Δευτέρα 17 Δεκεμβρίου 2018

ΔΡΑΜΑΤΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ: ΑΡΙΣΤΟΦΑΝΗΣ - Βάτραχοι (372-413)

χώρει νυν πᾶς ἀνδρείως [στρ.]
εἰς τοὺς εὐανθεῖς κόλπους
λειμώνων ἐγκρούων
κἀπισκώπτων
375 καὶ παίζων καὶ χλευάζων.
ἠρίστηται δ᾽ ἐξαρκούντως.

ἀλλ᾽ ἔμβα χὤπως ἀρεῖς [ἀντ.]
τὴν Σώτειραν γενναίως
τῇ φωνῇ μολπάζων,
ἣ τὴν χώραν
380 σῴζειν φήσ᾽ εἰς τὰς ὥρας,
κἂν Θωρυκίων μὴ βούληται.

ἄγε νυν ἑτέραν ὕμνων ἰδέαν τὴν καρποφόρον βασίλειαν,
Δήμητρα θεάν, ἐπικοσμοῦντες ζαθέαις μολπαῖς κελαδεῖτε.

Δήμητερ, ἁγνῶν ὀργίων [στρ.]
385 ἄνασσα, συμπαραστάτει,
καὶ σῷζε τὸν σαυτῆς χορόν·
καί μ᾽ ἀσφαλῶς πανήμερον
παῖσαί τε καὶ χορεῦσαι.

καὶ πολλὰ μὲν γέλοιά μ᾽ εἰ- [ἀντ.]
390 πεῖν, πολλὰ δὲ σπουδαῖα, καὶ
τῆς σῆς ἑορτῆς ἀξίως
παίσαντα καὶ σκώψαντα νι-
κήσαντα ταινιοῦσθαι.

ἄγ᾽ εἶά
395 νυν καὶ τὸν ὡραῖον θεὸν παρακαλεῖτε δεῦρο
ᾠδαῖσι, τὸν ξυνέμπορον τῆσδε τῆς χορείας.

Ἴακχε πολυτίμητε, μέλος ἑορτῆς
ἥδιστον εὑρών, δεῦρο συνακολούθει
400 πρὸς τὴν θεὸν
καὶ δεῖξον ὡς ἄνευ πόνου
πολλὴν ὁδὸν περαίνεις.
Ἴακχε φιλοχορευτά, συμπρόπεμπέ με.—

σὺ γὰρ κατεσχίσω μὲν ἐπὶ γέλωτι
405 κἀπ᾽ εὐτελείᾳ τόδε τὸ σανδαλίσκον
καὶ τὸ ῥάκος,
κἀξηῦρες ὥστ᾽ ἀζημίους
παίζειν τε καὶ χορεύειν.
Ἴακχε φιλοχορευτά, συμπρόπεμπέ με.—

καὶ γὰρ παραβλέψας τι μειρακίσκης
410 νυνδὴ κατεῖδον καὶ μάλ᾽ εὐπροσώπου,
συμπαιστρίας,
χιτωνίου παραρραγέν-
τος τιτθίον προκύψαν.
Ἴακχε φιλοχορευτά, συμπρόπεμπέ με.

***
ΧΟΡ. Προχωρήστε όλοι εμπρός με καρδιά
σε ανθοστόλιστες μέσα αγκαλιές λιβαδιών
με χορούς και πηδήματα,
μ᾽ αναμπαίγματα, αστεία και πειράγματα.
— Όσο για το στομάχι, είναι γεμάτο.

Με φωνή αρμονική, ευγενική,
ύμνο υψώστε στη Σώτειρα τώρα θεά,
τη θεά που μας έταξε
380 πως θα σκέπει για πάντα τη χώρα μας.
— Κι ας πάει να λέει ο Θωρυκίωνας όχι.

ΚΟΡ. Τη βασίλισσα Δήμητρα εσείς, τη θεά
που γεννήματα φέρνει, ανυμνήστε·
με φωνές δυνατές, με τραγούδια ιερά,
με καινούριους τιμήστε την ύμνους.

ΧΟΡ. Δήμητρα, αφέντρα των αγνών
των μυστηρίων, γίνε βοηθός
και σκέπη του Χορού μου εσύ·
κάμε, θεά μου, ασκόνταφτα,
όλο μ᾽ αστεία και με χορούς
τη μέρα να περάσω.

Νόστιμ᾽ αστεία κάμε να πω,
390 να πω και λόγια σοβαρά·
κι αντάξια της γιορτής σου αφού
παιχνίδια και πειράγματα
τελειώσω πια, να πάρω εγώ
της νίκης το στεφάνι.

ΚΟΡ. Και τώρα, εμπρός,
καλέστε εδώ τραγουδιστά το λαμπρό θεό μας,
τον Ίακχο, που είναι στο χορό τούτον συνοδίτης.

ΧΟΡ. Ίακχε λατρευτέ, που της γιορτής μας βρήκες
το γλυκό σκοπό, μαζί μ᾽ εμάς περπάτα,
400 να πάμε στη θεά μας·
δείξε πως μπορείς χωρίς κανέναν κόπο
δρόμου μακρινού το τέρμα εσύ να φτάσεις.
Ίακχε, φίλε του χορού,
γίνε συνοδός μας.

Το κουρέλι αυτό κι αυτό το πέδιλό μας
τα κομμάτιασες εσύ για οικονομία
και να γελά κι ο κόσμος·
με τον τρόπο αυτόν που βρήκες κάνουμ᾽ έτσι
τρέλες και χορούς χωρίς καμιά ζημία.
Ίακχε, φίλε του χορού,
γίνε συνοδός μας.

Κι όπως τώρα εγώ λοξή ματιά είχα ρίξει,
410 είδα απ᾽ τον κοντό χιτώνα το σκισμένο
πανέμορφης παιδούλας,
μιας συντρόφισσας εδώ των παιχνιδιών μας,
είδα μια σφιχτή ρωγούλα να προβάλλει.
Ίακχε, φίλε του χορού,
γίνε συνοδός μας.

Μορφές και Θέματα της Αρχαίας Ελληνικής Μυθολογίας: ΜΕΙΖΟΝΕΣ ΘΕΟΙ - ΑΡΤΕΜΗ, Οι μεγάλοι τιμωρημένοι

Εκτός από τον Αγαμέμνονα και τον Ακταίωνα, άλλοι τιμωρημένοι από τη θεά είναι η Νιόβη, ο Τιτυός, ο Ωρίων, ο Οινέας, η Καλλιστώ, η Αριάδνη, η Χιόνη, ο Βουφάγος, η Κομαιθώ και ο Μελάνιππος, οι Αλωάδες.
 
Τιμώρησε την Καλλιστώ, συντρόφισσά της στο κυνήγι, κόρη του Λυκάονα, εξαπολύοντας τα φοβερά βέλη εναντίον της, γιατί η νέα αθέτησε τον όρκο της αιώνιας αγνότητας και δόθηκε στον Δία. Σκότωσε την Αριάδνη στη Νάξο, σύμφωνα με μια εκδοχή του μύθου, γιατί δόθηκε στον Θησέα. Ο Άδωνις προκάλεσε την οργή της και τον σκότωσε στέλνοντας εναντίον του κάπρο. Τιμώρησε τον Αρκάδα ήρωα Βουφάγο, επειδή ενοχλήθηκε από τον πιεστικό του έρωτα (κυνήγησε τη θεά στο όρος Φολόη) ή γιατί δεν τελούσε τη θυσία με τους κανόνες που είχαν κληροδοτηθεί ήδη από την εποχή του Λίθου. Σκότωσε τη Χιόνη, κόρη του Δαιδαλίωνα και ερωμένη των αδελφών της Απόλλωνα και Ερμή, γιατί η κόρη περηφανεύτηκε για την ομορφιά της, ότι ήταν ανώτερη από της Άρτεμης. Τιμώρησε τη Νιόβη σκοτώνοντας τα επτά κορίτσια της, γιατί τόλμησε να περηφανευτεί ότι είχε δεκατέσσερα παιδιά, ενώ η Λητώ μόνο δύο. Ο Απόλλωνας σκότωσε τα επτά αγόρια της. Τιμώρησε τον Οινέα, βασιλιά της Καλυδώνας στην Αιτωλία, και τον Άδμητο, βασιλιά των Φερών στη Θεσσαλία, γιατί αδιαφόρησαν ή λησμόνησαν τις θυσίες που της χρωστούσαν. Τον πρώτο στέλνοντας έναν αγριόχοιρο στα χωράφια του, τον δεύτερο γεμίζοντας τη γαμήλια κρεβατοκάμαρά του με φίδια. Εδώ, μοιάζει ιδιαίτερα του Άρη, καθώς και οι δυο διεκδικούν μερίδιο από τη λεία είτε του πολέμου είτε του κυνηγιού. Η κυνηγετική αυτή θεά παίρνει πολεμικά χαρακτηριστικά.
 
Έστειλε λοιμό στη χώρα της Πάτρας, γιατί η ιέρειά της Κομαιθώ έβαζε στο άδυτο του ναού τον εραστή της Μελάνιππο, γιατί οι γονείς τους δεν ήθελαν αυτόν τον δεσμό. Το μαντείο αποκάλυψε την αιτία του θυμού της θεάς και υπέδειξε ως τρόπο εξιλασμού τη θυσία των δύο ενόχων αλλά και την ενιαύσια θυσία του ωραιότερου νέου και της ωραιότερης νέας της χώρας. Το έθιμο κράτησε μέχρι την άφιξη του Ευρύπυλου, του Θεσσαλού που είχε πάρει μέρος στον Τρωικό πόλεμο και ο οποίος είχε υποπέσει σε μια κατάσταση τρέλας, όταν άνοιξε ένα μυστηριώδες κιβώτιο από εκεί. Το μαντείο του υπέδειξε ως τόπο εγκατάστασής του και απαλλαγής του από την τρέλα του, το μέρος όπου θα έβλεπε να τελείται ασυνήθιστη θυσία. Αλλά και οι κάτοικοι της Πάτρας είχαν πάρει χρησμό ότι όταν θα παρίστατο ως μάρτυρας ένας ξένος δεν θα χρειαζόταν πλέον η τέλεση της άγριας θυσίας.
 
Σκότωσε μαζί με τον Απόλλωνα τον Γίγαντα Τιτυό, γιο του Δία και της Ελάρας, γιατί αποπειράθηκε να βιάσει τη μητέρα τους Λητώ στο δρόμο της για τους Δελφούς. Τιμώρησε από ζήλια τον κυνηγό Γίγαντα Ωρίωνα, γιο του Ποσειδώνα, επειδή έσμιξε με τη θεά της αυγής, την Ηώ, που τον έφερε στη Δήλο. Ή επειδή την προκάλεσε στο αγώνισμα του δίσκου, αυτήν που ήταν θεά, ή γιατί βίασε την Ώπι, μία από τις Υπερβόρειες παρθένες, ή γιατί θέλησε να βιάσει την ίδια. Σε αυτή την τελευταία εκδοχή, η Άρτεμη στέλνει ένα σκορπιό που δαγκώνει τον Ωρίωνα στη φτέρνα. Για τις υπηρεσίες του αυτές τον μεταμόρφωσε σε αστερισμό, το ίδιο και το θύμα της. Όμως οι δύο αστερισμοί δεν συναντιούνται ποτέ στον ουρανό.
 
Για τις αφύσικες πράξεις του Ώτου και του Εφιάλτη, των δύο Γιγάντων γιων του Ποσειδώνα, που επονομάζονταν Αλωάδες από τον θνητό τους πατέρα, για την προσπάθειά τους να φτάσουν στον ουρανό, για το γεγονός ότι φυλάκισαν τον Άρη σε χάλκινο βάζο, για το γεγονός ότι εξέφρασαν τον έρωτά τους για τις θεές Ήρα (ο Εφιάλτης) και Άρτεμη (ο Ώτος), οι Αλωάδες τιμωρήθηκαν. Η Άρτεμη μεταμορφώθηκε σε ελάφι, μπήκε ανάμεσά τους και εκείνοι, θέλοντας να το τοξοβολήσουν, σκοτώθηκαν μεταξύ τους. Η τιμωρία τους συνεχίστηκε στον Άδη.
 
Η Άρτεμη εμπλέκεται και στην ιστορία της μεταμόρφωσης της Ίππης, κόρης του Κένταυρου Χείρωνα, σε αστερισμό. Μόνο που δεν είναι σαφές αν η μεταμόρφωση οφείλεται στην ευσέβεια της κόρης ή στο γεγονός ότι δεν κατάφερε να διαφυλάξει την παρθενία της (Καλλίμαχος, Ύμνος στην Άρτεμη 264-265). Την έχασε από τον Αίολο τον γιο του Έλληνα με καταγωγή από τον Δία, που την ερωτεύτηκε και την αποπλάνησε. Όταν πια η κόρη δεν μπορούσε να κρύψει την εγκυμοσύνη της, έφυγε στα βουνά, όπου και γέννησε. Την έψαξε ο πατέρας της και εκείνη, από ντροπή για το πάθημά της, προσευχήθηκε στους θεούς να μην την αναγνωρίσει, και οι θεοί, κυρίως η Άρτεμη, μεταμόρφωσαν και την ίδια και τον πατέρα της σε αστερισμούς για την ευσέβειά τους. Όμως τους τοποθέτησαν έτσι στον ουρανό, ώστε να μην φαίνεται ο αστερισμός της κόρης (Ἳππος) από τον αστερισμό του πατέρα (Κένταυρος)· μάλιστα, δεν φαίνεται το πίσω μέρος της, για να μην αναγνωρίζεται το φύλο της -ότι, δηλαδή, είναι γυναίκα.

Το αυτονόητο της ελευθερίας

Τα αυτονόητα έχουν καταντήσει δυσνόητα, μιας που έχουμε διαστρεβλώσει τόσο πολύ τη σκέψη μας, που δεν βλέπουμε καν τη διαστρέβλωση. Ακόμα και αυτό χωράει πολλή συζήτηση καθώς ΤΙΠΟΤΑ δεν γίνεται χωρίς τη συγκατάθεση (την ατομική ΚΑΙ συλλογική  πρόθεση) που υπερβαίνει και διαπερνά κάθε περιορισμένη, επιφανειακή οπτική.

Δεν έχει και τόση σημασία ποιες είναι οι διαστρεβλώσεις, γιατί το ξέρω από τώρα, πως όλοι συμφωνούμε. Θεωρητικά πάντα! Γιατί αν ήταν πρακτική η συμφωνία, θα κάναμε κάτι γι' αυτό (όλοι εμείς που συμφωνούμε), δεν θα χρειαζόταν καν να το συζητάμε, να αναλύουμε και να εξηγούμε. Θα εκδηλώναμε συζητώντας, θα φανερώναμε συνθέτοντας, θα αναδιαμορφώναμε τη ζωή μας για να ταιριάζει με την υποτιθέμενη συμφωνία μας. Είναι κάπου εκεί που αρχίζεις να ακούς τα "ναι συμφωνώ, αλλά...". Πάντα υπάρχει ένα ισχυρό "αλλά" που διατηρεί το στάτους κβο...

Και έτσι καταλήγουν, όσοι αντιλαμβάνονται πραγματικά τα αυτονόητα, να τα διεκδικούν, "με αίμα και ιδρώτα", σε έναν κόσμο που τους θεωρεί τρελούς, αναρχικούς, περίεργους, αποστάτες, περιθωριακούς...

Η ζωή είναι απλή. Όχι τόσο απλοϊκή (γιατί μπερδεύουμε και τις λέξεις, όπως ταιριάζουν στις υποσυνείδητες προθέσεις μας), όσο να αναγκαστούμε όλοι να "επιστρέψουμε στα χωράφια", στη γη, στην παραγωγή φαγητού. Δεν είμαστε όλοι καλλιεργητές, ούτε μπορούμε να γίνουμε όλοι αγρότες. Αλλού είναι η απλότητα... τη χάνουμε γιατί φτιάχνουμε ιδανικά από τις φοβίες και τις εξαρτήσεις μας!

Η ζωή είναι ξεκάθαρη. Δείχνει στον καθένα μας κάθε στιγμή, όλα όσα χρειαζόμαστε για να γίνουμε σοφοί, συνειδητοί συμμέτοχοι της δημιουργίας της πραγματικότητάς μας.

Μπορεί να παραπονιούνται οι άνθρωποι, να γκρινιάζουν και να κατηγορούν τους κανόνες, τις ανελευθερίες τους, τους εξαναγκασμούς και τις πιέσεις, μα το αυτονόητο που δεν θέλουν να παραδεχθούν είναι πως χρειάζονται κανόνες, χρειάζονται εξαναγκασμούς, πιέσεις, τιμωρίες, αμοιβές. Γιατί φοβούνται και αρνούνται να λειτουργήσουν τόση ελευθερία.

Μιλάνε ακατάπαυστα, αναλύουν άπταιστα, υποστηρίζουν σθεναρά... μα είναι αστείο πως όταν έρχεται η ώρα της δράσης, του δια ταύτα, στην καθημερινότητα αλλά και στις μεγάλες αποφάσεις της ζωής τους, επιστρέφουν βολικά και αθόρυβα στην υπακοή, τη συμμόρφωση, τις δικαιολογίες. Συσπειρώνονται, ομαδοποιούνται, γιατί φοβούνται ν' απλωθούν, να αντικρίσουν το άγνωστο, να γίνουν εξερευνητές αντί παγιωμένοι γνώστες, επαναληπτικά. 

Η ελευθερία απειλεί το οικοδόμημα. Μην κοιτάς που όλοι μιλάνε και διακηρύσσουν την ελευθερία! Το οικοδόμημα του ψεύτικου εαυτού που έχουν φτιάξει και που χωρίς αυτό δεν ξέρουν και δεν τολμούν να υπάρξουν, είναι πολύτιμο, απαραίτητο... πολύ πιο πάνω και πέρα από την ελευθερία που φαντάζει καλύτερη ως αποστασιοποιημένο ιδανικό παρά ως στάση καθημερινής ζωής.

Είναι αυτονόητη η ελευθερία; Είναι αυτονόητο ζητούμενο; Όχι βέβαια, όπως κι αν φαίνεται. Θα τρόμαζαν οι περισσότεροι άνθρωποι, διαπιστώνοντας ότι δεν αναζητούν και ποτέ δεν ήθελαν να είναι ελεύθεροι. Βέβαια θίγονται, διαμαρτύρονται και "αποτινάσσουν" τον ισχυρισμό πως στην πραγματικότητα τους αρέσει να είναι δούλοι, υποχείρια, ακόλουθοι και όχι αρχηγοί της ζωής τους. Ειδικά όταν τους το λες έτσι, τόσο ωμά, με λέξεις που φοβούνται και αποφεύγουν ήδη για τον εαυτό τους.

Λένε πως θέλουν να είναι ευτυχισμένοι, μα φοβούνται την ευτυχία. Λένε πως θέλουν την υγεία αλλά η σκέψη τους παραμένει στην αρρώστια. Λένε πως θέλουν έναν κόσμο ειρηνικό, όπως στο μυαλό τους διεξάγονται μάχες, αθέατοι πόλεμοι και η πλήρης απαξίωση του εαυτού τους. Μιλάνε για δημοκρατία, όμως στηρίζουν την επιβολή, το κρυφτούλι και την εγωιστική αρπαγή, όλων όσων φοβούνται πως δεν δικαιούνται.

Έτσι συνεχίζουν να θεωρητικολογούν, για πράγματα που ουσιαστικά δεν κατανοούν. Και αυτό είναι εύκολο, στην εποχή της "ελευθερίας της έκφρασης", όπου "έκφραση" έχει καταντήσει να σημαίνει "άποψη επί παντός επιστητού που δικαιούται να έχει ο καθένας". Νομίζουν οι άνθρωποι πως δεν πληρώνουν γι' αυτήν, πως μπορούν και δικαιούνται να ανοίγουν το στόμα τους και να λένε ή να γράφουν ό,τι θέλουν, όπως καλή ώρα εγώ, εδώ. Όμως, τα πάντα πληρώνονται, τα πάντα έχουν συνέπεια, συνέχεια, αποτέλεσμα. Ακόμα και οι λέξεις, οι σκέψεις, τα εσωτερικά φαντάσματα που "διασκεδάζουν" τον φοβικό νου.

Και δεν είναι τίποτα αυτονόητο όταν αρχίζεις να διαπιστώνεις τον αόρατο ιστό, τη σύνδεση μεταξύ όλων, μεταξύ λόγου και σκέψης, σκέψης και δράσης, ζωής και πρόθεσης, σύνδεσης και επιθυμίας. Και μαθαίνοντας να κοιτάς κάτω από την επιφάνεια του φαίνεσθαι, διαπιστώνεις την απόλυτη Τάξη, που φαίνεται σαν χάος μόνο σε όσους αρνούνται να δουν τη Σοφία, τον τρόπο λειτουργίας του κόσμου και του Εαυτού τους.

Τελικά, είναι αυτονόητα... αυταπόδεικτα και απλά. Για ελεύθερους ανθρώπους...!

Πώς θα απαλλαγείτε από την τυραννία της αυτοκριτικής;

Η αυτοκριτική, ιδιαίτερα όταν είναι συνεχής, μπορεί να γίνει τοξική, δημιουργώντας προβλήματα σε επαγγελματικό, κοινωνικό και συναισθηματικό επίπεδο, αλλά ακόμα και στην υγεία μας. Είναι γεγονός ότι δεν μπορεί να λυθεί κανένα πρόβλημα, αν κάθε φορά που κάτι μας πάει στραβά, κατηγορούμε μόνο και αποκλειστικά τον εαυτό μας για όλα. Τελικά καταλήγουμε να μην έχουμε μία αντικειμενική και ακριβή θέαση της πραγματικότητας. Τι μπορούμε να κάνουμε λοιπόν για να την αντιμετωπίσουμε; Μπορούμε να ελέγξουμε την αυτοκριτική και να τη θέσουμε σε υγιή όρια, εφόσον αντιμετωπίσουμε τους φόβους που την θρέφουν. Ποιοι είναι όμως αυτοί οι φόβοι;

Ο φόβος ότι δεν παίρνουμε την ευθύνη για την κακή διάθεση κάποιου άλλου

Όταν οι άνθρωποι , με τους οποίους είμαστε κοντά, νιώθουν άσχημα, επηρεάζεται και η δική μας ψυχολογία. Νοιαζόμαστε για κείνους και είναι πολύ λογικό να αισθανθούμε αβοήθητοι όταν δεν μπορούμε να τους κάνουμε να αισθανθούν καλύτερα. Ένας τρόπος να αντιδράσουμε σε αυτή την κατάσταση είναι να κατηγορήσουμε τον εαυτό μας για ότι κακό συμβαίνει. Γυρνάει λοιπόν ο σύντροφός από τη δουλειά εκνευρισμένος και λιγομίλητος. Προσπαθείτε να καταλάβετε τι του συμβαίνει αλλά το μόνο που εισπράττετε είναι μονολεκτικές απαντήσεις, έτσι καταλήγετε στο συμπέρασμα ότι κάτι κάνετε καλά και ότι φυσικά… εσείς φταίτε. Σπάτε το κεφάλι σας να βρείτε τι κάνετε λάθος αλλά δεν μπορείτε. Σε αυτό το σημείο δεν μπορείτε να δείτε καθαρά ότι δεν μπορεί να φταίτε πάντα και για όλα αλλά και ότι σε τελική ανάλυση δεν είναι δική σας δουλειά και αποκλειστική υποχρέωση να κάνετε τους άλλους να αισθάνονται καλά. Ο καθένας έχει την ευθύνη του εαυτού του.

Ο φόβος ότι χάνουμε τον έλεγχο

Για πολλούς ανθρώπους είναι προτιμότερες οι κατηγορίες προς τον εαυτό τους, από την παραδοχή ότι δεν έχουν τα πάντα υπό έλεγχο. Μπορεί το να κατηγορούμε τον εαυτό μας να είναι άβολο, αλλά τελικά υπονοούμε ότι υπάρχει λύση αν εμείς κάνουμε τα πράγματα σωστά. Ωστόσο, κάποιες φορές είναι χρήσιμο να παραδεχτούμε ότι σε αυτή τη ζωή τίποτα δεν είναι σίγουρο και ότι τελικά δεν περνούν τα πάντα από το χέρι μας. Έτσι την επόμενη φορά που θα καταλήξετε να κατηγορείται ανελέητα… τον εαυτό σας αναρωτηθείτε: «Μήπως αυτό είναι ία προσπάθεια να ελέγξω το ανεξέλεγκτο και το απρόβλεπτο»;

Ο φόβος ότι δεν είμαστε τέλειοι

Η ασταμάτητη αυτοκριτική είναι για κάποιους ένα κίνητρο να πιέζουν τον εαυτό τους να φτάσει την τελειότητα και να αποφύγει ολοσχερώς τα λάθη. Ωστόσο, η εμμονή στην τελειότητα έχει ένα μεγάλο κόστος, δεν μας αφήνει να χαρούμε τη ζωή μας στο εδώ και το τώρα. Για μία ευτυχέστερη ζωή θα πρέπει να σκεφτείτε το ενδεχόμενο να επιτρέψετε στον εαυτό σε κάποια μικρά λάθη, παραλείψεις ή ατέλειες.

Κι αν είναι λάθος, το χρόνο άσε να το πει!

Αγάπη…
Μια λέξη που αυτομάτως μόλις την ακούς, σου προκαλεί τόσα διαφορετικά συναισθήματα. Για πολλούς αυτή η λέξη θυμίζει κάτι πολύ όμορφο, είτε μια ανάμνηση είτε ένα πρόσωπο, είτε ένα μέρος που τους δημιούργησε αυτό το συναίσθημα. Για άλλους πάλι, αυτή η λέξη δεν τους θυμίζει απολύτως τίποτα! Γιατί όμως; Γιατί είμαστε τόσοι λίγοι αυτοί που έχουμε αγαπήσει;

Δυστυχώς στις μέρες μας ο κόσμος φοβάται! Φοβάται να εκφράσει αυτά που πραγματικά θέλει! Φοβάται να πει σε κάποιον άλλον την λέξη: Σ’ αγαπάω! Μια λέξη τόσο δυνατή, που μπορεί να κάνει τον πιο σκληρό άνθρωπο να δακρύσει ακούγοντας την. Γιατί όταν πραγματικά αγαπάς τον άλλον, σημαίνει πως τον αγαπάς γι’ αυτό που είναι. Τι άλλο ψάχνουμε σε αυτήν την ζωή; Έναν άνθρωπο να μας αποδεχτεί και να μας αγαπάει γι’ αυτό που είμαστε.

Το θέμα όμως είναι να αγαπήσεις στα δύσκολα. Γιατί στα εύκολα όλοι είναι εκεί. Στα δύσκολα είναι οι ελάχιστοι, κι όταν αγαπάς πραγματικά δίνεσαι ολοκληρωτικά. Όσα εμπόδια κι αν υπάρξουν, ακόμη κι αν όλα έχουν καταστραφεί, αγαπάς τον άλλον γιατί είναι αυτό το άτομο.

Εάν το καλοσκεφτείς, κανένας δεν σε υποχρεώνει να προσπαθήσεις να ηρεμήσεις τον άλλον. Είναι το ένστικτο σου, χωρίς να στο ζητήσει κανείς, πριν καν εσύ ο ίδιος το σκεφτείς. Το να αγαπάς κάποιον όμως στα εύκολα και στο δύσκολα, δεν είναι τόσο απλό. Γι’ αυτό και πολλοί δεν μπορούν να το κάνουν. Λίγοι άνθρωποι μπορούν να βάλουν έναν άλλον άνθρωπο πάνω από τον εαυτό τους. Γιατί εκ φύσεως ο άνθρωπος είναι εγωιστής. Σκέφτεται τον εαυτό του κι ελάχιστες φορές θα ενδιαφερθεί για κάποιον άλλον.

Αυτή είναι η μαγεία της αγάπης και του έρωτα. Κάνεις πράγματα, τα οποία δεν περίμενες ποτέ να τα κάνεις, και χωρίς καν να τα σκεφτείς. Σου βγαίνουν αυθόρμητα, ασυναίσθητα. Μόνο εκεί καταλαβαίνεις ότι αγαπάς αληθινά. Βέβαια, την αγάπη μπορείς να την βρεις παντού. Δεν περιορίζεται μόνο μεταξύ των ανθρώπων. Έχει συμβεί σε όλους μας, να πας σε κάποιο μέρος και μόνο που θα το αντικρίσεις, να νιώσεις την καρδιά σου να φτερουγίζει. Εκεί καταλαβαίνεις ότι αυτό το μέρος το έχεις ερωτευτεί. Και στην τελική, αυτό είναι το νόημα της ζωής.

Τι συμβαίνει, όμως, όταν έχουμε αγαπήσει τα λάθος άτομα; Εκεί το πράγμα δυσκολεύει. Βέβαια, τι πάει να πει “λάθος” άτομα; Υπάρχουν λάθος άτομα; Ή υπάρχει το λάθος timing; Ταιριάζουμε με όλους; Σίγουρα όχι. Ο κάθε άνθρωπος είναι ξεχωριστός και δεν υπάρχει περίπτωση να ταιριάξουμε με όλους, όσο κι αν το θέλουμε.

Γι’ αυτό στη ζωή υπάρχουν οι τυχεροί κι οι άτυχοι! Αυτοί που θα βρουν το άτομο με το οποίο θα ταιριάξουν από την αρχή κι οι άλλοι που ίσως να μην το βρουν ποτέ. Κι όσο κι αν το ψάχνουμε, όσο κι αν το θέλουμε, δεν πρόκειται να το βρούμε. Αυτά τα πράγματα έρχονται ξαφνικά, εκεί που δεν το περιμένεις. Κι αυτή είναι η μαγεία του.

Βρισκόμαστε λοιπόν στο σημείο που αναρωτιόμαστε αν θα βρούμε άραγε έναν άνθρωπο για εμάς. ‘Εναν άνθρωπο όλο δικό μας, να τον κοιτάζουμε στα μάτια και να ξέρουμε ότι δεν κοιτάζει καμία άλλη εκεί έξω με αυτόν τον τρόπο.

Παρ’ όλα αυτά, η ζωή είναι μικρή, γεμάτη εμπειρίες, ευκαιρίες και γεμάτη αγάπη. Άσε λοιπόν το ψάξιμο, απόλαυσε την κι άσε την αγάπη και τον έρωτα να σε βρούνε από μόνα τους. Πίστεψε με, θα σε βρουν στο πιο άκυρο μέρος, την πιο άκυρη στιγμή, με το πιο άκυρο άτομο, το οποίο δεν πίστεψες ποτέ ότι θα αγαπήσεις.

Παίδευσις παιδείας… και πολιτείας παράδοσις

Μέσα σε αυτή τη δίνη αλλαγών και τον όμβρο κρίσεων και προβλημάτων ίσως είναι αναγκαίο να σκάψουμε βαθύτερα στο χώμα για να ανακαλύψουμε τη ρίζα τους για την ορθή αντιμετώπισή τους. Έχουμε αναρωτηθεί από πού προέρχονται όλα τα σύνδρομα που μας κατατρύχουν και μας ταλανίζουν; Ποιος είναι αυτός ο σπόρος της δυσχέρειας μας; Η άγνοια είναι η ρίζα και ο μίσχος του κακού! Τι σημαίνει άγνοια, σημαίνει απαιδευσία, σημαίνει στέρηση της δυνάμεως που σε κάνει δημιουργικό, σώφρονα, σκεπτόμενο, που εξευγενίζει το πνεύμα σου και μεταρσιώνει την ψυχή σου.

Πέραν των ποικίλων ωφελειών της, η παιδεία είναι κάτι που απαιτεί κόπο και ζήλο, όπως και η δημοκρατία, γι’ αυτό άλλωστε η μία δεν στέκεται χωρίς την άλλη. Άρα δεν είναι τυχαίο που αμφότερες βάλλονται από κρίσεις και κλυδωνίζονται. Δεν νοείται να τυγχάνει απαξίωσης από τους πολίτες και δη από τις κυβερνήσεις. Η παιδεία ξεκινάει από τα πρώτα στάδια επικοινωνίας του όντος και δεν σταματάει ποτέ. Αυτή είναι που διαμορφώνει το χαρακτήρα του και συνεπώς τη ζωή του. Είναι μια έννοια στην οποία ενυπάρχουν άλλες έννοιες όπως η μόρφωση, η ευγένεια, ο σεβασμός. Και αν μου επιτραπεί να κάνω μια γλωσσολογική εκτίμηση το ρήμα σέβομαι στα λατινικά είναι colo και ο τύπος supinum, cultum. Είναι προφανής η σχέση με τη λέξη κουλτούρα που εμπεριέχει το σεβασμό ως συστατικό της και κατά συνέπειαν η κουλτούρα χαρακτηρίζει την παιδεία. Η γλωσσολογική σχέση είναι και εννοιολογική.

Η προαναφερθείσα άρρηκτη σχέση της παιδείας και του σεβασμού είναι αυτή της οποίας η έλλειψη στην Ελλάδα ευθύνεται για τη βαβελική σύγχυση που επικρατεί στην ανθρώπινη επικοινωνία, για την αποξένωση των ανθρώπων και τελικά στην μεταξύ τους καχυποψία. Σύμπασες αυτές οι νόσοι της ανθρώπινης υπάρξεως και συνυπάρξεως θέτουν εν αμφιβόλω ή χειρότερα φαλκιδεύουν τους δημοκρατικούς θεσμούς, καθώς δεν υπάρχει πρόσφορο έδαφος για την αγαστή συνεργασία των πολιτών. Σε αυτές ακριβώς τις συνθήκες φύεται, καλλιεργείται και θάλλει ο λαϊκισμός, ο ολοκληρωτισμός και γενικότερα η σαθρή εκμετάλλευση του λαού από τυχόν εκμαυλιστές της εξουσίας που επιθυμούν να καθορίσουν εκ προοιμίου τη βούληση των πολιτών. Όμως, οι πεπαιδευμένοι μπορούν να κρίνουν και να αντιδράσουν και όχι να σταυρώσουν τα χέρια παρακολουθώντας ιστάμενοι πίσω στην πολυθρόνα.

Η παιδεία είναι μια άοκνη προσπάθεια να βελτιωνόμαστε πνευματικά, η οποία θα συντελέσει σε μια κοινωνική πρόοδο και στήριξη του πολιτεύματος. Λόγω των προαναφερθέντων, για να αποφύγω την αδολεσχία, η παιδεία είναι ένα ζήτημα εν ου παικτοίς και φυσικά για να ριζώσει στους πολίτες απαιτείται ενδιαφέρον και σταθερά βήματα. Σε αυτόν τον τομέα τα τεκταινόμενα εν Ελλάδι είναι τραγικά έως και απελπιστικά. Αλλάζει το σύστημα με την αλλαγή κυβέρνησης, βασικά με την αλλαγή υπουργού του ίδιου κόμματος, βασικά ακόμη και με τον ίδιο υπουργό γίνονται αλλαγές. Γιατί; Γιατί να μην ορίζεται μια συγκεκριμένη διαδικασία για μια ουσιαστική εκπαίδευση και παίδευση, ώστε να υπάρχει σταθερότητα και να καλλιεργηθεί με αυτόν τον τρόπο αγάπη για την παιδεία;

Και να φυσικά πρέπει η προσπάθεια να ξεκινά από το σχολείο και το πανεπιστήμιο, δηλαδή στα πρώτα στάδια της παίδευσης γιατί ως γνωστόν η φωτιά σβήνεται από χαμηλά, αν ρίχνουμε νερό ψηλά είναι δώρον άδωρον.

Ας μου επιτραπεί σε αυτό το σημείο να κάνω μια παρένθεση και να δηλώσω την ενόχλησή μου για το πανεπιστήμιο. Όταν η μαθητιώσα νεολαία κοπιάζει χρόνια ολόκληρα χρόνια για να εισαχθεί στην Τριτοβάθμια εκπαίδευση, γεμάτη όνειρα και προσδοκίες για την ακαδημαϊκή της πορεία και τελικά απογοητεύεται από την πρώτη μέρα, μάλλον έχουμε ψευδαισθήσεις ότι θα αγαπήσουμε την παιδεία. Όταν ορισμένοι επιβάλλουν καταλήψεις και δεν γίνονται μαθήματα, όταν ο χώρος του πανεπιστημίου καταλαμβάνεται από καμπίστες με την ανοχή της κυβέρνησης, όταν μέσα στα πανεπιστήμια γίνεται εμπορία ναρκωτικών, εμείς ποιο πανεπιστήμιο να αγαπήσουμε; Έχουν παρατήσει τον οίκο της παιδείας σε μικρές ομάδες που επιβάλλονται με το έτσι θέλω. Η παιδεία δολιχοδρομεί ή χειρότερα καρκινοβατεί. Δεν υπάρχουν φυτώρια μελλοντικών πολιτών με ήθος, πηγαία θέληση για αντίδραση και σεβασμό.

Άρα λοιπόν η σχέση της παιδείας και της πολιτείας είναι μια σχέση αλληλεπίδρασης, η οποία δεν φαίνεται μόνο στο ότι η παιδεία γαλουχεί τους πολίτες με τις αξίες του πολιτεύματος και τους προετοιμάζει, αλλά και στο γεγονός ότι η πολιτεία οφείλει να οργανώσει την παιδευτική διαδικασία τουλάχιστον μέχρι ένα στάδιο της ζωής των πολιτών. Στην Ελλάδα αν κρίνουμε από το πόσο επενδύει η πολιτεία στην παιδεία καταλαβαίνουμε τι πολίτες θέλει να δημιουργήσει… απαίδευτους.

Τα θέματα που έθιξα όσο κι αν φαίνονται κάπως ατάκτως ερριμένα, δεν είναι! Τονίζω τη σημασία της παιδείας και εν συνεχεία ένα κομμάτι της διαδικασίας που ακολουθούμε για να την κατακτήσουμε (παίδευσις). Αν συνεχίσουμε να ακολουθούμε την ίδια ανερμάτιστη διαδικασία δεν θα φτάσουμε ποτέ στο πηγάδι της παιδείας και φυσικά δεν θα πιούμε ποτέ νερό!

Παθητικο-επιθετική συμπεριφορά

Το άτομο που συνηθίζει να συμπεριφέρεται παθητικο-επιθετικά εκφράζει τα αρνητικά του συναισθήματα έμμεσα μέσω πράξεων, παρά άμεσα επιθετικά. Οι παθητικο-επιθετικοί άνθρωποι συνήθως επιδεικνύουν αντίσταση σε προσκλήσεις ή απαιτήσεις από την οικογένεια και τις υπόλοιπες διαπροσωπικές τους σχέσεις, αναβάλλοντας, όντας ανόρεχτοι ή ανυποχώρητοι. Η τάση τους να εκφράζουν έμμεσα τη δυσαρέσκειά τους για κάτι δημιουργεί ένα μεγάλο χάσμα (συχνά και αντίφαση) ανάμεσα σε αυτό που λένε και σε αυτό που κάνουν.

Για παράδειγμα, κάποιος στη δουλειά προτείνει ένα σχέδιο. Ένας συνάδελφος με παθητικο-επιθετική συμπεριφορά αντιτίθεται σε αυτό το σχέδιο, αλλά αντί να εκφράσει άμεσα τη γνώμη του, λέει ότι συμφωνεί. Όμως, καθώς δεν συμφωνεί με το σχέδιο, αντιστέκεται στη διεκπεραίωσή του. Μπορεί να χάνει επίτηδες τις προθεσμίες, να αργεί στις συναντήσεις και να υποβιβάζει το σχέδιο με διάφορους τρόπους.

Σε ένα άλλο παράδειγμα, μια γυναίκα μελετά με το αγόρι της στο ίδιο δωμάτιο. Είναι εκνευρισμένη μαζί του, αλλά αντί να του το εκφράσει, εκείνη βάζει δυνατά τη μουσική στο λάπτοπ της για να τον ενοχλήσει. Ορισμένα κοινά σημάδια της παθητικο-επιθετικής συμπεριφοράς περιλαμβάνουν:

– Πικρία και επιθετικότητα προς τα αιτήματα των άλλων

– Σκόπιμες καθυστερήσεις ή λάθη

– Κυνική, πεσιμιστική ή επιθετική συμπεριφορά υποβιβασμού

– Συχνά παράπονα για το ότι νιώθει κανείς προδομένος ή υποβιβασμένος

Η παθητικο- επιθετική συμπεριφορά μπορεί να αποτελεί σύμπτωμα σοβαρότερων ψυχικών διαταραχών, αλλά δεν θεωρείται από μόνη της σοβαρή ψυχική διαταραχή. Αυτό το είδος συμπεριφοράς μπορεί να επηρεάσει την ικανότητα ενός ατόμου να δημιουργήσει και να διατηρήσει υγιείς σχέσεις, προκαλώντας πρόβλημα ακόμα και στο εργασιακό του περιβάλλον. Όμως, υπάρχουν τρόποι με τους οποίους μπορούμε να διαχειριστούμε την παθητικο- επιθετική συμπεριφορά έτσι ώστε να μην έχει αρνητική επίδραση στην ποιότητα της ζωής μας.
Αιτίες

Γιατί αυτή η συμπεριφορά φαίνεται να είναι τόσο συχνή; Υπάρχουν ορισμένοι λόγοι που μπορούν να συνεισφέρουν στην εμφάνισης της παθητικο-επιθετικής συμπεριφοράς.

Παιδική ηλικία

Πολλοί ειδικοί ισχυρίζονται πως αυτή η συμπεριφορά προέρχεται από τον τρόπο που μεγάλωσε κανείς και από το περιβάλλον. Συγκεκριμένα, σε ένα περιβάλλον όπου η άμεση έκφραση των συναισθημάτων επικρινόταν ή δεν επιτρεπόταν καθόλου. Έτσι, ως ενήλικες, αυτοί οι άνθρωποι νιώθουν πως δεν πρέπει να εκφράζουν τα πραγματικά συναισθήματά τους ανοιχτά, οπότε βρίσκουν παθητικούς τρόπους διοχέτευσής τους στους άλλους.

Συνθήκες

Η κατάσταση έχει επίσης μια επίδραση στην παθητικο-επιθετική συμπεριφορά. Όταν βρισκόμαστε σε μια κατάσταση όπου η έκφραση επιθετικότητας ή θυμού δεν είναι κοινωνικά αποδεκτές, όπως στο εργασιακό περιβάλλον ή στην οικογένεια, μπορεί να έχουμε την τάση να ανταποκρινόμαστε με συγκαλυμμένο τρόπο, όταν κάποιος μας θυμώνει.

Η εύκολη οδός

Η ειλικρίνεια και η ευθύτητα δεν είναι πάντα εύκολες. Η υπεράσπιση του εαυτού και της γνώμης μας επίσης μπορεί να είναι δύσκολη, ακόμα και τρομακτική. Οπότε η παθητικο-επιθετική συμπεριφορά φαίνεται σαν να είναι η ευκολότερη οδός αντιμετώπισης των συναισθημάτων χωρίς την ανάγκη αντιπαράθεσης και σύγκρουσης.

Πώς διαχειριζόμαστε την παθητικο-επιθετική συμπεριφορά

Πώς λοιπόν αντιμετωπίζουμε έναν φίλο, συνάδελφο ή ακόμα και σύντροφο που συχνά επιδεικνύει μια παθητικο-επιθετική συμπεριφορά; Το πρώτο βήμα είναι η αναγνώριση των χαρακτηριστικών αυτής της συμπεριφοράς. Αγενής συμπεριφορά με κακή διάθεση, αναβλητικότητα, απομόνωση, άρνηση επικοινωνίας και αλληλεπίδρασης, υπαινικτικά σχόλια.

Όταν αρχίζει κάποιος να συμπεριφέρεται με αυτό τον τρόπο, προσπαθήστε να κρατήσετε το θυμό σας. Αντιθέτως, επισημάνετε στο άλλο άτομο τον τρόπο του με μη επικριτικό όμως τρόπο. Αν χρειάζεται να αντιμετωπίσετε ένα παιδί που είναι ξεκάθαρα θυμωμένο για κάτι που του ζητήσατε, πείτε για παράδειγμα «Φαίνεσαι θυμωμένη/ος μαζί μου που σου ζήτησα να καθαρίσεις το δωμάτιό σου».

Βλέποντας την πραγματικότητα, το άλλο άτομο δεν θα αρνηθεί τελικά το θυμό του. Σε αυτό το σημείο είναι καλή ιδέα να κάνετε ένα βήμα πίσω και να του δώσετε λίγο χρόνο ώστε να επεξεργαστεί αυτά τα συναισθήματα.

Ο άνθρωπος είναι πάντοτε ανοιχτός. Έχει δυνατότητες για χίλια δυο πράγματα

Να δίνεις. Μοιράσου ό,τι μπορείς. Και να θυμάσαι, δεν κάνω κανένα διαχωρισμό ανάμεσα στα μικρά και στα μεγάλα πράγματα. Αν μπορείς να χαμογελάς με όλη σου την καρδιά, αν μπορείς να κρατήσεις το χέρι κάποιου και να του χαμογελάσεις, τότε αυτό είναι μια δημιουργική πράξη, μια πράξη σπουδαίας δημιουργικότητας. Απλώς κοιτάζεις έναν άνθρωπο με τρυφερό βλέμμα κι αλλάζεις ολόκληρο τον κόσμο του ανθρώπου.

Να είσαι δημιουργικός. Μη δίνεις σημασία στο τι κάνεις – έχει κανείς να κάνει πολλά πράγματα κάνε όμως το κάθε τι με δημιουργικότητα, με αφοσίωση. Τότε, η δουλειά σου γίνεται προσευχή και οτιδήποτε κάνεις, είναι προσφορά στο βωμό.

Παράτα όλες τις πεποιθήσεις που είναι μη δημιουργικές. Ξέρω πώς έχουν δημιουργηθεί εκείνες οι πεποιθήσεις. Μπορεί να μην έχεις κερδίσει χρυσό μετάλλιο στο πανεπιστήμιο, μπορεί να μην ήσουν ο κορυφαίος στην τάξη σου, η ζωγραφική σου μπορεί να μην έχει βραβευτεί, όταν παίζεις φλάουτο, οι γείτονες μπορεί να φωνάζουν την αστυνομία! Εξαιτίας όμως αυτών των πραγμάτων, μην έχεις τη λανθασμένη πεποίθηση ότι δεν είσαι δημιουργικός.

Μπορεί να οφείλεται στο ότι μιμείσαι τους άλλους. Οι άνθρωποι έχουν μια πολύ περιορισμένη ιδέα για το τι είναι δημιουργικότητα — το να παίζεις κιθάρα ή φλάουτο ή το να γράφεις ποιήματα. Έτσι, οι άνθρωποι γράφουν σκουπίδια στο όνομα της ποίησης. Πρέπει να ανακαλύψεις εσύ ο ίδιος τι είναι αυτό που μπορείς να κάνεις και τι είναι αυτά που δεν μπορείς να κάνεις. Κανένας δεν μπορεί να κάνει τα πάντα! Πρέπει να αναζητήσεις και να ανακαλύψεις το πεπρωμένο σου εσύ ο ίδιος. Πρέπει να ψηλαφίσεις μέσα στο σκοτάδι, το ξέρω. Δεν είναι πολύ ξεκάθαρο το τι είναι το πεπρωμένο σου, έτσι όμως είναι η ζωή. Και είναι καλό που χρειάζεται να ψάξει κανείς γι’ αυτό. Με την ίδια την αναζήτηση, κάτι ωριμάζει μέσα σου.

Αν με το που ερχόσουν στον κόσμο, σου δινόταν ένας χάρτης της ζωής σου, που να έγραφε, «αυτή θα είναι η ζωή σου — θα γίνεις κιθαρίστας,» τότε η ζωή σου θα ήταν κάτι μηχανικό. Μόνο για μια μηχανή μπορείς να προβλέψεις τι θα κάνει, όχι για έναν άνθρωπο. Ο άνθρωπος είναι απρόβλεπτος.

Ο άνθρωπος είναι πάντοτε ανοιχτός. Έχει δυνατότητες για χίλια δυο πράγματα. Πολλές πόρτες ανοίγουν και σε κάθε βήμα είναι παρούσες πολλές εναλλακτικές. Κι εσύ πρέπει να επιλέξεις, πρέπει να αισθανθείς. Αν όμως αγαπάς τη ζωή σου, θα είσαι σε θέση να το βρεις.

Αν δεν αγαπάς τη ζωή σου και αγαπάς κάτι άλλο, τότε υπάρχει πρόβλημα. Αν αγαπάς το χρήμα και θέλεις να είσαι δημιουργικός, δεν μπορείς να γίνεις δημιουργικός. Η ίδια η φιλοδοξία για το χρήμα πρόκειται να καταστρέψει τη δημιουργικότητά σου.

Αν θέλεις να είσαι διάσημος και θέλεις να είσαι δημιουργικός, τότε ξέχνα τη δημιουργικότητα. Η διασημότητα έρχεται πιο εύκολα αν είσαι καταστροφικός.

Αν θέλεις διασημότητα, μη μιλάς για δημιουργικότητα. Εγώ δεν λέω ότι η διασημότητα δεν έρχεται ποτέ σε έναν άνθρωπο που είναι δημιουργικός. Έρχεται όμως σπάνια, πολύ σπάνια. Είναι κάτι τυχαίο και παίρνει πολύ χρόνο. Σχεδόν πάντοτε συμβαίνει να έρχεται η διασημότητα όταν ο δημιουργικός άνθρωπος έχει πεθάνει. Έρχεται πάντοτε καθυστερημένη.

Σιγά-σιγά, οι άνθρωποι σε αναγνώρισαν. Παίρνει χρόνο.

Όσο σπουδαιότερος είναι ο άνθρωπος, τόσο περισσότερο χρόνο παίρνει στους ανθρώπους να τον αναγνωρίσουν, επειδή όταν γεννιέται ένας σπουδαίος άνθρωπος δεν υπάρχουν τα κριτήρια για να τον κρίνουν. Εκείνος δημιουργεί τις δικές του αξίες. Μέχρι να δημιουργήσει εκείνες τις αξίες, έχει πεθάνει. Παίρνει εκατό χρόνια για να αναγνωριστεί ένας δημιουργικός άνθρωπος κι ακόμη και τότε δεν είναι σίγουρο ότι θα αναγνωριστεί πραγματικά. Υπήρξαν πολλοί δημιουργικοί άνθρωποι οι οποίοι δεν έχουν αναγνωριστεί ποτέ. Το να είναι πετυχημένος ένας δημιουργικός άνθρωπος είναι συμπτωματικό. Περισσότερο βέβαιη είναι η επιτυχία για έναν άνθρωπο που δεν είναι δημιουργικός, που είναι καταστροφικός.

Η ασυνειδησία της αδυναμίας μας συνιστά τη δύναμή μας

Μόνο η ασυνειδησία και η άγνοια επιτρέπουν στον άνθρωπο να είναι ευτυχής. Το πρότυπο της ευτυχίας είναι το παιδί. Η μόνη στιγμή που ένα παιδί δεν είναι ευτυχισμένο είναι όταν είναι άρρωστο. Και μια οικουμενική συνείδηση του εαυτού του συνδέεται με αυτήν την αρρώστια.

Ο άνθρωπος στην αρχή δεν έχει συνείδηση της μικρότητάς του απέναντι στο χώρο και δεν καταλαβαίνει ποτέ καθαρά την ασημαντότητά του απέναντι στο χρόνο.

Η ασυνειδησία της αδυναμίας μας συνιστά τη δύναμή μας. Η ασυνειδησία του κινδύνου συνιστά την τόλμη μας. Η ασυνειδησία του μυστηρίου και της φρίκης που αντιπροσωπεύει ο θάνατος συνιστά το θάρρος μας ενώπιόν του.

Τι μπορεί να μας δώσει απόλαυση ή μεγαλείο; Οι αισθήσεις; Τίποτε απ’ αυτά` διότι...

Η γνώση; Η μόνη ευτυχία της γνώσης είναι η άγνοια, είναι η ασυνειδησία όσων δεν ξέρουμε και δεν θα μάθουμε ποτέ. Η απόλαυσή μας στη δράση προέρχεται από το ότι δεν υπολογίζουμε μέχρι ποίου σημείου κάθε ανθρώπινη πράξη είναι ριζικά περιορισμένη και ανώφελη.

Αλλά, μας λένε, χωρίς αυτή την ασυνειδησία, χωρίς αυτή την αμόρφωτη πίστη, τι θα κάνουμε; Τίποτα. Αλλά ό, τι είναι καμωμένο τι είναι, αν όχι τίποτα; Τι αξίζει στο σύστημα του κόσμου και των όντων η ελάχιστη δραστηριότητά μας;

Να γνωρίζουμε; Τι λοιπόν; Την εξωτερική όψη των πραγμάτων; Ο δρόμος είναι ακαθόριστος` η εξωτερική όψη είναι αστείρευτη και δεν υπάρχει παρά μία βεβαιότητα: δεν γνωρίζουμε ποτέ τα πάντα, και δεδομένου ότι για να γνωρίζουμε πραγματικά, γιατί η γνώση είναι σύνθεση, θα έπρεπε όντως να γνωρίζουμε τα πάντα, συνεπάγεται ότι η γνώση μας είναι συνθετική, κοινότοπη, απατηλή, τιποτένια.

Να γνωρίζουμε την ουσία των πραγμάτων; Κανένα τους δεν έχει ουσία. Δεν βλέπουμε παρά το εξωτερικό τους` και θα έπρεπε να γνωρίζουμε όλο τους το εξωτερικό για να μπορέσουμε να συναγάγουμε την ουσία. Ακόμη κι αν γνωρίζαμε τη σύνθεση του εξωτερικού – θα μας ανοιγόταν άραγε το πραγματικό;

Μήπως τότε καταλαβαίνουμε ενστικτωδώς την ουσία του κόσμου; Πώς; Η αλήθεια είναι μία. Αν ήταν στο χέρι μας να τη βρούμε θα την είχαμε ήδη βρει. Θα ήμασταν εντός της εξαρχής.

Τι με νοιάζει αν συσσωρεύονται επινοήσεις επί επινοήσεων, εμπειρίες επί εμπειριών, που καθιστούν πιο περίπλοκη τη ζωή και τη σκέψη… Παραμένουμε στην ίδια άπειρη απόσταση από την αλήθεια και την ευτυχία.

Ωστόσο, αυτή η ευδαιμονία κρατάει μόνο μια στιγμή

Μας δίδαξαν – κι εμείς το μάθαμε – να αναζητάμε τη σιγουριά για να μπορέσουμε να βρούμε την ηρεμία. Κι αυτό δε θα ήταν τόσο κακό, αν δεν θεωρούσαμε ότι ο δρόμος προς τη σιγουριά περνάει αποκλειστικά μέσα απ’ τους στόχους που μας θέτει η κοινωνία (εξουσία, επιτυχία, λεφτά και υλικά αγαθά). Για να συμπληρωθεί η απάτη, “επιβεβαιώνεται” πως βαδίζουμε στο σωστό δρόμο όταν ακούγονται τα χειροκροτήματα των γύρω οι οποίοι, εξίσου χαμένοι μ’ εμάς, ζηλεύουν βλέποντάς μας εκεί που θα ήθελαν να είναι οι ίδιοι, ενώ ξεχνάμε όλοι – κι εμείς κι αυτοί – ότι για το κοινωνικό σύνολο είμαστε μάλλον υποψήφιοι καταναλωτές, παρά άνθρωποι σε αναζήτηση της ευτυχίας.

Είναι απολύτως λογική η χαρά σου όταν έχεις εκπληρώσει το σκοπό σου, λογική η ματαιόδοξη ευχαρίστηση που νιώθεις όταν έχεις καταφέρει αυτό που επιθυμούσες, λογική και η αυτόματη ανακούφιση που έρχεται τη στιγμή που φτάνεις στο στόχο σου.

Ωστόσο, αυτή η ευδαιμονία κρατάει μόνο μια στιγμή, γιατί μόλις φτάσουμε “εκεί που τόσο πολύ θέλαμε να φτάσουμε” αισθανόμαστε υποχρεωμένοι να επιδιώξουμε άλλο στόχο, να σχεδιάσουμε καινούργιο σκοπό, να βρούμε καινούργιο καρότο, να δώσουμε στον εαυτό μας μια νέα υπόσχεση για το μέλλον, να βρούμε κάτι που θα μας αφήσει να μείνουμε λίγο παραπάνω στον κόσμο όσων κυνηγάμε την τόσο ποθητή σιγουριά· τη σιγουριά που θα μας επιτρέψει να βρούμε (τι μεγάλο ψέμα!) την ψυχική ηρεμία.

Όταν ήμασταν παιδιά είχαμε αθωότητα. Τι μας συνέβη, λοιπόν; Τι συνέβη σε όλο τον κόσμο;

Όταν ήμασταν παιδιά, είχαμε αθωότητα και μας ήταν φυσικό να εκφράζουμε αγάπη. Τι μας συνέβη, λοιπόν; Τι συνέβη σε όλο τον κόσμο;

Η απάντηση είναι ότι όταν είμαστε παιδιά, οι ενήλικοι έχουν ήδη την ψυχική ασθένεια, η οποία είναι πολύ μεταδοτική. Πώς μας τη μεταδίδουν; Μας μαθαίνουν να είμαστε σαν εκείνους. Έτσι μεταδίδουμε την ασθένεια στα παιδιά μας και έτσι μας μόλυναν με αυτή οι γονείς, οι δάσκαλοι, τα μεγαλύτερα αδέρφια μας, ολόκληρη η κοινωνία των ασθενών. Μας τράβηξαν την προσοχή και μας έβαλαν πληροφορίες στο μυαλό μέσω της επανάληψης. Έτσι μαθαίνουμε. Έτσι προγραμματίζουμε το ανθρώπινο μυαλό.

Το πρόβλημα είναι το πρόγραμμα, οι πληροφορίες που αποθηκεύσαμε στο μυαλό μας. Τραβώντας την προσοχή τους, μαθαίνουμε στα παιδιά μια γλώσσα και πώς να διαβάζουν, να συμπεριφέρονται και να ονειρεύονται. Τα εξημερώνουμε όπως ακριβώς εξημερώνουμε έναν σκύλο ή οποιοδήποτε άλλο ζώο: μέσω της τιμωρίας και της ανταμοιβής. Αυτό είναι απολύτως φυσιολογικό. Αυτό που αποκαλούμε διαπαιδαγώγηση δεν είναι τίποτα παραπάνω από εξημέρωση του ανθρώπου.

Φοβόμαστε την τιμωρία, αλλά, αργότερα, φοβόμαστε ότι δεν θα πάρουμε ανταμοιβή, ότι δεν είμαστε αρκετά καλοί για τους γονείς, τα αδέρφια ή τον δάσκαλό μας. Έτσι γεννιέται η ανάγκη της αποδοχής. Προηγουμένως, δεν μας ενδιέφερε αν μας αποδέχονταν ή όχι. Οι απόψεις των άλλων δεν ήταν σημαντικές, κι αυτό γιατί απλά θέλαμε να παίζουμε και να ζούμε τη στιγμή.

Ο φόβος ότι δεν θα ανταμειφθούμε μετατρέπεται σε φόβο της απόρριψης. Ο φόβος ότι δεν είμαστε αρκετά καλοί μας ωθεί να προσπαθήσουμε να αλλάξουμε, να δημιουργήσουμε μια εικόνα του εαυτού μας. Έπειτα προσπαθούμε να παρουσιάσουμε αυτή την εικόνα τού πώς θα ήθελαν οι άλλοι vα είμαστε, απλά για να γίνουμε αποδεκτοί, απλά για να πάρουμε την ανταμοιβή. Μαθαίνουμε να προσποιούμαστε ότι είμαστε κάτι που δεν είμαστε και εξασκούμαστε στο να γίνουμε κάτι διαφορετικό, ώστε να είμαστε καλοί για τους γονείς, τον δάσκαλο, τη θρησκεία μας ή οποιονδήποτε άλλο. Εξασκούμαστε συνεχώς και γινόμαστε δεξιοτέχνες στο να είμαστε κάτι άλλο από τον πραγματικό μας εαυτό.

Σύντομα ξεχνάμε ποιοι είμαστε πραγματικά και αρχίζουμε να ζούμε ως εικόνες του εαυτού μας. Δεν δημιουργούμε μόνο μια εικόνα, αλλά πολλές διαφορετικές, αναλόγως με τις κατηγορίες ανθρώπων που συναναστρεφόμαστε. Αρχικά δημιουργούμε μια εικόνα στο σπίτι και μια άλλη στο σχολείο και όταν μεγαλώνουμε δημιουργούμε ακόμη περισσότερες.

Το ίδιο ισχύει και για μια συνηθισμένη σχέση μεταξύ ενός άντρα και μιας γυναίκας. Η γυναίκα έχει μια εξωτερική εικόνα που προσπαθεί να παρουσιάσει στους άλλους, αλλά όταν είναι μόνη της έχει άλλη εικόνα για τον εαυτό της. Κι ο άντρας έχει μια εξωτερική και μια εσωτερική εικόνα. Όταν είναι πια ενήλικοι, η εσωτερική και η εξωτερική εικόνα. Έτσι, σε μια σχέση μεταξύ άντρα και γυναίκας υπάρχουν τουλάχιστον τέσσερις εικόνες. Πώς είναι, λοιπόν, δυνατόν να μάθουν πραγματικά ο ένας τον άλλο; Δεν είναι. Το μόνο που μπορούν να κάνουν είναι να προσπαθήσουν να κατανοήσουν την εικόνα. Όμως, υπάρχουν κι άλλες εικόνες που πρέπει να αναφέρουμε.

Όταν ένας άντρας γνωρίζει μια γυναίκα, δημιουργεί μια εικόνα για εκείνη από τη δική του οπτική, και το ίδιο κάνει κι η γυναίκα για τον άντρα. Έπειτα προσπαθούν να βάλουν τον άλλο στο καλούπι της εικόνας που έφτιαξαν για εκείνον. Τώρα υπάρχουν ανάμεσά τους έξι εικόνες που τους χωρίζουν. Φυσικά, λένε ψέματα ο ένας στον άλλο ακόμη κι αν δεν το συνειδητοποιούν. Η σχέση τους βασίζεται στον φόβο και στο ψέμα. Δεν βασίζεται στην αλήθεια, επειδή δεν μπορούν να δουν μέσα από την ομίχλη.

Ο ΕΡΥΜΑΝΘΙΟΣ ΚΑΠΡΟΣ

Η αρχική περιοχή της Αρτέμιδος, το χοροστάστι της απάνω στις σπαθωτές  βουνοπλαγιές και το αγαπημένο της βουνό, όπως ο Ταΰγετος, ήταν ο Ερύμανθος στη νοτιοδυτική γωνία της Αρκαδίας, όπου συνορεύει με την Αχαΐα και την Ήλιδα. Εκεί στάλθηκε ο Ηρακλής με την τέταρτη εντολή: να πιάση τον κάπρο. Όταν η θεά οργισμένη έστρεφε το πρόσωπό της σε μια χώρα, όπως στην Ιστορία του Μελεάγρου, έστελνε έναν μανιασμένο κάπρο, που κατάστρεφε τους αγρούς των χωρικών. Γι’ αυτό δεν αναφέρεται τίποτα εδώ, μόνο ότι οι κάτοικοι της Ψωφίδος παραπονιούνταν για τον Ερυμάνθιο κάπρο. Αλλά δεν ήταν αυτός πάλι ο λόγος που ο Ηρακλής έπρεπε να τον πιάση ζωντανό και να τον φέρη στις Μυκήνες. Στους γεωργούς θ’ αρκούσε, αν σκότωνε το ζώο.

Ο ήρωας περιπλανήθηκε κι αυτή τη φορά σ’ όλη την Αρκαδία κι έφτασε πρώτα στα δάση της Φολόης, του οροπεδίου ανάμεσα στην κοιλάδα του Αλφειού και στον Ερύμανθο. Σ’ αυτή την περιοχή κατοικούσαν οι Κένταυροι, που είχαν την ίδια φύση και τις ίδιες συνήθειες όπως οι ζωώδεις αντίπαλοι των Λαπιθών στη Θεσσαλία.  Υπήρχαν επίσης και Λαπίθαι στα γύρω, με τους οποίους δεν είχε καμιά δουλειά ο Ηρακλής. Φιλοξενήθηκε εγκάρδια από τον Κένταυρο Φόλο, που κατοικούσε δω σε μια σπηλιά. Ο οικοδεσπότης του πρόσφερε ψητό κρέας, ενώ ο ίδιος έτρωγε ωμό.  Σύμφωνα με μια διήγηση, ήταν μαζί τους και ο σοφός Κένταυρος Χείρων, ο πιο δίκαιος ανάμεσα στους Κενταύρους. Ο Χείρων είχε αποτραβηχτή από τους Θεσσαλούς Λαπίθας στην Πελοπόννησο και, αντί να κατοική στο Πήλιο, κατοικούσε στο Ακρωτήριο Μαλέα. Ζήτησε άραγε ο Ηρακλής κρασί, ή ήταν κι αυτό μέσα στη φιλοξενία του Φόλου; Άνοιξε το κοινό κρασί των Κενταύρων, που ο Φόλος το φύλαγε σ’ ένα μεγάλο πιθάρι.

Αυτό το κρασί θα πρέπη να ήταν δώρο του Διονύσου προορισμένο απ’τον ίδιο το θεό για τον ήρωα. Ήταν ένα επικίνδυνο δώρο, που τη φύση του δεν την ήξεραν προφανώς οι Κένταυροι. Παλιοί αγγειογράφοι παριστάνανε μ’ ευχαρίστηση τη σκηνή, πως ο Ηρακλής άντλησε πρώτος από το μεγάλο βαρέλι.

Το άρωμα του κρασιού δελέασε τώρα και τους άλλους Κενταύρους, και το κενταυρικό συμπόσιο μεταβλήθηκε σε λίγο σε κενταυρική μάχη, που πάλι παρουσίαζαν ευχαρίστως οι καλλιτέχνες και οι αφηγητές. ‘Ισχυρίστηκαν ότι η μάχη απλώθηκε από το βουνό Φολόη μέχρι τη σπηλιά του Χείρωνος στο ακρωτήριο Μαλέα. Μέχρις εκεί θα κυνήγησε ο Ηρακλής με τα δηλητηριασμένα βέλη του τους Κενταύρους. Ένα βέλος, προορισμένο για τον Έλατο, αστόχησε και χτύπησε τον θεϊκό Χείρωνα. Μάταια προσπάθησε ο ήρωας να τον γιατρέψει με χειρονικά γιατρικά: το δηλητήριο της Ύδρας ήταν πολύ δραστικό.

Τραυματισμένος στο γόνατο ο Χείρων, δεν μπορούσε ούτε να γίνη καλά, αλλά ούτε και να πεθάνη. Έτσι αποτραβήχτηκε με την αγιάτρευτη πληγή του στη σπηλιά του και βασανιζόταν εκεί, μέχρι που μπόρεσε, αντί για τον βασανιζόμενο Προμηθέα, να προσφέρη στο Δία τον εαυτό του. Έτσι πέθανε ο Χείρων και λυτρώθηκε ο Προμηθεύς. Από ένα βέλος του Ηρακλέους πέθανε επίσης ο καλός Φόλος μ’ αυτό τον τρόπο: τράβηξε το δηλητηριασμένο βέλος από κάποιο πτώμα Κενταύρου κι απορούσε πως ένα τόσο μικρό πράγμα μπόρεσε να θανατώση ένα τόσο μεγάλο πλάσμα. Τότε το βέλος έπεσε στο πόδι του και σκότωσε και τον ίδιο. Ο Ηρακλής όμως έθαψε το φίλο του και πήρε το δρόμο για τον Ερύμανθο.

Εκεί καταδίωξε τον κάπρο από την κρυψώνα του. Τον παράσυρε στα χιόνια της κορυφής, τον έπιασε με μια θηλιά κι έριξε το ζώο στους ώμους του. Μετά τράβηξε για τις Μυκήνες, παίρνοντας και το ζώο μαζί του. Τότε ακολούθησε η από παλιά γνωστή σκηνή, που οι αγγειογράφοι απεικόνιζαν πάλι μ’ ευχαρίστηση. Ο ήρωας, με τ’ αγριογούρουνο στην πλάτη, πάτησε με το ένα του πόδι στην άκρη του υποχθόνιου πιθαριού, όπου είχε γλιστρήσει ο Ευρυσθεύς. Βλέπει κανείς μόνο τα κεφάλι και τα χέρια του φοβητσιάρη. Τόσο τρόμαξε, όταν είδε τον κάπρο, λες κι έβλεπε το θάνατο.

Γιατί βλέπω πολλούς ανθρώπους, οι οποίοι μ’ όλο που διαθέτουν πάρα πολλά χρήματα, θεωρούν τον εαυτό τους τόσο φτωχό

ΞΕΝΟΦΩΝ, Συμπόσιον ΙΙΙ 8
Τί γάρ σύ, εἶπεν [ὁ Καλλίας], ἐπί τίνι μέγα φρονεῖς, ὦ Ἀντίσθενες; Ἐπί πλούτω, ἔφη.Ὁ μέν δή Ἑρμογένης ἀνήρετο εἰ πολύ εἴη αὐτῶ ἀργύριον. Ὁ δέ ἀπώμοσε μηδέ ὀβολόν. Ἀλλά γῆν πολλήν κέκτησαι; Ἴσως ἄν, ἔφη, Αὐτολύκῳ τούτῳ ἱκανή γένοιτο ἐγκονίσασθαι.

Και συ λοιπόν, Αντισθένη, είπε ο Καλλίας, για ποιο πράγμα καυχιέσαι; “Για τον πλούτο μου”, είπε αυτός. Τότε ο Ερμογένης τον ρώτησε αν είχε πολλά χρήματα, κι εκείνος πήρε όρκο πως δεν είχε ούτε δεκάρα. “Μήπως έχεις πολύ καλλιεργήσιμη γη;” “Όση θα ήταν αρκετή για να κυλιστεί [πριν από την πάλη] τούτος εδώ ο Αυτόλυκος”, είπε ο Αντισθένης.
ΞΕΝΟΦΩΝ, Συμπόσιο IV 34 – 44.

Έλα λοιπόν, είπε ο Σωκράτης, λέγε μας πάλι πώς συμβαίνει, Αντισθένη, ενώ έχεις τόσο μικρή περιουσία, να καυχιέσαι για πλούτο.

“Διότι είμαι της γνώμης, φίλοι, ότι τον πλούτο και την φτώχεια οι άνθρωποι δεν τα έχουν στο σπίτι αλλά στην ψυχή τους. Γιατί βλέπω πολλούς ανθρώπους, οι οποίοι μ’ όλο που διαθέτουν πάρα πολλά χρήματα, θεωρούν τον εαυτό τους τόσο φτωχό, ώστε καταβάλλουν κάθε προσπάθεια και διακινδυνεύουν τα πάντα προκειμένου να αποκτήσουν περισσότερα· και ξέρω και αδέλφια που αν και κληρονόμησαν ίσα μερίδια ωστόσο ο ένας από αυτούς έχει όσα του χρειάζονται για να ζει και επιπλέον κάποιο περίσσευμα, ενώ ο άλλος στερείται τα πάντα.

Ακούω επίσης για κάποιους τυράννους πως έχουν τέτοια δίψα για λεφτά, ώστε κάνουν πράγματα πολύ χειρότερα κι από τους πιο απένταρους. Γιατί, φυσικά, είναι η ανέχεια που κάνει άλλους να κλέβουν, άλλους να γίνονται διαρρήκτες, άλλους να γίνονται σωματέμποροι· ενώ υπάρχουν κι ορισμένοι τύραννοι που καταστρέφουν ολόκληρες οικογένειες, σκοτώνουν αμέτρητους ανθρώπους, συχνά μάλιστα υποδουλώνουν κι ολόκληρες πολιτείες για τα λεφτά. Αυτούς εγώ τους οικτείρω, και πάρα πολύ, για την πολύ βαριά τους αρρώστια. Μου δίνουν την εντύπωση πως έχουν πάθει ότι κι ένας άνθρωπος με μεγάλη περιουσία, ο οποίος αν και τρώει πολύ, δεν χορταίνει ποτέ.

Όσο για μένα έχω τόσα που κι εγώ ο ίδιος με δυσκολία τα βρίσκω· ωστόσο υπάρχουν αρκετά για να τρώγω ώστε να μην πεινάω και να πίνω ώστε να μην διψώ και να είμαι ντυμένος ώστε όταν είμαι έξω να μην τρέμω από το κρύο περισσότερο απ’ ότι τούτος εδώ ο πάμπλουτος Καλλίας.

Κι όταν βρεθώ στο σπίτι, οι τοίχοι μού φαίνονται σαν πολύ ζεστά ρούχα, τα ταβάνια σαν πολύ χοντρά πανωφόρια, κι η κρεβατόστρωσή μου είναι τόσο επαρκής που δυσκολεύομαι να σηκωθώ από το κρεβάτι. Αν καμιά φορά το σώμα μου νιώσει την ανάγκη να πλαγιάσει με γυναίκα, αρκούμαι σε τέτοιον βαθμό σε ό,τι υπάρχει μπροστά μου, ώστε σ’ όποιες πηγαίνω με γλυκοφιλούν, γιατί κανένας άλλος δεν θέλει να τις πλησιάσει.

Κι όλα αυτά μου φαίνονται έτσι γλυκά, που κάνοντάς τα δεν θα μπορούσα να ευχηθώ να δοκιμάσω μεγαλύτερη χαρά αλλά μάλλον μικρότερη· τόσο πολύ έχω την εντύπωση πως ορισμένα από αυτά είναι πιο ευχάριστα κι απ’ ό,τι θα με συνέφερε. Αλλά πιο σημαντικό κτήμα μέσα στα πλούτη μου θεωρώ τούτο: ότι αν μου αφαιρούσε κάποιος κι αυτά που έχω τώρα, δεν βλέπω να είναι καμιά δουλειά τόσο εξευτελιστική που να μην μου εξασφαλίζει αρκετή τροφή.

Γιατί όποτε νιώσω την ανάγκη να απολαύσω κάτι, δεν παίρνω από την αγορά ακριβά πράγματα – έρχονται, βλέπεις, πανάκριβα – αλλά τα βγάζω μέσα από την ψυχή μου. Κι υπάρχει πολύ μεγάλη διαφορά ως προς την ηδονή, όταν αγγίζω κάτι, αφού πρώτα περιμένω να νιώσω την ανάγκη γι’ αυτό, απ’ ότι όταν δοκιμάζω κάποιο ακριβό πράγμα, έτσι επειδή έτυχε – όπως τώρα δα που πίνω αυτό το θασίτικο κρασί χωρίς να αισθάνομαι δίψα.

Αλήθεια όμως, είναι φυσικό, όσοι έχουν προσανατολιστεί περισσότερο στη λιτότητα παρά στα πολλά λεφτά, να είναι πιο δίκαιοι άνθρωποι. Γιατί όσοι πιστεύουν ότι αυτά που οι ίδιοι έχουν είναι με το παραπάνω αρκετά, ελάχιστα ορέγονται όσα έχουν οι άλλοι.

Κι αξίζει ακόμη να καταλάβει κανείς ότι ένας τέτοιος πλούτος κάνει τους ανθρώπους γενναιόδωρους. Γιατί και τούτος εδώ ο Σωκράτης, στον οποίο οφείλω αυτό τον πλούτο, μου πρόσφερε μια βοήθεια όχι περιορισμένη και με μέτρο, αλλά ό,τι μπορούσα να το κρατήσω μου το έδινε· κι εγώ τώρα δεν φθονώ κανέναν, αλλά τον θησαυρό που έχω στην ψυχή μου τον δείχνω σ’ όλους τους φίλους και τον προσφέρω σ’ όποιον τον θέλει.

Και το πιο περίκομψο κτήμα μου: το βλέπετε πως πάντα έχω ελεύθερο χρόνο, ώστε και να βλέπω όσα αξίζουν να τα βλέπει κανείς, και να ακούω όσα αξίζουν να τα ακούει και – πράγμα που εγώ το θεωρώ πολύτιμο – να περνώ απερίσπαστος την ημέρα μου μαζί με τον Σωκράτη.

Κι αυτός πάλι δεν θαυμάζει όσους έχουν πολύ χρυσάφι, αλλά συναναστρέφεται αυτούς που του είναι αρεστοί”.

Αυτά είπε ο Αντισθένης.

Ένα πράγμα είναι να φέρεις την ψυχή να δεχθεί τέτοιες ιδέες· άλλο πράγμα είναι να συνδυάσεις θεωρία και πράξη

Περί της αρετής

Μας συμβαίνει – και σε μας ακόμα – που δεν είμαστε παρά εξαμβλώματα ανθρώπων, να εξυψώσουμε καμιά φορά την ψυχή μας πέρα από τη συνήθη κατάστασή της, όταν οι λέξεις ή τα παραδείγματα άλλων ανθρώπων την αφυπνίσουν. Αυτό όμως είναι ένα είδος πάθους που την παρακινεί, την αναστατώνει και την συναρπάζει κάπως έξω από τον εαυτό της. Γιατί μόλις περάσει αυτός ο ανεμοστρόβιλος, βλέπουμε πως η ψυχή χαλαρώνει και ηρεμεί αυθορμήτως, αν όχι ως το τελευταίο σκαλοπάτι, τουλάχιστον σε χαμηλότερο σκαλοπάτι από εκείνο που βρισκόταν πριν, έτσι που μπορεί να εξωθήσουμε τον εαυτό μας στην οργή, λίγο πολύ όπως κάθε κοινός άνθρωπος, για την απώλεια ενός γερακιού ή επειδή ένα ποτήρι έσπασε.

Εκτός από μια τεταγμένη συμπεριφορά, εκτός από τη μετριοπάθεια και τη σταθερότητα, θεωρώ πως όλα μπορούν να γίνουν, ακόμα και από έναν άνθρωπο που γενικώς είναι ατελής και ελλειπής. Γι’ αυτόν το λόγο, λένε οι σοφοί, προκειμένου να κρίνεις όπως πράγματι αρμόζει έναν άνθρωπο, πρέπει να ελέγξεις τις πεζές πράξεις του και να τον συλλάβεις εξαπίνης στην καθημερινή του αμφίεση.

Ο Πύρρων, εκείνος που αναγόρευσε την άγνοια σε μια τόσο ευχάριστη επιστήμη, προσπάθησε, όπως όλοι οι άλλοι αληθινοί φιλόσοφοι, να συμμορφώσει τη ζωή του με τις ιδέες που είχε αναπτύξει. Και επειδή επέμενε πως η αδυναμία της ανθρώπινης κρίσης είναι τόσο ακραία, ώστε δεν είναι σε θέση να συνταχθεί ή να κλίνει προς κάποιο μέρος και ήθελε να την έχει αέναα να κρέμεται ισοζυγισμένη, θεωρώντας και αποδεχόμενη όλα τα πράγματα ως “αδιάφορα”, διηγούνται πως διατηρούσε πάντα την ίδια όψη και έκφραση.

Αν είχε αρχίσει μια κουβέντα, δεν παρέλειπε να την αποτελειώσει, ακόμα και αν εκείνος στον οποίο μιλούσε, είχε αποχωρήσει· αν πήγαινε κάπου, δεν άλλαζε το δρόμο του, όποιο εμπόδιο και αν παρουσιαζόταν, γλιτώνοντας από γκρεμούς, από χτυπήματα αμαξιών και άλλα ατυχήματα χάρη στους φίλους του. Γιατί ο φόβος ή η αποφυγή κάποιου πράγματος θα σήμαιναν πως ερχόταν σε σύγκρουση με τις προτάσεις του, οι οποίες αφαιρούσαν, ακόμα και από τις αισθήσεις, κάθε επιλογή και βεβαιότητα. Κάποια φορά άντεξε με τέτοια σταθερότητα να του κάνουν τομή και να τον καυτηριάσουν, ώστε δεν είδαν ούτε καν να τρεμοπαίζουν τα μάτια του.

Ένα πράγμα είναι να φέρεις την ψυχή να δεχθεί τέτοιες ιδέες· άλλο πράγμα είναι να συνδυάσεις θεωρία και πράξη. Πάντως, αυτό δεν είναι αδύνατο. Εκείνο όμως που είναι σχεδόν απίστευτο να καταφέρεις είναι να συνδυάσεις θεωρία και πράξη με τέτοια επιμονή και σταθερότητα, ώστε από αυτόν το συνδυασμό να καθορίσεις την καθημερινή πορεία της ζωής σου με ενέργειες τόσο απομακρυσμένες από την κοινή πρακτική.

Να γιατί ο Πύρρων, όταν τον βρήκαν κάποτε στο σπίτι του να μαλώνει έντονα με την αδερφή του και τον μέμφθηκαν πως είχε ξεχάσει όλα τα σχετικά με τη θεωρία του της “αδιαφορίας”, είπε: “Τι; Πρέπει λοιπόν ακόμα και ετούτο το γύναιο να χρησιμεύει ώστε να αποδεικνύονται οι κανόνες μου;” Μιαν άλλη φορά που τον είδαν να υπερασπίζεται τον εαυτό του από ένα σκυλί, είπε: “Είναι πολύ δύσκολο να παραμερίσεις τελείως τον άνθρωπο· και πρέπει να ορίσουμε πως χρέος μας είναι να προσπαθήσουμε να καταπολεμήσουμε τα πράγματα, πρώτα με τις πράξεις, αλλά, αν το πράγμα φτάσει στο χειρότερο, με λογική και επιχειρήματα”.

[Ἀκόλουθος δ’ ἦν καί τῶ βίω, μηδέν ἐκτρεπόμενος μηδέ φυλαττόμενος, ἄπαντα ὑφιστάμενος, ἁμάξας, εἰ τύχοι, καί κρημνούς καί κύνας καί ὅλως μηδέν ταῖς αἰσθήσεσιν ἐπιτρέπων. Σώζεσθαι μέντοι… ὑπό τῶν γνωρίμων παρακολουθούντων. Καί χολήσας τι περί τῆς ἀδερφῆς… πρός τόν ἐπιλαμβανόμενον εἰπεῖν ὡς οὐκ ἐν γυναίῳ ἡ ἐπίδειξις τῆς ἀδιαφορίας. Καί κυνός ποτ’ ἐπενεχθέντος διασοβηθέντα εἰπεῖν πρός τόν αἰτιασάμενον, ὡς χαλεπόν εἴη ἐκδῦναι τόν ἄνθρωπον· διαγωνίζεσθαι δ’ ὡς οἷόν τε πρῶτον μέν τοῖς ἔργοις πρός τά πράγματα, εἰ δέ μή, τῶ γε λόγω. Φασί δέ σηπτικῶν φαρμάκων καί τομῶν καί καύσεων ἐπί τινος ἔλκους αὐτῶ προσενεχθέντων, ἀλλά μηδέ τά ὀφρῦς συναγαγεῖν.] (ΔΙΟΓΕΝΗΣ ΛΑΕΡΤΙΟΣ, Πύρρων, Θ’, 62,66,67)

Φακοί ενεργού πλάσματος που υπόσχονται μικρότερους επιταχυντές

Διεθνής ομάδα έκανε σημαντική πρόοδο προς περισσότερο συμπαγείς επιταχυντές, επιδεικνύοντας ότι οι δέσμες μπορούν να εστιαστούν μέσω μιας τεχνικής που ονομάζεται εστίαση ενεργού πλάσματος χωρίς τη μείωση της ποιότητας της δέσμης. Η κατασκευή μικρότερων επιταχυντών σωματιδίων αποτελεί ένα στόχο της κοινότητας των επιταχυντών σωματιδίων για δεκαετίες, τόσο για τη βασική έρευνα όσο και για εφαρμογές όπως η ραδιοθεραπεία. Επιπροσθέτως για τους νέους μηχανισμούς επιτάχυνσης, μικρότεροι επιταχυντές απαιτούν καινοτόμους τρόπους για την εστίαση σωματιδιακών δεσμών.

Φακός ενεργού πλάσματος κατά την εκφόρτιση σε ήλιο (αριστερά) και σε αργό (δεξιά). Credit: CLEAR.
 
Η εστίαση ενεργού πλάσματος χρησιμοποιεί ένα μεγάλο ηλεκτρικό ρεύμα για να δημιουργήσει ισχυρά μαγνητικά πεδία σε πλάσμα που μπορεί να εστιάσει δέσμες υψηλής ενέργειας σε αποστάσεις εκατοστόμετρων, μάλλον παρά σε αποστάσεις μέτρων όπως συμβαίνει στην περίπτωση συμβατικών τεχνικών που βασίζονται σε μαγνήτες. Ωστόσο, το μεγάλο ρεύμα θερμαίνει επίσης το πλάσμα, θερμαίνοντας ειδικά το κέντρο των φακών. Αυτή η θερμοκρασιακή διαβάθμιση οδηγεί σε ένα μη γραμμικό μαγνητικό πεδίο, μια εκτροπή, που υποβαθμίζει την ποιότητα της σωματιδιακής δέσμης.

Χρησιμοποιώντας μια υψηλής ποιότητας ηλεκτρονιακή δέσμη 200 MeV στις εγκαταστάσεις CLEAR (Linear Electron Accelerator for Research) στο CERN (μικρή εικόνα), ο Carl A Lindstrøm του Πανεπιστημίου του Oslo, στη Νορβηγία και οι συνεργάτες του πρόσφατα πραγματοποίησαν την πρώτη άμεση μέτρηση αυτής της εκτροπής σε ένα φακό ενεργού πλάσματος, βρίσκοντας ότι είναι σύμφωνη με τη θεωρία. Πιο σημαντικό, ανακάλυψαν ότι αυτή η εκτροπή μπορεί να ελέγχεται με απλή αλλαγή του αερίου που χρησιμοποιείται για να δημιουργηθεί το πλάσμα, από ένα ελαφρύ αέριο (ήλιο) σε ένα βαρύτερο αέριο (αργό). Αλλάζοντας το αέριο επιβραδύνεται η μεταφορά θερμότητας έτσι που εκτροπή δεν έχει χρόνο να διαμορφωθεί, με αποτέλεσμα την ιδανική, χωρίς υποβάθμιση εστίαση. Αυτό, σύμφωνα με την ομάδα, αντιπροσωπεύει ένα σημαντικό βήμα προς την κατεύθυνση να καταστήσει τους φακούς ενεργού πλάσματος συστατικό ενός τυπικού επιταχυντή στο μέλλον.

Αρχαϊκή Επική Ποίηση: Όμηρος και ιστορία - Η «ημαθόεις» Πύλος

Η Πύλος είναι το μυκηναϊκό κέντρο της Μεσσηνίας στην Πελοπόννησο. Στα ομηρικά έπη η αναφορά στην Πύλο συνοδεύεται πάντοτε από το στερεότυπο επίθετο «ημαθόεις», που σημαίνει «αμμώδης». Θεωρείται το βασίλειο του γεροντότερου, με την παροιμιώδη σοφία Μυκηναίου ηγεμόνα, του Νέστορα. Η αρχαιολογική έρευνα υπό τον Αμερικανό αρχαιολόγο Κ. Μπλέγκεν (Carl Blegen), ο οποίος ανέσκαψε και στην Τροία, και τον Έλληνα Κ. Κουρουνιώτη εντόπισε το 1939, στον λόφο του Επάνω Εγκλιανού κοντά στη σημερινή Πύλο του νομού Μεσσηνίας στην Πελοπόννησο, ένα ανάκτορο της μυκηναϊκής εποχής. Το ανάκτορο αυτό, αν και δεν ήταν σε κάποια αμμουδερή ακτή, συνδέθηκε από τους ερευνητές του, σύμφωνα και με τις ερμηνευτικές προσεγγίσεις της εποχής που επιδίωκαν την ιστορική επιβεβαίωση των επών, με τον Νέστορα και την επικράτειά του.
 
Το ανάκτορο άκμασε στον 13ο αι. π.Χ., αλλά τμήμα του (νοτιοδυτικό κτίριο) λειτουργούσε από τον 14ο αι. π.Χ. Καταστράφηκε στα τέλη του 13ου ή στις αρχές του 12ου αι. π.Χ. από πυρκαγιά. Θολωτοί τάφοι, αλλά και οικισμοί και νεκροταφεία που εντοπίστηκαν κοντά στο ανάκτορο παραπέμπουν στην παρουσία ενός μυκηναϊκού κέντρου.
 
Η μυθολογία συνδέει την ίδρυση της Πύλου με τον Νηλέα, δίδυμο αδελφό του βασιλιά της Ιωλκού Πελία, γνωστού από τον μύθο του Ιάσονα και της Αργοναυτικής εκστρατείας. Τα αδέλφια φιλονίκησαν και ο Νηλέας κατέφυγε στη Μεσσηνία, όπου ίδρυσε ή, σύμφωνα με άλλες εκδοχές, κατέλαβε την Πύλο. Ήταν τόσο δημοφιλής που ο Όμηρος χαρακτηρίζει την Πύλο ως «πόλη του Νηλέα». Ο γιός του Νέστορας, ο σοφός γέροντας, συμμετείχε στον Τρωικό Πόλεμο που περιγράφεται στην Ιλιάδα. Φιλοξένησε, επίσης, τον Τηλέμαχο, σύμφωνα με την Οδύσσεια, κατά το ταξίδι του τελευταίου όταν αναζητούσε πληροφορίες για τον πατέρα του.
 
Τα ευρήματα από την Πύλο παρουσιάζουν αρκετές ιδιαιτερότητες που απασχόλησαν και απασχολούν την επιστημονική έρευνα. Η πρώτη έκπληξη ήταν η απουσία Κυκλώπειας οχύρωσης γύρω από το ανάκτορο, όπως συμβαίνει με τα περισσότερα γνωστά μυκηναϊκά κέντρα εντός και εκτός Πελοποννήσου, γεγονός που συνδυάστηκε με τη σοφία και την ειρηνοποιό διάθεση του ομηρικού Νέστορα που δεν θα χρειαζόταν να οχυρώσει το ανάκτορό του. Μοναδική, επίσης, είναι η συλλογή πήλινων πινακίδων Γραμμικής Β γραφής που προέρχονται από τους χώρους του ανακτόρου. Η δημοσίευσή τους στη δεκαετία του 1950 βοήθησε στην καλύτερη γνωριμία με τον μυκηναϊκό κόσμο, ύστερα και από την αποκρυπτογράφησή της από τον Βρετανό Μ. Βέντρις (Michael Ventris) το 1952, ο οποίος απέδειξε ότι επρόκειτο για μια ελληνική γραφή.
 
Η καλή διατήρηση του ανακτόρου προσφέρει μια αρκετά ολοκληρωμένη εικόνα για τα ενδιαιτήματα της άρχουσας τάξης, των ηγεμόνων της μυκηναϊκής εποχής. Πρόκειται για ένα συγκρότημα διώροφων κτιρίων, όπως μπορεί να συμπεράνει κανείς από την εύρεση πήλινων σκαλοπατιών. Τα κτίρια που εντοπίστηκαν ήταν διώροφα στα μυκηναϊκά χρόνια σήμερα, διατηρούνται 105 περίπου ισόγεια διαμερίσματα και άλλοι χώροι, οι οποίοι συγκροτούν τέσσερα κύρια κτίρια: Κεντρικό, Νοτιοδυτικό, Βορειοανατολικό και η Αποθήκη Οίνου.
 
Το Κεντρικό Κτίριο θεωρείται ως η βασιλική κατοικία. Το κύριο τμήμα του ακολουθεί το τυπικό σχέδιο ενός μυκηναϊκού Μεγάρου. Ένα Πρόπυλο στα νοτιοανατολικά οδηγεί σε μια αυλή (3) γύρω από την οποία διαμορφώνονται οι χώροι-δωμάτια του Κτιρίου. Το «Μέγαρο» (4-6), αποτελείται από μια πρόστυλη στοά (4), τον πρόδομο (5) και τον δόμο, το κυρίως μέγαρο (6). Το κυρίως μέγαρο θεωρείται ως η επίσημη αίθουσα του ανακτόρου όπου ο βασιλιάς δεχόταν σε ακρόαση τους επισκέπτες του. Στον ανατολικό του τοίχο βρισκόταν ο θρόνος. Η παρουσία ενός αυλακιού δίπλα του θεωρήθηκε ότι εξυπηρετούσε τις τελετουργικές σπονδές που έκανε ο ηγεμόνας του ανακτόρου, αλλά μεγαλύτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η πήλινη κυκλική εστία στο κέντρο της αίθουσας. Περιβαλλόταν από τέσσερις κίονες που στήριζαν το οπαίο άνοιγμα της οροφής, από όπου έβγαινε ο καπνός της, ενώ πιστεύεται ότι είχε πολλαπλές χρήσεις, τόσο πρακτικές (θέρμανση) όσο και συμβολικές - τελετουργικές (προσφορές στους θεούς κ.λπ.).
 
Νεότερες έρευνες δίνουν έμφαση και σε μια διαφορετική λειτουργία του μεγάρου συνδέοντάς το και με ένα χώρο όπου τελούνταν γιορτές, τις οποίες διοργάνωναν οι υψηλοί αξιωματούχοι της μυκηναϊκής κοινωνίας της Πύλου με σκοπό την ενδυνάμωση της εξουσίας του μυκηναίου ηγεμόνα, την επιβεβαίωση των δεσμών μεταξύ των μελών της άρχουσας κοινωνικής τάξης, αλλά και την επίδειξη αυτής της δύναμης προς τον υπόλοιπο λαό (Fox 2009: 67-74).
 
Σε αυτό το πλαίσιο η αυλή 58 μπροστά από το μέγαρο θεωρείται ο χώρος συγκέντρωσης του λαού που λάμβανε μέρος σε αυτές τις γιορτές. Οι τοιχογραφίες των πρώτων δωματίων του μεγάρου που ήταν ορατές από την αυλή, εικονογραφούσαν τη σχέση του λαού που ήταν μαζεμένος έξω από το μέγαρο με τους αξιωματούχους που βρίσκονταν μέσα. Καθώς εκεί βρέθηκαν κομμάτια τοιχογραφιών που παραπέμπουν σε μάχες πιθανολογείται ότι αυτές προπαγάνδιζαν συμβολικά την πολεμική «αρετή» του ηγεμόνα στους υπηκόους του. Στα εσωτερικά δωμάτια του μεγάρου αντίθετα οι τοιχογραφίες ήταν περισσότερο μυστηριακές, «θρησκευτικές» και γενικά «τελετουργικές», κατάλληλες για την πραγματοποίηση του μέρους της γιορτής που αφορούσε τους άρχοντες και τους διοικητικούς αξιωματούχους της Πύλου. Η γνωστή τοιχογραφία του μουσικού μπορεί να εντάσσεται σε μια τέτοια λειτουργία, απεικονίζοντας ένα σημαντικό, όπως προκύπτει και από τον Όμηρο, πρόσωπο που συμμετέχει σε αυτές τις γιορτές, έναν αοιδό ίσως.
 
Γύρω από το Μέγαρο αναπτύσσονταν διάφοροι λειτουργικοί, αλλά και βοηθητικοί χώροι: διάδρομοι, κλιμακοστάσια, αποθήκες σκευών, αλλά κυρίως αποθήκες γεμάτες πιθάρια που περιείχαν, κάποτε, λάδι, καθαρό και αρωματισμένο. Ανάμεσα στα άλλα, το ονομαζόμενο «Δωμάτιο του Λουτρού» έγινε πολύ γνωστό εξαιτίας μιας πήλινης κατασκευής που θεωρήθηκε «ασάμινθος», μπανιέρα δηλαδή, γεγονός που προσδιόρισε και τη χρήση του χώρου ως λουτρού, παρά τις αμφιβολίες που έχουν διατυπωθεί. Σημαντικοί θεωρούνται, επίσης, οι χώροι δίπλα στην είσοδο του Μεγάρου. Χαρακτηρίστηκαν ως «Αρχεία» επειδή εκεί βρέθηκαν ψημένες λόγω της πυρκαγιάς, ολόκληρες ή σε σπαράγματα, πάνω από χίλιες πήλινες πινακίδες της Γραμμικής Β γραφής, οι οποίες περιείχαν πληροφορίες για την οικονομική, την κοινωνική και τη θρησκευτική ζωή του ανακτόρου, λίγο πριν από την καταστροφή του από τη φωτιά.
 
Το Νοτιοδυτικό Κτίριο που ανοίγεται προς την αυλή 63 θεωρείται παλαιότερο του κεντρικού κτιρίου. Ήταν, όμως, σε χρήση και τον 13ο αι. π.Χ., ενόσω λειτουργούσε και το τελευταίο. Κάποια από τα δωμάτιά του ταυτίστηκαν με σκευοθήκη (63), όπου βρέθηκε πλήθος μαγειρικών σκευών, με επίσημες αίθουσες, όπως ο προθάλαμος (64) και ο χώρος με τέσσερις ή έξι εσωτερικούς κίονες (65), με ένα υποτιθέμενο λουτρό (78) και με μια αποθήκη κρασιού (82) στα βόρεια.
 
Το Βορειοανατολικό Κτίριο που φαίνεται προσκολλημένο στα βόρεια του ανακτόρου ( αποτέλεσε αντικείμενο ιδιαίτερης μελέτης. Διακρίνονται ένα προστώο (94) με μια μικρή αυλή (92) μπροστά του και ένας διάδρομος (95) που οδηγεί σε έξι δωμάτια, ανάμεσα στα οποία αναγνωρίστηκαν ένα ιερό (93), μια αποθήκη (98), ένα εργαστήριο (99) και μια οπλοθήκη (100). Στον τελευταίο χώρο, ανάλογο του οποίου φαίνεται πως υπάρχει και στο μυκηναϊκό ανάκτορο των Θηβών, βρέθηκαν εκατοντάδες χάλκινες αιχμές βελών, ενώ από το εργαστήριο προέρχονται 56 πινακίδες Γραμμικής Β που αναφέρονται σε προμήθειες χαλκού ή δερμάτων και επισκευές ανάλογων αντικειμένων, όπως όπλων και αρμάτων. Σε μια από τις επιγραφές διαβάστηκε, μετά την αποκρυπτογράφηση της Γραμμικής Β το 1952, το όνομα της «Πότνιας Ιππίας» (Αθηνάς;), γεγονός που οδήγησε στη σύνδεση του χώρου με θρησκευτική προστασία η οποία παρεχόταν από μια από τις κύριες θεότητες του αρχαίου ελληνικού δωδεκάθεου, η οποία λατρευόταν και στα μυκηναϊκά χρόνια. Το Βορειανατολικό Κτίριο θεωρήθηκε αρχικά από τον πρώτο ανασκαφέα Μπλέγκεν (C. Blegen), και με βάση τα ευρήματά του ως εργαστήριο, αλλά νεότερες έρευνες τείνουν να το ταυτίζουν με ένα τμήμα του ανακτόρου όπου αποδεικνύεται ο κύριος ρόλος του ως κέντρου συλλογής, αποθήκευσης και αναδιανομής προϊόντων, αλλά και τεχνουργημάτων, τελειωμένων, δηλαδή, αντικειμένων (Bendall 2003).
 
Εκτός από τις αποθήκες του λαδιού που βρίσκονταν στο πίσω μέρος του Μεγάρου εντοπίστηκε στα βόρεια μια μεγάλη αποθήκη (χώροι 104 και 105 στην εικ. 4.32α), η οποία περιείχε 35 πιθάρια  διευθετημένα σε σειρές. Από αυτόν τον χώρο των πιθαριών (105) προήλθαν 60 περίπου πήλινα σφραγίσματα σε ένα από τα οποία διαβάστηκε το ιδεόγραμμα της Γραμμικής Β για το κρασί Θεωρήθηκε, έτσι, πως η αποθήκη αυτή προοριζόταν για ανάλογη χρήση.
 
Το ανάκτορο της Πύλου είναι αυτό που συνδέεται, συνήθως, περισσότερο με τα ομηρικά έπη. Πέρα από τη συσχέτισή του με τον Νέστορα κάποιοι ερευνητές θεωρούν ότι στην τρίτη ραψωδία της Οδύσσειας, στην ονομαζόμενη «Τηλεμάχεια», οι περιγραφές του Ομήρου έχουν υπόψη τους τούς χώρους του συγκεκριμένου ανακτόρου. Ένα πεζούλι στο Δωμάτιο 10 (Οδύσσεια γ 405-412), η Αποθήκη Οίνου 104 (Οδύσσεια γ 390-392) και το Λουτρό 43 (Οδύσσεια γ, 464-469) φαίνεται να ταιριάζουν με τις περιγραφές των ομηρικών επών (Λώλος 1997: 18-19). Αν προσθέσει κανείς και τη γνωστή τοιχογραφία του μουσικού που μπορεί να συνδεθεί με τους αοιδούς και τους ραψωδούς συμπληρώνεται η εικόνα. Θα πρέπει, όμως, να σημειωθεί, ότι αυτού του είδους οι ταυτίσεις βασίζονται περισσότερο στην εκ των προτέρων πεποίθηση ότι ο Όμηρος περιγράφει με ακρίβεια έναν πραγματικό κόσμο και σε εξωτερικές ομοιότητες πραγμάτων μεταξύ τους, χωρίς να υπάρχει κάποια συστηματική και εκτεταμένη έρευνα.

Κυριακή 16 Δεκεμβρίου 2018

ΔΡΑΜΑΤΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ: ΑΡΙΣΤΟΦΑΝΗΣ - Βάτραχοι (323-371)

ΧΟ. Ἴακχ᾽, ὦ πολυτίμητ᾽ ἐν ἕδραις ἐνθάδε ναίων, [στρ.]
325 Ἴακχ᾽, ὦ Ἴακχε,
ἐλθὲ τόνδ᾽ ἀνὰ λειμῶνα χορεύσων
ὁσίους εἰς θιασώτας,
πολύκαρπον μὲν τινάσσων
περὶ κρατὶ σῷ βρύοντα
330 στέφανον μύρτων, θρασεῖ δ᾽ ἐγκατακρούων
ποδὶ τὰν ἀκόλαστον
φιλοπαίγμονα τιμάν,
335 χαρίτων πλεῖστον ἔχουσαν μέρος, ἁγνήν, ἱερὰν
ὁσίοις μύσταις χορείαν.

ΞΑ. ὦ πότνια πολυτίμητε Δήμητρος κόρη,
ὡς ἡδύ μοι προσέπνευσε χοιρείων κρεῶν.
ΔΙ. οὔκουν ἀτρέμ᾽ ἕξεις, ἤν τι καὶ χορδῆς λάβῃς;

340 ΧΟ. ἔγειρε· φλογέας ἐν χερσὶ γὰρ ἥκει τινάσσων, [ἀντ.]
Ἴακχ᾽, ὦ Ἴακχε,
νυκτέρου τελετῆς φωσφόρος ἀστήρ.
φλογὶ φέγγεται δὲ λειμών·
345 γόνυ πάλλεται γερόντων·
ἀποσείονται δὲ λύπας
χρονίους τ᾽ ἐτῶν παλαιῶν ἐνιαυτοὺς
350 ἱερᾶς ὑπὸ τιμῆς.
σὺ δὲ λαμπάδι φέγγων
προβάδην ἔξαγ᾽ ἐπ᾽ ἀνθηρὸν ἕλειον δάπεδον
χοροποιόν, μάκαρ, ἥβαν.
εὐφημεῖν χρὴ κἀξίστασθαι τοῖς ἡμετέροισι χοροῖσιν,
355 ὅστις ἄπειρος τοιῶνδε λόγων ἢ γνώμην μὴ καθαρεύει,
ἢ γενναίων ὄργια Μουσῶν μήτ᾽ εἶδεν μήτ᾽ ἐχόρευσεν,
μηδὲ Κρατίνου τοῦ ταυροφάγου γλώττης Βακχεῖ᾽ ἐτελέσθη,
ἢ βωμολόχοις ἔπεσιν χαίρει μὴ ᾽ν καιρῷ τοῦτο ποιοῦσιν,
ἢ στάσιν ἐχθρὰν μὴ καταλύει μηδ᾽ εὔκολός ἐστι πολίταις,
360 ἀλλ᾽ ἀνεγείρει καὶ ῥιπίζει κερδῶν ἰδίων ἐπιθυμῶν,
ἢ τῆς πόλεως χειμαζομένης ἄρχων καταδωροδοκεῖται,
ἢ προδίδωσιν φρούριον ἢ ναῦς, ἢ τἀπόρρητ᾽ ἀποπέμπει
ἐξ Αἰγίνης Θωρυκίων ὢν εἰκοστολόγος κακοδαίμων,
ἀσκώματα καὶ λίνα καὶ πίτταν διαπέμπων εἰς Ἐπίδαυρον,
365 ἢ χρήματα ταῖς τῶν ἀντιπάλων ναυσὶν παρέχειν τινὰ πείθει,
ἢ κατατιλᾷ τῶν Ἑκατείων κυκλίοισι χοροῖσιν ὑπᾴδων,
ἢ τοὺς μισθοὺς τῶν ποιητῶν ῥήτωρ ὢν εἶτ᾽ ἀποτρώγει,
κωμῳδηθεὶς ἐν ταῖς πατρίοις τελεταῖς ταῖς τοῦ Διονύσου.
τούτοις αὐδῶ καὖθις ἐπαυδῶ καὖθις τὸ τρίτον μάλ᾽ ἐπαυδῶ
370 ἐξίστασθαι μύσταισι χοροῖς· ὑμεῖς δ᾽ ἀνεγείρετε μολπὴν
καὶ παννυχίδας τὰς ἡμετέρας αἳ τῇδε πρέπουσιν ἑορτῇ.

***
Ο ΧΟΡΟΣ ΤΩΝ ΜΥΣΤΩΝ
Ίακχε εσύ πολυδόξαστε, που έχεις εδώ το λημέρι σου,
Ίακχε, ω Ίακχε,
έλα σ᾽ αυτό το λιβάδι,
έλα να μπεις στο Χορό
του ευλαβικού σου θιάσου·
στην κεφαλή σου ολοτρόγυρα
330 πλούσιο από μύρτα στεφάνι πολύκαρπο ανέμισε
και το χορό για τους όσιους
μύστες με χτύπους εσύ του ποδιού σου
ξέθαρρους, ω Ίακχε, ρύθμισε·
είναι χορός ασυγκράτητος,
είναι χορός παιχνιδιάρης,
όλος ιερότητα, αγνότητα, χάρη.

ΞΑΝ. Σεβάσμια δοξασμένη Περσεφόνη,
γλυκιά ευωδιά από χοίρειο μου ᾽ρθε κρέας.
ΔΙΟ. Λίγο άντερο ίσως πιάσεις, αν σωπάσεις.

340 ΧΟΡ. Ξύπνα· γιατί τους δαυλούς τους φλογόβολους σειώντας στο χέρι του,
Ίακχε, ω Ίακχε,
νά που τ᾽ ολόφωτο αστέρι,
ήρθε της νύχτιας γιορτής.
Φεγγοβολά το λιβάδι·
τώρα σαλεύουν τα γόνατα
ως και των γέρων· τις έγνοιες πετούν από πάνω τους
350 μέσα στην άγια αυτή μέρα
και των μακρόσυρτων χρόνων τους γύρους.
Με τη λαμπάδα εσύ φέγγοντας
βγάλε, ω μακάριε, κι οδήγησε
τη νεολαία τη χορεύτρα
στο νοτερό λουλουδόσπαρτο κάμπο.

Ο ΚΟΡΥΦΑΙΟΣ
Όλοι πρέπει ιερή να κρατήσουν σιωπή·
και μακριά απ᾽ τους Χορούς μας να φύγει
όποιος άπειρος είναι από λόγους ιερούς,
όποιος γνώμη δεν έχει καθάρια,
των τρισεύγενων όποιος Μουσών τελετές
ούτε γιόρτασε κι ούτε τις είδε,
όποιος έμεινε ξένος στους βάκχιους ρυθμούς
του Κρατίνου, ποιητή ταυροφάγου,
τους χυδαίους όποιος στίχους ν᾽ ακούει αγαπά,
που τους λένε σε αταίριαστες ώρες,
όποιος είναι στους άλλους πολίτες στρυφνός,
κι, όταν πέσει διχόνοια στη χώρα,
δεν κοιτά να τη σβήσει, παρά τη φωτιά
360 συδαυλίζει για κέρδος δικό του,
όποιος, όταν την πόλη αγριοκαίρια χτυπούν,
κυβερνήτης αυτός, παίρνει δώρα,
όποιος κάστρο ή καράβια προδίνει, ή κρυφά
— Θωρυκίωνας εισπράχτορας φόρων —
απ᾽ την Αίγινα στέλνει στους έξω αγαθά
που απαγόρεψε η πόλη να βγαίνουν,
στην Επίδαυρο πέρα περνώντας πανιά,
τροπωτήρες δερμάτινες, πίσσα,
ή ενεργεί και φροντίζει να δώσει λεφτά
στων εχθρών μας το στόλο ένας ξένος,
όποιος, παίρνοντας μέρος σε κύκλιους χορούς,
τα ιερά της Εκάτης βρομίζει,
όποιος ρήτορας λέει να κοπεί η αμοιβή
των ποιητών, επειδή τον αφέντη
τον πειράξαν στου Διόνυσου κάποια γιορτή,
που τις έχουμε πάππου προς πάππου.
Τους το λέω μια φορά, τους το λέω κι άλλη μια,
και για τρίτη φορά τους το λέω
370 να τραβήξουν μακριά απ᾽ τους Χορούς των μυστών·
εσείς οι άλλοι τους ύμνους αρχίστε,
οι ολονύχτιες να γίνουνε τώρ᾽ αγρυπνιές
που ταιριάζουν σ᾽ αυτή τη γιορτή μας.

Μορφές και Θέματα της Αρχαίας Ελληνικής Μυθολογίας: ΜΕΙΖΟΝΕΣ ΘΕΟΙ - ΑΡΤΕΜΗ και Αλφειός

Η παρεμβολή της Αρέθουσας

Σύμφωνα με μια εκδοχή του μύθου ο Αλφειός είναι κυνηγός, ερωτευμένος με τη Νύμφη της Αχαΐας Αρέθουσα. Εκείνη, όμως, δεν ανταποκρίθηκε στο ερωτικό του κάλεσμα και για να γλυτώσει από τις οχλήσεις του επίμονου εραστή και την καταδίωξή του, ζήτησε τη βοήθεια της Άρτεμης. Η θεά την τύλιξε σε σύννεφο και την έφερε στην Ορτυγία, νησάκι απέναντι από τις Συρακούσες, όπου τη μεταμόρφωσε σε πηγή. Ο Αλφειός περιπλανιόταν απελπισμένος για το χαμένο έρωτά του, μέχρι που τον λυπήθηκε ο Δίας και τον μεταμόρφωσε στο μεγάλο ποταμό της Πελοποννήσου. Τότε διέσχισε το πέλαγος και έφθασε στη Σικελία, όπου και ενώθηκε με τα νερά της «καλλίρροης» Αρέθουσας.
 
Άλλη παραλλαγή της ερωτικής ιστορίας αναφέρει στη θέση της Αρέθουσας την ίδια την Άρτεμη. Επειδή η θεά αντιστεκόταν στον έρωτά του, ο Αλφειός αποφάσισε να την κλέψει. Την πλησίασε μια μέρα που η Άρτεμη και οι Νύμφες γιόρταζαν κάποια γιορτή στις εκβολές του ποταμού στους Λετρινούς της Ηλείας· όμως η θεά πασάλειψε το πρόσωπό της με λάσπη και ο Αλφειός δεν την αναγνώρισε. Ύστερα την καταδίωξε ως την Ορτυγία, όπου όμως ερωτεύτηκε και μία από τις ακόλουθες της θεάς, την Αρέθουσα -έτσι εξηγείται το γεγονός ότι η Άρτεμη-Αρέθουσα αποτυπωνόταν στα νομίσματα των Συρακουσών. Η Αρέθουσα, υποκατάστατο της θεάς παρθένου, μεταμορφώθηκε σε πηγή και ο Αλφειός από έρωτα ανακάτεψε τα νερά του με τα δικά της. Ο μύθος, στις παραλλαγές του, διαφυλάσσει την παρθενία της Άρτεμης.
 
Μύθοι, φιλολογικές πηγές και αρχαιολογικά ευρήματα συνδέουν τον Αλφειό και την Άρτεμη σε κοινή λατρεία. Σύμφωνα με τον Παυσανία (5.14.6) υπήρχε κοινός βωμός του Αλφειού και της Άρτεμης στην Ολυμπία, ενώ στις Συρακούσες αποκαλύφθηκε ιερό της Άρτεμης, στο οποίο λατρευόταν ως θαλάσσια θεότητα, πιθανόν με το επίθετο Αλφειώα. Εικάζουμε ότι Αρκάδες άποικοι μετέφεραν τη λατρεία της Αλφειώας Άρτεμης στις Συρακούσες και ότι σύντομα συσχέτισαν την κοντινή πηγή Αρέθουσα με τον Αλφειό και ταύτισαν την πηγή με την Άρτεμη.

Η ΕΠΟΧΗ ΤΟΥ ΧΑΛΚΟΥ ΣΤΑ ΝΗΣΙΑ ΤΟΥ ΑΙΓΑΙΟΥ

Η ΧΑΛΚΟΚΡΑΤΙΑ ΣΤΟ ΑΙΓΑΙΟ 

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Το Αιγαίο πέλαγος, η κατάσπαρτη από μικρά και μεγάλα νησιά θάλασσα, που οι αρχαίοι Έλληνες ονόμασαν έτσι από τα μεγάλα του κύματα, τις αίγες, όπως τις έλεγαν, αποτέλεσε πόλο έλξης από την 11η χιλιετία περίπου π.Χ., δεν κατοικήθηκε όμως συστηματικά πριν από τη Νεολιθική εποχή (6800 - 3200 π.Χ.). Η θάλασσα αυτή αποτελεί κατά την εποχή του Χαλκού (3200 - 1050 π.Χ.) την υδάτινη λωρίδα που ενώνει την ηπειρωτική Ελλάδα με τη Μικρά Ασία, και την Κρήτη και το νότιο Αιγαίο με το Βορειοελλαδικό χώρο, τα νότια Βαλκάνια και τον Εύξεινο Πόντο, συνιστώντας έτσι πεδίο έντονων οικονομικών, κοινωνικών και εν γένει πολιτιστικών ζυμώσεων...

Η αναζήτηση και εξεύρεση μετάλλων (χαλκού, άργυρου, μόλυβδου) στις Κυκλάδες και η χρήση κραμάτων ανθεκτικού ορείχαλκου (μπρούντζου) από Ασιατικές πηγές, επιφέρουν από τις αρχές της 3ης χιλιετίας π.Χ. αποφασιστικές αλλαγές στην εργαλειοτεχνία, βελτιώνουν την αγροτική παραγωγή και δίνουν ώθηση στη βιοτεχνία και το εμπόριο. Πρωτεύοντα ρόλο στη διάδοση της τεχνογνωσίας του ορείχαλκου στο κεντρικό και νότιο Αιγαίο έχουν τα νησιά του βορειοανατολικού Αιγαίου, στα οποία, από τις αρχές της Πρώιμης Χαλκοκρατίας, αναπτύσσονται πολυάνθρωποι οικισμοί με πρωτοαστικά χαρακτηριστικά.

Στα αρχαιολογικά κατάλοιπα της Πολιόχνης Λήμνου αναγνωρίζεται η αρχαιότερη πόλη της Ευρώπης με δομές δημοκρατικές, ορατές στην ύπαρξη κοινοτικού χώρου συνεδριάσεων, του λεγόμενου "Βουλευτηρίου". Αποφασιστική είναι η συμβολή των Κυκλάδων στην ανάπτυξη της ναυτιλίας, τη χάραξη νέων θαλάσσιων δρόμων και την πλοκή εμπορικών δικτύων, μέσω των οποίων, έρχονται σε επαφή η ηπειρωτική και παράκτια Ελλάδα, η Μικρά Ασία και τα νησιά, δημιουργώντας από τα μέσα περίπου της 3ης χιλιετίας μια πολιτιστική κοινή, που περιγράφεται εύστοχα με τον όρο "διεθνές πνεύμα".

Οι έμπειροι Κυκλαδίτες ναυτικοί συμπράττουν κατά τη Μέση Χαλκοκρατία (2000 - 1550 π.Χ.) με τη μεγάλη οικονομική δύναμη της περιόδου, τη Μινωική Κρήτη, αποκτούν πλούτο και οργανώνουν τους πρώτους μεγάλους οικισμούς, οι οποίοι, παρά τις αλλεπάλληλες φυσικές καταστροφές, επιβιώνουν και εξελίσσονται κατά την Ύστερη Χαλκοκρατία (1550 - 1050 π.Χ.) σε ισχυρά αστικά κέντρα. Το Ακρωτήρι Θήρας αποτελεί κατά την Υστεροκυκλαδική Ι περίοδο μοναδικό κοσμοπολίτικο κέντρο, στο οποίο συμβιώνουν στοιχεία της Μινωικής Κρήτης (αρχιτεκτονική, τοιχογραφίες, λατρεία) και του ανερχόμενου Μυκηναϊκού κόσμου μέσα σε έντονα Κυκλαδικό κλίμα. 

Η έκρηξη του ηφαιστείου της Θήρας (1628 π.Χ.), η αύξηση της Μυκηναϊκής δύναμης και η καταστροφή των Μινωικών ανακτόρων (περίπου το 1450 π.Χ.) σηματοδοτούν μια νέα πολιτιστική περίοδο στα νησιά του Αιγαίου. Οι Κυκλαδίτες εξακολουθούν να βρίσκονται στο προσκήνιο, συνεργαζόμενοι πλέον στο θαλάσσιο διαμετακομιστικό εμπόριο με τους Μυκηναίους. Η εμβέλεια των Μυκηναίων φθάνει ως το Βορειοανατολικό Αιγαίο (Λήμνος). 

Η επίδραση όμως του Μυκηναϊκού πολιτισμού γίνεται ολοένα πιο ισχυρή και είναι εμφανής στην αρχιτεκτονική (οχυρώσεις), τη διοικητική οργάνωση (μέγαρα), τη θρησκεία (ιερά), τα ταφικά έθιμα και την τέχνη κυρίως των Κυκλάδων και των νησιών του νότιου Αιγαίου.

Πρώιμη Χαλκοκρατία

Τα αρχαιολογικά δεδομένα από ανασκαφικές και επιφανειακές έρευνες πιστοποιούν ότι η κατοίκηση, η οικονομική ανάπτυξη, η κοινωνική σύνθεση και εν γένει η πολιτιστική εξέλιξη των νησιωτικών οικισμών του Αιγαίου παρουσιάζει τοπικές ιδιομορφίες στη διάρκεια της Πρώιμης Χαλκοκρατίας (3η χιλιετία π.Χ.). Oι ιδιομορφίες αυτές οφείλονται στο μέγεθος των νησιών, τις γεωμορφολογικές - κλιματολογικές συνθήκες, τις διαθέσιμες πλουτοπαραγωγικές πηγές καθώς και στην απόσταση τόσο μεταξύ τους όσο και από την πλησιέστερη ηπειρωτική χώρα. 

Στα νησιά του Αιγαίου διακρίνονται δύο σημαντικοί πολιτισμοί: ο Τρωικός και ο Κυκλαδικός.

- O Τρωικός πολιτισμός, περιλάμβανε καταρχήν την Τροία, που άρχισε να ανασκάπτεται το 1870 από το Γερμανό Ε. Σλήμαν, και οικισμούς των νησιών του βορειοανατολικού Αιγαίου, όπως η Πολιόχνη Λήμνου, η Θερμή Λέσβου, το Εμποριό Χίου και το Ηραίο Σάμου, οι οποίοι παρουσιάζουν πολιτισμική συνάφεια με την Τροία στην αρχιτεκτονική, την κεραμική κ.λπ. 

Νεότερες έρευνες σε νησιά του βόρειου (Θάσος, Σαμοθράκη, Ίμβρος, Τένεδος, Σκύρος) και του νοτιοανατολικού Αιγαίου (Ρόδος) καθώς και σε παράκτιες θέσεις της Μικράς Ασίας (Kum Tepe, Besik-Tepe, Liman Tepe, Bakla Tepe) συνηγορούν στη διεύρυνση του Τρωικού πολιτισμού και στο χαρακτηρισμό του ως πολιτισμικού κύκλου του βόρειου και του ανατολικού Αιγαίου. Κυριότερα χαρακτηριστικά του είναι η ανάπτυξη των πρώτων στον Ελλαδικό - Αιγαιακό χώρο οικισμών με πρωτοαστικό χαρακτήρα και η ανάπτυξη και διάδοση της μεταλλουργίας του μπρούντζου στο κεντρικό και νότιο Αιγαίο.

- Ο Κυκλαδικός πολιτισμός αναπτύχθηκε στα νησιά των Κυκλάδων και άρχισε να ερευνάται το 1898 από τον πρωτοπόρο Έλληνα αρχαιολόγο Χρ. Τσούντα. Είναι γνωστός κυρίως από τα πολυάριθμα νεκροταφεία και από λιγοστούς ανασκαμμένους οικισμούς. Στην ανάπτυξη του Κυκλαδικού πολιτισμού, που κορυφώθηκε κατά την Πρωτοκυκλαδική ΙΙ περίοδο (2800 - 2300 π.X.), συντέλεσε η εκμετάλλευση των λατομείων οψιανού της Μήλου και των μεταλλείων αργύρου, μολύβδου και χαλκού στη Σίφνο, την Κύθνο κ.α. καθώς και η ανάπτυξη του θαλάσσιου εμπορίου. 

Οι Κυκλάδες αποτέλεσαν το φορέα επικοινωνίας του βόρειου Αιγαίου και της Μικράς Ασίας με την κεντρική και τη νότια ηπειρωτική Ελλάδα και, λίγο πριν τα μέσα της 3ης χιλιετίας, συντέλεσαν αποφασιστικά στη διαμόρφωση μιας πολιτισμικής κοινής, κατά την οποία επικρατεί στο Αιγαίο το λεγόμενο "διεθνές πνεύμα". Σε αντίθεση με το βορειοανατολικό Αιγαίο, στις Κυκλάδες δεν αναπτύσσονται μεγάλοι οικισμοί με πρωτοαστικό χαρακτήρα πριν από τη 2η χιλιετία π.Χ.


Πολιτισμικός Κύκλος Βόρειου και Ανατολικού Αιγαίου

Στα μεγάλα νησιά του βόρειου και του ανατολικού Αιγαίου, με τις μικρότερες ή μεγαλύτερες καλλιεργήσιμες εκτάσεις και τα εκτεταμένα βοσκοτόπια, που ευνόησαν την ανάπτυξη της αγροτικής οικονομίας, αναπτύχθηκαν κατά την Πρώιμη εποχή του Χαλκού (3000 - 2300 / 2200 π.Χ.) παράλιοι, πολυάνθρωποι οικισμοί, μερικοί από τους οποίους παρουσιάζουν ήδη από τις αρχές της 3ης χιλιετίας π.Χ. τη μορφή πρώιμων, των παλαιότερων στο Αιγαίο, αστικών κέντρων. 

Σ' αυτό συντέλεσε η γειτνίαση των νησιών με τη Μικρασιατική παραλία και την πλούσια σε πρώτες ύλες (μέταλλα, πολύτιμοι λίθοι) και τεχνογνωσία (ορείχαλκος, κεραμικός τροχός) ενδοχώρα της, καθώς και η θέση τους στους καίριους θαλάσσιους δρόμους από τον Εύξεινο Πόντο προς το νότιο Αιγαίο, που ευνόησε την ανάπτυξη της ναυσιπλοΐας, του εμπορίου και της βιοτεχνίας.

Λιθόκτιστοι οικισμοί με οργανωμένο πολεοδομικό ιστό, συστήματα οχυρώσεων, λειτουργικό οδικό δίκτυο και πλατείες, κοινοτικά κτήρια (Σιταποθήκη και Βουλευτήριο Πολιόχνης Λήμνου), κτίσματα για τη στέγαση του συντονιστικού οργάνου της κοινότητας, κατανομή και εξειδίκευση εργασίας (εργαστήρια μεταλλοτεχνίας κ.λπ.), συγκεντρώνουν πλούτο (π.χ. θησαυρός Κίτρινης Πολιόχνης) μέσω του εμπορίου και παρουσιάζουν στενή πολιτιστική συνάφεια με οικισμούς της παράκτιας Μικράς Ασίας, όπως η Τροία, το Kum Tepe, Besik-Tepe, Liman Tepe και το Bakla Tepe. 

Παρά το ότι συνιστούν έναν ευρύ πολιτισμικό κύκλο, παλαιότερα γνωστό ως Τρωικό πολιτισμό, βρίσκονται, ιδιαίτερα κατά τα μέσα της 3ης χιλιετίας π.Χ., σε διαρκώς εντεινόμενο οικονομικό ανταγωνισμό, τον οποίο κάποιοι οικισμοί, όπως η Θερμή Λέσβου, δεν αντέχουν και εγκαταλείπονται. Λίγο αργότερα, οικισμοί όπως η Τροία ΙΙg και η Κίτρινη Πολιόχνη διεκδικούν τον έλεγχο του θαλάσσιου εμπορίου μεταξύ βόρειου και νότιου Αιγαίου. 

Νοτιότερα, κοντά στη Σμύρνη, ο οικισμός στο Liman Tepe / Κλαζομενές διαθέτει από τις αρχές της 3ης χιλιετίας π.Χ. οχυρωμένο λιμάνι, σημαντικό για το εμπόριο μεταξύ Μικράς Ασίας και Κυκλάδων, ενώ αργότερα ενισχύει την οχύρωσή του με πύργους, αποδεικνύοντας ότι η Τροία δεν αποτελούσε το μοναδικό ισχυρό οικισμό της δυτικής Μικράς Ασίας κατά την Πρώιμη Χαλκοκρατία.

Ιδιαίτερη είναι η συμβολή των νησιωτών του βόρειου Αιγαίου στη διάδοση και ανάπτυξη της μεταλλουργίας του κασσιτερούχου χαλκού (μπρούντζου) στις Κυκλάδες κατά τη μεταβατική φάση Λευκαντί Ι - Καστρί. Η επίδραση αυτή αναζητείται και σε πιθανολογούμενες μετακινήσεις πληθυσμών από το βόρειο Αιγαίο στις Κυκλάδες, οι οποίες ανιχνεύονται, εκτός από τη μεταλλουργία, στην αρχιτεκτονική και την κεραμική του τέλους της Πρωτοκυκλαδικής ΙΙ.

Κυκλαδικός Πολιτισμός

Στα βραχώδη και άγονα νησιά των Κυκλάδων, με τα λιγοστά καλλιεργήσιμα εδάφη και βοσκοτόπια, αναπτύχθηκε κατά την Πρώιμη εποχή του Χαλκού (3η χιλιετία π.Χ.) ένας από τους σημαντικότερους πολιτισμούς του Προϊστορικού Αιγαίου, ο Κυκλαδικός. Στην ανάπτυξή του συντέλεσε αποφασιστικά η γεωγραφική θέση των νησιών στο νότιο Αιγαίο, ανάμεσα στις μεγάλες στεριές της Ελλάδας και της Μικράς Ασίας, και η θάλασσα, που άφηνε περιθώρια πλεύσης προς όλα τα σημεία του ορίζοντα και επέτρεψε την ανάπτυξη του θαλάσσιου εμπορίου.

Σύμφωνα με αρχαιολογικά ευρήματα από τη Μήλο, η ανθρώπινη παρουσία στα Κυκλαδονήσια ανάγεται στην Ανώτερη Παλαιολιθική (11η χιλιετία π.Χ.) και συνδέεται με την εξόρυξη του οψιανού, για την κατασκευή αιχμηρών εργαλείων, όπως αυτών που βρέθηκαν στην Πελοπόννησο, στο σπήλαιο Φράγχθι της Ερμιονίδας. 

Ίχνη μονιμότερης εγκατάστασης εντοπίζονται από την 8η χιλιετία π.Χ. στο Μαρουλά Κύθνου, ενώ η συστηματική κατοίκηση των νησιών σημειώνεται κατά τη Νεότερη (4800 - 4500 π.Χ.) και την Τελική Νεολιθική (4500 - 3200 π.Χ.), ως συνέπεια της ανάπτυξης της ναυσιπλοΐας και της αναζήτησης ανθεκτικών πρώτων υλών, όπως του οψιανού και των μετάλλων, η χρήση των οποίων έμελλε να σημαδέψει την αγροτική οικονομία των νεολιθικών κοινοτήτων του Αιγαίου.

Ο Κυκλαδικός πολιτισμός αποτελεί τη φυσική εξέλιξη του πολιτισμού Αττικής - Κεφάλας της Τελικής Νεολιθικής. Σ' αυτόν διακρίνονται τρεις χρονικές περίοδοι: η Πρωτοκυκλαδική Ι (3200 - 2800 π.Χ.), γνωστή και ως ομάδα Γρόττας - Πηλού, η Πρωτοκυκλαδική ΙΙ (2800 - 2300 π.Χ.), γνωστή και ως ομάδα Κέρου - Σύρου και η Πρωτοκυκλαδική ΙΙΙ (2300 - 2000 π.Χ.), γνωστή και ως ομάδα Φυλακωπής Ι.


Μικροί οικισμοί με λιθόκτιστα σπίτια, νεκροταφεία με κιβωτιόσχημους τάφους, μαρμάρινα ειδώλια και αγγεία, αποτελούν τα κύρια χαρακτηριστικά του Πρωτοκυκλαδικού πολιτισμού, που διαμορφώνονται ήδη από την Πρωτοκυκλαδική Ι. Εξόρυξη μετάλλων, ιδιαίτερη ανάπτυξη της ναυσιπλοΐας και επέκταση των εμπορικών ανταλλαγών σε ολόκληρο το Αιγαίο χαρακτηρίζουν την Πρωτοκυκλαδική ΙΙ, τη χρυσή περίοδο του Κυκλαδικού πολιτισμού. 

Την περίοδο αυτή επικρατεί στο Αιγαίο το λεγόμενο "διεθνές πνεύμα", όρος που διατυπώθηκε από τον Άγγλο C. Renfrew, τον σημαντικότερο μετά το Χρ. Τσούντα ερευνητή των Προϊστορικών Κυκλάδων. Εντατικές επαφές με το βόρειο και ανατολικό Αιγαίο και πιθανές μετακινήσεις πληθυσμών κατά τη μεταβατική φάση Καστρί, συνοδεύονται από εγκατάλειψη των παλιών μικρών οικισμών και οδηγούν στη δημιουργία νέων μεγάλων οικισμών κατά την Πρωτοκυκλαδική ΙΙΙ.

Μεταβατική Φάση Λευκαντί Ι – Καστρί

Κατά τα τέλη της Πρωτοκυκλαδικής II και της Πρωτοελλαδικής ΙΙ (2450 / 2350 - 2200 / 2150 π.Χ.) εμφανίζονται κάποια πρωτόγνωρα στοιχεία στην αρχιτεκτονική, την κεραμική και τη μεταλλοτεχνία των Κυκλάδων και της κεντρικής και νότιας ηπειρωτικής Ελλάδας, τα οποία παρουσιάζουν ομοιότητες με αντίστοιχα στοιχεία από το βόρειο και το ανατολικό Αιγαίο (Τροία ΙΙ - ύστερη, Ερυθρά - Κίτρινη Πολιόχνη).

Οι ομοιότητες αυτές συνδέονται από ομάδα ερευνητών με μετακινήσεις πληθυσμών από το βόρειο Αιγαίο και τη δυτική Μικρά Ασία προς τις Κυκλάδες και με τη διάδοση των νέων αυτών στοιχείων στην παράλια ηπειρωτική χώρα. Σύμφωνα με άλλη άποψη οι ομοιότητες αυτές είναι απόρροια των εντατικών εμπορικών επαφών που άρχισαν πριν τα μέσα της 3ης χιλιετίας π.Χ., στο πλαίσιο εξασφάλισης μετάλλων από τις Κυκλάδες, και οδήγησαν σταδιακά στη διαμόφωση μιας πολιτισμικής κοινής στο Αιγαίο, η οποία περιγράφεται με τον όρο "διεθνές πνεύμα".

Στοιχεία της φάσης αυτής, γνωστής ως φάση Λευκαντί I - Καστρί, εντοπίζονται στη Σκύρο (Παλαμάρι), την παράκτια Θεσσαλία (Πευκάκια), τη Βοιωτία (Λιθαρές), σε παράλιους οικισμούς και νεκροταφεία της ανατολικής Αττικής (’γιος Κοσμάς), της δυτικής Εύβοιας (Λευκαντί, Μάνικα) και της Αργολίδας (Λέρνα, Τίρυνς), στην Αίγινα και σε οικισμούς των Κυκλάδων (Καστρί Σύρου, Πάνορμος και σπήλαιο Ζα Nάξου, Σκάρκος Ίου).

Χαρακτηριστικά στοιχεία αυτής της λεγόμενης και "ανατολίζουσας" φάσης είναι η οχύρωση των Πρωτοκυκλαδικών οικισμών (Καστρί Σύρου, Πάνορμος Νάξου), η χειροποίητη κόκκινη και μαύρη στιλβωμένη κεραμική, η χρήση, για πρώτη φορά στο Αιγαίο, κεραμικού τροχού και η ιδιαίτερη ανάπτυξη της μεταλλουργίας του μπρούντζου, που στο βόρειο Αιγαίο είναι ιδιαίτερα αναπτυγμένη από τις αρχές της 3ης χιλιετίας π.X.

Χαρακτηριστικά σχήματα αγγείων της περιόδου είναι τα κύπελλα με μια ή δύο λαβές, τα δέπατα αμφικύπελλα και οι λοξότμητες ή ευρύστομες πρόχοι με σφαιρικό σώμα. Ο κεραμικός τροχός χρησιμοποιείται στην κατασκευή ανοιχτών φιαλών. Τέλος, στη μεταλλοτεχνία, η αρχαιομετρική μελέτη των μπρούντζινων αντικειμένων από τις Κυκλάδες (Kαστρί) αποδεικνύει τη χρήση κραμάτων κασσιτερούχου μπρούντζου, όμοιας σύστασης με εκείνα που χρησιμοποιήθηκαν στην Τροία και την Πολιόχνη Λήμνου.

Μέση Χαλκοκρατία

Σε αντίθεση με την Πρώιμη Χαλκοκρατία, τα αρχαιολογικά κατάλοιπα της Μέσης στα νησιά του Αιγαίου είναι προς στιγμήν περιορισμένα και επιτρέπουν μια πρώτη μόνον προσέγγιση της οικιστικής, οικονομικής και κοινωνικής οργάνωσης των νησιωτικών κοινοτήτων της περιόδου. Στα νησιά του βόρειου και του ανατολικού Αιγαίου, πρωτοαστικά κέντρα της Πρώιμης Χαλκοκρατίας όπως η Πολιόχνη Λήμνου και η Θερμή Λέσβου κατοικούνται και πάλι, μετά από εγκατάλειψη μερικών εκατοντάδων ετών, χωρίς όμως να ανακτήσουν την παλαιά τους αίγλη.

Αντίθετα με αυτά, οικισμοί όπως το Μικρό Βουνί Σαμοθράκης και το Κουκονήσι Λήμνου κατοικούνται χωρίς διακοπή και γνωρίζουν πληθυσμιακή αύξηση, οικοδομική επέκταση και οικονομική ακμή, οφειλόμενη κατά βάση στη θέση τους πάνω στους θαλάσσιους εμπορικούς δρόμους που ένωναν τον Εύξεινο Πόντο και τη Μικρά Ασία με το κεντρικό Αιγαίο, την ηπειρωτική Ελλάδα και την Κρήτη.

Στις Κυκλάδες κατοικούνται κατά τη Μεσοκυκλαδική περίοδο, ύστερα από μικρή διακοπή λόγω φυσικών (σεισμός) ή άλλων αιτίων, οι μεγάλοι οικισμοί της Πρωτοκυκλαδικής ΙΙΙ, όπως η Φυλακωπή Μήλου, η Αγία Ειρήνη Κέας και το Ακρωτήρι Θήρας. Οι οικισμοί αυτοί, με την επίδραση της πανίσχυρης μινωικής Κρήτης, γνωρίζουν οικονομική ευημερία και εξελίσσονται σε αστικά κέντρα, που θα διατηρήσουν την ισχύ τους και κατά την Υστεροκυκλαδική περίοδο. Εκτός από τις παράκτιες, κατοικούνται και φυσικά οχυρές θέσεις, όπως το Βρυόκαστρο Τήνου, το Καστρί Σίφνου, το Καστρί Αμοργού και η Μικρή Βίγλα Νάξου.


Ύστερη Χαλκοκρατία

Τα νησιά του Αιγαίου ως κατεξοχήν άγονες και απρόσιτες περιοχές στήριζαν ανέκαθεν την οικονομία τους στη ναυτιλία και το εμπόριο. Τα λιμάνια τους ήταν σημαντικά για τις διεθνείς ανταλλαγές, καθώς αποτελούσαν ένα αναγκαίο πέρασμα για τα πλοία. Κατά την Ύστερη Χαλκοκρατία οι Κυκλάδες και αργότερα τα νησιά του νοτιοανατολικού Αιγαίου απέκτησαν ιδιαίτερη σημασία για το διεθνές εμπόριο, καθώς βρέθηκαν στο κέντρο της Μυκηναϊκής εξάπλωσης.

Οι συχνές επαφές με τους άλλους λαούς και ο πλούτος των υλικών αγαθών που έφθανε στα λιμάνια έφεραν στους κατοίκους των νησιών μεγαλύτερη οικονομική ευμάρεια αλλά και νέες ιδέες από τους γύρω πολιτισμούς. Με τον τρόπο αυτό διατηρήθηκε το "διεθνές πνεύμα" που διέκρινε τον πολιτισμικό αυτό χώρο από την Πρώιμη Χαλκοκρατία. Η νησιωτική κοινωνία της Ύστερης Χαλκοκρατίας έγινε καθρέπτης των πολιτισμικών εξελίξεων στο Αιγαίο, όπως αυτές διαμορφώθηκαν από τα ισχυρότερα κράτη.

Έτσι, κατά τις πρώιμες περιόδους της Ύστερης Χαλκοκρατίας υπερισχύουν σε όλους τους τομείς του πολιτισμού οι Κρητικές επιδράσεις ως αποτέλεσμα της Μινωικής Θαλασσοκρατορίας. Η εικόνα αυτή αλλάζει κατά την περίοδο της Μυκηναϊκής εξάπλωσης (15ος αιώνας π.Χ.). Τα Μινωικά στοιχεία εξαλείφονται σταδιακά για να δώσουν τη θέση τους στα Μυκηναϊκά έθιμα. Ειδικότερα η υιοθέτηση των λατρευτικών εθίμων και οι επιρροές της ηπειρωτικής Ελλάδας στα ταφικά έθιμα θεωρούνται δείκτες της Μυκηναϊκής διείσδυσης, η οποία είχε ίσως το χαρακτήρα ενός μερικού εποικισμού.

Μια παρόμοια εικόνα παρατηρείται και στην εξέλιξη των τεχνών της Υστεροκυκλαδικής εποχής. Οι Κυκλαδίτες υιοθέτησαν αρχικά τα Μινωικά πρότυπα, εισάγοντας ταυτόχρονα νέες μορφές καλλιτεχνικής δημιουργίας, όπως οι τοιχογραφίες. Η Κυκλαδική τέχνη των πρώτων περιόδων της Ύστερης Χαλκοκρατίας διατήρησε τον ιδιότυπο φυσιοκρατικό χαρακτήρα της Μινωικής τέχνης. Μετά την Υστεροκυκλαδική ΙΙ περίοδο οι Μινωικές επιρροές εξασθένησαν και υιοθετήθηκαν σταδιακά οι καλλιτεχνικές τάσεις της Μυκηναϊκής Ελλάδας, ένα γεγονός που εκφράζεται με τη μαζική εισαγωγή Μυκηναϊκών προϊόντων και τη ντόπια κατασκευή αντικειμένων παρόμοιας τεχνοτροπίας.

Σε όλους τους τομείς του υστεροκυκλαδικού πολιτισμού -από την πολεοδομική οργάνωση και τις τέχνες μέχρι τη λατρεία και τα ταφικά έθιμα- γίνεται φανερό ότι τα νησιά του Αιγαίου δεν ήταν μόνο αποδέκτες των πολιτισμικών εξελίξεων της Ύστερης Χαλκοκρατίας, αλλά υπήρξαν σημαντικοί φορείς και κέντρα διαμόρφωσης αρχικά του μινωικού και κατόπιν του Μυκηναϊκού πολιτισμού.

ΚΑΤΟΙΚΗΣΗ

Με βάση τα αρχαιολογικά ευρήματα ο αποικισμός των νησιών του Aιγαίου δε σημειώθηκε ταυτόχρονα. H απόστασή τους από την πλησιέστερη στεριά, το μέγεθος, η γεωμορφολογία, το κλίμα και οι διαθέσιμες πλουτοπαραγωγικές πηγές συνιστούν παράγοντες που προσελκύουν ή αποτρέπουν την κατοίκηση των νησιών. Σύμφωνα με αρχαιολογικά ευρήματα από τη Μήλο, η ανθρώπινη παρουσία σε Αιγαιακό νησί ανάγεται στην Ανώτερη Παλαιολιθική (11η χιλιετία π.Χ.) και συνδέεται με την εξόρυξη του οψιανού για την κατασκευή αιχμηρών εργαλείων.

Ίχνη μονιμότερης εγκατάστασης εντοπίζονται από τη Μεσολιθική εποχή (9000 - 6800 π.X.) στο σπήλαιο του Κύκλωπα στα Γιούρα βόρειων Σποράδων και στο Μαρουλά Κύθνου. H συστηματική κατοίκηση των νησιών σημειώνεται κατά την Αρχαιότερη Νεολιθική (6500 - 5800 π.Χ) στα Δωδεκάνησα, στα περισσότερα όμως νησιά πραγματοποιείται κατά τη Νεότερη (4800 - 4500 π.Χ.) ή την Τελική Νεολιθική (4500 - 3200 π.Χ.).

Ώθηση στον αποικισμό των νησιών έδωσαν η ανάπτυξη της ναυσιπλοΐας και η αναζήτηση ανθεκτικών πρώτων υλών, όπως του οψιανού και των μετάλλων, η χρήση των οποίων σημάδεψε την οικονομία των αγροτικών κοινοτήτων του νεολιθικού Αιγαίου. Kατά την Πρώιμη Χαλκοκρατία (3η χιλιετία π.Χ.) αναπτύσσονται στις παράκτιες ζώνες των μεγάλων νησιών του βόρειου και ανατολικού Αιγαίου πολυάνθρωποι, οχυρωμένοι οικισμοί με σαφή πολεοδομική διάταξη, κοινοτικά κτίσματα και άλλα κοινωφελή έργα, με εξειδίκευση και κατανομή εργασίας, οικονομική ευμάρεια και συσσώρευση πλούτου, οι οποίοι συνιστούν τα πρωιμότερα κέντρα με πρωτοαστικό χαρακτήρα στο Aιγαίο.

Στις Κυκλάδες, ιδρύονται κατά την Πρωτοκυκλαδική Ι και ΙΙ μικροί, παράκτιοι οικισμοί, ενώ στο εσωτερικό των μεγαλύτερων νησιών υπάρχουν και μικροί συνοικισμοί. Κατά τη μεταβατική φάση Λευκαντί Ι - Καστρί οι οικισμοί βρίσκονται σε απόκρημνους, παραθαλάσσιους λόφους ή σε ψηλές θέσεις, απομακρυσμένες από την ακτή. Aρκετοί απ' αυτούς είναι οχυρωμένοι, γεγονός που συνδέεται με πιθανές πληθυσμιακές μετακινήσεις από τα νησιά του βόρειου Αιγαίου προς τις Κυκλάδες.

Στα τέλη της Πρωτοκυκλαδικής περιόδου εγκαταλείπεται το οικιστικό σχήμα των πολλών, μικρών, διάσπαρτων οικισμών και οι κάτοικοι των νησιών συγκεντρώνονται σε έναν ή δύο μεγαλύτερους και καλύτερα οργανωμένους οικισμούς, οι οποίοι κατά τη Μεσοκυκλαδική και την Υστεροκυκλαδική περίοδο θα εξελιχθούν σε μεγάλες, πυκνοδομημένες και οχυρωμένες πόλεις, με ιδιαίτερη οικονομική ανάπτυξη, οφειλόμενη στη συνεργασία με την οικονομική δύναμη του πρώτου μισού της 2ης χιλιετίας στο Αιγαίο, τη Μινωική Κρήτη.


Στα τέλη της Μεσοκυκλαδικής και τις αρχές τηςΥστεροκυκλαδικής περιόδου οι σημαντικότερες πόλεις των Κυκλάδων (Αγία Ειρήνη, Φυλακωπή, Ακρωτήρι) πλήττονται από φυσικές καταστροφές και, κατά την Υστεροκυκλαδική Ι, ανοικοδομούνται με εμφανή στοιχεία από τη Μινωική αρχιτεκτονική (τοιχοδομία, τοιχογραφίες). Μετά την έκρηξη του ηφαιστείου της Θήρας το 1628 π.Χ. η Αγία Ειρήνη και η Φυλακωπή παραμένουν τα κυριότερα αστικά κέντρα των Κυκλάδων, έχοντας όμως δεχθεί επιδράσεις και από τη μυκηναϊκή Eλλάδα (οχυρώσεις, ιερά, μέγαρα).

Κατά την πρώιμη Υστεροκυκλαδική ΙΙΙ η Μυκηναϊκή παρουσία στα νησιά είναι καταλυτική και αισθητή τόσο στους υπάρχοντες, όσο και σε νεοϊδρυόμενους οικισμούς, τόσο στην ερημωμένη Θήρα (Μονόλιθος) όσο και στα υπόλοιπα Κυκλαδονήσια. Kατά τη μέση Υστεροκυκλαδική περίοδο, επεκτείνονται οι υπάρχουσες οχυρώσεις, ενώ νέοι οικισμοί ιδρύονται σε φυσικά οχυρές θέσεις (Κουκουναριές, Άγιος Ανδρέας). Μετά από περίοδο ευημερίας (ύστερη Υστεροκυκλαδική ΙΙΙ) οι ακμαίοι Κυκλαδικοί οικισμοί εγκαταλείπονται (Φυλακωπή, Κουκουναριές) ή παρακμάζουν (Αγία Ειρήνη) και βαθμιαία, ως το τέλος του 10ου αιώνα, εξαφανίζονται.

Στα τέλη της Ύστερης Χαλκοκρατίας η Μυκηναϊκή παρουσία είναι αισθητή εκτός από τις Κυκλάδες και σε νησιά του ανατολικού (Χίος) και του νότιου Αιγαίου (Kως, Ρόδος). Μετά μάλιστα την κατάρρευση των μεγάλων Μυκηναϊκών κέντρων (περίπου 1200 π.X.) σημειώνονται μετακινήσεις πληθυσμών από τη Μυκηναϊκή Ελλάδα προς τα νησιά αυτά, που επιφέρουν πληθυσμιακή αύξηση και ευνοούν την οικονομική τους ανάπτυξη (Ιαλυσός Ρόδου).

Πολεοδομική Οργάνωση

Η αρχιτεκτονική μορφή και πολεοδομική εξέλιξη των νησιωτικών οικισμών κατά την εποχή του Χαλκού εξαρτάται από τη γεωμορφολογία της περιοχής, τον αριθμό των κατοίκων, το βαθμό της οικονομικής ανάπτυξης, την κοινωνική και τη διοικητική δομή της κοινότητας. Τέσσερα είναι τα πολεοδομικά σχήματα που αναγνωρίζονται στα αρχιτεκτονικά κατάλοιπα των μέχρι στιγμής ερευνημένων οικισμών: το ακανόνιστο ή προσθετικό, το ακτινωτό ή περικεντρικό, το ορθογωνικό και το γραμμικό.

Oι περισσότεροι οικισμοί παρουσιάζουν ακανόνιστη ή προσθετική διάταξη, η οποία είναι αποτέλεσμα της γεωμορφολογίας της περιοχής και της σταδιακής πληθυσμιακής αύξησης. Tα σπίτια είναι ορθογώνια, τραπεζιόσχημα ή και καμπυλόγραμμα και σχηματίζουν πυκνές συστάδες ή οικοδομικές νησίδες ακανόνιστης μορφής, οι οποίες διαχωρίζονται μεταξύ τους με δρόμους, στενά μονοπάτια και πλατείες. Tέτοια διάταξη παρουσιάζουν οικισμοί της Πρώιμης Χαλκοκρατίας στο Eμποριό Χίου, το Παλαμάρι Σκύρου, το Καστρί Σύρου, τον Πάνορμο Nάξου, καθώς και οικισμοί της Μεσοκυκλαδικής και Υστεροκυκλαδικής περιόδου, όπως στην Αγία Ειρήνη Κέας.

Ακτινωτή διάταξη μεμονωμένων κτισμάτων ή ομάδων κτηρίων του ίδιου τύπου είναι γνωστή μόνο από τα νησιά του βόρειου και του ανατολικού Αιγαίου, καθώς και από οικισμούς της δυτικής Μικράς Ασίας (π.χ. Tροία I, Besik-Tepe, Demircihuyuk). Στις φάσεις Ι - IIIΒ της Θερμής Λέσβου διακρίνονται κτιριακές ομάδες πανομοιότυπων στενόμακρων ορθογώνιων κτισμάτων, οι οποίες παρατάσσονται ακτινωτά γύρω από ένα δομημένο κέντρο. Στο Ηραίο Σάμου και πιθανότατα και στον Ασώματο Ρόδου σημειώνεται ακτινωτή διάταξη ανεξάρτητων, μεγαρόσχημων κτισμάτων.

Tα αρχιτεκτονικά κατάλοιπα των φάσεων IVA και IVB της Θερμής Λέσβου αποτελούν μοναδικό δείγμα του "ορθογωνικού" πολεοδομικού συστήματος, που απαντά για πρώτη φορά στην αρχιτεκτονική του προϊστορικού Αιγαίου, για να αποκτήσει την εξιδανικευμένη του μορφή κατά την ιστορική εποχή στο ιπποδάμειο σύστημα. Περιλαμβάνει μεγάλα, ισομεγέθη οικοδομικά τετράγωνα, τα οποία διαχωρίζονται από παράλληλους, πλατείς δρόμους.

Στην Πολιόχνη Λήμνου (Kυανή - Kίτρινη) και τη φάση V της Θερμής Λέσβου αναγνωρίζονται τα πρωιμότερα δείγματα του "γραμμικού" πολεοδομικού συστήματος, το οποίο εφαρμόζεται αργότερα στους Υστεροκυκλαδικούς οικισμούς της Φυλακωπής Μήλου και του Ακρωτηριού Θήρας. Κτήρια και οικοδομικές νησίδες παρατάσσονται στις πλευρές ενός ή δύο κύριων δρόμων, που διασχίζουν τον οικισμό σε όλο σχεδόν το μήκος του. Στις κεντρικές οδικές αρτηρίες συγκεντρώνονται κοινοτικά κτήρια, όπως η Σιταποθήκη και το Βουλευτήριο της Πολιόχνης ή το Μυκηναϊκό ιερό στη Φυλακωπή.

Η ύπαρξη πολεοδομικού σχεδιασμού χαρακτηρίζει κυρίως τους νησιωτικούς οικισμούς του βόρειου Αιγαίου κατά την Πρώιμη Χαλκοκρατία (Πολιόχνη, Θερμή, Ηραίο) και τους οικισμούς της Υστεροκυκλαδικής περιόδου (Αγία Ειρήνη, Φυλακωπή, Ακρωτήρι) και επιτρέπει το χαρακτηρισμό τους ως πρωτοαστικά ή αστικά κέντρα. Βασικές προϋποθέσεις για αυτόν το χαρακτηρισμό είναι η έκταση, η πολεοδομική διάταξη, η οχύρωση και τα κοινοτικά κτίσματα, τα ιδιαίτερα αρχιτεκτονικά και τεχνολογικά χαρακτηριστικά και η ύπαρξη πλακόστρωτων δρόμων και ακάλυπτων χώρων για την εξυπηρέτηση κοινόχρηστων λειτουργιών.

Εκτός από τα παραπάνω, απαραίτητα είναι και στοιχεία της οικονομικής και κοινωνικής ζωής του οικισμού, όπως η εξειδίκευση εργασίας, η ύπαρξη εργαστηρίων (π.χ. κεραμικής, μεταλλοτεχνίας), ο έλεγχος παραγωγής, η άσκηση εμπορίου, η χρήση σφραγίδων, η συσσώρευση πλούτου (κοσμήματα, χρυσά αγγεία) και η παρουσία οργανωμένων νεκροταφείων.


Περίβολοι και Τείχη

Από τις αρχές της Πρώιμης Χαλκοκρατίας (3η χιλιετία π.Χ.) οι οικονομικά ισχυροί οικισμοί του βόρειου και του ανατολικού Αιγαίου οριοθετούνται, από την πλευρά κυρίως της στεριάς, με λίθινους περιβόλους, που έχουν χαρακτήρα αναλημματικό, αντιπλημμυρικό και οχυρωματικό. Μνημειακός περίβολος από ακατέργαστες πέτρες και ορθογώνιους ή πολυγωνικούς δόμους, που σώζεται σε ύψος μέχρι 4,5 μέτρα, κατασκευάστηκε στην Πολιόχνη Λήμνου (Κυανή φάση), προκειμένου να προστατευθούν τα κτήρια από τις πλημμύρες του παρακείμενου χειμάρρου και οι πλαγιές του λόφου από τη διάβρωση.

Ο περίβολος επεκτείνεται διαρκώς και περιλαμβάνει πύλες προσιτές με επικλινείς ράμπες, όμοιες με της Τροίας και του Κάστρου Ίμβρου, και ενισχυμένες με ορθογώνιους ή τραπεζιόσχημους πύργους. Όμοιοι πύργοι ενισχύουν και τα τείχη της Τροίας (Ι - ΙΙ) και της Θερμής Λέσβου (III B). Στις φάσεις IV - V η Θερμή ενισχύεται με σύνθετο αμυντικό σύστημα, που περιλαμβάνει εσωτερικό τείχος (πάχους 2 μέτρων) και προτείχισμα αποτελούμενο από δύο λίθινους περιβόλους.

Εγκάρσια τοιχάρια συνδέουν το εσωτερικό τείχος με τον πρώτο περίβολο, σχηματίζοντας μικρά δωμάτια κατάλληλα για κατοίκηση και αποθήκευση, ενώ δύο πύλες με προεξέχοντες πύργους εξυπηρετούν την είσοδο προς τον οικισμό. Προτείχισμα, τάφρο (πλάτους 4,85 μέτρων και βάθους τουλάχιστον 2) και εσωτερικό τείχος με επιβλητικούς πεταλόσχημους προμαχώνες, όμοιους με του Liman Tepe, διαθέτει, τέλος, ο οικισμός στο Παλαμάρι Σκύρου κατά το δεύτερο μισό της 3ης χιλιετίας.

Στις Κυκλάδες εμφανίζονται οχυρωματικά συστήματα, όμοια με της Θερμής IV - V, του Liman Tepe και του Παλαμαριού κατά τη φάση Λευκαντί Ι - Καστρί στο Καστρί Σύρου, τον Κύνθο Δήλου, τον Πάνορμο Νάξου και τη Μαρκιανή Αμοργού. Οι οχυρώσεις αυτές είναι παρεμφερείς και με τις οχυρώσεις πρωτοαστικών κέντρων της ηπειρωτικής Ελλάδας, όπως της Λέρνας Αργολίδας (φάση III C) και της Κολώνας Αίγινας (φάση V). Μεμονωμένα δείγματα οχυρώσεων είναι γνωστά και από την Πρωτοκυκλαδική ΙΙ (Μαρκιανή).

Οχυρώσεις της Μεσοκυκλαδικής περιόδου υπάρχουν πιθανότατα στη Φυλακωπή Μήλου (φάση ΙΙ) και στο Βρυόκαστρο Τήνου, ενώ η Αγία Ειρήνη Κέας οχυρώνεται από τη φάση IV με λιθόκτιστο τείχος και ημικυκλικούς προμαχώνες. Κατά την Υστεροκυκλαδική περίοδο, την περίοδο επέκτασης της μυκηναϊκής δύναμης στις Κυκλάδες, μεγάλες παράλιες πόλεις καθώς και φυσικά οχυρές θέσεις παρουσιάζουν πολύπλοκα αμυντικά συστήματα.

Η Φυκακωπή διαθέτει σύστημα δύο παράλληλων τοίχων (πάχους 2 μέτρων), που συνδέονται όπως και της Θερμής V με εγκάρσια τοιχάρια, και ενισχύεται με προμαχώνες, μια προστατευμένη πύλη και προτείχισμα. Το Μεσοκυκλαδικό τείχος της Αγίας Ειρήνης επεκτείνεται και ενισχύεται με τετράγωνους και ορθογώνιους πύργους, ένας από τους οποίους προστάτευε την είσοδο της πόλης. Στις Κουκουναριές Πάρου το τείχος διαμορφώνεται από δύο παράλληλους τοίχους με γέμισμα από πέτρες και χώμα.

Τέλος, η στρατηγική θέση στον Άγιο Ανδρέα Σίφνου διασώζει ισχυρό διπλό τείχος (με πάχος 2,4 - 4,1 μέτρα), κτισμένο τον 13ο αιώνα π.Χ. με ογκόλιθους, κατά το Μυκηναϊκό κυκλώπειο σύστημα, και ενισχυμένο με οκτώ μικρούς τετράγωνους πύργους (2 x 2,9 μέτρα) και ένα μεγαλύτερο τραπεζιόσχημο (9 x 8,4 μέτρα). Οι πύργοι διαθέτουν και κλίμακα που οδηγεί στις επάλξεις. Σε μεταγενέστερη φάση ενισχύεται με εξωτερικό οδοντωτό τείχος πάχους 1,3 - 1,6 μέτρων.

Οικιστική Αρχιτεκτονική

Η οικιστική αρχιτεκτονική των νησιών του Αιγαίου κατά την εποχή του Χαλκού χαρακτηρίζεται από πυκνοκτισμένα, λιθόκτιστα κατά κανόνα κτίσματα, με ορθογώνια, τραπεζιόσχημη και σπανιότερα καμπυλόγραμμη μορφή. Είναι κυρίως ισόγεια, και σπανιότερα διώροφα (Σκάρκος Ίου) ή τριώροφα (Ακρωτήρι Θήρας). Κτίζονται είτε σε επαφή μεταξύ τους (π.χ. Θερμή Λέσβου, Φυλακωπή Μήλου) είτε ανεξάρτητα στο χώρο (π.χ. Ηραίο Σάμου) με κοινούς ενδιάμεσους ή και χωριστούς τοίχους (Σκάρκος). Η εσωτερική διαρρύθμιση των κτηρίων διαφέρει κατά περιοχές και εποχές.

Το πάχος των τοίχων εξαρτάται από το μέγεθος του εκάστοτε οικοδομήματος και από την ύπαρξη ή μη ορόφου, και κυμαίνεται από 40 έως 90 εκατοστά. Tο ύψος της θεμελίωσης φθάνει από 50 εκατοστά έως 1,5 μέτρο, ενώ ο τρόπος διάταξης των λίθων ποικίλλει. Μεγάλες και μικρές πέτρες διατάσσονται σε στρώσεις με λάσπη (υγρός πηλός) ή χωρίς συνδετικό υλικό (ξερολιθιά). Oι μεγάλες πέτρες τοποθετούνται κατά κανόνα εξωτερικά, ώστε τα μέτωπα των τοίχων να είναι ανθεκτικά.

Οι πέτρες χρησιμοποιούνται συνήθως στη φυσική τους μορφή, χωρίς περαιτέρω επεξεργασία. Σε νησιά όπου αφθονούν ο μαλακός ασβεστόλιθος και ηφαιστειακά πετρώματα (Λήμνος, Λέσβος, Mήλος, Ίος, Σαντορίνη) το οικοδομικό υλικό λατομείται, ήδη από την Πρώιμη Χαλκοκρατία (Πολιόχνη Λήμνου), και χρησιμοποιείται με τη μορφή ορθογώνιων δόμων και πλακών για την κατασκευή οικιών, οχυρώσεων, δημοσίων κτηρίων, για την πλακόστρωση αυλών, δρόμων και πλατειών, και την επένδυση πηγαδιών (Πολιόχνη) και αποχετευτικών αγωγών (Πολιόχνη, Παλαμάρι Σκύρου, Αγία Ειρήνη Κέας).


Ορθογωνισμένοι λίθοι χρησιμοποιούνται στις γωνιές των σπιτιών από την Πρώιμη κιόλας Χαλκοκρατία, ενώ κατά την Ύστερη Χαλκοκρατία, στις προσόψεις κτηρίων στο Ακρωτήρι Θήρας, των λεγόμενων Ξεστών, κυριαρχούν μεγάλοι λαξευμένοι δόμοι, ακολουθώντας Μινωικά αρχιτεκτονικά πρότυπα. Tέλος, στην κατασκευή των οχυρώσεων της Υστεροκυκλαδικής περιόδου (Αγία Eιρήνη, Άγιος Ανδρέας Σίφνου, Φυλακωπή Mήλου) εφαρμόζεται η γνωστή από τις Μυκηναϊκές ακροπόλεις κυκλώπεια τεχνική, η οποία συνίσταται στη χρήση ογκολίθων.

O πηλός και το ξύλο χρησιμοποιούνται, λόγω της περιορισμένης τους παρουσίας στα νησιά (Λήμνος, Κυκλάδες) κυρίως στην κατασκευή της στέγης και λιγότερο στην ανωδομή των τοίχων (πλίνθοι, δοκάρια τοίχων, κάσες θυρών και παραθύρων). Για τη στέγαση των σπιτιών χρησιμοποιούνται σε διαδοχική διάταξη κορμοί δένδρων, καλάμια, άχυρα ή φύκια (μόνωση) και μάζες πηλού.

Tα δάπεδα των σπιτιών στρώνονται με πηλό ή βοτσαλάκια, ενώ με μεγαλύτερες πέτρες και πλάκες στρώνονται τα ανοιχτά ή κλειστά δωμάτια που προτάσσονται στον κεντρικό χώρο του σπιτιού, καθώς επίσης και οι ανοιχτοί κοινόχρηστοι χώροι (αυλές). Στην εσωτερική διαμόρφωση των χώρων συντελούν εστίες, φούρνοι, λιθόκτιστα θρανία, αποθηκευτικές κατασκευές (βόθροι, λίθινες ή πήλινες θήκες σε γωνίες δωματίων) και διαχωριστικά παραπετάσματα από λίθο, πηλό ή καλάμια, ορίζοντας τις διάφορες λειτουργικές ζώνες του κάθε νοικοκυριού (προετοιμασία τροφής, μαγείρεμα, ύπνος, αποθήκευση κ.λπ.).

Η Κατοίκηση στην Πρώιμη Χαλκοκρατία

H θέση των οικισμών στο Αιγαίο καθορίζεται από το μέγεθος, τη γεωμορφολογία και την ακτογραμμή των νησιών, από το κλίμα (ένταση ανέμων) και τις διαθέσιμες πλουτοπαραγωγικές πηγές. Καθοριστικό όμως ρόλο στη ζωή και την οικονομία των νησιωτών του Προϊστορικού Αιγαίου έπαιξε η θάλασσα, που ώθησε στην ανάπτυξη της ναυτιλίας και του θαλάσσιου εμπορίου.

Στα μεγάλα νησιά του βόρειου και του ανατολικού Αιγαίου αναπτύσσονται από το 3000 - 2300 / 2200 π.Χ. πολυάνθρωποι, οχυρωμένοι οικισμοί με πρωτοαστικό χαρακτήρα, οι οποίοι βρίσκονται σε πεδινές (Θερμή Λέσβου, Μικρό Βουνί Σαμοθράκης) ή βραχώδεις χερσονήσους (Πολιόχνη Λήμνου, Παλαμάρι Σκύρου), αποτελούν ασφαλή αγκυροβόλια και εκμεταλλεύονται τις παράκτιες, εύφορες πεδιάδες. Oι οικισμοί αυτοί έχουν σήμερα τη μορφή λόφου (τούμπας), ύψους 4 - 15 μέτρων, που δημιουργήθηκε από τις αλλεπάλληλες αρχιτεκτονικές φάσεις.

Η έκτασή τους κυμαίνεται από 10 έως 16 στρέμματα (1 στρέμμα = 1000 τετραγωνικά μέτρα) και ο πληθυσμός τους από 300 έως 1500 άτομα. Εκτός από τους πλούσιους παράκτιους οικισμούς, στην εύφορη ενδοχώρα των νησιών (π.χ. Λήμνος) σημειώνονται και μικρότερες εγκαταστάσεις, όπως συνοικισμοί λίγων οικογενειών αλλά και μεμονωμένες αγροικίες. Από τα μέσα της 3ης χιλιετίας π.Χ. κάποιοι από τους σημαντικότερους νησιωτικούς οικισμούς εγκαταλείπονται λόγω του οικονομικού ανταγωνισμού στην περιοχή (Θερμή) ή λόγω φυσικών καταστροφών (σεισμός στην Πολιόχνη).

Oι κάτοικοί τους μεταναστεύουν σε άλλες περιοχές των νησιών ή σε άλλα, ακόμη και απομακρυσμένα νησιά (Κυκλάδες). Στα τέλη της Πρώιμης Χαλκοκρατίας απομένουν λίγοι εύρωστοι οικισμοί στο βόρειο Αιγαίο (Κουκονήσι Λήμνου, Μικρό Βουνί Σαμοθράκης), οι οποίοι θα γνωρίσουν ιδιαίτερη οικονομική ακμή κατά τη Μέση Χαλκοκρατία. Στις Κυκλάδες, ιδρύονται κατά την Πρωτοκυκλαδική Ι και ΙΙ μικροί οικισμοί, κυρίως σε χαμηλές τοποθεσίες της παράκτιας ζώνης, ενώ στο εσωτερικό των μεγαλύτερων νησιών (Νάξος) υπάρχουν και μικροί συνοικισμοί.

Κατά τη μεταβατική φάση Λευκαντί Ι - Καστρί οι οικισμοί βρίσκονται σε απόκρημνους, παραθαλάσσιους λόφους (Καστρί Σύρου, Πάνορμος Νάξου) ή σε ψηλές θέσεις, απομακρυσμένες από την ακτή (σπήλαιο Zα Νάξου, Κύνθος Δήλου). Αρκετοί απ' αυτούς είναι οχυρωμένοι (π.χ. Καστρί, Πάνορμος), στοιχείο που συνδέεται με πιθανές, ευρύτερες πληθυσμιακές μετακινήσεις από τα νησιά του βόρειου Αιγαίου προς τις Κυκλάδες. Άλλοι πάλι, που ακμάζουν από τις αρχές της Πρωτοκυκλαδικής ΙΙ (πολιτισμός Κέρου - Σύρου), όπως η Αγία Ειρήνη Κέας, το Ακρωτήρι Θήρας ή ο Σκάρκος Ίου, πιθανότατα παραμένουν ανοχύρωτοι.

Η έκταση των Πρωτοκυκλαδικών οικισμών κυμαίνεται από 2 έως 11 στρέμματα, ενώ, με βάση τα νεκροταφεία που βρίσκονταν σε μικρή απόσταση από αυτούς, ο ελάχιστος αριθμός των κατοίκων μιας κοινότητας υπολογίζεται στους 50. Στα τέλη της Πρωτοκυκλαδικής περιόδου εγκαταλείπεται το οικιστικό σχήμα των πολλών, μικρών, διάσπαρτων οικισμών και οι κάτοικοι των νησιών συγκεντρώνονται σε έναν ή δύο μεγαλύτερους και καλύτερα οργανωμένους οικισμούς (Φυλακωπή I Mήλου, Παροικιά Πάρου), οι οποίοι κατά τη Μεσοκυκλαδική και Υστεροκυκλαδική εποχή θα εξελιχθούν σε σημαντικά πρωτοαστικά κέντρα.


Η Κατοίκηση στη Μέση Χαλκοκρατία

Σύμφωνα με τα μέχρι στιγμής αρχαιολογικά δεδομένα φαίνεται πως κατά τη Μέση Χαλκοκρατία σημειώνονται αλλαγές στο οικιστικό σχήμα των νησιών του Αιγαίου, ορατές στη μείωση του αριθμού των οικισμών και στη συγκέντρωση σε αυτούς μεγαλύτερου αριθμού κατοίκων. Οι αλλαγές αυτές είναι αποτέλεσμα των οικονομικών συνθηκών που επικρατούν στο Αιγαίο κατά τα τέλη της Πρώιμης Χαλκοκρατίας, καθώς και των νέων, που σηματοδοτούνται από την έντονη μινωική παρουσία στο διαμετακομιστικό εμπόριο του Αιγαίου κατά τη Μέση Χαλκοκρατία.

Στις Κυκλάδες αναπτύσσονται μεγάλες, πυκνοδομημένες και οχυρωμένες πόλεις, στις οποίες, για περισσότερη ασφάλεια, στεγάζεται το μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού κάθε νησιού. Η Φυλακωπή ΙΙ απλώνεται σε έκταση 18 στρεμμάτων και περιλαμβάνει οικοδομικά συγκροτήματα μικρών σπιτιών, κτισμένων από αδρές ή λαξευμένες πέτρες. Διαθέτει δρόμους, πλάτους 1,5 μέτρου, προσανατολισμένους στα σημεία του ορίζοντα, σκαλοπάτια για τη μετάβαση από τα χαμηλότερα στα ψηλότερα επίπεδα του οικισμού και πιθανότατα τείχος, κατά μήκος του αυχένα της χερσονήσου.

Η Αγία Ειρήνη Κέας (φάσεις IV - V) περιλαμβάνει λιθόκτιστο τείχος ενισχυμένο με ημικυκλικούς πύργους, ενώ στο εσωτερικό της ξεχωρίζει ένα οικοδόμημα, το ιερό της κοινότητας. Στο βόρειο Αιγαίο κατοικούνται λίγοι μόνον οικισμοί της Πρώιμης Χαλκοκρατίας με πρωτοαστικά χαρακτηριστικά, όπως το Μικρό Βουνί Σαμοθράκης και το Κουκονήσι Λήμνου. Είναι οχυρωμένοι με λιθόκτιστο τείχος και διατηρούν ως βασική κτιριακή μονάδα το ορθογώνιο στενόμακρο οικοδόμημα με μικρό κλειστό προθάλαμο και μεγάλο κυρίως δωμάτιο (μεγαρόσχημο).

Πυκνή δόμηση σε οικοδομικά τετράγωνα όμοια με της Θερμής IV, οδικό δίκτυο παράλληλων δρόμων (τουλάχιστον δύο) που διατρέχουν τον οικισμό από βορρά προς νότον και τέμνονται κάθετα από άλλους μικρότερους, μικρές κοινόχρηστες πλατείες και πηγάδια στο Κουκονήσι, πιστοποιούν την αρχιτεκτονική συνέχεια από την Πρώιμη Χαλκοκρατία στα βαλλόμενα από συχνούς σεισμούς νησιά του βόρειου Αιγαίου.

Η Κατοίκηση στην Υστεροκυκλαδική Περίοδο

Κατά την αρχή της Ύστερης Χαλκοκρατίας τα νησιά του Αιγαίου είχαν αποκτήσει μεγάλη σημασία για την οικονομία λόγω της διακίνησης αγαθών στα λιμάνια και της ίδρυσης Μινωικών και Μυκηναϊκών εμπορικών σταθμών. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα να γίνουν τα νησιά πόλος έλξης νέων πληθυσμών, οι οποίοι εγκαταστάθηκαν σε παλαιότερες θέσεις ή ίδρυσαν νέους οικισμούς. Όπως και κατά τις προηγούμενες περιόδους οι προτιμώμενες θέσεις κατοίκησης ήταν οι λίγες και στενές πεδιάδες, αλλά κυρίως τα ασφαλή λιμάνια που διευκόλυναν τις θαλάσσιες επικοινωνίες.

Την πληρέστερη εικόνα για τη ζωή σε έναν οικισμό της πρώιμης Υστεροχαλκής εποχής στις Κυκλάδες προσφέρει το Ακρωτήρι στη Θήρας, ένας εκτεταμένος οικισμός, ο οποίος καταστράφηκε από την έκρηξη του ηφαιστείου της Θήρας κατά την Υστεροκυκλαδική Ι Α περίοδο. Τα οικοδομικά λείψανα του οικισμού αυτού, που αποκαλύπτονται μέσα από τα στρώματα της ηφαιστειακής λάβας, είναι τόσο καλά διατηρημένα, ώστε να μας δίνουν μια μοναδική εικόνα της ζωής στον οικισμό.

Η Θηραϊκή αρχιτεκτονική μπορεί να θεωρηθεί Μινωική, επειδή εκεί διαπιστώνονται Μινωικά στοιχεία, όπως η λαξευτή τοιχοδομία, οι ξυλοδεσιές, τα πολύθυρα και οι δεξαμενές καθαρμών. Στη Θήρα -στις θέσεις Μπάλος, Φτέλλος- και στη Θηρασία έχουν εντοπιστεί και μικρές ανεξάρτητες αγροτικές εγκαταστάσεις. Τα γνωστότερα και καλύτερα διατηρημένα αστικά κέντρα των Κυκλάδων κατά τις ώριμες περιόδους της Υστεροκυκλαδικής εποχής είναι δύο οικισμοί που είχαν ιδρυθεί από τη Μέση Χαλκοκρατία, ο οικισμός της Αγίας Ειρήνης στην Κέα και ο οικισμός της Φυλακωπής στη Μήλο.

Οι οικισμοί αυτοί παρουσιάζουν ένα ενιαίο και άριστα οργανωμένο πολεοδομικό σχέδιο και υπόγειες εγκαταστάσεις αποχέτευσης. Σημαντικά επίσης στοιχεία για την οικιστική της Ύστερης Χαλκοκρατίας προέρχονται από τους οικισμούς της Δήλου και της Γρόττας στη Νάξο. Η Θήρα επανακατοικήθηκε αυτή την περίοδο στη θέση Μονόλιθος. Οι Κυκλαδικοί οικισμοί αυτής της περιόδου έχουν δεχθεί πολλά Μυκηναϊκά στοιχεία, πράγμα που φαίνεται και από την ίδρυση Μυκηναϊκών ιερών στην Αγία Ειρήνη και τη Φυλακωπή.

Η Μυκηναϊκή παρουσία στο βορειοανατολικό Αιγαίο μαρτυρείται από σποραδικά ευρήματα κεραμικής, ειδωλίων και από ισχνά οικοδομικά λείψανα. Από τα μέσα του 13ου αιώνα π.Χ. η εξέλιξη των νησιωτικών οικισμών είναι κοινή με αυτή της ηπειρωτικής Ελλάδας. Κάτω προφανώς από τις ίδιες συνθήκες ανασφάλειας τα οχυρωματικά έργα των οικισμών ενισχύθηκαν, ενώ οι νέοι οικισμοί ιδρύθηκαν σε φυσικά οχυρωμένες και απρόσιτες θέσεις, όπως δείχνουν οι εγκαταστάσεις στις Κουκουναριές της Πάρου και τον Άγιο Ανδρέα στη Σίφνο.

Γύρω στο 1200 π.Χ. σημειώνεται στους νησιωτικούς οικισμούς μια αλυσίδα καταστροφών που είναι χρονικά παράλληλες με τις καταστροφές των Μυκηναϊκών ακροπόλεων. Γύρω στις αρχές του 11ου αιώνα π.Χ. ορισμένοι οικισμοί (Φυλακωπή, Κουκουναριές) εγκαταλείπονται, ενώ σε άλλους παρατηρούνται έντονα φαινόμενα παρακμής. Η οικιστική εξέλιξη κατά το διάστημα από την Υπομυκηναϊκή μέχρι την Πρωτογεωμετρική περίοδο είναι αρκετά σκοτεινή αλλά κάποιες στρωματογραφικές ενδείξεις από τον οικισμό της Γρόττας υποδεικνύουν ότι η κατοίκηση δεν διακόπηκε.


ΚΟΙΝΩΝΙΑ

Τα αρχαιολογικά ευρήματα από επιφανειακές επισκοπήσεις και από ανασκαφές οικισμών και νεκροταφείων αποτελούν πολύτιμες και μοναδικές πηγές στην προσπάθεια αποκρυπτογράφησης της οικονομικής οργάνωσης και της κοινωνικής σύνθεσης των νησιωτικών κοινοτήτων του Αιγαίου κατά την εποχή του Χαλκού. Κατά την Πρώιμη Χαλκοκρατία αναπτύσσονται στα μεγάλα νησιά του βόρειου και του ανατολικού Αιγαίου ένας ή περισσότεροι μεγάλοι οικισμοί με πρωτοαστικό χαρακτήρα και πληθυσμό 300 - 1500 ατόμων. Αντίθετα, στις Κυκλάδες υπάρχουν πολλοί μικροί οικισμοί λίγων οικογενειών, με ελάχιστο πληθυσμό 50 ατόμων.

Από τη Μέση Χαλκοκρατία σημειώνεται, κυρίως στις Κυκλάδες, συγκέντρωση του διεσπαρμένου πληθυσμού σε έναν ή δύο σε κάθε νησί μεγαλύτερους και καλύτερα οργανωμένους οικισμούς, οι οποίοι κατά την Ύστερη Χαλκοκρατία εξελίσσονται σε πολυάνθρωπα αστικά κέντρα. Μετά την κατάρρευση των μυκηναϊκών κέντρων (περίπου 1200 π.Χ.) σημειώνονται μεταναστεύσεις πληθυσμών από την ηπειρωτική Ελλάδα προς τα νησιά του κεντρικού και του νότιου Αιγαίου, που επιφέρουν, με την αύξηση του πληθυσμού και την ίδρυση νέων οικισμών, αλλαγές στα δημογραφικά δεδομένα.

Η κοινωνική σύνθεση των νησιωτικών κοινοτήτων είναι άρρηκτα συνδεμένη με τις προσφερόμενες σε κάθε νησί δυνατότητες οικονομικής ανάπτυξης, την τεχνολογική εξειδίκευση, τη ναυτιλία και το εμπόριο, τη συσσώρευση πλούτου και τον τρόπο κατανομής του στην κάθε κοινότητα, καθώς και με την ένταση των εξωτερικών πολιτιστικών επιδράσεων στις διάφορες χρονικές περιόδους. Σαφείς ενδείξεις κοινωνικής διαστρωμάτωσης καταγράφονται ήδη από την Πρώιμη Χαλκοκρατία, κατά την οποία διακρίνεται μια πολιτική-διοικητική αρχή και η εύπορη τάξη των εξειδικευμένων τεχνιτών και των εμπόρων.

Από τη Μέση Χαλκοκρατία διαμορφώνεται μια νέα κοινωνική - οικονομική δύναμη, οι ναυτικοί, που συμμετέχουν στο διαμετακομιστικό εμπόριο αρχικά με τους Μινωίτες, και κατά την Ύστερη Χαλκοκρατία με τους Μυκηναίους εμπόρους. Σεβασμό στην αξία της ανθρώπινης ζωής, πίστη στη μεταθανάτια πορεία του ανθρώπου, ακόμη και φόβο προς τους νεκρούς αντανακλούν τα ταφικά έθιμα της εποχής.

Οργανωμένα νεκροταφεία κιβωτιόσχημων, κατά την Πρώιμη και τη Μέση, και λαξευτών θαλαμοειδών τάφων κατά την Ύστερη Χαλκοκρατία, ταφικές τελετουργίες, καθώς και ανάλογα με την ηλικία, το φύλο και την κοινωνική θέση του θανόντος κτερίσματα, εκφράζουν τον ψυχισμό και τη σημειολογία των ελεύθερων, δυναμικών και ευέλικτων νησιωτών του Αιγαίου.

Κοινωνική Διαστρωμάτωση

Στοιχεία ενδεικτικά για τη σύνθεση των νησιωτικών κοινοτήτων της εποχής του Χαλκού αντλούνται τόσο από την οικιστική και ταφική αρχιτεκτονική, όσο και από τα κινητά ευρήματα και, ιδιαίτερα από τον τρόπο που αυτά κατανέμονται στους οικισμούς και τα νεκροταφεία. Στα πρωτοαστικά κέντρα του βόρειου Αιγαίου είναι εμφανής από την Πρώιμη Χαλκοκρατία η ύπαρξη μιας πολιτικής - διοικητικής εξουσίας, που συντονίζει τα κοινοτικά έργα (οχυρώσεις, κοινοτικές αποθήκες, "Βουλευτήριο") και φροντίζει την τήρηση των άγραφων νόμων για την ομαλή λειτουργία της κοινότητας, καθώς και μιας εύπορης τάξης εμπόρων - τεχνιτών (μεταλλουργών).

Οι σφραγίδες, δηλωτικές του ελέγχου διακίνησης αγαθών, τα σπάνια εισαγμένα τεχνουργήματα από το Αιγαίο και τη Μικρά Ασία, τα πολύτιμα για την εποχή μπρούντζινα εργαλεία ή όπλα (Θερμή, Πολιόχνη) και τα σπάνιας τέχνης κοσμήματα (Πολιόχνη) αποτελούν "αγαθά κύρους" ή αντικείμενα "κοινωνικού γοήτρου" και πιστοποιούν την οικονομική και κοινωνική ιδιαιτερότητα των κατόχων τους. Η ύπαρξη φτωχών και πλούσιων στις Κυκλάδες διαφαίνεται από την ποιότητα των κτερισμάτων στους Πρωτοκυκλαδικούς τάφους.

Τάφοι με διαδήματα, περιδέραια, βραχιόλια και αγγεία (φιάλη, κουταλάκι) από ασήμι και άλλα υλικά συνυπάρχουν σε νεκροταφεία με τάφους που συνοδεύονται π.χ. από ένα μόνο μαρμάρινο ειδώλιο. Ανομοιόμορφη κατανομή πλούτου και κατ' επέκταση και κοινωνική πολυμορφία χαρακτηρίζει και τα πρωτοαστικά κέντρα της Μέσης Χαλκοκρατίας, όπως φαίνεται από τις σφραγίδες και τα τεχνουργήματα μινωικής, Νοτιοελλαδικής και μικρασιατικής προέλευσης από το Μικρό Βουνί Σαμοθράκης, το Κουκονήσι Λήμνου, την Αγία Ειρήνη Κέας, τη Φυλακωπή Μήλου και το Ακρωτήρι Θήρας.

Στην πόλη του Ακρωτηριού αποκαλύπτονται κάτω από την ηφαιστειακή λάβα στοιχεία της κοσμοπολίτικης κοινωνίας της Υστεροκυκλαδικής Ι: τα πλούσια σπίτια των εμπόρων -μνημεία της αιγαιοπελαγίτικης αρχιτεκτονικής- οι χώροι λατρείας (δεξαμενή καθαρμών), και ο τοιχογραφικός τους διάκοσμος στον οποίο απεικονίζονται τύποι της Υστεροκυκλαδικής κοινωνίας στο φυσικό τους περιβάλλον, σε καθημερινές και αθλητικές ασχολίες, σε θρησκευτικές τελετουργίες και σε ειρηνικές ή πολεμικές επιχειρήσεις (Μικρογραφική τοιχογραφία).

Από την Υστεροκυκλαδική ΙΙΙ περίοδο σημειώνονται διαφοροποιήσεις στην οργανωτική-διοικητική εξουσία, αλλά και στην άσκηση της λατρείας και των ταφικών εθίμων, που παραπέμπουν στο κοινωνικοπολιτικό σχήμα της Μυκηναϊκής Ελλάδας, με το οποίο έρχονται σε επαφή τα νησιά κατά την περίοδο αυτή. Τα μέγαρα και τα ιερά της Αγίας Ειρήνης και της Φυλακωπής, τα λατρευτικά ειδώλια, οι πλούσια κτερισμένοι λαξευτοί τάφοι ντόπιων ή Μυκηναίων ηγεμόνων στις Κυκλάδες και τα Δωδεκάνησα αποκαλύπτουν τη σύνθεση των κοινοτήτων της Ύστερης Χαλκοκρατίας.


Ταφικά Έθιμα

Τα ταφικά έθιμα της εποχής του Χαλκού στο Αιγαίο διαφέρουν κατά περιοχές και χρονικές περιόδους και παρέχουν σημαντικότατα στοιχεία για τη δημογραφία, την κοινωνική σύνθεση και τις πεποιθήσεις των Προϊστορικών νησιωτών για τη μεταθανάτια ζωή. Κατά την Πρώιμη Χαλκοκρατία στις Κυκλάδες χρησιμοποιούνται νεκροταφεία με μικρούς κιβωτιόσχημους και θαλαμοειδείς τάφους, οργανωμένους σε συστάδες που δέχονται ενταφιασμούς διαφορετικών οικογενειών. Η θέση των τάφων δηλώνεται με λιθόκτιστο σήμα (εξέδρα), ενώ σε κάποια νεκροταφεία (Άγιοι Ανάργυροι Νάξου) υπάρχουν ενδείξεις για την τέλεση νεκρικών τελετουργιών.

Οι νεκροί ενταφιάζονται σε συνεσταλμένη στάση μαζί με τα σημαντικότερα προσωπικά τους αντικείμενα (κοσμήματα, ειδώλια, όπλα κ.ά.), που τους συντροφεύουν στη μεταθανάτια ζωή. Στα νησιά του βόρειου και ανατολικού Αιγαίου σημειώνονται μεμονωμένες ταφές βρεφών και παιδιών μέσα στα όρια του οικισμού, σε αγγεία ή σε απλούς λάκκους, που σκάβονται για το σκοπό αυτό κάτω από τα δάπεδα των σπιτιών (Πολιόχνη, Θερμή, Ηραίο).

Οι ταφές ενηλίκων πραγματοποιούνταν προφανώς έξω από τα όρια του οικισμού, σε νεκροταφεία που δεν έχουν ακόμη εντοπιστεί, και περιλάμβαναν ταφές πιθανότατα μέσα σε απλούς λάκκους ή σε πιθάρια. Κατά τη Μέση Χαλκοκρατία στις Κυκλάδες συνεχίζεται η χρήση νεκροταφείων έξω από τα όρια των μεγάλων οικιστικών κέντρων. Συνηθίζονται οι απλοί ή κτιστοί κιβωτιόσχημοι τάφοι, οι θαλαμοειδείς και οι πιθοταφές. Η σήμανση των τάφων με λιθόκτιστες εξέδρες επιβιώνει και κατά την περίοδο αυτή.

Αξιοσημείωτη είναι η ανεύρεση κιβωτιόσχημου τάφου και τελετουργικής εξέδρας μέσα σε οίκημα της Αγίας Ειρήνης Κέας. Τα ταφικά ευρήματα από τα υπόλοιπα νησιά του Αιγαίου είναι πενιχρά. Κατά την Ύστερη Χαλκοκρατία, περίοδο βαθμιαίας εξάπλωσης της Μυκηναϊκής δύναμης στα νησιά του Αιγαίου, υιοθετούνται σε μικρό ή μεγάλο βαθμό έθιμα ταφής γνωστά από τη Μυκηναϊκή Ελλάδα. Ο τύπος του κιβωτιόσχημου τάφου εκπνέει κατά την Υστεροκυκλαδική Ι (Αϊλάς Νάξου) και στα νεκροταφεία (Απλώματα, Καμίνι και Γρόττα Νάξου) κυριαρχούν οι λαξευτοί θαλαμοειδείς τάφοι.

Συγχρόνως, σημειώνονται μεμονωμένα δείγματα λακκοειδών (Φυλακωπή) και από την Υστεροκυκλαδική ΙΙΙ Β και θολωτών τάφων (Αγία Θέκλα Τήνου). Ανακομιδές νεκρών και πλούσια κτερισμένες ταφές με βαρύτιμα κοσμήματα, όπλα, μυκηναϊκά ειδώλια και αγγεία συμπληρώνουν την εικόνα των ταφικών εθίμων της εκπνέουσας εποχής του Χαλκού.

Ταφικά Έθιμα Πρωτοκυκλαδικής περιόδου

Κατά την Πρωτοκυκλαδική περίοδο (3η χιλιετία π.Χ.) οργανώνονται σε μικρή απόσταση από τους οικισμούς νεκροταφεία, τα οποία περιλαμβάνουν συστάδες τάφων, ο συνολικός αριθμός των οποίων δεν υπερβαίνει τους 15 με 20. Σε ελάχιστες περιπτώσεις ξεπερνούν τους 50 ή τους 100, ενώ στη Χαλανδριανή Σύρου φτάνουν τους 600. Παρά το γεγονός ότι τα περισσότερα γνωστά νεκροταφεία βρέθηκαν συλημένα από αρχαιοκάπηλους, αποτελούν τις σημαντικότερες πηγές γνώσης του Κυκλαδικού πολιτισμού.

Τα νεκροταφεία περιλαμβάνουν κιβωτιόσχημους τάφους με τραπεζιόσχημη κάτοψη και θαλαμοειδείς με κυκλική ή ορθογώνια κάτοψη και οροφή ελαφρά επικλινή ή θολωτή. Οι κιβωτιόσχημοι τάφοι έχουν μήκος 0,8-1,2, πλάτος 0,3-0,5 και βάθος 0,3-0,6 μέτρα. Επενδύονται πλευρικά με μεγάλες λίθινες πλάκες ή μικρές πέτρες και σκεπάζονται με μια ή περισσότερες πλάκες. Είναι κατά κανόνα μονόχωροι και φιλοξενούν ένα νεκρό, ενώ σπανιότερα είναι διώροφοι ή τριώροφοι, προκειμένου να δεχθούν περισσότερους νεκρούς της ίδιας οικογένειας.

Στις περιπτώσεις αυτές τα κατώτερα μέρη αποτελούν οστεοφυλάκια, στα οποία φυλάσσονται κυρίως τα κρανία και τα μακρά οστά των προγόνων. Ενδιαφέρουσα παραλλαγή των κιβωτιόσχημων τάφων αποτελούν εκείνοι με την κτιστή στέγη, κατά το εκφορικό σύστημα, οι οποίοι μάλιστα διαθέτουν και δρόμο μήκους 0,5 - 1,0 μέτρου που οδηγεί στην είσοδό τους. Η θέση των τάφων επισημαίνεται σε μερικά νεκροταφεία με λιθόκτιστες εξέδρες (π.χ. Λάκκουδες Νάξου), ενώ άλλοι οριοθετούνται με πέτρες και λευκά βότσαλα (Άγιοι Ανάργυροι Νάξου).

Στο νεκροταφείο των Αγίων Αναργύρων υπήρχε μεγάλη, λιθόκτιστη εξέδρα, στην οποία, σύμφωνα με τα καπελόσχημα αγγεία που βρέθηκαν, διεξάγονταν ταφικές τελετουργίες. Στα τέλη της Πρωτοκυκλαδικής περιόδου σημειώνεται ενταφιασμός βρεφών και παιδιών εντός των οικισμών, μέσα σε πήλινα αγγεία (εγχυτρισμός). Οι νεκροί τοποθετούνται απ' ευθείας στο δάπεδο ή σε στρώση από χαλίκια, σε ισχυρά συνεσταλμένη στάση. Για την επίτευξη της στάσης αυτής, που "παγίδευε" το νεκρό μέσα στο μικρό τάφο, χρησιμοποιούνταν πιθανότατα σχοινιά ή ταινίες. Οι νεκροί θα πρέπει να ενταφιάζονταν με τα ενδύματά τους ή να τυλίγονταν σε ύφασμα.

Κάτω από το κεφάλι τους τοποθετείται συχνά μια πλάκα, ως προσκέφαλο, ενώ σε κάποιες περιπτώσεις η σωρός σκεπάζεται με πέτρες. Στους νεκρούς προσφέρονται κτερίσματα, ανάλογα με το φύλο, την ηλικία και την κοινωνική τους θέση. Πρόκειται για προσωπικά αντικείμενα, όπως κεραμικά ή μαρμάρινα αγγεία (πυξίδες, φιάλες, πινάκια), μαρμάρινα ειδώλια -σύντροφοι στη μεταθανάτια ζωή- χρωματοθήκες, χρωστικές ύλες, λεπίδες οψιανού (ξυράφια), τριχολαβίδες, λίθινα, οστέινα ή μετάλλινα κοσμήματα (περιδέραια, βραχιόλια, διαδήματα, περόνες) και μπρούντζινα εργαλεία και όπλα.


Ενδυμασία – Καλλωπισμός

Οι πληροφορίες που διαθέτουμε για την ενδυμασία των κατοίκων του Αιγαίου πριν από την Ύστερη Χαλκοκρατία είναι ελάχιστες. Τα Κυκλαδικά ειδώλια της Πρώιμης Χαλκοκρατίας εικονίζονται γυμνά, ενώ το χρώμα που διασώζεται σε μερικά από αυτά μπορεί να ερμηνευθεί ως βάψιμο του δέρματος ή δερματοστιξίες. Τις μόνες σχετικές ενδείξεις παρέχει ένα σύνολο ειδωλίων από τη Θερμή της Λέσβου, όπου δηλώνονται ορισμένες λεπτομέρειες ενδυμάτων. Η απόδοση όμως και αυτών είναι αρκετά αφαιρετική, ώστε να μπορούμε να σχηματίσουμε μια σαφή εικόνα των ενδυμάτων.

Από την Υστεροκυκλαδική περίοδο αντίθετα προέρχεται ένα πλήθος σχετικών πληροφοριών που αντλούνται κυρίως από τις τοιχογραφίες της Θήρας και από τα Μυκηναϊκού τύπου ειδώλια, δηλαδή από τα έργα δύο παραστατικών τεχνών, οι οποίες μεταδόθηκαν στα νησιά του Αιγαίου αντίστοιχα από την Κρήτη και τη Μυκηναϊκή Ελλάδα. Από τις παραστάσεις των τοιχογραφιών προκύπτει εύκολα το συμπέρασμα ότι οι κάτοικοι της Θήρας ακολουθούσαν πιστά τη Μινωική μόδα, καθώς εκεί συναντούμε τα υπέρκομψα γυναικεία ενδύματα που είναι γνωστά από τη Μινωική Κρήτη.

Τα ενδύματα αυτά αποτελούνταν από φαρδιές καμπανόσχημες φούστες -φτιαγμένες από αλλεπάλληλες υφαντές ταινίες- και από ένα στενό περικόρμιο με εφαρμοστά μανίκια, το οποίο άφηνε συχνά ελεύθερο το στήθος. Οι παρυφές των ενδυμάτων ήταν όπως και στα Μινωικά διακοσμημένες με περίτεχνα υφασμένες ταινίες. Ένα στοιχείο της γυναικείας ενδυμασίας που θεωρείται τοπικό -καθώς δε συναντάται στην ενδυμασία της Κρήτης- είναι η χρήση λεπτότατων διάφανων ενδυμάτων, τα οποία κατά μια άποψη ήταν φτιαγμένα από μεταξωτά υφάσματα.

Η ένδειξη αυτή ενισχύθηκε πρόσφατα από την εύρεση κουκουλιών μεταξοσκώληκα στις ανασκαφές του Ακρωτηρίου. Τη γυναικεία ενδυμασία συνόδευαν πλούσια κοσμήματα (περιδέραια, βραχιόλια, σκουλαρίκια) από πολύτιμα μέταλλα και πολύχρωμα πετρώματα, τα οποία ακολουθούσαν και αυτά, όσον αφορά την τεχνοτροπία και το σχεδιασμό, τη Μινωική μόδα. Την εντυπωσιακή εμφάνιση των γυναικών συμπλήρωναν το βάψιμο των ματιών, του προσώπου, πιθανώς και η δερματοστιξία, στοιχεία της εμφάνισης που όμως ίσως αφορούσαν μόνο πρόσωπα με ιερατική ιδιότητα.

Οι περισσότερες από τις παραστάσεις όπου απεικονίζονται ανθρώπινες μορφές έχουν θρησκευτικό περιεχόμενο, γι' αυτό τα ενδύματα που απεικονίζονται σ' αυτές ίσως δεν αντιπροσωπεύουν τα καθημερινά ενδύματα, αλλά τελετουργικά ιερατικά άμφια. Μια εξαίρεση αποτελεί η λεγόμενη "μικρογραφική ζωφόρος", όπου απεικονίζονται συγχρόνως πολλοί άνθρωποι με διαφορετικές ιδιότητες. Στην τοιχογραφία αυτή τα γυναικεία ενδύματα παρουσιάζονται σχετικά ομοιόμορφα, ενώ τα ανδρικά διακρίνονται σε διαφορετικούς τύπους, οι οποίοι εκφράζουν μάλλον κοινωνικές διαφορές.

Το Μινωικού τύπου περίζωμα φοριόταν συχνότερα από άνδρες που βρίσκονταν σε έντονη κινητική δραστηριότητα. Οι άνδρες που συμμετείχαν σε τελετουργικές πράξεις φορούσαν έναν απλό χιτώνα που δε διέφερε πολύ από το χιτώνα των βοσκών. Στα πήλινα ειδώλια Φ και Ψ των ιερών της Αγίας Ειρήνης και της Φυλακωπής, καθώς και στα υπερμεγέθη κοίλα ειδώλια από τα ιερά αυτά αναγνωρίζεται μια εντελώς διαφορετική ενδυματολογική παράδοση. Τα ειδώλια αυτά φορούν τον ίδιο μακρύ χειριδωτό χιτώνα -πολλές φορές διακοσμημένο με περίπλοκα υφαντικά σχέδια- που φορούν και οι μορφές των Μυκηναϊκών ειδωλίων.

ΘΡΗΣΚΕΙΑ

Από τo διάστημα της Πρώιμης Χαλκοκρατίας δεν υπάρχουν καθόλου αρχαιολογικές μαρτυρίες που να συνδέονται με λατρευτικές πρακτικές. Μόνο η παραγωγή των Κυκλαδικών ειδωλίων και η τοποθέτησή τους σε τάφους μπορεί να συνδεθεί με κάποιες θρησκευτικές πεποιθήσεις του πληθυσμού και μάλιστα με την τέλεση λατρευτικών εθίμων σε συνδυασμό με έθιμα ταφής. Τα θρησκευτικά στοιχεία από την περίοδο της Μέσης Χαλκοκρατίας είναι ακόμη λιγότερα, καθώς τότε σταματά και η παραγωγή ειδωλίων.

Κατά τη διάρκεια όμως αυτής ακριβώς της περιόδου ιδρύεται το πρωιμότερο ιερό του Προϊστορικού Αιγαίου στην Αγία Ειρήνη της Κέας, ένα σημαντικό γεγονός που σηματοδοτεί τη διαμόρφωση των λατρευτικών εθίμων της Ύστερης Χαλκοκρατίας. Τα λατρευτικά έθιμα στα νησιά του Αιγαίου κατά τις πρώιμες περιόδους της Ύστερης Χαλκοκρατίας μαρτυρούνται εύγλωττα στην πλούσια εικονογράφηση των τοιχογραφιών της Θήρας.

Στις παραστάσεις αυτές, οι οποίες αντικατοπτρίζουν όμως περισσότερο τα λατρευτικά έθιμα της Μινωικής Κρήτης, απεικονίζονται συχνά μέλη του ιερατείου και λατρευτές σε τελετουργικές πράξεις και τελετές μύησης νεαρών προσώπων. Από τα μέσα της Ύστερης Χαλκοκρατίας διαθέτουμε ένα πλήθος πληροφοριών σχετικών με τη λατρεία, οι οποίες προέρχονται κυρίως από τις ώριμες φάσεις χρήσης του ιερού της Αγίας Ειρήνης και από το ιερό της Φυλακωπής στη Μήλο.

Τα δύο αυτά νησιωτικά ιερά πλουτίζουν τις γνώσεις μας για τη Μυκηναϊκή λατρεία γενικότερα, καθώς από την ηπειρωτική Ελλάδα, εκτός από τα ιερά των Μυκηνών, της Τίρυνθας και της Ασίνης, δεν υπάρχουν άλλα ικανοποιητικά στοιχεία για την τέλεση της λατρείας σε ειδικά σχεδιασμένους χώρους. Τα αρχαιολογικά ευρήματα των ιερών (ειδώλια και λατρευτικά σκεύη), που είναι πανομοιότυπα με εκείνα της ηπειρωτικής Ελλάδας, δίνουν την εντύπωση ότι η λατρεία στα νησιά συνεχίστηκε πλήρως ενταγμένη στις αρχές και το τυπικό της Μυκηναϊκής θρησκείας.


Ιερά

Από τους νησιωτικούς οικισμούς της Πρώιμης Χαλκοκρατίας δεν διαθέτουμε πληροφορίες για τη λειτουργία οργανωμένων ιερών. Από τη Μέση Χαλκοκρατία όμως εμφανίζονται τα πρώτα στοιχεία λατρείας σε ένα ανεξάρτητο και ειδικά σχεδιασμένο κτήριο. Στον οικισμό της Αγίας Ειρήνης στην Κέα κτίστηκε αυτή την περίοδο ένα ιερό -το πρώτο ιερό στο Αιγαίο- το οποίο ανταποκρίνεται στο σχήμα και τη λειτουργία των μεταγενέστερων ιερών της Μυκηναϊκής Ελλάδας.

Από την Ύστεροκυκλαδική εποχή διαθέτουμε περισσότερες μαρτυρίες για τη λατρεία σε ιερά κτήρια. Τα καλύτερα ερευνημένα ιερά του νησιωτικού χώρου είναι το ιερό της Αγία Ειρήνης, το οποίο συνέχισε να λειτουργεί αδιάκοπα από τη Μέση Χαλκοκρατία, και το κάπως μεταγενέστερο ιερό της Φυλακωπής στη Μήλο. Μια ένδειξη για το χαρακτηρισμό των ιερών είναι ο ιδιαίτερος αρχιτεκτονικός τύπος των κτηρίων και η εύρεση τελετουργικών αντικειμένων και πήλινων ειδωλίων.

Ο αρχιτεκτονικός τύπος των νησιωτικών ιερών έχει, όπως και αυτά της ηπειρωτικής Ελλάδας, τριμερή διάταξη. Τα ιερά κτίσματα αποτελούνταν από έναν προθάλαμο, έναν κύριο χώρο και δύο πλευρικούς θαλάμους στο βάθος. Στο κέντρο των κύριων χώρων τοποθετούνταν διάφορα λατρευτικά σκεύη (εστίες και τριποδικές τράπεζες προσφορών). Στο βάθος υπήρχε ένα θρανίο, όπου τοποθετούνταν τα ξόανα της θεότητας, πήλινα ειδώλια και άλλα αφιερώματα. Ειδικότερα τα ξόανα ήταν τοποθετημένα επάνω σε λίθινες πλατφόρμες ώστε να βρίσκονται σε ψηλότερο σημείο από τους λατρευτές.

Οι πλευρικοί θάλαμοι χρησιμοποιούνταν, όπως φαίνεται στα ιερά της Φυλακωπής και των Μυκηνών, για την αποθήκευση των τελετουργικών σκευών. Από το Ακρωτήρι της Θήρας, παρόλο που εκεί ο ιερός χαρακτήρας των χώρων δεν είναι σαφής και οι λατρευτικές συνήθειες αντιστοιχούν περισσότερο στα Μινωικά έθιμα, διαθέτουμε επίσης την ένδειξη ότι η κατασκευή των ιερών κτισμάτων ήταν ιδιαίτερα φροντισμένη. Τα κτήρια του Ακρωτηρίου που έχουν χαρακτηριστεί ιερά, οι λεγόμενες Ξεστές, είχαν σε αντίθεση με τα υπόλοιπα πλινθόκτιστα κτίσματα του οικισμού επιμελημένη λίθινη τοιχοδομία.

Τα ιερά των νησιών όπως και αυτά της ηπειρωτικής Ελλάδας φανερώνουν αρκετές διαφορές από τους αντίστοιχους χώρους της Μινωικής Κρήτης, πράγμα που υποδεικνύει μια διαφοροποίηση στις λατρευτικές συνήθειες των δύο αυτών πολιτισμών. Τα Μυκηναϊκά ιερά ήταν ανεξάρτητα κτήρια και όχι χώροι ενσωματωμένοι σε οικοδομήματα διαφόρων χρήσεων, όπως στην περίπτωση των Μινωικών ανακτόρων. Από το νησιωτικό χώρο δεν υπάρχουν επίσης αρχαιολογικές μαρτυρίες για ιερά κορυφής ή ιερά σπήλαια, παρόλο που η λατρεία σε υπαίθρια ιερά υπονοείται στη Μυκηναϊκή εικονογραφία και στα κείμενα των πινακίδων.

Τα Μυκηναϊκά νησιωτικά ιερά θα ήταν ίσως ένας διαρκής πόλος έλξης των λατρευτών για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα. Όπως έχει διαπιστωθεί στο μυκηναϊκό ιερό του Απόλλωνα Μαλεάτα στην Επίδαυρο, η λατρεία στους χώρους των Μυκηναϊκών ιερών μπορεί να συνεχιζόταν μέχρι τους Αρχαϊκούς χρόνους. Η εκδοχή αυτή ενισχύεται από την εύρεση Μυκηναϊκών τελετουργικών και εξαιρετικά πολυτελών αντικειμένων κάτω από το Αρτεμίσιο της Δήλου.

Ιερατείο

Μεταξύ των μορφών των τοιχογραφικών παραστάσεων της Θήρας αναγνωρίζονται και ορισμένες που ίσως απεικονίζουν μέλη του ιερατείου. Είναι όμως αρκετά δύσκολο να διακριθούν οι ιερείς από τους λατρευτές ή πιθανές απεικονίσεις της θεότητας, καθώς οι παραστάσεις αυτές δε μοιάζουν να ακολουθούν ένα αυστηρό θρησκευτικό τυπικό. Έτσι ο προσδιορισμός της ιδιότητας των μορφών προκύπτει από τις προσπάθειες ερμηνείας των τελετουργικών διαδικασιών και τις συχνά αβέβαιες τοποθετήσεις των μορφών σε ένα εικονογραφικό πρόγραμμα.

Είναι καταρχήν άξιο παρατήρησης ότι στις θρησκευτικές παραστάσεις της Θήρας κυριαρχούν, όπως και στις Μινωικές, οι γυναικείες μορφές. Πρόκειται για ιέρειες και θεραπαινίδες της θεότητας που την εξυμνούσαν, της προσέφεραν δώρα, ενώ ίσως σε συγκεκριμένες τελετές να την αντιπροσώπευαν ενσαρκώνοντάς την. Οι ιέρειες φορούσαν πολυτελή ενδύματα Μινωικού τύπου, είχαν περίτεχνες κομμώσεις και έφεραν μερικές φορές στο πρόσωπο δερματοστιξίες με αποδόσεις ιερών συμβόλων (π.χ. του κρόκου).

Μια συγκεκριμένη θέση στη θρησκευτική ιεραρχία αντιπροσωπεύει μάλλον μια ιέρεια από μια τοιχογραφία της Δυτικής οικίας, η οποία κρατά ένα θυμιατήρι και φορά έναν άνετο μακρύ χειριδωτό χιτώνα. Πρόσωπα του ιερατείου θεωρούνται και ορισμένες ανδρικές μορφές από την "τοιχογραφία του στόλου", στη σκηνή της τελετουργίας στην κορυφή ενός λόφου.

Οι μορφές αυτές απεικονίζονται με μακρούς λευκούς χιτώνες, ενώ εκείνες με τα λευκά περιζώματα Μινωικού τύπου από την ίδια σκηνή αντιπροσωπεύουν μάλλον τους λατρευτές. Μέλη του ιερατείου θεωρούνται και ορισμένες ανδρικές μορφές που φορούν δέρματα ζώων, οι οποίες παραπέμπουν στους παρόμοια ντυμένους ιερείς από τη σαρκοφάγο της Αγίας Τριάδας.


Λατρεία

Για την ύπαρξη θρησκευτικών τελετών κατά τη διάρκεια της Πρώιμης Χαλκοκρατίας διαθέτουμε ελάχιστα στοιχεία, καθώς στα αρχιτεκτονικά κατάλοιπα της εποχής δεν έχουν εντοπιστεί χώροι με ιδιαίτερη διάταξη ή χαρακτηριστικά αντικείμενα λατρείας (ειδώλια, τελετουργικά αγγεία). Μια ένδειξη ωστόσο για την τέλεση λατρευτικών τελετών που θα ήταν συνυφασμένη με τα ταφικά έθιμα είναι η εύρεση ειδωλίων στους Πρωτοκυκλαδικούς τάφους. Κατά τη Μέση Χαλκοκρατία η εικόνα φαίνεται να αλλάζει. Στον οικισμό της Αγίας Ειρήνης στην Κέα ιδρύεται ένα ιερό, το οποίο θα θεμελιώσει μια μακρά λατρευτική παράδοση.

Η λατρεία κατά την αρχική περίοδο της χρήσης του ιερού παρουσιάζει ταυτόχρονα μινωικό και μυκηναϊκό χαρακτήρα, ενώ κατά την ώριμη φάση του παρατηρείται η πλήρης ταύτιση με τη μυκηναϊκή λατρεία. Οι Στερεοελλαδικές επιδράσεις στο ιερό της Αγίας Ειρήνης αλλά και στο ιερό της Φυλακωπής, φαίνονται κυρίως από το μεγάλο αριθμό των λατρευτικών ειδωλίων Μυκηναϊκού τύπου, τα οποία διακρίνονται σε ανθρωπόμορφα και ζωόμορφα.

Τα ζωόμορφα ειδώλια έχουν συνήθως τη μορφή αιγών και σκυλιών, ενώ τα ανθρωπόμορφα διακρίνονται ανάλογα με το σχήμα τους σε ειδώλια Φ και Ψ, ακολουθούν δηλαδή με ακρίβεια τα σχήματα και τους τύπους των Μυκηναϊκών ειδωλίων. Από τις ύστερες φάσεις των ιερών προέρχονται και κοίλα ειδώλια μεγάλου μεγέθους, το γνωστότερο από τα οποία είναι η λεγόμενη "κυρία της Φυλακωπής". Οι πληροφορίες που διαθέτουμε για το λατρευτικό τυπικό εμπλουτίζονται από τις παραστάσεις των τοιχογραφιών της Θήρας, πολλές από τις οποίες είχαν σκοπό να μεταδώσουν θρησκευτικά μηνύματα.

Όπως και στις Μινωικές τοιχογραφίες, οι θρησκευτικές νύξεις των παραστάσεων εναρμονίζονται αριστοτεχνικά με στιγμιότυπα από την καθημερινή ζωή και με φυσιοκρατικές αποδόσεις τοπίων, κάνοντας με αυτό τον τρόπο την ερμηνεία των παραστάσεων γριφώδη. Χωρίς να είναι απόλυτα κατανοητή η γλώσσα των τοιχογραφιών, θεωρείται ότι οι παραστάσεις τους συχνά απεικονίζουν πρόσωπα που παίρνουν μέρος σε ιερές τελετουργίες.

Στις σκηνές που θεωρούνται σίγουρα θρησκευτικές ανήκει η σκηνή της συλλογής του ιερού κρόκου, όπου οι λεγόμενες "Κροκοσυλλέκτριες" μαζεύουν το ιερό φυτό για να το προσφέρουν σε μια Θεϊκή μορφή, η οποία κάθεται σε θρόνο, πλαισιωμένη από γρύπες και πιθήκους. Λατρευτικές σκηνές περιλαμβάνει επίσης η μικρογραφική "τοιχογραφία του στόλου" από τη Δυτική οικία με το θέμα της εορταστικής νηοπομπής. Η "τοιχογραφία της άνοιξης" ίσως σχετίζεται με τελετές γονιμότητας, ενώ οι νεαροί "πυγμάχοι" ίσως ήταν πρόσωπα που συμμετείχαν σε τελετές μύησης.

Μια σειρά από στοιχεία της λατρείας, όπως ο πρωταγωνιστικός ρόλος των γυναικών, η πλαισίωση από Μινωικά ιερά σύμβολα και οι τελετές μύησης, θυμίζουν τα λατρευτικά έθιμα της Μινωικής Κρήτης. Το γεγονός αυτό υποδεικνύει ότι οι κάτοικοι της Θήρας, παράλληλα με τις Μινωικές επιρροές που είχαν δεχθεί σε τομείς του υλικού πολιτισμού, είχαν υιοθετήσει και το λατρευτικό τυπικό της Μινωικής θρησκείας.

Τελετές

Μια σειρά από τις τελετουργικές πράξεις που απεικονίζονται στις τοιχογραφίες της Θήρας μοιάζουν να έχουν -παράλληλα με το θρησκευτικό τους χαρακτήρα- και κάποια σημασία για τα έθιμα της κοινότητας. Οι περιπτώσεις αυτές σχετίζονται κυρίως με την παρουσία νεανικών μορφών με γαλάζιο το τριχωτό τμήμα του κεφαλιού και διάσπαρτους μακριούς βοστρύχους.

Η εμφάνιση αυτή ερμηνεύτηκε αρχικά ως ένα στοιχείο της ενδυμασίας των νέων, συγκεκριμένα ως ένας γαλάζιος σκούφος, από τον οποίο πρόβαλλαν τούφες μακριών μαλλιών. Μια διαφορετική άποψη όμως υποστηρίζει ότι εδώ χρησιμοποιήθηκε συμβατικά το γαλάζιο χρώμα για να υποδηλώσει ξυρισμένα κεφάλια ή κεφάλια με πολύ κοντά μαλλιά και σχετίζει την εμφάνιση αυτή με τελετές ενηλικίωσης που προέβλεπαν την υιοθέτηση της συγκεκριμένης κόμμωσης.

Δε γνωρίζουμε ακριβώς ποιο ήταν το νόημα αυτού του εθίμου αλλά τα έθιμα κουράς, που είναι γνωστά από την Αρχαιότητα και από σύγχρονες πρωτόγονες κοινωνίες, μας δίνουν το κλειδί της ερμηνείας: οι νέοι που βρίσκονταν ανάμεσα στην παιδική ηλικία και την εφηβεία υποβάλλονταν σε τελετές ενηλικίωσης προκειμένου να δηλωθεί ότι περνούσαν σε μια περίοδο της ζωής τους, κατά την οποία ήταν πια έτοιμοι για να δεχθούν τη Θεϊκή φώτιση, να αφιερωθούν στις θρησκευτικές υπηρεσίες ή απλώς ότι βρίσκονταν σε ηλικία γάμου.

Η πολύ πιθανή αυτή ερμηνεία σχετίζεται με ανάλογα έθιμα ενηλικίωσης που ανιχνεύονται σε εικονιστικές παραστάσεις της Μινωικής Κρήτης. Μια από αυτές είναι η παράσταση του λεγόμενου "κυπέλλου της αναφοράς" από την Αγία Τριάδα, όπου απεικονίζεται μια νεανική μορφή -στην ίδια ηλικία με τις μορφές των Θηραϊκών τοιχογραφιών- η οποία μάλλον δέχεται δώρα κατά τη διάρκεια μιας παρόμοιας τελετής.


ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Κύριο χαρακτηριστικό της εποχής του Χαλκού είναι η ανάπτυξη της μεταλλοτεχνίας και η χρήση, από τις αρχές της 3ης χιλιετίας π.Χ., κραμάτων ορείχαλκου (μπρούντζου) για την κατασκευή ανθεκτικών εργαλείων και όπλων, τα οποία επιφέρουν τη βελτίωση και επέκταση πολλών παραγωγικών δραστηριοτήτων (γεωργία, εργαλειοτεχνία, ναυπηγική κ.λπ.). Η οικονομία της εποχής του Χαλκού βασίζεται σε τρεις άξονες: στην αγροτική παραγωγή (γεωργία και κτηνοτροφία), το εμπόριο και τη βιοτεχνία.

Η αγροτική οικονομία περιλαμβάνει την καλλιέργεια δημητριακών και οσπρίων, ενώ ήδη από την Πρώιμη Χαλκοκρατία αρχίζει η καλλιέργεια του αμπελιού και της ελιάς, που όμως συστηματοποιούνται κατά την Ύστερη Χαλκοκρατία. Η κτηνοτροφία περιλαμβάνει την εκτροφή αιγοπροβάτων και βοοειδών, τα προϊόντα των οποίων είναι βασικά για τη διατροφή και την υφαντουργία. Η βελτίωση της εργαλειοτεχνίας επιφέρει την αύξηση της αγροτικής παραγωγής και τη δημιουργία πλεονασμάτων, ικανών να καλύψουν τις διατροφικές ανάγκες των κοινοτήτων της εποχής του Χαλκού.

Τυχόν ελλείψεις διατροφικών ειδών σε μικρά και άγονα νησιά (Kυκλάδες) καλύπτονται είτε με εναλλακτικές καλλιέργειες π.χ. ανθεκτικού κριθαριού αντί για σιτάρι είτε με την εισαγωγή τους από άλλες περιοχές. Η ανάπτυξη του διαθαλάσσιου εμπορίου οφείλεται στην αναγκαιότητα εξεύρεσης πρώτων βιοτεχνικών υλών (οψιανός, μέταλλα), στην απόκτηση τεχνογνωσίας και στην προώθηση ανταλλάξιμων αγροτικών και βιοτεχνικών προϊόντων. Η ανάπτυξή του είναι άρρηκτα συνδεμένη με την ανάπτυξη της ναυσιπλοΐας στο Αιγαίο κατά τις αρχές της 3ης χιλιετίας π.Χ.

Τα ευρήματα από οικισμούς και νεκροταφεία κάνουν σαφή τον ενδοαιγαιακό χαρακτήρα του εμπορίου, και συμβάλλουν στη διάγνωση των πυκνών δικτύων ανταλλαγών, τοπικών και εκτεταμένων, αλλά και της έντασης των πολιτιστικών επαφών στις διαφορετικές περιόδους της εποχής του Χαλκού. Στους νησιωτικούς οικισμούς σημειώνεται από τις αρχές της Πρώιμης Χαλκοκρατίας καταμερισμός εργασίας και τεχνολογική εξειδίκευση.

Οι κυριότερες εξειδικευμένες παραγωγικές δραστηριότητες είναι η πηλοπλαστική - κεραμική, λιθοτεχνία, οστεουργία, μαρμαρογλυπτική, υφαντουργία, κατεργασία δέρματος, μεταλλοτεχνία, κοσμηματοτεχνία και ζωγραφική (τοιχογραφίες). Aυτές απασχολούν, κατά περίπτωση, ένα άτομο ή μια μικρή ομάδα, είτε μια ή περισσότερες οικογένειες μιας κοινότητας. Σε αρκετούς οικισμούς εντοπίζονται εργαστήρια π.χ. μεταλλοτεχνίας, λιθοτεχνίας κ.λπ., τα οποία παρέχουν σαφείς ενδείξεις για την κληροδότηση του επαγγέλματος από γενιά σε γενιά, ήδη από την 3η χιλιετία π.Χ.

Αγροτική Οικονομία

Ο γεωργοκτηνοτροφικός χαρακτήρας των Προϊστορικών κοινοτήτων του Αιγαίου τεκμηριώνεται από τα φυτικά κατάλοιπα και τα οστά ζώων που βρέθηκαν σε οικισμούς της εποχής του Χαλκού, από τα κεραμικά αγγεία, καθώς και από τα εργαλεία που σχετίζονται τόσο με την παραγωγή (αξίνες, πελέκεις, δρεπάνια) όσο και με τη μεταποίηση των προϊόντων της γεωργίας (γουδιά, μυλόπετρες, μαχαίρια) και της κτηνοτροφίας (υφαντικά εργαλεία). Η μελέτη του παλαιοβοτανολογικού υλικού δείχνει ότι η γεωργία βασίζεται στα γνωστά από τη Νεολιθική εποχή (6800 - 3200 π.X) είδη φυτών.

Καλλιεργούνται δημητριακά (μονόκοκκο και δίκοκκο σιτάρι, κριθάρι, σιτάρι αρτοποιίας, κεχρί, σίκαλη, βρώμη) και όσπρια (φακή, μπιζέλια, κουκιά, φάβα, ρεβίθια), ενώ από την Πρώιμη Χαλκοκρατία αρχίζει η καλλιέργεια του αμπελιού (Θάσος, Σαμοθράκη, Κυκλάδες) και της ελιάς, η οποία όμως συστηματοποιείται κατά την Ύστερη Χαλκοκρατία (ελαιοτριβείο σε αγροικία της Θηρασιάς). Οι κλιματολογικές συνθήκες ευνοούν την εκτεταμένη καλλιέργεια σιταριού κυρίως στα νησιά του Βορειοανατολικού Αιγαίου και τα Δωδεκάνησα.

Αντίθετα, στις ξηρές και άνυδρες Κυκλάδες καλλιεργείται εντατικότερα το κριθάρι, το οποίο είναι ευπροσάρμοστο και στις πλέον δυσμενείς εδαφολογικές και κλιματολογικές συνθήκες. Εκτός από τα παραπάνω καλλιεργείται και το λινάρι, που μαζί με το μαλλί αποτελούν βασικές πρώτες ύλες για την υφαντουργία. Η συλλογή καρπών δε φαίνεται να φθίνει κατά την περίοδο αυτή: βελανίδια, φιστίκια, αμύγδαλα, σύκα, κορόμηλα, κεράσια, δαμάσκηνα, μήλα, αχλάδια κ.ά συμπληρώνουν τη διατροφή.

Σύμφωνα με τα πορίσματα των παλαιοζωολόγων η κτηνοτροφία στηρίζεται στην εκτροφή αιγοπροβάτων, βοοειδών, χοίρων και σκύλων. Στα βραχώδη Κυκλαδονήσια εκτρέφονται περισσότερο κατσίκια, ενώ στα νησιά με μεγάλες πεδιάδες ευνοείται η εκτροφή βοοειδών (Λήμνος). H συστηματική εκτροφή μαρτυρείται εκτός των άλλων και από σταύλους ζώων, που έχουν εντοπιστεί σε αγροικίες της Υστεροκυκλαδικής περιόδου στον Μπάλο και το Φτέλλο Θήρας.

Οι δασώδεις εκτάσεις των νησιών του βόρειου Αιγαίου και των Δωδεκανήσων ευνοούν το κυνήγι ελαφιών, ζαρκαδιών ή αγριόχοιρων, ενώ στα θηράματα πολλών νησιών συγκαταλέγονται λαγοί και πτηνά (πάπιες, χήνες, περιστέρια, πέρδικες κ.λπ.). Τη διατροφή των νησιωτών συμπληρώνει η αλιεία ψαριών (τόνος, ροφός, μαγιάτικο, κολιός, τσιπούρα, μπακαλιάρος κ.ά.) και η συλλογή θαλάσσιων οστρέων, αχινών κ.λπ.
 

Υπολείμματά τους ανιχνεύονται στα αρχαιολογικά κατάλοιπα με τη μέθοδο της επίπλευσης. Η άσκηση αλιείας υποδηλώνεται από τα χάλκινα ή οστέινα αγκίστρια και τα λίθινα ή μολύβδινα βαρίδια για δίχτυα, τα οποία βρέθηκαν σε όλους σχεδόν τους οικισμούς.

Εμπόριο και Διεθνείς Σχέσεις

Το εμπόριο αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους τομείς της οικονομίας της εποχής του Χαλκού και είναι άρρηκτα συνδεμένο με την ανάπτυξη της ναυσιπλοΐας στο Αιγαίο κατά τις αρχές της 3ης χιλιετίας π.Χ. Η ανάπτυξη του διαθαλάσσιου εμπορίου οφείλεται στην αναγκαιότητα εξεύρεσης πρώτων βιοτεχνικών υλών (οψιανός, μέταλλα), στην απόκτηση τεχνογνωσίας και στην προώθηση ανταλλάξιμων αγροτικών και βιοτεχνικών προϊόντων.

Τα ευρήματα από οικισμούς και νεκροταφεία κάνουν σαφή τον ενδοαιγαιακό κυρίως χαρακτήρα του εμπορίου και συμβάλλουν στη διάγνωση των πυκνών δικτύων ανταλλαγών, τοπικών και εκτεταμένων, αλλά και της έντασης των πολιτιστικών επαφών στις διαφορετικές περιόδους της εποχής του Χαλκού. Οι Κυκλαδίτες ναυτικοί διαδραματίζουν αναμφισβήτητα πρωτεύοντα ρόλο στο διαμετακομιστικό εμπόριο του προϊστορικού Αιγαίου, αφού οι Κυκλάδες αποτελούν την υδάτινη γέφυρα, που ενώνει την ηπειρωτική Ελλάδα με τη Μικρά Ασία, και το βόρειο με το νότιο Αιγαίο και την Κρήτη.

Μικροί στόλοι μονόξυλων, κωπήλατων πλοίων διασχίζουν κατά την 3η χιλιετία π.Χ. το Αιγαίο μεταφέροντας πρώτες ύλες από τα λατομεία της Μήλου (οψιανός) και τα μεταλλορυχεία των δυτικών Κυκλάδων, χρωστικές ύλες (αζουρίτη,μαλαχίτη), χρωματοθήκες, μαρμάρινα ειδώλια και αγγεία, ασημένια κοσμήματα, κεραμική (τηγανόσχημα), κ.λπ. Ο έλεγχος της παραγωγής και της διακίνησης των αγαθών εκφράζεται με τη χρήση ποικιλόμορφων σφραγίδων, που βρίσκονται στους περισσότερους οικισμούς της περίοδου.

Κατά το δεύτερο μισό της 3ης χιλιετίας σημειώνονται εντατικότατες επαφές ανάμεσα στα νησιά του Βορειοανατολικού Αιγαίου, τις Κυκλάδες και τα ανατολικά παράλια της νότιας Ελλάδας. Aυτές επεκτείνονται, πέρα από τη μεταλλοτεχνία, και σε άλλους πολιτιστικούς τομείς (ιδεολογία,αγαθά κύρους - γοήτρου, αρχιτεκτονική) και απηχούν τόσο την οικονομική ευμάρεια όσο και τη νέα κοινωνική δομή των Αιγαιακών κοινοτήτων. Στο Aιγαίο επικρατεί την περίοδο αυτή το λεγόμενο "διεθνές πνεύμα".

Kατά τη Μέση Χαλκοκρατία κυρίαρχη θέση στο θαλάσσιο εμπόριο του Αιγαίου κατέχει η Μινωική Κρήτη, με την οποία συνεργάζονται οι Κυκλαδίτες, εξασφαλίζοντας έτσι την οικονομική ευμάρεια των Μεσοκυκλαδικών πόλεων (Αγία Ειρήνη, Φυλακωπή, Ακρωτήρι). Η αναζήτηση νέων μεταλλοφόρων πηγών στην κεντρική και ανατολική Μακεδονία, τη Θάσο και τα νοτιοανατολικά Βαλκάνια, οδηγεί τους Μινωίτες στο βόρειο Αιγαίο (Σαμοθράκη, Λήμνος).

Την ίδια περίοδο οι Κυκλαδίτες εγκαινιάζουν τις επαφές τους με την ηπειρωτική Ελλάδα, και, λίγο πριν τα μέσα της 2ης χιλιετίας π.Χ., το Κυκλαδικό πνεύμα φαίνεται πως έχει διεισδύσει, μαζί με το Μινωικό, στον ανερχόμενο μυκηναϊκό πολιτισμό (Ταφικοί κύκλοι Μυκηνών). Μετά τη βιβλική καταστροφή της πόλης του Ακρωτηριού (1628 π.X.), που επέφερε απώλειες στον υπάρχοντα Κυκλαδικό στόλο, ιστιοφόρων πλέον πλοίων, ιδίως όμως μετά την αποδυνάμωση της Μινωικής Κρήτης, περίπου το 1450 π.Χ., οι Κυκλαδίτες συμπορεύονται στο θαλάσσιο εμπόριο με τους Μυκηναίους.

Η επέκταση της μυκηναϊκής κυριαρχίας στην Κρήτη, τις Κυκλάδες και τα νησιά του νότιου Αιγαίου κατά το δεύτερο μισό της 2ης χιλιετίας εκφράζεται στην οικιστική (μέγαρα, ιερά) και την ταφική αρχιτεκτονική, τα ταφικά έθιμα (ξίφη ως κτερίσματα), τις οχυρώσεις (κυκλώπεια τείχη) την ειδωλοπλαστική και την κεραμική των νησιών.

Η Οικονομία στην Πρώιμη Χαλκοκρατία

Η ανάπτυξη της ναυπηγικής από τις αρχές της 3ης χιλιετίας π.Χ. επέφερε την εντατικοποίηση της ναυσιπλοΐας και την επέκταση των εμπορικών επαφών των νησιωτών, τόσο μεταξύ τους όσο και με τις κοινότητες της ηπειρωτικής Ελλάδας, της Μικράς Ασίας και της Κρήτης. Άμεσες διαθαλάσσιες εμπορικές επαφές με περιοχές της ανατολικής (Εγγύς Ανατολή) και της δυτικής (Μάλτα) Μεσογείου εικάζονται από διάφορα ευρήματα (σφραγίδες, οστέινα πλακίδια), που όμως θα πρέπει να έφτασαν στο Αιγαίο με τη διαμεσολάβηση αντίστοιχα της Μικράς Ασίας και της δυτικής ηπειρωτικής Ελλάδας.

Πρωτεύοντα ρόλο στο ενδοαιγαιακό θαλάσσιο εμπόριο έπαιξαν αναμφισβήτητα, λόγω της γεωγραφικής τους θέσης, η Λήμνος, στην είσοδο του Ελλησπόντου, και οι Κυκλάδες, που συνιστούν μια πολυσύχναστη υδάτινη γέφυρα, που ενώνει την ηπειρωτική Ελλάδα με τη Μικρά Ασία, και το βόρειο με το νότιο Αιγαίο.


Στα νησιά του βορειοανατολικού Αιγαίου φτάνουν κατά το πρώτο μισό της 3ης χιλιετίας κράματα μπρούντζου και κασσίτερος (βραχιόλι Θερμής) από την κεντρική Ασία μέσω Μικράς Ασίας, οψιανός, πυριτόλιθος και ημιπολύτιμοι λίθοι από μικρασιατικές ή βαλκανικές πηγές και από τον Εύξεινο Πόντο, ο τύπος του πέλεκυ με οπή στειλέωσης, ποικιλόμορφα κοσμήματα από χρυσό και ήλεκτρο (Πολιόχνη), όμοια με της Τροίας ("θησαυρός του Πριάμου"), βαρίδια από αιματίτη που εντάσσονται στο μετρικό σύστημα της Εγγύς Ανατολής, καθώς και η χρήση του κεραμικού τροχού.

Από τα νησιά του βορειοανατολικού Αιγαίου προωθούνται προς τις Κυκλάδες έτοιμα κράματα μπρούντζου (Καστρί), η χρήση του κεραμικού τροχού, καθώς και τύποι αγγείων (δέπας αμφικύπελλον), που χαρακτηρίζουν την κεραμική παραγωγή των Κυκλάδων και των ανατολικών παραλίων της ηπειρωτικής Ελλάδας στα τέλη της Πρωτοχαλκής ΙΙ περιόδου (φάση Λευκαντί Ι - Καστρί). Από την ηπειρωτική Ελλάδα φτάνει στο βόρειο Αιγαίο κεραμική, όπως π.χ. ραμφόστομες φιάλες (σαλτσιέρες) και πιθάρια με ενσφράγιστη διακόσμηση σφραγιδοκύλινδρων (Πολιόχνη).

Στα νησιά του Αιγαίου, την ηπειρωτική Ελλάδα και τη Μικρά Ασία βρίσκονται πρώτες (οψιανός, άργυρος, μόλυβδος, χαλκός) και χρωστικές ύλες (αζουρίτης, μαλαχίτης), καθώς και πληθώρα τεχνουργημάτων από τις Κυκλάδες, όπως μαρμάρινα ειδώλια και αγγεία, κεραμική (τηγανόσχημα, πυξίδες, ασκοί), χρωματοθήκες κ.ά. Τα παραπάνω συντελούν στην αποκατάσταση των πυκνών, ενδοαιγαικών εμπορικών δικτύων της Πρώιμης Χαλκοκρατίας και αποδεικνύουν την πολυπραγμοσύνη των Κυκλαδιτών ναυτικών.

Η παρουσία των Κυκλαδιτών φαίνεται πως σε κάποιες περιοχές είχε μονιμότερο χαρακτήρα. Αυτό πιστοποιείται από την ύπαρξη νεκροταφείων με κιβωτιόσχημους τάφους, κυκλαδικών ειδωλίων και τηγανόσχημων ή μαρμάρινων αγγείων και την τήρηση γενικότερα των κυκλαδικών ταφικών εθίμων στην Εύβοια (Μάνικα), την ανατολική Αττική (Άγιος Κοσμάς, Τσέπι Μαραθώνα), καθώς και στην Κρήτη (Αρχάνες, Αγία Φωτιά).

Η Οικονομία στην Μέση Χαλκοκρατία

Κατά τη Μέση Χαλκοκρατία κυρίαρχη θέση στο θαλάσσιο εμπόριο του Αιγαίου κατέχει η Μινωική Κρήτη. Κεραμική της Μεσομινωικής περιόδου (Κουκονήσι Λήμνου), λίθινα αγγεία Μινωικής προέλευσης (Πολιόχνη Λήμνου, Μικρό Βουνί Σαμοθράκης) και σφραγίσματα της Μεσομινωικής ΙΙ στο Μικρό Βουνί πιστοποιούν την εμβέλεια του μινωικού διαμετακομιστικού εμπορίου μέχρι τα νησιά του βόρειου Αιγαίου. Η μινωική παρουσία στην περιοχή συνδέεται με την εξασφάλιση μετάλλων από τα μεταλλεία των νοτιοανατολικών Βαλκανίων, της κεντρικής και ανατολικής Μακεδονίας και της Θάσου.

Η ανεύρεση στο Μικρό Βουνί πήλινου δίσκου (roundel) με τέσσερα σφραγίσματα από την ίδια σφραγίδα στην περιφέρειά του, τα οποία περιλαμβάνουν ιδεογράμματα της Γραμμικής Α (διπλό πέλεκυ και σουπιά), συνδέουν τον κάτοχό του με το διοικητικό - γραφειοκρατικό σύστημα των μινωικών ανακτόρων και αποδεικνύουν τον οργανωμένο χαρακτήρα των εμπορικών επαφών Κρήτης και βόρειου Αιγαίου.

Θα πρέπει να σημειωθεί ότι ο τύπος αυτός σφραγισμάτων απαντά μόνο σε αρχεία πινακίδων της Γραμμικής Α, αποκλειστικά στην Κρήτη, ενώ η παρουσία τους στην Αγία Ειρήνη Κέας και το Μικρό Βουνί αποτελούν εξαίρεση. Εκτός από την Κρήτη, τα νησιά του βόρειου Αιγαίου διατηρούν επαφές με την κεντρική και νότια ηπειρωτική Ελλάδα, όπως δείχνει η γραπτή αμαυρόχρωμη κεραμική της Μεσοελλαδικής περιόδου από το Κουκονήσι.

Οι Κυκλαδίτες, έμπειροι ναυτικοί και έμποροι, εκμεταλλευόμενοι τη γεωγραφική θέση των νησιών τους και τη σημασία τους στο διαμετακομιστικό εμπόριο των Μινωιτών με την ηπειρωτική Ελλάδα και το βόρειο Αιγαίο, συμπράττουν με αυτούς, εξασφαλίζοντας έτσι την οικονομική ευμάρεια και ανάπτυξη Μεσοκυκλαδικών πόλεων, όπως η Αγία Ειρήνη, η Φυλακωπή Μήλου κ.ά. Στις αρχές της Μεσοκυκλαδικής περιόδου αρχίζουν με πρωτοβουλία των Κυκλαδιτών οι επαφές με την ηπειρωτική Ελλάδα, που πιστοποιούνται με την παρουσία Μινωικής κεραμικής σε Κυκλαδικούς οικισμούς.

Λίγο πριν τα μέσα της 2ης χιλιετίας π.Χ. το κυκλαδικό πνεύμα φαίνεται πως έχει διεισδύσει, μαζί με το Μινωικό, στον ανερχόμενο Μυκηναϊκό πολιτισμό. Γραπτή κεραμική της Μεσοκυκλαδικής περιόδου στους λακκοειδείς τάφους του ταφικού κύκλου Β των Μυκηνών, καθώς και εικονογραφικά θέματα στα χάλκινα ξίφη και τα αγγεία με ένθετη διακόσμηση, κυρίως από τους ταφικούς κύκλους Β και Α των Μυκηνών, αποτελούν αδιάψευστα τεκμήρια των εμπορικών και ευρύτερα πολιτιστικών επαφών.

Η Οικονομία στην Υστεροκυκλαδική Περίοδο

Η έκρηξη του ηφαιστείου της Θήρας στο τέλος της Υστεροκυκλαδικής Ι περιόδου άλλαξε την πορεία των οικονομικών εξελίξεων στο Αιγαίο γιατί οι επιπτώσεις της εξασθένησαν τη "Μινωική Θαλασσοκρατορία", δίνοντας ταυτόχρονα την ευκαιρία στα ανερχόμενα κέντρα της ηπειρωτικής Ελλάδας να πάρουν τα ηνία του διεθνούς εμπορίου. Οι εμπορικές επαφές των κατοίκων του Αιγαίου με την Κρήτη συνεχίστηκαν, παράλληλα όμως έγινε φανερή μια μετατόπιση του οικονομικού ενδιαφέροντος προς τη Μυκηναϊκή Ελλάδα.

Κατά τις πρώιμες περιόδους της Ύστερης Χαλκοκρατίας παρατηρείται ένα κύμα εμπορικών ανταλλαγών ανάμεσα στις δύο περιοχές που συνοδευόταν από μια πληθώρα αλληλεπιδράσεων στις τέχνες και την τεχνολογία. Κατά τις περιόδους της μυκηναϊκής ακμής (15ος και 14ος αιώνας π.Χ.) οι Κυκλάδες μπαίνουν ολοκληρωτικά στην τροχιά του μυκηναϊκού οικονομικού συστήματος. Οι Μυκηναίοι με την ίδρυση εμπορικών σταθμών στα νησιά πέτυχαν να επιβληθούν οικονομικά σε ολόκληρο το Αιγαίο.

Το διαμετακομιστικό εμπόριο διεξαγόταν τώρα από ανεξάρτητους εμπόρους και ναυτικούς, οι οποίοι ενεργούσαν υπό την επίβλεψη των Μυκηναϊκών ανακτόρων. Στις καταγραφές των ανακτορικών αρχείων αναφέρονται μακρινά αστικά κέντρα και περιοχές όπως η Ρόδος, η Μίλητος, η Καρία, καθώς και μερικά από τα σημαντικότερα κρητικά κέντρα, όπως η Κνωσός, η Φαιστός και η Αμνισός. Μέσα από τις γραπτές αυτές μαρτυρίες φαίνεται η εμβέλεια του Μυκηναϊκού εμπορίου, οι δρόμοι των θαλάσσιων μεταφορών αλλά και η σημασία που θα είχαν για το εμπόριο οι ενδιάμεσοι σταθμοί στα νησιά.

Τα κυριότερα προϊόντα ανταλλαγής, όπως και κατά τις προηγούμενες περιόδους της Χαλκοκρατίας, ήταν τα μέταλλα (χαλκός, κασσίτερος, χρυσός και άργυρος), τα προϊόντα της μεταλλοτεχνίας (όπλα, εργαλεία και κοσμήματα), πολύτιμα πετρώματα, κεραμικά σκεύη, ίσως εδώδιμα, καθώς και άλλα βιοτεχνικά προϊόντα από φθαρτά υλικά (υφάσματα, έπιπλα), τα οποία είναι δύσκολο να ανιχνευθούν στο αρχαιολογικό υλικό. Αν και η οικονομία βρισκόταν ακόμη σε προνομισματικό στάδιο, θεωρείται βέβαιο ότι οι ανταλλαγές, παράλληλα με την ικανοποίηση της ζήτησης, αποσκοπούσαν και στο εμπορικό κέρδος.

Κατά το τέλος της Ύστερης Χαλκοκρατίας η οικονομία των νησιών υπόκειται σε μια γενική ύφεση ακολουθώντας τις εξελίξεις της Στερεάς Ελλάδας. Μετά την καταστροφή των Μυκηναϊκών ανακτόρων γύρω στο 1200 π.Χ. ένα κύμα αποίκων από την ηπειρωτική Ελλάδα βρήκε καταφύγιο στις νησιωτικές κοινότητες και προσπάθησε να αναδιοργανώσει την οικονομία, η οποία γνώρισε τότε μια σύντομη περίοδο άνθησης. Τα κεραμικά εργαστήρια των νησιών συνέχισαν την παλαιότερη μυκηναϊκή παράδοση, αλλά παράλληλα υιοθέτησαν ορισμένα κοινά τεχνοτροπικά στοιχεία που χαρακτηρίζονται ως "Μυκηναϊκή Κοινή".

Η παρουσία του κεραμικού αυτού ρυθμού σε μια γεωγραφική ζώνη που εκτείνεται από τις νοτιοανατολικές ακτές της Αττικής μέχρι τα Δωδεκάνησα εκφράζει ακριβώς τη σύντομη ανάκαμψη του εμπορίου κατά την περίοδο της μυκηναϊκής παρακμής. Για τη μορφή της οικονομίας στο διάστημα της μετάβασης στην Εποχή του Σιδήρου οι γνώσεις μας είναι πολύ περιορισμένες. Στους λίγους γνωστούς νησιωτικούς οικισμούς της εποχής δεν έχουν επισημανθεί καθόλου εισηγμένα προϊόντα. Έτσι υποθέτουμε ότι η οικονομία περιοριζόταν στην πρωτογενή παραγωγή και ότι το βιοτικό επίπεδο παρέμεινε αρκετά χαμηλό μέχρι την Αρχαϊκή εποχή.

Μεταλλουργία

Με τον όρο μεταλλουργία νοείται η διαδικασία εξόρυξης των μετάλλων (χαλκός, μόλυβδος, άργυρος) και όλα τα στάδια επεξεργασίας (σφυροκόπημα, τήξη), μέχρι την τελική τους μορφοποίηση (μεταλλοτεχνία) σε χρηστικά αντικείμενα, όπως κοσμήματα, εργαλεία, όπλα, αγγεία και σφραγίδες. Η τήξη των μετάλλων σε πήλινες χοάνες, με ελεγχόμενη ενίσχυση της φωτιάς χρησιμοποιώντας πήλινα ακροφύσια, και η μορφοποίησή τους σε λίθινες και πήλινες μήτρες είναι γνωστή στην ηπειρωτική Ελλάδα από τη Nεότερη Nεολιθική II (4800 - 4500 π.Χ.).

Στα νησιά του Αιγαίου τεκμηριώνονται επιτόπιες μεταλλουργικές δραστηριότητες από χοάνες με υπολείμματα σκωρίων από την Κεφάλα Κέας και το Γυαλί Δωδεκανήσων, καθώς και από χάλκινα ή χρυσά κοσμήματα και εργαλεία από το Καστρί Θάσου, το σπήλαιο Ζα Νάξου, την Κεφάλα Κέας και το Γυαλί, που χρονολογούνται στην Τελική Νεολιθική (4500 - 3200 π.X.). Η ανάπτυξη της μεταλλουργίας του μπρούντζου από την Πρώιμη Χαλκοκρατία και εξής επιφέρει τη βελτίωση και επέκταση πολλών παραγωγικών δραστηριοτήτων (γεωργία, εργαλειοτεχνία, ναυπηγική, κ.λπ.).

Ο άργυρος, ο μόλυβδος και ο χαλκός, που χρησιμοποιήθηκαν για την κατασκευή των πρώτων μετάλλινων τεχνουργημάτων, προέρχονται, σύμφωνα με αρχαιομεταλλουργικές έρευνες, από Αιγαιακές πηγές που εντοπίζονται στη Σίφνο, την Κύθνο και πιθανότατα τη Σέριφο και τη Σύρο. Η εκμετάλλευση των μεταλλείων αργυρούχου μολύβδου στον Άγιο Σώστη Σίφνου ανάγεται στην Τελική Νεολιθική, όπως μαρτυρούν εργαλεία οψιανού που χρησιμοποιούνταν για την εξόρυξη και την πρώτη διαλογή.

Οι στοές εξόρυξης ήταν προσιτές από πηγάδια που ανοίγονταν από την επιφάνεια του εδάφους και εξυπηρετούσαν τόσο τον εξαερισμό όσο και την ανέλκυση του μεταλλεύματος. Η τήξη των μετάλλων γινόταν στο ύπαιθρο, σε κοιλότητες που βρέθηκαν κοντά στα μεταλλεία Σίφνου. Tα μεταλλεία Σίφνου, Κύθνου και Σερίφου διέθεταν, σύμφωνα με νεότερες έρευνες, εκμεταλλεύσιμες για την 3η χιλιετία π.X. ποσότητες αργύρου, μολύβδου και χαλκού. Από τα νησιά αυτά προέρχονται οι πρώτες ύλες που χρησιμοποιήθηκαν στους οικισμούς της ηπειρωτικής Ελλάδας και των νησιών του βορειοανατολικού Αιγαίου στις αρχές της 3ης χιλιετίας π.Χ.

Στην εκμετάλλευση των μετάλλων, θα πρέπει, μεταξύ άλλων, να αποδοθεί η ανάπτυξη του Κυκλαδικού πολιτισμού, ενώ η απόκτησή τους γινόταν στο πλαίσιο οργανωμένων ταξιδιών, στα οποία συμμετείχαν και μέλη των οικογενειών των μεταλλοτεχνιτών από τις διάφορες περιοχές του Αιγαίου. Στα μέσα της 3ης χιλιετίας π.Χ. αρχίζει η συστηματική εξόρυξη μολύβδου και ασημιού στα μεταλλεία Λαυρίου και Θορικού Αττικής.


Η χρήση ορείχαλκου (μπρούντζου) για την κατασκευή ανθεκτικών εργαλείων σημειώνεται, για πρώτη φορά στο Αιγαίο, στην Τρωάδα και τα νησιά του βόρειου Αιγαίου (Λήμνο, Λέσβο) κατά τις αρχές της 3ης χιλιετίας π.Χ. Ο κασσίτερος, βασικό μέταλλο για την παραγωγή του μπρούντζου, δεν υπάρχει στο Αιγαίο, αλλά στο Ουζμπεκιστάν, το Αφγανιστάν ή τη Μικρά Aσία (οροσειρά Ταύρου) και έφτανε στις Κυκλάδες και την ηπειρωτική Ελλάδα με τη μορφή έτοιμου κράματος μπρούντζου, μέσω των νησιών του βόρειου Αιγαίου.

Kατά τη Μέση και την Ύστερη Χαλκοκρατία οι Προϊστορικοί μεταλλοτεχνίτες του Αιγαίου αναζητούν, με πρωτεργάτες αρχικά τους Μινωίτες και στη συνέχεια τους Μυκηναίους εμπόρους, νέες πηγές χαλκού και κασσίτερου, οι οποίες εντοπίζονται στον Εύξεινο Πόντο, τα νότια Βαλκάνια, τη δυτική Ευρώπη (κασσίτερος από Γερμανία και Βρετανία) και την ανατολική Μεσόγειο.

ΤΕΧΝΕΣ ΚΑΙ ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΑ

Στα υλικά κατάλοιπα της εποχής του Χαλκού, όπως στην οικιστική και την ταφική αρχιτεκτονική, την κεραμική, τις τοιχογραφίες, τα εργαλεία, τις σφραγίδες, τα ειδώλια, τα κοσμήματα κ.ά., αποτυπώνονται τα τεχνολογικά επιτεύγματα και η καλλιτεχνική διάθεση των δημιουργών τους και αποκρυπτογραφούνται στοιχεία που αφορούν το φυσικό περιβάλλον, τους τομείς οικονομίας και την κοινωνική σύνθεση των νησιωτικών κοινοτήτων στις διάφορες χρονικές περιόδους.

Τα τεχνουργήματα των νησιωτών αποπνέουν το ανήσυχο και δημιουργικό τους πνεύμα, την ελευθερία σκέψης και τη φαντασία που εξάπτει ο άγνωστος κόσμος που ανοίγεται πέρα από τα στενά γεωγραφικά όρια κάθε νησιού, συνάμα όμως και τη λιτότητα της ζωής του νησιώτη. Η εκμετάλλευση των μεταλλωρυχείων των Κυκλάδων και η ανάπτυξη της μεταλλουργίας του μπρούντζου στα νησιά του βορειοανατολικού Αιγαίου ενισχύουν, από τις αρχές της 3ης χιλιετίας π.Χ., ποιοτικά και τυπολογικά την εργαλειοτεχνία, με άμεσες επιπτώσεις στην αγροτική και βιοτεχνική παραγωγή (μαρμαρογλυπτική, ναυπηγική κ.λπ.), καθώς και στις εμπορικές δραστηριότητες.

H κεραμική παραγωγή χαρακτηρίζεται, τόσο στις Βορειοαιγαιακές όσο και στις Κυκλαδικές της παραλλαγές, από πρωτοτυπία και μεγάλη ποικιλία σχημάτων και διακοσμήσεων, που αποπνέουν τις οικονομικές και κοινωνικές απαιτήσεις των νησιωτικών κοινωνιών, αλλά και τις κατά περιόδους επιδράσεις από την κεραμική της Μικράς Ασίας (Πρώιμη), της Μινωικής Κρήτης (Μέση) και της Μυκηναϊκής ηπειρωτικής Ελλάδας (Ύστερη Χαλκοκρατία). Σημαντικό σταθμό στην αγγειοπλαστική του Αιγαίου αποτελεί η χρήση του κεραμικού τροχού, που σημειώνεται στα μέσα περίπου της 3ης χιλιετίας.

Ιδιαίτερη σημασία για την τέχνη του Προϊστορικού Αιγαίου έχει η ζωγραφική που εκδηλώνεται κατά την Πρωτοκυκλαδική ΙΙ και ΙΙΙ με τη γραπτή διακόσμηση κεραμικών αγγείων, αναπτύσσεται χρωματικά και θεματικά (απόδοση ζωικού και φυτικού κόσμου) κατά τη Μεσοκυκλαδική και κορυφώνεται κατά την Υστεροκυκλαδική Ι στις τοπιογραφικές συνθέσεις και τις ιστορικές σκηνές των τοιχογραφιών του Ακρωτηριού Θήρας.

Ξεχωριστή θέση στη νησιωτική τέχνη της εποχής του Χαλκού κατέχει η μαρμαρογλυπτική της Πρωτοκυκλαδικής ΙΙ, προϊόντα της οποίας είναι τα ποικιλόμορφα αγγεία και τα μαρμάρινα ειδώλια, που διακινούνται ως αντικείμενα "κοινωνικού γοήτρου" σε ολόκληρο το Αιγαίο. Στα ειδώλια αποτυπώνεται εύγλωττα ο ανθρωποκεντρικός χαρακτήρας της κυκλαδικής τέχνης, καθώς και η αναζήτηση του μνημειακού, που αποτυπώνεται στα πρώτα έργα μεγάλης πλαστικής.

Κεραμική

Η αγγειοπλαστική εξυπηρετεί τομείς της καθημερινότητας, σχετιζόμενους με τη φύλαξη, την προετοιμασία και την κατανάλωση της τροφής, καθώς επίσης το εμπόριο (μεταφορά προϊόντων) και τη θρησκεία (τελετουργικά σκεύη), προσφέροντας συγχρόνως στους δημιουργούς της ευρύτατο πεδίο καλλιτεχνικής έκφρασης.

H κεραμική παραγωγή της εποχής του Χαλκού στα νησιά του Αιγαίου χαρακτηρίζεται από μεγάλη ποικιλία σχημάτων και διακοσμήσεων και από την ύπαρξη τοπικών παραλλαγών που αποπνέουν τις οικονομικές και κοινωνικές απαιτήσεις των νησιωτικών κοινωνιών, αλλά και τις κατά περιόδους επιδράσεις από την κεραμική της Μικράς Ασίας, της Κρήτης και της ηπειρωτικής Ελλάδας. Στο πρώτο μισό της 3ης χιλιετίας η κεραμική είναι χειροποίητη, ενώ κατά τη φάση Λευκαντί I - Kαστρί (2450 / 2350 - 2200 / 2150 π.Χ.) σημειώνεται για πρώτη φορά η χρήση του κεραμικού τροχού, γνωστή ήδη στην Εγγύς Ανατολή και τη Μικρά Ασία.

H ζωντάνια και η δημιουργική φαντασία των αγγειοπλαστών της 3ης χιλιετίας π.Χ. αποτυπώνονται στα αγγεία από τις Κυκλάδες και τα νησιά του βορειοανατολικού Αιγαίου, τα οποία προβάλλουν δύο μορφολογικά διαφορετικούς κόσμους.Πυξίδες και τηγανόσχημα σκεύη με εγχάρακτη διακόσμηση, ασκοί, καρποδόχες με ψηλό πόδι, δέπατα αμφικύπελλα, ραμφόστομες πρόχοι με ψηλό λαιμό και σφαιρικό σώμα και αποθηκευτικά αγγεία με πτερυγωτές λαβές ή πλαστικά, ανθρωπόμορφα χαρακτηριστικά αποτελούν μερικά από τα χαρακτηριστικότερα σχήματα της Πρώιμης Χαλκοκρατίας.


Η Μέση Χαλκοκρατία χαρακτηρίζεται από την ανάπτυξη της γραπτής διακόσμησης με τη χρήση αμαυρής (θαμπής) καστανόμαυρης ή κόκκινης στιλβωμένης βαφής πάνω στη λευκή ή γενικότερα ανοιχτόχρωμη επιφάνεια των αγγείων. Πρόχοι απλές ή ραμφόστομες, μαστοπρόχοι και πιθάρια διακοσμούνται με αφηρημένα καμπυλόγραμμα ή φυτικά θέματα, η θεματική και η διάταξη των οποίων κάνουν σαφή την επίδραση από τη μινωική αγγειοπλαστική της Μεσομινωικής ΙΙ - ΙΙΙ.

Κατά τη Υστεροκυκλαδική I περίοδο η γραπτή κεραμική εμπλουτίζεται με θέματα από το ζωικό (πτηνά, δελφίνια) ή το φυτικό κόσμο (καλάμια, φοίνικες, κρίνοι, κρόκοι, κ.λπ.), καθώς και με ανθρώπινες μορφές. Από την Υστεροκυκλαδική ΙΙ μέχρι και τα τέλη της Ύστερης Χαλκοκρατίας είναι εμφανέστατη η επίδραση της μυκηναϊκής Ελλάδας, εκτός των άλλων, και στην κεραμική δημιουργία των νησιωτών του κεντρικού και του ανατολικού Αιγαίου.

Κεραμική Βόρειου και Ανατολικού Αιγαίου

Η αγγειοπλαστική της Πρώιμης Χαλκοκρατίας από τα νησιά του βόρειου και ανατολικού Αιγαίου και τη δυτική μικρασιατική παραλία χαρακτηρίζεται από πρωτοτυπία και μεγάλη ποικιλία σχημάτων, εύκολα διακριτών από τα σύγχρονα με αυτά Πρωτοκυκλαδικά αγγεία. Παρά τις ομοιότητες ως προς την ποιότητα και το χρώμα των πηλών και την επεξεργασία της επιφάνειας των αγγείων, διαμορφώνονται αρκετές τοπικές παραλλαγές στην κεραμική παραγωγή τον διαφόρων νησιών.

Η κεραμική της Πολιόχνης Λήμνου υπερέχει ως προς την ποιότητα των στιλβωμένων αγγείων και την επινόηση νέων σχημάτων. Τα αγγεία κατασκευάζονται από τραχύ πηλό και φέρουν αρχικά καστανόμαυρο και αργότερα κόκκινο, πορτοκαλί ή ανοιχτό καστανό επίχρισμα. Στις αρχές της 3ης χιλιετίας π.Χ. η επιφάνειά τους είναι πολύ καλά στιλβωμένη και αργότερα λιγότερο γυαλιστερή και φέρει πλαστική διακόσμηση, η οποία έχει τη μορφή αυλακώσεων, νευρώσεων, κουμπιών και ανθρώπινων χαρακτηριστικών.

Κύπελλα με μια ή δύο λαβές, απλές φιάλες, καρποδόχες με ψηλό και ποικιλότροπα διαμορφωμένο πόδι, ευρύστομες και ραμφόστομες πρόχοι, στάμνοι (Πράσινη Πολιόχνη), βαρελάκια και μόνωτα ηθμωτά κύπελλα για την τυροκομία ή τη μελισσοκομία (Eρυθρά Πολιόχνη), πιθάρια με πλαστική διακόσμηση και τριποδικές μαγειρικές χύτρες με πώμα, κυριαρχούν στο πρώτο μισό της 3ης χιλιετίας π.Χ.

Kατά την Κίτρινη φάση της Πολιόχνης, που είναι σύγχρονη με την Τροία ΙΙ, εμφανίζονται νέα σχήματα όπως το δέπας αμφικύπελλον, οι ραμφόστομες πρόχοι με ψηλό λαιμό και σφαιρικό σώμα, οι φλασκοειδείς πρόχοι (φλασκιά), τα δίδυμα ζωόμορφα σκεύη, καθώς και αμφορείς με ωοειδές σώμα, βαρέλια, αποθηκευτικά αγγεία με πτερυγωτές λαβές ή πλαστικά, ανθρωπόμορφα χαρακτηριστικά, και απλά ή κυλινδρικά πώματα με ποικιλόμορφη διαμόρφωση λαβών. Tέλος, σταθμό στην εξέλιξη της κεραμικής τεχνολογίας στο Αιγαίο, αποτελεί η χρήση για πρώτη φορά του κεραμικού τροχού, γνωστή ήδη στην Εγγύς Ανατολή και τη Μικρά Ασία.

H νέα τεχνολογία εφαρμόζεται στην κατασκευή ανοιχτών φιαλών, οι οποίες διασώζουν στη βάση τους ίχνη αργόστροφου κεραμικού τροχού. O κεραμικός τροχός, τα κύπελλα με μια ή δύο λαβές, τα δέπατα και οι ραμφόστομες πρόχοι με ψηλό λαιμό φθάνουν κατά τη φάση Λευκαντί Ι - Καστρί στις Κυκλάδες και τα ανατολικά παράλια της ηπειρωτικής Ελλάδας.

Η κεραμική της Θερμής και του Εμποριού χαρακτηρίζεται από απλές και τριποδικές φιάλες, καρποδόχες διαφορετικές από της Πολιόχνης, ευρύστομες, σφαιρικές, ραμφόστομες και τριποδικές πρόχους, μόνωτα και δίωτα κύπελλα, βαθιά κυλινδρικά κύπελλα με μια λαβή, αμφοροειδή αγγεία με κυλινδρικό ή ωοειδές σώμα και πτερυγωτές λαβές, βαρελάκια, πιθάρια, αμφορείς, πώματα και κουταλάκια. Xαρακτηριστική είναι η διακόσμηση των πρόχων με εγχάρακτες γραμμικές συνθέσεις, που γεμίζονται με λευκή γαιώδη ύλη.

Κατά τη Mέση Xαλκοκρατία στα νησιά του ανατολικού Αιγαίου κατασκευάζονται τροχήλατα αγγεία με ανοιχτή καστανή, καστανοκόκκινη ή γκριζόχρωμη στιλβωμένη κεραμική με αυλακωτή διακόσμηση. Συνηθέστερα σχήματα είναι οι φιάλες με ή χωρίς πόδι, οι λεκάνες, τα μόνωτα κύπελλα κ.ά.

Κεραμική της Πρωτοκυκλαδικής Περιόδου

Η κεραμική της Πρωτοκυκλαδικής περιόδου χαρακτηρίζεται από μεγάλη ποικιλία σχημάτων και διακοσμητικών θεμάτων, τα οποία απηχούν την ελευθερία σκέψης, τη ζωντάνια και τη δημιουργική φαντασία των Κυκλαδιτών αγγειοπλαστών. Η κεραμική παραγωγή της Πρωτοκυκλαδικής Ι περιλαμβάνει χειροποίητες φιάλες, κυλινδρικές πυξίδες με πώμα, κρατηρίσκους (καντήλες) και αμφορίσκους από τραχύ, σκοτεινόχρωμο πηλό και έχουν καστανή ή μαύρη στιλβωμένη επιφάνεια. Συνηθέστερη διακόσμηση είναι η εγχάρακτη με θέματα κατά κανόνα ευθύγραμμα, τα οποία γεμίζονται με λευκή γαιώδη ύλη.


Κατά τη μετάβαση από την Πρωτοκυκλαδική I στην Πρωτοκυκλαδική II εμφανίζονται τα ιδιότυπα, τηγανόσχημα σκεύη, ενώ τα αγγεία διακοσμούνται για πρώτη φορά με εμπίεστα και εγχάρακτα καμπυλόγραμμα θέματα. Φιάλες με δακτυλιόσχημη βάση, αχινόσχημες πυξίδες με πώμα, τηγανόσχημα, αμφορίσκοι, σφαιρικές πρόχοι και ραμφόστομες φιάλες (σαλτσιέρες) είναι τα πιο χαρακτηριστικά αγγεία της Πρωτοελλαδικής II. Είναι χειροποίητα και έχουν καστανόμαυρη ή καστανοκόκκινη στιλβωμένη επιφάνεια.

Τα τηγανόσχημα αγγεία συνιστούν το πεδίο εξέλιξης της εγχάρακτης και εμπίεστης διακόσμησης, που εμπλουτίζεται με περίτεχνες σπείρες και απλά ή διαγραμμισμένα τρίγωνα, καθώς και με παραστάσεις πλοίων, ψαριών και σχηματικές αποδόσεις του γυναικείου αιδοίου, ακριβώς πάνω από τη λαβή. Στα τέλη της περιόδου (φάση Λευκαντί Ι - Καστρί) εμφανίζονται χαρακτηριστικά σχήματα αγγείων του βορειοανατολικού Αιγαίου, όπως το κύπελλο με μια λαβή, και το δέπας  αμφικύπελλο, ενώ παράλληλα προωθείται στις Κυκλάδες και η χρήση του κεραμικού τροχού. Τέλος, εγκαινιάζεται η γραπτή διακόσμηση με ευθύγραμμα θέματα.

Κατά την Πρωτοκυκλαδική ΙΙΙ η γραπτή κεραμική εμπλουτίζεται με καμπυλόγραμμα θέματα, ενώ στα αγγεία ξεχωρίζουν οι βαθιές φιάλες, οι ασκοί, οι λοξότμητες πρόχοι και τα πιθάρια. Η κεραμική παραγωγή της Πρωτοκυκλαδικής περιόδου περιλαμβάνει απειράριθμα μαγειρικά και αποθηκευτικά σκεύη, όπως χύτρες, κυκλικές φορητές εστίες, πιθάρια και αμφορείς.

Κεραμική της Μεσοκυκλαδικής Περιόδου

Στις αρχές της Μεσοκυκλαδικής περιόδου η κεραμική παραγωγή περιλαμβάνει τροχήλατα, λεπτότεχνα αγγεία με κόκκινη, καστανή και μαύρη στιλβωμένη επιφάνεια. Φιάλες με πρόχυση και ωοειδή πιθάρια αποτελούν καθαρά κυκλαδικά σχήματα της κατηγορίας αυτής, ενώ οι φιάλες με ψηλό πόδι μιμούνται το αντίστοιχο σχήμα της μινυακής κεραμικής της ηπειρωτικής Ελλάδας. Λευκή ή καστανή, και σπανιότατα μαύρη γραπτή διακόσμηση στολίζει το χείλος ή το σώμα αγγείων.

Βασικά διακοσμητικά θέματα είναι τα γραμμικά (γραμμές, ημικύκλια, σπείρες), ενώ στα τέλη της Μεσοκυκλαδικής περιόδου εμφανίζονται και φυλλόσχημα διακοσμητικά θέματα, καθώς και οι παραστάσεις πτηνών. Ιδιαίτερη κεραμική κατηγορία συνιστούν τα αγγεία με παράλληλες αυλακώσεις. Την πλέον χαρακτηριστική κεραμική κατηγορία της Μεσοκυκλαδικής περιόδου αποτελούν τα λεγόμενα λευκά αγγεία από εξαιρετικά καθαρό πηλό, με λεπτά τοιχώματα, υπόλευκη ή κιτρινωπή επιφάνεια και γραπτή, αμαυρή (θαμπή) καστανόμαυρη διακόσμηση.

Από τα μέσα της περιόδου, και ιδιαίτερα κατά τα τέλη της, η γραπτή διακόσμηση των λευκών αγγείων εμπλουτίζεται με κόκκινα, στιλβωμένα θέματα, συνιστώντας το λεγόμενο μαύρο και κόκκινο ρυθμό. Φιάλες, πρόχοι απλές ή ραμφόστομες, μαστοπρόχοι και πιθάρια διακοσμούνται με αφηρημένα καμπυλόγραμμα ή φυτικά θέματα, τα οποία παραπέμπουν, ως προς τη θεματική και τη διάταξή τους, σε κρητικά αγγεία της Μεσομινωικής ΙΙ - ΙΙΙ. Σπανιότερα γράφονται και εικονιστικά θέματα, όπως πτηνά, δελφίνια, λιοντάρι κ.ά.

Στα τέλη της Μεσοκυκλαδικής περιόδου κατασκευάζεται στη Φυλακωπή Μήλου η λεγόμενη υστερότερη ντόπια κεραμική, με χαρακτηριστικό αγγείο το ημισφαιρικό κύπελλο. Η κατηγορία αυτή συγγενεύει με τα λευκά αγγεία και προαναγγέλλει τη μηλιακή κεραμική της Υστεροκυκλαδικής Ι.

Κεραμική της Υστεροκυκλαδικής Περιόδου

Κατά την Ύστερη Χαλκοκρατία οι ανταλλαγές προϊόντων στο Αιγαίο εντατικοποιήθηκαν χάρις στις ευνοϊκές συνθήκες που εξασφάλιζε αρχικά η Μινωική Θαλασσοκρατορία και αργότερα το Μυκηναϊκό εμπόριο. Η διάδοση των κεραμικών ρυθμών δείχνει τη συχνότητα των εμπορικών μετακινήσεων, βοηθώντας μας συγχρόνως να κατανοήσουμε τις καλλιτεχνικές τάσεις της εποχής και το πολιτισμικό τους υπόβαθρο.

Ένα δείγμα των συχνών ανταλλαγών μεταξύ Κυκλάδων και της ηπειρωτικής Ελλάδας κατά την Πρώιμη Μυκηναϊκή εποχή αντιπροσωπεύουν τα έντονα Κυκλαδικά στοιχεία που παρατηρούνται στα κεραμικά κτερίσματα των ταφικών κύκλων των Μυκηνών. Στην κεραμική της Υστεροκυκλαδικής Ι περιόδου, όπως δείχνει η κεραμική του Ακρωτηρίου, αναμιγνύονται τα Μινωικά και τα Μυκηναϊκά στοιχεία με τις τοπικές παραδόσεις της Μεσοκυκλαδικής εποχής. Τα τοπικά χαρακτηριστικά είναι περισσότερο εμφανή στην κεραμική της Φυλακωπής, η οποία εξελίχθηκε από τον τοπικό Κυκλαδικό "λευκό ρυθμό" της Μέσης Χαλκοκρατίας.

Η κεραμική της Αγίας Ειρήνης διακοσμείται συχνότερα με κόκκινο, μαύρο και περιστασιακά λευκό χρώμα. Στα σχήματα των αγγείων επικρατούν οιραμφόστομες και οι γεφυρόστομες πρόχοι. Στη διακόσμηση ιδιαίτερα προσφιλή είναι τα κυκλικά μοτίβα, οι φυλλόσχημες ταινίες και ο συνδυασμός της κόκκινης και της μελανής βαφής. Παράλληλα με τα συνήθη αφαιρετικά μοτίβα απεικονίζονται και φυσιοκρατικά θέματα, φανταστικά όντα και μορφές που προέρχονται ίσως από μυθολογικούς κύκλους.


Οι Μινωικές και Στερεοελλαδίτικες επιρροές συνεχίζονται και στην κεραμική της Υστεροκυκλαδικής II περιόδου. Ο ακριβής προσδιορισμός όμως των ξένων επιδράσεων δεν είναι δυνατός, μιας και η κεραμική παραγωγή των δύο αυτών περιοχών παρουσιάζει αυτή την περίοδο πολλά κοινά στοιχεία. Το μεγαλύτερο ποσοστό της νησιωτικής κεραμικής προέρχεται ωστόσο από την τοπική παραγωγή.

Κατά την Υστεροκυκλαδική ΙΙΙ περίοδο, όπως δείχνουν τα ευρήματα της Φυλακωπής και της Αγίας Ειρήνης, η νησιωτική κεραμική αντικαθίσταται κατά ένα μεγάλο ποσοστό από τα προϊόντα των Μυκηναϊκών εργαστηρίων. Ακόμη και η εγχώρια παραγωγή υιοθετεί τα χαρακτηριστικά της Μυκηναϊκής, όσον αφορά στη διακόσμηση και τους τύπους των αγγείων. Οι ομοιότητες με τη Μυκηναϊκή κεραμική είναι τόσο πολλές, ώστε μόνο από τα εξωτερικά γνωρίσματα των αγγείων, δηλαδή χωρίς έρευνα της σύστασης του πηλού, δεν μπορούμε να γνωρίζουμε, αν κατασκευάζονταν εκεί ή αν προέρχονταν από την ηπειρωτική Ελλάδα.

Από τα μέσα του 13ου αιώνα π.Χ., όταν δηλαδή τα μυκηναϊκά κέντρα αρχίζουν να παρακμάζουν, οι ρυθμοί εισαγωγής της Μυκηναϊκής κεραμικής χαλαρώνουν και ενδυναμώνονται πάλι τα τοπικά στοιχεία. Κατά τη διάρκεια της Υστεροκυκλαδικής ΙΙΙ Γ αναπτύσσεται, μάλλον λόγω των συχνών εμπορικών επαφών στο Αιγαίο -αλλά ίσως και λόγω της ύπαρξης εργαστηρίων μαζικής παραγωγής- ένας νέος θαλάσσιος ρυθμός στην κεραμική που είναι γνωστός με τον όρο "Μυκηναϊκή ή Αιγαιακή Κοινή".

Ο ρυθμός αυτός προέρχεται μάλλον από την Κρήτη, αφού τα πρώτα δείγματά του βρέθηκαν εκεί, αλλά η διάδοσή του εξαπλώνεται από την ανατολική Αττική μέχρι τη Ρόδο, την Κάλυμνο και την Κω. Ο πιο χαρακτηριστικός τύπος του ρυθμού αυτού είναι οι ψευδόστομοι αμφορείς με διακόσμηση χταποδιών. Ακολουθούν σε συχνότητα οι πρόχοι με ενσωματωμένο ηθμό, οι φλάσκες και οι πλούσια διακοσμημένοι κάλαθοι.

Για τη διάδοση της υπομυκηναϊκής κεραμικής στο Αιγαίο δεν υπάρχουν αρκετές πληροφορίες. Τα κοινά στοιχεία που παρατηρούνται πάντως στην τεχνοτροπία δείχνουν ότι οι αλληλεπιδράσεις μεταξύ των διαφόρων περιοχών του Αιγαίου συνεχίστηκαν και σ' αυτή τη μεταβατική περίοδο, αλλά οι μαζικές εξαγωγές κεραμικών προϊόντων είχαν γίνει πια σπάνιες.

Ειδωλοπλαστική

Η παραγωγή ειδωλίων στα νησιά του Αιγαίου κατά την εποχή του Χαλκού περιλαμβάνει ανθρωπόμορφα και ζωόμορφα ειδώλια από πηλό, οστό, όστρεο και λίθο, κυρίως μάρμαρο. Η ανεύρεσή τους σε σπίτια, τάφους και ιερά δείχνει ότι πρόκειται όχι απλά για καλλιτεχνικά δημιουργήματα, αλλά για αντικείμενα με ευρύ κοινωνικό - ιδεολογικό περιεχόμενο και συμβολικές - θρησκευτικές προεκτάσεις.

Στην ειδωλοπλαστική της Πρώιμης Χαλκοκρατίας κατέχουν ιδιαίτερη θέση τα μαρμάρινα, κυρίως γυναικεία, ειδώλια της Πρωτοκυκλαδικής περιόδου (3200 - 2000 π.Χ.), τα οποία αποτελούν το διαγνωστικό στοιχείο του λεγόμενου Κυκλαδικού πολιτισμού. Μερικά από αυτά απεικονίζουν τύπους της κυκλαδικής κοινωνίας, όπως μουσικούς, πολεμιστές και εγκύους. Άλλα πάλι κάνουν σαφές με το μέγεθός τους (περίπου 1,5 μέτρο) ότι η μεγάλη πλαστική γεννήθηκε για πρώτη φορά στο Αιγαίο, στις μικρές Κυκλάδες. Στα υπόλοιπα νησιά η κατασκευή ειδωλίων είναι, σε αντίθεση με την πλούσια και ευρηματική ειδωλοπλαστική της Νεολιθικής (6800 - 3200 π.Χ.), εξαιρετικά περιορισμένη.

Kατά την Ύστερη Χαλκοκρατία ξεχωρίζουν μεγάλα πήλινα, χειροποίητα ή τροχήλατα ειδώλια από τα ιερά των Υστεροκυκλαδικών πόλεων της Αγίας Ειρήνης και της Φυλακωπής, καθώς και μικρότερα ειδώλια τύπου Φ και Ψ, που ακολουθούν πιστά την ειδωλοπλαστική της Μυκηναϊκής Ελλάδας. Τα ζωόμορφα ειδώλια της Πρωτοκυκλαδικής περιόδου είναι κυρίως μαρμάρινα ή πήλινα και απεικονίζουν ζώα και πτηνά. Παράλληλα συνηθίζονται τα πήλινα ζωόμορφα αγγεία τελετουργικού χαρακτήρα (π.χ. σκαντζόχοιρος).

Kατά την Υστεροκυκλαδική περίοδο πλάθονται, κατά τα Μυκηναϊκά πρότυπα, ειδώλια που απεικονίζουν αιγοπρόβατα, βοοειδή κ.λπ. και κοσμούνται με γραπτή διακόσμηση.


Εργαλεία

Μετάλλινα εργαλεία προέρχονται τόσο από οικισμούς όσο και από νεκροταφεία των νησιών του Αιγαίου. Τα περισσότερα χρονολογούνται στην Πρώιμη και την Ύστερη Χαλκοκρατία, ενώ από τη Μέση υπάρχουν λίγα μόνο δείγματα, κάτι που συμβαίνει και σε σύγχρονες θέσεις της ηπειρωτικής Ελλάδας. Χημικές αναλύσεις ενδεικτικού αριθμού εργαλείων δείχνουν ότι αρχικά κατασκευάζονταν από αρσενικούχο χαλκό και αργότερα από κασσιτερούχο χαλκό, ώστε να είναι ανθεκτικά και αποτελεσματικότερα κατά τη χρήση τους.

Η εργαλειοτεχνία των προϊστορικών νησιωτών περιλαμβάνει τριγωνικά εγχειρίδια με τονισμένη ράχη (μαχαίρια) -τυπικά της Πρωτοκυκλαδικής περιόδου- αξίνες - πελέκεις για το σκάψιμο και τις ξυλουργικές εργασίες, σμίλες, πριόνια και μηνοειδή ξέστρα για την κατεργασία ξύλου, λίθου / μαρμάρου και οστού, οπείς (σουβλιά) και σπάτουλες για την κατεργασία των δερμάτων, αγκίστρια για το ψάρεμα και καρφιά.

Σημαντική θέση στη μεταλλοτεχνία της περιόδου κατέχουν οι ανατολικού - Βαλκανικού τύπου, μονοί (Πολιόχνη Λήμνου) ή διπλοί (Νάξος) πελέκεις με οπή στειλέωσης, που απαντούν και στην ηπειρωτική Ελλάδα από τα τέλη της Πρωτοελλαδικής ΙΙ και ιδιαίτερα κατά την Πρωτοελλαδική ΙΙΙ και αποτελούν όχι απλά εργαλεία, αλλά και αντικείμενα "κοινωνικού γοήτρου". Η πολυτιμότητα των πελέκεων υπογραμμίζεται από τη συνεύρεσή τους με άλλα μπρούντζινα εργαλεία και όπλα στους λεγόμενους "θησαυρούς" της Θερμής IV, της Ερυθράς Πολιόχνης, της Τροίας ΙΙg και της Κύθνου.

Η εργαλειοτεχνία του τέλους της Μεσοκυκλαδικής και των αρχών της Υστεροκυκλαδικής περιόδου έχει σαφείς επιδράσεις από την αντίστοιχη της Μινωικής Κρήτης. Αξιοσημείωτη είναι, τέλος, η εκτεταμένη χρήση μολύβδου, που σημειώνεται σε πολλούς νησιωτικούς οικισμούς για την κατασκευή αλιευτικών βαριδιών, συρμάτων και ελασμάτων για την επισκευή μεγάλων πήλινων αποθηκευτικών αγγείων, μαρμάρινων αγγείων και ειδωλίων, καθώς και την κατασκευή σταθμών (Ακρωτήρι, Αγία Ειρήνη), τα οποία ακολουθούν το μινωικό σύστημα μέτρησης βάρους.

Όπλα

Μετάλλινα όπλα εμφανίζονται στα περισσότερα νησιά του Αιγαίου λίγο πριν τα μέσα της 3ης χιλιετίας π.Χ., σε μια περίοδο που χαρακτηρίζεται από οικονομική ευμάρεια, εντατικές εμπορικές επαφές και ολοένα αυξανόμενο ανταγωνισμό των νησιωτικών κοινοτήτων. Η χρήση όπλων βεβαιώνεται μέχρι τα τέλη της Ύστερης Χαλκοκρατίας, κατά την οποία είναι εμφανής η επίδραση της οπλοτεχνίας των Μυκηναίων, της δύναμης που μετά τα μέσα της 2ης χιλιετίας π.Χ. καθορίζει την πολιτισμική πορεία της ηπειρωτικής, αλλά και της νησιωτικής Ελλάδας.

Τα σημαντικότερα όπλα είναι τα ξίφη και οι αιχμές λόγχης. Χαρακτηριστικός τύπος ξίφους της Πρώιμης Χαλκοκρατίας είναι το μακρύ τριγωνικό εγχειρίδιο με κεντρική νεύρωση και τέσσερις οπές για τη στερέωση σε ξύλινη, κεράτινη ή οστέινη λαβή. Ανάμεσά τους ξεχωρίζει ένα μπρούντζινο ξίφος με επαργυρωμένη επιφάνεια από το νεκροταφείο Σπεδού Νάξου, το οποίο αποτελεί ένα από τα πρωιμότερα δείγματα επαργύρωσης στο Αιγαίο. Οι αιχμές λόγχης είναι φυλλόσχημες και φέρουν μια κεντρική νεύρωση και οπές για τη στειλέωση του ακοντίου.

Χαρακτηριστική για τις Πρωτοκυκλαδικές αιχμές είναι η απόληξή τους σε σχήμα ποντικοουράς. Στα όπλα της εποχής του Χαλκού συγκαταλέγονται και άλλα από πηλό, πέτρα και ξύλο, όπως π.χ. πεσσοί σφεντόνας (βλήματα) και ρόπαλα.

Κοσμήματα

Τα πολυάριθμα και ποικιλόμορφα κοσμήματα από οικισμούς και, κυρίως από νεκροταφεία της εποχής του Χαλκού δεν αποτελούν απλά εξαρτήματα του καλλωπισμού του σώματος, αλλά και στοιχεία κοινωνικού συμβολισμού. Κατασκευάζονται από οστά, κοχύλια, κοινούς και ημιπολύτιμους λίθους, καθώς και από μέταλλα, όπως είναι ο άργυρος, ο μόλυβδος, ο χαλκός και ο χρυσός.

Η κοσμηματοτεχνία των νησιωτών περιλαμβάνει κυρίως χάλκινες ή ασημένιες περόνες με περίτεχνες απολήξεις (πτηνά, αιγοειδή, έλικες κ.λπ.), ασημένιους και χρυσούς σφηκωτήρες (Απλώματα Νάξου, Πολιόχνη Λήμνου), βραχιόλια από ασήμι (Απλώματα, Αμοργός), χαλκό (Δωκαθίσματα Αμοργού), κασσίτερο και μόλυβδο (Θερμή ΙΙΙΑ), χρυσά περιδέραια με ποικιλόμορφες χάντρες, σκουλαρίκια (Πολιόχνη), ασημένια διαδήματα με επίκρουστη παράσταση ζώων (Χαλανδριανή Νάξου) ή οδοντωτή επίστεψη (Δωκαθίσματα Αμοργού), καθώς και χρυσά επιρράματα ενδυμάτων και μπρούντζινα δακτυλίδια (Απλώματα).

Από το νεκροταφείο Λούρος της Νάξου προέρχονται 200 περίπου δισκοειδείς, διάτρητες φολίδες, που αποτελούν το αρχαιότερο δείγμα αργυροχοΐας στις Κυκλάδες (3200 - 2800 π.Χ.). Το σημαντικότερο δείγμα χρυσοχοΐας αποτελεί ο θησαυρός χρυσών κοσμημάτων από την Κίτρινη Πολιόχνη (2400 - 2200 π.Χ.) -περισσότερα από 326 αντικείμενα-, τα οποία είναι πανομοιότυπα με εκείνα από το θησαυρό Α της Τροίας ΙΙ g ("Θησαυρό του Πριάμου") και ακολουθούν την καλλιτεχνική παράδοση της Ανατολής.


Λίθινα Σκεύη

Η λιθοτεχνία της εποχής του Χαλκού στα νησιά του Αιγαίου περιλαμβάνει χρηστικά αγγεία, όπως τριβεία και γουδιά από ηφαιστειακά πετρώματα και σχιστόλιθο για την επεξεργασία σιτηρών, οσπρίων και χρωστικών υλών, καθώς και εξαιρετικής τέχνης μαρμάρινα αγγεία, που δεσπόζουν στη λιθοτεχνία της Πρωτοκυκλαδικής περιόδου. Το λευκό διάφανο μάρμαρο που αφθονεί στις Κυκλάδες ώθησε τους προϊστορικούς Κυκλαδίτες, ήδη από την Τελική Νεολιθική (4500 - 3200 π.Χ.), στην κατασκευή λίθινων αγγείων, που χαρακτηρίζονται από ποικιλία σχημάτων, κατασκευαστική δεξιοτεχνία και λιτή κομψότητα.

H παραγωγή λίθινων αγγείων κυρίως από μάρμαρο, αλλά και από πιο μαλακά πετρώματα, όπως χλωριτικό σχιστόλιθο και στεατίτη, είναι ιδιαίτερα αυξημένη κατά την Πρωτοκυκλαδική Ι και ΙΙ περίοδο, ενώ μετά τη μεταβατική φάση Λευκαντί I - Καστρί μειώνεται σημαντικά και κατά την Πρωτοκυκλαδική ΙΙΙ είναι σχεδόν ανύπαρκτη. Φιάλες απλές, με πρόχυση ή με ψηλό πόδι, κολουροκωνικά ποτήρια, ορθογώνια πινάκια (παλέτες), κρατηρίσκοι(καντήλες) με ή χωρίς πόδι, αχινόμορφες ή κολουροκωνικές πυξίδες με πώμα, τηγανόσχημα, λύχνοι κ.ά. αποτελούν τους συνηθέστερους τύπους λίθινων αγγείων, τύπους που μιμούνται κεραμικά πρότυπα της περιόδου.

Η στενή συνάφεια με την κεραμική διαφαίνεται και στον τρόπο διακόσμησης π.χ. των πυξίδων, στις οποίες συχνότατη είναι η εγχάραξη γραμμικών (γωνίες, σπείρες) διακοσμητικών θεμάτων. Ιδιαίτερη θέση στην καλλιτεχνική παραγωγή των λίθινων αγγείων κατέχουν εκείνα που αποδίδουν την ανθρώπινη μορφή, ζώα (χοίρο, πρόβατο), καθώς και η πυξίδα - ομοίωμα αρχιτεκτονήματος, πιθανότατα συμπλέγματος σιταποθηκών.

H χρήση τους σε καθημερινή βάση είναι αμφίβολη, αφού πολλά απ' αυτά είναι ιδιαίτερα εύθραυστα, ενώ άλλα πολύ βαριά και δύσχρηστα. H ανεύρεση πολλών αγγείων σε τάφους υποδηλώνει τη χρήση τους ως κτερίσματα. Η κατοχή τέτοιων αγγείων αποδίδεται σε εύπορα άτομα όχι μόνο της Πρωτοκυκλαδικής κοινωνίας, αλλά και σε εξέχοντα μέλη (έμποροι, τεχνίτες) κοινοτήτων της Πρώιμης Χαλκοκρατίας στην ηπειρωτική Ελλάδα, την Κρήτη, τα νησιά του βόρειου και ανατολικού Αιγαίου και τη Μικρά Ασία, με τα οποία διατηρούσαν εμπορικές επαφές.

Tέλος, η χρήση φιαλών και παλετών στους Πρωτοκυκλαδικούς οικισμούς θα πρέπει να συνδεθεί με την προετοιμασία χρωστικών υλών, όπως κόκκινης ώχρας και αζουρίτη, για τον καλλωπισμό του σώματος και τη διακόσμηση μαρμάρινων ειδωλίων.

Εργαλειοτεχνία

Εργαλεία από μέταλλο, λίθο, οστό και ελαφοκέρατο εξυπηρετούν τις ποικίλες οικονομικές δραστηριότητες των νησιωτών στη διάρκεια της εποχής του Χαλκού. Οι δραστηριότητες αυτές πραγματοποιούνται τόσο μέσα στους οικισμούς (π.χ. κτίσιμο, προετοιμασία τροφής, καλλωπισμός σώματος, υφαντική, κεραμική, μεταλλουργία, ξυλουργική) όσο και στην ευρύτερη περιφέρειά τους (π.χ. γεωργία, κυνήγι, αλιεία, υλοτομία, ναυπηγική). Τα εργαλεία κατασκευάζονται είτε από τους ίδιους τους χρήστες τους είτε από εξειδικευμένους τεχνίτες, που εφοδιάζουν την κοινότητα με τον απαραίτητο εργαλειακό εξοπλισμό.

Εργαστήρια οστεουργίας, λιθοτεχνίας και μεταλλοτεχνίας εντοπίζονται σε πολλούς οικισμούς τόσο του βόρειου Αιγαίου (Πολιόχνη, Θερμή) όσο και των Κυκλάδων (Καστρί). Τα εργαλεία από αποκρουσμένο λίθο είναι κυρίως λεπίδες απόοψιανό και πυριτόλιθο, οι οποίες χρησιμεύουν μεμονωμένα ως μαχαίρια με ξύλινη ή κεράτινη λαβή, ή σφηνώνονται σε ξύλινο στέλεχος η μια δίπλα στην άλλη, συνιστώντας έτσι δρεπάνια για το θέρισμα. Σε μικρότερο αριθμό απαντούν, κυρίως σε πυριτόλιθο, ξέστρα για την κατεργασία ξύλου και δέρματος, τρυπάνια, και αιχμές βελών για το κυνήγι.

Τα εργαλεία από λειασμένο λίθο κατασκευάζονται από σχιστώδη πετρώματα (π.χ. σερπεντίνες) και μορφοποιούνται με σφυροκόπημα, λείανση, τριβή, πριόνισμα, αλλά και με τρυπάνι. Τέτοια εργαλεία είναι οι αξίνες, οι πελέκεις, τα σφυριά και οι σμίλες, που χρησιμοποιούνται στο σκάψιμο της γης, τις ξυλουργικές εργασίες, στην αρχιτεκτονική και τη ναυπηγική. Οι ανατολικού-βαλκανικού τύπου, μονοί ή διπλοί πελέκεις με οπή στειλέωσης, που κατασκευάζονται από λίθο και μπρούντζο στο βόρειο Αιγαίο (Πολιόχνη) κατά την Πρώιμη Χαλκοκρατία, αποτελούν εκτός από χρηστικά αντικείμενα και αντικείμενα "κοινωνικού γοήτρου".

Από κρυσταλλικά, ηφαιστειακά πετρώματα κατασκευάζονται μυλόλιθοι και τριπτήρες, απαραίτητοι για την επεξεργασία δημητριακών, οσπρίων και χρωστικών υλών (ώχρα,αζουρίτης, μαλαχίτης). Τέλος, από ημιπολύτιμους λίθους (π.χ. στεατίτης, κορναλίνης) κατασκευάζονται κοσμήματα, όπως χάντρες και περίαπτα, τα οποία προέρχονται κυρίως από τάφους των νησιών του νότιου Αιγαίου.

Ανάμεσα στα οστέινα εργαλεία ξεχωρίζουν, για τη συχνότητα με την οποία απαντούν αλλά και για την πολυμορφία τους, τα αιχμηρά. Ανάλογα με τη μορφή τους χρησιμεύουν ως οπείς (σουβλιά) για την κατεργασία του δέρματος, ως αγκίστρια (αιχμηρά και στα δύο άκρα), και ως βελόνες για την κατεργασία του δέρματος, την υφαντική, την καλαθοπλεκτική και τη διακόσμηση της κεραμικής (εγχάρακτη). Τα εργαλεία με τα πλατιά και αποστρογγυλεμένα άκρα χρησιμοποιούνται στοστίλβωμα των κεραμικών αγγείων και στον καθαρισμό των δερμάτων.

Από ελαφοκέρατο κατασκευάζονται αξίνες, λαβές λίθινων και μεταλλικών εργαλείων (μαχαίρια, τρυπάνια, οπείς, σμίλες) και στειλεοί για αξίνες και τσεκούρια. Ξεχωριστό δημιούργημα της Πρωτοκυκλαδικής οστεουργίας αποτελούν οι οστέινες χρωματοθήκες με εγχάρακτη διακόσμηση, που χρησιμοποιούνται για τη φύλαξη χρωστικών υλών, απαραίτητων για την κόσμηση του σώματος.


Ξυλουργική – Ναυπηγική

H ξυλουργική είναι ιδιαίτερα αναπτυγμένη στα νησιά του Αιγαίου και εξυπηρετεί την αρχιτεκτονική, την επιπλοποιία και τη ναυπηγική. Πληροφορίες για τις εφαρμογές αυτές της ξυλουργικής, τα φθαρτά προϊόντα της οποίας δεν άφησαν ίχνη στο πέρασμα του χρόνου, παρέχουν τα λίθινα (πελέκεις, τρυπάνια) και χάλκινα ή μπρούντζινα (πελέκεις, σμίλες, τρυπάνια, πριόνια, καρφιά) εργαλεία, καθώς και οι απεικονίσεις κτηρίων, επίπλων, και πλοίων στην ειδωλοπλαστική, την κεραμική και τις τοιχογραφίες.

Θυρώματα για πόρτες και παράθυρα και ξύλινα ράφια χρησιμοποιούνται στην αρχιτεκτονική, σύμφωνα με ενδείξεις από την Υστεροκυκλαδική πόλη του Ακρωτηριού, ενώ τραπεζάκια, σκαμνιά και καρέκλες κατασκευάζονται ήδη από την Πρωτοκυκλαδική περίοδο σε μεγάλη ποικιλία, ορατή στα μαρμάρινα ειδώλια καθιστών γυναικών και μουσικών. Έπιπλα της Υστεροκυκλαδικής περιόδου (σκαμνί και κρεβάτι) αποτεφρώθηκαν στο Ακρωτήρι Θήρας από την ηφαιστειακή λάβα, αφήνοντας τα αποτυπώματά τους, που οι αρχαιολόγοι διέσωσαν σε γύψο.

Ιδιαίτερη σημασία για τη θαλάσσια επικοινωνία και την ανάπτυξη του εμπορίου των νησιωτών είχε η ναυπηγική. H τέχνη αυτή, αναπτύσσεται ιδιαίτερα, χάρις στο συνδυασμό της τεχνικής δεξιότητας στην ξυλουργική και των εμπειρικών γνώσεων υδροδυναμικής, αεροδυναμικής και αστρονομίας. Εγχάρακτες παραστάσεις πλοίων σε τηγανόσχημα σκεύη της Πρωτοκυκλαδικής ΙΙ και τρία μολύβδινα ομοιώματα πλοίων, με μέγιστο μήκος 39,5 εκατοστά, μας πληροφορούν ότι κατά την Πρώιμη Χαλκοκρατία χρησιμοποιούνται μονόξυλα πλοία, που κινούνται με 25 - 40 κωπηλάτες.

Τέτοια πλοία θα επανδρώνονταν μόνο με τη σύμπραξη περισσοτέρων κοινοτήτων και θα μπορούσαν να διανύσουν σε διάστημα τριών εβδομάδων απόσταση 200 ναυτικών μιλίων, διακινώντας τρόφιμα, οψιανό, μέταλλα, μαρμάρινα ειδώλια και αγγεία κ.λπ. Ιστιοφόρα πλοία με πανιά δεν χρησιμοποιούνται πριν το 2000 π.Χ. και μας είναι γνωστά από την απεικόνιση στόλου, που διασώζεται στην τοιχογραφία της "Mικρογραφικής Ζωφόρου", στο Ακρωτήρι Θήρας.

Τοιχογραφίες

Η τέχνη της τοιχογραφίας πιστοποιείται στα νησιά του Αιγαίου από την αρχή της Ύστερης Χαλκοκρατίας. Τα πρωιμότερα δείγματά της προέρχονται από τον οικισμό της Φυλακωπής. Πρόκειται για μια θαλασσινή παράσταση με χελιδονόψαρα, η οποία χρονολογείται στην Υστεροκυκλαδική Ι περίοδο. Την κυριότερη όμως και πλουσιότερη πηγή για τη ζωγραφική τέχνη της Υστεροκυκλαδικής εποχής αποτελούν οι τοιχογραφίες που βρέθηκαν στο Ακρωτήρι της Θήρας.

Τα τμήματα των τοιχογραφιών αυτών προέρχονται από τους επάνω ορόφους των κτηρίων του οικισμού, όπου βρίσκονταν προφανώς οι σημαντικότεροι χώροι. Μερικές φορές το εσωτερικό των δωματίων ήταν ολόκληρο καλυμμένο με τοιχογραφίες, τα θέματα των οποίων ήταν ενταγμένα σε ένα προκαθορισμένο εικονογραφικό πρόγραμμα. Οι λεγόμενες μικρογραφικές τοιχογραφίες ήταν μακριές παραστάσεις με μορφές μικρού μεγέθους, οι οποίες ήταν τοποθετημένες στο ύψος του ματιού.

Στις Θηραϊκές τοιχογραφίες αναγνωρίζεται η τεχνική της νωπογραφίας, δηλαδή η ζωγραφική επάνω σε ασβεστοκονίαμα, το οποίο ήταν ακόμη νωπό. Σε ορισμένα σημεία χρησιμοποιήθηκε και η τεχνική της υδατογραφίας, η οποία εφαρμοζόταν όταν ο τοίχος ήταν ήδη στεγνός. Οι βαφές προέρχονταν από φυτικές και ορυκτές ύλες και τα χρώματά τους περιορίζονταν -όπως και στις Μινωικές- στο λευκό, το μαύρο, το κόκκινο, το γαλάζιο και το κίτρινο.

Τόσο η τεχνοτροπία όσο και η απόδοση των θεμάτων των Θηραϊκών τοιχογραφιών δείχνουν ότι τα πρότυπά τους πρέπει να αναζητηθούν στις τοιχογραφίες των μινωικών ανακτόρων και των επαύλεων της Νεοανακτορικής εποχής. Ανάμεσα στα μινωικά στοιχεία διακρίνονται και ορισμένα διακοσμητικά μοτίβα γνωστά από τις Μυκηναϊκές τοιχογραφίες και τη μεταλλοτεχνία της ηπειρωτικής Ελλάδας. Τα στοιχεία αυτά ίσως να μην αντιπροσωπεύουν Μυκηναϊκές επιδράσεις στις Κυκλάδες, αλλά να είναι τοπικά Κυκλαδικά στοιχεία, τα οποία εισήχθηκαν στη ζωγραφική της ηπειρωτικής Ελλάδας.

Σε αντίθεση με τις Μινωικές τοιχογραφίες, οι περισσότερες από τις οποίες είναι γνωστές από αμφισβητούμενες αποκαταστάσεις, οι τοιχογραφίες της Θήρας βρίσκονται σε πολύ καλή κατάσταση διατήρησης. Έτσι, εκτός από τη μεγάλη καλλιτεχνική τους αξία προσφέρουν και πολύτιμες πληροφορίες για την καθημερινή ζωή στην αρχή της Υστεροκυκλαδικής εποχής. Η θεματογραφία περιλαμβάνει διαφορετικούς κύκλους: μεμονωμένες ανθρώπινες μορφές, νεκρές φύσεις, θαλασσινά τοπία και τοποθεσίες με πλούσια βλάστηση. Οι εικονιστικές παραστάσεις πλαισιώνονται από αφηρημένα διακοσμητικά θέματα.

Στα θέματα των παραστάσεων κυριαρχούν οι θρησκευτικές σκηνές. Από τις λατρευτικές στάσεις των ανθρώπινων μορφών και τη συνοδεία θρησκευτικών συμβόλων, συμπεραίνουμε ότι οι παραστάσεις των τοιχογραφιών απεικονίζουν συχνά μέλη του ιερατείου, θεότητες και πρόσωπα που συμμετείχαν σε ιερές τελετουργίες. Η συχνή επανάληψη των θρησκευτικών θεμάτων υποδεικνύει επίσης ότι πολλοί από τους χώρους του Ακρωτηρίου χρησιμοποιούνταν ως ιερά.


Εκτός από τις θρησκευτικές σκηνές, ανθρώπινες μορφές εμφανίζονται και σε παραστάσεις κοσμικού χαρακτήρα. Στη μικρογραφική ζωφόρο ή "τοιχογραφία του στόλου", όπως αλλιώς ονομάζεται, από τη Δυτική οικία απεικονίζεται η άφιξη ενός στόλου σε μια παραθαλάσσια πόλη και στιγμιότυπα από μια ναυμαχία. Η παράσταση αυτή -που έχει διηγηματικό χαρακτήρα- δημιουργεί την εντύπωση ότι αναφέρεται σε ένα ιστορικό γεγονός ή σε μια μυθολογική αφήγηση.

Οι πλούσιες τοιχογραφικές παραστάσεις της Θήρας δεν αποτελούν ένα μοναδικό φαινόμενο στην νησιωτική τέχνη. Τα τμήματα τοιχογραφιών που βρέθηκαν στην Αγία Ειρήνη της Κέας και ορισμένα νέα ευρήματα από τη Φυλακωπή δείχνουν ότι οι τοιχογραφίες ήταν μάλλον ένας συνηθισμένος τρόπος διακόσμησης των εσωτερικών χώρων.

ΧΑΡΤΕΣ


ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΚΟ ΥΛΙΚΟ


(Κάντε κλικ στις φωτογραφίες για μεγέθυνση)