΛΑΣΙΚΗ ΕΠΟΧΗ 3. Από τους Περσικούς Πολέμους στον Πελοποννησιακό

3.5. Αυτά που έγιναν και θα γίνονται πάντοτε


Με την αρρώστια που τη λένε ιερή ιδού πώς έχει το πράγμα: Δεν πιστεύω καθόλου πως η αρρώστια αυτή είναι πιο θεϊκή από τις άλλες αρρώστιες ή πιο ιερή. Πιστεύω πως υπάρχει και γι᾽ αυτήν μια φυσική αιτία, οι άνθρωποι, όμως, είτε από άγνοια είτε γιατί τους έκανε εντύπωση ο παράξενος χαρακτήρας της -δεν μοιάζει, πράγματι, σε τίποτε με τις άλλες αρρώστιες- τη θεώρησαν αρρώστια που τη στέλνουν οι θεοί. […] Κατά τη δική μου γνώμη, οι πρώτοι που βάφτισαν ιερή αυτήν την αρρώστια ήταν άνθρωποι του τύπου των σημερινών μάγων και εξαγνιστών: ζητιάνοι που γυρίζουν από δω και από κει και ξεγελούν τον κόσμο παριστάνοντας τον εξαιρετικά θεοσεβούμενο άνθρωπο που, επιπλέον, κατέχει και μια σοφία σπάνια σε άλλους. Αυτοί ακριβώς οι άνθρωποι μέσα στην αμηχανία τους, που δεν ήξεραν τι να δώσουν στον άρρωστο για να του κάνουν καλό, βρήκαν να ρίχνουν σαν ρούχο επάνω τους και να βάζουν μπροστά τους σαν ασπίδα τη δύναμη του θεού, ώστε να μην αποκαλυφθεί η τέλειά τους άγνοια. Έτσι έβγαλαν τη θεωρία πως η αρρώστια αυτή είναι ιερή.

Ο συγγραφέας του παραπάνω κειμένου ήταν γιατρός. Έζησε προς το τέλος του 5ου αιώνα και ανήκε στη σχολή του Ιπποκράτη, του μεγαλύτερου γιατρού της αρχαιότητας, που θεμελίωσε επιστημονικά την ιατρική. Σήμερα σώζονται περίπου 60 πραγματείες με το όνομα του Ιπποκράτη, οι οποίες έχουν στην πραγματικότητα συντεθεί από διάφορα μέλη της σχολής που ίδρυσε ο ίδιος στην Κω, καθώς και της ανταγωνιστικής σχολής που υπήρχε στην κοντινή Κνίδο της Μικράς Ασίας. Ορισμένες πραγματείες φέρουν καθαρά τη σφραγίδα της σοφιστικής ρητορικής. Άλλες είναι καταφανώς μεταγενέστερες.

Ἱερά νόσος ή (στην ιωνική διάλεκτο) ἱρή νοῦσος ονομαζόταν η επιληψία. Παθολογικές καταστάσεις με παρόμοια συμπτώματα, που προκαλούσαν ξαφνικές κρίσεις και έφερναν τον άρρωστο εκτός εαυτού, ταξινομούνταν στο ίδιο γένος. Στόχος του συγγραφέα ήταν να αποδείξει ότι η ιερά νόσος προκαλείται από καθαρά φυσικές αιτίες, όπως και όλες οι άλλες αρρώστιες, και δεν προέρχεται από την παρεμβολή δαιμόνων ή θεών. Κατά τη γνώμη του, η νόσος προκύπτει όταν η κανονική λειτουργία του εγκεφάλου παρεμποδίζεται από τη συσσώρευση υπερβολικού φλέγματος ή χολής.

Ο συγγραφέας αφιέρωσε μεγάλο μέρος της επιχειρηματολογίας του για να αποδείξει ότι το κέντρο της συνείδησης του ανθρώπου είναι ο εγκέφαλος και όχι το διάφραγμα (φρένες), όπως πίστευε ο Όμηρος, ούτε η καρδιά, όπως θεωρούσαν κάποιοι σαν τον Εμπεδοκλή. Ο λόγος του βασιζόταν σε εμπειρικές παρατηρήσεις, εύλογες υποθέσεις και συλλογισμούς που τον οδηγούσαν σε πειστικά συμπεράσματα. Από τις παραμέτρους που έλαβε υπόψη προκειμένου να εξηγήσει τη λειτουργία της νόσου, ο συγγραφέας απέκλεισε εντελώς τον θεϊκό παράγοντα. Η ιερά νόσος -πρέσβευε- έχει τη δική της σταθερή μορφή (φύσιν) και τη δική της φυσική αιτία (πρόφασιν): δεν είναι απρόβλεπτη ή παράλογη ή χαώδης και, αν κάποιος γνωρίσει τη φυσική αιτία που την προκαλεί, μπορεί να τη θεραπεύσει, προτείνοντας στον άρρωστο αγωγή που να εναντιώνεται κατάλληλα στην αιτία και να την υπερνικά. Η νόσος δεν θεραπεύεται με μαγικές επωδές και τελετουργικούς καθαρμούς, όπως διατείνονταν οι περιπλανώμενοι αγύρτες, που έκρυβαν την άγνοιά τους επικαλούμενοι τους θεούς.

Ο συγγραφέας είχε ανακαλύψει τον αυτόνομο χώρο της φύσης που διαθέτει δική της νομοτέλεια. Όπως χαρακτηριστικά δηλώνει, «όλα τα νοσήματα είναι θεϊκά και όλα είναι ανθρώπινα». Δεν μπορούμε να ξέρουμε γιατί η φύση λειτουργεί με τον τρόπο που λειτουργεί. Αυτή είναι η θεϊκή πλευρά της. Μπορούμε όμως να γνωρίσουμε την κανονικότητά της. Πώς αλληλεπιδρούν τα τέσσερα στοιχεία μεταξύ τους (η γη, το νερό, ο αέρας και η φωτιά), πώς το θερμό έρχεται σε επαφή με το ψυχρό (και το υγρό με το ξηρό), πόσα είναι τα ζωτικά υγρά του ανθρώπινου σώματος και τι ιδιότητες έχουν, ποια κλίματα ευνοούν ποιες νόσους και ποιες δίαιτες τις παρεμποδίζουν: όλα αυτά είναι πράγματα κανονικά, γνωρίσιμα και προβλέψιμα. Και είναι αυτή η γνώση -ισχυρίζεται- ικανοποιητική για την πρόληψη και την ίαση των ασθενειών.

Αυτός ήταν ο νέος κόσμος στον οποίο ανδρωνόταν ο Θουκυδίδης. Η ανακάλυψη της φύσης των πραγμάτων αποτελούσε την πρώτιστη προτεραιότητα της σκέψης. Σε μια τέτοια έρευνα, όπως αυτή μπορεί να εφαρμοστεί στην ανθρώπινη κοινωνική πραγματικότητα, επιδίδονταν και οι σοφιστές, οι οποίοι έφταναν στην πολιτιστικά προηγμένη και πολιτικά ηγεμονική Αθήνα από τα τέσσερα σημεία του ορίζοντα της Ελλάδας, για να διδάξουν και να δοξαστούν. Μέχρι εκείνη τη στιγμή κανένας Αθηναίος δεν είχε ουσιαστικά διαπρέψει στη φιλοσοφία ή την επιστήμη. Ωστόσο, κατά την Πεντηκονταετία, η Αθήνα, με την επεκτατική πολιτική της και τον αυξανόμενο πλούτο της, γινόταν σταδιακά ο σταθερός πόλος έλξης όλων των διανοουμένων της Ελλάδας. Το σπίτι του Περικλή έγινε εστία φιλοξενίας των μεγαλύτερων πνευμάτων της εποχής. Ο σοφιστής Πρωταγόρας και ο φυσικός φιλόσοφος Αναξαγόρας ήταν προσωπικοί του φίλοι. Ορισμένοι πλούσιοι Αθηναίοι, που αποζητούσαν είτε μάθηση είτε κοινωνική προβολή είτε και τα δύο, ακολούθησαν το παράδειγμά του. Κατά την τριακονταετία του Πελοποννησιακού Πολέμου η Αθήνα είχε καταστεί πολιτιστικά η πεμπτουσία της Ελλάδας. Τέτοια και τόση συγκέντρωση πνευματικού δυναμικού είναι πολύ σπάνια στην ιστορία.

Λίγο μετά το μέσον του αιώνα λέγεται ότι ο Ηρόδοτος έφτασε στην Αθήνα και διάβασε δημοσίως μεγάλα αποσπάσματα της ιστορίας του στην αγορά. Οι Αθηναίοι ενθουσιάστηκαν. Είχαν κάθε λόγο να συγκινηθούν και να επευφημήσουν, όχι μόνο γιατί στη νίκη κατά των Περσών είχαν συμβάλει αποφασιστικά οι ίδιοι, αλλά και γιατί ο ιστορικός της δωρικής Αλικαρνασσού παρουσίαζε έτσι τα πράγματα, ώστε να δίνεται η εντύπωση πως η διπλή αποτυχία των Περσών ήταν, στην ουσία, διπλή επιτυχία της Αθήνας και της φρόνιμης πολιτικής που είχε ακολουθήσει. Πολύ αργότερα, κάποιοι αρχαίοι λόγιοι και ιστορικοί έψεξαν τον Ηρόδοτο για φιλαθηναϊκή μονομέρεια. Ίσως είχαν δίκιο. Ο Ηρόδοτος έγραφε θαμπωμένος από τη ραγδαία ανάπτυξη της πολιτικής και στρατιωτικής δύναμης της Αθήνας και από τη θαλασσοκρατορία της στο Αιγαίο. Ίσως επίσης διέβλεπε ότι μέσω της Αθήνας θα μπορούσε να διασφαλιστεί η λογοτεχνική του φήμη στις επερχόμενες γενιές. Μαζί με τα άλλα επιτεύγματα, το ποσοστό αλφαβητισμού και εγγραμματοσύνης των Αθηναίων ανέβαινε, συγκριτικά με άλλες πόλεις, ταχύτερα. Ορισμένοι έψεξαν τον Ηρόδοτο ως φιλοβάρβαρον, διότι αφιέρωσε μεγάλο μέρος του έργου του στην περιγραφή των εθίμων και των δοξασιών λαών όπως οι Αιγύπτιοι, οι Σκύθες και οι Πέρσες. Οι επικριτές δεν μπορούσαν να κατανοήσουν ότι έργο του ιστορικού ήταν να αναζητεί το δίκαιο και τη λογική κάθε πλευράς.

Η ιστορία του Ηροδότου εγγράφεται συνδυαστικά στην παράδοση των ποιητών και στη νεωτερική φυσική φιλοσοφία που είχε αναπτυχθεί στην Ιωνία. Από τους πρώτους κληρονόμησε την όρεξη να προστατέψει με τον γραπτό λόγο του τα «μεγάλα και θαυμαστά έργα των Ελλήνων και των βαρβάρων για να μην αφανιστούν», όπως εξαλείφονται τα δυνατά χρώματα που χτυπά αλύπητα ο ήλιος. Μέριμνά του ήταν η διατήρηση της ανάμνησης των σημαντικών γεγονότων που συντελέστηκαν κατά τη διάρκεια της ζωής του καθώς και των εθνογραφικών στοιχείων που συνέλεξε ο ίδιος, ρωτώντας και ταξιδεύοντας σε ξένους τόπους. Από την ιωνική φυσιολογία πήρε την κριτική αποτίμηση των πληροφοριών, την αμφιβολία, τη σύγκριση και την ταξινόμηση. Με τον προγενέστερό του Μιλήσιο Εκαταίο, που πρώτος συνέστησε τον κλάδο της συστηματικής γεωγραφίας συγγράφοντας το έργο Γῆς περίοδος (περιδιάβαση στη γη), ο Ηρόδοτος, που είχε ένα εξίσου μεγάλο ενδιαφέρον για τους τόπους και τις παραδόσεις των λαών, κάποτε διαφωνούσε. Ο κόσμος του, όμως, δεν ήταν ο κόσμος της αυτόνομης φύσης των φιλοσόφων και των ιπποκρατικών γιατρών, όπου το θείο και το φυσικό αποτελούν τις δύο όψεις του ίδιου νομίσματος. Οι θεοί των ποιητών τον έθελγαν ιδιαίτερα.

Αν ο πρώτος ιστορικός της Ελλάδας ήθελε κάτι να αποδείξει μέσα από τα πολλά και ασύνδετα περιστατικά που δεν κουράζεται να αφηγείται και μέσα από τις ανεκδοτολογικές ιστορίες για πρόσωπα ηγεμονικά της Ασίας και της Αιγύπτου, είναι ότι η υπερβολή οδηγεί στην πτώση και ότι στον κόσμο επικρατεί τελικά η δικαιοσύνη, όσο και αν η τιμωρία κάποτε αργεί να φανεί. Το ιστορικό του αφήγημα δεν αποσκοπεί μόνο στην ικανοποίηση της περιέργειας των φιλομαθών και τη διατήρηση της ιστορικής μνήμης. Έχει επίσης διάσταση ηθική. Ο «πατέρας της ιστορίας», όπως τον αποκάλεσε ο Κικέρων, αισθανόταν πολύ καλά μέσα στον κόσμο όπου ζούσε. Η εμπιστοσύνη του στους θεούς και την κρυφή δράση τους μέσα στην ανθρώπινη ιστορία ήταν ακλόνητη. Παρά τις τοπικές διαφοροποιήσεις των ονομάτων και των λατρειών, οι θεοί τού φάνηκαν κατά βάθος, αν όχι οι ίδιοι παντού, τουλάχιστον παρόμοιοι. Η σύγκριση τον οδήγησε σε αυτό το συμπέρασμα. Παράλληλα ο Ηρόδοτος συνειδητοποίησε την τεράστια ποικιλία των πεποιθήσεων και των εθίμων των διαφορετικών λαών και περιέγραψε τις διαφορές αυτές με την αντικειμενικότητα που παρέχει η ολύμπια απόσταση και ο σεβασμός του διαφορετικού.

Ανάμεσα στους Αθηναίους που άκουσαν τον Ηρόδοτο να διαβάζει δημόσια τα πολεμικά κατορθώματα των Ελλήνων κατά των βαρβάρων ήταν και ο νεαρός Θουκυδίδης. Τόσο ζήλεψε τη δόξα του Αλικαρνασσέα, ώστε αποφάσισε να τον μιμηθεί και να τον ξεπεράσει. Αυτή τουλάχιστον την υποθετική ιστορία γνωριμίας των δύο ανδρών επινόησαν οι μεταγενέστεροι λόγιοι, που εντόπισαν τόσο γραμμές συνέχειας ανάμεσα στα έργα των δύο ιστορικών όσο και σημαντικές αποκλίσεις.

Ο Θουκυδίδης συνέλαβε το σχέδιο καταγραφής του Πελοποννησιακού Πολέμου ήδη από την έναρξή του. Αν εξαιρούσε κανείς τις μυθώδεις διηγήσεις του Ομήρου και τα συμβάντα του απώτερου παρελθόντος, που ήταν χαμένα στην αχλύ του θρύλου, δεν είχε ποτέ πριν υπάρξει τόσο διευρυμένη πολεμική κινητοποίηση των Ελλήνων. Οι Σπαρτιάτες έβλεπαν την υπερβολική και ταχύτατη αύξηση της δύναμης των Αθηναίων με μεγάλη καχυποψία και φόβο. Οι σύμμαχοί τους στην Πελοπόννησο, και κυρίως οι Κορίνθιοι, που είχαν εκτεταμένο εμπόριο και σημαντικό στόλο, απειλούνταν και ζητούσαν βοήθεια. Οι Αθηναίοι, ωστόσο, δεν μπορούσαν να κάνουν πίσω. Το συμφέρον τους βρισκόταν στη διαρκή επέκταση. Αν αποφάσιζαν να ανακόψουν την ηγεμονική πολιτική που είχαν ακολουθήσει μετά το τέλος των Περσικών Πολέμων, υπήρχε ο κίνδυνος όχι μόνο να χάσουν όσα με κόπους είχαν αποκτήσει, αλλά και να ηττηθούν ολοσχερώς από το συσσωρευμένο μίσος των καταπιεσμένων συμμάχων τους. Αν δεν προχωρούσαν βίαια, κατ᾽ ανάγκην θα υποχωρούσαν τραγικά. Ικανοποίηση με τα κεκτημένα, άφεση στα υπάρχοντα και στασιμότητα δεν μπορούσαν πλέον να υπάρξουν. Ο πόλεμος ήταν αναπόφευκτος και προβλεπόταν μακρύς και επώδυνος. Αυτή ήταν η εκτίμηση του Θουκυδίδη, που άρχισε να συλλέγει το υλικό του ήδη από το 431, με αυτοψία και μαρτυρίες όσων συμμετείχαν.

Ως Αθηναίος πολίτης, ο Θουκυδίδης κλήθηκε να πολεμήσει. Είχε ο ίδιος προσωπικά γευτεί τον πόλεμο, όπως είχε άμεσα βιώσει και τον μεγάλο λοιμό που έπεσε στην Αθήνα. Ήξερε από πρώτο χέρι για ποιο πράγμα μιλούσε. Όμως, δεν αρκέστηκε στις προσωπικές του πικρίες και απογοητεύσεις. Προσπάθησε να δει τα πράγματα από μια υψηλότερη προοπτική. Θέλησε να ανακαλύψει την ίδια τη φύση του πολέμου και να διαχωρίσει τις εξωτερικές αφορμές (τὰς ἐς τὸ φανερὸν λεγομένας αἰτίας) από την πραγματική αιτία του (τὴν ἀληθεστάτην πρόφασιν). Η περίπτωση του πολέμου που συνέβη να ζήσει ο ίδιος ήταν παραδειγματική. Σαν μια αρρώστια του σώματος, είχε και αυτός εμφανή συμπτώματα και βαθύτερα αίτια.

Ο Θουκυδίδης απέφευγε τις άμεσες κρίσεις και τις γενικεύσεις. Προτιμούσε να υποδηλώνει τις απόψεις του μέσα από τη δομή της αφήγησής του. Με την επιλογή των σημαντικών γεγονότων από την αχανή δεξαμενή της ανθρώπινης πράξης και με την επιμελημένη σύνθεση των πολιτικών αποφάσεων, των πολεμικών προετοιμασιών και των μαχών σε μια εύλογη σειρά αιτίων και αποτελεσμάτων, έδειχνε καθαρά πώς αντιλαμβανόταν το έργο της ιστορίας. Η έκθεση των πολεμικών γεγονότων θα ήταν όμως ελλιπής -σκέφτηκε-, αν δεν συμπληρωνόταν από τους λόγους που οδήγησαν τους πρωταγωνιστές σε αυτά. Αν τα ακριβή λόγια όσων αγόρευσαν στην Εκκλησία του Δήμου ή ενώπιον της σπαρτιατικής Γερουσίας δεν μπορούσαν να βρεθούν, γιατί δεν υπήρχαν πάντα διαθέσιμοι στενογράφοι και αρχεία, μπορούσαν να ανασυντεθούν εκ των υστέρων με βάση το πιθανό. Η αφήγηση του Θουκυδίδη αποτελεί μια εύκρατη εναλλαγή πολιτικών δημηγοριών και πολεμικών συμβάντων. Σε μία μάλιστα περίπτωση το επίπεδο δραματικότητας του λόγου ανέρχεται τόσο, ώστε η αντιπαράθεση Αθηναίων και Μηλίων εκτίθεται σε ευθύ διάλογο - όπως σε μια τραγωδία. Η ανθρώπινη φύση αποκαλύπτεται ως πράξη στον πόλεμο και ως λόγος στην εσωτερική και την εξωτερική πολιτική των κρατών και των ηγεμονικών δυνάμεων.

Σε μια από τις σπάνιες περιπτώσεις όπου ο Θουκυδίδης εκφράζει άμεσα την προσωπική του κρίση εστιάζει το βλέμμα στην αλλοίωση των ηθών, που συνέβη ως αποτέλεσμα του εσωτερικού διχασμού στην Κέρκυρα. Αυτός ήταν ο προάγγελος ενός γενικευμένου πολέμου που επρόκειτο να διχάσει ολόκληρη την Ελλάδα και κάθε της πόλη σε καιροσκοπικές παρατάξεις δημοκρατικών-φιλαθηναίων και ολιγαρχικών-φιλολακώνων. Το ύφος του ιστορικού γίνεται εδώ πυκνό και δύσβατο, σαν να θέλει να περιλάβει ύλες τις αποχρώσεις των συμπτωμάτων μιας φυσικής ασθένειας μέσα σε ελάχιστες φράσεις:

Έπεσαν πολλές και δυσβάστακτες συμφορές στις πόλεις με την εμφύλια διαμάχη, συμφορές που συνέβησαν και θα συμβαίνουν πάντοτε, όσο είναι ίδια η φύση των ανθρώπων, με περισσότερο ήπιο, όμως, τρόπο και με ποικίλες μορφές, ανάλογα με τις εκάστοτε συγκυρίες και το μέγεθος των μεταπτώσεων. Κατά τις ειρηνικές περιόδους ευημερίας οι πόλεις και τα άτομα έχουν ανώτερο φρόνημα, γιατί δεν πέφτουν στην ακούσια ανάγκη. Ο πόλεμος, όμως, υποκλέπτοντας την ευπορία της καθημερινής διαβίωσης, γίνεται δάσκαλος βιαιότητας και εξομοιώνει την οργή του πλήθους προς τις εκάστοτε συνθήκες.

Κατά τον Θουκυδίδη, η ανθρώπινη φύση εμφανίζεται με τη μεγαλύτερη γυμνότητα στις ακραίες καταστάσεις. Τότε αποκαλύπτεται ο δυναμισμός του πλάσματος που, όπως επισήμαινε ο συμπολίτης του Σοφοκλής, είναι το «φοβερότερο» (με όλες τις σημασίες του όρου) από όλα τα ζωντανά του κόσμου: του ανθρώπου.

Στη θεώρηση του Θουκυδίδη οι θεοί, οι χρησμοί και οι μαντικές προβλέψεις δεν παίζουν κανέναν άλλο ρόλο εκτός από το να επηρεάζουν, θετικά ή αρνητικά, τις αποφάσεις και τη στάση των ανθρώπων. Τίθεται όμως πάντοτε το ζήτημα της ερμηνείας τους. Για την επίλυση των αινιγματικών γρίφων που θέτουν τα θεϊκά σημάδια οι άνθρωποι είναι προικισμένοι με εκείνη τη γνωστική δύναμη που ο Θουκυδίδης ονόμασε γνώμην, και η οποία περιλαμβάνει όχι μόνο τη λογική αλλά και τη διαίσθηση. Μέσω αυτής, τους δίνεται η δυνατότητα, λαμβάνοντας υπόψη τις συνθήκες της συγκυρίας στο παρόν, να προβλέψουν το άμεσο μέλλον και να συμβάλουν στην επίτευξη συγκεκριμένων στόχων με καίριες αποφάσεις. Η δυνατότητα αυτή βασίζεται στην ομοιογένεια της ανθρώπινης φύσης, που καθιστά τη γενική πρόβλεψη υπόθεση εφικτή. Ωστόσο, παρεμβαίνουν επίσης απρόβλεπτοι παράγοντες, όπως είναι για παράδειγμα ένας σεισμός και η ξαφνική αλλαγή στην κατεύθυνση των ανέμων, που καθιστούν την τελική έκβαση της ανθρώπινης δράσης αδιάγνωστη. Τους παράγοντες αυτούς συγκεντρώνει ο Θουκυδίδης κάτω από τον γενικό όρο τύχη.

Την τύχη δεν την αποδίδει ρητά στη βούληση των θεών. Στην αφήγηση του ιστορικού, όμως, υποφώσκει η ιδέα ότι η τύχη δεν είναι τελικά κάτι εντελώς τυχαίο! Αν μπορεί να βρεθεί, έστω και αναδρομικά, ένα βαθύτερο νόημα στην ιστορική πορεία που εξηγεί γιατί τα πράγματα κατέληξαν έτσι και όχι αλλιώς, η καθαρή τυχαιότητα δεν αρκεί, εφόσον δεν μπορεί να γίνει πραγματικό αντικείμενο γνώσης. Πίσω από τη θουκυδίδεια τύχη κρύβεται μια πίστη στην κοσμική δικαιοσύνη, παρόμοια με αυτή που απέδιδαν στους προσωπικούς θεούς οι τραγικοί ποιητές και στο θεῖον ο Ηρόδοτος.

Ο Θουκυδίδης είδε τον Πελοποννησιακό Πόλεμο ως την εμπράγματη φανέρωση μιας προγενέστερης πνευματικής σύγκρουσης δύο πολιτικών νοοτροπιών: του τολμηρού και νεωτερικού πνεύματος, που δεν έβρισκε ησυχία πουθενά, και του συντηρητικότερου πνεύματος της πολιτικής σταθερότητας και της εμπιστοσύνης στην παράδοση. Το πρώτο εκπροσωπούσαν οι Αθηναίοι, το δεύτερο οι Λακεδαιμόνιοι. Ορισμένοι σύμμαχοι του ενός ή του άλλου στρατοπέδου ανήκαν ουσιαστικά στην αντίπαλη πτέρυγα από την άποψη της νοοτροπίας, αλλά είχαν συνταχθεί με βάση τα συμφέροντά τους και την ανάγκη. Για παράδειγμα, οι Κορίνθιοι ήταν τόσο τολμηροί όσο και οι αντίπαλοί τους Αθηναίοι, οι Σάμιοι, που συντάχθηκαν με τους Αθηναίους, οπαδοί της ησυχίας και της πολιτικής αυτονομίας, όπως και οι Σπαρτιάτες. Η διαφορά μεταξύ των δύο αυτών στάσεων ζωής αποτελεί την πολιτική εκδήλωση μιας πολύ βαθύτερης διάστασης που έρεε υπογείως στον ελληνικό πολιτισμού. «Μη λησμονείς ποτέ ότι είσαι θνητός», έλεγε η μία τάση. «Προσπάθησε όσο μπορείς να γίνεις αθάνατος», έλεγε η άλλη. Το ηλεκτρομαγνητικό πεδίο που αναπτυσσόταν μεταξύ τους ήταν ο κοσμικός πόλεμος του Ηράκλειτου. Η ένταση ανάμεσα στις δύο τάσεις εκφράστηκε στην ιστοριογραφία, αφού πριν η πολιτική ιστορία είχε φανερώσει την ύπαρξή της σε έναν πόλεμο που ξεπερνούσε σε μέγεθος τους προηγούμενους.

Το ιστορικό αφήγημα του Θουκυδίδη, η ξυγγραφή, δεν είναι μια απλή καταγραφή αξιομνημόνευτων συμβάντων. Είναι πρωτίστως ένα έργο εφαρμοσμένης πολιτικής φιλοσοφίας. Όπως δίκαια πίστεψε ο ίδιος χωρίς υποκριτική ταπεινοφροσύνη, η ιστορία του είναι «ένα απόκτημα για την αιωνιότητα» (κτῆμα ἐς αἰεί) που στόχο έχει να διδάξει, όχι να τέρψει ή να διασκεδάσει, όπως θα έκανε μια χρονογραφία. Μελετώντας την μπορεί κανείς να βρει τους νόμους της πολιτικής δράσης των ανθρώπων, που δεν είναι δυνατόν να διατυπωθούν γενικά και αφηρημένα. Την πραγματική ισχύ τους την ανακαλύπτει όποιος ζει και ταυτόχρονα αναλογίζεται την ιστορία. Η ξυγγραφή του Θουκυδίδη είναι ο μεγεθυντικός φακός αυτής της αναζήτησης.