Τρίτη 1 Αυγούστου 2017

G. Hegel: Ποιος σκέπτεται αφηρημένα;

Αποτέλεσμα εικόνας για georg stellerΗ εγελιανή θεώρηση της φιλοσοφίας, έτσι όπως διαμορφώνεται με τον καιρό και με κόπο, απομακρύνεται κατά πολύ από την κυρίαρχη στην εποχή της αντίληψη περί φιλοσοφίας.

Ο Χέγκελ μπορεί να αντλεί από την παράδοση –παλαιότερη και νεότερη– βασικές αρχές σχετικά με την ιδέα της ανάπτυξης της φιλοσοφίας, εννοεί ωστόσο να αναζητεί νέες έννοιες ή να δίνει νέα περιεχόμενα σε παλαιές έννοιες: το κύριο μέλημά του συνδέεται με την κατά Λόγο και διά Λόγου σύλληψη του πραγματικού, η οποία δεν αποδέχεται τον κόσμο ως έχει αλλά αποβλέπει σε μια συνεπή μετα-μόρφωσή του.

Κατ’ αυτό τον τρόπο, η ιδέα της ανάπτυξης της φιλοσοφίας, που τον ενθουσιάζει από τα πρώτα βήματα της πνευματικής του ωρίμανσης, δεν εξαντλείται στην ταύτιση με το δεδομένο ή με παρορμητικές διαθέσεις ούτε λιμνάζει σε παρηγορητικές εξομαλύνσεις βιωμάτων, αλλά τείνει να καθιδρύει εκείνη την τάση που δύναται να συγ-κλονίσει την άμεση εμπειρία και να αντισταθμίσει την αναγκαία πρόσληψη του παραδεδομένου μέσω της εννοιολογικής του επανίδρυσης.

Εννοιολογική επανίδρυση του παραδεδομένου σημαίνει ανάδειξη των ορίων της αξιακής του ισχύος με παράλληλη διεύρυνση του γνωσιακού του περιβάλλοντος και διευρυμένη διαλεκτικοποίηση όλων των συναφών σχέσεων μέσα στο σύμπαν της εννοιακής κίνησης.

G. Hegel: Διαλεκτική και ιστορία

Αποτέλεσμα εικόνας για georg stellerΆτομο και ιστορία

Εάν η ιστορία αποτελεί το Όλο και είναι το παν, μέσα σε αυτό το όλο εξέχουσα θέση κατέχει η φιλοσοφική προβληματική του ατόμου. Η φιλοσοφία, κυρίως με τον Χέγκελ, γίνεται φιλοσοφία της παγκόσμιας ιστορίας. Σε άμεση σχέση με αυτό, ο συγκεκριμένος φιλόσοφος ομιλεί για ενιαία ιστορία, η οποία δεν είναι άλλη από την ιστορία της ανθρώπινης εξέλιξης εν όλω, από τη συνολική ιστορία του ανθρώπου και της ανθρωπότητας. Η θεμελιώδης διαλεκτική δύναμη που συντελεί, ώστε να εκδηλώνεται η ιστορική κίνηση του κόσμου και των πραγματικών φαινομένων, είναι το πνεύμα (Geist). Αυτό εδώ δεν είναι ούτε μονοσήμαντα νους ούτε κάποιος πάνω και έξω από τον κόσμο θεός. Είναι η ίδια η κίνηση του εαυτού ως κίνηση ή εξέλιξη της σκέψης που ως εκ της φύσης της δεν πνίγεται μέσα στα όρια του περατού. Περατά είναι μόνο τα φυσικά αντικείμενα ή όντα, ενώ απέραντη είναι η κίνηση, με βάση την οποία αυτά κατανοούνται, αναπτύσσονται και αυτοπροσδιορίζονται. Το ανθρώπινο άτομο, ως φυσικό ον, είναι περατό, πεπερασμένο: έχει ημερομηνία γέννησης και θανάτου. Ως πνευματικό ον όμως. δηλαδή όχι απλώς ως καθεαυτό αλλά θεμελιωδώς ως διεαυτό, γίνεται πρωταγωνιστής της ιστορίας και είναι διηνεκώς παρόν ως σκέψη, ως ιδέα. Ο Ηράκλειτος, για παράδειγμα, ο Πλάτων, ο Αριστοτέλης, ο Χέγκελ, ο Μαρξ και κάθε πεπληρωμένο πνευματικά ον βιολογικά δεν υπάρχει πια. Ωστόσο, ως σκέψη και ιδέα είναι αναλλοίωτα συστατικά στοιχεία του Πνεύματος, δηλαδή της κίνησης του εαυτού ως κίνησης και εξέλιξης της ανθρώπινης σκέψης. Προφανώς, εκείνοι που δεν εντάσσονται, για τον φιλόσοφο, μέσα σε αυτή την πνευματική ιστορία του ανθρώπου είναι όλος εκείνος ο συρφετός των πολιτικών νάνων που ξεπουλά αδιάντροπα την πατρίδα του και πρόθυμα εκδίδεται «στο παραμικρό σφύριγμα του κέρδους» (Σεφέρης).

Μέσα στο Ευαγγέλιο της νεωτερικής εποχής, στη Φαινομενολογία του πνεύματος, ο Χέγκελ παρουσιάζει την ανέλιξη του ανθρώπινου όντος από την εμβρυακή μορφή της πνευματικής του ανωριμότητας ως φυσικού, βιολογικού ατόμου, ως φυσικής συνείδησης με τη δική του ορολογία, μέχρι την αυτάρκη πραγμάτωσή του ως πνεύματος Η πραγμάτωση αυτή ακολουθεί συγκεκριμένη πορεία και εκτυλίσσεται κατά την τάξη του Λόγου ως δια-Λόγου. Πρώτη βαθμίδα είναι ο κοινός νους, μετά ακολουθεί η συνείδηση, η αυτοσυνείδηση, ο Λόγος και τέλος η απόλυτη γνώση. Αυτή η πορεία αφορά τόσο την εξέλιξη του ατομικού πνεύματος όσο και του απόλυτου πνεύματος. Ολόκληρη τούτη η πορεία νομιμοποιείται μέσα στην ιστορία ως διαλεκτική περατού και απείρου: ως διαλεκτική αυτού που, καθότι φυσικό ή περατό, δεν γνωρίζει τίποτα για τα όρια της καθολικότητάς του και της δυναμικότητας του πνεύματος ως μιας ακατάπαυστης δραστηριότητας που διέρχεται μέσα από την προσδιορισμένη και όχι χαοτική άρνηση και μαθαίνει πώς να γνωρίζει. Το πνεύμα εμπλουτίζεται με αντιθετικά ή αντιφατικά νοήματα μέσα από μια αντίστοιχη κίνηση. Όμως δεν μένει σε αυτά, αλλά ως προσδιορισμένη άρνηση (bestimmte Negation) μεταβαίνει σε επόμενα στάδια ανασυγκρότησης του νοήμονος όλου. Όπως παρατηρεί ο φιλόσοφος, τα όρια ενός φυσικού αντικειμένου ή όντος γίνονται γνωστά ως έλλειμμα, ως έλλειψη, ως ανεπαρκή, μόνο όταν συγχρόνως με τη βιολογική μας συνθήκη βρισκόμαστε πέρα από αυτά ως πνεύμα. Το γεγονός ακριβώς ότι κάτι δηλώνεται ως πεπερασμένο, ως εφήμερο συνιστά απόδειξη, τεκμήριο παρουσίας του άπειρου, του απέραντου.

Η αλήθεια, μας λέει ο φιλόσοφος, είναι συγκεκριμένη. Αυτό σημαίνει ότι η φιλοσοφία έχει να κάνει πάντοτε με ό,τι είναι παρόν και συγκεκριμένο εν χώρω και χρόνω. Σε τούτη τη διάσταση του χώρου και του χρόνου, το υποκείμενο προσδιορίζεται από τη διαρκή του αναφορά προς το αντικείμενο και αντίστροφα: το ένα δεν μπορεί να υπάρξει χωρίς το άλλο. Η φιλοσοφία του πραγματικού έτσι διαμορφώνεται εν αναφορά προς το σκεπτόμενο υποκείμενο ή τη συνείδηση ως την άμεση ύπαρξη του πνεύματος. Τούτο το προσλαμβάνουμε ως εξής: όσο αναπτύσσεται η συνείδησή μας, τόσο κατανοούμε καλύτερα τον γύρω μας κόσμο και ως νοήμονα υποκείμενα διεισδύουμε στον λόγο του ενός ή του άλλου φαινομένου. Αυτός ο πραγματικός κόσμος βαθμιαία γίνεται γνωστός σε μας και αρχίζει να υπάρχει για τη συνείδηση ή για εμάς ως συνείδηση όσο προχωρεί η διαδικασία της γνώσης Αυτή όμως η προχώρηση της γνωσιακής διαδικασίας δεν είναι τυχαία ούτε αυθόρμητη. Συνιστά μια Λογική μεθερμήνευση του υπάρχοντος και ως τέτοια δεν ακολουθεί μόνο τη γραμμή μιας βήμα προς βήμα ερμηνείας και κατανόησης του εξωτερικού κόσμου, αλλά με την ίδια ένταση επιδιώκει και την ιδιο-ποίησή του. Πρόκειται για την κίνηση επιστροφής, κατά την εγελιανή ορολογία, του πνεύματος στον εαυτό του· μια κίνηση, η οποία ολοκληρώνεται απόλυτα, στο μέτρο που το γνωρίζον υποκείμενο ως συνειδητό-Είναι πλέον πραγματώνει εξίσου απόλυτα την ως άνω Λογική μεθερμήνευση του υπάρχοντος. Η πραγμάτωση τούτη ουσιαστικά σημαίνει πως το αντικείμενο ή το εξωτερικά υπάρχον έχει γίνει απόλυτα εγνωσμένο, δηλαδή έχει εισδύσει στη Λογική του υποκειμένου και υπάρχει ως η ανάκτηση του εαυτού του υποκειμένου ή ως επιστροφή εντός εαυτού του πνεύματος από την εξωτερικότητά του, ήτοι από την εξωτερίκευσή του ή την αποξένωσή του. Ανάλογα με το πώς κατορθώνει η επί μέρους ή η συλλογική ατομικότητα να φτάνει σε τούτη την πλήρωση, δηλαδή στην έλλογη [=διαλεκτική] ενότητα ή η ταυτότητα του εαυτού και του άλλου, γίνεται άξια της ιστορίας και του ανθρώπινου πεπρωμένου, χωρίς να εκπίπτει στην οντολογική κατάσταση του μίσθαρνου και πραιτοριανού.

Σολωμός: προς την ποιητική της ελευθερίας

Αποτέλεσμα εικόνας για dionysios solomosΔιονύσιος Σολωμός: 1798-1857

Ελεύθεροι Πολιορκημένοι: Η ιδέα της μαχόμενης ελευθερίας

Τι επιδιώκει να μας παρουσιάσει ο Σολωμός με τους Ελεύθερους Πολιορκημένους. Τίποτα πιο σαφές από αυτό που υπαινίσσεται ο τίτλος του έργου. Τι υπαινίσσεται ο τίτλος; Πως η ιδέα της ελευθερίας δεν γεννιέται και δεν ευδοκιμεί μέσα στον ύπνο ή στις εθνοπροδοτικές πολιτικές αλλά στις ομοβροντίες του πολιορκημένου τόπου. Κι ακόμη, πως ο πολιορκημένος τόπος συνιστά ιστορικό γεγονός για έναν λαό, για ένα έθνος, και κατ’ επέκταση πηγή ποιητικής έμπνευσης για έναν ποιητή, όταν εκδηλώνεται ως μοίρα αυτού του Έθνους, αυτού του λαού (Σολωμός, Στοχασμοί 31 7α). Το σύμβολο του πολιορκημένου τόπου τότε ήταν το Μεσολόγγι, τώρα είναι σύμπασα η Ελλάδα. Πώς κατανοεί ο ποιητής τη μοίρα του πολιορκημένου; Την κατανοεί ως προ-ορισμό της αγωνιζόμενης Ελλάδας να συντρίψει από κοινού ραγιαδισμό και σκλαβιά: είναι κανείς σκλάβος, κυριολεκτικά ή μεταφορικά, τότε και τώρα και πάντα, όταν δεν έχει αποφασίσει να χαράξει ο ίδιος το πεπρωμένο του· όταν ανταλλάσσει το δικαίωμα του αγώνα με την υποταγή και με τον εξωραϊσμό αυτής της υποταγής από τις «δημοκρατικο-σοσιαλιστικο-αριστερές» κενολογίες της εξουσιαστικής τάξης. Ο Σολωμός παρουσιάζει τους πολιορκημένους να μένουν προσηλωμένοι στην απόφαση να διανοίξουν δρόμο προς την ελευθερία. Ο δρόμος εμφανίζεται επίσης μέσα στο ποιητικό σύνθεμα και ως δρόμος προς την ελευθερία του θανάτου.

Στον ορίζοντα αυτής της προσήλωσης, η ποιητική του Σολωμού τροποποιεί τα γεγονότα της πολιορκίας, μαζί και όλα τα δεινά, προς μια ιδέα της ελευθερίας, η οποία με όρους αισθητικής πληρότητας αποσπά το Είναι των πολιορκημένων από την ασχήμια της καθημερινότητας για να το αναδείξει σε ακατάλυτη δύναμη «που ενεργεί αδιάκοπα για την αληθινή υπόσταση» (Στοχασμοί 30 4). Ο Σολωμός, ως φαίνεται, δεν είναι απολογητής κανενός καθεστώτος για να υμνεί της «πατρίδας τον χαμό» μέσα από την ανάδειξη του άσχημου, όπως συμβαίνει στη σημερινή Ελλάδα με καθεστωτικούς «ποιητές» και «ιστορικούς» της πεντάρας, που αντισταθμίζουν την απερίγραπτη ρηχότητά τους με λεκτικά νεφελώματα για το άσχημο των ιστορικών αγώνων ενός ολόκληρου λαού. Ο ποιητής κατορθώνει να πραγματευθεί, μέσα στο ποίημα, την ως άνω ιδέα ως φιλοσοφική κατηγορία, βαθιά επηρεασμένος από τις πλατωνικές και ακόμα πιο πολύ τις εγελιανές συλλήψεις της ιδέας ως τέτοιας. Η εν λόγω ιδέα συλλαμβάνεται οντολογικά από τον ποιητή ως «το υποκείμενο [που] ξαναβλέπει, βλέπει, προβλέπει» (Στοχασμοί, 39). Αυτό το υποκείμενο δεν είναι άλλο από το ίδιο το ποιητικό υποκείμενο που πασχίζει να δι-αιωνίσει την ποίηση, να την ανυψώσει δηλαδή πάνω από φθαρτές εικόνες και ποταπά περιεχόμενα, προκειμένου να την καταστήσει «θεμέλιο που φέρει ιστορία» (Χάιντεγκερ). Όταν η ποίηση γίνεται αυτό το θεμέλιο, πραγματεύεται τα εξωτερικά γεγονότα, όχι απλώς ως καθεαυτά συμβάντα που προορίζονται να μας καθορίσουν και να μας καθυποτάξουν στη φορά τους, αλλά ως τέτοια που εξαρτώνται «από την εσωτερική ενέργεια εκείνων των μεγάλων» (Σολωμός Αυτόγραφα έργα, 436 Α).

Εκείνοι οι μάρτυρες, δηλαδή οι πολιορκημένοι, είναι το ατομικό ή συλλογικό υποκείμενο που γράφει ιστορία, γιατί πρωταγωνιστεί μέσα σ’ αυτή. Λαοί που δεν έχουν μάθει να πρωταγωνιστούν παρά ανέχονται ή υπηρετούν –σιωπηρά ή ακόμη «με σημαίες και ταμπούρλα»– την κάθε είδους κηδεμόνευση, τον παντοειδή εξουσιασμό, έχουν ένα μόνο πεπρωμένο: τον αυτο-εξαφανισμό τους. Ο τελευταίος δεν είναι ποτέ ορατός, ποτέ ηχηρός, αλλά ακολουθεί έναν αδιόρατο, έναν σιωπηρό βηματισμό, σαν αυτόν ίσως που μας «χαρίζουν» οι πολιτικοί της τωρινής Ελλάδας. Απέναντι σε έναν τέτοιο βηματισμό της αυτοχειρίας, η ποιητική γλώσσα των Ελεύθερων Πολιορκημένων φέρνει εμπρός μας, αισθητοποιεί, έναν πολιορκημένο τόπο, ως εκείνη τη στιγμή του χρόνου που ενεργοποιεί τα πάντα και τους πάντες προς την εξ-έγερση, προς τον αγώνα, προς τον πόλεμο (με το νόημα του Ηράκλειτου). Αυτή η στιγμή του χρόνου φωτίζει εκάστοτε την αυθεντικότητα των προσώπων και των πολιτικών τους πρακτικών και έτσι γίνεται αποκαλυπτική των ως άνω σιωπηρών βηματισμών. Η τοπικότητα πλέον, την οποία εκφράζει το Μεσολόγγι της πολιορκίας και της πτώσης, δεν αφανίζεται μέσα στο χρόνο, αλλά μετουσιώνεται σε πνευματική οντότητα με αισθητική πληρότητα και ηθική αυτονομία. Στο πνεύμα ακριβώς αυτής της αυτονομίας εκείνοι οι μάρτυρες, ως μάρτυρες γενικώς της ποιητικής αυθεντικότητας, είναι διπλά μάρτυρες. Αφενός είναι οι μαχητές της ελευθερίας που υποφέρουν τα πάνδεινα και όμως δεν καταβάλλονται: πολιορκημένοι αλλά όχι υποδουλωμένοι· αφετέρου, είναι μάρτυρες της πάσας αλήθειας προσώπων και πραγμάτων: αποτελούν το μέτρο, το κριτήριο σχετικά με το ποιος αγωνίζεται υπέρ του δημοσίου συμφέροντος και ποιος για ιδιοτελείς σκοπούς· ποιος διαθέτει ηθική αυτονομία και αντίστοιχο μεγαλείο της πνευματικής υπεροχής [=της σολωμικής ιδέας], ώστε να αντιμάχεται τον σύγχρονο ραγιαδισμό και τη δουλοπρέπεια που καλλιεργούν άξεστοι και γι’ αυτό ανίκανοι πολιτικοί. Η συνείδηση της ελευθερίας διέρχεται μέσα από τη συνείδηση του «ελεύθερου πολιορκημένου», από την επίγνωση ότι συγχρόνως είναι σκλάβος πολιορκημένος και ως τέτοιος πρέπει να αποφασίσει: «εκείθε με τους αδελφούς και δώθε με το χάρο».  

Δευτέρα 31 Ιουλίου 2017

ΡΗΤΟΡΙΚΗ: ΔΗΜΟΣΘΕΝΗΣ - Περὶ τοῦ στεφάνου (75-78)

[75] Τοῦτο μὲν τοίνυν τὸ ψήφισμ᾽ Εὔβουλος ἔγραψεν, οὐκ ἐγώ, τὸ δ᾽ ἐφεξῆς Ἀριστοφῶν, εἶθ᾽ Ἡγήσιππος, εἶτ᾽ Ἀριστοφῶν πάλιν, εἶτα Φιλοκράτης, εἶτα Κηφισοφῶν, εἶτα πάντες· ἐγὼ δ᾽ οὐδὲν περὶ τούτων. λέγε.

ΨΗΦΙΣΜΑΤΑ.
[Ἐπὶ Νεοκλέους ἄρχοντος, βοηδρομιῶνος ἕνῃ καὶ νέᾳ, βουλῆς γνώμη, πρυτάνεις καὶ στρατηγοὶ ἐχρημάτισαν τὰ ἐκ τῆς ἐκκλησίας ἀνενεγκόντες, ὅτι ἔδοξε τῷ δήμῳ πρέσβεις ἑλέσθαι πρὸς Φίλιππον περὶ τῆς τῶν πλοίων ἀνακομιδῆς καὶ ἐντολὰς δοῦναι κατὰ τὰ ἐκ τῆς ἐκκλησίας ψηφίσματα. καὶ εἵλοντο τούσδε, Κηφισοφῶντα Κλέωνος Ἀναφλύστιον, Δημόκριτον Δημοφῶντος Ἀναγυράσιον, Πολύκριτον Ἀπημάντου Κοθωκίδην. πρυτανεία φυλῆς Ἱπποθωντίδος, Ἀριστοφῶν Κολλυτεὺς πρόεδρος εἶπεν.]

[76] Ὥσπερ τοίνυν ἐγὼ ταῦτα δεικνύω τὰ ψηφίσματα, οὕτω καὶ σὺ δεῖξον, Αἰσχίνη, ὁποῖον ἐγὼ γράψας ψήφισμα αἴτιός εἰμι τοῦ πολέμου. ἀλλ᾽ οὐκ ἂν ἔχοις· εἰ γὰρ εἶχες, οὐδὲν ἂν αὐτοῦ πρότερον νυνὶ παρέσχου. καὶ μὴν οὐδ᾽ ὁ Φίλιππος οὐδὲν αἰτιᾶται ἔμ᾽ ὑπὲρ τοῦ πολέμου, ἑτέροις ἐγκαλῶν. Λέγε δ᾽ αὐτὴν τὴν ἐπιστολὴν τὴν τοῦ Φιλίππου.

ΕΠΙΣΤΟΛΗ.
[77] [Βασιλεὺς Μακεδόνων Φίλιππος Ἀθηναίων τῇ βουλῇ καὶ τῷ δήμῳ χαίρειν. παραγενόμενοι πρὸς ἐμὲ οἱ παρ᾽ ὑμῶν πρεσβευταί, Κηφισοφῶν καὶ Δημόκριτος καὶ Πολύκριτος, διελέγοντο περὶ τῆς τῶν πλοίων ἀφέσεως ὧν ἐναυάρχει Λεωδάμας. καθ᾽ ὅλου μὲν οὖν ἔμοιγε φαίνεσθε ἐν μεγάλῃ εὐηθείᾳ ἔσεσθαι, εἰ οἴεσθ᾽ ἐμὲ λανθάνειν ὅτι ἐξαπεστάλη ταῦτα τὰ πλοῖα πρόφασιν μὲν ὡς τὸν σῖτον παραπέμψοντα ἐκ τοῦ Ἑλλησπόντου εἰς Λῆμνον, βοηθήσοντα δὲ Σηλυμβριανοῖς τοῖς ὑπ᾽ ἐμοῦ μὲν πολιορκουμένοις, οὐ συμπεριειλημμένοις δὲ ἐν ταῖς τῆς φιλίας κοινῇ κειμέναις ἡμῖν συνθήκαις.

[78] καὶ ταῦτα συνετάχθη τῷ ναυάρχῳ ἄνευ μὲν τοῦ δήμου τοῦ Ἀθηναίων, ὑπὸ δέ τινων ἀρχόντων καὶ ἑτέρων ἰδιωτῶν μὲν νῦν ὄντων, ἐκ παντὸς δὲ τρόπου βουλομένων τὸν δῆμον ἀντὶ τῆς νῦν ὑπαρχούσης πρὸς ἐμὲ φιλίας τὸν πόλεμον ἀναλαβεῖν, πολλῷ μᾶλλον φιλοτιμουμένων τοῦτο συντετελέσθαι ἢ τοῖς Σηλυμβριανοῖς βοηθῆσαι. καὶ ὑπολαμβάνουσιν αὑτοῖς τὸ τοιοῦτο πρόσοδον ἔσεσθαι· οὐ μέντοι μοι δοκεῖ τοῦτο χρήσιμον ὑπάρχειν οὔθ᾽ ὑμῖν οὔτ᾽ ἐμοί. διόπερ τά τε νῦν καταχθέντα πλοῖα πρὸς ἡμᾶς ἀφίημι ὑμῖν, καὶ τοῦ λοιποῦ, ἐὰν βούλησθε μὴ ἐπιτρέπειν τοῖς προεστηκόσιν ὑμῶν κακοήθως πολιτεύεσθαι, ἀλλ᾽ ἐπιτιμᾶτε, πειράσομαι κἀγὼ διαφυλάττειν τὴν εἰρήνην. εὐτυχεῖτε.]

***
[75] Αυτό το ψήφισμα το πρότεινε ο Εύβουλος όχι εγώ· τα επόμενα με τη σειρά ο Αριστοφών, μετά ο Ηγήσιππος, έπειτα πάλι ο Αριστοφών, μετά ο Φιλοκράτης, ο Κηφισοφών και έπειτα όλοι· εγώ όμως δεν πρότεινα κανένα ψήφισμα σχετικά με αυτά· διάβαζε, γραμματέα.

ΨΗΦΙΣΜΑΤΑ
[Επί Νεοκλέους άρχοντος, την τριακοστή του Βοηδρομιώνα, με εισήγηση της Βουλής οι Πρυτάνεις και οι στρατηγοί παρουσίασαν την αναφορά των πρακτικών της Εκκλησίας του Δήμου, ότι δηλαδή ο Λαός αποφάσισε να εκλέξει πρέσβεις για τον Φίλιππο για την εκ μέρους του επιστροφή των σκαφών και να δώσει σ᾽ αυτούς εντολές σύμφωνα με τα ψηφίσματα της Εκκλησίας. Και εξέλεξαν τους εξής: Κηφισοφώντα του Κλέωνα από την Ανάφλυστο, Δημόκριτο του Δημοφώντα από την Ανάγυρο, Πολύκριτο του Απημάντου, Κωθοκίδη. Πρυτάνευε η Ιπποθωντίδα φυλή, την πρόταση έκανε ο πρόεδρος Αριστοφών ο Κολλυτέας].

[76] Όπως ακριβώς παρουσιάζω εγώ τα ψηφίσματα αυτά, έτσι και συ, Αισχίνη, δείξε ποιό ψήφισμα πρότεινα εγώ και έγινα υπαίτιος πολέμου· αλλά δεν θα μπορέσεις να δείξεις κανένα· γιατί αν μπορούσες, τίποτε άλλο δεν θα προσκόμιζες τώρα πριν από αυτό. Εξάλλου, ούτε και ο Φίλιππος ρίχνει σ᾽ εμένα την ευθύνη για τον πόλεμο, άλλους κατηγορεί. Διάβαζε, γραμματέα, τη σχετική επιστολή του Φιλίππου.

ΕΠΙΣΤΟΛΗ
[77] [Ο Φίλιππος, ο βασιλιάς των Μακεδόνων, απευθύνει χαιρετισμό στη Βουλή και τον Λαό των Αθηναίων.
Με επισκέφτηκαν οι πρεσβευτές σας Κηφισοφών, Δημόκριτος και Πολύκριτος και μίλησαν μαζί μου για την απελευθέρωση των εμπορικών σκαφών που ήταν κάτω από τις διαταγές του ναυάρχου Λαοδάμαντα. Γενικά λοιπόν μου δίνετε την εντύπωση ότι θα είστε πολύ αφελείς, αν φαντάζεστε πως δεν αντιλαμβάνομαι ότι τα πλοία αυτά στάλθηκαν για να συνοδεύσουν δήθεν σιτηρά από τον Ελλήσποντο προς τη Λήμνο, στην πραγματικότητα όμως για να βοηθήσουν τους Σηλυμβριανούς, που πολιορκούνταν από εμένα και δεν είχαν συμπεριληφθεί στις συνθήκες φιλίας που από κοινού έχουμε συνομολογήσει.

[78] Οι οδηγίες αυτές δόθηκαν στον ναύαρχο ερήμην του Αθηναϊκού Λαού από κάποιους αξιωματούχους και κάποιους άλλους που τώρα είναι απλοί ιδιώτες, αλλά που με κάθε τρόπο επιθυμούσαν να χρεωθεί στον Λαό ο πόλεμος εναντίον μου αντί της σημερινής φιλίας απέναντί μου, και οι οποίοι έδειχναν περισσότερο ζήλο να θεωρηθεί ως τετελεσμένο γεγονός αυτός ο πόλεμος παρά να βοηθήσουν τους Σηλυβριανούς. Αυτοί έχουν την εντύπωση ότι ένα τέτοιο γεγονός θα τους αποφέρει κέρδη· νομίζω όμως ότι αυτή η τακτική δεν ωφελεί ούτε εσάς ούτε εμένα. Γι᾽ αυτό, τα πλοία που τώρα υποχρεώθηκαν να αράξουν στα λιμάνια μου τα απελευθερώνω για χάρη σας και στο εξής, αν, αντί να επιτρέπετε στους πολιτικούς σας να ακολουθούν κακοήθη πολιτική, τους τιμωρείτε, θα προσπαθήσω και εγώ από τη μεριά μου να διαφυλάττω την ειρήνη. Ευτυχείτε.]

ΑΠΟΨΕΙΣ ΓΙΑ ΤΟ ΙΔΕΟΛΟΓΙΚΟ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΟ ΤΗΣ «ΑΝΤΙΓΟΝΗΣ» ΤΟΥ ΣΟΦΟΚΛΗ

              Η μελέτη αύτη είναι το λογικό συμπλήρωμα μιας άλλης εργασίας μου, οπού επιχείρησα α) να παρουσιάσω τη νεώτερη έρευνα γύρω από το έργο του Σοφο­κλή κι Ιδιαίτερα την «Αντιγόνη» και β) να δώσω τις δικές μου απόψεις γι' αυτό το θέμα. Ό τωρινός στόχος μου είναι να ολοκληρώσω ή να ξεκαθαρίσω ορισμένα σημεία πού οι υστερότερες μελέτες μου απομόνωσαν και τοποθέτησαν, όπως πιστεύω εγώ φυσικά, στη σωστή τους θέση.
 
         Έτσι το πρώτο σημείο πού θέλω να τονίσω είναι ή προϋπόθεση εκείνη πού θεωρώ απαράβατη για τη θεμελίωση μιας σωστής ερμηνείας, δηλ. ή μελέτη της εποχής και του τόπου οπού γράφτηκε το έργο. Ο παραμερισμός της από την αρχαία κιόλας εποχή οδήγησε σ' ορισμένες προκαταλήψεις πού είχαν σαν αποτέλεσμα τη μονομέρεια της ερμηνευτικής του έργου. Η πρώτη προκα­τάληψη ήταν η υπερχρονική προβολή του πού υποχρεώνει τον ερμηνευτή σ' ένα ορισμένο σχήμα και για το ιδεολογικό περιεχόμενο του έργου (σύγκρουση των θεϊκών και των ανθρώπινων νόμιμων με τις παραλλαγές τους πού ανανέωσε ό Hegel και για τους χαρακτήρες (η Αντιγόνη "τέλειος" χαρακτήρας, ό Κρέον­τας τυραννικός, βάναυσος, μικράνθρωπος). Αυτή όμως ή απλοποίηση αδικεί και τον τραγικό και το έργο. θα ήταν στ' αλήθεια κωμικό αν δ Σοφοκλής έγρα­φε την «Αντιγόνη» του για να πει στους συμπολίτες του να 'ναι καλοί, ν' ακο­λουθούν τον «ίσιο» δρόμο κι όλα θα πάνε καλά—ηθικολογίες πού τις άκουγαν κάθε μέρα κι από λογής πρόσωπα, όπως πολύ σωστά παρατηρεί δ Whitman. Η δεύτερη προκατάληψη είναι ότι δ τίτλος του έργου είναι συνήθους το όνομα του ήρωα ή της ηρωίδας του. Δεν έσκυψαν όμως βαθύτερα όσοι μελέτησαν το έργο, εκτός από πολύ λίγους (λ.χ. τον Kitto, για να κατανοήσουν πρώτα την προ­βληματική του, να τοποθετήσουν υστέρα τα πρόσωπα και τα γεγονότα και τέλος να προσδιορίσουν κάτι πολύ σημαντικό: ότι δ «κανόνας» αυτός δεν είναι απόλυτος. Συνέπεια αυτής της παραδρομής είναι ή τρίτη προκατάληψη, δηλ. η ερμηνεία με βάση το γράμμα κι όχι την ουσία του έργου. Ούτε καί πρόσεξαν, ξένοι καί δικοί μας, όσο έπρεπε τις απόψεις του Tycho von  Wilamowitz, θεμελιακές για τη μελέτη του Σοφοκλή.
 
        Συμπέρασμα: πρέπει να καταλάβαμε ότι το έργο γράφτηκε στην Αθήνα των μέσων του 5ου αϊ., έτι αντιμετώπιζε ένα κάποιο πρόβλημα, πού οι επιπτώ­σεις του η o συμβολισμός του ήταν πολύ βαθύτερα από τα φαινόμενα η όσα προ­βάλλονται από καλλιτεχνική αναγκαιότητα η από την τεχνική της τραγωδίας και του Σοφοκλή. Παράδειγμα: οi «αντιφάσεις» πού πολύ βασάνισαν τους ερ­μηνευτές κι οι οχτώ εκείνοι «φοβεροί» στίχοι (905-912) στον κομμό της Αντι­γόνης πού τους θεώρησαν απαράδεχτους. Κι όμως έχουν την εξήγηση τους όλα αυτά αν τα δεις από τη σωστή σκοπιά.
 
         Το δεύτερο σημείο πού θέλω να τονίσω είναι ή διπλή διαστρωμάτωση του έργου, άρα κι ό διπλός χωρόχρονος, ό τυπικός κι ό δραματικός. Βέβαια ό μεγα­λοφυής ποιητής ανεβάζει την τραγική πράξη πάνω απ' το διασπασμένο χωρό­χρονο, εμείς όμως καλό είναι να σκεφτόμαστε σε κάθε «επεισόδιο» την υποδο­μή του έργου—ηρωική η σύγχρονη—, γιατί ο συνδυασμός αυτός χρησιμοποιεί­ται κι από τους δυο αντιπάλους στην προβολή των επιχειρημάτων τους, πού τα στηρίζουν καί στις παλιές καί στις σύγχρονες απόψεις της δικής τους παράδο­σης, αφού κι οί δυο έχουν την προϊστορία τους. Όταν λοιπόν αντιμετωπίζομε τη «δράση» του Κρέοντα, δεν πρέπει να στοχαζόμαστε ότι είναι ό απόλυτος μο­νάρχης της ηρωικής εποχής η ο δημοκράτης πολιτικός του 5ου αϊ., αλλά κάτι παραπάνω κι από τα δυο, η δυναμική παρουσία ενός ανθρώπου της εποχής του ποιητή—ίσως του Περικλή, όπως υποστηρίζει ό Ehrenberg μας αποκα­λύπτει έναν δύσκολο καί πολυσύνθετο χαρακτήρα, γιατί τον αναγκάζουν οί αντικειμενικές συνθήκες να είναι τέτοιος, ο εκπρόσωπος δηλ. μιας εποχής.
 
         Έτσι μπαίνομε στο τρίτο σημείο πού το θεωρώ σαν το σημαντικότερο. Ποιο δηλαδή είναι το θέμα (στενότερο ή ευρύτερο, εποχικό ή διακαιρικό) του έργου, τί αντιπροσωπεύει λοιπόν ο καθένας από τους ήρωες του και ποια λύση δίνει ο ποιητής; Είναι γνωστή βέβαια ή «αμεροληψία» του Σοφοκλή στην παρουσίαση των θέσεων πού υποστηρίζουν οί δυο αντίπαλοι κι οι δυσκολίες στην αποκάλυψη των προθέσεων του. Μ' όλα αυτά, ας πάρομε τα πράγματα με τη σειρά τους. Το «όχημα» της τραγωδίας, δηλ. το θέμα πού θεμελιώνει τη δραματική πράξη. είναι ή ταφή ενός νεκρού. Η ιδιομορφία του βρίσκεται στο γεγονός ότι δεν πρό­κειται για έναν οποιοδήποτε νεκρό, αλλά για κάποιον πού ήρθε με ξένο στρατό να χτυπήσει την πατρίδα του. Δεν πρέπει να δώσομε μεγάλη βαρύτητα στην προϊστορία της διαμάχης καί στο αν είχε ο ένας ή ο άλλος δίκιο, γιατί το γεγονός παραμένει κι, ο πόλεμος έγινε, κόπηκαν λοιπόν τα γεφύρια κι ο χαρακτηρι­σμός του Πολυνείκη ως εχθρού και προδότη της πατρίδας θεμελιώθηκε από τα πράγματα. Έτσι το πρόβλημα μετατοπίζεται στο αν πρέπει να θάβεται ένας προδότης της πατρίδας ή όχι. "Έχομε λοιπόν μια νέα άποψη για ένα ζωτικό θέμα που αφορά το σύνολο και που έρχεται σ' αντίθεση με την παλιά αντίληψη της ταφής όλων των νεκρών. Όταν δηλ. ο άνθρωπος πέρασε σε πιο προχωρημένες μορφές κοινωνικής οργάνωσης κι οι έννοιες της πατρίδας, του συνόλου, των νόμων και των νόμιμων αντιμετωπίστηκαν ανάλογα, τότε διαμορφώθηκαν νέες απόψεις που τις επιβάλλουν πια τα πράγματα. Η πατρίδα σα συλλογική πα­ρουσία είναι πάνω από όλα, ο Νόμος κυβερνάει την πόλη, τα νόμιμα κι οι θε­σμοί γενικά αναγνωρίστηκαν σαν καταστάσεις δημιουργημένες από τους ίδιους τους ανθρώπους σε παλιότερες εποχές, καταστάσεις πού ίσως επιβάλλεται να τις αλλάξουν. Τώρα λοιπόν πού το άτομο περνάει σε δεύτερη μοίρα, όταν ενεργεί εναντίον του συνόλου, θεωρείται προδότης κι έτσι πρέπει ν' αντιμετωπίζεται. Το παλιό λοιπόν θέμα της ταφής ενσωματώνεται στο corpus της δημοκρατι­κής θεώρησης των θεσμών, σίγουρα για κάποιο λόγο πού ο συμβολισμός του πάει βαθύτερα. Αυτό σημαίνει ότι ο ποιητής στοχάζεται πάνω σε κάποιο θέμα της εποχής του, γιατί τον αναγκάζουν οι αντικειμενικές συνθήκες, όπως δια­μορφώθηκαν μετά το 450 π.Χ. με την αποτυχία των πανελληνικών σχεδίων του Περικλή και την όξυνση των σχέσεων με την ολιγαρχική παράταξη πού είχε σαν αποτέλεσμα την εξορία του πολιτικού αρχηγού της Θουκυδίδη (443 π.Χ.). Ό ποιητής λοιπόν στοχάζεται πάνω στα θέματα της εξωτερικής και. εσωτερικής πολιτικής του Περικλή, γιατί διαισθάνεται την κρίση πού έρχεται. Για πρώτη φορά στην ιστορία των αγώνων του ανθρώπου προβάλλει τόσο ανάγλυφα ή πάλη ανάμεσα στο status quo και το νέο πού αγωνίζεται να γίνει πραγματικότητα, να ριζώσει στις ψυχές των ανθρώπων, αφού ξεριζώσει πρώτα το πολύκλαδο δέν­τρο της παράδοσης πού σκέπει πλήθος εκδηλώσεις της ανθρώπινης ζωής.
 
         Έτσι το τέταρτο σημείο πού πρέπει να τονίσω είναι κι η ιδιότητα αυτή του έργου, δηλ. ο αρχικός του χαρακτήρας, με την έννοια ότι για πρώτη φορά αντι­μετωπίζεται το θέμα της πάλης ανάμεσα στο παλιό και το καινούριο με τόσο ολοκληρωμένο τρόπο και σε μια περιοχή από τις δυσκολότερες. Πίσω όμως από τις αφηρημένες έννοιες παλιό και καινούριο υπάρχει η συγκεκριμένη κοι­νωνική και πολιτική κατάσταση της Αθήνας, που ο ποιητής τη ζει με την αμε­σότητα του τεχνίτη και του πολίτη. Κι οι όροι του προβλήματος είναι ξεκαθα­ρισμένοι· το παλιό είναι η ολιγαρχία και ή παράδοση της που έχει ηλικία αιώνων, το νέο είναι η τριαντάχρονη δημοκρατία με τη δυναμική, αλλά και δυσκολοπλησίαστη παράδοση της.
 
        Τρεις λοιπόν επάλληλοι κύκλοι, συγκροτούν το ιδεολογικό υπόστρωμα της τραγωδίας· α) το θέμα της ταφής των νεκρών - του προδότη της πατρίδας, β) το θέμα της πάλης ανάμεσα στην ολιγαρχία και τη δημοκρατία και γ) το θέμα του αγώνα, που ολοκληρώνεται για πρώτη φορά, ανάμεσα στο παλιό και το καινούριο. Στο τελευταίο θέμα θα δεχτούμε και την αναγκαία διαλεκτική σύν­θεση πού θα προσδιορίσει, με τρόπο αρκετά καθαρό τη «συντηρητική» δημο­κρατικότητα του Σοφοκλή. Μόνο αν αντιμετωπίσομε το έργο από τη σκοπιά αύτη, πιστεύω ότι θα μπορέσαμε να το αναλύσαμε ικανοποιητικά και να εντάξομε το κάθε πρόσωπο η κατάσταση στη σωστή τους θέση. Παράδειγμα. Τους θεούς επικαλείται ή Αντιγόνη, το ίδιο κι ο Κρέοντας. Πρέπει όμως να υπάρχει κάποια διαφορά, γιατί αλλιώς δε θα μπορούσαμε να σταθούμε κάπου. Ο Κρέον­τας με τις απόψεις του επιχειρεί δυο πράγματα: α) να παραμερίσει η τουλάχι­στο να αναμορφώσει τις ως τα τότε αντιλήψεις για ορισμένους θεούς (νερτέρους-Δία ἕρκειο) και β) να προωθήσει τη δημοκρατική ή τη νέα αντίληψη για τη θεότητα, όπως διαμορφώνεται από το τέλος του 6ου αι. και δώθε. Οι πολι­τικές και κοινωνικές επιπτώσεις της προσπάθειας αυτής είναι ολοφάνερες. Έ­ξαλλου ο ίδιος ο ποιητής θεμελιώνει και προωθεί την εξέλιξη του έργου με τέτοιον τρόπο, ώστε η παρέμβαση της θεότητας, με την παρουσία του Τειρεσία, να μην έχει παρά μονό «ηθική» βαρύτητα, θα την ονομάζαμε σήμερα κρίση της συνείδη­σης. Έτσι ο ρόλος της θεότητας παρουσιάζεται από υψηλότερη σκοπιά, είναι ρυθ­μιστικός, με μιαν ηθικότητα πού υπερβαίνει τις αντιλήψεις της λαϊκής θρησκείας.
 
        Το πέμπτο σημείο πού πρέπει να ξεκαθαρίσαμε είναι τί αντιπροσωπεύει το καθένα από τα πρόσωπα της τραγωδίας και ποια είναι η θέση τους σύμφωνα με τις παράπονο απόψεις. Η στατιστική μας λέει ότι ό ρόλος της Αντιγόνης απλώνεται σε 435 στίχους, ενώ του Κρέοντα σε 789. Φυσικά ή παρουσία και των δυο, όταν λείπουν από τη σκηνή, είναι όχι μόνο έντονη, όπως έχουν κιόλας σημειώσει, αλλά κυριαρχική. Η αριθμητική «υπεροχή» του Κρέοντα σημαίνει βέβαια ότι ο ρόλος του είναι πολυσήμαντος, ότι ο ήρωας αυτός έρχεται σε πλή­θος σχέσεις με τον περίγυρο του, μάχεται σε πολλά μέτωπα, έχει να παλέψει με λογής καταστάσεις που καταπονούν και το λογικό και τη βούληση και τα συναισθήματα. Η Αντιγόνη από την άλλη μεριά δεν είναι παρά η μονόχορδη κραυγή της απόφασης και του πάθους. Κι οι δυο όμως έχουν σχεδόν την ίδια τύ­χη. Απομονώνονται σιγά σιγά, νιώθουν την ερημιά να τους γυροφέρνει από παντού, ώσπου να 'ρθει τα τέλος. Με μιά διαφορά, η Αντιγόνη δεν έχει κανέναν στο πλάι της, νιώθαμε όμως ότι, της παραστέκονται πολλοί, ο Κρέοντας έχει πολ­λούς, μα είναι σα να κινείται ανάμεσα σε σκιές. Νιώθει ακόμα ότι το δίκιο είναι με το μέρος του, είναι ο άνθρωπος πού παλεύει να οργανώσει την κοινοτική ζωή με βάση νέες ηθικές αρχές, όμως πώς να ξεριζώσει, από τις ψυχές των ανθρώπων τις πανάρχαιες αυτές δοξασίες; Με τη βία; Με την προσταγή; Με το Νόμο; Να ένα πρόβλημα που θα αντιμετώπισε η ηγεσία της δημοκρατικής παράταξης στην Αθήνα της εποχής του Σοφοκλή. Η ανθρώπινη κλίμακα του έργου, πού μας δίνει «συνοπτικά» την κοινωνική και πολιτική από τη μια μεριά, και την οικο­νομική από την άλλη μορφολογία της πόλης, έχει την ευχέρεια της δυναμικής παρουσίασης των φάσεων του αγώνα αυτού μ' ένα ρεαλισμό βαθύτατα δραμα­τικό. Η διαλεκτική πρόβαση των γεγονότων δένεται γύρω από το πρόσωπο του Κρέοντα και τις αντιδράσεις του με μια πυκνότητα, που δίνει την εντύπωση της θηλιάς, σα σφίγγεται λίγο λίγο, τεχνική πού θα φτάσει στην κορυφαία ώρα της με τον "Οιδίποδα τύραννο".
 
         Η αρχική σύγκρουση συντελείται στο πρώτο επεισόδιο, όταν η αντίδρομη φορά των γεγονότων βρίσκει τον Κρέοντα σε μια στιγμή έξαρσης. Η αντίδρα­ση του δεν είναι ή αυτόματη βασιλική προσταγή, αλλά μια καθαρά δημοκρατική πράξη· η απόθεση της ευθύνης στους ώμους των γερόντων και των φρουρών. Οι υποψίες από την άλλη μεριά κι ο τρόπος που τις διατυπώνει δε δείχνουν παρά μόνο την απειρία των νέων ηγετών και την έλλειψη της αρχαίας «σοφίας» των βασιλιάδων και των ολίγων. Στο δεύτερο επεισόδιο συντελείται η ιδεολογική σύγκρουση των δύο αντιπάλων. Ό καθένας εκθέτει τις απόψεις του στη μονο­μαχία αυτή που είναι μια από τις «διαλεκτικότερες» σκηνές του παγκόσμιου θεάτρου. Εδώ αποκαλύπτεται και προωθείται αριστοτεχνικά η «αστάθεια» του κόσμου που αντιπροσωπεύει ο Κρέοντας. Η υπεροχή της Αντιγόνης οικοδομείται και φραστικά - στη βάση συναισθηματικά - με μια σταθερότητα που εντυπωσιάζει. Υπερασπίζεται τα «ἄγραπτα κάσφαλῆ νόμιμα τῶν θεῶν», ενώ ό Κρέοντας ξεσπάει σ' απειλές και γίνεται άδικος καταδικάζοντας και την Ι­σμήνη πού δε θέλησε να παραβεί το νόμο. Στη στιχομυθία παραθέτει το μονα­δικό του επιχείρημα" ο Πολυνείκης είναι εχθρός της πατρίδας και γι' αυτόν «οὔτοι ποθ' οὑχθρός οὐδ' ὅταν θάνῃ, φίλος». Αυτή είναι η θέση του. Η ολιγαρχία μπορεί να «πέθανε» πολιτικά - πολύ αμφισβητήσιμη υπόθεση -, οποιαδήποτε όμως συμφιλίωση με τα κατάλοιπα της δεν είναι δυνατό να υπάρξει ποτέ. Η τραχύτητα της αντίδρασης του Κρέοντα μας αποκαλύπτει την ανάλογη αντί­δραση της δημοκρατικής πολιτείας πού προσφεύγει στο θεσμό της εξορίας για ν' αντιμετωπίσει το πολυκέφαλο θεριό της ολιγαρχικής παράταξης.
 
            Η τρίτη σύγκρουση ακολουθεί στο επόμενο επεισόδιο. Ό τραγικός ήρωας βαδίζει προς την απομόνωση του, γιατί το χτύπημα πού θα δεχτεί αυτή τη φορά έρχεται από τα μέσα, δεν είναι, ο αντίπαλος πού θα τον σημαδέψει κατάστηθα μα ο ίδιος ο γιος του. Έτσι σκοτισμένος θα ρίξει το βάρος στο θέμα της εκλο­γής που κάνει ο γιος του - συναισθηματική πάλι η αντίδραση - , μόλο που σ' ένα σημείο μας λέει το στίχο-κλειδί: «ἁμαρτάνω γάρ τάς ἐμάς ἀρχάς σέβων;» Η εσωτερική διεργασία προσδιόρισε την απόφαση του με τέτοιο τρόπο, ώστε να τη στηρίζουν πια οι αρχές του. Μ' όλα αυτά όμως επιμένει στο ότι ο γιος του έγινε "γυναικός βούλευμα" κι ότι απαρνιέται τον πατέρα του. Ενώ αυτός δη­λαδή αντιμετωπίζει την κατάσταση με όργανο το λόγο και στόχο το σωστό για την πόλη, το κοινό καλό. Το χτύπημα πού δέχεται σκοπεύει πιο πολύ στο συναί­σθημα, γι' αυτό κι η μοναξιά που τον τριγυρίζει είναι πιο πικρή. Έτσι όμως προετοιμάζει ο ποιητής με τον πρώτο αυτό κλονισμό και τον δεύτερο, τον πιο συνταρακτικά, που θα τον προκαλέσει ή σύγκρουση του με τον Τειρεσία.
 
        Η τέταρτη αυτή σύγκρουση είναι κι η κρισιμότερη, γιατί αυτή τη φορά ο Λόγος παραχωρεί τη θέση του στο σκοτεινό κόσμο των προλήψεων πού ζουν στο υπόγειο της ψυχής όλων των ανθρώπων σαν τα φαντάσματα. Μάχεται η νεαρή δημοκρατία να κλονίσει τις πανάρχαιες δεισιδαιμονίες και να ρίξει το κα­ταλυτικό φως του Λόγου στο κελάρι οπού θρέφει με το αίμα της ψυχής του τις αποτρόπαιες αυτές θεότητες ο Άνθρωπος, μα λίγοι είναι εκείνοι πού νιώθουν τον άξιο αγώνα κι ακόμα πιο λίγοι είναι εκείνοι που πιστεύουν. Ο Κρέοντας ήταν αγωνιστής κι όμως λύγισε μπρος στο μάντη. Έρχεται ετούτος ο τυφλός μάστορης του τρόμου, οπλισμένος με τα πιο καλοδουλεμένα όπλα της τέχνης του και τη «μεγαλόπρεπη» παρουσία του. Ο πρώτος λόγος του είναι ένα βέλος αντάξιο του ρολού πού έπαιξε πάντα το σινάφι των θεοφορούμενων: «φρόνει βεβώς αὖ νῦν ἐπί ξηροῦ τύχης». Κι αφού τον συγκλόνισε με τον αφορισμό του αυτό, ξετυλίγει ύστερα μπρος στα μάτια του σ' όλη της την κλίμακα την τέχνη του στο παιχνίδι της τρομοκράτησης του αντίπαλου, γιατί είναι σκληροί πολε­μιστές κι οι δύο. Η πρώτη αντίδραση του Κρέοντα είναι λογική: πληρωμένος είναι κι αυτός, γιατί «τό μαντικόν γένος πᾶν φιλάργυρον». Τότε όμως ο Τει­ρεσίας ρίχνει το στερνό και πιο δυνατό βέλος του· προμαντεύει το θάνατο ενός δικού του, του σπλάχνου του, σαν «νέκυν νεκρῶν ἀμοιβόν», και θρήνους μες στο παλάτι αντρών και γυναικών. Έτσι ο κλονισμός ολοκληρώνεται κι ο Κρέοντας λυγίζει μπρος στην τόσο ανθρώπινη «σοφία» του μάντη, πού δεν είχε καμιά σχέση με τη θέληση των θεών. Γιατί ο καθένας θα μπορούσε να «προβλέψει» κάτι τέτοιο κι ο Χορός το προμάντεψε κι όλας, όταν ο Αίμονας «βέβηκεν ἐξ ὀρ­γῆς ταχύς», αφού σ' αυτή την ηλικία «ὁ νοῦς ἀλγήσας βαρύς».
 
        Η τελευταία σύγκρουση έχει γίνει κιόλας έξω από τη σκηνή, εμείς δε βλέ­πομε παρά μόνο το αποτέλεσμα. Ο Κρέοντας δοκίμασε την πικρότατη πείρα εκείνων που αγωνίζονται ν' αλλάξουν τον κόσμο. Αυτοί λοιπόν οι σιδερόψυχοι άντρες χάνουν παλεύοντας ό,τι πολύτιμο έχουν, απομονώνονται κι ανεβαίνουν το Γολγοθά τους μόνοι πάντα. Ο ήρωας θρηνεί αφανισμένος από τις συμφορές, ο Χορός όμως του δείχνει το χρέος που τον περιμένει· «μέλει, γάρ τῶνδ' ὅτοισι χρή μέλειν». Είναι σα να λέει, ό Σοφοκλής στον Περικλή, μην απελπίζεσαι με τις αποτυχίες, σε περιμένουν τόσα ακόμα!
 
Τόνισα κιόλας στην άλλη εργασία μου τον αγωνιστικό χαρακτήρα του έργου, ώστε να μην επιμείνω στο σημείο αυτό. Κι ύστερα από την ανάλυση αυτή, θέλω να ξαναπώ γι'  άλλη μια φορά πόσο άστοχη είναι η παρουσίαση του Κρέοντα σαν ενός αγροίκου και τυραννικού βασιλιά, χωρίς καμιά δικαίωση. Κι ακόμα πόσο δικαιολογημένη είναι η προβολή του Κρέοντα σαν του πρώτου ήρωα της τραγωδίας ή τουλάχιστο ισότιμου με την Αντιγόνη.
 
Η ηρωίδα του έργου που πέρασε στο θρύλο από την αρχαία κιόλας εποχή, είναι το δεύτερο πρόσωπο του έργου. Όπως ο Κρέοντας, έτσι κι η Αντιγόνη βγαίνει στη σκηνή με την απόφαση της παρμένη, δε διαπιστώνουμε αμφιταλαντεύσεις, ούτε και ψυχολογική παρουσίαση από τον ποιητή. Η απομόνωση της ηρωίδας, αυτοθέλητη στην αρχή, ετερόνομη ύστερα, αρχίζει κιόλας από τον πρόλογο, όταν ο ποιητής οροθετεί τις ικανότητες των δυο κοριτσιών. Η Αντι­γόνη βλέπει την πράξη της σαν «ὅσιον πανούργημα» γιατί «πλείων ἐστίν ὁ χρόνος, ὅν δεῖ μ' ἀρέσκειν τοῖς κάτω τῶν ἐνθάδε». Η Ισμήνη αρνιέται τη σύμ­πραξη με τούτο το αιτιολογικό, «ἐγώ μέν οὐκ ἄτιμα ποιοῦμαι, τό δέ βίᾳ πολι­τῶν δρᾶν ἔφυν ἀμήχανος». Η Ισμήνη λοιπόν - δεν εξετάζομε εδώ το θέμα από την πλευρά της δραματικής τεχνικής, αλλά της ιδεολογικής παρουσίας των ηρώων - θέλει να κινείται μέσα στα πλαίσια της κοινοτικής ζωής, είναι ο ομα­λός, μέσος τύπος πού αποτελεί το προζύμι για την επιβολή των κατακτημένων. Η ίδια μας λέει άλλον ένα λόγο - κλειδί, «καί μήν ἴση νων ἡ 'ξαμαρτία», όταν η προσφορά της να θυσιαστεί μαζί με την αδελφή της αποκρούεται με σκαιότητα. Το ίδιο «αμάρτησαν»  κι οι δυο, γιατί «καλῶς μέν τοῖς, τοῖς δ' ἐγώ 'δόκουν φρονεῖν», όπως λέει η Αντιγόνη. Η καθεμιά διάλεξε το δρόμο της, η μια με την πόλη καί το νόμο τον ανθρώπινο, η άλλη με το οικογενειακό δίκαιο καί το νόμο το «θεϊκό» (είναι γνωστό ότι κι οι θεσμοί αυτοί ήταν ανθρωπινοί, το είχαν αποδείξει κιόλας οι σοφιστές). 'ΙΙ πρώτη σύγκρουση της Αντιγόνης με την αδελφή της δεν έχει βέβαια τη δραματικότητα της ανάλογης Κρέοντα - Αίμονα. Άγρια κι αγέρωχη η Αντιγόνη παραμερίζει την αδελφή από το δρόμο της με μια βιαιότητα πού θυμίζει στους θεατές την παλιά «καλή» εποχή των «εὐγενῶν».
 
         Η δεύτερη σύγκρουση, στο τρίτο επεισόδιο, με το βασιλιά και το νόμο προσ­διορίζει καθαρότερα το βάθος του κόσμου που η Αντιγόνη είναι γέννημα του. Οι κληρονομικές καταβολές μιας αρχοντικής γενιάς και μιας βασιλικής ανα­τροφής πού θεμελιώνεται συνήθως στα πατροπαράδοτα θέσμια, τους καλύτερους δηλ. στυλοβάτες της δικής τους τάξης πραγμάτων, οι φυλετικοί δεσμοί—το οχυρό που γκρέμισε ο Κλεισθένης χωρίς και να μπορέσει, να το ξεθεμελιώσει - , η θρησκοληψία - το ασάλευτο δέντρο που οι πλόκαμοι του βαθυρριζωμένοι στο υποσυνείδητο γεννούν το φόβο και την οργή - , η «αυθάδεια» των ολίγων - που φανερώνεται στους στίχους 469-470 - , είναι οι σύντροφοι της βασιλοκόρης. Ακόμα κι ο στίχος «οὔτοι συνέχθειν, ἀλλά συμφιλεῖν ἔφυν», που τον φόρτωσαν με χριστιανική αγάπη, δεν ερμηνεύεται σωστά. Γιατί η σωστή απόδοση του είναι η ακόλουθη· «από φυσικού μου συνδέω τη ζωή μου μ' εκείνους που αγαπώ κι όχι με εκείνους που μισώ». Να το ολόσωμο το πιστεύω της αρχοντοπούλας που ζει μέσα στον κόσμο των ολίγων, ο ατομικισμός πού γεννιέται κιόλας, την εποχή που ο «χρυσός αιώνας» βρίσκεται στο μεσουράνημά του. Από τη σύγ­κρουση αυτή φαίνεται σα να υπερέχει η Αντιγόνη, γιατί η «επιχειρηματολογία» της μοιάζει να 'ναι—για μας τους μεταγενέστερους βέβαια, πού δε ζούμε το κλίμα της εποχής, αν και ανάλογα θα μπορούσε κανένας να βγάλει πολύτιμα συμπεράσματα διαβάζοντας τον «Αντιπρόσωπο» του Χόχουτ - πιο συγκρα­τημένη, πιο υψηλή - από τη σκοπιά της βέβαια, κι ακόμα ίσως πιο πειστική. Μα όλα αυτά δε φανερώνουν τίποτα άλλο παρά την υπεροχή της μακραίωνης παράδοσης των ολίγων, που το οπλοστάσιο της περιλαβαίνει όλων των ειδών τα όπλα κι έχει συμμάχους τους περισσότερους οπαδούς της δημοκρατίας στα θρησκευτικά ζητήματα. Αντίθετα η δημοκρατική παράταξη τώρα οργανώνει τον κόσμο της κι ο καθένας καταλαβαίνει πόσο ευάλωτη είναι.
 
         Η τρίτη σύγκρουση συντελείται στον κομμό, οπού αντίθετα προς τον Κρέον­τα, η Αντιγόνη σηκώνει το βάρος της αναμέτρησης με τη «μοίρα» της πάνω στη σκηνή, για λόγους βέβαια καθαρά δραματικούς, πρέπει δηλ. να ανθρωποποιηθεί, όπως κι ο Κρέοντας στην έξοδο. Σ' αυτό όμως το μέρος έχομε δυο σημεία - κλειδιά από την πλευρά του χορού τώρα: «προβᾶσ' ἐπ' ἔσχατον θράσους ὑψηλόν ἐς Δίκας βάθρον προσέπεσες, ὦ τέκνον, πολύ». Για τη Δίκη καί τους νόμους των θεών του Άδη μίλησε η Αντιγόνη, για τη Δίκη μιλάει κι ο Χορός. Το δεύτερο σημείο, πού συμπληρώνει το πρώτο, είναι το ακόλουθο: «σέβειν μέν εὐσέβειά τις κράτος δ'  ὅτῳ κράτος μέλει παραβατόν οὐδαμᾶ πέλει, σέ δ' αὐτόγνωτος ὤλεσ' ὀργά». Είναι γνωστό ότι ο ρόλος του Χορού στο έργο του Σοφο­κλή είναι συνθετικός κι ότι κοντά στ' άλλα ταξινομεί καί τοποθετεί τα όσα έγιναν ως το κάθε χορικό ή όπου αλλού ο κορυφαίος παίρνει μέρος στο έργο σαν τέταρτος «υποκριτής». Στο πρώτο λοιπόν σημείο διατυπώνει ο Χορός την άπο­ψη ότι η τόλμη της ηρωίδας έφτασε ως τα έσχατα όρια της (υπέρβαση) κι εκεί σκόνταψε στο βάθρο της δικαιοσύνης, γιατί ευσέβεια είναι το να σέβεται ο άν­θρωπος ό,τι πιστεύει, όμως δεν μπορεί να παραβιάζει κανένας την εξουσία εκεί­νου πού έχει τη φροντίδα της, δηλ. η άποψη της Ισμήνης μ' άλλα λόγια και του μέσου τύπου ανθρώπου, του πολίτη που αναγνωρίζει το πρωτείο του νόμου κι υπακούει σ' αυτόν. Είναι κοινός τόπος εξάλλου ότι έτσι πορεύονται τα ανθρώ­πινα κι οι «παραβάτες», είτε στη μια παράταξη ανήκουν, είτε στην άλλη, βρί­σκονται έξω από τα κοινά μέτρα, υπερβαίνουν τα όρια και τιμωρούνται για μιαν ένοχη που υπάρχει ανεξάρτητα απ' αυτή. Έτσι, για την Αντιγόνη το σχήμα είναι ενοχή - υπέρβαση - τιμωρία, ενώ για τον Κρέοντα υπέρβαση - ενοχή - τιμω­ρία. Στην περίπτωση της Αντιγόνης επίσης η ενοχή δεν οφείλεται μόνο στην «έκτιση» των πατρικών παραπτωμάτων, αλλά και στην «αύτόγνωτον όργάν», δηλ. στον αυτόγνωμο χαρακτήρα της.
 
         Άλλη μια διαφορά ανάμεσα στους δυο ήρωες που θέλω να τονίσω, είναι κι η αφετηρία των πράξεων τους· ή Αντιγόνη δηλ. κινείται από καθαρά συναισθη­ματικούς λόγους, το ξεκίνημα της οφείλεται στον εσωτερικό κλονισμό που της προκάλεσαν τα γεγονότα. Και μέσα στην αλλοφροσύνη της από τη συμφορά πού βρήκε ξανά το σπιτικό της, πίστεψε ότι αυτή είναι τό δοχείο της εκλογής κι αποδέχτηκε το ρόλο της σα θεϊκή εντολή. Μπήκε σε κίνηση λοιπόν όλος ο συγκι­νησιακός μηχανισμός που δημιουργεί μια κατάσταση «υψηλού παραλογισμού», όπου η πραγματικότητα συγχέεται μ' εκείνο που ποθούμε βαθιά, πράγμα που η κοινή λογική το χαρακτηρίζει «παράλογο». Κι ο Κρέοντας ξεκινάει από μια «μη λογική» κατάσταση. Το καινούριο αξίωμα, η θυσία του παιδιού του, ο κίνδυνος πού τους απείλησε - μιαν εικονική παράσταση του έχομε στο πρώτο χορικό - , η νίκη η δική τους κι η ήττα του αντιπάλου, που οφείλεται και στη θυσία του παιδιού του, δείχνουν ότι οι θεοί δεν είναι με το μέρος του εχθρού. Αντρίκια όμως είναι η ευφορία που νιώθει κι η στάση του το ίδιο, ενώ στη στά­ση της Αντιγόνης διαισθάνεται συνεχώς την «υπέρβαση» πού οφείλεται πρώτα στο σφοδρό συναισθηματικό κραδασμό κι ύστερα στην «απάθεια», συνακόλουθο της νευρωτικής ενεργητικότητας πού την κλυδωνίζει ως την ώρα πού έθαψε τον αδερφό της. Έτσι μπαίνει σ' ενέργεια ο «Λόγος», δηλ. ο νους, που τότε ανα­καλύπτονται και μορφοποιούνται για πρώτη φορά οι δυνατότητες του, με απο­τέλεσμα την απόφαση του Κρέοντα· στην πόλη ανήκει το πρωτείο, πρέπει να την προφυλάξαμε από κάθε παρόμοιο κίνδυνο, κι ακόμα πρέπει να υπάρξει μια ηθική κύρωση για τους μελλοντικούς εχθρούς της. Η επιμονή λοιπόν του Κρέον­τα οφείλεται στην περηφάνεια του Λόγου, περηφάνεια που τη νιώθει κι ο ποιη­τής όταν γράφει το πρώτο στάσιμο, τον ύμνο εκείνο προς τον Άνθρωπο. Όταν όμως ο Λόγος έρχεται αντιμέτωπος με το Συναίσθημα, που είναι πανάρχαιη, σχεδόν φυσική κατάσταση, τότε λυγίζει. Μα το λύγισμα αυτό δεν είναι παρά μια παραχώρηση ολότελα πρόσκαιρη, ένας στρατηγικός ελιγμός πού θα οδηγή­σει στη νίκη από άλλο δρόμο.
 
        Τί έβλεπε δηλαδή γύρω του ο ποιητής; Μια πολιτεία πού για πρώτη φορά στην Ιστορία του ανθρώπου οργανώνεται με βάση το δίκαιο των πολλών κι αγω­νίζεται να γκρεμίσει τα οχυρά των ολίγων. Κατάφερε τόσο πολλά μέσα σε τόσο λίγο διάστημα το νέο αυτό ανθρώπινο είδος, σκοντάφτει όμως αδιάκοπα στον δυσκολότερο τομέα, την κάθαρση της ψυχής από το ρύπο των προλήψεων. Ό αντίπαλος από την άλλη μεριά κερδίζει συνεχώς μικρές νίκες σε πολλά ζητή­ματα, γιατί, δύσκολα τολμούν ή δεν τολμούν καθόλου να τα βάλουν με το θρη­σκευτικό status quo. Να λοιπόν ο υψηλότερος στόχος του ποιητή· η πρόβαση του Λόγου στα πρώτα κοσμογονικά βήματα του, όταν αγωνίζεται να ξεχερσώσει τον αγρό για να ρίξει το σπόρο τον καλό. Έτσι κι ο στερνός λόγος του χορού παίρνει άλλο νόημα. Όταν λέει ότι το πρωτείο ανήκει στη φρόνηση κι όχι στην ευδαιμονία - φρόνηση τώρα δέν είναι η απλή φρονιμάδα, μα ενέργημα του Νου, ο Λόγος - αξιολογεί τη ζωή σύμφωνα με το νέο πνεύμα. Ό ποιητής όμως συμ­πληρώνει: και πρέπει να μην ασεβεί κανένας στους θεούς τουλάχιστο. Έτσι μας δίνει ίσως το μέτρο το δικό του· ο Λόγος μπορεί και πρέπει να προχωρήσει, οφείλει όμως να μη θίξει τους θεούς. Αυτός είναι ο μετριοπαθής δημοκρατικός Σοφοκλής, ο άνθρωπος που και η ίδια του η φύση τον οδηγούσε προς τη μεσότητα, όχι προς τα άκρα.
 
        Το τελευταίο σημείο που θέλω να τονίσω είναι το ακόλουθο" η Αντιγόνη πεθαίνει, ο Κρέοντας επιζεί. Έχει καμιά σημασία αυτή η λύση; Συμβολίζει κάτι, μια βαθύτερη δηλαδή πρόθεση του ποιητή να μας υποβάλει ίσως με τον τρόπο αυτό τη γνώμη του; Κοντά στις παρατηρήσεις που έχω γράψει στην άλλη μελέτη μου, θα προσθέσω κι αυτήν ακόμα: δεν μπορούσε παρά να επιζήσει ο αντρίκιος λόγος—μια και στην εποχή εκείνη η γυναίκα είναι παραμερισμένη. Η επιβίωση όμως αυτή με τί τίμημα κερδήθηκε! Προφητεύει ο ποιητής με τη σι­γουριά του ανθρώπου που το πνεύμα του αδάμαστο ανέβηκε ως την κορφή του βουνού κι από κει αντίκρισε τους μελλούμενους αγώνες του Λόγου με το άλογο και το ένστικτο, αγώνες που κρατούν ως τις μέρες μας, και σήμερα ακριβώς βρίσκονται σε μιαν από τις οξύτερες φάσεις. Ό ορθός Λόγος παλεύει γι' άλλη μια φορά στο μαρμαρένιο αλώνι με την ανορθόλογη παράδοση πού «κωμάζει» λυσίκομη κι ανένδοτη.

Νίτσε: Η Ζωή Κάτω από την Υπέροχη Ηλιοφάνεια των Ολύμπιων Θεών

Οι θεοί της αρχαίας Ελλάδας, έτσι τέλειοι όπως προβάλλουν στους στίχους του Ομήρου, δεν πρέπει ασφαλώς να εκληφθούν ως δημιουργήματα ένδειας και δυσχερειών, δεν αποτελούν αποκυήματα ενός πνεύματος περιδεούς που πρόβαλλε τα είδωλα τους πάνω στο γαλάζιο, γιατί ήθελε τάχα να αποστρέψει το βλέμμα από την ζωή.

Οι μορφές αυτές δεν εκφράζουν την θρησκεία του καθήκοντος, της ασκητικής ή της πνευματικότητας, παρά της ζωής! Αποπνέουν τον θρίαμβο της ύπαρξης, μια πληθωρική ζωτικότητα συνοδεύει την λατρεία τους.   Δεν απαιτούν.  Θεοποιούν το Υπάρχον, ασχέτως αν είναι «καλό» ή «κακό».

Συγκρινόμενοι με την αυστηρότητα, την ευσέβεια και την στρυφνότητα άλλων θρησκειών, οι αρχαιοελληνική θρησκεία κινδυνεύει να περάσει απλά και μόνον ως παιχνίδι της φαντασίας. Αν, όμως, δούμε που έγκειται η βαθύτατη (και συχνά παραγνωρισμένη) σοφία της, τότε ο επικούρειος χαρακτήρας των Ολύμπιων θεών θα αναδειχθεί ευθείς ως δημιούργημα ενός ασύγκριτου λαού – καλλιτέχνη, και δη ως το κορυφαίο του επίτευγμα.

Ο αρχαίος Έλληνας γνώριζε πολύ καλά τον φόβο και τον τρόμο της ύπαρξης, αλλά τον κάλυπτε με ένα πέπλο προκειμένου να ζήσει: «ένας σταυρός κρυμμένος κάτω από ρόδα» κατά τον συμβολισμό του Γκαίτε.

Συνεπώς, επικράτησε ο φωτεινός κόσμος του Ολύμπου, αφού το κράτος της ζοφερής Μοίρας, εκείνης που σφράγισε τον πρόωρο θάνατο του Αχιλλέα, και τον φριχτό γάμο του Οιδίποδα, κρύφτηκε πίσω από τις απαστράπτουσες μορφές του Δία, του Απόλλωνα, του Ερμή κοκ.

Ο αρχαίος Έλληνας δεν είναι ούτε αισιόδοξος, ούτε απαισιόδοξος. Είναι κατά ουσίαν άνδρας, που αντικρίζει κατάματα κάθε τι τρομακτικό και δεν το αρνείται. Η θεοδικία δεν τον προβληματίζει, αφού η δημιουργία του κόσμου δεν είναι έργο θεών, και, συνεπώς, οιαδήποτε ευθύνη για την κατάσταση του. Ιδού η σοφία του αρχαιοελληνικού πνεύματος: είχε ζέψει ως και τους θεούς στον ζυγό της ανάγκης…Ο κόσμος των θεών είναι ένα πέπλο που κυματίζει μπροστά στα μάτια μας κρύβοντας μας το Φοβερό…Ήταν καλλιτέχνες της ζωής, είχαν τους θεούς τους για να μπορούν να ζουν, όχι σαν πρόσχημα για να αποξενωθούν από την ζωή.Από τούτη την ανάγκη το καλλιτεχνικό δαιμόνιο των αρχαίων Ελλήνων έπλασε τους Ολύμπιους θεούς.  

Και οι θεοί υπακούν στην ανάγκη: σοφότατη διαπίστωση!
Ο άνθρωπος θα αντικρίσει την Μέδουσα-Ύπαρξη, όποια και να είναι, μέσα από έναν καθρέφτη ο οποίος και θα μεταμορφώσει την τρομερή της όψη. Αυτή ήταν η μεγαλοφυής στρατηγική που υιοθέτησε η αρχαιοελληνική Βούληση, για να μπορεί ο άνθρωπος να ζει! 
Γιατί πως αλλιώς θα ανεχόταν την ύπαρξη τούτος ο υπερευαίσθητος και με τέτοια εξαιρετική ροπή στο πάθος λαός, αν δεν την αντίκριζε περιβεβλημένη από μία λάμψη εκθαμβωτική, μέσα απ’ τους Ολύμπιους θεούς του! 

Υπό την επίδραση μιας τέτοιας θρησκείας, η ζωή στους ομηρικούς χρόνους ήταν το κατεξοχήν ποθούμενο: η ζωή κάτω από την υπέροχη ηλιοφάνεια τέτοιων θεών».

Φ. ΝΙΤΣΕ- ΔΙΟΝΥΣΟΣ ΚΑΤΑ ΕΣΤΑΥΡΩΜΕΝΟΥ

Εγώ σήμερα, θα επιλέξω εσκεμμένα την αγάπη και θα διαγράψω το μίσος

Μεγαλώνουμε, είτε το θέλουμε, είτε όχι. Είτε το συνειδητοποιούμε, είτε η ψυχή μας παραμένει αθώα όπως ακριβώς η ψυχή ενός μικρού παιδιού. Οι ζωές μας αλλάζουν από τη μία στιγμή στην άλλη και καμία μέρα δεν είναι ολότελα ίδια με την προηγούμενη.

Άνθρωποι έρχονται και φεύγουν από τις ζωές μας και τα πάντα παραδίνονται σε αλλαγές, παρασέρνοντας κι εσένα μαζί τους. Άλλες φορές διψάς για αλλαγές, μα άλλες πάλι, ριζώνεις στη ρουτίνα, σε αυτήν τη γλυκόξινη καθημερινότητα.

Καθώς διαγράφουμε την πορεία μας μέσα σε αυτόν τον κόσμο, οι αλλαγές αποτελούν αναπόσπαστο κομμάτι τους, που μπορούν να προκαλούν δυσφορία, απογοήτευση, χαρά, διαφωνία κι ένα σωρό άλλα συναισθήματα.

Για έναν άνθρωπο, που επιμένει να πιστεύει στα παραμύθια, στους μεγάλους έρωτες και στα ρομάντζα, στην αλήθεια και την ευγένεια, αυτή η “νέα τάξη πραγμάτων” φαντάζει το λιγότερο τρομακτική.

Ωστόσο, σήμερα αποφάσισα πως δε θα πάω κόντρα στα “πιστεύω” μου, παρά μόνο θα συνεχίσω να τα προασπίζομαι με μεγαλύτερη δύναμη από ποτέ. Σήμερα, τώρα, θα επιλέξω να πιστεύω σε κάτι εντελώς τίμιο και αθώο. Δεν είναι ένα μόνο πράγμα, μα όλα μαζί συνθέτουν μια ολότητα, ικανή να νικήσει οτιδήποτε άσχημο επιχειρεί να λερώσει τις ευαίσθητες χορδές μου.

Έτσι, λοιπόν, πιστεύω στη δύναμη της καλοσύνης, που όταν είναι αληθινή, κάνει τους ανθρώπους να ομορφαίνουν με έναν τρόπο, που δύσκολα μπορεί να εξηγηθεί. Πιστεύω στη διατήρηση της ηρεμίας και στην καθαρή ομορφιά της φύσης, που κρατάει όλα τα μαγικά ραβδιά για να διώχνει τις άσχημες σκέψεις μακριά. Πιστεύω στη δύναμη της ευγένειας και στη διανοητική αναζήτηση απαντήσεων γύρω από πράγματα που μέχρι σήμερα αγνοούσα.

Είναι και κάποιες φορές, που πρέπει να απευθύνεις ερωτήσεις στον εαυτό σου σχετικά με την ικανότητα να αντικρίζεις τη φωτεινή πλευρά της ζωής, όταν ο κόσμος γύρως σου αλλάζει και σε τρομάζει. Και η μόνη απάντηση που μου έρχεται στο μυαλό είναι πως πρέπει να συνεχίσουμε να πιστεύουμε πως τα πράγματα θα πάνε καλύτερα, γιατί εμείς οι ίδιοι θα προσπαθήσουμε για αυτό.

Για να πετύχει αυτό χρειάζεται πλήρη αποστασιοποίηση από την ουτοποία και καθημερινή άσκηση ακόμη και στο μέσο απογοητεύσεων. Χρειάζεται να δουλεύεις καθημερινά για την ευαισθητοποίησή σου, να μην αδιαφορείς, να νοιάζεσαι και όλα αυτά να είναι επιλογή, που σταδιακά γίνεται τρόπος ζωής.

Παρά τις αυξανόμενες εδείξεις για το αντίθετο σε όλα όσα βλέπω και διαβάζω, έχω τη δυνατότητα να επιλέξω να πιστεύω ότι υπάρχει κάτι καλύτερο από το κακό στον κόσμο. Ότι η ζωή κρύβει περισσότερη χαρά από θλίψη. Ότι υπάρχουν περισσότεροι από εμάς τους ῾῾μικρούς ανθρώπους᾽᾽, που ασκούν μεγαλύτερη ευχαρίστηση από το να δώσουν , παρά από το να πάρουν.

Περισσότεροι που επιθυμούν με τις πράξεις τους να σκορπίζουν χαρά, παρά να γεμίζουν τις ψυχές των άλλων με θλίψη. Περισσότεροι σαν εμάς, που αναζητούν την αλήθεια αντί για το ψέμα, την ειλικρίνια γύρω από την καχυποψία. Περισσότεροι άνθρωποι που αισθάνονται συμπόνοια απέναντι στα βάρη των άλλων, αντί να κάνουν κτήμα τους την απάθεια.

Ναι, σήμερα μπορώ και πιστεύω πως εμείς, οι καθόλα θνητοί άνθρωποι, είμαστε πολύ πιο ισχυροί από τους δαίμονες και υπερασπιστές της αδιαφορίας.

Στον κόσμο μου, λοιπόν, θα συνεχίσω να πιστεύω στη φιλία, την ανθρώπινη σύνδεση και τους ισχυρούς δεσμούς, που ενώνουν τις ζωές μας για πάντα. Θα προστατεύω τους ανθρώπους μου, θα υπερασπίζομαι τις ευγενείς και ειλικρινείς προσπάθειες, θα δίνω δεύτερες ευκαιρίες και θα αγαπώ την ωμή και καθαρή ομορφιά που βιώνω, κάθε φορά που περιστοιχίζομαι από ανάλογα παραδείγματα. Εξάλλου, η ομορφιά δεν κρύβεται σε όλα αυτά τα απλά δώρα της ζωής, που αν τα δοκιμάσεις μία φορά, τα κάνεις μότο σου για πάντα;

Θα επιλέξω εσκεμμένα την αγάπη αντί για το μίσος. Άλλωστε, αυτή υπάρχει παντού, είναι ελεύθερη και αχαλίνωτη και, αν ακόμη επιλέξεις να κλείσεις τα μάτια σου, θα συνεχίσεις να τη νιώθεις στα πιο απαλά χάδια, να την ακούς στα πιο μελαγχολικά τραγούδια, να τη μυρίζεις σε αρώματα, που σε γεμίζουν νοσταλγία, να τη δοκιμάζεις στα φιλιά. Είναι άγρια η αγάπη και όμορφη ταυτόχρονα, γι᾽αυτό και πρέπει να την τιμήσω με το να την επιστρέφω κάθε φορά που την εισπρἀττω. Να πλέκω τη μαγεία της με το να την σπρώχνω σε εκείνους τους ανθρώπους που τους κυριεύει η θλίψη πίσω από βαριές πόρτες, που αισθάνονται μόνοι και απελπισμένοι.

Μπορώ να αφήσω τη μικρή μου αγάπη να μουλιάσει όλο το μίσος που βλέπω. Και έτσι να την αφήσω να νικήσει.

Θα συνεχίσω να πιστεύω στη δύναμη των γυναικών, που έχουν την ουράνια ικανότητα να φέρνουν στον κόσμο ζωές και που είναι οι κρυφοί στυλοβάτες της οικογένειας. Στις γυναίκες, που εργάζονται εντός και εκτός σπιτιού, που τα προλαβαίνουν όλα, που υπερασπίζονται τα δικαιώματά τους και παλεύουν για τα αυτονόητα. Θα πιστεύω πάντα σε εμάς και στο γεγονός πως η ζωή που δημιουργούμε κρατάει την αγάπη που αναζητάμε.

Πολύ περισσότερο, θα πιστεύω στη δύναμη των παιδιών, στην αθωότητά τους, στο θαυμασμό που τρέφουν για κάθετί καινούργιο, στα ασταμάτητα ερωτήματά τους, στα δικαιώματά τους, στις υποσχέσεις τους,στην αυθεντικότητά τους, στην τρέλα με την οποία απολαμβάνουν τη στιγμή, στις σημερινές δυνατότητές τους και στις μελλοντικές τους ικανότητες και στο μοναδικό τρόπο που έχουν να μας δείχουν απλά όλα όσα είναι πραγματικά σημαντικά. Επειδή τα παιδιά, μετράνε περισσότερο από οτιδήποτε.

Σήμερα επιλέγω να πιστεύω σε μία υπέροχη, ειλικρινή και αθώα αγάπη. Είναι όλα όσα μπορώ  και όλα όσα αξίζουν, τα συναντώ εκεί. Εσύ;

Λένε ότι στον έρωτα και στον πόλεμο, όλα επιτρέπονται. Μα ο έρωτας δεν είναι πόλεμος…

Όλοι αξίζουμε την αγάπη που πασχίζουμε να δώσουμε. Είναι γεγονός. Γιατί όσα προσφέρεις εσύ σε άλλους, άλλα τόσα θα ήθελες να λάμβανες από αυτούς. Δεν είναι πάντα έτσι όμως. Και κάθε λίγο και λιγάκι ψάχνεσαι να δεις τι φταίει.

«Οι λέξεις φταίνε. Αυτές ενθάρρυναν τα πράγματα σιγά σιγά ν’ αρχίσουν να συμβαίνουν» (Κική Δημουλά). Αυτές οι λέξεις όμως όσο αναγκαίες και να ‘ναι δεν οδηγούν πάντα σε καλό. Γιατί συχνά βγαίνουν λόγια που πληγώνουν και δεν μπορούν να σβηστούν. Γιατί έχουν πια ειπωθεί, έχουν καταγραφεί στο υποσυνείδητο του άλλου λες και σφυρηλατήθηκαν εκεί.

Λένε ότι στον έρωτα, όπως και στον πόλεμο, όλα επιτρέπονται. Μα ο έρωτας δεν είναι πόλεμος. Θα έπρεπε, τουλάχιστον, να είναι ακριβώς το αντίθετο. Εμείς τον τοποθετούμε σε μάχιμη κατάσταση.

Είτε από φόβο, ανασφάλεια, εγωισμό ή περηφάνια, καταλήγουμε να βάζουμε τον άλλον σε ένα κλουβί, υποχρεώνοντάς τον να ζήσει τη ζωή του πια στο δικό μας πλαίσιο. Δεν είναι πια ελεύθερος όπως τον γνωρίσαμε και στο τέλος, περιοριζόμαστε και εμείς οι ίδιοι. Το να προσπαθείς να αλλάξεις τον άλλον πάει ενάντια στον λόγο που σε έλκυσε εξ αρχής. Καταντάς να του αφαιρείς την αυθεντικότητά του, ακόμα και την αξιοπρέπεια του, και να δείχνεις σκληρός ακόμα κι αν αυτό δεν ισχύει. Κι αυτό δημιουργεί ανεπανόρθωτες ρήξεις σε μια σχέση που κατά βάθος θες να κρατήσει.

Όπως για όλα σε αυτή τη ζωή, χρειάζεται συνεννόηση, επικοινωνία, κατανόηση, πάρα πολύ υπομονή, και ακόμη πιο πολύ προσπάθεια. Η εμπιστοσύνη θέλει δυο. Και θέλει αμοιβαιότητα.  Η ζωή δεν είναι εύκολη. Και τίποτα από όλα αυτά που αξίζουν δεν κατακτήθηκε χωρίς αγώνα. Πρέπει να μάθουμε να ακούμε, να αφουγκραζόμαστε ακόμα κι αυτά που δεν λέγονται. Να μπαίνουμε στη θέση του άλλου και να σκεφτόμαστε λίγο πιο ανοιχτά. Γιατί συχνά τα πιο θαυμάσια πράγματα κρύβονται σε αυτά που παραβλέπουμε.

Οι ψυχολογικοί παράγοντες των σεξουαλικών διαταραχών

Ένα μεγάλο ποσοστό των σεξουαλικών διαταραχών έχει τις ρίζες του σε ψυχολογικούς και όχι οργανικούς/βιολογικούς παράγοντες, ειδικά όταν μιλάμε για ηλικίες κάτω των 50 ετών.

Καταρχάς είναι σημαντικό να αναφερθούν τα είδη των σεξουαλικών διαταραχών για τους άνδρες και τις γυναίκες. Μια σεξουαλική διαταραχή με ψυχολογικό υπόβαθρο μπορεί να παρουσιαστεί στο επίπεδο της σεξουαλικής επιθυμίας.  Διαταραχή της σεξουαλικής επιθυμίας είναι η μειωμένη ή η πλήρης απουσία της νοητικής (π.χ. φαντασιώσεις) και της συναισθηματικής διάθεσης (π.χ. πάθος) εμπλοκής ενός άνδρα ή μιας γυναίκας σε οποιαδήποτε σεξουαλική πράξη. Πολλές φορές μάλιστα μπορεί να δημιουργηθεί και σεξουαλική αποστροφή, όπου το άτομο αποφεύγει πλήρως κάθε σεξουαλικό ‘κάλεσμα’ ή ερέθισμα από τον/την σύντροφό του. Μια σεξουαλική διαταραχή μπορεί να παρουσιαστεί σε επίπεδο διέγερσης. Έχει να κάνει με τη αδυναμία απόκτησης ή διατήρησης της στύσης που παρατηρείται στους άνδρες και με την έλλειψη κολπικής εφύγρανσης στη γυναίκα. Τέλος, μια σεξουαλική διαταραχή με ψυχολογικό υπόβαθρο, μπορεί να αναπτυχθεί στο επίπεδο του οργασμού. Αυτό περιλαμβάνει την πρόωρη και ανεσταλμένη εκσπερμάτιση στους άνδρες και την έλλειψη οργασμού στις γυναίκες.

Ένας σημαντικός ψυχολογικός παράγοντας των σεξουαλικών διαταραχών είναι η οικογένεια και το ευρύτερο περιβάλλον μέσα στο οποίο έχει μεγαλώσει ένας άνδρας ή μια γυναίκα. Παράγοντες όπως είναι η αυστηρή ανατροφή από τους γονείς π.χ. «το σεξ είναι ανήθικο και επικίνδυνο», η ανεπαρκής και εσφαλμένη  πληροφόρηση για το σεξ π.χ. «ένας άνδρας πρέπει να είναι πάντα έτοιμος για σεξ», οι διαταραγμένες σχέσεις των γονέων όπως η έλλειψη συναισθηματικής και σωματικής επαφής, καθώς και οι πρώιμες τραυματικές εμπειρίες όπως είναι η παιδική σεξουαλική κακοποίηση, είναι σημαντικοί πρώιμοι ψυχολογικοί παράγοντες που φαίνεται να ενοχοποιούνται για την ανάπτυξη ψυχοσεξουαλικών προβλημάτων στην ενήλικη ζωή.

Πολλές φορές τα σεξουαλικά προβλήματα αντανακλούν τις βαθύτερες συγκρούσεις που υπάρχουν σε μια σχέση/γάμο. Δηλαδή, μια στυτική δυσλειτουργία μπορεί να είναι το αποτέλεσμα της έλλειψης επικοινωνίας και των έντονων τσακωμών του ζευγαριού ή της απουσίας σεξουαλικής επιθυμίας μεταξύ των συντρόφων. Πολλές φορές μάλιστα, αν υπάρξει βελτίωση των γενικότερων σχέσεων του ζεύγους, αποκαθίσταται ταυτόχρονα και η φυσιολογική σεξουαλική λειτουργία.

Το άγχος είναι ένας από τους ισχυρότερους παράγοντες πυροδότησης και διατήρησης μιας ψυχοσεξουαλικής διαταραχής. Το άγχος παράγει ουσίες στο αίμα (αδρεναλίνη, νοραδρεναλίνη), οι οποίες φθάνουν στο πέος σε λίγα δευτερόλεπτα και προκαλούν σύσπαση των αρτηριών και διαστολή των φλεβών, με αποτέλεσμα τη χάλαση του πέους. Για παράδειγμα, ένα μεμονωμένο γεγονός μη απόκτησης ή διατήρησης της στύσης μπορεί να πυροδοτήσει έντονο άγχος επίδοσης ή φόβο αποτυχίας στον άνδρα. Το άγχος επίδοσης έχει να κάνει με την αγωνία της απόκτησης στύσης, της διατήρησης της στύσης, της ικανότητας οργασμού και της ικανοποίησης του/της συντρόφου. Το άγχος όμως φέρνει περισσότερο άγχος με αποτέλεσμα να μην μπορεί το άτομο να λειτουργήσει σεξουαλικά είτε σε επίπεδο επιθυμίας, είτε διέγερσης, είτε οργασμού.

Η κατάθλιψη είναι ένας ακόμα σημαντικός ψυχολογικός παράγοντας των σεξουαλικών διαταραχών. Όταν κάποιος υποφέρει από κατάθλιψη έχει χαμηλά επίπεδα ενέργειας, διάθεσης και ευχαρίστησης. Η κατάθλιψη είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με την έλλειψη σεξουαλικής επιθυμίας λόγω της έλλειψης ευχαρίστησης και διάθεσης που διακατέχεται το καταθλιπτικό άτομο.

Tέλος, τα μέσα μαζικής ενημέρωσης έχουν παίξει καθοριστικό ρόλο στη σεξουαλική ζωή των ανθρώπων τις τελευταίες δεκαετίες. Για παράδειγμα, τα μέσα μαζικής ενημέρωσης (περιοδικά, τηλεόραση) παρουσιάζουν την «τέλεια γυναίκα» που είναι πάντα προκλητική, θηλυκή, όμορφη, γυμνασμένη και έτοιμη να ανταποκριθεί σε κάποιο κάλεσμα, δημιουργώντας ένα ψεύτικο πρότυπο. Πολλές γυναίκες λοιπόν, αισθάνονται ότι μειονεκτούν όταν δεν μπορούν να ανταποκριθούν σ’ αυτό το ‘ιδανικό’ πρότυπο, με αποτέλεσμα να μην αισθάνονται άνετα με το σώμα τους και με τον σύντροφό τους. Το αποτέλεσμα είναι ότι δεν μπορούν να απολαύσουν την σεξουαλική επαφή και να νιώσουν άνετα με την σεξουαλικότητά τους. Έτσι εγκλωβίζονται μέσα σε έναν φαύλο κύκλο άγχους, κατάθλιψης και χαμηλής αυτοεκτίμησης που μπορεί να δημιουργήσει ακόμα και κάποια χρόνια σεξουαλική διαταραχή.

Μαθήματα από εξειδικευμένο Σεξοθεραπευτή (sex coach) είναι το πρώτο βήμα για την τέλεια απόλαυση!

Ερωτική Αγάπη

Αποτέλεσμα εικόνας για Ερωτική ΑγάπηΗ αδελφική αγάπη είναι αγάπη μεταξύ ίσων· η μητρική αγάπη είναι αγάπη για τον ανίσχυρο. Όσο όμως και να διαφέρουν μεταξύ τους, τα δύο αυτά είδη αγάπης έχουν το κοινό στοιχείο πως από την ίδια τους τη φύση δεν περιορίζονται σε ένα πρόσωπο. Αν αγαπώ τον αδελφό μου, τότε αγαπώ και όλα μου τα αδέλφια. Αν αγαπώ το παιδί μου, τότε αγαπώ και όλα μου τα παιδιά- όμως αυτό δεν είναι αρκετό, αγαπώ και όλα τα παιδιά του κόσμου, όλα τα παιδιά που χρειάζονται τη βοήθειά μου. Σε αντίθεση και με τα δύο αυτά είδη αγάπης, έρχεται η ερωτική αγάπη· αυτή είναι η λαχτάρα για πλήρη μείξη και ένωση με τον άλλο άνθρωπο, αλλά με έναν μόνο άλλο άνθρωπο. Από τη φύση της είναι αποκλειστική και όχι γενικευμένη· κι ίσως μάλιστα να είναι και η πιο απατηλή μορφή αγάπης που μπορεί να υπάρξει.

Πρώτα απ’ όλα, η ερωτική αγάπη συγχέει συχνά την εκρηκτική εμπειρία του «ερωτεύομαι» με εκείνη την αιφνίδια κατάρρευση των ορίων που υπήρχαν μέχρι εκείνη τη στιγμή ανάμεσα σε δύο ξένους. Όμως, όπως επισήμανα και παραπάνω, αυτή η εμπειρία της ξαφνικής εγγύτητας είναι από την ίδια της τη φύση βραχύβια. Όταν πια ο αλλοτινά ξένος έχει γίνει ένα πρόσωπο οικείο, δεν υπάρχουν άλλα όρια για να ξεπεραστούν ούτε απομένει να κατακτηθεί η ξαφνική οικειότητα. Τότε το «αγαπημένο» πρόσωπό μας έχει πια γίνει τόσο γνωστό όσο και ο εαυτός μας. Ή, Θα έπρεπε μάλλον να πω, τόσο άγνωστο όσο και ο εαυτός μας. Αν υπήρχε περισσότερο βάθος στη γνώση μας για τον άλλο άνθρωπο, αν μπορούσαμε να υποψιαστούμε τον απέραντο χαρακτήρα της προσωπικότητάς του, τότε ίσως να μην τον νιώθαμε ποτέ τόσο οικείο μας – και το Θαύμα της υπέρβασης των συνόρων που μας χωρίζουν από αυτόν να μπορούσε να επαναλαμβάνεται κάθε μέρα. Αλλά για τους περισσότερους ανθρώπους, ακόμη και ο ίδιος τους ο εαυτός, όπως βέβαια και όλοι οι άλλοι, ελάχιστα εξερευνάται και πολύ σύντομα εξαντλείται.Γι’αυτούς η εγγύτητα εγκαθιδρύεται κατά κύριο λόγο μέσω της σεξουαλικής επαφής. Από τη στιγμή που βιώνουν το διαχωρισμό από το άλλο άτομο κυρίως ως σωματικό διαχωρισμό, η σωματική ένωση θεωρείται και ο μόνος τρόπος για την υπέρβασή του.

Πέρα από αυτό, υπάρχουν κι άλλοι παράγοντες που για πολλούς ανθρώπους δηλώνουν την υπέρβαση του διαχωρισμού. Το να μιλήσει κάποιος για την προσωπική του ζωή, να εμπιστευτεί τις ελπίδες του και τις αγωνίες του, να δείξει τις πιο ευαίσθητες ή τις πιο παιδιάστικες πλευρές του, να δημιουργήσει μια κοινή στάση απέναντι στον κόσμο με κάποιον άλλο – όλα αυτά εκλαμβάνονται ως υπέρβαση της απομόνωσης. Ακόμη και εάν δείξει κάποιος το θυμό του, το μίσος του, μία ολοκληρωτική έλλειψη αναστολών, και αυτά επίσης εκλαμβάνονται ως οικειότητα, πράγμα που μπορεί να εξηγήσει τη μη φυσιολογική έλξη που νιώθουν κάποτε μεταξύ τους μερικά παντρεμένα ζευγάρια, εκείνα δηλαδή που αισθάνονται εγγύτητα μόνο όταν είναι στο κρεβάτι ή όταν δίνουν από κοινού διέξοδο στο αμοιβαίο τους μίσος ή στην οργή.

Όμως όλες αυτές οι μορφές οικειότητας τείνουν να εξασθενήσουν και περισσότερο με την πάροδο του χρόνου. Η συνέπεια είναι να αρχίσει κανείς να αναζητά και πάλι την αγάπη με ένα καινούριο πρόσωπο, με έναν καινούριο ξένο. Και πάλι όμως ο ξένος θα μεταμορφωθεί σε ένα “οικείο” πρόσωπο, και πάλι η εμπειρία τού «ερωτεύομαι» είναι εξωτική και έντονη, για να αρχίσει ξανά σιγά σιγά να χάνει την ένταση της μέχρι να σβήσει οριστικά μέσα στην επιθυμία για μία καινούρια κατάκτηση, για έναν καινούριο έρωτα πάντοτε με την αυταπάτη ότι ο καινούριος έρωτας θα είναι διαφορετικός από όλους τους προηγούμενους. Αυτές οι αυταπάτες ενισχύονται σε μεγάλο βαθμό από τον απατηλό χαρακτήρα της σεξουαλικής επιθυμίας.

Στην ερωτική αγάπη υπάρχει ένα στοιχείο αποκλειστικότητας που απουσιάζει από την αδελφική και από τη μητρική αγάπη. Ο αποκλειστικός χαρακτήρας της ερωτικής αγάπης απαιτεί όμως περαιτέρω διερεύνηση. Συχνά η αποκλειστικότητα της ερωτικής αγάπης παρερμηνεύεται ως κτητική προσκόλληση. Συναντάμε συχνά ζευγάρια ερωτευμένων που δεν νιώθουν αγάπη για κανέναν άλλο. Στην πραγματικότητα, η αγάπη τους είναι ένας «εγωισμός για δύο»· πρόκειται σε αυτές τις περιπτώσεις για δύο ανθρώπους οι οποίοι ταυτίζονται μεταξύ τους και λύνουν το πρόβλημα της πρότερης απομόνωσής τους αναδιπλασιάζοντας και διογκώνοντας την ατομικότητά τους. Βιώνουν έτσι την υπέρβαση της μοναξιάς τους, κι όμως, από τη στιγμή που είναι αποκομμένοι από όλη την υπόλοιπη ανθρωπότητα, παραμένουν και αποκομμένοι ο ένας από τον άλλο και αποξενωμένοι ο καθένας τους από τον ίδιο του τον εαυτό. Επομένως, η εμπειρία υπέρβασης της μοναξιάς δεν είναι για αυτούς τίποτε περισσότερο από μία αυταπάτη. Η ερωτική αγάπη είναι αποκλειστική, όμως στο πρόσωπο του άλλου ανθρώπου αγαπά ολόκληρη την ανθρωπότητα και όλα όσα είναι ζωντανά. Είναι αποκλειστική μόνο από την άποψη της σωματικής ένωσης και της πλήρους δέσμευσης για συντροφικότητα σε όλους τους τομείς της ζωής – αλλά όχι και από την άποψη της βαθιάς αδελφικής αγάπης.

Η ερωτική αγάπη, αν είναι πράγματι αγάπη, έχει μία προϋπόθεση: ότι αγαπώ από την ουσία της ύπαρξής μου – και γνωρίζω το άλλο άτομο στην ουσία της δικής του ύπαρξης. Στη βαθύτερη ουσία τους, όλες οι ανθρώπινες υπάρξεις είναι ίδιες. Είμαστε όλοι μέρος του Ενός· είμαστε όλοι Ένα. Και από τη στιγμή που ισχύει αυτό, δεν θα έπρεπε να έχει σημασία ποιον αγαπάμε. Η αγάπη θα έπρεπε να είναι ουσιαστικά μία πράξη βούλησης, μία ενεργητική απόφαση να δεσμεύσω απόλυτα τη ζωή μου με τη ζωή ενός άλλου προσώπου. Αυτή είναι στην πραγματικότητα η αιτιολόγηση της ιδέας σχετικά με το αδιάλυτο του γάμου, όπως τη συναντάμε σε πολλές μορφές παραδοσιακών γάμων όπου οι σύζυγοι δεν επιλέγουν ο ένας τον άλλο, αλλά επιλέγονται ο ένας για τον άλλο — και παρ όλα αυτά, υπάρχει η προσδοκία ότι θα αγαπιούνται μεταξύ τους. Στον σύγχρονο δυτικό πολιτισμό, αυτή η ιδέα ακούγεται ολότελα λανθασμένη. Η αγάπη υποτίθεται πως πρέπει να προέρχεται από μία αυθόρμητη, συναισθηματική αντίδραση από την αιφνίδια επέλαση ενός ακαταμάχητου συναισθήματος. Από αυτή τη σκοπιά, δεν βλέπει κανείς παρά μόνο τις ατομικές ιδιαιτερότητες των δύο εμπλεκόμενων ανθρώπων -και όχι το γεγονός πως όλοι οι άντρες είναι μέρος του Αδάμ και όλες οι γυναίκες μέρος της Εύας. Παραβλέπει έτσι έναν σημαντικό παράγοντα για την ερωτική αγάπη, τον παράγοντα της θέλησης. Το να αγαπάς κάποιον δεν είναι απλώς και μόνο ένα δυνατό αίσθημα, είναι μία απόφαση, μία κρίση και μία υπόσχεση. Αν η αγάπη ήταν απλώς ένα συναίσθημα, δεν θα υπήρχε καμία βάση για να στηριχτεί η υπόσχεση πως δύο άνθρωποι θα αγαπιούνται για πάντα. Ένα συναίσθημα είναι κάτι που όπως έρχεται μπορεί και να παρέλθει. Πώς μπορώ να προδικάσω ότι θα διατηρηθεί για πάντα, αν η ενέργειά μου δεν περιλαμβάνει κρίση και απόφαση;

Λαμβάνοντας υπόψη αυτές τις θέσεις, μπορεί κανείς να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι η αγάπη είναι αποκλειστικά μία πράξη θέλησης και δέσμευσης, και πως για αυτόν ακριβώς το λόγο δεν έχει στην ουσία καμία σημασία ποια είναι τα δύο άτομα που αγαπιούνται. Ανεξάρτητα από το αν ο γάμος κανονίστηκε από άλλους ή ήταν επιλογή των ίδιων των ατόμων που παντρεύτηκαν, από τη στιγμή που είναι πια γεγονός, η ίδια η ανθρώπινη θέληση ως δράση θα πρέπει να εγγυηθεί τη μονιμότητα της αγάπης. Αυτή η άποψη μοιάζει όμως να αγνοεί τον παράδοξο χαρακτήρα της ανθρώπινης φύσης και της ερωτικής αγάπης. Όλοι είμαστε Ένα – αλλά παρ’ όλα αυτά ο καθένας από μας είναι μία μοναδική, ανεπανάληπτη οντότητα. Το ίδιο αυτό παράδοξο επαναλαμβάνεται και στις σχέσεις μας με τους άλλους. Στο βαθμό που όλοι είμαστε ένα, μπορούμε να αγαπάμε τους πάντες με τον ίδιο τρόπο, με την έννοια της αδελφικής αγάπης. Αλλά στο βαθμό που είμαστε όλοι μας διαφορετικοί μεταξύ μας, η ερωτική αγάπη απαιτεί κάποια ιδιαίτερα, αυστηρά ατομικά στοιχεία τα οποία υπάρχουν ανάμεσα σε μερικούς ανθρώπους, αλλά όχι ανάμεσα σε όλους.

Τότε και οι δύο αυτές οπτικές γωνίες, δηλαδή από τη μία πως η ερωτική αγάπη είναι μία εντελώς ατομική έλξη, η οποία μπορεί να υπάρξει μόνο ανάμεσα σε δύο συγκεκριμένα κάθε φορά πρόσωπα, και από την άλλη πως η ερωτική αγάπη δεν είναι τίποτε άλλο παρά μία πράξη θέλησης, είναι σωστές- ή, για να το θέσω ίσως πιο ορθά, η αλήθεια δεν βρίσκεται ούτε αποκλειστικά στη μία ούτε αποκλειστικά στην άλλη. Για αυτόν το λόγο, η ιδέα ότι μία σχέση μπορεί να διαλυθεί με ευκολία, επειδή κάποιος από τους εμπλεκόμενους τη θεωρεί αποτυχημένη είναι εξίσου λανθασμένη με την ιδέα ότι μία σχέση δεν πρέπει να διαλύεται ποτέ, όποιες και αν είναι οι συνθήκες.

Η σεξουαλική επιθυμία στοχεύει στην ένωση – και σε καμία περίπτωση δεν πρόκειται μόνο για σωματική επιθυμία, για ανακούφιση από μία οδυνηρή ένταση. ‘Όμως η σεξουαλική επιθυμία μπορεί να προκληθεί από την αγωνία της μοναξιάς, από τον πόθο να αλώσεις ή vα αλωθείς ο ίδιος, από ματαιοδοξία από την επιθυμία να πληγώσεις, ακόμη και να καταστρέφεις όπως μπορεί επίσης να προβληθεί από την αγάπη. Φαίνεται πως η σεξουαλική επιθυμία εύκολα μπορεί να προκληθεί ή να αναμειχθεί με οποιαδήποτε έντονη συναισθηματική φόρτιση και μία τέτοια είναι και η αγάπη. Επειδή στη σκέψη των περισσότερων ανθρώπων η σεξουαλική επιθυμία είναι συνδεδεμένη με την ιδέα της αγάπης, εύκολα παρασύρονται στο αυθαίρετο συμπέρασμα ότι αγαπιούνται κάθε φορά που επιθυμούν σεξουαλικά ο ένας τον άλλο. Η αγάπη μπορεί να εμπνεύσει τη σεξουαλική επιθυμία για ένωση σε αυτή την περίπτωση λείπει εντελώς από τη σωματική επαφή η απληστία, ο πόθος να κατακτήσεις ή να κατακτηθείς, και υπάρχει μόνο τρυφερότητα Αν η επιθυμία για σεξουαλική ένωση δεν παρακινείται από την αγάπη, αν η ερωτική αγάπη δεν είναι και αδελφική αγάπη επίσης, τότε δεν μπορεί ποτέ vα οδηγήσει σε αληθινή ένωση, σε κάτι περισσότερο από μία οργιαστική, παροδική απόλαυση. Η σεξουαλική έλξη δημιουργεί για μία στιγμή την αυταπάτη της ένωσης, αν όμως απουσιάζει η αγάπη, αυτό που τελικά απομένει δεν είναι παρά δύο ξένοι, τόσο ξένοι μεταξύ τους όσο ήταν και πριν. Μερικές φορές μάλιστα ντρέπονται ο ένας τον άλλο μετά, ή ακόμη και μισιούνται, επειδή, όταν πλέον η αυταπάτη έχει εξανεμιστεί, βιώνουν ακόμη πιο έντονη απ’ ό,τι πριν την αποξένωσή τους. Η τρυφερότητα δεν είναι σε καμία περίπτωση, όπως πίστευε ο Φρόιντ, μία εξιδανίκευση του σεξουαλικού ενστίκτου· είναι η άμεση κατάληξη της αδελφικής αγάπης και υπάρχει εξίσου στις σωματικές όσο και στις μη σωματικές μορφές αγάπης.

Erich Fromm, Η ΤΕΧΝΗ ΤΗΣ ΑΓΑΠΗΣ

Μεγαλώνοντας μαθαίνεις να αγαπάς τον εαυτό σου

Ωριμάζοντας μαθαίνεις να είσαι αυτό που θέλεις εσύ και όχι αυτό που άλλοι θέλουν να είσαι.
Μαθαίνεις να εκτιμάς την επιθυμία σου και να την εκφράζεις.
Να την υποστηρίζεις θεωρώντας την σωστή.
Να την μοιράζεσαι γνωρίζοντας ότι υπάρχουν άνθρωποι που οι επιθυμίες σας είναι κοινές.
Μαθαίνεις να μην σκέπτεσαι συνεχώς μήπως απογοητεύσεις τους άλλους όταν δεν τους δίνεις αυτό που θέλουν και ενδιαφέρεσαι για αυτό που θέλεις εσύ.
Αφουγκράζεσαι με σεβασμό αυτό που θέλουν οι άλλοι, χωρίς όμως να κάνεις εκπτώσεις στις επιθυμίες σου.

Μαθαίνεις να επιμένεις μόνο στους ανθρώπους εκείνους που είναι δεκτικοί στο μοίρασμα.
Σε εκείνους που δεν είναι, δεν αισθάνεσαι πως, όταν δεν εμμένεις, κάνεις κάτι κακό.
Μαθαίνεις να μην εξαρτάς την ευτυχία σου από άλλους. Να νιώθεις χαρά και ικανοποίηση με αυτό που είσαι, με αυτό που δίνεις, που το κάνεις μόνο όσο σε κάνει να νιώθεις καλά.
Μαθαίνεις να μην τα προσφέρεις όλα, δεν θέλεις να σου προσφέρουν τα πάντα, εμπιστεύεσαι τα συναισθήματά σου, αφήνεσαι σε αυτά, εμπιστεύεσαι τους ανθρώπους.
Μαθαίνεις να μην πιέζεις τους άλλους να αλλάξουν, γιατί αυτό που είσαι, όπως ακριβώς είσαι, σου αρέσει.
Μαθαίνεις να μην ενοχοποιείς τον εαυτό σου, εκτιμώντας κάθε κίνηση σου ως μάθημα ζωής. Όταν κατανοείς τον εαυτό σου, δεν κατακρίνεις τους ανθρώπους αλλά τους συναισθάνεσαι και τους κατανοείς.
Μαθαίνεις να επιλέγεις όχι σύμφωνα με τις εγγυήσεις που σου δίνουν οι άλλοι αλλά με την ποιότητα της αγάπης που νιώθετε.
Μεγαλώνοντας μαθαίνεις να αγαπάς τον εαυτό σου. Μαθαίνεις ότι είναι άκρως γοητευτικό να είσαι εσύ.

Η ζωή είναι για τους ανυπάκουους τολμητίες...

Πράγματι λοιπόν η διαφορά μεταξύ συγκέντρωσης και προσοχής είναι ανάλογη με αυτήν μεταξύ δραστηριότητας και δράσης… Και η σημασία στο περιεχόμενο των λέξεων δεν προκύπτει από απλή ιδιοτροπία – αν και αυτή μάλλον έχει το ρόλο της επίσης – αλλά από το γεγονός της ίδιας της αυτοπαρατήρησης και της διαρκούς ενδοσκόπησης… τα αποτελέσματα είναι πάντοτε θεαματικά και ενίοτε σοκαριστικά… διότι όπου υπάρχει η δράση και η προσοχή είσαι παρών… όπου υπάρχει η δραστηριότητα και η συγκέντρωση, ένα μέρος από σένα είναι παρόν και όλος ο υπόλοιπος δραματικά απών…

Και μετά τρέχεις να συμμαζέψεις τα ασυμμάζευτα…

Διότι συγκέντρωση, για να δοθεί ένα παράδειγμα, είναι να κρατάς ένα μικρό φακό στο χέρι και να εστιάζεις στη μικρή γωνιά του πίνακα που θέλεις να σου αποκαλυφθεί… προσοχή είναι να έχει φωτιστεί όλος ο χώρος και να απολαμβάνεις το κάθε τι με απόλυτη διαύγεια… τέτοια και τόση που να σε πιάνει… πονοκέφαλος…

Και δραστηριότητα είναι να έχεις προπονηθεί αρκετά και επίπονα για να καταφέρεις να ολοκληρώσεις μια μηχανιστικά επαναλαμβανόμενη δουλειά την οποία τελικά κάποτε, θα κάνεις στην εντέλεια… έτσι ώστε όλοι θα σε θαυμάζουν για την αρτιότητα της εργασίας σου… κι όμως, στον παραμικρό αιφνιδιασμό βρίσκεσαι ξανά στο μηδέν σαν πρωτάρης ανόητος και πασχίζεις να καταλάβεις τι πήγε στραβά… δεν πήγε κάτι στραβά, απλά πήγε κάτι αλλού, πήγε αλλιώς κι εσύ δεν είσαι έτοιμος για το αλλιώς… αυτό βρίσκεται στην περιοχή της δράσης…

Όμως, για να λέμε και την αλήθεια, το να βρίσκεσαι συνεχώς σε κατάσταση πλήρους προσοχής είναι εξαιρετικά ενεργοβόρο και τρομακτικά κοπιαστικό… έτσι προπαγανδίζει ο νους τουλάχιστον που είναι μεν εργατικός και φιλόπονος αλλά μονάχα στις περιοχές όπου αναγνωρίζει και αποδέχεται… διαφορετικά αρνείται να συνεργαστεί και επιστρατεύει το μεγαλύτερο όπλο του για να σε σταματήσει από το άλμα… το φόβο…

Το να είσαι διαρκώς σε κατάσταση προσοχής σημαίνει ότι είσαι διαρκώς ερωτικός… σε ερωτική σχέση με κάθε τι, με όλα, κάθε στιγμή… πάλλεσαι και ακτινοβολείς καθώς είσαι πλήρης ενέργειας και η επίγνωσή σου ‘χτυπάει κόκκινο’… ο μέσος ‘καθημερινός’ άνθρωπος μπορεί να το αντέξει για λίγες ώρες ή λίγες μέρες… μερικοί για λίγους μήνες… ποιος μπορεί να το αντέξει για πάντα;

Αυτός άλλωστε θα ήταν ο ορισμός της αθανασίας σε ποιοτικό επίπεδο… μια ημέρα σε κατάσταση απόλυτης προσοχής ισοδυναμεί με μερικά χρόνια συμβατικής και ‘νορμάλ’ κατάστασης σαν αυτή που ζούμε… όταν έχεις εισέλθει στην διάσταση αυτή, ο χρόνος παύει, η σκέψη παύει, όλα ακυρώνονται και συνεπώς δεν είσαι νέος ή γέρος, παιδί ή ενήλικας, σοφός ή ανόητος, γνώστης ή βλαξ… είσαι και αυτό αρκεί… ως και η γλώσσα ακυρώνεται και κανείς δεν μπορεί να σου ‘μεταφράσει’ το βίωμα… ένα υπέροχο δράμα!

Κάποιες ελάχιστες φορές όλο τούτο το επισκεπτόμαστε… ή μάλλον μας επισκέπτεται… και όπως έναν συναρπαστικό επισκέπτη ο νους κάποιες φορές φροντίζει να τον κακολογήσει όταν αυτός φύγει από το σπίτι και να μας επαναφέρει ‘στην τάξη’, έτσι συμβαίνει και με ό,τι μας έδωσε ή μας έδειξε το αληθινό περιεχόμενο της ζωής… θα συκοφαντηθεί τόσο πολύ μετά από τον εισαγγελέα δίωξης βιωμάτων αλήθειας ώστε θα βρεθούμε… απολογούμενοι… γιατί ανοίξαμε στον αντιπαθητικό επισκέπτη την πόρτα; Γιατί αφεθήκαμε να μας ταξιδέψει σε άλλες πραγματικότητες; Δεν καταλάβαμε ότι ήταν ένας μεταμφιεσμένος τρομοκράτης; Γιατί δεν ακούμε το νου που πάντα μας προστατεύει και μας προφυλάσσει από τους παρείσακτους με τα αγγελικά πρόσωπα αλλά τις βόμβες κάτω απ’τη μασχάλη;

Για τους... νομιμόφρονες είναι ο βίος το λοιπόν…

Η ζωή είναι για τους ‘ανυπάκουους’ τολμητίες… επαναστάτες, ανατροπείς, 'τρομοκράτες'… δεν θα τα χαλάσουμε εκεί… από λέξεις είμεθα εν αφθονία…

Η νοστίμια της ζωής και ο νόστος του καλού τέλους

Όλοι ταξιδεύουμε με το τσούρμο του Οδυσσέα. Το καράβι μας τραβά στους ανοιχτούς ορίζοντες του χρόνου. Σήμερα γλιστράμε πλησίστιοι με το ζέφυρο και με τους ετησίες. Αύριο ένας αιφνίδιος θρακιάς σηκώνεται από τα βουνά και το σύννεφο, και μας κατεβάζει ξυλάρμενους στην κοιλιά της καταιγίδας.

Ταξιδεύουμε στον πλόα του χρόνου με κόντρα τα κύματα και με τους ανέμους πειρατές. Και μπροστά μας καρτεράνε τα τέρατα και τα ξένα. Ο φόβος και οι καλές ελπίδες υφαίνουν το ρούχο της εμπειρίας μας στον αργαλειό του αγνώστου. Μας μαγνητίζει το ανείδωτο, και το ανείδωτο μας απειλεί. Παίζει μαζί μας και γελά το ναι και το όχι.

Θαμπά, πέρα από την αλισάχνη του πέλαγου ξαπλώνεται εκείνο το ακρωτήρι. Οι άνεμοι ταράζουν το πέτρινο σώμα του. Και η γλώσσα της θάλασσας γλείφει τις εξοχές και τα σκληρά άκρα.

Πίσω από το ανάσκελο μπόι του το μακρύ η τρίαινα του Ποσειδώνα αγριαίνει και κατακρούει τον πόντο. Εκεί έχει το νησί της η Κίρκη. Η Κίρκη περιμένει τους ναυτικούς με τα μάγια και τις βαθιές γητειές. Έτσι που περιμένει ο έρωτας τους νέους στη στροφή της ηλικίας τους. Και ο έρωτας πολλές φορές τρελαίνει τον άνθρωπο. Και τον κάνει να ξεχνά. Σπίτι, πατρίδα, ταξίδι, σκοπό, όλα τα ξεχνά ο ερωτευμένος. Βουλιάζει στο νέο του σύμπαν. Σαν το φωτόνιο πηδά σε άλλη στοιβάδα ζωής. Τότε στα μάτια των ανθρώπων που λογικεύουνται και νυστάζουν, στα μάτια δηλαδή των πολλών, ο ερωτευμένος φαντάζει γυρίνος και χοιρίδιο και ιππουρίδα. Σα βαλαντώσει ο έρωτας, μεταμορφώνει κιόλας.

Ταχιά η σχεδία του βίου μας παραπλέει εκείνα τ’ ακρογιάλια και τους μικρούς κάβους. Και ξαφνικά αντικρύζουμε τους Κίκονες. Και λίγο πιο πέρα, στη ροβόλα της θαλασσινής λαγκαδιάς, καρτερούν οι Λαιστρυγόνες. Ονόματα με ήχο αλλοίθωρο και στρεβλό. Όπως στρεβλό είναι και το μπλέξιμο των ανθρώπων με τις κακοτυχιές, τις αρρώστιες, τους σκοτωμούς. Στους Κίκονες και στους Λαιστρυγόνες μας απαντούν και μας παλεύουνε οι δικαστάδες και οι αφορεστάδες, οι ξενιτεμοί, οι χωροφύλακες, τα σανατόρια, οι σπετσιέρηδες και τα γραφεία κηδειών «Ο Μυστράς» και «Ο Λάζαρος». Και ακόμη τούτα τα τέρατα και τα καννιμπαλικά είναι η στέγνια και η ανεβροχιά, οι σιτοδείες και οι σεισμοί. Οι επιληπτικοί σεισμοί που ξεσηκώνουν τα σπίτια να σκοτώνουν τους ανθρώπους που τα χτίσανε.

Μακρυά, ακόμη πιο μακρυά, ξεχωρίζουμε εκείνη την κουκκίδα στου ματιού την άκρη. Εκεί είναι το νησί με τα ιερά ζώα του ήλιου Απόλλωνα. Τρακόσια εξήντα και πέντε γελάδια. Το καθένα και μια μέρα του ήλιου που ζητά να την ζούμε με κλιτότητα και με τάξη.

Γιατί η κάθε μέρα μας δεν είναι αναβλητή, ούτε ανταλλάξιμη. Και δεν γυρίζει πίσω όταν περάσει. Δεν ημπορούμε να σπαταλάμε το έχει της ανόητα και στο βρόντο. Απαγορεύεται να τα σφάξεις τα γελάδια του ήλιου.

Αύριο βέβαια θα ποντίσουν στο μικρό λιμανάκι του νησιού οι λογής ασεβείς. Καιροσκόποι, νεόπλουτοι, τυμβωρύχοι, κληρονόμοι τεράστιοι που δεν το περίμεναν, οι τυχεροί στο λότο. Και ακόμη οι φιλόδοξοι, οι μωροί, οι αριβίστες, οι κλέφτες. Και όσοι τους πόρεψε η τυφλή τύχη και καζάντισαν χαράμι.

Αυτοί θα τα σφάξουν τα γελάδια του Ήλιου. Θα αδειάσουν την ύπαρξη από το νόημά της. Και θα πεθάνουν χωρίς να ζήσουν. Χωρίς της ζωής τη νοστίμια και χωρίς του καλού τέλους το νόστο.

(Από το ανέκδοτο έργο του Δ. Λιαντίνη)