Κυριακή 7 Ιανουαρίου 2018

Εγκώμιο της Εκλεπτυσμένης Τεμπελιάς

Εκλεπτυσμένη Τεμπελιά: Μια ανάστροφη αλχημεία, που μετατρέπει σε μόλυβδο το χρυσάφι του υπαρξιακού πλούτου.

Στη θεωρία που σφυρηλατήθηκε σχετικά μ’ αυτήν, η τεμπελιά ωφελήθηκε πολύ από την αυξανόμενη δυσμένεια, στην οποία περιέπεσε η εργασία. Η καθημερινή εργασιακή αποκτήνωση, έχοντας για μεγάλο διάστημα αναγορευθεί σε αρετή από την μπουρζουαζία που αποκόμιζε τα οφέλη και από τις συνδικαλιστικές γραφειοκρατίες, στις οποίες διασφάλιζε την υπεραξία της εξουσίας τους, τελικά κατέληξε να αναγνωριστεί ως αυτό που πραγματικά είναι: μια ανάστροφη αλχημεία, που μετατρέπει σε μόλυβδο το χρυσάφι του υπαρξιακού πλούτου.

Ωστόσο, η εκτίμηση την οποία καυχιέται ότι έχει κερδίσει η τεμπελιά, δεν έχει πάψει διόλου να υποβαθμίζεται από τη σχέση σύζευξης που, εξομοιώνοντας ηλιθιωδώς τα ζώα με ό,τι πιο αξιοκαταφρόνητο έχουν οι άνθρωποι, συνεχίζει να συνδέει το τζίτζικα με το μέρμηγκα. Θέλουμε δε θέλουμε, η τεμπελιά παραμένει δέσμια της εργασίας την οποία απορρίπτει, εγκωμιάζοντάς την.

Η πρώτη σκέψη, όταν πρόκειται να μην κάνεις τίποτα, δεν είναι πως αυτό είναι αυτονόητο; Αλίμονο, μέσα σε μια κοινωνία που μας διχάζει ακατάπαυστα, πώς είναι δυνατόν να πλησιάσουμε τον εαυτό μας απρόσκοπτα; Πώς να βολευτούμε χωρίς δυσκολία, σ’ αυτή την ευλογημένη κατάσταση όπου δεν βασιλεύει παρά η ραθυμία της επιθυμίας;

Μήπως τα πάντα δεν βρίσκονται σε κίνηση για να ταράξουν, με τα καλύτερα επιχειρήματα του καθήκοντος και της ενοχής, τη γαλήνια ώρα της ηρεμίας όταν είσαι μόνος με τον εαυτό σου; Ο Γκεόργκ Γκρόντεκ αντιλαμβανόταν ορθά, στην τέχνη του να μην κάνεις τίποτα, το σημάδι μιας συνείδησης πραγματικά απελευθερωμένης από τους πολυάριθμους καταναγκασμούς, που από τη γέννηση ως το θάνατο μετατρέπουν τη ζωή σε μια φρενήρη παραγωγή του τίποτα.

Είμαστε τόσο ζυμωμένοι με το παράδοξο, ώστε η τεμπελιά δεν αποτελεί θέμα στο οποίο δε θα μπορούσαμε να επεκταθούμε απλά, όπως θα το απαιτούσε η φύση, με την προϋπόθεση ότι και η φύση θα μπορούσε να προσεγγισθεί με αμεσότητα.

Η εργασία εκφύλισε την τεμπελιά
Την έκανε πουτάνα της, την ίδια στιγμή που η πατριαρχική εξουσία έβλεπε στη γυναίκα την ανάπαυση του πολεμιστή. Την έντυσε γελοία με τις υποκρισίες της, όταν το νεκροτομείο των εκμεταλλευτριών κοινωνικών τάξεων συνταύτιζε την εργασιακή δραστηριότητα με την μοναδική χειρωνακτική παραγωγή.

Τι ήταν όλοι αυτοί οι ισχυροί, οι μονάρχες, οι αριστοκράτες, οι ανώτεροι αξιωματούχοι, αν όχι εργάτες του πνεύματος, επιφορτισμένοι να επιβάλουν την εργασία σ’ αυτούς που προηγουμένως «είχαν τρελάνει»; Αυτή η ραθυμία για την οποία κόμπαζαν οι πλούσιοι και η οποία τρέφει ανά εκατό χρόνια τη μνησικακία των καταπιεσμένων, μου φαίνεται ότι απέχει αρκετά από την ειδυλλιακή κατάσταση της τεμπελιάς.

Πώς καμαρώνουν όλοι αυτοί οι κενόδοξοι αριστοκράτες, καιροφυλακτώντας την παραμικρή παράλειψη, την αυστηρή τήρηση των τύπων, επιφυλακτικοί απέναντι στους δούλους που κρύβουν τη δυσαρέσκεια και την περιφρόνησή τους κάτω από τη δουλοπρέπεια, εκτός κι αν πρόκειται να τους βάλουν να δοκιμάσουν πρώτοι τα φαγητά που έχουν καρυκεύσει με τις βασκανίες της ζήλιας και της εκδίκησης. Τι κουραστική που είναι αυτή η τεμπελιά και πόση δουλικότητα υπάρχει στη συνεχή τέρψη μιας κατά παραγγελία φιλοφροσύνης!

Θα μπορούσαμε να πούμε για τον τύραννο ότι, τουλάχιστον δροσίζεται από την ευχαρίστηση να τον υπακούουν; Δεν υπάρχει πιο άθλια ευχαρίστηση απ’ αυτή, που με αντίτιμο τη δυσαρέσκεια των άλλων, αφήνει στο στόμα την πικρή γεύση που προκαλεί! Θα συμφωνούσαμε ότι το να κρατιέται κανείς, μ’ αυτό τον τρόπο, υπεράνω των ποταπών ασχολιών, δεν έχει καμία σχέση με την ξεκούραση και διόλου δεν ευνοεί την ευχάριστη κατάσταση του να μην κάνεις τίποτα.

Αναμφίβολα, ο επιχειρηματίας, το αφεντικό, ο γραφειοκράτης, δεν ασχολούνται, έξω από την εργασία τους, με έναν οικιακό τρόπο ζωής, που είναι περισσότερο κουραστικός παρά άνετος. Δεν ξέρω αν αναζητούν τη μοναξιά του νομάρχη στους κάμπους[1] αλλά όλα φανερώνουν σ’ αυτούς μια τάση προς τη διασκέδαση παρά προς την τεμπελιά. Δεν είναι εύκολο να διακόψει κανείς τον ρυθμό που τον σπρώχνει από το εργοστάσιο στο γραφείο, από το γραφείο στο Χρηματιστήριο και από τη σύσκεψη μετά γεύματος στο γεύμα μετά συσκέψεως. Ο χρόνος που ξαφνικά αδειάζει από την νομισματική λογιστική του, είναι χρόνος νεκρός, μόλις που υπάρχει. Πέρα από την αίσθηση της ηθικής, πρέπει να έχει χάσει κανείς και την αίσθηση της αποδοτικότητας για να προσποιείται ανερυθρίαστα ότι μπορεί να εισέλθει και να βολευτεί σ’ αυτόν.

Λένε για τον ύπνο ότι είναι ένα πραγματικό φάρμακο γι’ αυτόν που ρίχνεται καθημερινά σε ένα αγώνα δρόμου ενάντια στο χρόνο. Αλλά ποιος θα τολμήσει, σ’ ένα πόλεμο, όπου ανά πάσα στιγμή είναι εκτεθειμένος στη φωτιά που τρέφεται από τον ανταγωνισμό, να σηκώσει τη λευκή σημαία για μια στιγμή ανάπαυλας; Μας έχουν επαναλάβει αρκετές φορές το καταστροφικό παράδειγμα των «ηδονών της Καπούης» όπου ο Αννίβας, υποκύπτοντας άγνωστο σε ποιό μάγεμα των αισθήσεων, χάνει για πάντα τη Ρώμη αλλά και τα οφέλη από τις κατακτήσεις του.

Είναι προφανές: σε ένα κόσμο όπου τίποτα δεν αποκτιέται χωρίς την εργασία της δύναμης και της πανουργίας, η τεμπελιά είναι μια αδυναμία, μια βλακεία, ένα σφάλμα, ένας λανθασμένος υπολογισμός. Δεν μπορούμε να την προσεγγίσουμε παρά αλλάζοντας σύμπαν, δηλαδή ύπαρξη. Αυτά συμβαίνουν.

Με διαβεβαιώνουν πως ένας διευθυντής τράπεζας, βρέθηκε μια μέρα κατεστραμμένος, εγκαταλελειμμένος απ’ όλους και ντροπιασμένος. Μια γωνιά στην εξοχή τον υποδέχεται. Καλλιεργεί λίγες κληματαριές. Ένας λαχανόκηπος, μερικές κότες και η φιλία των γειτόνων αρκούν για τις ανάγκες του. Αρχίζει να ανακαλύπτει εντυπωσιακά πράγματα: τη δύση του ήλιου, το παιγνίδισμα του φωτός κάτω από τα δέντρα, τη μυρωδιά της θάλασσας, τη γεύση του ψωμιού που ζύμωσε και έψησε, το τραγούδι των βατράχων, το συναρπαστικό σχήμα της ορχιδέας, τις ονειροπολήσεις της γης την ώρα της πρωινής ή της εσπερινής δροσιάς. Η αποστροφή για μια ύπαρξη αναλωμένη μέσα στην άγνοια του εαυτού του, του πρόσφερε μια θέση στο σύμπαν. Το μόνο που απέμενε ήταν να μάθει πώς να την κατακτήσει..

Ο δρόμος δεν είναι τόσο εύκολος. Για να τον ξαναβρείτε, δεν αρκεί ο αποκλεισμός σας από έναν κόσμο που σας αποκλείει από τον εαυτό σας. Αν ήταν έτσι, δεν θα υπήρχε ούτε ένας άνεργος που να μην γινόταν ποιητής του μέλλοντος.

Ο άνεργος, τις περισσότερες φορές, δεν ανήκει στον εαυτό του, συνεχίζει να ανήκει στην εργασία. Αυτό που τον κατέστρεψε, ρίχνοντάς τον στην αλλοτρίωση του εργοστασίου ή του γραφείου, συνεχίζει να τον ροκανίζει εξωτερικά, σαν τον πόνο ενός κομμένου μέλους του σώματος. Όπως και ο εκμεταλλευτής έτσι και ο εκμεταλλευόμενος δεν έχει διόλου την ευκαιρία να αφιερωθεί ανεπιφύλακτα στις ηδονές της τεμπελιάς.

Σίγουρα υπάρχει πονηριά στο να κάνεις όσο το δυνατόν λιγότερα για ένα αφεντικό, να σταματάς όταν γυρνά την πλάτη, να σαμποτάρεις τις αλυσίδες παραγωγής και τις μηχανές, να ασκείς την τέχνη της δικαιολογημένης απουσίας. Η τεμπελιά διαφυλάσσει εδώ την υγεία και προσδίδει στην ανατροπή έναν ευχάριστα τονωτικό χαρακτήρα. Σπάζει την ανία της δουλικότητας, αναιρεί τις διαταγές, εκδικείται το χρόνο για τις οκτώ ώρες που αφαιρεί από τη ζωή σας και που κανένας μισθός δεν θα επιτρέψει να ανακτήσετε. Με άγρια μανία ξεκλέβει κι άλλα λεπτά από το ρολόι ελέγχου που, τεμαχίζοντας την ημέρα, αυξάνει τα κέρδη του αφεντικού.

Ναι, αλλά το ερώτημα παραμένει: μπορούμε να αντλήσουμε ανεπιφύλακτα οποιαδήποτε απόλαυση, όταν αυτό προϋποθέτει την καταστροφή της απόλαυσης του άλλου; Θέλεις να σε υπακούουν; Αυτό δεν πρόκειται να γίνει και προχωρώ στην ζωντανή απόδειξη, αρνούμενος τη δύναμή σου επάνω μου, συντρίβοντας αυτή την εξουσία που τη θεωρείς, αν όχι αιώνια, τουλάχιστον μακρόχρονη.

Ευγενής ασχολία η ανατροπή της ποταπής εργασίας, αναμφίβολα, αλλά η δουλειά δουλειά! Να λοιπόν κι εσείς, σαν το αφεντικό το οποίο παραμονεύει τον κλέφτη υπηρέτη, τεμπελιάζετε παραμονεύοντας το αφεντικό, για να το κλέψετε καλύτερα. Η τεμπελιά δεν είναι νοητή όταν γίνεται στα κρυφά. Χρειάζεται άνεση, όπως στον έρωτα. Όποιος είναι στην τσίλια, δεν ζει καθόλου, ή ζει μετρίως.

Και επιπλέον, πόση πικρία, να μην μπορείς να καταστρέψεις, όσο ύπουλα επιθυμείς, τον ηδονισμό των εκμεταλλευτών, όσο μέτριος κι αν είναι! «Εμείς δουλεύουμε κι αυτοί γεμίζουνε τις μπάκες τους», λέει το τραγούδι. Αλλά όπως και οι άσεμνοι παπάδες τους οποίους ο παλιός αντικληρικαλισμός κατηγορούσε ότι έχουν βυθιστεί στην ακολασία, οι ηδονισμός δεν θα ήταν ό,τι καλύτερο θα μπορούσαν να είχαν επιτύχει στη ζωή τους οι εκμεταλλευτές, αν ο φόβος των εκμεταλλευομένων δεν τους είχε καταδικάσει σε βιαστικούς και κρυφούς ψυχαναγκασμούς;

Το προνόμιο των προλετάριων που χειραφετούνται και από την εργασία που τους μισθοδοτεί και απ’ αυτούς που καρπώνονται την υπεραξία της, είναι ακριβώς η προσέγγιση της απόλαυσης του εαυτού τους και του κόσμου. Η απόλαυση και η συνείδησή της, που ακονίζεται για να την τελειοποιήσει, κατέχουν επαρκώς τη γνώση για να απελευθερωθούν απ’ ό,τι τις περιορίζει ή τις διαφθείρει. Ρωτήστε αυτούς που μαθαίνουν να αλληλοαγαπιούνται!

Ό,τι ισχύει για την αγάπη ισχύει και για την τεμπελιά και την απόλαυσή της. Συχνά απατόμαστε. Ένα ρεπορτάζ για κάποιους ακτήμονες βραζιλιάνους αγρότες, ενώ μεγάλες εκτάσεις παρέμεναν ακαλλιέργητες στα χέρια των ιδιοκτητών, μοναδική έγνοια των οποίων ήταν πώς να τις κρατήσουν υπό την ιδιοκτησία τους, τους εμφάνιζε σε μια μεγάλη πορεία της μιζέριας, να κραδαίνουν σταυρούς, με τους παπάδες επικεφαλής, αφού η Εκκλησία τους προσέφερε καθημερινά ένα νερομπούλι από ρύζι και φασόλια. Χάριν της αντικειμενικότητας της πληροφόρησης, παρεμβαλλόταν, σύμφωνα με τους κανόνες του μοντάζ, ένα συμπόσιο όπου οι ιδιοκτήτες γης, τρώγοντας άφθονα λουκάνικα και αρνίσια μπουτάκια, κραύγαζαν για τα δικαιώματά τους και διαμαρτύρονταν για τις επιθέσεις που δέχονταν, θεωρώντας τους εαυτούς τους θύματα.

Ανάμεσα στη μιζέρια των τρομαγμένων προκρίτων και την ευσπλαχνία των ακτημόνων, θα λέγαμε ότι οι πρώτοι δεν απολαμβάνουν τη γη τους, γιατί το μόνο που έχουν είναι η ιδιοκτησία και οι δεύτεροι, στους οποίους θα ταίριαζε η απόλαυση της γης αυτής, δεν είναι καν σε θέση να απολαύσουν οτιδήποτε.

Η κατάσταση δεν είναι τόσο παλιά όσο φαίνεται
Η Ευρώπη βλέπει σήμερα μια γραφειοκρατική τάξη να στραγγίζει τα χρήματα από τα συρτάρια του Κεφαλαίου, προσπαθώντας να τα κάνει να καρποφορήσουν σε κλειστό κύκλωμα, χωρίς να επενδύει σε καινούργιους τρόπους παραγωγής. Και οι προλετάριοι, που τους διδάξαμε ότι το προλεταριάτο δεν υπάρχει πια, διαμαρτύρονται για την μείωση της αγοραστικής τους δύναμης, ελπίζοντας ότι ένα μεγάλο κίνημα ελεημοσύνης θα αναπληρώσει την κατάργηση των κοινωνικών κεκτημένων, τη μείωση των μισθών, τη σταδιακή εξαφάνιση της χρήσιμης εργασίας και τη διάλυση της εκπαίδευσης, των συγκοινωνιών, των υπηρεσιών υγείας, της ποιοτικής γεωργίας και ό,τι δεν αυξάνει, με άμεσα κέρδη, τον όγκο του χρήματος που είναι στην υπηρεσία της παγκόσμιας κερδοσκοπίας.

Από εδώ και πέρα, η μόνη αναγνωρισμένη αξία της εργασίας περιορίζεται στο να εγγυηθεί ένα μισθό σε όσο το δυνατόν περισσότερους και μια υπεραξία στη διεθνή γραφειοκρατική ολιγαρχία. Ο πρώτος ξοδεύεται σε καταναλωτικά αγαθά και σε υπηρεσίες μιας αυξανόμενης μετριότητας, το δεύτερο επενδύεται σε χρηματιστηριακές κερδοσκοπίες που προσδίδουν στην οικονομία ένα χαρακτήρα όλο και πιο παρασιτικό.

Έχει τόσο καλά εδραιωθεί η συνήθεια του να αποδέχεσαι οποιαδήποτε εργασία και να καταναλώνεις οτιδήποτε για να αντισταθμίσεις το ισοζύγιο των αγορών που κυβερνά τις μοίρες σαν το παλιό φάντασμα της Θείας Πρόνοιας, ώστε το να κάθεσαι σπίτι σου αντί να συμμετέχεις στη φρενίτιδα που καταστρέφει το σύμπαν, θεωρείται, περιέργως, σκανδαλώδες.

Ένας απ’ αυτούς τους υπουργούς, των οποίων η διοικητική μηχανή, στα χνάρια του γιγαντιαίου οικιακού εξοπλισμού που επιβαρύνει την παραγωγή αγαθών πρώτης ανάγκης, καταβροχθίζοντας δισεκατομμύρια, δεν φοβήθηκε να καταγγείλει, με τη συναίνεση των διαχειριστών της πληροφόρησης, τους νέους προνομιούχους που είναι οι επιχορηγούμενοι με ένα κατώτατο μηνιαίο εισόδημα, οι συνταξιούχοι σιδηροδρομικοί, αυτοί που έχουν δωρεάν ιατρική μέριμνα, με λίγα λόγια οι άνθρωποι που απολαμβάνουν τον ύπνο τους, τη στιγμή που οι υπόλοιποι κοιμούνται με ένα αφεντικό πάνω απ’ το κεφάλι τους, το χρήμα του οποίου δεν σταματά να αυγατίζει.

Το ότι υπάρχουν προλετάριοι, έστω και εν δυνάμει επιχορηγούμενοι με ένα κατώτατο μηνιαίο εισόδημα, που συναινούν κρυφά στον εννοιολογικό ανασχηματισμό των λέξεων τις οποίες έχει οικειοποιηθεί η εξουσία, δεν είναι απλώς αποτέλεσμα της αγελαίας ηλιθιότητας. Πάνω απ’ την τεμπελιά πλανιέται μια τέτοια ενοχή που λίγοι τολμούν να τη διεκδικήσουν σαν σωτήρια ανάπαυλα, η οποία μας επιτρέπει να συγκρατηθούμε και να μη βαδίσουμε άλλο στα χνάρια του παλιού κόσμου.

Ποιος από τους κοινωνικά επιχορηγούμενους θα ισχυρισθεί ότι ανακαλύπτει στην ύπαρξη, πλούτη που οι περισσότεροι τα γυρεύουν εκεί που δεν υπάρχουν; Δεν βρίσκουν καμιά χαρά στο να μην κάνουν τίποτα, δεν έχουν διάθεση να επινοήσουν, να δημιουργήσουν, να ονειρευτούν, να φανταστούν. Συχνά ντρέπονται για την έλλειψη μιας μισθωτής αποκτήνωσης, που θα τους στερούσε τη γαλήνη που τώρα διαθέτουν αλλά δεν ξέρουν τι να την κάνουν.

Η ενοχή μειώνει και διαστρέφει την τεμπελιά, εμποδίζει τη χαρισματικότητά της, την απογυμνώνει από το νόημά της. Υπάρχει καλύτερη ευκαιρία από τις απεργίες για να ανασταλεί αυτός ο χρόνος όπου ο καθένας τρέχει και δε φτάνει, κοπιάζει για να γίνει αυτό που αποστρέφεται και να μη γίνει αυτό που θα επιθυμούσε, περιμένοντας τη σύνταξη, την αρρώστια και το θάνατο να βάλουν τέλος στην κούρασή του;

Η οριστική διακοπή της εργασίας θα επέτρεπε να διαδοθεί η καλή συνείδηση της τεμπελιάς, να ενθαρρυνθεί αυτή η σωτήρια ανάπαυση που θα μας γλίτωνε από πολλά ιατρικά έξοδα. Το μόνο που χρειάζεται είναι λίγη φαντασία. Θα σταυρώσουμε τα χέρια, θα μπορούσαν να πουν οι σιδηροδρομικοί, θα αποκαταστήσουμε τη χαριστικότητα του χρόνου και του χώρου και, για την αναψυχή σας θα λειτουργήσουμε τα τραίνα ώστε να μπορείτε να διασχίζετε δωρεάν ολόκληρη τη Γαλλία. Θα συνεχίζατε καταλαμβάνοντας εργοστάσια και γραφεία; Εμπρός λοιπόν! Ίσως έτσι θα έβλεπαν μερικοί ότι η τεμπελιά είναι πιο δημιουργική από την εργασία.

Αλλά όχι! Το να παραδεχθούμε ότι η απεργία είναι γιορτή, αποτελεί ύβρη απέναντι σ’ αυτούς που επιμένουν να βρίσκουν αξιοπρέπεια στην σκλαβιά της εργασίας. Μέσα στην τάξη των πραγμάτων που μας κυβερνούν, η απεργία οφείλει να είναι μια κατάρα, όπως η τεμπελιά. Παίρνουμε μια βιαστική ανάσα φρέσκου αέρα πριν ακολουθήσουμε και πάλι, θαρραλέα, το δρόμο της διαφθοράς και της μόλυνσης.

Τη δικαιούμασταν τη σύνταξη, αναστενάζουν οι εργαζόμενοι. Αυτό που δικαιούμαστε, σύμφωνα με τη λογική της αποδοτικότητας, έχει ήδη πληρωθεί στο δεκαπλάσιο. Μη θαρρείτε πως η σύνταξη προσφέρει επιτέλους ένα καταφύγιο σ’ αυτή την ξεκούραση που είναι σίγουρα το πιο άνισα κατανεμημένο πράγμα στον κόσμο.

Μήπως συγχέετε την τεμπελιά με την κούραση;
Δεν μιλώ καν γι’ αυτό το τέλος της ύπαρξης, που ονομάζεται, κυνικά, δημιουργικό, κατά το οποίο, σαράντα χρόνια καθημερινής καταπόνησης συνεχίζουν να αποτυπώνουν το ρυθμό, έτσι που η ζωή ξεφεύγει απ’ όλες τις μεριές και οι μέρες προ-καταβάλλονται στο λογιστήριο του θανάτου. Η τεμπελιά, στην οποία διοχετεύεται ξαφνικά το φορτίο των επιθυμιών, απαγορευμένων επί σαράντα εβδομαδιαίες ώρες υποχρεωτικής παρουσίας στο εργοστάσιο ή το γραφείο, δεν είναι παρά μια θλιβερή εκτόνωση, η επιτάχυνση για να προλάβουμε την καθυστέρηση, η ορμή του δεμένου σκύλου που ξαφνικά ελευθερώνεται.

Η τεμπελιά, εν συντομία, ποτέ δεν αντιμετωπίστηκε καλύτερα από ό,τι η γυναίκα στο παρελθόν και γνωρίζουμε καλά πόσο επηρεάζεται το παρόν από το παρελθόν, τουλάχιστον κατά τα εννέα δέκατα. Όταν η αρσενική εξουσία έβλεπε στη γυναίκα την ανάπαυση του πολεμιστή, του χαρτογιακά ή του εργατοτεχνίτη, δεν είναι επειδή ακριβώς την ταύτιζε με την τεμπελιά; Μιλώντας, ώστε να μη λέει τίποτα, απασχολούμενη ώστε να μην ασχολείται με τίποτα, διατηρούσε την κατωτερότητά της επειδή απείχε από την οικονομία, όντας αποκλεισμένη από το μεγάλο και σωτήριο έργο του πλουτισμού που ανήκε αποκλειστικά στην ανδρική δύναμη. Όσο βέβαια δεν ήταν ακόμα καιρός να γίνει μητέρα και να παράγει παιδιά για το εργοστάσιο και τη στρατιωτική δόξα.

Άχρηστη και κενόδοξη, έπρεπε να την «πηδάνε», όπως ακριβώς η εργασία βιάζει την τεμπελιά. Εξόριστη, όπως ο άνεργος, από τη μηχανή που παράγει κέρδος, δεν αποκόμιζε από τον ελεύθερο χρόνο της παρά τη σκιά της κακής της μοίρας. Ούτε δικαιώματα, ούτε απόλαυση μονάχα τύψεις και αμαρτίες.

Πώς να βρεις ανάπαυση σε μια απραξία που στη χειρότερη περίπτωση είναι χυδαιότητα και στην καλύτερη, πρόσχημα; Γιατί, όπως η εργασία ταυτιζόταν με τη δύναμη, η τεμπελιά εξευτελιζόταν σαν μια νοσηρή αδυναμία. Βάσει μιας διεστραμμένης λογικής, συνηθισμένης στον παλιό κόσμο, η εξάντληση από την εργασία αποτελούσε δείγμα υγείας, ενώ το ευχάριστο αραλίκι αποκάλυπτε κάποιο νοσηρό σύμπτωμα. Τόσο αφόρητο είναι το βάρος της εργασίας πάνω στη ζωή, ώστε, με εξαίρεση τη μανία για κάθε είδους δραστηριότητα, χρήσιμη ή άχρηστη, φαίνεται ότι δεν έχει απομείνει τίποτα άλλο σ’ ένα κόσμο ερειπωμένο. Η τεμπελιά είναι ένα κενό, όταν σκύβεις από πάνω του, κοιτάζεις την άβυσσο και η άβυσσος, όπως μας διαβεβαίωνε ο Νίτσε, κοιτάζει εσένα.

Αφού απέδειξε ότι δεν είχε καμία υπόσταση έξω από την εργασία, την καταπίεση, την ανατροπή, την ενοχή, την εκτόνωση, την αδυναμία που την χαρακτήριζε, το συμπέρασμα ότι δεν είχε καμία αξία, είναι μέσα στη λογική των πραγμάτων.

Απ’ αυτό το τίποτα, ο Αλμπέρ Κοσερύ δημιούργησε ένα απολαυστικό διήγημα. Το βιβλίο του, Οι Τεμπέληδες της Εύφορης Κοιλάδας, μας βάζει κρυφά στο σπίτι ενός χωριού. Οι κάτοικοι του σπιτιού συναγωνίζονται σε επινοητικότητα για να καταφέρουν να κοιμηθούν όσο το δυνατόν περισσότερο. Πρέπει να ματαιώσουν τη συνωμοσία του εξωτερικού κόσμου, να ξεγελάσουν τη διεστραμμένη έλξη που ασκεί καμιά φορά η εργασία πάνω σ’ αυτούς που είχαν την τύχη να την αγνοούν. Το λιγότερο που θα μπορούσαμε να πούμε είναι ότι η ατμόσφαιρα δεν έχει να κάνει ούτε με γαλήνη ούτε με ιλαρότητα. Μια ανησυχητική λαύρα κυριαρχεί στην αυστηρή διευθέτηση της ησυχίας. Το άγχος παραμονεύει ανάμεσα σε δυο ροχαλητά. Ίσως να πηγάζει πολύ περισσότερο από την κούραση της απραξίας παρά από μια ενδεχόμενη ανατροπή της λεπτής ισορροπίας του τίποτα.

Γιατί εδώ η τεμπελιά δεν είναι παρά η ματαιότητα ενός ύπνου χωρίς όνειρα. Είναι η εκδίκηση ενάντια στην απουσία ζωής, το κλείσιμο ενός υπαρξιακού λογαριασμού που δολοπλοκεί με το θάνατο. Διεκδικείτε το δικαίωμα του να μην είστε τίποτα σε ένα σύμπαν που σας έχει ήδη καταδικάσει στην ανυπαρξία. Αυτό είναι υπερβολικό ή όχι αρκετό.

Σίγουρα, υπάρχει κάποια ευχαρίστηση στο να μη δουλεύεις για κανένα, να μην επιθυμείς κανενός είδους πλουτισμό, να εκδηλώνεις ήσυχα την κοινωνική αχρηστία σου σε ένα κόσμο όπου μια μανιώδης δραστηριότητα, τις περισσότερες φορές, καταλήγει ακριβώς στο ίδιο αποτέλεσμα.

Ωστόσο, το ίδιο το περιεχόμενο της τεμπελιάς δεν είναι δεδομένο
Η ευθραυστότητά της την προδιαθέτει στους χειρισμούς εκείνου που θέλει να επωφεληθεί. «Υπάρχει εξίσου τεμπελιά και αδυναμία στο να επιτρέπεις να σε κυβερνούν» παρατηρούσε ο Λα Μπρυγιέρ. Οι νωθροί έχουν μια τάση να προτιμούν την αδικία από την αταξία. Οι φροντίδες που απαιτούν τα προνόμια της πνευματικής υπνηλίας και της απραξίας δεν προϋποθέτουν μιαν απόλυτη υποταγή στην τάξη των πραγμάτων; Το να εξαγοράζεις την ανάπαυση με υποταγή, είναι μια ποταπή εργασία. Υπάρχει πολύ ομορφιά στην τεμπελιά για να την βάλουμε στην υπηρεσία των πελατειακών σχέσεων.

Στο Παλέρμο, καθώς περνούσε μια διαδήλωση ενάντια στη Μαφία, ένας νεαρός φώναζε αγανακτισμένος: «Είναι τρελοί! Χωρίς τη Μαφία, ποιος θα μας βοηθήσει;» Ο ισλαμικός ολοκληρωτισμός αντιδρά με τον ίδιο τρόπο. Το να είσαι μια νύμφη υπό το βλέμμα του Αλλάχ και μέσα στη μιζέρια του κόσμου, βοηθά την εξουσία του εμπορίου.

Αν η τεμπελιά συμβιβαζόταν με την απάθεια, την υποταγή, το σκοταδισμό, δεν θα αργούσε να μπει στα προγράμματα του Κράτους που, προσβλέποντας στην κατάργηση των κοινωνικών δικαιωμάτων, ιδρύουν ιδιωτικούς φιλανθρωπικούς οργανισμούς για να τα αναπληρώσουν: ένα σύστημα επαιτείας, όπου θα εξαφανιστούν οι διεκδικήσεις οι οποίες, πράγματι, έχουν πάρει υπάκουα αυτό το δρόμο, αν κρίνουμε από τις τελευταίες δημόσιες ικεσίες πάνω στο ίδιο τροπάρι: «δώστε μας λεφτά!».

Η φθίνουσα οικονομία, έχοντας μετατραπεί σε επιχείρηση μαφιόζικου τύπου, δεν θα μπορούσε να συνυπάρξει παρά με μια τεμπελιά κενή από κάθε ανθρώπινο περιεχόμενο.

Είναι ίσως καιρός να το αντιληφθούμε, η τεμπελιά είναι το χειρότερο ή το καλύτερο των πραγμάτων, ανάλογα με το αν υπεισέρχεται σε ένα κόσμο όπου ο άνθρωπος δεν είναι τίποτα ή στην προοπτική όπου θέλει να είναι τα πάντα. Πρέπει να ομολογήσουμε πως δεν γνώρισε παρά μια ύπαρξη αλλοτριωμένη, μπασταρδεμένη, υποταγμένη σε συμφέροντα χωρίς να έχει καμία από τις επιθυμητές σχέσεις με τις ελπίδες που θα ήταν φυσικό να της προσφέρουν.

Γιατί να εκπλαγούμε, όταν συμβαίνει ακριβώς το ίδιο με το ον που αυτοαποκαλείται ανθρώπινο και το οποίο αναλώνει το πιο σημαντικό κομμάτι του χρόνου του για να αποδείξει πόσο λίγο ανθρώπινο είναι. Αυτό δεν εμποδίζει τις επιθυμίες, ούτε τη δύναμη της φαντασίας με την οποία η ιστορία καταφέρνει πολύ περισσότερα από το να αναπληρώσει τις σκληρές πραγματικότητές της: σκιαγραφεί τις αλλαγές που τόσοι κρυφοί πόθοι ζητούν από τα βάθη της ψυχής τους.

Τότε είναι που η τεμπελιά φανερώνει τον πλούτο της. Αυτή δεν δημιούργησε ένα σύμπαν, δεν επεξεργάστηκε ένα πολιτισμό; Ευτυχισμένη γη της επαγγελίας όπου, χωρίς την παραμικρή προσπάθεια, τα πιο ορεκτικά πιάτα κοσμούν τα τραπέζια, όπου τα ποτά ρέουν άφθονα σε μια απίστευτη ποικιλία, όπου, χάριν μιας φύσης εν αφθονία, οι εκστατικές στιγμές του έρωτα προσφέρονται πίσω απ’ τις λόχμες.

Ανάμεσα στους πιο ειρηνικούς λαούς της γης βασιλεύει μια γοητευτική ραθυμία. Αρκεί να απλώσεις το χέρι ή να ανοίξεις το στόμα για να ικανοποιήσεις τις απαιτήσεις της γεύσης και της απόλαυσης. Στη γη της επαγγελίας, η αφθονία είναι φυσική, η καλοσύνη έμφυτη, η αρμονία καθολική. Τίποτα, από το μύθο του Χρυσού Αιώνα μέχρι τον Φουριέ, δεν εξύμνησε καλύτερα τα όνειρα του σώματος και της γης, τις μυστικές και χαρούμενες συμφωνίες που συνέθετε μια λογική επιμελώς προφυλαγμένη από τον ορθολογισμό του εργασιακού αναβρασμού, της παραγωγικής μιζέριας και του ανταγωνιστικού φανατισμού.

Πρέπει να ανακαλέσουμε την ανάμνηση μιας αόριστης εποχής, προγενέστερης του αγροτικού πολιτισμού μας, ο οποίος γονιμοποιεί τη γη με τον ιδρώτα και το αίμα πριν τη στειρώσει για να αποκομίσει περισσότερα χρήματα; Οι αλυσίδες της εργασίας και του πολεμικού ανταγωνισμού, που δίνουν ρυθμό στο μακάβριο χορό του εμπορευματικού πολιτισμού, εξιδανίκευσαν• με ευκολία τις κοινωνίες που ξέφευγαν από τέτοια επικίνδυνα προνόμια.

Σίγουρα, αλλά η ειδυλλιακή αυτή ουτοπία ανταποκρίνεται αρκετά, αν κρίνουμε από τις μελέτες των προϊστορικών τοποθεσιών και των κοινοτήτων όπου η περισυλλογή καρπών, το ψάρεμα και το κυνήγι σαν συμπλήρωμα, ύφαιναν ανάμεσα στους άνδρες, τις γυναίκες, τα ζώα, την φυτική γονιμότητα και τη γη δεσμούς ισότιμους, ειρηνικούς και λιγότερο καταπιεστικούς σε σχέση με τον αγροτικό σφετερισμό όπου η εκμετάλλευση της φύσης επέφερε την εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο.

Ας το παραδεχθούμε, τουλάχιστον, κάθε φορά που ανακαλύπταμε τον συμπαθή άγριο, χρειαζόταν να χαμηλώσουμε τον τόνο των ύμνων κατά μία τρίτη. Σε σχέση με τις υποδειγματικές συμπεριφορές, οι «Χιβάρος» και οι «Νταγιάκι» συχνά ήταν ανώτεροι απ’ τους «Τρομπριανούς»[2].

Και όταν το μοντέλο έτερπε την καρδιά μας, τι αποκομίζαμε εκτός από λίγη ακόμα νοσταλγία; Δεν υπάρχει καμιά επιστροφή στο παρελθόν έξω από την εκνευριστική στειρότητα της νοσταλγίας.
Το όνειρο της γης της επαγγελίας δεν έχει σχέση με αυτή την οπισθοδρομική χαύνωση. Ακριβώς επειδή είναι σκανδαλωδώς εξωπραγματικό, επιθυμεί να ενταχθεί στο πεδίο του πραγματικού. Διαισθανόμαστε ότι ο φυσικός πλούτος προσφέρεται σ’ αυτόν που τον ζητά χωρίς να θέλει να τον λεηλατήσει ή να τον βιάσει. Ένας άνεμος πνέει, λες και έρχεται από τα βάθη της ιστορίας και του ατόμου, ο άνεμος της άσβεστης επιθυμίας για αρμονία με τα όντα και τα πράγματα, τόσο απλά παρών σε όλες τις εποχές.

Η εποχή που τα ζώα μιλούσαν, που τα δέντρα μοίραζαν αφειδώς σοφές συμβουλές, που ακόμα και τα αντικείμενα είχαν ζωή, αποτελεί πραγματικότητα για το παιδί. Ο τεμπέλης ανακαλύπτει τη μαγεία της, στο βάθος μιας ραθυμίας που του θυμίζει συγκεχυμένα την προγεννητική του ύπαρξη, τότε που το σύμπαν της μήτρας, η κοιλιά της μητέρας, προσέφερε αγάπη, τροφή και στοργή. «Ποιές ολέθριες συνθήκες, αναρωτιέται, μας εμποδίζουν να ξαναδώσουμε στη φύση τον προορισμό της ως μητέρα τροφοδότρια;»

Ο κερδοσκοπικός εξορθολογισμός της εργασίας, μάταια αντιμετώπισε το ερώτημα ως ανύπαρκτο και μη τεθέν. Ο τεμπέλης γνωρίζει, ότι μέσα στη χαρούμενη διάθεση που τον αποσπά από τον πολυάσχολο κόσμο των επιχειρήσεων, το όνειρό του δεν έχει απογυμνωθεί από το νόημα και τη δύναμή του.

Ανάμεσα σ’ αυτόν και τον περιβάλλοντα χώρο, η ρεμβώδης ανεμελιά αρκεί για να υφάνει τον ιστό κάποιων λεπτών σχέσεων. Αντιλαμβάνεται χίλιες παρουσίες στο χορτάρι, στα φύλλα, σε ένα σύννεφο, σ’ ένα άρωμα, σ’ ένα τοίχο, σ’ ένα έπιπλο, σε μια πέτρα. Ξαφνικά, τον καταλαμβάνει η επιθυμία να επανασυνδεθεί με τη γη μέσω των εσώτατων νευρικών ινών της ζωής.

Βρίσκεται σε ενότητα με το ζων, μέσα στη religio[3], έννοια αντίθετη με τη θρησκεία που αλυσοδένει τη γη στον ουρανό και το σώμα στις απαιτήσεις του θείου πνεύματος. Σε αντίθεση με τον μυστικιστή, που είναι εξόριστος από τις αισθήσεις του εξαιτίας της αυτοπεριφρόνησης, ο τεμπέλης αποκαθιστά την υλικότητα της ζωής -τη μόνη που υπάρχει- μέσα στο σύμπαν από το οποίο δημιουργείται: τον αέρα, τη φωτιά, το νερό, τη γη, το ορυκτό, το φυτικό, το ζωικό και το ανθρώπινο που κληρονόμησε απ’ όλα αυτά τον δημιουργικό του χαρακτήρα.

Κάτω από τη φαινομενική νωχέλεια του ονείρου ξυπνά μια συνείδηση που το καθημερινό σφυροκόπημα της εργασίας αποκλείει από την κερδοσκοπική πραγματικότητά του. Δεν έχει καθόλου να κάνει με κάποιο είδος ανιμισμού, θρησκευτική ανοησία όπου το πνεύμα επιχειρεί να οικειοποιηθεί τα γήινα στοιχεία λες και δεν είναι αυτάρκη. Απορρέει απλώς από την ενέργεια τη οποία επανοικειοποιείται το σώμα που αναπαύεται.

Για να προσεγγίσει η τεμπελιά τον ιδιαίτερο χαρακτήρα της, δεν αρκεί να αρνείται την πανταχού παρούσα επιθυμία για εργασία, χρειάζεται να υπάρχει καθ’ εαυτή και δι’ εαυτή. Πρέπει το σώμα, του οποίου αποτελεί ένα απ’ τα προνόμια, να επανακατακτηθεί σαν πεδίο των επιθυμιών, με τον τρόπο που το αντιλαμβάνονται οι ερωτευμένοι τη στιγμή που κάνουν έρωτα.

Τόπος και χρόνος των επιθυμιών, να τι διεκδικεί να είναι αυτή η τεμπελιά, σύμφωνα με τις επιταγές της καρδιάς, τόσο αντίθετης με την τεμπελιά της καρδιάς, στην οποία προσπαθεί να την περιορίσει το συνηθισμένο κοινωνικό παζάρι. Η γλυκύτητα του λιβαδιού, η γαλήνη του κρεβατιού βρίθουν από ένα πλήθος επιθυμιών που αποσκοπούν στην ευτυχία και που οι καταναγκασμοί τις απωθούσαν, τις σακάτευαν, τις αποδεκάτιζαν και τις μεταμφίεζαν με θανατηφόρα νοήματα.

Η γη της επαγγελίας αποκτά ένα σκοπό στην πρόταση: όλα είναι στη διάθεση εκείνου που μαθαίνει να επιθυμεί αέναα. Το «κάνε ό,τι επιθυμείς» είναι ένα λεπτό λουλούδι που δεν ζητά παρά να μεγαλώσει και να ομορφύνει. Η βαναυσότητα των ανυπόφορων συνθηκών που ωστόσο ανεχόμαστε, μας προστάζει να το παραμελήσουμε, λες και επείγει να μην είμαστε ο εαυτός μας, να μην ανήκουμε ποτέ στον εαυτό μας.

Η τεμπελιά είναι απόλαυση του εαυτού μας ή δεν είναι τίποτα
Μην ελπίζετε να σας παραχωρηθεί από τα αφεντικά σας ή από τους θεούς τους. Την προσεγγίζουμε, όπως το παιδί, μέσω μιας φυσικής τάσης να αναζητούμε την απόλαυση και να παρακάμπτουμε ό,τι της εναντιώνεται. Πρόκειται για κάτι απλό που η ώριμη ηλικία διαπρέπει στο να το περιπλέκει. Να τελειώνουμε λοιπόν με τη σύγχυση που ταυτίζει την τεμπελιά του σώματος με την πνευματική μαλάκυνση που ονομάζεται νωθρότητα του πνεύματος -λες και το πνεύμα δεν είναι η αλλοτριωμένη μορφή της συνείδησης του σώματος.

Η κατανόηση του εαυτού μας που απαιτεί η τεμπελιά, δεν είναι άλλη από την κατανόηση των επιθυμιών τις οποίες έχει ανάγκη ο μικρόκοσμος του σώματος για να απελευθερωθεί από την εργασία που το εμποδίζει εδώ και αιώνες. Γιατί, μέσα στο πλήθος των ευχών και των επιθυμιών που κατακλύζουν τον τεμπέλη, ο οποίος αποφάσισε επιτέλους να μην ανήκει παρά στον εαυτό του, δεν μπορεί να παρεισφρήσει τίποτα! Τόση είναι η δύναμη των επιθυμιών όταν ξαναβρεθούν, για να το πούμε έτσι, σε μια ελεύθερη κατάσταση, ώστε κυριεύονται από την αυταπάτη ότι μπορούν ν’ αλλάξουν τον κόσμο προς όφελός τους και άμεσα. Η παλιά μαγεία στοιχειώνει, πολύ περισσότερο απ’ όσο νομίζουμε, τις πτυχές της συνείδησης.

«Υπάρχει η μακραίωνη πίστη», γράφει ο Κάμπελ Μπόνερ, «ότι ένα άτομο, που έχει διδαχθεί τη διαδικασία προσέγγισης, μπορεί να θέσει σε κίνηση μυστηριώδεις δυνάμεις, ικανές να επηρεάσουν τη θέληση κάποιου άλλου και να υποτάξουν τα συναισθήματά του στις επιθυμίες του τελετουργού. Αυτές οι δυνάμεις μπορούν να ενεργοποιηθούν με λόγια, συγκεκριμένα τελετουργικά και αντικείμενα που διαθέτουν κάποια θεωρούμενη μαγική δύναμη». Και ο Γιάκομπ Μπέμε[4], παρατηρεί ακόμα πιο εύστοχα: «Η μαγεία είναι η μητέρα του όντος, όλων των όντων, αφού δημιουργείται από μόνη της και ενυπάρχει στην επιθυμία. Η πραγματική μαγεία δεν είναι ένα ον, είναι η επιθυμία, το πνεύμα του όντος». (Erklarung von seeks Punkteri).

Ο 18ος αιώνας διατήρησε κάποια ίχνη αυτής της «τεμπελιάς που κινεί ανεμόμυλους», την οποία αναφέρει ο Ζωρζ Σεχαντέ. Μια αίρεση υποστηρίζει πράγματι: «Δεν πρέπει να δουλεύουμε ποτέ με τα χέρια, αλλά να προσευχόμαστε συνεχώς και, αν οι άνθρωποι προσεύχονται μ’ αυτό τον τρόπο, η γη θα αποδώσει χωρίς καλλιέργεια, πολύ περισσότερους καρπούς απ’ ό,τι αν είχε καλλιεργηθεί». (Το αναφέρει ο Η. Grundmann στο Religiose Bewegungen in Mittelalter, εκδ. Hildesheim, 1961).

Για το ότι το εγχείρημα αυτό δεν άφησε στην ιστορία κάποια απτή απόδειξη της αποτελεσματικότητάς του, ευθύνεται πολύ λιγότερο η αναρμοδιότητα του Θεού προς τον οποίο απευθύνονταν οι προσευχές ή ίσως και κάποιος λανθασμένος τρόπος προσέγγισης απ’ ότι η ίδια η προσφυγή στην προσευχή, αφού το να εξαρτάσαι από κάποιον άλλο για να επιτύχεις την τόσο διακαώς επιθυμητή ανεξαρτησία, έρχεται σε αντίθεση με την ίδια την θέλησή σου και εκπληρώνει λίγες από τις επιθυμίες σου.

Το σύμπαν των επιθυμιών είναι γεμάτο από παγίδες αυτού του είδους. Υπεισέρχονται πολλοί καταναγκασμοί, απαγορεύσεις, απωθήσεις, αυτοματισμοί έτσι ώστε να απαιτείται όσο το δυνατόν μεγαλύτερη εγρήγορση. Γνωρίζουμε τον ινδιάνικο διδακτικό μύθο. Ένας άνθρωπος είχε ξαπλώσει στη σκιά ενός δέντρου φημισμένου για τη μαγική του δύναμη. Καθώς το έδαφος του φάνηκε κάπως σκληρό, ευχήθηκε να ξαπλώσει πιο αναπαυτικά, και ξαφνικά εμφανίστηκε ένα πολυτελές κρεβάτι.

Στη συνέχεια του ήρθε η επιθυμία ενός πλούσιου γεύματος και τότε εμφανίστηκε ένα τραπέζι, στολισμένο με τα πιο διαλεκτά πιάτα. «Η ευτυχία μου θα ολοκληρωνόταν, σκέφτηκε, αν είχα στο πλάι μου μια κοπέλα χαριτωμένη και έτοιμη να ικανοποιήσει τις επιθυμίες μου». Η κοπέλα εμφανίστηκε αμέσως και ανταποκρίθηκε στον έρωτά του. Καθώς όμως δεν ήταν συνηθισμένος σε μια τόσο μεγάλη ευτυχία, δεν μπόρεσε να αποφύγει έναν αδικαιολόγητο φόβο. Φοβούμενος ότι θα χάσει μέσα σε μια στιγμή μια τόσο τέλεια τύχη, φαντάστηκε ότι μια τίγρη όρμησε από το δάσος. Η τίγρη εμφανίστηκε και του έσπασε το σβέρκο.

Μια επιθυμία μπορεί να κρύβει μιαν άλλη, ακριβώς αντίθετη.
Στην τεμπελιά μένει να μάθει ότι δεν πρέπει να φοβάται τίποτα και, κυρίως, την ίδια.
Χρειάζονται μεγάλες προσπάθειες για να είναι κανείς ανεπιφύλακτα ο εαυτός του.

Δεν είναι ότι απαιτούνται ιδιαίτεροι χειρισμοί, όμως και τα πιο απλά πράγματα δεν φανερώνονται εύκολα στα ταραγμένα μυαλά. Η παιδικότητα της τέχνης δεν κατακτιέται παρά μέσω της τέχνης του να ξαναγίνεις παιδί. Ο εκφυλισμός έχει κάνει μεγάλες προόδους, δήλωνε ένας τεμπέλης, απολαμβάνοντας το τραγούδι του Μπρυάν «Le lezard» και τον αθάνατο στίχο του «Δεν μπορώ να εργαστώ, ποτέ δεν έμαθα». Προσέχετε: μας έχουν τόσο καλά προδιαθέσει να εργαστούμε, ώστε το να μην κάνεις τίποτα απαιτεί σήμερα κάποια εκπαίδευση.

Τη στιγμή της αυξανόμενης ανεργίας, το να διδάσκεις την τεμπελιά θα ήταν γοητευτικό, αν δεν εναπόκειτο στον καθένα να καλλιεργήσει, χωρίς τη βοήθεια των άλλων, μια τόσο λεπτή, ξεχωριστή και προσωπική επιστήμη. Κανείς δεν μπορεί να διασφαλίσει την ευτυχία του (και ακόμα ευκολότερα την κακοτυχία του) παρά μόνον ο ίδιος. Ισχύει για τις επιθυμίες ό,τι ισχύει και για την materia prima[5] από την οποία ο αλχημιστής προσπαθεί να εξάγει τη φιλοσοφική λίθο. Αποτελούν μια αξία αυθύπαρκτη και δεν μπορούμε να εξάγουμε απ’ αυτές παρά μόνον εκείνο που βρίσκεται μέσα τους. Αντιθέτως, το σημαντικό είναι η εκλέπτυνση.

Η τεμπελιά στην ακατέργαστη μορφή της είναι σαν ένα καρύδι που το τρώμε χωρίς να βγάλουμε το τσόφλι. Την επιθυμούμε αμόλυντη από τις συνηθισμένες διαστροφές της εργασίας, την ενοχή, την εκτόνωση και τη δουλικότητα, για να τη γευθούμε σε όλο της το μεγαλείο. Να την επαναφέρουμε στη φυσική της κίνηση που θα την κάνει αυτό που είναι πραγματικά, δηλαδή, μια στιγμή της απόλαυσης του εαυτού και, εν ολίγοις, μια δημιουργία.

Ο εθισμός στις ανέσεις που προσφέρει η εργασία, περισσότερο σκιασμένες παρά υπογραμμισμένες από το εφήμερο και που γρήγορα μας τις κλέβουν, μας έχει στερήσει από την εμπειρία της προσπάθειας και της εκλέπτυνσης. Οι απολαύσεις, σε ό,τι αυθεντικό διαθέτουν, δεν είναι ούτε καρπός ενός καπρίτσιου της τύχης ή του Θεού, ούτε η ανταμοιβή μιας εξουθενωτικής εργασίας. Προσφέρονται ανάλογα με το πώς τις παίρνουμε. Η χαρά με την οποία μας γεμίζουν είναι η χαρά με την οποία τις προσεγγίζουμε.

Ίσως εκεί να βρίσκεται το Μεγάλο Έργο το οποίο αναζητούσε καθημερινά με πάθος και υπομονή ο αλχημιστής: η επιμονή της επιθυμίας να αποτινάζει ό,τι τη διαφθείρει, να εκλεπτύνεται ασταμάτητα μέχρι να πετύχει αυτή τη χάρη που μετατρέπει σε χρυσό τον μόλυβδο της μιζέριας, του θανάτου και της πλήξης. Όταν η τεμπελιά δεν θα τρέφει παρά την επιθυμία να ικανοποιεί τον εαυτό της, θα περάσουμε σε έναν πολιτισμό όπου ο άνθρωπος δεν θα είναι το προϊόν μιας εργασίας που παράγει το απάνθρωπο.
--------------------
[1] Le sous-prefet aux champs: διήγημα του A. Daudet (1840-1897), από το βιβλίο του Les lettres de mon moulin, εμπνευσμένο από τη ζωή στη γενέτειρά του.
[2] Οι Χιβάρος και οι Νταγιάκι ήταν άγριες φυλές του Περού και του Βόρνεο αντίστοιχα. Οι Χιβάρος παρέμειναν ανεξάρτητοι για αιώνες. Αντιστάθηκαν στις επιθέσεις των Ίνκας αλλά και στον εκχριστιανισμό τους από τους Ισπανούς μισθοφόρους κατά τον 16ο αιώνα. Ικανότατοι πολεμιστές αλλά και γεωργοί. Οι Νταγιάια ήταν κυνηγοί κεφαλών. Έφτιαχναν όπλα και ρούχα. Οι Τρομπριανοί ήταν φιλειρηνικοί κάτοικοι των νησιών Τρόμπριαν της Μελανησίας (με τη ζωή των τελευταίων έχουν ασχοληθεί ο Μαλινόφσκι, ο Μως και Βίλχελμ Ράιχ, υπό το πρίσμα της αντίστοιχης ειδικότητάς τους).
[3] Με την έννοια της ευλαβούς παρατήρησης, από το λατινικό religio απ’ όπου προήλθε η αγγλική και γαλλική λέξη religion (θρησκεία).
[4] Boehme JaKob (1575-1624): Γερμανός θεοσοφιστής και μυστικιστής, μελετητής της Βίβλου Kat του Παράκελσου.
[5] Πρώτη Ύλη ή Αρχέγονη Ουσία των αλχημιστών.

Ο Άρχοντας των Δαχτυλιδιών του ηλιακού μας συστήματος, ο Κρόνος, επιβεβαιώνει τον… μύθο του

Όπως φαίνεται, ο Άρχοντας των Δαχτυλιδιών του ηλιακού μας συστήματος, ο Κρόνος, επιβεβαιώνει τον… μύθο του.

Όπως ο Κρόνος έτρωγε τα παιδιά του έτσι και ο πλανήτης που φέρει το όνομά του φαίνεται ότι «τρώει» έναν από τους δορυφόρους του.

Νέες παρατηρήσεις δείχνουν ότι ο Κρόνος ρουφάει την ύλη που εκτοξεύουν στο Διάστημα οι δεκάδες πίδακες του Εγκέλαδου, του μικρού παγωμένου δορυφόρου του.

Μέλη της αποστολής του διαστημικού σκάφους Cassini που από το 2004 εξερευνά το σύστημα του Κρόνου σε συνεργασία με επιστήμονες αμερικανικών πανεπιστημίων διαπίστωσαν ότι τα γιγάντια δαχτυλίδια του Κρόνου τραβούν πάνω τους την ύλη που εκτοξεύουν τα γκέιζερ του Εγκέλαδου.

Το Cassini κατέγραψε μια σειρά εικόνων στις οποίες εντοπίστηκε το εντυπωσιακό φαινόμενο.
Σχετική εικόνα
Αριστερά, εικόνα που κατέγραψε το Cassini στην οποία φαίνεται ότι ύλη που εκτοξεύουν οι πίδακες του Εγκέλαδου κατευθύνεται προς τον Κρόνο. Δεξιά, εικόνα από τις προσομοιώσεις του φαινομένου στις οποίες αποτυπώθηκε με ακρίβεια η κίνηση της ύλης από τον Εγκέλαδο προς τον Κρόνο

Οι πίδακες και ο ωκεανός
Το Cassini ανακάλυψε πριν από λίγα χρόνια ότι από το νότιο ημισφαίριο του δορυφόρου πίδακες υλικού ξεπηδούσαν με ορμή στο Διάστημα. Εκτοτε το Cassini συνέχισε να κάνει τακτικές επισκέψεις στον Εγκέλαδο αποκαλύπτοντας την παρουσία γκέιζερ που λειτουργούν με τρόπο παρόμοιο με τα γκέιζερ της Γης.

Οι επιστήμονες της αποστολής του Cassini συγκέντρωσαν και ανέλυσαν όλα τα δεδομένα που έχει συλλέξει όλα αυτά τα χρόνια από τον Εγκέλαδο το Cassini. Εντόπισαν την ύπαρξη 101 γκέιζερ στο νότιο ημισφαίριο του δορυφόρου τα οποία και χαρτογράφησαν.

Η ανακάλυψη των γκέιζερ ήταν πολύ σημαντική αφού εκτός των άλλων ενίσχυσε τα μέγιστα τις υποψίες που είχαν πολλοί επιστήμονες ότι βαθιά στο υπέδαφος του Εγκέλαδου υπάρχει νερό σε υγρή μορφή και πιθανώς να υπάρχει μια μεγάλη υπόγεια θάλασσα. Το νερό, όπως φαίνεται, έχει βρει κάποιον τρόπο να ανεβαίνει στην επιφάνεια και να εκτοξεύεται στο Διάστημα μέσα από τα γκέιζερ.

Η παρουσία του νερού σε υγρή μορφή στον Εγκέλαδο έχει εξάψει το ενδιαφέρον των επιστημόνων για την πιθανότητα ύπαρξης ζωής εκεί. Για αυτό και έχει προταθεί η οργάνωση μιας αποστολής στον Εγκέλαδο με στόχο την αναζήτηση ζωής.

Βακτήρια ανθεκτικά στα αντιβιοτικά: Το βίντεο που δείχνει τη μετάλλαξη των βακτηρίων και προβληματίζει την ιατρική κοινότητα

Αποτέλεσμα εικόναςΕρευνητές πραγματοποίησαν ένα πείραμα στο οποίο μαγνητοσκόπησαν την ανάπτυξη και μετάλλαξη βακτηρίων που μέσα σε λίγες εβδομάδες έγιναν χίλιες φορές πιο ανθεκτικά σε αντιβιοτικά φάρμακα.

Στο βίντεο φαίνονται τα βακτήρια με λευκό χρώμα (μέσα σε ένα μεγάλο αποστειρωμένο πεδίο) μέσα σε ένα μαύρο υπόβαθρο με κάποιες κάθετες λωρίδες από αντιβιοτικά. Αυτές οι κάθετες λωρίδες είναι διαδοχικά υψηλότερες δόσεις του αντιβιοτικού.

Τα βακτήρια φαίνεται ότι ανακόπτουν για λίγο την ανάπτυξή τους, όταν φτάνουν στην πρώτη λωρίδα αντιβιοτικού, δημιουργώντας “ευδιάκριτα σύνορα” μεταξύ του λευκού (των βακτηρίων) και του μαύρου (του αποστειρωμένου πεδίου αντιβιοτικών). Στη συνέχεια, όμως, αρχίζουν να ξεπερνούν το πρώτο εμπόδιο και να εισχωρούν βαθύτερα. Αρχίζουν να εμφανίζονται περισσότερες λευκές κουκκίδες που αναπτύσσονται ξεχωριστά και, σταδιακά, τα βακτήρια καταλαμβάνουν ολόκληρο το μαύρο πεδίο, ακόμα και στην λωρίδα με την πιο ισχυρή δόση αντιβιοτικών.

Με λίγα λόγια, αυτή είναι η πρώτη φορά στην ιστορία, που καταγράφεται σε βίντεο η ικανότητα των βακτηρίων να εξελίσσονται. Μετά από σχεδόν δύο εβδομάδες σε πραγματικό χρόνο, τα βακτήρια είχαν ξεπεράσει την αντίσταση του αντιβιοτικού, το οποίο είχε σχεδιαστεί ως 1.000 φορές πιο ισχυρό από την πρώτη λωρίδα. Αυτό σημαίνει ότι μέσα σε δύο εβδομάδες τα βακτήρια έγιναν 1.000 φορές πιο ανθεκτικά στο αντιβιοτικό!

Είναι γνωστό στην παγκόσμια ιατρική κοινότητα ότι τα βακτήρια γίνονται ολοένα και πιο ανθεκτικά στα αντιβιοτικά και πλέον έχουμε την καταγραφή των πρώτων “σούπερ-βακτηρίων”. Αυτό το φαινόμενο έχει προκληθεί από την υπερβολική και αδιάκριτη χρήση των αντιβιοτικών από πλευράς των ανθρώπων. Κάθε χρόνο, μόνο στις ΗΠΑ, 23.000 άνθρωποι πεθαίνουν ως αποτέλεσμα των λοιμώξεων από σούπερ-βακτήρια. Αλλά μέχρι και πριν από αυτό το πείραμα, οι επιστήμονες δεν είχαν ποτέ στο παρελθόν δει με τα μάτια τους το πώς εξελίσσεται ένα βακτήριο ώστε να γίνει τόσο πιο ανθεκτικό.



Για τους περισσότερους ανθρώπους, η εξέλιξη είναι απλά εννοιολογική, λέει η δρ Tami Lieberman, εξελικτική μικροβιολόγος στο διαβόητο πανεπιστήμιο MIT. Η ίδια και ο δρ Roy Kishony από την Ιατρική Σχολή του πανεπιστημίου του Χάρβαρντ, πραγματοποίησαν το εν λόγω πείραμα με στόχο “να δουν με τα μάτια τους την εξέλιξη των βακτηρίων”.

Το είδος βακτηρίων που χρησιμοποίησαν ήταν το γνωστό E. Coli. Βάσει αρχικού σχεδιασμού του πειράματος, βάζοντας το βακτήριο να αναπτυχθεί σε λωρίδες με ολοένα και πιο ισχυρό αντιβιοτικό, οι ερευνητές θα μπορούσαν να δείξουν την μετάλλαξη του βακτηρίου κατά μήκος του πεδίου. Αλλά, τελικά, είδαν μια άλλη επίδραση, που δεν την περίμεναν: Τα πιο ανθεκτικά βακτήρια εμπόδιζαν την ανάπτυξη των πιο αδύναμων βακτηρίων, με αποτέλεσμα στο σύνολό της η αποικία να γίνεται ολοένα και πιο ανθεκτική στα αντιβιοτικά!

Δε μένουμε όπου δε μας θέλουν

Δεν υπάρχει νομίζω άνθρωπος που να μη θέλει να ζει και να χαίρεται μέσα σε καλές σχέσεις.

Σχέσεις οικογενειακές, φιλίες, ερωτικούς δεσμούς, συνεργασίες, συνοδοιπορίες και όλων των ειδών τα πάρε δώσε. Δεν αρκεί όμως να οδηγείς εσύ προσεχτικά και σωστά το αμάξι σου για να φτάσεις στον προορισμό σου, πρέπει να μη σου έρθει ο άλλος κόντρα καταπάνω σου από την απέναντι λωρίδα του δρόμου.
 
Κάποιοι στο πίσω μέρος του κεφαλιού σκέφτονται: Καλύτερα χωρίς σχέση παρά με κακή σχέση. Και άλλοι σκέφτονται: Καλύτερα σε κακή σχέση παρά χωρίς σχέση…
 
Υπάρχει όμως μια ακλόνητη, ισχυρή αντίσταση της ψυχοπνευματικής ισορροπίας σε ό,τι αποφασίζουμε για τη ζωή μας: η μοναξιά αρνείται σθεναρά να γιατρευτεί μέσα σε κακές σχέσεις. Αντιθέτως αυξάνεται, αρρωσταίνει χειρότερα. Επιπλέον σβήνει η ελπίδα τού «ίσως αύριο»… Είσαι εγκλωβισμένος και αισθάνεσαι παράλυτος.
 
Σχέση δίχως επικοινωνία είναι η πιο σκληρή φυλακή. Οδηγεί και σε κάτι παραπέρα, άσχημο, στενάχωρο και αγχογόνο: Σε υποβιβάζει στα ίδια τα μάτια σου, λιγοστεύει και εξαφανίζει με τον καιρό την αυτοεκτίμηση. Δίχως αυτοεκτίμηση, δεν έχεις αυτοπεποίθηση, και δίχως αυτοπεποίθηση καταντάς όλο και περισσότερο σκλάβος. Οι άλλοι, χρησιμοποιούν τους σκλάβους τους, βολεύονται ευχαρίστως, αλλά δεν τους σέβονται, δεν τους εκτιμούν, οι βολικοί δούλοι τούς εκνευρίζουν.
 
Τα παιδιά μας, ζώντας και μεγαλώνοντας μέσα σε τέτοια ασθενική, νοσηρή, δήθεν υπερευαίσθητη ατμόσφαιρα, μας θυμώνουν που δεν τους χαρίζουμε σθένος και τονωτικό παράδειγμα. Η δεδομένη ανασφάλεια τέτοιων γονεϊκών συμπεριφορών τούς μεταγγίζει ανασφάλεια για τις δικές τους περιπέτειες στο μέλλον. Τα παιδιά ζητούν από τους γονείς τους να τα στηρίζουν και να τα ξεφοβίζουν, να τα εμπνέουν στο σημαντικό. Να καλλιεργούν όραμα που κάνει τη ζωή και τον αγώνα να αξίζει, να ενθουσιάζει.

Για τούτο και τα μικρά παιδιά εξελίσσονται σε έφηβους τόσο αυστηρούς με τους γονείς τους, σκληρούς, επικριτικούς, απόλυτους και οργισμένους.

Κακά τα ψέματα! Οι αγάπες αξιώνουν θαυμασμό. Και όταν λέμε θαυμασμό, δεν εννοούμε κοινωνικές επιτυχίες ή καθαυτό πλούτη, αλλά το δέος που μας προξενούν οι ελεύθερες ψυχές, οι τονωτικές, οι έντιμες.
 
Ο έντιμος ούτε εξαγοράζει ούτε εξαγοράζεται, δεν κολακεύεται ούτε κολακεύει. Έχει λεβεντιά. Είναι ευαίσθητος απέναντι στο ερώτημα: «Με θέλουν εδώ ή δε με θέλουν;»
 
Κανείς να μη μένει εκεί όπου δεν τον θέλουν. Είναι μεγάλο ρεζιλίκι να κάνεις ότι δεν το καταλαβαίνεις, να λες πως ψιχαλίζει όταν σε φτύνουν. Ούτε σε έρωτες, ούτε σε γάμους, ούτε καν κοντά στα παιδιά του δεν επιτρέπεται να μένει κανείς όταν δεν είναι ευπρόσδεκτος. Μόνο αν φύγει θα έχει ελπίδα να τον ξαναπροσεγγίσουν, να τον καλέσουν να επιστρέψει, αν θέλει βέβαια ως τότε πάλι κι ο ίδιος.

Οι αποστάσεις σώζουν την υγεία και τη σχέση, επανεξετάζεις καταστάσεις και μετανοείς, διορθώνεσαι και ξεσκαρτάρεις. Με τέτοια εσωτερική έμπρακτη εργασία απομένει ατόφιο το αληθινό και πετιέται στα σκουπίδια το ψεύτικο. Αν μια σχέση είναι ψεύτικη, ας πεταχτεί, είναι λύτρωση! Αν είναι αληθινή, θα μάθει να διαχειρίζεται υγιώς την κατάστασή της. Ο καθαρός αέρας της απόστασης είναι διαυγής, αναζωογονητικός και διαφωτιστικός. Είναι ανοησία να φοβόμαστε να ξεκολλήσουμε από όποιον λέμε πως αγαπάμε. Τον πρώτο καιρό που αποχωριζόμαστε μια κίβδηλη σχέση ή μια κίβδηλη συμπεριφορά, ο εθισμός της ανάγκης μάς κάνει να υποφέρουμε, θέλουν χρόνο όλων των ειδών και ποιοτήτων οι αποτοξινώσεις. Έπειτα όμως από ένα διάστημα, μόνο μια αλήθεια από εκείνη την κατάσταση επιζεί, οι ψευδοανάγκες και τα ψευδοαισθήματα εξανεμίζονται. Συχνά τότε αναρωτιέσαι: Μα γιατί άργησα τόσο να λυτρωθώ; Γιατί φοβόμουν να απομακρυνθώ από τη σκλαβιά μου; Όταν δε φαίνεσαι σε βλέπουν καλύτερα, και όταν σιωπάς ακούγεσαι.
 
Η απόσταση που απαιτείται να πάρεις δε σημαίνει απουσία αγάπης, ούτε διακοπή σχέσης, αντιθέτως. Όσοι όντως αγαπούν είναι πολύ ευαίσθητοι στο να μη φορτώνονται, να μην πιέζουν, να μην ενοχλούν τους αγαπημένους. Η ανθρωπιά σου και η ποιότητά σου εξαρτώνται εν πολλοίς από το τι κάνεις με τη μοναξιά σου. Πώς τη ζεις, πώς τη διαχειρίζεσαι. Όταν δηλαδή χρειαστεί να την ακολουθήσεις, όταν, μένοντας μόνος, διασώζεις τον αυτοσεβασμό σου.
 
Η σχέση σου με τη μοναξιά καθορίζει την ποιότητα των σχέσεων με τους άλλους. Εννοούμε με άλλους με τους οποίους δε «σκοτώνεις την ώρα σου», αλλά «ζεις την ώρα σου». Δεν περνάς τον καιρό σου, αλλά τον γεμίζεις.
 
Η ώρα μου! Ο καιρός μου! Τι ωραίες λέξεις, τι νόημα!
 
Τελικά κακώς ονομάζουμε μοναξιά τη μοναξιά. Έτσι όπως το λέμε, η μοναξιά μοιάζει με εσωτερική ερήμωση, με την ανυδρία τού έσω μη κόσμου, με το κενό. Με το αδειανό μη σύμπαν και την άπνοια της πλήξης και της ανίας. Δεν είναι όμως! Είναι απαραίτητο να διαχωρίζουμε μοναξιά από ερήμωση.
 
Η πρώτη είναι η αναγκαία προϋπόθεση κάθε αυτογνωσίας, κάθε γνώσης, κάθε ανεξαρτησίας, κάθε ωρίμανσης, και εξέλιξης, και ενδυνάμωσης, κάθε κοινωνίας. Μοναξιά είναι το σημείο συνάντησης με τον χαρακτήρα μας και με το θείο. Ο τόπος του ραντεβού μας. Όλοι αξίζουμε τη μοναξιά, αξίζει να μένουν και μόνοι, διότι εκεί πιέζει και παίρνει φόρα η φτέρνα του δρομέα. Μόνοι λοιπόν, για ένα διάστημα, κάποιες ώρες της μέρας, αναγκαστικά της νύχτας, κάποιες μεγάλες εποχές της ζωής, κάποιες ζωές. Εκεί εκκολάπτεται η μάθηση, η αφομοίωση, ο απολογισμός και ο σχεδιασμός, η ενίσχυση.

Τι πιο μεθυστικό από την πιθανότητα;

Η ψυχή μου έχει χάσει το πάθος της πιθανότητας. Αν ευχόμουν για κάτι, δεν θα ευχόμουν για πλούτη και εξουσία, αλλά για το ζωηρό εκείνο βλέμμα που διακρίνει παντού την πιθανότητα. Η απόλαυση απογοητεύει, η πιθανότητα ποτέ. Τι πιο δροσερό, πιο ευωδιαστό, πιο μεθυστικό από την πιθανότητα;». Το απόσπασμα του Σέρεν Κίρκεγκορ από το βιβλίο «Το κεντρί της ύπαρξης: επιλογή από το έργο του» (εκδ. Κέδρος) αλίευσα από το, απολαυστικό αναγνωστικά, πρόγραμμα της παράστασης «Αγριόπαπια» του Ιψεν.

Αυτή η περίπλοκη και αινιγματική σπουδή της ανθρώπινης κατάστασης, σκηνοθετημένη με ακρίβεια, τόλμη, μεστή ανανεωτική ματιά και εις βάθος προσέγγιση του κειμένου, ανοίγει μια βεντάλια πιθανοτήτων που συγγενεύουν εξίσου με τη ζωή και τον θάνατο. Ο,τι επιλέγουν οι βασανισμένοι από τις «επιταγές του ιδεώδους» ήρωες δεν είναι δωρεάν. Πάσχουν και πασχίζουν να απαλλαγούν από πάθη και εμμονές (κυρίως το δεύτερο), υποφέρουν χωρίς να θριαμβεύουν, υπομένουν χωρίς να μπορούν να μετατρέψουν την απελπισία σε ωφέλεια. Οι πρωταγωνιστές της «Αγριόπαπιας», όπως διαπιστώνουμε σιγά σιγά, έχουν χάσει «το πάθος της πιθανότητας». Καθηλωμένοι σε ένα βάλτο περιστάσεων, αφήνονται στη δύναμη της περιδίνησης.

Σκέφτηκα, να αντιγράψω μια σκέψη του Κίρκεγκορ. Τη διάβασα αρκετές φορές πριν αποφασίσω αν θα τη συστήσω ως αισιόδοξη ή απαισιόδοξη πρόταση ή πρόβλεψη. Εξαρτάται μάλλον από τον τρόπο που αντιμετωπίζει κανείς τους ανθρώπους, τους θεσμούς, τη δυνατότητα επιλογών, από το αν μάχεται τον δογματισμό και την αυθεντία, από το σύστημα προσέγγισης και κατανόησης της πραγματικότητας στο οποίο προσχωρεί. Από τον τρόπο που αντιλαμβάνεται έννοιες όπως «δοκιμασία» και «ελπίδα». Παρούσες και επικαιροποιημένες, διαρκώς.

Παραθέτω το απόσπασμα:

«Οι άνθρωποι παραπονιούνται ότι η ζωή είναι άχαρη και θλιβερή – όμως στην παραπάνω φράση πιστεύω πως υπάρχει αιώνια χαρά! Παραπονιούνται πως η ζωή είναι μονότονη και άνοστη – όμως σε μια τέτοια σκέψη υπάρχει αιώνια ένταση! Οταν υποφέρεις, προσπάθησε να ακούσεις! Λένε ότι ο κόσμος, το περιβάλλον, οι συναναστροφές εμποδίζουν κάποιον στο δρόμο προς την ευτυχία. Στην ουσία ο ίδιος ο άνθρωπος εμποδίζει το δρόμο. Είναι τόσο προσκολλημένος σε όλα αυτά, που δεν μπορεί να αποσπάσει τον εαυτό του για να ανανεωθεί και να αντλήσει ελπίδα. Είναι διαρκώς στραμμένος προς τα έξω αντί να είναι στραμμένος προς τα μέσα. Διατηρεί επικοινωνία με τον εχθρό μέσα από… την ελπίδα της ανωριμότητας.

«Η δοκιμασία στερεί αυτή την ελπίδα. Η δοκιμασία σού στερεί αυτά που θες να ξαναζήσεις, ακόμη κι αν η διβουλία δεν σε έχει εγκαταλείψει. Κι εσύ πρέπει να ελπίζεις πως, αν δεν τα καταφέρεις με την πρώτη, έχεις κι άλλες ευκαιρίες να επανορθώσεις για τις τόσες σου αποτυχίες… Ομως η δοκιμασία βαστά ακόμα, γιατί σκοπός της είναι να επαναφέρει την ελπίδα. Οχι να σου τη δώσει, αλλά να την επαναφέρει. Κάθε άνθρωπος έχει μέσα του κρυμμένη την ελπίδα του αιώνιου. Η δοκιμασία είναι αυτή που την επαναφέρει… Διδάσκει την αφύπνιση…».

Ο 21ος αιώνας δεν έχει σχέση με τον 19ο που έζησαν ο Κίρκεγκορ και ο Ιψεν. Ομως τα ανθρώπινα πάθη διασχίζουν μεταλλασσόμενα, ή και όχι, τον χρόνο. Οπως και η μελαγχολία ή η απαντοχή. Το πώς εγγράφονται και πώς αποκρυπτογραφούνται τα συναισθήματα εμπίπτει, εν πολλοίς, στη δικαιοδοσία της τέχνης.

 Ο επίλογος της «Aγριόπαπιας» γέρνει τη ζυγαριά στο τραγικό, κόβοντας απότομα το νήμα της ζωής και της ελπίδας. Αλλά το τέλος είναι ορατό, η αλληλουχία των πράξεων προετοιμάζει για το φινάλε.

Θα είχαμε κι άλλα να πούμε, για τα ζωτικά ψεύδη, τη μεσαία τάξη, τη διαδικασία της εξαπάτησης του εαυτού και των άλλων… Για την ανθρώπινη ευπιστία, την επιθυμία για «τύφλωση», την ανάγκη για μύθους. Για όσους εκμεταλλεύονται ταχυδακτυλουργικά τις αδυναμίες και τα πάθη, την άγνοια και τον παραλογισμό.

Το βασικότερο, μοιάζει να λέει –και– ο Ιψεν στην «Αγριόπαπια», είναι η σχέση με τον εαυτό. Κι αυτή είναι, ίσως, μια από τις μεγαλύτερες και πιο οδυνηρές δοκιμασίες.

Θρησκεία - Αθεΐα - Αγνωστικισμός – Αθρησκεία - Μυθικισμός

Θα προσπαθήσουμε εδώ να δούμε κάποιες ορολογίες, να ξεκαθαρίσουμε την σημασία τους και την εξέλιξή τους, όπως και την μεταξύ τους σχέση.

Θρησκεία
Η θρησκεία είναι ένα ανθρώπινο φαινόμενο όπως έχει δείξει η ανθρωπολογία και από τότε που έχουμε τις πρώτες καταγραφές και αρχαιολογικά ευρήματα, οι πρόγονοί μας απέδιδαν όλες τις καταστροφές και τα φυσικά φαινόμενα στην οργή των θεών ή ακόμα και στο πνεύμα των προγόνων. Οι θεοί ή και τα πνεύματα ήταν κάποια υπερφυσικά όντα που για τους παλαιούς ανθρώπους, αντιπροσώπευαν ή έλεγχαν τις δυνάμεις της φύσης και που οι άνθρωποι όφειλαν να τους εξευμενίσουν για να είναι ο βίος τους καλύτερος.

Αυτή είναι και η φύση και ουσία του πολυθεϊσμού. Όχι μόνο η κάθε άγνωστη ή γνωστή δύναμη ήταν και ένας νέος θεός, αλλά και κάθε στοιχείο της φύσης, κάθε ποτάμι, πηγή και δένδρο ακόμα, ήταν στοιχείο αυτού του πανθέου. Όλη η φύση εθεωρείτο ένθεη και φυσικά οι θεοί δεν είχαν σχέση με την προέλευσή της, για την οποία θεωρούσαν ότι είναι αιώνια, ή ότι η δημιουργία της ήταν μια ενέργεια μεγαλύτερη και δυνατότερη από τους θεούς. Επίσης χαρακτηριστικό της αρχαίας θρησκείας είναι ότι οι θεοί δεν ήταν αναρχικοί ή άναρχοι, αλλά υπόκεινταν σε νόμους και ισορροπίες και το κυριότερο στον νόμο της Ανάγκης. Είναι προφανές πλέον ότι η θρησκεία είναι ένα ξεκάθαρο ανθρώπινο δημιούργημα που καλύπτει συγκεκριμένες ανάγκες και δεν προέρχεται από καμία εξωανθρώπινη αιτία.

Πολυθεϊσμός
Φυσικά υπήρχαν κάποιοι θεοί που ήταν σπουδαιότεροι από τους άλλους, πιο δημοφιλείς θα λέγαμε, όπως έχουμε το ελληνικό Δωδεκάθεο. Σε άλλες ανατολικές χώρες, οι δημοφιλείς θεοί ήταν μάλλον λιγότεροι και από εκεί θα δούμε ότι από αυτούς ξεχώρισε και ο μονοθεϊσμός.

Εδώ πρέπει να κάνουμε έναν σαφή διαχωρισμό του πολυθεϊσμού της περιοχής του Αιγαίου και της ευρύτερης περιοχής της Μεσογείου κυρίως στις βόρειες της ακτές, από τον πολυθεϊσμό των μεγάλων χωρών της Ανατολής, δηλαδή της Αιγύπτου, της Ασσυρίας, Βαβυλώνας, Περσίας και Ινδίας.

Ο αιγιακός πολυθεϊσμός της πόλης-κράτους είχε 12-13 σπουδαιότερους σημαντικούς θεούς, που ο κάθε ένας με διάφορα επιπλέον επίθετα, αντιπροσώπευε διαφορετικές δυνάμεις ή αξίες, όπως ο “Ξένιος Ζευς” για παράδειγμα, την αξία της φιλοξενίας. Υπήρχε ισότιμη εκπροσώπηση ανδρικών και γυναικείων θεών. Με εξαίρεση τα δύο πανελλήνια ιερά των Δελφών και της Δωδώνης, δεν υπήρχε θεσμοθετημένο ιερατείο και οι ιερείς ήταν κληρωτοί από τους πολίτες, με μοναδικό σκοπό την επίβλεψη των ιεροπραξιών. Δεν υπήρχε καν θέμα πίστης, το μόνο που χαρακτήριζε την θρησκεία αυτή ήταν η λατρεία, δηλαδή οι ιεροπραξίες και οι θυσίες, σαν ανταπόδοση για τα καλά των θεών. Ναι μεν θεωρούσαν την ψυχή αθάνατη, αλλά δεν υπήρχε καμία πίστη στην μεταθανάτια τιμωρία ή αναγέννηση. Μόνο οι ελάχιστοι ήρωες ξεχώριζαν και έμπαιναν και αυτοί δίπλα στο πάνθεον των θεών, στα “Ηλύσια Πεδία” και η κάθε πόλη είχε και τον δικό της ήρωα που απολάμβανε τιμές θεού. Ο πρώτος που μίλησε για μετεμψύχωση και έφερε ανατολίτικες δοξασίες ήταν ο Πλάτωνας. Δεν νομίζω να σας διαφεύγει η σύμπτωση του αιγιακού αυτού πολυθεϊσμού με την γέννηση και κυριαρχία της δημοκρατίας.

Αντίθετα ο ανατολίτικος μοναρχικός πολυθεϊσμός είχε δυνατό ιερατείο που ήταν συνήθως γύρω από τον μονάρχη, υπήρχε όμως και έντονη η δοξασία της μετεμψύχωσης, δηλαδή ενός αέναου κύκλου της ψυχής από σώμα σε σώμα, που έκανε τους ανθρώπους πιο αισιόδοξους, ώστε να αντέχουν την καταπίεση των μοναρχικών καθεστώτων. Οι κύριοι θεοί του ήταν σαφώς λιγότεροι, συνήθως ήταν δύο ή τρεις που είχαν ξεχωρίσει και που αντιστοιχούσαν στο καλό – κακό ή και μια συνήθως γυναικεία οντότητα όπως το δίδυμο Γιαχβέ – Ασσερά στους αρχαίους Ισραηλίτες.

Φυσικά ο αρχαίος αιγιακός πολυθεϊσμός είναι αυτός που έβγαλε από τα σπλάχνα του τον ελληνικό πολιτισμό. Δηλαδή τους ανθρώπους εκείνους που δημιούργησαν και εγκαθίδρυσαν την βάση όλου του σύγχρονου δυτικού πολιτισμού, όπως η Ιστορία-Λογοτεχνία-Ποίηση–Θέατρο, ο Αθλητισμός, η Τέχνη, η Φιλοσοφία, η Δημοκρατία, η Επιστήμη και ό,τι άλλο λέμε σήμερα πολιτισμό.

Το σημαντικότερο είναι ότι από αυτόν τον αιγιακό πολυθεϊσμό βγήκε και η αμφισβήτηση στην ύπαρξη των θεών ή αμφισβήτηση στις ιδιότητες και ικανότητες που τους είχαν φορτώσει οι άνθρωποι. Αυτό αναφέρθηκε και ως αθεΐα αν και σήμερα λέγεται και αγνωστικισμός. Δηλαδή η συνειδητοποίηση ότι η ιδέα περί θεών δεν είναι τίποτα άλλο παρά η προβολή της ανάγκης του ανθρώπου να ελέγξει τον φόβο του, να εξορκίσει το άγνωστο, και να θέσει κανόνες ηθικούς που ως θεόσταλτοι θα ήταν αποδεκτοί από όλους και που αρκετοί φιλόσοφοι σημείωσαν. Έκαναν επίσης οι τότε διανοητές του πολυθεϊσμού του Αιγαίου, και αυτή την δόμηση της ηθικής και της γνώσης πάνω στην λογική και όχι στην θεϊκή επήρεια των Μουσών.

Μονοθεϊσμός
Ο μονοθεϊσμός είναι ξεκάθαρα παιδί του πολυθεϊσμού. Οι μονοθεϊστές πίστευαν μέχρι πρότινος και αρκετοί ανιστόρητοι το πιστεύουν ακόμα, αφού έτσι τους λένε τα ιερατεία, ότι ο μονοθεϊσμός ήταν η πρώτη θρησκεία, πιστεύοντας κατά λέξη αυτά που λέει το βιβλίο της Γέννεσης στην Τορά, ή την Πεντάτευχο των χριστιανών.

Τα ίχνη του μονοθεϊσμού βρίσκονται στην Αίγυπτο κατά την βραχύβια περίοδο του Ακενατόν (Αμενόφις Δ’ 1351-1334 π.κ.ε.) με την εξύψωση του θεού Ατόν και εκμηδένιση των υπολοίπων, αλλά καλύτερη εικόνα έχουμε από το αρχαίο Ισραήλ που γύρω στο 700-600 π.κ.ε ξεχώρισε η λατρεία του Γιαχβέ από τους υπόλοιπους θεούς, ειδικά την σύντροφο του άλλου θεού Ελ, την Ασερά. Η λατρεία της δημοφιλούς μέχρι τότε Ασερά, απαγορεύτηκε και τα εδώλια της καταστράφηκαν, ενώ η έννοια του Ελ που λατρευόταν στο Ισραήλ ενσωματώθηκε με αυτή του Γιαχβέ που λατρευόταν στο βασίλειο του Ιούδα (το νότιο Ισραήλ) και μετά την καταστροφή του Ισραήλ αποσιωπήθηκε. Τα δύο ονόματα αυτά, στην μετάφραση των Εβδομήκοντα της Παλαιάς Διαθήκης συναιρούνται στην λέξη “Κύριος”, ενώ η Ασερά αναφέρεται σαν “άλσος”.

Η βασική διάκριση του μονοθεϊσμού όπως εξελίχθηκε από τον πολυθεϊσμό είναι μία, ότι ο θεός αυτός για να ξεχωρίσει, πρέπει να αναβαθμιστεί σε ικανότητες και είναι πλέον μια άναρχη (αναρχική) προσωπικότητα, που δεν υπόκειται σε κανέναν περιορισμό, εν ολίγοις κάνει ό,τι θέλει, αλλά το σημαντικότερο είναι ο ίδιος ο κατασκευαστής του ανθρώπου και του κόσμου ολόκληρου, που μάλιστα τον έφτιαξε ειδικά για τον άνθρωπο από αγάπη. Επίσης, επεμβαίνει ως παντοδύναμος που θεωρείται, όταν η πίστη κάποιου είναι δυνατή και μπορεί να κάνει και θαύματα.

Φυσικά ο Γιαχβέ ήταν μια καθαρά εθνική θεότητα και η εθνικιστική επιλογή των Εβραίων και φυσικά είχε αγαπημένο λαό τους Ιουδαίους, δηλαδή το νότιο Ισραήλ, που ήθελε διακαώς να καπελώσει και το βόρειο Ισραήλ πολιτικά και ο Γιαχβέ ήταν το όργανο που θα τους βοηθούσε. Μετά την καταστροφή της Ιερουσαλήμ το 587 π.κ.ε από τους Βαβυλώνιους, η θρησκεία και ο ναός του Γιαχβέ, έγινε το κύριο θρησκευτικό τους κέντρο και εγγύηση της εθνικής τους ταυτότητας, όπου και να ήταν διεσπαρμένοι.

Με την κυριαρχία των Περσών επανήλθε και η λατρεία του, αλλά με τους Ρωμαίους οι Εβραίοι παρά την θρησκευτική ελευθερία, αισθάνθηκαν ότι ο πλουραλισμός και η πολιτιστική υπεροχή των Ρωμαίων (αυτό που λέμε σήμερα ελληνορωμαϊκός πολιτισμός) θα τους κατέστρεφε πολιτισμικά-θρησκευτικά και έτσι γεννήθηκε το μεσσιανικό κίνημα. Περίμεναν διακαώς έναν μεσσία απεσταλμένο του Γιαχβέ που θα τους ελευθερώσει από τους Ρωμαίους “ειδωλολάτρες” και θα τους κάνει πάλι να κυριαρχήσουν, όπως νόμιζαν ότι κυριαρχούσαν κάποτε. Ένα από τα μεσσιανικά κινήματα που κατάφερε να επιβιώσει από τις καταστροφές που τους έφερε η δοξασία αυτή, ήταν ο Χριστιανισμός.

Ο Χριστιανισμός, που εμφανίστηκε τον 2ο αιώνα, ήταν η συνισταμένη και πειστικότερη μεσσιανική δοξασία, που προσπάθησε να εκλογικεύσει την ήττα, μιλώντας για μια άλλη ζωή, μεταθέτοντας την βασιλεία του Ισραήλ στην μεταθανάτια ουράνια βασιλεία και φέρνοντας έναν επιπλέον θεό, τον φερόμενο ως γιο του Γιαχβέ, καλούμενο Ιησού, που φέρεται να έζησε και να δίδαξε στην Γαλιλαία μέχρι το 30 κ.ε. Λόγω της αποδοχής που βρήκε στα χαμηλότερα και στα γυναικεία στρώματα του ανατολίτικου πληθυσμού της αυτοκρατορίας, η ιδέα της αγάπης, (δες εδώ) (και εδώ), που ήταν το κυρίαρχό του σύνθημα, όπως και η θρυλούμενη ισότητα (μετά θάνατον), κατάφερε να επηρεάσει και την Ρώμη. Ο φονταμενταλισμός του να κάνει απροκάλυπτο προσηλυτισμό, να προκαλεί τους εθνικούς, να καταστρέφει ναούς και αγάλματα και να δημιουργεί συνέχεια νέους ήρωες, τον έκανε γνωστό και υπολογίσιμη δύναμη, μέχρι ο αυτοκράτορας Κωνσταντίνος να τον χρησιμοποιήσει για πολιτικούς λόγους επικράτησης κατά των εχθρών του, και αργότερα ομογενοποίησης του κράτους. Από εκεί και πέρα κατάφερε γρήγορα να επεκταθεί και να γίνει η επίσημη θρησκεία και από τον 5ο αιώνα και μετά να επιβάλει νόμους ώστε να είναι και η μοναδική. Κάθε άλλη θρησκεία, ακόμα και ο Ιουδαϊσμός τέθηκε εκτός νόμου και κυνηγήθηκαν με το καλό ή με το άγριο, όπου δεν καταλάβαιναν αλλιώς.

Ένα από τα προβλήματα της νέας θρησκείας ήταν ότι δεν υπήρχε συγκεκριμένη μέθοδος για το τι είναι το αυθεντικά σωστό και τι το μη σωστό, το αιρετικό δηλαδή. Από τον 2ο αιώνα που εμφανίστηκε μέχρι τον 4ο αιώνα, υπήρχαν εκατοντάδες διαφορετικές εκφράσεις και κείμενα, τα Ευαγγέλια, που το κάθε ένα έβλεπε και τον Ιησού διαφορετικά. Για άλλους τους πλέον παλαιούς, ήταν ένα πνεύμα, για άλλους ήταν άνθρωπος, για άλλους θεός, για άλλους ήταν γιος του Γιαχβέ, για άλλους ένας απλός προφήτης. Το ίδιο και για την διδασκαλία του.

Ξεκίνησε λοιπόν μια διαδικασία για να ξεκαθαρίσει το τοπίο και να καθοριστούν τα όρια του νέου δόγματος. Η διαδικασία αυτή δεν ήταν απλή και κράτησε μερικούς αιώνες. Χύθηκαν τόνοι από μελάνι αλλά και αίμα στις αναμεταξύ τους συγκρούσεις για να επικρατήσει μια γνώμη με την μεγαλύτερη αποδοχή. Στην ουσία επικρατούσε η γνώμη που αποδεχόταν ο εκάστοτε αυτοκράτορας που και αυτή δεν ήταν απόλυτη. Το τελικό αποτέλεσμα είναι η δημιουργία ενός νέου θεού που λέγεται Αγία Τριάδα και που περιλαμβάνει σε μια περίεργη και παράλογη σχέση και τον Γιαχβέ και τον Ιησού και το πνεύμα του Γιαχβέ με την ονομασία “Άγιο Πνεύμα”, και καθορίστηκαν μόνο τέσσερα από τα δεκάδες Ευαγγέλια ως αληθινά, καθώς και κάποιες Επιστολές, οτιδήποτε δε άλλο θεωρήθηκε κίβδηλο και έγινε προσπάθεια καταστροφής τους. Φυσικά το αποτέλεσμα δεν ευχαρίστησε πολλούς άλλους που ξαφνικά βρέθηκαν στο καθεστώς του αιρετικού, με τραγικές συνέπειες τόσο για αυτούς όσο και για το βυζαντινό κράτος.

Δεν θα ασχοληθούμε περαιτέρω με την εξέλιξη του Χριστιανισμού, με την δημιουργία του Καθολικισμού, του Μουσουλμανισμού και των άλλων ομολογιών ή αιρέσεων εδώ, γιατί απλά θέλουμε να ξεκαθαρίσουμε τους ορισμούς και όχι την ιστορία τους.

Άρνηση της θρησκείας
Με την εμφάνιση του μονοθεϊσμού και ο όρος “άθεος” άλλαξε ερμηνεία. Για τους χριστιανούς, το “άθεος” χρησιμοποιήθηκε και χρησιμοποιείται ακόμα, για όποιον δεν δέχεται τον συγκεκριμένο θεό τους, δηλαδή την Αγία Τριάδα και όπως ακριβώς την φαντάζονται εκείνοι. Έτσι άθεος κατηγορείται συχνά από την εποχή του Βυζαντίου όχι μόνο ο αρχαιολάτρης ή αλλόθρησκος, αλλά και ο Εβραίος και ο αιρετικός. Χαρακτηριστικό είναι, ότι αλληλοκατηγορούνται ως άθεοι οι ορθόδοξοι με τους καθολικούς και ακόμα οι παλαιοημερολογίτες τους νεοημερολογίτες κ.λπ.

Είναι προφανές, ότι με την κυριαρχία του Χριστιανισμού και τον Μεσαίωνα που επικράτησε τόσο στην Δύση όσο και στην Ανατολή, το να εκφράσει κανείς την αμφιβολία του για την αλήθεια της συγκεκριμένης θρησκείας, εκτός από τον χαρακτηρισμό “άθεος” που εθεωρείτο η μέγιστη βλασφημία, κινδύνευε να χάσει και την περιουσία του και την ζωή του, στην καλύτερη περίπτωση τον κοινωνικό του περίγυρο, δηλαδή αποβαλλόταν από την κοινωνία.

Η νομοθεσία ήταν αυστηρότατη και κανείς δεν μπορούσε να παίξει με αυτά τα πράγματα. Ο θρησκευτικός φασισμός ήταν στο μέγιστο. Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν υπήρξαν κάποια λίγα πνεύματα που με τις πράξεις τους έκαναν αυτή την αμφισβήτηση, και φυσικά την πλήρωσαν με την ζωή τους. Χαρακτηριστική περίπτωση ο Ιωάννης ο Ιταλός, ο Ύπατος των φιλοσόφων, που η αγάπη του για την φιλοσοφία και τον Πλάτωνα πάνω από την θρησκεία, έκανε τους ορθόδοξους να τον μισήσουν και να τον εξαφανίσουν. Εδώ, θα μου πείτε, ότι ακόμα και τις ελαφρώς διαφορετικές εκφάνσεις του ίδιου θρησκεύματος κυνηγούσαν με σκαιότητα, όπως το κάψιμο στον Ιππόδρομο, ζωντανού του Ιωάννη του Βογομίλου και το κυνηγητό των οπαδών του, ή η σφαγή και το κυνηγητό των παυλικιανών, οι συνεχείς διαμάχες με τους μονοφυσίτες που κόστισαν την Ανατολή στην αυτοκρατορία κ.λπ. Έτσι, ξεκάθαροι αρνητές της θρησκείας εμφανίστηκαν μετά την Αναγέννηση και κυρίως μετά τον Διαφωτισμό, φυσικά στην Δύση για λόγους που έχουμε εξηγήσει αλλού.

Δεν θα ασχοληθούμε με το κυνηγητό που είχαν να αντιμετωπίσουν και το πόσο σπουδαίοι ήταν αυτοί οι άνθρωποι, που αρκετοί από αυτούς δεν δείλιασαν ούτε για τα βασανιστήρια ούτε για την απειλή της ζωής τους στο να απαρνηθούν την σκέψη τους. Το θέμα είναι ότι εμφανίστηκε σταδιακά ένα μικρό ρεύμα αμφισβήτησης, που φυσικά ο Χριστιανισμός το αναφέρει σαν “αθεΐα”, αλλά είδαμε ότι ο ορισμός αυτός χωλαίνει.

Η αμφισβήτηση αρχικά είχε να κάνει με την ορθότητα όλων αυτών που μετέφερε ο Χριστιανισμός, αποδεχόμενος τότε την απόλυτη ορθότητα της Αγίας Γραφής, που η Επιστήμη η οποία άρχισε πάλι να εμφανίζεται δειλά δειλά, τα αναιρούσε. Από τα μέσα ως τα τέλη του 20ου αιώνα, εμφανίζονται σταδιακά όλο και περισσότεροι ερευνητές που διαπιστώνουν ότι η ιστορία δεν είναι ακριβώς όπως μας έχει εντυπωθεί. Ο Χριστιανισμός δεν επικράτησε με αγάπη αλλά με δόλο και βία, η ιστορικότητα του Ιησού δεν φαίνεται πουθενά, πολλά κείμενα έχουν υποστεί επεμβάσεις για να δείχνουν κάτι άλλο, και όλη η μη αρεστή γραμματεία για το κάθε δόγμα καιγόταν και καταστρεφόταν. Στην ουσία η αλήθεια του Χριστιανισμού δεν είχε σχέση με την Αλήθεια.

Μια καθοριστικής σημασίας ανακάλυψη ήταν η έρευνα της Αρχαιολογίας που απέδειξε ότι τα μεγάλα κτίρια και κατασκευές που είχαν αποδοθεί στον βασιλιά Σολομώντα, είναι μεταγενέστερα και ότι η βιβλική ιστορία δεν συμβαδίζει με την ιστορία της περιοχής και την εμφάνιση των πρώτων Εβραίων στην περιοχή. Τα γεγονότα των Πατριαρχών, της Εξόδου κ.λπ., ήταν μυθικά και ο μονοθεϊσμός ξεπήδησε από τον πολυθεϊσμό της Χαναάν, ο δε βασιλιάς Δαυίδ, αν υπήρξε, ήταν το πολύ ένας ξακουστός λήσταρχος των λόφων. Διαβάστε και εδώ.

Για την Ιστορία είπαμε, όλο και περισσότερο ξεκαθαρίζει ότι η επικράτηση του Χριστιανισμού δεν έγινε με αγάπη ή με πειθώ όπως ακριβώς έλεγε μέχρι τώρα, συσκοτίζοντας τα κίνητρα, τις αιτίες και τις πράξεις για αυτό. Διαβάστε και εδώ.

Η Βιολογία και η Βιοχημεία, μας έδειξαν ότι το τελειότερο προήλθε σταδιακά από το ατελέστερο και ο άνθρωπος προήλθε από την Εξέλιξη άλλων οργανισμών. Η ιστορία του Αδάμ είναι ένα παραμυθάκι και δεν υπήρξε ποτέ ο πρώτος άνθρωπος -και φυσικά δεν υπάρχει κατασκευαστής του ανθρώπου. Έδειξε επίσης ότι όλα τα έμβια έχουν κοινή προέλευση από ανόργανη ύλη. Διαβάστε και εδώ.

Η Κοσμολογία απέδειξε ότι η Γη είναι σχεδόν σφαίρα και κινείται γύρω από τον Ήλιο με βάση τις ιδιότητες της βαρύτητας και όχι με την βοήθεια αγγέλων, το Σύμπαν είναι ασύλληπτα τεράστιο, τόσο μεγάλο που το να θεωρεί κάποιος ότι φτιάχθηκε ειδικά για κάποια όντα στην Γη, εμάς δηλαδή, εκτός από υπερφίαλο μυαλό δείχνει ανεδαφικότητα. Μάλιστα και εδώ όπως στην Βιολογία, η Κοσμολογία μας έδειξε ότι το πολύπλοκο προήλθε από το ατελέστερο, όλα τα στοιχεία δηλαδή προήλθαν σταδιακά από τα απλούστερα, δηλαδή το υδρογόνο. Το σημαντικότερο η εξέλιξη της επιστήμης δεν βρήκε πουθενά τα ίχνη ή τις ενδείξεις ή την ανάγκη κάποιου νου ή κατασκευαστή.

Η Ψυχολογία, η Ψυχανάλυση και η Ιατρική, έδειξαν ότι όλα τα ψυχικά φαινόμενα που αποδίδονταν σε θεϊκή ή δαιμονική παρέμβαση, οφείλονται στην φυσιολογία και κληρονομικότητα του ανθρώπου και επίσης σε επηρεασμούς από το περιβάλλον. (Διαβάστε και εδώ) Οι δοκιμές εργαστηρίου, έδειξαν την παρουσία “αγγέλων” κατά βούληση σε ανθρώπους κάτω από έντονο στρες, σχετικοποιώντας την σημασία του βιώματος των θρησκειών. Διαβάστε και εδώ.

Κατά την γέννηση του ανθρώπου, δεν γεννάει ο θεός μια ψυχή όπως πίστευαν οι χριστιανοί, εκτός αν στην εξωσωματική οι γιατροί τον βιάζουν για να την δημιουργήσει. Όμως η Κβαντική Θεωρία Πεδίου έχει βάσιμες αμφιβολίες ότι υπάρχει η θρησκευτικής έννοιας ψυχή (διαβάστε εδώ). Η “ψυχή” των θρησκειών δεν έχει βρεθεί πουθενά και όλο και περισσότερο ξεκαθαρίζει ότι δεν υπάρχει κάτι που να διαχωρίζεται από το σώμα μετά τον θάνατο, κάνοντας την μετά θάνατον ζωή μύθο.

O Χριστιανισμός προσπαθεί όλα αυτά να τα ξεπεράσει. Γίνονται προσπάθειες ώστε ότι λέει η Γραφή να μην λαμβάνονται κυριολεκτικά, όπως γινόταν μέχρι πριν λίγα ακόμα χρόνια, αλλά συμβολικά και να γίνονται συνέχεια ερμηνείες. Επίσης αποφεύγουν όλο και περισσότερο να χρησιμοποιούν αυτούσια την Γραφή εκτός από τα γνωστά τσιτάτα της Αγάπης, για να αποφύγουν τις αντιφάσεις της. Όλο και περισσότερο μιλάνε και σχολιάζουν κάποια από αυτά που είπαν οι Πατέρες της Εκκλησίας και ο θεός τους σταδιακά χάνει την ιστορικότητά του, γίνεται όλο και ποιο απρόσωπος και όλο και ποιο θεωρητικός. Σε κάποια χρόνια ο Χριστιανισμός τουλάχιστον στον πολιτισμένο κόσμο, δεν θα έχει καμία σχέση με τον Χριστιανισμό της Αναγέννησης ή του Βυζαντίου, θα μοιάζει όλο και περισσότερο με τον θεό του Ευφυούς Σχεδιασμού, τα υπόλοιπα θα υποκρύπτονται νομίζοντας ότι θα ξεχαστούν.

Φυσικά όλα αυτά δεν είναι εύκολα, υπάρχουν οι φανατικοί που δεν δέχονται καμία παρέκκλιση από αυτό που θεωρούν σωστό, και κάθε αλλαγή πραγματική η σιωπηρή, στην ουσία δημιουργεί μια νέα αίρεση ή ομολογία, όπως ακριβώς έγινε και με την εν μέρει υποχώρηση της Εκκλησίας στο ημερολόγιο, που γέννησε τους παλαιοημερολογίτες. Έτσι πάντα γίνεται ένας πόλεμος χαρακωμάτων και όπου μπορεί να επέμβει και να καθυστερήσει την εκλαΐκευση της επιστήμης και της κατανόησης της από τον μεγάλο και αμαθή λαό το κάνει. Για την Ελλάδα που έχει λόγο στην εκπαίδευση (εδώ μέχρι και τον Υπουργό Παιδείας αλλάζει αν δεν τον γουστάρει) καταλαβαίνουμε ότι τα πράγματα είναι ακόμα ποιο εύκολα για αυτούς.

Ο σκεπτικισμός, η αμφιβολία και η άρνηση των ιδεοληψιών λοιπόν της θρησκείας, σήμερα που έχουμε αυτή την γνώση, μεγαλώνει σταδιακά με αργό ρυθμό και θα τον βρείτε σήμερα με πολλά ονόματα:

Αθεΐα, είναι η κατηγορηματική άρνηση των ιδεοληψιών αυτών.

Αγνωστικισμός, είναι άρνηση των ιδεοληψιών αυτών όχι όμως κατηγορηματικά, αλλά ελλείψει πειστηρίων. Αφήνουν δηλαδή ένα στοιχειώδες παραθυράκι για να μην τους πουν “κολλημένους” ή “απόλυτους”.

Από ό,τι καταλαβαίνετε οι δύο αυτές κατηγορίες είναι πολύ κοντά και μάλλον έχει να κάνει με την αποφυγή της “πολιτικώς λάθος” μέχρι πρότινος λέξης “άθεος”, όσο και της φορτισμένης σημασίας της, που ανά θρήσκευμα μεταβάλλεται και ανά κοινωνία δημιουργεί κακές εντυπώσεις. Ο αγνωστικιστής είναι σίγουρος 99% ότι δεν ισχύουν οι ιδεοληψίες των θεϊστών, ο άθεος 100%.

Έτσι, υπάρχει άλλη μια κατηγορία που ξεπερνάει την μεγάλη αυτή διαφορά των ποσοστών που λέγεται άθρησκος.

Άθρησκος, είναι αυτός που καμία θρησκεία δεν τον έπεισε για την ορθότητά της, που νομίζω είναι και η καλύτερη για το σήμερα ορολογία κι ας δούμε γιατί:

Ά-θεος σημαίνει αρνητής του θεού, μόνο που ο θεός δεν είναι μια κοινά αποδεκτή ορολογία για τον σύγχρονο ή και τον παλαιό άνθρωπο. Ακόμα και οι θρήσκοι είναι άθεοι σε όλες τις άλλες θρησκείες, άλλα ήδη είδαμε ότι το "άθεος" ανά θρησκεία έχει πολύ μεγάλη γκάμα ερμηνειών. Αντίθετα η θρησκεία είναι σαφώς ορισμένη και αποδεκτή σαν ορολογία σε όλο τον πλανήτη, άρα και το άθρησκος είναι σαφώς μια ικανοποιητική και σωστή ορολογία, κατανοητή μονοσήμαντα από όλους.

Μυθικισμός
Ένα σχετικά νέο ρεύμα ως προς την ονοματολογία, αλλά δεν σημαίνει ότι σαν ιδέα δεν υπήρχε παλαιότερα.

Η βασική του θέση είναι ότι οι θρησκείες δημιουργήθηκαν μέσα από μύθους και με την συγκριτική μέθοδο βλέπουν τα κοινά σημεία που έχει κάθε θρησκεία, όπως η γέννηση θεού από παρθένο, αστρονομικά σημάδια που σηματοδοτούν γεγονότα, η έννοια γιος–προφήτης-απεσταλμένος θεού, η σχέση τους με τις τροπές του Ηλίου, τα οράματα κ.λπ. κ.λπ.

Να σημειωθεί, ότι ο μυθικισμός δεν αναιρεί άμεσα την διδασκαλία τους, απλά τις συγκρίνει και θεωρεί ότι καλύπτουν τις ίδιες ανάγκες. Ένας αγνωστικιστής, ένας άθεος ή και ένας άθρησκος επίσης μπορούν να είναι μυθικιστές. Θεωρητικά όμως ένας μυθικιστής μπορεί άνετα να είναι θεϊστής και πιστεύω ότι σύντομα θα το δούμε και αυτό. Για σκεφθείτε, ήδη υπάρχουν χριστιανοί που θεωρούν το προπατορικό αμάρτημα μύθο, αλλά έναν σημαντικό μύθο για αυτούς. Το ίδιο κάποια στιγμή θα γίνει με την ανάσταση του Ιησού που άλλωστε έχουν άμεση συνάφεια, και τέλος και με την ύπαρξή του, οι ίδιοι όμως θα συνεχίζουν να αυτο-θεωρούνται χριστιανοί αφού ο μύθος αυτός θα τους συναρπάζει και θα τον θεωρούν σημαντικό για αυτούς.

Στην ουσία υπάρχουν πολλοί μυθικισμοί, δηλαδή το τι είναι μυθικό ας πούμε στο θέμα του Ιησού, η ίδια η εμφάνισή του ή μόνο η δράση του, ή η ύπαρξη πολλών “μεσσιών” από τους οποίους προήλθε ο μύθος;

Ο μυθικισμός δεν έχει ακόμα μεγάλο ρεύμα σε αντίθεση με τις κατηγορίες των αρνητών της ιδεοληψίας των θρησκειών.

Ο ένας λόγος είναι ότι η αθεΐα ή ο αγνωστικισμός ανθεί στις πρακτικές επιστήμες ειδικά στις ΗΠΑ, όχι όμως στις ανθρωπιστικές.

Στον τομέα των ανθρωπιστικών σπουδών κυριαρχούν σε μεγάλο βαθμό θεϊστές και επίσης η Εκκλησία έχει μεγάλη επιρροή κυρίως λόγω των θεολογικών σπουδών και όσοι δεν είναι μέσα στο ρεύμα δεν θέλουν να ξεχωρίζουν. Ειδικά στην Ελλάδα που το φαινόμενο είναι πιο έντονο, γνωρίζω πολύ καλά ότι αρκετοί καθηγητές μετράνε πολύ τα λόγια τους και τα κείμενά τους σε μια πολιτικώς ορθή άποψη, για να μην δημιουργήσουν προβλήματα στον εαυτό τους. Έτσι το να πάρει κάποιος θέση ότι όλη αυτή η ιστορία που πιστεύει ένα μεγάλο ποσοστό της κοινωνίας, είναι μύθος, είναι αποθαρρυντικό προς το παρόν.

Το άλλο όμως θέμα είναι η γενική παρερμηνεία της λέξης “μύθος” που στην καθομιλουμένη είναι παραμύθι, αλλά στην αρχαία και στην ουσία της, ο μύθος δεν αποκλείει μια σχετική προϋπάρχουσα ιστορικότητα.

Να δώσω ένα παράδειγμα: Ο Ακριτικός Κύκλος είναι ένα μυθικό προϊόν, που ήρωας ήταν ο Διγενής Ακρίτας. Κανείς δεν αμφιβάλλει ότι μπορεί και να υπήρξε όντως ιστορικά κάποιος ακρίτας που να λεγόταν Διγενής και κάποιο κατόρθωμά του να έγινε πηγή έμπνευσης για την δημιουργία του Ακριτικού Κύκλου. Αλλά τίποτα από αυτά τα θαυμαστά που αναφέρουν τα ποιήματα αυτά δεν μπορεί να έκανε ο πιθανός αυτός ακρίτας. Το θέμα είναι ότι δεν υπάρχουν φανατικοί “διγενιστές” για να σκανδαλιστούν από αυτή την μυθικότητα του ήρωά τους. Για τους χριστιανούς όμως κάτι τέτοιο κτυπάει άσχημα, θα τον κατηγορήσουν ως “άθεο”, και άλλες εποχές θα τον έκαιγαν στην πυρά. Φυσικά δεν είναι απαραίτητο να είναι όπως είπαμε άθεος, και φυσικά ένας πανεπιστημιακός ειδικά στην Ελλάδα, αποφεύγει εύσχημα τις κακοτοπιές.

Για την αποφυγή λοιπόν τέτοιων παρερμηνειών ειδικά σε θέματα που υπάρχουν πολλοί ευσεβείς φανατικοί, προσέχουν τα λόγια τους και μόνο από λεπτομέρειες καταλαβαίνει κανείς τι θέλει να πει ο κάθε καθηγητής.

Το θέμα είναι ότι το ποσοστό θεϊστών ή μη θεϊστών ανά χώρα, εξαρτάται από παράγοντες όπως η οικονομική άνεση, οι ελευθερίες του τύπου και της έκφρασης, η καλύτερη δημοκρατία, η ελεύθερη οικονομία και φυσικά η επιστήμη και η παιδεία. Όσο περισσότεροι περιορισμοί υπάρχουν στους τομείς αυτούς, τόσο και το ποσοστό θεϊστών είναι μεγαλύτερο. Άρα η μάχη γίνεται κατά πόσον θα εκσυγχρονιστεί πραγματικά η κοινωνία μας, ή αν θα παραμείνει στην συντήρηση και τον βυζαντινισμό ή τέλος αν θα οπισθοχωρήσει σε ένα νέο Μεσαίωνα.

Ο Σωκράτης και η έννοια της σωφροσύνης

Η λέξη σωφροσύνη έχει σχεδόν εξαφανιστεί από το σημερινό λεξιλόγιο, αλλά στην αρχαία Ελλάδα θεωρούνταν μια από τις σπουδαιότερες αρετές που μπορούσε κάποιος να αποκτήσει. Η σωφροσύνη συνδέεται με τις έννοιες σύνεση, εγκράτεια, αυτοκυριαρχία, προνοητικότητα, φρονιμάδα, αγνότητα, αποχή από ακρότητες, ταπεινότητα, με την έλλειψη εκδικητικών τάσεων, και συχνά αντιπαραβάλλεται στην έννοια «ύβρης». Οι Ρωμαίοι την αφομοίωσαν σαν «temperantia» (και καμιά φορά σαν «continentia» ή «sobrietas»). Αυτή ακριβώς η ασάφεια είναι που οδηγεί τον Σωκράτη να προσπαθήσει να την ορίσει, για να μπορέσει να την καταλάβει και έτσι ίσως να την αποκτήσει.
 
Αφορμή για τον διάλογο είναι ένα πεζό περιστατικό όπως άλλοτε στο Συμπόσιο ο λόξυγκας του Αριστοφάνη έδωσε έναυσμα στον Ερυξίμαχο να παρέμβει με το δικό του εγκώμιο στον έρωτα ή όταν τα κακότεχνα ποιήματα του Ιπποθάλη προς τον Λύσι που ενοχλούσαν τους φίλους του ξεκίνησαν μια συζήτηση περί της φιλίας. Εδώ, έναυσμα αποτελεί ο πονοκέφαλος του Χαρμίδη που ο Σωκράτης καλείται να γιατρέψει, καθώς έχει μόλις προμηθευτεί συνταγές και ξόρκια από έναν Θρακιώτη. Όμως «το σώμα δεν πρέπει να θεραπεύεται χωριστά από την ψυχή»156e, γιατί όλα ξεκινούν από αυτήν, καλά και κακά. Ο τρόπος θεραπείας της είναι «ορισμένα μαγικά ξόρκια, κι αυτά τα ξόρκια είναι οι καλοί λόγοι»157a, από τους οποίους γεννιέται η σωφροσύνη.
 
Παρεμβαίνει ο Κριτίας, λέγοντας πως ο Χαρμίδης είναι ένας σώφρον νέος, υπερέχοντας από τους υπόλοιπους νέους όχι μόνο στην ομορφιά, αλλά και στις αρετές της ψυχής. Ο Σωκράτης θεωρεί πως σε αυτήν την περίπτωση δεν θα χρειαστούν τα «ξόρκια» του, και ζητάει από τον νεαρό να του πει, αφού είναι ήδη σώφρον και θα πρέπει να ξέρει, τι είναι η σωφροσύνη και ποια τα γνωρίσματά της.
 
Ο νεαρός του απαντάει: «Σωφροσύνη σημαίνει το να ενεργεί κάποιος με κοσμιότητα και ηρεμία»159b. Η σωφροσύνη πρέπει να είναι κάτι καλό, και η ηρεμία όντως είναι χάρισμα αν αντιπαρατεθεί στην βιασύνη της επιπολαιότητας. Ίσως ο Χαρμίδης υπονοεί την επιφυλακτικότητα και την αυτοκυριαρχία ή την εγκράτεια, αλλά ακόμα κι αν αγνοήσουμε τις όποιες αμφιβολίες για τον απόλυτο χαρακτήρα του «καλού» αυτών των ιδιοτήτων, η ηρεμία υποδηλώνει βραδύτητα, και έτσι πρέπει να απορριφθεί από τον Σωκράτη. Καλό είναι αυτό που γίνεται εύκολα και γρήγορα, όχι δύσκολα και αργά. Όταν κάποιος μορφώνεται στη γραφή και στην ανάγνωση, είναι ωραιότερο να μπορεί να γράφει και να διαβάζει γρήγορα. Το ίδιο και όταν μαθαίνει κάποιο μουσικό όργανο ή μια αθλητική τέχνη˙ είναι ωραιότερο και καλύτερο να επιδίδεται στις αντίστοιχες κινήσεις γρήγορα, όχι αργά. Αλλά και η κατανόηση των διδαγμάτων ενός δασκάλου, δηλαδή η οξύνοια, είναι ένα είδος έντασης, όχι ηρεμίας. Επομένως όσον αφορά το σώμα, αλλά και την ψυχή, ωραιότερη είναι η ταχύτητα και όχι η ηρεμία. Άρα η ηρεμία δεν είναι σωφροσύνη, που σαν αρετή πρέπει να είναι ωραία και καλή. Ο ορισμός λοιπόν του Χαρμίδη, που ούτως ή άλλως θα αφορούσε ένα εξωτερικό γνώρισμα της σωφροσύνης, δεν είναι σωστός.
 
Η δεύτερη προσπάθειά του να την ορίσει αφορά το πνεύμα αυτού που την έχει: «η σωφροσύνη κάνει τον άνθρωπο να αισθάνεται και να δείχνει ντροπαλός, επομένως η σωφροσύνη είναι ένα είδος ντροπής»160e. Η ντροπή φυσικά είναι κάτι καλό όταν μετριάζει την έπαρση, αλλά όπως είπε και ο Όμηρος «δεν είναι καλό να ντρέπεται άνδρας που έχει ανάγκη»161a, ή αλλιώς, η σεμνοτυφία στον ζητιάνο δεν είναι προσόν. Εφόσον λοιπόν η ντροπή είναι άλλοτε καλή και άλλοτε κακή, και η σωφροσύνη πάντα καλή, απορρίπτεται και ο δεύτερος ορισμός.
 
Ο Χαρμίδης τώρα επικαλείται κάτι που άκουσε για τη σωφροσύνη, ότι είναι «να κάνει κάποιος ό,τι τον αφορά»161b, ή αλλιώς «να κάνει κανείς τα δικά του». Το θράσος σίγουρα είναι ελάττωμα, και το να «κοιτάζεις τη δουλειά σου» χάρισμα, όπως είναι και η διακριτικότητα. Ο ορισμός αυτός όμως είναι τόσο ασαφής που μοιάζει με αίνιγμα, καθώς είναι προφανές πως κάποιος μπορεί να κάνει κάτι καλό και ωφέλιμο με το να βοηθάει τον συνάνθρωπο ή να του προσφέρει υπηρεσίες, δηλαδή το αντίθετο του «να κάνει τα δικά του». Ο δάσκαλος που διδάσκει την γραφή, την διδάσκει σε άλλους, και ο υφαντής υφαίνει τα ρούχα άλλων. Θα ήταν παράλογο να πούμε ότι θα έπρεπε ο καθένας να παράγει μόνος του τα προϊόντα που χρειάζεται και ότι κάτι διαφορετικό θα ήταν βλαβερό για το άτομο ή την κοινωνία. Άρα δεν μπορεί να γίνει αποδεκτός ούτε αυτός ο ορισμός, ο οποίος στην πραγματικότητα προέρχεται από τον Κριτία. Αυτός είναι που παρεμβαίνει τώρα στη συζήτηση, λέγοντας ότι εννοούσε κάτι άλλο.
 
Διαχωρίζει την έννοια πράξη και έργο και επικαλείται τον Ησίοδο λέγοντας «καμιά εργασία δεν είναι ντροπή». Έργο λοιπόν για τον Κριτία, είναι κάτι που γίνεται με τρόπο ωραίο και ωφέλιμο, και πράξεις είναι οι κατασκευές των έργων αυτών. Και όταν λέει ότι πρέπει ο σώφρον να κάνει «ό,τι τον αφορά» εννοεί αυτά που του είναι οικεία. Αφού όμως μιλάμε για κάποιον σώφρονα, τα οικεία του θα είναι και καλά. Άρα θέλει να πει ότι σωφροσύνη είναι η πράξη καλών πραγμάτων. Η θεραπεία μιας ασθένειας από τον γιατρό, είναι μια πράξη του δικού του επαγγέλματος (έργου). Το έργο όμως, είπαμε ότι πρέπει να είναι ωφέλιμο. Αλλά ένας γιατρός, λέει ο Σωκράτης, δεν μπορεί να είναι σίγουρος πότε η θεραπευτική αγωγή είναι ωφέλιμη, ούτε ένας τεχνίτης αν πρόκειται να ωφεληθεί από την εργασία του. Για αυτήν την άγνοια μιλάει και στον διάλογο Λάχης, και εννοεί ότι ο γιατρός μπορεί να ξέρει ποιο φάρμακο πρέπει να δώσει για να καταπολεμήσει μια ασθένεια, αλλά δεν μπορεί να ξέρει αν η χορήγησή του θα είναι κάτι τελικά ωφέλιμο, αφού μπορεί, π.χ., να προκαλέσει πιο βλαβερά συμπτώματα από την αρρώστια, ή να παρατείνει μια αναξιοπρεπή ζωή, από την οποία θα ήταν καλύτερος ο θάνατος. Άρα λοιπόν, ο γιατρός ξέρει ποιο είναι το φάρμακο (ξέρει την επιστήμη του), αλλά δεν ξέρει αν το έργο του είναι καλό. Όσο για τους ασθενείς του (εν τέλει και για τον ίδιο), άλλοτε θα ωφελούνται από τις πράξεις του και άλλοτε όχι. Άρα μπορεί κάποιος να ενεργεί ωφέλιμα, αλλά αυτό να μην το ξέρει από πριν, ή να ενεργεί βλαβερά ενώ νόμιζε ότι έκανε κάτι ωφέλιμο. Άρα, καταλήγει ο Σωκράτης, κάποιος μπορεί να είναι σώφρον χωρίς να το γνωρίζει.
 
Ο Κριτίας δεν το αποδέχεται αυτό (το να υπάρχει σώφρον άνθρωπος που αγνοεί τον εαυτό του), και ανασκευάζει τα λεγόμενά του, δίνοντας τον τέταρτο ορισμό «εγώ ίσα ίσα αυτό υποστηρίζω πως είναι σωφροσύνη, το να γνωρίζει κάποιος τον εαυτό του»164d. Επικροτεί μάλιστα αυτόν που έγραψε την φράση «γνώθι σαυτόν» στην είσοδο του ναού των Δελφών, την οποία ταυτίζει με την αυτογνωσία και τη σωφροσύνη, κάτι που στην αρχαία Ελλάδα (σύμφωνα με τον Taylor) ήταν η κοινώς παραδεκτή άποψη. Αν σκεφτούμε ότι η αυτογνωσία έχει να κάνει με το να ξέρουμε τις δυνάμεις μας αλλά και τα όριά μας, τη θέση μας στην κοινωνία και τον ρόλο που καλούμαστε να επωμιστούμε μέσα σε αυτήν, τότε η ταύτιση της αυτογνωσίας και της σωφροσύνης ίσως δεν ακούγεται τόσο ξένη όσο στο πρώτο άκουσμα.
 
Ο Σωκράτης απαντάει ότι αν η σωφροσύνη είναι γνώση, πρέπει να έχει κάποιο αντικείμενο και αφού είναι αρετή πρέπει να έχει κάποιο όφελος, όπως η ιατρική είναι γνώση του υγιεινού και μας προσφέρει ωφέλεια, δίνοντάς μας υγεία. Η αριθμητική έχει ως αντικείμενο, π.χ., το άρτιο και το περιττό, αλλά το άρτιο και το περιττό είναι διαφορετικό από την αριθμητική. Ποιο είναι το αντικείμενο λοιπόν της σωφροσύνης που θα είναι διαφορετικό από αυτήν και ποια η προσφορά της; Ο Κριτίας αποκρίνεται ότι η σωφροσύνη διαφέρει από όλες τις άλλες μορφές γνώσης, στο ότι είναι η μόνη που αποτελεί γνώση του εαυτού της και των άλλων γνώσεων. Και αφού είναι γνώση της γνώσης άρα θα είναι και γνώση της άγνοιας. Ο σώφρον λοιπόν θα ξέρει τι γνωρίζει και τι δεν γνωρίζει, και θα μπορεί να εξετάζει τι γνωρίζουν οι άλλοι και τι όχι.
 
Πρέπει τώρα να εξετάσουμε «αν είναι δυνατό ή όχι να ξέρει κάποιος ότι γνωρίζει όσα γνωρίζει και ότι δεν γνωρίζει όσα δεν γνωρίζει»167b. Αυτά που λέει ο Κριτίας φαίνονται παράλογα στον Σωκράτη, με τον ίδιο τρόπο που θα ήταν παράλογο να υποθέσουμε κάποια όραση που δεν βλέπει χρώματα αλλά την ίδια την όραση, μια ακοή που ακούει τον εαυτό της, ή οποιαδήποτε άλλη «αίσθηση των αισθήσεων». Όλες οι επιθυμίες είναι επιθυμίες για κάποια απόλαυση, όχι για τον εαυτό τους ή για άλλες επιθυμίες. Έχουν δηλαδή κάποιο αντικείμενο διαφορετικό από αυτές. Το ίδιο και η βούληση (για αγαθά), ο έρωτας (για το ωραίο), ο φόβος (για τα φοβερά) κτλ.
 
Ακόμα όμως και να δεχτούμε ότι υπάρχει γνώση της γνώσης (να ξέρει κάποιος τι γνωρίζει και τι δεν γνωρίζει), κάτι που ο Κριτίας αποτυγχάνει να αποδείξει, πρέπει να βρούμε αν αυτού του είδους η γνώση μας είναι ωφέλιμη. Αν δεν είναι, σίγουρα δεν ταυτίζεται με τη σωφροσύνη.
 
Έστω ότι ο Α είναι σώφρον (δηλαδή έχει αυτογνωσία) και ο Β είναι γιατρός (αλλά δεν είναι σώφρον). Ο Β ξέρει τα της ιατρικής αλλά δεν ξέρει ότι τα ξέρει, αφού δεν τον υποθέτουμε και σώφρονα. Ο Α το μόνο που ξέρει είναι να ξεχωρίζει ότι το ένα πράγμα είναι γνώση και ότι το άλλο δεν είναι. Αν λοιπόν θέλει να ελέγξει τον Β αν όντως ξέρει αυτά που πρέπει να ξέρει για να λέγεται γιατρός, πρέπει να τον εξετάσει αν ξέρει τα της ιατρικής. Ο μόνος τρόπος για να τα εξετάσει όμως θα ήταν να τα ξέρει και ο ίδιος. Αλλά αυτό θα έκανε και τον ίδιο γιατρό! Δεν μπορεί κάποιος να ξέρει αν κάτι είναι γνώση αν δεν γνωρίζει αυτήν την γνώση. Αν λοιπόν «η σωφροσύνη είναι μόνο γνώση της γνώσης και της άγνοιας, δεν θα μπορεί να διακρίνει τον γιατρό που ξέρει την τέχνη του από εκείνον που δεν την ξέρει»171c, και άρα δεν υπάρχει ωφέλεια.
 
Δεν μπορεί να ισχύει λοιπόν, ούτε ότι η σωφροσύνη είναι αυτογνωσία, ούτε ότι η αυτογνωσία είναι μία ανεξάρτητη «γνώση της γνώσης», αφού από μόνη της δεν παράγει ωφέλιμο έργο και στην πραγματικότητα είναι άχρηστη. Αν ίσχυε, αυτός που είναι σώφρον θα έπρεπε να γνωρίζει τα πάντα για να αναγνωρίσει τι από όλα τα πράγματα είναι γνώση και τι δεν είναι. Σαν αποτέλεσμα, πάντα θα έβρισκε ποιος ξέρει τι, και θα ανέθετε σε αυτούς που ξέρουν μια γνώση το αντίστοιχο επάγγελμα, και θα αποφεύγονταν τα λάθη. Κανένας δεν θα τον εξαπατούσε και δεν θα τον επηρέαζε η άγνοια. Ο ίδιος και όλοι θα λειτουργούσαν πάντα σύμφωνα με την επιστήμη.
 
Προφανώς τέτοιος παντογνώστης δεν υπάρχει, άρα δεν είναι αυτή η σημασία και η ωφέλεια της σωφροσύνης. Μήπως όμως υπάρχει ωφέλεια στο «ότι όποιος την κατέχει θα μάθει ευκολότερα ό,τι κι αν θελήσει να μάθει και θα του φαίνονται σαφέστερα, διότι καθετί που θα μαθαίνει θα το βλέπει και με τούτη τη γνώση;»172b. Ακόμα κι έτσι όμως ο Σωκράτης δεν δέχεται ότι η σωφροσύνη θα οδηγούσε στην ευτυχία. Έχει την υποψία («όνειρο» όπως λέει) ότι ακόμα κι αν κάποιος ήξερε τα πάντα και ζούσε σύμφωνα με τη γνώση, από το να διαλέξει τον καλύτερο υποδηματοποιό μέχρι τον καλύτερο άρχοντα, δεν θα σήμαινε αναγκαστικά ότι θα γινόταν ευτυχισμένος.
 
Πρέπει όμως να υπάρχει κάποια από τις γνώσεις που να οδηγεί στην ευτυχία. Όλες το ίδιο άραγε, ή κάποια περισσότερο; Σίγουρα όχι οι γνώσεις που αφορούν τεχνικά θέματα όπως η χαλκουργία, η επεξεργασία μαλλιού κτλ. Ούτε όμως η γνώση της μαντικής, της αριθμητικής ή της υγείας (που συντελεί περισσότερο από τις άλλες αλλά δεν αρκεί). Ο Κριτίας αναφέρει τη γνώση του καλού και του κακού (το να ξέρουμε τι είναι καλό και τι είναι κακό) σαν τη σημαντικότερη για την εξασφάλιση της ευτυχίας, σε ξεχωριστή θέση από τις υπόλοιπες. Αν αυτή η γνώση όμως είναι ωφέλιμη ως προς αυτό, τότε όλες οι άλλες, όπως η γνώση της ιατρικής, δεν θα ωφελούν στην περίπτωση που αυτή λείπει. Γιατί αν δεν ξέρουμε τι είναι καλό, δεν θα ξέρουμε τον καλό τρόπο να εξασκούμε την ιατρική, αλλά ούτε και την υποδηματοποιεία ούτε την υφαντουργία ούτε τίποτα άλλο. Ολόκληρο το σύνολο των υπόλοιπων γνώσεων λοιπόν δεν είναι αρκετό για να κατακτήσουμε την ευδαιμονία, αν δεν γνωρίζουμε τι είναι καλό. Από την άλλη, αν το μόνο που ξέρουμε είναι το τι είναι καλό, αλλά μας λείπουν τα άλλα είδη γνώσεων, όπως η ιατρική, τότε πάλι δεν θα έχουμε ωφέλεια, αφού δεν θα μπορούμε να αποκτούμε τα οφέλη της ιατρικής και των υπόλοιπων γνώσεων.
 
Άρα η σωφροσύνη σαν γνώση της γνώσης δεν μπορεί να έχει κάποια ωφέλεια, τουλάχιστον όχι από μόνη της, αλλά μόνο αν προϋποθέτει την ύπαρξη και άλλων ειδών γνώσης. Αν δεν έχει ωφέλεια όμως, δεν είναι αρετή. Έτσι, δεν μπορεί να ταυτιστεί με την αυτογνωσία.
 
Το συμπέρασμα αυτό μπορεί να φαίνεται αυτονόητο αλλά ο Σωκράτης θέλει να μας πει ότι η αρετή της σωφροσύνης δεν μπορεί να διαχωριστεί από τις άλλες αρετές, όπως και η αυτογνωσία από τη συνολική γνώση. Ο μόνος τρόπος να ωφεληθούμε, πόσο μάλλον να ωφεληθούμε με κάθε δυνατό τρόπο και να κατακτήσουμε την ευτυχία, είναι να γίνουμε παντογνώστες, πράγμα αδύνατο. Και ο μόνος τρόπος να γίνουμε ενάρετοι, είναι να αποκτήσουμε όλες τις αρετές. Η ενότητα της αρετής με την γνώση ήταν δεδομένη για τον Σωκράτη, αφού για να κάνουμε κάτι καλό (αρετή) πρέπει να ξέρουμε τι είναι καλό και τον τρόπο να το κάνουμε (γνώση).
 
Όσο για την αποτυχία του Σωκράτη να ορίσει τι είναι η σωφροσύνη, ο ίδιος δηλώνει νικημένος και «κακός ερευνητής», αλλά παραμένει πεπεισμένος «πως η σωφροσύνη είναι μεγάλο αγαθό και, αν την έχεις, είσαι μακάριος»175e. Είναι πολλοί εξ άλλου οι πλατωνικοί διάλογοι που τελειώνουν χωρίς θετικό συμπέρασμα για το τι είναι αυτό που μελετάται, αλλά τουλάχιστον έχει ανακαλυφθεί τι δεν είναι, κάτι που μας χαρίζει γνώση την άγνοιά μας, και αποτελεί το πρώτο, και απαραίτητο, βήμα για την αναζήτηση της αλήθειας.