Κυριακή 8 Απριλίου 2018

Να μένεις συγκεντρωμένος στο παρόν

«Μην αφήνεις να σε συντρίψει η συνολική εικόνα της ζωής. Μη γεμίζεις το νου σου με όλα τα κακά που μπορούν ακόμα να συμβούν. Μείνε συγκεντρωμένος στην παροντική κατάσταση και ρώτα τον εαυτό σου γιατί είναι τόσο ανυπόφορη σε βαθμό που να μη θεωρείται βιώσιμη». – Μάρκος Αυρήλιος

Όταν αναλογίζεστε κάποια από τα πιο εντυπωσιακά έως και τρομακτικά πράγματα που έχετε κάνει ή περάσει, πώς ήταν δυνατόν να συμβούν; Πώς καταφέρατε να δείτε πέρα από τον κίνδυνο ή τις λιγοστές πιθανότητες;

Όπως περιέγραψε ο Μάρκος Αυρήλιος, ήσαστε πολύ απασχολημένοι με τις λεπτομέρειες, για να αφήσετε τη συνολική εικόνα της κατάστασης να σας συνθλίψει. Πιθανότατα μάλιστα δεν την εξετάζατε καν τη συγκεκριμένη στιγμή.

Ένας χαρακτήρας του Τσακ Πόλανικ στη νουβέλα Νανούρισμα λέει: «Το κόλπο για να ξεχνάς τη γενικότερη εικόνα είναι να κοιτάς τα πάντα από πολύ κοντά». Μερικές φορές, η σύλληψη της ευρύτερης εικόνας είναι σημαντική, και οι στωικοί μας βοήθησαν ήδη σε αυτό. Πολλές φορές, αντίθετα, είναι αντιπαραγωγικό και καθηλωτικό να σκεφτόμαστε όλα όσα εκτείνονται μπροστά μας.

Έτσι, εστιάζοντας αποκλειστικά στο παρόν, μπορούμε να αποφύγουμε ή να απομακρύνουμε αυτές τις εκφοβιστικές ή αρνητικές σκέψεις από το οπτικό μας πεδίο. Ο άνθρωπος που περπατάει σε τεντωμένο σχοινί προσπαθεί να μη σκέφτεται πόσο ψηλά είναι.

Η αήττητη ομάδα προσπαθεί να μη σκέφτεται το λαμπρό σερί της από νίκες. Όπως κι εμείς, είναι προτιμότερο να κάνουν το ένα βήμα μετά το άλλο και να θεωρούν όλα τα άλλα αλλότρια.

Η δύναμη της αγάπης, πρόσωπο με πρόσωπο

Σήμερα φέρνοντας -αναπάντεχα στο νου μου έναν αρχαίο μύθο-κατάλαβα τι μπορεί να είναι η αγάπη.

Το κατάλαβα από μια εικόνα πάνω σ' ένα αγγείο: δείχνει τον Πηλέα, να έχει δέσει τα χέρια του γύρω από τη Θέτιδα και να την κρατάει σφιχτά. Αγαπούσε τη Θέτιδα και ο Κένταυρος, που ήταν σοφός, του είχε προβλέψει:

Η γυναίκα αυτή συνέχεια θα μεταμορφώνεται. Μην φοβηθείς και μη λύσεις ποτέ τα χέρια σου. Θα γίνεται φίδι και λύκαινα, φωτιά και πάγος. Πράγματα δηλαδή, που δύσκολα κρατάει κανείς χωρίς να ματώσουν, να καούν και να παγώσουν τα χέρια του. Εσύ όμως θα το κάνεις. Η αγάπη θα σου δίνει τη δύναμη ν' αντέξεις, ό,τι χωρίς αυτή, θα σου προκαλούσε φρίκη και πόνο και αποστροφή. Και δεν θα χαλαρώσεις ποτέ το αγκάλιασμα, γιατί θα ξέρεις ότι πίσω απ' όλ' αυτά τα πρόσωπα κρύβεται η μορφή της αγαπημένης σου. Κρύβεται η ψυχή της.

Αυτά είπε ο Κένταυρος κι ο Πηλέας τον άκουσε κι όσο κράταγε ο πόλεμος δεν έπαυε ν' αγαπάει και ν' αγκαλιάζει κάθε μορφή θηρίου που μπορεί να πάρει ο άνθρωπος. Κι ακόμα ήξερε, πως τα θηρία αυτά, είναι οι όψεις της τρέλας, του πόνου και της αρρώστιας που μπορεί να έχει ο καθένας μας. Όχι η αληθινή εικόνα του.

Και περίμενε το πλήρωμα του χρόνου, μέχρι να λιώσει η αγάπη του κάθε προσωπείο και κάθε αντίσταση, ώστε να δει επιτέλους την ομορφιά της Θέτιδας. Και την είδε. Επειδή δεν έλυσε ποτέ τα χέρια του, την είδε. Επειδή έβλεπε πέρα απ' τη δύση, την ανατολή και πέρα απ' το θηρίο, την θεότητα. Είδε και την αγάπη, πρόσωπο με πρόσωπο.

Οι ευαίσθητοι άνθρωποι είναι άγγελοι με σπασμένα φτερά που πετούν όταν αγαπηθούν

Οι ευαίσθητοι άνθρωποι είναι οι πιο γνήσιοι και ειλικρινείς που θα συναντήσεις ποτέ. Δεν υπάρχει κάτι που δε θα σου πουν για τον εαυτό τους αν εμπιστευτούν την καλοσύνη σου.

Ωστόσο, την στιγμή που θα τους προδώσεις, θα τους απορρίψεις ή θα τους υποτιμήσεις, γίνονται ο χειρότερος τύπος ανθρώπου. Δυστυχώς, καταλήγουν να πληγώνουν τον εαυτό τους. Δε θέλουν να πληγώσουν τους άλλους. Είναι ενάντια στην φύση τους. Θέλουν να κάνουν τροποποιήσεις και να αναιρέσουν το λάθος που έκαναν.

Η ζωή τους είναι κύμα με τα πάνω και τα κάτω. Ζουν με ενοχές και ένα συνεχή πόνο για τα άλυτα ζητήματα και τις παρεξηγήσεις. Είναι βασανισμένες ψυχές που δεν μπορούν να ζήσουν μισώντας τους άλλους ή με το να τους μισούν οι άλλοι.

Αυτά τα άτομα χρειάζονται όση αγάπη μπορεί κάποιος να τους δώσει επειδή η ψυχή τους βασανίζεται συνεχώς από τους άλλους.

Όμως, παρά την τραγωδία από αυτά που έχουν περάσει, παραμένουν τα πιο συμπονετικά άτομα που αξίζει να γνωρίσεις και αυτοί που συχνά γίνονται ακτιβιστές για τους πληγωμένους, τους ξεχασμένους και τους παρεξηγημένους.

Είναι άγγελοι με σπασμένα φτερά που πετούν μόνο όταν αγαπηθούν.
 

Η ευτυχία μπορεί να είναι ένα όνειρό, δημιουργημένο από ένα δυστυχισμένο νου

Ευτυχία είναι η λειτουργία της συνειδητότητάς σου όταν είσαι ξυπνητός. Δυστυχία είναι η λειτουργία της συνειδητότητάς σου όταν είσαι κοιμισμένος. Ασυνειδησία είναι ο καθρέφτης σου, φορτωμένος με πολλή σκόνη και με βαλίτσες και με το παρελθόν. Ευτυχία είναι όταν το βάρος έχει φύγει και ο καθρέφτης έχει βρεθεί και πάλι. Ο καθρέφτης σου μπορεί και πάλι να αντανακλάσει τα δέντρα και τον ήλιο και την άμμο και τη θάλασσα και τα αστέρια. Όταν έχεις γίνει και πάλι αθώος, όταν έχεις και πάλι τα μάτια ενός παιδιού, μέσα σ’ εκείνη την καθαρότητα. είσαι ευτυχισμένος.

Διάβαζα μερικές όμορφες αράδες του Μάικλ Άνταμ:
«Μπορεί η ίδια η προσπάθεια να οδηγεί στη δυστυχία. Μπορεί όλο το σκοτάδι της επιθυμίας μου να έχει κρατήσει το παράξενο πουλί μακριά απ’ τον ώμο μου. Έχω προσπαθήσει τόσο πολύ και τόσο έντονα να βρω την ευτυχία. Έχω ψάξει τόσο μακριά. Πάντοτε φανταζόμουν ότι η ευτυχία είναι ένα νησί μέσα σε ένα ποτάμι. Μπορεί να είναι το ίδιο το ποτάμι. Έχω σκεφτεί ότι η ευτυχία είναι το όνομα ενός πανδοχείου στο τέλος του δρόμου. Μπορεί να είναι ο ίδιος ο δρόμος. Έχω πιστέψει ότι η ευτυχία ήταν πάντοτε αύριο και αύριο και αύριο. Μπορεί να είναι εδώ. Μπορεί να είναι τώρα. Έχω κοιτάξει οπουδήποτε αλλού.»
«Έτσι, εδώ και τώρα.»
«Έδω και τώρα όμως είναι σκέτη δυστυχία. Τότε μπορεί να μην υπάρχει ευτυχία. Η ευτυχία μπορεί να είναι ένα όνειρό, δημιουργημένο από ένα δυστυχισμένο νου.»

Ασφαλώς δεν είναι έτσι όπως τη φαντάζομαι εγώ μέσα στη δυστυχία μου.
«Εδώ και τώρα δεν υπάρχει ευτυχία. Άρα, η ευτυχία δεν υπάρχει. Συνεπώς δεν χρειάζεται να χάνω τον εαυτό μου μέσα σε κάτι που δεν υπάρχει. Τότε μπορώ να ξεχάσω την ευτυχία. Μπορώ να πάψω να στενοχωριέμαι και αντί να ανησυχώ για κάτι που δεν γνωρίζω, μπορώ να βιώσω αυτό που ζω με όλο μου το είναι. Η ευτυχία είναι ένα μάταιο όνειρο.»

«Τώρα είναι πρωί. Μπορώ να ξυπνήσω και να ζήσω με τη δυστυχία, με αυτό που είναι πραγματικό κάτω από το φως τού ήλιου, αυτή τη στιγμή. Και τώρα μπορώ να δω πόσο πολλή από τη δυστυχία μου ήρθε από την προσπάθειά μου να είμαι ευτυχισμένος. Μπορώ ακόμη να δω ότι η ίδια η προσπάθεια είναι δυστυχία. Η ευτυχία δεν προσπαθεί.»

«Τουλάχιστον εδώ και τώρα υπάρχω. Τουλάχιστον είμαι αυτό που είμαι. Δεν υποκρίνομαι. Είμαι δυστυχισμένος. Και λοιπόν; Απ’ αυτό όμως τρέχω να ξεφύγω; Είναι όντως δυστυχία αυτό;»

Σκέψου, πάνω σ’ αυτό.
«Κι όταν σταματάω να προσπαθώ να είμαι ευτυχισμένος, όταν δεν ψάχνω άλλο πια, όταν δεν στενοχωριέμαι ούτε για να πάω κάπου ούτε για να αποκτήσω οτιδήποτε, τότε φαίνεται πως έχω ήδη φτάσει σε έναν παράξενο τόπο: Είμαι στο εδώ και τώρα. Όταν βλέπω ότι δεν μπορώ να κάνω τίποτα, ότι όλες μου οι πράξεις είναι το ίδιο όνειρο, τη στιγμή που το βλέπω αυτό, ο νους μου που ονειρεύεται και περιπλανιέται, είναι για μια στιγμή ακίνητος και παρών.»

Φυσικά. Αν δεν αναζητάς, αν δεν ψάχνεις, αν δεν επιθυμείς, αν δεν ονειρεύεσαι, για μια στιγμή ο νους πέφτει μέσα στη σιωπή. Είναι ακίνητος. Δεν υπάρχει τίποτα για να προσπαθήσεις, δεν υπάρχει τίποτα για να προσδοκείς και τίποτα για να σου ανατρέψει τα σχέδια.

Για μια στιγμή, ο νους σταματάει το συνεχές του τρέξιμο. Μέσα σ’ εκείνη τη στιγμή τής ακινησίας, βρίσκεσαι σε ένα παράξενο τόπο, βρίσκεσαι σε έναν άγνωστο χώρο, που ποτέ πριν δεν τον γνώρισες. Έχει ανοίξει μια καινούρια πόρτα και για μια στιγμή, ο νους είναι ακίνητος και παρών.

«Για μια στιγμή, εδώ και τώρα, εμφανίζεται ο πραγματικός κόσμος και βλέπω: Εδώ και τώρα υπήρχαν πάντοτε όλα όσα έψαχνα και προσπαθούσα να τα βρω οπουδήποτε αλλού. Επιπλέον: Κυνηγούσα σκιές. Η πραγματικότητα είναι εδώ. μέσα σ’ αυτόν τον ηλιόφωτο τόπο, μέσα σ’ αυτό το κάλεσμα του πουλιού — τώρα. Το ότι αναζητούσα την πραγματικότητα, ήταν αυτό που με απομάκρυνε από αυτήν. Η επιθυμία με κούφανε. Το πουλί πάντοτε εδώ τραγουδούσε.»

«Αν είμαι ακίνητος και δεν στενοχωριέμαι για να βρω την ευτυχία, τότε η ευτυχία φαίνεται πως είναι ικανή να βρει εμένα. Είναι, αν είμαι αληθινά ακίνητος, ακίνητος σαν το θάνατο, αν είμαι εντελώς νεκρός — εδώ και τώρα.»

Η ευτυχία ξαφνικά πηδάει πάνω σου. Όταν η επιθυμία εξαφανίζεται, εμφανίζεται η ευτυχία. Όταν δεν υπάρχει πια προσπάθεια, για πρώτη φορά βλέπεις ποιος είσαι.

Οι διαφορετικές παραδόσεις περί του Ιούδα

Πρόλογος Έχουμε ξαναγράψει και στο παρελθόν, ότι προκειμένου να εντοπίσουμε τις διαφορετικές εκδοχές στα υποτιθέμενα «γεγονότα» της Καινής Διαθήκης, πρέπει να εξετάζουμε τα κείμενα ανεξάρτητα το ένα από το άλλο, και εκ παραλλήλου. Δηλαδή, δεν πρέπει να έχουμε ως δεδομένο κάτι το οποίο δεν αναφέρεται στο κείμενο που διαβάζουμε, αλλά παρ' όλα αυτά, να ερμηνεύουμε με βάση αυτό, επειδή αναφέρεται σε άλλο βιβλίο της Καινής Διαθήκης. Είναι μία πλάνη στην οποία πέφτουμε συχνά, διότι έχουμε τα διαφορετικά επί μέρους βιβλία της Καινής Διαθήκης σε ένα.

Όμως, βάση των ειδικών, τα βιβλία αυτά:

α) γράφτηκαν μετά από πολλές δεκαετίες σε σχέση με αυτά που αφηγούνται,
β) γράφτηκαν από μη αυτόπτες,
γ) απευθύνονται σε διαφορετικές κοινότητες, και
δ) δεν γράφτηκαν με το σκεπτικό ότι κάποια στιγμή θα έμπαιναν δίπλα-δίπλα για να συγκριθούν.

Σε αυτά, ας συνυπολογίσουμε και τα άλλα βιβλία που κυκλοφορούσαν (επιστολές, «αποκαλύψεις», ευαγγέλια, πράξεις αποστόλων), τα οποία αποκηρύχθηκαν αργότερα από τους «νικητές» πρωτο-ορθοδόξους.

Έχοντας λοιπόν την ψευδή αίσθηση ότι πρόκειται περί ενός ενιαίου βιβλίου, και ότι το ένα επί μέρους βιβλίο «συμπληρώνει» το άλλο, δεν κατανοούμε πραγματικά αυτό που λέει το κείμενο, αλλά αυτό που εμείς έχουμε στο μυαλό μας.

Προκειμένου να γεφυρώσουμε τα χάσματα και να δικαιολογήσουμε τις διαφορές, τελικά κατασκευάζουμε ένα «νέο ευαγγέλιο», το δικό μας. Το οποίο μπορεί μεν να συνδυάζει τα τέσσερα ευαγγέλια, αλλά συγκρούεται αναπόφευκτα με τουλάχιστον ένα από αυτά.

Θα δώσω ένα παράδειγμα, για να γίνω περισσότερο κατανοητός. Ας δούμε τι λένε τα τέσσερα ευαγγέλια σχετικά με τις μυροφόρες που επισκέπτονται τον τάφο του Ιησού, αναφορικά με τον αριθμό των μυροφόρων και με το πότε πήγαν.

Σύμφωνα με το «Κατά Ματθαίον», πήγαν δύο· η Μαρία η Μαγδαληνή και η άλλη Μαρία, «τη επιφωσκουση», όταν δηλαδή άρχιζε να φωτίζει αμυδρά (28: 1).
Σύμφωνα με το «Κατά Μάρκον», πήγαν τρείς· η Μαρία η Μαγδαληνή, η Μαρία του Ιακώβου, και η Σαλώμη, «ανατείλαντος του ηλίου» (16: 1).
Σύμφωνα με το «Κατά Λουκάν», πήγαν αρκετές. Η Μαρία η Μαγδαληνή, η Ιωάννα, η Μαρία του Ιακώβου, και κάποιες άλλες που δεν κατονομάζονται, «όρθρου βαθέως». (24: 1.10).
Σύμφωνα με το «Κατά Ιωάννην», πήγε η Μαρία η Μαγδαληνή, «σκοτία έτι ούσης» (20: 1).

Ένας πιστός θα προσπαθήσει να συνδυάσει όλα τα παραπάνω στοιχεία, με την δικαιολογία ότι ο κάθε ευαγγελιστής καταγράφει μέρος της «ιστορίας». Όμως, λέγοντας αυτό, φτιάχνει -χωρίς απαραίτητα να το συνειδητοποιεί- ένα νέο ευαγγέλιο, κατά την εκδοχή του. Προσπαθήστε να τα συνδυάσετε και μόνοι σας. Στο τέλος θα έχετε φτιάξει μια νέα «ιστορία». Μάλιστα, θα έχετε αναγκαστεί ίσως να προσθέσετε στοιχεία που δεν αναφέρονται πουθενά. Για παράδειγμα, προκειμένου να δικαιολογήσετε τον αριθμό των μυροφόρων, θα μπορούσατε να πείτε ότι η Μαρία η Μαγδαληνή πήγε την πρώτη φορά ενώ ήταν σκοτάδι (όπως αναφέρεται στο «Κατά Ιωάννην»), αλλά μετά έφυγε και επέστρεψε φέρνοντας την Μαρία του Ιακώβου και την Σαλώμη. Και στο μεταξύ, είχε ανατείλει ο ήλιος, όπως αναφέρεται στο «Κατά Μάρκον». Αυτό όμως που θα ισχυριστείτε, δεν αναφέρεται σε κανένα ευαγγέλιο, και συγκρούεται με τις ίδιες τις αφηγήσεις των ευαγγελίων, που δείχνουν τις μυροφόρες να επισκέπτονται τον τάφο μόνο μία φορά.

Το ίδιο μπορεί να εφαρμοστεί σε δεκάδες σημεία των διηγήσεων των ευαγγελίων.

Περί του Ιούδα
Για το πρόσωπο του Ιούδα υπάρχουν διαφορετικές εκδοχές-παραδόσεις στα κείμενα των πρώτων χριστιανών. Θα εξετάσουμε τις αναφορές, θα εντοπίσουμε τις διαφορές, και θα προσπαθήσουμε να κατανοήσουμε πως δημιουργήθηκε η παράδοση περί του Ιούδα και πως εμπλουτίστηκε.

Ο Παύλος αγνοεί την προδοσία (όπως και πολλά άλλα)
Κατά γενική ομολογία των ειδικών, ο Παύλος είναι ο πρώτος χριστιανός του οποίου διαθέτουμε κείμενα. Οι επιστολές του προηγούνται της συγγραφής των ευαγγελίων. Οι «Πράξεις των Αποστόλων», γράφονται σε ακόμα μεταγενέστερη εποχή, έχοντας ωστόσο σημεία που απηχούν αρχαιότερες παραδόσεις των ευαγγελίων.

Ο Παύλος φαίνεται ότι δεν γνώριζε καμία παράδοση σχετικά με τον Ιούδα και την προδοσία ή για τον θάνατο του Ιούδα. Και η μαρτυρία του είναι σημαντική, όχι μόνο από χρονολογικής απόψεως, αλλά διότι ο ίδιος επικαλείται την παράδοση που παρέλαβε. Δηλαδή, δεν εκφράζει την προσωπική του άποψη απλά.

Υπάρχουν δύο μόνο σημεία, σε ολόκληρη την επιστολογραφία του. Στην επιστολή του την πρώτη «προς Κορινθίους», αναφέρει σχετικά τα εξής:

«Παρέδωκα γαρ υμίν εν πρώτοις ο και παρέλαβον ότι Χριστός απέθανεν υπέρ των αμαρτιών ημών κατά τας γραφάς και ότι ετάφη και ότι εγήγερται τη ημέρα τη τρίτη κατά τας γραφάς και ότι ώφθη Κηφά είτα τοις δώδεκα» (15: 3-5).

Ο Παύλος είναι σαφής, ότι ο Ιησούς μετά την υποτιθέμενη «ανάστασή» του, φανερώθηκε στους δώδεκα. Αν ο Ιούδας είχε αυτοκτονήσει, θα έπρεπε να γράψει ότι εμφανίστηκε στους έντεκα. Ο Ματθίας που κληρώθηκε στην θέση του Ιούδα, κληρώθηκε μετά την υποτιθέμενη «ανάληψη» του Ιησού (Πράξεις Αποστόλων, 1: 9-26).

Στην ίδια επιστολή, γράφει επίσης:

«εγώ γαρ παρέλαβον από του Κυρίου ο και παρέδωκα υμίν ότι ο Κύριος Ιησούς εν τη νυκτί η παρεδίδετο έλαβεν άρτον…» (κεφ. 11:23).

Αν δούμε το εδάφιο προσεκτικά, ο Παύλος δεν αναφέρεται σε «προδοσία», αλλά στην νύχτα που «παρεδίδετο» ο Ιησούς. Αν γνώριζε περί «προδοσίας», θα το έγραφε.

Αργότερα, άρχισε η καταγραφή των θρύλων και των «ιστοριών» που κυκλοφορούσαν μεταξύ των οπαδών του Ιησού. Αυτά, ονομάστηκαν «ευαγγέλια».

Ένας από τους ακολούθους του Ιησού, ο Ιούδας, πάει στους αρχιερείς
Από την συγγραφή των ευαγγελίων και μετά, μπαίνει το στοιχείο της προδοσίας του Ιούδα.

Αργότερα, και ο φρικτός θάνατός του.

Θα εξετάσουμε τα τρία συνοπτικά ευαγγέλια μεταξύ τους, κατά χρονική σειρά συγγραφής, και το τέταρτο ξεχωριστά. Με βάση τους ειδικούς, πρώτο ευαγγέλιο θεωρείται το «Κατά Μάρκον», δεύτερο το «Κατά Ματθαίον», τρίτο το «Κατά Λουκάν», τέταρτο το «Κατά Ιωάννην». Είναι άγνωστο από πού παίρνει στοιχεία ο «Μάρκος». Πολύ πιθανόν, να υπήρχαν κάποια χαμένα αρχεία (οι ειδικοί τα λένε πηγή «Q»), και σε συνδυασμό με τις ιστορίες που κυκλοφορούσαν, να έγραψε το ευαγγέλιο. Ο «Ματθαίος» βασίζεται κατά πολύ στον «Μάρκο». Το ιδιαίτερο χαρακτηριστικό του είναι ότι κατά κανόνα προσθέτει στα γραφόμενα του «Μάρκου». Έχει όμως και άλλη πηγή (οι ειδικοί την ονομάζουν πηγή «Μ») και είναι όσα αναφέρονται μόνο στο «Κατά Ματθαίον» (π.χ., η τελική κρίση).

 Ο «Λουκάς» βασίζεται στους δύο προηγούμενους και προσπαθεί είτε να αγνοήσει ή να διορθώσει τις υπερβολές του «Ματθαίου». Για παράδειγμα, δεν αναφέρει καθόλου την ανάσταση των νεκρών που έγινε όταν πέθανε ο Ιησούς, ούτε την είσοδό τους στην Ιερουσαλήμ όταν αναστήθηκε ο Ιησούς, μετά από τρις μέρες. Βασίζεται όμως και σε μία άλλη πηγή (οι ειδικοί την λένε πηγή «Λ»), και είναι όσα αναφέρονται μόνο στο «Κατά Λουκάν» (π.χ., η παραβολή του ασώτου). Το «Κατά Ιωάννην» είναι ξεχωριστό και δεν στηρίζεται στους συνοπτικούς. Για αυτό και όταν οι «συνοπτικοί» έχουν τον Ιησού να πειράζεται στην έρημο, αμέσως μετά αφότου βαπτίστηκε στον Ιορδάνη, ο «Ιωάννης» τον έχει στον γάμο της Κανά.

Στο «Κατά Μάρκον» ευαγγέλιο, ο Ιούδας πάει στους αρχιερείς για να παραδώσει τον Ιησού, χωρίς ο συγγραφέας να εξηγεί το γιατί. Αφού το ακούν οι αρχιερείς, τότε του υποσχέθηκαν να του δώσουν χρήματα.

«και Ιούδας ο Ισκαριώτης εις των δώδεκα απήλθεν προς τους αρχιερείς ίνα αυτόν παραδοί αυτοίς· οι δε ακούσαντες εχάρησαν και επηγγείλαντο αυτώ αργύριον δούναι και εζήτει πως αυτόν ευκαίρως παραδοί» (Κατά Μάρκον, 14: 10-11).

Ο συγγραφέας του «Κατά Ματθαίον», παίρνει την ιστορία και προσθέτει κάποια στοιχεία, προσπαθώντας να την βελτιώσει. Αυτό το κάνει στο μεγαλύτερο μέρος του ευαγγελίου του. Μάλιστα, επιχειρεί να παρουσιάσει τον Ιησού ως τον αναμενόμενο Μεσσία που «προφητεύεται» στην Παλαιά Διαθήκη. Και για τον σκοπό του, δεν διστάζει να παραποιήσει τα κείμενα, να τα ερμηνεύσει κατά το δοκούν, και να εφεύρει «προφητείες» εκ του μηδενός. Έτσι λοιπόν, ο συγγραφέας του «Κατά Ματθαίον», δίδει το κίνητρο. Κάτι που έλειπε από το προηγούμενο ευαγγέλιο. Ήταν τα χρήματα.

Ο Ιούδας πήγε στους αρχιερείς και ζήτησε χρήματα για να προδώσει τον Ιησού.

«τότε πορευθείς εις των δώδεκα ο λεγόμενος Ιούδας Ισκαριώτης προς τους αρχιερείς· είπεν τι θέλετε μοι δούναι καγώ υμίν παραδώσω αυτόν· οι δε έστησαν αυτώ τριάκοντα αργύρια» (Κατά Ματθαίον, 26: 14-15).

Είναι διαφορετικό να πηγαίνει ο Ιούδας στους αρχιερείς για να τους παραδώσει τον Ιησού και εκείνοι να του προσφέρουν χρήματα, και διαφορετικό να πηγαίνει ο Ιούδας στους αρχιερείς και να τους ζητά χρήματα για να τους τον παραδώσει.

Ο συγγραφέας του «Κατά Λουκά», φαίνεται ότι θεωρεί κακό το σενάριο του «Ματθαίου». Κρατάει το σενάριο του «Μάρκου», αλλά προσπαθεί να αιτιολογήσει την στάση του Ιούδα, που οφείλετε στον «σατανά». Έτσι, «μπήκε ο Σατανάς στον Ιούδα», πήγε ο Ιούδας στους αρχιερείς και στους στρατηγούς, και εκείνοι του είπαν ότι θα του δώσουν τα χρήματα.

«εισήλθεν δε σατανάς εις Ιούδαν τον καλούμενον Ισκαριώτη όντα εκ του αριθμού των δώδεκα και απελθών συνελάλησεν τοις αρχιερεύσιν και στρατηγοίς το πως αυτοίς παραδώ αυτόν και εχάρησαν και συνέθεντο αυτώ αργύριον δούναι» (Κατά Λουκάν, 22: 3-5).

Ο συγγραφέας του «Κατά Ιωάννην» δεν αναφέρει την σκηνή, αλλά αρκείται στο ότι ο «σατανάς» είχε βάλει στην καρδιά του Ιούδα να τον προδώσει. Όμως, δίνει μια διαφορετική προσέγγιση του θέματος. Βάζει τον Ιησού να λέει στην προσευχή του:

«Ότε ήμην μετ’ αυτών εν τω κόσμω εγώ ετήρουν αυτούς εν τω ονόματί σου ους δέδωκας μοι και εφύλαξα και ουδείς εξ αυτών απώλετο ει μη ο υιός της απωλείας ίνα πληρωθή η γραφή πληρωθή» (17: 12).

Ποια γραφή έλεγε ότι ο Μεσσίας θα προδίδονταν; Καμία. Για αυτό και δεν παραπέμπει πουθενά. Τώρα, αν συνδυάσουμε αυτά, με αυτά που φέρεται να λέει σε άλλο κεφάλαιο (του ιδίου ευαγγελίου), ο Ιησούς διάλεξε… τον προδότη του.

«Ουχ υμείς με εξελέξασθε αλλ’ εγώ εξελεξάμην υμάς» (15: 16). Είναι παρών και ο Ιούδας.

Στον «Μυστικό Δείπνο»
Στους τρεις συνοπτικούς, ο Ιησούς αναφέρει ότι ένας από τους δώδεκα θα τον πρόδιδε. Και αυτό αναφέρεται στον λεγόμενο «Μυστικό Δείπνο», που ήταν ταυτόχρονα και ο Πασχαλινός, κατά τους συνοπτικούς. Στο «Κατά Ιωάννην», αναφέρεται η προδοσία, αλλά ο δείπνος δεν είναι Πασχαλινός. Διότι αναφέρεται σαφέστατα στο «Κατά Ιωάννην», ότι οι αρχιερείς «ουκ εισήλθον εις το πραιτώριον ίνα μη μιανθώσιν αλλά ίνα φάγωσιν το πάσχα» (18: 28). Που σημαίνει ότι, ο Ιησούς πεθαίνει πριν το Πάσχα και συνεπώς ο τελευταίος δείπνος που περιγράφει ο «Ιωάννης» δεν είναι Πασχαλινός. Οι τρεις συνοπτικοί όμως αναφέρονται στον τελευταίο δείπνο ως Πασχαλινό. Από την στιγμή που πάντα το Πάσχα ήταν στις 14 Νισάν, κατά τους συνοπτικούς έπεφτε την Πέμπτη την χρονιά εκείνη, ενώ κατά τον «Ιωάννη»14 Νισάν ήταν Παρασκευή. Το Πασχαλινό δείπνο τελούνταν το βράδυ, από 14 προς 15 Νισάν (οι Εβραίοι μετρούν την μέρα από την δύση του ηλίου μέχρι την δύση της επόμενης μέρας). Συνεπώς, αναφέρονται σε διαφορετική χρονιά οι συνοπτικοί και σε διαφορετική ο «Ιωάννης».

Στο «Κατά Μάρκον» αναφέρεται:

«Ανακειμένων αυτών και εσθιόντων ο Ιησούς είπεν· αμήν λέγω υμίν ότι εις εξ υμών παραδώσει με ο εσθίων μετ εμού· ήρξαντο λυπείσθαι και λέγειν αυτώ εις κατά εις· μήτι εγώ; ο δε είπεν αυτοίς· εις των δώδεκα ο εμβαπτόμενος μετ εμού εις το τρυβλίον· οτι ο μεν υιός του ανθρώπου υπάγει καθώς γέγραπται περί αυτού· ουαί δε τω ανθρώπω εκείνω δι ου ο υιός του ανθρώπου παραδίδοται· καλόν αυτώ ει ουκ εγεννήθη ο άνθρωπος εκείνος» (Κατά Μάρκον, 14: 18-21).

Στο «Κατά Ματθαίον»:

«Εσθιόντων αυτών είπεν αμήν λέγω υμιν ότι εις εξ υμών παραδώσει με και λυπούμενοι σφόδρα ήρξαντο λέγειν αυτώ εις έκαστος μήτι εγώ ειμί κύριε; ο δε αποκριθείς είπεν· ο εμβάψας μετ εμού την χείρα εν τω τρυβλίω ύυτος με παραδώσει· ο μεν υιός του ανθρώπου υπάγει καθώς γέγραπται περί αυτού· ουαί δε τω ανθρώπω εκείνω δι ου ο υιός του ανθρώπου παραδίδοται· καλόν ην αυτώ ει ουκ εγεννήθη ο άνθρωπος εκείνος· αποκριθείς δε Ιούδας ο παραδιδούς αυτόν· είπεν μήτι εγώ ειμί ραββί; λέγει αυτώ· συ είπας» (Κατά Ματθαίον, 26: 21-25).

Ο συγγραφέας δεν αρκείται στα γραφόμενα του «Κατά Μάρκον». Αν και ο συγγραφέας μιλάει συνεσκιασμένα, εφόσον όλοι βουτούσαν στο «τρυβλίον», ο συγγραφέας του «Κατά Ματθαίον» προσπαθεί να δραματοποιήσει την κατάσταση παρουσιάζοντας τον Ιούδα να ρωτάει με θράσος, αν ήταν αυτός ο προδότης. Και ο Ιησούς με την απάντησή του, ουσιαστικά τον αποκαλύπτει. Βέβαια, οι υπόλοιποι παρουσιάζονται σαν να μην έχουν καταλάβει.

Ο συγγραφέας του «Κατά Λουκάν», καταλαβαίνει ότι όσα λιγότερα γράφει σχετικά, τόσο καλύτερα είναι. Για αυτό, απλά αρκείται στο να γράψει: «Ότι ο Υιός μεν του ανθρώπου κατά το ωρισμένον πορεύεται πλην ουαί τω ανθρώπω εκείνω δι’ ου παραδίδοται» (22: 22).

Στο «Κατά Ιωάννην» ο Ιησούς αναγγέλλει ότι ένας από τους δώδεκα θα τον παραδώσει. Μάλιστα, παρουσιάζει τον απόστολο Ιωάννη, να πέφτει στο στήθος του Ιησού και να ρωτά ιδιαιτέρως, ποιος είναι ο προδότης. Περίεργη οικειότητα, εφόσον παραείναι τολμηρό να ακουμπάει ένας άνδρας το κεφάλι του στο στήθος ενός άλλου άνδρα.

Και ο Ιησούς απάντησε:

«Εκείνος εστίν ω εγώ βάψω το ψωμίον και δώσω αυτώ· βάψας ουν το ψωμίον δίδωσι Ιούδα Σίμωνος Ισκαριώτου· και μετά το ψωμίον τότε εισήλθεν εις εκείνον ο σατανάς· λέγει ουν αυτώ ο Ιησούς· ο ποιείς ποίησον τάχιον· τούτο ουδείς έγνω των ανακειμένων προς τι είπεν αυτώ» (13: 26-28).

Παρατηρούμε, ότι το «σημείο» που δίνει ο Ιησούς, είναι διαφορετικό από ότι στα άλλα ευαγγέλια. Επίσης, παρότι αποκαλύπτει ξεκάθαρα τον προδότη, οι υπόλοιποι εξακολουθούν... να μην καταλαβαίνουν. Ακόμα, ο Ιησούς του λέει, ότι κάνει, να το κάνει γρηγορότερα.

Ο τόπος της προδοσίας και το φιλί του Ιούδα
Η αφήγηση του συγγραφέα του «Κατά Μάρκον», είναι μάλλον απλή. Ο Ιούδας με το όχλο, βρίσκει τον Ιησού με τους υπόλοιπους μαθητές. Δίνει φιλί στον Ιησού, προκειμένου να τον αναγνωρίσουν. Ο Πέτρος βγάζει το μαχαίρι και κόβει το αφτί του δούλου του αρχιερέα. Δεν λέει τίποτα στον Πέτρο, και απευθυνόμενος στον όχλο, τους λέει ότι αυτά γίνονται για να εκπληρωθούν οι Γραφές.

Αξιοπρόσεκτα είναι τα εξής:
1) Πώς ήξερε ο Ιούδας τον τόπο που θα έβρισκε τον Ιησού την συγκεκριμένη ώρα;
2) Πώς ο Ιησούς βγάζει βόλτα τους μαθητές, εφόσον απαγορεύονταν μετά το πασχαλινό δείπνο η έξοδος από την οικεία; (Έξοδος, 12: 22-25).
3) Γιατί χρειάζονταν το φιλί του Ιούδα, για να αναγνωρίσουν τον Ιησού; Αφού τον ήξεραν. Αφού τους το λέει και ο ίδιος· «καθ ημέραν ήμην προς υμας εν τω ιερώ διδάσκων και ουκ εκρατήσατε με» (Κατά Μάρκον, 14: 49).
4) Ο Πέτρος κουβαλούσε μαχαίρι μαζί του, με το οποίο δεν δίστασε να κόψει το αφτί του δούλου.
5) Να εκπληρωθούν, ποιές γραφές ακριβώς;

Ο συγγραφέας του «Κατά Ματθαίον», ως συνήθως, προσθέτει στα γραφόμενα του «Κατά Μάρκον». Παρουσιάζει τον Ιησού να νουθετεί τον Πέτρο, λέγοντάς του, «απόστρεψον την μάχαιραν σου εις τον τόπον αυτής· πάντες γαρ οι λαβόντες μάχαιραν εν μαχαίρη απολούνται» (26: 52)

Του λέει όμως και άλλα, πιο εντυπωσιακά. «η δοκείς ότι ου δύναμαι παρακαλέσαι τον πατέρα μου και παραστήσει μοι άρτι πλείους η δώδεκα λεγεώνας αγγέλων». (26: 53). Αλλά, δεν το κάνει, γιατί πρέπει να εκπληρωθούν οι Γραφές...

Ο συγγραφέας του «Κατά Λουκάν» ευαγγελίου, βάζει όλους τους μαθητές να ρωτάνε τον Ιησού, αν θα έπρεπε να κτυπήσουν με μαχαίρι. Αυτό δείχνει ότι όλοι οπλοφορούσαν. Ο Πέτρος μπαίνει μπροστά και κόβει το αφτί του δούλου, το οποίο στην συνέχεια ο Ιησούς του το κολλά. Δεν αναφέρονται τα εντυπωσιακά περί αγγέλων που αναφέρονται στο «Κατά Ματθαίον».

Ο συγγραφέας του «Κατά Ιωάννην» ευαγγελίου, βάζει τον Ιησού να ρωτά τον όχλο, ποιον ζητάει. Ο όχλος απάντησε ότι ζητάει τον Ιησού. Και ο Ιησούς τους λέει ότι είναι ο ίδιος! Αυτοί έπεσαν κάτω. Για δεύτερη φορά, ρώτησε ο Ιησούς ποιον θέλουν. Και του ξαναλένε, τον Ιησού. Αυτή τη φορά, δεν έπεσαν κάτω. Δεν αναφέρεται κανένα φιλί του Ιούδα ως σημείο αναγνωρίσεως. Εδώ, ο ίδιος ο Ιησούς τους συστήθηκε. Είναι ξεκάθαρα, τελείως διαφορετική η περιγραφή από ότι στους συνοπτικούς (18: 2-9).

Ο θάνατος του Ιούδα
Αλλά και για αυτό το «γεγονός», υπάρχουν διαφορετικές εκδοχές. Και φαίνεται ότι δεν υπήρχε ομοιομορφία (και) σε αυτήν την παράδοση, καθώς αναφέρεται μόνο στον «Κατά Ματθαίον» και στις «Πράξεις», αλλά πάλι χωρίς να συμφωνούν. Είναι πολύ περίεργο να μην καταγράφεται ο θάνατος του Ιούδα στα υπόλοιπα ευαγγέλια. Οι εκκλησιαστικοί, συνήθως τις ημέρες του χριστιανικού Πάσχα, συγκρίνουν τις δύο πτώσεις· του Πέτρου και του Ιούδα. Είναι μια από τις πιο δημοφιλείς συγκρίσεις που «κοσμούν» τα χριστιανικά κηρύγματα. Και όμως, αγνοείται από μερίδα κοινοτήτων.

Στο «Κατά Ματθαίον», μεταμελείται ο Ιούδας, επιστρέφει τα αργύρια, και πάει να κρεμαστεί. Επειδή όμως τα χρήματα ήταν αντίτιμο προδοσίας, οι ιερείς αποφάσισαν με αυτά να αγοράσουν έναν αγρό για να θάβουν εκεί τους ξένους. Και συνεχίζει, λέγοντας ο άγνωστος συγγραφέας του ευαγγελίου, ότι εκπληρώθηκε μία «προφητεία» του Ιερεμία ότι «έλαβον τα τριάκοντα αργύρια την τιμήν του τετιμημένου ον ετιμήσαντο από υιών Ισραήλ και έδωκαν αυτά εις τον αγρόν του κεραμέως καθά συνέταξεν μοι Κύριος» (27: 3-10).

Η ρήση βέβαια αυτή, ούτε στον Ιερεμία βρίσκεται, ούτε είναι «προφητική», και το κυριότερο, δεν είναι έτσι. Ο «Ματθαίος» καταφεύγει στην πλαστογραφία και στην παραποίηση, όπως κάνει σε ανάλογες δήθεν «προφητικές» ρήσεις της Π. Διαθήκης.

Συγκεκριμένα, βρίσκεται στον Ζαχαρία, στο κεφάλαιο 11, και αναφέρεται σε καταστροφές στον Λίβανο και σε «πρόβατα της σφαγής», στο ότι ο Θεός παραδίδει τους ανθρώπους σε αλληλοσφαγές, εγκαταλείποντας την φροντίδα του. Και λέει: «και γνώσονται οι Χαναναίοι τα πρόβατα τα φυλασσόμενα διότι λόγος Κυρίου εστίν και ερώ προς αυτούς· ει καλόν ενώπιον υμών εστίν δότε στήσαντες τον μισθόν μου η απείπασθε και έστησαν τον μισθόν μου τριάκοντα αργυρούς και είπεν Κύριος προς με· κάθες αυτούς εις το χωνευτήριον και σκέψαι ει δόκιμον εστίν ον τρόπον εδοκιμάσθην υπέρ αυτών και έλαβον τους τριάκοντα αργυρούς και ενέβαλον αυτούς εις τον οίκον Κυρίου εις το χωνευτήριον (Ζαχαρίας, 11: 11-13).

Οι Χαναναίοι δίνουν τριάντα αργύρια στον Ζαχαρία, και ο Θεός του λέει να τα βάλει στο χωνευτήριο που βρίσκεται στον «οίκο του Κυρίου». Ο «Ματθαίος» όμως λέει ότι οι αρχιερείς πήραν τα τριάντα αργύρια από τον Ιούδα και τα έδωσαν για τον αγρό. Καμία σχέση δηλαδή!

Ο συγγραφέας των Πράξεων αναφέρει μία άλλη παράδοση για τον θάνατο του Ιούδα. Ο Ιούδας απέκτησε αγρό από τα λεφτά της προδοσίας «και πρηνής γενόμενος ελάκησεν μεσός και εξεχύθη πάντα τα σπλάχνα αυτού» (Πράξεις, 1: 18).

Δεν αναφέρει ότι έπεσε από ψηλά, αν υποθέσουμε ότι κρεμάστηκε. Επίσης, αναφέρει ότι αγόρασε αγρό. Συνεπώς, δεν θα μπορούσε να επιστρέψει το ποσό που πήρε πίσω στους ιερείς. Ακόμα, όπως φαίνεται, σκοτώθηκε στο χωράφι του.

Μέσω του Απολλιναρίου, μαθαίνουμε μια επιπλέον εκδοχή, που μαρτυρείται από τον Παπία. Βέβαια, και ο Παπίας δεν ήταν μπροστά, αλλά το μαθαίνει από τον Ιωάννη.

Γράφει ο Απολλινάριος:

«Μεγάλο παράδειγμα ασέβειας παρουσίασε στον κόσμο ο Ιούδας, διότι πρήσθηκε τόσο πολύ η σάρκα του, ώστε όχι μόνον εκείνος να μην μπορεί να περάσει απ’ εκεί όπου εύκολα μπορεί να περνά μία άμαξα, αλλ’ ούτε και αυτός όνο ο όγκος της κεφαλής του. Γιατί λέγουν, ότι τα μεν βλέφαρά των οφθαλμών του πρήσθηκαν τόσο πολύ, ώστε ο ίδιος μεν να μην μπορεί να βλέπει καθόλου το φως, τα δε μάτια του να μην μπορούν να φαίνονται από ιατρό ούτε με διόπτρες· τόσο πολύ βάθος είχαν από την εξωτερική επιφάνεια· το δε αιδοίο του φαινόταν αηδέστερο και μεγαλύτερο από κάθε ασχημοσύνη και όλο το σώμα του έρρεε πύον και ήταν γεμάτο από σκώληκες, προκαλώντας έτσι την αηδία. Λέγουν δε ότι ύστερα από πολλά βάσανα και τιμωρίες πέθανε σε ιδιαίτερο τόπο και ότι από τη δυσοσμία ο τόπος έχει γίνει μέχρι σήμερα έρημος και ακατοίκητος, αλλά ότι ούτε μέχρι σήμερα μπορεί κανείς να περάσει τον τόπο εκείνο, αν δεν φράξει την μύτη του με τα χέρια. Τόσο πολύ διασκορπίστηκε στη γη η δυσοσμία εκ του σώματός του» (Αποστολικοί Πατέρες, τ. Α΄, σ. 209).

Τέλος, θα αναφέρουμε και μία άλλη παράδοση που διαφέρει κατά πολύ και που κυκλοφορούσε μεταξύ άλλων χριστιανικών ομάδων. Σύμφωνα με αυτή, ο Ιούδας βοήθησε στην εκπλήρωση του πόθου του Ιησού να εξέλθει από το «αμαρτωλό» σώμα και να επιστρέψει από εκεί που ήρθε. Υπάρχει στο «Ευαγγέλιο του Ιούδα», και αναφέρεται στην σχέση και στην συνεργασία προδότη και προδομένου.

«Η απόκρυφη διήγηση της αποκάλυψης που φανέρωσε ο Ιησούς σε συνομιλία με τον Ιούδα τον Ισκαριώτη στη διάρκεια μιας εβδομάδας τρείς ημέρες προτού να εορτάσει το Πάσχα» (σ. 23).

«Αλλά εσύ θα τους υπερβείς όλους αυτούς. Γιατί εσύ θα θυσιάσεις τον άνθρωπο που με ενδύει. Προτού γεννηθείς έχει υψωθεί, η οργή σου έχει ανάψει, ο αστέρας σου φάνηκε με λαμπρότητα» (σ. 47)

«Οι αρχιερείς τους παραπονιόταν επειδή αυτός είχε εισέλθει στον ξενώνα για ην προσευχή του. Αλλά κάποιοι γραμματείς τον παρακολουθούσαν προσεκτικά με σκοπό να τον συλλάβουν κατά τη διάρκεια της προσευχής, γιατί φοβούνταν τους ανθρώπους, αφού είχε θεωρηθεί απ’ όλους προφήτης. Πλησίασαν τον Ιούδα και του είπαν, Τι κάνεις εδώ; Είσαι μαθητής του Ιησού. Ο Ιούδας τους απάντησε όπως επιθυμούσαν. Και έλαβε μερικά χρήματα και τον παρέδωσε σ’ αυτούς» (σ. 49) [Το ευαγγέλιο του Ιούδα, Ρόντολφ Κάσερ, Μάρβιν Μαϊερ, Γκρέγκορ Βούρστ, Εκδόσεις National Geographic, έκδοση 2006].

ΙΔΕΟΛΟΓΙΑ

Το 415 π.Χ. οι Αθηναίοι με όλες τους τις δυνάμεις εκστρατεύσανε κατά της Σικελίας σε μία τολμηρή και εμπνευσμένη απόπειρα να επηρεάσουν προς όφελος δικό τους την έκβαση του πολέμου κατά της Σπάρτης, που διαρκούσε ήδη περισσότερο από δεκαπέντε χρόνια. Λίγο μετά την απόβαση στη Σικελία, ο Αλκιβιάδης, ιθύνων νους του σχεδίου της εισβολής και ένας από τους τρεις επικεφαλής στρατηγούς, διατάχτηκε να επιστρέψει στην Αθήνα με την κατηγορία ότι συνωμοτούσε κατά του δημοκρατικού πολιτεύματος. Ο Αλκιβιάδης όμως αυτοεξορίστηκε, καταδικάστηκε ερήμην σε θάνατο και χωρίς να χάσει στιγμή βρήκε καταφύγιο στη Σπάρτη. Εκεί συμμετείχε σε δημόσιες συζητήσεις στρατηγικής σημασίας για τη διεξαγωγή του πολέμου, δικαιολογώντας την αποστασία του μ’ αυτά τα λόγια (σύμφωνα με τον Θουκυδίδη 6.92.4):

Όσο για την αγάπη προς την πόλη δεν την αισθάνομαι για την πόλη που με αδικεί, αλλά για την πόλη όπου άσκησα με ασφάλεια τα δικαιώματα μου ως πολίτης. Δεν δέχομαι ότι βαδίζω εναντίον της πατρίδας μου· αντίθετα, προσπαθώ να ανακτήσω την πατρίδα που δεν είναι πλέον δική μου. Αγαπάει κανείς πραγματικά την πόλη όχι όταν αρνιέται να πολεμήσει εναντίον της ενώ την έχει χάσει άδικα, αλλά όταν κάνει τα πάντα για να την κερδίσει πίσω, από τη λαχτάρα του γι’ αυτήν.

Άθλια επιχειρήματα ενός προδότη, που αγωνίζεται να δικαιολογήσει την πράξη του; Βεβαίως το όνομα του Αλκιβιάδη είναι ένα από τα πρώτα που ανασύρουν πολιτικοί και δημοσιογράφοι όταν θέλουν να επιδείξουν κάποιες γνώσεις για το θέμα της προδοσίας. Αλλά και οι ιστορικοί συνήθως αρκούνται σε λίγα καταδικαστικά σχόλια. Ωστόσο, αν απαλλαγούμε από το συναισθηματικό φορτίο της λέξης “προδοσία”, γίνεται σαφές ότι οι δικαιολογίες του Αλκιβιάδη (όπως κι αν κρίνουμε την ορθότητα ή τις αδυναμίες τους) αποτελούν την ακραία περίπτωση δύο καίριων αλληλένδετων ερωτημάτων: Τι προσδίδει νομιμότητα σε ένα πολιτικό σύστημα; Ποια είναι η φύση, τα όρια και το εχέγγυο των υποχρεώσεων του πολίτη; Πιο συγκεκριμένα, για ποιο λόγο ένας πολίτης, πέρα από τον φόβο της τιμωρίας, πρέπει να αποδέχεται ως δεσμευτική την εντολή να υπηρετεί στον στρατό, να πληρώνει φόρους, ή να δικάζεται με την κατηγορία της βλασφημίας; Δύσκολα ερωτήματα, που δεν μπορούν να επιλυθούν με επικλήσεις, για παράδειγμα, στο πατριωτικό αίσθημα, που δεν είναι τίποτα παραπάνω από μία ιδιαίτερη αντίληψη γύρω από τη βάση των υποχρεώσεων προς την κοινότητα. Οι ίδιοι οι Αθηναίοι δεν φαίνεται να θεώρησαν την περίπτωση του Αλκιβιάδη τόσο απλή. Τέσσερα χρόνια αργότερα τον ανακάλεσαν για να αναλάβει την ηγεσία του πολέμου, και εκείνοι που αντιτίθενταν σ’ αυτή την απόφαση δεν κατόρθωσαν να εκμεταλλευτούν αρκετά την προδοσία του. Στην εποχή μας παραχωρούμε πολιτικό άσυλο σε Σοβιετικούς αντικαθεστωτικούς ή σε Ιρανούς πρόσφυγες που διαφώνησαν με το καθεστώς του Αγιατολλάχ· διαπραγματευόμαστε με εξόριστες κυβερνήσεις ή και τις ενισχύουμε οικονομικά· αναγνωρίζουμε το δικαίωμα της αντίρρησης στη στράτευση, εξετάζουμε πιθανές θεωρητικές βάσεις της ανυπακοής προς το κράτος.[1] Οι υποχρεώσεις του πολίτη δεν είναι ατέρμονες· υπάρχουν κάποια όρια που τίθενται από τη φύση του πολιτεύματος και από τους τομείς της ζωής τους οποίους εκείνο μπορεί “νόμιμα” να ελέγχει.
 
Αναμφισβήτητα οι πολιτικά σταθερές ελληνικές πόλεις-κράτη και η Ρώμη στην εποχή της Δημοκρατίας διατήρησαν την πίστη και υπακοή των πολιτών τους σε μεγάλο βαθμό και για μακρόχρονες περιόδους. Έτσι όμως λέμε το ίδιο πράγμα με άλλα λόγια. Είναι επίσης γεγονός ότι πολλές πόλεις-κράτη δεν ήταν πάντα σε θέση να επιβάλλουν επί μακρόν υπακοή και συμμόρφωση, και πήγαιναν από στάση σε στάση. Το γεγονός αυτό καθώς και η ποικιλία μορφών διακυβέρνησης στην αρχαία Ελλάδα προκάλεσε τις πρώτες συνειδητές απόπειρες πολιτικής ανάλυσης και πολιτικού στοχασμού στην ιστορία, που τις διακρίνουμε από τα μέσα του πέμπτου αιώνα στον αθηναϊκό δραματικό λόγο, στις ιστορίες του Ηρόδοτου και του Θουκυδίδη, στο φυλλάδιο για την αθηναϊκή «Πολιτεία» που εσφαλμένα αποδίδεται στον Ξενοφώντα και σε αποσπάσματα από τους Σοφιστές. Με τόσο λίγες πληροφορίες δεν είναι δυνατό να μάθουμε πόσο διαδεδομένος ήταν ο πολιτικός στοχασμός στις εκατοντάδες διεσπαρμένες ελληνικές κοινότητες. Δεν υπάρχει αμφιβολία για την κατάσταση στην Αθήνα εκεί ο διάλογος ήταν συνεχής, έντονος και δημόσιος. Ωστόσο, είναι ενδεικτικό ότι ούτε ένας από τους γνωστούς Σοφιστές δεν ήταν Αθηναίος, ότι όλοι κατάγονταν από διάφορα σημεία και ανέπτυξαν δράση σε διάφορα μέρη του ελληνικού κόσμου (αν και βεβαίως παρέμειναν για κάποιο διάστημα στην Αθήνα), ότι έχαιραν σεβασμού στις πόλεις τους και έπαιξαν εκεί σημαντικό ρόλο. Το στίγμα που φέρουν οι Σοφιστές, ακόμη και η ίδια η λέξη “σοφιστής”, αποτελεί ιστορική ανακρίβεια, για την οποία την ευθύνη φέρει κυρίως ο Πλάτωνας, αν και έβαλε το χέρι του και ο Αριστοφάνης.[2]
 
Πολιτικός στοχασμός δεν σημαίνει απαραίτητα συστηματική ανάλυση· αυτό συμβαίνει σπάνια. Στον χώρο της πολιτικής μόνο ο Πλάτωνας και ο Αριστοτέλης (και πιθανόν, ως μεταβατική μορφή, ο σοφιστής Πρωταγόρας) μπορούν να θεωρηθούν συστηματικοί και αυθεντικοί πολιτικοί στοχαστές. Υπήρξαν οι πρώτοι (και οι τελευταίοι) που επιχείρησαν μία πλήρη και συνεπή παρουσίαση της ιδανικής κοινωνικής οργάνωσης με βάση μία συστηματική μεταφυσική, επιστημολογική, ψυχολογική και ηθική θεωρία.[3] Και οι δύο απέτυχαν και αναγνώρισαν την αποτυχία τους, ο Πλάτωνας γράφοντας τους Νόμους[4] και ο Αριστοτέλης αφήνοντας σε μορφή ελλιπή, δίχως δομή και οργάνωση, με παρεκβάσεις, ακόμη και με κάποιες ασυναρτησίες και ασυνέπειες, τα κείμενα που περισσότερο από τρεις αιώνες αργότερα εκδόθηκαν υπό τον τίτλο Πολιτικά[5] Στην απόπειρά τους αυτή και ο Πλάτωνας και ο Αριστοτέλης εργάστηκαν και έγραψαν σε ένα επίπεδο γενίκευσης και φιλοσοφικής αφαίρεσης τόσο υψηλό, που όχι μόνο υπερέβαινε κατά πολύ τις δυνατότητες των συγχρόνων τους, αλλά είναι ακατάλληλο και για την ανάλυση που επιχειρώ εδώ. Δεν μας λένε και δεν μπορούν να μας πουν τι εννοούσαν οι Έλληνες γενικά με τους όρους νομιμότητα, υποχρεώσεις του πολίτη ή ορθή πολιτική συμπεριφορά· μας λένε μόνο για ποιο λόγο κατά τη γνώμη τους οι Έλληνες αναπόφευκτα και επίμονα παρεξήγησαν αυτό που έκαναν και γιατί το έκαναν.
 
Δεν έπεται ότι συμφωνώ με δύο απόψεις που ακόμη υποστηρίζουν ορισμένοι με επιμονή: η μία είναι ότι οι ιστορικοί, οι φυλλαδιογράφοι και κυρίως ο δραματικοί ποιητές (και το κοινό τους) δεν πρέπει με κανένα τρόπο να θεωρούνται στοχαστές· η δεύτερη ότι δεν υπήρχε κανένα σημείο επαφής ανάμεσα σε αυτούς και τους ελάχιστους “ορθολογιστές” στοχαστές και φιλόσοφους.[6] Όπως το διατύπωσε με εντυπωσιακό τρόπο ο MacIntyre,
 
Αντίθετα με μας, οι Αθηναίοι δεν είχαν διαχωρίσει και απομονώσει, ενώ εμείς το έχουμε κάνει με μια σειρά θεσμικών μέσων, την επιδίωξη πολιτικών στόχων από τον θεατρικό λόγο και από τη διατύπωση φιλοσοφικών ερωτημάτων. Επομένως εμείς δεν έχουμε αυτό που διέθεταν οι Αθηναίοι, δεν έχουμε έναν δημόσιο, κοινό και συλλογικό τρόπο για να αποδώσουμε πολιτικές εντάσεις ή για να υποβάλουμε την πολιτική μας σε φιλοσοφική αναζήτηση.[7]
 
Είναι ποτέ δυνατό να φανταστούμε ότι ανάμεσα στους δέκα, δώδεκα ή δεκατέσσερις χιλιάδες θεατές που παρακολούθησαν την Αντιγόνη του Σοφοκλή το 442 π.Χ. μόνο λίγοι φιλόσοφοι αντιλήφτηκαν ότι το έργο έθετε το πρόβλημα της νομιμότητας και των υποχρεώσεων του πολίτη; Ή μπορούμε να φανταστούμε ότι σ’ όλη τη διάρκεια των Αχαρνέων του Αριστοφάνη, που παρουσιάστηκαν όταν ο πόλεμος με τη Σπάρτη διένυε τον έκτο χρόνο, το κοινό είχε τόσο παρασυρθεί από τα αστεία ώστε κανείς να μην αντιληφτεί ότι το κύριο θέμα ήταν μια ιδιωτική συνθήκη ειρήνης ανάμεσα στη Σπάρτη και έναν γέρο Αθηναίο αγρότη, που το όνομά του ήταν Δικαιόπολις (δίκαιος και πόλις): Ή ότι μόνο οι νεότεροι μελετητές αντιλήφτηκαν ότι ο μονόλογος της Μήδειας στην ομώνυμη τραγωδία του Ευριπίδη, τη στιγμή που ετοιμάζεται να σκοτώσει τα παιδιά της (Μήδεια, 1078-80), συνιστούσε απάντηση στο σωκρατικό δόγμα ότι κανείς εν γνώσει του δεν διαπράττει το κακό: «Γνωρίζω πόσο μεγάλο κακό πρόκειται να κάνω, αλλά ο θυμός κυβερνά τις αποφάσεις μου, ο θυμός, η ρίζα των πιο αισχρών πράξεων του ανθρώπου» (όπου θυμός είναι ο ίδιος ο παράλογος εαυτός της);
 
Δεν συμμερίζονταν όλοι οι Αθηναίοι τις ίδιες απόψεις και δεν ήταν όλοι οι Έλληνες Αθηναίοι, αλλά οι μαρτυρίες μας επιτρέπουν να πιστεύουμε ότι σχεδόν όλοι θα αποδέχονταν ως λογική αρχή, θα μπορούσαμε να πούμε ως αξίωμα, ότι η καλή ζωή ήταν δυνατή μόνο μέσα στο πλαίσιο της πόλης, ότι καλός άνθρωπος λίγο-πολύ σήμαινε καλός πολίτης, ότι οι δούλοι, οι γυναίκες και οι βάρβαροι ήταν από τη φύση τους κατώτερα πλάσματα και γι’ αυτό αποκλείονταν από κάθε συζήτηση· ότι κατά συνέπεια ορθές πολιτικές κρίσεις, η επιλογή μεταξύ περισσότερων πολιτικών συστημάτων ή, μέσα σε μια συγκεκριμένη πόλη, μεταξύ αντιτιθέμενων πολιτικών κατευθύνσεων καθοριζόταν από το ποια εναλλακτική πρόταση θα συνέβαλλε στην προαγωγή της καλής ζωής. Οι διαφορές εντοπίζονταν στις πρακτικές αποφάσεις και όχι στις λογικές αρχές. Ο Πλάτωνας και ο Αριστοτέλης συμμερίζονταν αυτές τις λογικές αρχές,[8] τις οποίες, σημειωτέον, δεν έκαναν καμία ιδιαίτερη προσπάθεια να αποδείξουν, τις τοποθέτησαν όμως σε ένα ευρύτερο σχήμα για την ανθρώπινη φύση και ζωή. Η λογική αυτού του σχήματος τους υποχρέωσε να αμφισβητήσουν τις πολιτικές αποφάσεις των συγχρόνων τους· ο Πλάτωνας μάλιστα τις θεώρησε όλες εσφαλμένες και τις απέρριψε. Η στάση του Αριστοτέλη ήταν σίγουρα πιο πολύπλοκη: ο “εμπειρισμός” του και η έντονη κοινωνιολογική του κλίση τον παρέσυραν συνεχώς μακριά από ιδεατούς στοχασμούς (κατά τον Vlastos, “μετα-κανονιστικούς”[9]) προς κανονιστικές κρίσεις των σύγχρονων του συνηθειών και ιδεών. Δεν μπόρεσε, για παράδειγμα, να αντισταθεί στον πειρασμό να συμβουλέψει ακόμα και τύραννους και ολιγαρχικούς πώς να φέρουν σε πέρας τις υποθέσεις τους. Επομένως φαίνεται ότι ο Αριστοτέλης κυρίως ως κοινωνιολόγος και όχι τόσο ως φιλόσοφος μας προσφέρει οξυδερκείς παρατηρήσεις σχετικά με τις πολιτικές απόψεις των αρχαίων Ελλήνων. Αυτό όντως ισχύει, όπως φαίνεται από τη σημασία που αποδίδει στις κοινωνικές τάξεις που αναφέραμε στο πρώτο κεφάλαιο. Όμως ο κοινωνιολόγος και ο φιλόσοφος δεν ήταν δύο διαφορετικά πρόσωπα που δεν επικοινωνούσαν μεταξύ τους.[10] Στα θέματα που μας ενδιαφέρουν εδώ αυτή η ψευδής διαίρεση έχει την εξής συνέπεια: προσπάθειες που επιχειρούν να ανασυνθέσουν την πολιτική πραγματικότητα με βάση επιλεγμένα χωρία του Αριστοτέλη (και τανάπαλιν) να καταλήγουν σε κυκλικά επιχειρήματα για πολλά σημαντικά θέματα, αφού δεν υπάρχει δυνατότητα εξωτερικού ελέγχου.[11]
 
Μέχρι τώρα εξέτασα μόνον τους Έλληνες, για τον απλό λόγο ότι όσον αφορά τον πολιτικό στοχασμό και διάλογο η διαφορά μεταξύ Ελλήνων και Ρωμαίων δεν μπορούσε να είναι μεγαλύτερη. Θα μπορούσαμε να επαναλάβουμε κατά λέξη τη φράση του MacIntyre που ανέφερα παραπάνω, αντικαθιστώντας απλώς το “εμείς” με το “οι Ρωμαίοι”: οι Ρωμαίοι δεν διέθεταν δημόσιο, κοινό, συλλογικό τρόπο για να εκφράζουν τους πολιτικούς ανταγωνισμούς ή για να υποβάλλουν την πολιτική τους σε φιλοσοφική θεώρηση.[12] Κανένα από τα μέσα πολιτικού στοχασμού της Αθήνας του πέμπτου αιώνα δεν υπήρχε στη ρωμαϊκή κοινωνία. Οι Ρωμαίοι δραματικοί ποιητές μάλιστα ήταν άνδρες χαμηλής κοινωνικής προέλευσης, που σπάνια τολμούσαν να χλευάσουν σημαντικά δημόσια· πρόσωπα και ποτέ δεν έθιγαν θεμελιώδη ερωτήματα γύρω από τους πολιτικούς θεσμούς ή τις υποχρεώσεις του πολίτη.[13] Για να βρούμε πολιτικό στοχασμό πρέπει να περιμένουμε τον Πολύβιο στα μέσα του δεύτερου αιώνα π.Χ., και δεν είναι άνευ σημασίας ότι κι αυτός ήταν Έλληνας που απευθυνόταν σε Έλληνες. Το κύριο ερώτημα της Ιστορίας του δηλώνεται στην αρχή (1.15): «Με ποιον τρόπο και με τι είδους “πολίτευμα”» κατόρθωσαν οι Ρωμαίοι να υποδουλώσουν το μεγαλύτερο μέρος του κατοικημένου κόσμου στη διάρκεια μιας πεντηκονταετίας; Το ερώτημα είναι ελληνικό και όχι ρωμαϊκό, και ο Πολύβιος αναζήτησε την απάντηση στην ελληνική πολιτειακή ιστορία και θεωρία, όπου όμως δεν υπήρχε κάποιο σχήμα που να ταιριάζει στη Ρώμη. Έτσι ο Πολύβιος κατέφυγε στο “ μεικτό πολίτευμα” που δεν υπήρξε ποτέ στην πραγματικότητα. Μέσα σε λίγες σελίδες του Έκτου Βιβλίου έδωσε ένα συνονθύλευμα ψευδο-θεωρητικών και εν μέρει ασύμβατων εννοιών, που είχε μάθει στις ελληνιστικές σχολές ρητορικής, όπου εκπαιδεύονταν οι βλαστοί της ηγετικής τάξης της Αχαϊκής Συμμαχίας. Το αποτέλεσμα ήταν ότι προσπαθώντας να τοποθετήσει τη Ρώμη στο γενικό του σχήμα (η οποία Ρώμη επίσης δεν είχε μεικτό πολίτευμα), ο Πολύβιος δεν μπόρεσε να αποδώσει με ακρίβεια τη δομή της ρωμαϊκής διακυβέρνησης: η θεωρητική αλλά επιτηδευμένη και ρηχή ανάλυσή του «τον τύφλωσε σε απίστευτο βαθμό και δεν τον άφησε να δει την πολύπλοκη υφή της πολιτικής ζωής που στη διάρκεια της περιόδου εξασφάλισε την κυριαρχία των ευγενών (nobiles)».[14]
 
Οι “φιλοσοφικές” απόψεις του Πολύβιου δεν είχαν καμία επιρροή και απήχηση στους σύγχρονούς του Ρωμαίους. Υπάρχει μια επίμονη άποψη ότι ένας “κύκλος” διανοουμένων γύρω από τον Σκιπίωνα Αιμιλιανό ανέλαβε υπό την άμεση επιρροή του Ρόδιου φιλόσοφου Παναίτι­ου να μυήσει τους ευγενείς στις στωικές έννοιες της ανθρωπότητας (humanitas) και του φυσικού νόμου -αλλά έχει πια αποδειχτεί με ακαταμάχητα επιχειρήματα ότι αυτός ο “κύκλος” ήταν επινόηση της φαντασίας του Κικέρωνα.[15] Όταν ο Κικέρωνας συνέγραφε το Περί της πολιτείας μεταξύ του 54 και 51 π.Χ., η ρωμαϊκή πόλη-κράτος βρισκόταν ήδη στην τελευταία δεκαετία της αργής της κατάρρευσης. Ο Κικέρωνας τοποθέτησε τον “διάλογο” στο 129 π.Χ., αναγγέλλοντας με αυτόν τον τρόπο την απαισιόδοξη αποτίμησή του για την κατάσταση της res publica στις μέρες του. Επέλεξε ως πρωταγωνιστές τον φημισμένο στρατηγό Σκιπίωνα Αιμιλιανό και τον μάλλον ασήμαντο συνεργάτη του Λαίλιο, δηλώνοντας -και δεν ήταν ούτε η πρώτη ούτε η τελευταία φορά- ότι τα λόγια ενός πεπειραμένου Ρωμαίου πολιτικού είναι «πολύ πιο γόνιμα από το σύνολο της ελληνικής γραμματείας» (1.23.37). Αυτά για τους φιλοσόφους, τους οποίους τουλάχιστον ο Κικέρωνας (σε αντίθεση με τον Πολύβιο) είχε διαβάσει, συμπεριλαμβανομένου και του Πλάτωνα, ο οποίος πιθανόν παρείχε το πρότυπο για το Περί της πολιτείας και το συμπληρωματικό του έργο, το Περί των νόμων. Όπως και ο Mommsen, θεωρώ την κεντρική ιδέα του Περί της πολιτείας «τόσο μη φιλοσοφική όσο και μη ιστορική»[16], και δεν πρόκειται να με μεταπείθει η αστείρευτη πλημμύρα εγκωμιαστικών σχολίων.[17] Και τα δύο έργα περιέχουν πολλές αξιόλογες ερμηνείες της λειτουργίας και του “πνεύματος” του ρωμαϊκού πολιτικού συστήματος, κυρίως των μεθόδων με τις οποίες ο λαός είχε τεθεί υπό πλήρη έλεγχο (ένα σημείο που ο Πολύβιος αγνόησε απόλυτα). Αλλά δεν υπάρχει καμία “ μετα-κανονιστική” ανάλυση παρά μόνο ρητορικά σχήματα, όπου συγκαταλέγω τις στωικές έννοιες του “φυσικού νόμου” και “φυσικού λόγου”, που κατέχουν τόσο σημαντική θέση στη δυτική γραμματεία από τους Πατέρες της Εκκλησίας έως τη σύγχρονη εποχή. Όποιο κι αν ήταν το βαθύτερο φιλοσοφικό περιεχόμενο αυτών των όρων για τους Στωικούς, ο Κικέρωνας τους μετέτρεψε σε κενά ρητορικά σχήματα, που θα «εξασφάλιζαν την έγκριση οποιοσδήποτε ιδέας σε οποιαδήποτε στιγμή»,[18] στην περίπτωσή του, την έγκριση του ρωμαϊκού πολιτεύματος των παλιών καλών ημερών.
 
Όποια κι αν είναι η αποτίμηση του έργου του Κικέρωνα, είναι γεγονός μεγάλης σημασίας ότι οι Ρωμαίοι μόνο από αυτόν και τον σύγχρονο αν και νεότερο του ιστορικό Σαλλούστιο μπορούσαν να περιμένουν ρωμαϊκό πολιτικό στοχασμό ανάλογο με αυτόν που ανέπτυξαν οι Έλληνες ήδη από τον πέμπτο αιώνα π.Χ. Πρέπει βέβαια να λάβουμε υπόψη ότι πιθανόν δεν έχουν διασωθεί πρωιμότερα δείγματα, λ.χ. από τους λόγους του Κάτωνα ή του Τιβέριου Γράκχου. Και πάλι όμως παραμένει και πρέπει να ερμηνευτεί η θεμελιώδης διαφορά μεταξύ των δύο κοινωνιών.[19] Διαπιστώνουμε αμέσως την απουσία δύο ερεθισμάτων που προκάλεσαν τη γένεση του πολιτικού στοχασμού στην Ελλάδα. Οι Ρωμαίοι δεν αντιμετώπιζαν τη σπαζοκεφαλιά της μεγάλης ποικιλίας πολιτευμάτων που χαρακτήριζε τον αρχαίο ελληνικό κόσμο. Υπήρχαν ίσως πολλά πολιτεύματα στην Ιταλία, αλλά το μόνο που εν- διέφερε τους Ρωμαίους σε σχέση με τους γείτονές τους (εντός και εκτός της Ιταλίας) ήταν πώς να τους κατακτήσουν. Κι αυτό ανέλαβαν να κάνουν με τη σωστή δόση αγριότητας και περιφρόνησης.[20] Δεν υπήρχε τίποτε που να επιζητεί ανάλυση ή ερμηνεία. Δεύτερον, οι βίαιες στάσεις στην πρώιμη Δημοκρατία ήταν ανταγωνισμοί που προκλήθηκαν από τις διεκδικήσεις των πληβείων για παραχωρήσεις, δεν ήταν ένας εμφύλιος πόλεμος για διαφορετικές μορφές διακυβέρνησης. Επομένως οι Ρωμαίοι δεν είχαν οι ίδιοι την εμπειρία του “κύκλου των πολιτευμάτων”, ούτε καν της επιλογής μεταξύ δημοκρατίας και ολιγαρχίας ή της απειλής της τυραννίδας (παρά μόνο από τους Ετρούσκους βασιλείς, τους οποίους ανέτρεψαν πολύ νωρίς). Αυτά τα δύο ζητήματα κυριαρχούν στα ελληνικά πολιτικά κείμενα, αλλά δεν εμφανίζονται καθόλου στους Ρωμαίους συγγραφείς.
 
Πρέπει να σταθούμε σε άλλη μία διάκριση. Τονίσαμε παραπάνω ότι στην πόλη-κράτος στην Ελλάδα και στη Ρώμη ο πολίτης και ο στρατιώτης ήταν ένα και το αυτό πρόσωπο και ότι ο πόλεμος αποτελούσε “κανονικό” στοιχείο της ζωής. Υπήρχαν όμως διαφορές που προσέδιδαν στη συμπεριφορά των Ρωμαίων και κυρίως στον ψυχισμό τους μία ιδιότητα, ή έστω μία απόχρωση, που τους ξεχώριζε από τους Έλληνες (λιγότερο από τους Σπαρτιάτες και περισσότερο από τους Αθηναίους). Πρώτα-πρώτα, οι ρωμαϊκές εκστρατείες δεν μπορούν να συγκριθούν με τις ελληνικές ως προς τη συχνότητα, την κλίμακα, τη διάρκεια και τη γεωγραφική εξάπλωση. Επιπλέον, η διαφορά μεγάλωνε σταθερά καθώς οι Ρωμαίοι στρέφονταν από την υποδούλωση των γειτόνων τους προς την κατάκτηση της Ιταλίας και αργότερα ολόκληρου του κατοικημένου κόσμου. Δεύτερον, η ρωμαϊκή πολιτοφυλακή, σε αντίθεση με την αθηναϊκή, ήταν απόλυτα ενσωματωμένη στην ιεραρχική δομή της κοινωνίας, ενώ στην Αθήνα δεν ήταν. Αρκεί να θυμηθούμε ότι στη Ρώμη, σε αντίθεση με την Ελλάδα, η αρχηγία του στρατού ήταν αυτόματα το καθήκον των υπάτων (ή των αντικαταστατών τους, όταν κρινόταν απαραίτητο), έτσι ώστε “ύπατος” και “στρατηγός” αποτελούσαν συνώνυμα. Επιπλέον οι ύπατοι-στρατηγοί διέθεταν imperium, ένα είδος εξουσίας που την περιέβαλλε ένας ιερός χαρακτήρας, για την οποία ο Πολύβιος δεν μπορούσε να βρει κατάλληλη ελληνική λέξη.[21] Τρίτον, η έννοια του imperium μεταξύ άλλων εξέφραζε την κεντρική θέση που κατείχε ο πόλεμος στη θρησκεία και στο επίσημο σύστημα λατρείας του ρωμαϊκού κράτους.[22] Εννοείται ότι και οι Έλληνες άρχιζαν και διεξήγαγαν τους πολέμους με εκκλήσεις και τους τερμάτιζαν με ευχαριστίες προς τους θεούς, αλλά από το ελληνικό ιερό ημερολόγιο απουσίαζαν οι πάμπολλες στρατιωτικές γιορτές που στο αρχιερατικό ρωμαϊκό ημερολόγιο κάλυπταν ολόκληρη την εκστρατευτική περίοδο. Επίσης, σπάνια αποδιδόταν λατρεία στον Άρη, τον ελληνικό θεό του πολέμου, ενώ αντίθετα ο πανίσχυρος Mars κατείχε πολύ σημαντική θέση στη ρωμαϊκή λατρεία.[23] Τέλος, δεν υπήρχε στην Ελλάδα κάτι ανάλογο με το sacramentum, τον ιδιαίτερα επίσημο όρκο πίστης στον στρατηγό, που έδινε κάθε Ρωμαίος στρατιώτης και αξιωματικός κάθε φορά που έπαιρνε τα όπλα και κάθε φορά που άλλαζε ο στρατηγός.[24]
 
Όλα αυτά ενισχύουν την άποψή μου ότι η υπακοή προς τις αρχές ήταν τόσο βαθιά χαραγμένη στην ψυχή του μέσου Ρωμαίου πολίτη, ώστε επηρέαζε και την καθαρά πολιτική του συμπεριφορά. Όπως συνέβη και στη Σπάρτη, αυτό στήριξε την αποδοχή του συστήματος σε τέτοιο βαθμό ώστε δεν υπήρξε ουσιαστικός πολιτικός διάλογος (που θα διέφερε από τις διαφωνίες για συγκεκριμένα πολιτικά προγράμματα τα οποία έθιγαν άμεσα κάποια ταξικά συμφέροντα). Το θεωρώ αδιανόητο, για παράδειγμα, ότι ένας πολίτης της Αθήνας (αλλά και πολλών άλλων ελληνικών πόλεων-κρατών) θα επέτρεπε ποτέ να εισαγάγει η Σύγκλητος το senatus consultum ultimum χωρίς να προβάλει σθεναρή αντίδραση και ουσιαστική αμφισβήτηση της νομιμότητάς του.
 
Κι έτσι βρισκόμαστε πλέον στη σφαίρα της ιδεολογίας και όχι της πολιτικής θεωρίας και φιλοσοφίας (απ’ όπου και ο τίτλος του κεφαλαίου)· συγκεκριμένα στη σφαίρα των δοξασιών και απόψεων τις οποίες συνήθως απέρριπταν οι λίγοι γνήσιοι συστηματικοί στοχαστές. Βρισκόμαστε επίσης στη σφαίρα της συνεχούς μεταβολής, της πολυμορφίας και της ασάφειας. Υπήρχαν ουσιώδεις διαφορές ανάμεσα στην πολιτική ιδεολογία των Ελλήνων και των Ρωμαίων· και στους δύο λαούς, ανάμεσα στην ιδεολογία της αρχαϊκής και της “κλασικής” τους περιόδου· στον ελληνικό χώρο, μεταξύ της Αθήνας και της Σπάρτης, μεταξύ των ολιγαρχιών και των δημοκρατιών, μεταξύ κρατών με περισσότερη και κρατών με λιγότερη λαϊκή συμμετοχή. Η ανάλυση περιπλέκεται πιο πολύ καθώς ένας μικρός αριθμός λέξεων και φράσεων ρητορικά χρησιμοποιόταν με διαφορετικές αποχρώσεις και κάποτε με αποκλίνουσα, ακόμη και ολωσδιόλου αντίθετη, σημασία. Π.χ., η λέξη ευνομία, προσφιλής λέξη στις ιδεολογικές διαμάχες των αρχαίων Ελλήνων, που είχε τη σημασία της τάξης και της αρμονίας, μεταβλήθηκε σε καθαρά αριστοκρατικό σύνθημα, το οποίο όμως οι δημοκρατικοί αρνούνταν να εγκαταλείπουν στα χέρια των αντιπάλων τους.[25] Μερικές φορές, η σημασία σε ένα συγκεκριμένο απόσπασμα είναι εμφανής, συχνά όμως αποκαλύπτεται μόνο μετά από λεπτομερειακή εξέταση των απόψεων και του γενικού προσανατολισμού του ομιλητή καθώς και των συμφραζομένων. Εννοείται ότι το ίδιο ισχύει και για τις ελληνικές και λατινικές λέξεις που μεταφράζουμε ως “προγονικά ήθη”, “ελευθερία”, “τα κοινά” (res publico) και άλλους όρους του πολιτικού λεξιλογίου.
 
Ωστόσο, υπήρχε μία ευρεία συναίνεση ως προς μερικές γενικεύσεις (εκτός από τη λογική αρχή που ήδη αναφέραμε για την πόλη και την καλή ζωή). Η πρώτη είναι αρνητική: η έλλειψη ενδιαφέροντος για το πρόβλημα της νομιμότητας, που στην εποχή μας «αποτελεί τον πυρήνα της ενασχόλησής μας με τη φύση και την αξία της σύγχρονης κοινωνίας» ως «μία κύρια διάσταση της πολιτικής θεωρίας και πράξης».[26] Δεν είναι καθόλου αυτονόητο γιατί ένα πρόβλημα που έκανε την εμφάνιση του στον Μεσαίωνα και παραμένει από τότε στο επίκεντρο δεν ανέκυψε στον αρχαίο κόσμο. Δεν είμαι σε θέση να δώσω κάποια ερμηνεία. Η υπόδειξη ότι η εμφάνισή του στον Μεσαίωνα «οφείλεται στην κατάρρευση της άμεσης εξουσίας που χαρακτήριζε τον αρχαίο κόσμο» δεν είναι πειστική.[27] Γιατί τότε δεν προκάλεσαν ανάλογες συζητήσεις γύρω από το δικαίωμα στην εξουσία οι μεταρρυθμίσεις του Κλεισθένη στην Αθήνα, η επιβίωση της ολιγαρχίας, η αποδοχή της επικυριαρχίας των ελληνιστικών μοναρχών και αργότερα της Ρώμης από τις ελληνικές πόλεις-κράτη, η υπέρτατη εξουσία της ρωμαϊκής Συγκλήτου και των ανώτατων αξιωματούχων ή η εγκαθίδρυση της μοναρχίας από τον Αύγουστο; Όχι ότι δεν γίνονταν αρκετές συζητήσεις, αλλά δεν μπορεί να υποστηρίξει κανείς στα σοβαρά ότι, λ.χ., οι ισχυρισμοί του Αύγουστου πως επανέφερε τη res publica, ή οι διεσπαρμένες νομικές δηλώσεις που στήριζαν την αυτοκρατορική εξουσία στην παραχώρηση «της Συγκλήτου και του λαού»[28] βρίσκονται στο ίδιο θεωρητικό επίπεδο με ολόκληρη την εξέλιξη της πολιτικής θεωρίας που ξεκινά με τον William of Occam, συνεχίζει με τον Bodin, τον Hobbes, τον Locke, τον Rousseau και καταλήγει, φερ’ ειπείν, στον Rawls.
 
Ένα θέμα που συζητήθηκε σοβαρά σε ένα σχετικά πρώιμο στάδιο ήταν η φύση της δικαιοσύνης. Το σωστό κράτος είναι ένα εργαλείο απονομής δικαιοσύνης, επομένως τα κράτη αποτιμώνται ως καλά ή κακά, καλύτερα ή χειρότερα και όχι (με εξαίρεση κάποιες μάλλον περιστασιακές παρατηρήσεις για την τυραννίδα) ως νόμιμα ή μη νόμιμα. Με κάποια δόση αφαίρεσης γινόταν μία διάκριση, κυρίως από τους Σοφιστές, μεταξύ των αναγκαίων (“φυσικών”) στοιχείων (φύσις) και των τυχαίων (νόμος), και υπήρχαν διαφωνίες ως προς τα πλεονεκτήματα των μεν και των δε στον κρατικό μηχανισμό. Όμως ακόμη και εκείνοι οι Σοφιστές που διατύπωσαν μία εν σπέρματι θεωρία κοινωνικού συμβολαίου – ότι δηλαδή ο νόμος απορρέει από τη συμφωνία (ή συνωμοσία) μεταξύ των αδυνάτων να ελέγξουν τη “φυσική” εξουσία των δυνατών – δεν συνέδεσαν ούτε το δικαίωμα στην εξουσία ούτε την έννοια της νομιμότητας με ένα συγκεκριμένο κυβερνητικό σύστημα. Το ίδιο ισχύει και για τον Αριστοτέλη, ενώ ο Πλάτωνας φυσικά απέδειξε ότι όλα τα υπάρχοντα πολιτικά συστήματα είναι αναγκαστικά μη νόμιμα. Η θρησκεία βεβαίως έπαιζε πολύ σπουδαίο ρόλο, αλλά, όπως είδαμε παραπάνω, δεν συνέβαλλε στη νομιμοποίηση μίας συγκεκριμένης μορφής πολιτεύματος. Η δικαιοσύνη προερχόταν από τους θεούς και αυτοί έδιναν στον άνθρωπο τον ορθό λόγο και τη δυνατότητα να κάνει ηθικές και κατά συνέπεια πολιτικές διακρίσεις. Όμως ούτε η ελληνική ούτε η ρωμαϊκή θρησκεία διέθεταν το ανεξάρτητο, ουσιαστικό δόγμα ή τον εκκλησιαστικό μηχανισμό για να δώσουν κύρος (ή νομιμότητα) σε ένα συγκεκριμένο ηγέτη, πολίτευμα ή σύστημα. Όλοι – νομοθέτες, ρήτορες, ιδεολόγοι – μιλούσαν στο όνομα της δικαιοσύνης, αλλά δεν γνωρίζω ούτε μία περίπτωση όπου να δόθηκε θεία επικύρωση σε ένα συγκεκριμένο μέτρο, πολίτευμα, μεταρρύθμιση ή επανάσταση. Δεν υπήρχε θεία δικαιοσύνη, ούτε θεοδικία στον ελληνορωμαϊκό κόσμο πριν από τον θρίαμβο του Χριστιανισμού (sic). Ποτέ κανείς ηγέτης στον αρχαίο κόσμο, ούτε καν οι Πτολεμαίοι, στους οποίους αποδιδόταν λατρεία με την κυριολεκτική έννοια της λέξης, ούτε οι ειδωλολάτρες Ρωμαίοι αυτοκράτορες, των οποίων η λατρεία δεν ήταν ίσως τόσο άμεση και απλή, ήταν όμως λατρεία, δεν εξέδωσαν κάποιο διάταγμα παρουσιάζοντάς το ως θεία εντολή.
 
Σε πιο πρόσφατες εποχές, ακόμη και βασιλείς που ισχυρίζονταν ότι η εξουσία τους απέρρεε από θεϊκή εντολή επέμειναν πολύ στη μακραίωνη καταγωγή της δυναστείας τους (εφόσον βέβαια οι ισχυρισμοί είχαν κάποια, έστω και σαθρή, βάση): η «καθιερωμένη από τον χρόνο» νομιμότητα υπήρξε συχνά ιδεολογικό όπλο ισχυρότερο από τη θεία εντολή σε εποχές αντίπαλων δυναστικών διεκδικήσεων ή επαναστατικών απειλών.[29] Στην κλασική αρχαιότητα, όπως και σε ολόκληρη την πορεία της ιστορίας, οι εκκλήσεις στο παρελθόν χρησιμοποιήθηκαν ως επιχείρημα των συντηρητικών δυνάμεων εναντίον των ριζικών μεταβολών, και κάποτε στήριξαν πολιτικές παλινδρομήσεις, όπως αυτήν του 411 π.Χ. στην Αθήνα.[30] Όπως συνέβη όμως με τη λέξη ευνομία, οι αντίπαλοί τους δεν μπορούσαν να εγκαταλείψουν στους “αριστοκράτες” ένα τόσο αποτελεσματικό ιδεολογικό όπλο -το παράδειγμα του Δημοσθένη είναι αρκετό.[31] Καμιά από τις δύο πλευρές δεν ενδιαφερόταν για την ιστορική ακρίβεια· και οι δύο αναζητούσαν ένα “χειραγωγήσιμο” παρελθόν, κι ας έπρεπε πρώτα να εφευρεθεί. Έχει ενδιαφέρον να δούμε πόσοι από τους σημαντικότερους τοπικούς ήρωες -ο Λυκούργος στη Σπάρτη, ο Θησέας στην Αθήνα, ο Ρωμύλος στη Ρώμη- ήταν ακραιφνώς μυθικές μορφές. Δεν διαθέτουμε άμεσες πληροφορίες αρκετές για να αναμετρήσουμε τις επίμονες και συνεχείς επικλήσεις στη μακραιωνιότητα ενός συστήματος στο σύνολό του ή μεμονωμένων εθίμων, θεσμών και πρακτικών. Ωστόσο, υπάρχουν και με το παραπάνω πληροφορίες από υστερότερες περιόδους, και από τη σύγχρονή μας εποχή, που μας επιτρέπουν να υποδείξουμε ότι η ψυχολογική επίδραση ήταν πολύ ισχυρή. Η συνέχεια μέσα στον χρόνο βοηθούσε να καθιερωθεί η “εθνική” ταυτότητα, και συνεπώς η ταύτιση με το σύστημα, δηλαδή μια αίσθηση κοινής συμμετοχής, μια πίστη στη νομιμότητα του πολιτεύματος.
 
Εννοείται ότι η συνέχεια μέσα στον χρόνο, είτε αληθινή είτε φανταστική, δεν μπορεί από μόνη της να εγγυηθεί την αποτελεσματική αποδοχή της νομιμότητας. Η απελπισμένη προσπάθεια του Κικέρωνα στο Περί της Πολιτείας να διατηρήσει ζωντανούς τους δεσμούς με το παρελθόν ήταν μάταιη: το σύστημα δεν ήταν πια «ορθολογικό με κριτήριο τον στόχο» (για να χρησιμοποιήσω άλλη μια φορά τη βεμπεριανή φράση “purpose-rational”[32]). Ισχύει εξίσου για την αρχαία πόλη-κράτος όσο και για τον σύγχρονο κόσμο ότι ανάμεσα στους πολίτες κυριαρχεί μία «γενικά ωφελιμιστική συναίνεση ότι οφείλουμε (και μόνο οφείλουμε) πολιτικές υποχρεώσεις προς πολιτικά σχήματα, των οποίων η αναγνώριση είναι μακροπρόθεσμα υπέρ του συλλογικού συμφέροντος». Από τη συχνότητα της στάσης φαίνεται πόσο δύσκολο ήταν για τις ελληνικές πόλεις να διατηρήσουν αυτή την κοινή συναίνεση. Για ποιον λόγο; Μόνο μία απάντηση μπορώ να δώσω, την ίδια που έχω επαναλάβει πολλές φορές, ότι δηλαδή υπό τις συνθήκες της πόλης-κράτους μόνο οι κατακτήσεις εξασφάλιζαν την πολιτική σταθερότητα και, κατ’ ακολουθίαν, την ωφελιμιστική συναίνεση. Η Ρώμη αποτελεί το κλασικό παράδειγμα: μετά την αρχαϊκή “πάλη μεταξύ των τάξεων” δεν σημειώθηκε σοβαρή στάση μέχρι την τελευταία περίοδο της Δημοκρατίας, που άρχισε με τους Γράκχους. Σε όλη την ιστορία των στάσεων οι επαναστάτες δεν ήγειραν το θέμα της νομιμότητας για να δικαιολογήσουν τις πράξεις τους, ούτε προσπάθησε κανείς να διατυπώσει σε γενικούς όρους το δικαίωμα στην επανάσταση ή έστω στην ανυπακοή. Οι προσπάθειες του Αλκιβιάδη να δικαιολογήσει τη συμπεριφορά του αποτελούν σπάνια, για να μην πούμε μοναδική, εξαίρεση. Η στάση ήταν ομολογουμένως μία σύγκρουση συμφερόντων, τίποτε περισσότερο, είτε καλυπτόταν είτε όχι κάτω από ρητορικά σχήματα περί δικαιοσύνης ή “αληθινής” ισότητας.
 
Οι πολιτικές υποχρεώσεις, απόρροια της νομιμότητας, επίσης εξετάζονταν στην αρχαιότητα μόνο κατά τύχη, όταν δεν θεωρούνταν απλώς σαν κάτι δεδομένο· και πάλι είναι έντονη η αντίθεση προς τη σύγχρονη πολιτική σκέψη, όπου το θέμα αυτό κατέχει κεντρική θέση από τον ύστερο Μεσαίωνα και μετά.[33] Ο Κικέρωνας δηλώνει ότι οι εντολές των αξιωματούχων «θα είναι δίκαιες και οι πολίτες θα υπακούουν με προθυμία δίχως αντιρρήσεις» (Περί των νόμων 3.3.6), δεν εξετάζει όμως τις ηθικές συνέπειες μίας άδικης εντολής από έναν αξιωματούχο. Τον “νόμο” στηρίζει το δόγμα που εξέθεσε ο Κικέρωνας παραπάνω ότι το imperium ρωμαϊκού τύπου είναι η απαραίτητη προϋπόθεση για ένα καλοδιοικούμενο κράτος, για ό,τι οι Έλληνες ονόμαζαν ευνομία. Αυτό είναι όλο κι όλο, ούτε καν ο Επιτάφιος του Περικλή με την εξαίρετη ρητορεία του για την ανωτερότητα της Αθήνας και των θεσμών της μπορεί να προσθέσει τίποτα παραπάνω στο ωφελιμιστικό (θα μπορούσαμε έτσι να το ονομάσουμε) επιχείρημα, πέρα από τη σύντομη και απροσδόκητη δήλωση ότι πάνω απ’ όλα το δέος, ο “φόβος” μάς αποτρέπει από παράνομες πράξεις στη δημόσια ζωή (Θουκυδίδης 2.37.3).[34] Όμως ο φόβος μπορεί να εξηγήσει την πολιτική αφοσίωση, όχι όμως και την πολιτική υποχρέωση προς το κράτος.[35] (Εννοείται ότι οι στρατιωτικές υποχρεώσεις επιδέχονταν περισσότερη και διαφορετική ρητορεία, που εξήρε τη δόξα των ανδραγαθιών και την υπεράσπιση του συνόλου, όπως φαίνεται στον Επιτάφιο και σε σελίδες επί σελίδων του Λίβιου).
 
Η μόνη εξαίρεση, η μοναδική απ’ όσο ξέρω διασωζόμενη απόπειρα να διατυπωθεί ένα επιχείρημα που να δικαιολογεί τις υποχρεώσεις προς το κράτος, εμφανίζεται εκεί που δεν το περιμένουμε, στον Κρίτωνα, έναν πρώιμο και σύντομο διάλογο του Πλάτωνα.[36] Ο Σωκράτης στη φυλακή, λίγο πριν από την εκτέλεσή του, αρνείται με σθένος την προσφορά των φίλων του να οργανώσουν τη δραπέτευσή του. Το επιχείρη­μά του εμπεριέχει ψήγματα της θεωρίας του κοινωνικού συμβολαίου: όποιος επέλεξε να παραμείνει κάτοικος και πολίτης σε ολόκληρη τη ζωή του και επιπλέον υπηρέτησε στη Βουλή και στον στρατό, έχει μ’ αυτόν τον τρόπο αποδεχτεί ότι πρέπει να υπακούει τον νόμο και τις αποφάσεις των νόμιμων αρχών. Άρα μία πράξη ανυπακοής, ακόμη κι αν η απόφαση ήταν άδικη, θα ήταν ηθικά εσφαλμένη. Υπάρχουν ανυπέρβλητες δυσκολίες σ’ αυτό το επιχείρημα: πρώτον, αντιφάσκει με την άποψη που κατά τον Πλάτωνα διατυπώνει ο Σωκράτης στην Απολογία (37Ε-38Α) δεύτερον, είναι ασύμβατο με όλα όσα πίστευε ο ίδιος ο Πλάτωνας· τρίτον, ως επιχείρημα μπορεί να ανασκευαστεί χωρίς καμία αναφορά στο ιστορικό του πλαίσιο.[37] Παρά ταύτα, το κείμενο του Κρίτωνα υπάρχει, και το γεγονός ότι αποτελεί εξαίρεση είναι αρκετά εύγλωττο σχετικά με την περιθωριακή θέση που κατείχαν οι υποχρεώσεις και η ανυπακοή προς το κράτος στις ιδεολογικές ενασχολήσεις και συζητήσεις κατά την αρχαιότητα.
 
Πίσω από το επιχείρημα που αναπτύχτηκε στον Κρίτωνα κρυβόταν μία άλλη πρόταση που, αντίθετα, επαναλαμβανόταν συνεχώς και ήταν αποδεκτή σχεδόν από όλους τους Έλληνες και τους Ρωμαίους στον κόσμο των πόλεων-κρατών, ακόμη και από τον Πλάτωνα και τον Αριστοτέλη:[38] η βασική προϋπόθεση για μια πραγματική πολιτική κοινωνία, για μία αληθινή πόλη και επομένως και για την καλή ζωή, είναι η “εξουσία διά των νόμων, και όχι διά των ανθρώπων”. Η δημοκρατία και η ολιγαρχία ισχυρίζονταν και οι δύο ότι διέθεταν αυτή την αρετή,[39] όπως άλλωστε αναδρομικά και η μυθική αρχαϊκή μοναρχία, αφού σε πιο ύστερες εποχές την περιέβαλαν με μία ολόκληρη πανοπλία θεσμών. Η φράση αυτή επαναλήφτηκε αμέτρητες φορές μέχρι και την εποχή του Κικέρωνα στις τελευταίες μέρες της Ρωμαϊκής Δημοκρατίας. Αρκεί να παραθέσουμε εδώ μία εκδοχή, από τις Ικέτιδες του Ευριπίδη (στίχοι 312-13): «Η δύναμη που συνέχει τις πόλεις των ανθρώπων είναι η ευγενής διάσωση των νόμων». Οι νεότεροι αναλυτικοί φιλόσοφοι με μεγάλη ευκολία απορρίπτουν αυτή την αρχή ως ασαφή και αόριστη, αλλά η κριτική τους έχει λάθος στόχο: η ιδεολογία δεν είναι θεωρία και δεν μπορεί να υπόκειται στην ίδια αυστηρή ανάλυση. Η ιδεολογία ελέγχεται στην πράξη και όχι στη λογική της συνοχή· στον αρχαίο κόσμο αυτό σήμαινε πολιτική σταθερότητα, ικανότητα να αποφεύγονται οι συχνές στάσεις, κυρίως στην ακραία τους μορφή εμφύλιου πολέμου. Η επίμονη διεκδίκηση γραπτών νόμων και κωδίκων, που οδήγησε και σε ένοπλη σύγκρουση στην αρχαϊκή εποχή επί αριστοκρατίας, δεν ήταν απλώς μια αόριστη και άσκοπη κίνηση. Η απαίτηση για πάγιους, δημοσιοποιημένους νόμους ήταν μια φρόνιμη απόφαση, απόρροια μιας καθαρά πρακτικής ανάλυσης.
 
Λίγο παρακάτω στις Ικέτιδες ένας αγγελιοφόρος φτάνει στην Αθήνα από τη Θήβα και ρωτά: «Ποιος είναι ο τύραννος αυτής της χώρας;» Ο βασιλιάς Θησέας απαντά: «Άρχισες λάθος, ξένε, αναζητώντας εδώ έναν τύραννο. Η πολιτεία αυτή είναι ελεύθερη και δεν βρίσκεται υπό την εξουσία ενός ανθρώπου. Εδώ βασιλεύει ο δήμος και εναλλάσσεται στην εξουσία κάθε χρόνο. Οι πλούσιοι δεν υπερέχουν, οι φτωχοί έχουν ίσο μερίδιο στην εξουσία». Τότε κυριαρχεί ο όχλος, απαντά ο αγγελιοφόρος: «ο δήμος δεν είναι καλός κριτής επιχειρημάτων πώς μπορεί λοιπόν να κυβερνά σωστά την πόλη;»[40] Δεν αμφισβήτησε ωστόσο την αρχή της διά νόμου εξουσίας. Το σημείο διαφωνίας ήταν ποιος διατύπωνε τους νόμους που δέσμευαν όλους, τους κυβερνώντες και τους κυβερνώμενους εξίσου. Ως προς αυτό το σημείο, τη μορφή της διακυβέρνησης και κατά συνέπεια τον χαρακτήρα και την κατεύθυνση της πολιτικής ζωής, διαφοροποιούνταν μεταξύ τους οι αρχαίες πόλεις-κράτη. Η κύρια διάκριση ήταν, φυσικά, ανάμεσα σε ολιγαρχίες και δημοκρατίες, όμως, όπως δείχνει το παράδειγμα της Ρώμης, σύμφωνα με ένα συγκεκριμένο κριτήριο, που ήταν η τυπική και πραγματική αποτελεσματικότητα της λαϊκής συμμετοχής στη διακυβέρνηση και την πολιτική.
 
Η διάκριση αυτή, η σχετική με το ποιος συμμετείχε κατ’ αρχήν στη νομοθετική διαδικασία, εκφραζόταν με μία πληθώρα πολιτικών όρων και φράσεων. Ο Αριστοτέλης άρχισε τα Πολίτικά με μία επίθεση εναντίον αυτών που πίστευαν ότι ο “πολιτικός άνδρας” ήταν απλώς ένας κύριος δούλων ή η κεφαλή ενός νοικοκυριού σε μεγέθυνση. Αυτό είναι λάθος, υποστηρίζει ο Αριστοτέλης, διότι ο πολιτικός «εναλλάξ κυβερνά και κυβερνάται». Αυτό είναι φυσικό, προσθέτει πιο κάτω στο βιβλίο, όταν οι πολίτες είναι «ίσοι και όμοιοι» (1279a8-ll). Στον ισχυρισμό των Αθηναίων ότι είχαν πλήρως επιτύχει αυτόν τον στόχο επειδή ο δήμος, όλοι οι πολίτες, ήταν ίσοι και όμοιοι και άρα όλοι κυβερνούσαν και κυβερνώνταν, ο Αριστοτέλης ανταπαντούσε ότι δημοκρατικές διαδικασίες τέτοιου τύπου στηρίζονταν σε έναν εσφαλμένο, ποσοτικό ορισμό της ισότητας, σε μία απλή καταμέτρηση κεφαλών, που εν τέλει παρέδωσε την εξουσία στα χέρια των δημαγωγών, οι οποίοι γρήγορα έφεραν ό,τι χειρότερο, την εξουσία διά των ανθρώπων αντί της εξουσίας διά των νόμων.[41] Ο Πλάτωνας συμμεριζόταν την ίδια άποψη και την διατύπωσε διά μακρών {Πολιτεία 562D-566C), αλλά, αντίθετα από τον Αριστοτέλη, δεν πίστευε ότι κάποια άλλη σύλληψη της έννοιας της ισότητας θα μπορούσε να διασώσει την αρχή ότι οι πολίτες πρέπει εναλ­λάξ να κυβερνούν και να κυβερνώνται.
 
Σε μία σύντομη και φανταχτερή παρέκβαση σε έναν από τους λόγους του (Υπέρ τον Φλάκκου 7.15-16), ο Κικέρωνας κατηγόρησε τους Αθηναίους και τους Έλληνες γενικότερα ότι ακολουθώντας αυτή την αρχή μετέβαλαν την πραγματική ελευθερία σε ελευθεριότητα. Ο ίδιος όμως δεν δίστασε να εγκρίνει την εφαρμογή αυτής της αρχής στη Ρώμη (Περί των Νόμων 3.2.5), διότι στο ρωμαϊκό σύστημα μπορούσε να ισχύσει μόνο για τα ανώτερα αξιώματα που τα μοιράζονταν οι ευγενείς (nobiles) και οι κατά καιρούς προστατευόμενοί τους ταπεινής καταγωγής. Γι’ αυτή τη διαρκή και ανεπίλυτη ιδεολογική διαφωνία μας πληροφορούν οι βαθύτεροι στοχαστές, αλλά η ένταση και η επιμονή των αντίρροπων απόψεων υποδηλώνουν ότι ο απόηχος έφτανε και μέχρι σ’ εκείνους που εκφράζονταν ελάχιστα ή και καθόλου. Το γεγονός ότι οποιοσδήποτε Αθηναίος είχε τη δυνατότητα να συμμετέχει στην Εκκλησία, να είναι μέλος δικαστηρίων και της Βουλής και επιπλέον να κατέχει πολλά από τα κρατικά αξιώματα δεν είναι δυνατό να μην είχε κάποιες επιπτώσεις στον ψυχισμό του.[42] Ούτε είναι δυνατό να μην είχε ψυχολογικές συνέπειες το γεγονός ότι στη Ρώμη μόνο οι αριστοκράτες μπορούσαν να κυβερνούν και να κυβερνώνται.
 
Κεντρική θέση σε όλες αυτές τις διαφορές και διαμάχες κατείχαν οι αντικρουόμενες εκτιμήσεις για τις ηθικές και διανοητικές ιδιότητες που αποδίδονταν σε ολόκληρες τάξεις και συνθήκες ανθρώπων, συγκεκριμένα σε τάξεις πολιτών. Στην απάντηση του Θηβαίου αγγελιοφόρου διατυπώθηκε μία βαθύτατα ιεραρχική αξιολόγηση, ενώ η πληθώρα των λέξεων που απέδιδαν τις έννοιες “πλούσιος” και “φτωχός” (που εξετάσαμε στις πρώτες σελίδες του βιβλίου) αποδίδει την ίδια διάκριση με πιο μεταφορικό, εξίσου όμως σαφή τρόπο. Εάν ο δήμος «δεν είναι καλός κριτής» (για να χρησιμοποιήσουμε τη φράση του Ευριπίδη) ή στην πιο παραστατική απόδοση του Κικέρωνα, εάν αποτελείται «από άνδρες άπειρους σε όλα, αμόρφωτους, αδαείς», «τεχνίτες και μαγαζάτορες και άλλα τέτοια αποβράσματα της κοινωνίας»,[43] το συμπέρασμα μοιάζει αναμφισβήτητο ότι δεν έχει τα κατάλληλα προσόντα για να συμμετέχει στη λήψη πολιτικών αποφάσεων. Το ζήτημα όμως περιπλεκόταν στην Ελλάδα και στη Ρώμη με την παρουσία μεγάλου αριθμού ανθρώπων, οι οποίοι ως δούλοι, ανεξάρτητα από τις ιδιότητες και δυνατότητες που είχαν, κατατάσσονταν ακόμα πιο χαμηλά από τα αποβράσματα του Κικέρωνα λόγω της νομικής τους θέσης. Το αντίθετο του “δούλος” είναι “ελεύθερος”, και ακόμη κι ο Κικέρωνας παραδεχόταν ότι όλοι οι πολίτες μετείχαν της ελευθερίας (όπως και όλοι μετείχαν της ιδιότητας του μέλους της κοινότητας της πόλης σε αντίθεση με τους ελεύθερους μη πολίτες κατοίκους της πόλης -αλλά αυτή είναι μία πλευρά της οργάνωσης της πόλης-κράτους που δεν θα μας απασχολήσει εδώ).
 
Όλες οι πόλεις-κράτη υποστήριζαν με σθένος ότι όλοι οι πολίτες ήταν ελεύθεροι (με εξαίρεση κάποιους εγκληματίες που για κάποιον λόγο είχαν χάσει πλήρως ή εν μέρει την ελευθερία τους). Αυτό μας λέει κάτι, αλλά όχι αρκετά. Είναι κοινός τόπος ότι το ιδιαίτερο περιεχόμενο της λέξης “ελευθερία” διαφέρει πολύ από τη μία περίοδο στην άλλη, από τον ένα τόπο στον άλλο. Δεν προτίθεμαι να ασχοληθώ εδώ μ’ αυτό το θέμα, θα εξετάσω μόνο την ελάχιστη μορφή της ελευθερίας που έχει σχέση με το θέμα μας, την “ισότητα ενώπιον του νόμου”.[44] Οι περισσότερες, αν όχι όλες οι πόλεις-κράτη τυπικά δέχονταν αυτή την αρχή στον ιδιωτικό τομέα, δηλαδή σε όλες τις προσωπικές σχέσεις μεταξύ ατόμων που υπόκεινταν στον νόμο, ακόμη και σε όσες σχέσεις μεταξύ ατόμων και κράτους επιλύονταν με δικαστική απόφαση σε περίπτωση αντικρουόμενων συμφερόντων.[45] Είναι επίσης κοινός τόπος ότι αυτή η θεωρητική ισότητα δεν έχει επιτευχτεί ποτέ στην πράξη οπουδήποτε υπάρχει ανισότητα πλούτου, κοινωνικών σχέσεων και πολιτικής αυθεντίας. Αυτό που έχει σημασία εδώ είναι η αμοιβαία σχέση ανάμεσα στον βαθμό ισότητας ενώπιον του νόμου και τον βαθμό λαϊκής συμμετοχής στη διακυβέρνηση και την πολιτική ζωή (κυρίως, αν και όχι αποκλειστικά, με τη μορφή συμμετοχής σε δικαστήρια και σε άλλα δικαιοδοτικά όργανα). «Δεν υπάρχει άλλη πραγματική εγγύηση για την ελευθερία του δικαίου», γράφει ο Βρετανός εγελιανός Bernard Bosanquet, «πέρα από την πολιτική ελευθερία. Και η καταπάτηση της ελευθερίας του δικαίου υπήρξε πάντα η αιτία του αιτήματος για συμμετοχή σε καίρια πολιτικά καθήκοντα και λειτουργίες».[46]
 
Στον αρχαίο κόσμο το καλύτερο παράδειγμα εφαρμογής αυτής της πρότασης αποτελούσε βεβαίως η Αθήνα. Για τους Αθηναίους (και πιθανόν και για άλλες μικρότερες δημοκρατικές πόλεις που ακολούθησαν το αθηναϊκό πρότυπο), η ισονομία, η λέξη που εμείς μεταφράζουμε ως “ισότητα ενώπιον του νόμου”, σήμαινε συγχρόνως και ισότητα διά του νόμου· σήμαινε δηλαδή ισότητα μεταξύ των πολιτών ως προς τα πολιτικά τους δικαιώματα, μια ισότητα που οφειλόταν στις πολιτειακές εξελίξεις, στον νόμο. Η ισότητα αυτή συνεπαγόταν όχι μόνο το δικαίωμα ψήφου ή κατοχής αξιώματος, αλλά κυρίως το δικαίωμα συμμετοχής στη χάραξη της πολιτικής στη Βουλή και την Εκκλησία. Οι συζητήσεις στην Εκκλησία άρχιζαν με την πρόσκληση του κήρυκα: «Ποιος άνδρας μπορεί να δώσει σωστή συμβουλή στην πόλη και θέλει να την κοινοποιήσει;» Αυτό είναι ελευθερία, είπε ο Θησέας (Ευριπίδης, Ικέτιδες 438-41). Ο Πρωταγόρας ανέπτυξε τη συλλογιστική αυτής της αρχής: «όταν το θέμα της συζήτησης προϋποθέτει πολιτική σοφία … ακούν τη γνώμη κάθε πολίτη, διότι πιστεύουν ότι όλοι πρέπει να μετέχουν σ’ αυτή την αρετή· αλλιώς δεν θα υπήρχε πόλις» (Πλάτωνας, Πρωταγόρας 322Ε-323Α). Μάλιστα μία ιδιαίτερη λέξη χρησιμοποιήθηκε για πρώτη φορά στις αρχές του πέμπτου αιώνα π.Χ., η λέξη ισηγορία, που σήμαινε ελευθερία του λόγου όχι μόνο με τη συμβατική αρνητική έννοια της έλλειψης λογοκρισίας, αλλά με την ουσιαστική σημασία της ελευθερίας του λόγου, της δυνατότητας όλων να εκφέρουν γνώμη εκεί που μετρούσε και είχε σημασία, στη συνέλευση όλων των πολιτών. Δεν υπήρχε ανάλογη λατινική λέξη, διότι η μόνη παρόμοια ρωμαϊκή έννοια ήταν η (τουλάχιστον στους τύπους) ισότητα και ελευθερία μεταξύ των nobiles, των ευγενών. Στη Ρώμη, όπως παρατήρησε ο Momigliano, «συναισθάνεται κανείς ότι η ελευθερία του λόγου ανήκει τόσο στη σφαίρα της auctoritas όσο και στη σφαίρα της libertas».[47]
 
Η πρωταγόρεια αρχή, εάν μπορούμε να την αποκαλέσουμε έτσι, δεν έφτανε μέχρι τον ισχυρισμό ότι όλοι κατείχαν την “αρετή” της πολιτικής σοφίας στον ίδιο βαθμό. Οι πληροφορίες δείχνουν σαφώς ότι ακόμη και στην Αθήνα λίγοι ασκούσαν το δικαίωμα της ισηγορίας και δείχνουν πέρα από κάθε αμφιβολία ότι η πολιτική ηγεσία παρέμεινε το μονοπώλιο μίας σχετικά ολιγάνθρωπης μερίδας, η οποία όμως, αντίθετα απ’ ό,τι στη Ρώμη, δεν αναπαρήγαγε τον εαυτό της. Το όριο της καθολικής πολιτικής αρετής ήταν το καθολικό δικαίωμα συμμετοχής στην τελική απόφαση με ίσους όρους, βάσει της αρχής ότι ένας άνδρας ίσον μία ψήφος. Πέρα από αυτό το όριο κυριαρχούσε η αρχή της ανισότητας και η ιεραρχία. Το παράδοξο της ιστορίας είναι ότι συνέπεια όλων αυτών ήταν ότι σε ένα διάστημα δύο ή και περισσότερων αιώνων η Αθήνα είχε να επιδείξει λιγότερους ανίκανους στρατηγούς και πολιτικούς απ’ ό,τι η Ρώμη με την αυτο-αναπαραγόμενη επίλεκτη τάξη και την ετήσια εναλλαγή στα υψηλότερα κλιμάκια, τους ύπατους και τους πραίτορες. Βεβαίως οι ανίκανοι δεν είχαν καμία επιρροή μέσα στη Σύγκλητο, αλλά είχαν απεριόριστη εξουσία στο πεδίο της μάχης και σχεδόν απεριόριστη εξουσία στην έδρα τους, διότι διέθεταν imperium.
 
Το γεγονός -και επιμένω ότι πρόκειται για γεγονός- ότι ο αθηναϊκός δήμος επέδειξε τόσο σωστή κρίση στην επιλογή ηγετών, είτε με την ψήφο του στην περίπτωση των στρατηγών είτε με την υποστήριξή του σε πολιτικούς στην Εκκλησία, δεν ερμηνεύεται με την απάθεια, την αγαπημένη έννοια της σύγχρονης ελιτίστικης σχολής των πολιτικών επιστημόνων. Δεν είναι δυνατό να θεωρήσουμε απαθείς τους χιλιάδες άνδρες που συμμετείχαν αρκετά συχνά στις συνελεύσεις, που υπηρέτησαν μία ή δύο φορές στη βουλή, που σχημάτιζαν, πάλι κατά χιλιάδες, τα δικαστικά σώματα. Κατά τη γνώμη μου, η μόνη εναλλακτική λύση είναι να σκεφτούμε ότι υπήρχε ένα διαδεδομένο αίσθημα πολιτικής ευθύνης, μία ηθική ιδιότητα την οποία οι ιστορικοί μάλλον αποφεύγουν, εν μέρει δικαιολογημένα (όμως μόνον εν μέρει), διότι οπωσδήποτε πρόκειται για μία υποκειμενική έννοια που δύσκολα καταδεικνύεται. Είναι πολύ εύκολο να αγκιστρωθούμε στις λίγες περιπτώσεις ανεύθυνης συμπεριφοράς (παράδειγμα, η εκτέλεση, μετά από εντολή της Εκκλησίας, των στρατηγών που οδήγησαν τον αθηναϊκό στόλο σε νίκη στις Αργινούσες το 406 π.Χ.) και να καταδικάσουμε έτσι ένα ολόκληρο σύστημα. Με τέτοια κριτήρια κάθε κοινωνία του παρελθόντος, του παρόντος και του μέλλοντος είναι ανεύθυνη. Αυτό ίσως δεν αξίζει να ειπωθεί ξεκάθαρα, αυτό όμως που πρέπει να τονιστεί είναι ότι πίσω από όλα αυτά κρύβεται μία σύγχυση ηθικών κατηγοριών, σύγχυση ανάμεσα στην πολιτική ευθύνη, που την εννοώ ως μία συστηματική επιδίωξη αποδεκτών δημόσιων στόχων μέσα στο ηθικό πλαίσιο της εποχής, και τις μοντέρνες έννοιες της ευπρέπειας και της ανθρωπιάς. Δεν αποτελεί ασυνέπεια για έναν ιστορικό να θεωρεί πράξεις και συμπεριφορές του παρελθόντος ότι υπήρξαν πολιτικά υπεύθυνες και συγχρόνως να καταδικάζει την ηθική τους βάση.
 
Δεν υπονοώ ότι πολιτική ευθύνη υπήρχε στον αρχαίο κόσμο μόνο στις δημοκρατίες. Ολιγαρχίες, ακόμη και δεσποτικά καθεστώτα μπορούσαν να ενεργήσουν υπεύθυνα· αλλά σ’ αυτές τις περιπτώσεις, για παράδειγμα στη Ρώμη, η ευθύνη πρέπει να περιοριστεί μόνο σε αυτούς που συμμετείχαν στη λήψη αποφάσεων, εφόσον οι υπόλοιποι, ο δήμος, οι πληβείοι, το μόνο που μπορούσαν να επιδείξουν ήταν υπακοή, που η άρχουσα τάξη την αποκαλούσε υπεύθυνη συμπεριφορά. Και ο ρωμαϊκός δήμος όντως επιδείκνυε υπακοή τις περισσότερες φορές. Γιατί; Για να είμαστε πιο ακριβείς, για ποιον λόγο, από τη στιγμή που είχαν εξασφαλίσει ένα ποσοστό αυτού που ο Bosanquet αποκάλεσε «ελευθερία του δικαίου», δεν προσπάθησαν επίμονα και αποφασιστικά να αποκτήσουν “πολιτική ελευθερία”, ή τουλάχιστον ένα μεγαλύτερο μερίδιό της; Το ίδιο ερώτημα μπορεί βεβαίως να τεθεί και για άλλες κοινωνίες, αλλά μόνο για λίγες όπου οι υπάκουες μάζες αποτελούσαν συγχρόνως και τις ένοπλες δυνάμεις, όχι επειδή πληρώνονταν ή εξαναγκάζονταν, αλλά επειδή έκαναν το καθήκον τους ως πολίτες. Η πολεμική ιστορία της Ρώμης, που είναι μοναδική, παρέχει, όπως είδαμε, εν μέρει την απάντηση, αλλά για το κρίσιμο στοιχείο πρέπει να στραφούμε προς την ιδεολογία, το σύνολο των δοξασιών και απόψεων που υπήρξαν το leitmotiv αυτού του βιβλίου. Η ιδεολογία της άρχουσας τάξης είναι μάλλον άχρηστη αν δεν γίνει αποδεκτή από αυτούς που άρχονται, κι αυτό συνέβαινε σε εκπληκτικό βαθμό στη Ρώμη. Όταν πια η ιδεολογία μέσα στους κόλπους της ανώτατης τάξης άρχισε να αποσυντίθεται, η συνέπεια δεν ήταν να διευρυνθούν οι πολιτικές ελευθερίες για όλους τους πολίτες, αλλά αντίθετα να καταλυθούν για όλους.
----------------------------
[1] Λ.χ. Β. Zwiebach, Civility and Disobedience (Κέμπριτζ 1975)· Peter Singer, Democracy and Obedience (Οξφόρδη 1973).
[2] Βλέπε την εξαίσια απάντηση που έδωσε στον Πλάτωνα ο George Grote, A History of Greece VI (αναθεωρημένη έκδοση, Λονδίνο 1862), σ. 51-98. Οι, πιο πλήρεις και εμπεριστατωμένες μελέτες για τους Σοφιστές είναι του Μ. Untersteiner, The Sophists, αγ- γλ. μετ. Kathleen Freeman (Λονδίνο 1957)· του W. Nestle, Vom Mythos zum Logos (2η έκδοση, Στουτγάρδη 1942), κεφ. 9 (παρά τις περίπου 200 σελίδες, οι ύστερες αρχαίες πηγές δεν αντιμετωπίζονται με αρκετά κριτικό πνεύμα).
[3] «Κανείς δάσκαλος δεν θα δεχόταν από τον μαθητή του τις ερμηνείες που δίνει ο Πλάτωνας για τα εξής καίρια δόγματα: πως η Ψυχή είναι τριμερής· πως εφόσον η Ψυχή είναι τριμερής, η ιδανική κοινωνία είναι μια πολιτεία που αποτελείται από τρεις τάξεις- πως ό,τι υπάρχει, υπάρχει για να επιτελεί μία και μόνη λειτουργία· πως ο ορθός λόγος είναι μία τέτοια λειτουργία- πως μία και μόνη τάξη πρέπει να διδαχτεί τον ορθό λόγο- πως η καταγωγή καθορίζει καταρχήν σε ποια τάξη ανήκει ο καθένας- πως η εμπειρική επιστήμη δεν μπορεί ποτέ να θεωρηθεί “πραγματική” επιστήμη- πως υπάρχουν Ιδέες· πως μόνο η γνώση των Ιδεών αποτελεί “πραγματική” επιστήμη· πως μόνον αυτοί που διαθέτουν αυτή τη γνώση μπορούν να έχουν ορθή πολιτική κρίση- πως οι πολιτικοί θεσμοί θα παρακμάσουν εάν οι ηγέτες δεν διαθέτουν την ανώτατη παιδεία που περιγράφει ο Πλάτωνας- πως η “δικαιοσύνη” συνίσταται στο να κάνει κανείς τη δουλειά του, κτλ. κτλ. Όμως εάν κάποια, έστω και μία από αυτές τις προτάσεις είναι αμφισβητήσιμη, οι θετικές συστάσεις της Πολιτείας δεν έχουν πλέον 6άση»: Gilbert Ryle, σε μία βιβλιοκρισία για τον Karl Popper, The Open Society and Its Enemies, στο περιοδικό Mind 56 (1947) 167-72, στις σ. 169- 70 (επανατύπωση στο R. Bambrough, επιμ., Plato, Popper and Politics (Κέμπριτζ και Νέα Υόρκη 1967, σ. 85-90).
[4] «Κανείς σοβαρός αναγνώστης των Νόμων δεν μπορεί να αμφισβητήσει ότι ο Πλάτωνας εισάγει στο κείμενο χωρίς κανένα ενδοιασμό προτάσεις που σαφώς αντιφάσκουν με αυτές ακριβώς τις αρχές που παρουσίασα… ως απαραίτητα ερείσματα της μετα-κανονιστικής θεωρίας του δικαίου… Αν και δεν συζητεί την πρωιμότερη
θεωρία και δεν αναφέρεται σ’ αυτήν κατά κανένα τρόπο, μπορούμε να είμαστε βέβαιοι ότι την έχει εγκαταλείψει»: Vlastos (1977) 35-7.
[5] Για μία εισαγωγή στην πολύπλοκη ιστορία της έκδοσης των έργων του Αριστοτέλη, βλέπε I. During, Aristoteles (Heidelberg 1966), σ. 32-52.
[6] Για μια διαφορετική άποψη, με την οποία συμφωνώ, βλέπε το άρθρο-βιβλιοκρισία του A.W.H. Adkins, «Problems in Greek Popular Morality», Classical Philology 73 (1978) 143-58.
[7] MacIntyre (1981) 129-30. Ωστόσο, αυτές οι δημόσιες συζητήσεις δεν οδήγησαν στη διατύπωση μίας δημοκρατικής πολιτικής θεωρίας πέρα από αυτήν του Πρωταγόρα. Είναι πλάνη να πιστεύουμε ότι έπρεπε να υπάρχει μια τέτοια θεωρία, ή ότι η απουσία της αποτελεί δυσεπίλυτο μυστήριο (αυτό πρεσβεύει η Ν. Loraux, L’ invention d’ Athenes (Παρίσι 1981), σ. 176-85), ή τέλος ότι μπορούμε να την ανασυν­θέσουμε, όπως προσπάθησε να κάνει ο Α.Η.Μ. Jones στο βιβλίο του Athenian Democracy (Οξφόρδη 1957), κεφ. 3.
[8] Για μια εξαίρετη συνοπτική παρουσίαση βλέπε MacIntyre (1981) κεφ. II: «The Virtues at Athens».
[9] Vlastos (1977) 11.
[10] Την κλασική καταγγελία αυτής της πλάνης σε σχέση με τη λογική και μεταφυσική του Αριστοτέλη κάνει ο G.E.L. Owen, «The Platonism of Aristotle», Proceedings of the British Academy 50 (1965) 125-50, επανατύπωση στο J. Barnes κ.ά., επιμ., Articles on Aristotle, I (Λονδίνο 1975), σ. 14-34.
[11] Ολόκληρο το πρώτο μέρος του Nippel (1980) μπορεί να εκληφθεί ως απόδειξη αυτού του σημείου. Ίσως πρέπει να απορρίψουμε τις απόπειρες να εξαχθούν συμπεράσματα είτε από την περίφημη σχέση μαθητών του Πλάτωνα και του Αριστοτέλη με τυράννους, κυρίως τον Δημήτριο τον Φαληρέα, για τον οποίο βλέπε τώρα Gehrke (1978) είτε από τον μύθο ότι ο Πλάτωνας ήλπιζε να εγκαθιδρύσει την ιδανική πολιτεία του στις Συρακούσες με τη βοήθεια του μέθυσου τυράννου, του Διονύσιου του Β’ και του τυχοδιώκτη Δίωνα (για το θέμα αυτό βλέπε Finley (1979), κεφ. 7).
[12] Για τη συζήτηση που ακολουθεί βλέπε μία καλή περίληψη στον Meyer (1961) 251-4.
[13] Βλέπε H.D. Jocelyn, «The Poet Cn. Naevius, P. Cornelius Scipio and Q. Caecilius Metellus», Antichthon 3 (1969) 32-47.
[14] F.W. Walbank, Polybius (Μπέρκλεϊ 1972), σ. 155. Είναι ενδιαφέρουσα αυτή η κρίση, διότι ο Walbank θεωρεί τον Πολύβιο βαθύτερο στοχαστή απ’ ό,τι εγώ. Την καλύτερη πρόσφατη αποτίμηση του μεικτού πολιτεύματος του Πολύβιου κάνει ο Nippel (1980) 142-53.
[15] Η. Strasburger, «Der ‘Scipionenkreis’», Hermes 94 (1966) 60-72, επανατύπωση στο Strasburger (1982) II 946-58. Για μία ψύχραιμη παρουσίαση του ρωμαϊκού ενδιαφέροντος για την ελληνική φιλοσοφία γενικότερα, βλέπε H.D. Jocelyn, «The Ruling Class of the Roman Republic and Greek Philosophers», Bulletin of the John Rylands Library 59 (1977) 323-66.
[16] Τ. Mommsen, The History of Rome, αγγλ. μετ. W.P. Dickson (Λονδίνο 1908), V 508 (=111 622 στην κλασική γερμανική έκδοση).
[17] Ως ακραίο παράδειγμα ανόητων σχολίων που προκαλούν μέχρι σήμερα τα έργα του Κικέρωνα αναφέρω το βιβλίο του V. Poschl, Romischer Staat und griechisches Staatsdenken bei Cicero (Βερολίνο 1936), το οποίο ακόμη εμφανίζεται στη βιβλιο­γραφία. Το βιβλίο καταλήγει (σ. 173) ότι στο έργο του Κικέρωνα Περί της πολιτείας «συγχωνεύτηκε η ρωμαϊκή αυτοκρατορία, ίσως το μεγαλύτερο επίτευγμα στον κόσμο, με τη φιλοσοφία του Πλάτωνα, την ύψιστη πνευματική δημιουργία του αρχαίου κόσμου».
[18] G. Watson, «The Natural Law and Stoicism», στο A.A. Long, επιμ., Problems in Stoicism (Λονδίνο 1971) 216-38, στη σ. 235.
[19] Στην περίπτωση του Κάτωνα υπάρχουν αρκετοί λόγοι που μας υποχρεώνουν να δεχτούμε τη σύντομη περιγραφή του Πλούταρχου (Κάτωνας 23.1) ότι αντιπαθούσε τη φιλοσοφία, τους φιλοσόφους γενικά και ειδικά τον Σωκράτη, ο οποίος, κατά τον Κάτωνα πάντα, επιδίωξε να «γίνει τύραννος στην πατρίδα του, να καταλύσει τα έθιμά της και να παρασύρει τους πολίτες της προς ιδέες αντίθετες προς τον νόμο». Επομένως ο Κάτωνας είναι πολύ απίθανο να αποτέλεσε εξαίρεση· 6λ. Astin (1978) κεφ. 8,10.
[20] Βλέπε Harris (1979) 50-3.
[21] Βλέπε τις τελευταίες σελίδες του κεφ. 3, παραπάνω.
[22] Η. Le Bonniec, «Aspects religieux de la guerre a Rome», στο J.-P. Brisson, επιμ., Problemes de la guerre a Rome (Παρίσι και Χάγη 1969), σ. 101-15.
[23] Pritchett (1971-9) III 154-63.
[24] Η υποτιθέμενη αναλογία με τον “όρκο των εφήβων” στην Αθήνα είναι αβάσιμη. Στην Αθήνα κάθε νέος άνδρας όταν ενηλικιωνόταν και γινόταν οπλίτης, άρα μία και μοναδική φορά στη ζωή του, έδινε έναν όρκο που απευθυνόταν γενικά στην κοινότητα, δηλαδή δεν ήταν όρκος πίστης προς τον στρατηγό. Το κείμενο και τη μετάφραση του όρκου με σύντομα σχόλια δίνει ο Χρ. Πελεκίδης (C. Pelekidis), Histoire de l ’ ephebie attique (Παρίσι 1962), σ. 110-13.
[25] Οι παραλλαγές εξετάζονται λεπτομερειακά από τον Grossmann (1950) κεφ. 2.
[26] Merquior (1980) 1. Εδώ με ενδιαφέρει αποκλειστικά η νομιμότητα με μία συγκεκριμένη έννοια, το δικαίωμα ενός πολιτικού συστήματος να κυβερνά, και όχι η νομιμότητα της τάδε δυναστείας ή του κράτους στις εξωτερικές του σχέσεις. Θα έπρεπε ίσως να προσθέσω ότι η “νομιμότητα” δεν αποτελεί συνώνυμο της “νομικότητας”, αν και οι δύο όροι είναι ετυμολογικά συγγενείς και πιθανόν εν μέρει επικαλύπτονται’ άλλωστε γίνεται πολύ συχνά σύγχυση μεταξύ των δύο: βλέπε τα Πρακτικά του Συμποσίου L’ idee de legitimite (Annales de philosophic politique 7, Παρίσι 1967).
[27] Merquior (1980) 2, ο οποίος ακολουθεί τον R. Polin στο συμπόσιο που ανέφερα παραπάνω (σημ. 26). Ο Polin απλώς δηλώνει τη γνώμη του χωρίς να τη στηρίζει με επιχειρήματα (σ. 17-18), αλλά κατά τη γνώμη μου την υποσκάπτει στις επόμενες σε­λίδες.
[28] Βλέπε τη λεπτομερειακή παρουσίαση από τον Ρ.Α. Brunt, «Lex de imperio Vespa- siani», Journal of Roman Studies 67 (1977) 95-116.
[29] P. Bastid, σ. 5 στα πρακτικά του Συμποσίου που αναφέρθηκε στη σημ. 26.
[30] Βλέπε Finley (1975) κεφ. 2.
[31] Βλέπε το υλικό από τους λόγους του Δημοσθένη που έχει συγκεντρώσει ο F. Jost, Das Beispiel und Vorbild der Vorfahren … (Πάντερμπορν 1935, επανατύπωση Νέα Υόρκη 1979), κεφ. 5· πβ. πιο γενικά L. Pearson, «Historical Allusions in the Attic Orators», Classical Philology 36 (1941) 209-29.
[32] Dunn (1980) 202.
[33] Οι σύγχρονες θεωρητικές αναζητήσεις δεν κατέληξαν σε οριστικά συμπεράσματα και παράμειναν ισχνές -επαρκής βιβλιογραφία στον Dunn (1980)- αυτό όμως δεν υποδηλώνει ότι η υποχρέωση προς το κράτος είναι άνευ σημασίας, αλλά ότι ως έννοια είναι πολύπλοκη. Το ίδιο μπορεί να ειπωθεί και για την έννοια της νομιμότητας, αλλά ο μόνος τρόπος να ερμηνεύσουμε το εσφαλμένο συμπέρασμα του Bleicken (στο οποίο καταλήγει σε μία υποσημείωση τριών σελίδων, αρχίζοντας από τη σελίδα 92) ότι «οι σύγχρονες θεωρίες περί κράτους και πολιτεύματος έχουν πλέον εγκαταλείπει την έννοια της νομιμότητας» είναι ότι γι’ αυτόν «σύγχρονος» σημαίνει αποκλειστικά Γερμανός/-ικός και μάλιστα της σχολής της γερμανικής πολιτικής ανάλυσης που έχει στραφεί «ατά του Βέμπερ: J. Bleicken, Staatliche Ordnung und Freiheit in der romischen Republik (Frankfurter Althistorische Studien 6,1972).
[34] Δεν συμφωνώ ότι η επιλογή της μάλλον σπάνιας λέξης δέος από τον Θουκυδίδη αντί της πιο κοινής “φόβος” υποδηλώνει την απόχρωση που μαρτυρείται στην ποίηση, τον “ευλαβή φόβο”· έτσι το αντιλαμβάνεται όμως ο A.W. Gomme, που στα σχόλιά του ανεπιφύλακτα μεταφράζει το δέος ως «σεβασμό». Η αμηχανία πολλών σύγχρονων σχολιαστών θα διαλυόταν εάν αποδέχονταν την κάθε άλλο παρά αδύνατη πιθανότητα τα λόγια να είναι του Θουκυδίδη και όχι του Περικλή.
[35] Πρέπει να τονίσουμε τη διάκριση μεταξύ υπακοής/αφοσίωσης (που είναι ένα «κοινωνικό γεγονός») και υποχρέωσης (που είναι μία «ιδεολογική κατηγορία»): Dunn (1980) 157.
[36] Υποστηρίζω αυτή την άποψη, αν και δεν ξεχνώ τον ανούσιο «διάλογο» μεταξύ Σωκράτη και Ιππία στα Απομνημονεύματα του Ξενοφώντα (4.4.12-25), τον οποίο οι σημερινοί ερευνητές αποδέχονται ως γνήσιο, πράγμα κατά τη γνώμη μου ακατανόητο. Ο πάντα ολισθηρός Ξενοφώντας, με φιλοσοφικές αξιώσεις υπεράνω των ικανοτήτων του, κατακύρωσε τον ισχυρισμό ότι το νόμιμον είναι επίσης και δίκαι­ον παραπέμποντας στους θείους «άγραφους» νόμους που επέβαλλαν στους ανθρώπους να τιμούν τους γονείς τους και να μη συνάπτουν αιμομικτικές σχέσεις μαζί τους.
[37] Η πλέον λεπτομερειακή ανάλυση, αν και άνισης ποιότητας και πειστικότητας, του «ενδιαφέροντος διάτρητου επιχειρήματος» έχει γίνει από τον A.D. Woozley, Law and Obedience: The Arguments of Plato’s Crito (Λονδίνο 1979). Μία σύντομη πρώτη παρουσίαση έγινε λίγα χρόνια πριν: «Socrates on Disobeying the Law», στο G. Vlastos, επιμ., The Philosophy of Socrates, (Γκάρντεν Σίτυ, Νέα Υόρκη, 1971) σ. 299-318.
[38] Λ.χ. Πολιτεία 565Ε-566Α· Πολιτικά 1295al9-23.
[39]Η άρνηση του Δημοσθένη (24.75-6) και του Αισχίνη (3.6) να παραδεχτούν ότι τα ολιγαρχικά συστήματα κυβερνιόνται διά του νόμου αποκαλύπτει απλώς ότι η αλήθεια δεν αποτελεί απαραίτητο συστατικό της πολιτικής ρητορικής.
[40] Ευριπίδης, Ικέτιδες 399-419. Η ανύψωση του Θησέα σε προστάτη-άγιο της αθηναϊκής δημοκρατίας στις αρχές του πέμπτου αιώνα είναι αξιοσημείωτη, αλλά άσχετη με το θέμα μας.
[41] Ο Αριστοτέλης επανήλθε στο ερώτημα αυτό πολλές φορές και σε διαφορετικά συμφραζόμενα, άρα μια παραπομπή σε ένα χωρίο θα ήταν παραπλανητική. Το απόσπασμα για τους δημαγωγούς και τις συνέπειές τους είναι από τα Πολιτικά 1292al- 36.
[42] Εδώ δεν με απασχολεί ο περιοριστικός όρος των περιουσιακών στοιχείων που απέκλειε την πλειονότητα των Αθηναίων από λίγα υψηλά αξιώματα.
[43] Κικέρωνας, Λόγος για τον Φλάκκο 7.16, 8.18. Παρέθεσα μόνο ένα μικρό μέρος από το υβρεολόγιο που χρησιμοποιεί ο Κικέρωνας στο χωρίο.
[44] Κυρίως δεν θα ασχοληθώ με το ιδιαίτερο και περιορισμένο εννοιολογικό πεδίο της πολιτικής libertas στη Ρώμη, για το οποίο βλέπε Ch. Wirszubski, Libertas as a Political Idea at Rome … (Κέμπριτζ 1950), κυρίως σ. 13-15, που έχει άμεση σχέση με το θέμα μου.
[45] Για τη συζήτηση που ακολουθεί βλέπε Finley (1976α).
[46] Β. Bosanquet, The Philosophical Theory of the State (4η έκδοση, Λονδίνο 1923, πρώτη έκδοση 1899), σ. 127-8 της χαρτόδετης έκδοσης (1965).
[47] A.D. Momigliano, «Freedom of Speech in Antiquity», στο Dictionary of the History of Ideas 2 (1973) 252-63, στη σ. 261. Η αντίθεση μεταξύ αθηναϊκής και ρωμαϊκής δραματικής ποίησης, που θίξαμε παραπάνω, έχει άμεση σχέση μ’ αυτή την παρατήρηση.