Κυριακή 4 Οκτωβρίου 2020

ΚΟΙΝΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΘΡΗΣΚΕΙΩΝ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΣΜΩΝ

Την θεωρία μιας κοινής αρχικής θρησκείας, υποστηρίζουν πολλά στοιχεία από τη συγκριτική έρευνα των θρησκειών και από την εννοιολογική και ετυμολογική συνάφεια πολλών λέξεων και ονομάτων σε διαφορετικές γλώσσες. Η παράθεση επιπλέον στοιχείων ενισχύει ακόμη περισσότερο την θεωρία αυτή και πρώτα από όλα η διαπίστωση, πως δεν υπάρχει ούτε ένας λαός σε ολόκληρη την ανθρώπινη ιστορία, που να μην είχε κάποια θρησκευτική πεποίθηση.  

Ένα σημαντικό κοινό στοιχείο με συχνή εμφάνιση, είναι η τριαδική υπόσταση της θεότητας. Ο Βραχμανισμός δογματίζει θεολογικά, ότι εκ του Βράχμα απέρρευσε η θεία Τριάς (Τριμούρτι), που αποτελείτο από τον Βράχμα τον θεό δημιουργό, τονΒισνού θεό της διατήρησης και της ισορροπίας και τον Σίβα θεό του έρωτα και εξολοθρευτή. Η πρώτη ανώτατη σουμεριακή τριάδα αποτελείτο από τους Ανού, θεό του ουρανού, Ενλίλ, θεό της ατμόσφαιρας και της γης και τον Έα, θεό του αρχικού ύδατος και του ωκεανού. Μια δεύτερη βαβυλωνιακή τριάδα αποτελείτο από τους Σιν (Σελήνη) και τα παιδιά της Σαμάλ (Ήλιος) και Ισχτάρ (πλανήτης Αφροδίτη). 

Και στην Αίγυπτο κάθε επαρχία είχε τη δική της θεϊκή τριάδα. Η σπουδαιότερη μεγάλη τριάδα ήταν αυτή της Αβύδου, που αποτελείτο από τον Όσιρι, την Ίσιδα και τον Ώρο. Ήταν η πιο δημοφιλής και λατρεύονταν σε όλη την Αίγυπτο, επειδή ο Όσιρις ήταν η προσωποποίηση του καλού και ήταν γνωστός ως «ο καλός Θεός». Άλλες τριάδες ήταν αυτή της Μέμφιδος αποτελούμενη από τους Φθα, Σακμέτ και Νέφερτουμ, ενώ των Θηβών από τους Άμων, Μουτ και Χονσού.

ο θεός Ανού
Ο Όμηρος πάλι στην Οδύσσεια[1] κάνει μια σχετική αναφορά στην τρισυπόσταση του Ήλιου: «Ήλιε, τρισήλιε μου, κορφιά του νου, κόκκινο φλάμπουρό μου!». Ήδη από τους ομηρικούς χρόνους ο Απόλλων με τον Δία και την Αθηνά, συνιστούν Τριάδα που εκπροσωπεί πλήρως και τέλεια την θεία δύναμη[2]. Ένδειξη θεϊκής τρισυπόστασης έχουμε και στον Ιουδαϊσμό όπου ο θεός Γιαχβέ παρουσιάστηκε στον Αβραάμ[3] με τις μορφές τριών ανδρών, αν και η εμφάνιση αυτή που υπαινίσσεται ένα τρισυπόστατο ανθρωπομορφισμό αντιμετωπίστηκε ως απλή σύμβαση μορφής, καθώς οι Εβραίοι δεν δέχτηκαν ποτέ την ιδέα μιας οποιασδήποτε μορφής του Θεού τους. Ακόμη κατά τη δημιουργία του ανθρώπου ο θεός αναφέρεται στον εαυτό του, κάνοντας χρήση, πότε του α΄ προσώπου του ενικού και πότε του α΄ προσώπου του πληθυντικού[4](ποιήσωμεν), αφήνοντας την υπόνοια ότι πρόκειται για πρόσωπα περισσότερα του ενός, τα οποία όμως είναι στην ουσία ένα. Αυτή η τριαδική αντίληψη της θεότητας παρουσιάζει μεγάλο ενδιαφέρον για την αναλογία της και με το δόγμα της χριστιανικής θεολογίας, όπου ο Πατήρ-Θεός, ο Υιός Ιησούς Χριστός και το Άγιον Πνεύμα αποτελούν την ενότητα της Αγίας Τριάδος.

Κοινές θρησκευτικές παραδόσεις υπάρχουν, ως γνωστόν, στις τρεις μεγάλες θρησκείες του Ιουδαϊσμού, Χριστιανισμού και Μουσουλμανισμού, που αναφέρουν ως τόπο δημιουργίας του ανθρώπου την περί του Ώξον και του Ιαξάρτη χώρα, όπου υπήρχαν ο Παράδεισος ή Κήπος της Εδέμ, απ΄όπου ανέβλυζαν αυτοί οι ποταμοί, καθώς και ο Τίγρης και ο Ευφράτης.

ο Άδωνις και η Αφροδίτη
Συνδεδεμένη με την λατρεία της βλάστησης και τον κύκλο της φύσης, είναι σε πολλές θρησκείες και η πίστη σε κάποιον Πάσχοντα Θεό που πεθαίνει και ανασταίνεται κάθε χρόνο. Ο Μπέλ-Μαρδούκ[5] είναι ένας θεός που πεθαίνει και ανασταίνεται στην Βαβυλωνιακή, Χαλδαϊκή και Ασσυριακή θρησκευτική δοξασία. Η λατρεία του θεού της βλάστησης που πέθαινε και ανασταινόταν είχε ακόμη ως προσωποποίηση τον σουμεριακό θεό Ταμμούζ (Δουμούζι) τον αγαπημένο της θεάς Ιστάρ, θεάς του έρωτα και της γονιμότητας (σουμεριακή Εάννα) που ήταν προσωποποίηση του πλανήτη Αφροδίτη. Στην Αιγυπτιακή θρησκευτική παράδοση ο πάσχων θεός είναι ο Όσιρις, τον οποίο σκότωσε και στη συνέχεια διαμέλισε ο κακός θεός Σετ (Σήθ). Η θεά Ίσιδα και ο θεός Ώρος βρήκαν και συνέδεσαν τα κομμάτια του και η Ίσις του έδωσε πάλι την ζωή με την απαγγελία κάποιων μαγικών λέξεων. Στην Ελληνική μυθολογία ο Άδωνηςσυνδέεται με τη λατρεία της βλάστησης, της Άνοιξης και γενικά των κύκλων της φύσης και είναι κατάλοιπο της προϊστορικής θρησκείας. Η ομορφιά του, που τον ενέπλεξε στην αντιζηλία ανάμεσα στην Αφροδίτη και την Περσεφόνη, συμβολίζει την άνοιξη και τον κύκλο των εποχών του χρόνου, ενώ ο θάνατός του είναι το φθινόπωρο και ο χειμώνας. Στην ίδια κατηγορία του πάσχοντος θεού συγκαταλέγονται και οι θεοί Διόνυσος, Άττις και Μίθρας. Τέλος ο Ιησούς Χριστόςστην χριστιανική θρησκεία είναι ένας θεός των θείων παθών και της Ανάστασης που επίσης εορτάζεται την άνοιξη.

Ο θεός της βροχής Τλαλόκ
Σχετικοί με την λατρεία της βλάστησης ήταν και οι θεοί της βροχής, όπως ο Τλαλόκ των Αζτέκων, ο Αντάντ ο βαβυλωνιακός θεός των βροντών και των βροχών (ο ΣουμεριακόςΙσκούρ). Μεγάλος θεός των γερμανών ήταν και ο Δόναρ, θεός των καταιγίδων, της γεωργίας-κτηνοτροφίας, που κρατάει σφύρα την οποία εκσφενδονίζει κατά των γιγάντων όταν γίνεται βροντή.

Ένα ακόμη κοινό στοιχείο εμφανίζεται στο γεγονός της πτώσης του ανθρώπου από το ύψος της ηθικής και θεϊκής του καταγωγής, όπως βλέπουμε να συμβαίνει στους πρωτόπλαστους της ιουδαϊκής και της χριστιανικής θεολογίας και στην Ελληνική μυθολογία περί του χάλκινου γένους.

Σημαντικό είναι και το στοιχείο μιας αρχικής διαμάχης ή συνωμοσίας των θεών έναντι αλλήλων, όπως αναφέρεται στην ινδική και ελληνική μυθολογία. Στον βαβυλωνιακό μύθο για την δημιουργία του κόσμου, υπάρχει κάποια ομοιότητα του αρχικού τέρατος Τιαμάτ, από το οποίο γεννήθηκαν οι θεοί, με τον Κρόνο, και του Μαρδούκ με τον Δία, καθώς και οι δύο ηγήθηκαν της επανάστασης των θεών εναντίον τους. Συχνά ο καλός θεός σκοτώνεται από τον κακό, αλλά είναι αυτός που στο τέλος θριαμβεύει. Ο Όσιρις δολοφονείται από τον αδελφό του Σήθ. Ο Αριμάν[6] στην Ζωροαστρική μυθολογία είναι η νεότερη μορφή του ονόματος του πνεύματος του κακού, αδελφός και εχθρός του Ωρομάσδη του πνεύματος του καλού. Παρεμφερής στην ελληνική μυθολογία είναι και η σύγκρουση του Δία με τον Κρόνο. Στην Π.Δ ο Καϊν σκοτώνει τον αδελφό του Άβελ. Ο μύθος των Αζτέκων για τον θεό Κετσαλκοάτλ, λέει ότι βασίλευσε στο Μεξικό για πολλά χρόνια ειρήνης και ευδαιμονίας και ότι απομακρύνθηκε από τις μαγγανείες κάποιου αντιπάλου του, δηλώνοντας ότι θα επανέλθει.

Συμπληρωματικά ο θρίαμβος αυτός συνοδεύεται και από την καταδίκη του κακού θεού, σε ένα απώτατο χρονικό σημείο Κρίσης-Δίκης, με τον εγκλεισμό του στα έγκατα της γης, στον άδη ή στην κόλαση. Ο Ζωροάστρης καταδικάζει τον Αριμάν σε εγκλεισμό και είναι εμφανές πως η παράδοση αυτή έχει επιδράσει και στον χριστιανισμό, όπου ο Χριστός είναι ο τελικός Κριτής. (σ.440).

Το όνομα του Εωσφόρου (Αυγερινού) με παραπλήσιους τρόπους συνδέεται με την πτώση από το αμάρτημα της υπερηφάνειας τόσο στην ελληνική μυθολογία[7], όσο και στην ιουδαϊκή.

Μια επιπλέον αρχαιότατη παράδοση πολλών θρησκειών, ανάγει την δημιουργία του κόσμου μέσα από το αδιαμόρφωτο αρχικό Χάος, όπως βλέπουμε στους Βαβυλώνιους και τους Έλληνες, ενώ αποδίδει την γέννηση των όντων και των θεών συνήθως από την ένωση του Ουρανού και της Γης, ενίοτε και της θάλασσας. Η επικρατέστερη πίστη στην Ελλάδα και στην Ινδία είναι πως ο κόσμος εγεννήθη εκ του ουρανού και της γης. Στις περισσότερες θρησκείες η Μητέρα-Γη, Θεά Μητέρα, είναι η πιο πανάρχαια θεότητα από όλες.

Ακόμη πιο εντυπωσιακή είναι η ομοιότητα των θρησκευτικών παραδόσεων στις αναφορές περί φυσικών καταστροφών και κατακλυσμών που φαίνεται πως απηχούν αληθινά γεγονότα. Στους αρχαίους Έλληνες η μυθολογία αναφέρεται στον κατακλυσμό του Δευκαλίωνα που μπήκε σε Κιβωτό έπειτα από τη συμβουλή του Προμηθέα. Στην Π.Δ ο κατακλυσμός του Νώε, που φαίνεται πως έχει μεγάλη σχέση με τον κατακλυσμό της σουμεριακής μυθολογίας, όπου από την καταστροφή του κόσμου σώθηκε, όπως ο Νώε με την Κιβωτό, μόνο ο ευσεβής ήρωας Ζιουσούντρα, χάρι στο πλοίο που έφτιαξε επίσης μετά από τη συμβουλή του θεού Ενκί. Μυθολογικές παραδόσεις για κατακλυσμούς έχουν οι Ινδοί στη Μαχαβαράτα και οι Αζτέκοι.

Ευρεία διάδοση έχει και η πίστη στην Προγονολατρεία, η οποία πιστεύει στην αθανασία της ψυχής και ως τέτοια είναι αντίθετη του φετιχισμού. Ήταν διαδεδομένη στους αρχαίους Έλληνες, Σκύθες, Κινέζους, Ρωμαίους, Γερμανούς, Ιάπωνες, Μαλαισιακή Πολυνησία, στους ερυθρόδερμους της Αμερικής, σε φυλές της Αφρικής και της Αυστραλίας (Αρούντα). Λατρεία νεκρών βασιλέων υπήρχε και στην Βαβυλωνία. Θεότητα απονέμεται και από τους Ινδούς στις ψυχές των προγόνων (Πίτρις). Στην προϊστορική Ελλάδα λάτρευαν τους νεκρούς τους, θάβοντάς τους δίπλα στα σπίτια τους ώστε να τους επιβλέπουν και να αποφεύγουν πιθανή κακοποίηση απ΄ αυτούς. Από τη λατρεία των νεκρών προήλθε η λατρεία των «Χθόνιων», από τους οποίους προέκυψε αργότερα ο Πλούτων, η Περσεφόνη και οι παρόμοιες επίσης ανθρωπόμορφες θεότητες.

Διαδεδομένες ήταν ακόμη και οι ανθρωποθυσίες στις τελετές των αρχαίων θρησκειών όλης σχεδόν της γης. Στην Κίνα σε περιόδους ξηρασίας γίνονταν ανθρωποθυσίες μαζί με ζώα σε τέλεση μαγικής πράξης για την βροχή. Στις τελετές των Αζτέκων, Μάγια και Ίνκας οι ανθρωποθυσίες γίνονταν για τους ίδιους λόγους στους θεούς Τλαλόκ, Κετσαλκοάτλκαι Ουϊτσιλοπόχτλι. Ενδείξεις και σαφείς αναφορές για ανθρωποθυσίες υπήρχαν και για τους αρχαίους Έλληνες και Κρήτες, τους Αιγύπτιους (ο Θούθμωσις Γ΄ θυσίασε στον Άμμωνα Σύριους και Αιθίοπες αιχμαλώτους), τους Χαναναίους, τους Ουρρίτες, τους Φοίνικες, τους Κέλτες, τους Γερμανούς ακόμη και για τους αρχαίους Ισραηλίτες.

Το φίδι επίσης, ως σύμβολο κάποιας χθόνιας λατρείας, συναντάται στις θρησκείες και τις τέχνες πολλών πολιτισμών. Κοινά στοιχεία πολιτισμού εντοπίζονται ακόμη στα διαδεδομένα Μεγαλιθικά μνημεία της νεολιθικής εποχής. Στα επίσης νεολιθικά ντολμέν και μενίρ. Στις οικοδομικές κατασκευές ναών με το γενικό, αν και κατά περιοχές παραλλαγμένο, σχήμα της πυραμίδας, σε Αίγυπτο, Ελλάδα, Προσθασία, Κίνα, Ινδία, Ν. Αμερική.

Κοινό σημείο όλων των θρησκειών είναι και η λατρεία των ουράνιων σωμάτων, της Αφροδίτης, της Σελήνης, κυρίως δε του Ήλιου. Ο Sergei Ouvaroff [8]διαπιστώνει πως: «Απ΄ όλες τις θεωρίες περί της καταγωγής του πολιτισμού, η πιο δυνατή είναι, αναμφίβολα, εκείνη που δέχεται ένα κοινό κέντρο, μια εστία φώτων». Η επιπλέον παράθεση ενός μεγάλου αριθμού σημαντικών παραδειγμάτων, δεν είναι πραγματικά αναγκαία, ώστε να διαφανεί αναμφίβολα το νήμα που συνδέει την ύπαρξη των τοπικών θρησκειών με εκείνη την πανάρχαια, κοινή θρησκευτική αρτηρία, που για χιλιετίες τροφοδότησε με πνευματικό υλικό-αν και συχνά, λίγο ή πολύ, τροποποιημένο από τις συνθήκες, τις ντόπιες λατρείες.
---------------------------------------
[1] ΟΜΗΡΟΣ: Οδ. Ξ., 96. Μετάφραση Νίκου Καζαντζάκη.
[2] Ο Ορέστης ελυτρώθη χάρη στον Απόλλωνα και στην Παλλάδα και χάρη στον τρίτο θεό τον Σωτήρα π΄όλα αυτός εξουσιάζει. ΑΙΣΧ. «Ευμενίδες», στ. 758-760
[3] Π.Δ. Γεν. ιη΄, 1-2
[4] Π.Δ. Γεν. Α΄, 26, Β΄, 18 και Γ΄, 22.
[5] Ο Μαρδούκ (Μπελ-Βήλος) αντιστοιχεί στον πλανήτη Δία. Η σχέση του με τον Χριστό είναι προφανής, καθώς σε πρωτοχρονιάτικη εορτή διάβαζαν σε ξεχωριστή τελετή αποσπάσματα για το μύθο του σύμπαντος και τα πάθη του θεού. ( σ. 487, τ. Α1).
[6] Ο Αριμάν έχει πολλά κοινά σημεία με τον Σατανά και με την χριστιανική θεολογία. Παρά Αριστ΄. (Αρειμάνιος).
[7] ΑΠΟΛΛΩΔΟΡΟΥ: «Μυθολογία», Ι-52.
[8] SER. OUVAROFF: αυτ. σελ. 50.

Zώντας σε έναν κόσμο δίχως Θεό - μια συζήτηση ακόμη ανοιχτή

8 Απριλίου 1966: λίγες ημέρες πριν από το Πάσχα, το γνωστό εβδομαδιαίο ενημερωτικό περιοδικό TIME της Νέας Υόρκης, έχει ένα ιδιαίτερο εξώφυλλο που θα προκαλέσει σκάνδαλο και θα θεωρηθεί ως ένα από τα πιο προκλητικά εξώφυλλα στην ιστορία του περιοδικού. Σε κατάμαυρο φόντο με μεγάλα κόκκινα γράμματα υπήρχε το ερώτημα: «Είναι ο Θεός νεκρός;»

Στην πραγματικότητα, το συγκεκριμένο τεύχος απλώς συζητούσε τις απόψεις του Τόμας Τζ. Τζ. Άλτιζερ, θιασώτη της Ριζοσπαστικής Θεολογίας (γνωστή και ως «θεολογία του θανάτου του Θεού»), τις οποίες είχε πρόσφατα εκφράσει (μαζί με τον Ουίλιαμ Χάμιλτον) στο έργο τους “Radical Theology and the Death of God”, στηριγμένοι στους Ουίλιαμ Μπλέικ, Χέγκελ και Νίτσε, υφιστάμενοι μάλιστα και δριμεία κριτική από παραδοσιακούς Χριστιανούς θεολόγους και απολογητές (ενδεικτικά, βλ. το τρίλημμα του Σ.Ες. Λούις).

Γύρω από τέτοιου είδους προβληματισμούς περιστρέφονται και τα έξι δοκίμια του τόμου Ο θάνατος του Θεού – Από τον Διαφωτισμό μέχρι την εποχή μας, που είναι γραμμένα από διαφορετικούς ειδικούς και εστιάζουν το καθένα σε διαφορετικές πλευρές της ίδιας διαδικασίας. Αρχικά, ο Κέναν Μάλικ, ισχυριζόμενος ότι η συζήτηση για την ύπαρξη του Θεού κρύβει μέσα της ένα άλλο ζήτημα, που δεν είναι άλλο από την εμφάνιση νέων μορφών κοινωνικής οργάνωσης, θεωρεί ότι αυτό που ονομάζουμε συνήθως «Διαφωτισμό» έχει δύο πτυχές, τον μετριοπαθή και τον ριζοσπαστικό Διαφωτισμό. Παρόλο που άξονας για την καθοριστική μεταβολή των ιδεών μας περί Θεού υπήρξε αναμφισβήτητα ο Διαφωτισμός του 18ου αιώνα, ωστόσο, οι ακραίες συνέπειές του δεν θα γίνουν ορατές παρά τον 19ο αιώνα. Η Λίσα Μακ Κάλοου ισχυρίζεται ότι «ο θάνατος του Θεού», που έγινε πλήρως αντιληπτός τον 19ο αιώνα, μπορεί να εντοπιστεί στις απαρχές του ακόμη νωρίτερα, και συγκεκριμένα στον νομιναλισμό του ύστερου Μεσαίωνα (13ος αιώνας). Πνεύματα που συνέλαβαν αυτή την κοσμοϊστορική διαδικασία για τη Δύση, ήταν ο «ιππότης της πίστης» Κίρκεγκορ, o Στίρνερ, o Ντοστογιέφσκι και φυσικά ο Νίτσε, στη φιλοσοφία του οποίου το πρόβλημα του Θεού κατείχε καίριο ρόλο, όπως επιδιώκει να δείξει ο Κάρολ Λάνγκφορντ.

Ο «θάνατος του Θεού» και στη λογοτεχνία

Εκτός όμως από τη φιλοσοφία, τον «θάνατο του Θεού» εξέφρασε και η ίδια η λογοτεχνία. Χωρίς την παρουσία του Θεού, έστω και ως κάτι το αιώνιο και υπαρκτό μέσα στην πλάση, ο λογοτέχνης αντικρίζει και σκιαγραφεί στις σελίδες των βιβλίων του έναν κόσμο γυμνό, ξένο και έρημο, ένα απλό σύνολο φυσικών δεδομένων που αδιαφορεί πλήρως για καθετί ανθρώπινο, γράφει χαρακτηριστικά ο Τσαρλς Ι. Γκλίξμπεργκ, στο δοκίμιό του. Ο μοντερνισμός είναι η προσπάθεια της λογοτεχνίας να εκφράσει έναν τέτοιο κόσμο. Όσο για τις συνέπειες όλων αυτών στην ερωτική ζωή, ο σύγχρονος άνθρωπος, μας λέει πάλι ο Γκλίξμπεργκ, παραμέρισε τους ενδοιασμούς του και αφοσιώθηκε στον έρωτα, μόνο και μόνο για ν’ ανακαλύψει αργότερα κατάπληκτος πίσω από αυτόν, τον θάνατο, με τον οποίο είναι αλληλένδετοι, όπως έλεγε και ο Φρόυντ. Τέλος, το δοκίμιο του Άλτιζερ εξετάζει την Αμερική, ως την αδιαφιλονίκητη ιστορική μητρόπολη όλων των παραπάνω εξελίξεων.

Το πρόβλημα του Θεού τίθεται από τον Νίτσε με τους ίδιους όρους που το έθεσε ο ντοστογιεφσκικός ήρωας Κυρίλοφ: η παραδοχή της ανυπαρξίας του Θεού ανοίγει μπροστά στην ανθρωπότητα δύο δρόμους, είτε την απελπισία, είτε την ανάληψη του ρόλου του Θεού μέσω της θέσπισης καινούργιων ηθικών αξιών και σκοπών ζωής.

Το κλασικό απόσπασμα του Νίτσε για τον Θεό αποτελεί πάντως χαρακτηριστικό δείγμα σύγκλισης προβληματισμών ανάμεσα σε φιλοσοφία και λογοτεχνία, καθώς ήδη ο Ντοστογιέφσκι έθεσε το πρόβλημα της ύπαρξης του Θεού σχεδόν με τους ίδιους όρους που χρησιμοποίησε αργότερα ο ίδιος και οι άθεοι υπαρξιστές. Βέβαια, το πρόβλημα του Θεού τίθεται από τον Νίτσε με τους ίδιους όρους που το έθεσε ο ντοστογιεφσκικός ήρωας Κυρίλοφ: η παραδοχή της ανυπαρξίας του Θεού ανοίγει μπροστά στην ανθρωπότητα δύο δρόμους, είτε την απελπισία, είτε την ανάληψη του ρόλου του Θεού μέσω της θέσπισης καινούργιων ηθικών αξιών και σκοπών ζωής. Στο βιβλίο του Ο μηδενισμός πριν από τον Νίτσε (μτφρ. Γιώργος Ν. Μέρτικας, εκδ. Πατάκη) ο Αμερικανός φιλόσοφος Μάικλ Άλεν Γκιλέσπι εντοπίζει τα θεμέλια του μηδενισμού στις απαρχές των Νεώτερων Χρόνων, όταν διαλύθηκε η μεσαιωνική σύνθεση της φιλοσοφίας με την πίστη και σηματοδοτήθηκε η υπερτίμηση της ανθρώπινης ελευθερίας και βούλησης σε σχέση με τον λόγο και την τάξη. Ο «θάνατος του Θεού», λέει, προκαλεί δύο μορφές μηδενισμού: τη σοπεναουερική παραίτηση από τη ζωή (παθητικός μηδενισμός) και την επιτάχυνση της καταστροφής του κόσμου των Ρώσων αναρχικών του 1860 (ενεργητικός μηδενισμός). Με αυτόν τον τρόπο, οι δύο διαφορετικές εννοιολογήσεις του μηδενισμού συνδέονται στενά. Να σημειωθεί, παρεμπιπτόντως, ότι η έννοια «μηδενισμός», που θα συζητηθεί εκτενέστερα στη συνέχεια, εμφανίστηκε για πρώτη φορά το 1862, μέσα στο μυθιστόρημα του Ιβάν Τουργκένιεφ Πατέρες και Γιοι (μτφρ. Ελένη Μπακοπούλου, εκδ. Άγρα). Βέβαια, η έννοια του Θεού κατά τον 19ο αιώνα στη Δύση έπαιζε ήδη έναν μάλλον δευτερεύοντα ρόλο, αφού δεν αποτελούσε θεμέλιο του πολιτισμού αλλά μονάχα μια ηθική εγγύηση της αστικής κοσμοεικόνας.

Η πορεία προς την απομάγευση

Αν οι παραπάνω συγγραφείς υπέδειξαν ορισμένα καίρια σημεία σχετικά με την απομάκρυνση του ιερού από τον σύγχρονο κόσμο, ο φιλόσοφος Μαρσέλ Γκοσέ αναλαμβάνει το ακόμη πιο δύσκολο έργο να περιγράψει αναλυτικά τον τρόπο με τον οποίο επήλθε αυτή η απομάγευση. Το βιβλίο του αποτελεί, όπως λέει χαρακτηριστικά ο ίδιος, μια «πολιτική ιστορία της θρησκείας» (ή μάλλον ένα πρώιμο σχεδίασμα) και διαιρείται σε δύο μέρη: «Μεταμορφώσεις του θεϊκού» και «Απόγειο και θάνατος του Θεού». Πίσω από το αφαιρετικό και κάπως δυσνόητο ύφος του, υπάρχει η αφήγηση μιας ιστορίας που δεν είναι παρά η ιστορία του Δυτικού πολιτισμού, από τον οποίο διαμορφώθηκε ο κόσμος μας σχεδόν στο σύνολό του. Αρχικά, πρέπει να παρατηρηθεί ότι ο Γκοσέ στηρίζεται στην έννοια της «απομάγευσης του κόσμου», που είχε περιγράψει ο Μαξ Βέμπερ στην περίφημη διάλεξή του περί επιστήμης, αλλά τη λαμβάνει με την πλατύτερη σημασία της, ως διαδικασία απομάκρυνσης του ιερού από τις ανθρώπινες κοινωνίες. Για τον Γκοσέ δύο ήταν οι ριζικές τομές: γέννηση κράτους και εμφάνιση μονοθεϊσμού. Μάλιστα η πρώτη δεν θα είχε αξιοποιηθεί ποτέ ιστορικά δίχως τη συνδρομή της δεύτερης. Ο Γκοσέ βλέπει τον κόσμο ως μια σταδιακή διαδικασία διάζευξης από την κυριαρχία της αμιγούς θρησκευτικότητας (την οποία προσδιορίζει ως αρχέγονο συντηρητισμό προς μια αδιασάλευτη τάξη). Για τον Γκοσέ, η χριστιανική κοσμοθεωρία εμπεριέχει τα σπέρματα που τελικά θα οδηγήσουν με διαλεκτικό τρόπο πέρα από αυτή. Με τον μονοθεϊσμό για πρώτη φορά το θείο χωρίζεται από τον κόσμο. Ο κόσμος γίνεται έτσι κάτι αλλότριο, απέναντι στο οποίο ο άνθρωπος αντιπαρατίθεται. Ο Γκοσέ σημειώνει διαδοχικά όλα τα στάδια αυτής της μετάβασης.

Για τον Γκοσέ δύο ήταν η ριζικές τομές: γέννηση κράτους και εμφάνιση μονοθεϊσμού. Μάλιστα η πρώτη δεν θα είχε αξιοποιηθεί ποτέ ιστορικά δίχως τη συνδρομή της δεύτερης.

Ο Γκοσέ κάνει λόγο για «αξονική εποχή» (περίπου από το 700 ως το 200 π.Χ.) δανειζόμενος τον όρο από τον Γερμανό υπαρξιστή φιλόσοφο Καρλ Γιάσπερς, για να εντάξει εκεί το σύνολο θρησκευτικών σχηματισμών που αναδύθηκαν την πρώτη χιλιετία προ Χριστού σε Κίνα, Ελλάδα, Ινδία, Ιράν και Ισραήλ. Οι μεγάλες θρησκείες, τονίζει, αποτελούν απλώς διάφορα επιμέρους σημεία παρακμής της αρχέγονης θρησκευτικότητας. Συγκεκριμένα, η πρώτη μορφή θρησκείας ταύτιζε αυτόν τον κόσμο με το θείο. Ο ηγεμόνας ήταν άμεσος εκπρόσωπος του θεού και ολόκληρη η κοινωνία αντλούσε τη νομιμοποίησή της από ένα ιερό παρελθόν που χάνεται στα βάθη της ιστορίας (αν μπορεί να γίνει εδώ λόγος για ιστορία). Η ζωή των ανθρώπων ήταν προσδιορισμένη ως μίμηση πανάρχαιων και ιερών προτύπων, ενώ η παραμικρή αυτονομία ήταν σχεδόν αδιανόητη. Ο κόσμος ήταν κάτι το απόλυτα έτερο και όλη η ζωή προσδιοριζόταν από τη μίμηση ορισμένων άχρονων και θεϊκών προτύπων. Η ανθρωπότητα έζησε με αυτόν τον τρόπο για ολόκληρους αιώνες και τίποτε δεν κατάφερε να διαταράξει σοβαρά αυτή την προοπτική της. Δύο ήταν οι ριζικές τομές που άλλαξαν την ιστορίας της ανθρωπότητας: η δημιουργία κρατών και η εμφάνιση του μονοθεϊσμού, κορύφωση της οποίας υπήρξε ο Χριστιανισμός της Δύσης. Όπως χαρακτηριστικά γράφει ο Γκοσέ, «ο Χριστιανισμός υπήρξε η θρησκεία της εξόδου από τη θρησκεία». Η πρωτόγονη θρησκεία εκφράζει την απόλυτη στατικότητα και ως σήμερα μπορεί κανείς να το δει αυτό, καθώς εκείνη διατηρείται στην καθαρή της μορφή σε ορισμένες περιοχές από την Αμερική ως τη Νέα Γουινέα. «Πρωτόγονες» κοινωνίες είναι οι κοινωνίες που υπήρχαν πριν τη δημιουργία κράτους.

Δύο αποκλίνοντες δρόμοι

Μετά την ανάπτυξη κρατών, εμφανίστηκαν δύο αποκλίνοντες δρόμοι όσον αφορά το θρησκευτικό φαινόμενο: οι ανατολικές θρησκείες αφενός και ο (εβραϊκός) μονοθεϊσμός αφετέρου. Ο τελευταίος υπήρξε και ο ιστορικά σημαντικότερος. Βέβαια, τονίζει ο Γκοσέ, ο μονοθεϊσμός δεν είναι αναγκαστικά δυναμικός (Ισλάμ), ενώ από την άλλη, υπάρχει και ένα σύστημα θρησκευτικής αρνησικοσμίας χωρίς τον μονοθεϊσμό (Βουδισμός). Ωστόσο, το μονοθεϊστικό credo γίνεται δύναμη ρήξης από τη στιγμή που επενδύει στον άλλο κόσμο σε δυναμική αντιπαράθεση με τούτον εδώ. Αντίθετα με αυτά, ο Χριστιανισμός δεν ήταν ούτε δόγμα ριζικά αναχωρητικό, ούτε όμως ένα δόγμα απόλυτης υποταγής. Ο Γκοσέ ανιχνεύει την προοδευτική αύξηση της εσωτερικότητας και της οικουμενικότητας, από τους προφήτες του Ισραήλ ως τον Ιησού Χριστό και τον απόστολο των εθνών, Παύλο. Με την ιδέα της Δημιουργίας αφενός ο κόσμος έχει πάψει να νοείται ως κάτι το εξάπαντος ολοκληρωμένο, αφετέρου ο άνθρωπος διαθέτει πλέον μια προνομιακή σχέση εσωτερικότητας με τον Δημιουργό του, άρα και υπεροχή έναντι του κόσμου. Κύρια ιστορική συγκυρία που ευνόησε την εκδίπλωση του Χριστιανισμού ήταν το μακροχρόνιο πολιτικό κενό που δημιουργήθηκε μετά την πτώση της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας και το οποίο αποπειράθηκε να καλύψει η Εκκλησία. Η ίδια η εκκλησία φέρει εντός της τα σπέρματα της τελικής αμφισβήτησής της: όσο και αν η ίδια έδρασε για αιώνες ως μεσολαβήτρια ανάμεσα στους δύο κόσμους, ωστόσο το μήνυμά της, η εσωτερική επαφή του Θεού με κάθε άνθρωπο μέσα στην ψυχή του, θα απέτρεπε κάθε οριστική συμφιλίωση των δύο κόσμων.

Με τον Χριστιανισμό, το θείο αναγνωρίζεται ως κάτι που βρίσκεται έξω από τον κόσμο. Η χριστιανική εσχατολογία θα ωθήσει τους ανθρώπους να επικεντρωθούν στο μέλλον αντί για το μυθικό παρελθόν.

Η συνύπαρξη κοσμικού με το πνευματικό που αργότερα έδωσε τη θέση της στη σύλληψη του κοσμικού ως πεδίου εφαρμογής είναι η απαρχή των Νεοτέρων Χρόνων. Η σύγκρουση ανάμεσα σε αυτόν τον κόσμο και τον άλλο, που είναι η σύγκρουση από την οποία ξεπηδούν όλες οι υπόλοιπες στη χριστιανική πίστη, συγκεφαλαιώνεται καίρια στο δόγμα της Ενσάρκωσης, λέει ο Γκοσέ. Η ενσάρκωση του Χριστού ως τέλεια αλληλοπεριχώρηση της θείας με την ανθρώπινη φύση θα απεικονίζει στο εξής τη σύγκρουση ανάμεσα σε αυτόν τον κόσμο (ενθάδε) και στον άλλο κόσμο (επέκεινα). Με τον Χριστιανισμό, το θείο αναγνωρίζεται ως κάτι που βρίσκεται έξω από τον κόσμο. Η χριστιανική εσχατολογία θα ωθήσει τους ανθρώπους να επικεντρωθούν στο μέλλον αντί για το μυθικό παρελθόν. Επιπλέον, η φύση αποϊεροποιείται και λόγω αυτής της αποϊεροποίησής της καταρρέει και η υποταγή των ανθρώπινων όντων σε αυτή και ξεκινά η κυριαρχία τους πάνω της. Συνάμα, η σύγκρουση των δύο αρχών (ενθάδε-επέκεινα) θα λάβει κοινωνικοπολιτικές διαστάσεις μέσω της αδιάκοπης διαμάχης της θρησκευτικής εξουσίας με την κοσμική και τις μορφές που αυτή θα λάβει. Σηματοδοτείται έτσι το πέρασμα από τον ηγεμόνα-θεό στον ηγεμόνα ελέω Θεού, που εκφράζει ουσιαστικά το πέρασμα από το «έτερο» (εξωτερικό) στο επίγειο (εμμενές). Όσο και αν ο ηγεμόνας αναγνωρίζεται ως εκπρόσωπος του Θεού, ποτέ ξανά στο εξής δε θα μπορεί διεκδικήσει για τον εαυτό του την ιδιότητα του Θεού.

Σταδιακά, η σύγκρουση ενθάδε-επέκεινα θα αρχίσει να παίρνει νέα κατεύθυνση: κατεύθυνση στο επέκεινα μέσω της ικανοποίησης όλων των επιταγών του ενθάδε. Με λίγα λόγια, στόχος αρχίζει και γίνεται η αναζήτηση του άλλου κόσμου δια της αφοσίωσης σε αυτόν. Βέβαια, και πάλι θα μπορούσε ακόμη και έτσι να προκύψει ένας σταθεροποιητικός συμβιβασμός του ενθάδε με το επέκεινα, όπως αυτό συνέβη με την Ανατολική Χριστιανοσύνη στο Βυζάντιο, μας λέει ο Γκοσέ. Εδώ εκτός από την ίδια την εκκλησία ως θεσμό (π.χ. με τη Γρηγοριανή μεταρρύθμιση του 11ου αιώνα – η Γρηγοριανή μεταρρύθμιση που υπήρξε το πρώτο δείγμα γραφειοκρατικού ορθολογισμού) συνέδραμε αρκετά και ο μοναχισμός. Σε αντίθεση με τον Ανατολικό αναχωρητισμό, που οδηγείται σε μια στείρα αρνησικοσμία, ο Δυτικός αναχωρητισμός αποσκοπεί στη βελτίωση του ενθάδε. Αφετηρία αυτής της διαδικασίας θα αποτελέσει ο Άγιος Βενέδικτος, λέει ο Γκοσέ. Οι μεγάλες χριστολογικές διαμάχες του 4ου και του 5ου αιώνα εκφράζουν ακριβώς αυτόν τον ανθρωποκεντρισμό, αφού διαπραγματεύονται τη συνύπαρξη των δύο φύσεων (θείας και ανθρώπινης) το πρόσωπο του Χριστού. Καθώς ο Θεός είναι κάτι με το οποίο ο πιστός επικοινωνεί εσωτερικά, καθώς βρίσκεται μέσα του, αυτός ο ανθρωποκεντρισμός (που ενισχύεται και από το γεγονός ότι ο Θεός προσλαμβάνει την ανθρώπινη φύση) φέρνει εν σπέρματι την ιδέα της ισότητας και της αυτονομίας των ανθρώπινων όντων. Σε αντίθεση με άλλες θρησκείες, ο Χριστιανισμός «θρησκεία αιρέσεων», συνδυάζοντας την κλειστότητα ενός δόγματος με την ανοικτότητα των ερμηνειών του. Πρόκειται για την κατ’ εξοχήν θρησκεία που χρήζει ερμηνειών, αντίθετα και πάλι με το Ισλάμ όπου θεωρείται βλασφημία ν’ αποπειραθεί κανείς να ερμηνεύσει το Κοράνι, λέει και πάλι ο Γκοσέ.

Ο Γκοσέ αρνείται κάθε ντετερμινισμό: όλα αυτά θα μπορούσαν κάλλιστα και να μην είχαν συμβεί, ελλείψει ευνοϊκών ιστορικών συγκυριών. Ωστόσο, οι ιστορικές συγκυρίες προσέφεραν απλώς την πρακτική ευκαιρία της εκδίπλωσης όσων τάσεων ενυπήρχαν ήδη στο χριστιανικό δόγμα. Μαζί με την απομάκρυνση του Θεού από τη φύση (αποϊεροποίηση φύσης) καταλύεται εν δυνάμει και η ιεραρχία: ο ηγεμόνας παύει να ενσαρκώνει τη διαμεσολάβηση ανάμεσα στους δύο κόσμους και πλέον αρχίζει ν’ αντιπροσωπεύει την οριστική διάζευξή τους (ελέω Θεού μονάρχης). Η προτεσταντική Μεταρρύθμιση με τον «εγκόσμιο ασκητισμό» που εκείνη επέφερε δεν είναι τίποτα περισσότερο από αποκορύφωμα μιας εξέλιξης που προετοιμαζόταν αιώνες. Ο Προτεσταντισμός απλώς βάθυνε το χάσμα ενθάδε/επέκεινα. Τελικά, από στατικός και θείος ο κόσμος άρχισε να γίνεται αντιληπτός ως κάτι το ρευστό, κάτι που επιδέχεται και χρήζει μορφοποίησης. Αυτό αποπειράθηκαν να κάνουν οι διάφορες πολιτικές ιδεολογίες μέχρι σήμερα. Όπως είπε κάποτε ο Μαρξ: «οι φιλόσοφοι πάντα εξηγούσαν τον κόσμο, αλλά ο σκοπός είναι να τον αλλάξουμε». Ο Γκοσέ υμνεί τον Χριστιανισμό επειδή θεωρεί ότι εκείνος, λόγω της εσωτερικής του δυναμικής και των διαλεκτικών του αντιφάσεων, τελικά έφυγε από το ιστορικό προσκήνιο, δίνοντας τη θέση του (και τη θέση της θρησκείας γενικά) στο νεωτερικό πνεύμα της αναζήτησης για τη χειραφέτηση του ανθρώπου απέναντι στη φύση και στην κοινωνία.

Κοινωνίες πέραν του θρησκευτικού

Χάρη στον Χριστιανισμό, καταλήγει, φτάσαμε τελικά να ζούμε σε πέραν του θρησκευτικού κοινωνίες. Τι σημαίνει όμως αυτό; Για τον Γκοσέ, κοινωνία πέραν του θρησκευτικού είναι μια κοινωνία που επενδύει στο μέλλον, από το οποίο και αντλεί τη νομιμοποίησή του. Νομιμοποιείται από τις προσδοκίες που εκφράζουν τα μέλη της, τα οποία δεν είναι παθητικοί φορείς αλλά συνειδητοί διαμορφωτές του κοινωνικού γίγνεσθαι ιδεολογίες που προωθούν τη χειραφέτηση. Αν και αποδέχεται τη θεωρία της εκκοσμίκευσης, κατά την οποία οι νεότερες ιδεολογίες αποτελούν εκκοσμικευμένες μορφές μετάθεσης του θρησκευτικού ζήλου, ο Γκοσέ ξεκαθαρίζει πως οι ιδεολογίες δεν αποτελούν απλή συνέχεια των θρησκειών με άλλη μορφή, αλλά συνάμα και αντιστροφή τους. Έξοδος από τη θρησκεία δε σημαίνει οριστική εξάλειψη κάθε θρησκευτικής εμπειρίας αλλά απλώς ότι το θεμελιωδώς έτερο έχει πάψει ν’ αποτελεί τη βάση νομιμοποίησης των κοινωνιών μας. Δε ζούμε σε δίχως θρησκεία κοινωνίες αλλά σε κοινωνίες όπου το θρησκευτικό στοιχείο αποτελεί ένα συγκεκριμένο, οριοθετημένο τμήμα, τα οποίο ακολουθεί τους κανόνες τους. Αφού έπαψε να ρυθμίζει τη λειτουργία τους εξ ολοκλήρου, ο Ιερό επανενσωματώθηκε ως μέρος της κουλτούρας. Η θρησκεία έχει τελειώσει ως δομή αλλά υπάρχει ακόμη ως κουλτούρα, χωρίς όμως να υφίσταται κάποια αντίφαση, λέει ο Γκοσέ. Πλέον ζούμε σε κοινωνίες που δεν καθορίζονται έξωθεν αλλά αυτοθεσμίζονται. Θεμέλιο των νεωτερικών κοινωνιών αποτελεί η σύγκρουση (ο Γκοσέ θέτει σχηματικά το 1880 ως «θεσμοθέτηση» της σύγκρουσης λόγω της εμφάνισης της καθολικής ψηφοφορίας και ταξικών εργατικών κομμάτων που απευθύνονταν στη μάζα). Αντίθετα με όλες εκείνες τις κοινωνίες που νομιμοποιούνται από το παρελθόν («κοινωνίες μαθητείας»), οι κοινωνίες που στρέφονται στο μέλλον εστιάζουν στο παιδί και αναγνωρίζουν της σημασίας του κοινωνικού του ρόλου. Η εκπαίδευση από τη Νεωτερικότητα αρχίζει να θεωρείται ως επένδυση στο μέλλον και η ιστορίας της εκπαίδευσης αποτελεί την ιστορία της διαρκούς αύξησης της έμφασης που δίνεται στις λανθάνουσες δυνατότητες σε βάρος των τρεχουσών (έμφαση στο πώς της μαθησιακής διαδικασίας και όχι στο τι).

Αντίθετα με όλες εκείνες τις κοινωνίες που νομιμοποιούνται από το παρελθόν («κοινωνίες μαθητείας»), οι κοινωνίες που στρέφονται στο μέλλον εστιάζουν στο παιδί και αναγνωρίζουν της σημασίας του κοινωνικού του ρόλου.

Πού βρισκόμαστε λοιπόν σήμερα; Το μέλλον είναι άγνωστο, απρόβλεπτο και μη προκαθορισμένο στη μετά τις ιδεολογίες κοινωνία. Ιδεολογίες ήταν η τελευταία μορφή που έλαβε το θρησκευτικό. Ζούμε σ’ ένα σύστημα αιώνιο (με την έννοια ότι στηρίζεται σε απρόσωπους θεσμούς που είναι πρωτοτυπία της Δύσης και μπορούν ν’ αναπαράγονται ατελεύτητα) και απείρως τελειοποιήσιμο μέσα από την αέναη αλλαγή. Όσο για το δομικό σχήμα της θρησκευτικής εμπειρίας, αυτό παραμένει μαζί μας υπό άλλη μορφή: συγκεκριμένα, αποκρυσταλλώνεται στη σκέψη, το φαντασιακό, καθώς και τον τρόπο που συλλαμβάνουμε τον εαυτό μας. Και η τέχνη είναι η συνέχεια του Ιερού (όπως το ορίζει ο Ρούντολφ Ότο) με άλλα μέσα. Το σχήμα του Γκοσέ μοιάζει να απολήγει σε μια εγελιανή ουτοπία διαρκούς προόδου. Βέβαια θα μπορούσαν να ισχύουν όλα τα παραπάνω και συγχρόνως να βρισκόμαστε χωρίς να το συνειδητοποιούμε μέσα σε μια δυστοπία σαν αυτή που περιγράφεται στο μυθιστόρημα Θαυμαστός καινούργιος κόσμος, και μάλλον κάπως έτσι το φανταζόταν ο Χάξλεϊ. Στο τελευταίο κεφάλαιο, λοιπόν, ο Γκοσέ αποκαλύπτει τις σκοτεινές πτυχές αυτής της κατάστασης:

«Είμαστε εφεξής καταδικασμένοι να ζούμε στερημένοι νοήματος, απογυμνωμένοι και μέσα στην αγωνία αυτό από το οποίο, από τότε που άνθισε η ανθρώπινη περιπέτεια, η χάρις των θεών μας μας είχε απαλλάξει; Τώρα, επαφίεται στον καθένα να επεξεργαστεί τις δικές του απαντήσεις». (σ. 429).

Έτσι, οι προβληματισμοί των δύο βιβλίων συναντώνται ξανά, προβάλλοντας τις μορφές που μπορεί να λάβει μια ζωή σε έναν δίχως Θεό κόσμο.

Αγάπη είναι όταν ο καθένας πιστεύει πως ο άλλος βρήκε ένα φάρμακο διαφορετικό, και πως θα τον γιατρέψει

Δεν παύουμε ν' αγαπούμε αυτούς που αγαπήσαμε.

Αλλά από άνθρωπο σε άνθρωπο, από κομμάτι σε κομμάτι, μας αρέσει να πιστεύουμε πως ανασυνθέτουμε σταδιακά ένα παζλ και πως μια μέρα θα σχηματιστεί ένα πρόσωπο.

Και πως δεν θα έχουμε πια ανάγκη να ψάχνουμε.

Μόνο που στη θέση της συνολικής εικόνας δεν έχουμε παρά την πιο πρόσφατη, κι αυτή δεν διαγράφει τις προηγούμενες.

Καμία μορφή δεν λησμονιέται, καμία δεν μας συγκρατεί.

Γι' αυτό και η ζωή μας δεν είναι μια διαδοχή από αποτυχίες αλλά μια αβέβαιη κατασκευή ολοκληρωτικά δοσμένη στην αγάπη.

Πόλεμοι γίνονται, μοναξιάς προς μοναξιά.

Λαβωμένοι συγκρούονται με άλλους λαβωμένους, και με διακύβευμα την αγάπη.

Αυτό που καταλογίζουμε στον άλλο δεν είναι ότι μοιράζεται με μας την ίδια πληγή αλλά ότι βρήκε τα ίδια αντίδοτα.

Αγάπη είναι όταν ο καθένας πιστεύει πως ο άλλος βρήκε ένα φάρμακο διαφορετικό, και πως θα τον γιατρέψει.

Όμως τον περισσότερο καιρό αγωνιζόμαστε ενάντια σε πλάσματα που μας μοιάζουν υπερβολικά, που υποφέρουν όσο κι εμείς, και ως προς αυτό είναι ακατανίκητα.

Η εμπειρία ποτέ δεν μπορεί να μοιραστεί

«Το να χρησιμοποιείς τις ίδιες λέξεις δεν είναι αρκετή
εγγύηση ότι θα γίνεις αντιληπτός· χρειάζεται
να χρησιμοποιείς τις ίδιες λέξεις του ίδιου είδους
της προηγούμενης εμπειρίας, και τέλος χρειάζεται
να έχεις κοινές εμπειρίες με κάποιον»
Φ. Νίτσε

Στο μυθιστόρημα ''αγάπη με α μικρό'' δινόταν το ακόλουθο παράδειγμα για το γιατί δεν μπορεί ποτέ να μοιραστεί στ’ αλήθεια μια εμπειρία:

Φαντάσου ότι πρόκειται να κάνω ένα μεγάλο ταξίδι, από το οποίο δεν ξέρω πότε θα γυρίσω κι εσύ έρχεσαι στο σταθμό του τρένου να αποχαιρετιστούμε.

Αν αργότερα επικοινωνήσουμε δια αλληλογραφίας ή από τηλεφώνου και θυμηθούμε τον αποχαιρετισμό αυτό... δε θα μιλάμε για το ίδιο, ακόμα κι αν τρέφουμε την αυταπάτη ότι έτσι είναι.

Η δική σου και η δική μου θα είναι διαφορετικές αναμνήσεις, αν όχι εκ διαμέτρου αντίθετες.

Εσύ θυμάσαι έναν άνδρα που απομακρύνεται μέσα σε ένα τρένο και χαιρετά με το χέρι από το παράθυρο.

Εγώ, αντίθετα, θυμάμαι έναν άνδρα που ήταν ακίνητος στην αποβάθρα και μίκραινε.

Αυτό είναι το μόνο που μπορούμε να μοιραστούμε: η αίσθηση ότι ο άλλος μικραίνει.

Είναι κάτι που έχει τον απόηχό του στα συναισθήματά μας.

Όταν παίρνεις φυσική απόσταση από κάποιον, η παρουσία του στο ασυνείδητό σου μειώνεται σταδιακά.

Ίσως, υπ’ αυτή την έννοια, αυτό που συμβαίνει στο οπτικό επίπεδο να είναι καθαρή προετοιμασία για εκείνο που θα συμβεί μέσα στο μυαλό.

Όμως, ας γυρίσουμε στην αρχή: Η εμπειρία ποτέ δεν μπορεί να μοιραστεί, σερβίρεται σε ατομικές συσκευασίες.

Η «μαγική» δύναμη του ήχου και της μουσικής

Οι ήχοι είναι μια ισχυρή ενέργεια. Κάθε ήχος είναι μια δόνηση που δημιουργείται από κύματα που ταλαντώνονται σε μια συγκεκριμένη συχνότητα. Στις αρχαίες τελετουργίες, οι λέξεις, οι ήχοι και τα σχήματα συνδυάζονταν για να πετύχουν κάτι συγκεκριμένο. Κάθε γράμμα μιας λέξης σηματοδοτούσε έναν ήχο και κατέγραφε έτσι το άκουσμα αυτού του ήχου. Κάθε ήχος είχε μια ιδιαίτερη χρησιμότητα. Οι αρχαίοι φαίνεται πως πίστευαν πώς υπήρχε μια μαγική διάσταση στη μουσική, μια σχέση μεταξύ άυλου και υλικού που διαφαίνεται, μεταξύ άλλων, και στους μύθους που σχετίζονται ακόμα και με κτίση πόλεων ή τειχών.

Ο θεός Πάνας με την άγρια φωνή του τρομοκρατούσε τους εχθρούς του και τους έτρεπε σε φυγή (πανικός), ενώ με τη μουσική του αυλού του προσέλκυε τις νύμφες, που δεν μπορούσαν να αντισταθούν στο άκουσμα της μουσικής του.

Οι αρχαίοι Έλληνες διαδραμάτισαν σημαντικό ρόλο για την ανάδειξη της μουσικής ως θεραπευτικού μέσου. Μέσω της αρχής του συντονισμού, ο ήχος δρα θεραπευτικά, διεισδύοντας σε όλα τα πεδία της ανθρώπινης ύπαρξης. Ο ήχος μπορεί να επιβραδύνει και να ρυθμίσει τα εγκεφαλικά κύματα καθώς και να επηρεάσει συγκεκριμένα όργανα αλλά και ολόκληρο τον οργανισμό, σε κυτταρικό επίπεδο. Ίσως για αυτό τον λόγο ήδη από την Αρχαιότητα ήταν ευρύτατα διαδεδομένη η θεραπεία ασθενειών με τη χρήση επαναλαμβανόμενων ήχων.

Η χρήση εξαγνιστικών ασμάτων για τη θεραπεία ανθρώπων και ζώων, την αποτροπή δύσκολων ή καταστροφικών καιρικών συνθηκών, για τη γονιμότητα και την εκδίωξη των δαιμονίων ήταν αρκετά διαδεδομένη στους αρχαίους Έλληνες όσο και στους Ανατολικούς λαούς. Αρχαίοι Έλληνες ψέλνοντας επωδές (τραγούδια με μαγικές ιδιότητες) και παιάνες (εποχή των Λυρικών 700 – 550 πΧ) με την συνοδεία μουσικών οργάνων, λέγεται πως είχαν την δύναμη να επιδρούν στην συναισθηματική και νοητική σφαίρα των ανθρώπων εξαγνίζοντάς τις και βοηθώντας στην εξέλιξή τους.

Παράδειγμα της λειτουργίας των επωδών εμφανίζεται στην Οδύσσεια όπου ο Οδυσσέας θεραπεύει το τραύμα του με επίδεση αυτού και παράλληλα με επωδή από τους γιους του Αυτόλυκου.

Ο Ορφέας με τη μουσική του μάγευε θεούς και ανθρώπους, το ίδιο έκανε και ο Ασκληπιός. Ο Ασκληπιός, σύμφωνα με την παράδοση, απέκτησε τις πρώτες του ιατρικές γνώσεις κοντά στον Κένταυρο Χείρωνα. Οι Ορφικοί ύμνοι με τη σωστή χρήση και εκφορά τους μπορεί να επιταχύνουν τους ρυθμούς της πνευματικονοητικής εξέλιξης του χρήστη.

Ο Πυθαγόρας πίστευε ότι τα άστρα και οι πλανήτες παράγουν ήχους (μουσική των σφαιρών επιβεβαιωμένη σήμερα από την N.A.S.A), που δεν γίνονται αντιληπτοί, λόγω ατέλειας του ανθρώπινου αυτιού. Οι Πυθαγόρειοι πίστευαν, ότι η μουσική οδηγεί στην ενοποίηση σώματος και ψυχής και διαδραματίζει πολύ σημαντικό ρόλο στη ζωή τους. Όπως τεκμηριώνεται από τις σύγχρονες επιστημονικές έρευνες, οι ηχητικές δονήσεις επιδρούν δραστικά στην ανθρώπινη ψυχοφυσιολογία.

Ο Θεόφραστος υποστήριζε ότι με τον αυλό του μπορούσε να αντιμετωπίσει τα συμπτώματα της επιληψίας, ο Κέλσος με τα κύμβαλα του την παραφροσύνη, ενώ ο Ερώφιλος, με βάση την μουσική κλίμακα που αντιστοιχούσε στην ηλικία του ασθενούς, ρύθμιζε τον αρτηριακό σφυγμό.

Οι Αιγύπτιοι ιερείς και ο νεοπλατωνικός Ιάμβλιχος αργότερα, χρησιμοποιώντας ιερούς ψαλμούς και μυστικά ονόματα, εμψύχωναν αγάλματα ή μπορούσαν να έχουν όπως υποστήριζαν πρόσβαση στους ανώτερους κόσμους.

Την χρήση του ήχου και της μουσικής όμως δεν την χρησιμοποιούσαν μόνο για την θεραπεία των ανθρώπων. Υπάρχουν παραδόσεις σε όλο τον κόσμο που αναφέρουν φαινόμενα αντιβαρύτητας με την χρήση ειδικών με την χρήση των οποίων κατάφερναν να μετακινούν εύκολα τεράστια βάρη.

Η γνώση των διάφορων κραδασμών καταδεικνύει ότι ένα δονούμενο και συμπυκνωμένο ηχητικό πεδίο μπορεί να εξουδετερώσει τη δύναμη της βαρύτητας (ηχητική αντιβαρύτητα). Και εάν η μουσικοθεραπεία αναγνωρίζεται σήμερα ως μορφή δημιουργικής ψυχοθεραπείας μέσω της μουσικής και των ήχων με σκοπό την προαγωγή της σωματικής, ψυχολογικής και κοινωνικής ευεξίας, η γνώση της ηχητικής αντιβαρύτητας ανήκει στην σφαίρα της επιστημονικής φαντασίας ή της μυθολογίας. Ας δούμε μερικά σχετικά παραδείγματα.

Στην αρχαία Ελλάδα, ο μυθικός κιθαρωδός Αμφίονας, γιος της Αντιόπης, γνώριζε την τέχνη εμψύχωσης των λίθων και μ’ αυτή τη γνώση που κατείχε, κατάφερε να οικοδομήσει τα τείχη των Θηβών. Στο άκουσμα της λύρας και του τραγουδιού του οι πέτρες κινούνταν και τα δέντρα άφηναν τις ρίζες τους στο χώμα και παραδίνονταν στους ξυλουργούς. Οι κινούμενες πέτρες έμπαιναν σε τάξη με τον ήχο της λύρας και έτσι υψώθηκε το τείχος με τις επτά πύλες, γιατί η λύρα του είχε επτά χορδές. Μ’ αυτό τον τρόπο η Θήβα έγινε ισχυρή πόλη [1].

Στα Μέγαρα ο Απόλλωνας Βοήθησε τον Αλκάθου στο κτίσιμο της πόλης και μάλιστα, κατά τον Παυσανία, οι ντόπιοι έδειχναν την ηχούσα σαν κιθάρα πέτρα, πάνω στην οποία ο θεός είχε αφήσει την κιθάρα του όταν Βοήθησε στο χτίσιμο των τειχών. Με ανάλογο τρόπο κτίστηκε και το Βυζάντιο, όπου ο Βύζας κατασκεύασε το τείχος της πόλης με τη Βοήθεια του πατέρα του Ποσειδώνα και του Απόλλωνα.

Αρκετά αργότερα, ο Άραβας ιστορικός Abul Hasan Ali al-Masudi (895-957 μ.χ), γνωστός και ως «Ηρόδοτος» της Αραβίας, οποίος είχε ταξιδέψει στο μεγαλύτερο μέρος του τότε γνωστού κόσμου, είχε γράψει μία τριαντάτομη ιστορία [2] στην οποία ανάμεσα στα άλλα, αναφέρει πως οι αρχαίοι Αιγύπτιοι είχαν χρησιμοποιήσει τον ήχο της μουσικής για την μεταφορά των ογκόλιθων στην Γκίζα, και για την κατασκευή της μεγάλης πυραμίδας. Αναφέρει λοιπόν:

«Πρώτα πρώτα ένας μαγικός πάπυρος τοποθετήθηκε κάτω από την πέτρα που έπρεπε να μεταφερθεί. Κατόπιν η πέτρα χτυπήθηκε με μία μεταλλική ράβδο και αυτό προκάλεσε την αιώρηση της πέτρας. Έπειτα η πέτρα κινήθηκε κατά μήκος ενός δρόμου στρωμένου με πέτρες, που είχε δεξιά και αριστερά φράχτη με μεταλλικές ράβδους. Η πέτρα ταξίδεψε για μία απόσταση περίπου 50 μέτρων και έπειτα έκατσε στο έδαφος. Η διαδικασία επαναλαμβανόταν έπειτα έως ότου έφτανε στο κατάλληλο σημείο» [2].

Αλλά και στην Βίβλο, στην ιστορία της πτώσης της Ιεριχούς, οι Ισραηλίτες νικούν και καταλαμβάνουν την πόλη όταν µπαίνουν στη Γη της Επαγγελίας αφού έχουν περιπλανηθεί στην έρημο επί 40 χρόνια. Περπάτησαν γύρω από την πόλη επί έξι ημέρες και την έβδομη ημέρα την περικύκλωσαν επτά φορές. Την έβδομη φορά οι ιερείς σάλπισαν, ο λαός φώναξε και τα τείχη κατέρρευσαν.

Από την μυθολογία στην επιστημονική φαντασία λοιπόν (Για την επιστήμη η αντιβαρύτητα αναφέρεται στην υποθετική ύπαρξη δύναμης η οποία απωθεί την ύλη. Χρησιμοποιείται γενικά για να υποδηλώσει την κατανίκηση της βαρύτητας με τη βοήθεια κάποιων τεχνητών μέσων, αλλά επίσης χρησιμοποιείται και στην προσπάθεια εξήγησης της επιταχυνόμενης διαστολής του Σύμπαντος. Μέχρι σήμερα η επιστήμη δεν έχει καταφέρει να αποδείξει την ύπαρξη μίας τέτοιας επίδρασης, όπως επίσης και οι υφιστάμενοι φυσικοί νόμοι δεν προβλέπουν την ύπαρξή της, ούτε όμως την απαγορεύουν).

Παραπομπές:

1. Παυσανίας 9. 5. 6-7. & 1. 42. 1-2. Βλ. και Θέογνις, Ελεγειών Α 773-774.

2. Abul Hasan Ali al-Masudi «Murūj al-dhahab wa maʿādin al-jawāhir - The Meadows of Gold and Mines of Gems» .

Μύθος, ήθος, πρότυπα και Αλληγορία

Χρόνια τώρα, η μυθολογία αποτελεί ένα προσωπικό καταφύγιο, ένα ανεξάντλητο θησαυρό ιδεών, προτύπων, κρυμμένων αρχετυπικών μοτίβων και συμβόλων. Πίσω από την αχλή του χρόνου, κρύβεται μια αγωνιώδης προσπάθειας κατανόησης της ανθρώπινης ιστορίας, του μεταφυσικού, αλλά και της ίδιας μας της φύσης, η οποία ταυτίζεται με την φύση. Όπως αναφέρει ο γνωστός Ακαδημαϊκός μυθολόγος, Joseph John Campbell (1904 – 1987):

«Πρέπει να περάσουμε από την δεδομένη συνείδηση στο μυστήριο της συνείδησης, και να βρούμε αυτήν την καταπληκτική πτυχή της ζωής –το ότι αποτελούμε μέγα μυστήριο– μέσα μας, μέσα στον εαυτό μας, να το φωτίσουμε. Με τεχνικές σαν τον διαλογισμό, την εσωτερική ενατένιση, μπορούμε να το κάνουμε αυτό. Αυτό το μυστήριο είναι αυτό για το οποίο μιλούν οι θρησκείες, και προσωποποιούν αυτό το μυστήριο, αυτό κάνουν. Μας δίνουν εικόνες για να στοχεύουμε, αυτό είναι όλο. Αυτό είναι ο Μύθος. Είναι η εσωτερική πλευρά αυτής της αλήθειας, και σε οδηγεί πιο μέσα, και τελικά έξω από τον εαυτό σου, σε σύνδεση με το Όλον».

Οι μύθοι είναι τόσο παλιοί, όσο και η ίδια η Ανθρωπότητα, καθώς αποτελούν την πανανθρώπινη προσπάθεια του ανθρώπου να κατανοήσει το υπερβατικό, την Ζωή και τον Θάνατο, το Θεϊκό και το Μυστηριακό, τον ίδιο του τον προορισμό. Για αυτό τον λόγο και η χρήση τους στις μυστηριακές μυητικές τελετές. Οι μύθοι είναι πανανθρώπινοι, περιέχουν την προφορική παράδοση αρχέγονων προτύπων και συνδέεται με τελετουργίες, κυριαρχείται από μαγική σκέψη και το συναίσθημα.

Σύμφωνα με τον Campell, η μυθολογία έχει τέσσερις λειτουργίες όσον αφορά στην επίδραση της πάνω στην ανθρώπινη εμπειρία, τις οποίες εξέφρασε σε πολλά έργα του όπως στο τέλος του τετράτομου Μάσκες του Θεού (1962 – 68) και στην Δύναμη του Μύθου (1988).

i. Αφύπνιση ενός Αισθήματος Δέους μπροστά στο Μυστηρίου της Ζωής: Το ανώτερο μυστήριο της ύπαρξης δεν μπορεί να εκφραστεί με τον λόγο, γιατί προϋπάρχει και υπερβαίνει αυτόν. Η μόνη δυνατή προσέγγιση του αυτού είναι η άμεση εμπειρία. Οι μύθοι και οι τελετές που τους αναπαριστούν μπορούν να οδηγήσουν σε μία τέτοια εμπειρία μέσω της σύνδεσης της ατομικής εμπειρίας με κάτι μεγαλύτερο. Έτσι όρισε και την ετυμολογία της λέξη religion (λατ. religio) ως re-link (επανασύνδεση).

ii. Κοσμολογική Λειτουργία: Τον καιρό της δημιουργίας τους, οι μύθοι λειτουργούσαν ως πρώτο-επιστήμη, αναγάγωντας γενικά συμπεράσματα μέσα από φυσικές παρατηρήσεις.

iii. Διατήρηση της Υπάρχουσας Τάξης: Η δομή των αρχαίων κοινωνιών δημιουργήθηκε κάτω από πολύ ισχυρότερες πιέσεις απ’ ότι οι σύγχρονες. Η δομή αυτή συχνά κρινόταν απαραίτητη για την επιβίωση των κοινωνιών αυτών και εδώ ο μύθος έπαιζε τον βασικό ρόλο για τη διαιώνιση της.

iv. Καθοδήγηση του ανθρώπου μέσα από τα στάδια της ζωής: Εδώ ο μύθος προσέφερε ένα αρχετυπικό πρότυπο για τα στάδια της ενηλικίωσης, της ζωής μετά και τελικά την αντιμετώπιση της πραγματικότητας του θανάτου.

Ο μύθος διαχρονικά ποιεί ήθος, δίνοντας σταθερά πρότυπα ανά τους αιώνες. Ειδικά στην περίπτωση της αρχαίας Ελλάδας, εάν οι πρόγονοι μας δεν είχαν ανατραφεί με τα ηρωικά πρότυπα της αρχαίας Ελληνικής μυθιστορίας, είναι αμφίβολο εάν θα είχαν αναπτύξει το θρυλικό ηρωικό ήθος που τους διέκρινε. Ο πολιτισμός που περιγράφει λ.χ ο μέγας παιδαγωγός της αρχαιότητας ο Όμηρος, αποθεώνει την τιμή και τη δημόσια εκτίμηση.

Το υψηλότερο αγαθό για τον Ομηρικό άνθρωπο», γράφει ο Dodds, δεν είναι ο φόβος προς το θεό», αλλά ο σεβασμός σε αξίες όπως είναι η αιδώς και η δικαιοσύνη, δεν είναι τυχαίο ότι ο Αχιλλέας στον καβγά του με τον Αγαμέμνονα λέει: «ἀλλά σοί, ὦ μέγ΄ ἀναιδέ» . Ο Αχιλλέας φέρεται με το δέοντα σεβασμό σε όλους εκτός από τον Αγαμέμνονα, ο οποίος δε σέβεται ούτε τον ιερέα του Απόλλωνα.

Οι περισσότεροι Ομηρικοί - και όχι μόνο- ήρωες, είναι πρότυπα ηθικής, ευγένειας, ευαισθησίας και ως «παραδειγματικές διαχρονικές μορφές» μπορούν να μπολιάσουν με αξίες ακόμα και σήμερα τον αναγνώστη των μυθολογικών ιστοριών. Η εποχή μας στερείται προτύπων και ηρωικών μορφών, οι οποίες είναι ακόμα ικανές να μας οδηγήσουν στις αναγκαίες υπερβάσεις, ώστε εκτός των άλλων να ξανα-ανακαλύψουμε την χαμένη μας αγνότητα και παιδκότητα.

Όπως εξηγεί ο Joseph Campell: «Ανέκαθεν η κύρια λειτουργία της μυθολογίας και της τελετουργίας ήταν η γέννηση συμβόλων που ωθούν το ανθρώπινο πνεύμα προς τα εμπρός, αντιδρώντας κατ' αυτό τον τρόπο σ' όλους εκείνους που έχουν την τάση να πηγαίνουν την ανθρωπότητα προς τα πίσω. Στην πραγματικότητα, μπορεί κάλλιστα ένα πολύ υψηλό ποσοστό νευρωτισμού των ανθρώπων της σύγχρονης εποχής ν 'ακολουθεί αυτή τη σταδιακή πορεία αποκλιμάκωσης της πνευματικής βοήθειας που δεχόμαστε απ' τους μύθους»!

Πέρα όμως από τον ηθικοπλαστικό χαρακτήρα των μύθων υπάρχει και μια ακόμα ανάγνωση, αυτή των κρυμμένων μηνυμάτων που ίσως αυτή υποσυνείδητα υποκρύπτει η αλληγορική προσσέγιση (Ο λόγος - λογική αντιστοιχεί στο συνειδητό, το ασυνείδητο στον μύθο, και ο μύθος προηγείται του Λόγου). Σε μία τέτοια εσωτερική ανάγκη εντάσσεται και η χρόνια προσωπική προσπάθεια κατανόησης και αποσυμβολισμού των μύθων, την οποία καταθέτω μέσω της «Μυσταγωγίας και Μυθαγωγίας».

Λίγα λόγια για την «αλληγορική» ερμηνεία των μύθων.

Η αλληγορία ξεκινά τη μακραίωνη διαδρομή της στην αρχαία Ελληνική γραμματεία ως αλληγορική ερμηνεία της ποίησης. Σύμφωνα με τους υποστηρικτές της, σημαντικά ποιητικά έργα, κυρίως του Ομήρου, του Ησιόδου και Ορφικά, πέρα από τη φαινομενική σημασία τους ενέχουν «βαθύτερα» νοήματα που καλείται να ανακαλύψει ο αναγνώστης. Οι αρχαιότερες μαρτυρίες αλληγορικής ερμηνείας ανάγονται στον 6ο αιώνα π.Χ.

Συγκεκριμένα, αναφέρεται ο Θεαγένης ο Ρηγίνος ως ο πρώτος αλληγοριστής του Ομήρου. Η ερμηνεία του της θεομαχίας ως σύγκρουσης των κοσμογονικών στοιχείων θεωρείται η πρώτη φιλολογική προσέγγιση, όσο τουλάχιστον είναι γνωστό Την ίδια εποχή ή και νωρίτερα ο Φερεκύδης ο Σύριος ερμηνεύει αλληγορικά μύθους. Βέβαια ο όρος ἀλληγορία δεν έχει καθιερωθεί μέχρι τον 1ο αιώνα π.Χ., και μέχρι τότε άλλοι όροι περιγράφουν την αλληγορική έκφραση των ποιητών, όπως η ὑπόνοια και κυρίως το αἴνιγμα. O όρος ἀλληγορία γενικά συνδέεται περισσότερο με τη ρητορική θεωρία.

Γνωστοί προσωκρατικοί αλληγορικοί ερμηνευτές του 5ου αιώνα είναι ο Αναξαγόρας, ο Μητρόδωρος ο Λαμψακηνός, ο Στησίμβροτος ο Θάσιος, και ο Γλαύκωνας. Οι σοφιστές δεν φαίνεται να εφαρμόζουν την αλληγορία, αλλά με τη στάση τους ευνοούν τη μεταγενέστερη εξέλιξή της. Αργότερα, από τον 4ο αιώνα, σώζεται ο Πάπυρος του Δερβενίου, που περιέχει μια αλληγορική ερμηνεία ενός ορφικού ποιήματος ως προσωκρατική φιλοσοφία. Στην Πέργαμο η φιλοσοφική αλληγορική ερμηνεία των μύθων ευδοκιμεί, ενσωματωμένη αρμονικά στο Στωικό φιλοσοφικό σύστημα, με τον Ζήνωνα, τον Κλεάνθη και τον Χρύσιππο να θεωρούνται κατεξοχήν υποστηρικτές της.

Από τους μεταγενέστερους Στωικούς σώζεται αυτούσιο το έργο του Λευκίου Ανναίου Κορνούτου Ἐπιδρομὴ τῶν κατὰ τὴν ἑλληνικὴν θεολογίαν παραδεδομένων, που εμπεριέχει ετυμολογικές και συμβολικές ερμηνείες των διάσημων μύθων της αρχαιότητας (1ος αιώνας μ.Χ.). Περίπου της ίδιας εποχής, τα Ὁμηρικὰ Προβλήματα του Ηρακλείτου αποτελουν μια συλλογή αλληγοριών σε εβδομήντα εννέα κεφάλαια. Αλληγορικές ερμηνείες εμπεριέχει επίσης το έργο Περὶ Ὁμήρου, που αποδόθηκε εσφαλμένα στον Πλούταρχο. Αργότερα, τον 2ο -3ο αιώνα, αναπτύσσεται η αλληγορική ερμηνεία των Νεοπλατωνιστών. Γνωστό και στην ολότητα του σωζόμενο έργο της τάσης αυτής είναι το «Περί τοῦ ἐν Όδυσσεία τῶν Νυμφῶν ἄντρου του Πορφυρίου».

Η αλληγορική ερμηνεία της ποίησης δέχεται και αρνητική κριτική. Ο Πλάτωνας δεν θεωρεί την αλληγορία σωστό εκπαιδευτικό εργαλείο, παρόλο που ο ίδιος χρησιμοποιεί αλληγορίες στους διαλόγους του. Σύμφωνα με τον φιλόσοφο, ακόμα κι αν ισχύουν οι προτεινόμενες αλληγορικές ερμηνείες, δεν είναι επαρκώς ξεκάθαρες για τους νέους, και επομένως αποτυγχάνουν στον εκπαιδευτικό σκοπό μετάδοσης της αλήθειας. Αργότερα ο Αριστοτέλης δεν εφαρμόζει την αλληγορική ερμηνεία ούτε λαμβάνει ενεργό ρόλο ως πολέμιος της. Κατά γενική ομολογία, αρνητική θεωρείται η στάση του Αρίσταρχου απέναντι στην αλληγορία.

Το κειμενοκεντρικό ερμηνευτικό σύστημα του αρχαίου φιλολόγου δεν συμφωνεί με την αλληγορία, που λογίζεται ως επιβολή εξωκειμενικών σημασιών στο κείμενο. Η άποψη αυτή αμφισβητείται από τον Nünlist, ο οποίος μάλιστα παρουσιάζει και αποδιδόμενες στον Αρίσταρχο ερμηνείες που έχουν χαρακτηριστικά αλληγορίας. Η αλληγορική ερμηνευτική μέθοδος έχει δεχθεί κριτική για την αυθαιρεσία της, με τον Φιλόδημο να τη θεωρεί μια βίαια επιβολή πάνω στο κείμενο ανύπαρκτων εντός του σημασιών, άποψη που παραθέτει και ο Κικέρωνας. Ο στιγματισμός της αλληγορίας ως παράλογης και αυθαίρετης ερμηνείας ενός κειμένου τη βαραίνει ακόμα και σήμερα –όχι άδικα σε μεγάλο βαθμό. Κατά την αλληγορική ερμηνεία διαμορφώνεται μια ιδιάζουσα σχέση ανάμεσα στο κείμενο ή μύθο και στην ερμηνεία του.

Συγκεκριμένα, δημιουργούνται δύο σημασιακά επίπεδα, η κυριολεκτική και η αλληγορική σημασία του μύθου ή της αφήγησης. Το νόημα που φαίνεται να υπάρχει εκ πρώτης όψεως, με τις λέξεις να έχουν τη βασική σημασία τους, είναι το κυριολεκτικό επίπεδο, τα λεγόμενα, κατά την ορολογία του Ηρακλείτου, ενώ η σημασία που προκύπτει μετά την αλληγορική ερμηνεία είναι το αλληγορικό επίπεδο, τα νοούμενα ή δηλούμενα. Η σημασιακή απόσταση του κυριολεκτικού από το αλληγορικό επίπεδο διαφοροποιείται κατά περίπτωση: άλλες φορές είναι μικρή, και η ερμηνεία μοιάζει λογική και αυτονόητη, ενώ άλλες φορές είναι μεγάλη, και η ερμηνεία μοιάζει υπερβολική. Η ταυτόχρονη σύγκλιση και απόκλιση των δύο επιπέδων είναι απαραίτητες στο αλληγορικό σύστημα: σύγκλιση, ώστε να μπορεί να εξαχθεί η αλληγορική σημασία από την κυριολεκτική, και απόκλιση, ώστε να μην είναι τόσο αυτονόητη η αλληγορική.

Σημασία που να μπορεί να την διακρίνει εύκολα ο καθένας. Περίεργη είναι και η σχέση μεταξύ του ποιητή και του ερμηνευτή στην αλληγορία. Κάποιοι ερμηνευτές πιστεύουν ότι ο ποιητής ακούσια και άθελά του συνέθεσε αλληγορικά, ενώ άλλοι ότι το έκανε σκόπιμα και με τη θέλησή του. Στη δεύτερη περίπτωση ο ερμηνευτής επιδιώκει τον εντοπισμό της πρόθεσης του ποιητή. Συχνά, η ερμηνεία αποκλίνει πολύ από τη φαινομενική σημασία του κειμένου, και ο ερμηνευτής μοιάζει να επαναπροσδιορίζει το περιεχόμενο της ποίησης, δηλαδή να δημιουργεί μια νέα σχεδόν αφήγηση με βάση την προηγούμενη.

Στα νεότερα χρόνια με την αλληγορική ερμηνεία των των μύθων ασχολήθηκε και η Θεοσοφία.

Σε κάθε περίπτωση οι μύθοι εκφράζουν τις άπειρες δυνατότητες του ανθρώπου, εφ’ όσον αποκαλύπτουν δυνατότητες του ανθρωπίνου πνεύματος, αλλά και ιστορικές και κοσμολογικές αλήθειες που συναντούν τα πορίσματα της σύγχρονης επιστήμης. είναι προφητικοί, διότι νομίζω ότι το ανθρώπινο πνεύμα εξελίσσεται. 

Ο Campell, αναρωτιέται:

«Ποιος ξέρει πώς τα βρήκαν…και ίσως να τα βρήκαν μέσα από τον διαλογισμό… Αφού ό,τι είναι εκεί έξω υπάρχει και μέσα μας. Συχνά έχω αναρωτηθεί για το κατά πόσο οι μύθοι των μαγικών δυνάμεων και των Siddhis, ή των ψυχικών δυνάμεων που εμφανίζονται σε άτομα στους μύθους, είναι με κάποιον τρόπο οι εξελικτικοί προϊδεασμοί αυτού που πρόκειται να γίνουμε: ότι οι μύθοι μάς καθοδηγούν προς το μέλλον μας. Λοιπόν, Και οι άπειρες δυνατότητες του ανθρώπου. Επίσης, από την άλλη, αναλογίζομαι ότι, αν καταφέρουμε να λύσουμε τα προβλήματά μας στον κόσμο, θα αναπτύξουμε μια νέα Μυθολογία –ότι οι παλιοί μύθοι δεν μας υπηρετούν πια, κατά μία έννοια.

Υπάρχουν δύο πράγματα που πρέπει να γίνουν, αν πρόκειται να έχεις μια Μυθολογία που να είναι κατάλληλη για τον σύγχρονο άνθρωπο. Το ένα πράγμα είναι να πάρεις τον κόσμο της φύσης όπως είναι γνωστός σήμερα, (και, θεέ μου, ακούω πρόσφατα για κάποια από τα πράγματα που οι φυσικοί και οι αστρονόμοι ανακαλύπτουν, και είναι τελείως μαγικά και θαυμαστά και απίστευτα) Αυτό είναι το γόνιμο έδαφος. Δεν είναι δύσκολο να το μετατρέψεις όλο αυτό σε μυστικιστική έμπνευση.

Το δεύτερο πράγμα είναι να συνειδητοποιήσεις ότι η κοινωνία στην οποία είσαι εμπλεκόμενος, δεν είναι αυτή η ομάδα ή η άλλη ομάδα, ή αυτή η κοινωνική τάξη ή η άλλη, ή αυτή η φυλή ή η άλλη, αλλά, ο ΠΛΑΝΗΤΗΣ η Ανθρωπότητα. Ακόμη δεν έχουμε μια Μυθολογία που να αναγνωρίζει την ανθρώπινη ταυτότητα ενός ατόμου στην άλλη πλευρά του διχτυού του γηπέδου του τένις. Αλλά θα έρθει, θα έρθει, αλλά δεν είναι ακόμη εδώ.

Λοιπόν, σε τι πρέπει να εστιαστούμε;

Πρέπει να κερδίσουμε μια εσωτερική, πνευματική ζωή. Να τα φιλτράρουμε όλα από εκεί μέσα, συνειδητά. Πιστεύω ότι υπάρχουν σύμπαντα μέσα σε σύμπαντα. Πρέπει να περάσουμε από την δεδομένη συνείδηση στο μυστήριο της συνείδησης, και να βρούμε αυτήν την καταπληκτική πτυχή της ζωής –το ότι αποτελούμε μέγα μυστήριο– μέσα μας, μέσα στον εαυτό μας, να το φωτίσουμε. Με τεχνικές σαν τον διαλογισμό, την εσωτερική ενατένιση, μπορούμε να το κάνουμε αυτό.

Αυτό το μυστήριο είναι αυτό για το οποίο μιλούν οι «θρησκείες» και προσωποποιούν αυτό το μυστήριο, αυτό κάνουν. Μας δίνουν εικόνες για να στοχεύουμε, αυτό είναι όλο. Αυτό είναι ο Μύθος. Είναι η εσωτερική πλευρά αυτής της αλήθειας, και σε οδηγεί πιο μέσα, και τελικά έξω από τον εαυτό σου, σε σύνδεση με το Όλον.

Βρες την θεϊκή Δύναμη, το θείον, μέσα σου. Πώς να το κάνεις αυτό; Η Ελληνική λέξη είναι «ΕΝΘΟΥΣΙΑΣΜΟΣ», και το να είσαι Ενθουσιώδης ή Ενθουσιασμένος σημαίνει να έχεις τη θεία ουσία εντός σου, σημαίνει «γεμάτος από θεό μέσα σου, στις ουσίες σου» Τι είναι αυτό που σε κάνει Ενθουσιώδη; Νιώσε το. Ακολούθησε το. Αυτή είναι πάντα η συμβουλή μου προς τους νέους ανθρώπους.

Τι σε Ενθουσιάζει αληθινά; Εμπιστέψου το, ακολούθησε το. Ακολούθα την έκστασή σου! Ακολούθα την ευδαιμονία σου!

Ε Ν Θ Ο Υ Σ Ι Α Σ Ο Υ!

Η ζωή σου είναι ο καρπός των δικών σου πράξεων. Δεν έχεις κανέναν να κατηγορήσεις εκτός από τον εαυτό σου. Δεν μπορείς να έχεις δημιουργικότητα, αν δεν αφήσεις πίσω σου τα καθωσπρέπει, τα δεδομένα, όλους τους κανόνες. H Έκσταση, αυτός ο Ενθουσιασμός, είναι το μήνυμα του θεού μέσα σου. Εκεί βρίσκεται η ζωή σου. Αυτό είναι στ’ αλήθεια η ζωή που μας δόθηκε. Ανακάλυψέ την, κάνε την στόχο σου, δική σου πορεία και στόχο, ακολούθησε την, εξερεύνησε το μυστήριο. Ο αληθινός εαυτός σου, ο θεϊκός, σε περιμένει στην άλλη άκρη».

Κερασφόρος Σελήνη: Η Λατρεiα της “Θεάς” Σελήνης

Με την Πανσέληνο, αλλά και την Έκλειψη της Σελήνης μπορούμε να δούμε από την αρχή τη σημασία που απέκτησε το Ουράνιο Σώμα Σελήνη για τους πολιτισμούς που αναπτύχθηκαν στον εγγύς μας χώρο μέχρι και σήμερα και την συνεισφορά του χριστιανισμού στην μεταβολή της.

Κερασφόρος Σελήνη: Η Λατρεiα της “Θεάς” Σελήνης

Η Σελήνη όπως και η Ήλιος, όντας τα μεγαλύτερα ουράνια σώματα που φαίνονται τόσο καθαρά από την Γη, αλλά και παρέχοντας φως κατά τη διάρκεια της μέρας και της νύχτας θεοποιήθηκαν από την αρχαιότητα και από όλους τους πολιτισμούς. Σήμερα γνωρίζουμε ότι τόσο η δράση της Σελήνης όπως και του Ήλιου είναι υπεύθυνη για διάφορα φυσικά φαινόμενα στον πλανήτη μας, όπως για παράδειγμα για τις παλίρροιες ή για γεωμαγνητικές διαταραχές, τότε ωστόσο οι γνώσεις αυτές δεν υπήρχαν. Η διάσταση που έδιναν στα ουράνια σώματα ήταν πιο «πνευματική» , σίγουρα μάλιστα και μεταφυσική.

Η λατρεία της Σελήνης ξεκινά από τους Σουμέριους με τον θεό Νάννα, ο οποίος λατρευόταν στις Ουρ και Χαράν, θεωρήθηκε δε και Πατέρας των θεών. Μια από τις σημαντικότερες γιορτές των Σουμερίων ήταν κάθε 7 και 15 του μηνός η γιορτή της Σελήνης. Για τους Σουμέριους ο Νάννα απεικονιζόταν με κέρατα, ενώ σύμβολα του θεωρούνταν η ημισέληνος, ο ταύρος και ο τρίποδας. Τα κέρατα από την αρχαιότητα συμβόλιζαν τη δημιουργία και την αναπαραγωγική ισχύ. Κατ’ επέκταση τα πόδια κερασφόρου ζώου ήταν το σύμβολο της αρσενικής γονιμότητας. Κάτι που ίσως δεν γνωρίζουν κάποιοι είναι ότι τα κέρατα συμβολίζουν, επίσης, τις μισές φάσεις της Σελήνης.

Ο Συμβολισμός της Σελήνης

Η Σελήνη στους πολιτισμούς που λατρεύτηκε πήρε διαφορετική υπόσταση. Στους Σουμέριους είχε αρσενική υπόσταση, ενώ στους Έλληνες είχε θηλυκή. Πολλές φορές στο πάνθεον των θεοτήτων των πολιτισμών, η αρσενική υπόσταση της Σελήνης διαδεχόταν μια θηλυκή και ούτω κάθ’ εξής. Θηλυκή υπόσταση συνεχίζει να έχει σήμερα η Θεά των Μαγισσών, ενώ το ζεύγος αρσενικής-θηλυκής ενέργειας συνεχίζει να υφίσταται στην Μαγεία, την Αλχημεία, τον Ινδικό ή Κινέζικο Ταντρισμό και σε πολλές άλλες πρακτικές του απόκρυφου. Στη συμβολική γλώσσα του αποκρυφισμού η αρσενική υπόσταση και ενέργεια άρχισε να αποτυπώνεται με τον Ήλιο, ενώ η θηλυκή με την Σελήνη ή με την Ημισέληνο.

Στην Κίνα το ζεύγος των ενεργειών πήρε πολλούς συμβολισμούς. Το γνωστό σε όλους μας ζεύγος των αντιθέτων γινκ-γιανκ και ο Δράκος. Ο δράκος ως σύμβολο πήρε τη μορφή αυτή πάλι σε δυαδική υπόσταση, είτε με διαφοροποίηση χρωμάτων (κόκκινος-κίτρινος), είτε με τη διαφοροποίηση των στοιχείων της Φύσης (Ουρανός-Γη). Ο σχεδιασμός των κινεζικών δράκων επίσης περιέχει στοιχεία από κερασφόρα ζώα ή ερπετά. Στην Κίνα συμβολίζει μέχρι και σήμερα την ευημερία, την σοφία, την μακροζωία, την καλοσύνη, την σύνεση. Όσον αφορά τα ερπετά, στην αρχαιότητα το αντιπροσωπευτικότερο του είδους, ο όφις θεωρούνταν ζώο σοφό λόγω της μακροζωίας του και των θεραπευτικών του ιδιοτήτων. Υπήρξε δε σύμβολο της αθανασίας και της αναγέννησης, λόγω της δυνατότητας του να αλλάζει δέρμα και να παρατείνει τη διάρκεια ζωής του. Ο όφις ετυμολογικά, στα αρχαία ελληνικά, είναι ο φρουρός, αυτός που βλέπει ή αυτός που προστατεύει.

Παρά την μεγάλη επικράτηση των συμβόλων για πολλά χρόνια, πλέον στον δυτικό κόσμο οτιδήποτε σχεδιάζεται κερασφόρο, τραγόμορφο ή ερπετοειδές, θεωρείται κακό ή και δαιμονικό. Η μεταστροφή αυτή, οι περισσότεροι γνωρίζουμε ότι έγινε με την έλευση του Χριστιανισμού. Είναι ευρέως αποδεκτό ότι οτιδήποτε δεν μπορείς να καταστρέψεις, το διαστρεβλώνεις. Έτσι έγινε και με τις αρχαίες θρησκείες με τους πολλούς και σοφούς συμβολισμούς.

Η Δαιμονοποίηση του Ουράνιου Σώματος

Στην προσπάθεια να θεμελιωθεί ο χριστιανισμός ως η νέα θρησκεία του κόσμου, προσπάθησε να διαστρεβλώσει οτιδήποτε ήδη λατρευόταν και να προσαρμόσει το νέο θείο παίρνοντας δάνεια από τις προηγούμενες θρησκείες. Και όπως η θέση της γυναίκας και του θηλυκού παράγοντα περιορίστηκε και υποβιβάστηκε, έτσι έγινε και με τη σημασία της Σελήνης και όσων πρακτικών ή συμβόλων την αφορούσαν. Έτσι πολλά στοιχεία των παλαιών ειδωλολατρικών και πολυθεϊστικών θρησκειών έπρεπε να δαιμονοποιηθούν και να περιθωριοποιηθούν. Τα κέρατα, τα τραγόμορφα προσωπεία, τα ερπετά. Οτιδήποτε οι παλαιές θρησκείες θεωρούσαν σημαντικό στην έκφραση τους, το δικό τους «καλό» του κόσμου θυσιάστηκε στο βωμό της επικράτησης του νέου θρησκευτικού μορφώματος.

Φυσικά η «νέα» κοσμογονία, η «νέα» δαιμονολογία, τα «νέα» σύμβολα ή τα «νέα» ιερά βιβλία αυτού του μορφώματος είχαν στοιχεία των πάλαι θρησκειών στην προσπάθεια να απορροφήσουν την μάζα του κόσμου σε κάτι όχι και τόσο ξένο από αυτό που ήδη γνώριζαν και λάτρευαν. Έτσι η λαμπρότητα του Ήλιου εκφράστηκε με το φωτοστέφανο, σημαντικές γιορτές των παλαιότερων θρησκειών αντικαταστάθηκαν από τις γιορτές του νέου θεού, στις ίδιες ημερομηνίες, με παρόμοια τελετουργικά, ενώ η αποσιώπηση του παρελθόντος και η μια για πάντα αποφυγή σε πισωγυρίσματα έγινε μεθοδικά μέσω της καταστροφής των παλαιότερων ιερών ναών ή κειμένων’ οτιδήποτε θύμιζε τις παλιές θρησκείες. Οι δε άνθρωποι που δεν ήθελαν να αλλάξουν τον τρόπο ζωής τους, κυνηγήθηκαν, κατηγορήθηκαν αιρετικοί ή δαιμονολάτρες, βασανίστηκαν και στην χειρότερη θανατώθηκαν. Αυτό συνεχίστηκε φυσικά για πολλούς αιώνες σε όλες τις περιοχές που επικράτησε ο χριστιανισμός όπως τελικά διαμορφώθηκε ή οποιαδήποτε έκφραση των αβρααμικών θρησκειών, πάντα με την επιβολή και την καταστροφή των προηγούμενων πολιτισμών.

Ευτυχώς, για χάρη της αρχαίας γνώσης, ο ανατολικός κόσμος έμεινε εκτός του βεληνεκούς αυτού και κράτησε και εξέλιξε την πρότερη αυτή γνώση. Η μεταστροφή των ανθρώπων με την ενασχόληση και την μάθηση των αρχαίων αυτών θρησκευτικών δοξασιών έχει πάρει μεγάλη έκταση μόνο τις τελευταίες δεκαετίες. Οι λόγοι είναι πολλοί και ποικίλλουν, με την ελπίδα ίσως ότι, οτιδήποτε είναι πιο κοντά στην πηγή είναι και πιο «αληθινό». Η αθώωση όχι μόνο της Σελήνης ή του πάνθεον των θεοτήτων των ποικίλλων θρησκευτικών δοξασιών σε μία περίοδο ανεξιθρησκείας, αλλά όλων των συμβόλων που προβάλλονται ως «δαιμονικά» θα έρθει με τον χρόνο και την γνώση’ την γνώση ότι λανθασμένα θεωρούνται έτσι. Γιατί η γνώση είναι δύναμη.

Πέρα όμως από το ιστορικό κομμάτι, ας δούμε τη σημασία της Σελήνης ενεργειακά. Φυσιολογικά η Γη δέχεται ένα συγκεκριμένο ποσό δυνάμεων από τα γύρω ουράνια σώματα. Η έκλειψη της Σελήνης φέρει σε ευθυγράμμιση Ήλιο-Γη-Σελήνη με αποτέλεσμα να αυξάνεται η βαρυτική δύναμη που ασκεί η Σελήνη στη Γη. Έτσι αυξάνεται και η διαθέσιμη ενέργεια που υπάρχει στο χώρο. Όταν λοιπόν έχεις τόσο μεγάλες δυνάμεις να αλληλοεπιδρούν η μία με την άλλη, σκέφτεσαι εύλογα «Μα γιατί να μην επηρεάζομαι και εγώ μέσα σε αυτόν τον στρόβιλο ενέργειας;» Την διοχετευμένη αυτή ενέργεια, μία φορά τον μήνα, μπορούμε να την διαχειριστούμε διαφορετικά ο καθένας.

Κοιτώντας την Πανσέληνο μπορούμε να αναρωτηθούμε όλα τα παραπάνω και να ρωτήσουμε τους εαυτούς μας «Εμείς πόσο κοντά είμαστε στην απενοχοποίηση όλων αυτών;»

Συμπαντική Ενέργεια: Η ύπαρξη πέρα από την ύλη

Τι είναι η Συμπαντική Ενέργεια;

Ως άνθρωποι γεννιόμαστε και υπάρχουμε μέσα σ’ έναν υλικό κόσμο, ο οποίος – ως επί το πλείστον – τοποθετεί την ύλη στο επίκεντρο. Με τον όρο «κόσμος» παραπάνω δεν αναφέρομαι στο σύμπαν, αλλά στις κοινωνίες που συνολικά διαμορφώνουν αυτό που αντιλαμβανόμαστε ως κόσμο. Μαθαίνουμε, λοιπόν, να χρησιμοποιούμε τις αισθήσεις μας για να κατανοήσουμε την ύλη και να συνυπάρξουμε με αυτή. Ωστόσο, γύρω μας υπάρχουν ενέργειες τις οποίες δυσκολευόμαστε να κατανοήσουμε ή ακόμη και να αντιληφθούμε. Αυτό συμβαίνει διότι χρησιμοποιούμε συγκεκριμένες αισθήσεις στην καθημερινότητά μας, οι οποίες είναι χρήσιμες ως προς την κατανόηση του υλικού κόσμου. Καθημερινά, ωστόσο, υφίστανται – γύρω και μέσα μας – συμβάντα τα οποία δεν μπαίνουμε στη διαδικασία να ερευνήσουμε.

Κατ’ αρχάς, η ενέργεια υπάρχει παντού γύρω και μέσα μας. Η θερμότητα είναι μία μορφή ενέργειας· ο ήχος επίσης. Εν τούτοις, οι περισσότεροι άνθρωποι δεν αντιμετωπίζουν ούτε τη θερμότητα, ούτε τον ήχο ως πηγές ενέργειας διότι στην καθημερινότητά τους δεν έχουν μάθει να τα αντιλαμβάνονται με αυτό τον τρόπο. Συνεπώς, ενδεχομένως να υπάρχουν κι άλλες πηγές ενέργειας τις οποίες δεν κατανοούμε διότι δεν μπαίνουμε στη διαδικασία να βιώσουμε ως τέτοιες.

Η Συμπαντική Ενέργεια υφίσταται παντού γύρω μας και μέσα μας. Κάθε αντικείμενο διακατέχεται από ενέργεια, η οποία διαχέεται διαρκώς στο σύμπαν. Οι ενέργειες που απελευθερώνονται από όλα τα αντικείμενα και υποκείμενα και διαχέονται στο σύμπαν αποτελούν τη Συμπαντική Ενέργεια. Αυτή μπορούμε να την εντοπίσουμε σε πολλούς πολιτισμούς. Στο βιβλίο Ρέικι: Συμβουλές και μυστικά αναγράφεται ότι «στην Κίνα, αυτή η δύναμη ονομάζεται chi, στον Ινδουισμό λέγεται prana, ενώ οι αρχαίοι Αιγύπτιοι την ονόμαζαν ka».

Μπορούμε να αισθανθούμε τη Συμπαντική Ενέργεια;

Αν και κάθε άνθρωπος θα δώσει ξεχωριστή απάντηση σε αυτή την ερώτηση μέσω του μοναδικού ταξιδιού εσωτερικής αναζήτησης που πρόκειται να βιώσει αν το επιθυμεί, οι περισσότεροι άνθρωποι – έστω και τυχαία – βιώνουν τη Συμπαντική Ενέργεια, παρ’ όλο που ενδέχεται να μην κατανοούν ούτε από που πηγάζει, ούτε πώς να την ονομάσουν. Ξεκινώντας να ανακαλύπτουμε τη συνειδητότητα και κατά τη διάρκεια αυτής της διαδικασίας, η ενέργεια του σύμπαντος μάς κατευθύνει. Άλλωστε, το ίδιο μας το σώμα διακατέχεται από ενέργεια διαρκώς· παρ’ όλο που δεν το αντιλαμβανόμαστε πάντοτε και δεν της επιτρέπουμε να μας καθοδηγήσει. Αν ξεφύγουμε από τον υλισμό και συγκεντρωθούμε στις εσωτερικές μας αναζητήσεις, η ενέργεια αυτή θα βρίσκεται εκεί για εμάς· μπορεί να μας καταπραΰνει, να λειτουργήσει θεραπευτικά (δες Reiki) ή να μας κατευθύνει μέσω τυχαίων περιστατικών. Σε κάθε περίπτωση, τα σώματα είναι πηγές ενέργειας και επικοινωνούν με την ενέργεια που υφίσταται γύρω τους και σε όλο το σύμπαν.

Πώς θα έρθω σε επαφή με τη Συμπαντική Ενέργεια;

Όλοι οι άνθρωποι βρίσκονται διαρκώς σε επαφή με τη Συμπαντική Ενέργεια, ωστόσο δεν είναι πάντοτε σε θέση να το αντιληφθούν. Όπως προαναφέρθηκε, ενέργεια διακατέχει πάντοτε τα σώματά μας. Η διαδικασία κατανόησης αυτής της ενέργειας και αλληλεπίδρασης μαζί της είναι μία μοναδική διαδικασία. Ωστόσο, ο κάθε ένας και η κάθε μία βρίσκει το δικό του/της τρόπο να συνυπάρξει με την ενέργεια που υφίσταται και να της επιτρέψει να τον/την κατευθύνει. Όποια και όποιος θέλει να μελετήσει περαιτέρω θα μπορούσε να διαβάσει το βιβλίο «Η ανθρώπινη αύρα: Αστρικά χρώματα και σκεπτομορφές» καθώς και το βιβλίο «Ντάρμα: Έκσταση – Τα 7 κέντρα – Αναπνοές». Πέραν από τη βιβλιογραφική αναζήτηση, εν τούτοις, η επαφή με τη Συμπαντική Ενέργεια είναι μία εμπειρία που ο κάθε άνθρωπος ανακαλύπτει με τρόπο ξεχωριστό· άλλωστε, γι’ αυτό το λόγο η εμπειρία αυτή είναι μοναδική.

Η Συμπαντική Ενέργεια μπορεί να με επηρεάσει;

Πολλοί άνθρωποι μέσω του διαλογισμού αισθάνονται τη Συμπαντική Ενέργεια να υφίσταται μέσα στο υλικό σώμα τους και να τους κατακλύζει. Νιώθουν ότι ο χρόνος – όπως τον έχουν οι περισσότεροι άνθρωποι στο μυαλό τους – παύει να υφίσταται. Παράλληλα, αισθάνονται ευεξία, ευτυχία, γαλήνη, ψυχική ηρεμία. Αρκετοί άνθρωποι, επίσης, νιώθουν ότι επικοινωνούν με αυτή την ενέργεια και ότι τους κατευθύνει στη ζωή τους. Επομένως, δεν είναι λίγοι αυτοί που αισθάνονται την επιρροή της Συμπαντικής Ενέργειας.

Η κόλαση είναι το μεγαλύτερο σχολείο

Πάνω απ’ όλα η υγεία. Γνωστό και πολυειπωμένο. Μετά; Που θα έμπαινε αλήθεια ο χρόνος σε αυτήν την εξίσωση. Ο χρόνος με την οικογένειά σου. Με τους φίλους σου και τον εαυτό σου. Ο χρόνος με τον άνθρωπο που αγαπάς. Η σημασία του είναι μεγάλη καθότι κάποια στιγμή παύεις να τον καταλαβαίνεις και όχι γιατί περνάει γρήγορα ή απαρατήρητος, αλλά γιατί τελειώνει.

Κάποιοι βλέπουν την αξία στα πράγματα. Εντυπωσιάζονται ή θέλουν να εντυπωσιάσουν με τα υλικά αγαθά. Άλλοι πάλι έχουν διαφορετικές αξίες. Κοιτούν εσωτερικά. Λίγο βαθύτερα. Αυτοί δε βρίσκουν δικαιολογίες για το χρόνο. Αυτοί, αυτοί είναι που θέλουν να περνούν το χρόνο τους μαζί σου. Εκεί που κάποιοι δε βρίσκουν, γιατί απλά δε θέλουν, ακόμη κι εάν δε το λένε φωναχτά ή δεν το παραδέχονται. Αυτοί θα βρουν. Που; Από λιγότερο σημαντικά πράγματα. Γιατί νοιάζονται και είναι εκεί όταν νιώσεις την ανάγκη για μία αγκαλιά.

Και αφού λύθηκε ως μαθηματική εξίσωση η σχέση του χρόνου διά το πόσο σημαντική είναι η σχέση σου με τον άλλον πάμε και στη σχέση του χρόνου με την κόλαση. Αυτό είναι το αποτέλεσμα όταν μία σχέση (φιλική ή ερωτική) έχει διαφορετικό παρονομαστή. Για σένα παραμένει σημαντική ενώ για τον άλλον όχι. Εσύ θέλεις περισσότερο και αυτό που ακολουθεί αυτή την ανωμαλία είναι το τέλος.

Εκεί εμφανίζεται η κόλαση. Είτε έχασες έναν άνθρωπο που θεωρούσες καλό φίλο, είτε έναν που νόμιζες ότι είναι ο έpωτας της ζωής σου. Νεύρα, θυμός, σκέψεις, φωνές, αγάπη, μίσος, κλάμα. Ένα κοκτέιλ συναισθημάτων που το πίνεις κάθε βράδυ. Ξανά και ξανά. Μπορεί να αλλάζεις πότε πότε λίγο τη δοσολογία και να προσθέτεις κάποιο υλικό. Ολίγη από ωραίες αναμνήσεις με πολύ…μπινελίκι για να παραμείνει πικρή η γεύση.

Μην προσπαθήσεις να φύγεις. Η κόλαση είναι το μεγαλύτερο σχολείο και ο πόνος του βιβλίο σου. Μην τρέξεις να κάνεις νέους φίλους. Εάν είσαι ώριμος δε θα τρέξεις να κάνεις… rebound relationship. Η κόλαση είναι ένα μοναχικό μέρος. Άβολο, γιατί ο μόνος που έχεις να αντικρίσεις είναι ο εαυτός σου. Ο μεγαλύτερος εχθρός σου μέχρι να…αποφοιτήσεις και να γίνει ο μεγαλύτερος φίλος σου.

Μην πηδήξεις κάποια τάξη. Γιατί ο χρόνος είναι σημαντικός. Κι εάν τον έδινες σε ανθρώπους που είτε τελικά δεν τον άξιζαν, είτε έκριναν ότι ο δικός τους είναι πιο σημαντικός από τον δικό σου γιατί η σημασία σου έλεγε όλο και λιγότερο γι’ αυτούς, ήρθε η ώρα να τον δώσεις στον εαυτό σου.

Εάν είσαι εκεί και δεν πιστεύεις ότι θα βγεις, σκέψου μόνο ένα πράγμα. Για να είσαι στην κόλαση έχεις πεθάνει ή τουλάχιστον ένα κομμάτι μέσα σου. Τι έχεις να φοβηθείς μετά από αυτό; Απολύτως τίποτα! Κάποιος σου ξερίζωσε την καρδιά. Αυτό είναι κόλαση. Θα σου αφήσει μια σχισμή, αλλά όσο μεγάλη κι εάν είναι, να θυμάσαι ότι μαθαίνουμε πολλά περισσότερα και γινόμαστε πολύ πιο δυνατοί απ’ ότι πηγαίνει στραβά στη ζωή μας παρά απ’ ότι πηγαίνει “σωστά”.

Υγ. Τα σημάδια από τις πληγές μας είναι τα σύμβολα της δύναμής μας.

Η ΙΕΡΑ ΕΞΕΤΑΣΗ ΤΟΥ ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ Ε΄

Eξειδικευμένη στα θέματα της παραγωγής και της διακίνησης του βιβλίου η νέα σκληρή έναντι των διαφωτιστών πολιτική του Πατριαρχείου κατά τους προεπαναστατικούς χρόνους εκφράστηκε με ένα μεγαλεπήβολο σχέδιο και με συγκεκριμένα μέτρα, που εφαρμόστηκαν. Το σχέδιο διατυπώθηκε στην «Απανταχούσα», που δημοσιεύτηκε το καλοκαίρι του 1820, για να εξαγγείλει την ανακαίνιση -δήθεν- του Πατριαρχικού Τυπογραφείου, αλλά στην πραγματικότητα στόχευε κάθε νέα έκδοση να γίνεται εκεί, ώστε να ελέγχεται πλήρως η πνευματική κίνηση. Τα μέτρα μορφοποιήθηκαν με την επιβολή λογοκρισίας στα βιβλία που κυκλοφορούσαν στην Κωνσταντινούπολη, με δημόσιο κάψιμο ορισμένων από αυτά, αλλά και με αφορισμούς και διώξεις των διαφωτιστών.

«Η κλεις της τυπογραφίας ευρίσκεται εν χερσί βασιλέως»

Η σκλήρυνση της πολιτικής της Εκκλησίας απέναντι στους διαφωτιστές είχε αποτυπωθεί με χαρακτηριστικό τρόπο στην πατριαρχική εγκύκλιο του Μαρτίου 1819, η οποία αντιτίθετο στη διδασκαλία των Επιστημών, στα Μαθηματικά και στη συνήθεια να βαπτίζονται τα παιδιά με αρχαιοελληνικά ονόματα. Το κείμενο αυτό, ένα από τα πρώτα που υπέγραψε ο Γρηγόριος Ε΄ στην τρίτη πατριαρχία του, παρέσχε το θεωρητικό πλαίσιο και αποτέλεσε το σημείο εκκίνησης για τις ενέργειες, που οργανώθηκαν εναντίον των νεωτεριστών τα επόμενα έως την Επανάσταση χρόνια.

Το εξώφυλλο της «Απανταχούσας», η οποία αποσκοπούσε στον έλεγχο της πνευματικής προεπαναστατικής ζωής από το Πατριαρχείο· εκδόθηκε μερικούς μόλις μήνες πριν την επανάσταση. Ονομάστηκε έτσι, γιατί στον τίτλο της γραφόταν: «Τοις απανταχού ευρισκομένοις...».

Η «Απανταχούσα», που κυκλοφόρησε με μορφή φυλλαδίου, ήταν ένα φαινομενικά αντιφατικό κείμενο. Αποτελούσε την έκφραση της νέας αντίληψης, που διαμορφώθηκε στους εκκλησιαστικούς κύκλους αναφορικά με τα θέματα της παιδείας: προσαρμογή στις νέες πραγματικότητες και αυστηρός έλεγχός τους. Έδειχνε να ενσωματώνει, στο επίπεδο της ονοματολογίας τουλάχιστον, στοιχεία της ιδεολογίας του Διαφωτισμού και από την άποψη αυτή έδινε την εντύπωση, ότι δεν εναρμονιζόταν σε όλα τα σημεία με το αυστηρό πλαίσιο που καθόριζε η Εγκύκλιος του 1819.

Τα στοιχεία ακριβώς του ελέγχου της πνευματικής ζωής, όπως διατυπώνονταν στην «Απανταχούσα», ήταν εκείνα που προκάλεσαν την προσοχή και τις αντιδράσεις των φιλελεύθερων διανοουμένων. Οι αυταρχικές αντιλήψεις για τις αρχές που πρέπει να διέπουν την καλή λειτουργία της τυπογραφίας («η κλεις της τυπογραφίας ευρίσκεται εν χερσί βασιλέως»), συνδυάζονταν με πολύ σαφείς προδιαγραφές για τα κείμενα, που θα μπορούσαν να εκδίδονται στο πατριαρχικό τυπογραφείο:

«Να καρπούμεθα τα εκ της τυπογραφίας καλά, να αποφεύγωμεν παν ο,τι δύναται να συσκιάση την λαμπρότητα της ακραιφνούς ημών υποταγής (στο σουλτάνο) δια της εκδόσεως βιβλίων αντιφρονούντων.» Μία παράγραφος της «Απανταχούσας» έδειχνε εύγλωττα στους σύγχρονους, ποιά ήταν τα όρια, μέσα στα οποία μπορούσε να κινηθεί η «Τυπογραφία του Γένους»: «Ζήτω ο Γαληνότατος και Κραταιότατος ημών ΑΝΑΞ, η Κορωνίς των προκατόχων αυτού Μεγάλων Βασιλέων· ο ακριβής φύλαξ της Δικαιοσύνης και Επιείκειας· ο ευσπλαχνικώτατος και ηρωικώτατος ΣΟΥΛΤΑΝ ΜΑΧΜΟΥΤ Β΄. Είη το κράτος αυτού διαιωνίζον και θριαμβεύον κατά πάντων των εναντίων» (σελ. 13).

Κάποιες άλλες διατυπώσεις έδειχναν, ποιούς ανάμεσα στους διανοούμενους θεωρούσε ο συντάκτης της «Απανταχούσας» αντιπάλους της κατευθυνόμενης από την Εκκλησία προσπάθειας: «Κατασιγάσθωσαν, όσοι διʼ απειροκαλίαν και γνώμης μοχθηρίαν τολμώσι και καθάπτωνται των εκκλησιαστικώς και πολιτικώς του Γένους προϊσταμένων.» Αυτοί κατονομάζονταν και πιο συγκεκριμένα στην τελευταία φράση του κειμένου: «Τινές των εν Ευρώπη καθʼ ημετέραν ατυχίαν ομογενών.»

Παράλληλα με όλα αυτά υπήρχε στην «Απανταχούσα» η υποτύπωση ενός ευρυτέρου σχεδίου: Να συγκεντρώνεται στο ανακαινισμένο πατριαρχικό τυπογραφείο η παραγωγή του συνόλου των βιβλίων, που εκδίδονταν από τους συγγραφείς και μεταφραστές. Τα σχετικά επιχειρήματα ήταν διατυπωμένα με τρόπο, που φανέρωνε δήθεν πατριωτισμό.

Οι οπαδοί του Διαφωτισμού, που είχαν πολλούς λόγους να δυσπιστούν απέναντι σε πρωτοβουλίες αυτού του είδους, απάντησαν αμέσως, ότι Κωνσταντινούπολη δεν είναι όλη η Ελλάδα, ότι τυπογραφεία υπάρχουν πια και στη Χίο και στις Κυδωνίες (Αϊβαλί) και ότι πίσω από την πρόσκληση της «Απανταχούσας» κρυβόταν η πρόθεση να συγκεντρωθούν οι τυπογραφικές δραστηριότητες στην Κωνσταντινούπολη, για να μπορούν να λογοκρίνονται ευκολότερα.

«Kατασιγάσθωσαν όσοι τολμώσι και καθάπτωνται των εκκλησιαστικώς και πολιτικώς του Γένους προϊσταμένων.»

Οι αντιδράσεις στο κείμενο και στα σχέδια της «Απανταχούσας» προήλθαν κυρίως από τους κοραϊκούς κύκλους και υπήρξαν εξαιρετικά έντονες. Η έκδοσή της αγγέλθηκε και σχολιάστηκε ειρωνικά από τους εκδότες του «Λόγιου Ερμή» τον Αύγουστο του 1820. Λίγους μήνες αργότερα το περιοδικό «Μέλισσα» αναδημοσίευσε ολόκληρη την «Απανταχούσα» και την στηλίτευσε με δριμύτητα σχεδόν φράση προς φράση, ειδικά για την «τρομακτικήν απεραντολογίαν» και «την ηλιθίαν και δουλικωτάτην υποταγήν», που χαρακτηρίζουν τον συγγραφέα του φυλλαδίου. Αλλά το πραγματικό αντικείμενο της διαμάχης αναδείχθηκε, φωτίζοντας τις δύο διαμετρικά αντίθετες αντιλήψεις που αντιπαρατέθηκαν, όταν αναιρέθηκε η διατύπωση της «Απανταχούσας», ότι «κλεις της τυπογραφίας κείται εν χερσί βασιλέως»:

«Η κλεις (της τυπογραφίας) κείται όχι εν χερσί βασιλέως, αλλά εν χερσί νόμων, και εν χερσί κάθε πολίτου, δια να γράφη και να φρονή ο,τι θέλει κατά το δικαίωμα της φυσικής ελευθερίας, παιδευόμενος από τους υπερασπιστές της πολιτείας νόμους μόνον αν βλασφημήση η συκοφαντήση, και όχι αν γράψη πάσαν αλήθειαν και πειράξη την αμέλειαν η αδικίαν του δείνος η δείνος προύχοντος, επισκοπών τα δημόσια πράγματα... Ο βασιλεύς ούτε εφρόντισε ποτέ ούτε φροντίζει περί τυπογραφίας και μάλιστα αλλογλώσσου, ούτε ηξεύρει αν έχη κλείδα η όχι, αλλά χωρίς να την ζητήση, του την χαλκεύουν και την προσφέρουν αβούλως υποβασιλίσκοι υποβασιλέων πενθιμοσχήμονες· ενώ ημπορούσαν να φωτίσουν τον λαόν με ήσυχον άνεσιν, αυξάνουσι την βαρύτητα του ζυγού του, και με πρόφασιν πατρικής οδηγίας διαιωνίζουν την τυφλότητα του έθνους των. Η αλήθεια εφυγαδεύθη από εκεί. Εκεί η υπόκρισις θριαμβεύει, αναθεματίζεται το ελεύθερον φρόνημα, καίονται τα φύλλα και μένουν τα πράγματα.» (Περιοδικό «Μέλισσα», τ. Γ , σελ. 268-269.)

Αρχές του 1821 σε ένα ανώνυμο διάλογό του ο Κοραής ανανέωσε την αποδοκιμασία του για το φυλλάδιο και τον συγγραφέα του. («Ερμής ο Λόγιος», 1821, σελ. 20.)

Τα ψαλίδια της λογοκρισίας του Γρηγορίου Ε΄

Το Πατριαρχείο όμως δεν σταμάτησε εκεί, αλλά προχώρησε και σε επιβολή λογοκρισίας στα βιβλία. Η αρχή είχε γίνει με την έκδοση την άνοιξη η το καλοκαίρι του 1820 «πατριαρχικής προσταγής» προς τους βιβλιοπώλες της Κωνσταντινούπολης «να μην πωλούν κανέν βιβλίον», εάν δεν έχη πρώτα υποβληθεί σε εκκλησιαστικό έλεγχο. Την ευθύνη για τον έλεγχο της ορθοδοξίας των βιβλίων την είχε ο σιναΐτης ηγούμενος Ιλαρίων. Οι αρμοδιότητες του είχαν ανατεθεί από τον Γρηγόριο Ε΄ κατὰ τη διάρκεια της τρίτης πατριαρχίας του.

«Ο Άγιος Μουλαρίων (σ.σ. Ιλαρίων) ενήργησε να δοθή πατριαρχική προσταγή εις τους βιβλιοπώλας να μη πωλούν κανέν βιβλίον, πριν το δείξωσιν εις την Πανοσιότητά του. Η Ιnquisition (σ.σ. Ιερά Εξέταση) είναι τώρα τελεία. Τίποτε εις την Κωνσταντινούπολιν δεν ημπορεί να τυπωθή, μήτε να πωληθή, εάν δεν προεξετασθή από τον Ιλαρίωνα. Ελπίζω, ότι με όλας τας υποσχέσεις του θεωρού της τυπογραφίας σοφού Ιλαρίωνος, κανείς λόγιος, άξιος τούτου του ονόματος, δεν θέλει στέρξει να παραδώση το σύγγραμμά του εις τα ψαλίδια της παμμιαρότητός του.» (Επιστολή Νικ. Πίκκολου, Εθνική Βιβλιοθήκη, τμήμα χειρογράφων, Αρχείο Θ. Φαρμακίδη, φακ. 36.)

Στην προσταγή αυτή αναφέρθηκε κι ο Κωνσταντίνος Κούμας γράφοντας: «Τα βιβλία εξωτερικά και εσωτερικά καθυπεβλήθησαν εις αυστηρόν λογοκριτήν με δικτατορική ισχύ εις τον πρώην σιναΐτην Ιλαρίωνα, ειδήμονα της ελληνικής γλώσσης, επιθυμούντα να αρχιερατεύση.» Ο Ιλαρίων «περιέρχεται τα βιβλιοπωλεία της Κωνσταντινουπόλεως, δια να ιδή, μήπως ήλθε κανένα βιβλίον· όσα δεν συμφωνούσι με το πνεύμα της αγυρτείας, τα δημεύει εκ μέρους του Πατριάρχου, τα κακοεξηγεί, δια να παραδοθώσιν εις το πυρ».

Είχε ωργανωθεί λοιπόν κανονική παρακολούθηση των βιβλιοπωλείων, δήμευση των βιβλίων, που θεωρούνταν ύποπτα, γνωμοδότηση για τα κακόδοξα έντυπα και καταδίκη τους. Υπήρχε μια διαδικασία και μία νομότυπη κάλυψη του λογοκριτή Ιλαρίωνα, ο οποίος δεν λειτουργούσε βέβαια αυθαίρετα, αλλά μέσα στα πλαίσια, που του είχε ορίσει ο Γρηγόριος Ε΄.

Τίποτε στην Κωνσταντινούπολη δεν μπορούσε να τυπωθεί, μήτε να πωληθεί, εάν δεν είχε προεξετασθεί από τον σιναΐτη ηγούμενo Iλαρίωνα.

Βιβλία στις φλόγες στην αυλή του Πατριαρχείου

Στο ανώνυμο μαχητικό φυλλάδιο με τίτλο «Οι στοχασμοί του Κρίτωνος» είχαν εκφρασθεί με σαφήνεια το 1819 τα ζητούμενα της δημοκρατικής και της αντικληρικής πτέρυγας του Διαφωτισμού: «Η ιερά δεσποτεία των νόμων, οι οποίοι, όντες κανόνες συμφωνημένοι από όλους δια τα δίκαια όλων, προστατεύουν με ισότητα όλους» (έκδοση Δ.Σ. Γκίνη, σελ. 147) είναι το πρώτο ζητούμενο· το δεύτερο, ο περιορισμός του Κλήρου στα αυστηρώς εκκλησιαστικά του καθήκοντα: «Όπου το ιερατείον επικρατεί, αντί να τρέξη η ευδαιμονία»... «αργοπορεί, περιορίζεται η και απομακρύνεται. Και εξεναντίας»... «όπου οι εντόπιοι έχουν αρκετήν γνώσιν δια να περιορίσουν τον αρχιερέα εις τα της Εκκλησίας και των ευλογιών και να πάρουν αυτοί την διεύθυνσιν των κοινών, εκεί διαφαίνεται η δικαιοσύνη, η φιλανθρωπία»... «και ο αρχιερεύς αντί να σύρη, σύρεται από το κοινόν πνεύμα» (σελ. 149).

Η αντίδραση στην Κωνσταντινούπολη ήταν άμεση και αποδόθηκε πάλι στον σιναΐτη Ιλαρίωνα: Το βιβλίο παραδόθηκε στις φλόγες «δημοσίως», «μέσα εις την αυλήν του Πατριαρχείου», κατʼ εντολή του Γρηγορίου Ε΄ (επιστολή Στ. Κανέλλου στον Κ. Iken, 4 Φεβρουαρίου 1822, Κ. Ιken, Leukothea, τ. Α , 1825, σελ. 9 και Ανδρ. Δημητρακόπουλου, Επανορθώσεις, σελ. 51).

Το γεγονός είναι επίσης καταγραμμένο σε επιστολή του Π. Κορδικά (20 Νοεμβρίου 1820), ο οποίος έγραφε: «Εις την Κωνσταντινούπολη έκαυσαν δημοσίως μίαν νεωστί εκδοθείσαν φυλλάδα. Δεν γνωρίζω το σύγγραμμα, ούτε ηξεύρω ποίος είναι ο συγγραφεύς. Συμπεραίνω όμως, ότι είναι φιλοσοφικόν, καθʼ ότι ο εξ Αριμαθείας μυστικοαπόστολος Πολυχρονιάδης περιερχόμενος εσχάτως την Γερμανίαν και Ολλάνδα μοι έγραψεν, ότι εκ των αντιφιλοσοφικών συγγραμμάτων μου έλαβαν οι παπάδες τόσον θάρρος, ώστε ετόλμησαν δημοσίως να κάψουν σύγγραμμα φιλοσοφικόν, αποτεινόμενον εις την Παλιγγενεσίαν του Γένους.» (Φ. Κ. Μπουμπουλίδη, Ανέκδοτοι επιστολαί του Παν. Κοδρικά, σελ. 87.) Η χρονολογία βοηθά, για να ταυτίσουμε την «φυλλάδα» με τους Στοχασμούς του Κρίτωνος.

Η «Μέλισσα» (τ. Γ΄, σ. 306-312) δημοσίευσε περίληψη των «Στοχασμών του Κρίτωνος», τιτλοφορημένη: «Επιτομή του γενναίου και ωφελίμου πονήματος, του εγγραφομένου Στοχασμοί του Κρίτωνος, του κατακαυθέντος εν τω Πατριαρχείω της Κωνσταντινουπόλεως, περί τω αωκ΄ (1820) έτος το σωτήριον, δια συνεργίας του μιαρού προδότου Ιλαρίωνος.»

Πάντως, για να παραδοθεί ένα βιβλίο στην πυρά, χρειάζεται πρώτα να εξεταστεί και να καταδικαστεί από την αρμόδια εκκλησιαστική αρχή, στην περίπτωσή μας από τη Σύνοδο του Πατριαρχείου.

Αφορισμοί όσων εξέδιδαν φιλελεύθερα συγγράμματα

Από τον Ιωάννη Φιλήμονα γνωρίζουμε, ότι γύρω στα 1820, παραμονές της Επανάστασης υπήρξαν επώνυμοι αφορισμοί από τον πατριάρχη, Ελλήνων, που είχαν δημοσιεύσει «εν τη αλλοδαπή» φιλελεύθερα συγγράμματα. Ο Ιωάννης Φιλήμων ήταν καλά πληροφορημένος για τα πράγματα της προεπαναστατικής Κωνσταντινούπολης, δεδομένου ότι εργαζόταν εκείνη την εποχή στο Πατριαρχικό Τυπογραφείο (περ. «Πανδώρα», τ. ΙΘ , 1867, σελ. 213, Ι.Κ. Μαζαράκη, Αινιάνος, «Τα Ελληνικά Τυπογραφεία του Αγώνος 1821-1827», Αθήνα 1970 και Δ. Ειρηνίδη, «Ομιλίαι περί του εφευρέτου της τυπογραφικής τέχνης Ι. Γουτεμβέργιου», Αθήνα, 1876, σελ. 22).

Γράφει ο Ιωάννης Φιλήμων: «Με εγκυκλίους παρά του Πατριάρχου της Κωνσταντινουπόλεως αφωρίζωντο οι εν τη αλλοδαπή εκδίδοντες φιλελεύθερα συγγράμματα Έλληνες, εν οις ωνομάζοντο ρητώς άλλοι τε και ο εν Παρισίοις Πίκκολος» (Ιωάννης Φιλήμων, «Δοκίμιον Ιστορικόν περί της Ελληνικής Επαναστάσεως», τ. Α΄, Αθήνα 1859, σελ. 97).

«Να φονευθώσιν οι φροντίζοντες την επανόρθωσιν της πατρίδος»

Στην ηλεκτρισμένη ατμόσφαιρα των χρόνων εκείνων διατυπώθηκε από τον Ν. Πίκκολο σοβαρή κατηγορία, ότι στην Κωνσταντινούπολη αντιμετωπίστηκε το ενδεχόμενο να οργανωθεί η δολοφονία προοδευτικών λογίων. Ο Πίκκολος μετέγραψε σε εισαγωγικά (άρα κατά τεκμήριο αυτολεξεί) στην επιστολή του, για την οποία έγινε λόγος ανωτέρω, για τον Ιλαρίωνα, ότι «έδωκε γνώμην να παιδευθούν με ποινήν θανάτου πέντε εξ από τους θέλοντας να ενσπείρουν επανάστασιν, δια να σωφρονισθούν οι άλλοι». «Έδωκε γνώμην», εισηγήθηκε δηλαδή, στον πατριάρχη η στη Σύνοδο, αρμόδιες αρχές γιʼ αυτά τα ζητήματα.

Η φήμη ότι το Πατριαρχείο αντιμετώπιζε το ενδεχόμενο να οργανώσει την φυσική εξόντωση εκπροσώπων του Διαφωτισμού στις τουρκοκρατούμενες περιοχές είχε, φαίνεται, κυκλοφορήσει αρκετά στα 1820-1821, και, μία τουλάχιστον φορά είχε φτάσει ως την έντυπη δημοσιότητα.

Ένας από τους σημαντικότερους ιστορικούς της σύγχρονης Ελλάδας, που ασχολήθηκε σε βάθος με το νεοελληνικό Διαφωτισμό, ήταν ο Φίλιππος Ηλιού. Στο βιβλίο του με τον σατιρικό τίτλο «Τύφλωσον, Κύριε, τον λαόν σου» περιγράφεται η σκλήρυνση της στάσης του Πατριαρχείου τα τελευταία δύο-τρία πριν την επανάσταση χρόνια, που εκφράστηκε με συνολικά επιθετική πολιτική, η οποία είχε σα στόχο την εξουδετέρωση των κέντρων του Διαφωτισμού και τον έλεγχο των πνευματικών δραστηριοτήτων, που ανέπτυσσαν οι φορείς των νέων ιδεών.

Στον τρίτο τόμο της «Μέλισσας» (σελ. 274-275, 1821) καταχωρίσθηκε επιστολή της 25ης Αυγούστου 1820· εκεί, μιλώντας για τον Ιλαρίωνα, ο επιστολογράφος σημείωνε «το προς τον σοφόν γέροντα και τους φίλους αυτού άσπονδον μίσος του. Πιστεύεις, φίλε, ότι παρακινεί τον Π. να συνεργήση δια να εξοδευθώσι του κοινού αρκετά γρόσια, δια να κατατρεχθώσι, και, ει δυνατόν, να φονευθώσιν οι φροντίζοντες την επανόρθωσιν της πατρίδος;». Σοφός γέρων ήταν βέβαια ο Κοραής, Π. ο πατριάρχης Γρηγόριος Ε΄ και τα αποσιωπητικά του «φ...θώσιν» δεν ήταν αρκετά, για να καλύψουν το ρήμα και το νόημα: «Να φονευθώσιν οι φροντίζοντες την επανόρθωσιν της πατρίδος.»

Έχουμε έτσι για το θέμα των φόνων δύο ενδείξεις από πηγές, που δείχνουν και που πρέπει να είναι πολύ συγγενικές, αλλά οι οποίες οπωσδήποτε δεν είναι ταυτόσημες. Σʼ αυτές μπορούμε να προσθέσουμε μία ακόμη, κάπως διαφορετική, προερχόμενη από τον ίδιο τον Κοραή.

Ο Κοραής παρακολουθούσε με μεγάλη ανησυχία τις ενέργειες που υποκινούσε ο μητροπολίτης της Χίου και ο πατριάρχης Γρηγόριος Ε΄, προκειμένου να εξουδετερωθεί το Γυμνάσιο της Χίου και ο διευθυντής του Νεόφυτος Βάμβας. Πολλούς μήνες μετά την επανάσταση, στις 21 Δεκεμβρίου 1821, πληροφορούσε τον φίλο του Ιάκωβο Ρώτα: «Έμαθες ίσως ότι ο Βάμβας ζη παρά πάσαν ελπίδα· ολίγον έλειψε, φίλε μου, να του σηκώση την ζωήν ο κατιμερτζής (ισοδύναμο του πλακουντοπώλης· αφορά στον Γρηγόριο Ε΄), του οποίου ίσως την ώραν ταύτην ασπάζονται τα λείψανα και επικαλούνται την πρεσβείαν οι Οδησσινοί. Ω τον ηλίθιον τον Σουλτάνον! Τους φίλους του σφάζει, αντί να τους φορέση καυτάνι!». (Α. Κοραής, Αλληλογραφία, τ. Δ , σελ. 320.)

Η βιαιότητα του κειμένου αυτού θα έφτανε και μόνη της, για να χαρακτηρίσει την ένταση, που είχαν προσλάβει οι ιδεολογικές συγκρούσεις στα προεπαναστατικά χρόνια. Για το θέμα μας ας συγκρατήσουμε εδώ μόνο την πληροφορία, ότι του Βάμβα «ολίγον έλειψε να του σηκώση την ζωήν ο κατιμερτζής», δηλαδή ο Γρηγόριος Ε΄. Αυτή την φορά δεν κατηγορήθηκε ο Ιλαρίων, αλλά ο ίδιος ο πατριάρχης.

Η φημολογία για την οργάνωση δολοφονιών θα πρέπει να συνδυαστεί με τα όσα κυκλοφορούσαν την εποχή εκείνη για την κατάδοση νεωτεριστών στις τουρκικές Αρχές. Ο Πίκκολος έγραψε, πως ο Ιλαρίων απείλησε, ότι θα τον πρόδιδε στους Τούρκους. Τον ίδιο χρόνο ο Γάλλος υποπρόξενος στη Σμύρνη ανέφερε στην κυβέρνησή του, ότι ο Κ. Οικονόμος είχε κινδυνεύει να χάσει τη ζωή του, όταν ο μητροπολίτης Σμύρνης Άνθιμος τον κατήγγειλε στις τουρκικές Αρχές, ότι διδάσκει στο σχολείο του, στο Φιλολογικό Γυμνάσιο, τα μέσα για την αποτίναξη του τουρκικού ζυγού.

Είναι πιθανό, εκείνοι που μιλούσαν για οργάνωση δολοφονιών να είχαν στο νου τους την κατάδοση λογίων στις τουρκικές Αρχές, κατάδοση που, κατά τεκμήριο, προδίκαζε τη θανάτωση όσων θα αντιμετώπιζαν τέτοιου είδους κατηγορίες. Αυτή την εκδοχή θα πρέπει να υπαινισσόταν στα τέλη του 1820 ο Κοραής, όταν έγραφε, ότι οι διώκτες της Φιλοσοφίας δεν διαθέτουν πια «μαχαίρας» οι ίδιοι, αλλά ότι «εμπορούν να δανεισθώσι την μάχαιραν [της εξουσίας], αν τους έλθη όρεξις»... «να χύσωσιν αίμα των στηλιτευόντων τα πάθη των» (Συμβουλή τριών Επισκόπων, σελ. Χ-ΧΙ).

Είναι πολύ χαρακτηριστικό για την κατάσταση των πνευμάτων της εποχής, ότι ένα τμήμα της κοινωνίας διέβλεπε, ότι το Πατριαρχείο σχεδίαζε να προχωρήσει στην φυσική εξόντωση η στην κατάδοση των αντιπάλων του, αφού δεν μπόρεσε να τους εξουδετερώσει με άλλο τρόπο.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

• Κ. Δημαρά, «Νεοελληνικός Διαφωτισμός», «Ερμής», Αθήνα 2002.

• Κ. Λάππα, «Πατριαρχική σύνοδος “Περί καθαιρέσεως των φιλοσοφικών μαθημάτων” τον Μάρτιο του 1821», «Μνήμων», Αθήνα 1987.

• Φ. Ηλιού, «Κοινωνικοί αγώνες και Διαφωτισμός», «Μνήμων», Αθήνα 1981.

• Φ. Ηλιού, «Τύφλωσον, Κύριε, τον λαόν σου», «Πορεία», Αθήνα 1988.

• Γ. Κορδάτου, «Η κοινωνική σημασία της Ελληνικής Επαναστάσεως του 1821», «Επικαιρότητα», Αθήνα 1983.

• Γ. Κορδάτου, «Μεγάλη Ιστορία της Ελλάδας», τόμοι ΙΧ και Χ, «20ος Αιώνας», Αθήνα.

• Κ. Σάθα, «Τουρκοκρατούμενη Ελλάδα», Τόμος 4ος, «Νέα Σύνορα», Αθήνα 1995.

Η Αόρατη Τιμωρία

«Υπάρχουν πλάσματα που η ευτυχία πέφτει μανιασμένα επάνω τους σαν να ήταν δυστυχία, και πράγματι αυτό είναι». -Φρανσουά Μιυριάκ

To 1738 ο νεαρός Μιραμπώ στέλνει μια επιστολή στον φίλο του τον Βωβενάργκ, όπου τον επικρίνει πως ζει καταπώς του τα φέρνει η κάθε μέρα, δίχως ένα πρόγραμμα ευτυχίας: «Αγαπητέ μου, στοχάζεστε και μελετάτε αδιάκοπα, οι νοητικές σας δυνάμεις είναι απεριόριστες, κι όμως δεν σκέπτεστε μήτε στιγμή να εκπονήσετε ένα σταθερό πλάνο σχετικά με αυτό που πρέπει να είναι το μοναδικό μας μέλημα: η ευτυχία». Και ο Μιραμπώ εκθέτει στον σκεπτικιστή φίλο του τις αρχές που διέπουν την συμπεριφορά του: να μην έχει προκαταλήψεις, να προτιμά την ευθυμία από την μελαγχολία, να ακολουθεί τις παρορμήσεις του, αποκαθαίροντάς τες. Ίσως αυτός ο νεανικός ενθουσιασμός να προκαλεί το γέλιο μας. Παιδί μιας εποχής που φιλοδοξούσε να ξαναανακαλύψει τον άνθρωπο και να διώξει όλα τα κακά του Παλαιού Καθεστώτος, ο Μιραμπώ νοιάζεται για την ευτυχία του, έτσι καθώς άλλοι πριν από αυτόν νοιάζονταν για τη σωτηρία της ψυχής τους. Άραγε έχουμε αλλάξει πάρα πολύ;

Ας φανταστούμε τους σημερινούς Μιραμπώ: νέοι άντρες και νέες γυναίκες κάθε κοινωνικής τάξης και κάθε ιδεολογίας, που αδημονούν να εγκαινιάσουν μια καινούρια εποχή, να τραβήξουν μια γραμμή πάνω από τα ερείπια ενός φρικιαστικού 20ού αιώνα, να ριχτούν στην ζωή, απαιτώντας να ασκήσουν τα δικαιώματά τους και πρώτα πρώτα να φτιάξουν τη ζωή τους έτσι καθώς την θέλουν, σίγουροι πως στον καθένα τους έχει δοθεί μια υπόσχεση πληρότητας. Από τα πολύ τρυφερά τους χρόνια πρέπει να τους είπαν: να είστε ευτυχισμένοι, αφού σήμερα δεν κάνουμε πια παιδιά για να τους μεταδώσουμε αξίες ή ένα πνευματικό κληροδότημα, αλλά για να πολλαπλασιάσουμε τον αριθμό των ευτυχισμένων επί της γης.

Να είστε ευτυχισμένοι!

Όμως, πίσω από αυτή την ευχάριστη προτροπή δεν κρύβεται η πιο παράδοξη, η πιο τρομακτική προσταγή; Πρόκειται για μια εντολή από την οποία δύσκολα γλιτώνουμε και που στερείται αντικειμένου. Πώς να ξέρουμε αν είμαστε ευτυχισμένοι; Ποιος καθορίζει την νόρμα; Γιατί πρέπει να είμαστε, γιατί αυτή η σύσταση παίρνει τον χαρακτήρα της προσταγής; Και τι να απαντήσουμε σε εκείνον που ομολογεί περίλυπος: δεν τα καταφέρνω;

Κοντολογίς, αυτό το προνόμιο θα γίνει γρήγορα ένα φορτίο για τους νέους μας: ανακαλύπτοντας πως είναι οι μόνοι υπεύθυνοι για τις ατυχίες ή τις επιτυχίες τους, θα διαπιστώσουν πως η τόσο πολυπόθητη ευτυχία τούς ξεφεύγει όσο περισσότερο την κυνηγούν. Όπως όλος ο κόσμος, ονειρεύονταν την θαυμαστή σύνθεση, αυτήν που συμπεριλαμβάνει την επαγγελματική, την ερωτική, την ηθική και την οικογενειακή επιτυχία και επιπλέον, σαν ένα είδος ανταμοιβής, την τέλεια ικανοποίηση. Λες και η απελευθέρωση του ατόμου, που μας υπόσχεται η σύγχρονη εποχή, θα πρέπει να επιστέφεται με την ευτυχία, που είναι το επιστέγασμα της όλης διαδικασίας.

Όμως η σύνθεση διαλύεται καθώς προσπαθούν να την ολοκληρώσουν. Και θα βιώσουν την υπόσχεση της ευδαιμονίας όχι σαν ένα καλό νέο αλλά σαν μια οφειλή σε μια απρόσωπη θεότητα την οποία δεν θα καταφέρουν ποτέ να ξεπληρώσουν. Τα χίλια δυο θαύματα που τους είχαν αναγγελθεί, θα έρθουν με το σταγονόμετρο και δίχως καμιά τάξη και σειρά, πράγμα που κάνει πιο κοπιαστική την αναζήτηση, πιο βαριά τη δυσφορία. Θα τα βάλουν με τον εαυτό τους, που δεν μπόρεσαν να ανταποκριθούν στο καθιερωμένο ζητούμενο, που δεν κατάφεραν να συμμορφωθούν με τον κανόνα. Ο Μιραμπώ μπορούσε ακόμα να ονειρεύεται, να κάνει φρούδα σχέδια. Περίπου τρεις αιώνες αργότερα, το κάπως εξημμένο ιδανικό ενός αριστοκράτη του Διαφωτισμού μεταμορφώθηκε σε τιμωρία. Στο εξής έχουμε όλα τα δικαιώματα πλην του δικαιώματος να μην είμαστε μακάριοι.

Τίποτα το πιο ακαθόριστο απ’ όσο η ιδέα της ευτυχίας· αυτή η παλιά λέξη είναι τόσο εκπορνευμένη, νοθευμένη, τόσο δηλητηριασμένη, που θα θέλαμε να την αποβάλουμε από το λεξιλόγιό μας. Από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα, δεν είναι τίποτα άλλο παρά η ιστορία των διαφόρων νοημάτων που αποκτούσε διαδοχικά: ήδη, στην εποχή του, ο Αυγουστίνος απαριθμούσε τουλάχιστον 289 γνώμες σχετικά με αυτό το θέμα, ο 17ος αιώνας θα του αφιερώσει σχεδόν πενήντα πραγματείες και εμείς δεν παύουμε να προβάλλουμε πάνω σε παλιές εποχές και διαφορετικούς πολιτισμούς μια έννοια και μια ψύχωση που δεν ανήκουν παρά μόνο στην δική μας εποχή και στον δικό μας πολιτισμό.

Η ευτυχία είναι από τη φύση της ένα αίνιγμα, μια μόνιμη πηγή αντεγκλήσεων, ένα ρευστό που μπορεί να προσαρμοστεί σε οποιοδήποτε σχήμα, αλλά που κανένα σχήμα δεν μπορεί να το καθορίσει. Υπάρχει η ευτυχία της δράσης όπως και η ευτυχία του διαλογισμού, η ευτυχία της ψυχής όπως και των αισθήσεων, του πλούτου ή της φτώχειας, της αρετής όπως και του εγκλήματος.

Οι θεωρίες της ευτυχίας, έλεγε ο Ντιντερό, δεν κάνουν τίποτα άλλο από το να αφηγούνται την ιστορία των δημιουργών τους. Εδώ μας ενδιαφέρει μια άλλη ιστορία: η ιστορία της βούλησης για ευτυχία σαν ένα πάθος που χαρακτηρίζει ειδικά τον Δυτικό κόσμο, μετά την Γαλλική και την Αμερικανική Επανάσταση. Η επιδίωξή μας για ευτυχία συναντά τρία παράδοξα. Ο στόχος της είναι τόσο ακαθόριστος, ώστε να γίνεται αποθαρρυντικός λόγω της ασάφειάς του. Η πραγματοποίησή της έχει ως αποτέλεσμα την πλήξη ή την απάθεια (υπό αυτή την έννοια, η ιδανική ευτυχία θα ήταν μια ευτυχία διαρκώς πραγματοποιούμενη και διαρκώς αναγεννώμενη, πράγμα που θα μας απάλλασσε από τη διπλή παγίδα της απογοήτευσης και του κορεσμού). Και, τέλος, η επιδίωξη αυτή παραβλέπει την οδύνη σε σημείο να βρισκόμαστε εντελώς άοπλοι απέναντι της όταν εμφανιστεί μπροστά μας.

Στην πρώτη περίπτωση ο ίδιος ο αφηρημένος χαρακτήρας της ευτυχίας εξηγεί τη γοητεία που εξασκεί επάνω μας και την αγωνία που μας προκαλεί. Όχι μόνο δυσπιστούμε απέναντι στους προκατασκευασμένους παραδείσους, αλλά δεν είμαστε ποτέ σίγουροι πως είμαστε πραγματικά ευτυχισμένοι. Όταν αναρωτιόμαστε αν είμαστε ή όχι, έχουμε αυτομάτως παύσει να είμαστε. Εξ ου και το πάθιασμά μας με αυτή την κατάσταση συνδέεται επίσης με δυο στάσεις, τον κομφορμισμό και τον φθόνο, τις δυο ασθένειες της δημοκρατικής κουλτούρας: την ευθυγράμμιση με τις ηδονές της πλειονότητας και τον υπερβολικό θαυμασμό για τους εκλεκτούς, τους ευνοούμενους της τύχης.

Στην δεύτερη περίπτωση, η επιδίωξη της ευτυχίας, στην λαϊκή της μορφή, στην Ευρώπη συμπίπτει με την έλευση της πεζότητας αυτού του καινούριου εγκόσμιου καθεστώτος που εγκαθιδρύεται στην αυγή της σύγχρονης εποχής όπου, μετά την απόσυρση του Θεού, έχουμε τον θρίαμβο της άθρησκης ζωής συρρικνωμένης στην απόλυτη πεζότητά της. Η πεζότητα ή η νίκη της αστικής τάξης: μετριότητα, ανουσιότητα, χυδαιότητα.

Τέλος, ένας τέτοιος σκοπός όπως είναι η ευτυχία, καθώς αποβλέπει στην εξαφάνιση της οδύνης, την μεταθέτει ακούσια στο κέντρο του συστήματος. Σε σημείο που ο σημερινός άνθρωπος υποφέρει επίσης κι από την επιθυμία του να μη θέλει πια να υποφέρει, έτσι καθώς μπορούμε να αρρωστήσουμε επιζητώντας επίμονα την τέλεια υγεία. Η εποχή μας αφηγείται μια αλλόκοτη ιστορία: την ιστορία μιας κοινωνίας απόλυτα δοσμένης στον ηδονισμό, για την οποία τα πάντα γίνονται δυσφορία, μαρτύριο. Η δυστυχία δεν είναι πια απλώς και μόνον η δυστυχία: ακόμα χειρότερα, είναι η αποτυχία της ευτυχίας.

Σαν καθήκον για ευτυχία, εννοώ λοιπόν αυτή την κυρίαρχη ιδεολογία του δεύτερου μισού του εικοστού αιώνα, που μας ωθεί να αξιολογούμε τα πάντα από την οπτική γωνία της ευχαρίστησης και της δυσαρέσκειας, αυτήν την κλήτευση στην ευφορία, που ρίχνει στην ντροπή και στην δυσφορία εκείνους που δεν την προσυπογράφουν. Διπλή επιταγή: από τη μια, πρέπει να αντλούμε ό,τι το καλύτερο από την ζωή· από την άλλη, να θλιβόμαστε, να τιμωρούμαστε αν δεν τα καταφέρουμε. Διαστροφή μιας από τις ωραιότερες ιδέες: πως ο καθένας μας έχει την δυνατότητα να διαχειρίζεται το πεπρωμένο του και να βελτιώνει την ζωή του. Πώς ένα χειραφετικό σύνθημα του Διαφωτισμού, το δικαίωμα στην ευτυχία, μπόρεσε να μεταμορφωθεί σε σκληροπυρηνικό δόγμα;

Το Υπέρτατο Αγαθό έχει τόσα πολλά νοήματα, ώστε το κολλάμε επάνω σε ορισμένα συλλογικά ιδανικά: την υγεία, τον πλούτο, το σώμα, τις ανέσεις, την ευμάρεια, όλα αυτά τα βλέπουμε σαν τάλισμαν που πάνω τους το Υπέρτατο Αγαθό θα επικαθίσει σαν πουλί σε ξόβεργα. Τα μέσα γίνονται σκοποί κι αποκαλύπτουν την ανεπάρκειά τους όταν η αναμενόμενη αγαλλίαση δεν εμφανιστεί στο ραντεβού. Τόσο ώστε — τι παρανόηση — συχνά μας απομακρύνουν από την ευτυχία ακριβώς εκείνα τα μέσα που υποτίθεται πως θα μας βοηθούσαν να την προσεγγίσουμε.

Εξ ου και οι συχνές παρανοήσεις σχετικά με αυτήν, πως πρέπει να την διεκδικήσουμε σαν κάτι που μας το οφείλουν, να την μάθουμε σαν μια σχολική ύλη, να την κατασκευάσουμε όπως χτίζεται ένα σπίτι· πως είναι κάτι που αγοράζεται, που μεταφράζεται σε χρήμα, πως κάποιοι την κατέχουν από σίγουρη πηγή και πως αρκεί να τους μιμηθούμε για να μας αγκαλιάσει κι εμάς η αύρα που τους τυλίγει. Αντίθετα με μια κοινοτοπία που επαναλαμβάνεται ακούραστα από τον Αριστοτέλη ως σήμερα (αλλά στον Αριστοτέλη ο όρος είχε μια άλλη σημασία), δεν είναι αλήθεια πως όλοι μας επιζητούμε την ευτυχία, η οποία αποτελεί μια Δυτική αξία, ιστορικά χρονολογημένη.

Υπάρχουν και άλλες, η ελευθερία, η δικαιοσύνη, ο έρωτας, η φιλία, που μπορούν να τεθούν πάνω από την ευτυχία- και πώς να γνωρίζουμε τι επιζητούν όλοι οι άνθρωποι από τότε που υπάρχουν; Απλώς διατυπώνουμε κούφιες γενικεύσεις. Δεν είμαστε εναντίον της ευτυχίας, αλλά εναντίον της μεταλλαγής αυτού του εύθραυστου συναισθήματος σε ένα πραγματικό συλλογικό ναρκωτικό — κάτω από χημικές, πνευματικές, ψυχολογικές, θρησκευτικές μορφές — στο οποίο θα πρέπει να εθιστούμε όλοι μας.

Οι πιο προχωρημένες φιλοσοφίες και επιστήμες οφείλουν να ομολογήσουν την αδυναμία τους να εγγυηθούν την ευδαιμονία των λαών ή των προσώπων. Κάθε φορά που η ευτυχία μάς αγγίζει, είναι η έκφραση μιας δωρεάς, μιας εύνοιας κι όχι αποτέλεσμα ενός υπολογισμού, μιας ειδικής συμπεριφοράς. Κι ίσως να γνωρίζουμε πολύ περισσότερο τις χαρές αυτού του κόσμου, την καλοτυχία, τις ηδονές, τις επιτυχίες, όταν παραιτηθούμε από το όνειρο να συναντήσουμε τη μακαριότητα με κεφαλαίο Μ. Σήμερα νιώθουμε την επιθυμία να απαντήσουμε στον νεαρό Μιραμπώ: αγαπώ πάρα πολύ την ζωή για να θέλω να είμαι μονάχα ευτυχισμένος!

«Αυτός ο κόσμος δεν είναι παρά ένα γεφύρι. Διάσχισε το, αλλά μην κτίσεις πά­νω του την κατοικία σου». -Χενν., Απόκρυφα, 35.

Στον 15ο αιώνα, στην Γαλλία και την Ιταλία διοργανώνονταν συλλογικά άουτο ντα φε όπου άντρες και γυ­ναίκες, με την πλήρη θέλησή τους, σε ένδειξη απάρνησης των εγκοσμίων έριχναν στις «πυρές των ηδονών» τραπουλόχαρτα, βιβλία, κοσμήματα, περούκες, αριόματα. Σε αυτήν την εποχή του τέλους του Μεσαίωνα, που διακατεχόταν από ένα έντονο πάθος για ζωή, η αμφι­βολία ήταν ανεπίτρεπτη, δεν υπάρχει πληρότητα παρά μόνο εν Θεώ, εκτός Θεού τα πάντα είναι απάτη και ψέ­μα. Έπρεπε, λοιπόν, κάθε ώρα και στιγμή, να υπενθυ­μίζεται στους θνητούς η ασημαντότητα των ανθρώπινων ηδονών σε σύγκριση με εκείνες που τους περίμεναν κο­ντά στον Κύριο.

Αντίθετα με τον διάσημο αφορισμό του Σαιν-Ζυστ, η ευτυχία δεν υπήρξε ποτέ μια καινούρια ιδέα στην Ευ­ρώπη και ο χριστιανισμός, την αποδέχτηκε εξαρχής. Μόνο που την έθεσε έξω από την εμβέλεια του ανθρώπου, στον γήινο Παράδεισο ή στους ουρανούς (ο 18ος αιώνας θα αρκεστεί να την επαναπατρίσει εδώ κάτω). Όλοι μας θυμό­μαστε πως ήμαστε ευτυχισμένοι πριν από την πτώση, λέει ο Αυγουστίνος· δεν υπάρχει ευτυχία παρά μόνο στην αναπόληση, γιατί στα βάθη της μνήμης ξα­ναβρίσκουμε την ζώσα πηγή του Θεού. Και ο Πασκάλ, μιλώντας για τις μάταιες προσπάθειές μας να αποκτή­σουμε το υπέρτατο αγαθό, αποφαίνεται: «Τι άλλο λοι­πόν μας κραυγάζουν αυτός ο πόθος και αυτή η αδυνα­μία παρά μόνο πως κάποτε υπήρχε εντός του ανθρώπου μια γνήσια ευτυχία από την οποία σήμερα δεν του απο­μένει παρά μόνο το αποτύπωμά της, το κενό ίχνος της;»

Αυτή η τριαδικότητα του χρόνου θα υιο­θετηθεί στην συνέχεια από όλους τους συγγραφείς, πι­στούς ή αγνωστικιστές, η ευτυχία ανήκει στο χθες ή στο αύριο, στην νοσταλγία ή στην ελπίδα, ποτέ στο σήμερα. Νομιμοποιούμαστε να τείνουμε προς αυτήν την κατά­σταση, αλλά είναι τρέλα να θέλουμε να την βιώσουμε σε αυτόν τον κόσμο. Ο άνθρωπος, πλάσμα εκπεσόν, πρέπει καταρχάς να εξαγοράσει το σφάλμα της ύπαρξής του, να μοχθήσει για την σωτηρία του. Και η σωτηρία γί­νεται ακόμα πιο αγωνιώδης, μια και κερδίζεται άπαξ και διά παντός, καθώς έχει σημειώσει ο Ζωρζ Ντυμε- ζίλ: για τον χριστιανό δεν υπάρχει δεύτερη ευκαιρία, σε αντίθεση με τον ινδουιστή ή τον βουδιστή, που θα ακολουθήσουν έναν κύκλο μετενσαρκώσεων, έως ότου να κερδίσουν την απελευθέρωση.

Το στοίχημα της αιω­νιότητας παίζεται μες στο στενό μεσοδιάστημα της επί­γειας διαμονής μου, και αυτή η προοπτική προσδίδει στην τυχαιότητα της ύπαρξής μου τον χαρακτήρα μιας πραγματικής πρόκλησης. Ένα τυπικό γνώρισμα του χρι­στιανισμού είναι το γεγονός πως δραματοποίησε στο έπακρο αυτή την ζωή θέτοντάς τη κάτω από τον αστερι­σμό της Κόλασης ή του Παραδείσου. Η ζωή του πιστού είναι μια δίκη που εκτυλίσσεται εξ ολοκλήρου μπροστά στον Θείο Κριτή. «Όλο το κακό που διαπράττουν οι κα­κοί είναι καταγραμμένο κι εκείνοι δεν το ξέρουν», λέ­νε οι Ψαλμοί. Τα σφάλματά μας, οι καλές μας πράξεις, καταγράφονται, ώρα με την ώρα, μες στο μεγάλο τεφτέρι των λογαριασμών με χρεωστικό και πιστωτικό υπό­λοιπο. Ακόμα κι αν οι αμαρτωλοί, οι άπιστες γυναίκες, οι διεφθαρμένοι άντρες, «καλύπτονται με όλα τα σκό­τη της νύχτας, θα αποκαλυφθούν και θα κριθούν» (Μποσσυέ).

Τρομακτική δυσαναλογία: ένα μικρό αν­θρώπινο σφάλμα μπορεί να μας επιφέρει μια αιώνια τι­μωρία και, αντιστρόφως, όλοι οι πόνοι μας μπορούν να ανταμειφθούν στο υπερπέραν, αν βεβαίως έχουμε ζήσει μια θεάρεστη ζωή. Περνάς τις εξετάσεις ή απορρί­πτεσαι: ο Παράδεισος έχει όλη την δομή του σχολικού θεσμού. Επειδή η λογική της σωτηρίας, αν και αξιώνει μια σχετική ελευθερία εκ μέρους του πιστού που μπορεί να αυτοτελειωθεί ή να παραδοθεί στα εγκόσμια πάθη, δεν συνιστά καθόλου έναν ευθύγραμμο δρόμο. Ανήκει στον χώρο του μισόφωτου, και ακόμα και ο πιο ειλικρινής πι­στός βιώνει την πίστη του σαν μια περιπλάνηση μέσα σε έναν λαβύρινθο.

Επειδή είναι πολύ κοντινός και ταυ­τόχρονα απείρως μακρινός, ο Θεός είναι ένα δρόμος γεμάτος παγίδες και ενέδρες. «Γνωρίζουμε τον Θεό μό­νον όταν τον γνωρίζουμε ως έναν άγνωστο», έλεγε ο Άγιος Θωμάς. Οφείλουμε λοιπόν να εγκαταβιώνουμε εδώ κάτω σύμφωνα με τους νόμους ενός άλλου κόσμου και ετούτη η γη, που μας θαμπώνει με τα χίλια δυο μά­για της, είναι ταυτόχρονα η εχθρά και η σύμμαχος της σωτηρίας. Γι’ αυτό και η γήινη ζωή μας, αν δεν μπορεί να σφετεριστεί την αξιοπρέπεια που ανήκει μονάχα στον Θεό, έχει εντούτοις έναν ιερό χαρακτήρα, συνιστά ένα υποχρεωτικό πέρασμα, το πρώτο σκαλί της αιώνιας ζωής. Για τον χριστιανό, ο χρόνος δεν είναι μια εξα­σφάλιση για το υπερπέραν, αλλά μια κατάσταση υπερέντασης, γεμάτη αγωνίες, αμφιβολίες, σπαραγμούς. Η ελπίδα της λύτρωσης συνυφαίνεται αδιαχώριστα με μια θεμελιώδη ανησυχία.

«Δεν καταλαβαίνουμε τίποτα από τα έργα του Θεού αν δεν δεχθούμε ως αρχή πως θέλη­σε να τυφλώσει τους μεν και να φωτίσει τους δε. Υπάρχει πάντα αρκετό σκοτάδι έτσι που οι απορριγμένοι να μην μπορούν να δουν, και αρκετό φως για να κριθούν καταδικαστέοι και ασυγχώρητοι» -Πασκάλ.

Και όταν ο Λούθηρος υποκαθιστά την σωτηρία διά των έργων με την σωτηρία διά της πίστεως — μονάχα ο Θεός αποφασίζει κυριαρχικά για την σωτηρία ή την καταδίκη μας, ασχέτως των πράξεων ή της θέλησής μας — δια­τηρεί ένα στοιχείο αβεβαιότητας για τους πιστούς. Δεν είναι ποτέ σίγουροι πως έγιναν οι εκλεκτοί, έστω κι αν πιστοποιούν τον ζήλο τους με ευσεβείς πράξεις. Όποια κι αν είναι η διαγωγή του, ο αμαρτωλός δεν μπορεί πο­τέ να εξαγοράσει το χρέος του έναντι του Θεού, μπο­ρεί μονάχα να επαφεθεί στην άπειρη ευσπλαχνία του. Με άλλα λόγια, η σωτηρία είναι μια στενή πύλη ενώ «πλατεία είναι η πύλη, και ευρύχωρος η οδός η φέρουσα εις την απώλειαν» (Ματθαίος 7, 13).

Απέναντι σε αυτή την τρομακτική απαίτηση να κερ­δίσουμε την αιωνιότητα ή να βυθιστούμε στην αμαρτία, τι βάρος έχουν οι μικρές απολαύσεις της ζωής; Κανέ­να! Όχι μόνον είναι εφήμερες και απατηλές -«Ο κό­σμος, φτωχός σε εκπληρώσεις, είναι πάντα πλούσιος σε υποσχέσεις» (Μποσσυέ), αλλά μας βγάζουν και από τον ορθό δρόμο, μας ρίχνουν σε μια τρισάθλια δουλεία εν όψει των αγαθών αυτής της γης. «Κάθε πλούτος που δεν είναι ο Θεός μου, είναι για μένα ένδεια», γράφει μεγαλόπρεπα ο Αυγουστίνος. Διπλό ανάθεμα επί των γήινων απολαύσεων: είναι αξιοκαταφρόνητες μπροστά στην μακαριότητα που μας προσμένει στον ου­ρανό και δίνουν την εντύπωση μιας διάρκειας, μιας στα­θερότητας που ανήκει μόνο στην θεία τάξη. Εκπροσω­πούν το άσχημο άπειρο της φιληδονίας, την αντεστραμμένη εικόνα της ουράνιας ευτυχίας.

Το σφάλμα των αν­θρώπων στην συγκεκριμένη περίπτωση είναι πως θεωρούν ένα μη-ον σαν ον.

Επειδή οι εγκόσμιες χαρές κο­νιορτοποιούνται μπροστά στην φρικιαστική προοπτική του θανάτου, ο οποίος, καθώς μας λέει και πάλι ο Μποσσυέ, «καλύπτει τα πάντα με τη σκιά του». Ο θάνατος, ναι, αυτός καθιστά την υγεία απλώς μια αναβολή, την δό­ξα μια χίμαιρα, τις ηδονές ένα αίσχος και τη ζωή ένα όνειρο επικαλυμμένο με ένα ψέμα. Ο θάνατος δεν κα­ταφτάνει από μακριά, αλλά από πολύ κοντά μας, διεισ­δύει στον αέρα που ανασαίνουμε, στην τροφή που κα­ταπίνουμε, στα φάρμακα με τα οποία προσπαθούμε να προφυλαχτούμε από αυτόν.

Και λέει ο Πασκάλ: «Ο θά­νατος που μας απειλεί την κάθε στιγμή, μέσα σε λίγα χρόνια θα μας οδηγήσει στην φρικιαστική αναγκαιότη­τα είτε του αφανισμού είτε της δυστυχίας». Απαξιώνο­ντας όλη την ύπαρξή μας κάτω από το φως του τάφου, δηλώνουμε πως, από την ημέρα της γέννησής μας κιό­λας, βυθιζόμαστε μέσα σε μια νάρκη από την οποία θα μας αποτραβήξει μόνο η επιθανάτια αγωνία.

Η ζωή εί­ναι ένα όνειρο από το οποίο πρέπει να αφυπνιστούμε: αυτή η μεταφορά, που μας έρχεται από την Αρχαιότη­τα και που είναι πανταχού παρούσα μες στη χριστιανι­κή σκέψη, καθιστά τον θάνατο μια μοιραία λήξη με όλες τις έννοιες του όρου. Γιατί, κατά κάποιον τρόπο, υπάρ­χουν τρεις θάνατοι: η φυσική εξαφάνιση αυτή καθεαυτήν ο εν ζωή θάνατος γι’ αυτούς που ζουν σε κατάστα­ση αμαρτίας, δηλαδή αποκοπής από τον Θεό, σε κατά­σταση πνευματικού πένθους (σε ορισμένες βρετονικές εκκλησίες αναπαριστούν την Κόλαση σαν έναν ψυχρό, παγωμένο τόπο, τον τόπο του χωρισμού)· και τέλος ο θάνατος σαν απελευθέρωση και γέφυρα απ’ όπου περ­νούν οι δίκαιοι. Δεν είναι μια άβυσσος, αλλά μια πύλη που μας οδηγεί στο Βασίλειο και καθιστά την ψυχή «ικανή να απολαύσει μια απειρία ευχαριστήσεων που δεν βρίσκονται σε αυτή την ζωή».

Είναι παράλογο να φοβόμαστε την εκμηδένισή μας μια και, απελευθερώ­νοντας μας από το σαρκίο και τις παρεκτροπές του, ση­μειώνει την απαρχή μιας πρωτόφαντης περιπέτειας, της περιπέτειας της τελικής Κρίσης και της αιώνιας Ανά­στασης. Αυτή είναι λοιπόν η χριστιανική τακτική: να αντιπα­ραθέτει απέναντι στον απολύτως φυσικό φόβο της οδύ­νης και του θανάτου τον ακόμα μεγαλύτερο φόβο της απώλειας. Και να υπόσχεται μια ανταμοιβή για τις δυ­στυχίες του κόσμου τούτου, με μια ανακατανομή στον επάνω κόσμο, πράγμα που αποτελεί και τον μόνο τρόπο εξουδετέρωσης του σκανδάλου της ευημερίας του φαύ­λου και της ατυχίας του δίκαιου.

Ο χριστιανισμός παίζει τα πάντα υπέρ ενός αγαθού ή κατά ενός κακού που εί­ναι και τα δυο τους το ίδιο άυλα -ο Παράδεισος και η Κόλαση- για να μπορεί να ρίχνει άνετα ένα ντροπα­λό πέπλο πάνω στις απολύτως πραγματικές δοκιμασίες του σήμερα. Απαρνούμενοι τα ψεύτικα μεγαλεία του κό­σμου, δικαιούμαστε να ελπίζουμε σε μιαν άμετρη αντα­μοιβή στους ουρανούς. Ένας λεπτός υπολογισμός που επικαλύπτει την καρτερία με ένα ρούχο φωτός: αφού «ουδείς δύναται δυσί κυρίοις δουλεύειν, Θεώ και Μαμμωνά», εγκαταλείπω τις συγκεκριμένες, άμεσες χαρές για μια υποθετική, μελλοντική ηδονή. Γιατί να κορφολο­γήσω κάποιες στιγμές χαράς σε αυτή την γη, διακινδυ­νεύοντας να ψήνομαι αιωνίως στις μονές του Διαβόλου;

Το μέγιστο αμάρτημα — όλοι οι άνθρωποι της εκκλη­σίας επιμένουν σε αυτό — δεν είναι να νιώθεις τον πει­ρασμό των καρπών αυτού του κόσμου, αλλά να προσκολλάσαι σε αυτούς, να γίνεσαι σκλάβος τους σε σημείο που να λησμονείς τον ουσιώδη δεσμό με τον Θεό. Αν δεν θέ­λουμε να χαθούμε, «τα πάντα πρέπει να υποτάσσονται μπροστά στην προοπτική της αιωνιότητας» (Μποσσυέ), αφού «το μόνο καλό που υπάρχει σε αυτή την ζωή είναι η ελπίδα για μια άλλη ζωή» (Πασκάλ). Όπως και να έχουν τα πράγματα, το πάθος για σωτηρία οφείλει να υπερισχύσει της επιθυμίας για ευτυχία.

Ευτυχώς η ανθρώπινη συμπεριφορά δεν ήταν μονίμως τοποθετημένη κάτω από ένα αδιάλλακτο «ή το ένα ή το άλλο». «Τα άγια μυστήρια», και κυρίως η εξομολόγη­ση με το επιτίμιό της, έχουν ως σκοπό να ανακουφίζουν τον πιστό από το τρομερό άγχος και να του επιτρέπουν να ομολογεί το σφάλμα του, να μετανιώνει και να δέχε­ται την άφεση με ένα διαρκές πηγαινέλα που σκανδάλι­σε τον Καλβίνο αλλά και τον Φρόυντ. Κάτω από τη λαϊ­κή πίεση και σαν απάντηση στους χιλιασμούς, «η ιδιοφυία» της εκκλησίας επινόησε την έννοια του Καθαρτηρίου τον 12ο αιώνα, αυτή την μεγάλη αίθουσα αναμονής, τον ενδιάμεσο χώρο μεταξύ Κόλασης και Παραδείσου, που επιτρέπει σε εκείνους που η ζωή τους υπήρξε μέτρια, μήτε εντελώς καλή, μήτε εντελώς κακή, να ξοφλήσουν τα χρέη τους προς τον Ύψιστο. Αυτή η μεταθανάτια τά­ξη για μετεξεταστέους έδινε επίσης στους ζωντανούς την δυνατότητα να επηρεάζουν την μοίρα των νεκρών, και να συνομιλούν μαζί τους μέσω των προσευχών.

Το Κα­θαρτήριο δεν μαλάκωσε μόνο τον τρομακτικό εκβιασμό που ασκούσε η Εκκλησία σε βάρος των πιστών υποβάλλοντάς τους στην μέγγενη της λύτρωσης ή της καταδίκης (ας θυμηθούμε πως η Κόλαση, στην τρομακτική και πυρακτώδη μορφή της, είναι μια επινόηση της Αναγέννη­σης και όχι του Μεσαίωνα)· καθιέρωσε επίσης ένα ολόκληρο σύστημα «μετριασμού των ποινών», εισήγαγε στον χώρο της πίστης το στοιχείο του παζαρέματος με όλες τις γνωστές ακρότητες που προκάλεσαν την μήνιν των μεταρρυθμιστών, οι οποίοι αγανάκτησαν βλέ­ποντας την Ρώμη να επιδίδεται στο εμπόριο των συχωροχαρτιών, να βλέπουν δηλαδή έναν ανθρώπινο θεσμό να εισπράττει προκαταβολές για την αιωνιότητα, να πειθαναγκάζει κατά κάποιον τρόπο το χέρι του Θεού.

Χάρη στο Καθαρτήριο, η γήινη ζωή μας αλαφρώνει, γί­νεται πιο αξιαγάπητη. Η ιδέα του μη αναστρέψιμου απομακρύνεται· ένα σφάλμα περιορισμένο σε έναν συ­γκεκριμένο χρόνο παύει να επιφέρει την αιώνια κατα­δίκη. Τροποποιώντας την «γεωγραφία του υπερπέραν», το Καθαρτήριο αφήνει μια πόρτα ανοιχτή προς το μέλ­λον, μας απαλλάσσει από την αποκαρδίωση, «ψυχραί­νει» την ανθρώπινη ιστορία. Χάρη σε αυτό το ψυχολο­γικό ηρεμιστικό, ο αμαρτωλός δεν νιώθει πια να τον κα­ταδιώκουν κατά πόδας οι φλόγες της Κόλασης έτσι και παραβεί κάποια απαγόρευση. Η εξιλέωση μπορεί να επιτευχθεί και η σωτηρία χάνει τον ανεπανόρθωτο δογ­ματικό χαρακτήρα της.

[Ζακ Λε Γκοφ, Η γέννηση τον Καθαρτηρίου, Folio-Histoire, Gallimard, 1981. Από τον 8ο αιώνα, το σύστημα της τιμολογημένης μετάνοιας εξαπλώνεται σε όλη την Γαλλία και μεταφράζεται με χρηματικές προ­σφορές, προσευχές ή λειτουργίες. Ο κόσμος αγοράζει τις τελευταίες ανά μονάδα, σαν ισάριθμα εισιτήρια για το υπερπέραν. Με την ανά­πτυξη της ευσέβειας που αποβλέπει στην άφεση, ανθίζουν οι πιο ξέ­φρενες εμπορικές συναλλαγές: με μακρινά προσκυνήματα, με προ­σφορές στα τάγματα του Ελέους, με προσευχές και ψαλμούς, οι άν­θρωποι ελπίζουν να κερδίσουν μια ελάττωση της ποινής, των χρό­νων στο Καθαρτήριο. «Ο τάδε ναός, για παράδειγμα, έναντι μιας εξομολόγησης, χρηματικών προσφορών και προσευχών, υπόσχεται να σας γλιτώσει από 7 χρόνια και 7 σαρανταήμερα, ο δείνα από 40 φορές 40 χρόνια. Ένας οδηγός του προσκυνητή των Αγίων Τόπων μάς πληροφορεί πως μια επίσκεψη σε όλα τα μέρη των Αγίων Τό­πων αποφέρει, αν μπορούμε να το πούμε έτσι, 43 φορές 7 χρόνια και 7 σαρανταήμερα» (αναφέρεται από τον Ζακ Σιφολώ στην «Κρί­ση της πίστης», Ιστορία της θρησκευτικής Γαλλίας, Seuil, 1988, τό­μος II, σσ. 138 και 142). Ας θυμηθούμε πως η καθολική Εκκλησία εξακολουθεί να εφαρμόζει, αλλά δωρεάν, τα συγχωροχάρτια, προς μεγάλη απελπισία των Προτεσταντών. Η παπική βούλα του έτους 2000 παραχωρεί στους μετανοούντες που θα απόσχουν επί έναν χρόνο από το τσιγάρο και το ποτό, την πλήρη άφεση εκχωρητέα στους νεκρούς του Καθαρτηρίου].

Η ίδια η Μεταρρύθμιση, παρά την θεωρητική αδιαλλαξία της, θα προβεί σε μια παρά­δοξη αποκατάσταση της γήινης ζωής με την βούλησή της να πραγματώσει εδώ κάτω τις αξίες της άλλης ζωής. Ο Λούθηρος ζητούσε από τους πιστούς να αποφεύγουν την οκνηρία και να εργάζονται για να αρέσουν στον Θεό, επειδή «ένας καλός και δίκαιος άνθρωπος κάνει καλά έργα» κι έτσι επικυρώνει τις πιθανότητες σωτηρίας του. Με τον ίδιο τρόπο, κατά τον 17ο και τον 18ο αιώνα, αναπτύχθηκε ένας βολικός χριστιανισμός που δεν θέ­λησε να αντιπαραθέσει την γη με τον ουρανό, αλλά να τα κάνει να αλληλοσυμπληρωθούν. Δεν είναι πια ασύμ­βατα μεταξύ τους αλλά συνεχόμενα, και ο Μαλμπράνς, απορρίπτοντας τους όρους του πασκάλειου στοιχήμα­τος, θα καταδείξει την ευτυχία σαν μια ανοδική κίνηση από τις κοσμικές απολαύσεις προς τις ουράνιες χαρές, όπου η ψυχή ταξιδεύει απρόσκοπτα ως την τελική φώ­τιση.

Εκεί όπου οι άλλοι υπογράμμιζαν μια τομή, ο Μαλμπράνς αποκαθιστά μια συνέχιση και, μέσα από μια πολύ μοντέρνα άποψη περί πίστεως, περιγράφει τον άνθρωπο να τείνει ταυτόχρονα τόσο προς την αιωνιό­τητα όσο και προς τα επίγεια αγαθά. Στο εξής, η Φύση και η Θεία Χάρη συνεργάζονται αρμονικά στην διαμόρ­φωση του ανθρώπινου πεπρωμένου: ένας χριστιανός μπορεί να είναι ένας άνθρωπος του κόσμου, να συνδυά­ζει «την ευγένεια με την ευλάβεια», να αφιερώνεται στις καθημερινές ασχολίες του δίχως να χάνει από τα μάτια του την προοπτική της σωτηρίας.

Η αθανασία εκ­δημοκρατίζεται, γίνεται προσιτή για την πλειονότητα. Ο χριστιανισμός παραμένει λοιπόν η θεωρία μιας σχετι­κής και λελογισμένης υποτίμησης του κόσμου: θεωρώ­ντας αυτή την ζωή σαν έναν χώρο απώλειας και σωτη­ρίας, την καθιστά εμπόδιο και ταυτοχρόνως προϋπόθε­ση της απολύτρωσης και την ανυψώνει στην τάξη του υπέρτατου αγαθού· μας απελευθερώνει από το σώμα, αλλά του επαναδίδει τα δικαιώματά του χάρη στην θεία ενσάρκωση. Κοντολογίς, επικυρώνει την ανθρώπινη αυ­τονομία την στιγμή ακριβώς που την υποτάσσει στην θεία υπέρβαση. Σε κάθε περίπτωση ζητά από τον πιστό, τον διχασμένο ανάμεσα στους «κινδύνους της απόλαυσης» και την απάρνηση «της σαγηνευτικής και επίφοβης γλυκύτητας του βίου» (Αυγουστίνος), να αποδέχεται τον γήινο κόσμο δίχως να τον ειδωλοποιεί, δίχως να ανάγει τα εγκόσμια πράγματα σε απόλυτες αξίες. και να τον υποβάλουμε σε μια εξονυχιστική εξέταση.

Τι κάνεις; Τι γίνεσαι; Πώς είσαι; Πώς τα πας;

Μια διακρι­τική επιταγή που μας διατάζει να αποκαλύψουμε την μύ­χια αλήθεια μας. Το καθαυτό γεγονός της ύπαρξης δεν αρκεί πια, απαιτεί μια συνεχή εξέταση του εσωτερικού μας βαρόμετρου. «Δείχνεις στις φόρμες σου σήμερα». Αυτή η γλυκιά σαν μέλι φιλοφρόνηση ισοδυναμεί με μια καθαγίαση: μες στην αντιπαράθεση μεταξύ καταχαρούμενων και κα­τσουφιασμένων, εγώ βρίσκομαι στην σωστή πλευρά. Να που, χάρη στην μαγεία μιας φράσης, τοποθετούμαι, στην κορυφή μιας λεπτεπίλεπτης και διαρκώς μεταβαλλόμενης ιεραρχίας. Την επόμενη ημέρα θα υποστώ μιαν άλλη, αμείλικτη ετυμηγορία: «Σήμερα έχεις τα χάλια σου». Αυ­τή η παρατήρηση με πληγώνει κατάστηθα, με αποσπά άγρια από την εξαίσια θέση όπου νόμιζα πως είχα εγκα­τασταθεί για πάντα. Εξέπεσα από την κάστα των αρχό­ντων, είμαι ένας παρίας που πρέπει να κρύβει το πρό­σωπό του απ’ όλους.

Σε τελική ανάλυση, το «τι κάνεις;» είναι η πιο επιφα­νειακή και η πιο βαθιά ερώτηση. Για να απαντήσουμε με ακρίβεια σε αυτή, πρέπει να διερευνήσουμε εξονυχιστι­κά τον ψυχισμό μας, να προβούμε σε λεπτότατες ζυγοσταθμίσεις. Όμως τι σημασία έχει: πρέπει να απαντή­σουμε «καλά» από ευγένεια και να περάσουμε σε άλλο θέμα ή να μηρυκάζουμε την ερώτηση μια ολόκληρη ζωή και να φυλάξουμε την απάντησή μας για μετά.

[Ζακ Λε Γκοφ, Η γέννηση τον Καθαρτηρίου, Folio-Histoire, Gallimard, 1981. Από τον 8ο αιώνα, το σύστημα της τιμολογημένης μετάνοιας εξαπλώνεται σε όλη τη Γαλλία και μεταφράζεται με χρηματικές προ­σφορές, προσευχές ή λειτουργίες. Ο κόσμος αγοράζει τις τελευταίες ανά μονάδα, σαν ισάριθμα εισιτήρια για το υπερπέραν. Με την ανά­πτυξη της ευσέβειας που αποβλέπει στην άφεση, ανθίζουν οι πιο ξέ­φρενες εμπορικές συναλλαγές: με μακρινά προσκυνήματα, με προ­σφορές στα τάγματα του Ελέους, με προσευχές και ψαλμούς, οι άν­θρωποι ελπίζουν να κερδίσουν μια ελάττωση της ποινής, των χρό­νων στο Καθαρτήριο. «Ο τάδε ναός, για παράδειγμα, έναντι μιας εξομολόγησης, χρηματικών προσφορών και προσευχών, υπόσχεται να σας γλιτώσει από 7 χρόνια και 7 σαρανταήμερα, ο δείνα από 40 φορές 40 χρόνια. Ένας οδηγός του προσκυνητή των Αγίων Τόπων μάς πληροφορεί πως μια επίσκεψη σε όλα τα μέρη των Αγίων Τό­πων αποφέρει, αν μπορούμε να το πούμε έτσι, 43 φορές 7 χρόνια και 7 σαρανταήμερα» (αναφέρεται από τον Ζακ Σιφολώ στην «Κρί­ση της πίστης», Ιστορία της θρησκευτικής Γαλλίας, Seuil, 1988, τό­μος II, σσ. 138 και 142). Ας θυμηθούμε πως η καθολική Εκκλησία εξακολουθεί να εφαρμόζει, αλλά δωρεάν, τα συγχωροχάρτια, προς μεγάλη απελπισία των Προτεσταντών. Η παπική βούλα του έτους 2000 παραχωρεί στους μετανοούντες που θα απόσχουν επί έναν χρόνο από το τσιγάρο και το ποτό, την πλήρη άφεση εκχωρητέα στους νεκρούς του Καθαρτηρίου].

Η ΑΓΑΠΗΜΕΝΗ ΟΔΥΝΗ

Τι είναι η δυστυχία για τον χριστιανισμό;

Η εξαγο­ρά της Πτώσης, το χρέος που πρέπει να εξοφλήσουμε εξαιτίας του προπατορικού αμαρτήματος. (sic) Όμως εδώ οι εκκλησίες το παράκαναν: όχι μόνο στηλιτεύουν τον εδώ κόσμο, αλλά θεωρούν την ζωή σαν εξιλέωση για ένα σφάλμα που μας σημαδεύει όλους από τη γέννησή μας, ένα σφάλμα που μόλυνε όλους τους απογόνους του Αδάμ και της Εύας. Όλοι είναι ένοχοι εκ των προτέρων, ακό­μα και το έμβρυο μες στην κοιλιά της μητέρας του, εξ ου και η επείγουσα βάπτιση των νεογέννητων. Όμως δεν χρειάζεται να απελπιζόμαστε γι’ αυτή τη δυστυχία που συνδέεται με την ατέλειά μας. Γιατί ο Κύριος, από αγά­πη για μας, θυσίασε τον μοναχογιό του για να σώσει την ανθρωπότητα από το κακό. Το ότι το σύμβολο του χρι­στιανισμού είναι ένας εσταυρωμένος, σημαίνει πως η θρησκεία αυτή ενέγραψε τον θάνατο του Θεού στο κέ­ντρο του τελετουργικού της.

Ο ψυχορραγών Ιησούς γίνε­ται «ιδιοκτήτης του θανάτου» (Πωλ Βαλερύ) και τον με­τατρέπει σε χαρά. Θάνατος και ανάσταση: ο γιος του Θεού πάνω στον σταυρό του επικυρώνει την τραγικότη­τα της ανθρώπινης ύπαρξης και την ανυψώνει στην υπε­ράνθρωπη τάξη της ελπίδας και της αγάπης. Τα πάθη του επιτρέπουν έτσι στον κάθε δυστυχισμένο να τα ξαναζή­σει στο δικό του επίπεδο και να συμμετάσχει σε ένα θε­μελιακό γεγονός που τον ξεπερνάει κατά πολύ. Οφείλει να φορτωθεί τον προσωπικό σταυρό του και να βρει στον Ιησού έναν οδηγό κι έναν συμπαραστάτη φίλο. Έτσι η οδύνη του δεν θα του είναι μια θανάσιμη εχθρά, αλλά μια σύμμαχος προικισμένη με μια δύναμη καθαρμού, τη δύναμη «να ανανεώνει την πνευματική ενέργεια» (Ιωάννης-Παύλος Β’).

Η οδύνη αυτή, καθώς λέει ο φιλόσοφος Μαξ Σελέρ, έχει την μοναδική ικανότητα να διαχωρίζει το γνήσιο από το ευτελές, το κατώτερο από το ανώτερο, να βγάζει τον άνθρωπο από την σύγχυση των αισθήσεων, από το χυδαίο περικάλυμμα του σώματος, και να κατευ­θύνει το βλέμμα του προς τα ουσιαστικά πλούτη. Δεν αρκεί λοιπόν να υφιστάμεθα την οδύνη, πρέπει και να την αγαπάμε, να την κάνουμε το μέσον μιας πραγ­ματικής μεταμόρφωσης. Η οδύνη είναι εκείνη η αποτυ­χία που οδηγεί στην νίκη και, καθώς έλεγε ο Λούθηρος, τιμωρώντας τον αμαρτωλό, ο Θεός εξασφαλίζει την σω­τηρία του. «Ο κάθε άνθρωπος γίνεται η οδός της Εκκλη­σίας, όταν μπαίνει στη ζωή του η δυστυχία».

Σε αυτό ο χριστιανισμός απορρίπτει τον αριστοκρατικό ηρωισμό και την ηθική των στωικών, που απαιτεί να αποδεχόμα­στε αγόγγυστα πένθη και ασθένειες και μάλιστα ενθαρ­ρύνει τον σοφό να υφίσταται το μαρτύριο με χαμόγελο. Ο Πασκάλ στηλίτευε την υπερηφάνεια του Επίκουρου απέναντι στην δυστυχία, θεωρώντας την σαν μια αλαζονική επικύρωση της ανθρώπινης ελευθερίας που αγνοεί την ένδειά της. Είναι αδύνατον να αποφύγουμε το κακό όπως οι Αρχαίοι, να το περικυκλώσουμε με κάθε είδους στρατηγήματα ή να αναφωνήσουμε ιερόσυλα σαν τους επικούρειους: «Ο θάνατος δεν υφίσταται για μας!» Πρέ­πει να ομολογήσουμε τον Γολγοθά μας, να κραυγάσου­με την ντροπή μας κι από τα βάθη αυτού του ευτελισμού να ανυψωθούμε ως τον Θεό.

«Η οδύνη σώζει την ύπαρ­ξη, ποτέ δεν είναι αρκετά δυνα­τή, αρκετά μεγάλη». Αφού μας ανοίγει τις πύλες της γνώ­σης και της σοφίας, όσο πιο άδικη, τόσο καλύτερη. Εξ ου και η αναπόφευκτη αλγοφιλία του προτεσταντικού, του ορθόδοξου ή του καθολικού χριστιανισμού. Αυτή η πολύ πραγματική μέριμνα για τον δυστυχισμέ­νο, που συνδυάζεται με μια λαιμαργία για δυστυχία. «Ο Ιησούς δίδαξε να κάνουμε το καλό μέσω της οδύνης και να κάνουμε καλό σε αυτόν που υποφέρει». Εξ ου και η επιτακτική ανάγκη να οικοπεδοποιούμαστε την δυστυ­χία των άλλων λες και η δική μας δεν μας αρκεί (όπως είναι η επιμονή του πολωνικού κλήρου να μεταμορφώ­σει το Άουσβιτς σε έναν μοντέρνο Γολγοθά ή η συλλο­γή ψυχών στην οποία — σύμφωνα με τα γραφόμενα ορι­σμένων δημοσιογράφων — επιδιδόταν η Μητέρα Τερέζα στα άσυλά της για ετοιμοθάνατους, στην Καλκούτα, άσχετα από τις οπωσδήποτε πιθανές αρετές της).

Δίχως να ξεχνάμε κι εκείνη την φανερή προτίμηση για το μαρ­τύριο, τα διαμελισμένα σώματα, την ψύχωση με τα πτώ­ματα, τα κουφάρια, την σήψη, που παρατηρούμε σε μια συγκεκριμένη χριστιανική τέχνη, την προβολή της περιττωματικής φύσης του σώματος και, τέλος, την αισθη­τική του βασανιστηρίου και του αίματος στους μυστικιστές. Λίγες θρησκείες επέμειναν όπως η χριστιανική πάνω στην ανθρώπινη βρομιά, λίγες έχουν εκδηλώσει έναν τέτοιο «σαδισμό της ευλάβειας». έλεγε η Σιμόν Βέιλ

Έστω κι αν, από τον Πίο IB’ και μετά, η καθολική Εκκλησία δείχνει μεγαλύτερη κατανόηση γι’ αυτούς που υποφέρουν, για εκείνη η οδύνη συνιστά την νόρμα και η υγεία είναι μια οιονεί ανωμαλία. Μάρτυρας η παρακά­τω σκέψη του Ιωάννη-Παύλου Β’: «Όταν το σώμα είναι βαθιά προσβεβλημένο από την ασθένεια, όταν έχει κα­ταστεί ανίκανο, όταν ο άνθρωπος σχεδόν αδυνατεί να ζήσει και να δράσει, η εσωτερική ωριμότητα και το πνευματικό μεγαλείο γίνονται ακόμα πιο εμφανή και συνιστούν ένα συγκινητικό μάθημα για τα πρόσωπα που χαίρουν μιας φυσιολογικής υγείας».

Πρέπει να αγα­πούμε τον άνθρωπο, αλλά πρώτα πρέπει να τον ταπει­νώσουμε. Η οδύνη, πλησιάζοντας μας στον Θεό, γίνε­ται μοχλός προόδου, χάνει το χειρότερο χαρακτηριστι­κό της: την έλλειψη αιτίας. «Στην ερώτηση του Ιώβ: προς τι ο πόνος; γιατί εγώ;, δεν παίρνω απάντηση, λέει πάντα ο Ιωάννης-Παύλος Β’, παρά μόνο υποφέροντας μαζί με τον Ιησού, ανταποκρινόμενος στην έκκληση που μου απευθύνει από το ύψος του σταυρού: ακολούθησε με». Συνεπώς μόνο μες στην δυστυχία μου μπορώ να βρω την εσωτερική γαλήνη, την πνευματική αγαλλία­ση.

Ο χριστιανικός κόσμος ίσως να φαντάζει απάνθρω­πος στα μάτια μας, αλλά είναι ένας κόσμος κορεσμένος από νόημα (όπως και ο βουδισμός, που εξηγεί τον πό­νο σαν αποτέλεσμα των σφαλμάτων μας σε προηγούμε­νες ζωές -σύμφωνα με την καθιερωμένη ρήση, τα βέ­λη που εκτοξεύσαμε οι ίδιοι, επιστρέφουν καταπάνω μας. Πρόκειται για μια βάρβαρη αλλά εξαιρετικά πα­ρηγορητική σύλληψη).

Με την θρησκεία ο πόνος γίνεται ένα μυστήριο που το ξεδιαλύνουμε μονάχα υποφέροντας. Αλλόκοτο μυστήριο πράγματι, χάρη στο οποίο τα πάντα εξηγούνται! Και οι θεολόγοι αναπτύσσουν την ύπαρξη του κακού, δίχως να θίξουν την “καλοσύνη” του Θεού. Καταλαβαίνουμε, λοιπόν, την σπουδαιότητα που έχει η επίδειξη της επιθανάτιας αγωνίας κατά την κλασική περίοδο (και, μέχρι τα μέσα του εικοστού αιώνα, στα χωριά). Κάποτε, θεωρούνταν αυτονόητο ότι ένας άν­θρωπος δεν γινόταν να πεθάνει παρά δημόσια, μπρο­στά στα βλέμματα των άλλων κι όχι μόνος σε νοσοκο­μείο, όπως σήμερα. Μέσα από την έσχατη δοκιμασία, ο πιστός έβρισκε την ευκαιρία να τακτοποιήσει τους λο­γαριασμούς του με τους κοντινούς του, να αναλογιστεί τις αμαρτίες του, να απελευθερωθεί από τα εγκόσμια δεσμά προτού να σαλπάρει για το αόρατο.

«Για τον άν­θρωπο δεν είναι ντροπή να νικιέται από τον πόνο, εί­ναι ντροπή να νικιέται από την ευχαρίστηση» -Πα­σκάλ.

Η επιθανάτια αγωνία είναι κεφαλαιώδους ση­μασίας: επιτρέπει στον πιστό να αποδώσει έναν τελευ­ταίο φόρο σε αυτόν τον κάτω κόσμο, να εγκαταλείψει το σώμα του, διαμέσου της οδύνης· κάπως σαν ένα κα­ράβι που του κόβουν ένα ένα τα παλαμάρια. Ο ρόγχος, τα αγκομαχητά πρέπει να μαρτυρούν για μια ζωή που ήταν ολοκληρωτικά στραμμένη προς την ευλάβεια και το έλεος. Έτσι ο Μποσσυέ κατακεραυνώνει τους «χλιαρούς» που η πίστη τους αφυπνίζεται στο κατώφλι του θανά­του με μια αργοπορημένη μεταμέλεια- όμως πολλαπλα­σιάζει τα εγκώμια για την μικρή Εριέττα-Άννα της Αγ­γλίας, δούκισσα της Ορλεάνης, που, στα δεκατέσσερα χρόνια της, την ώρα που πεθαίνει δεν καλεί κοντά της τους γιατρούς αλλά τους παπάδες, φιλά τον εσταυρω­μένο, ζητά το ευχέλαιο και αναφωνεί: «Ω Θεέ μου, μή­πως πάντα δεν απέθετα σ’ εσένα την εμπιστοσύνη μου;»

«Το θαυμαστό του θανάτου», γράφει ο Μποσσυέ παραθέτοντας τα λόγια του Αγίου Αντωνίου, «είναι πως για τον χριστιανό δεν σημαίνει το τέλος της ζωής αλλά μόνο το τέλος των αμαρτιών του και των κινδύ­νων στους οποίους εκτίθεται. Μαζί με τις μέρες μας ο Θεός κόβει τους πειρασμούς μας, δηλαδή όλα τα ενδε­χόμενα να χάσουμε την αληθινή ζωή, την αιώνια ζωή, μια και ο κόσμος δεν είναι παρά η κοινή μας εξορία». Και δεν εκπλησσόμαστε με τον Ιωάννη-Παύλο Β’ όταν, γράφοντας για την ευθανασία και τις ύστατες στιγμές του ανθρώπου, πλέκει το εγκώμιο «του πιστού που απο­δέχεται με τη θέλησή του τον πόνο, απαρνούμενος τα μέσα καταπολέμησης του πόνου, για να διατηρήσει όλη του την διαύγεια και για να συμμετάσχει στα πάθη του Κυρίου», έστω και αν — και ο μικρός αυτός συμβιβα­σμός είναι σημαντικότατος — μια τέτοια ηρωική συ­μπεριφορά «δεν μπορεί να θεωρηθεί σαν ένα καθήκον για όλους».

Είναι γνωστό πως η Εκκλησία της Ρώμης δέχεται τα αναλγητικά υπό τον όρο πως δεν αποστε­ρούν από τον ετοιμοθάνατο την αυτοσυνειδησία του. Πρέπει να ομολογήσουμε πως ένα τέτοιο επιχείρη­μα υπέρ της οδύνης δεν είναι και πολύ πειστικό, μια και, σιγά σιγά, με το πέρασμα του χρόνου, άρχισε να θεωρείται ως η σύνοψη της υποταγής και του σκοταδι­σμού (ακόμα και από τους πιστούς που, ως προς αυτό το σημείο, ασπάστηκαν τις λαϊκές αξίες). Η ανακάλυ­ψη των αλκαλοειδών, η χρήση των αναισθητικών, ο αποκαθαρμός της ασπιρίνης και της μορφίνης σάρω­σαν τις απόψεις των παπάδων σχετικά με τον πόνο σαν μια αναγκαία θεία τιμωρία.

Στην πραγματικότητα, ο ίδιος ο χριστιανισμός προκάλεσε από μόνος του την δια­μαρτυρία που θα τον αποδυνάμωνε. Από τη στιγμή που πρόβαλε την έννοια της μακαριότητας — έστω και τοποθετώντας την στον ουρανό — απελευθέρωσε μια δυ­ναμική που θα στρεφόταν εναντίον του. (Ακόμα και οι Μακαρισμοί που καταγράφονται στα Ευαγγέλια συνδεδεμένοι με τα αναθέματα δεν είναι μια υπόσχεση γα­λήνης αλλά δικαιοσύνης. Καλούν σε ένα αναποδογύρισμα του κόσμου, αφήνουν μια ευκαιρία γι’ αυτούς που πέφτουν, για τους αποτυχημένους: οι ισχυροί θα γκρε­μιστούν από τα βάθρα τους, οι άθλιοι θα ανυψωθούν στην πρώτη σειρά.)

Η γνώση πως μια τέτοια κατάσταση τους περιμένει μετά θάνατον, κάνει τους ανθρώπους ανυπόμονους να τη γνωρίσουν λιγάκι εδώ κάτω. Γεννιέται μια πανίσχυ­ρη ελπίδα για καλύτερη ζωή, μια ελπίδα που αντλεί την δυναμικότητά της από τις ίδιες τις Γραφές. Οι άνθρω­ποι θέλουν να επισπεύσουν την συντέλεια του κόσμου, όταν ο Μεσσίας θα επιστρέφει και οι συσσωρευμένες δυστυχίες θα εξαφανιστούν μέσα σε μια χαρούμενη Αποκάλυψη· μετρούν τα χρόνια, τους αιώνες που τους χωρίζουν από το τέλος, και οι υπολογισμοί αυτοί φλο­γίζουν τα πνεύματα.

Από αυτή την άποψη, οι αιρετικοί ή οι χιλιαστές δεν είναι παρά βιαστικοί αναγνώστες που παίρνουν κατά γράμμα τα λόγια της Βίβλου και πι­στεύουν στο κυριολεκτικό τους νόημα. Βασίζονται στην αδιαλλαξία τού Ιησού για να αμφισβητήσουν τους απολιθωμένους τύπους του εκκλησιαστικού θεσμού. Το θέ­μα της ευτυχίας προέρχεται από τον χριστιανισμό, αλ­λά θα αναπτυχθεί ενάντια σε αυτόν. Καθώς είχε επισημάνει πρώτος ο Χέγκελ, η θρησκεία αυτή εμπεριέχει όλα τα σπέρματα του ξεπεράσματος της και της εξόδου από την θρησκευτικότητα.

Το βασικό της λάθος για τους ανθρώπους της Αναγέννησης και του Διαφωτισμού — που άλλωστε ήταν όλοι τους πιστοί — ήταν πως τύλιξε την δυστυχία μες στα πέπλα της ευγλωττίας, «αυτής της ευγλωττίας του σταυρού» που υπόσχεται την ανάσταση για να αποτρέψει τους ευλαβείς από το καθήκον να βελ­τιώσουν την γήινη ζωή τους. Κι επιπλέον, η λατρεία του πόνου και της θυσίας, καθώς θα το δείξει ο Νίτσε ανα­φορικά με τους Αρχαίους, δεν ανυψώνει τον άνθρωπο, αλλά τον βυθίζει μες στη σκληρότητα και την πικρία. Συνεπώς, σύμφωνα με το διάσημο ρητό του Καρλ Μαρξ, «καταργώντας την θρησκεία σαν ψευδαισθητική ευτυχία του λαού, σημαίνει πως απαιτείς την αληθινή ευτυχία του».

Η καθολική και η προτεσταντική σκληρότητα ασκούνταν απεγνωσμένα ενάντια στην ανθρώπινη φύ­ση και τις χαρές της. Με τον Διαφωτισμό, η ηδονή και η ευμάρεια επιτέλους θα αποκατασταθούν και ο πόνος θα απορριφθεί σαν ένας αρχαϊσμός. Θα μπορούσε κα­νείς να πιστέψει πως γύρισε μια σελίδα της ιστορίας. Όμως, αντίθετα, εδώ αρχίζουν οι δυσκολίες.

Πασκάλ Μπρυκνέρ*, Η Αέναη Ευφορία
-----------------------
*Αμείλικτος αναλυτής των σύγχρονων ηθών και μυθολογιών, ο Πασκάλ Μπρυκνέρ επιτίθεται ενάντια στην «χριστιανική τρομοκρατία της ευτυχίας». Πώς μια θεμιτή και γενικώς αποδεκτή επιδίωξη κατέληξε να δηλητηριάσει τη ζωή μας; Η αέναη ευφορία είναι ένα φιλοσοφικό και λογοτεχνικό έργο γραμμένο με πολλή γνώση, πολλή ευφυΐα και πολύ μπρίο. Ένα συναρπαστικό δοκίμιο, μια ωδή στις μικρές χαρές της ζωής.