Κυριακή 27 Οκτωβρίου 2019

ΓΟΡΔΙΟΣ ΔΕΣΜΟΣ: Ό,τι δεν λύεται κόπτεται

Ο Αλέξανδρος έφθασε στο Γόρδιο κατά τον μήνα Φεβρουάριο ή Μάρτιο του 333 π.Χ. και παρέμεινε εκεί για κάποιο χρονικό διάστημα, για να αναπαύσει τη μοίρα του στρατού που κόπιασε ιδιαίτερα μαζί του, στην Πισιδία. Εκεί, στο ανάκτορο των παλαιών βασιλέων της Φρυγίας, βρισκόταν το άρμα του Γόρδιου, πατέρα του Μίδα και αρχαίου βασιλέα της Φρυγίας, ως ανάθημα στον Δία.

Ο ζυγός του άρματος ήταν δεμένος με φλοιό κρανιάς και ο δεσμός ήταν τόσο περίπλοκος, ώστε δεν διακρινόταν πουθενά η αρχή του. Σύμφωνα με την κρατούσα παράδοση, όποιος έλυε τον Γόρδιο δεσμό, θα κυριαρχούσε στην Ασία.

Ο Αλέξανδρος μετέβη στο ανάκτορο, εξέτασε τον δεσμό και τον έλυσε εύκολα. Ο τρόπος με τον οποίο τον έλυσε παραμένει μυστήριο. Η πιο διαδεδομένη άποψη υποστηρίζει ότι έκοψε τον δεσμό με το σπαθί του, αναφωνώντας: Ό,τι δεν λύεται κόπτεται.

Παρά την δημοσιότητά της όμως, αυτή η άποψη θεωρείται η λιγότερο πιθανή. Ο Αριστόβουλος, που ήταν πιθανώς αυτόπτης μάρτυς, αναφέρει ότι τον έλυσε αφαιρώντας τον πύρο από το τιμόνι του άρματος, όπου συγκρατείτο ο δεσμός του ζυγού.

Σύμφωνα με τον Πλούταρχο:

[18.1] Ύστερα από αυτά νίκησε όσους από τους Πισίδες αντιστάθηκαν και υπέταξε τη Φρυγία.

[18.2] Και αφού κυρίευσε την πόλη Γόρδιο, που λέγεται ότι ήταν η πατρίδα του αρχαίου Μίδα, είδε την ξακουστή άμαξα, που ήταν δεμένη με φλοιό κρανιάς, και άκουσε γι᾽ αυτήν κάτι που πίστευαν οι βάρβαροι, πως, όποιος θα έλυνε τον κόμπο, ήταν γραφτό να γίνει βασιλιάς της οικουμένης.

[18.3] Οι περισσότεροι λοιπόν λένε ότι, επειδή οι κόμποι είχαν κρυμμένη την αρχή τους και ήταν μπερδεμένοι στο βάθος πολλές φορές μεταξύ τους με δύσκολες θηλιές, ο Αλέξανδρος, αδυνατώντας να τους λύσει, τους έκοψε με το μαχαίρι· έτσι με το κόψιμο αποκαλύφτηκαν πολλές άκρες του.

[18.4] Ο Αριστόβουλος όμως λέει ότι για τον Αλέξανδρο ήταν πολύ εύκολο το λύσιμο του Γόρδιου δεσμού, γιατί έβγαλε από το τιμόνι τον καλούμενο «έστορα» (=πάσσαλο), με τον οποίο συγκρατιόταν ο κόμπος και, τραβώντας το από κάτω, έλυσε τον ζυγό.

Ερμηνεία:

Σε κάθε περίπτωση, πάντως, και με όποιον τρόπο και αν έλυσε ο Αλέξανδρος τον γόρδιο δεσμό , ο συμβολισμός και το μήνυμα είναι το ίδιο. Ο γόρδιος δεσμός συμβολίζει καθετί που είναι δύσκολο και δυσεπίλυτο, κάθε πρόβλημα που καλούμαστε να αντιμετωπίσουμε είτε στην προσωπική είτε στην επαγγελματική είτε στην πολιτική ζωή. Όσον αφορά στον τρόπο επίλυσης του προβλήματος και το μέσο που χρησιμοποιήθηκε, σε κάθε περίπτωση ο συμβολισμός παραμένει ο ίδιος: το σπαθί συμβολίζει την αποφασιστικότητα και την τόλμη, και η αφαίρεση απλώς του ξύλινου καρφιού την ευφυΐα του Αλεξάνδρου.

Τι έκανε, λοιπόν, και τι πέτυχε ο Μέγας Αλέξανδρος: Πρώτον, δεν δαπάνησε  πολύ χρόνο με το συγκεκριμένο πρόβλημα, δεν κάθισε να χρονοτριβεί κάτι που και από το τον βασικό σου στόχο σε απομακρύνει, και ψυχοφθόρο(απώλεια δυνάμεων σωματικών και ψυχικών) και ψυχαναγκαστικό είναι να κάνεις κύκλους γύρω από το ίδιο πράγμα, ξανά και ξανά, και λύση να μην βρίσκεις. Έτσι, λοιπόν, αφού το εξέτασε για λίγο, όσο χρόνο χρειαζόταν κατά την κρίση του και με την έμφυτη οξυδέρκειά του, το αντιμετώπισε με αποφασιστικότητα και το έλυσε γρήγορα και εύκολα. Και έτσι, λένε, επιβεβαιώθηκε ο χρησμός που ήθελε αυτόν που θα έλυνε τον γόρδιο δεσμό κυρίαρχο της Ασίας. Επιβεβαιώθηκε, γιατί όποιος ξέρει να αντιμετωπίζει τα προβλήματα γρήγορα και αποφασιστικά, δείχνει ότι είναι ικανός ηγέτης, ότι μπορεί να οδηγήσει τον λαό του, το στράτευμά του εν προκειμένω, στον στόχο του ,παίρνοντας τις σωστές αποφάσεις. Επιπλέον, πέτυχε να κερδίσει την εμπιστοσύνη των στρατιωτών του , που πείστηκαν με τον τρόπο αυτό για τις ικανότητες του ηγέτη τους και τον ακολούθησαν στο τολμηρό εγχείρημά του.

Εξετάζοντας το συμβάν στη μυθολογική του διάσταση θα πρέπει να δεχθούμε ότι αντίθετα με το παραμύθι, ο μύθος εμπεριέχει πολύ λίγα αυθαίρετα στοιχεία. Τούτος ο μύθος του δεσμού ως σύνολο είναι σχεδιασμένος έτσι, ώστε να αποδίδει νομιμότητα ή μη σε οποιαδήποτε αλλαγή της εξουσίας, σε τούτο το βασίλειο της κεντρικής Ανατολίας, το στοιχείο της άμαξας δε συνδέει τον Γορδία και τον Μίδα με ένα αρχαίο ταξίδι, ένα μύθο καταγωγής δηλαδή από τη Μακεδονία, τον οποίο ο Αλέξανδρος πιθανώς γνώριζε. Σε αντίθεση με άλλους ελληνικούς μύθους που νομιμοποιούν μια δυναστεία επί δικαίω της κατάκτησης, ο νομιμοποιός χρησμός σε αυτόν τον μύθο υπονοεί ότι η προηγούμενη δυναστεία ήταν φυλή βασιλέων-ιερέων, συνδεδεμένη με τη θεότητα του χρησμού. Τούτη τη θεότητα σαφώς ήθελε αρωγό του και νομιμοποιητική αρχή ο Αλέξανδρος για την εκπλήρωση της υπόσχεσης της κυριαρχίας επί της Ασίας, καθώς ο Διόνυσος-Σαβάζιος, ο ιππέας νομάδας θεός που κραδαίνει τη ράβδο της δύναμής του, είναι πιθανώς το αντιπροσωπευτικότερο αρχέτυπο της μεταγενέστερης πορείας του Αλέξανδρου.

Οι κβαντικοί υπολογιστές ουδέτερου-ατόμου επιστρέφουν δυνατά στην κούρσα

Στην κούρσα για την κατασκευή του πρώτου, χρήσιμου, μεγάλης κλίμακας κβαντικού υπολογιστή, οι ερευνητές εξερευνούν πολλούς διαφορετικούς δρόμους, ο καθένας με τα δικά του δυνατά σημεία και τους δικούς του περιορισμούς. Προσεγγίσεις που χρησιμοποιούν ουδέτερα άτομα προσφέρουν ένα επεκτάσιμο σύστημα, όμως η συνέπεια των ατομικών αλληλεπιδράσεων – η κβαντική τους πιστότητα – υπολείπεται σε σχέση με αυτή άλλων αρχιτεκτονικών. Τώρα, χτίζοντας σε πρόσφατες βελτιώσεις στον έλεγχο των ατόμων σε υψηλά διεγερμένες καταστάσεις «Rydberg», ο Harry Levine στο Πανεπιστήμιο Harvard και συνεργάτες του έχουν επιδείξει ένα κβαντικό υπολογιστή ουδέτερου ατόμου που πετυχαίνει πιστότητες που συναγωνίζονται τους υψηλότερης αποδοτικότητας ανταγωνιστές του.

Η ομάδα εκτέλεσε λειτουργίες κβαντικής λογικής σε συστάδες δυο ή τριών στενά κατανεμημένων στο χώρο ατόμων ρουβιδίου που κρατούνται χωριστά σε οπτικές λαβίδες. Τα άτομα κατέστησαν διεμπλεκόμενα όταν ένα από αυτά διεγέρθηκε από ένα λέιζερ σε μια κατάσταση Rydberg – μια κατάσταση στην οποία το πιο απομακρυσμένο ηλεκτρόνιο είναι υψηλά διεγερμένο. Η μετάβαση στην κατάσταση αυτή επίσης εμπόδισε τους γείτονες του ατόμου από το να διεγερθούν ταυτόχρονα, μια κατάσταση που είναι ουσιώδης για τη δημιουργία λογικών πυλών που συνίστανται από δυο, ακόμη και τρία, κβαντικά bits (qubits). Η ικανότητα να φιλοξενούνται πύλες πολλαπλών qubits δείχνει ότι αυτή η πλατφόρμα μπορεί να είναι ιδιαίτερα αποτελεσματική στην εφαρμογή ορισμένων κβαντικών αλγορίθμων.

Μέχρι τώρα, ο Levine και οι συνεργάτες του έχουν διαχειριστεί μια σειρά πέντε συστάδων των δυο-ατόμων ταυτόχρονα, αλλά δεν βλέπουν εμπόδια για να επεκτείνουν τη διάταξη για να δημιουργηθούν δισδιάστατα πλέγματα δωδεκάδων ακόμη εκατοντάδων qubits. (Μια άλλη ομάδα, για παράδειγμα έχει πειραματιστεί με μια τετράγωνη συστοιχία qubits ουδέτερου ατόμου). Σε αυτή τη διαμόρφωση, θα επέλεγαν δυο ή τρία παρακείμενα άτομα για να υλοποιήσουν υψηλής πιστότητας πύλες δυο – ή τριών – qubits, όπως απαιτείται.

Η Ζαβολιά στο Παιχνίδι

«Ο τρόπος επίλυσης ενός προβλήματος που μπορεί να αντιμετωπίζεις στην ζωή σου, βρίσκεται σ’ εκείνον τον τρόπο ζωής που κάνει το πρόβλημα να εξαφανίζεται.» -Λούντβιχ Βιτγκενστάιν (Πολιτισμός και αξίες).
 
Μόνο ΕΝΑΣ μπορεί να κάνει την διαφορά … κρατήστε το αυτό ΜΟΝΟ ΕΝΑΣ … ούτε διάδοση, ούτε συλλογικότητες, ούτε «δημοκρατικές διαδικασίες» ούτε «όλοι μαζί πάμε» ούτε τίποτε από όλες αυτές τις γραφικές γελοιότητες των μαζανθρώπων. Κάθε ΜΑ ΚΑΘΕ καλή ιδέα ή δράση που έπεσε στα χέρια του μαζάνθρωπου εκφυλίστηκε σε ιδεολογία κι αντίδραση. ΔΡΑΣΗ απαιτείται κι ΟΧΙ ΑΝΤΙΔΡΑΣΗ και ΔΡΑΣΗ επιτυγχάνει ΜΟΝΑΧΑ ΤΟ ΑΤΟΜΟΝ. Είναι ο γνωστός ΚΑΤΕΡΓΑΡΗΣ και είναι ΠΑΝΤΑ ΕΝΑΣ ΚΑΙ ΜΟΝΟΣ ΤΟΥ.
 
“Ψάξε να με βρεις, ξεκίνα να ψάχνεις και δεν θα με βρεις”
 
Πόσες φορές δεν το είπες όταν ήσουν παιδί και πόσες φορές δεν το άκουσες από τα μικρά της οικογένειας σου, σε μια αυλή κάποια ηλιόλουστη μέρα; Ναι είναι το γνωστό “κλείσε τα μάτια σου να κρυφτώ”, το ανάποδο μέτρημα και η ταυτόχρονη εξαφάνιση στην γρήγορη και ευφυή, αναζήτηση μιας κρυψώνας για τους παίχτες. Ναι είναι το αγαπημένο παιχνίδι μικρών και μεγάλων, το κρυφτό. Όποτε τα παιδιά παίζουν κρυφτό – ή όποτε οι ενήλικες χάρη στο παιχνίδι της αποστροφής, της κυριαρχίας του εγώ και του δελεασμού κρύβονται ο ένας από τον άλλο, συνειδητά ή ασυνείδητα- το μέσο με το οποίο παίζεται το παιχνίδι είναι ο φόβος και η κρυφή επιθυμία, να μην τους βρει ποτέ κανείς.
 
Οπότε το παιχνίδι τραβάει σε μάκρος και το παιδί που κρύβεται, πάντα βοηθάει το παιδί που ψάχνει, αφήνοντας ίχνη, κάνοντας θόρυβο, κουνώντας τον θάμνο, αφήνοντας μια άκρη από το ρούχο να προεξέχει και δίνοντας την δυνατότητα σε αυτόν που τον ψάχνει να τον βρει. Αυτός που τα φυλάει, από την άλλη, κάνει “ματάκια”, κρυφοκοιτάζει, για να δει που θα κρυφτούν, αυτοί που πρέπει να ψάξει να τους βρει. Υπάρχει ο αρχέγονος φόβος, πως πρέπει οπωσδήποτε να τους βρει, μην χαθούν, μην απομακρυνθούν, μην φύγουν έξω από το παιχνίδι-μαντρί …και οι δύο ψιλό-κλέβουν και οι δύο μεριές του παιχνιδιού, το ξέρουν πως ο άλλος κλέβει, αλλά συνεχίζουν να παίζουν το παιχνίδι, με την υποκρισία, πρώτη ξαδέλφη του φόβου, να είναι η κυρίαρχος του πεδίου.
 
Υπάρχουν αυστηροί κανόνες στο παιχνίδι, κανείς δεν επιτρέπεται να μείνει εξαφανισμένος για πολύ ώρα, κανείς δεν πρέπει να απομακρυνθεί πολύ και η στιγμή που τους βρίσκουν είναι η στιγμή που το παιχνίδι τελειώνει, δίνοντας την ευκαιρία στους παίχτες να αρχίσουν να το παίζουν ξανά από την αρχή, μαζί με όλες τις κλεψιές και τις ελπίδες την επόμενη φορά, να μην τους βρουν οι μεν ή να τους βρουν γρηγορότερα οι δε. Ένα παιχνίδι με αρχή μέση τέλος και επανάληψη (το ‘πιασες το νόημα;).
 
Το κρυφτό είναι ένα παιχνίδι που χαρακτηρίζει το ανθρώπινο είδος και όχι μόνο στην παιδική του ηλικία, ένα παιχνίδι που δοκιμάζει ταυτόχρονα την εξυπνάδα εκείνου που ψάχνει και την αποφασιστικότητα εκείνου που κρύβεται. Είναι η πιθανότητα να μπορέσεις να ξεφύγεις από την πρόθεση, την επιθυμία, να σε βρει, ένα άλλο συγκεκριμένο άτομο. Κάθε επιτυχημένο κρυφτό –με εξαίρεση τις τραγωδίες, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο το κρυφτό είναι πάντοτε επιτυχημένο- καθησυχάζει τους παίχτες, αλλά και την κοινωνία που αυτοί ανήκουν, ό,τι κανείς τους δεν μπορεί να ξεφύγει, να το σκάσει, να πάει μακριά και ότι δεν υπάρχει κανένας άλλος τόπος, που να μπορεί αυτός να πάει, αν καταφέρει να ξεφύγει από τον διώκτη του.
 
Η ζαβολιά στο παιχνίδι –δηλ. η παραβίαση των κανόνων- είναι να βρεις ένα μέρος να κρυφτείς που να μην μπορεί να σε βρει κανείς, δηλ. να ξεφύγεις από τον κυνηγό σου. Η σπαζοκεφαλιά στο κρυφτό, το παράλογο δράμα που εμπεριέχει, είναι πως, το να σε βρουν σημαίνει ότι έχασες, ενώ το να μην σε βρουν, σημαίνει πως ακολουθείς κατά γράμμα τους κανόνες του παιχνιδιού.
 
Σε ένα τέτοιο παιχνίδι και οι δύο παίχτες είναι εγκλωβισμένοι, παγιδευμένοι, ανεξάρτητα σε ποιά θέση βρίσκονται, κανείς τους δεν μπορεί να ξεφύγει, κρύβονται, γνωρίζοντας, πως αυτό που κάνουν δεν είναι απόδραση. Αυτό που μοιράζονται είναι πως βρίσκονται εγκλωβισμένοι μαζί, κάπου, μέσα σε κάτι, –μια φούσκα, μια δημιουργία, έναν κόσμο- που θα μπορούσαμε να αποκαλέσουμε ανάγκη ή επιθυμία για συγκεκριμένα είδη αναγνώρισης και καθησυχασμού και από αυτό το κάτι, είναι αδύνατον να ξεφύγουν κι αν παρ ελπίδα το καταφέρουν, δεν υπάρχει τόπος να πάνε.
 
Υπάρχουν και κάποιοι παίχτες, που όταν παίζουν κρυφτό, απομακρύνονται τόσο πολύ, φεύγουν μακριά, που στην πραγματικότητα παύουν να παίζουν το παιχνίδι. Όταν αυτή η συμπεριφορά συνεχιστεί, οι υπόλοιποι παίχτες θα τρομάξουν στην αρχή, αλλά μετά από λίγο θα το συνηθίσουν και θα πάψουν να ασχολούνται με τους ζαβολιάρηδες. Ο ζαβολιάρης από την άλλη δεν έχει την υπομονή να περιμένει να τον βρουν ή να τους κάνει το χατίρι να παίζει με τους δικούς τους κανόνες και αρχίζει να φτιάχνει άλλους κανόνες δημιουργώντας δικό του παιχνίδι. Το ότι δεν παίζει το παιχνίδι με τους κανόνες που είναι ήδη γνωστοί, δεν σημαίνει για τους παίχτες, πως ο ζαβολιάρης καινοτομεί, σημαίνει από την δική τους σκοπιά πως δεν προσφέρει τίποτε στο παιχνίδι.
 
…και τι να πούμε για τα παιχνίδια των θεών, που δεν παίζουν για να κερδίσουν -είναι αυτονόητο αυτό κατά την άποψη τους- αλλά παίζουν γιατί βαριούνται και παίζουν με τα ανθρωπάκια, μα παίζουν και μεταξύ τους. …κι όλα αυτά, μέχρι να πέσει στον δρόμο τους ένας ζαβολιάρης, που δεν παίζει με τους κανόνες, ο κατεργάρης, που τους κάνει να δουν “τον Βούδα φαντάρο”!! Το αναφέρει και η μυθολογία, πως οι θεοκτόνοι ήταν πάντοτε άνθρωποι θνητοί, είναι πάντα ένας κατεργάρης που τους την φέρνει, εκεί που δεν το περιμένουν, από τον θείο εγωισμό και την θεϊκή αλαζονεία τους. Γιατί ως γνωστόν, «πίσω έχει η αχλάδα την ουρά».
 
Ο ζαβολιάρης ξέρει πως η ελευθερία του βρίσκεται στην αέναη πράξη της απελευθέρωσης του, η περιπέτεια είναι η η διαδικασία της απελευθέρωσης, όχι η ίδια η ελευθερία.
 
Ο ξεθωριασμένος πλέον μύθος του Αδάμ και της Εύας, είναι μια εκπληκτική μυθοπλασία, αποτυχημένης απόδρασης από το παιχνίδι του παραδείσου. Είναι η ιστορία μιας απόδρασης των ζαβολιάρηδων, που απέτυχε. Η παράβαση των κανόνων του παιχνιδιού, των νόμων που επέβαλε ο δημιουργός, ήταν να ανακαλύψουν, τι ακριβώς ήταν εκείνο από το οποίο ήταν αδύνατον να αποδράσουν. Αναζητώντας την γνώση που τους ήταν απαγορευμένη σχετικά με την φύση του θεού, ανακάλυψαν μόνο, το ό,τι θα έπρεπε να φοβούνται και να υποτάσσονται στον θεό. (!) Εκείνο που είναι σίγουρο, πέρα από οτιδήποτε άλλο σε αυτή την μυθοπλασία, είναι το πως δραματοποιεί την σχέση που υπάρχει μέσα στο μυαλό μας, ανάμεσα στην περιέργεια για το απαγορευμένο και την ικανοποίηση αυτής της περιέργειας με κάθε κόστος, γνωστό από πριν ή μη.
 
Μας δείχνει τον τρόπο, με τον οποίο οι απόψεις μας, για την ελευθερία και την απελευθέρωση, εξαρτώνται από την ανακάλυψη, εκείνου που πρέπει να φοβόμαστε. Ανακαλύπτουμε πως είναι ο κόσμος, ικανοποιούμε την περιέργεια μας και εξασφαλίζουμε την μη επιστροφή στο ίδιο παιχνίδι, δοκιμάζοντας να παίξουμε με τον φόβο μας, δοκιμάζοντας τις δυνάμεις μας πάνω του και στο τέλος προσπερνώντας τον, ξεφεύγουμε.
 
Η ηδονή που αισθάνεται κανείς με την απόδραση, ακόμη και με την σκέψη της απόδρασης πριν καν δράσει προς αυτήν, μπορεί άνετα να αντικαταστήσει την ηδονή εκείνη, από την οποία τρέπεται προς φυγή και να γίνει ένα πολύ καλό υποκατάστατο της. Το ότι παρέχουν ένα παράδοξο είδος ικανοποίησης αποτελεί μέρος της επινοητικής φύσης και του φανταστικού πλούτου των επονομαζόμενων συμπτωμάτων. Μερικές φορές από τον τρόπο που οι άνθρωποι εξιστορούν τον τρόμο και τις απογοητεύσεις τους βλέπουμε πόσο μεγάλη ηδονική απόλαυση, νοιώθουν γι αυτές.
 
Είναι γεγονός πως κάτι υπάρχει στην ζωή του ανθρώπου από το οποίο θέλει να ξεφύγει, να αποδράσει, (τι να είναι αυτό άραγε;) –αυτό είναι ένα σημαντικό ερώτημα– και ως συνεπακόλουθο με ποιούς τρόπους επιχειρεί αυτή την απόδραση; Ο άνθρωπος θέλει να αποδράσει από καθετί, από κάθε επιθυμία, που συνειρμικά μέσα στον νου του, του δημιουργεί ο πολιτισμός και τα κοινωνικά στάτους. Για να μπορέσει να το κάνει αυτό, είναι αναγκασμένος να επινοήσει μια γκάμα από στρατηγικές υπεκφυγών, τις οποίες ονομάζει άμυνες, καθώς και μια σειρά από τεχνάσματα που τα ονομάζει, συμπτώματα. Είναι το είδος τους πολιτισμένου ανθρώπου που θέλει να ξεφύγει, ούτε ο ίδιος δεν ξέρει από τι και που ονομάζεται επιστημονικά, νευρωτικός.
 
Εδώ μιλώ γι αυτόν, που απλά θέλει να ξεφύγει από, ότι νοιώθει πως τον καταπιέζει, υπαρκτό ή μη, κάνοντας τεράστιο σαματά, χωρίς να ξέρει πως αυτό δίνει δύναμη και ύπαρξη σε αυτό από το οποίο πασχίζει να ξεφύγει. Συνήθως παγιδεύεται στα δίκτυα αυτού από το οποίο προσπαθεί να ξεφύγει. Είναι σαν τους τύπους που διατυμπανίζουν πως δεν θα πιαστούν στα δεσμά του γάμου, κάνουν ό,τι περνά από το χέρι τους να το αποφύγουν, με την ανάλογη φασαρία, δίνοντας σε αυτό από το οποίο θέλουν αν ξεφύγουν, τόσο μεγάλη δύναμη, που στο τέλος καταλήγουν νευρωτικοί και παντρεμένοι. Όχι αυτό δεν είναι απόδραση, ούτε καν προσπάθεια απόδρασης.
 
Ο πολιτισμός, ο εγκλωβισμός στα κλουβιά που αποκαλούν σπίτια και ο εκπολιτισμός του ανθρώπου, φαίνεται πως είναι τελικά το να μαθαίνει κανείς τι να αποφεύγει μάλλον, παρά τι να κάνει ή να επιθυμεί. Έχουμε ολόκληρες λίστες και κοινωνικές ομάδες, που κύρια ασχολία τους, είναι να καταγράφουν τι δεν είναι αποδεκτό, που αφιερώνουν τεράστιο χρόνο στην παραγωγή λεπτομερειών περιγραφής όλων εκείνων που δεν θέλουν καθώς και των τρόπων που πρέπει να αποκλειστούν.
 
Η ανατροφή των παιδιών είναι μια σειρά από απαγορεύσεις και αποφυγές, πρωτίστως και κατόπιν προτροπών. Η εκπαίδευση διδάσκει στους ανθρώπους να κρατούν αποστάσεις και να αποφεύγουν, αν είναι δυνατόν, από ορισμένα είδη πίστης, από κάποιες επιθυμίες, σκέψεις, καταστάσεις, ακόμη και ανθρώπων. Το να μαθαίνει κάποιος να κάνει διακρίσεις, να μιλάει, να σκέφτεται ή να επιλέγει σημαίνει να μάθει να αποκλείει, όλα αυτά που του έχουν μάθει να αποκλείει, για να μπορεί να παίξει το παιχνίδι της κοινωνίας, του πολιτισμού και να είναι αποδεκτός.
 
Πως λοιπόν κάποιος γίνεται ζαβολιάρης δηλ. μη αποδεκτός και τι άλλο μπορεί να κάνει ένα παιχνίδι, με όποιον γίνεται ζαβολιάρης, πέρα από το να τον βγάλει από το παιχνίδι;
 
Οι μύθοι έχουν συχνά για θέμα τους την αδυναμία απόδρασης, την οδυνηρή ανακάλυψη ότι υπάρχουν πανίσχυρα δεσμά και περιορισμοί που δεν επιτρέπουν την απελευθέρωση και ο ήρωας είναι αδύνατον να ξεφύγει. Συνήθως και μάλλον σκόπιμα, δεν διηγούνται ιστορίες ανθρώπων που καταφέρνουν να ελευθερωθούν, που ξεφεύγουν, αλλά ιστορίες για την προσπάθεια τους να πετύχουν την ελευθερία τους και που συνήθως αποτυγχάνουν, γιατί οι θεοί-τιμωροί δεν επιτρέπουν, την φιλοδοξία ή την ανυπακοή.
 
Μας διηγούνται ιστορίες ανθρώπων που η ζαβολιά τους, η παραβατικότητα τους, αποδεικνύεται στο τέλος ένα μάθημα για τους υπόλοιπους και εκπληκτικό εργαλείο χειραγώγησης της μάζας, για τους θεούς-επικυρίαρχους. Ο Οιδίποδας, ο Προμηθέας, ο Νάρκισσος, η Αντιγόνη υποχρεώνονται όλοι, με διαφορετικό τρόπο ο καθένας, να υποστούν την πιο βίαιη καταδίκη, σαν τιμωρία στο ατόπημα τους, στην ανυπακοή και στην επιλογή τους, να είναι ο ζαβολιάρης του παιχνιδιού.
 
Το γεγονός ό,τι πρέπει να υπάρχουν κάποια πράγματα από τα οποία δεν μπορεί να διαφύγει κανένα πλάσμα, ανθρώπινο, μυθικό ή θεϊκό –είτε αυτά είναι νόμοι, φυσικοί ή ηθικοί, είτε επιθυμίες, που με διάφορους τρόπους ορίζονται ως καλές ή κακές, ηθικές ή ανήθικες, είτε πρόκειται για βιολογικούς περιορισμούς αναγκαιότητας, δηλ. η ανάγκη να τρεφόμαστε, να αναπνέουμε, να ζούμε, να πεθαίνουμε, αλλά και το γεγονός ό,τι όλοι αυτοί οι περιορισμοί πρέπει να αναγνωριστούν, να παρατηρηθούν, να μετρηθούν, αποτελούν αναπόσπαστα στοιχεία της αντίληψης που έχουμε για τον εαυτό μας, καθώς και των τρόπων που αναρωτιόμαστε, ποιοί είμαστε και τι κάνουμε εδώ.
 
Κάθε φορά που κάτι μπορεί να περιγραφεί ως κάτι άλλο από αυτό που ήδη γνωρίζουμε πως είναι –όταν πχ. η γη γίνεται στρογγυλή από επίπεδη έτσι ώστε να μην μπορούμε να πέσουμε, όταν η αμαρτία, το καλό, η αγάπη, χρησιμοποιούνται ως δόλια μορφή κοινωνικού ελέγχου και εργαλεία μαχών και κατάκτησης και ούτω καθ’ εξής – τότε αλλάζουμε την θέση μας στον κόσμο. Αυτό που είναι σημαντική ερώτηση και χρήζει απάντησης είναι… Μετά από κάθε ζαβολιά ή παραβατικότητα ποιά είναι εν τέλει η διαφορά, τι μένει το ίδιο μετά την κατεργαριά; Μένει κάτι το ίδιο;
 
Ο καλύτερος τρόπος για να τραβήξεις την προσοχή των ανθρώπων είναι να γνωστοποιήσεις πως σε κάποια δεδομένη χρονική στιγμή, κάποιος θα προσπαθήσει να κάνει κάτι για να ελευθερωθεί κι αν δεν το καταφέρει θα έχει ως συνέπεια τον θάνατο του. Για να τραβήξεις την προσοχή των ανθρώπων πρέπει ο θάνατος να αποτελεί κομμάτι αυτού που κάνεις, να εμπεριέχει το ρίσκο, το δράμα της αποτυχίας και της επιτυχίας επεξεργασμένο και προσαρμοσμένο σε μια ασυνήθιστη αρένα. Ο ταυρομάχος αναμετριέται τόσο με τον ταύρο, όσο και με τα όρια του εαυτού του ταυτοχρόνως και οι θεατές γνωρίζουν από πριν, πως μέσα στην αρένα υπάρχει και ένας τρίτος παίχτης, ο θάνατος.
 
Ένα σημαντικό κομμάτι του κρυφτού, είναι το ότι δεν υπάρχουν εκπλήξεις, κάθε παίχτης κρύβεται πάντα κάπου που μπορεί να βρεθεί. Δεν αποδρά, δεν ελευθερώνεται, απλά κρύβεται προσωρινά μέχρι να επιστρέψει στην πρότερη κατάσταση. Είναι μια φυγή από κάτι στο οποίο πάντα επιστρέφει ο παίχτης. Αυτό είναι φυγή και όχι απελευθέρωση. Η επιθυμία να τραπείς σε φυγή, υποδηλώνει κάποια συγγένεια με αυτόν από τον οποίον πασχίζεις να κρυφτείς. Το να αντισταθείς σε κάποιον ή έστω να του κρυφτείς, ακόμη κι αν πρόκειται για τον θεό ή τους θεούς ή οποιονδήποτε άνθρωπο ή κατάσταση, είναι ο μοναδικός τρόπος για να τον σκεφτείς. Τον να τον σκεφτείς όμως έστω και σκεπτόμενος πως θα του ξεφύγεις, του δίνεις μονάδες προσοχής, δηλ. ύπαρξη. Επομένως η παρόρμηση να γίνεις ζαβολιάρης και να εξαφανιστείς, είναι ταυτόχρονα η μυστική ευφυΐα που διαθέτει το παιχνίδι για να σιγουρέψει την επιστροφή σου.
 
Έναν ζαβολιάρη τον αφήνει το σύστημα-παιχνίδι να αποδρά με την σιγουριά πως θα επιστρέψει, για να αποδράσει ξανά και ξανά στο διηνεκές. Κάπως όπως οι καταστηματάρχες που γνωρίζουν πως ο καταναλωτής θα καταναλώσει ξανά και ξανά και ξανά, με παραπλήσιο τρόπο. Του δίνει το παιχνίδι, μικρές στάλες ελπίδας, ίσα ίσα για να τον κρατά σε εγρήγορση και έλεγχο, αλλά ποτέ μεγάλη ελπίδα, αυτή πρέπει να ελέγχεται και να κατευθύνεται με πολύ προσοχή. Δεν παίζουνε με τις πιθανότητες να ξεφύγουν τα παιχνίδια, από το παιχνίδι-δημιουργία!!! Ελπίδες δίνουν, μικρές και σε λίγες δόσεις, για να μην έχουν οι θεοί εκπλήξεις και χάσουν και την μπάλα και το παιχνίδι.
 
Υπάρχουν αποδράσεις που είναι εύκολες και δεν θα μάθει ποτέ η μάζα, πόσο εύκολες είναι, υπάρχουν και το παιχνίδι-σύστημα, τις διαθέτει προς χρήση, με μεγάλη χαρά, νέα παιχνίδια από τα οποία να μπορεί κάποιος ζαβολιάρης, να αποδράσει ξανά και ξανά, αρκεί να εξασφαλιστεί ό,τι θα επιστρέψει πίσω, ξανά και ξανά. Η μάζα δεν χρειάζεται να ξέρει αν η απόδραση από το παιχνίδι, είναι εύκολη ή δύσκολη, αν είναι κάτι που μπορεί να το κάνει ο καθένας ή χρειάζεται κάποιος με ιδιαίτερες ικανότητες. Αν είναι κάτι προσεγγίσιμο ή απόκρυφο, αν προορίζεται για λίγους εκλεκτούς ή είναι μια ευκαιρία για όλους. Με απλά λόγια παραμένει πάντα αναπάντητο το ερώτημα σχετικά με το τι από τα δύο συμβαίνει. Είναι εύκολο, είναι δύσκολο και για ποιόν εν τέλη είναι η απόδραση;
 
Αν θέλεις να γίνεις άσσος στην απόδραση πρέπει πρώτα να βρεθείς εγκλωβισμένος και αν θέλεις να είσαι ζαβολιάρης πρέπει να έχεις την απαιτούμενη ενέργεια, για να αναλάβεις την ευθύνη της απόδρασης και να μην επιστρέψεις.
 
Για να το πετύχεις αυτό, αλλά και να εξασφαλίσεις την μη-επιστροφή, απαραίτητη προϋπόθεση είναι να αποδράσεις χωρίς να προξενήσεις ζημιά στο παιχνίδι, χωρίς να διαλύσεις την κλειδαριά, χωρίς να σπάσεις τον πάγο, χωρίς να σε πάρει χαμπάρι κανένας. Χωρίς να υπάρξει κανενός είδους βία και όταν αποδράσεις, όλα πίσω σου θα φαίνονται όπως ήταν πριν. Η μεγάλη ψευδαίσθηση και η μεγάλη αλήθεια ταυτόχρονα, είναι το ό,τι τίποτα δεν έχει αλλάξει μετά την απόδραση του ζαβολιάρη, ούτε το παιχνίδι, ούτε οι άλλοι παίχτες, και παρ’ ολ’ αυτά, όλα είναι διαφορετικά, μόνο που κανένας δεν μπορεί να εκφράσει με λέξεις, τι είναι αυτό το διαφορετικό. Αλλά υπάρχει.
 
Η απόδραση χωρίς την πρόθεση της επιστροφής, από την μεριά του ζαβολιάρη, είναι κυριολεκτικά μια επανάσταση, μια ριζική και εκ βάθρων αναδιάταξη των μορφών, χωρίς στην ουσία να τροποποιήσει καμία και τίποτε από αυτές και ταυτόχρονα να μην είναι καθόλου ίδιες μετά την απελευθέρωση. Όλο αυτό πρέπει να γίνει χωρίς κανένα εμφανές ίχνος σκληρής προσπάθειας, τόσο εύκολα και φυσικά όπως η αναπνοή του. Ναι είναι η ύψιστη μορφή τέχνης, της οποίας η επιτυχία βρίσκεται στο ότι η δυσκολία της είναι κρυμμένη, φευγαλέα και απατηλή.
 
Κάθε άνθρωπος και κάθε ηθικολόγος, έχει την δική του εκδοχή ηθικών επιλογών. Οι κακές επιλογές συνήθως αποκαλούνται τάσεις φυγής από την πραγματικότητα, ενώ οι καλές αποκαλούνται ιδανικά και αξίες. Αφού μόνοι μας έχουμε φτιάξει αυτές τις διακρίσεις, άρα και μόνοι μας μπορούμε να τις καταργήσουμε, αν έχουμε την απαιτούμενη ενέργεια γι αυτό κι αν μας το επιτρέψουν αυτοί που έχουν συμφέρον να μείνουν τα πράγματα ως έχουν και το παιχνίδι να παίζεται με τους συνήθεις κανόνες.
 
Από την άλλη υπάρχει ο ζαβολιάρης, που ποσώς ενδιαφέρεται για τους κανόνες του παιχνιδιού που επέβαλε ο δημιουργός, αδιαφορεί, έχοντας ΜΟΝΑΔΙΚΟ και ΑΚΑΜΠΤΟ ΣΚΟΠΟ, να ξεγελάσει τον δημιουργό και να αποδράσει. Αν το καταφέρει; Θα το αντιληφθεί, από το πόσο άψογος είναι στην ζωή του και την ώρα του θανάτου του.
 
«Η ευφυία του Διαβόλου αποδεικνύεται από το γεγονός ότι μέσα στην πλειάδα των ανταρσιών που ήδη ξεπροβάλλουν από το Ηνωμένο Ανθρώπινο Σύμπαν, όλες εκτός από ΜΙΑ τον εξυπηρετούν. Σε οποιαδήποτε ανταρσία -πρέπει να το τονίσουμε αυτό- ο Διάβολος βρίσκεται πάντα ένα βήμα μπροστά. Συνειδητοποιούμε τη διάσταση της δύναμής του όταν καταλάβουμε ότι σε θέματα κυριαρχίας βρισκόμαστε τουλάχιστον δύο παρτίδες πίσω» Μωρίς Νταντέκ
------------------------------
Λέξη-σαφήνιση σύμφωνα με το νεοελληνικό λεξικό.
 
ξεφεύγω: [ksefévγo] Ρ αόρ. ξέφυγα, απαρέμφ. ξεφύγει : 1.κατορθώνω να απομακρυνθώ από έναν κίνδυνο, μια δύσκολη κατάσταση ή από κτ. που με καταδιώκει· διαφεύγω: Tους ξέφυγε τρέχοντας. Ξέφυγε περνώντας νύχτα μέσα από τις γραμμές των εχθρών. || Tον στρίμωξαν για τα καλά με τις ερωτήσεις, αλλά αυτός κατάφερε να ξεφύγει. || Δεν μπόρεσε να ξεφύγει από τη μιζέρια. Θέλω να ξεφύγω λίγο από την καθημερινή μονοτονία.
 
2. (συνήθ. με γεν. προσώπου) α. για κτ. που φεύγει, που μετακινείται από μια θέση όπου βρίσκεται: Mου ξέφυγε το ποτήρι από το χέρι. Ξέφυγαν τα σημάδια που είχα βάλει. Όλα είναι τακτικά· τίποτα δεν ξεφεύγει. β. για κτ. του οποίου χάνουμε τον έλεγχο: Tου ξέφυγε το τιμόνι και έριξε το αυτοκίνητο στη θάλασσα. Πρόσεξε μη σου ξεφύγει το ψαλίδι και καταστρέψεις το ύφασμα. Tο αυτοκίνητο ξέφυγε από την πορεία του και μπήκε στο αντίθετο ρεύμα, άλλαξε πορεία. || Tου ξέφυγε ένα χασμουρητό / μια στριγκλιά / μία (πορδή). || (μτφ.): Ξέφυγα λίγο από το πρόγραμμά μου. Mην ξεφεύγεις από το θέμα. Ξέφυγε από το σωστό δρό μο, παραστράτησε.
 
3. από επιπολαιότητα, έλλειψη προνοητικότητας ή απροσεξία λέω κτ. που δεν πρέπει: Tου ξέφυγαν βαριές κουβέντες. Πρόσεξε μη σου ξεφύγει τίποτα!, μην πεις τίποτα. 4. μένω απαρατήρητος, δεν υποπίπτω στην αντίληψη, στην προσοχή κάποιου: Σ΄ αυτό το κείμενο έχουν ξεφύγει πολλά λάθη. Tίποτα δεν του ξεφεύγει!, όλα τα παρατηρεί, όλα τα προσέχει. ΦΡ ~ από του χάρου* τα νύχια. 5. (οικ.) για κτ. που διαφέρει, που παρουσιάζει κτ. το ιδιαίτερο σε σχέση με άλλα παρόμοια: Tο φόρεμα αυτό ξεφεύγει από τα συνηθισμένα. [μσν. ξεφεύγω < εξεφεύγω με αποβ. του αρχικού άτ. φων. < αρχ. ἐκφεύγω (ἐκ- > ξε-)]
 
απόδραση η [apóδrasi]: Δραπέτευση που γίνεται συνήθ. σε μεγάλη κλίμακα και με βάση συγκεκριμένο σχέδιο: H ~ των καταδίκων / των αιχμαλώτων. Απόπειρα απόδρασης. || (μτφ.): ~ από την καθημερινότητα της πόλης με μια εκδρομή στο βουνό. [λόγ. < αρχ. ἀπόδρα(σις) -ση]
 
διαφυγή η [δiafijí]: η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του διαφεύγω. 1. απόδραση και διάσωση: Ελέγχονται οι έξοδοι της χώρας, για να εμποδιστεί η ~ του καταζητούμενου σε γειτονικές χώρες. || (μτφ.): Δεν υπάρχει δυνατότητα / οδός διαφυγής για τον άνθρωπο που έχει εγκλωβιστεί στις σύγχρονες πόλεις. || ~ κεφαλαίων στο εξωτερικό, λαθραία εξαγωγή. 2. διαρροή, απώλεια υγρού ή αερίου από δοχείο, αγωγό κτλ.
 
κρυφτό το [kriftó]: ομαδικό παιδικό παιχνίδι, στο οποίο ο ένας από τους παίκτες προσπαθεί να βρει πού έχουν κρυφτεί οι υπόλοιποι. ΦΡ παίζω* ~. [ουσιαστικοπ. ουδ. του μσν. επιθ. κρυφτός < αρχ. κρυπτός με ανομ. τρόπου άρθρ. [pt > ft] ]
 
κρυφτούλι το [kriftúli]: 1. το κρυφτό. 2. (μτφ., οικ.) συμπεριφορά που χαρακτηρίζεται από υπεκφυγές και κρυψίνοια. [κρρυφτ(ό) -ούλι]
 
θάνατος ο [θánatos]: 1. η οριστική παύση των ζωτικών λειτουργιών ενός ζωντανού οργανισμού. ANT γέννηση, ζωή: Ποσοστό γεννήσεων και θανάτων σε μια χώρα. Φυσιολογικός / βίαιος / αιφνίδιος / φυσικός* ~. ~ από αρρώστια / από γεράματα / από δυστύχημα. Φέτος συνέβησαν πολλοί θάνατοι από τροχαία ατυχήματα. Kαταδίκη σε θάνατο. Ποινή θανάτου. Όπλα που σκορπούν το θάνατο. Aγγελτήριο θανάτου. Ληξιαρχική πράξη θανάτου και ως έκφραση για κτ. που οδηγείται στο τέλος του, στην παρακμή, στην καταστροφή: Tο ντοπάρισμα των αθλητών και η εμπορευματοποίηση αποτέλεσαν τη ληξιαρχική πράξη θανάτου της ολυμπιακής ιδέας. Kίνδυνος-~, ως απαγορευτική ένδειξη υψηλού κινδύνου. Ελευθερία ή ~, ως σύνθημα, ιδίως για τον αγώνα του 1821. || Σιγή θανάτου, απόλυτη, νεκρική. || (ιατρ.) κλινικός* ~. || (εκκλ.) H μετά θάνατον ζωή. || (έκφρ.) δεν είναι κτ. για θάνατο / προς θάνατον, δεν πρέπει κτ. να μας στενοχωρεί υπερβολικά. ΦΡ μεταξύ ζωής* και θανάτου. ζήτημα* ζωής και θανάτου. στη ζωή* και στο θάνατο. ο θάνατός σου, η ζωή μου, όταν η δική μας επικράτηση είναι αποτέλεσμα του αφανισμού των άλλων. λευκός* ~, η ηρωίνη. παλεύω με το θάνατο, χαροπαλεύω. 2. για πολύ δύσκολο και επικίνδυνο εγχείρημα: Γύρος / πήδημα / άλμα θανάτου, που επιχειρούν συνήθ. ακροβάτες. Αποστολή θανάτου, στρατιωτικού συνήθ. αποσπάσματος. (έκφρ.) μέχρι θανάτου: α. ως το έσχατο όριο: Αγώνας μέχρι θανάτου, αδυσώπητος, αμείλικτος. β. πάρα πολύ, υπερβολικά: Περίλυπος / πιστός μέχρι θανάτου. Mίσος μέχρι θανάτου. μετά θάνατον, για το ύστερα από το θάνατο χρονικό διάστημα. 3. (μτφ.) α. γεγονός πολύ δυσάρεστο ή οδυνηρό: H απώλεια του παιδιού της ήταν γι΄ αυτή ~. β. γεγονός ιδιαίτερα βλαπτικό, επιζήμιο: Tο τσιγάρο είναι ~ για την υγεία. γ. εξαφάνιση, καταστροφή: Ο ~ του ρομαντισμού / της δημοκρατίας / του φασισμού. Πολιτικός ~, πολιτική καταστροφή κάποιου. Ψυχικός ~, θάνατος της ψυχής εξαιτίας αμαρτιών. || ΦΡ για ζωή* και για θάνατο.
 
ελευθερία η [elefθería]: η απουσία περιορισμού, η ιδιότητα ή η κατάσταση εκείνου που δεν εμποδίζεται ή δε δεσμεύεται από κανέναν εξωτερικό ή εσωτερικό παράγοντα: Εσωτερική / εξωτερική ~. Aπόλυτη ~. Tο αγαθό της ελευθερίας. H ~ σκέψης / δράσης. || H ~ της βούλησης (ενός ατόμου), η ικανότητά του να αποφασίζει και να ενεργεί ανεξάρτητα από κάθε εξωτερικό ή εσωτερικό παράγοντα. || (ειδ.) ό,τι οι νόμοι επιτρέπουν να πράττει ή να μην πράττει κάποιος: Aστικές / πολιτικές / ατομικές ελευθερίες. Θρησκευτική / προσωπική ~. Οι ελευθερίες του ατόμου / του πολίτη. ~ λόγου. ~ του τύπου. Aκαδημαϊκές* ελευθερίες. || (για κράτη, έθνη) η μη εξάρτηση από την εξουσία ή την κυριαρχία άλλου κράτους· λευτεριά. ANT δουλεία, σκλαβιά: Εθνική ~. ~ ή θάνατος*. H ~ των λαών. || Tο δέντρο της Ελευθερίας. Tο άγαλμα της Ελευθερίας, στη Nέα Yόρκη. [λόγ. < αρχ. ἐλευθερία]

ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ: Ἠθικὰ Νικομάχεια (1148b-1149a)

[V] Ἐπεὶ δ᾽ ἐστὶν ἔνια μὲν ἡδέα φύσει, καὶ τούτων τὰ μὲν ἁπλῶς τὰ δὲ κατὰ γένη καὶ ζῴων καὶ ἀνθρώπων, τὰ δ᾽ οὐκ ἔστιν, ἀλλὰ τὰ μὲν διὰ πηρώσεις τὰ δὲ δι᾽ ἔθη γίνεται, τὰ δὲ διὰ μοχθηρὰς φύσεις, ἔστι καὶ περὶ τούτων ἕκαστα παραπλησίας ἰδεῖν ἕξεις· λέγω δὲ τὰς θηριώδεις, οἷον τὴν ἄνθρωπον ἣν λέγουσι τὰς κυούσας ἀνασχίζουσαν τὰ παιδία κατεσθίειν, ἢ οἵοις χαίρειν φασὶν ἐνίους τῶν ἀπηγριωμένων περὶ τὸν Πόντον, τοὺς μὲν ὠμοῖς τοὺς δὲ ἀνθρώπων κρέασιν, τοὺς δὲ τὰ παιδία δανείζειν ἀλλήλοις εἰς εὐωχίαν, ἢ τὸ περὶ Φάλαριν λεγόμενον. αὗται μὲν θηριώδεις, αἳ δὲ διὰ νόσους γίνονται (καὶ διὰ μανίαν ἐνίοις, ὥσπερ ὁ τὴν μητέρα καθιερεύσας καὶ φαγών, καὶ ὁ τοῦ συνδούλου τὸ ἧπαρ) αἳ δὲ νοσηματώδεις ἢ ἐξ ἔθους, οἷον τριχῶν τίλσεις καὶ ὀνύχων τρώξεις, ἔτι δ᾽ ἀνθράκων καὶ γῆς, πρὸς δὲ τούτοις ἡ τῶν ἀφροδισίων τοῖς ἄρρεσιν· τοῖς μὲν γὰρ φύσει τοῖς δ᾽ ἐξ ἔθους συμβαίνουσιν, οἷον τοῖς ὑβριζομένοις ἐκ παίδων. ὅσοις μὲν οὖν φύσις αἰτία, τούτους μὲν οὐδεὶς ἂν εἴπειεν ἀκρατεῖς, ὥσπερ οὐδὲ τὰς γυναῖκας, ὅτι οὐκ ὀπύουσιν ἀλλ᾽ ὀπύονται· ὡσαύτως δὲ καὶ ὅσοι νοσηματώδως ἔχουσι δι᾽ ἔθος. τὸ μὲν οὖν ἔχειν ἕκαστα τούτων ἔξω τῶν

[1149a] ὅρων ἐστὶ τῆς κακίας, καθάπερ καὶ ἡ θηριότης· τὸν δ᾽ ἔχοντα κρατεῖν ἢ κρατεῖσθαι οὐχ ἡ ἁπλῆ ἀκρασία ἀλλ᾽ ἡ καθ᾽ ὁμοιότητα, καθάπερ καὶ τὸν περὶ τοὺς θυμοὺς ἔχοντα τοῦτον τὸν τρόπον τοῦ πάθους, ἀκρατῆ δ᾽ οὐ λεκτέον. πᾶσα γὰρ ὑπερβάλλουσα καὶ ἀφροσύνη καὶ δειλία καὶ ἀκολασία καὶ χαλεπότης αἳ μὲν θηριώδεις αἳ δὲ νοσηματώδεις εἰσίν· ὁ μὲν γὰρ φύσει τοιοῦτος οἷος δεδιέναι πάντα, κἂν ψοφήσῃ μῦς, θηριώδη δειλίαν δειλός, ὃ δὲ τὴν γαλῆν ἐδεδίει διὰ νόσον· καὶ τῶν ἀφρόνων οἱ μὲν ἐκ φύσεως ἀλόγιστοι καὶ μόνον τῇ αἰσθήσει ζῶντες θηριώδεις, ὥσπερ ἔνια γένη τῶν πόρρω βαρβάρων, οἱ δὲ διὰ νόσους, οἷον τὰς ἐπιληπτικάς, ἢ μανίας νοσηματώδεις. τούτων δ᾽ ἔστι μὲν ἔχειν τινὰ ἐνίοτε μὲν μόνον, μὴ κρατεῖσθαι δέ, λέγω δὲ οἷον εἰ Φάλαρις κατεῖχεν ἐπιθυμῶν παιδίου φαγεῖν ἢ πρὸς ἀφροδισίων ἄτοπον ἡδονήν· ἔστι δὲ καὶ κρατεῖσθαι, μὴ μόνον ἔχειν· ὥσπερ οὖν καὶ μοχθηρίας ἡ μὲν κατ᾽ ἄνθρωπον ἁπλῶς λέγεται μοχθηρία, ἣ δὲ κατὰ πρόσθεσιν, ὅτι θηριώδης ἢ νοσηματώδης, ἁπλῶς δ᾽ οὔ, τὸν αὐτὸν τρόπον δῆλον ὅτι καὶ ἀκρασία ἐστὶν ἣ μὲν θηριώδης ἣ δὲ νοσηματώδης, ἁπλῶς δὲ ἡ κατὰ τὴν ἀνθρωπίνην ἀκολασίαν μόνη.

Ὅτι μὲν οὖν ἀκρασία καὶ ἐγκράτειά ἐστι μόνον περὶ ἅπερ ἀκολασία καὶ σωφροσύνη, καὶ ὅτι περὶ τὰ ἄλλα ἐστὶν ἄλλο εἶδος ἀκρασίας, λεγόμενον κατὰ μεταφορὰν καὶ οὐχ ἁπλῶς, δῆλον.

***
[5] Ορισμένα πράγματα είναι ευχάριστα εκ φύσεως· κάποια από αυτά είναι γενικά και απόλυτα ευχάριστα, ενώ κάποια άλλα είναι ευχάριστα σε ορισμένα μόνο είδη ζώων και ανθρώπων. Από την άλλη υπάρχουν πράγματα που δεν είναι ευχάριστα εκ φύσεως, γίνονται όμως ευχάριστα είτε λόγω σωματικών/οργανικών βλαβών, είτε λόγω συνηθειών, είτε λόγω κακής φυσικής ιδιοσυστασίας. Με δεδομένο ότι έτσι έχουν τα πράγματα, μπορούμε τώρα να δούμε τις έξεις που αντιστοιχούν στο καθένα από τα τελευταία αυτά είδη ευχάριστων πραγμάτων — παρόμοια προς εκείνες για τις οποίες έχουμε ήδη κάνει λόγο. Εννοώ τις θηριώδεις έξεις, όπως στην περίπτωση εκείνης της μέγαιρας που λένε ότι ξέσχιζε την κοιλιά έγκυων γυναικών και καταβρόχθιζε τα έμβρυα, ή ενσχέσει με τα πράγματα με τα οποία λέει ο κόσμος ότι ευχαριστιούνται κάποιοι άγριοι πληθυσμοί στην περιοχή του Εύξεινου Πόντου: μερικοί ευχαριστιούνται τρώγοντας ωμά κρέατα, άλλοι τρώγοντας ανθρώπινες σάρκες, ενώ άλλοι ανταλλάσσουν μεταξύ τους τα παιδιά τους για τις ευωχίες τους· ας θυμηθούμε, τέλος, αυτά που διηγείται ο κόσμος για τον Φάλαρη. Όλες αυτές οι έξεις είναι θηριώδεις, ενώ κάποιες άλλες κάνουν την εμφάνισή τους ύστερα από αρρώστιες (σε μερικούς και ως αποτέλεσμα τρέλας· τέτοια ήταν η περίπτωση εκείνου που έσφαξε —σαν για θυσία— τη μητέρα του και την έφαγε· τέτοια ήταν, επίσης, η περίπτωση εκείνου που έφαγε το συκώτι του συνδούλου του)· κάποιες άλλες, πάλι, είναι αποτέλεσμα νοσηρών καταστάσεων ή συνήθειας, όπως είναι, επιπαραδείγματι, το να μαδάει κανείς τις τρίχες της κεφαλής του, να τρώει τα νύχια του, να τρώει κάρβουνα ή χώμα, ή, επίσης, να κάνει έρωτα με αγόρια — τα πράγματα αυτά σε άλλους συμβαίνουν εκ φύσεως και σε άλλους από συνήθεια, όπως, επιπαραδείγματι, σ᾽ αυτούς που είναι θύματα σεξουαλικής εκμετάλλευσης από την πιο τρυφερή τους ηλικία. Σε όσους λοιπόν είναι η φύση η αιτία, αυτούς κανένας δεν θα μπορούσε να τους πει ακρατείς, όπως ούτε και τις γυναίκες, αφού ο ρόλος τους στη συνουσία δεν είναι ενεργητικός αλλά παθητικός· το ίδιο ούτε αυτούς που βρίσκονται σε κάποια νοσηρή κατάσταση λόγω συνήθειας. Το να έχει λοιπόν κανείς κάποια από αυτές τις έξεις είναι κάτι που βρίσκεται έξω

[1149a] από τα όρια της κακίας, ακριβώς όπως και η θηριότητα. Στην περίπτωση, πάντως, που τις έχει, το να τις νικάει ή να νικιέται από αυτές δεν σημαίνει (εγκράτεια ή) ακράτεια με την καθαρή και απόλυτη σημασία της λέξης, αλλά ακράτεια κατ᾽ αναλογίαν, ακριβώς όπως και αυτόν που δεν μπορεί να επιβάλλεται στον θυμό του πρέπει να τον λέμε «ακρατή ως προς αυτό το πάθος», όχι όμως ακρατή με το καθαρό και απόλυτο νόημα αυτής της λέξης. Γιατί όλες οι περιπτώσεις υπερβολής στην αφροσύνη, στη δειλία, στην ακολασία, στη δυστροπία είναι αποτέλεσμα ή θηριώδους ιδιοσυγκρασίας ή νοσηρών καταστάσεων: αυτός που είναι έτσι καμωμένος από τη φύση ώστε να φοβάται τα πάντα, ακόμη και τον θόρυβο ενός ποντικού, είναι δειλός με μια δειλία θηριώδους τύπου, ενώ εκείνος για τον οποίο έλεγαν ότι φοβόταν τη γάτα ήταν δειλός εξαιτίας αρρώστιας. Από τους άφρονες, πάλι, ανθρώπους αυτοί που είναι εκ φύσεως ανίκανοι να σκεφθούν και ζουν μόνο με τον τρόπο που τους υπαγορεύουν οι αισθήσεις είναι θηριώδεις υπάρξεις (τέτοιες είναι κάτι φυλές μακρινών βαρβαρικών λαών), ενώ κάποιοι άλλοι, που είναι και αυτοί το ίδιο εξαιτίας ασθενειών (π. χ. επιληψίας) ή εξαιτίας τρέλας, αυτοί παρουσιάζουν νοσηρές έξεις. Μερικές φορές οι άνθρωποι μπορεί απλώς να έχουν κάποιες από τις έξεις αυτές, να μη κυβερνιούνται όμως από αυτές. Θέλω να πω ότι ένας Φάλαρης, π.χ., θα μπορούσε να συγκρατήσει την επιθυμία του να φάει ένα παιδί ή να χαρεί μια ανώμαλη σεξουαλική ηδονή. Είναι όμως επίσης δυνατό και να κυβερνιούνται από αυτές τις έξεις, όχι μόνο να τις έχουν. Όπως λοιπόν και στην περίπτωση της κακίας υπάρχει αυτή που μένει στα όρια της ανθρώπινης φύσης και λέγεται απλώς κακία, εκτός όμως από αυτήν υπάρχει και η κακία που λέγεται με μια προσθήκη (θηριώδης ή νοσηρή), όχι όμως απλά και σκέτα κακία, έτσι ακριβώς —είναι φανερό— υπάρχει η θηριώδης ή η νοσηρή ακράτεια, ενώ απλά και σκέτα ακράτεια είναι αυτή που αντιστοιχεί στην ανθρώπινη ακολασία.

Είναι λοιπόν πια φανερό ότι η ακράτεια και η εγκράτεια σχετίζονται μόνο με τα πράγματα με τα οποία σχετίζονται η ακολασία και η σωφροσύνη, και ότι ενσχέσει με άλλα πράγματα υπάρχει ένα άλλο είδος ακράτειας, που λέγεται με τη λέξη αυτή κατά μεταφορά και όχι κυριολεκτικά.

Σάββατο 26 Οκτωβρίου 2019

ΔΡΑΜΑΤΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ: ΑΡΙΣΤΟΦΑΝΗΣ - Σφῆκες (725-759)

ΧΟ. ἦ που σοφὸς ἦν ὅστις ἔφασκεν· «πρὶν ἂν ἀμφοῖν μῦθον ἀκούσῃς,
οὐκ ἂν δικάσαις.» σὺ γὰρ οὖν νῦν μοι νικᾶν πολλῷ δεδόκησαι·
ὥστ᾽ ἤδη τὴν ὀργὴν χαλάσας τοὺς σκίπωνας καταβάλλω.
ἀλλ᾽ ὦ τῆς ἡλικίας ἡμῖν τῆς αὐτῆς συνθιασῶτα,

πιθοῦ πιθοῦ λόγοισι, μηδ᾽ ἄφρων γένῃ [στρ.]
730 μηδ᾽ ἀτενὴς ἄγαν ἀτεράμων τ᾽ ἀνήρ.
εἴθ᾽ ὤφελέν μοι κηδεμὼν ἢ ξυγγενὴς
εἶναί τις ὅστις τοιαῦτ᾽ ἐνουθέτει.
σοὶ δὲ νῦν τις θεῶν παρὼν ἐμφανὴς
ξυλλαμβάνει τοῦ πράγματος,
καὶ δῆλός ἐστιν εὖ ποιῶν·
735 σὺ δὲ παρὼν δέχου.

ΒΔ. καὶ μὴν θρέψω γ᾽ αὐτὸν παρέχων
ὅσα πρεσβύτῃ ξύμφορα, χόνδρον
λείχειν, χλαῖναν μαλακήν, σισύραν,
πόρνην, ἥτις τὸ πέος τρίψει
740 καὶ τὴν ὀσφῦν.
ἀλλ᾽ ὅτι σιγᾷ κοὐδὲν γρύζει,
τοῦτ᾽ οὐ δύναταί με προσέσθαι.

ΧΟ. νενουθέτηκεν αὑτὸν ἐς τὰ πράγμαθ᾽, οἷς [ἀντ.]
τότ᾽ ἐπεμαίνετ᾽· ἔγνωκε γὰρ ἀρτίως
745 λογίζεταί τ᾽ ἐκεῖνα πάνθ᾽ ἁμαρτίας
ἃ σοῦ κελεύοντος οὐκ ἐπείθετο.
νῦν δ᾽ ἴσως τοῖσι σοῖς λόγοις πείθεται
καὶ σωφρονεῖ μέντοι μεθι-
στὰς εἰς τὸ λοιπὸν τὸν τρόπον
πιθόμενός τέ σοι.

ΦΙ. ἰώ μοί μοι. ΒΔ. οὗτος, τί βοᾷς;
750 ΦΙ. μή μοι τούτων μηδὲν ὑπισχνοῦ.
κείνων ἔραμαι, κεῖθι γενοίμαν,
ἵν᾽ ὁ κῆρυξ φησί· «τίς ἀψήφι-
στος; ἀνιστάσθω.»
κἀπισταίην ἐπὶ τοῖς κημοῖς
755 ψηφιζομένων ὁ τελευταῖος.
σπεῦδ᾽, ὦ ψυχή. ποῦ μοι ψυχή;
πάρες, ὦ σκιερά. μὰ τὸν Ἡρακλέα
μή νυν ἔτ᾽ ἐγὼ ᾽ν τοῖσι δικασταῖς
κλέπτοντα Κλέωνα λάβοιμι.

***
ΚΟΡ. Σοφός ήτανε ο άνθρωπος που έλεγε πως,
και τους δυο πριν ακούσεις διαδίκους,
δεν μπορείς να δικάσεις. Νά, τώρα κι εγώ
λέω πως είναι μαζί σου το δίκιο·
την οργή μου μαϊνάρω απ᾽ αυτή τη στιγμή
και πετώ καταγής το ραβδί μου.
Ο Κορυφαίος και αμέσως και τα άλλα μέρη του Χορού
αφήνουν τα ραβδιά που κρατούσαν ως τώρα.
ΚΟΡ., στο Φιλοκλέωνα.
Τώρα, σύντροφε εσύ της δικής μας γενιάς,
του δικού μας θιάσου, άκουσέ μας.

ΧΟΡ. Άκου του γιου τα λόγια τα σοφά·
730 όχι στρυφνάδα, πείσμα κι αμυαλιά.
Να ᾽χα κι εγώ ένα φίλο ή συγγενή,
στο δρόμο το σωστό να μ᾽ οδηγεί.
Εσένα φανερά κάποιος θεός
τώρα σου παραστέκεται βοηθός·
καλό σού κάνει σε όλους μας μπροστά·
δέξου τον, φίλε, μ᾽ ανοιχτή καρδιά.

ΒΔΕ. Θα τον ζήσω καλά· όσα ποθεί
ένας γέρος, θα τα ᾽χει· χυλό,
μια γουνίτσα, παλτό μαλακό,
μια κοπέλα καλή, που εντριβές
740 να του κάνει στη μέση κι αλλού.
Μα απ᾽ το στόμα του λέξη δε βγάζει, κι αυτό
δε μ᾽ αρέσει καθόλου.

ΧΟΡ. Μια τρέλα τον κρατούσε πριν, αλλά
φαίνεται τώρα θ᾽ άλλαξε μυαλά·
θ᾽ αναμετράει εκείνα που έχεις πει
κι ίσως να λέει: «Τί πλάνη ήταν κι αυτή!»
Τις συμβουλές σου αρνιόταν πρώτα, μα
να βρει ίσως τρόπο τώρα πολεμά
ν᾽ αφήσει τις συνήθειες τις παλιές
και να συμμορφωθεί μ᾽ αυτά που θες.

ΦΙΛ. Συφορά! ΒΔΕ. Τί φωνάζεις καλέ;
750 ΦΙΛ. Να μου λείπουν αυτά που μου τάζεις εσύ·
δεν τα θέλω· άλλα θέλω· αχ εκεί να βρεθώ
που του κήρυκα λέει η φωνή:
«Ποιός δεν ψήφισε; Ας έρθει.» Κι εγώ
τελευταίος ψηφοφόρος να πάω να σταθώ
μπρος στις κάλπες· εκεί!
Τρέξε, τρέξε ψυχή μου. Μα πού είν᾽ η ψυχή;
Άφησέ με, ισκιερή. Σα θα πάω δικαστής,
συφορά του, τ᾽ ορκίζομαι, αν τώρα κι εμπρός,
αν τσακώσω τον Κλέωνα να κλέβει.

Μορφές και Θέματα της Αρχαίας Ελληνικής Μυθολογίας: ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΕΙΣ - ΛΕΥΚΟΘΟΗ

ΛΕΥΚΟΘΟΗ
(θάμνος-λιβάνι)
 
Η ιστορία της Λευκοθόης είναι μια ιστορία έρωτα, στην οποία ενεπλάκησαν η ίδια και η αντίζηλός, η Ωκεανίδα Κλυτία (Ησ., Θεογ. 352), χωρίς να ευθύνονται.
 
Ερωτευμένη με τον Ήλιο η Κλυτία κι εκείνος μαζί της, κάποια στιγμή την άφησε για τον έρωτα της Λευκοθόης, κόρης του βασιλιά της Περσίας Όρχαμου και της Ευρυνόμης.
 
Ούτε και ο Ήλιος ευθυνόταν γι' αυτήν την προδοσία.
 
Τη φλόγα του πόθου του την ενέβαλε η Αφροδίτη, για να τον εκδικηθεί που φανέρωσε στον σύζυγό της Ήφαιστο και τους άλλους Ολύμπιους την κρυφή εξωσυζυγική της σχέση με τον Άρη.
 
Από τον μυστικό έρωτα του Ήλιου και της Λευκοθόης γεννήθηκε ο Θερσάνορας, ο Αργοναύτης από την Άνδρο.
 
Η Κλυτία, από ζήλεια, φανέρωσε την ιστορία στον πατέρα της κοπέλας, που τη φυλάκισε σε μια βαθιά και σκοτεινή τάφρο, για να μην βλέπει καθόλου το φως του αγαπημένου της Ήλιου, μέχρι που πέθανε.
 
Εκείνος τη λυπήθηκε και μη μπορώντας να τη φέρει πίσω στη ζωή πότισε με αρώματα τον τάφο της και έκανε το σώμα της να αποκτήσει ρίζες, απ' όπου ξεπετάχτηκε ο θάμνος απ' όπου βγαίνει το λιβάνι. Αλλά και η Κλυτία τιμωρήθηκε, γιατί στερήθηκε τον έρωτα του αγαπημένου της. Από τη θλίψη της μαράζωσε αλλά, καθώς μεταμορφώθηκε σε ηλιοτρόπιο, στρέφει συνέχεια το πρόσωπο προς τον χαμένο εραστή, τον Ήλιο (Οβ., Μετ. 4.206-270) Και οι δυο κοπέλες παρέμεναν ριζωμένες στη γη, χωρίς καμιά δυνατότητα ανύψωσης προς τον αγαπημένο Ήλιο.

Αγαπώ δε σημαίνει στηρίζομαι

Με τον καιρό μαθαίνει κανείς τη λεπτή διαφορά ανάμεσα στο να κρατά ένα χέρι και να αλυσοδένει μια ψυχή.
 
Μαθαίνει πως «αγαπώ δε σημαίνει στηρίζομαι» και ότι «συντροφικότητα δε σημαίνει ασφάλεια»..
 
Kι έτσι κανείς αρχίζει να μαθαίνει...
 
Πως τα φιλιά δεν είναι συμβόλαια και ότι τα δώρα δεν είναι υποσχέσεις. Και αρχίζει να δέχεται τις ήττες του με το κεφάλι ψηλά και τα μάτια ορθάνοιχτα.
 
Και μαθαίνει να χτίζει όλες τις διαδρομές του στο σήμερα γιατί το έδαφος του αύριο είναι υπερβολικά αβέβαιο για να κάνεις σχέδια... και κάθε μέλλον μπορεί να μείνει στη μέση.
 
Μετά από κάποιο καιρό μαθαίνει κανείς πως αν είναι υπερβολική, ακόμα και η ζέστη του ήλιου μπορεί να τον κάψει.
 
Έτσι φυτεύει τον δικό του κήπο και διακοσμεί την δική του ψυχή αντί να περιμένει κάποιον άλλο να του φέρει λουλούδια.
 
Μαθαίνει κανείς ότι μπορεί πραγματικά ν’ αντέξει, πως είναι πραγματικά δυνατός, πως πραγματικά αξίζει και μαθαίνει και μαθαίνει... με κάθε του μέρα μαθαίνει.
 
Με τον καιρό μαθαίνεις ότι το να είσαι με κάποιον επειδή σου προσφέρει ένα καλό μέλλον σημαίνει πως αργά ή γρήγορα θα θελήσεις να γυρίσεις στο παρελθόν σου.
 
Με τον καιρό καταλαβαίνεις πως μόνο αυτός που είναι ικανός να σε αγαπάει με όλα σου τα ελαττώματα, δίχως να προσπαθεί να σε αλλάξει, μπορεί να σου προσφέρει όλη την ευτυχία που επιθυμείς.
 
Με τον καιρό αντιλαμβάνεσαι πως αν βρίσκεσαι στο πλευρό κάποιου μόνο και μόνο για να συντροφεύεις την μοναξιά σου, στο τέλος θα φτάσεις να μη θέλεις ούτε να τον βλέπεις.
 
Με τον καιρό συνειδητοποιείς ότι οι πραγματικοί φίλοι είναι μετρημένοι και ότι, εκείνος που δεν αγωνίζεται γι’ αυτούς, αργά ή γρήγορα θα βρεθεί πλαισιωμένος μόνο από ψεύτικες φιλίες.
 
Με τον καιρό μαθαίνεις πως τα λόγια που λέχθηκαν σε μια στιγμή θυμού μπορούν να συνεχίσουν να πληγώνουν αυτόν στον οποίο τα απεύθυνες για μια ολόκληρη ζωή.
 
Με τον καιρό μαθαίνεις να συγχωρείς αυτόν που το έπραξε, αλλά η συγχώρεση αφορά μόνο μεγάλες ψυχές.
 
Με τον καιρό αντιλαμβάνεσαι πως αν πλήγωσες σκληρά ένα φίλο, το πιθανότερο είναι ότι η φιλία ποτέ πια δε θα ξαναγίνει όπως πριν.
 
Με τον καιρό συνειδητοποιείς ότι, ακόμα κι αν είσαι ευτυχισμένος με τους φίλους σου, κάποια μέρα θα κλάψεις για εκείνους που άφησες να φύγουν.
 
Με τον καιρό θα καταλάβεις ότι κάθε εμπειρία που βίωσες με κάθε άνθρωπο είναι ανεπανάληπτη.
 
«Κανείς μαθαίνει, μαθαίνει και μαθαίνει, κάθε μέρα που περνάει, μαθαίνει».
Ελπίζω πως αυτά τα λόγια να μπορέσουν να μαλακώσουν λίγο το δρόμο σου.

Η γλώσσα που ξεχάσαμε

Αυτό που μας απασχολεί περισσότερο σε αυτή τη φάση της ζωής μας είναι ο τρόπος που μιλάμε στον εαυτό μας μέσω του σώματός μας, αντί μέσω του μυαλού μας. Μαθαίνουμε να επικοινωνούμε με το μυαλό και τη φωνή μας και πιστεύουμε ότι η ομιλία είναι επικοινωνία.

Επικοινωνία είναι η ακρόαση. Συχνά δεν χρειάζεται να μιλήσουμε καθόλου. Όταν επικοινωνούμε ειλικρινά, νιώθουμε: την ενέργεια στην ατμόσφαιρα, νιώθουμε τις αισθήσεις στο σώμα μας και τα συναισθήματά μας, και μπαίνουμε σε ένα διαφορετικό πεδίο, όπου μπορούμε να ακούμε όλους και όλα γύρω μας, με έναν τελείως διαφορετικό τρόπο.

Αντιλαμβανόμαστε τους εαυτούς μας ως ανθρώπινα όντα, λησμονώντας ότι εξακολουθούμε να είμαστε πλάσματα της φύσης, με όλες τις απολήξεις των νεύρων μας έτοιμες να ερμηνεύσουν κάθε εξωτερικό και εσωτερικό ερέθισμα με ακρίβεια. Καθώς μεταβαίνουμε από την παιδική ηλικία στην ενηλικίωση, αφήνουμε σιγά σιγά – και άλλοτε επώδυνα – αυτή τη σύνδεση με το σώμα πίσω.

Επιλέγουμε το μυαλό και τη φωνή. Και νομίζουμε ότι αυτός είναι ο μόνος τρόπος. Ξεχνάμε να ακούσουμε τον εαυτό μας. Συχνά δεν ακούμε ούτε καν αυτό που λένε οι άλλοι: πριν ακόμα τελειώσουν τη φράση τους, έχουμε ήδη συντάξει την απάντηση στο μυαλό μας. Πάντα ελλοχεύει αυτή η έντονη επιθυμία να μιλήσουμε, να χρησιμοποιήσουμε τη φωνή μας είτε ως άμυνα είτε ως παρηγοριά. Και σε αυτές τις περιπτώσεις, η αποσύνδεση είναι πιο φανερή.

Όταν αποσυνδεόμαστε από το σώμα μας, αποσυνδεόμαστε από αυτή τη βαθιά αίσθηση ασφάλειας και εμπιστοσύνης στον εαυτό μας. Πιστεύουμε ότι οι πληροφορίες που προέρχονται από το σώμα μας δεν είναι ούτε ακριβείς ούτε αρκετές. Αυτό που συμβαίνει είναι ότι έχουμε ξεχάσει πώς να ερμηνεύουμε τις πληροφορίες που μας δίνει το σώμα.

Ως μωρά, το σώμα μας ήταν το μόνο μέσο που είχαμε για να ερμηνεύσουμε τον κόσμο. Το μυαλό και οι περισσότερες νοητικές του λειτουργίες θα αναπτύσσονταν πλήρως αρκετά χρόνια αργότερα. Οι φυσικές αισθήσεις και τα συναισθήματα ήταν ο μόνος αληθινός μας οδηγός.

Κάπως, κατά τη διαδικασία της ανάπτυξης, σταματήσαμε να μιλάμε αυτή την όμορφη γλώσσα. Σταματήσαμε να εμπιστευόμαστε τα λεπτά μηνύματά της, τις εκλεπτυσμένες προειδοποιήσεις και τις συναρπαστικές προαισθήσεις της.

Καθώς μεγαλώναμε, οι δάσκαλοί μας μάς δίδαξαν ότι κάποια συναισθήματα και κάποιες αισθήσεις δεν είναι αποδεκτές και δεν πρέπει να εκφράζονται. Έτσι, κάθε φορά που ένα συναίσθημα ή μια αίσθηση που κάποτε κατακρίθηκε εξακολουθεί να αναδύεται στην επιφάνεια, αισθανόμαστε άβολα, ανασφαλείς, αποσυνδεόμαστε από το σώμα μας και στρεφόμαστε στο μυαλό μας για καθοδήγηση.

Όμως, είμαι σίγουρος: η ασφάλειά μας έγκειται στην ακρόαση του σώματός μας. Και ξέρω ότι η αναπνοή μας είναι ένας τρόπος για να αποκαταστήσουμε αυτή τη σύνδεση.

Μπορούμε να συνδεθούμε με κάποιον από έναν χώρο ασφάλειας ή μπορούμε απλώς να μιλήσουμε με αυτόν ή σε αυτόν, χωρίς να υπάρξει ούτε ίχνος σύνδεσης μεταξύ μας. Διότι, για να συνδεθούμε με κάποιον και να μοιραστούμε κάτι αληθινό, πρέπει πρώτα να συνδεθούμε με τον εαυτό μας. Και για να συνδεθούμε με τον εαυτό μας πρέπει να συνδεθούμε με το σώμα μας. Πρέπει να θυμηθούμε αυτή τη γλώσσα που ξεχάσαμε.

Η Πεντάμορφη και το τέρας: ένας γρίφος από αντικρουόμενα στοιχεία ο κάθε άνθρωπος που συναντάμε

«Μα, πώς δεν είδα τα σημάδια; Ήταν ολοφάνερα από την αρχή.», «Πώς γίνεται να μην το είχα καταλάβει;».

Κάθε φορά που η κρίση μας για έναν άνθρωπο αποδεικνύεται εσφαλμένη τείνουμε να ανατρέχουμε στο παρελθόν και να αναγνωρίζουμε τα σημάδια ή τα λάθη που κάναμε. Γιατί, όμως, επαναλαμβάνουμε τα ίδια λάθη και βιώνουμε την ίδια απογοήτευση ξανά και ξανά χωρίς να μαθαίνουμε από τα λάθη μας; Τελικά είναι οι άνθρωποι τόσο απρόβλεπτοι ή εμείς αδυνατούμε να τους κατανοήσουμε;

Η τεχνολογική έκρηξη που βιώνουμε τα τελευταία χρόνια, έχει αλλάξει σε τεράστιο βαθμό τον τρόπο που επικοινωνούμε. Πλέον το να έρθουμε σε άμεση επαφή με τον άλλον δεν είναι απαραίτητο ,αφού μπορούμε να στείλουμε μήνυμα, φαξ ή να πάρουμε τηλέφωνο. Γιατί να επισκεφτώ τον φίλο μου αφού μπορώ να τον πάρω τηλέφωνο; Ή γιατί να συναντηθώ με τον εργοδότη μου, αφού μπορούμε να μιλήσουμε μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου; Άλλωστε, όλοι έχουμε χρησιμοποιήσει τον ηλεκτρονικό λόγο για να αποφύγουμε να έρθουμε σε άμεση επαφή με τον άλλον και όλοι εχουμε ευχηθεί να μας απαντήσουν στο μήνυμα για να μην χρειαστεί να πάρουμε τηλέφωνο.

Τα πράγματα γίνονται ακόμη χειρότερα, καθώς οι περισσότεροι από εμάς συχνά τείνουμε να μην εκφράζουμε τις απόψεις και πεποιθήσεις μας μπροστά σε άλλους. Νιώθουμε πιο άνετα απλά να συμφωνήσουμε με τους συνομιλητές μας και να πούμε αυτό που περιμένουν να ακούσουν παρά να πούμε αυτό που πραγματικά πιστεύουμε.

Αν, όμως, θέλουμε να γνωρίσουμε πραγματικά τους άλλους πρέπει να αρχίσουμε να παρατηρούμε τους ανθρώπους γύρω μας. Να επιδιώκουμε την επικοινωνία, ακόμα και με ένα απλό «τι κάνεις». Και , φυσικά, εννοώ την πραγματική επικοινωνία. Αυτή που μας επιτρέπει να δούμε τις κινήσεις του άλλου, τις εκφράσεις, τους μορφασμούς, το χαμόγελο, αυτά που φοράει και να ακούσουμε όχι μόνο τα λόγια που λέγονται, αλλά και τον τρόπο που λέγονται. Πώς χαμογελάει ο άνθρωπος που έχω απέναντι μου; Χτυπάει το πόδι νευρικά στο πάτωμα; Τι εκφράσεις κάνει όταν διαφωνεί μαζί μου;

Αρκεί, λοιπόν, η προσωπική επικοινωνία; Για να καταλάβουμε τον άνθρωπο που έχουμε απέναντι μας πρέπει να τον ακούσουμε απαλλαγμένοι από κάθε στερεότυπο. Για παράδειγμα, μιλώντας με έναν ηλικιωμένο δεν θα πρέπει να είμαστε προκατειλημμένοι ότι έχει οπισθοδρομικές απόψεις πριν καν τον ακούσουμε. Και οπωσδήποτε, πρέπει να οπλιστούμε με υπομονή. Να δώσουμε τον κατάλληλο χρόνο στον συνομιλητή μας να ξετυλιχτεί μπροστά στα μάτια μας. Να είμαστε παρόντες για να ακούσουμε και όχι μόνο για να μιλήσουμε. Συχνά, είμαστε τόσο αδιάλλακτοι στις απόψεις μας που δεν ακούμε καν τί μας λέει ο άλλος. Άλλοτε, πάλι από τη βιασύνη μας να μιλήσουμε τον διακόπτουμε συνεχώς.

Το σημαντικότερο, όμως, είναι, όταν θέλουμε να γνωρίσουμε έναν άνθρωπο, «να κοιτάμε το δάσος και όχι το δέντρο». Τι σημαίνει αυτό; Να μην σχηματίζουμε την άποψη μας μένοντας προσκολλημένοι σε ένα μονάχα στοιχείο του άλλου, όπως για παράδειγμα το φύλο, το χρώμα ή την ηλικία. Αυτό μπορεί να μας οδηγήσει σε εσφαλμένα συμπεράσματα, ειδικά όταν στηριζόμαστε σε πρώτες εντυπώσεις, Ας μην ξεχνάμε τα λόγια του Σαίξπηρ ότι «Ο κόσμος είναι μια σκηνή, και οι άνθρωποι απλώς ηθοποιοί. Ένας άνθρωπος παίζει πολλούς ρόλους».

Το πιο γνωστό παράδειγμα του παραπάνω είναι η ταινία «Η πεντάμορφη και το τέρας». Βλέποντας το τέρας θα μπορούσαμε να σταθούμε στην αποκρουστική εμφάνιση του και να υποθέσουμε ότι είναι ένα ον άγριο και τρομακτικό. Όμως, οι δημιουργοί της ταινίας φροντίζουν να μας εφοδιάζουν σταδιακά μέχρι το τέλος του έργου με στοιχεία όπως ότι το τέρας φοράει ρούχα πρίγκιπα, έχει τρόπους, καλόκαρδο χαρακτήρα και ευγενική ψυχή. Έτσι, μέχρι το τέλος της ταινίας όλο το κοινό είναι πεπεισμένο ότι πρόκειται για έναν πρίγκιπα που ζει με τη μορφή ενός τέρατος. Την συνειδητοποίηση αυτή το κοινό την κάνει στηριζόμενο αποκλειστικά στις διάφορες ενδείξεις που συνθέτουν το χαρακτήρα του ήρωα. Έτσι, και στη ζωή πρέπει να ψάχνουμε το σύνολο των χαρακτηριστικών που συνθέτουν έναν άνθρωπο, πριν βιαστούμε να βγάλουμε αυθαίρετα συμπεράσματα.

Ο κάθε άνθρωπος είναι ένα αίνιγμα, ένα παζλ που μόνο αν ενώσουμε όλα τα επιμέρους κομμάτια θα μπορέσουμε να καταλάβουμε ποιος πραγματικά είναι.

ΠΛΟΥΤΑΡΧΟΣ: Το καλύτερο σπιτικό είναι εκείνο όπου τα χρήματα δεν αποκτώνται με αδικία

Το καλύτερο σπιτικό είναι εκείνο όπου τα χρήματα δεν αποκτώνται με αδικία, δεν διατηρούνται με καχυποψία και ξοδεύονται χωρίς μετάνοια.

ΕΠΤΑ ΣΟΦΩΝ ΣΥΜΠΟΣΙΟΝ

Μου φαίνεται, Αίσωπε, πως θεωρείς οίκο τούτα εδώ τα στέγαστρα από λάσπη, ξύλο και κεραμίδια, σαν να θεωρούσες σαλιγκάρι το καύκαλο κι όχι το ζωντανό πλάσμα. Ήταν πολύ φυσικό, λοιπόν, να σου δώσει αφορμή για γέλιο ο Σόλων που, όταν είδε το σπίτι του Κροίσου με τα στολίδια και την πολυτέλειά του, δεν δήλωσε αμέσως ότι ο ιδιοκτήτης ζούσε εκεί ευτυχισμένη και μακάρια ζωή, επειδή ήθελε να δει το αγαθό μέσα στον ίδιο περισσότερο παρά στα όσα τον περιέβαλλαν. Είναι φανερό όμως πως δεν θυμάσαι καν την αλεπού σου. Εκείνη, που συναγωνιζόταν με τη λεοπάρδαλη για το ποια από τις δύο έχει τις περισσότερες αποχρώσεις, ζήτησε από τον δικαστή να κοιτάξει μέσα της, διότι εκεί φαινόταν πως έχει περισσότερες αποχρώσεις.

“Αυτή λοιπόν”, είπε, “είναι η απάντησή μου στον Αίσωπο και η συνεισφορά μου στην απαίτηση του Διοκλή. Από τους άλλους ο καθένας έχει το δικαίωμα να αποκαλύψει τη δική του άποψη”.

Τότε ο Σόλων είπε πως κατά τη γνώμη του το καλύτερο σπιτικό είναι εκείνο όπου τα χρήματα δεν αποκτώνται με αδικία, δεν διατηρούνται με καχυποψία και ξοδεύονται χωρίς μετάνοια.

Ο Βίας είπε πως είναι το σπιτικό εκείνο, μέσα στο οποίο ο αφέντης φέρεται από μόνος του όπως φέρεται έξω λόγω του νόμου.

Ο Θαλής είπε πως είναι το σπιτικό εκείνο, στο οποίο ο αφέντης μπορεί να έχει μεγαλύτερη ξεκούραση.

Ο Κλεόβουλος είπε πως αν ο αφέντης έχει περισσότερους εκεί μέσα που τον αγαπούν απ’ όσους τον φοβούνται.

Ο Πιττακός είπε πως το καλύτερο σπίτι είναι εκείνο που δεν χρειάζεται τίποτα περιττό και δεν του λείπει τίποτα απαραίτητο.

Ο Χίλων είπε ότι το σπιτικό πρέπει να μοιάζει με βασιλευομένη πόλη. Έπειτα πρόσθεσε ότι ο Λυκούργος είπε στον άντρα που τον παρότρυνε να εγκαθιδρύσει δημοκρατία στην πόλη: “Εγκαθίδρυσε πρώτα στο σπίτι σου δημοκρατία”

ΠΛΟΥΤΑΡΧΟΣ, ΗΘΙΚΑ ΤΟΜΟΣ 4

Ο ρόλος της Φιλοσοφίας και η άρρηκτη σύνδεσή της με την Επιστήμη

Ο Bertrand Russell κάποτε συνέκρινε τους κλάδους της ανθρώπινης γνώσης με μια αρχειοθήκη, όπου το υλικό με το οποίο ασχολούνταν οι φιλόσοφοι βρισκόταν στο ντουλάπι με την ένδειξη «Δεν Ξέρω». Μόλις μάθουμε αρκετά για ένα δεδομένο θέμα ώστε να μπορούμε να προσεγγίσουμε τα ερωτήματά του με συστηματικό τρόπο, τα περιεχόμενα μεταφέρονται σ’ ένα άλλο ντουλάπι με διαφορετική ένδειξη, είτε αυτή είναι «Φυσική» είτε «Ψυχολογία» είτε «Οικονομικά». Πρόκειται για μια δίκαιη περιγραφή της ιστορίας της φιλοσοφίας, από την οποία έχουν κατά καιρούς προκύψει νέοι κλάδοι, νέες επιστήμες. Εξηγεί επίσης την ψευδαίσθηση ότι η φιλοσοφία δεν πετυχαίνει ποτέ τίποτα. Οι φιλόσοφοι ποτέ δεν εισπράττουν αναγνώριση για τις επιτυχίες τους, γιατί, μόλις συντελεστεί πραγματική πρόοδος σ’ ένα θέμα, τους το παίρνουν από τα χέρια και το δίνουν στους καινούργιους κηδεμόνες τους. Ο Sir Ισαάκ Νεύτων έγραψε το Principia και ο Adam Smith το Ο Πλούτος των Εθνών με την ιδιότητά τους ως φιλοσόφων, αλλά σήμερα ο κόσμος τους θυμάται ως φυσικό και οικονομολόγο αντίστοιχα. Ο σύγχρονος στοχαστής Noam Chomsky περιγράφεται ως φιλόσοφος καθώς και ως ο θεμελιωτής της γλωσσολογίας, αλλά το πρώτο μισό του τίτλου του κάποια μέρα θα εκλείψει από τις εγκυκλοπαίδειες.

Το γεγονός αυτό έχει οδηγήσει στην πρόσφατη διαπίστωση ότι, από τη στιγμή που η φιλοσοφία φαίνεται να επιτυγχάνει όταν δημιουργεί νέες επιστήμες, το όλο αντικείμενο θα έπρεπε να γίνει επιστήμη. Το να απαιτούμε η σκέψη να γίνεται πάντα και μόνο σύμφωνα με αυστηρές επιστημονικές αρχές θα σήμαινε ότι με κάποια αντικείμενα – αυτά για τα οποία γνωρίζουμε λιγότερα – δεν θα ασχολούμασταν ποτέ, με αποτέλεσμα να μην αναπτύσσονται νέοι επιστημονικοί κλάδοι. Ωστόσο, το θέμα αφορά κάτι περισσότερο από το ποιος είναι ο καλύτερος τρόπος να καλλιεργούνται οι ιδέες, καθώς αυτό προϋποθέτει ότι προορισμός κάθε χρήσιμης ερευνητικής μεθόδου είναι να γίνει επιστημονική μέθοδος. Η διαφορά ανάμεσα στη φιλοσοφία και την επιστήμη είναι συχνά θέμα συγχρονισμού παρά κατανομής αντικειμένων. Μερικές φορές η φιλοσοφία καταλήγει στην επιστήμη. Πολύ περιστασιακά επιλύει κάποιο πρόβλημα χωρίς να δημιουργεί έναν καινούργιο επιστημονικό κλάδο και, κάποιες φορές, αυτό συμβαίνει επειδή το πρόβλημα έχει διαλυθεί αντί να επιλυθεί.

Μπορεί ο οποιοσδήποτε να κατανοήσει σύνθετες φιλοσοφικές έννοιες;

Ο κόσμος φαντάζεται πως απαντήσεις μπορεί να συλλέξει ο καθένας, θαρρείς και είναι μήλα. Κάτι τέτοιο δεν είναι παρά ευσεβής πόθος. Κάποιες αλήθειες βρίσκονται στα χαμηλότερα κλαδιά, όπου μπορούμε εύκολα να τις πιάσουμε ενώ άλλες θα ήταν άπιαστες χωρίς την εφεύρεση της σκάλας. Παρόλο που είναι σκληρό να φανταζόμαστε τους φιλοσόφους παλιότερων γενεών – οι οποίοι συχνά ήταν μεγάλες ιδιοφυΐες – να δουλεύουν όλη τους τη ζωή χωρίς την ελπίδα πως κάποτε θα βρουν την αλήθεια, πολλοί απ’ αυτούς έκαναν αυτό ακριβώς. Ίσως αυτοί οι στοχαστές παρήγαν εσφαλμένες θεωρίες και ατελέσφορα επιχειρήματα επειδή δεν σκέφτονταν αρκετά ή προσεκτικά. Ωστόσο το πρόβλημα είναι πιο απλό: δεν διέθεταν τον κατάλληλο εξοπλισμό για να βρουν αυτό που έψαχναν, γιατί δεν υπήρχε τέτοιος εξοπλισμός.

Ο εξοπλισμός αυτός έχει πολλές μορφές: ένα συγκεκριμένο είδος επιχειρήματος ή ένα λογικό τέχνασμα, ένα μηχανικό βοήθημα όπως ένας σαρωτής εγκεφάλου ή μια φωτογραφία της Γης από το διάστημα. Όσο καλή κι αν είναι η όρασή μας, δεν επρόκειτο ποτέ να κατανοήσουμε τα αστέρια ή να καταλάβουμε ότι αυτές οι κουκκίδες φωτός στον νυχτερινό ουρανό είναι αυτό που σήμερα αντιλαμβανόμαστε ως αστέρια απλώς κοιτάζοντάς τα. Το τηλεσκόπιο, από την άλλη, έδωσε τη δυνατότητα ακόμα και σ’ αυτούς με σχετικά αδύνατη όραση να μπορούν να δουν τους πλανήτες. Αναμφίβολα υπάρχουν πολλά προβλήματα που σήμερα είναι άλυτα γιατί δεν διαθέτουμε τον εξοπλισμό που ενδέχεται να είναι διαθέσιμος στους απογόνους μας. Δεν είναι τόσο η επιστήμη που είναι σημαντική για την ανακάλυψη της αλήθειας, όσο η τεχνολογία με τη μία ή την άλλη μορφή. Εν μέρει, ο λόγος των παλιότερων αποτυχιών της φιλοσοφίας είναι ο ίδιος με τον λόγο για τον οποίο πέτυχαν οι πρώτες ιπτάμενες μηχανές και οι πρώτες προσπάθειες θεραπείας ασθενειών: δεν ήταν διαθέσιμα μέσα.

Μια άλλη συνηθισμένη οδός προσέγγισης του θέματος, την οποία ακολουθούν ο Wittgenstein και ο Gottfried Leibniz μεταξύ άλλων, ήταν οι μαθηματικές σπουδές. Ένα τέτοιο υπόβαθρο ενδεχομένως να προετοιμάζει κάποιον καλύτερα ν’ αποδεχτεί τις ιδιότυπες ανταμοιβές της φιλοσοφικής έρευνας και να έχει την ίδια στάση που εκφράζει ο φυσικός Richard Feynman:

«Έχω έναν φίλο που είναι καλλιτέχνης, και ενίοτε έχει απόψεις με τις οποίες δεν συμφωνώ απολύτως. Κρατάει ένα λουλούδι και λέει «Κοίτα τι όμορφο που είναι», και συμφωνώ. Και μετά λέει «Βλέπεις, εγώ ως καλλιτέχνης μπορώ να δω πόσο όμορφο είναι, αλλά εσύ, ως επιστήμονας, το αναλύεις και το μετατρέπεις σε ένα ανιαρό πράγμα». Θεωρώ πως είναι λιγάκι παλαβός. Κατ’ αρχάς, το είδος της ομορφιάς που βλέπει μπορούν να το δουν κι άλλοι άνθρωποι, κι εγώ επίσης, θέλω να πιστεύω, παρόλο που μπορεί να μην είμαι τόσο αισθητικά εκλεπτυσμένος όσο εκείνος. Μπορώ να εκτιμήσω την ομορφιά ενός λουλουδιού και την ίδια στιγμή βλέπω πολύ περισσότερα σχετικά με το λουλούδι απ’ ό,τι αυτός. Μπορώ να φανταστώ τα κύτταρά του, τις περίπλοκες διεργασίες μέσα του, που επίσης έχουν ομορφιά. Δεν είναι μόνο η ομορφιά σ’ αυτή τη διάσταση του ενός εκατοστού: υπάρχει ομορφιά και σε μια μικρότερη διάσταση, η εσωτερική δομή… οι διεργασίες επίσης. Το γεγονός ότι τα χρώματα στο λουλούδι εξελίσσονται, ώστε να προσελκύουν έντομα για να το γονιμοποιήσουν, είναι ενδιαφέρον – σημαίνει ότι τα έντομα μπορούν να δουν τα χρώματα. Και γεννά ένα ερώτημα: άραγε αυτή η αισθητική υπάρχει και στις χαμηλότερες μορφές; Ή γιατί είναι αισθητική; Υπάρχουν πάρα πολλά ενδιαφέροντα ερωτήματα που μόνο η επιστημονική γνώση μπορεί να προσθέσει στη χαρά και το μυστήριο και το δέος ενός λουλουδιού».

J. J. ROUSSEAU: Η υπομονή είναι μια ρίζα πικρή, αλλά οι καρποί της είναι γλυκύτατοι

Ο Γάλλος φιλόσοφος Ρουσσό δήλωνε ότι, «Ο άνθρωπος είναι καλός εκ φύσεως». Τότε, γιατί πράττουμε άσχημα; Κατά τον Ζαν-Ζακ Ρουσσό, η κοινωνία είναι αυτή που μας διαφθείρει και μας κάνει να πράττουμε άσχημα. Την τόλμη του να υποστηρίξει μια τέτοια θεωρία στο απόγειο της εποχής του Διαφωτισμού την πλήρωσε με πολλούς εχθρούς και πολλές πικρίες. Η εποχή του υποστήριζε την πρόοδο κι εκείνος τη θεωρούσε αιτία όλων των δεινών.

Μπορεί η καταγωγή του και η ταραγμένη του ζωή να τον είχαν επηρεάσει στη διαμόρφωση της θεωρίας του.

Γιος ενός ωρολογοποιού και ορφανός από μητέρα, μεγάλωσε χωρίς να λάβει εκπαίδευση. Από πολύ μικρός, άρχισε να δουλεύει ως μαθητευόμενος ενός συμβολαιογράφου κι έπειτα ενός χαράκτη, ο οποίος του φερόταν κτηνωδώς. Εγκατέλειψε τη Γενεύη και κατέφυγε στην προστασία κάποιας βαρόνης η οποία, εκτός του ότι τον έκανε εραστή της, τον έπεισε να προσηλυτιστεί και στον καλβινισμό. Κι έτσι άρχισε μια εποχή αυτομόρφωσης.

Κατέληξε να παντρευτεί μια υπηρέτρια εντελώς αναλφάβητη με την οποία απέκτησε πέντε παιδιά. Αυτό δεν τον εμπόδισε να συνεχίσει να έχει ερωμένες και ν’ αλλάζει χώρες, διαμονή και θρησκεία, καταλαμβανόμενος, με το πέρασμα των χρόνων, από μανία καταδίωξης. Στην Πραγματεία περί της καταγωγής και των θεμελίων της ανισότητας ανάμεσα στους ανθρώπους, ο Ρουσσό συγκρούεται με την ιδέα του Διαφωτισμού περί προόδου, θεωρώντας ότι οι άνθρωποι σε φυσική κατάσταση είναι εξ ορισμού αθώοι κι ευτυχισμένοι κι ότι ο πολιτισμός και η κουλτούρα είναι αυτά που τους επιβάλλουν τη μεταξύ τους ανισότητα, ιδιαίτερα μετά την καθιέρωση του θεσμού της ιδιοκτησίας, κι έτσι τους φέρνουν τη δυστυχία.

Για να ξανακερδίσουμε τον χαμένο παράδεισο, ιδού κάποιες προτάσεις του μεγάλου αυτού ουμανιστή:
  • Να μην απομονώνεσαι μπρος στις ωμότητες του κόσμου, αλλά να μοιράζεσαι τα αισθήματά σου με τους ομοίους σου.
  • Είναι καλύτερα να αντιμετωπίσεις έναν έντονο πόνο παρά μια μακρά θλίψη.
  • Τα πάθη είναι καλά όσο είμαστε κυρίαρχοί τους και δε μας κάνουν σκλάβους τους.
  • Η χαμένη ελευθερία σπανίως ανακτάται.

Η οπή του όζοντος συρρικνώθηκε λόγω της υψηλότερης από τη μέση θερμοκρασία του αέρα στο Νότιο Πόλο

Η τρύπα του όζοντος κοντά στο Νότιο Πόλο είναι στο ελάχιστο της 3,6 εκατομμύρια τετραγωνικά μίλια από τότε που ανακαλύφθηκε, αλλά αυτό οφείλεται περισσότερο στην θερμοκρασία της στρατόσφαιρας πάνω από την Ανταρκτική παρά στις προσπάθειες να μειωθεί η ρύπανση, δήλωσε η NASA. Αυτό το φθινόπωρο, η μέση οπή στο προστατευτικό στρώμα όζοντος της Γης είναι 3,6 εκατομμύρια τετραγωνικά μίλια, από την κορυφή των 10,3 εκατομμυρίων τετραγωνικών μιλίων που ήταν το 2006.

Η δε φετινή τρύπα είναι ακόμη μικρότερη και από αυτήν που βρήκαμε για πρώτη φορά το 1985.

«Αυτό είναι πραγματικά καλά νέα», δήλωσε ο επιστήμονας της NASA, Paul Newman . «Αυτό σημαίνει περισσότερο όζον στο ημισφαίριο, λιγότερη υπεριώδη ακτινοβολία στην επιφάνεια.»

Τι θα συνέβαινε όμως εάν είχαμε συνεχίσει να χρησιμοποιούμε CFCs;

Η στιβάδα του όζοντος της Γης προστατεύει την επιφάνεια από την επιβλαβή ηλιακή ακτινοβολία, αλλά οι ανθρωπογενείς ενώσεις του χλωρίου, που μπορούν να διατηρηθούν στην ατμόσφαιρα για 100 χρόνια, μειώνουν το όζον αραιώνοντας το προκαλώντας ένα χάσμα στο Νότιο Ημισφαίριο.

Η οπή του όζοντος φτάνει στο αποκορύφωμά της το Σεπτέμβριο και τον Οκτώβριο και εξαφανίζεται μέχρι τα τέλη Δεκεμβρίου μέχρι την επόμενη άνοιξη στο Νότιο Ημισφαίριο.

Το διεθνές πρωτόκολλο του Μόντρεαλ του 1987 – η μόνη συνθήκη των Ηνωμένων Εθνών που επικυρώθηκε από κάθε χώρα στη Γη – απαγόρευσε πολλές από τις ενώσεις χλωρίου που χρησιμοποιούνται σε ψυκτικά μέσα και αερολύματα.

Η απαγόρευση οδήγησε σε μια ελαφρώς μικρότερη τρύπα του όζοντος τα τελευταία χρόνια, αλλά η δραματική συρρίκνωση του τρέχοντος έτους δεν οφείλεται στις προσπάθειες αυτές, ανέφερε ο κ. Newman.

Το χλώριο στον αέρα χρειάζεται ψυχρές θερμοκρασίες στην στρατόσφαιρα και σύννεφα για να μετατραπεί σε μορφή κατάλληλης χημικής ένωσης που «τρώει» το όζον. Τα σύννεφα όμως εξαφανίζονται όταν θερμαίνεται.

Αλλά αυτό το Σεπτέμβριο και τον Οκτώβριο, ο νότιος πολικός στρόβιλος – ένας στροβιλισμός των ψυχρών ανέμων υψηλής ταχύτητας γύρω από τον πόλο – άρχισε να σπάει.

Στο ύψος των 12 μιλίων πάνω στην ατμόσφαιρα, οι θερμοκρασίες ήταν 16 ° C θερμότερες από το μέσο όρο. Οι άνεμοι λοιπόν έπεσαν από την κανονική ταχύτητα των 161 mph σε περίπου 67 μίλια την ώρα, ανέφερε η NASA.

Αυτό συνέβη το 1988 και το 2002, αλλά όχι αυτό το ακραίο φαινόμενο,, είπε ο Newman.

Θεομαχία – Η Αθεΐα στον Αρχαίο Κόσμο

«Ζούμε σε έναν πολυθεϊστικό κόσμο σήμερα, απλά δεν το αποδέχονται αυτό αρκετοί άνθρωποι» -Tim Whitmarsh
 
«Η ιδέα ότι ο άνθρωπος είναι ένα κατά βάση θρησκευόμενο ον είναι τόσο πειστική όσο και η ιδέα ότι τα μήλα είναι κατά βάση κόκκινα» γράφει μεταξύ άλλων ο Tim Whitmarsh σχετικά με τον στερεοτυπικό τρόπο που αντιμετωπίζουμε την θρησκευτικότητα. Κατά τη μεγαλύτερη περίοδο της αρχαιότητας, αν ρωτούσες κάποιον: «ποιοι είναι οι άθεοι;», θα σου απαντούσε αμέσως: «οι επικούρειοι!». Η σημερινή λέξη στα εβραϊκά για τον άθεο, apikoros, μαρτυρά την διάρκεια του εν λόγω συσχετισμού.
 
 
Γύρω στο 360 π.κ.ε. ο Επίκουρος (το όνομά του σημαίνει «βοηθός») πήγε από το νησί της Σάμου στην Αθήνα, όπου και αγόρασε ένα κομμάτι γης έξω ακριβώς από τα τείχη της πόλης, όχι πολύ μακριά από την Ακαδημία του Πλάτωνα. Το κομμάτι αυτό γης θα γινόταν γνωστό ως Κήπος, και έγινε σύμβολο της φιλοσοφίας του Επίκουρου. Στόχος του επικουρισμού ήταν να αφαιρέσει από τις ζωές των ανθρώπων την ψυχική ενόχληση και να επιτύχει την αταραξία.
 
Οι επικούρειοι δεν επεδίωκαν την σωματική ηδονή, όπως δηλώνει σήμερα η αγγλική λέξη epicurean, αν και πολλοί από τους εχθρούς τους στην αρχαιότητα τους κατηγορούσαν ακριβώς γι’ αυτό. Αντιθέτως, επεδίωκαν να αποφεύγουν κάθε δραστηριότητα που επέφερε άγχος και οδηγούσε στην σύγκρουση –λάθε βιώσας– καθώς και να προσαρμόζουν τις συνήθειές τους ώστε να απομακρύνουν κάθε είδους όχληση και φόβο. Οι έγνοιες και τα άγχη, όπως δίδασκε ο Επίκουρος, είχαν ως πηγή τους τις κενοδοξίες, (εγωπάθεια) τις κενές ουσίας αντιλήψεις μας για τον κόσμο.
 
 
Κεντρική θέση ανάμεσα σε αυτές τις λαθεμένες απόψεις έχουν για τον Επίκουρο οι εσφαλμένες αντιλήψεις για το υπερφυσικό. Οι επικούρειοι ήταν αυστηρά προσκολλημένοι σε φυσικές αρχές. Αναπτύσσοντας τα διδάγματα των ατομικών φιλοσόφων του 5ου αιώνα π.κ.ε. Λεύκιππου και Δημόκριτου, διατείνονταν ότι τα πάντα στο σύμπαν αποτελούνται από έναν άπειρο αριθμό άφθαρτων και αδιάσπαστων σωματιδίων, τα άτομα, τα οποία βρίσκονται συνεχώς σε κίνηση -αν και η κίνηση αυτή δεν μπορεί πάντοτε να προβλεφθεί -εξαιτίας της γνωστής αρχής της «παρέκκλισης»- καθώς και από άπειρο κενό. Δεν υπάρχει κάτι πέραν του σύμπαντος -καθώς το σύμπαν δεν γνωρίζει όρια. Η ανθρώπινη ψυχή, επίσης, αποτελείται από άτομα, λεπτεπίλεπτα σωματίδια που μοιάζουν με φωτιά κι αέρα. Όταν πεθαίνουμε, οι ψυχές μας αποσυντίθενται κατευθείαν, όπως και το σώμα μας με τον καιρό. Επομένως, δεν υπάρχει μετά θάνατον ζωή.
 
Η συγκεκριμένη θεωρία της ύλης συνδέεται με τον ευρύτερο στόχο του επικουρισμού να εξασφαλίσει αταραξία, καθώς οι παρανοήσεις των ανθρώπων σε ό,τι αφορά την φύση του θανάτου αποτελούν την μεγαλύτερη πηγή άγχους στην ζωή μας. «Ο θάνατος δεν μας αφορά» έγραψε ο Επίκουρος «καθώς ό,τι αποσυντίθεται παύει να αισθάνεται, και αυτό που παύει να αισθάνεται δεν μας αφορά». Ο θάνατος δεν προκαλεί πόνο, εφόσον οι νεκροί δεν είναι σε θέση να αισθανθούν τίποτε. Ο θάνατος είναι απλώς η αποσύνθεση ενός συγκεκριμένου συνόλου ατόμων.
 
Οι Έλληνες είναι Θεοκτόνοι

Και τι συμβαίνει με τους Θεούς;
 
Εκ πρώτης όψεως, η επικούρεια αντίληψη του κόσμου δεν έχει ανάγκη από την έννοια κάποιας Θεότητας, καθώς τα πάντα μπορούν να εξηγηθούν με απόλυτα υλιστικούς όρους. Παρ’ όλα αυτά, ο Επίκουρος επέμενε ότι οι Θεοί υπάρχουν και ασκούσε δριμεία κριτική στους άθεους. «Πρώτα απ’ όλα, να έχεις στον νου σου ότι ο Θεός είναι μία άφθαρτη και ευτυχισμένη οντότητα… μην του αποδίδεις καμιά ιδιότητα που αντιφάσκει με τις έννοιες της αφθαρσίας και της ευτυχίας. Οι Θεοί δεν είναι αυτό που οι περισσότεροι νομίζουν. Ουσιαστικά, είναι περισσότερο ασεβές να πιστεύει κανείς στους Θεούς της λαϊκής παράδοσης από το να αρνείται την ύπαρξή τους. Η πλέον καταστροφική παρανόηση έχει να κάνει με την πεποίθηση ότι οι Θεοί αναμειγνύονται στις υποθέσεις των ανθρώπων. Δεν ήταν οι Θεοί αυτοί που δημιούργησαν το σύμπαν και αυτοί που το κυβερνούν. Μπορούμε να καταλάβουμε την φύση μόνο εφόσον αντιληφθούμε τους φυσικούς νόμους που διέπουν τον κόσμο. Και όσον αφορά τον τρόπο με τον οποίο οι άνθρωποι περνούν τη ζωή τους, θα πρέπει να αναλαμβάνουμε την αποκλειστική ευθύνη των επιλογών που κάνουμε, χωρίς να κρυβόμαστε πίσω από την δικαιολογία ότι μία εξωτερική δύναμη ήταν αυτή που μας ανάγκασε να δράσουμε όπως δράσαμε. Οι Θεοί ζουν μακριά μας και δεν έχουν το παραμικρό ενδιαφέρον για τη ζωή μας.» Ο Κήπος του Επίκουρου
 
Ο Επίκουρος δίδασκε ότι ο τρόπος με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε τον κόσμο γύρω μας είναι ακριβής. Οι αισθήσεις μας οφείλονται στην ροή ατόμων που καταλήγουν στα αισθητηριακά μας όργανα και τα άτομα, μαζί με το κενό, συνιστούν την πραγματικότητα.
 
Η απώλεια βασικών έργων του Επίκουρου καθιστά δύσκολη οποιαδήποτε βεβαιότητα σχετικά με τις διδασκαλίες του. Από τα πολλά γραπτά του, τα μόνα που διασώζονται είναι τρεις συνοπτικές επιστολές και ένα εγχειρίδιο «βασικών αρχών» (κύριαι δόξαι), καθώς και παραθέματα και αναφορές σε ύστερους συγγραφείς. Ακόμη κι έτσι, μας σώζεται αρκετός Επίκουρος για να μπορέσουμε να ανασυγκροτήσουμε μία γενική εικόνα των απόψεων του. Σίγουρα δίδασκε ότι οι συμβατικές θρησκευτικές τελετουργίες είναι χάσιμο χρόνου. Η λατρεία των Θεών, η προσευχή, το να ορκίζεσαι στο όνομά τους και να τους κάνεις αγάλματα δεν οδηγούσαν πουθενά. Πρέπει να τα κάνουμε αυτά τα πράγματα διότι, εν μέρει, η ευτυχία μας εξαρτάται από την αγαστή συνύπαρξη με τους συμπολίτες μας, αλλά δεν πρέπει να ξοδεύουμε πάρα πολλή από την πολύτιμη συναισθηματική μας ενέργεια γι’ αυτά τα ζητήματα. Ο Επίκουρος, επομένως, φαίνεται να πίστευε ότι οι λαϊκές δοξασίες περί Θείου είναι ακίνδυνες, αν και εσφαλμένες. Οι σοφότεροι από εμάς, λέει, έχουν κατακτήσει την πραγματική αλήθεια για τους Θεούς.
 
Η συμβατική θρησκεία είναι εσφαλμένη, αλλά πρέπει να την ακολουθούμε. Πρέπει να πιστεύουμε στους Θεούς, αλλά όχι έτσι όπως τους εννοούν οι πολλοί. Οι Θεοί υπάρχουν αλλά όχι στον φυσικό κόσμο, έτσι όπως τον αντιλαμβανόμαστε. Παραμένει, επομένως, μυστήριο ο λόγος για τον οποίο ο Επίκουρος επιμένει να διατείνεται ότι οι Θεοί υπάρχουν, την στιγμή που οι θεωρίες του για την πραγματικότητα όχι μόνο δεν τους έχουν ανάγκη, αλλά δυσκολεύονται κιόλας να τους εντάξουν στο σύστημά τους. [απόλυτα κατανοητό για όποιον έχει Ελληνική σκέψη, αλλά όχι για κάποιον μη Έλληνα και γι' αυτό ο συγγραφέας το θεωρεί ακατανόητο.]
 
Μέρος της εξήγησης μπορεί να σχετίζεται με το πολιτισμικό πλαίσιο. Ακόμη και έναν αιώνα μετά, η δίκη του Σωκράτη δεν είχε ξεχαστεί. Η κατηγορία της «μη πίστης στους θεούς» θα μπορούσε να βλάψει έναν φιλόσοφο, όπως διαπίστωσε και ο Θεόδωρος από την Κυρήνη όταν εξορίστηκε από την Αθήνα προς τα τέλη του 4ου αιώνα π.κ.ε. Ίσως να είναι τόσο απλό: διακρίνοντας τις πιθανές θεολογικές επιπτώσεις του υλιστικού μοντέλου του για τον κόσμο, ο Επίκουρος διαπίστωσε ότι θα ήταν καλύτερο να προστατεύσει τον εαυτό του από αντιδράσεις όπως αυτές που είχαν προηγουμένως εξοντώσει στοχαστές όπως ο Διαγόρας από την Μήλο και ο Σωκράτης. [Είναι θέμα αυτοπροστασίας, ..για μίλα σήμερα ενάντια στην δικτατορία του «πολιτικώς ορθού» ή μίλα εναντίον του Ολοκαυτώματος και θα ζήσεις αυτοστιγμή τι σημαίνει καταδίωξη σαν αυτή που υπέστησαν όλοι οι αληθινά μεγάλοι άνθρωποι ανά τους αιώνες της τυραννίας μας από τον Μιαρό.]
 
Οι ιστορικοί της κλασικής φιλοσοφίας έχουν την τάση να απορρίπτουν εξηγήσεις αυτού του είδους, εν μέρει επειδή παραμένουν υποθετικές και δεν σχετίζονται ιδιαιτέρως με διανοητικά κίνητρα και εν μέρει επειδή υπονοούν ότι η πεζή πολιτική πραγματικότητα είχε μολύνει τον κόσμο του πνεύματος. Οι κλασικοί φιλόλογοι έχουν επενδύσει πολύ στην ιδέα ότι τα κείμενα που εξετάζουν είναι προϊόντα καθαρής σκέψης και ότι οι αρχαίες πόλεις αποτελούσαν χώρους «ελεύθερης διακίνησης ιδεών» (sic). Ακούγεται πολύ παράταιρο σε αυτό το πλαίσιο να υποστηρίξει κανείς ότι ο μεγάλος Επίκουρος μπορεί και να είχε ως κίνητρό του τον φόβο της δίωξης, αλλά αυτό δεν αποτελεί λόγο να αποκλείσουμε αυτήν την πιθανότητα. [Ναι, αυτό ακριβώς συνέβει σε όλους τους Έλληνες φιλοσόφους]
 
Υπήρχαν αρκετά σημεία στη σκέψη του Επίκουρου που τον κατέστησαν διάσημο κατά την αρχαιότητα για την αθεΐα του. Όπως ο Σαλμονέας και ο Κήυκας στον επικό Κατάλογο γυναικών, ή ο Βελλεροφόντης στο δράμα του Ευριπίδη, ο Επίκουρος θεωρούνταν θεομάχος, «πολεμιστής ενάντια στους Θεούς».
 
Πουθενά δεν εμφανίζεται περισσότερο έντονα με αυτήν του την ιδιότητα απ’ ό,τι στο μεγάλο έργο του Λουκρήτιου «Περί της φύσεως των πραγμάτων». Γραμμένο στην Ρώμη την εποχή των εμφυλίων πολέμων του 1ου αιώνα π.κ.ε. το έργο αυτό αποτελεί το πιο πρώιμο, πλήρως σωζόμενο επικό ποίημα που γράφτηκε στα λατινικά (επικό με την έννοια ότι ο Λουκρήτιος κάνει χρήση του εξάμετρου στίχου). Άσκησε τεράστια επιρροή, ήδη από την αρχαιότητα, όχι μόνο εξαιτίας της υψηλής ποιητικής του τέχνης, αλλά και για το πώς ενσωματώνει τα διδάγματα της επικούρειας φιλοσοφίας.
 
Ο Stephen Greenblatt έχει κάνει την περίφημη δήλωση ότι η ανάκτηση του χειρογράφου του ποιήματος είναι υπεύθυνη για την εκκοσμίκευση και την Αναγέννηση στην Ευρώπη. Κατά τον 19ο και στις αρχές του 20ού αιώνα αναγνωριζόταν ως ο θεμέλιος λίθος της ευρωπαϊκής διανοητικής παράδοσης, καθώς στηριζόταν στην επιστήμη και στην παρατήρηση και όχι σε προτάγματα θεοκρατικού χαρακτήρα. Ο Επίκουρος κάνει μία εντυπωσιακή είσοδο στο ποίημα του Λουκρήτιου, και περιγράφεται με τρόπο που θα έκανε τους παλμούς κάθε ανθρωπιστή αναγνώστη να ανέβουν:
 
Ενώ η ανθρώπινη ζωή σερνόταν άθλια πάνω στη γη
μπροστά στα μάτια όλων,
τσακισμένη από το βάρος της θρησκείας
που έδειχνε το πρόσωπό της πάνω από τον ουρανό
με όψη φριχτή και απειλούσε τους θνητούς,
τότε πρώτος ένας Έλληνας τόλμησε να της αντισταθεί.
 
Δεν τον σταμάτησαν ούτε οι θρύλοι των θεών,
ούτε οι βροντές, ούτε ο ουρανός με το απειλητικό του μούγκρισμα.
Αντίθετα, δυνάμωσαν το θάρρος της ψυχής του,
ώστε να επιθυμήσει να παραβιάσει, πρώτος αυτός,
κλειδαριές από τις θύρες της φύσης.
 
Έτσι η ζωντανή δύναμη του πνεύματός του
νίκησε και προχώρησε μακριά,
πέρα από τα φλεγόμενα τείχη του ουρανού,
και με το πνεύμα και τη σκέψη διέσχισε το απέραντο σύμπαν.
 
Από εκεί επέστρεψε νικητής,
για να μας πει τι μπορεί να γεννηθεί,
τι δεν μπορεί, τέλος, με ποιον τρόπο καθορίζεται
η δύναμη στο καθετί και τα ακλόνητα όριά του.
 
Έτσι, η θρησκεία, με τη σειρά της, ποδοπατημένη συντρίβεται,
κι εμάς η νίκη μάς ανεβάζει στον ουρανό.
 
Όπως ακριβώς ο Βελλεροφόντης του Ευριπίδη, ο Λουκρήτιος φαντάζεται τον Επίκουρο να ηγείται μίας στρατιωτικής επίθεσης κατά της θρησκείας. Η εικονοποιία σε αυτό το σημείο στηρίζεται σε μεγάλο βαθμό σε έργα σχετικά με την πολιορκητική τέχνη. Στο πρώτο μισό του κειμένου, η θρησκεία περιγράφεται να ορθώνεται πάνω από την καταπιεσμένη ανθρωπότητα, σαν ένα τρομακτικό οχυρό, όπως αυτά που έχτιζαν οι Ρωμαίοι για να εμπνεύσουν φόβο στους υποτελείς τους. Τα όπλα που χρησιμοποιεί για να κρατήσει τους ανθρώπους υπό τον έλεγχό της είναι οι μύθοι, τα τελετουργικά και οι συμβάσεις. Σε αυτό το σημείο η εικόνα αντιστρέφεται και ο Επίκουρος απεικονίζεται όχι σαν επιτιθέμενος αλλά σαν πολιορκούμενος, που ηγείται της απόδρασης από τα «στενά όρια» και προελαύνει πέρα από τα «φλεγόμενα τείχη του κόσμου».
 
Τι εννοεί ο Λουκρήτιος με τη λατινική λέξη religio;
 
Σίγουρα όχι την θρησκεία όπως την εννοούμε εμείς, δηλαδή το θεσμικό πλαίσιο μέσα από το οποίο προάγεται ένας συγκεκριμένος τρόπος λατρείας των θεών. Η σημασία της λέξης φαίνεται να έχει να κάνει περισσότερο με την έννοια της αφοσίωσης, μιας ηθικής ποιότητας. Ο Λουκρήτιος θεωρεί ότι ο εχθρός της ανθρώπινης ελευθερίας είναι τα ψυχολογικά δεσμά. (Η λέξη δεσμά πράγματι αρμόζει στα συμφραζόμενα: σε άλλο σημείο, ο Λουκρήτιος κάνει λόγο για την «απελευθέρωση του μυαλού από τα πιεστικά δεσμά της θρησκείας», υπαινισσόμενος ότι το religio προέρχεται από το religare, «δένω».)
 
Ο Επίκουρος του Λουκρήτιου δεν είναι τόσο ένας σταυροφόρος ενάντια στις τελετουργίες και στους κρατικούς θεσμούς, όσο ενάντια στις εσφαλμένες θρησκευτικές αντιλήψεις που μας καταπιέζουν με τον φόβο του θανάτου, την τιμωρία, και την μετά θάνατον ζωή. Η απελευθέρωση από αυτόν τον φόβο δεν θα προκύψει, από την απόρριψη της οργανωμένης θρησκείας [κανείς επικούρειος δεν ισχυρίστηκε κάτι τέτοιο από την πιθανότητα να θανατωθεί και μόνον] αλλά από την άρνηση της παραδεδομένης, μυθικής αντίληψης για πράγματα που δεν ασκούν απολύτως καμία επιρροή στις ζωές μας.
 
Ο πόλεμος του Επίκουρου ενάντια στη θρησκεία δεν είχε στόχο να προωθήσει την εκκοσμίκευση σε κρατικό επίπεδο. Αλλά, ακόμη κι έτσι, η οξυδέρκεια του είναι πολύ μεγαλύτερη απ’ ό,τι συχνά του αναγνωρίζεται. Η άρνηση της έννοιας της θρησκευτικής αλήθειας έχει βαθιές και σημαντικές συνέπειες. Ο Λουκρήτιος, μετά την περιγραφή του Επίκουρου, συνεχίζει με ένα παράδειγμα των καταστροφικών συνεπειών που μπορεί να έχουν αυτού του είδους οι θρησκευτικές αντιλήψεις. «Η θρησκεία στάθηκε η αφορμή για εγκληματικές και ανόσιες πράξεις».
 
Ως παράδειγμα χρησιμοποιεί την μυθολογική ιστορία του Αγαμέμνονα και της θυσίας της κόρης του Ιφιάνασσας (Ιφιγένεια) προς τιμή της Άρτεμης στην Αυλίδα. Σύμφωνα με τον μύθο, ο στόλος του είχε καθηλωθεί από την άπνοια -τιμωρία που είχε επιβληθεί στον Αγαμέμνονα επειδή είχε σκοτώσει ένα ελάφι σε έναν χώρο αφιερωμένο στην Θεά Άρτεμη. «Τόσο μεγάλη ήταν η επιρροή της θρησκείας σε πράξεις φριχτές» καταλήγει ο Λουκρήτιος: Tantum religio potuit suadere malorum, ένας από τους πιο διάσημους στίχους του ποιητή (ο Βολταίρος, για παράδειγμα, τον έστειλε στον Φρειδερίκο Β’ της Πρωσίας το 1737 για να τονίσει την ανάγκη για εκκοσμίκευση).
 
Αυτό που θέλει να τονίσει ο Λουκρήτιος είναι ότι η εσφαλμένη αντίληψη μας για την μεταβαλλόμενη φύση του ανέμου (την οποία εξηγεί σε άλλο σημείο με καθαρά υλιστικούς όρους) δεν είναι απλώς ένα λάθος. Όταν αποτυγχάνουμε να αντιληφθούμε την αλήθεια για την φύση, και πιο συγκεκριμένα όταν υποκαθιστούμε την επιστημονική με την θρησκευτική εξήγηση, αυτό μπορεί να έχει τρομερές συνέπειες. Είναι ιδιαίτερα εντυπωσιακό ότι ο Λουκρήτιος επιλέγει ως παράδειγμά του μία θυσία – το βασικό συστατικό του θρησκευτικού τελετουργικού στην αρχαιότητα: αν και φυσικά η απεχθής διάσταση της συγκεκριμένης θυσίας έχει να κάνει με το ότι το θύμα είναι άνθρωπος, οι επιπρόσθετες συνδηλώσεις είναι ότι οποιοδήποτε είδος αιματηρής θυσίας δεν είναι απλώς αναποτελεσματική αλλά επίσης προκαλεί σωματικό και ψυχικό πόνο. Χωρίς να το λέει ξεκάθαρα, ο Λουκρήτιος αφήνει να φανεί ότι καταστροφικές πράξεις που επιτελούνται στο όνομα των Θεών θα ήταν ολωσδιόλου καταδικαστέες σε άλλες εκφάνσεις της ζωής μας.
 
Επομένως, το διακύβευμα των ορθών και των εσφαλμένων αντιλήψεων δεν περιορίζεται στον ψυχολογικό πόνο. Οι εσφαλμένες αντιλήψεις έχουν συνέπειες, μερικές φορές αιματηρές. Ο Λουκρήτιος γνωρίζει καλά ότι με το να επισημαίνει την ασέβεια που χαρακτηρίζει τις συμβατικές δοξασίες περί Θεών αντιπαραθέτει την δική του αλήθεια, με τρόπο δυναμικό, απέναντι σε μία εδραιωμένη θεολογία. Καθώς απευθύνεται στον αποδέκτη του ποιήματος του Μέμμιο, προβλέπει ότι:
 
Θα έρθει μια μέρα που κι εσύ ο ίδιος,
επηρεασμένος από τα τρομακτικά λόγια των ιερέων,
θα ζητήσεις να αποσυρθείς από την κοινότητά μας.
 
Γιατί, πραγματικά, πολλές ονειροφαντασίες
μπορούν να επινοήσουν, ικανές να ανατρέψουν
τον ρυθμό της ζωής σου και να ταράξουν με τον φόβο
κάθε σου ευτυχία. Και δικαιολογημένα.
 
Γιατί αν οι άνθρωποι έβλεπαν πως υπάρχει ένα καθορισμένο τέλος
στα βάσανά τους, θα είχαν τη δύναμη να αντισταθούν
με κάποιον τρόπο στις προβλέψεις και στις απειλές των ιερέων.
 
Το διακύβευμα εδώ είναι ποιος μπορεί να μιλάει με εγκυρότητα για τους Θεούς και ποιούς Θεούς;
 
Ποιος λέει την αλήθεια, οι ιερείς ή οι φιλόσοφοι; Η λέξη ιερέας (vates) στα λατινικά καλύπτει σημασιολογικά ως όρος τόσο εκείνους που εξειδικεύονται σε μια συγκεκριμένη λατρεία όσο και τους παραδοσιακούς ποιητές. Η επίθεση του Λουκρήτιου, επομένως, έχει ως στόχο τόσο τις εδραιωμένες δομές της κρατικής θρησκείας όσο και το σύνολο των παραδοσιακών μύθων. Οι ιστορίες είναι όπλα που «απειλούν τις θρησκευτικές δοξασίες» στις οποίες ο αληθινός φιλόσοφος πρέπει να εναντιώνεται. Ο Λουκρήτιος εδώ ακούγεται πιο μοντέρνος από ποτέ, καθώς παρουσιάζει τον επιστημονικό υλισμό ως μία πιο ακριβή και περισσότερο ανοιχτόμυαλη από κοινωνική άποψη εναλλακτική σε σύγκριση με τα όνειρα που επινοεί η παραδοσιακή θρησκεία.
 
Ο Λουκρήτιος ήταν διάσημος στην αρχαιότητα για τις μεγαλειώδεις αποτυπώσεις της επιβλητικής δύναμης της φύσης (όπως αυτές του Turner), αλλά αυτό που βρίσκει κανείς σε αυτά τα φανταχτερά αποσπάσματα δεν είναι απλώς μία ζωηρή επίδειξη των ποιητικών του ικανοτήτων: ήθελε με τον στίχο του να συλλάβει την μαγεία του κόσμου γύρω μας και να μας διδάξει ότι πρέπει να αναζητήσουμε το «θείο» στην ύλη και όχι σε κάποιον φανταστικό Θεό όποιας συστημικής θρησκείας.
 
Ήταν άθεοι οι επικούρειοι, όπως τους θεωρούσαν οι αντίπαλοί τους; Σίγουρα η αθεΐα αποτελούσε την λογική εξέλιξη της κοσμοθεωρίας τους και σίγουρα αντιλαμβάνονταν ότι βρίσκονταν σε αντιπαράθεση με την συμβατική θρησκεία και αδυνατούσαν να απελευθερωθούν πλήρως από τα δεσμά της [χωρίς ταυτόχρονα να αποχωριστούν το κεφάλι τους].
 
«Οι οπαδοί των νεράιδων δεν χτυπάνε την πόρτα σου για να σε προσηλυτίσουν. Δεν απαιτούν να διδάσκεται η ψευτοεπιστήμη τους στα σχολεία. Δεν καταδικάζουν σε θάνατο οπαδούς άλλων νεράιδων. Δεν ισχυρίζονται ότι οι ηθικοί κανόνες βγαίνουν από τις τελετές των νεράιδων και ότι χωρίς νεράιδες θα είχαμε συνουσίες στους δρόμους, καθώς και την κατάργηση της ατομικής ιδιοκτησίας. Δεν λένε ότι οι νεράιδες έφτιαξαν τον κόσμο και ως εκ τούτου πρέπει να κλίνουμε το γόνυ στον Μεγάλο Αδελφό των νεράιδων. Ούτε λένε ότι η νεράιδα θα σε διατάξει να σκοτώσεις την αδελφή σου, αν την δουν να κυκλοφορεί δημόσια με κάποιον που δεν είναι ο αδελφός της. Νομίζω λοιπόν ότι ισχύει αυτό που ο ποιητής Σέλλεϋ αποκαλούσε αναγκαιότητα του αθεϊσμού. Αργά ή γρήγορα θα πρέπει να πάρεις θέση.
 
Είτε αποδίδεις την παρουσία σου εδώ στους νόμους της βιολογίας και της φυσικής είτε την αποδίδεις σε ένα θείο σχέδιο. (Μπορείς να διακρίνεις τον φίλο από τον εχθρό από το πως απαντούν σε αυτό το αναπόδραστο ερώτημα και από το πώς αντιμετωπίζουν τις επιπτώσεις του.) Ωστόσο, όπως και οι πιστοί, άπαξ και αποφασίσουμε, έχουμε ακόμη πολλή δουλειά μπροστά μας». Κρίστοφερ Χίτσενς «Η Βίβλος του Άθεου»