Πέμπτη 9 Αυγούστου 2018

Οι βαθύτερες πτυχές της ανθρώπινης φύσης

Ζήσε τη ζωή σου στο μέγιστο βαθμό. Καθώς και το οτιδήποτε κάνεις. Μην αφήσεις τίποτα και κανέναν, και ιδίως τον εαυτό σου, να σε απορροφήσει ή να σου αποσπάσει την προσοχή από αυτό που κάθε φορά κάνεις. Ζήσε το στο φουλ, όσο πιο έντονα μπορείς, συγκεντρώσου σε αυτό και πάρε όσα περισσότερα έχει να σου δώσει. Και αναφέρεται σε κάθε γεγονός της ζωής σου.

Μπορείς να επιλέξεις πάντα ανάμεσα σε ασφάλεια και ωρίμανση. Όλοι τείνουμε να επιλέγουμε το πρώτο και να έχουμε τις safe επιλογές πάνω πάνω στις λίστες μας. Και όμως, είναι οι πιο ριψοκίνδυνες αυτές που θα μας βοηθήσουν να ωριμάσουμε, να μάθουμε καλύτερα ποιοι είμαστε και να κάνουμε ένα μεγάλο βήμα προς την αυτοπραγμάτωση. Η επιλογή είναι δική μας…

Προετοιμάσου να γίνεις αντιδημοφιλής. Και αυτό γιατί, όσο περισσότερο μαθαίνεις τον εαυτό σου, τόσο λιγότερο θα πηγαίνεις με τους πολλούς, με το ρεύμα. Και αυτό γιατί θα αποφασίζεις πλέον εσύ για τον εαυτό σου, και δεν θα αφήνεις τους άλλους να επιλέξουν τι είναι καλό για σένα. Οπότε, όταν τους αφαιρέσεις αυτή τη δυνατότητα, ε δεν θα χαρούν και ακριβώς… Αλλά για σένα δεν θα έχει καμία σημασία. Γιατί θα νοιάζεσαι όλο και λιγότερο για το τι έχουν να πουν για σένα…

Προετοιμάσου να κάνεις την ειλικρίνεια δεύτερη φύση σου. Και αντίθετα από αυτό που περιμένουν οι άλλοι να ακούσουν από εσένα, και θα τους χαϊδέψει τα αυτιά, εσύ να τους λες την αλήθεια και μόνο την αλήθεια. Η απόλυτη εντιμότητα βέβαια φέρνει και αυτή αντιδημοφιλία, αλλά σημαίνει και απόλυτη ετοιμότητα να αναλάβεις την ευθύνη των λόγων σου. Και αυτή είναι η καλύτερη μορφή αυτοπραγμάτωσης και βγάζει έναν εαυτό πραγματικά πολύτιμο. Όσοι τον εκτιμήσουν, θα έχουν πάρα πολλά να κερδίσουν από αυτόν…

Ακολούθα το ένστικτό σου. Κλείσε τα αυτιά σε όλες τις εξωτερικές φωνές και άφησε μόνο τη δική σου να σου πει τι πρέπει να κάνεις. Ο Maslow πίστευε ακράδαντα ότι μόνο το να ακολουθείς το ένστικτο σου και να κάνεις αυτό που εσύ και μόνο θεωρείς σωστό, θα σε φέρει αντιμέτωπο με τις πλέον σωστές και ακριβείς επιλογές στη ζωή σου.

Να βελτιώνεσαι διαρκώς. Το ξανάπαμε: δεν πρόκειται για ένα ταξίδι με τελικό προορισμό, αλλά για ταξίδι διαρκείας. Στο οποίο οφείλεις να βελτιώνεσαι μέρα με την μέρα και να ανεβαίνεις ένα ένα τα σκαλιά, για να έχει και κάποια αξία και να σε οδηγήσει εκεί που θες να φτάσεις. Για αυτό, μην μένεις στάσιμη!

Αναζήτησε τις απόλυτες εμπειρίες. Που σε φτάνουν στο σχετικό peak και σου δίνουν το μέτρο για να αντιμετωπίσεις και όλες τις υπόλοιπες. Με αυτές σκεφτόμαστε και δρούμε πιο καθαρά. Με αυτές ενεργοποιούμαστε θετικά. Και με αυτές μπορούμε να κατευθύνουμε όλη μας την ενέργεια προς τους καλύτερους δυνατούς σκοπούς.

Μείωσε τις άμυνες του εγώ σου. Γιατί μόνο έτσι θα μπορέσεις να γνωρίσεις 100% τον εαυτό σου και να τον στρέψεις προς όλη εκείνη τη δραστηριότητα που θα σε ανεβάσει επίπεδο και θα σου βγάλει ότι καλύτερο έχεις από μέσα σου. Αυτός είναι και ο τελικός στόχος, για να μην πω και ο σκοπός της ζωής ενός ανθρώπου νοήμονος και αληθινού. Και με πραγματικό νόημα στη ζωή.
Κάθε άλλος δρόμος είναι καταδικασμένος, σε αποτυχία:  “Αν σχεδιάζεις να είσαι κάτι το πολύ λιγότερο από αυτό για το οποίο είσαι ικανός, τότε θα είσαι δυστυχισμένος για όλη σου τη ζωή”

Οκτάβιο Πας: Καθένας έχει τον παράδεισο που του αξίζει

Εσείς τι λέτε πιο εύκολα στη ζωή σας: το «ναι» ή το «όχι»; «Το "όχι". Το διαπιστώσατε νομίζω και εσείς εμπράκτως. Για να σας πω αυτό το "ναι", για μια συνάντηση, είπα πολλά "όχι" πρώτα!».
 
Γιατί σήμερα οι άνθρωποι λένε τόσο εύκολα «ναι»;
«Η μοναξιά… Φοβούνται τη μοναξιά του "όχι"! Ξέρετε είναι πολύ εύκολο να πέσεις στο ποτάμι και, χωρίς να κάνεις τίποτε, να αφεθείς να παρασυρθείς από το ρεύμα! Είναι πολύ δύσκολο να αντισταθείς. Γι’ αυτό τιμώ τους αντιφρονούντες όπου και αν βρίσκονται. Αυτός που λέει "όχι" είναι ένας αντιφρονών! Σε μια κοινωνία που βολεύεται να συμφωνεί, αυτός που διαφωνεί φωτίζει με διαφορετικότητα την πληκτική ομοιομορφία! Αν θέλετε, αυτός ήταν ο θάνατος του καλλιτέχνη στην εποχή μας!».
 
Υπάρχει ελπίδα;

«Το είπα και στην αρχή. Η μόνη ελπίδα μας είναι να βγάλουμε την ψυχή μας από το "μπαούλο". Μόνο έτσι θα μπει φρένο στο τρεχαλητό του μυαλού μας. Το μυαλό είναι ένα σκυλί που αν δεν το δέσεις από την ψυχή ικανοποιεί τις επιθυμίες του όπως τα ζώα. Αρα οδηγεί τον άνθρωπο με ιλιγγιώδη ταχύτητα στον θαυμαστό κόσμο των ζώων. Με ρωτήσατε αν υπάρχει ελπίδα… Ναι, υπάρχει ελπίδα, αρκεί να πονέσουμε ξανά»!

Δ. Λιαντίνης: Γιατί υπάρχει ο έρωτας στη φύση και στη ζωή μας;

"Ο έρωτας και ο θάνατος είναι δύο στιγμές απόλυτα μοναδικές για τον καθένα μας. Ποτέ δε γίνεται να ζήσουν δύο άνθρωποι την ερωτική τους βίωση με όμοιο τρόπο. Αλλά με όμοιο τρόπο ποτέ δε γίνεται να ζήσουν και τη βίωση θανάτου."
 
"Γιατί υπάρχει ο έρωτας στη φύση και στη ζωή μας;

Ο έρωτας υπάρχει, για να διαιωνίζεται η συνέχεια των ειδών. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο η φύση έχτισε ετούτη τη συναρπαστική λειτουργία.

Τη φύση ποσώς την ενδιαφέρει, αν υπάρχουμε εμείς σα μονάδες, σαν ατομικότητες. Αν υπάρχεις εσύ κι εγώ, και περπατάς και χαίρεσαι- αν υπάρχει μια λεμονιά στον κάμπο και στα όρη λειώνει το χιόνι για να ποτίζουνται οι τρυφεροί της κλώνοι- αν υπάρχει απάνω στο δέντρο το μήλο και το ρόδι, η φύση αδιαφορεί ολοτελώς. Δε φροντίζει για σένα, τίμιε αναγνώστη, η φύση περισσότερο, απ' όσο φροντίζει για σένα μια πέτρα που την πατάς μπροστά σου, ή τη βλέπεις χτισμένη στον τοίχο.

Τη φύση ένα την ενδιαφέρει, η διαιώνιση των ειδών. Να ζήσει το κάθε είδος όσο γίνεται πιο πολύ χρόνο. Δύο, πέντε, δέκα εκατομμύρια χρόνια. Κι όταν θα εξαφανισθεί το κάθε είδος, αφού συντελεσθεί ο χρόνος που του ορίστηκε να ζήσει, η φύση θα το ταφιάσει και θα το κλάψει χωρίς δάκρυα και, γόους. Και ταυτόχρονα θα μεριμνήσει να το αντικαταστήσει με το καινούριο είδος.

Θα γνωρίζεις βέβαια πως από τότε που εμφανίσθηκε η ζωή στην επιφάνεια του πλανήτη, πριν εξακόσια εκατομμύρια χρόνια, το 99% των έμβιων όντων που έζησαν και άκμασαν, σήμερα έχουν εξαφανισθεί. Τα αντικατάστησαν άλλα, και αυτά με τη σειρά τους θα παραχωρήσουν τη θέση τους σε άλλα.

Στη φύση ανώλεθρο και αχάλαστο δε μένει τίποτα, παρά μονάχα ένα: η βούληση της φύσης να οικονομεί και να φροντίζει την αλυσίδα των ειδών. Όπως φροντίζει και την αλυσίδα της ανόργανης ύλης. Την αλυσίδα των αστέρων, για παράδειγμα. (Αστέρες πρώτης γενεάς, δεύτερης γενεάς κ.λ.π.).

Πώς πετυχαίνει η φύση τη διαιώνιση των ειδών; Με το πιο απλό, το πιο πανούργο, αλλά και το πιο ελκυστικό δέλεαρ. Με τη γενετήσια ηδονή. Με τον ίμερον των ελλήνων, τη voluptas και τη libido των λατίνων.

Επομένως η ηδονή που τρυγούν και καρπώνουνται δύο δυνατοί και τρυφεροί εραστές, όταν αγκαλιάζουνται μέλος με μέλος, σφιχτά και βαθιά, και γίνουνται τα δύο ένα, δεν είναι ο αυτοσκοπός της γενετήσιας πράξης.

Δεν αγκαλιαζόμαστε, για να ζήσουμε εκείνο το σύντονο αλλά και ωκεάνειο αίσθημα του ίλιγγου και του αποκεφαλισμού που το λέμε ηδονή. Όχι.

Αγκαλιαζόμαστε, για να γεννήσουμε την καινούργια ζωή, το παιδί μας, που θα προωθήσει την υπόθεση του είδους μας. Του είδους άνθρωπος στο προκείμενο.

Σύμφωνα μ' αυτή την αυτονόητη και κατάδηλη θεώρηση της φυσιολογίας, οι άνθρωποι έπρεπε να ζευγαρώνουμε τόσες φορές, όσες είναι για να γεννήσουμε τη νέα ζωή.

Αυτό είναι το άγιο θέλημα της φύσης. Και αυτό γίνεται με τα ζώα που ζουν φυσικά.

Οι κατσίκες, λένε οι χωρικοί μας, «ζητούν» το Σεπτέμβριο. Οι γάτες «ζητούν» το Γενάρη. Όλοι έχουμε ακούσει πόσο εύμουσα και καλεστικά νιαουρίζουν στα κεραμίδια το καταχείμωνο. Ούτε ο βιολιστής στη στέγη έτσι. Αυτό συνέβαινε και με τον άνθρωπο. Αλλά με τον άνθρωπο εσυνέβηκε και κάτι άλλο. Ήρθε μια στιγμή μέσα στην εξελικτική του διαδρομή, που κατανόησε ότι είναι ωραίο πράμα να αγκαλιάζεται. Είδε ότι καλόν το ίόείν και κατανοήσαι, και άψασθαι, και δοκιμάσαι το σώμα του έρωτα.

Από την άλλη όμως είδε ότι είναι κακό και ψυχρό και ανάποδο το προϊόν που έδινε αυτή η τερπνή ώρα, από έναν αριθμό προϊόντων και ύστερα. Είδε ότι η κύηση, ο τοκετός, το παιδί που θα 'ρχότανε είναι μπελάς και μπαλαούρα, είναι σκοτούρα και έγνοια, και κίνδυνος κάποτε μεγάλος.

Οι μισές γυναίκες παλαιά πεθαίνανε στη γέννα. Ετότες λοιπόν ήταν που ο άνθρωπος έκαμε τη μοιραία επιλογή. Εψήφισε φιλί και ηδονή, και καταψήφισε τοκετό και κύηση. Έτσι εδιάσπασε την ενότητα της πανίερης πράξης, και την εδιαχώρισε στα δύο μισά της. Επροσκύνησε το ένα, εβλαστήμησε το άλλο.

Είπε ναι στο πήδημα, είπε όχι στο γκάστρωμα.

Ευρήκε, λοιπόν, τη λύση ο πανούργος. Αυτό το «δεινόν» τέρας, όπως λέει ο Σοφοκλής. Ο τετραπέρατος, ο μπαγαμπόντης, ο πάντα καταφερτζής. Αυτός ο καιροσκόπος και υστερόβουλος, ο πολυπράγμονος και πονηρός. Αλλά μαζί ο μωρός και ο μύωπας. Ο κωμικός και ο ασήμαντος, ο ανεύθυνος, ο άτσαλος και ο υβριστής ανθρωπάκος.

Γιατί αποφάσισε να εκτρέψει τη γενετήσια ορμή του από το φυσικό της ρείθρο. Και ελογάριασε ανόητα πως η νέα κατάσταση που θα δημιουργήσει θα είναι εξίσου έγκριτη και νόμιμη με την παλαιά. Ότι ημπορεί ο ίδιος ο άνθρωπος να δημιουργήσει φύση!

Εδώ ο άνθρωπος δεν εσκέφθηκε ότι όσο μηχανικός και ευρεσιτέχνης και νά 'ναι, δεν ημπορεί να υψωθεί στην περιωπή της δύναμης και της τελειότητας που έχει η φύση. Το λάθος του ήταν που πίστεψε πως θά 'φτανε να εξισώσει τη δύναμη του με τη δύναμη της φύσης. Αλλά αυτό είναι Ύβρις με την έννοια της αττικής τραγωδίας. Είναι η μεγαλύτερη Ύβρις που διέπραξε ο άνθρωπος σε όλη την εξέλιξη της ιστορίας του. Μαζί με την άλλη, την Ύβρι του θανάτου, που θα ειπούμε.

Δε γνωρίζουμε πότε συνέβηκε αυτή η τομή. Σε ποια στιγμή της ιστορικής πορείας του ανθρώπου.

Όπως δε γνωρίζουμε την ακριβή στιγμή, που ο εγκέφαλος του ζώου έγινε νους στον άνθρωπο. Τη στιγμή, δηλαδή, που ξεφεύγοντας από τη σφαίρα του ζώου ο άνθρωπος διατύπωσε την πρώτη ερώτηση.

Το πρώτο τι; ή γιατί; που ο Καντ το λέει: «Η στιγμή του όφι των πρωτοπλάστων».

Είναι η στιγμή του Αυνάν.
Ο συγγραφέας της Γένεσης στο τριάντα οχτώ κεφάλαιο διηγείται μυθικά το κοσμοϊστορικό γεγονός.
Ένας γιος του Ιούδα έλαβε γυναίκα μία νέα και τρυφερή κόρη, τη Θάμαρ. Ο άντρας νιόπαντρος ακόμη πέθανε. Σύμφωνα με το νόμο τη χήρα έπρεπε να τη νυμφευθεί ο δευτερότοκος αδερφός του νεκρού. Αυτός ήταν ο Αυνάν.

Τον εφώναξε λοιπόν ο πατέρας του και του είπε.
- Αυνάν, ο νόμος ορίζει να πάρεις γυναίκα τη χήρα του αδερφού σου. Να συνομιλείς μαζί της, και να γεννήσεις παιδιά, που θα λάβουν το όνομα του νεκρού. Να αναστήσεις το σπέρμα του.
Έτσι και έγινε. Ο Αυνάν νυμφεύθηκε τη Θάμαρ, και ζούσε μεγάλες περιπέτειες μέσα στους ηδονικούς της κόλπους.

Σε μια στιγμή όμως σήκωσε το κεφάλι της η φαρμακερή οχιά του εγωισμού, και τού 'δωκε συμβουλή κακή.
-Είσαι λοιπόν τόσο ανυπόστατος, ώστε θα γίνεις το εργαλείο που θα γεννήσει κόρες και γιους σ' έναν ξένο; Έστω κι αν είναι ο αδερφός σου αυτός; Όχι βέβαια.
-Μα με μαγεύει της ψυχής και του κορμιού της ο τρόπος, παρατήρησε έντρομος στον εαυτό του. Έχει ένα λαιμό σαν το απάλαφρο σείσμα του κύκνου. Και οι μηροί της είναι τορνευτό δαχτυλίδι μεγάλου τεχνίτη.
-Μην είσαι λιπόψυχος και προπέτης, τον αντίσκοψε η οχιά. Όλα ετούτα ημπορείς να τα χαίρεσαι και να τα τρυγάς.
-Μα πώς; απόρησε ο Αυνάν. Και το σπέρμα που θα αναστήσω στον αδερφό μου;
-Είσαι και βλακόμετρο, τον εσάρκασε η οχιά. Ησύχασε, και δε θα αναστήσεις κανένα σπέρμα στον αδερφό σου.
- Πώς;
- Να πώς: Κάθε φορά που η γιορτή σου θα γίνεται όργιο, να φροντίζεις να μη δροσίζει το σπέρμα σου τον κόλπο της. Λίγη προσοχή χρειάζεται, τετράποδο. Λίγη τέχνη, και λίγη προπόνηση. Άειντε και με σκότισες! απόσωσε η οχιά.
Και ο συγγραφέας της Γένεσης κλείνει την ιστορία: «Αυνάν όέ δταν είσήρχετο προς την γυναίκα τοϋ άδελφοϋ αύτοϋ, έξέχεεν έπι την γήν τοϋ μη δοϋναι σπέρμα».


Ιδού γιατί, τίμιε αναγνώστη, όλοι οι άντρες ήμαστε αυνάνες. Και στο έγκλημα έχουμε συνεργούς όλες τις γυναίκες.
Κυριολεκτώ."
 
Δημήτρης Λιαντίνης - Γκέμμα

Tο Εγώ στις ερωτικές σχέσεις

Ένα από τα κύρια χαρακτηριστικά του Εγώ είναι η αίσθηση της ανεπάρκειας και του ανολοκλήρωτου. Για να αντισταθμίσει αυτή την αίσθηση το Εγώ αναπτύσσει διάφορες στρατηγικές και ψάχνει για ευκαιρίες που θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει. Κάθε φορά που "γεμίζει το κενό" αισθάνεται μια παροδική πληρότητα, η οποία όμως λήγει πολύ σύντομα, και έτσι η προσπάθειά του να το ξαναγεμίσει συνεχίζεται.

Αυτή η αίσθηση της ανεπάρκειας εκφράζεται με λόγια όπως "δεν είμαι ο εαυτός μου", "δεν είμαι ολοκληρωμένος όπως είμαι", "δεν αισθάνομαι σαν στο σπίτι μου" ή "δεν έχω φτάσει ακόμα εκεί που θέλω".

Μεταξύ άλλων λοιπόν, ένας τομέας που χρησιμοποιεί πολύ συχνά το Εγώ για να αντισταθμίσει την αίσθηση της ανεπάρκειάς του είναι οι ερωτικές σχέσεις.

Μόλις το Εγώ βρει ένα άτομο που κρίνει ότι θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει για να γεμίσει το κενό του, εστιάζει όλη την προσοχή του πάνω του και ασυνείδητα το εξιδανικεύει.

Πιστεύει πλέον ότι βρήκε το άτομο που θα του γεμίσει αυτό το κενό και θα το ολοκληρώσει.

Εξού και η έκφραση "αυτός (ή αυτή) είναι ο ένας και μοναδικός (ή η μία και μοναδική)".

Δημιουργείται μια εμμονή με την εικόνα του άλλου ατόμου.

Και τότε λέει κανείς ότι είναι ερωτευμένος.

Και μερικές φορές, αν είσαι τυχερός, θα βρεις έναν άνθρωπο που θα νιώθει το ίδιο για σένα: δηλαδή εσύ θα είσαι εκείνος που θα τον ολοκληρώνει.

Και θα αισθάνεσαι τέλεια.

Μπορεί να τον παντρευτείς κιόλας, αφού πρώτα βέβαια τον βάλεις να υπογράψει ένα συμβόλαιο που θα λέει ότι για την υπόλοιπη ζωή του θα ολοκληρώνει και εκείνος εσένα και δεν θα σε εγκαταλείψει.

Και σ' αυτό το σημείο τελειώνει συνήθως η ρομαντική ταινία. Εδώ είναι που ο σκηνοθέτης λέει "cut".

Αλλά η πραγματική ζωή συνεχίζεται.

Και αφού παντρευτείτε, ή ακόμα και κατά τη διάρκεια του γαμήλιου ταξιδιού, εμφανίζονται οι πρώτες αμφιβολίες για το αν ο άλλος θα μπορέσει να ικανοποιήσει αυτή την τεράστια απαίτηση να σε ολοκληρώσει.

Σιγά-σιγά επιστρέφεις στην καθημερινότητά σου, στη δουλειά σου ή στην οικογένειά σου, και βλέπεις ότι η αίσθηση της ανεπάρκειας είναι ακόμα εκεί.

Σταδιακά αντιλαμβάνεσαι ότι ο άλλος δεν συμπεριφέρεται σύμφωνα με τις προσδοκίες σου για να σε κάνει ευτυχισμένο.

Την προσδοκία αυτή τη βλέπεις γραμμένη ακόμα και σε αγγελίες: π.χ. "άντρας μόνος ψάχνει γυναίκα που θα τον κάνει ευτυχισμένο".

Με τον καιρό λοιπόν, η ίδια αίσθηση της ανεπάρκειας και του φόβου επιστρέφει, ενώ η αυταπάτη της εξιδανίκευσης του άλλου σβήνει.

Με τον νου σου όμως, αρχίζεις να κατηγορείς τον άλλον για τη δυστυχία σου και λες "αυτός φταίει που εγώ είμαι δυστυχισμένος".

Αναβιώνεις και ξαναβιώνεις την ίδια κατάσταση του Εγώ, αυτή τη φορά όμως σε πιο έντονο βαθμό, γιατί για αρκετό καιρό την είχες καταπιέσει.

Κάθε φορά που ο άλλος δεν ικανοποιεί την ανάγκη σου να νιώσεις ολοκληρωμένος, η υποτιθέμενη αγάπη μετατρέπεται σε μίσος ή επιθετικότητα.

Μπορεί να κλείνεσαι στον εαυτό σου και να σε ρωτάει ο άλλος "τι έχεις;" και εσύ να μη μιλάς, ή μπορεί ακόμα και να του πετάς αντικείμενα για να τον εκδικηθείς.

Και έτσι η σχέση μπορεί να λειτουργεί καλά για ένα διάστημα και μετά να περνάει μια κρίση, μετά να ξαναλειτουργεί για λίγο και μετά να ξαναπερνάει μια κρίση, κ.ο.κ. Και όσο περνάει ο καιρός οι περίοδοι που δεν λειτουργεί η σχέση μεγαλώνουν και διαρκούν περισσότερο.

Η ευτυχία του γάμου μετατρέπεται σε δυστυχία μέσα στη σχέση και πολλές φορές ακολουθεί και το διαζύγιο.

Όλα αυτά είναι οι διάφορες μορφές που πηγάζουν από την ίδια αιτία: την προσπάθειά σου να ολοκληρωθείς μέσα από έναν άλλον άνθρωπο, μια άλλη μορφή.

Και ο πόνος που αναδύεται είναι ο πόνος του Εγώ.

Στις περιπτώσεις όπου το ενδιαφέρον και ο έρωτας δεν βρίσκουν αντίκρυσμα στον άλλον, ο νους δημιουργεί διάφορες φαντασιώσεις και ιστορίες, όπου ο εαυτός και το Εγώ νιώθουν πολύ άσχημα και μειονεκτικά.

Γι' αυτό είναι πολύ πιθανό μετά τον μονόδρομο έρωτα να ακολουθήσει το μίσος και η αντιπάθεια για το άλλο πρόσωπο.

Και εκεί φαίνεται ξεκάθαρα ότι ποτέ δεν υπήρχε αγάπη, αλλά ήταν απλά μια βαθιά ανάγκη του Εγώ που ήθελε να ικανοποιηθεί.

Αν πιστεύεις πως αν θα κάνεις τα πάντα για τους άλλους εκείνοι θα αλλάξουν, σημαίνει πως δεν εκτιμάς αρκετά τον εαυτό σου

Αν πιστεύεις πως, αν θα τα κάνεις τα πάντα για τους άλλους, εκείνοι θα αλλάξουν, σημαίνει πως δεν εκτιμάς αρκετά τον εαυτό σου ώστε να σκεφτείς τις δικές σου ανάγκες, τις επιθυμίες σου, τα συναισθήματά σου.

Έχεις μάθει να δίνεις προτεραιότητα στους άλλους, πιστεύοντας πως δεν αξίζεις ώστε να ασχοληθεί κάποιος μαζί σου και νομίζεις πως μόνο αν κάνεις τα πάντα για εκείνους, θα σε προσέξουν.

Οι ανάγκες σου παραμελήθηκαν και αυτό που χρειάζεσαι είναι να ασχοληθείς εσύ μαζί τους, να φροντίσεις αυτό το μικρό παιδί μέσα σου, αντί για αυτό όμως νομίζεις πως μπορείς να μεταμορφώσεις τους άλλους αν εσύ μεταμορφωθείς σε αυτό που θέλουν εκείνοι.

Ζεις σε μια φαντασίωση ότι οι άλλοι μπορούν να πλαστούν, να πάρουν τη μορφή που θέλεις, δεν κοιτάς όμως σε εκείνους που έχουν αυτή τη δυνατότητα.

Σου είναι πιο εύκολο να αλλάξεις τους άλλους, ίσως γιατί δεν έχεις μάθει να σκέφτεσαι για σένα.

Κάθε φορά που ασχολείσαι μαζί σου, με τις ανάγκες, τις επιθυμίες και τα συναισθήματά σου, νιώθεις πως πρέπει να λογοδοτήσεις. Σαν να μην σου επιτρέπεται να το κάνεις.

Δεν εκτιμάς αρκετά την αξία σου, για αυτό και επιλέγεις ανθρώπους που δεν εκτιμούν αυτό που είσαι, ανθρώπους που δεν ταιριάζετε για να αντιληφθούν αυτό που είσαι.

Κάθε φορά που υποστηρίζεις το δίκιο σου, αμφιβάλλεις.

Κάθε φορά που εκφράζεις μια αντίθετη θέση, νιώθεις ένοχος.

Κάθε φορά που αισθάνεσαι πως δεν σε εκτιμούν, δεν σε σέβονται, αναρωτιέσαι μήπως δεν έκανες αρκετά και σκέφτεσαι πως μπορείς να διορθώσεις τους άλλους ώστε τελικά να σε σεβαστούν και να σε εκτιμήσουν.

Όταν σε προσέχουν, όταν κάποιος ενδιαφέρεται για σένα, νιώθεις άβολα, αισθάνεσαι πως δεν είδε κάτι καθαρά και όταν το δει θα φύγει. Γεμίζεις αμφιβολίες, ψάχνεις για ελαττώματα, φοβάσαι πως αυτό θα κρατήσει για λίγο και στη συνέχεια θα συμβεί αυτό που φοβάσαι.

Αν πιστεύεις πως αν θα κάνεις τα πάντα για τους άλλους, εκείνοι θα αλλάξουν, ξοδεύεις την ενέργεια σου και δεν την διοχετεύεις σε σένα, στους ανθρώπους που αλλάζουν μαζί με σένα.

Εκείνο που χρειάζεται να κάνεις είναι να εκτιμήσεις τον εαυτό σου κι όταν το κάνεις δεν θα αναζητάς ανθρώπους να σε εκτιμήσουν αλλά θα αφήνεσαι σε συναισθήματα που ενισχύουν την αξία σου. Θα παρατηρείς τις ομοιότητες, θα εκτιμάς τις αλλαγές που κάνουν οι άνθρωποι για να σε συναντήσουν.

Το «να κάνεις» για να σε προσέξουν έχει γίνει ένας καταναγκασμός που δεν σε αφήνει να εμπιστευτείς τα συναισθήματά σου. Όσο αφήνεσαι σε αυτά, μαθαίνεις να τα ακούς, να τα εκτιμάς, να τα σέβεσαι.

Μη φοβηθείς τη θλίψη που θα κάνει την εμφάνισή της, όσο έρχεσαι σε επαφή με τα συναισθήματά σου. Είχε μείνει απωθημένη χρόνια τώρα και έχει ανάγκη να εκφραστεί και εκείνη ώστε να την ακούσεις.

Αν δεν φοβηθείς τα συναισθήματά σου, δεν θα παραμείνουν καταπιεσμένα να καταπιέζουν κι εσένα. Θα μπορείς πιο εύκολα να αφεθείς στους ανθρώπους που νιώθουν για σένα, που νιώθουν μαζί με σένα.

Δεν θα αναρωτιέσαι πια «μα γιατί δεν αλλάζουν οι άνθρωποι όσες προσπάθειες κι αν κάνω», αλλά θα εκτιμάς εκείνους που σε προσεγγίζουν επειδή θέλουν να σε γνωρίσουν, εκείνους που ανοίγουν την καρδιά τους για να σε δεχτούν, που κάνουν υπερβάσεις γιατί ενδιαφέρονται αληθινά για σένα.

Θα τους αναγνωρίσεις όμως μόνο αν έρθεις σε επαφή με τα συναισθήματά σου. Μόνο αν τα αγκαλιάσεις χωρίς να απορρίψεις εκείνα που δεν σου αρέσουν.

Αν δεν τα αποδεχτείς, θα απορρίψεις τους ανθρώπους που σε εκτιμούν γιατί η ενασχόλησή μαζί τους θα σε φέρουν σε επαφή με τον πόνο που έχεις μέσα σου.

Το ενδιαφέρον τους, η αγάπη τους θα σε φέρει σε επαφή με συναισθήματα που έχουν μείνει απωθημένα και προκειμένου να προφυλάξεις τον εαυτό σου από αυτά θα απορρίψεις εκείνους.

Θα τους υποτιμήσεις με τα λόγια σου, με τον τρόπο ζωής σου, με την αδυναμία σου να αναλάβεις την ευθύνη των συναισθημάτων σου.

Αν τολμήσεις να δεις αυτό που είσαι, αν ακούσεις την αλήθειά σου και τη δεχτείς, θα παρατηρήσεις τις αλλαγές που γίνονται σε σένα όταν συναντιέσαι με ανθρώπους οι οποίοι βλέπουν σε σένα αυτό που είσαι, που εκτιμούν αυτό που είσαι και μοιράζεσαι μαζί τους.

Ακόμα κι αν αρχικά δεν θα σου αρέσει αυτή η αλήθεια γιατί θα δεις έναν εαυτό παραμελημένο από άλλους, όπως και από σένα, αν την αντέξεις, θα έρθεις σε επαφή με κάθε γεμάτο συναίσθημα που νιώθεις όταν συναντιέσαι με ανθρώπους που το ενδιαφέρον τους σε περιβάλλει, που σου δίνουν σημαντική θέση στη ζωή τους.

Αν επιτρέψεις στην ανθρώπινη αδυναμία να υπάρχει μέσα σου και δεν σε επικρίνεις για τους δρόμους που ακολούθησες από άγνοια, δεν θα σταθείς στις αδυναμίες των άλλων αλλά μόνο σε αυτό που νιώθεις μαζί τους.

Αν πιστεύεις πως αν θα κάνεις τα πάντα για τους άλλους εκείνοι θα αλλάξουν, αναρωτήσου ειλικρινά μήπως προσφέροντας, αναζητάς από τους άλλους εκείνα που σου έλειψαν.

Μήπως γυρεύεις στην ένταση τη λησμονιά του πόνου σου, στην προσφορά χωρίς ανταπόκριση ένα άλλοθι ώστε να καταφεύγεις στη φαντασίωση νομίζοντας πως έτσι θα διαγραφεί το κενό μέσα σου από όσα δεν έλαβες.

Αν έζησες σε συναισθηματική στέρηση είτε ως παιδί είτε σε κάποια μακροχρόνια σχέση, δεν σου είναι εύκολο να υποστηρίζεις τις ανάγκες σου, να εκφράζεις τα συναισθήματά σου, να τα σέβεσαι στις αποφάσεις σου. Αυτή η συμπεριφορά έχει γίνει στερεότυπο που υπαγορεύει τις κινήσεις σου.

Αλλάζεις όταν πειστείς ότι το να κοιτάς τις ανάγκες σου και να ασχολείσαι με αυτές, είναι δικαίωμά σου.

Αλλάζεις όταν συνειδητοποιήσεις ότι οι άνθρωποι που σε εκτιμούν αληθινά αλλάζουν για να σε συναντήσουν.

Αλλάζεις όταν δεν αναρωτιέσαι μήπως φταις εσύ που οι άλλοι δεν αλλάζουν και απευθύνεσαι σε ανθρώπους που αλλάζουν, που κάνουν υπερβάσεις γιατί σε επιθυμούν αληθινά.

Επικουρισμός και Πλάτων

Ως ‘επικουρισμός’ εννοείται γενικά το συνεπές σύστημα φιλοσοφικών θέσεων στους τομείς της φυσικής/μεταφυσικής, γνωσιοθεωρίας και ηθικής που παρήγαγε πρωτίστως ο φιλόσοφος της ελληνιστικής εποχής Επίκουρος (341-270 π.Χ.). Ο επικουρισμός πέτυχε σημαντική διάδοση κατά την ελληνιστική περίοδο, η δε επιρροή του ανιχνεύεται μέχρι και τους χρόνους της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας. Αν και υπάρχουν βάσιμοι λόγοι να θεωρούμε ότι ο Επίκουρος αφιέρωσε το μεγαλύτερο μέρος της πνευματικής του ενέργειας σε θέματα φυσικής/μεταφυσικής και γνωσιοθεωρίας, ο ‘επικουρισμός’ συναρτάται σήμερα κυρίως με τις απόψεις του Επίκουρου στον χώρο της ηθικής.

Επίκουρος: η χαρά αποτελεί το ανώτατο αγαθό μιας ευτυχισμένης ζωής

Εκ πρώτης όψεως οι φιλοσοφικές θέσεις του Πλάτωνα δεν φαίνεται πιθανό να επηρέασαν τη σκέψη του Επίκουρου. Στα περισσότερα, αν όχι όλα, τα θέματα οι δύο στοχαστές έχουν διαμετρικά αντίθετες απόψεις.
 
Όπως θα περίμενε κανείς, οι απόψεις του Πλάτωνα στον χώρο της ηθικής απέχουν πολύ από τις αντίστοιχες του Επίκουρου, αν και είναι σαφές, χωρίς να έχει επαρκώς τονιστεί, ότι η ηθική αποτελεί τον τομέα εκείνο στον οποίο ο Επίκουρος έχει τις περισσότερες οφειλές στην πλατωνική σκέψη. Οι κύριες έννοιες εδώ είναι: η ευχαρίστηση/χαρά/ηδονή (ἡδονή), η λύπη/οδύνη/στενοχώρια (λύπη) και ο ηδονισμός.
 
Οι αρχαιοελληνικές ηθικές θεωρίες ήταν “ευδαιμονιστικές”.
Όλοι οι ηθικοί φιλόσοφοι της αρχαιότητας συμφωνούν ότι η εὐδαιμονία, την οποία μπορούμε να μεταφράσουμε με ασφάλεια ως γενική ευτυχία και ευδοκίμηση, αποτελεί τον δικαιολογημένο έσχατο στόχο κάθε ανθρώπινου όντος.
 
Βασική μέριμνα κάθε ηθικού στοχαστή ήταν να καταλήξει σε μια συνεπή θέση σχετικά με το τι στην πραγματικότητα περιλαμβάνει η ανθρώπινη ευτυχία και πώς μπορεί αυτή να επιτευχθεί. Η χαρά, η οποία κατανοείται τόσο από τον Πλάτωνα όσο και από τους επικούρειους ως μια συνειδητή κατάσταση στον νου ενός ανθρώπου την οποία ο εν λόγω άνθρωπος αντιλαμβάνεται ως ευχάριστη, καθίσταται, σε αυτά τα συμφραζόμενα, ζήτημα σημαντικό.
 
Μια ευτυχισμένη ζωή πρέπει, μεταξύ άλλων, να είναι ευχάριστη για το άτομο που την ζει, και η χαρά είναι προφανώς ευχάριστη για όποιον την έχει. Σύμφωνα με τη μαρτυρία του Αριστοτέλη(Ηθικά Νικομάχεια 1101b27-31, 1172b9-15), ο Εύδοξος ο Κνίδιος , ένας μαθητής του Πλάτωνα, ήταν μάλλον ο πρώτος που υποστήριξε μια ηθική θεωρία κατά βάση ηδονιστική.
 
Ο ηδονισμός υποστηρίζει ότι η χαρά είναι το μόνο καθαυτό αγαθό (δηλ. αγαθό από μόνο του γι᾽αυτό που είναι και όχι για κάποιον άλλο λόγο) και η λύπη το μόνο καθαυτό κακό (δηλ. κακό από μόνο του και όχι για κάποιον άλλο λόγο). Όλα τα άλλα πράγματα είναι αγαθά ή κακά με παράγωγο τρόπο στον βαθμό που βοηθούν το άτομο να αποκτήσει τη χαρά και να αποφύγει τη λύπη.
 
Ο ηδονισμός ως φιλοσοφική θέση ενισχύεται αποφασιστικά από τη φυσική τάση των ανθρώπων, που αποτελεί μέρος της ψυχολογικής σύστασής τους, να επιδιώκουν τη χαρά και να αποφεύγουν τη λύπη. Ωστόσο, η ύπαρξη μιας τάσης για κάτι δεν εξασφαλίζει από μόνη της την αγαθότητα του πράγματος προς το οποίο η τάση ρέπει.
 
Το τυπικό αντεπιχείρημα των ηθικών ηδονιστών προς αυτή την αντίρρηση, επιχείρημα που χρησιμοποιήθηκε, σύμφωνα με τον Αριστοτέλη, πρώτη φορά από τον Εύδοξο και τελειοποιήθηκε κατόπιν από τους επικούρειους, λέει ότι αφού αποτελεί αναντίρρητο δεδομένο της ανθρώπινης φύσης ότι επιδιώκουμε τη χαρά και αποφεύγουμε την οδύνη, είναι επίσης καλό να φερόμαστε με τον τρόπο αυτό – γιατί είναι καλό να ακολουθούμε τη φύση μας.
 
Ο Πλάτων δεν είναι ηδονιστής αλλά πραγματεύεται το ζήτημα του ηδονισμού και της ευχαρίστησης σε σημαντικούς διαλόγους όπως ο Πρωταγόρας , ο Γοργίας , το ένατο βιβλίο της Πολιτείας και ο Φίληβος , για τον απλούστατο λόγο ότι ο ηδονισμός φαίνεται εκ πρώτης όψεως να είναι μια ελκυστική θεωρία.
 
Ο Πλάτων αντιτείνει στον ηδονιστή τη θέση ότι το να επικεντρώνει κανείς την προσοχή του αποκλειστικά στην ευχαρίστηση είναι αποδεδειγμένα κάτι κακό γι’ αυτόν που το κάνει. Ταυτόχρονα ο Πλάτων αναγνωρίζει τη σημασία της ευχαρίστησης ως κινήτρου και δέχεται ότι η χαρά είναι αγαθό και η λύπη κακό, αν και αρνείται ότι η χαρά είναι το μοναδικό καθαυτό αγαθό και η λύπη το μοναδικό καθαυτό κακό.
 
Υποστηρίζει, μάλλον σωστά, ότι οι περισσότεροι άνθρωποι δέχονται την ύπαρξη αγαθών και κακών ηδονών – άποψη που δύσκολο μπορεί να εναρμονιστεί με τη θέση του ηδονιστή που θεωρεί ότι μόνον η ευχαρίστηση είναι αγαθό και μόνον η οδύνη κακό.
 
Υπέρτατος στόχος του ηθικού στοχαστή, κατά τον Πλάτωνα, είναι η κατασκευή μιας συνολικής θεωρίας περί ηθικής αξίας η οποία να παρέχει, εκτός των άλλων, κριτήρια ανεξάρτητα από τη χαρά και τη λύπη με βάση τα οποία ο άνθρωπος να μπορεί να επιλέγει τις αγαθές ηδονές και να αποφεύγει τις κακές, κάνοντας το αντίστοιχο και με τις οδύνες.
 
Ο Επίκουρος αποδέχτηκε την πλατωνική άποψη που έλεγε ότι η απομάκρυνση από τη φυσιολογική κατάσταση ισορροπίας βιώνεται ως οδυνηρή και η αποκατάστασή της ως ευχάριστη. Ωστόσο, αυτή η χαρά, η οποία συχνά αποκαλείται στις σχετικές συζητήσεις ‘κινητική’ για να φανεί η προέλευσή της από κινήσεις φυσιολογίας, αποτελεί το ένα από τα δύο είδη χαράς που αναγνώριζε ο Επίκουρος.
 
Συμπέρασμα
Η επιρροή του Πλάτωνα στον επικουρισμό περιορίστηκε βασικά στον χώρο της ηθικής. Ο Επίκουρος και οι οπαδοί του υιοθέτησαν επιχειρήματα από τον Φίληβο , αλλά τα μετασχημάτισαν (ή τα μεθερμήνευσαν) έτσι ώστε η στόχευσή τους να είναι τελικά, εν όλω ή εν μέρει, αντιπλατωνική. Με αυτόν τον τρόπο κατόρθωσαν να χρησιμοποιήσουν τα κεντρικά στοιχεία μιας από τις πιο πλήρεις και αποτελεσματικές κριτικές του ηδονισμού στην ιστορία της φιλοσοφίας για να υποστηρίξουν την ηδονιστική θέση ότι η χαρά αποτελεί το ανώτατο αγαθό μιας ευτυχισμένης ζωής.

Η φιλοσοφία ως τρόπος ζωής

Η φιλοσοφική πράξη του Σωκράτη έδινε προτεραιότητα στην αληθινή γνώση. Όμως, δεν την κατανοούσε ως μια αφηρημένη θεωρία γνώσης, αλλά ως συγκεκριμένη γνώση του καλού, η οποία ενδιάθετα συνδέεται με τη λογική εξήγηση των πραγμάτων και υπαγορεύει ανάλογο τρόπο ζωής.
 
Γι’ αυτό, τη θεωρούσε αναγκαία συνθήκη για το ηθικό πράττειν των ανθρώπων. Έτσι, η αρετή είναι γνώση και υπερέχει των άλλων επιμέρους μορφών γνώσης, διότι είναι γνώση του αγαθού, προς το οποίο πρέπει να αποβλέπει κάθε άλλη γνώση.
 
Το αγαθό όμως εγκατοικεί κυριολεκτικά στην ψυχή μας και δεν ταυτίζεται με τα υλικά αγαθά. Η πραγμάτωση του αγαθού, λοιπόν, είναι ίδιον του ανθρώπου και η φιλοσοφία έχει αποστολή να μεταδίδει την επιθυμία αυτής της πραγμάτωσης στην ψυχή του και να διαμορφώνει συνειδήσεις που μπορούν να πορεύονται προς αυτό.
 
Η πορεία προς το αγαθό, λέει ο Σωκράτης στον Φίληβο, είναι ο καλύτερος δρόμος στη ζωή,και αυτού του δρόμου ο φιλόσοφος δηλώνει αιώνιος εραστής. Πρόκειται για ένα δρόμο τον οποίο εύκολα υποδεικνύει ο καθένας, αλλά δύσκολα μπορεί να τον ακολουθήσει.
 
Για πρώτη φορά, λοιπόν, η φιλοσοφία ορίζεται από αυτό που δεν κατέχει και δεν γνωρίζει. Αυτό που γνωρίζει ο φιλόσοφος είναι ότι δεν γνωρίζει. Πότε, όμως,γνωρίζει ότι δεν γνωρίζει; Όταν αρχίζει να κινείται προς την ιδέα του αγαθού και του ωραίου, την οποία φέρει δυνάμει μέσα του.
 
Ο φιλόσοφος, σε αυτή την αναλογία, είναι το ον το οποίο έχει επίγνωση ότι δεν κατέχει καμιά σοφία και μπορεί να κάνει μόνο τούτο: να πορευτεί το δρόμο του αγαθού, να μετάσχει στην ιδέα του. Η πορεία αυτή συνιστά στάση ζωής και ακριβώς γι’ αυτό είναι και δεν είναι μοναχική. Είναι μοναχική, επειδή ο πραγματικός φιλόσοφος δεν ανήκει ούτε στον κόσμο της μωρίας, ούτε στον κόσμο της σοφίας, αλλά «βρίσκεται ανάμεσα στη σοφία και τη μωρία».
 
Η αληθινή του παρουσία διαβαθμίζεται εδώ σε σχέση με το δικό του φιλοσοφικό τρόπο ζωής, τον οποίο μόνο αυτός ξέρει και μπορεί να κατακτά. Γι’ αυτό και είναι μοναδικός. Είναι τόσο μοναδικός, ώστε να συγκεντρώνει συχνά την εχθρότητα των πολιτικά ισχυρών. Γι’ αυτό και οι πολλοί δείχνουν απρόθυμοι ή ανίκανοι να τον αποδεχτούν.
 
Για παράδειγμα, γνωρίζουμε πως και οι πιο αφοσιωμένοι σύντροφοι του Σωκράτη δυσκολεύτηκαν ως ένα βαθμό να κατανοήσουν το βάθος του τρόπου ζωής του δασκάλου τους. Λίγο πριν πεθάνει, ο Σωκράτης εμφανίζεται στο διάλογο του Πλάτωνα, Κρίτων, να υπερασπίζεται με τη δύναμη του θεωρητικού λόγου τη φιλοσοφική ζωή που ο ίδιος διάλεξε να ζήσει και για την αληθινότητα της οποίας οι σύντροφοί του έδειχναν να μην είναι απόλυτα πεπεισμένοι.
 
Ταυτόχρονα, όμως, η πορεία προς τη σοφία, προς το αγαθό δεν είναι μοναχική, αλλά διαλογική και παιδευτική. Ο Πλάτων, στο Συμπόσιο, παρουσιάζει το φιλόσοφο να είναι ο γονιμοποιός έρως, που «είναι εύγλωττος στα λόγια για την αρετή και για το πώς πρέπει να είναι ο ανώτερος άνθρωπος και τι πρέπει να τον απασχολεί, και ο οποίος επιχειρεί να τον εκπαιδεύσει».
 
Η φιλοσοφία, έτσι όπως την ορίζει εδώ ο φιλόσοφος, ασκεί τους ανθρώπους σε γνώσεις με γενικό κύρος και σε έννοιες που δίνουν στα εμπειρικά αντικείμενα και στις αισθητηριακές αντιλήψεις την αυθεντική τους ερμηνεία. Παράλληλα, παρέχει τη γνωσιακή δυνατότητα στους μετέχοντες της φιλοσοφικής παιδείας να αυτοεξελίσσονται και μέσω της διαλεκτικής, δηλαδή της πνευματικής άσκησης, να χρησιμοποιούν πρακτικά το φιλοσοφικό λόγο.
 
Το ζητούμενο για τον Πλάτωνα είναι πώς θα μπορεί σε κάθε περίπτωση ο άνθρωπος να διαλέγεται για την ουσία των πραγμάτων και να ατενίζει μέσα από τη λογική εκδίπλωση των συλλογισμών του την αδιάφθορη ιδέα, η οποία είναι η ιδέα του αγαθού.
 
Αυτή η ιδέα δεν είναι μια διάδοχη ιδέα, αλλά το νόημα ή η νοηματική ισχύς του κόσμου των ιδεών, η οποία μας επιτρέπει να μην διασκορπιζόμαστε στο επιμέρους, το μεταβλητό, το εφήμερο, αλλά να σκεφτόμαστε το πιο γενικό, το πιο καθολικό,το πιο αδιάψευστο.
 
Η φιλοσοφία, λοιπόν, αναλαμβάνει το έργο να πραγματοποιεί τον καθολικό λόγο συγκεκριμένα:΄μέσα από την πράξη του διαλόγου, αποκαθιστά ανάμεσα στους συνομιλητές μια πνευματική επικοινωνία, η οποία είναι συνάμα εμβάθυνση στην ανιδιοτέλεια της σκέψης και πρακτικά μεταστρέφει ολόκληρη την ψυχή σε ανώτερες συγκινήσεις και πιο αναλλοίωτες μορφές ζωής.
 
Κατ’ αυτό τον τρόπο, ο Πλάτων διατυπώνει μια νέα αντίληψη για τη ζωή της φιλοσοφίας, η οποία θα επηρεάσει έμμεσα ή άμεσα το σύνολο του ελληνικού στοχασμού. Η ζωή της φιλοσοφίας δεν είναι απλώς μια θεωρητική ενασχόληση με ιδέες και έννοιες, ούτε εξαντλείται σε έναν αυστηρά θεωρητικό λόγο. Έχει πραγματική αξία στο βαθμό που ο θεωρητικός της λόγος συμβάλλει αποφασιστικά στην οργάνωση μιας κατά φρόνηση ζωής.
 
Στο πλαίσιο μιας τέτοιας πνευματικής κοινότητας, ο καθημερινός άνθρωπος έλκεται προς μια πιο ορθολογική πρακτική, η οποία αξιολογείται από την ορθότητα των σκοπών. Η αλήθεια τουκρίνεται από τη σωστή σύλληψη του σκοπού και από τη σωφροσύνη με την οποία επιλέγει τις μεθόδους για την επίτευξη του σκοπού.
 
Στο έργο του Πολιτεία, ο Πλάτων τονίζει την αναγκαιότητα της ενότητας φιλοσοφικού λόγου και φιλοσοφικής ζωής. Η αλήθεια του φιλοσοφικού λόγου έγκειται σε τούτο: κατά πόσο μπορεί να εναρμονιστεί με ένα φιλοσοφικό τρόπο ζωής και να απελευθερώσει τον άνθρωπο από τα δεσμά μιας αλλότριας εξουσίας.
 
Στην περίφημη αλληγορία του σπηλαίου, η κατάσταση του αλυσοδεμένου σκλάβου παριστάνει τον άνθρωπο-σκλάβο μιας κοινωνικής και πολιτικής πραγματικότητας αψευδώς ψευδεπίγραφης. Είναι σκλάβος των ψευδαισθήσεων, των απατηλών αντιλήψεων, των ιδεολογικών δογματισμών και, ακόμα πιο πολύ, είναι σκλάβος γιατί, ως ψευδής συνείδηση, υπερασπίζεται τη σαθρότητα της πολιτικοκοινωνικής εξουσίας ενάντια σε εκείνους ακριβώς που ζητούν να τον ανασύρουν από αυτή τη σαθρότητα.
 
Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η δολοφονία του Σωκράτη από τους πολιτικά κυρίαρχους της Αθήνας. Η απόδραση από το σπήλαιο, δηλαδή η έλξη προς τη φιλοσοφική αλήθεια της ζωής, αντλεί το νόημά της όχι από τον εαυτό της, ήτοι από τη φιλοσοφική ενασχόληση ως αυτοσκοπό, αλλά από την επιστροφή στο σπήλαιο, δηλαδή από την εσωτερική υποχρέωση του φιλοσόφου να οδηγήσει τους αλυσοδεμένους σε έναν άλλον, πιο αληθινό τρόπο ζωής.
 
Σε ολόκληρη την ιστορία της αρχαίας ελληνικής φιλοσοφίας παρατηρείται σύζευξη του φιλοσοφικού λόγου με συγκεκριμένο τρόπο ζωής. Ανεξάρτητα από το περιεχόμενο ή τις κατευθύνσεις της κάθε σχολής, κοινό είναι το στοιχείο της ορθόφρονης πρακτικής που υπαγορεύεικαι συνάμα προϋποθέτει έναν βαθύ, εμπνευσμένο λόγο, ικανό να ερμηνεύει, να παιδαγωγεί και να συμφιλιώνει. Αυτό σημαίνει ότι η συνέχεια και η συνέπεια της σκέψης οφείλει να αποδεικνύεται στην άμεση πράξη της φιλοσοφικής ζωής.
 
Δεν αρκεί να μιλά κανείς περί ενάρετης ζωής, αλλά χρειάζεται και ο ίδιος να ζει ενάρετα. Δεν μπορεί κανείς να διατυπώνει θεωρίες χωρίς να λαμβάνει υπόψη την ενεργό πραγματικότητα του ανθρώπου.
 
Ακόμη και οι πιο αφηρημένες φιλοσοφικές συλλήψεις ξεκινούν από την ανάγκη να ερμηνεύσουν τον κόσμο. Παράλληλα, αυτή η πράξη δεν έχει νόημα εάν δεν λαμβάνει υπόψη το φιλοσοφικό λόγο.

Ανάλογα με τις κοινωνικοπολιτικές συνθήκες της εποχής, αλλά και το επίπεδο του πολιτισμού, η φιλοσοφική ζωή συνδέει την ανάπτυξή της με τις δυνατότητες που της παρέχει ο φιλοσοφικός λόγος να επιλέγει σωστά, να εφαρμόζει τις επιλογές της, να εξηγεί τις συνέπειες αυτής της εφαρμογής, να αναγιγνώσκει τα διακριτά σημεία της καθημερινής επικοινωνίας, να συγκροτεί το γλωσσικό της κώδικα (Είναι, γίγνεσθαι, Ιδέα, νους, ουσία, ηδονή, αταραξία κ.λπ.), να κατανοεί την ενδότερη λογική των γενικών σχέσεων ζωής και κοινωνίας και να αντιμετωπίζει την πραγματικότητα με θεωρητική επάρκεια.

Ό,τι δεν είναι αλήθεια δεν θα επιβιώσει

Σχεδόν τα πάντα σε αυτόν τον κόσμο των ψευδαισθήσεων είναι ένα ψέμα. Γι’ αυτό ζητώ από τους μαθητές μου να ακολουθήσουν τρεις κανόνες θέασης της αλήθειας. Ο πρώτος είναι: Μη με πιστεύετε. Δεν χρειάζεται να με πιστεύετε- απλά σκεφτείτε και κάντε τις επιλογές σας. Πιστέψτε ό,τι θέλετε από αυτά που σας λέω και μόνο αν σας ακούγεται λογικό, αν σας κάνει χαρούμενους. Αν σας οδηγεί στην αφύπνισή σας, τότε επιλέξτε να το πιστέψετε. Είμαι υπεύθυνος για όσα λέω, αλλά όχι για αυτό που καταλαβαίνετε. Ζούμε σε εντελώς διαφορετικό όνειρο. Αυτό που λέω, ακόμη και αν είναι αλήθεια για μένα, δεν είναι απαραίτητα και για σας. Ο πρώτος κανόνας, λοιπόν, είναι εύκολος: Μη με πιστεύετε.

Ο δεύτερος κανόνας είναι πιο δύσκολος: Μην πιστεύετε τον εαυτό σας. Μην πιστεύετε τα ψέματα που λέτε στον εαυτό σας – τα ψέματα που δεν επιλέξατε, αλλά σας προγραμμάτισαν να πιστεύετε. Μην πιστεύετε τον εαυτό σας όταν λέτε ότι δεν είστε αρκετά καλοί, δυνατοί ή ευφυείς. Μην πιστεύετε τα όρια και τους περιορισμούς που βάζετε στον εαυτό σας. Μην πιστεύετε ότι δεν αξίζετε την ευτυχία ή την αγάπη. Μην πιστεύετε ότι δεν είστε όμορφοι. Μην πιστεύετε ό,τι σας κάνει να υποφέρετε. Μην πιστεύετε στο δράμα σας. Μην πιστεύετε τον Κριτή ή το Θύμα που έχετε μέσα σας. Μην πιστεύετε την εσωτερική σας φωνή που σας λέει πόσο ανόητοι είστε, που σας λέει να αυτοκτονήσετε. Μην τα πιστεύετε, γιατί δεν είναι αλήθεια. Ανοίξτε τα αυτιά σας, ανοίξτε την καρδιά σας και ακούστε. Όταν ακούτε την καρδιά σας να σας οδηγεί στην ευτυχία, επιλέξτε να την ακολουθήσετε μέχρι το τέλος. Όμως, μην πιστεύετε τον εαυτό σας μόνο και μόνο επειδή σας λέει κάτι, γιατί πάνω από το 80% όσων πιστεύετε είναι ψέματα – απλά δεν είναι αλήθεια. Ο δεύτερος κανόνας, λοιπόν, είναι δύσκολος: Μην πιστεύετε τον εαυτό σας.

Ο τρίτος κανόνας είναι: Μην πιστεύετε κανέναν άλλο. Μην πιστεύετε τους άλλους, γιατί ούτως ή άλλως λένε συνεχώς ψέματα. Όταν δεν έχετε πια συναισθηματικές πληγές, όταν δεν έχετε την ανάγκη να πιστέψετε τους άλλους για να γίνετε αποδεκτοί, βλέπετε τα πάντα πιο καθαρά. Βλέπετε αν κάτι είναι μαύρο ή άσπρο, αν είναι αλήθεια ή όχι. Κάτι που είναι αλήθεια τώρα, μπορεί σε λίγο να μην είναι, και το αντίστροφο. Όλα αλλάζουν τόσο γρήγορα, αν, όμως, έχετε επίγνωση αντιλαμβάνεστε την αλλαγή. Μην πιστεύετε τους άλλους, γιατί θα χρησιμοποιήσουν την αφέλειά σας για να σας χειραγωγήσουν. Μην πιστεύετε κανέναν που σας λέει ότι ήρθε από τις Πλειάδες και θέλει να σώσει τον κόσμο. Δεν έχουμε ανάγκη από σωτήρες. Ο κόσμος δεν έχει ανάγκη από εξωγήινους που θα έρθουν από κάπου αλλού για να μας σώσουν. Ο κόσμος είναι ζωντανός- είναι ένα ζωντανό ον και είναι ευφυέστερος από όλους εμάς μαζί. Αν πιστεύουμε ότι ο κόσμος έχει ανάγκη από σωτήρες, αργά ή γρήγορα κάποιος θα έρθει και θα πει: “Ακούστε, έρχεται ένας κομήτης, πρέπει να φύγουμε από τον πλανήτη. Αυτοκτονήστε, και ιδού! Η ψυχή σας θα ανέβει στον κομήτη και θα πάει στον παράδεισο”. Μην πιστεύετε αυτούς τους μύθους. Εσείς δημιουργείτε το δικό σας όνειρο για τον παράδεισο και κανείς δεν μπορεί να το δημιουργήσει για σας. Το μόνο που χρειάζεστε για να φτάσετε στην ευτυχία σας, στο δικό σας δημιούργημα, είναι κοινή λογική. Ο τρίτος κανόνας είναι δύσκολος, γιατί έχουμε την ανάγκη να πιστεύουμε τους άλλους. Μην τους πιστεύετε.

Μην πιστεύετε εμένα, μην πιστεύετε τον εαυτό σας, μην πιστεύετε κανέναν άλλο. Όταν δεν πιστεύετε κανέναν, ό,τι δεν είναι αλήθεια σε αυτόν τον κόσμο των ψευδαισθήσεων θα εξαφανιστεί. Τα πράγματα είναι όπως είναι. Δεν χρειάζεται να δικαιολογήσετε την αλήθεια· δεν χρειάζεται να την εξηγήσετε. Η αλήθεια δεν χρειάζεται τη στήριξη κανενός. Τα ψέματα χρειάζονται τη στήριξή σας. Πρέπει να δημιουργήσετε ένα ψέμα για να στηρίξετε το προηγούμενο και ούτω καθεξής, μέχρι που δημιουργείτε ένα οικοδόμημα από ψέματα και, όταν αποκαλύπτεται τελικά η αλήθεια, όλα καταρρέουν. Όμως, αυτή είναι η πραγματικότητα. Δεν χρειάζεται να νιώσετε τύψεις επειδή λέτε ψέματα.

Τα περισσότερα ψέματα εξανεμίζονται όταν σταματήσουμε να τα πιστεύουμε. Ό,τι δεν είναι αλήθεια δεν θα επιβιώσει μιας σκεπτικιστικής διάθεσης, αλλά η αλήθεια πάντα επιβιώνει. Η αλήθεια ισχύει πάντα, είτε την πιστεύετε είτε όχι. Το σώμα σας είναι φτιαγμένο από άτομα. Δεν χρειάζεται να το πιστέψετε. Είτε το πιστεύετε είτε όχι, είναι αλήθεια. Μόνο η αλήθεια θα μείνει, και αυτό ισχύει και για τις απόψεις που έχετε για τον εαυτό σας.

Είπαμε ότι όταν ήμασταν παιδιά, δεν είχαμε την ευκαιρία να επιλέξουμε τι θα πιστέψουμε και τι όχι. Τώρα, όμως, τα πράγματα είναι διαφορετικά. Τώρα που μεγαλώσαμε, έχουμε τη δύναμη να επιλέξουμε. Μπορούμε να πιστέψουμε ή να μην πιστέψουμε. Ακόμη κι αν κάτι δεν είναι αλήθεια, μπορεί να επιλέξουμε να το πιστέψουμε απλά και μόνο επειδή το θέλουμε.

Μπορείτε να επιλέξετε πώς να ζήσετε τη ζωή σας. Κι αν είστε ειλικρινείς με τον εαυτό σας, θα ξέρετε ότι είστε πάντα ελεύθεροι να κάνετε νέες επιλογές.

Τα μετέωρα και οι κομήτες

Ετησίως έχουμε την ευκαιρία να παρατηρήσουμε πολλές οικογένειες διαττόντων αστέρων κάθε φορά που η Γη περνάει κοντά από την τροχιά ενός κομήτη. Η σκόνη και τα άλλα υλικά που έχει αφήσει ο κομήτης καθώς περνάει από την τροχιά της Γης, πέφτουν με μεγάλη ταχύτητα στην ατμόσφαιρα της Γης και εξαερώνονται από τη θερμότητα που αναπτύσσεται λόγω τριβής, αφήνοντας έτσι φωτεινά ίχνη. Η Γη κινείται στην τροχιά της με ταχύτητα περίπου 30 χιλιόμετρα το δευτερόλεπτο (108.000 χιλιόμετρα την ώρα) κι έτσι οι κρούσεις γίνονται με μεγάλη σφοδρότητα.
 
Οι βροχές των μετεώρων παίρνουν το όνομα του αστερισμού, ο οποίος βρίσκεται στην περιοχή του ουρανού στην οποία εκδηλώνονται. Έτσι έχουμε τις Ωριωνίδες, τις Αιγοκερίδες και τις Yδροχοΐδες. Οι τελευταίες βροχές σχετίζονται με τις περιοχές του Αιγόκερου και του Υδροχόου, αλλά οι διάττοντες αστέρες από αυτές τις βροχές είναι πιο αμυδροί και σαφώς λιγότεροι. Η οπτική παρατήρηση όμως των βροχών αυτών είναι πιο δύσκολη.
 
Μια από τις πιο εντυπωσιακές οικογένειες είναι αυτή των Λεοντιδών, επειδή έχει τους λαμπρότερους διάττοντες αστέρες. Αυτό το χαρακτηριστικό των Λεοντιδών οφείλεται στο γεγονός ότι η τροχιά του κομήτη Tempel-Tuttle, από τον οποίο προέρχονται οι Λεοντίδες, έχει αντίθετη φορά από αυτήν της Γης. Έτσι τα συντρίμμια του, τα οποία ακολουθούν την ίδια τροχιά με αυτήν του κομήτη, συγκρούονται με τη Γη μετωπικά με ταχύτητα που φθάνει τα 70 km/s. Η ταχύτητα αυτή είναι διπλάσια από αυτήν των άλλων διαττόντων, με αποτέλεσμα να αναπτύσσεται μεγαλύτερη θερμοκρασία λόγω τριβής και να φωτοβολούν πιο έντονα.
 
Οι τυπικοί κόκκοι της σκόνης έχουν διάμετρο λίγα δέκατα του χιλιοστού και ζυγίζουν λιγότερο από 10-4 γραμμάρια. Όταν όμως τέτοιος κόκκος κτυπήσει ένα δορυφόρο, όλος το μετέωρο συνήθως εξατμίζεται αφήνοντας μια λεπτή σχισμή στον δορυφόρο. Ηλεκτρόνια και ιόντα σε αυτό το ‘αέριο’ μπορούν να ηλεκτρίσουν ευαίσθητα ηλεκτρονικά στοιχεία του δορυφόρου, δημιουργώντας προβλήματα στο software και λάθη στις διαδικασίες ελέγχου. Μέχρι στιγμής μόνο ένας δορυφόρος έχει καταστραφεί από βροχή διαττόντων, το 1993.  Για αυτόν το λόγο πολλοί δορυφόροι τίθενται προσωρινά, για προληπτικούς λόγους, εκτός λειτουργίας κατά τη διάρκεια που προβλέπεται το μέγιστο της δραστηριότητας της βροχής των μετεώρων.
 
Το 1999 οι αστρονόμοι κατάλαβαν ότι τα συντρίμμια που αφήνει κάθε κομήτης όταν περνάει κοντά από τον Ήλιο δεν ακολουθούν ακριβώς την ίδια τροχιά. Το αποτέλεσμα είναι ότι έχουν δημιουργηθεί πολλοί στενοί διάδρομο» υλικών και ο αριθμός των διαττόντων αστέρων αυξάνεται, δημιουργώντας το φαινόμενο της βροχής των διαττόντων όταν η Γη περνάει μέσα από έναν από αυτούς.
 
Είσοδος μέσα σε την ατμόσφαιρα
Όταν εισέρχονται στην ατμόσφαιρα οι μετεωρίτες θερμαίνονται σε μια θερμοκρασία πάνω από 1600 βαθμούς Κελσίου και φυσικά καίγονται. Οι μετεωρίτες δεν θερμαίνονται από την τριβή, όπως πιστεύεται συνήθως. Η αιτία είναι ένα φαινόμενο που λέγεται πίεση εμβολισμού. Ένας μετεωρίτης συμπιέζει τον αέρα μπροστά του. Ο αέρας θερμαίνεται και στη συνέχεια θερμαίνεται και ο μετεωρίτης.
 
Η έντονη θερμότητα ατμοποιεί τους περισσότερους μετεωρίτες, δημιουργώντας αυτό που ονομάζουμε καλούμε διάττοντες αστέρες. (Οι περισσότεροι γίνονται ορατοί περίπου σε ένα ύψος 100 χιλιομέτρων. Μερικοί μεγάλοι μετεωρίτες διασκορπίζονται, σαν μια πιτσιλιά, προκαλώντας έτσι μια φωτεινότερη λάμψη. Αυτό είναι που ονομάζουμε βολίδα και δημιουργείται μια έκρηξη, που μπορούν συχνά να ακουστούν μέχρι και σε απόσταση 50 χιλιομέτρων. Όταν οι μετεωρίτες χτυπούν το έδαφος, ονομάζονται μετεωρίτες. Μερικοί μετεωρίτες είναι κομμάτια αστεροειδών, άλλα — κοσμική σκόνη — πετιούνται μακριά από τους κομήτες. Υπάρχει και ο μετεωροειδής  που είναι ένα αντικείμενο στο διάστημα που μπορεί, εάν εισέλθει στην ατμόσφαιρά μας, να γίνει ένας μετεωρίτης.
 
Αποσύνθεση μετεωριτών
Η διάσπαση ενός αντικειμένου εξαρτάται από τη σύνθεση, την ταχύτητα και τη γωνία εισόδου του. Ένας γρηγορότερος μετεωρίτης με μια πλάγια γωνία εισόδου υφίσταται μεγαλύτερη πίεση. Οι μετεωρίτες που αποτελούνται από σίδηρο αντιστέκονται στην πίεση καλύτερα από αυτούς που είναι φτιαγμένοι από πέτρα. Ακόμη και ένας μετεωρίτης από σίδηρο θα διασπαστεί μόλις η ατμόσφαιρα γίνει πυκνότερη — περίπου 8 έως 10 χιλιόμετρα ψηλά.
 
Μερικές φορές ένας μετεωρίτης εκρήγνυται επάνω από την επιφάνεια, προκαλώντας τεράστια καταστροφή από την βίαιη έκρηξη και επόμενος πυρκαγιά. Αυτό συνέβη και το 1908 πάνω από τη Σιβηρία.
 
Σύγκρουση με τη γη
Τα εξωγήινα αντικείμενα που χτύπησαν στο έδαφος, η ταχύτητά τους κατά προσέγγιση ήταν η μισή που ήταν κατά την είσοδο τους στην ατμόσφαιρα, και η βίαιη έκρηξη δημιουργεί κρατήρες 12 έως 20 φορές το μέγεθός τους. Οι κρατήρες στη γη σχηματίζονται όπως στο φεγγάρι ή οποιοδήποτε άλλο βραχώδη πλανήτη. Τα μικρότερα αντικείμενα δημιουργούν απλούς, σε μορφή ενός νιπτήρα, κρατήρες. Οι μεγαλύτερες συγκρούσεις προκαλούν και μια αναπήδηση του εισερχόμενου αντικειμένου που δημιουργεί έτσι ένα κεντρικό βαθούλωμα. Έπειτα ολισθαίνει κατά μήκος των άκρων σχηματίζοντας πλαίσια. Οι μεγαλύτερες συγκρούσεις σχηματίζουν λεκάνες στις οποίες γίνονται πολλαπλές αναπηδήσεις, οι οποίες διαμορφώνουν διάφορες εσωτερικές αιχμές.
 
Χαρακτηριστική σύνθεση μετεωριτών
Στην αρχαιότητα τα αντικείμενα στον νυχτερινό ουρανό δημιούργησαν δεισιδαιμονίες και συνδέθηκαν με τους Θεούς και τη θρησκεία. Αλλά οι παρανοήσεις για τους μετεωρίτες διάρκεσαν περισσότερο από τα περισσότερα άλλα ουράνια αντικείμενα. 
 
Οι μετεωρίτες (τα κομμάτια που φτάνουν στη γη) πολύ καιρό πριν πιθανά θεωρούνταν ότι πετάχτηκαν κάτω σαν δώρα από τους αγγέλους. Άλλοι νόμιζαν ότι οι Θεοί επεδείκνυαν το θυμό τους. Αργά τον 17ο αιώνα, πολλοί πίστευαν ότι έπεφταν από καταιγίδες. Πολλοί επιστήμονες ήταν δύσπιστοι ότι οι πέτρες αυτές θα μπορούσαν να πέσουν από τα τα νέφη ή τον ουρανό, και συχνά δεν πίστευαν τους ανθρώπους που ισχυρίζονταν ότι έχουν δει τέτοια αντικείμενα.
 
Το 1807, μια βολίδα εξερράγη πάνω από το Κοννέκτικατ, και διάφοροι μετεωρίτες έπεσαν κάτω σαν βροχή. Έτσι ανακαλύφθηκαν οι αστεροειδείς και προέκυψε  έτσι μια νέα θεωρία που πρότεινε ότι οι μετεωρίτες ήταν σπασμένα κομμάτια από αστεροειδείς ή άλλους πλανήτες. Μια θεωρία που ακόμα κρατάει.
 
Ένα από τα σημαντικότερα γεγονότα πτώσεως μετεωρίτη στην πρόσφατη ιστορία, που κατέστρεψε εκατοντάδες τετραγωνικών χιλιομέτρων δάσους στη Σιβηρία, είναι αυτό στις 30 Ιουνίου του 1908, Σε μια έκταση εκατοντάδων χιλιομέτρων οι μάρτυρες του συμβάντος αυτού στην Tunguska είδαν μια πύρινη σφαίρα που κινιόταν γρήγορα στον ουρανό, κάτι που δείχνει ότι ένας μετεωρίτης είχε εισέλθει στην ατμόσφαιρα πλαγίως. Όταν εξερράγη, έστειλε καυτούς ανέμους και δυνατούς κρότους τόσο ώστε να σπάσει τα παράθυρα στα κοντινά χωριά. Μικρά σωματίδια που εξερράγησαν στην ατμόσφαιρα φώτιζαν τον ουρανό τη νύχτα για αρκετές ημέρες. Κανένας μετεωρίτης δεν βρέθηκε ποτέ, και για χρόνια πολλοί επιστήμονες νόμιζαν ότι η ερήμωση προκλήθηκε από έναν κομήτη. Τώρα, η επικρατούσα θεωρία υποστηρίζει ότι ένας μετεωρίτης εξερράγη ακριβώς επάνω από την επιφάνεια.
 
Ο μεγαλύτερος μετεωρίτης που βρέθηκε στις Ηνωμένες Πολιτείες έπεσε στη νότια Νεμπράσκα το 1948. Μάρτυρες είδαν μια γιγαντιαία βολίδα το απόγευμα και μερικοί λένε ότι ήταν φωτεινότερο από τον ήλιο. Ο μετεωρίτης ήταν θαμμένος σε βάθος 3 μέτρων μέσα στο έδαφος, ενώ ζύγιζε πάνω από ένα τόνο.
 
Ο πιο διάσημος κρατήρας από πτώση μετεωρίτη στις Ηνωμένες Πολιτείες αποκαλείται Κρατήρας Μετεωρίτη. Είναι στην Αριζόνα, και είναι τεράστιος. Το χείλος του είναι 45 μέτρα πιο ψηλό από την περιβάλλουσα πεδιάδα, και η τρύπα που άνοιξε έχει βάθος 180 μέτρα και διάμετρο σχεδόν 1500 μέτρα. Ήταν ο πρώτος κρατήρας που αποδείχθηκε ότι προκλήθηκε από μια σύγκρουση μετεωρίτη, που έγινε μεταξύ 20.000 και 50.000 ετών πριν.
 
Όταν ένας κομήτης πλησιάζει στον ήλιο, ένα ίχνος της σκόνης και άλλων συντριμμιών καίγεται και παραμένει σε ηλιακή τροχιά. Καθώς η Γη είναι σε τροχιά γύρω από τον Ήλιο, περνά κάθε χρόνο μέσα από αυτό το χώρο με τα συντρίμμια και τη σκόνη. Τα μικρά κομμάτια καίγονται καθώς συναντάνε την ατμόσφαιρα της Γης, δημιουργώντας έτσι τα μετέωρα Τα μετέωρα προέρχονται και από άλλες πηγές, αλλά τα ρεύματα των συντριμμιών από κομήτες δημιουργούν ωραίες βροχές μετεωριτών.
 
Κομήτες
Οι κομήτες είναι παράξενα φωτεινά σώματα μεγάλων διαστάσεων τα οποία κινούνται μεταξύ των ακίνητων απλανών αστεριών, πέραν της εκλειπτικής, αφήνοντας τις περισσότερες φορές πίσω τους ουρές μεγάλων μεν διαστάσεων, πολύ μικρής όμως πυκνότητας. Τα σώματα αυτά έχουν ως χαρακτηριστικό τους γνώρισμα την κόμη, δηλαδή μια φωτεινή νεφέλη, που συνήθως περιβάλλει έναν μικρό στερεό πυρήνα.
 
Λόγω της κόμης τους ονομάζονται κομήτες και διακρίνουμε σε αυτά δύο βασικές περιοχές τους, μία κεντρική, σχεδόν σφαιρική συμπύκνωση, που ονομάζεται κεφαλή, και την ουρά τους.
 
Η ακτίνα του κομητικού πυρήνα κυμαίνεται από 1 έως 10 χιλιόμετρα., ενώ η μάζα του είναι κατ’ εκτίμηση της τάξης των 1.016 έως 1.021 gr και η επιφανειακή του θερμοκρασία υπολογίζεται θεωρητικώς σε 150 έως 250 K. Το υλικό το οποίο σχηματίζει τους κομήτες, όπως πιστεύουμε σήμερα, είναι μέρος του πρωταρχικού πλανητικού νεφελώματος, από το οποίο δημιουργήθηκε ολόκληρο το πλανητικό μας σύστημα.
 
Η μεν κεφαλή τους περιέχει CN, C2, C3, OH, NH, NH2, CH, O, ενώ η ουρά τους ρίζες CO+, N2+, OH+, CO2+, CH+. Ο πυρήνας τους δε αποτελείται κυρίως από παγοκρυστάλλους νερού και αμμωνίας, που περιλαμβάνουν διάφορες προσμίξεις μετάλλων. Οι τελευταίες μελέτες των λαμπρών κομητών Halley, Hyakutake και Hale-Bopp, από τον IUE, το Hubble Space Telescope, το ROSAT και τον IRAS, έδειξαν ότι οι κομήτες περιέχουν παγοκρυστάλλους νερού (H2O), αμμωνίας (NH3) και διοξειδίου του άνθρακα (CO2)· μεθάνιο (CH4), μεθυλική αλκοόλη (CH3OH), αιθάνιο (C2H6), ακετυλένιο (C2H2), κυανοακετυλένιο (HC3N), υδροκυάνιο (HCN) κ.ά. Όλα αυτά αναμιγνύονται μεταξύ τους, καθώς και με μόρια σκόνης, και γι’ αυτόν τον λόγο φαίνεται ότι είναι επιτυχής η ονομασία «βρώμικες χιονόμπαλες», που δόθηκε από τον διάσημο αστροφυσικό Fred Whipple στους κομήτες και από τότε αναφέρεται χαρακτηριστικά σε όλα τα άρθρα ή τα βιβλία που κάνουν λόγο γι’ αυτούς.
 
Φαντασμαγορικές ουρές των κομητών
Όταν οι κομήτες πλησιάζουν τον Ήλιο, η ηλιακή ακτινοβολία θερμαίνει τον πυρήνα τους και ο πάγος εξαχνώνεται. Τότε σχηματίζεται η κόμη γύρω από τον πυρήνα και κατόπιν η ουρά του. Η ακτίνα της κόμης εκτείνεται σε ακτίνα 105-106 χλμ. και διαστέλλεται με ταχύτητα της τάξης των 0,5 χλμ. ανά δευτερόλεπτο.
 
Οι φαντασμαγορικές ουρές των κομητών συνήθως έχουν κατεύθυνση αντίθετη από τον Ήλιο, μερικοί όμως παραβιάζουν τον γενικό κανόνα προσανατολίζοντας τις ουρές τους προς τον Ήλιο, που στην περίπτωση αυτή ονομάζονται «πώγωνες».
 
Η θερμοκρασία των κομητών στο αφήλιο της τροχιάς τους είναι μόνο λίγοι βαθμοί πάνω από το απόλυτο μηδέν, ενώ στο περιήλιό τους μπορεί να προσεγγίσει τους 4.500° C.
 
Κάθε χρόνο ανακαλύπτονται 5 έως 10 κομήτες, από τους οποίους περίπου οι τρεις είναι περιοδικοί, δηλαδή εμφανίζονται σε σχεδόν τακτά χρονικά διαστήματα.
 
Σήμερα είναι γνωστοί περισσότεροι από 1.000 κομήτες, από τους οποίους οι 400 έχουν παρατηρηθεί πριν ανακαλυφθεί το τηλεσκόπιο. Mε την πάροδο του χρόνου, οι κομήτες εξατμίζονται ή διασπώνται σε πολλά κομμάτια, τροφοδοτώντας συνεχώς με τα υπολείμματά τους τα μετεωρικά σμήνη.
 
Πώς δημιουργούνται;
Οι επικρατέστερες θεωρίες, οι οποίες προσπαθούν να εξηγήσουν τις φυσικές διαδικασίες που γέννησαν τους κομήτες, είναι δύο. Η πρώτη δέχεται ότι οι κομήτες δημιουργήθηκαν τα πρώτα 109 έτη της δημιουργίας του πλανητικού μας συστήματος σε μια περιοχή, που η πυκνότητα του πλανητικού πρωτονεφελώματος ήταν πολύ μικρή για να σχηματιστεί κάποιος σταθερός πρωτοπλανήτης.
 
Σύμφωνα με τις απόψεις του διάσημου Ολλανδού αστρονόμου Jan Oort, οι κομήτες συγκροτούν μια ομάδα 2×1011 περίπου αντικειμένων, το λεγόμενο Νεφέλωμα του Oort, που η συνολική τους μάζα είναι μικρότερη του ενός εκατοστού της μάζας της Γης. Το νέφος αυτό των κομητών τοποθετείται σε μια απόσταση 5-15×104 α.μ., και κάθε ένας από αυτούς διαγράφει τροχιές γύρω από τον Ήλιο μας, με πολύ μεγάλη εκκεντρότητα.
 
Σύμφωνα με μια δεύτερη θεωρητική άποψη, που υποστηρίχτηκε από τους Lyttleton, Bondi και Hoyle, οι κομήτες δεν δημιουργήθηκαν από το πρωτοπλανητικό υλικό, αλλά από συμπυκνώσεις ομογενούς μεσοαστρικής σκόνης, πυκνότητας 10-24 gr.cm-3.
 
Aρχικά, σύμφωνα μ’ αυτήν την άποψη, οι τροχιές των κομητών ήταν υπερβολικές με εστία τον Ήλιο μας. Αργότερα, όμως, κάτω από τις παρελκτικές δυνάμεις που ασκούσαν οι μεγάλοι πλανήτες του ηλιακού μας συστήματος, μετατράπηκαν σε παραβολικές ή ελλειπτικές.

Πιστές στο ραντεβού τους οι διάττοντες αστέρες Περσείδες στις 10-11 Αυγούστου

Για μια ακόμη χρονιά ένα φαντασμαγορικό φαινόμενο – μια βροχή εκατοντάδων διαττόντων αστέρων – θα εμφανιστεί στον ουρανό μετά τις 12 τα μεσάνυχτα 10 προς 11 Αυγούστου. Φέτος, μάλιστα, αναμένεται να είναι ιδιαίτερα εντυπωσιακό, λόγω του ότι συμπίπτει με τη Νέα Σελήνη (11/8). Ο αναμενόμενος αριθμός διαττόντων ανα ώρα (ZHR: Zenithal Hourly Rate) υπολογίζεται για φέτος να φτάσει στους 80. Πρόκειται για ένα φαινόμενο που ήδη έχει ξεκινήσει από τον Ιούλιο και θα κρατήσει μέχρι το τέλος Αυγούστου. Η εμφάνιση των Περσειδών οφείλεται στον κομήτη Swift-Tuttle, ο οποίος περνάει κοντά στον Ήλιο περίπου κάθε 130 χρόνια. 
 
Την αιτία του φαινομένου της φωτεινής βροχής – που μπορούμε να παρακολουθήσουμε τη νύχτα του Σαββάτου αν βρισκόμαστε στην ύπαιθρο και σε σκοτεινό μέρος- αποτελούν σωματίδια της σκόνης και υπολείμματα από τον πιο πάνω κομήτη. Φέτος ευνοείται η παρατήρηση τους γιατί το φεγγάρι θα βρίσκεται πριν το πρώτο τέταρτο, άρα δεν θα είναι τόσο έντονο και επιπλέον, θα δύει την ώρα που το φαινόμενο θα γίνεται πιο έντονο. Η κατεύθυνση των παρατηρητών θα πρέπει να είναι στραμμένη στα βορειοανατολικά, όπου βρίσκεται το ακτινοβόλο σημείο, δηλαδή προς τον αστερισμό του Περσέα. Το σημείο αυτό ανατέλλει μετά τα μεσάνυχτα. 
 
Συγκεκριμένα, κάθε Αύγουστο η Γη εισέρχεται σε ένα νέφος σωματιδίων σκόνης που άφησε πίσω του ο κομήτης Swift-Tuttle. Μπαίνοντας στην ατμόσφαιρα με ταχύτητα 60 χιλιομέτρων το δευτερόλεπτο, διαλύονται αφήνοντας ένα φωτεινό ίχνος στο σκοτεινό ουρανό. Αν είναι πολλά θα σχηματίσουν μια βροχή από μικρές, φευγαλέες λάμψεις. Τα μικρά σωματίδια της σκόνης έχουν τον όγκο των κόκκων της άμμου και βάρος ένα γραμμάριο. Υπολογίζεται ότι το βράδυ της Παρασκευής και του Σαββάτου οι διάττοντες θα πέφτουν με μία συχνότητα 60 έως 80 την ώρα.
 
Οι μετεωρίτες αυτοί φαίνεται να προέρχονται όλοι περίπου από τον αστερισμό του Περσέα, γι αυτό και ονομάστηκαν Περσείδες. Στην ουσία αποτελούν ένα τμήμα της ουράς του κομήτη Swift-Tuttle, ο οποίος πέρασε τελευταία φορά κοντά από τη Γη το 1992.
 
Η Γη κινούμενη στην τροχιά με ταχύτητα περίπου 30 χιλιόμετρα το δευτερόλεπτο (108.000 χιλιόμετρα την ώρα) περνά κάθε έτος αυτή την εποχή μέσα από ένα σύννεφο σωματιδίων που αφήνει πίσω του ο τακτικός κομήτης Swift-Tuttle. Τα σωματίδια αυτά είναι πολύ μικρά σε διαστάσεις με μέγεθος μερικών χιλιοστών αλλά επίσης ταχέως κινούμενα. Το νέφος και τα υπολείμματα της ουράς του κομήτη έχουν τεράστια έκταση που εκτιμάται ότι φτάνει έως και τα 80 εκατομμύρια χιλιόμετρα. Έτσι, το φαινόμενο επαναλαμβάνεται κάθε χρόνο την ίδια εποχή, αλλά με διαφορετική ένταση. Το καλοκαίρι του 1993 ο αριθμός των μετεώρων έφτασε τα 500 την ώρα.
 
Σαν αποτέλεσμα της εισόδου της Γης στο νέφος αυτό είναι ένας μεγάλος αριθμός από τα σωματίδια του να προσκρούει στη γήινη ατμόσφαιρα με ταχύτητες 59 χιλιομέτρων το δευτερόλεπτο, να υπερθερμαίνονται (όχι όμως λόγω της τριβής) μόλις φτάσουν στα ανώτερα στρώματα της ατμόσφαιρας, σε ύψος 100 χιλιομέτρων, και να τα βλέπουμε σαν φωτεινές γραμμές στον ουρανό, σαν  μια φλεγόμενη ουρά μήκους δύο έως τριών μέτρων, δηλαδή σαν μια βροχή μετεωριτών.  Είναι δε απίθανο κάποιο από αυτά να φτάσει τελικά στην επιφάνεια της Γης.
 
Επειδή τα σωματίδια κτυπούν την ατμόσφαιρα από μπροστά ο αριθμός των μετεωριτών είναι μεγάλος λίγο πριν την ανατολή του Ηλίου. Μπορεί όμως οι περισσότεροι Περσείδες να φαίνονται νωρίς το πρωί, αλλά οι πιο εντυπωσιακοί φαίνονται μετά τα μεσάνυκτα και μέχρι τις 5 πμ. Αυτό γίνεται επειδή εκείνες τις ώρες φαίνονται τα σωματίδια που κτυπούν την ατμόσφαιρα με πολύ μικρές γωνίες και η προβολή του ίχνους τους στον ουρανό (η λεγόμενη ουρά) είναι πολύ μακριά και αναδεικνύει όλα της τα χρώματα.
 
Για πρώτη φορά το φαινόμενο παρατηρήθηκε το 36 μ.X., οπότε και καταγράφηκε στα αρχεία της κινεζικής Δυναστείας των Xαν. Οι επιστήμονες ισχυρίζονται ότι θα είναι έντονο κάθε καλοκαίρι, τουλάχιστον ως το 2126 που ο κομήτης Swift-Tuttle θα προσπεράσει την τροχιά της Γης.
 
Ο κομήτης αυτός παρατηρήθηκε για πρώτη φορά τον Ιούλιο του 1862 από τους αμερικανούς Λιούις Σουίφτ και Oρας Tατλ από τους οποίους και πήρε το όνομά του. Σύμφωνα με τους επιστήμονες, ο κομήτης είναι αρκετά μεγάλος, όπως ο κομήτης που προσέκρουσε πριν από 65 εκατομμύρια χρόνια στη Γη και ήταν υπεύθυνος για τον αφανισμό των δεινοσαύρων. Μάλιστα ορισμένοι αστρονόμοι είχαν υπολογίσει λανθασμένα ότι θα συγκρουστεί με τη Γη στις 14 Αυγούστου του 2126.
 
Το 2028 οι αστρονόμοι περιμένουν το φαινόμενο να είναι άκρως εντυπωσιακό, γιατί τότε αναμένεται μια βροχή 1.000 διάττοντων αστεριών την ώρα, καθώς η Γη θα απέχει περίπου 60.000 χιλιόμετρα από τον πυρήνα της σκόνης του κομήτη, που ευθύνεται για το φαινόμενο.

Ρητορεία και ρητορική: Οι αρετές του ύφους

(ἀρεταὶ τῆς λέξεως, virtutes elocutionis)

Oρθοέπεια
(ἑλληνίζειν, hellenismos / latinitas, puritas, Latine atque emendateloqui)
 
Η γραμματική ορθότητα και η γλωσσική καθαρότητα (η αποφυγή δηλαδή ξένων όρων) αποτελούν την πρώτη αρετή που πρέπει να διακρίνει το ύφος του λόγου, καθώς επιβεβαιώνουν ότι ο ομιλητής γνωρίζει καλά τη γλώσσα που χρησιμοποιεί για να συντάξει το κείμενό του (Κοϊντιλιανός, Institutio οratoria 1.5.1, 8.1.2, Κικέρων, De oratore 3.38). Η ύπαρξη της συγκεκριμένης αρετής ελέγχεται με σημείο αναφοράς τους μεμονωμένους όρους (verba singula) και τη σύνταξή τους, τη σύνθεση των λέξεων (verba coniuncta), και με κριτήρια α) τους κανόνες της γλώσσας (ratio), β) τη γλωσσική παράδοση (vetustas), γ) τη μαρτυρία των όρων που χρησιμοποιεί ο ομιλητής σε κείμενα σημαντικών ποιητών και συγγραφέων (auctoritas), δ) το έθος της ομιλίας (consuetudo).
 
Είναι προφανές ότι οι τρεις τελευταίες προϋποθέσεις-εγγυήσεις του κύρους λέξεων ή φράσεων μπορεί να βρίσκονται σε σύγκρουση μεταξύ τους: για παράδειγμα, η αρχαιότητα μιας λέξης ή φράσης ή η χρήση της από σημαντικούς εκπροσώπους των Γραμμάτων εγγυάται καταρχήν την ορθότητά της, ωστόσο, είναι το γλωσσικό έθος, το αν δηλαδή η συγκεκριμένη λέξη ή φράση έχει ή όχι πολιτογραφηθεί γλωσσικά, που τελικά θα επισφραγίσει την εκφραστική αξία και τη δύναμή της. Στην περίπτωση που πρόκειται για (εξαιρετικά) σπάνια λέξη, είναι πιθανό η χρήση της να προκαλέσει στο ακροατήριο την εντύπωση ότι ο λόγος είναι ανοίκειος, ενώ δεν αποκλείεται να εγείρει και την αίσθηση της εκζήτησης. Σε κάθε περίπτωση έχει ενδιαφέρον η παρατήρηση του Κοϊντιλιανού (Institutio οratoria 1.6.2) ότι ακόμη και ένα γλωσσικό λάθος -μια απόκλιση από τη συμβατική και συνήθη χρήση της γλώσσας- μπορεί να προσδώσει τιμή σε εκείνον που υπέπεσε στο σφάλμα, αν για το ολίσθημά του έχει σημαντικούς προδρόμους. Ενδιαφέρον παρουσιάζει εξάλλου και η παρατήρησή του ότι το γλωσσικό έθος διαμορφώνεται όχι με βάση τις γλωσσικές προτιμήσεις του απαίδευτου πλήθους των πολλών, αλλά τη συμφωνία των μορφωμένων (consensus eruditorum).
 
Λάθη στη χρήση των λέξεων χαρακτηρίζονται ως βαρβαρισμοί, ενώ όσα σχετίζονται με τη σύνταξη των όρων ονομάζονται σολοικισμοί. Ωστόσο η σαφής διάκριση του τύπου των λαθών δεν είναι πάντα δυνατή, για τον λόγο ότι συχνά τα λάθη στη γραμματική των μεμονωμένων όρων διακρίνονται, όταν ελέγξει κανείς τα συμφραζόμενά τους, δηλαδή τη σύνταξή τους.
 
Συμμετρία, Αναλογία, Ευπρέπεια
(πρέπον, aptum / decorum)
 
Ο όρος εμφανίζεται με ιδιαίτερη τεχνική σημασία κιόλας στη Ῥητορικὴ του Αριστοτέλη (3.7.1408a10-11): «Το ύφος θα είναι το πρέπον, αν πετυχαίνει να εκφράσει τα πάθη και τους χαρακτήρες και αν είναι ανάλογο προς το προκείμενο θέμα». Ωστόσο η αρχή του πρέποντος, που ορίζει τι πρέπει, τι ταιριάζει και ενδείκνυται, δεν αφορά μόνο το ύφος του λόγου. Πολύ περισσότερο αποτελεί τη βάση σύνθεσης της ομιλίας ως συνόλου, αφού διέπει κατά τις επιταγές της τέχνης όλα τα έργα του ρήτορα (την εύρεση, τη διάταξη, τη λέξη, την υπόκριση), κάθε στοιχείο του λόγου χωριστά αλλά και όλα μαζί ως ενότητα: οι ιδέες και τα επιχειρήματα θα πρέπει να συνάδουν προς το έργο της εύρεσης· η έκφραση θα πρέπει να είναι σύμμετρη προς τα αποτελέσματα αυτού του έργου: τα επιχειρήματα και οι θέσεις πρέπει να αποδίδονται με τους κατάλληλους λεκτικούς τρόπους, το ύφος να αντιστοιχεί με ακρίβεια στο πάθος, το ήθος και το θέμα του λόγου· οι κινήσεις του σώματος και ο τόνος της φωνής θα πρέπει να ανταποκρίνονται στη διάθεση που αποπνέει κάθε τμήμα του λόγου και να την υπογραμμίζουν. Επιπλέον, όλα τα στοιχεία της ομιλίας, όσα αφορούν κάθε έργο του ρήτορα χωριστά, θα πρέπει να συμφωνούν αρμονικά μεταξύ τους. Ο ομιλητής οφείλει ακόμη, όταν συνθέτει τον λόγο του, να συνεκτιμά τις συνθήκες εκφώνησής του (τον χρόνο, τον τόπο, την πολιτική συγκυρία) και τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του ακροατηρίου του. Ο λόγος θα πρέπει άλλωστε να ανταποκρίνεται στην προσωπικότητα, την ηλικία και τη θέση του ομιλητή. Ο ίδιος θα αντιληφθεί και θα τηρήσει όλες αυτές τις λεπτές αντιστοιχίες και συμμετρίες με βασικό κριτήριο και οδηγό την οξεία κριτική δύναμη (iudicium) και τη γνώμη του για τις γενικότερες συνθήκες γέννησης και παρουσίασης του λόγου του (consilium).
 
Σαφήνεια
(σαφήνεια, perspicuitas)
 
Η αρετή της σαφήνειας διακρίνει τον λόγο που κατανοούν όχι μόνο οι ειδικοί αλλά και οι αδαείς (Κοϊντιλιανός, Institutio oratoria 8.2.22). Η συγκεκριμένη αρετή θα πρέπει να διέπει, όπως και η αρετή του πρέποντος, όλα τα έργα του ρήτορα. Στη σαφήνεια του περιεκτικού και συγκροτημένου τρόπου έκφρασης συμβάλλει η σαφής και εύλογη δομή του λόγου, η απουσία ελλείψεων και πλατειασμών, η καθαρή, εκφραστική και κατάλληλα χρωματισμένη εκφώνηση όπως και η ενδεδειγμένη κίνηση και γλώσσα του σώματος. Η σκοτεινότητα συνιστά καταρχήν το σφάλμα που βρίσκεται στον αντίποδα της συγκεκριμένης αρετής. Ωστόσο, μπορεί κάποτε ο ομιλητής να επιδιώκει τη σκοτεινή και αινιγματική διατύπωση, όταν, για παράδειγμα, θα πρέπει να επικοινωνήσει μέσα από υπαινιγμούς με ένα συγκεκριμένο ακροατήριο, χωρίς δηλαδή να γίνει αντιληπτός από το σύνολο των ακροατών (ή των αναγνωστών) του. Υπάρχουν μάλιστα λογοτεχνικά είδη, όπως η σάτιρα, όπου η υπαινικτική-προστατευτική διατύπωση είναι σκόπιμη και μάλιστα αναμενόμενη.
 
Όταν κάνουμε λόγο για σαφή χρήση κάθε όρου χωριστά, εννοούμε ότι για τη δήλωση κάθε προσώπου, πράγματος ή γεγονότος χρησιμοποιούνται οι αντίστοιχες κατάλληλες, κυριολεκτικές ονομασίες. Ωστόσο, ακόμη και η μεταφορική χρήση της γλώσσας μπορεί να υπηρετεί τη σαφήνεια του λόγου, όταν ένας όρος, δηλαδή η έκφραση μιας εικόνας που μεταφέρεται από άλλο σημασιολογικό περιβάλλον, αποδίδει με ενάργεια ό,τι πρέπει να δηλωθεί.
 
Καλλιέπεια
(κόσμος, ornatus)
 
Όποιος απλώς εκφράζεται ορθά, με σαφήνεια και βάσει των αρχών του πρέποντος δεν κατέχει ακόμη την τέχνη της γλωσσικής διατύπωσης σε όλη της την έκταση. Μάλιστα ο ρήτορας μπορεί να επιδιώκει με άλλα έργα του -την εύρεση, τη διάταξη, την υπόκριση- να κερδίσει την κρίση του εξειδικευμένου κοινού του, με τον καλλωπισμό όμως του λόγου του, τους ιδιαίτερους και εντυπωσιακούς εκφραστικούς του τρόπους ζητά να προκαλέσει τον θαυμασμό του μεγάλου πλήθους γι' αυτόν τον ίδιο και το έργο του (Κοϊντιλιανός, Institutio οratoria 8.3.2). Αυτοί οι εκφραστικοί τρόποι, που δεν αποτελούν απλώς δυνατά αλλά επιπλέον λαμπερά όπλα, συνθέτουν τον κόσμον του λόγου, τον στολισμό του, που αποβλέπει στο να γοητεύσει το κοινό και τελικώς να το πείσει τέρποντάς το. Η καλλιέπεια έχει λοιπόν διττή λειτουργία: αισθητική και πρακτική. Συμβάλλοντας με την εντύπωση που προκαλεί, στη διέγερση του ενδιαφέροντος του ακροατηρίου ενισχύει την πειθώ και την αποτελεσματικότητα του λόγου.
 
Όπως και οι άλλες αρετές του ύφους έτσι και η συγκεκριμένη αναδεικνύεται τόσο μέσα από τις μεμονωμένες λέξεις όσο και μέσα από τη σύνθεση των λέξεων, τις εκτενέστερες φράσεις. O ρήτορας καλλωπίζει τον λόγο του χρησιμοποιώντας ρητορικά σχήματα και τρόπους, κυρίως τη μεταφορά, αλλά και εύηχες λέξεις, επιπλέον σε κάποιες περιπτώσεις λέξεις αρχαίες αλλά και νεολογισμούς. Στην πραγματικότητα οι τρόποικαι τα σχήματα εμφανίζονται σε μια μεγάλη ποικιλία μορφών και η χρήση τους στον λόγο αναδεικνύει τη φαντασία και την ευστροφία του ομιλητή.
 
Υπάρχουν άλλωστε διάφοροι τύποι και ποιότητες κόσμου: ο αδρός, που προφυλάσσει από την εκζήτηση και την υπερβολή και προσδίδει αρρενωπότητα, δύναμη και αυστηρότητα στον λόγο, ο λαμπρός, που συνίσταται στην αποφυγή ευτελών όρων και φράσεων, μπορεί όμως να αποπνέει, όταν υπάρχει υπερβολή, και μια αίσθηση ματαιοδοξίας, ο οξύνους, που προβλέπει τη χρήση σχημάτων, όπως η ειρωνεία, η παρονομασία, το πολύπτωτον, η υποφορά και η ανθυποφορά, ο άφθονος, εδώ έχουμε, μεταξύ άλλων, περιφράσεις, ισόκωλα, ο ιλαρός, συγγενής του οξύνου, που αναδεικνύει την πνευματώδη διάθεση του ομιλητή, o τερπνός, που διακρίνεται από χρήση εύηχων και ρυθμικών λέξεων και φράσεων, ο επιμελής, που προβάλλει τη φροντίδα και την προσοχή του ρήτορα, ο ανθηρός, που χαρακτηρίζεται από ποικιλία, ο οξυδερκής, με κύριο γνώρισμά του τη διεισδυτική σαφήνεια που είναι ικανή να αναδείξει όλες τις πτυχές του θέματος.

Τετάρτη 8 Αυγούστου 2018

ΔΡΑΜΑΤΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ: ΑΙΣΧΥΛΟΣ - Εὐμενίδες (1021-1047)

ΕΞΟΔΟΣ

ΑΘ. αἰνῶ τε μύθους τῶνδε τῶν κατευγμάτων
πέμψω τε φέγγει λαμπάδων σελασφόρων
ἐς τοὺς ἔνερθε καὶ κατὰ χθονὸς τόπους
ξὺν προσπόλοισιν αἵτε φρουροῦσιν βρέτας
1025 τοὐμόν, δικαίως. ὄμμα γὰρ πάσης χθονὸς
Θησῇδος ἐξίκοιτ᾽ ἄν, εὐκλεὴς λόχος
παίδων, γυναικῶν, καὶ στόλος πρεσβυτίδων,
. . .
φοινικοβάπτοις ἐνδυτοῖς ἐσθήμασι
τιμᾶτε, καὶ τὸ φέγγος ὁρμάσθω πυρός,
1030 ὅπως ἂν εὔφρων ἥδ᾽ ὁμιλία χθονὸς
τὸ λοιπὸν εὐάνδροισι συμφοραῖς πρέπῃ.

ΠΡΟΠΟΜΠΟΙ
βᾶτε νόμῳ, μεγάλαι φιλότιμοι [στρ. α]
Νυκτὸς παῖδες ἄπαιδες, ὑπ᾽ εὐθύφρονι πομπᾷ,
1035 (εὐφαμεῖτε δέ, χωρῖται.)

γᾶς ὑπὸ κεύθεσιν ὠγυγίοισιν, [ἀντ. α]
[καὶ] τιμαῖς καὶ θυσίαις περίσεπται τύχᾳ τε.
(εὐφαμεῖτε δὲ πανδαμεί.)

ἵλαοι δὲ καὶ εὐθύφρονες γᾷ [στρ. β] 1040
δεῦρ᾽ ἴτε, Σεμναὶ ‹θεαί›, πυριδάπτῳ
λαμπάδι τερπόμεναι καθ᾽ ὁδόν.
(ὀλολύξατε νῦν ἐπὶ μολπαῖς.)

†σπονδαὶ δ᾽ ἐς τὸ πᾶν ἔνδαιδες οἴκων† [ἀντ. β]
1045 Παλλάδος ἀστοῖς· Ζεὺς ‹ὁ› πανόπτας
οὕτω Μοῖρά τε συγκατέβα.
(ὀλολύξατε νῦν ἐπὶ μολπαῖς.)

***
ΑΘΗΝΑ
Τους καλούς λόγους δέχομαι και τις ευχές σας
και με φεγγόβολες λαμπάδες θα οδηγήσω
το δρόμο σας στης γης μες στους βαθείς τους τόπους
μαζί με τις ιέρειες που τ᾽ άγαλμά μου
φυλάγουν· κι είναι δίκιο· γιατί πρέπει τ᾽ άνθος
όλης της χώρας του Θησέα να ᾽ρθει μαζί μας,
τ᾽ αρχοντολόι το διαλεχτό, κόρες, γυναίκες
και συνοδειά κι οι σεβαστές οι πρεσβυτέρες.

με πορφυροβαμμένους στολισμένες πέπλους
τιμάτε τις θεές. Εμπρός, κι ας ξεχυθούνε
τα φέγγη της φωτιάς, που έτσι να πρέπει πάντα
1030 καλόγνωμη κι η παρουσία των στη γη μας
με τ᾽ άνθισμα γενιάς αντρείας κι ευτυχισμένης.

ΟΙ ΣΥΝΟΔΕΥΤΡΕΣ
Κινήσετε το δρόμο σας, μεγάλες, δοξαστές
παρθένες κόρες της Νυχτός,
που οι συνοδειές μας με τιμή σας προβοδούν,
— Κι όλα τα πλήθη σιωπή
μ᾽ ευλάβεια ας κρατούν —

μες στα πανάρχαια τ᾽ άδυτα της γης, όπου τιμές
περίσσια απ᾽ άλλες ζηλευτές,
θυσίες αγνές και προσφορές σάς καρτερούν.
— Κι όλα τα πλήθη σιωπή
μ᾽ ευλάβεια ας κρατούν.

Καλοπροαίρετες σ᾽ αυτή τη χώρα και πιστές
1040 ελάτε, θέαινες σεβαστές, κι η φεγγερή
στο δρόμο σας λαμπάδ᾽ ας σας ευφραίνει
— Κι ας συνοδεύει τους ψαλμούς
τώρα ο λαός μ᾽ αλαλαγμούς.

Παντοτινή ευτυχία αυτές θα μένουνε οι σπονδές
για της Παλλάδας το λαό· γιατ᾽ έτσι ο δυνατός
ο Δίας κι η Μοίρα ᾽ναι συμφωνημένοι.
— Κι ας συνοδεύει τους ψαλμούς
1047 τώρα ο λαός μ᾽ αλαλαγμούς.

ΗΓΕΤΕΣ, ΠΛΗΘΗ ΚΑΙ Η ΔΥΝΑΜΗ ΤΗΣ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΕΙΚΟΝΑΣ: Η ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ ΣΤΟΝ ΘΟΥΚΥΔΙΔΗ

Ο Θουκυδίδης αφιερώνει σημαντικό μέρος της Ιστορίας του στην παρουσίαση συζητήσεων που έγιναν δημόσια. Αποδίδει ίση σημασία στον διάλογο που διεξάγεται ενώπιον συλλογικών σωμάτων, επιφορτισμένων με την ευθύνη της λήψης αποφάσεων, και στις ενέργειες που πηγάζουν από τις αποφάσεις αυτές. Οι λόγοι των Κερκυραίων και των Κορινθίων στο 1° Βιβλίο (1.32-43) σχεδόν υπερβαίνουν σε έκταση την αφήγηση που ακολουθεί (1.44-55), ενώ τα γεγονότα που ακολουθούν μετά τον διάλογο για την τύχη της Μυτιλήνης (3.37-48) δεν καταλαμβάνουν περισσότερο από μία σελίδα των εκδόσεων της Οξφόρδης (3-49-50). Παρ’ όλα αυτά, ο Θουκυδίδης είναι ιδιαίτερα προσεκτικός, ώστε πουθενά να μη δώσει την εντύπωση ότι η τεχνική ενός ρήτορα διαδραμάτιζε από μόνη της ρόλο καθοριστικό στη διαμόρφωση της πολιτικής στις πολιτικές κοινότητες της εποχής του. Δίχως αμφιβολία, όσοι λάμβαναν τον λόγο έδιναν τον καλύτερό τους εαυτό, ενώ και ο ίδιος ο ιστορικός καταβάλλει σημαντική προσπάθεια προκειμένου να εφοδιάσει όλους τους λόγους που περιέλαβε στο έργο του με τα δέοντα, τα κατάλληλα για κάθε περίσταση ρητορικά μέσα, στα οποία περιλαμβάνονται και τα επιχειρήματα. Είχε ωστόσο την άποψη ότι η συμπεριφορά των ανθρώπων την ώρα που ψηφίζουν καθορίζεται από πολύ βαθύτερα και πιο σύνθετα αίτια από ό,τι η δύναμη του προφορικού λόγου (ο Θουκυδίδης επισημαίνει λ.χ. ότι οι λόγοι δεν έπαιζαν μείζονα ρόλο στην απόφαση των Σπαρτιατών να κηρύξουν τον πόλεμο στην Αθήνα: 1.88, βλ. και 1.23.6).
 
Πώς λοιπόν κατέληγαν σε αποφάσεις τα πολυπληθή σώματα, και ιδιαίτερα οι συνελεύσεις των δημοκρατικών πόλεων όπως η Αθήνα; Το έργο του Θουκυδίδη περιέχει έναν μεγάλο όγκο πληροφοριών σχετικά με την πολιτική επικοινωνία και τον ρόλο της κοινής γνώμης στη διάρκεια του Πελοποννησιακού πολέμου. Στο κεφάλαιο αυτό θα εξετάσουμε το φαινόμενο της αλληλεπίδρασης μεταξύ πολιτικών ηγετών και κοινού, σε μια προσπάθεια να δείξουμε πώς ο Θουκυδίδης συνέλαβε και αποτύπωσε τους μηχανισμούς της λήψης αποφάσεων στις Ελληνικές πόλεις-κράτη του 5ου αιώνα.
     
Ο έλεγχος του δημοσίου λόγου:
Κοινή γνώμη, δημόσιες αγορεύσεις και η αφήγηση του Θουκυδίδη
 
Οι αντιδράσεις του κοινού βρίσκονται πολύ συχνά στο επίκεντρο της αφήγησης, και φαίνεται ότι όντως απασχολούσαν αδιάκοπα πολιτικούς και στρατιωτικούς αξιωματούχους. Σε καιρό πολέμου η κοινή γνώμη επιδεικνύει ξεχωριστή ευαισθησία για τα ζητήματα της νίκης, της ήττας και της στρατιωτικής διοίκησης. Ο Νικίας απέκτησε μεγάλη φήμη χάρη στις επιτυχίες του ως στρατηγός στον Αρχιδάμειο πόλεμο,[1] γεγονός που εξηγεί την (όψιμη) είσοδό του στον πολιτικό στίβο τα επόμενα έτη. Από την άλλη πλευρά πάλι, η αποδοκιμασία της συμπεριφοράς του Αλκιβιάδη από το κοινό οδηγεί τελικά στην κα­θαίρεσή του. Το γεγονός τονίζεται εύλογα από τον Θουκυδίδη, που επισημαίνει την πλήρη διάσταση αυτής της συμπεριφοράς με τις στρατιωτικές ικανότητες του Αλκιβιάδη: ‘...κράτιστα διαθέντι τά τοῦ πολέμου...’ [... αν και ... ήταν άριστος για τα πολεμικά ζητήματα ...] 6.15-4.[2] Οι στρατηγοί ήταν υποχρεωμένοι να υπολογίζουν τον αντίκτυπο που θα είχαν οι ενέργειες τους στην Αθήνα.[3] Το 426 ο Δημοσθένης απέφυγε να επιστρέφει στην Αθήνα ύστερα από μια αποτυχημένη επιχείρηση στην Αιτωλία. Παρέμεινε στην περιοχή της Ναυπάκτου ‘φοβούμενος την οργή των Αθηναίων’ (3.98.5). Ο Δημοσθένης ήταν προφανώς γνώστης συμβάντων, όπως αυτά που περιγράφονται στο 2.70: οι Αθηναίοι στρατηγοί που είχαν συνθηκολογήσει με την πολιορκημένη Ποτείδαια (χειμώνας του 429) κατηγορήθηκαν από τους Αθηναίους ότι δεν επέβαλαν αρκετά σκληρούς όρους στην εξουθενωμένη πόλη. Και στις δύο περιπτώσεις η κριτική κατά των επικεφαλής φαίνεται δικαιολογημένη, στον βαθμό που η αφήγηση μας επιτρέπει να κρίνουμε.[4] Ο αναγνώστης έχει τη δυνατότητα να αντιληφθεί τον ρόλο της κοινής γνώμης, έστω και αν στις περιπτώσεις που αναφέραμε δεν φαίνεται η αντίδρασή της να έφθασε μέχρι τη λήψη συγκεκριμένων μέτρων. Όταν πάλι ο Θουκυδίδης θεωρεί μια απόφαση λανθασμένη, ενδέχεται να την αποσιωπά ολοκληρωτικά. Η αφήγηση υποδηλώνει ότι η στρατηγία τού ιδίου στην Βόρειο Ελλάδα υπήρξε άμεμπτη, παρά την απώλεια της Αμφίπολης που πέρασε στα χέρια του Βρασίδα (4.103-108). Η εξορία του Θουκυδίδη θα αναφερθεί αργότερα (5.26.5, σε συμφραζόμενα που παραπέμπουν στον ευεργετικό της αντίκτυπο στη σύνταξη του έργου), όμως η αφήγηση στο 4° Βιβλίο στερεί από τους Αθηναίους την ευκαιρία να καταδικάσουν τον ιστορικό ως στρατηγό. Η εκδοχή του ιστορικού δεν επιδέχεται αντίλογο.
 
Πίσω από τις επιλεκτικές αναφορές και τις σημαίνουσες παραλείψεις στην παρουσίαση των δημόσιων αντιπαραθέσεων μπορεί κανείς να διακρίνει μια αρχή που διέπει τη σύνθεση του έργου. Ο Περικλής δεν έχει αντίπαλο στο έργο του Θουκυδίδη, ενώ καμία από τις δύο συμβουλευτικές δημηγορίες του δεν συνοδεύεται από έναν αντίλογο, παρά το γεγονός ότι ο ιστορικός αναφέρεται με συντομία στην ύπαρξη διαφορετικών απόψεων (1.139.4)[5] ή εχθρικών προς αυτόν αισθημάτων (2.59.3, 2.65.2-3). Επιπλέον, μέχρι τον θάνατο του Περικλή κανένας άλλος Αθηναίος δεν εμφανίζεται στην Ιστορία ως αξιόλογος πολιτικός.[6] Καταδικάζοντας κάθε άλλη φωνή σε σιγή, το έργο του Θουκυδίδη μετατρέπεται σε εύγλωττη μαρτυρία της πεποίθησης του συγγραφέα: ἐγίγνετό τε λόγῳ μέν δημοκρατία ἔργῳ δέ ὑπό τοῦ πρώτου ἀνδρός ἀρχή 2.65.9 [έτσι η πολιτεία φαινομενικά ήταν δημοκρατία, ενώ στην πραγματικότητα την κυβερνούσε ο πρώτος της πολίτης]. Ο Περικλής παρουσιάζεται ως ο πιο επιτυχημένος πολιτικός όσον αφορά τον έλεγχο της κοινής γνώμης. Ή αιτία ήταν ότι ο Περικλής, αντλώντας δύναμη από το κύρος και την πολιτική κρίση του, και καθώς ήταν ολοφάνερο πως δεν δεχόταν δώρα, επιβαλλόταν στο πλήθος χωρίς να του στερεί την ελευθερία του. Και περισσότερο τους κατηύθυνε παρά τον κατηύθυναν, γιατί τη δύναμή του δεν τη στήριζε σε μεθόδους ανάρμοστες λέγοντας αυτά που θα ευχαριστούσαν το πλήθος, αλλά με το κύρος του μπορούσε και να αντιταχθεί στις ορέξεις τους’ (2.65.8). Στη συνέχεια θα επιχειρήσουμε μια ανίχνευση των τεχνικών που επέτρεψαν μια τέτοια κυριαρχία στο πλαίσιο του δημοκρατικού συστήματος της Ελληνικής πόλεως, όπως αυτές εκτίθενται στο έργο του Θουκυδίδη.
 
Ι. Ο έλεγχος του πλήθους Ο έλεγχος των διαύλων της επικοινωνίας
 
Όπως ο Θουκυδίδης διατηρεί πλήρως τον έλεγχο της αφήγησής του, έτσι και οι πρωταγωνιστές στο έργο του πρέπει να ελέγχουν τις πολιτικές διεργασίες, ώστε να διασφαλίσουν την επίτευξη των στόχων τους. Σε μια δημοκρατική πόλη οι κύριοι δίαυλοι επικοινωνίας με το κοινό ήταν τα συλλογικά πολιτικά σώματα, που κάποτε ταυτίζονταν με το σύνολο των πολιτών, όπως στην Αθηναϊκή εκκλησία. Όταν ο Περικλής βρισκόταν αντιμέτωπος με την εχθρότητα ενός μεγάλου μέρους των πολιτών, απέφευγε να συγκαλέσει την εκκλησία του δήμου, έτσι ώστε να ελαχιστοποιήσει την αποτελεσματικότητα των διαμαρτυριών εναντίον του (2.22.1).[7] Δεν έδινε στο πλήθος την ευκαιρία να μετατραπεί σε όχλο.[8] Ο Περικλής ήταν πεπεισμένος ότι οι αντίπαλοί του θα ήταν σε θέση να βλάψουν το κύρος του, σε περίπτωση που τους παραχωρούσε το βήμα. Όταν τα πλήθη πιστεύουν ότι έχουν υποστεί βλάβη (στις λεγόμενες καταστάσεις ‘μετά την καταστροφή’), έχουν την τάση να προσάπτουν μομφές σε εκείνους που θεωρούν υπεύθυνους.[9] Για τον λόγο αυτόν ο Περικλής προσπαθούσε να κερδίσει χρόνο, αποφεύγοντας την αρνητική δημοσιότητα. Οι πράξεις του βρίσκονται σε συμφωνία με τη βασική αρχή των δημοσίων σχέσεων: μεγιστοποίηση της θετικής δημοσιότητας και ελαχιστοποίηση της αρνητικής.[10]
 
Αντίθετα, η αναχώρηση του Αλκιβιάδη για τη Σικελία με την ιδιότητα του επικεφαλής της εκστρατείας τού στερεί κάθε δυνατότητα να διατηρήσει την κατάσταση υπό έλεγχο. Ενώ είχε λάβει υποσχέσεις ότι δεν θα δικαζόταν ερή­μην για κατηγορίες που εκκρεμούσαν, μόλις αναχώρησε, οι αντίπαλοί του βρήκαν την ευκαιρία να προκαλέσουν την καταδίκη του, στερώντας έτσι από την πόλη τις υπηρεσίες τού πιο καταλλήλου ηγέτη της επιχείρησης (6.29, 6.61).
 
      Ο έλεγχος των διαδικασιών ήταν επομένως το κλειδί για τον έλεγχο του δημόσιου λόγου, στο μέτρο που ήταν δυνατόν να επηρεασθούν τα γεγονότα. Οι Μήλιοι αξιωματούχοι φοβούνταν ότι οι επικεφαλής της Αθηναϊκής δύναμης θα ήταν ικανοί να παραπλανήσουν τους κατοίκους του νησιού και γι’ αυτό δεν τους έδωσαν την ευκαιρία να απευθυνθούν στο πλήθος. Το σκεπτικό τους εκτίθεται από τους Αθηναίους: ὅπως δή μή ξυνεχεῖ ῥήσει οἱ πολλοί ἐπαγωγά καί ἀνέλεγκτα ἐσάπαξ ἀκούσαντες ἡμῶν ἀπατηθῶσιν 5.85 [για να μην παρασυρ­θεί το πλήθος από τα πειστικά επιχειρήματα που θα εκθέταμε σε μια συνεχή αγόρευση και τα οποία δεν θα μπορούσαν να ελέγξουν]. Έτσι, οι άρχοντες των Μηλίων συνομίλησαν με τους Αθηναίους απεσταλμένους κεκλεισμένων των θυρών: Η μοναδικότητα του Διαλόγου των Μηλίων στο έργο του Θουκυδίδη υπογραμμίζει την ασυνήθιστη αυτή διαδικασία. Δεν είναι καθόλου βέβαιο ότι ο δήμος θα κρατούσε την ίδια ‘περήφανη’ στάση, που, όπως φροντίζουν να δηλώσουν οι Αθηναίοι, και όπως θα αντιληφθεί από τα ίδια τα γεγονότα ο αναγνώστης, σήμαινε την βέβαιη εκτέλεση όλων των ανδρών και την αιχμαλωσία γυναικών και παιδιών. Η πλειονότητα των θυμάτων της Μήλου δεν είχε καν τη δυνατότητα επιλογής[11] - την ώρα του πολέμου, ωστόσο, ακόμη και σύγχρονες δημοκρατίες καταφεύγουν στη λογοκρισία.
     
Ο έλεγχος του περιεχομένου της επικοινωνίας
 
Ο όρος ἀνέλεγκτα, τον οποίον χρησιμοποιούν οι Αθηναίοι απεσταλμένοι στη Μήλο, στρέφει την προσοχή μας προς μια κρίσιμη παράμετρο διαδικασίας λήψης αποφάσεων: τον έλεγχο των διαθέσιμων πληροφοριών. Μιλώντας στους κατοίκους των πόλεων της Χαλκιδικής, ο Βρασίδας προβάλλει ψευδείς ισχυρισμούς σχετικά με τις πρόσφατες στρατιωτικές επιχειρήσεις στα Μέγαρα (4.66- 74), σε μια προσπάθεια να καλλιεργήσει παραπλανητικές εντυπώσεις ως προς την πολεμική ισχύ και το ηθικό Αθηναίων και Σπαρτιατών.[12] Το ακροατήριό του δεν ήταν σε θέση να επαληθεύσει ή να αντικρούσει όσα τους έλεγε, σε αντίθεση με τους αναγνώστες της Ιστορίας, οι οποίοι έχουν πλήρη επίγνωση του γεγονότος ότι ψεύδεται (4.85.7, 4.108.5). Τα λόγια του Βρασίδα χαρακτηρίζονται ευθέως επαγωγά (με έναν όρο δηλαδή που χρησιμοποιούν και οι Αθηναίοι στη Μήλο) και ἐφολκά (4.108.5). Η άγνοια από μέρους των ακροατηρίων του επιτρέπει στον Βρασίδα να χρησιμοποιεί τα ίδια επιχειρήματα και τεχνάσματα σε διαφορετικές πόλεις (4.120.3).
 
Επειδή το μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού δεν είχε πρόσβαση σε πηγές πληροφόρησης, οι πολιτικοί ηγέτες ήταν υπεύθυνοι για τη διάδοση πληροφοριών και γνώσεων. Ο Περικλής ποτέ δεν εκμεταλλεύτηκε την άγνοια του ακροατηρίου του. Οι λόγοι του πληροφορούσαν, συμβούλευαν, εξηγούσαν, προέβλεπαν γεγονότα, προειδοποιούσαν.[13] Αντίθετα ο Αλκιβιάδης εξαπατούσε τους Αθηναίους, δημιουργώντας ψευδείς προσδοκίες και πείθοντάς τους λ.χ. να επιτεθούν στη Σικελία, έναν τόπο μακρινό, για τον οποίο δεν γνώριζαν σχεδόν τίποτα (6.1).[14] Ο ιστορικός αφιερώνει μια αυτοτελή ενότητα, τη λεγάμενη Σικελική αρχαιολογία (6.205), στην ιστορία και τους κατοίκους της νήσου, δίνοντας με αυτόν τον τρόπο στον αναγνώστη τη δυνατότητα να συλλάβει το μέγεθος της άγνοιας των Αθηναίων.[15] Ο αναγνώστης για πρώτη φορά ακούει για τον Αλκιβιάδη με αφορμή το τέχνασμα που επινόησε για να προωθήσει τη σύναψη συνθήκης με το Άργος και να υπονομεύσει τις διαπραγματεύσεις του Νικία με τη Σπάρτη (5.43-46). Το τέχνασμα συνίσταται στην παρεμπόδιση της ροής πληροφοριών προς τους συμπολίτες του: πείθει τους απεσταλμένους της Σπάρτης να αποσιωπήσουν στον λόγο τους προς τους Αθηναίους το γεγονός ότι έχουν πλήρη εξουσιοδότηση να διαπραγματευθούν και να συμφωνήσουν τους όρους της συνθήκης ειρήνης με τους Αθηναίους. Τους διαβεβαίωσε ότι θα ήταν καλύτερο να εξασφαλίσει ο ίδιος μια τέτοια απόφαση. Αντί γι’ αυτό εκ- μεταλλεύθηκε τη δημόσια δήλωση των Σπαρτιατών ότι δεν είχαν τέτοια εξουσιοδότηση προκειμένου να στρέψει τους Αθηναίους εναντίον τους, ώστε να απορρίψουν τη συμφωνία.
 
Υπάρχουν περιπτώσεις που οι πολιτικοί είναι υποχρεωμένοι να υπερασπιστούν την αξιοπιστία των πληροφοριών τους. Η πληροφορία είναι δύναμη και ως τέτοια προκαλεί συχνά τον φόβο: ο Κλέων επέμενε να αμφισβητεί την ορθότητα των πληροφοριών σχετικά με τις κακουχίες του Αθηναϊκού αποσπάσματος στην Πύλο, σκοπεύοντας να συντηρήσει την εντύπωση ότι ο πόλεμος ευνοούσε τους Αθηναίους. Η στάση του, παρ’ όλα αυτά, υπαγορευόταν από μια καιροσκοπική τακτική. Ο Κλέων γνώριζε πολύ καλά ότι οι Αθηναίοι δεν θα παρέμεναν απληροφόρητοι επί πολύ χρόνο και έτσι βρέθηκε σε δίλημμα: ή θα ορίζονταν νέοι απεσταλμένοι, οι οποίοι θα διαπίστωναν την πραγματική κατάσταση, ή θα αποστελλόταν ο ίδιος επί τόπου με μια επικουρική δύναμη. Γνωρίζοντας ότι η αποκάλυψη της αλήθειας θα αποδείκνυε την ανευθυνότητά του, ο Κλέων επέλεξε τη δεύτερη λύση. Όπως παρατηρεί ο Θουκυδίδης, η αδυναμία του προκάλεσε τα γέλια των Αθηναίων (4.27-28). Το γέλιο αποκαλύπτει περιφρόνηση και καταστρέφει την εικόνα σοβαρότητας του ρήτορα - στη συγκεκριμένη περίπτωση γελοιοποιεί τον ισχυρισμό του ότι έκρινε ορθά τα νέα από το πεδίο της μάχης. Στην περίπτωση του Κλέωνα ο χλευασμός του από το πλήθος φαίνεται δικαιολογημένος. Υπάρχει μία ακόμη περίπτωση στην Ιστορία στην οποία ένας πολιτικός έρχεται αντιμέτωπος με τα γέλια του πλήθους, σε εκείνην όμως την περίπτωση η γελοιοποίηση είναι άδικη. Ο Συρακούσιος Ερμοκράτης αξιοποίησε στο έπακρο πληροφορίες από διάφορες πηγές (πολλαχόθεν, 6.21.1) ότι το Αθηναϊκό ναυτικό έπλεε προς τη Σικελία: αντιδρώντας ακαριαία και συνετά, απηύθυνε έκκληση προς όλους τους Σικελούς να συνεργασθούν και να αρχίσουν να ετοιμάζονται με σοβαρότητα για τον πόλεμο (6.33-34). Παρ’ όλα αυτά βρίσκει απέναντι του τον δήμο των Συρακουσών διχασμένο. Αρκετοί πολίτες αμφέβαλλαν για την αξιοπιστία των ειδήσεων, ενώ άλλοι προσπάθησαν να υποβαθμίσουν τη σημασία της απειλής. Ο δημαγωγός Αθηναγόρας προσπάθησε να δυσφημίσει τον Ερμοκράτη, ισχυριζόμενος ότι εκφόβιζε το πλήθος με ιδιοτελή κίνητρα. Μάλιστα, ορισμένοι από το ακροατήριο προσπάθησαν να παρασύρουν το πλήθος σε γέλια σε βάρος του Ερμοκράτη. Χρειάστηκε η παρέμβαση ενός στρατηγού, ώστε να κλείσει ομαλά η σύνοδος της εκκλησίας (6.41). Σε αυτή τη σκηνή ο Ερμοκράτης, τον οποίον αργότερα ο Θουκυδίδης επαινεί με θέρμη για τη σύνεση και την ανδρεία του (6.72), αποδείχτηκε ανίκανος να πείσει το πλήθος για μια εξαιρετικά κρίσιμη κατάσταση. Αυτό το επεισόδιο επιβεβαιώνει την προβληματική αλληλεπίδραση μεταξύ του πλήθους και του Ερμοκράτη και είναι συμπτωματικό για τα πολιτικά ήθη που επικρατούσαν στις Συρακούσες εκείνη την εποχή.[16] Παρ’ όλα αυτά, ο αναγνώστης καταγράφει το γεγονός ότι δεν ήταν ο Ερμοκράτης, αλλά ο ανώνυμος στρατηγός εκείνος που τελικά διέσωσε την κατάσταση.
 
Σε τέτοιες περιστάσεις η διάκριση ανάμεσα στην αλήθεια και τις φήμες, τις ανεπιβεβαίωτες πεποιθήσεις του καθενός,[17] ήταν δύσκολη, καθώς δεν υπήρχαν θεσμοθετημένα μέσα μαζικής ενημέρωσης και τεχνολογίες της πληροφόρησης. Έτσι, έσχατο κριτήριο προσανατολισμού των ανθρώπων παρέμενε σε στιγμές αμφιβολίας η αποτελεσματική τους επικοινωνία με τον ηγέτη. Αυτή σε μεγάλο βαθμό εξαρτάται από το κύρος του πολιτικού και την ικανότητά του να χειρίζεται το πλήθος.
 
Θεωρητική άποψη της ψυχολογίας του πλήθους
 
Ο Θουκυδίδης είχε αντιληφθεί πόσο σημαντικό ήταν για τους πολιτικούς να κατέχουν ειδικές γνώσεις για τη συμπεριφορά των μαζών. Σε αντίθεση με τον Κλέωνα, ο οποίος κατά τη συζήτηση για την Πύλο φαίνεται περισσότερο να υπόκειται ο ίδιος στον έλεγχο του πλήθους παρά να ασκεί έλεγχο επάνω του, ένας καλός πολιτικός δεν πρέπει να αυτοσχεδιάζει -  πριν από όλα πρέπει να είναι γνώστης των ιδιορρυθμιών της ψυχολογίας των μαζών. Το έργο του Θουκυδίδη μελετά την ανθρώπινη συμπεριφορά, στην οποία ο ιστορικός διακρίνει χαρακτηριστικά κατά το μάλλον ή ήττον σταθερά, που πηγάζουν από την ίδια την ανθρώπινη φύση.[18] Ο Θουκυδίδης αναφέρεται ρητά στη συλλογική συμπεριφορά και την ψυχολογία του όχλου (3.8) ως αντικείμενα ειδικής παρατήρησης.[19] Προσπαθεί ‘να αναγνωρίσει διαδικασίες που παρουσιάζονται με μεγάλη συχνότητα’.[20] Ο Περικλής ενσαρκώνει και ως προς αυτό το σημείο τον ιδανικό αναλυτή. Στηριζόμενος στη μελέτη της συλλογικής συμπεριφοράς μπορεί με ευχέρεια να κάνει εμπεριστατωμένες προβλέψεις. Επιχειρεί να αποτρέψει τις μεταπτώσεις στη διάθεση του κόσμου,[21] κάνοντας λόγο ανοικτά γι’ αυτό το ενδεχόμενο, και προλαβαίνει ή απαλύνει τις αντιδράσεις του ακροατηρίου επανερχόμενος στη συζήτηση του θέματος και υπενθυμίζοντας διαρκώς ότι ο ίδιος έχει σταθερές απόψεις (1.140.1, 1.141.1, 1.144.1, 2.61.2, 2.62.1, 2.64.1). Αυτός ο μετα-επικοινωνιακός, ελιτίστικος λόγος αποτελεί προσπάθεια εκλογίκευσης της συλλογικής συμπεριφοράς.[22] Με τη διδαxή και τη λογική ανάλυση ο Περικλής προσπαθεί να αποθαρρύνει τις ανεπιθύμητες ενέργειες από την πλευρά του πλήθους και να μετατρέψει τη μάζα σε ένα σώμα υπεύθυνων ατόμων.
 
Ο τρόπος με τον οποίο ο Περικλής χειρίζεται τον Αθηναϊκό λαό είναι εντελώς διαφορετικός από τις μεθόδους των επιγόνων του, οι οποίοι κολάκευαν τον δήμο (2.65.10) και προσπαθούσαν να εξασφαλίσουν την υποστήριξή του υποθάλποντας την απληστία του! Από τους επιγόνους του Περικλή ο Νικίας διακατέχεται από μόνιμη ανησυχία για τις διαθέσεις των Αθηναίων, η γνώση του όμως σχετικά με την ανθρώπινη συμπεριφορά είναι στατική και επιπόλαια. Του λείπει η βαθύτερη κατανόηση της δυναμικής των κοινωνικών φαινομένων, η οποία θα του επέτρεπε να αντιμετωπίσει με επιτυχία τον όχλο. Πριν από τη Σικελική εκστρατεία αποτιμά εσφαλμένα τον πιθανό αντίκτυπο της δεύτερης δημηγορίας του και προκαλεί έτσι την αντίθετη αντίδραση από εκείνην που επεδίωκε (6.24). Στη σύσκεψη των στρατηγών στη Σικελία η πρότασή του για την τακτική που θα έπρεπε να ακολουθηθεί είναι θεμελιωμένη στη μοιρολατρική υπόθεση ότι οι Αθηναίοι στρατιώτες, οι οποίοι πιεστικά ζητούσαν την επιστροφή στην πατρίδα, θα κατηγορούσαν αργότερα τους αρχηγούς τους ότι αποφάσισαν την επιστροφή του στρατεύματος έχοντας δωροδοκηθεί (7.48.4).[23] Ο φόβος της κοινής γνώμης τον καθιστά ανάπηρο. Αναφερόμενος διαρκώς στις δυσκολίες που αντιμετώπιζε κατά την επικοινωνία του με τους ανθρώπους, φαίνεται σαν να προσπαθεί να εξορκίσει το πρόβλημα παρά να το αντιμετωπίσει. Την ίδια στιγμή ορίζει το πρόβλημα με τρόπο πολύ στενό, περιορίζοντας τις αναφορές του στον Αθηναϊκό λαό (αλλά εννοώντας αναμφιβόλως τον δήμο). Η υποτιθεμένη ιδιαιτερότητα των Αθηναίων τού γίνεται εμμονή - και μετατρέπεται σε εφιάλτη (6.9.3, 7.14.4., 7.48.2, 7.48.4). Δαιμονοποιώντας τους Αθηναίους, ο Νικίας αποτυγχάνει να αναγνωρίσει ότι η ανθρώπινη φύση είναι σταθερή. Η αποτυχία του είναι ενδεχομένως σύμπτωμα της αριστοκρατικής του νοοτροπίας, καθώς οι αναφορές του στους Αθηναίους έχουν μια περιφρονητική χροιά. Αυτό γίνεται ακόμη πιο έκδηλο στην τελευταία του αποστροφή προς το ηττημένο στράτευμα, όταν με τραγικό τρόπο συγκρίνει την προηγούμενη ευημερία του με τα δεινά πάθη του παρόντος. Ο Νικίας υπαινίσσεται ότι αξίζει μια τέτοια τύχη πολύ λιγότερο από τους κοινούς στρατιώτες του:[24] νῦν ἐν τῷ αὐτῷ κινδύνῳ τοῖς φαυλοτάτοις αἰωροῦμαι (‘αλλά τώρα, να που βρίσκομαι κι εγώ στον ίδιο κίνδυνο με τους πιο ταπεινούς από σας’, 7.77.2). Σε αντίθεση με τον Περικλή ο αριστοκράτης Νικίας δεν είναι σε θέση να δείξει σεβασμό για το πλήθος, την πηγή της εξουσίας σε μια δημοκρατική πολιτεία. Ο Νικίας φαίνεται να αγνοεί ότι η αναγνώριση και η αποδοχή των κανόνων της πολιτικής επικοινωνίας είναι αναγκαία προϋπόθεση για την επιτυχία στην πολιτική πράξη.[25]
     
Επικοινωνιακές δεξιότητες: τα σωστά λόγια τη σωστή στιγμή
 
Ηγέτες που φιλοδοξούν να ελέγχουν την κοινή γνώμη πρέπει να γνωρίζουν πότε και πώς θα παρουσιάσουν τις ιδέες τους σε ένα ακροατήριο. Ο Θουκυδίδης σκιαγραφεί την εικόνα χαρισματικών ηγετών, όπως ο Αλκιβιάδης και ο Βρασίδας, οι οποίοι είναι πειστικοί σε όλες τους τις εμφανίσεις, ακόμα και όταν εξαπατούν το ακροατήριό τους. Ο Αλκιβιάδης δηλώνει με αυτοπεποίθηση ότι ο φλογερός ενθουσιασμός του είναι σε θέση να εμπνεύσει ένα ακροατήριο και να το κάνει να υιοθετήσει τα επιχειρήματά του.[26] Ο Κλέων έχει εκ διαμέτρου αντίθετη ιδιοσυγκρασία και η αλληλεπίδρασή του με το πλήθος ήταν πάντα προβληματική. Σύμφωνα με το εισαγωγικό σχόλιο του ιστορικού που συνοδεύει την πρώτη του εμφάνιση στο έργο (3-36.6) ήταν ο μεγαλύτερος θιασώτης της βίας στην πόλη (βιαιότατος) και αυτός που την εποχή εκείνη έπειθε περισσότερο (πιθανότατος)’.[27] Ο αναγνώστης όμως γίνεται απλώς μάρτυρας της εξασθένησης αυτής της επιρροής, καθώς επίσης και της απόρριψης μιας πολιτικής υπέρμετρης βίας κατά των εχθρών και όσων συμμάχων αποστατούσαν. Η συζήτηση για τη Μυτιλήνη ήταν μια εκκωφαντική προσωπική ήττα του Κλέωνα, πράγμα που δείχνει ανάγλυφα ο Θουκυδίδης με τη λεπτομερή παρουσίαση της προσπάθειας του δημαγωγού να διατηρήσει σε ισχύ την αρχική απόφαση. Άλλη ευκαιρία για δημόσια αγόρευση δεν θα του δοθεί στο έργο. Στη συζήτηση για την Πόλο η εικόνα του ως δημόσιου άνδρα καταρρακώνεται, καθώς αυτό που γίνεται έκδηλο είναι ότι προσπαθεί απεγνωσμένα να συγκαλύψει την ανεπάρκειά του (επίσης 5.16.1). Οι πιο συνετοί πολίτες παίρνουν την εκδίκησή τους για τα περιφρονητικά του σχόλια στο 3.37.3: ‘Τα φαντασμένα αυτά λόγια (ενν. του Κλέωνα) προκάλεσαν και μερικά γέλια. Οι φρονιμότεροι, όμως, ήταν ικανοποιημένοι ότι ένα από τα δυο θα γινόταν οπωσδήποτε. Ή θα γλύτωναν από τον Κλέωνα - και αυτό θεωρούσαν πιθανότερο - ή αν διαψεύδονταν οι προβλέψεις τους, τότε θα αιχμαλώτιζαν τους Λακεδαιμονίους’ (4.28.5). Είναι αξιοσημείωτο ότι στο στρατιωτικό απόσπασμα που στάλθηκε στην Πύλο υπό τον Κλέωνα δεν περιλαμβάνονταν Αθηναίοι (αυτό δηλώνεται σαφώς στο 4.28.4), και επίσης ότι πριν από τη μάχη στην Αμφίπολη ακούμε τους στρατιώτες να συγκρίνουν ‘την «τόση απειρία» και την «τόση δειλία»’ με την ‘μεγάλη εμπειρία και την μεγάλη τόλμη’ του Βρασίδα· μαθαίνουμε επίσης ότι τον είχαν ακολουθήσει απρόθυμα (5-7.2)
 
Υπάρχουν επίσης ηγέτες οι οποίοι έχουν ορθές απόψεις, αλλά δεν είναι σε θέση να τις επιβάλουν. Ο Δημοσθένης, και κυρίως ο Νικίας, στρατηγοί με επιτυχίες κατά τον Αρχιδάμειο πόλεμο, αποτελούν εύγλωττα παραδείγματα για αυτό.
 
Στην αρχή του 4ου Βιβλίου διαβάζουμε ότι οι Αθηναίοι απέστειλαν δυνάμεις στη Δυτική Ελλάδα. Πρόκειται για την εκστρατεία που επρόκειτο να καταλήξει στη μεγάλη επιτυχία της Πύλου. Ωστόσο, μολονότι η εκκλησία είχε εξουσιοδοτήσει τον Δημοσθένη να χρησιμοποιήσει την εκστρατευτική δύναμη όπως αυτός έκρινε - παρά το γεγονός δεν είχε ακόμη αναλάβει τα καθήκοντά του ως στρατηγός (4.2.4)[28] - οι στρατηγοί και οι στρατιώτες αντιμετώπισαν με θυμηδία τις εισηγήσεις του. Απέρριψαν την πρότασή του να προσορμισθούν στην Πύλο, πράγμα το οποίο τελικά αναγκάστηκαν να κάνουν, όταν τους υποχρέωσε η κακοκαιρία (4.3.1). Αφού τελικά κατέπλευσαν εκεί, έστω και αν αυτό συνέβη από τύχη, ο Δημοσθένης πρότεινε την ανέγερση τείχους. Οι άλλοι’, σημειώνει ο Θουκυδίδης, ‘είπαν ότι υπάρχουν αρκετά έρημα ακρωτήρια στην Πελοπόννησο, εάν ήθελε να ανεβάσει το κόστος για την πόλη περιτειχίζοντας κάποιο από αυτά’. Αφού δεν ήταν σε θέση να πείσει ούτε τους στρατηγούς ούτε τους στρατιώτες, παρέμεινε εκεί άπρακτος, μέχρι που οι στρατιώτες, έχοντας βαρεθεί από την απραξία, βάλθηκαν να κτίζουν το οχυρό (4.33-4.4.1).   
 
Ο Δημοσθένης σκιαγραφείται ως Ανήμπορος να κατευθύνει ένα ακροατήριο διά της πειθούς. Παρουσιάζεται ως άνθρωπος που αναγκάζεται να συμμορφωθεί με τις επιθυμίες των άλλων, ανίκανος να επηρεάσει τη ροή των γεγονότων. Οι προτάσεις του απορρίπτονται δύο φορές, εφαρμόζονται όμως κατά σύμπτωση ή όταν ο χρόνος είναι κατάλληλος. 
   
Ο Νικίας έχει να αντιμετωπίσει ακόμη σοβαρότερα προβλήματα επικοινωνίας. Παρά την ευθυκρισία του οι παρεμβάσεις του τείνουν να εκδηλώνονται τη λάθος στιγμή. Αυτό σημαίνει ότι αγωνίζεται πάντοτε για υποθέσεις χαμένες. Επιτρέπει στα γεγονότα να εξελιχθούν και όταν επιχειρεί να παρέμβει, είναι ήδη πολύ αργά. Δεν ελέγχει ποτέ το πλήθος - το πλήθος είναι αυτό που τον ελέγχει.[29] Προσπαθεί να καλλιεργήσει σχέσεις με τη Σπάρτη, τη στιγμή που ο Αλκιβιάδης έχει ήδη υπονομεύσει κάθε προσπάθεια προς αυτήν την κατεύθυνση και έχει προωθήσει συμμαχία με τον εχθρό της Σπάρτης, το Άργος. Η αποτυχία του εκτίθεται με κάθε λεπτομέρεια και προξενεί την πρώτη ρωγμή στην εικόνα του ως επιτυχημένου στρατιωτικού και υποστηρικτή της ειρήνης (5.46.3). Ενώ άλλοι κατορθώνουν να έχουν τον χρόνο σύμμαχό τους, για τον Νικία οι συνθήκες είναι πάντοτε αντίξοες. Προσπαθεί να αποτρέψει τη Σικελική εκστρατεία, ενώ οι υποστηρικτές της έχουν ήδη προετοιμάσει το έδαφος κατάλληλα. Η αποστροφή του προς τον πρύτανιν στο τέλος της πρώτης του δημηγορίας (6.14) ισοδυναμεί με αποδοχή της αποτυχίας του να πείσει τον λαό (και έτσι στην περίπτωση αυτή δεν συμβαίνει αυτό που είχε συμβεί μετά τις συζητήσεις για την Κέρκυρα, 1.44.1, ή τη Μυτιλήνη, όταν η αρχική απόφαση είχε αναθεωρηθεί). Η δεύτερη δημηγορία του στη διάρκεια της συζήτησης φέρνει το ακριβώς αντίθετο αποτέλεσμα από εκείνο που προσδοκούσε. Ενισχύει την αίσθηση ασφάλειας του πλήθους και εντείνει την επιθυμία τους για περιπέτειες (6.24).
 
       Ο Νικίας είχε ίσως απόλυτα δίκιο να κατηγορεί τον Αλκιβιάδη για υπερβολική φιλοδοξία και καιροσκοπισμό, όταν ο τελευταίος εισηγήθηκε την εκστρατεία κατά της Σικελίας (6.12.206.13). Παρ’ όλα αυτά, ήταν ήδη πολύ αργά για να ματαιωθεί η εκστρατεία. Εξάλλου, ο χρόνος δεν ήταν πια ο κατάλληλος για την εξουδετέρωση του αντιπάλου του, και ο Νικίας άθελά του συντελεί στην υπονόμευση του Αλκιβιάδη σε μια στιγμή που η εκστρατεία έχει ήδη αποφασισθεί και ο Αλκιβιάδης πρόκειται να είναι ένας από τους επικεφαλής. Τελικά, ο Αλκιβιάδης καθαιρείται, και αυτό θα συμβάλει καθοριστικά στην αποτυχία της επιχείρησης.
     
Η αποφυγή διχασμού
 
Οι προηγούμενες διαπιστώσεις μας οδηγούν να διακρίνουμε μια ακόμη βασική αρχή που χαρακτηρίζει τον υπεύθυνο πολιτικό: η ορθή πολιτική είναι ασυμβίβαστη με τη διχόνοια (βλ. και τον λόγο του Ερμοκράτη στη Γέλα, 4.59-64). Η άστοχη διαίρεση του ακροατηρίου σε ομάδες από τον Νικία (οι μεγαλύτεροι στην ηλικία υποτίθεται ότι ήταν με το μέρος του, ενώ οι νεότεροι ήταν εχθρικοί προς αυτόν) προσφέρει στον Αλκιβιάδη την ευκαιρία να υποστηρίζει την ιδέα της ενότητας και της ομόνοιας. Ο Αλκιβιάδης συγκαλύπτει έτσι την εχθρότητα που έτρεφε για τον Νικία, υιοθετώντας ένα συναινετικό προσωπείο. Καλεί τον Νικία να συνεργασθεί μαζί του και τον λαό να εκμεταλλευθεί τις ικανότητες όλων (6.18.6). Φυσικά, τα λόγια αυτά δεν αποτελούν παρά ένα ρητορικό τέχνασμα. Σε αντίθεση με τον Περικλή ο Αλκιβιάδης δεν έχει - και, πολύ περισσότερο, δεν επιθυμεί να έχει - την υποστήριξη του συνόλου των πολιτών. Αντίθετα, αντλεί τη δύναμή του από μια συγκεκριμένη μερίδα του ακροατηρίου του, έχοντας μάλιστα οργανώσει από πριν ομάδες υποστηρικτών του.[30]
 
Ο Κλέων αποτελεί χαρακτηριστική περίπτωση του πολιτικού ο οποίος για να επιβιώσει χρειάζεται τη σύγκρουση. Πάντοτε προσωποποιεί τις πολιτικές διαμάχες και επιτίθεται κατά των αντιπάλων του (ή εάν δεν υπάρχουν αντίπαλοι, τους κατασκευάζει ο ίδιος), προκειμένου να επιτύχει τους σκοπούς του. Στη συζήτηση για τη Μυτιλήνη, θέλοντας να αποφύγει μια προσωπική ήττα λόγω της αναθεώρησης της πρώτης απόφασης, επιτίθεται με πάθος εναντίον όλων όσοι διαφωνούν μαζί του. Αργότερα, θα επιτεθεί σφοδρά στους απεσταλμένους της Σπάρτης που μεταφέρουν έκκληση για ειρήνη (4.22.2), διότι οι προσωπικές του φιλοδοξίες εξυπηρετούνται καλύτερα από τη συνέχιση του πολέμου. Είναι προσβλητικός προς τους αγγελιαφόρους από την Πύλο (4.27.3), έτσι ώστε να αποσπάσει την προσοχή των Αθηναίων από τη δική του ευθύνη για το ναυάγιο των ειρηνευτικών συνομιλιών. Λόγω της αντιπάθειας που τρέφει για τον Νικία εξευτελίζει τους στρατηγούς ασκώντας ανούσια κριτική (4.27.4-5).
 
Το κύριο χαρακτηριστικό της κοινής γνώμης είναι η αστάθεια, και αυτή εντείνεται σε συνθήκες πόλωσης.[31] Στους Αχαρνείς ο Αριστοφάνης ασκεί κριτική στους συμπολίτες του, επειδή αλλάζουν εύκολα γνώμη (μετάβουλοι, Αχ. 632). Ο Περικλής, όπως και άλλοι ρήτορες, προσπαθούν να αμβλύνουν αυτή την τάση προβάλλοντας τη σταθερότητα των δικών τους απόψεων (1.140.1, 2.61.2, βλ. επίσης 2.13.2· για τον Κλέωνα: 3.38.1). Αντίθετα, οι πολιτικοί που καλλιεργούν τη διχόνοια θέτουν την πόλη σε κίνδυνο, διότι η διατήρηση της τάξης αποτελεί προϋπόθεση επιτυχίας στη συνέλευση, όπως ακριβώς συμβαίνει και στη μάχη, ενώ η κατάρρευση της τάξης οδηγεί σε καταστροφή.[32] Η στάσις πρέπει να αποφεύγεται με οποιοδήποτε τίμημα. Η διχόνοια εύκολα μπορεί να βλάψει και τους ίδιους τους πολιτικούς που την υποδαυλίζουν, διότι από τη στιγμή που το πάθος θα υπερισχύσει της λογικής, οι άνθρωποι καθίστανται ανεξέλεγκτοι. Η ψυχολογική βία την οποία ασκούν οι οπαδοί του Αλκιβιάδη θα παραχωρήσει σύντομα τη θέση της στην τρομοκρατία των αντιπάλων τους. Και στη συζήτηση για τη Μυτιλήνη, η πρώτη, οριακή νίκη του Κλέωνα μετατρέπεται σε ήττα. Στο σημείο αυτό μπορούμε να κάνουμε τη σύγκριση με τον Περικλή, ο οποίος, όταν βρέθηκε αντιμέτωπος με τις διχαστικές τάσεις του ανήσυχου πλήθους, έκανε ό,τι ήταν δυνατόν για να αποκαταστήσει την κοινωνική συνοχή και την αλληλεγγύη μεταξύ των Αθηναίων. Ο Επιτάφιος αποτελεί την κορυφαία έκφραση αυτού του εγχειρήματος.
 
2. Προσωπικό κύρος
 
Σύμφωνα με τον Αριστοτέλη αυτός που θέλει να επιτυγχάνει στη συμβουλευτική ρητορεία πρέπει να χαρακτηρίζεται από φρόνηση, ηθική ακεραιότητα και διάθεση να προωθήσει τα συμφέροντα του ακροατηρίου του: τοῦ μεν οὖν αὐτούς εἶναι πιστούς τούς λέγοντας τρία ἐστί τά αἴτια - τοσαῦτα γάρ ἐστι δι’ ἅ πιστεύομεν ἔξω τῶν άποδείξεων. Ἔστι δέ αὐτά φρόνησις καί ἀρετή καί εὔνοια (Υπάρχουν τρεις λόγοι, για τους οποίους οι ομιλητές γίνονται πιστευτοί - γιατί τόσα είναι αυτά που μας κάνουν να δείχνουμε εμπιστοσύνη, πέρα από τις αποδείξεις: η φρόνηση, ο ενάρετος χαρακτήρας και η φιλική διάθεση’· Ρητ. 1378 a 6-8). Αυτές οι ιδιότητες αποδεικνύονται και στο έργο του Θουκυδίδη σημαντικές για κάθε πολιτικό. Καθώς ο Θουκυδίδης δεν είναι λογογράφος αλλά ιστορικός, οι εκφάνσεις αυτών των ιδιοτήτων δεν περιορίζονται στο κείμενο των δημηγοριών, όπως επιτάσσει ο φιλόσοφος (1356a6-10), αλλά διαχέονται επίσης στην αφήγηση, στα συνοπτικά σχόλια που εισάγουν τους ομιλητές, στα προσωπικά σχόλια του συγγραφέα και. τις ανακεφαλαιώσεις της δράσης ηγετικών προσωπικοτήτων που συναντούμε στο έργο. Σύνεση (ξύνεσις) και ηθική ακεραιότητα (ἀρετή) είναι οι όροι που επανέρχονται στα λιγοστά χωρία στα οποία ο Θουκυδίδης διατυπώνει επαίνους για συγκεκριμένα πρόσωπα. Η αφήγηση περιλαμβάνει επίσης πλούτο πληροφοριών σχετικά με τις προθέσεις των δημόσιων ανδρών, τις οποίες μπορούμε να συγκρίνουμε με τις θέσεις που υποστηρίζουν δημόσια.
     
Σύνεση
 
Μαζί με τη χρήση τεχνικών επιχειρηματολογίας[33] η ορθή κρίση για μια κατάσταση και η διεισδυτική ανάλυση της δυναμικής που επηρεάζει το μέλλον είναι οι βασικές εκφάνσεις της ξυνέσεως κατά τον Θουκυδίδη. Η πεμπτουσία της περιέχεται στο εγκώμιο του Θεμιστοκλή: τῶν τε παραχρῆμα δι’ ἐλάχίστης βουλῆς κράτιστος γνώμων καί τῶν μελλόντων ἐπί πλεῖστον τοῦ γενησομένου ἄριστος εἰκαστής· καί ἅ μέν μετά χεῖρας ἔχοι, καί ἐξηγήσασθαι οἷός τε, ὧν δ΄ ἄπειρος εἴη, κρῖναι ἱκανῶς οὐκ ἀπήλλακτο, τό τε ἄμεινον ἤ χεῖρον ἐν τῷ ἀφανεῖ ἔτι προεώρα μάλιστα (1.138.3)[34] [ήταν σε θέση να κρίνει ταχύτατα ποια ήταν η καλύτερη λύση για τα προκείμενα ζητήματα και να προβλέπει τα μέλ­λοντα να συμβούν. Είχε την ικανότητα να εξηγεί καθαρά τις υποθέσεις που διαχειριζόταν, αλλά και όταν ακόμα δεν ήξερε ένα ζήτημα, ήταν πάντα σε θέση να εκφέρει μια σωστή κρίση και ήταν ικανός να προβλέπει τα ευνοϊκά ή αντί­ξοα στοιχεία που κρύβει το άδηλο μέλλον.] Η ξύνεσις του Περικλή (2.34.6) είναι ευδιάκριτη σε κάθε σημείο της αφήγησης, τόσο στους λόγους του όσο και στις πράξεις του (επίσης 1.140.1) και έτσι επιβεβαιώνεται ο ισχυρισμός ότι ήταν λέγειν τε και πράσσειν δυνατώτατος (1.139.4). Ο Θουκυδίδης εκθειάζει την πρόνοιάν του στον σχεδιασμό της πολεμικής τακτικής των Αθηναίων (2.65.5-6). Ο Περικλής στους υπολογισμούς του συνεκτιμά το παράλογο στοιχείο και αφήνει όσο γίνεται λιγότερα πράγματα στην τύχη. Στη δημηγορία που εκφωνεί πριν από την έκρηξη του πολέμου προσπαθεί να προετοιμάσει τους Αθηναίους με τέτοιο τρόπο, ώστε να είναι σε θέση να αντιμετωπίσουν και τις απρόβλεπτες εξελίξεις.[35]
 
Διάφορες πτυχές της ξυνέσεως εκδηλώνονται στις σκέψεις, τους λόγους και τις πράξεις διαφόρων πολιτικών και στρατιωτικών ηγετών στο έργο του Θουκυδίδη,[36] όμως η ορθότητα της κρίσης ενός ομιλητή δεν εκτιμάται πάντα. Μια χαρακτηριστική περίπτωση πρόβλεψης η οποία τείνει να αγνοηθεί, είναι η έγκαιρη προειδοποίηση - οι φόβοι του Νικία σχετικά με τη Σικελική εκστρατεία συνιστούν το κατ’ εξοχήν παράδειγμα. Η αγνόηση των προειδοποιήσεων είναι στερεότυπο θέμα της λογοτεχνίας (συμπεριλαμβανομένης και της αρχαιοελληνικής ιστοριογραφίας), ενώ η σύγχρονη κοινωνιολογία επιβεβαιώνει ότι ‘προειδοποιήσεις για πράγματα για τα οποία οι άνθρωποι δεν έχουν άμεση γνώση ή εμπειρία είναι ενδεχόμενο να αγνοούνται ως στερούμενες πραγματική βάση’.[37]
 
Η ορθή κρίση (ή η έλλειψή της) αποτελεί βασικό συστατικό της ευφυΐας, όπως την εννοεί ο Θουκυδίδης, έστω και εάν δεν κυριαρχεί πάντοτε στις δημηγορίες σε ευθύ λόγο. Στη συνέχεια θα αναφερθούμε σύντομα σε μη συνετούς ηγέτες, οι οποίοι διατυπώνουν εσφαλμένες εκτιμήσεις για την πραγματικότητα, ιδιαίτερα κατά τη διάρκεια του πολέμου, και στον χειρισμό του πλήθους.
 
Ενώ η εμπειρία (πείρα) βοηθά στη διατύπωση ορθών προγνώσεων, η επιφανειακή διάγνωση ιστορικών αναλογιών και η καταχρηστική επίκληση ιστορικών παραδειγμάτων είναι μια χαρακτηριστική πλάνη που προσιδιάζει ιδιαίτερα στις μάζες, αλλά κατευθύνει επίσης τη σκέψη ορισμένων πολιτικών. Η συμμετοχή του Αλκιβιάδη στην ιεροσυλία των Μυστηρίων οδήγησε τους Αθηναίους στην εσφαλμένη υποψία ότι ο ίδιος ήταν επίσης ένοχος για τον ακρωτηριασμό των Ερμών (6.61.1). Παρομοίως, αβάσιμες πεποιθήσεις σχετικά με την τυραννίδα των Πεισιστρατιδών υπέβαλαν παραπλανητικές ιστορικές αναλογίες, οι οποίες με τη σειρά τους προκάλεσαν υπερβολικούς φόβους πολιτικών συνωμοσιών και, εν τέλει, οδήγησαν στην ανάκληση του Αλκιβιάδη από τη Σικελία. Η εκστρατεία του Βρασίδα στη Βόρεια Ελλάδα έκανε πολλούς Έλληνες να πιστέψουν ότι όλοι οι Σπαρτιάτες συμπεριφέρονταν με τον ίδιο τρόπο: πρῶτος γάρ ἐξελθών καί δόξας εἶναι κατά πάντα ἀγαθός ἐλπίδα ἐγκατέλιπε βέβαιον ὡς καί οἱ ἄλλοι τοιοῦτοί εἰσιν, ‘καθώς ήταν ο πρώτος που μετακινήθηκε από τη Σπάρτη και έδινε την εντύπωση ότι είναι από όλες τις απόψεις ενάρετος, δημιούργησε τη βέβαια προσδοκία ότι και οι άλλοι είναι όπως αυτός’ (4.81.3).[38] Μετά την Πύλο η αυτοπεποίθηση των Αθηναίων βρίσκεται στο απόγειό της: τα πάντα τους φαίνονται τώρα δυνατά: οὕτω τῇ παρούςῃ εὐτυχίᾳ χρώμενοι ἠξίουν σφίσι μηδέν ἐναντιοῦσθαι, ἀλλά καί τά δυνατά ἐν ἴσῳ καί τά ἀπορώτερα μεγάλῃ τε ὁμοίως καί ἐνδεέστερᾳ παρασκευῇ κατεργάζεσθαι. Αἰτία δ’ ἦν ἡ παρά λόγον τῶν πλεόνων εὐπραγία αὐτοῖς ὑποτιθεῖσα ἰσχύν τῆς ἐλπίδος, 4.65.4. [Ήταν τόση η πεποίθησή τους ότι κάθε επιχείρησή τους θα ετύχαινε, ώστε δεν μπορούσαν ν’ ανεχθούν καμιά αποτυχία. Είχαν την αξίωση να έχουν παντού επιτυχίες και στα όσα ήσαν δυνατά και στα εξαιρετικά δύσκολα εγχειρήματα, ανεξάρτητα από το αν είχαν κάνει τις ετοιμασίες τους όπως έπρεπε ή όχι. Η αιτία ήταν οι πολλές και απροσδόκητες επιτυχίες τους που τους είχαν δημιουργήσει μεγάλες ελπίδες]. Με τη σειρά τους οι Σπαρτιάτες διακατέχονται από τον φόβο μήπως τους βρει και πάλι παρόμοια συμφορά (4.55·3). Ενώ όμως οι συνετοί πολιτικοί κατευνάζουν τις παράλογες ελπίδες του πλήθους (πρβλ. 2.65.9 για τον Περικλή), πολιτικοί όπως ο Κλέων τις συμμερίζονται και τις ενισχύουν. Η απρόβλεπτη επιτυχία στην Πύλο κάνει τον Κλέωνα να πιστεύει ότι η ίδια τακτική θα εγγυηθεί νέους στρατιωτικούς θριάμβους. Για αυτό εναντιωνόταν σε κάθε πρωτοβουλία για ειρήνη. Ενεργώντας κατ’ αυτόν τον τρόπο, συμπεριφερόταν όπως ένας χαρτοπαίκτης που παρασύρεται από την τύχη του και συνεχίζει να παίζει μέχρι να χάσει τα πάντα.
 
Ο Κλέων αποδίδει παραδειγματική αξία σε ορισμένα γεγονότα, και μάλιστα αυτό του γίνεται σχεδόν εμμονή. Σύμφωνα με τον τρόπο σκέψης του η σκληρή τιμωρία των Μυτιληναίων θα λειτουργούσε ως αποτρεπτικό παράδειγμα για επίδοξους αποστάτες.[39] Παρ’ όλα αυτά, το γεγονός και μόνο ότι χρησιμοποιεί αναλογίες και παραδείγματα μαρτυρεί περιορισμένη δυνατότητα κατανόησης των ιστορικών συνθηκών και των αλλαγών που συντελούνταν.[40] Αφού οι Λακεδαιμόνιοι είχαν προηγουμένως ζητήσει ειρήνη, ο Κλέων και οι Αθηναίοι ανέμεναν ότι η πολιτική τους θα παρέμενε αμετάβλητη (4.21.2)· και όσο μια νέα πρόταση ειρήνης καθυστερούσε, οι Αθηναίοι κυριεύονταν από φόβο, πιστεύοντας ότι οι Σπαρτιάτες τώρα αισθάνονταν (και ήταν) πιο ισχυροί (4.27.2). Αυτή η προσέγγιση οδηγεί σε έναν φαύλο κύκλο: όταν μετά τα γεγονότα της Πύλου οι Σπαρτιάτες επιδιώκουν και πάλι τη σύναψη ειρήνης, η πρότασή τους ενισχύει για μια ακόμη φορά την αυτοπεποίθηση των Αθηναίων, οι οποίοι την απορρίπτουν, διεκδικώντας περισσότερα (4.41.4).
 
Είναι φανερό ότι ηγέτες που εκφράζουν λογικές απόψεις και πείθουν τον αναγνώστη δεν είναι εξίσου αποτελεσματικοί στο να πείθουν το πλήθος. Η σύνθεση και η οικονομία του έργου απαιτούν προικισμένους ηγέτες, όπως ο Περικλής, αλλά και τραγικούς προάγγελους συμφορών, όπως ο Νικίας. Το δραματικό του σχέδιο χρειάζεται επίσης ανθρώπους που παρά τις ορθές απόψεις τους αδυνατούν να πείσουν με την πρώτη προσπάθεια το ακροατήριό τους, όπως ο Συρακούσιος Ερμοκράτης· χρειάζεται και ανερμάτιστους δημαγωγούς που εξασφαλίζουν την πρόσκαιρη υποστήριξη των μαζών, όπως ο Κλέων. Η αλληλεπίδραση μεταξύ ηγετών και πλήθους αντικατοπτρίζει τις περιπέτειες της λογικής στη διάρκεια ενός πολέμου. Ο πόλεμος αρχίζει ως αναγκαιότητα, αλλά συνεχίζεται ως επιλογή. Ανανεώνεται, τέλος, από την επιθυμία.
     
Αρετή
 
Δεν είναι πάντα δυνατόν να διακρίνει κανείς μεταξύ του διανοητικού σφάλματος και της έλλειψης ήθους, καθώς στη ρίζα τους βρίσκεται μια παρόμοια πνευματική νωχέλεια: το πάθος υπερισχύει της λογικής. Η επιδίωξη του Κλέωνα για νέες επιτυχίες μετά την Πύλο πηγάζει από την πλεονεξίαν του. Προηγουμένως η πλεονεξία είχε προβληθεί από τον Θουκυδίδη ως μια από τις βασικές αιτίες της στάσεως και όλων των συνακόλουθων δεινών (3.82.8). Τώρα αποδεικνύεται ότι είναι το πρωταρχικό κίνητρο για τη συνέχιση του πολέμου. Ο Κλέων μοιράζεται τον ίδιο φιλόδοξο χαρακτήρα με τον Σπαρτιάτη αντίπαλό του, τον Βρασίδα, μολονότι ο δεύτερος είναι χαρισματικός ηγέτης και ακολουθεί εμφανώς μετριοπαθέστερη πορεία πλεύσης. Και ο Βρασίδας, ωστόσο, αντιμάχεται την ειρήνη επιθυμώντας περισσότερη δόξα, η οποία πιστεύει ότι θα προέλθει από μια νέα σειρά νικηφόρων επιχειρήσεων. Όπως έχουμε διαπιστώσει, ο λαός της Αθήνας είχε προσβληθεί από τον ιό της πλεονεξίας των ηγετών του (4.21.3, 4.27.4), παρ’ όλη την περιορισμένη εκτίμησή του για τις ικανότητές τους. Αντίθετα, οι στρατιωτικές πρωτοβουλίες του Βρασίδα έρχονται σε αντίθεση με την επιφυλακτικότατα των αξιωματούχων της Σπάρτης (4.108.7). Μόλις όμως εκλείπουν οι δύο πολεμοχαρείς ηγέτες, οι Αθηναίοι προσχωρούν στην πολιτική του Νικία, ο οποίος επιζητεί την ειρήνη παρά τις διαδοχικές επιτυχίες που είχε γνωρίσει ως στρατηγός. Ο Νικίας επιθυμεί περισσότερο να ‘σώσει την καλή του τύχη’ με τον έγκαιρο τερματισμό της σύγκρουσης, πράγμα που θα του επέτρεπε να αποσυρθεί τη στιγμή που η φήμη του βρίσκεται στα ύφη (5.16.1). Επαινώντας τον Νικία περισσότερο για την ἀρετην παρά για την ξύνεσίν του (7.86.5) ο Θουκυδίδης επιβεβαιώνει αναδρομικά το ηθικό έρεισμα της πολιτικής του. Επομένως, η αφήγηση της επίπονης πορείας προς την ειρήνη επιτρέπει στον αναγνώστη να διαμορφώσει μια ηθική κρίση για τους πρωταγωνιστές των γεγονότων. Ότι όλοι οι πολίτες επιθυμούσαν την ειρήνη δεν χρειάζεται να τονισθεί ιδιαίτερα.
 
Το πάθος είναι το βασικό κίνητρο του άλλου αντιπάλου του Νικία στην Ιστορία, του Αλκιβιάδη, της πιο αντιφατικής προσωπικότητας στο έργο του Θουκυδίδη. Ο Αλκιβιάδης είναι εθισμένος στην εξουσία, τις τιμές και τα υλικά αγαθά. Ο συνδυασμός ενός φιλοδόξου χαρακτήρα με εξαιρετικές ικανότητες εξηγεί την ασυνήθιστη σταδιοδρομία του. Η (δικαιολογημένη) αυτοπεποίθησή του και η διάθεσή του να εντυπωσιάζει - η Αχίλλειος πτέρνα του - τον ωθούν να παραγνωρίζει τα όρια. Ο Θουκυδίδης συμψηφίζει όλες τις εκδηλώσεις του εγωισμού του Αλκιβιάδη στον όρο παρανομία - περιφρόνηση του νόμου και της ευπρέπειας (6.15-4, 6.28.2). Η εκζήτηση και η υπερβολή αποτελούν τρόπο ζωής για τον Αλκιβιάδη (ταῖς ἐπιθυμίαις μείζοσιν ἤ κατά τήν ὑπάρχουσαν οὐσίαν ἐχρῆτο [έκανε πολυτελή ζωή, ανώτερη από τα μέσα του]), διακατέχει μάλιστα και το πολιτικό του όραμα (οἱ γάρ Ἕλληνες καί ὑπέρ δύναμιν μείζω ἡμῶν τήν πόλιν ἐνόμισαν, [οι Έλληνες αποδίδουν τώρα στην πολιτεία μας μεγαλύτερη δύναμη από ό,τι πραγματικά έχει], 6.16.2). Το αποτέλεσμα είναι να καταστεί τρωτός: η επιρροή του στο πλήθος και η έκδηλη ιδιωτική του πολυτέλεια προκαλούν τον φθόνον των αντιπάλων του και τον φόβον των κοινών πολιτών.
 
Εκτός από τον φθόνο και τον φόβο, η καχυποψία του πλήθους είναι ένας άλλος παράγοντας που υποσκάπτει την επιρροή αδύνατων ηθικά χαρακτήρων, όπως ο Αλκιβιάδης ή ο Κλέων. Η καχυποψία είναι μια παράλογη αντίδραση των ανθρώπων και είναι σχεδόν αδύνατο να αντιμετωπισθεί ευθέως, καθώς είναι δύσκολο να διαψεύσει κανείς αποτελεσματικά φήμες και ανησυχίες. Έτσι εύκολα οι υποψίες μπορούν να διογκωθούν ως προς την ένταση (6.61.4 για τις υποψίες σε βάρος του Αλκιβιάδη) ή και το εύρος των ζητημάτων που καλύπτουν. Τα έσχατα επακόλουθα της ηθικής διαφθοράς καταγγέλλονται εύστοχα από τον Διόδοτο: ὁ γάρ διδούς φανερῶς τι ἀγαθόν ἀνθυποπτεύεται ἀφανώς πῃ πλέον ἕξειν (3.43.3) [αυτός που ανοιχτά προσφέρει κάτι καλό, αντιμετωπίζεται με καχυποψία μήπως αποκτήσει κρυφά κάποιο πλεονέκτημα]: η απληστία των πολιτικών θεωρείται πλέον δεδομένη. Αλλά δεν είναι μόνο αυτό: η απληστία των Αθηναίων πολιτικών οδηγεί στην τιμωρία των στρατηγών Πυθόδωρου, Σοφοκλή και Ευρυμέδοντα, οι οποίοι είχαν προχωρήσει στη σύναψη συνθήκης τερματίζοντας τις επιχειρήσεις στη Σικελία το 424 (4.65.3). Οι Αθηναίοι καταδίκασαν τους στρατηγούς για δωροδοκία, ενώ η αφήγηση του Θουκυδίδη διαψεύδει σιωπηρά αυτήν την κατηγορία.
 
Η υπερβολική προκατάληψη απέναντι στους πολιτικούς ηγέτες είναι χαρακτηριστική μιας κοινωνίας η οποία βρίσκεται σε εμπόλεμη κατάσταση. Ο βασιλιάς της Σπάρτης Πλειστοάναξ επιδιώκει την ειρήνη με τους Αθηναίους, διότι συνειδητοποιεί ότι σε καιρό πολέμου οι αρχηγοί ύστερα από κάθε αντιξοότητα είναι εκτεθειμένοι στη δυσφήμιση (5.17.1). Τη μεγαλύτερη, βέβαια, ευθύνη για τη δυσφήμιση και τη διαβολήν την έχουν οι ίδιοι οι πολιτικοί. Ο Κλέων υπήρξε διαβόητος για πρακτικές αυτού του είδους (5-16.1). Τόσο ο Κλέων όσο και ο Αθηναγόρας, ο άλλος δημαγωγός του οποίου τη φωνή ακούμε στην Ιστο­ρία, προσπαθούν να μειώσουν τους αντιπάλους τους αμφισβητώντας εκ των προτέρων την τιμιότητά τους (κέρδει ἐπαιρόμενος 3.38.2).[41] Η αφήγηση του Θουκυδίδη δεν αφήνει περιθώρια αμφιβολίας για το πόσο βλαπτική ήταν η επιρροή τέτοιων δημαγωγών στο πλήθος και για το πόσους κινδύνους εγκυμονούσαν οι ενέργειες τους για την εύρυθμη λειτουργία μιας πολιτικής κοινότητας.[42]
 
Στον κόσμο του Θουκυδίδη η ηθική ακεραιότητα πιο εύκολα διαψεύδεται παρά επιβεβαιώνεται, πιο εύκολα διακηρύσσεται με λόγια παρά μετατρέπεται σε πράξη. Η άσκηση μιας πολιτικής της ισχύος, η διεξαγωγή του πολέμου και η διαχείριση των κρατικών υποθέσεων σε ένα τόσο ανταγωνιστικό περιβάλλον όπως αυτό της ελληνικής πόλης δεν είναι τομείς στους οποίους εκδηλώνεται συνήθως η αρετή.
     
Προθέσεις
 
Είναι αξιοσημείωτο το γεγονός (που συμφωνεί και με όσα διαβάζουμε στο κεφάλαιο 2.65) ότι οι περισσότερες σημαντικές πολιτικές μορφές της Ιστορίας θέτουν τους προσωπικούς τους στόχους πάνω από το δημόσιο συμφέρον. Στο προηγούμενο κεφάλαιο είδαμε ότι οι πολεμοχαρείς στρατηγοί Κλέων και Βρασίδας και οι ειρηνοποιοί Νικίας και Πλειστοάναξ ακολουθούσαν με συνέπεια τα προσωπικά τους σχέδια, ακόμη και όταν κατά περίπτωση συνέβαινε η πολιτική τους να επιδοκιμάζεται από τον Θουκυδίδη ή να εγκρίνεται από τις πόλεις τους. Όταν ο Νικίας κατηγορεί τον Αλκιβιάδη για προσωπική φιλοδοξία και πλεονεξία,[43] ο δεύτερος υπεραμύνεται της συμπεριφοράς του με τη δικαιολογία ότι συντελούσε στην ενίσχυση της πόλης. Σύμφωνα με την ερμηνεία του η νέα στρατιωτική επιχείρηση θα απέφερε στην πόλη σημαντικά οφέλη, εξασφαλίζοντας παράλληλα στον ίδιο μια σειρά από προσωπικά κέρδη. Από αυτή την άποψη η επιχείρηση εμφανίζεται ως ένα συμβόλαιο μεταξύ του φιλόδοξου πολιτικού και του άπληστου δήμου. Με την απόφασή τους οι Αθηναίοι νομιμοποιούν τις αξιώσεις του Αλκιβιάδη. Όταν όμως αργότερα τον καταδικάζουν, γίνεται φανερό ότι ‘πολλοί πολίτες συγχέουν τα ιδιωτικά και τα δημόσια ζητήματα’.[44] Η αναντιστοιχία ανάμεσα στις αντιλήψεις του Αλκιβιάδη και του πλήθους έχει ιδεολογικές ρίζες. Ο Αλκιβιάδης προωθεί ένα παρωχημένο, αριστοκρατικό πρότυπο ηγεσίας, στο οποίο η καταγωγή νομιμοποιεί την αξίωσή του για εξουσία, άποψη ασύμβατη με δημοκρατικές αρχές.[45] Επιπλέον ο Θουκυδίδης υπογραμμίζει ότι η επιδίωξη προσωπικού κέρδους ήταν συνυφασμένη με μεγάλους κινδύνους για την πόλη της Αθήνας στη μετά τον Περικλή εποχή (2.65.7).        
 
Σε ορισμένες περιπτώσεις ένας ομιλητής αναγκάζεται να διευκρινίσει την πραγματική διάθεσή του απέναντι στο ακροατήριό του. Στην αρχή της ομιλίας του στη Σπάρτη ο Αλκιβιάδης διασκεδάζει αμφιβολίες και αντικρούει προκαταλήψεις, οι οποίες υπέθετε ότι υπήρχαν μεταξύ των ακροατών του και οι οποίες ίσως τους εμπόδιζαν να εκτιμήσουν πλήρως τις συμβουλές του (6.89.1). Αργότερα τονίζει ότι κύριό του μέλημα δεν είναι να βοηθήσει τους Σπαρτιάτες, αλλά να ενεργήσει με τρόπο εχθρικό προς τον δήμον των Αθηναίων, πράγμα στο οποίο πρέπει να αναγνωρίσουμε ότι είναι ειλικρινής (6.92.3). Ο Περικλής διακηρύσσει την προσήλωσή του σε ένα ηγετικό πρότυπο που συνδυάζει την ορθή κρίση με μια προσπάθεια αυτή να γίνει γνωστή στους πολίτες: ὅ τε γάρ γνούς καί μή σαφῶς διδάξας ἐν ἴσῳ καί εἰ μή ἐνεθυμήθη ὅ τε ἔχων ἀμφότερα, τῇ δέ πόλει δύσνους, οὐκ ἄν ὁμοίως τι οἰκείως φράζοι 2.60.6 [εκείνος που ξέρει τι πρέπει να γίνει κι όμως δεν έχει την ικανότητα να πείσει τους άλλους, είναι σαν μην ξέρει τίποτε. Όποιος έχει και τα δύο αυτά χαρίσματα, αλλά δεν έχει φιλοπατρία, δεν μπορεί να δώσει τις συμβουλές που πρέπει]. Δύο ομιλητές που οι ίδιοι παραδέχονται ότι επιθυμούν να βοηθήσουν την πόλη τους, ο Αρχίδαμος και ο Διόδοτος, δεν εκθειάζουν απλώς το ιδανικό της εὐβουλίας (ορθές συμβουλές, υγιής κρίση, σύνεση σύμφωνα με το LSJ, λ. I.) (1.84.3, 3.44.1), αλλά με τη λεπτομερή επιχειρηματολογία προς τους συμπολίτες τους προσφέρουν έμπρακτο παράδειγμά της.[46] Στο συνέδριο των Σικελών στη Γέλα ο Ερμοκράτης ο Συρακούσιος βρίσκεται αντιμέτωπος με ένα ακροατήριο αποτελούμενο και από εχθρούς και από φίλους. Απευθύνει λοιπόν θερμή έκκληση για συνετή και απροκατάληπτη διαβούλευση, ώστε να επικρατήσει αυτό που απαιτεί το κοινό συμφέρον. Το εὖ βουλεύεσθαι (4.59.4, 4.62.1) και το σωφρονεῖν (4.60.1, 4.61.1., 4.64.4) παρουσιάζονται από τον ομιλητή ως προαπαιτήσεις για τη συμφιλίωση όλων των Σικελών. Η αξιοπιστία και η καλή διάθεση του ίδιου του ομιλητή προκύπτει από την επισήμανσή του ότι αντιπροσωπεύει τη μεγαλύτερη πόλη του νησιού (4.59.1,4.64.1), η οποία ως εκ τούτου εξαρτάται λιγότερο από τη βοήθεια άλλων.[47] Μια δόλια επίκληση του εὖ βουλεύεσθαι γίνεται και από τον Αθηναγόρα, τον Συρακούσιο δημαγωγό, ο οποίος αμφισβητεί την ορθότητα της πληροφορίας ότι ο Αθηναϊκός στόλος πλησιάζει (6.36.3). Αποδίδει ύπουλες προθέσεις σε όσους διαφωνούν με τις απόψεις του (το ρήμα βούλεσθαι επαναλαμβάνεται σε φράσεις οι οποίες επιχειρούν να υπονομεύσουν την ειλικρίνεια των άλλων: 6.36.1, 6.36.2, 6.38.2, 6.38.4, 6.38.5, 6.40.1). Στην πράξη η διαβολή γίνεται ένδειξη για τη δική του έλλειψη ακεραιότητας (πρβλ. και 2.65.11). Η επιθετικότητα κατά του ακροατηρίου είναι το αποκορύφωμα της ανέντιμης παρουσίας του Αθηναγόρα (6.39.2), ένα χαρακτηριστικό το οποίο μοιράζεται με τον Κλέωνα (3.39). Η παραπλανητική τους ρητορεία σκοπό έχει να αιφνιδιάσει το ακροατήριο και να το υποτάξει στον ομιλητή. Εδώ ακριβώς έγκειται η ποιοτική διαφορά της από την εποικοδομητική κριτική του Περικλή, με την οποία ο ρήτορας προσπαθεί να αντιμετωπίσει τη διάσταση απόψεων ανάμεσα στον ίδιο και το ακροατήριό του, κάνοντας αναφορά στις κοινές αποφάσεις του παρελθόντος (1.140.1, 2.60.4., 2.64.1). Αυτές οι κοινές αποφάσεις αποτελούν ένα διαφορετικό είδος συμβολαίου μεταξύ του ηγέτη και του λαού από εκείνο που επισημάναμε προηγουμένως στην περίπτωση του Αλκιβιάδη. Ο Περικλής συνδέει εντελώς την προσωπική του τύχη με εκείνην της πόλης (2.60.2-4).[48]
 
Ο πιο αποτελεσματικός ρήτορας ως προς τη διαφήμιση των προθέσεων του στο έργο του Θουκυδίδη είναι με απόσταση ο Βρασίδας.[49] Ανέσυρε το παραδοσιακό σύνθημα της Σπαρτιατικής πολιτικής, την απελευθέρωση της Ελλάδας, το οποίο αποδείχτηκε πολύ ελκυστικό για τους Έλληνες του Βορρά. Ο αναγνώστης, παρ’ όλα αυτά, δεν αφήνεται ποτέ σε αμφιβολία ως προς τις αληθινές προθέσεις του Βρασίδα. Η ρητορεία του καυτηριάζεται από τον ιστορικό ως δόλια και υστερόβουλη, αλλά τα ακροατήριά του δεν το αντιλαμβάνονται. Οι άνευ προηγουμένου τιμές που αποδόθηκαν στον Βρασίδα στην Αμφίπολη αποτυπώνουν την καταπληκτική εντύπωση που άφηνε στους άλλους Έλληνες αυτός ο καθόλου χαρακτηριστικός Σπαρτιάτης. Το μίσος όλων για την Αθήνα και η αναζήτηση ενός ισχυρού συμμάχου διευκόλυναν τον Βρασίδα στο να πεί­θει ότι ο ίδιος ήταν διαφορετικός. Όσο και αν μοιάζει εξωπραγματικό, οι Έλληνες είχαν γοητευθεί από την εξιδανικευμένη εικόνα της Σπάρτης: μια αντίληψη, η οποία δεν ήταν αναγκαστικά αληθής, αλλά υποκαθιστούσε την πραγματικότητα.
     
3. Δημόσια εικόνα
 
Το βασικό χαρακτηριστικό της δημόσιας εικόνας είναι η εξάρτησή της από τη γνώμη των άλλων και όχι από την πραγματικότητα. Μπορεί να γίνει υποκατάστατο της γνώσης,[50] και έτσι είναι δυνατόν να είναι ανακριβής, ή ακόμη και λανθασμένη. Όταν λείπει η γνώση και η πληροφόρηση, οι διαδόσεις, οι φήμες και οι εντυπώσεις είναι πολύ πιο αποτελεσματικές. Οι φήμες καθίστανται συστατικό ενός συνόλου κοινών αντιλήψεων που κυκλοφορούν στο εσωτερικό μιας ομάδας και ενισχύουν τους δεσμούς αλληλεγγύης μεταξύ των μελών της.
 
Αντίθετα με την εντύπωση που επικρατεί, η Αθήνα δεν ήταν μια κοινωνία όπου όλοι γνώριζαν όλους (face-to-face society).[51] Οι πολίτες συνήθως δεν γνώριζαν προσωπικά όλα τα δημόσια πρόσωπα, και συνεπώς η δημόσια εικόνα των προσώπων αυτών έπαιζε αποφασιστικό ρόλο στη σταδιοδρομία τους. Ο πιο επιτυχημένος πολιτικός από την άποψη της δημόσιας επικοινωνίας ήταν αναμφισβήτητα ο Περικλής. Η επανεκλογή του ως στρατηγού για δεκατέσσερα συνεχή έτη ήταν ένα απαράμιλλο επίτευγμα, αποτέλεσμα του συνδυασμού πολλών παραγόντων. Όπως είδαμε, ο Θουκυδίδης υπογραμμίζει πολλούς από αυτούς τους παράγοντες, ιδιαίτερα το γεγονός ότι ο Περικλής ήταν υπεράνω xρημάτων (χρημάτων δέ διαφανῶς ἀδωρότατος, 2.65-8). Οι προεκτάσεις αυτής της διαπίστωσης είναι περισσότερο πολιτικές παρά ηθικές. Αν ο Θουκυδίδης υπογραμμίζει την ακεραιότητα του Περικλή, δεν το κάνει μόνο για να τονίσει ότι ως πολιτικός ήταν έντιμος, αλλά και επειδή αυτό το χαρακτηριστικό ήταν ιδιαίτερα έκδηλο και συντελούσε στην πρωτοφανή αποδοχή του από το πλήθος. Για τον Περικλή είχε ιδιαίτερη σημασία η συγκρότηση μιας δημόσιας εικόνας στο επίκεντρο της οποίας βρισκόταν η συγκεκριμένη ιδιότητα· αυτήν ακριβώς την εικόνα στη συνέχεια θα προσπαθήσει να μεγεθύνει, να υπερασπιστεί και να ελέγξει.
 
Όταν οι Αθηναίοι εξέφραζαν δυσφορία για τις συνθήκες διαβίωσης που τους επέβαλε ο πόλεμος, ο Περικλής βρέθηκε στην ανάγκη να υπερασπιστεί την πολιτική του παραπέμποντας στην εικόνα του: ‘Και όμως οργίζεσθε με έναν άνθρωπο όπως εγώ, που μπορώ καλύτερα από τον καθέναν, πιστεύω, να καταλάβω τι πρέπει να γίνει σε κάθε περίσταση και να σας το εξηγήσω, αγαπώ την πόλη και είμαι υπεράνω χρημάτων’ (2.60.5). Βέβαια, η ανωτερότητα σε σχέση με τα χρήματα ήταν ζήτημα μάλλον άσχετο με το θέμα της συζήτησης, δηλαδή την υπευθυνότητα του Περικλή για τον πόλεμο και την αμυντική του στρατηγική. Παρ’ όλα αυτά, ο Περικλής επικαλείται και πάλι την εικόνα του, η οποία λειτουργούσε ως ‘σήμα κατατεθέν’ της πολιτείας του.
 
Και σε άλλα σημεία της Ιστορίας ο Θουκυδίδης υπογραμμίζει το πόσο σημαντικό ήταν για τον Περικλή να αποδείξει την ανωτερότητά του απέναντι στα υλικά αγαθά: Όταν οι Πελοποννήσιοι συγκεντρώνονταν ακόμα στον Ισθμό και προτού εισβάλουν στην Αττική, ο Περικλής του Ξανθίππου, που ήταν τότε ένας από τους Δέκα Στρατηγούς των Αθηναίων, βλέποντας ότι επίκειται η εισβολή, φοβήθηκε μήπως ο Αρχίδαμος, που τύχαινε να είναι φίλος του, για να του κάνει χάρη, δώσει από δική του πρωτοβουλία διαταγή να μην καταστραφούν τα κτή­ματά του είτε ακόμα και μετά από διαταγή των Λακεδαιμονίων για να τον εκθέσουν στους Αθηναίους, όπως το είχαν προσπαθήσει, απαιτώντας να εξαγνιστεί η πολιτεία από το Κυλώνειο άγος. Για τον λόγο αυτόν ο Περικλής ανακοίνωσε στην Εκκλησία του Λαού ότι ο Αρχίδαμος ήταν φίλος του, αλλά ότι αυτό δεν θα προκαλούσε καμιά βλάβη στα συμφέροντα της πολιτείας και ότι, αν ο εχθρός δεν κατέστρεφε τα κτήματά του και τα εξοχικά του, τότε τα χάριζε στο Δημόσιο για να μην δημιουργηθεί, από τον λόγον αυτόν, καμιά υποψία εναντίον του’ (2.13.1). Και πάλι γίνεται εδώ εμφανής η συνειδητή μέριμνα του Περικλή να προβάλει και να διαφυλάξει συγκεκριμένες όψεις της δημόσιας εικόνας του.[52] Η εικόνα μπορεί εύκολα να καταστραφεί, ακόμη και άδικα. Ο Περικλής είχε καλή γνώση αυτών των μηχανισμών, όπως φυσικά και οι αντίπαλοί του. Η εικόνα ενός πολιτικού είναι σαν να έχει δική της ζωή, και μπορεί να επηρεασθεί από τρίτους.
 
Αξίζει να σημειώσουμε ότι και άλλες πηγές επιβεβαιώνουν τη σημασία της δημόσιας εικόνας για τη σταδιοδρομία του Περικλή. Ο Βίος Περικλεούς του Πλουτάρχου περιέχει κάποιες πληροφορίες για την ιδιωτική ζωή του Περικλή, θέμα που ο Θουκυδίδης θεωρούσε ότι δεν ανήκει στο πεδίο του έργου του: ὁδόν τε γάρ ἐν ἄστει μίαν ἑωρᾶτο τήν ἐπ’ ἀγοράν καί τό βουλευτήριον πορευόμενος, κλήσεις τε δείπνων καί τήν τοιαύτην ἅπασαν φιλοφροσύνην καί συνήθειαν ἐξέλιπεν, ὡς ἐν οἷς ἐπολιτευσατο χρόνοις μακροῖς γενομένοις πρός μηδένα τῶν φίλων ἐπί δεῖπνον ἐλθεῖν πλήν Εὐρυπτολέμου τοῦ ἀνεψιοῦ γαμοῦντος ἄχρι τῶν σπονδών παραγενόμενος εὐθύς ἐξανέστη’ ,7.4. [τον έβλεπαν να ακολουθεί ένα δρόμο, αυτόν που οδηγούσε στην αγορά και το βουλευτήριο. Απαρνήθηκε τις προσκλήσεις σε δείπνο και τις φιλικές συναναστροφές και τις παρέες αυτού του είδους, ώστε στα χρόνια που βρισκόταν στην πολιτική, που ήταν μάλιστα πολλά, δεν πήγε για δείπνο σε κανέναν από τους φίλους του. Πήγε μόνο στου εξαδέλφου του του Ευρυπτόλεμου, όταν παντρευόταν. Έμεινε μέχρι να γίνουν οι σπονδές και αμέσως μετά σηκώθηκε κι έφυγε]. Σε αυτό το παράδειγμα είναι δυνατόν να αναγνωρίσουμε χαρακτηριστικά, τα οποία είχαμε διαπιστώσει νωρίτερα: σταθερότητα και επιμονή για τη δημιουργία μιας δημόσιας εικόνας, ακόμη και αν αυτό απαιτεί χρόνο, όπως επίσης προσοχή ώστε να μη δοθεί καμία αφορμή για την καταστροφή αυτής της εικόνας - πράγμα το οποίο ήταν δυνατόν να συμβεί ανά πάσα στιγμή.
 
Οι απόψεις που ο Θουκυδίδης βάζει στο στόμα του Περικλή βρίσκονται στο ίδιο μήκος κύματος. Μιλώντας προς τους Αθηναίους κατά τη διάρκεια των διπλωματικών διεργασιών που προηγήθηκαν του πολέμου, ο στρατηγός επιμένει ότι ακόμη και η μικρότερη υποχώρηση εκ μέρους των Αθηναίων θα εκληφθεί ως αδυναμία και θα τονώσει το φρόνημα του αντιπάλου. Αντίθετα, πώς θα κατέβαλαν οι Αθηναίοι το ηθικό των Σπαρτιατών; Ο Περικλής προτείνει: καί εἰ ᾤμην πείσειν ὑμᾶς, αὐτούς ἄν ἐξελθόντας ἐκέλευον αὐτά δῃῶσαι καί δεῖξαι Πελοποννησίοις ὅτι τούτων γε ἕνεκα οὐχ ύπακούσεσθε, 1.143.5 [και αν πίστευα ότι μπορώ να σας πείσω, θα σας έλεγα να τρέξετε, σεις οι ίδιοι, να τα καταστρέψετε για να δείξετε στους Πελοποννησίους ότι δεν θα υποκύψετε για να τα σώσετε]. Ο Περικλής εμμέσως εισηγείται μια ενέργεια με υπολογίσιμο κόστος, η οποία δεν εξυπηρετεί κανέναν άλλο σκοπό εκτός από τη δημιουργία εντυπώσεων. Η δημόσια εικόνα αντιμετωπίζεται ως αυθύπαρκτη πραγματικότητα.
 
Μια άλλη πηγή μας δίνει μια επιπλέον δυνατότητα να επιβεβαιώσουμε τη μαρτυρία του Θουκυδίδη: ένα απόσπασμα, το οποίο αποδίδεται στον σοφιστή Πρωταγόρα, σύγχρονο του Περικλή, και το οποίο παραδίδεται στο ψευδο-πλουτάρχειο σύγγραμμα Παραμυθητικός προς Ἀπολλώνιον (118e). Πρόκειται και πάλι για ένα γεγονός της ιδιωτικής ζωής του Περικλή, συγκεκριμένα για την αντίδρασή του στον θάνατο των δύο γιων του, του Παράλου και του Ξανθίππου, εξαιτίας του λοιμού: τῶν γάρ υἱέων νεηνιῶν ὄντων καί καλῶν, ἐν ὀκτώ δέ ταῖς πάσησιν ἡμέρησιν ἀποθανόντων, νηπενθέως ἀνέτλη. Εὐδίης γάρ εἴχετο ἐξ ἧς πολλόν ὤνητο κατά πᾶσαν ἡμέρην εἰς εὐποτμίην καί ἀνωδυνίην καί τήν ἐν τοῖς πολλοῖσι δόξαν, πᾶς γάρ τις μιν ὁρῶν τά ἑαυτοῦ πένθεα ἐρρωμένως φέροντα, μεγαλόφρονά τε καί ἀνδρεῖον ἐδόκει εῖναι καί ἑαυτοῦ κρείσσω, κάρτα εἰδώς τήν ἑαυτοῦ ἐν τοιοῖσδε πράγμασιν ἀμηχανίην’ (Πρω­ταγόρας, απ. Β 9 DK) [Οι δύο γιοί του πέθαναν παλικάρια νέα και ωραία μέσα σε οκτώ μέρες όλες κι όλες. Εκείνος όμως άντεξε σφίγγοντας την καρδιά του. Κράτησε την ψυχική του γαλήνη, κι αυτό τον ωφέλησε πολύ, προκαλώντας καθημερινά την καλή του τύχη, διώχνοντάς του τον πόνο και χαρίζοντάς του την εκτίμηση του κόσμου. Γιατί ο καθένας τον έβλεπε να υπομένει με εσωτερική δύναμη τον πόνο του και τον θεωρούσε άνθρωπο με ισχυρό φρόνημα και γενναία ψυχή και δυνατότερο από τον ίδιο, ξέροντας καλά τη δική του απόγνωση σε ανάλογες περιστάσεις]. Μια λίγο διαφορετική εκδοχή βρίσκουμε και στον Βίο του Πλουτάρχου (36.9). Ο βιογράφος αναφέρει ότι ο Περικλής επέδειξε καρτερία πενθώντας πολλούς συγγενείς και φίλους τους οποίους είχε χάσει από τον λοιμό, μεταξύ των οποίων ο γιος του Ξάνθιππος και η αδελφή του. Αλλά στο άκουσμα του θανάτου του Παράλου, του μοναδικού νόμιμου γιού του, λύγισε και ξέσπασε σε θρήνο για μοναδική φορά στη ζωή του. Είναι προφανώς άνευ σημασίας να θέσουμε το ερώτημα ποια από αυτές τις εκδοχές είναι αυθεντική. Το ενδιαφέρον έγκειται στις ιδέες και τις αντιλήψεις που εκφράζει η κάθε μία από αυτές. Η εκδοχή του Πρωταγόρα φαίνεται να προσαρμόζει τα γεγονότα στις ανάγκες μιας γενικότερης ιδέας την οποία υπηρετεί. Ο συγγραφέας ενδιαφέρεται να παρουσιάσει τον αντίκτυπο της στάσης του Περικλή στους συγχρόνους του. Αυτή η στάση ενισχύει την εκτίμηση του κόσμου χάρη στην ψυχολογική αντίδραση την οποία προκαλεί σε όσους τον παρατηρούν.
 
Η απόδοση του αποσπάσματος στον Πρωταγόρα μας φέρνει εμμέσως αντιμέτωπους με τις φιλοσοφικές προϋποθέσεις μιας τέτοιας συζήτησης. Η ιδέα, την οποίαν εκφράζει εδώ ο Πρωταγόρας, ότι δηλαδή κάθε πολίτης συγκρίνει τον Περικλή με τον εαυτό του και αξιολογούσε τη στάση του χρησιμοποιώντας ως μέτρο τον εαυτό του ανακαλεί ασφαλώς τη βασική γνωσιολογική αρχή του συγγραφέα, σύμφωνα με την οποία κάθε άνθρωπος κρίνει τα πάντα - και επομένως και τους άλλους ανθρώπους - με μέτρο τον εαυτό του (πά­ντων χρημάτων μέτρον ἄνθρωπος). Η ανθρώπινη αντίληψη - και ίσως, κατ’ επέκταση, η ανθρώπινη κρίση - γίνεται μέτρο της γνώσης. Το ενδιαφέρον του Πρωταγόρα για τον Περικλή δείχνει όχι απλώς ότι ο σοφιστής βρήκε στο περιστατικό αυτό ένα πρόσφορο παράδειγμα για την ορθότητα της διδασκαλίας του, αλλά ενδεχομένως αποκαλύπτει, αντίστροφα, την επίδραση του Πρωταγόρα στη σκέψη του ίδιου τον Περικλή.
 
Αυτό θα επιβεβαιωθεί από έναν συλλογισμό που βάζει ο Θουκυδίδης στο στόμα του ίδιου του Περικλή στο προοίμιο του Επιτάφιου: χαλεπόν γάρ τό μετρίως εἰπεῖν ἐν ᾧ μόλις καί ἡ δόκησις τῆς ἀληθείας βεβαιοῦται. ὅ τε γάρ ξυνειδώς καί εὔνους ἀκροατής τάχ΄ ἄν τι ἐνδεεστέρως πρός ἅ βουλεύεταί τε καί ἐπίσταται νομίσειε δηλοῦσθαι, ὅ τε ἄπειρος ἐστιν ἅ καί πλεονάζεσθαι, δια φθό­νον, εἴ τι ὑπέρ τῇ αὐτοῦ φύσιν ἀκούοι. μέχρι γάρ τοῦδε ἀνεκτοί οἱ ἔπαινοί εἰσι περί ἑτέρων λεγόμενοι, ἐς ὅσον ἄν καί αὐτός ἕκαστος οἴηται ἱκανός εἶναι δρᾶσαί τι ὧν ἤκουσεν. τῷ δέ ὑπερβάλλοντι αὐτῶν φθονοῦντες ἤδη καί ἀπιστοῦσιν (2.35.2) [Δύσκολο είναι να μιλήσει κανείς όπως ταιριάζει σε θέμα που χρειάζεται κόπος για να γίνει πιστευτή και η απλή αλήθεια. Γιατί ο ευνοϊκός ακροατής που ξέρει τα πράγματα θα θεωρήσει τα όσα ακούει κατώτερα από όσα θέλει και περιμένει ν’ ακούσει, ενώ ο ακροατής που δεν τα ξέρει θα νομίσει, από φθόνο, πως λέγονται υπερβολές, αν τύχει κι ακούσει κάτι που είναι ανώτερο από τις δυνάμεις του. Τον έπαινο για τους άλλους τον ανεχόμαστε τόσο μόνο όσο πιστεύουμε πως κι εμείς οι ίδιοι θα μπορούσαμε να τον αξίζουμε. Καθετί που είναι ανώτερο μας, από φθόνο, δεν το πιστεύουμε], Η διαδικασία που περιγράφεται στον Επιτάφιο και στο απόσπασμα του Πρωταγόρα είναι ακριβώς η ίδια. Ο άνθρωπος αξιολογεί τη συμπεριφορά των άλλων με γνώμονα την εικόνα που έχει για τις δικές του δυνατότητες, για τα δικά του όρια. Και στις δύο περιπτώσεις ο αποδέκτης της εικόνας αποτελεί το μέτρο της αξιολόγησης. Στο απόσπασμα του Πρωταγόρα ο Περικλής εξασφαλίζει την αποδοχή των άλλων, καλλιεργώντας τους την εντύπωση ότι είναι καλύτερος. Η δημόσια εικόνα του τους πείθει για αυτό.
 
Στο έργο του Θουκυδίδη γίνεται εμφανής όχι τόσο η επίδραση του Πρωταγόρα στον ιστορικό όσο στον Περικλή. Οι τεχνικές που σύμφωνα με τον Θουκυδίδη διέπουν τη δημιουργία, συντήρηση και υπεράσπιση της εικόνας ενός πολιτικού έναντι του πλήθους συμφωνούν με τις γνωσιολογικές αρχές του σοφιστή, αν δεν αποτελούν και συνειδητή εφαρμογή τους. Ένα απόσπασμα από τον τελευταίο λόγο του Περικλή λειτουργεί ως ένα ακόμα παράλληλο στο πρωταγόρειο απόσπασμα και στην άποψη ότι η καρτερία σε αντίξοες περιστάσεις εκλαμβάνεται από τους γύρω ως τεκμήριο υπεροχής σε σχέση με τους ίδιους: μήτε ἔνδηλοί ἐστε τοῖς παροῦσι πόνοις βαρυνόμενοι, ὡς οἵτινες πρός τάς ξυμ­φοράς γνώμῃ μέν ἥκιστα λυποῦνται, ἔργῳ δέ μάλιστα ἀντέχουσιν, οὗτοι καί πόλεων καί ἰδιωτῶν κράτιστοί εἰσιν (2.64.6) [μην δείχνετε ότι οι τωρινές συμφορές σάς έχουν καταβάλει. Άριστοι είναι εκείνοι - είτε πρόκειται για πολιτεία είτε πρόκειται για ανθρώπους - που δεν κλονίζεται το ηθικό τους από τις συμφορές, εκείνοι που δείχνουν τη μεγαλύτερη αποφασιστικότητα στη δράση].
 
Συμπέρασμα
 
Είδαμε ότι η στρατηγική δημοσίων σχέσεων του Περικλή, όπως την περιγράφει ο Θουκυδίδης, δεν βασιζόταν στον αυτοσχεδιασμό, αλλά ακολουθούσε συγκεκριμένη μέθοδο,[53] παρέμενε προσηλωμένη σε συγκεκριμένους στόχους και προ πάντων εκμεταλλευόταν τη γνωσιοθεωρία της εποχής του στην πιο ριζοσπαστική μάλιστα εκδοχή της. Στο πρόσωπο του Θουκυδίδη ο Περικλής βρίσκει έναν εξαιρετικά οξυδερκή παρατηρητή, που όχι μόνο διέκρινε τους μηχανισμούς της πολιτικής επικοινωνίας, όπως λειτουργούσαν στον κόσμο γύρω του, αλλά κατανόησε επίσης τη σημασία τους. Ακόμη περισσότερο, οι δυνατότητες της πολιτικής επικοινωνίας προσέφεραν στον ιστορικό ένα περαιτέρω μέσο εξατομίκευσης και χαρακτηρισμού των πρωταγωνιστών του έργου του. Η αλληλεπίδραση ενός ηγέτη με το πλήθος είναι δυνατόν να γνωρίσει διαβαθμίσεις με γνώμονα διάφορα κριτήρια: από τον απόλυτο έλεγχο μέχρι την έλλειψη επιρροής από την ηγεσία που εμπνέει χάρη στο κύρος μέχρι τον ανεύθυνο λαϊκισμό ή την ιδιοτελή χειραγώγηση, από τη δημόσια αποδοχή μέχρι την παραίτηση.
 
Αν ο R. Collingwood χαρακτήρισε τον Θουκυδίδη πατέρα της ψυχολογικής ιστοριογραφίας,[54] προετοιμάζοντας ουσιαστικά το έδαφος για μια σειρά από σημαντικές μελέτες που διερεύνησαν αυτήν την πτυχή του έργου του, σημερινοί μελετητές, όπως ο J. Ober στον ανά χείρας τόμο, χαρακτηρίζουν τον Θουκυδίδη πατέρα της πολιτικής επιστήμης. Όπως δείχνει και η συζήτηση που προηγήθηκε, ένας τέτοιος χαρακτηρισμός δεν μπορεί παρά να καλύπτει και τη συνεισφορά του Θουκυδίδη στη μελέτη της ανατομίας και λειτουργίας της πολιτικής επικοινωνίας.
------------------------------
[1] Βλ. Geske (2005). Πάντως ο Νικίας δεν επαινείται ποτέ από τον Θουκυδίδη για τις στρατιωτικές του ικανότητες· πρβλ. Kallet (2001) 151-59. 
[2] Οι μεταφράσεις είναι του συγγραφέα.
[3] Για την επιρροή των στρατιωτών στις αποφάσεις και διαταγές των στρατηγών τους βλ. Hamel (1998) 71-73.
[4] Για τον Δημοσθένη βλ. Stahl (1066) 130 κ.ε. για την Ποτείδαια Kallet (1993) 120-23.
[5] Η πληροφορία αυτή επιτείνει την εντύπωσή μας για την αποτελεσματικότητα του Περικλή ως ρήτορα (1.140-144)· μετά την εκφώνηση της δημηγορίας η αποδοχή των απόψεών του από τους Αθηναίους είναι πλήρης (1.145).
[6] Μέχρι την εμφάνιση του Κλέωνα στο 3° Βιβλίο δεν υπάρχουν αναφορές στην ηγετική παρουσία κάποιου άλλου πολιτικού ή σε σύγκληση της εκκλησίας του δήμου. Πρβλ. Connor (1984) 76 κ. ε.: ‘Στο πρώτο μέρος του βιβλίου [2ου] δόθηκε μεγάλη έμφαση στη διαδικασία με την οποία η Αθήνα λαμβάνει σημαντικές αποφάσεις σχετικά με τον πόλεμο... Αποκτούμε μια αίσθηση των διαθέσεων που επικρατούσαν στους Αθηναίους πολίτες και ρίχνουμε μια ματιά στη συνέλευση τη στιγμή της λειτουργίας της. Μετά το κεφάλαιο 65 η αφήγηση αναφέρει τις σημαντικότερες αποφάσεις, αλλά δεν λέγονται πολλά για τη διαδικασία με την οποία αυτές λαμβάνονταν. Η συνέλευση εξαφανίζεται, και μαζί της τα άτομα που επεδίωκαν να κυριαρχήσουν σε αυτήν’· βλ. επίσης Rood (1998) 136 κ.ε. Για ‘τις επιλογές, τη συμπύκνωση και τις παραλείψεις’ που χαρακτηρίζουν τους λόγους βλ. Hornblower (1987) 55 
[7] Δεν διαθέτουμε επαρκή στοιχεία από αλλού, ώστε να υιοθετήσουμε την εύλογη υπόθεση (πρβλ. 2.59.3) ότι ο Περικλής ενεργούσε με την ιδιότητά του ως στρατηγού. Για αυτό το πρόβλημα βλ. Hamel (1998) 5-12.
[8] Σύμφωνα με τη διάκριση που εισηγείται η V.J. Hunter (1988/89) 18 με τη σημ. 6 (όπου και η σχετική βιβλιογραφία) όχλος είναι μια ομάδα η οποία συναθροίζεται και τείνει να ομογενοποιηθεί. Ο όρος ‘μάζα’ αφορά ένα σύνολο ανθρώπων που είναι πολύ εκτεταμένο, ώστε να συναθροισθεί.
[9] Marx - McAdam (1994) 68 κ.ε.
[10] McNair (1995) 7. 
[11] Αντίθετα με τους Αθηναίους στη Μήλο ο Βρασίδας είχε την ευκαιρία να απευθυνθεί στον λαό των πόλεων της Βόρειας Ελλάδας και κατόρθωσε να τον πείσει να εγκαταλείψει τους συμμάχους του. Η επιτυχία του οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στην εξαπάτηση και στον εκφοβισμό μέσω απειλών (4.87.2-5· βλ. επίσης 4.88.1: οι Ακάνθιοι ανησυχούσαν για τη συγκομιδή). Τα ακροατήρια του Βρασίδα παρουσιάζουν τη χαρακτηριστική συμπεριφορά του όχλου: ‘οι πολίτες ξεσηκώθηκαν ακόμη περισσότερο και ήθελαν να αποστατήσουν’ (ἐπήρθησαν, πρβλ. Connor [1984] 135, σημ. 68), επιθυμούσαν να είναι οι πρώτοι που θα το κάνουν (4.108.4), εκτίμησαν εσφαλμένα το μέγεθος της Αθηναϊκής δύναμης (4.108.4), παρασύρονταν από ευσεβείς πόθους και απωθούσαν κάθε αρνητικό ενδεχόμενο (4.108.6). Ο Βρασίδας δημιουργεί ψευδείς προσδοκίες και υποθάλπει άλογη συμπεριφορά (4.108.6)· πρβλ. επίσης Connor (1984) 131, σημ. 57. Εξάλλου, στην Αμφίπολη οι άνθρωποι σταματούν να υπακούουν στον Αθηναίο στρατηγό εκεί (4.106.2· για την παράλειψη του ονόματος του πρβλ. Hornblower, Comm. 2.337).
[12] Για τα παραπλανητικά στοιχεία της ομιλίας του Βρασίδα βλ. Debnar (2001) 188 κ.ε., 192-Price (2001) 251-54.
[13] Πρβλ. 2.60.6· βλ. Yunis (1991). 
[14] Οι Εγεσταίοι, οι οποίοι είχαν επισήμως καλέσει τους Αθηναίους να επέμβουν στη Σικελία, χρησιμοποιούν λόγια τα οποία χαρακτηρίζονται από τον ίδιο τον Θουκυδίδη ως ἐπα­γωγά καί οὐκ ἀληθῆ (6.8.2). Ο Αλκιβιάδης παρουσιάζει μια υπερβολικά μονόπλευρη εικόνα των συνθηκών στη Σικελία (6.17.2-6)· πρβλ. Stahl (1973) 64 κ.ε. Αντιπαράβαλλε το 6.93.1: οι Σπαρτιάτες δείχνουν εμπιστοσύνη στον Αλκιβιάδη, ‘διότι πίστεψαν ότι είχαν ακούσει τον άνθρωπο ο οποίος διέθετε την πιο ακριβή πληροφόρηση’.
[15] Βλ. Stahl (1973) 70-72· Tsakmakis (1995a) 159-75. 
[16] Πρβλ. Connor (1984) 168-71.
[17] Φήμες οι οποίες κυκλοφορούσαν από στόμα σε στόμα (άκογι) έπαιξαν σημαντικό ρόλο στη δημιουργία της μαζικής υστερίας που οδήγησε στην ανάκληση του Αλκιβιάδη. Ο φόβος των Αθηναίων για την τυραννίδα ενισχύθηκε από λανθασμένες ιστορικές εικασίες· βλ. Τsakmakis (1995a) 186 κ.ε. Οι φήμες υπόκεινται σε αλλαγές και παραμορφώσεις που είναι τριών ειδών: διαγραφή λεπτομερειών (‘ισοπέδωση’), προϊούσα οργάνωση της ύλης γύρω από ένα δεσπόζον θέμα (‘όξυνση’) και παρουσίαση του μηνύματος με τρόπο που να το καθιστά συμβατό με προϋπάρχουσες ατομικές και συλλογικές απόψεις (‘αφομοίωση’)· βλ. Marx - McAdam (1994) 27. Το επεισόδιο των Πεισιστρατιδών περιέχει πολλές λεπτομέρειες, θέματα και δομές δράσης που αγνοούνται στη διαδεδομένη εκδοχή του περιστατικού· στόχος του είναι να αμφισβητήσει την απλοϊκή σύνδεση της τυραννίδας με τη βία.
[18] Βλ. Rechenauer (1991) 144-57.
[19] Η σημασία αυτού του γεγονότος δεν αναιρείται από την παρατήρηση της V.J. Hunter (1998/89) ότι ο Θουκυδίδης δεν συγγράφει μια ‘κοινωνιολογία’ του όχλου, αλλά εφαρμόζει τους κανόνες της ατομικής ψυχολογίας στη συμπεριφορά του.
[20] Πρόκειται για πολύ φιλόδοξο στόχο, ακόμη και για σύγχρονους ερευνητές, καθώς δεν εξαντλείται στην εξέταση στατικών τεκμηρίων, αλλά απαιτεί την κατανόηση κοινωνικών δυναμικών βλ. Marx - McAdam (1994) 25f. 
[21] Είναι προετοιμασμένος για τις αντιδράσεις τους: 2.59.3 - 2.60.1· πρβλ. 1.140.1.
[22] Δεδομένου ότι ο Περικλής δεν έχεt αντίπαλο στις δημόσιες αγορεύσεις του, ο πραγματικός του αντίπαλος είναι το πλήθος: ο βαθμός αποδοχής της ηγεσίας του είναι o  μόνος μεταβλητός παράγοντας. Η αντίσταση στην επιχειρηματολογία του Περικλή εκφράζεται ως αντιπαράθεση συναισθήματος-λογικής (2.65.1: ὀργή - γνώμη, 2.65 3-4: ὀργή - νομίζειν· βλ. ολόκληρο τον τελευταίο λόγο του Περικλή). Με παρόμοιο τρόπο η εγκατάλειψη της πολιτικής του Περικλή περιγράφεται ως αποτέλεσμα ηθικής διαφθοράς ή ως ελάττωμα των ηγετών, οι οποίοι εκμεταλλεύονται τα συναισθήματα και τα πάθη των μαζών (2.65.10).
[23] Φαντάζει ειρωνικό το γεγονός ότι ο Νικίας τελικά εκτελείται, επειδή οι Συρακούσιοι θα φοβηθούν μήπως δωροδοκήσει τους φρουρούς του (7.86.4)
[24] Ο Νικίας δεν είναι σε θέση να σκεφθεί με όρους πολιτικούς. Η πολιτική του κρίση δεν μπορεί ποτέ να αποσυνδεθεί από τη στενή μέριμνα για την προσωπική του σταδιοδρομία (5.16.1, 6.9.2.). 
[25] Κατά παρόμοιο τρόπο ο Κλέων δεν διστάζει να εισηγηθεί τη διάκριση μεταξύ συνετών και ασήμαντων πολιτών (φαυλότεροι, 3.37.3) στο ακροατήριό του (για να εκφράσει, ωστόσο, την αποδοκιμασία του για τους πρώτους· πρβλ. Rengakos [1984] 58-63‘ Connor [1971] 94-96· Hornblower, Comm. 1.424), με σκοπό να εξυπηρετήσει τις άμεσες βλέψεις του στη διάρκεια της συζήτησης για τη Μυτιλήνη. Χαρακτηριστικό είναι ότι στη συνέχεια της επιχειρηματολογίας του αρνείται μια θεμελιώδη αρχή της πολιτικής επικοινωνίας σε ένα δημοκρατικό καθεστώς, τον δημόσιο διάλογο, υπερτονίζοντας τα αρνητικά επακόλουθα της ρητορικής πειθούς· πρβλ. Connor (1984) 82 κ.ε.
[26] Ποβλ. 6.1 7.1 (για την υποστήριξη της συμμαχίας εναντίον της Σπάρτης: 5.45.3).
[27] Βία και πειθώ είναι όροι αντίθετοι στην ελληνική σχεφη- ποβλ. Buxton ί 1982) 58-63. Αυτή, ωστόσο, η αντίφαση χαρακτηρίζει ευρύτερα την πολιτική ζωή της εποχής στην Αθήνα: η πειθώ κυριαρχούσε μέσω της ρητορικής στα εσωτερικά των Αθηναίων, ενώ η βία ήταν το κύριο χαρακτηριστικό της πολιτικής τους απέναντι στους συμμάχους. 
[28] Πρβλ. Hornblower. Comm. 2.152.
[29] Στη διένεξη για την Πύλο γίνεται ο ίδιος θύμα της δυναμικής που αναπτύσσεται κατά τη διάρκεια της συζήτησης, ενώ στη Σικελική εκστρατεία ορίζεται επικεφαλής παρά τη θέλησή του (6.8.4). 
[30] Η αξιοπιστία της αφήγησης στο σημείο αυτό υποστηρίζεται από αντίστοιχα φαινόμενα που επισημαίνονται στην αφήγηση της επιστροφής του Αλκιβιάδη στην Αθήνα από τον Ξενοφώντα (Ελλ. 1-4. 18-20).
[31] Πρβλ. επίσης Zaller (1992) 53-75.
[32] Πρβλ. Pouncey (1986)
[33] Πρβλ. Hornblower (1987) 73-110· Thomas (2000) 168-212· Kallet (στον ανά χείρας τόμο).
[34] Ο Θεμιστοκλής είναι ο μόνος πολιτικός ο οποίος στο έργο του Ηροδότου εμφανίζεται ενώπιον της συνέλευσης και πείθει τους πολίτες να υιοθετήσουν τις προτάσεις του (Ηρόδ. 8.109.2-8.110.1· η στρατιωτική του παρακέλευση στο 8.83 είναι επίσης αποτελεσματική). 
[35] Αναγνώριση της σύνεσης και της ευφυΐας άλλων πολιτικών από τον Θουκυδίδη: 2.97.6· 4.81.2· 6.54.5· 6.72.2· 8.68.1. Επίσης βλ. Rood (1998α) 184, σημ. 8.
[36] Διεξοδικά πραγματεύεται το θέμα ο Edmunds (1975). Για τη συσχέτιση σκέψεων, προβλέψεων, προθέσεων και γεγονότων βλ. V.J. Hunter (1973α)· Stahl (1973)· Schneider (1974) 69-125.
[37] Marx - McAdam (1994) 69.
[38] Η βοήθεια του Βρασίδα προς τη Σκιώνη ενεθάρρυνε τους Μενδαίους να αποστατήσουν από τους Αθηναίους (4.123.2). Η έντονη εντύπωση των κατορθωμάτων του Βρασίδα είναι ακόμη ζωντανή και στους Μηλίους (5.110). Οι Μυτιληναίοι εξάλλου δηλώνουν ότι αποστάτησαν σκεπτόμενοι το παράδειγμα της μεταχείρισης άλλων συμμάχων από τους Αθηναίους (3.10.6, 3.11.8· πρβλ. επίσης την έκκληση προς τους Σπαρτιάτες στα χωρία 3.13.2 και 3.13.7). Η δημηγορία των Μυτιληναίων αξιοποιεί ευρέως ρητορικές τεχνικές του συρμού, αλλά δεν εμποδίζει τους Λακεδαιμονίους να καταλήξουν στο συμπέρασμα ότι οι Μυτιληναίοι δεν έλεγαν την αλήθεια και ζητούσαν πράγματα αδύνατα (3.16.2· επίσης HTC 2.268-69 στο 3.13.4).
[39] Πρβλ. 3.39.3: Παράδειγμα δέ αὐτοῖς οὔτε αἱ ταῶν πέλας ξυμφοραί ἐγένοντο (‘δεν έχουν διδαχθεί ούτε από το παράδειγμα των γειτόνων τους’)· το παράδειγμα απαντά στους ισχυρισμούς των Μυτιληναίων (3.10.6, 3.11.8), αλλά αντικρούεται από τον Διόδοτο στο 3.47.3: προδειξάντων ὑμῶν τήν αὐτήν ζημίαν τοῖς τε ἀδικοῦσιν ὁμοίως κεῖσθαι καί τοῖς μή (‘γιατί εσείς θα έχετε προλάβει να δείξετε ότι η ίδια ποινή επιβάλλεται και σε εκείνους που είναι ένοχοι και σε όσους δεν είναι’). Η χρήση του παραδείγματος ταιριάζει με μια ρητορική χρήση του παρελθόντος, η οποία παραγνωρίζει τις πραγματικές σχέσεις ισχύος. Οι Πλαταιείς υπενθυμίζουν στους Σπαρτιάτες ότι θεωρούνται παράδειγμα ανδραγαθίας (3.57.1· βλ. και 3.59.1 για την ιδέα της φήμης). Οι Μήλιοι προειδοποιούν ότι η τιμωρία των Αθηναίων σε περίπτωση ήττας θα είναι παραδειγματική για άλλους ηγεμόνες (5.90).
[40] Πρβλ. τις προσεκτικές παραινέσεις του Κνήμου και του Βρασίδα (2.87.1) και τον αντίστοιχο λόγο του Φορμίωνα προς τους Αθηναίους (2.89): Ο Φορμίων έχει επίγνωση των δυσκολιών και δεν ολισθαίνει προς μια επιπόλαια ρητορική εκμετάλλευση της προηγούμενης νίκης των Αθηναίων. 
[41] Βλ. επίσης Connor (1984) 170 με τη σημ. 30.
[42] Αντίθετα, η υπερβολικά πρόστυχη συμπεριφορά ενός πολιτικού είναι δυνατόν να προκαλέσει την αποστροφή των πολιτών, όπως στην περίπτωση του Υπέρβολου· βλ. 8.73.3.
[43] 6.12· για τις δημηγορίες πριν από τη Σικελική εκστρατεία πρβλ. Kallet (2001) 24-48.
[44] Connor (1984) 164.
[45] Για αυτή την ιδέα βλ. Crane (1996) 118-26. Οι οικογενειακοί δεσμοί είναι ένας πολύ σημαντικός παράγοντας που εξηγεί τις ιδέες τις οποίες εκφράζει ο Αλκιβιάδης· 5-43.2· 6.16.1· 6.89.4. Ο Αλκιβιάδης επιμένει να θεμελιώνει τις αξιώσεις του στην παραδοσιακή έννοια της ἀξίας: ἀξιοῦν: 6.92.2, 6.92.5· ἀνταξιοῦν: 6.16.1· ἀξίως: 6.16.2.
[46] Σύγκριση μπορεί να γίνει στο σημείο αυτό με την απουσία επιχειρημάτων στον λόγο του Σθενελαΐδα ή με την επιθετική στάση του Κλέωνα προς το ακροατήριό του. 
[47] Πρβλ. Landmann (1932) 23-27.
[48] Πρβλ. επίσης 2.64.6 με το σχόλιο του Hornblower, Comm. 1.340· βλ. Rusten (1989) 197 κ.ε. Για τις διαφορές μεταξύ Περικλή και Αλκιβιάδη πρβλ. Price (2001) 2S4-6V
[49] Βλ. Debnar (2001) 172,183-93. 
[50] McNair (1995) 42 κ.ε.  
[51] Βλ. Ober (1989) 31-33.
[52] Ορισμένες πηγές αναφέρονται σε μομφές κατά του Περικλή για δωροδοκία, δια- ψεύδονται όμως έμμεσα στην Ιστορία του Θουκυδίδη: πρβλ. Will (2003) 238 και σημ. 52. Για τη δωροδοκία στην Αθηναϊκή πολιτική βλ. Ober (1989) 236-38.
[53] Πρβλ. επίσης Connor (1971) 127 κ.ε. Για τον Νικία και τη δημόσια εικόνα του βλ. Geske (2005) 84.
[54] Collingwood (1961) 20.